Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20
Δεν μπορούσες πια να ξεχωρίσεις τον ουρανό από το έδαφος, αφού το νερό του Δία τα ένωνε σε ένα συμπαγές κομμάτι. Ούτε τα μεγαλόπρεπα κτίρια, ούτε οι δρόμοι αλλά ούτε και τα μακρινά βουνά ξεχώριζαν πια. Μόνο νερό και μια ακαθόριστη καταχνιά, που σκέπαζε τα πάντα. Η λάσπη είχε κάνει όλα τα κάρα να κολλήσουν στους δρόμους και τα άμοιρα τα ζωντανά υπέμεναν στωικά την οργή της φύσης, βρεγμένα μέχρι το κόκκαλο, με χαμηλωμένα τα αυτιά και τις μουσούδες. Ο Λάφιλος προσπαθούσε να σταθεί όρθιος κρατώντας από το χέρι , γερά, τον Αμεινία που έδειχνε να το διασκεδάζει. Ο Άρατος έψαχνε να βρει κάποιο καταφύγιο:
-«Αναθεματισμένη βροχή. Αττική καταιγίδα, … , από τις πιο άγριες που υπάρχουν! Πώς να σταθείς με τόσο νερό!»
Βρήκαν μια πόρτα και από την μυρωδιά του κρασιού κατάλαβαν ότι βρίσκονταν στην είσοδο κάποιας ταβέρνας. Το βαρύ ξύλο από φτελιά, ήταν μισάνοιχτο και μπήκαν σ’ ένα χώρο που κάποιοι ταλαιπωρημένοι και βρεγμένοι μέχρι το μεδούλι άντρες, με σχεδόν κουρελιασμένα ρούχα, προσπαθούσαν να βολευτούν γύρω από μια φωτιά που έκαιγε στη μέση του σχετικά άνετου δωματίου. Ένα άνοιγμα στην οροφή, εξασφάλιζε την έξοδο του καπνού, αλλά χωρίς μεγάλη επιτυχία, αφού η καπνίλα έκαιγε το λαρύγγι και έκανε τα μάτια να τσούζουν. Ο Άρατος βρήκε ένα κάθισμα κοντά στην εξώπορτα και σχεδόν έτρεξε να προλάβει. Τράβηξαν κι ένα μικρό πάγκο, να βολευτούν οι σύντροφοί του. Παρήγγειλαν κρασί σε ένα κουρασμένο αρκετά υπέρβαρο κάπελα, που έσερνε τα πόδια του και σκούπιζε τα χέρια του στο γεμάτο λεκέδες από φαγητά, χιτώνιό του. Ήταν ένα κοντό χιτώνιο, φτιαγμένο από λινό πανί, μάλλον αποτέλεσμα της επεξεργασίας κάποιου σάκου με στάρι. Τα κοντά του πόδια, πρόβαλαν γελοία, χοντρά και κάτασπρα, με τα ζαρωμένα γόνατα και τα , επί πολλές φορές, επιδιορθωμένα σανδάλια του. Άφησε ένα μικρό πήλινο δοχείο με κρασί και μια «τσανάκα» στον πάγκο, δίπλα στον Λάφιλο. Κανείς δεν κατάλαβε τι υπήρχε εκεί μέσα. Με τα δάχτυλα ο Αμεινίας, τράβηξε κάτι που έμοιαζε με φαγητό, εκείνο έκανε κλωστές από τα δάχτυλα μέχρι τα χείλη της «τσανάκας» και βρέθηκε στο πάτωμα κοντά στον τοίχο, αναγκάζοντας τον Λάφιλο να καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια, να μην κάνει εμετό.
-«Τουλάχιστον γλυτώνουμε την βροχή! Κάτι είναι και αυτό», ακούστηκε να λέει…
Χαμογέλασαν όλοι τους, την ίδια ώρα που κάποιος πιο δίπλα τους, άφηνε τα πρωκτικά του αέρια να εξαπλωθούν στην ήδη αποπνικτική ατμόσφαιρα, με μεγάλο θόρυβο και μακρά διάρκεια. Κανείς δεν έδωσε σημασία, κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε. Το κρασί όμως, αν και υπέρ νερωμένο, ήταν γλυκόπιοτο και λίγο καυτερό στο στόμα. Ο Αμεινίας, είχε καρφώσει το σωματάκι του στο παράθυρο, κοιτάζοντας το νερό που έπνιγε τους δρόμους. Νόμιζε ότι ήταν σε έναν άλλο, ονειρικό κόσμο. Στον κόσμο που όπως νόμιζε η τελειότητα και η πλούσια ζωή, ήταν ο κανόνας.
Κοίταζε τα μεγάλα δίπατα σπίτια, λίγο πιο μακριά από την ταβέρνα, με τις άνετες βεράντες τους, όλες στραμμένες στην ανατολή, για να μπορούν τα καχεκτικά φυτά, τα μέσα σε πήλινα δοχεία φυλακισμένα, να επωφεληθούν από την μεγαλύτερη ηλιοφάνεια. Και ενώ θαύμαζε …. Ξαφνικά ένα παράθυρο άνοιξε, πολύ γρήγορα, ένα δοχείο νυκτός, άδειασε το «μυρωδάτο» περιεχόμενό του, στον δρόμο. «Και αν κάποιος πέρναγε από κάτω» σκέφτηκε «τι θα γινόταν; Μάλλον θα έκανε το μπάνιο του», συμπλήρωσε την σκέψη του χαμογελώντας.
Η βροχή είχε αρχίσει να «μαλακώνει» τώρα. Η ορατότητα αυξήθηκε στα εκατό μέτρα και έδειξε γιατί όλοι θαύμαζαν την λαμπρή αυτή πόλη. Δεξιά απλωνόταν μια μεγάλη καταπράσινη έκταση και κάποια ταφικά μνημεία, έπαιζαν το ρόλο μικρών λόφων. Από την άλλη πλευρά… πολλά σπίτια, το ένα δίπλα στο άλλο, άλλα μικρά και άλλα δίπατα, ένας μεγάλος ναός με τους επιβλητικούς του κίονες, και κάποιοι βωμοί, που έλαμπαν μετά το Θεϊκό πλύσιμο.  Κάποιοι ήδη άνοιγαν την πόρτα του σπιτιού τους, χωρίς να δίνουν σημασία στους περαστικούς, αφού οι πόρτες άνοιγαν προς τα έξω και εύκολα θα μπορούσε κάποιος διαβάτης να τραυματιστεί. Ο ήλιος έκανε πάλι την εμφάνισή του, προσπαθώντας να ξαναδώσει το χαμόγελο και την ελπίδα στους ανθρώπους. Η βροχή είχε γίνει ψιχάλα αλλά και αυτή τώρα είχε σταματήσει, ο ουρανός χρωμάτιζε το γαλάζιο του, ενώ κάποια ξεχασμένα κουρελιασμένα σύννεφα προσπαθούσαν να ακολουθήσουν τα αδέρφια τους που είχαν απομακρυνθεί προς τον νότο. Κάποιοι άνδρες στο βάθος του δρόμου, προσπαθούσαν να κατεβάσουν δεμάτια σφιχτοδεμένα με σχοινί και νοτισμένα από την βροχή. Και φυσικά τα δεμάτια πρέπει να ζύγιζαν υπερβολικά πια. Οι λάσπες είχαν αρχίσει τώρα το απάνθρωπο έργο τους, αναγκάζοντας τους εμπόρους και γενικά τους ταξιδιώτες να καταθέτουν όλα τα αποθέματα της υπομονής αλλά και της δύναμής τους για να φτάσουν στον προορισμό τους.
-«Απελπισία έγινε το τοπίο», ακούστηκε ο Άρατος. «Κι αν αυτή η πόλη τραβάει τέτοια με την βροχή… φανταστείτε τις άλλες πόλεις!»
Ο Λάφιλος σηκώθηκε και πλησίασε τον Αμεινία στο παράθυρο. Έβαλε το χέρι στο κεφάλι του παιδιού και τον χάιδεψε σαν πατέρας. Του έδειξε τον μεγάλο λόφο, τον ιερό βράχο…
-«Αυτή δεν είναι η Ακρόπολη;», ρώτησε τον καπετάνιο ο μικρός.
-«Ναι, αυτή είναι. Και απάνω φαίνεται…. Να … δείτε εκεί», είχε σηκωθεί κι εκείνος και έδειχνε με το δάχτυλο στο βάθος, «ο ναός της Θεάς. Της Αθηνάς, της κόρης του Δία και προστάτιδα της πόλης»
Ο Αμεινίας, γύρισε το κεφάλι απότομα, λες και μόλις είχε ανακαλύψει κάτι.
-«Αααααα…. Γι αυτό την λένε Αθήνα; Από το όνομα της Θεάς; Κοίτα να δεις, τι δεν ήξερα!»
-«Ναι, από το όνομά της… κάποτε λένε οι παλιοί, ονομαζόταν Κεκροπία, από τον βασιλιά της τον Κέκροπα. Βέβαια δεν ξέρουμε αν είναι αλήθεια αυτό, αν δηλαδή υπήρχε ο Κέκροπας, πολύ περισσότερο αν βάλεις στο νου σου ότι ήταν μισός άνθρωπος και μισός … φίδι. Αλλά έτσι την λέγανε. Οι Αθηναίοι όμως, ήθελαν την βοήθεια των Θεών και γι αυτό η Αθηνά και ο Ποσειδώνας αποφάσισαν να δώσουν την εύνοιά τους στην πόλη. Αλλά έπρεπε οι κάτοικοι, να διαλέξουν σε ποιο Θεό, θα αφιέρωναν την πόλη τους. Δηλαδή ποιού Θεού το όνομα θα της έδιναν. Αθήνα ή Ποσειδωνία; Οπότε άρχισε μια μονομαχία των δύο με έπαθλο μια ολόκληρη πόλη. Μα ότι και να έκαναν, Θεοί ήταν, ήξεραν ότι δεν θα κέρδιζε κανείς. Αποφάσισαν λοιπόν να δωρίσουν κάτι, ότι νόμιζε ο καθένας τους πιο χρήσιμο, στους αστούς. Ο Ποσειδώνας χάρισε μια μεγάλη πηγή με πλούσιο και γάργαρο νερό. Αν θα μπορέσουμε να πάμε στην Ακρόπολη θα σου την δείξω Αμεινία. Και από τότε η Αττική ολόκληρη έχει πολλές πηγές και πολύ νερό! Σκέφτηκε η Αθηνά για το δικό της δώρο. Μέρες και νύχτες, έσπαγε το κεφάλι της, σκέψου ότι είναι και η Θεά της σοφίας, μα δεν μπορούσε να βρει δώρο που να είναι πιο χρήσιμο και πιο επιθυμητό από το καθαρό νεράκι. Μέχρι που κάποια στιγμή που έβλεπε τους γεωργούς να παλεύουν τον καθημερινό τους μόχθο…. της ήρθε η μεγάλη ιδέα! Βρήκε ποιο θα ήταν το καλύτερο, το πιο χρήσιμο αλλά και πιο επιθυμητό δώρο για τους ανθρώπους! Πήγε λοιπόν στην Ακρόπολη, χτύπησε το δόρυ της πάνω στον βράχο, σήκωσε τα χέρια προς τα ουράνια, προς τον πατέρα της και ξαφνικά ένα μεγάλο δέντρο, μια μεγάλη ελιά, έκανε την εμφάνισή της από το πουθενά. Οι άνθρωποι χάρηκαν γιατί κατάλαβαν αμέσως την χρησιμότητα του καρπού της ελιάς. Πανηγύρισαν που η Αθηνά τους έδωσε αυτό το δέντρο, (πολλοί ισχυρίζονται ότι έμεινε καιρό στην πόλη για να τους διδάξει και την καλλιέργειά του) και αποφάσισαν να χαρίσουν το όνομά της, στην πόλη. Και για αυτό τον λόγο, ολόκληρη η Αττική, γιατί Αθήνα δεν είναι μόνο το άστυ, γέμισε με αυτό το εκπληκτικό και ωφέλιμο δέντρο»
Πολλές ιστορίες είχε ακούσει ο Αμεινίας από την ώρα που άρχισε αυτό το ταξίδι. Πολλά πράγματα είδε, πολλά έμαθε, γνωρίζοντας ότι ακόμα πιο πολλά θα δει, ακόμα πιο πολλά θα μάθει. Θυμήθηκε τα λόγια: «όποιος ταξιδεύει αλλάζει, το ταξίδι μορφώνει και αλλάζει τον άνθρωπο». Κοίταξε τον Λάφιλο και έβλεπε στο πρόσωπο του φίλου του, την δίψα, την περιέργεια και την ανυπομονησία… την δικιά του. Ήθελε ο καπετάνιος να μην σταματήσει να μιλάει, να μην σταματάει να τους λέει.
-«Θα πάμε πάνω στην Ακρόπολη;», ρώτησε δειλά. «Θα πάμε;»
-«Μάλλον ξεχνάμε τον λόγο για τον οποίο είμαστε εδώ», του απάντησε ο Λάφιλος. «Νομίζω ότι ήρθαμε να βοηθήσουμε τους Αθηναίους και όχι για να δούμε την όμορφη πόλη τους. Γι αυτό και πρέπει να πηγαίνουμε τώρα, αρκετά μας καθυστέρησε η βροχή»
Μάζεψαν τα μπογαλάκια τους, πλήρωσαν τον χοντρό κάπελα, με μια Αθηναϊκή γλαύκα, μια Κορινθιακή χελώνα και δυό οβολούς και βγήκαν στο δρόμο. Έπρεπε να βρουν κάποιο στρατιώτη να ρωτήσουν. Και αυτό έκαναν. Έμαθαν ότι το φρουραρχείο ήταν πάνω στην Ακρόπολη, μέσα στην παλιά πόλη, κάτι που έκανε τον Αμεινία να χαρεί και πως έπρεπε να βιαστούν αν ήθελαν να δώσουν το παρόν.
Άρχισαν να ανηφορίζουν λοιπόν στον ιερό βράχο, μέσα από τα στενά δρομάκια, μέσα από μικρές και περιποιημένες αυλές σπιτιών, αλλά και από ρυπαρά σοκάκια, γεμάτα ούρα και ακαθαρσίες, αποτέλεσμα της πυκνής δόμησης της πόλης. Μετά από λίγο είχαν φτάσει στα Προπύλαια. Η αντίθεση στην απολυτότητα της. Το λαμπρό, αλαζονικό μάρμαρο έλαμπε στο φως του ήλιου, καμάρωνε για την Πεντελική καταγωγή του!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου