Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Δύτης με σκαντάλι

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Ο Λάφιλος πρόσεξε το ονειροπόλο βλέμμα του μικρού κι ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Αν και η διάθεσή του κάθε άλλο από χαρούμενη ήταν, κάτι μέσα του, τον έκανε να τον πειράξει. Ανέβηκε στη μεγάλη πέτρα που σηματοδοτούσε την είσοδο του κτήματος, άνοιξε τα χέρια σε σταυρό και με βαριά φωνή που να θυμίζει κάτι το απόκοσμο, άρχισε να λέει:
«Λοιπόν μικρέ και ανόητε σκυλομούρη Αμεινία, κατάλαβες επιτέλους ότι Εγώ, ο μέγιστος των Θεών, ο πατέρας των ανθρώπων και εξουσιαστής των πάντων, σου δίνω την βραδινή σου μαγεία, ανάβοντας όλους αυτούς τους δαυλούς στα ουράνια;»
Ο μικρός γύρισε τα μάτια πάνω του και χαμογέλασε. Του άρεσε αυτή η μικρή θεατρική απόδοση του Λάφιλου.
«Και γιατί παρακαλώ, τα ανάβεις;», ρώτησε ο νεαρός με τάχα σοβαρό ύφος.
«Για να μπορούν οι άνθρωποι να βλέπουν που πηγαίνουν την νύχτα και να μην πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλο, να μην σκουντουφλάνε και σπάνε τα μούτρα του! Κατάλαβες;»
«Εγώ κατάλαβα Δία μου, αλλά μια – δυό ερωτήσεις ακόμα θα ήθελα να τις κάνω»
«Και ποιες είναι αυτές, ανόητε ποντικομούρη;»
«Πρώτον, αφού λες ότι σ’ ενδιαφέρει να βλέπουν οι άνθρωποι, γιατί νυχτώνεις τον ουρανό; Και, κάτι ακόμα, … αν οι άνθρωποι δεν βλέπουν την νύχτα, η φωτιά γιατί υπάρχει; Μόνο για να ψήνουμε το φαί και για την ζέστη; Και τα λυχνάρια φωτιά δεν έχουν; Αμ … νομίζω και για να βλέπουμε! Οπότε οι φωτιές στον ουρανό, αυτές που τις λένε άστρα, είναι περιττές, … δεν συμφωνείς, ω εσύ Ευάνεμε και Κελαινεφή Ζεύ; Και κάτι τελευταίο, … δεν ξέρω αν θα ήταν κακό μια νύχτα χωρίς φως, αν, λέω αν, δύο άνθρωποι έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλο. Ας πούμε για παράδειγμα, αν ο γιός του αφέντη μου, ο γλυκός και ευγενικός Λάφιλος, έπεφτε ας πούμε πάνω … σε ποιόν να πούμε …. να στην Πασιφάη…. θα ήταν κακό; Τι λες λοιπόν εσύ γι αυτό , Επιτήμωρα Δία μου;»
Ο Λάφιλος κοίταζε τον μικρό του συνομιλητή με το στόμα ανοικτό. Πανέξυπνος, σκέτο σαΐνι που θα έλεγε κατά την προσφιλή του έκφραση και ο Τιμοκράτης, τον είχε στριμώξει με ερωτήσεις και υποθέσεις που δεν είχε ποτέ ασχοληθεί να δώσει απαντήσεις, ή με «καρφιά», γύρω από τα προσωπικά του. Πήδηξε κάτω από την πέτρα κι έριξε μια ξεγυρισμένη καρπαζιά στο ξανθό κεφαλάκι. Πάντα αυτό έκανε όταν δυσκολευόταν κι αυτό το κεφαλάκι είχε άμοιρες καρπαζιές δεχτεί. Κάθισε δίπλα του και γύρισε κι εκείνος το βλέμμα στον ουρανό. «Ίσως και ο Τιμοκράτης να κοιτάζει τώρα το ίδιο άστρο με μένα», συλλογίστηκε μισοκλείνοντας τα μάτια. «Μόνο που εκείνος τόλμησε», συμπλήρωσε.
Δεν κατάλαβε πόση ώρα είχε περάσει, όταν ακούστηκε φασαρία από το σπίτι του Φιλοκλή, του γείτονα που πάντα πρόστρεχε σε βοήθεια του πατέρα του, είτε για δουλειές, είτε για να αδειάσουν κανένα κανάτι από κρασί, ή το λευκό πιοτί των θαλασσινών, αυτό που μόνο οι άντρες των ωκεανών μπορούσαν να κατεβάσουν στα λαρύγγια τους. Σηκώθηκε ανήσυχος και κίνησε κατά τον γείτονα. Ο Αμεινίας είχε τρέξει πρώτος και τώρα χτύπαγε την εξώπορτα και αυτό τον έκανε να κινηθεί κι αυτός πιο γρήγορα, ενώ από το σπίτι του ακουγόταν ο πατέρας του, που έτρεχε κι αυτός με την κάπα του ριγμένη στους ώμους, όπως – όπως. Οι φωνές από το σπίτι του Φιλοκλή, δυνάμωναν και είχαν μετατραπεί σε θρήνο πια. Του φάνηκε ότι πέρασε ένας αιώνας μέχρι να τρέξει τα τριάντα μέτρα που απείχε. Μπήκε μέσα, με τον Αμεινία μπροστά του και τον πατέρα του να τρέχει ξωπίσω του. Στο κέντρο του σπιτιού, η γυναίκα του γείτονα τράβαγε τα μαλλιά της, κλαίγοντας στην αγκαλιά των δυό κοριτσιών της κι ενός ξένου άντρα, όχι μεγαλύτερου από πενήντα χρόνων, με πρόσωπο τραβηγμένο από την αλμύρα της θάλασσας, καμένο από τους ήλιους και τους ανέμους του πελάγους. Φαινόταν άντρας σκληρός και δοκιμασμένος στα δύσκολα, όμως τα μάτια τώρα ήταν γεμάτα δάκρυα και πόνο. Κρατούσε στην αγκαλιά του την γυναίκα και τα βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο μικρό παράθυρο που έδειχνε στον δρόμο.
«Τον χάσαμε Πυστίλε, τον χάσαμε… ωιμέ Ποσειδώνα Κυανοχαίτη, μου τον πήρες, μου τον πήρες τον άντρα τον καλοσυνάτο, το στήριγμα της ζωής μου. Ω, Λαρνάκιε αδερφέ του Δία, την κατάρα μου να έχεις…»
¨Σιώπα γυναίκα, σιώπα. Μην τα βάνεις με τους Θεούς. Θεοί είναι, δεν ξέρεις… ανάγκη τους έχεις, σταμάτα το λοιπόν τις κατάρες…», της απάντησε ο ξένος. Με το χέρι του προσπάθησε να της κλείσει το στόμα, ενώ εκείνη πάλευε με τον τρόμο της και την απόγνωση. Ο Πυστίλος στάθηκε κοντά της και σκύβοντας, της χάιδεψε το πρόσωπο, ανίκανος να αρθρώσει έστω και μια λέξη. Κοίταξε τον ξένο και άρχισε να καταλαβαίνει στο περίπου τα συμβάντα. Όταν μετά από αρκετή ώρα η γυναίκα εξαντλημένη από το κλάμα και τον πόνο ηρέμισε, προσπάθησε να μάθει και να καταλάβει τα γεγονότα από τον άγνωστο.
Κάθισαν στο μικρό τραπέζι, οι τρείς άντρες, αφήνοντας την φροντίδα της παραπαίουσας γειτόνισσας στις κόρες της. Ο ξένος, έξυσε τα αξύριστα μάγουλά του, έτριψε τα κοκκινισμένα μάτια του, πήρε μια κούπα που είχε λίγο νερό και το ήπιε μονορούφι. Φαινόταν ανίκανος να εξηγήσει εκείνη τη στιγμή με λεπτομέρειες τα γεγονότα, όμως έπρεπε να τα πει, να μάθουν και οι άλλοι, αλλά και για να τα βγάλει από μέσα του, ν’ αδειάσει την ψυχή του. Κοίταξε κατάματα τον Λάφιλο, μετά τον πατέρα του και ξερόβηξε. Εκείνη την στιγμή, μπήκαν αλαφιασμένοι από την ξεχασμένη ανοικτή πόρτα, ο Εξηκεστίδης με την γυναίκα του την Λευκονόη, προσπαθώντας και αυτοί να καταλάβουν. Η γυναίκα, άφησε τους άντρες μόνους να μιλήσουν. Ο Εξηκεστίδης, κάθισε στο τραπέζι περιμένοντας εξηγήσεις. Όλοι κοίταζαν με αγωνία, τον αμίλητο ξένο.
«Με λένε Αντίχορο και είμαι από το μικρό νησί της Λέρου. Καπετάνιος σε καλό σκαρί του σφουγγαριού. Πολλές φορές συναντηθήκαμε με τον Φιλοκλή, αφού κι αυτός κατέβαινε με το σκαντάλι στα νερά της Ανεμούσας (Κάρπαθος). Πάντα του ήταν παράτολμος και κυνηγούσε το μεγαλύτερο σφουγγάρι. Κι όλοι εμείς απ’ τα άλλα πλεούμενα, του φωνάζαμε να μην κάνει της κούτρας του τα τρελά, ότι κι αυτός είναι άνθρωπος και μπορεί να τον χτυπήσει η κακιά η αρρώστια του νερού. Όμως αυτός τίποτα! Όλο και πιο βαθιά πάενε με την μια ανάσα και μάλιστα με δυό σκαντάλια στα χέρια, για μεγαλύτερο βάρος, για πιο γρήγορα. Μέχρι που πριν μέρες, δεν ξανανέβηκε. Πέντε άντρες τον ψάξανε κάτω στα σκούρα νερά, ένας από κάθε πλοίο που ψάρευε το σφουγγάρι εκεί, αλλά τίποτα. Μόνο κατά το λιόγερμα ακούσαμε μακρινή φωνή, από σκαρί στα ρηχά του νησιού να μας φωνάζει. Αέρας έγινε το κουπί στα χέρια των δικών του και όταν έφτασαν εκεί, μόνο το μελανιασμένο κουφάρι με το δέρμα στη μέση, βρήκαν, φουσκωμένο σαν τσαμπούνα κι αίμα ξεραμένο στα ρουθούνια. Ούτε τα σκαντάλια, ούτε τις μαχαίρες αποκόλλησης βρήκαν. Μείναν εκεί οι ναύτες να τον περιμαζέψουν, να τον ετοιμάσουν μην και τον δει η κυρά του σαν σκέτο τομάρι, αλλά άνθρωπο. Εγώ που τον ήξερα, συμφωνήσαμε να προστρέξω, να το ανακοινώσω. Μαύρο καθήκον και θλιβερά ταπεινό. Φίλο χάνεις, συγγενείς αντιμετωπίζεις, πόνο με πόνο, αλλά κάποιος πρέπει να το κάμει κι ετούτο. Αύριο θα έχουν έρθει και οι δικοί του με το κουφάρι και αλήθεια τρέμω τη στιγμή, που κόρες και γυναίκα θα το αντικρύσουν».
Ο Λάφιλος δεν μιλούσε, σε αντίθεση με τον πατέρα του που όλο ρώταγε τον ξένο για πληροφορίες, μόνο κάρφωσε τα μάτια στο πάτωμα και σκεφτόταν. «Και τι έκανε στη ζωή του ο Φιλοκλής; Μήπως έδωσε κάτι στην οικογένειά του; Μήπως έζησε κάτι έξω από το μικρό του νησί; Δυό κόρες που η αγωνία του καθημερινού αγώνα για λίγο φαί, θα τις άφηνε τώρα ορφανές, ανύπαντρες κοπέλες, χωρίς προίκα, χωρίς προστάτη, με μια μάνα που ξαφνικά, φορτώθηκαν στην πλάτη τους. Κι εγώ; Τα ίδια; Με τα ζωντανά κάθε μέρα να πηγαίνω στη βοσκή, χωρίς να δω μακρινούς τόπους, χωρίς άλλες παραστάσεις έξω από τα βράχια και τα ξερά βουνά του νησιού;»
Γύρισε το βλέμμα ολόγυρα στο δωμάτιο, ενώ στα αυτιά του, έφταναν λες από μακρινό όνειρο, ο θρήνος της γυναίκας και οι χαμηλόφωνες κουβέντες των ανδρών. Κοίταγε, χωρίς να βλέπει. Σταμάτησε τα μάτια του, στο πρόσωπο του Αμεινία. Το μικρό παιδί τον κοίταγε επίμονα, διεισδυτικά, λες και του έλεγε: «Ξέρω τι σκέφτεσαι». Πρώτη φορά το παιδικό του πρόσωπο ήταν τόσο σοβαρό και ανέκφραστο.
Η ώρα πέρασε, ο ξένος αποκαμωμένος απ’ το ταξίδι και το καθήκον, έφαγε λίγο ψωμί και ελιές, που του πρόσφερε η μια κόρη και έπεσε στο πάτωμα σε μια γωνιά να ξανασάνει, όπως είπε ο ίδιος. Εκεί τον βρήκε και ο ύπνος να τον αλαφρώσει. Το σχεδόν σιωπηλό μοιρολόι των γυναικών, στο μεταξύ είχε έρθει και η γυναίκα του Πυστίλου, η Διογένεια, τον νανούρισε. Οι άντρες σηκώθηκαν να φύγουν, αφού η μέρα είχε ήδη χαράξει, τα ζώα περίμεναν και δεν ξέρουν από θρήνους και χαμούς και οι δουλειές που υπήρχαν, δεν έπαιρναν καθυστέρηση. Θα πήγαιναν στο λιμάνι της Ποθαίας αργότερα όταν θα έβλεπαν το πλοίο που έφερνε το πτώμα του παλιού τους φίλου, στο πέλαγο. Μέχρι τότε όμως…
«Να έρθω μαζί σου σήμερα; Δεν έχω άλλες δουλειές να κάμω στο σπίτι και η κυρά, μάλλον δεν θα έρθει. Μη κάθομαι κι εγώ μόνος… ε, τι λες;»
Η φωνή του πιτσιρικά ήταν τόσο σταθερή, που ουσιαστικά δεν τον ρωτούσε, απλά του ανακοίνωνε την απόφασή του. Ο Λάφιλος δέχτηκε την πρόταση του μικρού, απλά, κουνώντας το κεφάλι καταφατικά.

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Η νύχτα τον βρήκε να σέρνει τα βήματα του στο χώμα, στο μέρος που μαζεύονταν όλοι οι νέοι τα βράδια. Πλίθινα σπίτια χτισμένα κυκλικά, δίπλα το ένα στο άλλο, άφηναν έναν ελεύθερο χώρο με δυό δέντρα καταμεσής, για να συγκεντρώνονται τα αγόρια να ψυχαγωγούν τις ώρες τους, πριν την συγκέντρωση στο οικογενειακό τραπέζι. Τίποτα πιο πολύ από δυό μεγάλα λιθάρια σαν καθίσματα και άφθονο κοκκινόχωμα, συμπλήρωναν το σκηνικό. Κι εκείνοι μαζεμένοι, καθισμένοι όπου μπορούσαν στο ακόμη ζεστό έδαφος, έπιναν από μικρούς αμφορείς το ανακατεμένο με μέλι και νερό, ντόπιο κρασί, πείραζαν ο ένας τον άλλο, μετάδιδαν τα νέα της ημέρας, πολλές φορές χωρίς επιτυχία, αφού η υπερβολή και το ψέμα ήταν το κύριο στοιχείο της ενημέρωσης. Αλλά το σπουδαιότερο, ήταν οι αφηγήσεις, σε ύφος παραμυθιού, αρχαίων ιστοριών και θρύλων. Και βέβαια, όποιος είχε το χάρισμα της καλής αφήγησης, κατείχε σπουδαία θέση στην παρέα.
Ο καλύτερος όλων, ήταν ο Ιόλαος, συνομήλικος του Λάφιλου και του Τιμοκράτη, που η γλυκιά και λυρική φωνή του, η φαντασία και το σπινθηροβόλο βλέμμα του, τον είχαν κατατάξει στην κορυφή της τοπικής νεανικής κοινωνίας. Όλοι ήθελαν να τον έχουν από κοντά, να παίρνουν την πιο καλή θέση δίπλα του όταν άρχιζε να μιλάει, να τον παροτρύνουν να τους προσέξει την ώρα της αφήγησης με τα μάτια του. Κι εκείνος δεν χάλαγε χατίρι! Με όλους ήταν καλοσυνάτος, με όλους είχε πάρε δώσε, για όλους είχε μια καλή κουβέντα να πει. Σαν σωστός ηγέτης! Και σήμερα είχε αρχίσει την αφήγηση της πιο αγαπημένης ιστορίας όλων. Μίλαγε για τον μεγάλο, τον αθάνατο βασιλιά των Θεσσαλών Μυρμιδόνων! Που είχε ταξιδέψει με τα μαύρα του πλοία στις ακτές της αφιλόξενης Ασίας, στα παράλια της Τροίας. Για τον βασιλιά που δεν άφηνε μόνους τους στρατιώτες του στη μάχη, αλλά που πρώτος αυτός έπεφτε πάνω στις λόγχες και τα δόρατα των βαρβάρων, να δώσει το παράδειγμα! Ο γεννημένος για τα πολύ δύσκολα, για να καταφέρνει τα ακατόρθωτα! Να δείχνει την ικανότητα των ανθρώπων στους Θεούς! Για τον μεγάλο Αχιλλέα… τον ήρωα των ηρώων. Αυτόν που κανένας στον κόσμο δεν μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει, πόσο μάλλον να τον νικήσει! Που όλοι τον φοβούνταν και τον έτρεμαν. Ως ακόμη και ο Ανταίος αλλά και ο Μέγας Λέων των Μυκηνών, ο βασιλιάς και αρχιστράτηγος των Ελλήνων ο γενναίος Αγαμέμνων, απέφευγαν την σύγκρουση μαζί του.
Ποτέ η αφήγηση δεν είχε φτάσει στον τσακωμό του Αχαιού με τον Μυρμιδόνα, όπως και ποτέ δεν είχε αναφερθεί ο θάνατος του ήρωα. Ο Ιόλαος, ήξερε πολύ καλά που να σταματήσει και πως! Δεν ήταν ανάγκη να απογοητεύσει το ακροατήριό του, που κυριολεκτικά κρεμόταν από τα χείλη του σε αυτή την χιλιοειπωμένη ιστορία. Και γιατί να στεναχωρηθούν οι ταλαιπωρημένοι από την ολοήμερη εργασία «φίλοι» του;
Όταν ο Λάφιλος έφτασε, η εξιστόρηση είχε πάρει φωτιά στο στόμα του Ιόλαου:
«… και ο χρησμός του μαντείου, έλεγε καθαρά πως όποιος από τους καληκνίμηδες Έλληνες πατούσε πρώτος τα ανίερα χώματα της Τροίας, θα έπεφτε νεκρός αμέσως από βαρβαρικό δόρυ. Κι έτσι κανένας από τους στρατιώτες δεν ήθελε να πηδήξει από τα πλοία. Όχι γιατί ήταν δειλοί, όχι – όχι αυτό, αλλά άλλο να πολεμήσεις με δέκα άντρες ταυτόχρονα και άλλο να πας κατευθείαν στον θάνατο, χωρίς μάχη. Και κανείς δεν ήθελε να πεθάνει έτσι άδοξα. Τότε ξέρετε τι σκαρφίστηκε ο παμπόνηρος βασιλιάς; Χα χα… έκανε ότι θα πηδήξει πρώτος, αδιαφορώντας και αψηφώντας τον θάνατο. Και όντως πήδηξε πρώτος, μόνο που πριν ακουμπήσουν τα πόδια του στην λευκή άμμο της παραλίας, πέταξε την ασπίδα κάτω κι έτσι προσγειώθηκε χωρίς να πατήσει το έδαφος. Κάποιος στρατιώτης από το διπλανό πλοίο, νομίζοντας ότι ο Αχιλλέας ήταν ο πρώτος, ακολούθησε, πήδηξε και αυτός αμέσως και φυσικά βρήκε τον θάνατο από βαρβαρικό τόξο, ίσως και δόρυ!»
Γέλια ξέσπασαν από τους υπόλοιπους. Στα μάτια τους φαινόταν ο θαυμασμός αλλά και η λαχτάρα των νιάτων. Φαινόταν όμως κι η ανακούφιση, που ο Αχιλλέας δεν είχε σκοτωθεί. Ανακούφιση, για εκατοστή φορά, αφού τόσες φορές είχαν ακούσει την ίδια περιπέτεια.
Ο Ιόλαος γύρισε το βλέμμα του αργά γύρω στον χώρο. Του άρεσε αυτό που έβλεπε! Στο μυαλό του προσπαθούσε να δημιουργήσει την επόμενη εικόνα που θα διηγείτο… σε αυτό το σημείο πάντα άλλαζε την αφήγησή του. Μια έκανε τον ήρωα του, άγριο και οργισμένο, άλλοτε μόνο, ορμητικό και υπερπροστατευτικό για τους συντρόφους του και άλλες φορές έναν υπερήφανο και αλαζόνα αρχηγό. Παραδόξως, αυτά τα τελευταία χαρακτηριστικά, άρεσαν πιο πολύ στο ακροατήριό του. Επέλεξε λοιπόν κάτι απ’ όλα αυτή τη φορά. Κράτησε τον αλαζόνα, αλλά τον συνδύασε με αγριότητα και άκρατη τόλμη.
Ο Λάφιλος κάθισε σε μια γωνιά, μακριά από τον αφηγητή κα την φωτιά που έκαιγε στο κέντρο της αγοροπαρέας. Δεν έκλεισε τα μάτια ακούγοντας την αφήγηση, μπορούσε όμως να ονειρευτεί κι έτσι. Κι αυτή η στενοχώρια που του έκαιγε τα σωθικά, τον έκανε θηρίο ανήμερο. Αυτό το «πλάκωμα» στην καρδιά, τον ταξίδεψε πάνω απ’ το Αιγαίο, τις ακτές της Ασίας και τον έφτασε στα τείχη της μεγαλόπρεπης Τροίας. Συνεπαρμένος απ’ την φωνή του Ιόλαου, φόρεσε την πανοπλία του Αχιλλέα, σήκωσε την ολόχρυση στρογγυλή ασπίδα και μέσα από το κράνος με την μεγάλη αλογοουρά, είδε το χέρι του να κραδαίνει το κοντόλαμο σπαθί του, στους εκστασιασμένους και ανίκανους ν’ αντιδράσουν εχθρούς. Και ήταν τόσο έντονη αυτή η φαντασίωσή του, που μέχρι και πόνο ένιωσε όταν η φαντασία έβαλε Τρωικό βέλος να τον πληγώνει στο δεξί του πόδι.
Δυό παιδιά, που δεν πρέπει να είχαν περάσει τα δέκα τους χρόνια, μονομαχούσαν δίπλα του, κρατώντας για ξίφη δυό κομμένα κλαδιά. Οι φωνές τους ήταν αυτές που τον επανέφεραν στην πραγματικότητα. Κοίταξε ολόγυρα σαν να προσπαθούσε να μετρήσει τον χώρο. Ο αφηγητής, συνέχιζε να εξιστορεί τον μύθο του, συνεπικουρούμενος απ’ τα ξεφωνητά έξαψης του συνεπαρμένου ακροατηρίου του.
Οι πιτσιρικάδες εξακολουθούσαν την μονομαχία τους, προσπαθώντας αρκετή ώρα, να συμφωνήσουν στο ποιος ήταν ποιος. Ποιος ο Τρώας και ποιος ο Έλληνας. Ποιος ο Έκτορας και ποιος ο Αχιλλέας. Και ήταν τόσο έντονη η διαφωνία τους, που, η μονομαχία τους είχε αρχίσει να γίνεται αληθινός τσακωμός και συμπλοκή με δυνατές ξυλιές στα μπράτσα και στα πόδια. Ο Λάφιλος τα αγριοκοίταξε. Μετά σηκώθηκε και χωρίς να πει κουβέντα, άρχισε ν’ απομακρύνεται από την παρέα, παίρνοντας τον δρόμο για το σπίτι. Δεν μπορούσε να ακούει άλλο για ήρωες, δεν μπορούσε να παρασταίνει στο μυαλό του άλλο τον ήρωα. Ήξερε ότι στην πραγματικότητα, δεν ήταν. Και αυτό είχε αρχίσει να διαδίδεται απ’ τα απάνθρωπα σκληρά πιτσιρίκια σ’ όλο το νησί. Και ήταν αδυσώπητα τα άτιμα! Σκέφτηκε την Πασιφάη, με εκείνη την σκέψη που τον τυραννούσε. Κι αν αυτή τον έλεγε δειλό; Κι αν δεν ήθελε να τον ξαναδεί;
Δεν κατάλαβε πότε έφτασε στο σπίτι. Ο Αμεινίας, ο μικρός που ο πατέρας του ο Πύστιλος τον είχε στην δούλεψή του για τα θελήματα, είχε ήδη αρμέξει τα ζωντανά, τα είχε περιποιηθεί και καθόταν τώρα στο πεζούλι του κήπου, αγναντεύοντας τα μαγικά σημάδια στον νυχτερινό ουρανό. Ορφανός, χωρίς τίποτα στη ζωή του, είχε αποδειχθεί ένα φιλότιμο και εργατικό παιδί, με μόνο του όνειρο να κάνει το αφεντικό του χαρούμενο, να γεμίσει το στομάχι του και να καταλάβει, ποιος ανάβει κάθε βράδυ τα φώτα αυτά που έβλεπε στον ουρανό. Όσες φορές κι αν ο Λάφιλος του είπε ότι τα άναβε ο νεφεληγερέτης, ο αργικέραυνος Δίας, αυτός δεν το δεχόταν