Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17
Πέρασαν από την Μανθυρέα, χωρίς να σταματήσουν ούτε μια στιγμή για ξεκούραση. Το μικρό χωριό κοιμόταν ήσυχο στην γαλήνη της νύχτας. Κάποιο σκυλί αλύχτησε, κάποιο άλλο απάντησε και το χωριό έμεινε πίσω τους να εξακολουθήσει τον ύπνο του. Το μωρό στον σάκο, στο στήθος του Ευρυάνακτα, είχε πια αποκάμει και παραδόθηκε στον Μορφέα, με το δάχτυλό του στο στόμα, κάνοντας διάφορους ήχους ευχαρίστησης. Οι δυό άντρες, αν και έκανε αρκετή ψύχρα εκεί πάνω στα βουνά, ήταν ιδρωμένοι και αρκετά κουρασμένοι, αφού κουβαλούσαν κι όλο αυτό τον εξοπλισμό πάνω τους. Κανείς του δεν έβγαζε έστω και μια λέξη. Προσπαθούσαν ακόμα και τους θορύβους από το περπάτημα, να τους περιορίσουν στο ελάχιστο. Δεν ήταν και δύσκολο, Λακεδαιμόνιοι εκπαιδευμένοι στρατιώτες μια ζωή ήταν. Έτσι πέρασαν και από το χωριό, για να φτάσουν σαν φαντάσματα στην πόλη του Λυκάονα, την καταπράσινη Τεγέα. Η ορεινή Αρκαδία είχε δώσει όλη της την άγρια ομορφιά σε αυτή την πανέμορφη πόλη της.
Μπήκαν στα πρώτα σπίτια, στην συνοικία των Βωταχιδών και κατευθύνθηκαν προς τη κεντρική «πλατεία», στη συνοικία των Εχενιδών, εκεί που ήταν η αγορά αλλά και ο περίφημος ναός της «Αλέας Αθηνάς». Ξημέρωνε και οι δυό φίλοι ήθελαν ξεκούραση και κάτι να φάνε. Τα πρώτα μαγαζιά είχαν ανοίξει, πριν ακόμα ο ήλιος ανατείλει και περίμεναν τους πρωινούς τους πελάτες. Κάποιοι δούλοι, κρατώντας στα χέρια ξερούς θάμνους αλλά και φρύγανα κάποιοι άλλοι, καθάριζαν όλο τον χώρο, σηκώνοντας πιο πολύ σκόνη και από φύσημα αέρα.
Έφτασαν σε ένα καπηλειό και ζήτησαν να τους φέρουν κρασί και τυρί. Ο κάπελας πρόσθεσε και λίγο σταρένιο ψωμί, δείχνοντας επιφυλακτικότητα απέναντι στους δυο πολεμιστές. Τα μεγάλα «Λ» στις ακουμπισμένες στον τοίχο ασπίδες, έδειχναν απειλητικά στα μάτια των Αρκάδων. Τα καλογυαλισμένα ξίφη τους, άστραφταν στο φως της δάδας, που ο κάπελας είχε επίτηδες ακουμπήσει δίπλα τους. Όλα απειλητικά λοιπόν… εκτός… από τούτο το μωρό! «Τι είναι πάλι αυτό», αναρωτήθηκε ο πενηντάχρονος άντρας. «Λακεδαιμόνιοι άγριοι και ταλαιπωρημένοι, μπαίνουν σε εχθρική πόλη, με όλα τα όπλα τους σε επίδειξη, ζητάνε φαγητό και κρασί, βρώμικοι σαν θεριά… και έχουν ένα μωρό σαν γυναίκες δούλες», απόσωσε τη σκέψη του ο κάπελας. «Τι άλλο θα δουν τα μάτια μου πια!»
Το νέο είχε μεταδοθεί σε όλους που είχαν ήδη ξυπνήσει και πήγαιναν στις αγροτικές δουλειές τους. Κάποιοι ρώτησαν τους άλλους που βέβαια δεν ήξεραν τίποτα παραπάνω από τους ερωτώντες , άλλοι αδιαφόρησαν και άλλοι οι πιο θερμόαιμοι, νεαροί πιο πολύ, ήθελαν να πάνε να τους δουν.
Οι δυό Σπαρτιάτες κάθονταν σε ένα τραπέζι ή τουλάχιστον σε κάτι που έμοιαζε με τραπέζι και έτρωγαν με τα μάτια στραμμένα στην πόρτα, έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να αμυνθούν ή να φύγουν. Ήξεραν τις προθέσεις των Αρκάδων, δεν έτρεφαν αυταπάτες, γνώριζαν όμως και την πολεμική φήμη τη δικιά τους.
Κάποια στιγμή, έτριξε το ξύλο της πόρτας και τρεις νεαροί Τεγεάτες, μπήκαν στον μικρό χώρο. Στη μέση τους γυάλιζαν μικρά μαχαίρια, καλογυαλισμένα και τοποθετημένα σε τέτοια θέση, που να είναι ευκολόχρηστα. Σε λίγο έφτασαν και άλλοι τέσσερις. Δεν είπαν τίποτα μεταξύ τους, μόνο πλησίασαν σε ένα πάγκο δίπλα στους Λακεδαιμόνιους και παράγγειλαν κρασί και ψωμί. Το βλέμμα τους ήταν καρφωμένο πάνω στους δυο ξένους, που έδειχναν αδιάφοροι και απασχολημένοι με το φαί τους.
-«Βρωμάει κάτι εδώ μέσα Βαίτυλε; Κάτι σαν μούχλα δεν σου βρωμάει;», ρώτησε ο ένας νεαρός τον κάπελα που είχε κουρνιάσει στο βάθος του μαγαζιού. Και βέβαια δεν πήρε καμιά απάντηση. «Βρε παιδιά, εσάς δεν σας βρωμάει; Μόνο σε μένα; Εσένα Άρβιε;», τώρα είχε γυρίσει προς την μεριά των φίλων του και γέλαγε, προσπαθώντας να προκαλέσει τους δυό Σπαρτιάτες.
Ο Λίχης χαμογέλασε και κοίταξε τον σύντροφό του. Κι εκείνος χαμογελούσε, αλλά δεν αντάλλαξαν κουβέντα μεταξύ τους. Ο νεαρός Αρκάς βέβαια δεν είχε πει την τελευταία του κουβέντα και έτσι συνέχισε τον χλευασμό του:
-«Πρέπει να μου βρωμάει μωρουδέλι … ρε, …. Υπάρχουν γυναίκες εδώ; Στο καπηλειό; Μόνο κάποιους «ατρόμητους» στρατιώτες…», τόνισε την λέξη «ατρόμητους» κοιτώντας προς την μεριά των Σπαρτιατών χαϊδεύοντας το μικρό του μαχαίρι, «… από την χώρα των ειλώτων. Ουπς, μάλλον οι είλωτες είναι οι δούλοι… κάνω λάθος; Τέλος πάντων από εκεί κάτω, από τον Ευρώτα…», απέφευγε σκόπιμα να αναφέρει τη λέξη Σπάρτη. «Και από ότι βλέπω η μεγάλη τους πόλη μετά τους πολεμιστές της, άρχισε να εκπαιδεύει και παραμάνες…», γέλασε για να ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι.
Οι ταξιδιώτες, παρέμεναν ατάραχοι λες και δεν απευθύνονταν σε αυτούς. Συνέχισαν να τρώνε και μάλιστα ο Ευρυάναξ τυχαία (;), έβγαλε και το μικρό ασκί και τάισε και το μωρό.
-«Βυζί δεν δίνεις; Στέρεψε το γάλα σου;», ακούστηκε από την μεριά των νεαρών Αρκάδων μαζί με τα γέλια τους. Ένας τους σηκώθηκε και πλησίασε το τραπέζι των ξένων. Έσκυψε και ακούμπησε τις γροθιές του πάνω στο τραπέζι. Το κοκόρι ήταν έτοιμο για μάχη.
-«Σε σένα μιλάω, την παραμάνα. Σου τέλειωσε το λοιπόν το γάλα; Έχεις γεννήσει πολύ καιρό τώρα, γιατί το «πράγμα» που κουβαλάς πρέπει να είναι πέντε ή έξη μηνών…» και γύρισε να κοιτάξει τους συντρόφους του γελώντας για την πρόκληση. Εκείνοι τον ενθάρρυναν να συνεχίσει και μάλιστα άλλοι δυό σηκώθηκαν και πλησίασαν και αυτοί.
-«Λοιπόν, Λακεδαιμόνιοι, δεν θα απαντήσετε; Ή μήπως η ανωτερότητά σας δεν σας επιτρέπει να μιλάτε με τους φτωχούς και άξεστους Αρκάδες;».
Ξαφνικά και χωρίς να υπάρχει καμιά πρόκληση εκ μέρους των ταξιδιωτών, ο νέος που είχαν φωνάξει Άρβιο, τράβηξε το μαχαίρι από την μέση του, περισσότερο για να φοβίσει τους δυό ξένους παρά να κάνει κακό. Αν κάποιος έλεγε ότι ο Θεός Άρης είχε κατέβει στη γη, έπρεπε να γίνει πιστευτός. Ο Λίχης πήδηξε στον αέρα σαν αητός, με το μεγάλο σπαθί στο δεξί του χέρι, ενώ με το άλλο είχε ήδη αρπάξει από το χιτώνιο τον Άρβιο. Προτού κάποιος κουνηθεί για βοήθεια, ο νέος είχε βρεθεί στο δάπεδο με την μεγάλη σπάθα στο λαιμό του και αίμα να κυλά στο χιτώνιο. Μεγάλο λάθος ν’ απειλήσεις Λακεδαιμόνιο, ν’ απειλήσεις μια φονική μηχανή. Μα το χειρότερο ήταν το χαμόγελο στα στόμα του Λίχη. Πριν ο φίλος του συνειδητοποιήσει το τι έγινε, το δεξί χέρι του Ευρυάνακτα, τον είχε πιάσει από τα μαλλιά και τράβηξε  το κεφάλι του πάνω στο τραπέζι, που χτύπησε με εκκωφαντικό θόρυβο στο σκληρό ξύλο. Το αίμα σκορπίστηκε παντού, κάνοντας τους υπόλοιπους νεαρούς να ξανακαθίσουν στις θέσεις τους. Ο Ευρυάναξ δεν είχε καν σηκωθεί και ατάραχος συνέχισε να τρώει. Το απειλητικό σπαθί του Λίχη δίδαξε στους Αρκάδες, τι πάει να πει Λακεδαιμόνιος πολεμιστής. Σήκωσαν τους δυο συντρόφους τους, το τραύμα στο λαιμό του Άρβιου ήταν επιπόλαιο και έφυγαν χωρίς δεύτερη κουβέντα.
-«Μάλλον πρέπει να αποχωρίσουμε τώρα», είπε ο Λίχης. «Θα προσπαθήσουν να εκδικηθούν, ντροπιάστηκαν. Τους ξέρω αυτούς τους επιπόλαιους νεαρούς»
Ο Ευρυάναξ συμφώνησε και οι δυό φίλοι άφησαν το καπηλειό πίσω τους. Τίποτα δεν έγινε μέχρι την ώρα που βγήκαν από την πόλη. Κανένας δεν στάθηκε εμπόδιο στο δρόμο τους, κανένας δεν ενδιαφέρθηκε γι αυτούς. Βρήκαν ένα πλάτωμα που περιβαλλόταν από πουρνάρια και μουριές, έξω στα χωράφια και αποφάσισαν να ξεκουραστούν και να κοιμηθούν με βάρδιες. Σε λίγο έτσι κι αλλιώς θα έπρεπε να ξεκινήσουν πάλι. Στο βάθος φαινόταν ο ναός του «Αστραπαίου Δία» και κάποιοι πιστοί κουβαλούσαν μεγάλα καλάθια με θυμιάματα.
-«Μα καλά, στον ύπνο τους έβλεπαν τις θυσίες…», τα τελευταία λόγια του Λίχη πριν ο ύπνος τον νικήσει.
Μετά από πέντε ώρες, όταν ο ήλιος είχε πια μεσουρανήσει, οι δυνάμεις τους επανήλθαν και  είχαν απομακρυνθεί αρκετά από την πόλη του Πάνα, την Τεγέα. Ο μύθος έλεγε ότι εκεί είχε γεννηθεί ο Θεός και ήταν προστάτης της. Τώρα φαινόταν η θάλασσα ανατολικά τους και σε λίγο θα αντίκριζαν το λιμάνι της Κορίνθου. Μια χαρά, τους έκανε να ταχύνουν το βήμα τους.
Απόγευμα ήταν και ο ουρανός είχε γεμίσει μα πολλά μικρά, λευκά και ασημένια σύννεφα, όταν οι δυό ταξιδιώτες έφτασαν στην πρώτη πόλη επίνειο της Κορίνθου, στη Σχοινούντα. Δυτικά μπορούσαν να δουν την δίολκο, το θαύμα των Κορινθίων για την μεταφορά των πλοίων. Και βέβαια όπου υπήρχε μεγάλο ανθρώπινο έργο είχε κατασκευαστεί και ναός. Αυτή τη φορά ο ναός ήταν ένας ολόκληρος λατρευτικός χώρος , αυτός των Ισθμίων, αφιερωμένος στον Ποσειδώνα, ενώ απέναντι στον λόφο, φαίνονταν οι Θέρμες (Λουτράκι). Μπήκαν στη Σχοινούντα από την νότια πύλη, παρέα με άμαξες και στρατιώτες που γύριζαν από κάποια άσκηση, πεζή και κατασκονισμένοι. Όλοι βέβαια γύριζαν το κεφάλι, ν’ αντικρύσουν τους Λακεδαιμόνιους πολεμιστές. Και εκείνοι δεν τους απογοήτεψαν. Είχαν φορέσει τα κράνη ψηλά στα μαλλιά, κρατούσαν τις ασπίδες κανονικά στο αριστερό χέρι μαζί με τα δόρατα, ενώ κουβαλούσαν τα υπάρχοντά τους στην πλάτη και άλλα περασμένα στον δεξί τους βραχίονα. Η υπεροψία και η περηφάνια τους, έκανε τους δυό φίλους, παρά την κούραση, να περπατούν όρθιοι και στητοί, έτσι όπως μόνο σε αυτούς ταίριαζε.
Μίλησαν με κάποιους εμπόρους, αγόρασαν ακριβά λίγο κρασί και γάλα, ψωμί και τυρί και άρχισαν πάλι την πορεία τους για την μεγάλη πρωτεύουσα της Κορινθίας. Οι δρόμοι βέβαια, ήταν πολύ πιο «στρωτοί», αλλά τα πολλά κάρα και οι ταξιδιώτες, εμπόδιζαν το άνετο βάδισμά τους. Η ζέστη είχε πέσει και κάποιες αστραπές στο βάθος του ορίζοντα, προμήνυαν την βροχή που ερχόταν. Και δεν άργησε ο Δίας να στείλει το ουράνιο νερό του. Αμέσως οι δρόμοι γέμισαν λάσπες και νερά λίμναζαν σε μικρές αποστάσεις, φτιάχνοντας λιμνούλες και μικρά ρυάκια, γεμάτα σκουπίδια και περιττώματα ζώων. Σήκωσαν τις κάπες τους, ο Ευρυάναξ, σαν καλή … μάνα, τύλιξε το μωρό σε ένα κομμάτι δέρμα για να το προφυλάξει από το νερό και τάχυναν όσο μπορούσαν το βήμα τους. Δεν άργησαν να δουν την Κόρινθο, τα φώτα της στην αρχή και τα σπίτια της με τα δημόσια κτίρια της, στη συνέχεια. Έφτασαν σε ένα σπίτι, που ήταν βαμμένο με ώχρα και χτύπησαν δυνατά την πόρτα. Η βροχή είχε μετατραπεί τώρα σε καταιγίδα και τους είχε μουλιάσει μέχρι το κόκκαλο. Δεν φαινόταν να τους ενοχλεί όμως. Η πόρτα άνοιξε και ένα μικρό κερί με σχεδόν γαλάζια φλόγα, φανέρωσε την γυναικεία φιγούρα που κρυβόταν πίσω του. Παραμέρισε να μπουν και έκλεισε πάλι την πόρτα πίσω της, κάνοντας το ξύλο να χτυπήσει με δύναμη. Ο αέρας είχε σπρώξει πολλά σκουπίδια στο χώρο υποδοχής.
-«Καλώς ήρθατε ταξιδιώτες. Λακεδαιμόνιοι; Κοπιάστε, καθίστε», τους υποδέχτηκε μια άλλη γυναίκα, σαφώς μεγαλύτερη από την κοπέλα, σχεδόν κορίτσι που τους είχε ανοίξει. «Αφήστε τα όπλα σας… εκεί στην άκρη… μη φοβάστε, θα είναι ασφαλή εκεί»
Σήκωσε το κερί που κρατούσε να δει τους επισκέπτες στο πρόσωπο. Τα μάτια της περιεργάστηκαν τον Λίχη. Ικανοποιήθηκε με αυτό που είδε. Τώρα είχε γυρίσει το βλέμμα στον άλλο ταξιδιώτη. Συνοφρυώθηκε και γέλασε:
-«Ευρυάνακτα; Εσύ; Ποιος από τους Θεούς σε έστειλε εδώ… κάθαρμα; Ποιόν Θεό να ευχαριστήσω;»
Ο Ευρυάναξ, έκανε δυό βήματα μπροστά. Άνοιξε τα χέρια και αγκάλιασε την γυναίκα.
-«Αγαθόκλεια! Καλώς σε βρήκα. Όμορφη όπως πάντα…»
Η γυναίκα ανταποκρίθηκε στην αγκαλιά και έπεσε πάνω του με φόρα. Είχε τόσο καιρό να τον δει, τόσο καιρό που θυμόταν μόνο εκείνη την νύχτα, τόσο καιρό που την είχε σώσει από τα δόντια του Άδη, όταν κάποιοι μεθυσμένοι, προσπάθησαν να την βιάσουν και να την στραγγαλίσουν. Ιέρεια της Αφροδίτης στο επάγγελμα, είχε βρεθεί πολλές φορές σε τέτοιες καταστάσεις, αλλά εκείνη ήταν η πιο σοβαρή κακουχία της. Η υπέροχη ομορφιά που τρέλαινε κάθε αρσενικό, είχε γίνει και η αιτία, της παρ’ ολίγον δολοφονίας της. Τελικά ο Αχέροντας δεν την είδε, δεν την χάρηκε, δεν την ταξίδεψε και η αιτία ήταν αυτός ο άντρας που τώρα στεκόταν μπροστά της.
Το βλέμμα της, είχε μάθει από το επάγγελμά της, ήταν λάγνο και ζεστό, τα μισόκλειστα μάτια, υπόσχονταν μεγάλες απολαύσεις, αν και ήξερε ότι στους σκληρούς Λακεδαίμονες δεν περνούσαν αυτά. Όλα αυτά μέχρι που ένοιωσε κάτι μαλακό στο στήθος της, να την σπρώχνει. Κάτι σάλευε στο στήθος του άντρα. Ο Λίχης, γέλασε σαν αντίκρισε το έντρομο βλέμμα της. Το ίδιο και ο Ευρυάναξ. Το γέλιο τους ακούστηκε τόσο δυνατά μέσα στην μικρή κάμαρα, που πρέπει να τρόμαξαν και οι υπόλοιπες κοπέλες στο διπλανό δωμάτιο. Γέλια δυνατά, βαριά, άγρια … αντρίκεια.
Ο Ευρυάναξ της έδειξε το μωρό. Εκείνο πάλι γελούσε και κούναγε το ξανθό του κεφαλάκι και τα χεράκια του πέρα δώθε, σαν να συμμετείχε στην χαρά. Η Αγαθόκλεια, δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. «Άλλο και τούτο», σκέφτηκε. «Λακεδαιμόνιος με μωρό στην αγκαλιά και μάλιστα πολεμιστής. Άλλο και τούτο!»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου