Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19
Περπατούσαν στο μεγάλο δρόμο, με τα ρείθρα στις δυό του άκρες και τις μεγάλες χωνευτές πέτρες που τον χώριζαν στη μέση. Από την μια, αυτοί που πήγαιναν στην πόλη, από την άλλη αυτοί που έκαναν τον αντίθετο δρόμο. Ένα συνονθύλευμα εμπόρων, ταξιδιωτών αλλά και νεαρών στρατιωτών, βιαστικών και οπλισμένων με όλο τον οπλισμό τους. Η σκόνη σηκωνόταν σαν σύννεφο από τις μεγάλες ρόδες των κάρων και τα πόδια των ζώων αλλά και των οδηγών τους, που συνωστίζονταν σαν σμάρι από μέλισσες. Και μάλιστα πολύβουο και πολύχρωμο σμάρι. Κάποιος τροχός από κάρο που κουβάλαγε σταφύλια και άλλα φρούτα, έσπασε από τις πέτρες και ο κακόμοιρος έμπορος που το οδηγούσε, μόνο που δεν έκλαιγε από την απελπισία του. Δυό νέοι φορώντας λινούς χιτώνες με μακριές χειρίδες και βαμβακερά χοντρά ιμάτια, προσπαθούσαν να τον βοηθήσουν, χρησιμοποιώντας μεγάλα κλαδιά σαν μοχλούς, γεμάτοι σκόνη και χώματα στα σανδάλια. Όμως ο κόπος τους δεν έδειχνε να έχει ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Κάποιοι στρατιώτες που φρόντιζαν για την ασφάλεια των ταξιδιωτών, έσπευσαν στο σημείο να βοηθήσουν, ν’ αποκαταστήσουν την ομαλή ροή των υπολοίπων αμαξών. Τα σταφύλια που είχαν πέσει στο χώμα, ποδοπατήθηκαν με αποτέλεσμα μια όξινη, πιπεράτη, μυρωδιά να απλωθεί στον αέρα. Οι φωνές, οι κοφτές διαταγές και οι βρισιές, ακούγονταν εκκωφαντικά αρκετά μέτρα μακριά. Πιο κάτω, ένα άλλο κάρο, φορτωμένο με μεγάλους αμφορείς, πιθανόν με κρασί, προσπαθούσε μάταια νε τρέξει ανάμεσα από το πλήθος, να περάσει την πύλη της Αθήνας πριν το σούρουπο. Και ο καροτσέρης φώναζε, όπως όλοι άλλωστε, έβριζε και καμτσίκωνε τα δυό δύσμοιρα τα γαϊδουράκια που αγκομαχούσαν να τραβήξουν το βαρύ τους φορτίο. Όπου κι αν κοίταγε κάποιος, μια αναστάτωση και μια σχεδόν τρέλα επικρατούσε. Με αγωνίες, βιασύνες και βρισιές. Παρά την αναμενόμενη βαρβαρική επιδρομή, το εμπόριο και οι δραστηριότητες των ανθρώπων, συνεχίζονταν κανονικά.
-«Αυτή στο βάθος είναι η μεγάλη πόλη! Η Αθήνα!», είπε ο Άρατος στους δυό συνοδοιπόρους του. «Και αυτός που περπατάμε τώρα, είναι ο ιερός δρόμος των Αθηναίων, η γνωστή Ιερά οδός των Μυστηρίων». Κοίταξε να δει τι εντύπωση είχε κάνει ο δρόμος αλλά και η επίδειξη γνώσεών του στους άλλους. Ο Λάφιλος κοίταγε ολόγυρα, λες και είχε μπει σε κάποια φανταστική ιστορία, σε κάποιον από τους μύθους που «χάζευε» μικρός από τα στόματα των γεροντότερων. Θωρούσε τον τόσο πολύ κόσμο και τα ζώα τους, τα κάρα που μετέφεραν όποιο προϊόν μπορούσε να φανταστεί ανθρώπινος νους, τους στρατιώτες με την εξάρτυσή τους, έτοιμοι για μάχη. Στα μάτια του αυτοί οι πολεμιστές ήταν οι ενσαρκώσεις των Θεών, με τους σύνθετους θώρακες, που ήταν επενδεδυμένοι με αλληλεπικαλυπτόμενες ορειχάλκινες φολίδες ποικίλων μεγεθών. Στα άκρα, στις παρυφές δηλαδή των διαφόρων τμημάτων, η διακόσμηση σε διάφορα ζωηρά χρώματα, μάγευε το μάτι και μπορούσε ν’ αποθαρρύνει με την αποπνέουσα αλαζονεία, κάθε αντίπαλο. Οι περικεφαλαίες τους, με δίχρωμη μακριά αλογοουρά τον λοφιοστάτη, που πρόσθετε ύψος στον πολεμιστή, συνήθως σε κόκκινο και άσπρο, με τον θόλο στο χρώμα του ορείχαλκου και την προσωπίδα σε μαύρο για λόγους εντυπωσιασμού, έδινε μια εξωπραγματική εικόνα. Μα πιότερη εντύπωση προκαλούσαν, οι καλογυαλισμένες ορειχάλκινες κνημίδες, τα ξίφη και φυσικά οι πελώριες στρογγυλές ασπίδες, το «όπλον», με το θεόρατο Α ζωγραφισμένο στην μεταλλική οθόνη ή την λευκή ταυροκεφαλή, που ήταν αγαπημένο έμβλημα των Αθηναίων. Οι ιστορίες του Ιόλαου, έρχονταν τώρα ολοζώντανες στο μυαλό. Ήθελε να ρωτήσει τόσα πολλά ο Λάφιλος, που τελικά δεν μπορούσε να μιλήσει. Σε αντίθεση με τον Αμεινία, που δεν είχε βάλει την γλώσσα μέσα στο στόμα καθόλου.
-«Και γιατί την λένε Ιερά οδό των Μυστηρίων; Εδώ δηλαδή μένουν οι παραμυθάδες; Τι το κρυφό… μυστήριο έχει; Τι το σημαντικό τέλος πάντων;»
Ο Άρατος γέλασε, αλλά άδραξε την ευκαιρία για μια ακόμα επίδειξη γνώσεων.
-«Γιατί φτάνει ως την Ελευσίνα μικρέ, γι αυτό, κατάλαβες;»
Ο Αμεινίας κοιτάζοντας αλλού, κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Σαν εικόνα πιο πολύ τον ενδιέφερε η εικόνα του δρόμου, αλλά τον έτρωγε και η περιέργεια να μάθει για μυστικά και για διαφόρων ειδών μυστήρια. Ο καπετάνιος άρχισε να μιλά πιο δυνατά τώρα για να ακούνε και οι δυό, χωρίς όμως ούτε στιγμή να σταματήσει το περπάτημα, αφού η πόλη απείχε αρκετά ακόμα.
-« Οι Αθηναίοι, έχουν και τιμούν μια γιορτή. Πολύ μεγάλη γιορτή και πολύ ιερή. Προς τιμήν της Δήμητρας, της πανίσχυρης, χθόνιας και γόνιμης Θεάς. Και αυτή την γιορτή, την κάνουν, την γιορτάζουν δηλαδή στο ναό της μεγάλης Θεάς, στην Ελευσίνα. Και είναι πολύ παλιά γιορτή, από την εποχή των Πελασγών ακόμα, εκατοντάδες καλοκαίρια και χειμώνες, παλιά…»
-«Δηλαδή… κανείς απ’ αυτούς σήμερα που βλέπουμε, δεν ζούσε τότε ε; Τόσο παλιά;»
Η ερώτηση του Αμεινία προκάλεσε το γέλιο και των δυό συνοδοιπόρων του. Η αφέλεια του παιδιού αυτού και η ανημποριά του να μετρήσει ποσότητες, χώρους , αποστάσεις και χρόνους, ήταν κάτι το ανεπανάληπτο.
-« Ου ου … πολύ πιο παλιά», προσπάθησε να του εξηγήσει ο Άρατος. Τόσο παλιά, που δεν υπήρχαν ούτε οι παππούδες όλων αυτών που βλέπεις ούτε οι προπαππούδες τους, ούτε και οι προπαππούδες των προππαπούδων τους. Τόσο παλιά είναι η γιορτή αυτή…»
-«Πω πω, φαντάζομαι πόσο ιερή είναι τότε! Εμείς γιατί δεν πήγαμε εκεί; Και τι γιορτάζουν ακριβώς οι Αθηναίοι;»
-«Η αλήθεια είναι ότι θα μπορούσαμε να πάμε, αφού ήδη, παρά την βαρβαρική απειλή, έχουν αρχίσει οι προετοιμασίες για την γιορτή. Βλέπεις είναι σε λίγες μέρες. Τώρα … τον Βοηδρομιώνα, (Β! 15ήμερο Σεπτεμβρίου – Α! 15ήμερο Οκτωβρίου). Και μάλιστα τώρα είναι η μεγάλη τους γιορτή, τα μεγάλα Μυστήρια. Γιατί υπάρχουν και τα μικρά, που γίνονται τον Ανθεστηριώνα (Β! 15ήμερο Φεβρουαρίου – Α! 15ήμερο Μαρτίου). Και γιατί γίνονται;»
-«Ναι, ναι, τι γιορτάζουν που είναι τόσο ιερό και σεβαστό, που δίνουν το όνομα «ιερή» στην οδό αυτή;»
-«Θέλεις λοιπόν ν’ ακούσεις μια ωραία ιστορία; Πιστεύω πως θέλεις»
Ο Άρατος κοίταξε τον Λάφιλο και με το κεφάλι του έκανε νόημα να καθίσουν κάτω από ένα δένδρο. Βολεύτηκαν όσο πιο καλά μπορούσαν πάνω σε  κάποιες κοτρώνες και πριν αρχίσει ο καπετάνιος την ιστορία του, έβγαλε λίγο κρασί από το δισάκι του να το μοιραστεί με τον φίλο του πια, τον Λάφιλο. Πρόσφερε και τυρί, ενώ ο Καλύμνιος έβγαλε μερικά σύκα και κρεμμύδια. Άρχισαν να τρώνε με όρεξη, μετά την κούραση από το περπάτημα και όσο καθυστερούσε την ιστορία, τόσο φούντωνε η περιέργεια του Αμεινία. Επιτέλους μετά από κάποια λεπτά άρχισε την αφήγηση:
-«Λοιπόν μικρέ κερατάκο, άκου από την αρχή την ιστορία… κάποτε που λες, εκτός από τους Θεούς που ζούσαν στον Όλυμπο και ασχολούνται με τα μεγάλα θέματα των ανθρώπων, υπήρχε και μια Θεά που την αποκαλούσαν οι άνθρωποι Γαία. Αλλά με το πέρασμα των χρόνων, απέκτησε το όνομα Δήμητρα, που σημαίνει «Γη – μήτηρ», δηλαδή μητέρα όλων. Αυτή λοιπόν η Θεά, είχε μια κόρη που την έλεγαν Περσεφόνη. Η κόρη ήταν μια πανέμορφη κοπέλα με μακριά μαλλιά και έπαιζε σε μια εξίσου πανέμορφη και καταπράσινη περιοχή, στο Νύσσιον Πεδίο, μαζί με τις Ωκεανίδες Νύμφες, όταν είδε έναν εκπληκτικής ομορφιάς νάρκισσο, ένα εξωπραγματικά όμορφο λουλούδι και θέλησε να τον κόψει. Τότε εμφανίστηκε ο Άδης, ο Θεός Πλούτωνας δηλαδή και την έκλεψε, αφού προηγουμένως είχε πάρει την συγκατάθεση του Δία. Η Δήμητρα μάταια έψαχνε να την βρει. Κάποια μέρα μίλησε με τον βασιλιά Ήλιο, ο οποίος της εξήγησε τι είχε γίνει κι αυτή έχοντας θυμώσει πάρα πολύ με τον Δία που επέτρεψε την αρπαγή της κόρης της, μεταμορφώθηκε σε γριά και άρχισε να περιπλανείται στις πόλεις. Έτσι έφτασε στην Ελευσίνα, όπου ζήτησε να της χτίσουν ένα ναό κάτω από την Ακρόπολη της πόλης. Αποσύρθηκε στον ναό λοιπόν, έκοψε κάθε επαφή με τον κόσμο και όλη μέρα θρηνούσε για τον χαμό του παιδιού της, μέχρι που η γη έπαψε να βλασταίνει και ο αφανισμός των ανθρώπων απειλούσε τον κόσμο. Βλέποντας αυτά, ο Ζεύς έστειλε τον Ερμή στον Άδη ζητώντας του να επιτρέψει την άνοδο της Κόρης για να ηρεμήσει η Δήμητρα. Ο Πλούτωνας λοιπόν την έστειλε αφού πρώτα της έδωσε να φάει καρπό ροιάς, (ροδιού), για να εξασφαλίσει την επιστροφή της»
Σταμάτησε για λίγο την αφήγησή του, έπιασε ένα μεγάλο κομμάτι τυρί και ήπιε από την κούπα του μια γουλιά κρασί. Τα μάτια του Αμεινία, αλλά και του Λάφιλου, είχαν καρφωθεί πάνω του, χωρίς ν’ ανοιγοκλείνουν τα ματοτσίνορα και περίμεναν την συνέχεια. Οι φωνές από τον δρόμο συνεχίζονταν ζωηρές και ενοχλητικές, όμως δεν έδωσε κανείς τους την παραμικρή προσοχή…
-«Που λέτε λοιπόν, η Κόρη, συνάντησε την μητέρα της στην Ελευσίνα, όμως μόλις η Δήμητρα αντιλήφθηκε ότι η κόρη της έφαγε τον καρπό της ροδιάς, κατάλαβε ότι δεν μπορεί να την κρατήσει για πάντα κοντά της. Την λύση έδωσε η Ρέα, (μητέρα του Δία, του Άδη και της Δήμητρας ), μέσω της οποίας έγινε συμβιβασμός ανάμεσα στους Θεούς και αποφάσισαν ότι η Περσεφόνη θα περνούσε τέσσερις μήνες του χρόνου με τον σύζυγό της Άδη και οκτώ μήνες στον Όλυμπο με την μητέρα της. Έτσι πείστηκε και η Δήμητρα να γυρίσει στον Όλυμπο. Και μόλις βγήκε από τον ναό που είχε κλειστεί, η γη άνθισε και η Δήμητρα έδειξε στους άρχοντες της πόλης τον τρόπο με τον οποίο ήθελε να την λατρεύουν , τα «Σεμνά Όργια», (η παρεξηγημένη λέξη όργια, σημαίνει μυστικές τελετές, μυστική λατρεία), τα οποία δεν επιτρεπόταν για κανένα λόγο να φανερώνονται στους αμύητους».
-«Και κάθε πότε γίνεται αυτή η γιορτή, κάθε χρόνο ή σαν τους αγώνες στην Ολυμπία κάθε τέσσερα; Θα ήταν πιο «επιβλητικό» κάθε τέσσερα νομίζω», ακούστηκε ο Λάφιλος να ρωτάει.
Ο Άρατος ένοιωθε πιο ψηλός απ’ ότι ήταν, κάτι σαν γίγαντας. Του άρεσε να δείχνει τις γνώσεις του, όπως του άρεσε και να μαθαίνει, ναυτικός ήταν, παραμύθια και ιστορίες ήθελε να λέει. Είχε κουραστεί για να μάθει και ήθελε τώρα ακροατήριο γιατί όλη μέρα με τους ναύτες δεν είχε την ευκαιρία τόσο συχνά.
-«Κάθε χρόνο γίνονται, κάθε χρόνο. Είναι πολύ ιερή γιορτή όπως είπαμε. Την πρώτη μέρα, ξεκινάει μεγάλη πομπή, που περπατά όλον αυτόν τον δρόμο…»
-«Την ιερά οδό δηλαδή»
-«Ναι, την ιερά οδό αυτήν, … χιλιάδες κόσμου, γιατί στην γιορτή έχουν  δικαίωμα συμμετοχής, όχι μόνο οι πολίτες αλλά και οι γυναίκες, οι δούλοι και οι ξένοι. Η συμμετοχή στην γιορτή δεν προϋποθέτει  μύηση. Αυτό είναι θέμα καθαρά προσωπικής επιλογής. Η μύηση αποσκοπεί στην συμφιλίωση και στην προσδοκία της μεταθανάτιας ζωής. Γι αυτό τον λόγο και έχει τόσο μεγάλη απήχηση και τέτοια «μυστηριακή» ιερότητα.
Την πρώτη μέρα λοιπόν, εννοώ της μύησης που λεγόταν «Αγυρμός» και σημαίνει συγκέντρωση στην Αττική γλώσσα, οι υποψήφιοι μύστες συγκεντρώνονται στο Ιερό της Ελευσίνας. Η δεύτερη μέρα λέγεται «Άλαδαι Μύσται» και περνάει με πομπή προς την θάλασσα και καθαρμούς στα νερά της. Την Τρίτη μέρα, είναι καθιερωμένη απόλυτη νηστεία και αρχίζει η χορήγηση του περίφημου ποτού «Κυκεών». Ένα ποτό που είναι μίγμα μαύρου κρασιού, κατσικίσιου τυριού, κριθάλευρου και μελιού, αυτό δηλαδή που δίνουν οι Αθηναίοι στους στρατιώτες πριν την μάχη. Η νηστεία σταματάει το ίδιο βράδυ με τα «ιερά τρόφιμα» που δίνουν στους μυούμενους οι ιερείς μέσα από μια «Μυστική Κύστη». Την τέταρτη μέρα, κάνουν θυσίες στην Δήμητρα και χορεύουν ιερατικούς κυκλικούς χορούς, ενώ την Πέμπτη ημέρα, γίνεται «Λαμπαδηφορία», όπου οι μυούμενοι με ένα πυρσό στο χέρι και ανά δυάδες σχηματίζουν σιωπηλά πομπή με επικεφαλή τον «Δαδούχο» ιερέα και μπαίνουν στον ναό της Θεάς. Η έκτη μέρα, λέγεται «Ίακχος» και είναι αφιερωμένη σε λατρευτικές πράξεις προς τιμή του θεοπαίδα Ίακχου με περιφορά του αγάλματός του, το οποίο πάντα είναι στεφανωμένο με μυρσίνη σε ένδειξη πένθους και των ιερών αντικειμένων , Λικμός, Κάλαθος, Φαλλός, από τον Κεραμεικό στην Ελευσίνα μέσω αυτού του δρόμου, της «Ιεράς οδού». Η νύχτα προς την έβδομη μέρα ήταν η «Ιερά Νυξ» και εγκαινιάζει τη Μεγάλη Μύηση που ολοκληρώνεται την ένατη μέρα με την τελική «Ιεροφάνεια» και τη Θεαματική επιφάνεια της Θεάς Περσεφόνης που ανέρχεται από τον Άδη. Βέβαια το ιερό των μυστών αλλά και των μυουμένων, δεν το ξέρω και πολύ καλά, αν και έχω πάει στην γιορτή, απλά γιατί δεν «πήρα» την μύηση. Εδώ πρέπει να πω βέβαια ότι οι συμμετέχοντες τηρούν απόλυτη μυστικότητα και η πολιτεία επιβάλλει σ’ αυτούς που την παραβιάζουν, την ποινή του θανάτου»
-«Ποινή του θανάτου; Γιατί; Για να μην πουν τα μυστικά; Πόσο παράξενα μπορεί να είναι και πόσο μυστικά, που να επιβάλλεται τέτοια ποινή; Λες και θα προδώσουν την ασφάλεια της πόλης κάνουν…»
-«Ίσως είναι πιο ιερά και από τα μυστικά συστήματα και τις οχυρώσεις ή τις στρατιωτικές δυνάμεις της πόλης».
Ο Λάφιλος σήκωσε το βλέμμα στον ουρανό, καθώς αντιλήφθηκε τον άνεμο να αλλάζει διεύθυνση και το φως να λιγοστεύει. Από το πουθενά, πολλά μικρά σύννεφα είχαν κάνει την εμφάνισή τους και ήταν πολύ απειλητικά. Ο αέρας είχε την χαρακτηριστική μυρουδιά της υγρασίας και του φρεσκοκομμένου χόρτου:
-«Νομίζω, ότι ο Δίας θέλει να μας «δοκιμάσει» λίγο. Τώρα που κοντεύουμε στην πόλη», είπε και άπλωσε το χέρι έξω από την επιφάνεια που έπιανε το φύλλωμα του δέντρου.
Κάποιες σταγόνες από τον ουρανό, έπεσαν στην ανοικτή παλάμη. Η βροχή ερχόταν και από την σκοτεινιά που επικρατούσε, φαινόταν για δυνατή, μέχρι καταιγίδα. Ο Άρατος κοίταξε προς την μεριά του δρόμου. Τώρα όλοι είχαν αρχίσει να βιάζονται και έκαναν όσο πιο μεγάλα βήματα μπορούσαν, φόραγαν τον πέτασό τους και τσίγκλαγαν τα ζώα για πιο γρήγορα. Οι τρείς ταξιδιώτες σηκώθηκαν μονομιάς και πήγαν προς την μεριά των υπόλοιπων. Δίπλα στον δρόμο κυλούσε τα νερά του,  ένα μικρό ποτάμι, που οι Αθηναίοι τον φώναζαν Ηριδανό, γεμάτο νερό, όχι πολύ καθαρό αλλά αρκετά ορμητικό. Ο Άρατος τους το έδειξε:
-«Κοιτάξτε, στον Υμηττό ήδη βρέχει. Και μάλιστα ρίχνει πολύ νερό. Βλέπετε το νερό στο ποτάμι; Από εκεί έρχεται. Και είναι πολύ, πρέπει να βιαστούμε ειδάλλως θα κολλήσουμε στην λάσπη»
Επιτάχυναν, να βρεθούν τουλάχιστον κοντά στα τείχη της πόλης. Έπρεπε να περάσουν από το παλιό νεκροταφείο, τα μαγαζιά των κεραμοποιών, τον χώρο των εργαστηρίων αγαλμάτων, μετά να μπουν στην πόλη και να βρουν καταφύγιο. Ο δρόμος ήταν αρκετός ακόμη και η λάσπη, έστω και με τις λίγες σταγόνες βροχής είχε αρχίσει να γίνεται ενοχλητική. Πριν όμως φτάσουν στον Κεραμεικό, το πρώτο νεκροταφείο και στο Δίπυλο, έπρεπε να αντιμετωπίσουν το έλος του Ηριδανού, το οποίο αν έριχνε πολύ νερό ο Δίας, θα μπορούσε να γίνει απροσπέλαστο. Όμως πριν ακόμα αποτελειώσουν μια τέτοια σκέψη, τα ουράνια άνοιξαν και η βροχή, έπεφτε λες με θεόρατους ασκούς, λες και ο Θεός των Θεών ήθελε να πνίξει τους ανθρώπους.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου