Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14
Ο ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΑΣ
Το αριστερό του χέρι, δεν το ένοιωθε πολύ καλά, ή πολύ δυνατό. Η κούραση τον είχε σχεδόν καταβάλει, δεν απείχε πολύ από την κατάρρευση. Το έτριψε με δύναμη, φροντίζοντας να μην τον δει κάποιος. Δεν ήθελε να δείξει αδυναμία. Στο βάθος του δρόμου, δυο – τρεις σύντροφοί του, προχωρούσαν κορδωμένοι σαν τόξα στα χέρια χειριστή, προσέχοντας να μιλούν σε χαμηλούς τόνους. Έτσι κι αλλιώς το να φωνάζεις στο δρόμο, θεωρείτο απρέπεια στην πόλη τους. Όπως και να δείχνεις τις αδυναμίες σου, όποιες κι αν ήταν αυτές, είτε σωματικές είτε όχι. Το σπαθί του τον ενόχλησε όταν κάθισε στα σκαλιά του ναού της Άρτεμης. Οι μεγάλες πόρτες από ξύλο πεύκου, ήταν κλειστές και το μόνο που έδειχνε παρουσία ανθρώπου στο εσωτερικό του ναού, ήταν αυτός ο παράξενος καπνός και η μυρωδιά των θυσιών. Ο ναός ήταν τόσο λιτός, τόσο απέριττα στολισμένος, που θα μπορούσε κάποιος να τον περάσει για απλό σπίτι. Μα όλα στη Σπάρτη ήταν απλά και αστόλιστα. Οι Λακεδαιμόνιοι απεχθάνονταν κάθε επίδειξη, κάθε πολυτέλεια, κάθε υπερβολή. Μόνο τους μέλημα, η νεολαία τους και η σφιχτή οργάνωση της πόλης τους. Γι αυτό και η φροντίδα τους ήταν ο στρατός τους και η απόλυτη υποταγή στους σκληρούς τους νόμους.
Ο Ευρυάναξ ήταν ένα από τα παιδιά που είχε όμως τώρα πια, μετρήσει πάνω από είκοσι πέντε καλοκαίρια στη ζωή του. Από τα παιδικάτα του, ανήκε στην πόλη – κράτος και όχι στους γονείς του, όπως και κάθε άλλο αρσενικό παιδί στη Σπάρτη. Στο κοινόβιο έμαθε να είναι έφηβος, άντρας, πολεμιστής. Εκεί μπολιάστηκε και με τις «αθάνατες» ιδέες και αξίες του κράτους. Ένα κράτος που αποσκοπούσε στην σκληραγωγία εκτός της υπακοής. Από τα επτά του χρόνια είχε κοπεί ο ομφάλιος λώρος με τους δικούς του. Οι γονείς, ήταν μόνο για να τον γεννήσουν και να τον μεγαλώσουν με τις ιδέες της πόλης μέχρι οικογένεια να γίνει το κοινόβιο και οι σύντροφοί του στη μάχη. Μάλιστα κανένα παιδί, εδώ και χρόνια, δεν ανατράφηκε με σπάργανα και χάδια. Οι ικανότητες πρέπει να φαίνονται στις μάχες και όχι στις γαλιφιές, στις φιλοσοφίες και τα θεατρικά της Αθήνας. Το χέρι πρέπει να λιώνει την πέτρα και όχι να γράφει ιστορίες σε παπύρους, το σώμα πρέπει να σκληραίνει από τις κακουχίες και όχι να γίνεται μαλθακό από την καλοπέραση και τις διασκεδάσεις στα καπηλειά. Και ο λόγος πρέπει να χρησιμοποιείται για να εξηγεί και να διατάζει και όχι για να αφηγείται και να κομπορρημονεί. Τα γράμματα που έμαθε ο Ευρυάναξ, ήταν λίγα και απαραίτητα για την καθημερινή ζωή. Οτιδήποτε άλλο, ήταν υπερβολή. Είχε μάθει όμως μουσική και χορό, αφού ο χορός ήταν απαραίτητο στοιχείο στην ισορροπία κατά την διάρκεια της μάχης. Ήταν λιτός και συγκρατημένος, με ακρίβεια και συντομία όχι μόνο στο λόγο, αλλά και σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του. Τώρα στα είκοσι πέντε του, είχε πάρει και την άδεια να νυμφευτεί. Και έπρεπε να το κάνει μέχρι τα τριάντα, ειδάλλως θα πλήρωνε φόρο αγαμίας. Έπρεπε η πόλη να αποκτήσει απογόνους. Οι Λακεδαίμονες είχαν μείνει λίγοι και οι είλωτες, που γεννούσαν σαν κουνέλια, όπως έλεγε ο φίλος του ο Λίχης, είχαν τον πενταπλάσιο πληθυσμό. Και αυτό θα μπορούσε να είναι απειλή για το αύριο.
Σηκώθηκε αέρας από το βάθος του δρόμου. Έτσι που ήταν χτισμένη η πόλη, ο παραμικρός αέρας, διέσχιζε το κέντρο και μπορούσε να γίνει αιτία για σύννεφα σκόνης. Άκουσε θόρυβο κοντά του και είδε τον φίλο του να πλησιάζει μες την ζέστη του φθινοπωρινού ηλιοβασιλέματος. Κάθισε σιμά του.
-«Την είδες;», ρώτησε κοφτά ο Ευρυάναξ.
Ο φίλος του κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Έβγαλε το κράνος με την κάθετη αλογοουρά και το απίθωσε στο χώμα. Η σκόνη τον έκανε να μισοκλείσει τα μάτια που ήταν ήδη κόκκινα από την εξάντληση. Ολοήμερη εκπαίδευση και μάλιστα εκπαίδευση στα άκρα, έκανε τους άντρες «πτώματα» τις νύχτες. Κάποτε μάλιστα ο Ευρυάναξ αστειευόμενος, είχε πει ότι αν ήταν είλωτας θα έκανε επίθεση στη Σπάρτη το βράδυ. Τότε θα ήταν αδύνατο να την υπερασπιστεί ο κουρασμένος στρατός.
Ο Λίχης, κούνησε το χέρι και έδειξε προς την μεριά των λόφων.
-«Το πρωί φόρτωνε φρύγανα τους σκλάβους, εκεί, πέρα από την μεγάλη πέτρα»
-«Σου μίλησε;»
-«Μπα…»
Οι δυο άντρες παρέμειναν σιωπηλοί για αρκετή ώρα. Η κοπέλα για την οποία λέγανε ήταν η Θάλεια. Γειτόνισσα και των δυο στα παιδικά τους χρόνια. Όχι ιδιαίτερα ψηλή, μελαχρινή με μακριά μαλλιά που τα έπλεκε πίσω από το κεφάλι σε μια παράξενη χοντρή κοτσίδα, έξυπνη και προκομμένη, είχε γίνει η δεύτερη τη τάξη μετά τον γέρο πατέρα της στο σπίτι. Η μάνα της είχε πεθάνει πριν τρεις χειμώνες και η Θάλεια είχε αναλάβει όλες τις δουλειές του σπιτιού. Από την αδερφή της την Αρίσβη, είχε ένα ανίψι που κι αυτό το μεγάλωνε εκείνη. Η Αρίσβη υπέφερε από ένα συνεχόμενο βήχα που την έκανε να φτύνει αίμα και κανένας θεραπευτής δεν μπορούσε να την βοηθήσει. Ο άντρας της Αρίσβης είχε σκοτωθεί σε κάποια μάχη στη Μεσσηνία, αλλά λόγω ηρωισμού, όλη η οικογένεια είχε τον σεβασμό της πόλης. Το μικρό, δεν θα αργούσε να κλείσει τα επτά του χρόνια και σε λίγο θα τον έπαιρνε η πόλη στις αγκάλες της. Στις σκληρές της αγκάλες. Και η Θάλεια θα έμενε με την «ντροπή» της ανύπαντρης. Χωρίς ένα γιό να παραδώσει στην πόλη της. Χωρίς να μπορεί να γράψει το δικό της κομμάτι στην ένδοξη (;) ιστορία της πόλης.
-«Είδες τον Αθηναίο; Στους πέντε;»
-«Ναι, τον είδα. Σκληρό κορμί και γυμνασμένο. Μου έκανε εντύπωση που είναι Αθηναίος. Πιο πολύ με δικό μας μοιάζει. Πάντως στάθηκε ολόρθος και περήφανα μπροστά στους πέντε και ας ζητούσε βοήθεια. Τέτοια περηφάνια! Και οι σοφοί τον θαύμαζαν, το είδα στις εκφράσεις τους. Ήμουν στη φρουρά και τους άκουσα να διατάζουν κάποιους δούλους, να του προσφέρουν οτιδήποτε μπορούσε να τον κάνει να νοιώσει άνετα. Μεγάλη τιμή για ξένο. Εκείνος όμως αρνήθηκε! Το μόνο που ζήτησε, μια γρήγορη απάντηση. Για να την μεταφέρει στην πόλη του. Οι βάρβαροι πλησιάζουν»
-«Και του έδωσαν τελικά απάντηση;»
-«Όχι ακόμα, τώρα συζητάνε μόνοι τους. Αλλά στοίχημα πάω δυο πεσσούς, ότι θα βρουν δικαιολογία να αρνηθούν»
-«Μάλιστα. Λες και οι Αθηναίοι δεν είναι Έλληνες!»
Οι δυο φίλοι σώπασαν και γύρισαν το βλέμμα στον δρόμο, στο βάθος εκεί που τα σπίτια «έκλειναν» την πόλη. Ο αέρας είχε δυναμώσει αλλά δεν φαινόταν να τους πειράζει ιδιαίτερα. Το μυαλό τους δεν ήταν εκεί. Μπορεί στη Θάλεια να είχε μείνει ο Ευρυάναξ, μπορεί στον αλαζονικό Αθηναίο ο Λίχης. Πάντως κάτι έδειχνε να τους ενοχλεί.
-«Κάρνεια!», είπε ξαφνικά ο Ευρυάναξ. «Να δεις που τα Κάρνεια θα είναι η αιτία!»
-«Μπορεί, δεν ξέρω ακόμα, δεν είμαι σίγουρος αν θα αρνηθούν, αλλά αν ναι, τότε θα ήταν μια καλή δικαιολογία. Ποιος θα μπορούσε να παρακούσει αρχαίες συνήθειες και ιερές αξίες. Ναι, θα ήταν μια καλή δικαιολογία. Έτσι κι αλλιώς οι Αθηναίοι εχθροί μας δεν είναι;»
-«Είναι; Γιατί; Δεν είναι Έλληνες; Μπορεί να είναι Ίωνες και όχι Δωριείς σαν και μας, αλλά ίδια φάρα είμαστε. Και όταν κινδυνεύει ο ένας, σίγουρα ο κίνδυνος πλησιάζει και τον άλλο. Στο δάσος σαν πιάσει φωτιά, δεν καίγεται μόνο το μπροστινό δέντρο, αλλά σιγά – σιγά όλα. Μέχρι που ερημώνει ο τόπος. Μέχρι που το πράσινο τοπίο, γίνεται ένας σωρός από πέτρες και χώμα. Και αν οι βάρβαροι περάσουν από την Αθήνα, αν η άμυνα των Αθηναίων πέσει, τότε θα έρθει και η σειρά της δικής μας πόλης. Το προπύργιο δεν θα υπάρχει να σταματήσει το κύμα των Ασιατών. Και εκείνη την ώρα, ποιος θα έρθει για βοήθεια; Θα πεθάνουμε ανόητα μετά. Και δεν με φοβίζει ο θάνατος, τιμή για μένα και περηφάνια για τους δικούς μου, αν πεθάνω μαχόμενος. Αλλά θα υπάρχουν δικοί μου άνθρωποι μετά; Θα υπάρχει η Σπάρτη μετά; Βέβαια το να τους δεχτούμε σαν «κύριούς» μας, ελπίζω ότι δεν το σκέφτεται κανείς. Λοιπόν Λίχη, έχω άδικο που μιλάω έτσι; Θα είναι ντροπή μας αν τους αφήσουμε μόνους τους. Και στην περίπτωση που οι Αθηναίοι νικήσουν; Ξέρεις τι θα πει ο Ελληνισμός; Ότι ήμασταν δειλοί, ή μνησίκακοι, ή αδιάφοροι. Και εντάξει να μας κατηγορήσουν, η Σπάρτη μπορεί να αντέξει μια τέτοια κατηγορία, αλλά το να πουν ότι οι Αθηναίοι μόνοι τους νίκησαν; Εκεί το κλέος το δικό μας; Θα καταρρακωθεί. Οι Ίωνες θα λογίζονται για πρώτη δύναμη!»
Ο Λίχης τον κοίταζε αμίλητος. Για τα μέτρα των Λακεδαιμόνιων, είχαν μιλήσει πολύ, αλλά και είχαν σκεφτεί αντίθετα με την θέληση των εφόρων, ακόμα πιο πολύ. Μόνο που τα λόγια που ακούστηκαν ήταν σοφά. Ήταν, δυστυχώς, αληθινά. Και η πολιτική, το μόνο που δεν ξέρει, είναι η αλήθεια και η σοφία. Οι δυό άντρες μίλαγαν με την ψυχή του Έλληνα, την καρδιά του καθολικού πατριώτη.
Το χέρι με το τρίψιμο, είχε μαλακώσει τον πόνο του, μα το θέμα που συζητούσε με τον φίλο του, τον στενοχωρούσε πολύ. Δεν είχε διάθεση γι άλλη κουβέντα και σηκώθηκε να περπατήσει.
-«Θα έρθεις στον στρατώνα; Αν και θα ήθελα να δεις τι γίνεται με την απάντηση των εφόρων»
Έφυγε αφήνοντας τον Λίχη μόνο να σκέφτεται τα λόγια του. Σηκώθηκε κι αυτός μετά από λίγο και έστρεψε το βήμα του προς την αγορά. Ήθελε να ξαναδεί τον Αθηναίο, ήθελε να μάθει, τι θα γίνει. Τώρα ήθελε να πολεμήσει ενάντια στον βάρβαρο. Κόσμος ήταν μαζεμένος έξω από το πρυτανείο και συζητούσε. Η έκκληση της Αθήνας είχε γίνει γνωστή και όλοι ήταν περίεργοι:
-«Η Αθήνα έχει την ανάγκη μας…»
-«Έλα ντε…»
-«Ποιος είναι ο απεσταλμένος; Δικός μας;»
-«Όχι βρε ανόητε. Αθηναίος είναι και παρακαλάει σαν σκυλί…»
-«Ε, όχι και σαν σκυλί, εγώ δεν τον είδα έτσι…»
-«Παρατήστε τους αλαζόνες στη μοίρα τους…»
-«Άκουσα πως τον λένε Φειδιππίδη και είναι στρατιώτης ημεροδρόμος. Πάει τα μαντάτα δηλαδή τρέχοντας όπου πρέπει και κάνει μεγάλες αποστάσεις…»
-«Βρε δεν πα να είναι ότι θέλει, καμιά βοήθεια σε αυτούς…»
Τα λόγια έδιναν και έπαιρναν. Οι περισσότεροι ήταν ενάντια στην αποστολή βοήθειας. Κοντόφθαλμοι τοπικιστές, δεν μπορούσαν να καταλάβουν την αναγκαιότητα της σύσφιξης των σχέσεων και των Ελληνικών στρατών κατά κοινού εχθρού. Ο Λίχης, σκέφτηκε τα λόγια του φίλου του για μια ακόμα φορά. Διέκρινε τώρα το δίκιο του φίλου του, διέκρινε όμως και την ηλιθιότητα να πλανάται πάνω από τον χώρο. Έσπρωξε να πάει πιο μπροστά, να ακούσει καλύτερα. Ένας κήρυκας, με μια μικρή υδρία στο χέρι γεμάτη κρασί, προσπαθούσε να ανέβει σε μια μεγάλη πελεκημένη πέτρα, εκεί όπου γίνονταν όλες οι ανακοινώσεις για τις αποφάσεις των εφόρων. Με την βοήθεια δυό νεώτερων ανδρών, κατάφερε τελικά να σταθεί όρθιος. Καθάρισε τη φωνή του:
-«Άντρες Λακεδαιμόνιοι», φώναξε με όλη του τη δύναμη και αυτόματα  επικράτησε νεκρική σιγή στο ακροατήριο. «Άντρες Λακεδαιμόνιοι», ξαναφώναξε, ευχαριστημένος από την δύναμη της φωνής του. «Όπως όλοι γνωρίζεται, σήμερα έφτασε από την Αθήνα, αγγελιαφόρος, ζητώντας την βοήθεια της πόλης μας και ειδικά του στρατού μας, ενάντια στην απειλή που έρχεται από την Ασία. Οι Σπαρτιάτες, ποτέ μας δεν δειλιάσαμε μπροστά σε κίνδυνο, μπροστά σε μάχη. Πάντα το ιδανικό μας ήταν η ελευθερία και η ανεξαρτησία…»
Τα λόγια του κήρυκα ήταν πολλά για μια ανακοίνωση μιας απόφασης των εφόρων. Το κοινό παρακολουθούσε, κρεμασμένο από τα χείλη του. Μόνο στον Λίχη τα λόγια ακούστηκαν κούφια. Καταλάβαινε την συνέχεια. Απογοητεύτηκε από αυτό που ακολούθησε.
-«… γι αυτό και  πάντα τα υπερασπιζόμασταν. Καταλαβαίνουμε την ανάγκη της Αθήνας, καταλαβαίνουμε και την πολύτιμη βοήθειά μας για την νίκη. Τι θα πούμε όμως στους Θεούς; Τώρα που η μεγάλη μας γιορτή απαιτεί να μην σηκώσουμε τα όπλα; Πώς θα θυσιάσουμε στον Κάρνειο Απόλλωνα, πώς θα ικετέψουμε την προστασία του, αν πάρουμε τα όπλα στα χέρια και καταλύσουμε τα έθιμα τόσων χρόνων; Κατάρα θα πέσει πάνω μας, κατάρα στην πόλη μας. Η απάντηση λοιπόν που δόθηκε στον Αθηναίο, είναι ότι η πόλη του δεν πρέπει να νοιώθει μόνη της, θα έχει όλη μας την στρατιωτική και όχι μόνο βοήθειά μας, μόνο που πρέπει να περιμένει το τέλος της εορτής».
Αυτά είπε ο κήρυκας και σταμάτησε απότομα. Ένα βουητό ακούστηκε από το μαζεμένο πλήθος, βουητό που έμοιαζε με επιδοκιμασία. Ο κήρυκας, έχυσε λίγο κρασί από την μικρή υδρία για να δείξει το οριστικό της απόφαση των εφόρων και κατέβηκε από το βήμα. Ο Λίχης δεν ήθελε να πιστέψει στην φτηνή δικαιολογία. Ας λέγανε καθαρά ότι δεν θέλανε να βοηθήσουν τους Αθηναίους, καλύτερα έτσι. Πήρε τον δρόμο για τον στρατώνα, περπατώντας μέσα στην σκόνη του δρόμου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου