Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 34

Το πρώτο σάλπισμα ακούστηκε μακρόσυρτο και αργό, λες και βαριόταν ο σαλπιγκτής να σημάνει. Οι Αθηναίοι στρατιώτες, άρχισαν να συντάσσονται ο ένας δίπλα στον άλλο, σφιχτά, σχηματίζοντας μια γραμμή χιλίων πεντακοσίων μέτρων από χάλκινες γυαλιστερές ασπίδες. Οι αξιωματικοί έτρεχαν σ’ ολόκληρο τον τομέα της ευθύνης τους, φωνάζοντας ή πιο καλά … γαυγίζοντας κοφτές και ξεκάθαρες διαταγές. Όλοι ήξεραν την θέση τους, όλοι ήξεραν τις υποχρεώσεις τους, όμως οι λοχαγοί έπρεπε να φροντίσουν και την παραμικρή λεπτομέρεια. Τα δόρατα υψώθηκαν σαν δάσος και τα λοφία από τόσες χιλιάδες κράνη, ανέμιζαν στον αέρα θυμίζοντας θάλασσα με τα κύματά της. Η στιγμή ήταν ιερή για τους πιο πολλούς μαχητές. Η ώρα της τελευταίας προσευχής, της τελευταίας αναπόλησης, της τελευταίας ευκαιρίας να ατενίσεις τον θνητό, υλικό και συνάμα πανέμορφο κόσμο γύρω σου. Μετά το πρώτο βήμα, επιστροφή δεν υπήρχε. Μόνο νικητής θα γύρναγες ή νεκρός. Κάποια πόδια είχαν αρχίσει να τρέμουν, η οσμή από ούρα ήταν έντονη στον αέρα και ο ιδρώτας είχε κάνει την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Μουρμούρες ακούγονταν σταδιακά από διάφορα μέρη της παράταξης, μουρμούρες που οι αξιωματικοί προσπαθούσαν να πνίξουν με άγριες ματιές.
Το δεύτερο σάλπισμα ακούστηκε κι αυτό μακρόσυρτο, αν και πιο κοφτό από πριν, με την συνοδεία τυμπάνων και βούκινων. Η παράταξη των στρατιωτών τώρα, περίμενε μόνο το τελικό σύνθημα, για ν’ αρχίσει η σύντομη πορεία.
Ο Λάφιλος έσφιγγε το δόρυ του τόσο πολύ, που τα δάχτυλά του είχαν ασπρίσει. Στεκόταν δίπλα στον Τελευτία και σε κάθε ευκαιρία γύριζε ελαφρά το κεφάλι να τον αντικρίσει. Δεν ήξερε τι μπορούσε να περιμένει από αυτή την ματιά, αλλά κοίταγε. Τα πόδια του έτρεμαν, ενώ η κύστη του είχε βαλθεί να τον κάνει ρεζίλι στους υπόλοιπους συντρόφους του, αφού ανεξέλεγκτη άφηνε τα ούρα του να κυλούν στους μηρούς και να σχηματίζουν μια μικρή λίμνη ανάμεσα στα σανδάλια. Κανείς όμως δεν φάνηκε να το προσέχει. Οι αξιωματικοί φώναζαν με όλη τους την δύναμη και το σιγανό «ψιτ» προς τον έμπορο δεν ακούστηκε. Έμεινε μόνος του, ανάμεσα σε χιλιάδες άντρες! Μπροστά τους υπήρχε ένα κατηφορικό έδαφος με ψηλά χορτάρια και πέτρες. Συγκέντρωσε το μυαλό σε πράγματα που θα αφαιρούσαν τον φόβο. Πασιφάη; Ναι καλή ευκαιρία ! Δεν το κατάλαβε αλλά χαμογέλασε στην σκέψη της. «Τώρα θα δεις ποιος είναι άντρας!», μουρμούρισε. Γύρισε το κεφάλι ξανά προς τον Τελευτία, αλλά και πάλι ο Αθηναίος δεν τον πρόσεξε, χωμένος στις δικές του σκέψεις. Δεν φαινόταν να φοβάται, όπως μάλλον ψέματα του είχε δηλώσει πιο πριν. Μάλλον προβληματισμένος ήταν. Τα μάτια του όμως έπιασαν την εικόνα των δυό Λακεδαιμονίων καμιά δεκαριά άντρες πιο πέρα. Γελούσαν; Ναι γελούσαν, λες κι έλεγε κάποιο αστείο ο ένας στον άλλο. Ναι, φαινόταν καθαρά ο Λίχης να μιλάει με το … πλάι του στόματος, χωρίς να γυρνάει το κεφάλι και ο Ευρυάναξ να προσπαθεί να κρατήσει τα γέλια του. Δεν τα κατάφερνε όμως, με αποτέλεσμα το σώμα να τραντάζεται ολόκληρο. Ένας λοχαγός προσπάθησε να τους αγριοκοιτάξει, αλλά κρίνοντας ότι το γέλιο είναι τονωτικό και για τους υπόλοιπους στρατιώτες, τους άφησε να συνεχίσουν.
«Μα, τι άνθρωποι είναι αυτοί…», σκέφτηκε ο Λάφιλος βλέποντας τους. «Σε πόλεμο πάμε… και αυτοί γελάνε; Τρελοί είναι;»
Με το μπράτσο ίσιωσε τα μεγάλο σπαθί, κουνώντας και την ασπίδα ενός πανύψηλου Αθηναίου αριστερά του και προσπάθησε να ησυχάσει. Όλοι κάτι τέτοιο προσπαθούσαν. Όσο γενναίος κι αν είσαι, πριν την μάχη σύντροφός σου είναι ο φόβος… εκτός κι αν έχεις γεννηθεί στην Λακεδαίμονα. Γιατί εκεί οι Σπαρτιάτες, έχουν φοβηθεί τόσο πολύ στα νεανικά τους χρόνια, που είχαν εξαντλήσει όλα τα αποθέματα. Το μόνο που εύχονταν ήταν, ο θάνατος να είναι ένδοξος και η πληγή μπροστά στα στήθια. Προσπάθησε να μείνει ακίνητος λοιπόν, αλλά η σπονδυλική του στήλη… χόρευε σε δικούς της ρυθμούς! Η αδρεναλίνη τον κατέκλυζε και αν δεν ξεκινούσαν την πορεία σύντομα, φοβόταν ότι θα σκάσει. Ήδη τα μελίγγια του είχαν αρχίσει να τον ενοχλούν και μπορούσε ν’ ακούσει τους χτύπους της καρδιάς του, παντού σ’ όλο το σώμα. Όμως η διαταγή αργούσε ακόμα, δοκιμάζοντας τα νεύρα των στρατιωτών. Με την καθυστέρηση αυτή ο Μιλτιάδης, τους είχε γεμίσει με ανυπομονησία, κάνοντας τους να επιθυμούν την σύγκρουση με τον εχθρό, όσο τίποτα άλλο.
Τααααα τα τα τα αααααα…. Ακούστηκε βιαστική η σάλπιγγα… τααααα τα τα αααααα, δαιμονισμένα τώρα τους καλούσε στην μάχη. Τα τύμπανα άρχισαν κι αυτά τον κοφτό τους ήχο σε ρυθμό. Σε αυτόν τον ρυθμό που έπρεπε να είναι και το βήμα της φάλαγγας. Το χάλκινο τείχος κινήθηκε όλο μαζί, λες και από πίσω δεν υπήρχαν δέκα χιλιάδες ψυχές αλλά μόνο ένας άντρας! Ο ήλιος αντανακλούσε πάνω στις γυαλισμένες ασπίδες στέλνοντας το εκτυφλωτικό του φως, στους βάρβαρους. Αλαλεύ, ακούστηκε η ιαχή, αλελεύ … απ’ όλες τις πλευρές του Αθηναϊκού στρατού. Το βήμα σταθερό και, επίτηδες δυνατό, ακουγόταν σαν βροντή στον αέρα. Αλελεύ…. ακούστηκε για πολλοστή φορά. Οι αξιωματικοί προχωρούσαν τέσσερα βήματα πιο μπροστά με την ασπίδα και το σπαθί στο υψωμένο χέρι. Το κράνος τους έκρυβε το πρόσωπο, δίνοντάς τους μια απόκοσμη και τρομακτική όψη. Οι λευκοί τους μανδύες ανέμιζαν σε κάθε τους βήμα.
Τα πρώτα εκατό περίπου βήματα έγιναν με τα τύμπανα σε αργό και σταθερά μονότονο ρυθμό στον απλό βηματισμό. Αυτό είδαν οι βάρβαροι και δεν μπορούσαν να πιστέψουν στα μάτια τους. Ο Δάτης, βγήκε από την σκηνή του όταν άκουσε τον θόρυβο της Αθηναϊκής «καταιγίδας» που ερχόταν και ατένιζε απέναντι με το στόμα ανοικτό από την έκπληξη. Δεν μπορούσε να διανοηθεί, ότι αυτοί οι λίγοι Έλληνες, τους υπολόγιζε σκάρτες δέκα χιλιάδες άντρες, θα μπορούσαν να δείξουν τέτοια περιφρόνηση στον στρατό και τέτοια τόλμη, ώστε να επιτεθούν πρώτοι. Κανένας από τους κατασκόπους που είχε στείλει, δεν τον είχε πληροφορήσει για τέτοιο ενδεχόμενο. Κοίταζε δεξιά κι αριστερά τους απροετοίμαστους μαχητές του, που έτρεχαν να πυκνώσουν τις γραμμές άμυνας, με τους αξιωματικούς να περιμένουν , μάταια, απ’ αυτόν διαταγές.
Ο πρώτος που συνήλθε και αντέδρασε στο αναπάντεχο, στο απίστευτο επιχείρημα των τρελών Αθηναίων, ήταν ο έτερος στρατηγός, ο σατράπης των Σάρδεων και διοικητής της Ιωνίας, ο Αρταφέρνης. Έστειλε αμέσως τον αδερφό του τον Αρταίο, στην πρώτη σειρά, εκεί που κανονικά θα έπρεπε να είχε δημιουργηθεί η δική του απάντηση στην φάλαγγα που ερχόταν. Το μεγάλο λάβαρο με τα χρυσά άλογα, είχε αρχίσει να κουνιέται με μεγάλη ταχύτητα πέρα – δώθε δίνοντας το σινιάλο στους τυμπανιστές να σημάνουν συναγερμό. Δεν είχαν πολύ ώρα μπροστά τους, το ευτύχημα όμως ήταν το γεγονός της εμπειρίας των στρατιωτών του. Τα βούκινα μανιασμένα ηχούσαν σε όλο το στρατόπεδο, άντρες έτρεχαν πανικόβλητοι προς όλες τις διευθύνσεις προσπαθώντας να φορέσουν τις πανοπλίες και τον οπλισμό τους τελευταία στιγμή, με το βλέμμα στο βάθος της πεδιάδας που εκείνο το σύννεφο πλησίαζε με τον θάνατο κρυμμένο στα σωθικά του.
Οι τοξότες πήραν θέση στα δύο άκρα της δικής τους παράταξης, αυτής δηλαδή της παράταξης που προσπαθούσε να οργανωθεί, γονάτισαν και είδαν τους οπλουργούς που άφηναν τρέχοντας, καλάθια με βέλη δίπλα τους. Άλλοι στρατιώτες άναβαν σε μεγάλα δοχεία φωτιά σε στουπιά για τα αρχικά βέλη, αυτά που θα έδιναν το μέτρο, την απόσταση δηλαδή μέχρι τον πρώτο άντρα των αντιπάλων.
Οι Μήδοι όπως πάντα πρώτοι είχαν σχηματίσει το κέντρο του Περσικού στρατού, του τμήματος που πίστευαν ότι θα δεχόταν την μεγαλύτερη πίεση. Ήρεμοι, όπως όλοι οι έμπειροι πολεμιστές, είχαν παραταχθεί όπως συνήθιζαν σε πλάτος τετρακοσίων ανδρών και βάθος είκοσι, με τις ασπίδες σφιχτά πάνω στο αριστερό μέρος του στήθους. Σε λίγη ώρα και οι υπόλοιποι είχαν παραταχθεί δίπλα τους, Πέρσες , Πάρθοι , Σάκες , Αιθίοπες και άλλοι υποτελείς λαοί ήταν τώρα έτοιμοι για την μάχη. Κάποιοι προσπαθούσαν να συντάξουν το ιππικό, αλλά και όλα τα άτια δεν είχαν κατέβει από τα πλοία και η προετοιμασία που χρειάζονταν τα υπόλοιπα ήταν χρονοβόρα. Και ώρα δεν υπήρχε. Οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς είχαν πλησιάσει στα πεντακόσια έως εξακόσια μέτρα. Η διαταγή που ήρθε από τον Αρταφέρνη, ήταν ο στρατός να μην κινηθεί, αλλά να περιμένει στη θέση του, να αμυνθεί του εδάφους που ήδη κατείχε, τελειώνοντας το σύντομο μήνυμά του με το «… αφού το επιθυμούν οι τρελοί, αφήστε τους να βαδίσουν στον θάνατό τους».
Όλα ήταν περίπου έτοιμα. Το χαμόγελο επανήλθε στα χείλη του Δάτη, νοιώθοντας σιγουριά από το μέγεθος  της στρατιάς του. Την είχαν δοκιμάσει οι Έλληνες και στην Ίμβρο και σε όποιο άλλο μέρος είχε περάσει. Τα τύμπανα άρχισαν να χτυπούν τώρα σε ρυθμό τριβαδισμού αλόγου, προετοιμάζοντας τους τοξότες για την πρώτη βολή τους. «Όλα θα πάνε καλά , θα δουν αυτοί τι σημαίνει να είσαι εχθρός του μεγάλου βασιλιά…», μουρμούρισε στον υπασπιστή του και στον Ιππία, τον Αθηναίο προδότη και σύμβουλό του. Αυτός ο τελευταίος δεν έδειχνε και τέτοια σιγουριά ούτε μπορούσε να ηρεμίσει όπως ο Πέρσης στρατηγός, γνωρίζοντας το πολεμικό πνεύμα των συμπατριωτών του.
Ο Μιλτιάδης κατάλαβε και ευχαριστήθηκε όταν είδε την παράταξη των βαρβάρων. Κατάλαβε ότι τώρα το σχέδιό του είχε μεγαλύτερες πιθανότητες επιτυχίας, βλέποντας  τους Μήδους και τους Σάκες στο κέντρο των Ασιατών. Ήξερε ότι ο Θεμιστοκλής και ο Αριστείδης, στο δικό του κέντρο αντίστοιχα, θα εκτελούσαν τις εντολές του κατά γράμμα. Και ήταν πολύ φιλόδοξο και πονηρό το σχέδιό του.
Οι Αθηναίοι εξακολουθούσαν να περπατούν πειθαρχημένα και αγέρωχα, με όλο το βαρύ οπλισμό τους και το θάρρος που τους έδινε η ομαδικότητα. Φτάσανε στα τριακόσια μέτρα από το στρατόπεδο και ξαφνικά σταμάτησαν, ακίνητοι και μεγαλόπρεποι μέσα στους χάλκινους θώρακές τους. Περίμεναν! Δεν πέρασε ούτε ένα λεπτό, όταν ο Θεμιστοκλής σήκωσε το δεξί χέρι με το δόρυ οριζόντιο πάνω από το κεφάλι του, δείχνοντας τους Ανατολίτες:
 «Ίτε παίδες Ελλήνων, ελευθερούτε πατρίδα, ελευθερούτε δε παίδας, γυναίκας, θεών τε πατρώων έδη, θήκας τε προγόνων, νυν υπέρ πάντων ο αγών!», κραύγασε με όλη τη δύναμη των πνευμόνων του. Οι σάλπιγγες άρχισαν να στριγγλίζουν με μανία, με Θεϊκή λες τρέλα, αφιονίζοντας στρατιώτες και αξιωματικούς. Τα πρώτα βήματα μετά την μικρή παύση, ήταν βήματα θάρρους κι εκφοβισμού. Σε κάθε ένα, το δεξί χέρι των στρατιωτών έβγαινε μπροστά με μια βοή απόκοσμη, χτυπούσε το δόρυ στην μεταλλική ασπίδα κάνοντας ανατριχιαστικό θόρυβο και επανερχόταν για να το επαναλάβει.
Εε, ουουου, μπαμ, εεεεεεε ου ου ου μπαμ…
Ξαφνικά, ο Θεμιστοκλής κατέβασε το ανεβασμένο του χέρι και όλη η φάλαγγα χωρίς να χάσει την συνοχή της και την πυκνότητά της, άρχισε να τρέχει, να τρέχει μανιασμένα, τρελά, λες και κάποιος αφέτης είχε δώσει σήμα εκκίνησης για δρομείς Ολυμπιακών αγώνων.
Ο Λάφιλος δεν είχε περιθώρια τώρα να φοβηθεί, ούτε καν να σκεφτεί τι έκανε ή τι γινόταν δίπλα του. Έτρεχε σαν μανιασμένος ταύρος, ανάμεσα στο κοπάδι του. Δίπλα του ο Τελευτίας δεν καταλάβαινε από χρόνια και γήρας, ακολουθώντας τον ρυθμό των νεότερων συντρόφων του. Οι δυό Σπαρτιάτες, είχαν πρόσωπα πολύ σοβαρά και όσο φαινόταν από το κράνος, γεμάτα με ρυτίδες οργής και μαχητικού αμόκ. Η καρδιά τους λαχταρούσε αίμα, θάνατο και χρυσοφόρα πτώματα…
Αυτό που σκοτείνιασε τον ήλιο, ήταν αναμενόμενο. Χιλιάδες βέλη, σαν μαύρο σύννεφο, ξεκίνησαν το φονικό τους ταξίδι από τα νώτα των Περσών. «Ασπίδες ψηλά….», ακούστηκε η διαταγή των αξιωματικών, «όλοι,…. Ασπίδες ψηλά». Όλο το στράτευμα ανέβασε τις ασπίδες του, χωρίς όμως να χάσει την ορμή του και την συνοχή του. Τα λεπτά βέλη, άρχισαν να καρφώνονται στο χώμα, στις οθόνες των ασπίδων, να εξοστρακίζονται και να πέφτουν αδύναμα στο έδαφος. Ένα απ’ αυτά, καρφώθηκε στον μηρό ενός νεαρού στρατιώτη, κάνοντάς τον να παραπατήσει, να χάσει την θέση του και παραλίγο να πέσει. Το κενό του αμέσως καλύφθηκε από άλλον, ενώ εκείνος, έσπασε την άκρη με το φτερό και με το μισό βέλος να προεξέχει από το πίσω μέρος του μηρού του, άρχισε να τρέχει ξανά, νικώντας τον πόνο και την αιμορραγία, που ακόμα δεν τον είχε κάνει αδύναμο. Ο κρότος της σύγκρουσης, ασπίδα με ασπίδα, η κλαγγή των όπλων, οι φωνές και οι βρισιές των στρατιωτών, αναστάτωσαν όλη την πεδιάδα. Οι βάρβαροι προσπάθησαν να συγκρατήσουν την Αθηναϊκή ορμή, στερεώνοντας το πίσω μέρος του δόρατος στο χώμα και τις ασπίδες γερά μπροστά στο στέρνο, αλλά η μανία των αντιπάλων ήταν τέτοια, που, η πρώτη γραμμή άμυνας αποτελούμενη από Αιθίοπες και Σάκες, έσπασε γρήγορα και οπισθοχώρησε καμιά δεκαριά μέτρα. Ο Τελευτίας, λαχανιασμένος από το τρέξιμο, έριξε με όλη του την δύναμη το δόρυ, τρυπώντας την ασπίδα του έγχρωμου αντιπάλου του, τον καλαμένιο θώρακα, την καρδιά του, βγαίνοντας από την πλάτη. Το τράβηξε απότομα, με μια κοφτή κίνηση, όταν δέχτηκε ένα χτύπημα στο κράνος, που ευτυχώς για κείνον άντεξε. Έβγαλε την μεγάλη κυρτή σπάθα από την θήκη και γυρίζοντας την στον αέρα, ένιωσε τον λαιμό ενός Σάκα να κόβεται. Το αίμα τον πιτσίλισε, βάφοντας κόκκινο το άσπρο του ιμάτιο. Έσπρωξε με την ασπίδα κάποιον άλλο και κατάλαβε την αντίστασή του να ελαττώνεται όταν ο Λάφιλος δίπλα του, κατάφερε ένα χτύπημα στην περικεφαλαία του βάρβαρου, ανοίγοντας κράνος και κεφάλι στα δύο μέχρι το λαιμό, σαν ώριμο καρπούζι. Δεν υπήρχε χρόνος για ευχαριστίες, αλλά αυτή η μαχητικότητα του νησιώτη, τον γέμισε ελπίδες. Ο ιδρώτας του έτσουζε τα μάτια, τα θόλωνε και η ματιά μέσα από την περικεφαλαία που έτσι κι αλλιώς ήταν περιορισμένη, έκαναν τις  κλειστοφοβικές του τάσεις έντονες και μαρτυρικές. Γύρισε το κεφάλι στην μεριά των Λακεδαιμονίων. Νόμιζε κάποιος ότι ήταν χορευτές που χόρευαν έναν άγριο αλλά αρμονικό χορό, ακροβάτες που αψηφούσαν σπαθιά και δόρατα ανάμεσα στους Μήδους και όπως σε κάθε χορό, είχαν δημιουργήσει σκηνικό από ιπτάμενο αίμα στον αέρα. Τα πτώματα, ακέφαλα τα πιο πολλά, άρχισαν να συσσωρεύονται σαν μικρά λοφάκια. Το έδαφος είχε πια λασπώσει από το αίμα, είχε πάρει άλικο χρώμα και βρώμα από την στυφή μυρουδιά του, αλλά και από τα ούρα και τα κόπρανα των σκοτωμένων. Το πόδι, πάταγε πάνω σε μια γλίτσα από ξεσκισμένες σάρκες και σπασμένα όπλα. Κάποιοι γλίστρησαν, κάποιοι έπεσαν, αλλά όσοι ήταν γνωστοί του Τελευτία, ήταν όρθιοι και πολεμούσαν, πολλοί με αφρούς στο στόμα, λες και οι βάρβαροι δεν είχαν χτυπήσει κανέναν. Εντυπωσιασμένος ακόμα κι αυτός ο έμπειρος Αθηναίος από την μανία των συντρόφων του, έψαξε να βρει τον Λάφιλο. Ένιωθε κάποια ευθύνη απέναντί του. Τον βρήκε δυό άντρες παραπέρα και προσπάθησε να τον τραβήξει κοντά του, πιάνοντάς τον από το ιμάτιο. Ο νησιώτης δεν πρέπει να είχε καμιά επαφή με την πραγματικότητα. Χτυπούσε με όλη την δύναμη όποιον Ασιάτη έβλεπε μπροστά του, ήταν ήδη υπεύθυνος για αρκετούς θανάτους, ενώ κάποιες επιπόλαιες πληγές στα χέρια έδειχνε να μην τις έχει καταλάβει. Τελικά κατάφερε και τον έφερε να πολεμάει σιμά του, σαν λιοντάρι που υπερασπίζεται την γη του.
Οι βάρβαροι μετά την αρχική τους υποχώρηση που την πλήρωσαν με αρκετούς νεκρούς, ανασυντάχθηκαν και τώρα πρόβαλαν μεγαλύτερη αντίσταση, περισσότερο πείσμα και επιμονή στις θέσεις τους. Η σάλπιγγα που ακούστηκε, ήταν από το μέρος της Ελληνικής οπισθοφυλακής. Αμέσως το κέντρο του στρατού, συντεταγμένα και ήρεμα, άρχισε να υποχωρεί αργά δίνοντας την ελπίδα στους αντιπάλους να νομίσουν νίκη.
Ο Έλληνας αρχιστράτηγος, χαμογέλασε με ικανοποίηση, όταν είδε την ελαφρά αυτή υποχώρηση. Τώρα μπορούσε να εξαπλώσει όλο του το σχέδιο στο πεδίο της μάχης. Το κέντρο της παράταξης προσπάθησε να δείξει πανικό στα μάτια των βαρβάρων, τραβώντας τους μπροστά. Ο Λίχης που πολεμούσε περίπου στα άκρα τώρα, έτσι που είχαν μπερδευτεί οι άντρες, αντιλήφθηκε αυτή την κίνηση και άρχισε να βρίζει τους υποχωρούντες Έλληνες, γιατί στην δική του λογική μάχης, υποχώρηση δεν υπήρχε. Έδειξε με το σπαθί στον Ευρυάνακτα αυτή την κίνηση. Ταυτόχρονα αποκεφάλισε κάποιον Μήδο που είχε το θράσος να τον «ενοχλήσει», την στιγμή εκείνη. Ο Ευρυάναξ, σήκωσε τους ώμους, δείχνοντας ότι δεν καταλάβαινε αυτή την κίνηση των Αθηναίων. Αφοσιώθηκε να κάνει όμως το δώρο του γρήγορου θανάτου σε δυό Αιθίοπες που κείτονταν ακρωτηριασμένοι στις πέτρες και τα χόρτα. Όρμησαν στο υπόλοιπο σώμα των βαρβάρων με μεγαλύτερη μανία τώρα και ο «θερισμός», συνεχίστηκε με θρησκευτική ευλάβεια.
Ο Μιλτιάδης, αγνώριστος από το αίμα σήκωσε ψηλά το χέρι και το κούνησε μανιασμένα σε κύκλο πάνω απ’ το κεφάλι του. Από μακριά ο Καλλίμαχος και οι υπόλοιποι στρατηγοί έκαναν κι αυτοί την ίδια κίνηση δείχνοντας ότι είχαν καταλάβει και τώρα συντονίζονταν στο σχέδιο του πολέμαρχού τους. Οι σάλπιγγες πάλι ηχούσαν αφιονισμένες  και ο ήχος του θύμιζε βρυχηθμό, άγριο και επιτακτικό. Λες και κάποιος Θεός έδωσε δύναμη, τα άκρα της Αθηναϊκής παράταξης όρμησαν με ανανεωμένη μανία στους άμοιρους Πέρσες που είχαν εγκλωβιστεί στο κέντρο της δαγκάνας που είχε δημιουργηθεί.

Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 33
Σκεφτόταν καθισμένος στην αυλή τις επιλογές που ακόμα είχε. Οι πόνοι στα γόνατα, τον είχαν καταντήσει, προσωρινά, ανίκανο να κάνει οποιαδήποτε δουλειά. Είχε δέσει σφιχτά ένα πανί στο πόδι μ’ ένα μίγμα βοτάνων που είχε μαζέψει από τα κοντινά χωράφια. Την προηγούμενη νύχτα δεν μπορούσε να κοιμηθεί καθώς σουβλιές από τα Τάρταρα λες, τον διαπερνούσαν ολόκληρο. Τώρα τα μάτια του κόκκινα, του έδιναν μια μυστηριακή και παράξενη όψη. Το μυαλό του είχε αρχίσει να δοκιμάζεται από την παρουσία της Ελπινίκης και του μωρού. Καταλάβαινε πως δεν θα μπορούσε να μείνει μαζί τους για πολύ, πως έπρεπε να εξαφανιστεί από την ζωή τους και μάλιστα σύντομα. Όσο πιο σύντομα τόσο το καλλίτερο. Ανησυχούσε όμως και για την μοίρα των δυό αυτών ψυχών, αφού, όπως όλα έδειχναν, η μάχη κάτω στην παραλία του Μαραθώνα, θα γινόταν σύντομα. Ίσως και να ήταν θέμα ωρών, ή λίγων ημερών. Σήκωσε το κεφάλι, για να δοκιμάσει έναν οξύ πόνο στον αυχένα. Έκλεισε τα μάτια σφιχτά και δάγκωσε τα χείλη να μην ουρλιάξει, να μην ακουστεί αδύναμος. Όταν ο πόνος τον άφησε, κάπως, γύρισε το κεφάλι προς την μικρή καλύβα. Μέσα από την πόρτα διέκρινε την γυναικεία σιλουέτα σκυμμένη πάνω από το μικρό «σκατούλι», να το χαϊδεύει και κάτι να μουρμουρίζει. Ένα αίσθημα ζέστης, θαλπωρής και αγάπης, χτύπησε τα φυλλοκάρδια του. Δάκρυσε! Συνειδητοποίησε ότι αυτή η … Αθηναία δεν τον άφηνε να πάρει ψύχραιμα τις αποφάσεις του. Το μυαλό του πήγε το μακρινό του ταξίδι κι έφτασε στην Θράκη, στα μεγάλα πράσινα λιβάδια και τα χωράφια με τα ζωσμένα για όργωμα βόδια αλλά και τις κοπέλες με τα κόκκινα μαλλιά που έπλεναν στο μεγάλο βαθύ ποτάμι. Το μυαλό του πήγαινε το γλυκό του ταξίδι στο πρόσωπο του πατέρα και της μάνας του, στους βώλους που έπαιζε μικρός με τους φίλους του και σε εκείνο το μεγάλο πλατάνι που είχε κρυφτεί, για να δει την γυναίκα του φίλου του πατέρα του, να βγαίνει γυμνή από το ρυάκι της Αρτεμισίας, δίπλα από τον ναό της Ήρας, της θεάς  προστάτιδας της οικογένειας. Χαμογέλασε και κατάλαβε ότι οι πόνοι του είχαν καλμάρει για τα καλά. Τώρα θα μπορούσε να πάει να μαζέψει μερικά ξύλα για την φωτιά και να ελέγξει τις παγίδες που είχε στήσει την προηγούμενη.
Θα ήθελε να ξεκουραστεί ακόμα λίγο, αλλά οι δουλειές δεν μπορούσαν να περιμένουν. Η γυναίκα τον είδε με την άκρη του ματιού της που σηκώθηκε.
-«Που πας;», τον ρώτησε με εκείνη την όμορφη, βαθιά φωνή της.
Δεν της απάντησε, παρά σηκώνοντας το χέρι του, έδειξε τους βάλτους μπροστά του. Ήξερε ότι αυτή η γυναίκα του είχε ήδη επιβληθεί, δεν ήταν κάτι δύσκολο αυτό εξάλλου και προσπαθούσε να κρατήσει, αν ήταν δυνατόν, απόσταση.  Περπάτησε μερικά μέτρα με το λικνιστό του βηματισμό, νοιώθοντας το βλέμμα της καρφωμένο στην πλάτη του. Αποφάσισε να μην γυρίσει το πρόσωπό του, να μην της απαντήσει με λόγια. Σήκωσε το χέρι σ’ ένα τάχα ανέμελο χαιρετισμό και συνέχισε το δρόμο του. Μόλις τα δέντρα και τα ψηλά χορτάρια τον έκρυψαν από τα μάτια της, κάθισε σε μια μεγάλη πέτρα και έσφιξε με δάκρυα στα μάτια τα δυό του γόνατα. Ο πόνος, ξαναγυρνώντας, του είχε κόψει την ανάσα και κάτι στο στήθος του τρυπούσε τα πνευμόνια. Έμεινε αρκετή ώρα σε αυτή την θέση, σε αυτή την στάση. Από μακριά, εξακολουθούσε να ακούγεται ο αχός των βαρβάρων, μεταλλικοί ήχοι και φωνές, τύμπανα και χλιμιντρίσματα αλόγων. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει κάποια λέξη, αλλά καταλάβαινε το μίσος μέσα από το σύννεφο αυτό των ήχων. Κοίταξε προς τα πάνω. Ο ήλιος είχε αρχίσει να γίνεται πια ενοχλητικά ζεστός, τον έκανε να ιδρώνει. Προχώρησε προς την κοιλάδα, μετά τα έλη, εκεί που νόμιζε ότι θα μπορούσε να βρει κάποιον, ν’ ανταλλάξει τρόφιμα με δουλειά. Στάθηκε σε ένα σημείο που δυό μονοπάτια διασταυρώνονταν. Έριξε το βλέμμα προς όλες τις διευθύνσεις. Τότε αποφάσισε να … φύγει, να πάει μακριά, να επιχειρήσει να φτάσει στην πατρίδα. Μάζεψε κουράγιο, να ξεχάσει την Ελπινίκη και το μικρό στην αγκαλιά της, όπως ήταν και η τελευταία εικόνα που είχε στο μυαλό. Πήρε το βόρειο μονοπάτι, θα περπατούσε όσο άντεχε, όσο τα γόνατα τον κράταγαν. Το μόνο που τον ένοιαζε τώρα ήταν η λευτεριά του, η επιστροφή στους αγαπημένους του. Πρώτος στόχος, να περάσει στην γη των Θηβαίων, από κει και μετά, πίστευε, θα ήταν εύκολα τα πράγματα. Άρχισε να περπατάει, αργά, κρατώντας δυνάμεις και θάρρος. Όταν ο ήλιος μεσουράνησε, σταμάτησε να ξελαχανιάσει στη σκιά ενός μεγάλου πλάτανου. Ασυναίσθητα, κρύφτηκε πίσω από τα ψηλά σχίνα αφού ένοιωθε τον εαυτό του πάλι φυγά. Δεν είχε πια σιγουριά, αυτήν που του προσέφερε η μικρή καλύβα. Έβγαλε το μικρό ασκί με το νερό, που κουβαλούσε πάντα μαζί του και από την δίψα του, ήπιε αχόρταγα, λαίμαργα, που παραλίγο να πνιγεί. Σκούπισε τα γένια του και αποφάσισε να κλείσει τα μάτια. Λίγος ύπνος θα του έδινε δυνάμεις να συνεχίσει, μπορεί να του ηρεμούσε και τους πόνους στα ταλαιπωρημένα του γόνατα.
Δεν πρέπει να είχε περάσει πολύ ώρα, όταν κάποιες ομιλίες τον ξύπνησαν. Δεν κουνήθηκε, δεν ήξερε ποιος ήταν και τι γύρευε εκεί. Μόνο κράτησε την ανάσα του και προσπάθησε ν’ ακούσει. Οι ομιλίες ήταν σιγανές. Αυτό τον ανησύχησε ακόμα περισσότερο. Και… η γλώσσα, η γλώσσα που άκουγε … ήταν άγνωστη. Είχε πολλά ρ και χ και  γενικώς πολλά σύμφωνα. Μια γλώσσα που έβγαινε, όχι από στόμα λες, αλλά κατευθείαν από το λαρύγγι των δυό, γιατί δυό ήταν, συνομιλητών. Ανάμεσα από τα κλαδιά των θάμνων, κρυφοκοίταξε, προσπαθώντας να μην κουνήσει ούτε ένα κλαράκι. Από τα κενό των δαχτύλων του, αντίκρισε τους άντρες που είχε ακούσει. Ήταν τελικά τρείς, μόνο οι δυό όμως μιλούσαν, ψηλοί με μακριά γένια και μαλλιά φτιαγμένα έτσι, που σε παρέπεμπαν σε ξένους και όχι Αθηναίους. Δεν μπορούσε να αντιληφθεί τι έλεγαν. Όμως ο πρώτος, μιλώντας, έδειχνε προς την μεριά του Ελληνικού στρατοπέδου. Το χέρι του έκανε μια κίνηση, μιμούμενο το κολύμπι του ψαριού, μάλλον θέλοντας να δείξει κάποιο δρόμο που θα μπορούσαν να πάρουν.
Ο Θεμίστιος αντελήφθη με απόγνωση, ότι το μέρος που έδειχναν, ή ο δρόμος που σκέφτονταν, περνούσε από το σπίτι που είχε αφήσει πριν λίγο. Υπέθεσε ότι ήταν Πέρσες, «ίσως κάποια Περσική περίπολος…», σκέφτηκε με τρόμο και σίγουρα δεν ήταν με την … ευγένεια στο στόμα. Τους είδε, σκυφτούς να απομακρύνονται χωρίς να τον αντιληφθούν. Άφησε να περάσει λίγη ώρα και προσεκτικά σηκώθηκε από την κρυψώνα του. Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει κι εκείνος πήρε τον δρόμο του. Μόνο που ο δρόμος αυτός δεν πήγαινε προς την Θήβα, αλλά προς την μικρή καλύβα. Προσπάθησε να τρέξει, γρήγορα όμως το μετάνιωσε, αφού τα γόνατα του θύμιζαν ότι ήταν σακάτης. Έσφιξε τα δόντια. Βρήκε κάποιο άλλο μονοπάτι, διαφορετικό απ’ αυτό που είχαν πάρει οι τρεις ξένοι, ήξερε ότι θα συντόμευε την απόσταση και βάλθηκε να το ακολουθεί, όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Όλο κοίταγε δεξιά και αριστερά του και αφουγκραζόταν τον κάθε ήχο, παρακολουθούσε την κάθε κίνηση και προσπαθούσε να επισημάνει τυχόν σπασμένο κλαδί ή πατημένο χόρτο. Κανένα ίχνος δεν βρήκε, τίποτα να τον ανησυχήσει περισσότερο. Όμως η ανημποριά του είχε γίνει τροχοπέδη στη βιασύνη του. Νόμιζε ότι μια μεγάλη πέτρα, μια κοτρώνα, ήταν δεμένη στο λαιμό του και τον τράβαγε προς το έδαφος. Κάποιος, ένοιωθε, τον είχε δέσει με χοντρό σκοινί από τις πλάτες του και δεν μπορούσε ν’ απομακρυνθεί από το μέρος που στεκόταν. Τα δευτερόλεπτα, τα λεπτά, πέρναγαν βασανιστικά αργά. Νόμιζε ότι ήταν ακίνητος κι ας του χτυπούσαν το πρόσωπο βάναυσα τα κλαδιά και τα χαλίκια του έσκιζαν τις πατούσες. Το ένα σανδάλι μάλιστα είχε λυθεί και το είχε χάσει αρκετά μέτρα πριν, κάνοντας το βάδισμα ακόμα πιο βασανιστικό. Λαχάνιαζε κι εκείνος ο πόνος στα στήθια επέμενε ακόμα πιο βάρβαρος και οξύς. Κρατιόταν από τους κορμούς των δέντρων, να μην πέσει, άλλοτε σερνόταν ν’ ανέβει κάποιο ύψωμα για να κόψει δρόμο και άλλοτε … μπουσουλούσε σαν μωρό παιδί προσπαθώντας να διασχίσει στάσιμα νερά. Πίστευε ότι δεν θα έφτανε ποτέ. Η απελπισία τον είχε καταλάβει και ήδη το μυαλό του, έβλεπε νεκρούς τους δυό «προστατευόμενους» του. Με την ανάστροφη της παλάμης του, σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια. Δάκρυα που δεν ήξερε πως είχαν γίνει, μπορεί απ’ τους πόνους, μπορεί απ’ την εικόνα στο νου του. Σήκωσε το κεφάλι ψηλά, να υπολογίσει την απόσταση. Δεν ήξερε καλά – καλά που βρισκόταν. Πάντως στον ορίζοντα δεν έβλεπε την μικρή καλύβα, ούτε κάτι γνώριμο. Δεν άφησε να περάσει χρόνος άλλος. Ανέβηκε ένα μικρό χωμάτινο ανάχωμα που οι μεγάλες πέτρες του, τον δυσκόλεψαν αφάνταστα και ω του θαύματος, μπροστά του είδε την γνωστή εικόνα του ξύλινου φράχτη. Χαμογέλασε ασυναίσθητα και αυτό του έδωσε κουράγιο και δύναμη να «τρέξει» όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Ξανακοίταξε ολόγυρά του, για τους τρείς Ασιάτες. Τίποτα. «Μπορεί να τους πρόλαβα…» , σκέφτηκε με μια λαχτάρα στα φυλλοκάρδια του. «Αν όμως όχι;… Τι θα βρω;». Δεν κατάλαβε πότε κατέβηκε τα περίπου τριακόσια μέτρα που τον χώριζαν απ’ την Ελπινίκη του. «Του»;
Είχε επιστρέψει από άλλο μονοπάτι που νόμιζε, όπως  και αποδείχτηκε, πιο σύντομο, αλλά είχε βρεθεί στο πίσω μέρος της αυλής, εκεί που είχε θάψει τον Κτήσιο. Αναγκάστηκε να κάνει τον γύρο του φράχτη. Την βρήκε να κάθεται στην αυλή δίπλα από μια μικρή φωτιά και ν’ ανακατεύει κάτι σε ένα σκεύος στα κάρβουνα. Ηρέμισε το βάδισμά του και προσπάθησε να ελέγξει την αναπνοή του.
-«Γύρισες;», τον ρώτησε η γυναίκα, χωρίς να γυρίσει το βλέμμα πάνω του.
-«Το μικρό;», την ρώτησε εκείνος προσπαθώντας να μην δείξει την αγωνία του. Αν και τίποτα δεν μαρτυρούσε παρουσία ξένων το τελευταίο διάστημα που εκείνος έλειπε.
Η Ελπινίκη του έδειξε προς την καλύβα, χωρίς να του μιλήσει άλλο. Η κούραση της ή οι πόνοι από τις πληγές της, είχαν γεμίσει εκείνο το όμορφο πρόσωπο με ρυτίδες και μελανά σημάδια. Προσπαθούσε να κρατηθεί όρθια με μια αξιοπρέπεια, Αθηναία ήταν. Είχε πλυθεί όσο μπορούσε καλύτερα και συμμαζέψει τα σκισμένα της ρούχα που φορούσε. Ο Θεμίστιος διέκρινε αμέσως αυτές τις προσπάθειες. Την θαύμασε ακόμα περισσότερο. Ήξερε ότι είχε να κάνει με μια περήφανη και συγχρόνως σκληρή γυναίκα. Κάθισε δίπλα της σε μια μεγάλη πέτρα.
-«Που είναι το σανδάλι σου; Ξυπόλητος γύρισες;», ακούστηκε η λαχταριστή, βαθειά φωνή.
Της είπε όσο πιο γρήγορα μπορούσε αυτά που είδε. Δεν ήθελε να την πανικοβάλλει, αλλά έπρεπε να και να την αναγκάσει να κινηθεί γρήγορα. Της πρότεινε να φύγουν, για να εισπράξει την απάντηση που δεν περίμενε: «Και που να πάμε; Φυγάς είσαι και μην το αρνηθείς, φυγάδα είμαι και το ομολογώ. Κι αν περάσουν από κει κάτω οι βάρβαροι…», έδειξε με το δάχτυλο προς την παραλία του Μαραθώνα, «… δεν θα έχει νόημα το που θα είμαστε. Η μοίρα μας θα είναι μία. Κάποιο σκλαβοπάζαρο στην Ανατολή εγώ, νεκρός πιθανόν εσύ…. Χωρίς πατρίδα και λευτεριά και οι δυό μας! Άσε λοιπόν … εδώ και ότι γίνει…»
Ο άντρας δεν μπορούσε να καταλάβει αν είχε παραιτηθεί, ή αν έδειχνε γενναιότητα και αδιαφορία προς τον επερχόμενο θάνατο. Δεν μπορούσε όμως να κάνει κάτι παραπάνω. Σηκώθηκε και πήγε προς το καλύβι. Βρήκε το μωρό να κοιμάται, τι γλυκά που είναι τα μωρά όταν κοιμούνται και έσκυψε πάνω από το ξανθό του κεφαλάκι. Στα ρουθούνια του, ήρθε αυτή η οσμή της αθωότητας και ο ιδρώτας του αγνού, καθαρού δέρματος. Ήξερε ότι έπρεπε να κάνει κάτι, αλλά τι; Σακάτης και χωρίς ιδιαίτερη στρατιωτική εκπαίδευση…
Στην άκρη του μικρού δωματίου, βρήκε ένα ξύλο, μεγάλο και ίσιο που εύκολα θα μπορούσε κάποιος να το περάσει για δόρυ από μακριά. Βρήκε και ένα μεγάλο μαχαίρι πάνω στο ξύλινο τραπέζι και το έδεσε στην κορυφή του «δόρατος» του. Ικανοποιήθηκε απ’ το αποτέλεσμα. Έσφιξε λίγο πιότερο το σκοινί στη μέση του, να δώσει την εντύπωση μυώδους άντρα και βγήκε στην αυλή, δίπλα στην καθισμένη γυναίκα. Κάθισε κι εκείνος, κρατώντας το ξύλο όρθιο, με το δεμένο μαχαίρι προς την μεριά του ήλιου, να λαμπυρίζει μέχρι … μακριά και το κορμί του στητό όπως έκαναν οι στρατιώτες που είχε δει. Η Ελπινίκη γέλασε με την εικόνα του αυτή. Τον  χτύπησε απαλά στην πλάτη κι έσφιξε τα δάχτυλα στον ώμο του. Ο άντρας δεν έδειξε κανένα σημάδι, ότι κατάλαβε την κίνησή της, αν και η καρδιά του χτυπούσε για κάποιον ανεξήγητο (;) λόγο πιο γρήγορα. Τα μάτια του έψαχναν το τοπίο ολόκληρο γύρω από το σπίτι.
-«Τον αγαπάς πολύ ε;…», την ρώτησε χωρίς να την κοιτάξει. «Τον αγαπάς τόσο που δεν θέλεις να φύγεις μακριά του, έτσι; Αυτός δεν είναι ο λόγος που θέλεις να μείνεις εδώ;…». Το βλέμμα του εξακολουθούσε να κοιτάζει τον ορίζοντα, η λογική είχε ηρεμίσει τους χτύπους της καρδιάς και τα μάτια του είχαν σκοτεινιάσει στην προσπάθειά του.
Η γυναίκα δεν απάντησε, μόνο σήκωσε τα μάτια ψηλά, μακριά του και σταύρωσε τα χέρια, πάνω στα γόνατα. Φάνηκε να βυθίζεται στις δικές της σκέψεις. Η εικόνα του Τελευτία της ήρθε στο μυαλό, της μούδιασε τα πόδια. Ο από χρόνια έρωτάς της, ήξερε ότι την είχε ανάγκη τώρα εκεί που ήταν. Έστω και από μακριά! Κούνησε το κεφάλι καταφατικά στον αέρα, κάνοντας τον Θεμίστιο να καταλάβει.
-«Είναι εκεί τώρα;», έδειξε τον στρατό των Αθηναίων, «είναι εκεί;»
-«Ναι, εκεί είναι. Να δώσει τα πάντα και την ζωή του ακόμα για την πατρίδα του. Ναι εκεί είναι…»
-«Κι εσένα; Δεν σε σκέφτεται; Εννοώ που είσαι μόνη;»
-«Μα, αν δεν με σκεφτόταν δεν θα ήταν εκεί…. Θα είχε φύγει μακριά, μακριά… από τον θάνατο. Αλλά αν σκέφτεσαι τους δικούς σου ανθρώπους… πας εκεί. Μπροστά – μπροστά, να μην αφήσεις να περάσουν…»
Ο άντρας δεν απάντησε. Ήξερε ότι η Ελπινίκη προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της πρώτα και μετά αυτόν. Της είπε για την πατρίδα του, όταν η ώρα είχε περάσει και οι τρείς ξένοι δεν φαίνονταν πουθενά. Της είπε για την πατρίδα του και την ζωή του, χωρίς να αποκαλύψει τα αληθινά γεγονότα. Επέμενε στο παραμύθι του ταξιδιώτη! Η γυναίκα τον άκουγε προσεκτικά, με τα μάτια στυλωμένα στο χώμα. Ένοιωθε την ανακούφισή του, που μπορούσε να μιλάει για τα πράγματα και τα πρόσωπα που αγαπούσε. Όταν τέλειωσε εκείνος την αφήγησή του, γύρισε απότομα το κεφάλι της:
-«Γιατί μου λες ψέματα;», τον ρώτησε…

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 32
Έβδομη μέρα και ο στρατός ακόμα ακίνητος στην περιοχή του Αυλώνα, αντίκριζε καθημερινά τους Ασιάτες προσπαθώντας να διατηρήσει την ψυχραιμία του, από τις πολλές προκλήσεις. Ο αρχιστράτηγος Μιλτιάδης ανησυχούσε με αυτή την απραξία, γι αυτό και είχε διατάξει πολλές περιπολίες και ειδικά κοντά στο εχθρικό στρατόπεδο, με σκοπό να κρατήσει ψηλά το πολεμικό ηθικό των στρατιωτών του. Μάλιστα σε αρκετές απ’ αυτές τις περιπολίες, ιδιαίτερα στις βραδινές το έπαθλο ήταν αρκετά υψηλό, αφού πάνω από καμιά τριανταριά βάρβαροι είχαν αιχμαλωτιστεί, αθόρυβα. Η ανάκριση όμως δεν απέδωσε και πολλά, τα νέα στοιχεία ήταν λίγα. Έτσι κι αλλιώς οι τακτικές των Περσών ήταν γνωστές στην ηγεσία. Ο Μιλτιάδης και λόγω στρατιωτικών ικανοτήτων, αλλά και της ευγενικής και πλούσιας καταγωγής του, κάπου τριάντα χρόνια πριν, είχε πάει στη Θράκη, σαν διοικητής της Χερσονήσου (σ.σ. Δαρδανέλια). Εκεί είχε ζήσει πολλά χρόνια. Όταν οι κάτοικοι της Παρσίδος, (σ.σ. Περσία) άρχισαν να επεκτείνονται, δημιουργώντας την μεγάλη ανατολική αυτοκρατορία τους, επεκτάθηκαν και σε εκείνη την περιοχή, αναγκάζοντας τον Αθηναίο στρατηγό να υποταχθεί στον Μεγάλο Βασιλιά τον Δαρείο. Το αντάλλαγμα ήταν πολύτιμο και ίσως είχε έρθει η στιγμή να το εξαργυρώσει. Μπόρεσε και παρακολούθησε από πρώτο χέρι τον στρατό των βαρβάρων στις εκστρατείες του κατά των Σκυθών, αποκτώντας έτσι άριστη γνώση των τακτικών που χρησιμοποιούσαν. Έτσι είχε καταφέρει να θέσει υπό την κηδεμονία της Αθήνας την Λήμνο και την Ίμβρο, αυτές που τώρα η μανία των Περσών τις είχε κάψει. Και ο πολέμαρχος Καλλίμαχος, αν και πιο παλιός και πιο έμπειρος, τον εκτιμούσε ιδιαίτερα, αποδεικνύοντας την εκτίμηση αυτή με την ανάθεση στο πρόσωπό του της αρχιστρατηγίας.
Ανεβασμένος πάνω σ’ ένα μικρό ύψωμα, ατένιζε τώρα την μεγάλη σκακιέρα της μάχης, την σε σχήμα μισοφέγγαρου πεδιάδα του Μαραθώνα. Είχε τα χέρια στην μέση και φορούσε την μεγάλη χάλκινη πανοπλία του, με το λοφίο του κράνους να ανεμίζει στο πρωινό αεράκι. Ήξερε από ψυχολογία στρατιωτών και καταλάβαινε πως αυτή η εικόνα του αγέρωχου αρχηγού, θα ενέπνεε περηφάνια και τόλμη, μαχητική αλαζονεία και πάθος για μάχη. Ο άσπρος μανδύας του, σήμα κατατεθέν της Αθηναϊκής πολιτείας, του έδινε ύψος και η κίνησή του στον αέρα, μεγαλοπρέπεια. Δίπλα του έφτασαν οι άλλοι τρεις στρατηγοί, ο πρώην αρχιστράτηγος Καλλίμαχος, ο Αριστείδης που θα μπορούσε να είχε επηρεάσει προς την αντίθετη γνώμη το πολεμικό συμβούλιο, την αναμονή δηλαδή μέχρι να φτάσουν οι Σπαρτιάτες και ο νεαρότερος όλων, ο πανούργος και πολιτικός αντίπαλος του Αριστείδη, ο άνθρωπος που μετέπειτα θα θεμελίωνε τον όρο «διπλωματία», ο Θεμιστοκλής, ο γιός του Νεοκλή, της οικογένειας των Λυκομηδών. Ο τελευταίος συμφωνούσε απόλυτα με την γνώμη του Μιλτιάδη, από την πρώτη στιγμή και στο μόνο που διαφωνούσε μαζί του ήταν  το θέμα του στόλου. Ενίσχυση του αριθμού των πλοίων ζητούσε εκείνος, ενίσχυση των πεζών ο άλλος.
Οι τέσσερις άντρες, υπό το βλέμμα σχεδόν ολόκληρου του στρατεύματος άρχισαν μια συζήτηση εκεί στον ανοιχτό χώρο. Έδειξαν ότι συμφωνούσαν και έδωσαν τα χέρια, εκφράζοντας την ομοφωνία τους σ’ όλους. Οι στρατιώτες ζητωκραύγασαν και σήκωναν τα όπλα στον αέρα, διαισθανόμενοι ότι η ώρα της μάχης, επιτέλους όπως είπε ο Λίχης, έφτανε. Οι τέσσερις στρατηγοί χώρισαν και την ώρα που έπαιρναν τον δρόμο τους για την διατεταγμένη υπηρεσία, ένας άλλος ήχος, μια άλλη οχλοβοή κάπου στο βάθος της πεδιάδας στα δυτικά, τους τράβηξε την προσοχή. Μια σκόνη που είχε πάρει μορφή σύννεφου φαινόταν να έρχεται στο στρατόπεδο, περνώντας από το τέμενος του Ηρακλέους. Εκεί είχε στρατοπεδεύσει η φυλή των Λεοντιδέων και των Αντιοχιδέων, φυλές που προορίζονταν για το κέντρο της Ελληνικής παράταξης. Οι πρώτοι ξεσπάθωσαν και πήραν θέσεις μάχης, μη γνωρίζοντας τι ακριβώς γίνεται. Πολλές εκατοντάδες άνδρες, αγριωποί στην εμφάνιση με δόρατα στα χέρια και τις ασπίδες υψωμένες, περπατούσαν με γρήγορο βηματισμό φωνάζοντας ρυθμικά : «Α, α, α, α …α, ου, … ου, ου παίδες Πλαταιέων , παίδες Πλαταιέων,… α, α, α, …  ου, ου, ου…».
Οι υπόλοιποι Έλληνες στρατιώτες γέλασαν , ευχαριστήθηκαν και καλωσόριζαν τους νεοαφιχθέντες ξένους. Κάποιοι τους χτυπούσαν στην πλάτη, άλλοι τους χαιρετούσαν σηκώνοντας τα χέρια όλοι όμως συγχρονίζονταν στις φωνές τους : «α,α,α,α,α παίδες Πλαταιέων α,α,α,… ου, ου, ου, ου….». Μόλις οι άντρες σταμάτησαν το ελαφρύ τους τρέξιμο, κεράστηκαν κρασί και νερό με ελιές και κρεμμύδια, ψωμί και σύκα. Οι Αθηναίοι που είχαν αρχίσει να λιγοψυχούν από το μέγεθος του βαρβαρικού στρατού, τώρα αναθάρρησαν με αυτή την άφιξη. Και ήταν περίπου δέκα εκατοντάδες άντρες, σημαντική βοήθεια για την μάχη που θα ερχόταν. «Χέστε τους κολο-Λακεδαιμόνιους τώρα…», ακούστηκε μια φωνή  από το βάθος, προφανώς ενθουσιασμένη από αυτή την άφιξη. «Πάμε τώρα παιδιά, πάμε να τους δείξουμε τι σημαίνει Ελληνική …» και άλλες βωμολοχίες από τους ανυπόμονους πια στρατιώτες. Ο Μιλτιάδης χαμογέλασε ευχαριστημένος και έκανε νόημα στον αρχηγό των Πλαταιέων να πλησιάσει στην θέση του.
Ο Ευρυάναξ άκουσε καλά αυτά που ειπώθηκαν για την πόλη του. Κατανοούσε όμως ότι ήταν λόγια ανθρώπων που ήταν κοντά στο να χάσουν την ψυχραιμία τους και την υπομονή τους, από την αναμονή σ’ ένα συγκεκριμένο τόπο. Χαμογέλασε προς την μεριά του Λίχη και των άλλων συντρόφων του. Στερέωσε λίγο πιο ψηλά την ασπίδα στο μπράτσο του, για να φανεί καλά το μεγάλο ¨Λ¨ στην χάλκινη οθόνη. Χαμογέλασε και ο Τελευτίας δείχνοντας ότι συμφωνούσε μαζί του. Πήγε κοντά του και έδειξε στο βάθος του ορίζοντα προς το βαρβαρικό στράτευμα.
-«Τους βλέπεις;…», του είπε τείνοντας το τεντωμένο δάχτυλο προς το μέρος του βλέμματος.
Ο Ευρυάναξ, σκίασε τα μάτια να δει καλύτερα. Τίποτα το διαφορετικό δεν ανακάλυψε, όλα ήταν όπως κι εχθές όπως και τις προηγούμενες μέρες. Οι Ανατολίτες έπιναν και έτρωγαν, κάθονταν δίπλα στις μεγάλες φωτιές τους και κάποιοι απ’ αυτούς , ακόμη και έπαιζαν, ένα παιχνίδι, η απόσταση δεν επέτρεπε καλύτερη εικόνα, μάλλον με πεσσούς.
-«Τι θα έπρεπε να δω δηλαδή;», τον ρώτησε ο Λακεδαιμόνιος.
-«Βλέπεις να κάνουν κάτι διαφορετικό σήμερα;»
-«Όχι, τα ίδια όπως κάθε μέρα…»
-«Καταλαβαίνεις ότι δεν περιμένουν επίθεση από μας. Έτσι; Τέτοια αλαζονεία! Και αυτό σημαίνει…», τον έκοψε η φωνή του Λίχη, που είχε πλησιάσει τους δυό άντρες αθόρυβα.
-«Ότι θα επιτεθούμε εμείς πρώτοι, έτσι; Και μάλιστα είναι θέμα ωρών η επίθεση…»
-«Ναι, αυτό πιστεύω ότι σημαίνει», του απάντησε ο έμπορος.
-«Δη… δηλαδή, ήνεγκεν η ώ… ώρα; Πα… πάμε… για… μάχη; Τέρμα δηλαδή; Αυτό ήταν;», η φωνή του Λάφιλου έτρεμε από τον φόβο. Δεν μπορούσε να πει κάτι άλλο, εκτός απ’ αυτό που κατόρθωσε να συλλαβίσει μετά βασάνων. Ένοιωσε μια καούρα στο στομάχι κι ένα σφίξιμο στο στήθος. Τα πόδια του είχαν αρχίσει να τρέμουν, ενώ κι ένα τρέμουλο στα χείλη, έκανε τους υπόλοιπους να γελάσουν.
-«Μη φοβάσαι νησιώτη. Δεν είναι δα και τίποτα το σοβαρό…», τον ειρωνεύτηκε ο Λίχης που τώρα στα μάτια του Λάφιλου, έμοιαζε με γίγαντας. «Μη φοβάσαι μωρέ, Έλληνας είσαι, θα δεις … άκουσέ με, τόσες μάχες έχω δώσει. Κι εγώ φοβόμουν στην αρχή, αλλά να δεις που δεν είναι τίποτα. Σαν μια μέρα στο γυμναστήριο θα είναι…», πιστεύοντας ότι όλα τα μέρη ήταν σαν την Σπάρτη και όλοι οι νέοι πήγαιναν γυμναστήριο. «Μην ξεχνάς και το όνειρο του Τελευτία. Νομίζεις ότι άσχετο ήταν; Οι αποφάσεις των Θεών είναι ιερές και στο ξαναλέω… θα γίνεις μεγάλος ήρωας. Ξακουστός σ’ όλη την Ελλάδα…. Και στο νησί σου… να δεις πόσο θα περηφανεύεται για σένα και η… πως την λέμε;»
Αυθόρμητα ο Λάφιλος απάντησε χωρίς να σκεφτεί ότι δεν είχε αναφερθεί ποτέ στην όμορφη Καλυμνιά:
-«Πασιφάη…», είπε φέρνοντας τα χέρια στο στόμα να σταματήσει την λέξη. Όλοι γέλασαν με το ψάρεμα του Λίχη.
-«Έχεις και γυναίκα βρε κλανιά; Χα χα χα ακόμα δεν βγήκες απ’ το αυγό σου βρε χαζοπούλι και έχεις και φιλενάδα;»
Δεν είχε περάσει πάνω από μια ώρα, όταν οι ντυμένοι με πλήρη εξάρτυση αγγελιαφόροι, κρατώντας την μεγάλη ασπίδα και το μακρύ δόρυ στο χέρι, διέσχιζαν σχεδόν τρέχοντας όλο το στρατόπεδο, μεταφέροντας τις διαταγές των στρατηγών. Απόλυτη προετοιμασία για το πρωί και πάνω απ’ όλα, τα πάντα να γίνουν με την μεγαλύτερη ησυχία που θα μπορούσαν. Σχεδόν δέκα χιλιάδες άντρες ήταν έτοιμοι σε πολύ μικρό διάστημα, όρθιοι και φανατισμένοι για την μεγάλη σύγκρουση.
-«Λοιπόν… πάμε; Μας έχουν στο κέντρο της παράταξης με την Αντιοχίδα φυλή, της Αλωπεκής. Θα ηγηθεί ο Αριστείδης ο στρατηγός, ο γιός του Λυσίμαχου. Επειδή είμαστε ξένοι θα πάμε εκεί. Όλοι οι εθελοντές απ’ άλλες περιοχές πάνε εκεί. Καλά θα είναι, θα έχουμε απέναντί μας μάλλον, τους Μήδους. Άξιοι και ικανοί αντίπαλοι! Ωραία θα είναι, πολύ ωραία μα τον Δία. Για να δούμε τώρα ποιος είναι πιο άξιος», ο ενθουσιασμός φαινόταν ξεκάθαρα στο πρόσωπο αλλά και στα λόγια του Λίχη.
Ο Τελευτίας και οι άλλοι τον κοίταξαν με κάποια υποψία χαμόγελου στο στόμα. Ήξεραν πολύ καλά πώς θα ένοιωθαν οι δυό Σπαρτιάτες γι αυτό και πως στο αίμα τους τώρα θα κυλούσε καυτή η έξαψη και η αδρεναλίνη τους έκανε να τρέμουν απ’ την ανυπομονησία.
Προχώρησαν όλοι προς το μέρος που έπρεπε να παραταχθούν. Διέκρινε κανείς στην ατμόσφαιρα την ανυπομονησία και την επιθυμία για δράση του στρατεύματος. Αν και χαμηλόφωνα, οι στρατιώτες μιλούσαν πολύ και γρήγορα. Μέχρι που οι διοικητές ήρθαν, για να αρχίσει η πορεία προς το πεδίο που ο Μιλτιάδης είχε διαλέξει για την μάχη.
Ο Τελευτίας ασυναίσθητα έριξε μια ματιά στα δυτικά, εκεί που η Ελπινίκη είχε μείνει και τον περίμενε. Κάπου κοντά πρέπει να ήταν. Ήλπιζε μετά την μάχη εκτός από ζωντανός, να ήταν και νικητής, μα πάνω απ’ όλα, … να την έβρισκε εκεί στη μικρή καλύβα τους. Εγωισμός; Ίσως! Αντί να εύχεται να φύγει να γλυτώσει, ήθελε να την βρει εκεί.
Η νύχτα κόντευε να ξημερώσει και ο στρατός έπρεπε να φτάσει πριν τον ήλιο κοντά στο εχθρικό στρατόπεδο. Περπάτησαν πάνω από δυό ώρες, όταν η εμπροσθοφυλακή, το σώμα των Πλαταιέων, σταμάτησε εξακόσια περίπου μέτρα από τις πρώτες σκοπιές των βαρβάρων. Σε μια ώρα όλοι οι στρατιώτες είχαν παραταχθεί σε ένα μέτωπο πλάτους περίπου χιλίων πεντακοσίων μέτρων, ενώ ο εχθρός φαινόταν να είχε μόλις ξυπνήσει και προσπαθούσε με βιασύνη να παραταχθεί κι αυτός. Οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς δεν κινήθηκαν παραπέρα. Οκτώ μέρες αναμονής, τους είχε μάθει την εγκράτεια στις κινήσεις τους και ο Μιλτιάδης, επεξεργαζόταν ακόμη, τα τελευταία εμπόδια πριν την επίθεση. Η διαταγή ήταν ρητή: «Να καθίσουν όλοι κάτω και να ξεκουραστούν, χωρίς να βγάλουν την πολεμική στολή τους ή να εγκαταλείψουν τα πόστα τους». Έτσι και έγινε. Όλοι οι στρατιώτες έβαλαν στο σημείο που ήταν την ασπίδα, κάθισαν πάνω της, τακτική που τους επέτρεπε να έχουν ετοιμότητα ύψιστου βαθμού, μα τα μάτια ήταν καρφωμένα απέναντι. Εκεί που τα μεγάλα λάβαρα, είχαν αρχίσει να κινούνται προτρέποντας σε ετοιμότητα.
Ο Λάφιλος νόμιζε ότι ζούσε σ’ ένα εφιάλτη, σ’ ένα κακό όνειρο που κάποιος θα τον ξυπνούσε γρήγορα. Έπρεπε κάποιος να τον ξυπνήσει γρήγορα! Δεν καταλάβαινε και πολλά απ’ ότι γίνονταν δίπλα του, ο φόβος δεν τον άφηνε να αντιδράσει με ψυχραιμία. Μηχανικά έσκαβε με τα χέρια το έδαφος, γεμίζοντας με χώμα τα νύχια. Προσπαθούσε ν’ αντλήσει δύναμη και κουράγιο, κοιτάζοντας τους άλλους, αλλά απογοητεύτηκε πιότερο. Όλοι οι οπλίτες ζούσαν τις δικές τους ιδιαίτερες στιγμές. Στιγμές που τους έκαναν μοναχικούς, ενώ αυτοί που μιλούσαν, προσπαθούσαν να πιάσουν κουβέντα για άσχετα από την μάχη θέματα. Δεν είχαν ανάψει φωτιές και το κρύο περνούσε μέσα από τους μανδύες κάνοντάς τους να ανατριχιάσουν.
-«Κρύο ε;», ρώτησε ο Τελευτίας. «Την ημέρα ζέστη και το βράδυ κρύο… έτσι είναι! Μακάρι να έχει δροσιά, σιχαίνομαι να ιδρώνω όταν κάνω… κάποια δουλειά…!», συμπλήρωσε γελώντας για το «δουλειά» που είπε.
Συμφώνησε και ο Ευρυάναξ μαζί του, ενώ ο έτερος Λακεδαιμόνιος δεν έδειξε κανένα ενδιαφέρον. Είχε την προσοχή του μόνο στο ακόνισμα του μεγάλου κυρτού του ξίφους. Κάθε τόσο, μονομαχούσε με κάποιο αόρατο εχθρό στον αέρα, χαμογελούσε και ακόνιζε πάλι. Λιγομίλητος και απλός, ζούσε την κάθε του στιγμή, με τον τρόπο του, σαν να ήταν η τελευταία του σ’ αυτή την ζωή. Δοκίμασε την κόψη, ικανοποιήθηκε γιατί την βρήκε αρκετά καλή και ασχολήθηκε με τα μακριά του μαλλιά. Έπλεξε απ’ την αρχή τους βοστρύχους του, έβαλε αρωματικό λάδι στα υπόλοιπα, κάτι που είχε κάνει και ο Ευρυάναξ λίγο πιο πριν, τα χτένισε με μια κοκάλινη χτένα που πάντα κουβαλούσε μαζί του και ξάπλωσε στο έδαφος κλείνοντας τα μάτια.
-«Έτοιμος τώρα για όλα …», είπε την ώρα που τον έπαιρνε ο ύπνος.
Η φωνή του Λάφιλου, ακούστηκε με απορία :
-«Καλά τι κάνει; Κοιμήθηκε; Τώρα; Εδώ χάνεται ο κόσμος και αυτός έχει όρεξη για ύπνο;»
-«Και τι θέλεις να κάνει; Να κλαίει την μοίρα του σαν και σένα; Να περιμένει άυπνος όσες ώρες χρειαστεί μέχρι … εκείνη την ώρα;», απάντησε ο Ευρυάναξ, προσπαθώντας να μην αναφέρει την λέξη «μάχη» στον νησιώτη. Έπεσε κι εκείνος δίπλα στον σύντροφό του, έκλεισε τα μάτια και δεν άργησε να ακουστεί το ροχαλητό του.
Απορημένος ο νεαρός γύρισε το βλέμμα του στον Αθηναίο έμπορο, που, ακόνιζε κι αυτός το ξίφος του. Του έδειξε τους δυό Σπαρτιάτες με τεντωμένο χέρι, χωρίς να βγάλει άχνα απ’ το στόμα. Οι φλέβες του είχαν πρηστεί στο λαιμό και τα μάτια τον έτσουζαν. Είδε και τον Αθηναίο να χαμογελάει…
-«Έτσι είναι αυτοί! Ζουν για τον πόλεμο, για τις μάχες, για την δόξα. Κοιμήθηκαν γιατί δεν έχουν καμιά αγωνία ή φόβο. Είπαμε, έτσι είναι αυτοί! Άλλη ράτσα, γεννημένοι πολεμιστές! Οπότε…; Καλύτερα δεν είναι να κοιμηθούν, ν’ ανακτήσουν δυνάμεις;»
Χωρίς να το θέλει ο νεαρός νησιώτης είχε ήδη συμφωνήσει. Θα ήθελε να κοιμηθεί κι αυτός, αλλά ήξερε ότι το άγχος του, δεν θα τον άφηνε. Κατέβασε το κεφάλι, τίναξε τα χώματα απ’ τα χέρια του και βάλθηκε να κοιτάζει τα σανδάλια του. Έφερε την Πασιφάη στο μυαλό του, τον πατέρα και την μάνα του, τον Τιμοκράτη αλλά και τον … Αμεινία που τον είχε αφήσει μόνο του στον χώρο εκπαίδευσης. Κατάλαβε ότι θα ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος, αν ο μικρός πάθαινε τίποτα. Κι αυτό θα γινόταν αν οι βάρβαροι πέρναγαν. Απ’ αυτόν τον απρόσμενο λόγο, βρήκε κουράγιο, έσφιξε τις γροθιές του και υποσχέθηκε στον εαυτό του, ότι θα έκανε ότι μπορούσε πιο πολύ. Έπρεπε να κάνει το παν, να δείξει ότι δεν ήταν ένας τυχαίος ανθρωπάκος, υποψήφιος αμνός προς σφαγή στα χέρια των Ασιατών. Έπρεπε να αποσπάσει τον θαυμασμό και το… φιλί της Πασιφάης… επιτέλους!
Λίγο πιο πέρα μια παρέα σκλάβων, ετοιμαζόταν για την μάχη. Θα πολεμούσαν κι αυτοί με έπαθλο… η ανδρεία τους θα τους χάριζε την λευτεριά. Οι Αθηναίοι, όσο σκληροί κι αν ήταν, άλλο τόσο δίκαιοι και μεγαλόψυχοι σ’ αυτούς που προσέφεραν την βοήθειά τους για το καλό της πόλης. Φορούσαν οι μισοί πλεκτούς θώρακες καμωμένους από λινό και σκληρό άχυρο που είχε εμβαπτιστεί σ’ ένα μίγμα μελάσας και νερού, κρατούσαν μικρά, κοντά ξίφη, λίγο μεγαλύτερα από τα κοινά μαχαίρια, αλλά ήταν εφοδιασμένοι με τόξο και βέλη, ξύλινα βέλη με χάλκινη αιχμή και φτερά όρνιθας στο πίσω μέρος για ευθυβολία. Οι ασπίδες τους μικρές και στρογγυλές κι αυτές από καλάμια πλεγμένα, ήταν περασμένες στο χέρι, έτσι κι αλλιώς μόνο τον πήχη τους κάλυπταν, λες και τις είχαν κολλήσει. Έπιναν κρασί και συζητούσαν σε δικιά τους διάλεκτο, αλλά από την γλώσσα του σώματος, δεν ήταν δύσκολο να καταλάβει κάποιος τι έλεγαν.
Όταν οι πρώτες ακτίνες του ήλιου άρχισαν να «τρυπούν» τα βουνά, ήδη η Πεντέλη πίσω τους φαινόταν στη κορυφή της διάφανη, ακούστηκε το πρώτο σάλπισμα. Όλοι κατάλαβαν τι σήμαινε αυτό. Σηκώθηκαν όρθιοι με τα όπλα και τις ασπίδες στα χέρια, τακτοποίησαν ο ένας του άλλου τον θώρακα και την περικεφαλαία και στήθηκαν σχεδόν ακίνητοι περιμένοντας τις διαταγές του στρατιωτικού επιτελείου. Το πρωινό αεράκι χάιδευε τα πρόσωπά τους και τους έσπρωχνε, λες, ενάντια στον βάρβαρο. Τα νεύρα ήταν τεντωμένα και μόνο το σήμα της επίθεσης έλειπε να ξεχυθούν στην πεδιάδα. Παρατεταγμένοι σε μια ευθεία, με τα δόρατα υψωμένα έμοιαζαν με δάσος δέκα περίπου χιλιάδων δένδρων που ατένιζε το αύριο του.
Ο αρχιστράτηγος έφτασε πεζή, μπροστά από μια συνοδεία άλλων έξη στρατηγών. Σταμάτησε στο κέντρο της παράταξης με τον λευκό του χιτώνα ν’ ανεμίζει και ν’ ανασηκώνεται σαν κύμα του Αιγαίου. Ύψωσε τα χέρια του ψηλά, κρατώντας το σπαθί του, με την περικεφαλαία ανασηκωμένη και στερεωμένη στο πάνω μέρος του κεφαλιού, να φαίνεται το πρόσωπο:
«Άντρες Αθηναίοι, άντρες Ελλήνων προγόνων,…», έκανε μια παύση για να κερδίσει την προσοχή τους. Συνέχισε με την δυνατή φωνή του: «Έλληνες! Έφτασε η ώρα που φοβόμασταν αλλά και περιμέναμε όλοι μας, η ώρα της πατρίδας μας. Η ώρα των γενναίων, η ώρα των ηρώων, η δική μας ώρα. Σήμερα θα δείξουμε σ’ όλο τον κόσμο πως πολεμούν οι Έλληνες. Για το δίκιο τους. Για την λευτεριά, τα σπίτια τους και τους ναούς τους. Για το πνεύμα των προγόνων τους. Για τις παρακαταθήκες που μας άφησαν εκείνοι οι λεύτεροι, εκείνοι που δεν προσκυνούσαν μπροστά σε κανέναν. Ακόμα και στους Θεούς μας, όρθιοι προσευχόμαστε. Άντρες Αθηναίοι κι εσείς τρανοί άνδρες Πλαταιείς, ξέρετε πως περιμένει με την γραφίδα της η ιστορία να σας , να μας, υμνήσει. Μια νίκη μας θα ακούγεται σαν έπος για χιλιάδες χρόνια μετά τον θάνατό μας. Τα παιδιά και τα παιδιά των παιδιών μας και τα παιδιά αυτών για χιλιάδες γενιές θα υμνούν τους σημερινούς μαχητές, θα υμνούν αυτούς τους λίγους που είχαν την αναίδεια και το θράσος ν’ αναμετρηθούν με τον μεγάλο και ανίκητο βασιλιά της Ασίας. Αυτούς τους τρελούς που σήκωσαν τα όπλα ενάντια σε αυτή την ορδή».
Ακούστηκαν γέλια από την μεριά των στρατιωτών σ’ αυτή την τελευταία πρόταση. Κάποιοι σήκωσαν τα δόρατα σαν επιδοκιμασία.
… « γι αυτό σήμερα πρέπει να δείξουμε στους βάρβαρους, από τι υλικό είμαστε φτιαγμένοι. Νομίζουν ότι είμαστε άνθρωποι; Αυτό είναι το λάθος τους! Δεν είμαστε άνθρωποι, όχι δεν είμαστε…», έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε με όλη την δύναμη της φωνής του, «… είμαστε Έλληνες!»
Ζητωκραυγές ακούστηκαν απ’ όλο το στράτευμα, οι ασπίδες σηκώθηκαν ψηλά και η αντανάκλαση του ήλιου πάνω τους, έστειλε το πρώτο μήνυμα στον εχθρό.

Τρίτη, 17 Μαρτίου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 31
Είχε προχωρήσει αρκετά στον γαλανό ουρανό ο ήλιος, όταν η Ελπινίκη μπόρεσε ν’ ανοίξει τα μάτια, μετά από έναν ανήσυχο γεμάτο εφιάλτες ύπνο. Προσπάθησε να δει αλλά η ματιά της θολή, δεν της έδινε πληροφορίες για το περιβάλλον. Και η μνήμη της φαινόταν ότι δεν λειτουργούσε ακόμα καλά. Ένοιωσε έναν οξύτατο πόνο στο στήθος και ανάμεσα στα πόδια της, ενώ ο πονοκέφαλος νόμιζε ότι θα έκοβε το κρανίο της στα δύο. Προσπάθησε να κουνήσει τα χέρια, να στηρίξει το κορμί της, να σηκωθεί. Σαν σε όνειρο, πέρασαν οι εικόνες της μικρής καλύβας μπροστά απ’ τα μάτια της. Εγκατέλειψε την ιδέα να ορθώσει το κορμί της. Πόναγε σχεδόν παντού, λες και κάθε κύτταρό της είχε δεχτεί επίθεση. Γύρισε δεξιά, αριστερά το κεφάλι. Γνώριζε αυτά που έβλεπε, αλλά … και δεν τα γνώριζε! Κάτι στο μυαλό, εμπόδιζε την αντίληψη της. Ακούμπησε το κεφάλι πάνω στο ύφασμα που βρισκόταν εκεί σαν προσκεφάλι. Έκλεισε τα μάτια, μήπως και ησυχάσει αυτός ο δαίμονας που κυριαρχούσε στο μυαλό. Το φως του ήλιου που έμπαινε από την πόρτα, την αναστάτωνε και της δημιουργούσε την ανάγκη για εμετό. Ανάσανε βαθιά. Ο πόνος στο στήθος την έκανε να βήξει και αυτό με τη σειρά του, της έφερε άλλους πόνους στην κοιλιά αλλά και στην μήτρα. Δεν θυμόταν τι έγινε, καταλάβαινε όμως ότι κάτι είχε γίνει, κάτι κακό. Ο βήχας εντάθηκε και οι πόνοι, έγιναν ανυπόφοροι. Έκανε εμετό, βγάζοντας κάτι πικρό και γλοιώδες, λερώνοντας το κομμάτι της γούνας που είχε σαν στρώμα. Πνίγηκε προς στιγμή, αλλά μπόρεσε κάπως να ηρεμίσει… Μια φωνή ακούστηκε κοντά της. Μια φωνή που δεν γνώριζε, που δεν μπορούσε να καταλάβει, αν της άρεσε ή όχι, αν ήταν φιλική ή επικίνδυνη. Της άρεσε όμως το γεγονός, ότι άκουγε φωνή σιμά της:
-«Ήσυχα…», της ψιθύρισε ο Θεμίστιος κοντά στο αυτί της. «Ήσυχα και όλα θα πάνε καλά, μην αναστατώνεσαι, φίλος είμαι…»
Η γυναίκα ήθελε πολύ να ανοίξει τα μάτια, να δει τον άνθρωπο που της μιλούσε, αλλά ο πόνος δεν την άφησε. Ένοιωσε όμως το χέρι του να της δροσίζει το μέτωπο με ένα βρεγμένο πανί. Ανακουφίστηκε προς το παρόν! Έσφιξε τα δάχτυλά της, να δοκιμάσει την δύναμη της. Αμέσως το μπράτσο της, σχεδόν παράλυσε, ενώ μικρές καρφίτσες την τρύπαγαν, χιλιάδες καρφίτσες και χιλιάδες μερμήγκια περπατούσαν πάνω του. Εγκατέλειψε και αυτή την προσπάθεια.
-«Διψάς;», την ρώτησε πάλι η φωνή. «Θα σου δώσω κάτι να πιείς. Και θα ξεδιψάσεις και θα σε ανακουφίσει από τον πονοκέφαλο που μάλλον σε τυραννάει. Εντάξει; Πρέπει να το πιείς όμως όλο. Α… και να μην το κάνεις εμετό…»
Έκρινε την φωνή ευγενική, γιατί ήταν ελαφριά και της θύμιζε μαλακό βαμβάκι. Ο άγνωστος δεν χρησιμοποιούσε λαϊκές λέξεις, οι κουβέντες του ήταν σωστά τοποθετημένες η μια πίσω απ’ την άλλη και μπορούσες εύκολα να βγάλεις νόημα απ’ τα λεγόμενά του. Αυτά και μόνο μπορούσαν να μεταδώσουν εμπιστοσύνη. Ο ξένος είχε απομακρυνθεί τώρα και η Ελπινίκη προσπάθησε να καταλάβει τα γεγονότα που μπορεί να της είχαν συμβεί. Προσπάθησε να μιλήσει, αλλά ένας αναστεναγμός μόνο και κάτι σαν μούγκρισμα βγήκε από το στόμα της.
-«Μην βιάζεσαι, όχι ακόμα…», ακούστηκε η φωνή από το βάθος του δωματίου. «Έχουμε πολλή ώρα μπροστά μας, να γίνεις καλά πρώτα και θα σου εξηγήσω τα πάντα. Ηρέμισε λοιπόν και μη βιάζεσαι».
Η γυναίκα χαμογέλασε, για να αντιληφθεί ότι και τα χείλη της πονούσαν και τα ένοιωσε να σκίζονται. Ήπιε αυτό που της έδωσε ο ξένος, κάτι πικρό και ξινό και έπεσε σε λήθαργο πάλι. Σ’ ένα ύπνο βαθύ χωρίς όνειρα και εφιάλτες αυτή τη φορά.
Ο Θεμίστιος κάθισε κοντά στη φωτιά και βάλθηκε να καθαρίζει τον μικρό λαγό που είχε πιάσει την προηγούμενη, σε μια απ’ τις παγίδες του. Κοίταξε το μωρό και το είδε να κοιμάται ήρεμο μ’ ένα χαμόγελο στο στόμα, ικανοποιημένο αφού είχε φάει καλά τον λιωμένο πολτό που ο άντρας του είχε δώσει. Γύρισε το βλέμμα στην Ελπινίκη και για πρώτη φορά είδε το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει με απαλό ρυθμό. Σκέψεις πέρναγαν τώρα από το μυαλό του, σκέψεις που η «ανάσταση» της γυναίκας τον βασάνιζαν. Έψαχνε μέσα του να πει την ιστορία του. Δεν ήξερε αν έπρεπε να χρησιμοποιήσει ψέμα, να φτιάξει μια ιστορία, ένα μύθο ή να πει την αλήθεια. Και στην μια και στην άλλη περίπτωση δεν θα ήταν ήσυχος με τον εαυτό του. Θα μπορούσε να την είχε εγκαταλείψει στην μοίρα της και να ήταν τώρα μακριά, πολύ μακριά από την Αττική. Κανείς δεν θα μάθαινε τίποτα, αλλά αυτός δεν θα μπορούσε να κοιμηθεί από τις ερινύες που θα τον κυνηγούσαν. Δεν θα μπορούσε ν’ αντέξει τον θάνατο μιας αθώας γυναίκας και κατά συνέπεια κι ενός μωρού παιδιού. Στο μυαλό του όλα έπαιζαν, μετρούσε πόσο «άντρας» ήταν, να παραδεχτεί την αλήθεια με τις συνέπειές της ή πόσο δειλός, να φτιάξει μια ιστορία, που και θα τον αθώωνε αλλά και θα τον έκανε, πιθανώς, ήρωα στα μάτια του θύματος. «Εγώ ο σακάτης… ήρωας…», σκέφτηκε με κάποιο εγωισμό! Τα χέρια του έκαναν μηχανικά τη δουλειά τους, αφού το μυαλό ήταν απορροφημένο στις σκέψεις. Ο θόρυβος όμως που ακούστηκε από κάπου μακριά, ένας θόρυβος που θύμιζε κέφι και γλέντι, τον απέσπασε απ’ τις δυσάρεστες υποθέσεις. Προσπάθησε να τον αγνοήσει, αλλά όλο και δυνάμωνε, όλο και πιο μαζικός γινόταν. Ήταν όμως μακριά. Σηκώθηκε να βγει έξω στην αυλή. Τα πόδι του δεν υπάκουσε αμέσως και παραλίγο να βρεθεί ξαπλωμένος φαρδιά πλατιά στο χώμα της μικρής καλύβας. Στηρίχτηκε στο τραπέζι και ορθώθηκε, βρίζοντας την κακιά του μοίρα. Έπρεπε να το συνηθίσει πια αυτό, για όλη του την ζωή. Κι όμως δεν ένοιωθε κανένα μίσος για την αναπηρία του, ανεξήγητο μεν, αλλά έτσι ήταν. Βρήκε το ραβδί του και στηρίχτηκε πάνω του. Βγήκε στο φως του ήλιου και σκίασε τα μάτια, να δει πέρα στον ορίζοντα.  Δεν διέκρινε τίποτα, αλλά ο αχός ακουγόταν τώρα όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο κοντά του. Συνοφρυώθηκε προσπαθώντας να διακρίνει καλύτερα και να καταλάβει. Στην προσπάθεια αυτή, είχε αρχίσει να απομακρύνεται από την μικρή στάνη, χωρίς να το καταλάβει, μέχρι που βρέθηκε ανάμεσα στα χωράφια από την μια και στους βάλτους απ’ την άλλη. Πίσω του το μικρό σπίτι δεν φαινόταν πια. Αποφάσισε να προχωρήσει μακρύτερα. Μετά από λίγο είχε φτάσει στον λόφο των νυμφών, έναν μικρό λόφο, φτιαγμένο από άσπρη πέτρα, με λίγα χορτάρια που και που και ένα σπήλαιο να δεσπόζει στην μια του πλαγιά. Εκεί λέγαν οι παλιοί, είχαν το καταφύγιό τους οι νύμφες των ελών, που κάθε βράδυ τραγουδούσαν στο φεγγάρι και λίκνιζαν το κορμί στο ρυθμό Θεϊκού αυλού. Και όποιος άντρας θνητός έβλεπε τον χορό τους, ξεμυαλιζότανε και εξαφανιζόταν από προσώπου γης. Ανέβηκε τα απότομα βράχια με όση δύναμη είχαν τα χέρια και τα σακάτικα πόδια του. Έφτασε στην κορυφή λαχανιασμένος και εξουθενωμένος, προσπαθώντας να πάρει ανάσες. Από το ύψος αυτό, όλη η πεδιάδα του Μαραθώνα φαινόταν με κάθε λεπτομέρεια, μέχρι την θάλασσα. Και αυτό που είδε, τον φόβισε. Τον τρομοκράτησε. Όλη η παραλία αλλά και τα γαλάζια νερά του Αιγαίου είχαν μαυρίσει από ανθρώπους με όπλα, πλοία, άλογα και σκηνές πολέμου. Παρατήρησε τα μεγάλα λάβαρα που κυμάτιζαν στο κέντρο αυτής της σύναξης. «Πέρσες…», μονολόγησε. «Ήρθαν το λοιπόν οι βάρβαροι, ήρθαν οι κερατάδες … μυριάδες είναι … φτου! Οι πηθικαλώπηκες ( σ.σ. άνθρωποι πονηροί και μοχθηροί) από κασσωρίδες (σ.σ. πόρνες) μάνες! Φτου…», συνέχισε φτύνοντας με αποστροφή στο χώμα. Γύρισε το κεφάλι απ’ την αντίθετη μεριά. Άλλοι στρατιώτες εκεί, άλλες σκηνές άλλα λάβαρα … Παρατήρησε καλύτερα και είδε τα εξίσου μισητά σύμβολα της Αθήνας. Μόνο που κάπου μέσα του, η Ελληνική του ρίζα, έδειξε συμπάθεια προς τους καληκνίμηδες Αθηναίους. «Η γυναίκα … το παιδί, είμαστε κοντά σε χώρο μάχης. Πρέπει να τους απομακρύνω, κινδυνεύουν, πρέπει…», σκέφτηκε όλος φρίκη αλλά και απόγνωση. Σηκώθηκε και με χίλια μύρια βάσανα κατέβηκε τον λόφο, έφτασε στο ίσιωμα και προσπάθησε να τρέξει. «Καλή προσπάθεια…», σκέφτηκε βλέποντας τα ανυπάκουα πόδια του, «… μα τους Θεούς, καλή η προσπάθεια. Μα αν και ο νους το θέλει… το σώμα…», δεν απόσωσε την σκέψη του καθώς μια πέτρα τον έκανε να παραπατήσει και να κυλιστεί καμιά δεκαριά μέτρα στο μικρό κατηφορικό μονοπάτι. Σηκώθηκε, τέντωσε τα πόδια και άρχισε να περπατάει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Δεν υπολόγιζε τα κλαδιά από τα δέντρα που τον χτυπούσαν στο πρόσωπο, τ’ αγκάθια που του τρυπούσαν τους μηρούς και τις μυτερές πέτρες που ξέσκιζαν τα σανδάλια του. Έπρεπε να φτάσει όσο πιο γρήγορα γινόταν. Οι φήμες που ακούγονταν για τους βαρβάρους, όλα αυτά που έλεγαν για την καταστροφή της Ίμβρου και της Λήμνου, θα μπορούσαν να τρομοκρατήσουν και τον πιο γενναίο άντρα. Και ο Θεμίστιος παρά την ανημποριά του, δειλός δεν ήταν, όμως θεωρούσε εαυτόν, προστάτη της γυναίκας, ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι ήταν σωτήρας μιας γυναίκας που δεν ήξερε καν το όνομά της, αλλά και του μικρού μωρού. Πέρασε η σκέψη από το μυαλό του, για τον άντρα της γυναίκας αυτής. Πως μπορούσε να τους έχει εγκαταλείψει σε τέτοιες στιγμές! Λογικά σκέφτηκε ότι μπορεί να βρισκόταν εκεί, στο στρατόπεδο των Αθηναίων , πιθανότατα στο χρέος του στην πόλη. Έφτασε στη λιτή καλύβα και ακούμπησε στον ξύλινο φράχτη να πάρει τις ανάσες που τόσο χρειαζόταν. Σκούπισε τον ιδρώτα και έκανε να μπει από την μικρή πόρτα, όταν αντιλήφθηκε κάποια κίνηση και φωνή να ακούγεται από το σχεδόν σκοτεινό δωμάτιο. Αφουγκράστηκε και άκουσε την διακεκομμένη φράση της Ελπινίκης:
-«Μικρό μου… κοιμήσου … ήσυχα άφησε τα μάτια σου να τα … αιχμαλωτίσει ο Μορφέας…»
Χαμογέλασε και η καρδιά του που τόση ώρα χτυπούσε δυνατά, ηρέμισε και γύρισε στους φυσιολογικούς της χτύπους. Μπήκε όσο πιο ήρεμα μπορούσε μέσα, γνωρίζοντας ότι το «λικνιστό» του περπάτημα, πιο πολύ γέλιο θα προκαλούσε παρά φόβο. Είδε την γυναίκα δίπλα στο κρεβατάκι του μωρού, καθισμένη στο χαμηλό ξύλινο κάθισμα, να το κουνάει στην αγκαλιά της. Το μάτια της ήταν κλειστά, πρησμένα μα γεμάτα δάκρυα. Η αγκαλιά της έδειχνε το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένη μια μητρική αγκαλιά. Το μωρό, ήρεμο, απομυζώντας την αγάπη της μάνας, (μάνα την λόγιζε ο Θεμίστιος ), είχε παραδοθεί στα όνειρά του. Πλησίασε και από απόσταση ενός μέτρου της μίλησε χαμηλόφωνα να μην την τρομάξει:
-«Καλή σου εσπέρα γυναίκα… είμαι…»
-«Αυτός που μου στάθηκε; Αυτός είσαι; Καλή σου εσπέρα κι εσένα. Και να σε έχουν οι Θεοί καλά ξένε…»
Του μίλησε χωρίς ν’ ανοίξει τα μάτια της. Δεν είχε ταραχτεί, δεν έδειξε κανένα σημάδι ανησυχίας λες και τον περίμενε να έρθει. Μα, δεν τον περίμενε; Τα μελανιασμένα χέρια της, κράταγαν γερά το μωρό, αν και φαινόταν ότι οξείς πόνοι διέτρεχαν το κορμί της σε κάθε κίνηση.
-«Είμαι αυτός που προσπάθησα να σε περιποιηθώ. Εσένα κι το παιδί σου. Το όνομά μου είναι Θεμίστιος και τυχαία βρέθηκα εδώ…»
-«Θεμίστιος; Δεν είσαι από τα μέρη μας. Δεν είσαι Αθηναίος! Έτσι δεν είναι; Από πού κρατάει η γέννα σου, η καταγωγή σου; Και πως βρέθηκες εδώ; Έμπορος είσαι;»
Ο άντρας σκέφτηκε λίγο πριν απαντήσει. Δεν ήξερε αν έπρεπε να της πει την αλήθεια. Αποφάσισε να πει ψέματα, προς το παρόν τουλάχιστον, μέχρι εκείνη ν’ αναρρώσει πλήρως. Και τότε θα έβλεπε τι μπορούσε να πει. Ίσως και να τον συμπαθούσε μέχρι τότε και η αλήθεια να ήταν πιο υποφερτή.
-«Ναι, δεν είμαι απ’ εδώ…»
-«Έμπορος;», επανέλαβε εκείνη
-«Περίπου, έμπορος κατά μια έννοια… ναι θα μπορούσες να το πεις έτσι…»
-«Και τι εμπορεύεσαι λοιπόν;»
-«Θράκας είμαι…», είπε προσπαθώντας να αποφύγει την τελευταία της ερώτηση. Σκέφτηκε για λίγο και αποφάσισε να προωθήσει τον εαυτό του σαν θεραπευτή. Του άρεσε η ιδέα και θα μπορούσε εύκολα να γίνει πιστευτό μετά τα τόσα γιατροσόφια που της είχε χορηγήσει. «Θεραπευτής είμαι…», ανέφερε όλο περηφάνια, « θεραπευτής που ήρθα στην πόλη σας … για γνώσεις!»
-«Θεραπευτής λοιπόν ε; Γι αυτό και ξέρεις τι να κάνεις! Μήπως γνωρίζεις και τι μου συνέβη;», τώρα είχε ανοίξει τα μάτια και προσπαθούσε να διακρίνει το πρόσωπο του. Έβαλε το κοιμισμένο πια μωρό, στο κρεβατάκι του και γύρισε, πάντα καθισμένη, προς την μεριά του. Τα μαύρα της μάτια δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν τα χαρακτηριστικά του, μια μικρή μόνο υποψία της όψης του μπορούσε να υποθέσει. «Λοιπόν; Ξέρεις;», επανέλαβε την ερώτησή της.
Εκείνος άρχισε να πλέκει ένα ολόκληρο παραμύθι γύρω από τα περιστατικά του βιασμού της. Της είπε ότι περνούσε από τα μέρη τους, ψάχνοντας να βρει κάπου να μείνει, να περάσει την βραδιά του, στο δρόμο του για την μεγάλη πόλη. Εκεί την βρήκε ξαπλωμένη στην αυλή, μέσα στα αίματα…
-«Με έχουν βιάσει;», τον ρώτησε τόσο απότομα, που τον ξάφνιασε και σταμάτησε την ιστορία που είχε αρχίσει. «Λοιπόν; Με έχουν βιάσει; Γιατί έτσι νοιώθω. Έχω μεγάλο πόνο ανάμεσα στα πόδια. Πες μου, με έχουν βιάσει;», επανέλαβε και τα μάτια της έδειχναν να λάμπουν στο λιγοστό φως.
-«Ε… ε… ε… νομίζω πως ναι. Δεν ξέρω…»
-«Δεν ξέρεις; Θεραπευτής είσαι και λες ότι δεν ξέρεις; Κατάλαβα… τουλάχιστον δεν μου λες ψέματα…»
Ο Θεμίστιος νόμιζε πως η γυναίκα θα άρχιζε το κλάμα και τον θρήνο. Ετοιμάστηκε ν’ αντιμετωπίσει μια κατάσταση πανικού και υστερίας. Αντίθετα όμως εκείνη, τέντωσε την μέση της, μόνο οι Θεοί γνωρίζουν πως άντεξε τους πόνους της, σήκωσε το πηγούνι ψηλά αναδεικνύοντας τον υπέροχο, αν και μελανιασμένο,  λαιμό της και στύλωσε το βλέμμα στο άνοιγμα της πόρτας. Δεν είπε λέξη άλλη, μόνο βούλιαξε στις δικές της υποθέσεις. Ο άντρας δεν την ενόχλησε όση ώρα αυτή, είχε τις θύμησες ή τις σκέψεις της. Μόνο προσπάθησε να κάνει κάποιες επείγουσες δουλειές και να βρει τα σωστά επιχειρήματα, να φύγουν όσο το δυνατό πιο σύντομα απ’ εκεί. Έκανε τα πρώτα βήματα στο καλύβι, παρακαλώντας να μην ακούσει γέλια πίσω απ’ τη πλάτη του, λόγω του βαδίσματός του. Έπιασε τα πράγματα της γυναίκας κι έφτιαξε ένα μεγάλο μπόγο. Αποφάσισε μέσα του, να ξεκινήσουν το πρωί και πιο εύκολο θα ήταν αφού το φως της μέρας θα τους βοηθούσε να βλέπουν, αλλά και γιατί η Ελπινίκη θα είχε άλλη μια νύχτα να ξεκουραστεί. Έστυψε το μυαλό του να βρει πειστικές δικαιολογίες, να την αναγκάσει να φύγει μαζί του, όταν ακούστηκε η φωνή της:
-«Γιατί μαζεύεις τα πράγματα μου; Θα πάμε πουθενά, ή, απλώς με κλέβεις;»
Ο Θεμίστιος σταμάτησε απότομα, ξαφνιασμένος και απόλυτα τρωτός, απέναντι σ’ αυτή την σκληρή φωνή που βγήκε απ’ το στόμα της. Κατάλαβε αμέσως ότι είχε να κάνει με δυνατό άνθρωπο, με κάποια που δεν ήταν συνηθισμένη στις αρνήσεις, μάλλον αριστοκρατικής καταγωγής. Κι αυτό τον έκανε ν’ απορήσει…. με το τι γύρευε μια τέτοια γυναίκα και μάλιστα τόσο… όμορφη, μ’ ένα μωρό στην αγκαλιά, σ’ ένα τέτοιο αχυρώνα, στη μέση του πουθενά, στη μέση των βάλτων. Γύρισε το κεφάλι του αργά προς το μέρος της. Δεν της έκρυψε τίποτα απ’ αυτά που είδε πάνω στον λόφο των νυμφών. Προσπάθησε να δώσει μια πιο μελανή και δραματική εικόνα, για να την ωθήσει στην απόφαση του. Της είπε για το πλήθος του βαρβαρικού στρατού, για τα όπλα του, τα άλογά του και τα μεγάλα λάβαρα. Την είδε να τον ακούει ατάραχη. Έδωσε ακόμα μεγαλύτερη έμφαση στα λεγόμενά του και η αλήθεια είναι πως ο λόγος του ήταν αρκετά πειστικός. Μετά θυμήθηκε ότι ακόμα δεν ήξερε το όνομά της. Την ρώτησε.
-«Και νομίζεις ότι πρέπει να σε ακολουθήσω, για το καλό μας όπως λες. Ο άντρας μου αυτή τη στιγμή είναι στο στρατόπεδο των Ελλήνων που είδες. Εκεί περιμένει, την όπως λες, από ώρα σε ώρα μάχη. Κι εγώ… να φύγω; Άκου Θράκα, δεν ξέρω για τα μέρη σας και για τις συνήθειές σας, αλλά εδώ είναι Αθήνα, η πόλη του Αιγαία και του Θησέα. Κι εδώ πολεμάμε όλοι με κάθε μέσο. Ο καθείς με τον τρόπο του, ο καθείς με τις δυνάμεις του. Μπορεί να μην είμαι στο πεδίο της επικείμενης μάχης, αλλά και μόνο που είμαι εδώ, ή αν θέλεις όλες οι γυναίκες της πόλης μας, που δεν φεύγουν, δίνουν ώθηση, δίνουν κίνητρο και δύναμη στα χέρια των πολεμιστών. Και αυτοί οι πολεμιστές … θα δεις…. Είναι αήττητοι…!»
Σταμάτησε το μικρό της λόγο, αφήνοντας ένα δάκρυ να κυλίσει απ’ τα μάτια. Θυμήθηκε τα πάντα εκτός από την νύχτα που της συνέβη το περιστατικό με τον βιασμό της. Μέσα της παρακάλεσε την Ήρα και τον Άρη, να προφυλάξουν τον Τελευτία, ξαφνικά τον είχε πεθυμήσει βασανιστικά πολύ, αλλά πάνω απ’ όλα να φυλάξουν την πόλη της. Είδε τον ξένο με γυρισμένη την πλάτη, να πηγαίνει στην άκρη του δωματίου, με εκείνο το αστείο του βάδισμα, που της θύμισε όρνιθα να τρέχει. Δεν γέλασε. Τον παρατήρησε και είδε επιδεξιότητα και σταθερότητα στα χέρια του. Είχε πάρει κι αυτός την απόφασή του. Θα έμενε μαζί της! Δεν είχε αλλού να πάει, φυγάς ήταν. Είχε συμπαθήσει και το μικρό…  σκατούλι!
-«Ελπινίκη…», του φώναξε. Έκλεισε τα μάτια και λιποθύμησε κοντά στη φωτιά.-

Δευτέρα, 16 Μαρτίου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 30
Η θάλασσα είχε αρχίσει να σηκώνει κύμα, όταν ο βαρβαρικός στόλος πλησίασε την άμμο της ακτής του Μαραθώνα. Λες και περίμεναν κάποιο αόρατο σήμα, τα στίφη των Ανατολιτών, παρέμεναν στα πλοία τους, ατενίζοντας όλη την παραλία και εποπτεύοντας τον χώρο όπου θα μπορούσαν να στρατοπεδεύσουν. Ένα λάβαρο στολισμένο με το σήμα του «μεγάλου βασιλιά», υψώθηκε και αφέθηκε να ανεμίζει τα έντονα χρυσά σχέδιά του, στον Ελληνικό ουρανό. Στον αέρα πέταξε ένα φλεγόμενο βέλος, έκανε τον γύρο πάνω από το στόλο και έσβησε με τσίριγμα στο νερό. Μεγάλες σανίδες κατέβηκαν από τις πλώρες των γιγάντιων μεταγωγικών με την στρογγυλή κοιλιά και τα δυό κατάρτια. Ένας αξιωματικός, με σκούρο σκουφί στο χρώμα της βαθυκόκκινης γης και τον λινό του θώρακα, ανέμισε δυό μικρούς χάλκινους δίσκους. Τους έκρουσε τρείς φορές και τους σήκωσε όσο πιο ψηλά μπορούσε στον αέρα. Αλαλαγμοί ακούστηκαν από παντού. Τα δόρατα των στρατιωτών, απ’ όλα τα σκάφη, με ενθουσιασμό, υψώθηκαν σαν δάσος προς τα ουράνια. Τα σπαθιά γυάλισαν στον Αττικό ήλιο και η φοβέρα της εικόνας  της ορδής αυτής, θα έκανε τον κάθε αντίπαλό της να τρέμει. Όταν κόπασαν οι φωνές και οι αλαλαγμοί, οι πρώτοι Μήδοι είχαν ήδη παραταχθεί στην παραλία. Άντρες γενειοφόροι, ψηλοί και ψημένοι στον πόλεμο, κρατούσαν τα χάλκινα σπαθιά τους και τις οκτάσχημες ασπίδες τους με την αλαζονεία του μεγάλου και ανίκητου στρατού. Αυτοί ήταν και η αφρόκρεμα των βαρβάρων. Πολεμιστές ευγενείς από την Μηδία, γόνοι πλούσιων οικογενειών, εκπαιδευμένοι στην αντοχή και την κακουχία, στην τέχνη του πολέμου και στην ανδρεία. Χρόνια πολεμιστές, μια εναντίον των Πάρθων, μια εναντίον των Υρκανών, μια εναντίον των Ασσυρίων, είχαν αναπτύξει μια αξιοζήλευτη τακτική μάχης, μα πάνω απ’ όλα, μια εκπληκτική επιδεξιότητα στο τόξο. Τώρα όλοι μαζί, σύμμαχοι με κοινά συμφέροντα ή υπόδουλοι στον μεγάλο βασιλιά των Αχαιμενιδών, πατούσαν την ιερή γη της Αττικής.
Μεγάλες σκηνές στήθηκαν στο πιο ομαλό και στεγνό, από τα νερά των ελών, έδαφος. Ένα στρατόπεδο δημιουργήθηκε σε ελάχιστο χρόνο, με την μεγάλη τέντα των δυό πολεμάρχων στο κέντρο. Ψηλά λάβαρα με το χρυσό λιοντάρι του Δαρείου, με το χιαστά σπαθιά του Δάτη και τα χρυσά άλογα του Αρταφέρνη, υψώθηκαν και ανέμιζαν στον αέρα. Σε άλλα σημεία, φωτιές άναψαν, άλογα που είχαν κατέβει από τα πλοία, συγκεντρώθηκαν και διάφοροι οπλουργοί έστησαν τα εκστρατευτικά τους  εργαστήρια, χωρίς να χάσουν χρόνο. Στρατιώτες κατέβαιναν συνεχώς από τα σκάφη, δίνοντας την εντύπωση, πως αυτό το μάζεμα αντρών, δεν είχε τέλος. Οι αξιωματικοί έδιναν οδηγίες και διαταγές που στις περισσότερες περιπτώσεις δεν φαινόταν να γίνονται κατανοητές, λόγω της πανσπερμίας των γλωσσών.
Οι Αθηναίοι, από την πεδιάδα του Αυλώνα, έβλεπαν όλη αυτή την σύναξη με ανάμικτα συναισθήματα και αντιδράσεις. Άλλοι από το φόβο τους είχαν αρχίσει τις προσευχές και τις επικλήσεις προς τους Θεούς, ιδίως οι νεότεροι σε ηλικία, άλλοι, οι πιο έμπειροι, προσπαθούσαν να γεμίσουν την καρδιά τους με θάρρος. Οι στρατηγοί, μετά από λίγα λεπτά παρατήρησης , είχαν αποσυρθεί στην μεγάλη σκηνή. Εκεί θα έφτιαχναν τα πλάνα της μάχης.
Ο Τελευτίας, κοίταζε το αντίπαλο στρατόπεδο, χωρίς να μπορεί να πιστέψει στα μάτια του. Έβλεπε και τον Λάφιλο που νευρικά, σχεδόν πανικόβλητος, είχε χλομιάσει και έβηχε από νευρικότητα και αποφάσισε να δράσει. Πλησίασε τον νησιώτη και τον σκούντηξε στα πλευρά. Εκείνος δεν ανταποκρίθηκε, δεν κατάλαβε καν την επαφή. Ξανάκανε την κίνηση. Ο νεαρός, έδειχνε αποσβολωμένος. Ο Αθηναίος γέλασε, κατανοώντας την κατάσταση του συντρόφου του.
-«Πολλοί είναι ε; Τι λες;»
Δεν πήρε απάντηση καμία. Το στόμα του Λάφιλου, δεν μπορούσε να βγάλει ούτε ένα ήχο, ούτε ένα λαρυγγισμό. Έμοιαζε με άγαλμα που κρατούσε δόρυ και ασπίδα.
-«Πάντως να ξέρεις ότι δεν σημαίνει τίποτα ο αριθμός τους. Πρέπει να το ξέρεις αυτό νεαρέ. Πολύ μικρό ρόλο παίζουν τα νούμερα. Η καρδιά μετράει…», είπε χωρίς να το πολυπιστεύει και ο ίδιος. Στήριξε την περικεφαλαία, που είχε εν τω μεταξύ προλάβει να επιδιορθώσει, στον γοφό του και ανασηκώνοντας το πόδι, ακούμπησε σε μια μεγάλη πέτρα.
-«Ωραία μάχη θα γίνει…»
-«Ωραία… θα… γίνει; Δεν φοβάσαι; Είναι τόσοι…»
-«Αν φοβάμαι; Έχω χεστεί απάνω μου… αλλά μπορούμε κι αλλιώς; Άκου αν φοβάμαι…»
Οι δυό άντρες κοιτάχτηκαν αμίλητοι. Πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα σε αυτήν  την στάση. Μετά τους έπιασαν τα γέλια. Γέλια νευρικά, έντονα, σε τέτοιο σημείο που έτρεξαν δάκρυα στα μάγουλα. Χτύπησε ο ένας την πλάτη του άλλου, σαν παλιοί φίλοι σε ταβέρνα και συνέχισαν να γελάνε με μανία. Το θάρρος πέρασε από τον ένα στον άλλο, σαν αστραπή. Τα στήθια γέμισαν με αέρα και αυτήν την ανεξήγητη ευωδιά από ία.
-«Για πέστε μας κι εμάς τι λέτε! Για να γελάσουμε κι εμείς…», ακούστηκε η φωνή του Ευρυάνακτα. Οι δυό Λακεδαιμόνιοι είχαν πλησιάσει από πίσω και τώρα έδιναν με την παρουσία τους μεγαλύτερο κουράγιο στους δυό συνομιλητές.
-«Για… λοιπόν. Για πείτε μας. Δεν πιστεύω να λέτε γι αυτούς…» συνέχισε ο Λίχης δείχνοντας προς την μεριά των βαρβάρων. «Μα τι ωραία κοπάδια για σφαγή που είναι! Ωραία θα περάσουμε, δυνάμεις να έχουμε να κόβουμε λαιμούς…», συνέχισε κάνοντας όλους τώρα, ακόμα και άλλους στρατιώτες ολόγυρα να γελάσουν.
-«Βρε βρε βρε, κοιτάτε αυτούς εκεί… μαύροι δεν είναι; Ή εγώ γέρασα και δεν βλέπω καλά; Μπα, μαύροι είναι… κοιτάτε τι φέρανε να μας πολεμήσει. Ένα λεφούσι μαύρα γουρουνάκια!!!!»
-«Κι εσύ βέβαια σαν Σπαρτιάτης έχεις αδυναμία στα γουρουνάκια έτσι;», ρώτησε ο Τελευτίας τον Λίχη που ακόμα γέλαγε από τα δικά του λόγια.
-«Και βέβαια τους έχω αδυναμία… και όχι μόνο να τα τρώω, αλλά και να τα σφάζω…. Χα χα χα»
-«Κι εγώ που νόμιζα ότι τρώγατε αποκλειστικά αυτό το μαύρο το ζουμί….»
-«Μωρέ αυτό τρώμε, αλλά και κανένας χοίρος κάπου – κάπου, σε δυνατή φωτιά, πάνω στη σούβλα… καλός είναι. Και άμα είναι και μικρό το γουρουνάκι !!!! …. μα τους Θεούς… ξεχνάς και την γλώσσα που μιλάς… χα χα χα»
Έκανε καλό αυτή η κουβέντα και το αριβίστικο ύφος των Σπαρτιατών. Κάθισαν και πιασαν την κουβέντα γύρω απ’ τον Περσικό στρατό. Έτσι έκαναν και όλοι οι άλλοι στο στρατόπεδο. Το ένα μάτι όμως ήταν κολλημένο στην μεγάλη σκηνή των στρατηγών. Κλεισμένοι εκεί η αφρόκρεμα του Αθηναϊκού στρατεύματος, συζητούσαν τις επιλογές που είχαν.
Ο Λάφιλος δεν ήθελε να παραμείνει μαζί τους πια. Έπρεπε να ηρεμίσει και να … μάθει. Δεν ήξερε από την στρατιωτική πειθαρχία όπως οι άλλοι, δεν μπορούσε να περιμένει να τον διατάξουν απλώς τις επόμενες κινήσεις του. Περπάτησε προς το κέντρο του χώρου. Χιλιάδες άντρες κάθονταν στο έδαφος, άλλοι δίπλα σε μεγάλες φωτιές, άλλοι σε κούτσουρα που είχαν κόψει απ’ τα διπλανά δέντρα. Το μυαλό και τα μάτια όμως, όπως το έδειχναν οι κλεφτές ματιές, ήταν στην μεγάλη σκηνή των στρατηγών.
Τώρα που είχε νυχτώσει πια, τα λυχνάρια αδυνατούσαν να φωτίσουν καθαρά τα πρόσωπα και πάνω απ’ όλα τις εκφράσεις. Ακόμα και τα λόγια έδιναν την εντύπωση ότι ήταν βραχνά και βαριά. Ότι κρατούσαν κάτι το μυστηριακό μέσα στα νοήματά τους. Γιατί η γλώσσα δεν είναι μόνο η κίνηση του αέρα και η διαμόρφωση των φθόγγων, αλλά και η όραση, που «διαβάζοντας» σώματα, εξηγεί τα λόγια. Σε πολλές περιπτώσεις, το παιχνίδισμα της φλόγας, έκανε τις χάλκινες πανοπλίες να δείχνουν ότι κινούνταν μόνες τους και τις φωνές να έρχονται από το πουθενά.
-«Από σένα εξαρτάται, ω Καλλίμαχε…», ακούστηκε μια στιβαρή και γλυκιά φωνή με κάπως ένρινη χροιά, από το κέντρο του της μεγάλης τράπεζας, «… είτε να οδηγήσεις την Αθήνα στη σκλαβιά, είτε να εξασφαλίσεις την ελευθερία της και να αφήσεις στις επερχόμενες γενιές μια ανάμνηση κατά πολύ πιο έντονη από την ανάμνηση εκείνων που έκαναν την Αθήνα δημοκρατία. Γιατί ποτέ από τότε που οι Αθηναίοι έγιναν λαός, δεν αντιμετώπισαν ένα τόσο μεγάλο κίνδυνο…». Τα επόμενα λόγια αυτής της φωνής, δεν ακούστηκαν, καθώς επικράτησαν αντιρρήσεις, όχι και ναι, με μεγάλη ένταση και από στεντόρειες ομιλίες. Κάποιος απείλησε κιόλας να χειροδικήσει, σηκώνοντας ένα μεγάλο ραβδί…
-«Στρατηγοί μου…», ακούστηκε μια άλλη πιο ώριμη φωνή, «στρατηγοί μου, νομίζω πως πρέπει να ηρεμίσουμε αφού για το μέλλον της αγαπημένης μας πόλης συζητάμε. Δεν είμαστε ένα τσούρμο ανώριμων παιδιών που μαζευτήκαν να παίξουν. Και δεν είναι χωρίς συνέπειες οι αποφάσεις που θα πάρουμε. Όλοι μαζί! Οι λόγοι αυτών που ψήφισαν την καθυστέρηση, είναι ολότελα εξηγημένοι και αποδεκτοί. Όμως και αυτών που είχαν αντίθετη ψήφο, να πολεμήσουμε τώρα , εδώ δηλαδή, σ’ αυτό το μέρος, είναι πάλι κατανοητοί και επαρκώς εξηγημένοι….»
Επικράτησε μια ανησυχία και οι φωνές πάλι ανέβασαν τόνους. Κανείς από τους δέκα στρατηγούς των Αθηναίων, δεν είχε κοιμηθεί δυό μέρες τώρα και τα νεύρα ήταν τεντωμένα. Δεν φοβόταν ουδείς την μάχη, αλλά όλοι σκέφτονταν την πιο σωστή απόφαση. Οι ώμοι είχαν γείρει από την εξάντληση και όποιο πρόσωπο μπορούσε να φανεί, φανέρωνε πρόωρες ρυτίδες και μαύρες σακούλες κάτω από τα μάτια.
«… σας παρακαλώ να κάνουμε λίγη ησυχία. Άκουσα καλά τους λόγους του στρατηγού Αριστείδη, που με προέτρεπαν να πάρω την απόφαση της αναμονής, μέχρι να έρθουν οι Λακεδαιμόνιοι. Θεών έργο να έρχονταν, το βλέπω όμως πολύ δύσκολο να κρατάμε όλο το στράτευμα, έτσι άπραγο, στατικό, με την θέα του βάρβαρου απέναντι. Άκουσα και τους λόγους του στρατηγού Μιλτιάδη, να μου εξηγούν την ανάγκη της άμεσης επίθεσης. Πρέπει λοιπόν κι εγώ σαν αρχιστράτηγος, να ψηφίσω κι ελπίζω να το πράξω όσο πιο σοφά μπορώ…»
Πάλι επικράτησε φασαρία, ακούστηκαν δυνατές φωνές, λες και προσπαθούσαν τελευταία στιγμή να πείσουν τον μεγάλο πολέμαρχο. Ο Καλλίμαχος, περίμενε να ηρεμίσουν:
«… ξέρω…», συνέχισε με ήρεμη κι επιβλητική φωνή, «… ότι κανείς σας δεν φοβάται την μάχη, ούτε τον θάνατο. Δεν είναι η δειλία αυτή που σας κάνει να διαφωνείτε, αλλά η επιθυμία του πιο σωστού αποτελέσματος…»
Πάλι έγινε ένας μικρός θόρυβος, ακούστηκαν και κάτι γέλια…
«… αλλά νομίζω ότι πήρα την απόφασή μου. Την πήρα μετά από πολύ σκέψη και υπολογισμό των κινήσεων και των δικών μας, αλλά πάνω απ’ όλα των καταραμένων Ασιατών. Η Ευρώπη ολόκληρη, βρίσκεται ανυπεράσπιστη στις ορδές τους. Γιατί αν νικήσουν εμάς, τους Έλληνες, η όρεξη θα τους ανοίξει και δεν θα υπάρχει κανένα άλλο εμπόδιο στο διάβα τους. Μη γελιόμαστε! Ο βαρβαρικός στρατός είναι και καλά οπλισμένος και πάνω απ’ όλα, καλά οργανωμένος. Η Ελλάδα μας, η πόλη μας και όλη η Ευρώπη λοιπόν, θα γίνουν σωροί από ερείπια. Τα σπίτια των προγόνων μας, οι ναοί των Θεών μας, όλα τα επιτεύγματα του λαού μας, θα σαρωθούν στο πέρασμα της σκόνης τους. Πρέπει να καταλάβουμε… τα παιδιά μας, οι γυναίκες μας, οι μανάδες μας … όλοι θα συρθούν στα σκλαβοπάζαρα των Περσών και των συμμάχων τους. Ο στρατός τους, είναι μεγαλύτερος από τον Αθηναϊκό, αυτό το παραδέχομαι, αλλά μειονεκτεί. Και ξέρεται που;…»
Πολλοί είπαν διάφορους λόγους. Ο ένας ισχυρίστηκε ότι δεν ήξεραν το έδαφος, κάποιος άλλος φώναξε ότι τα όπλα των Ελλήνων είναι καλύτερα…
-«… σύντροφοι εν όπλοις, όλα αυτά που ισχυρίζεστε είναι σωστά, αλλά όχι το κυριότερο μειονέκτημα. Και ποιο είναι αυτό; Το μαστίγιο, ο βούρδουλας… και αυτός ο στρατός που κυβερνιέται με βούρδουλα δεν νικάει! Και το μεγαλύτερο όπλο το δικό μας; Φανταστείτε πως θα νοιώσουν οι βάρβαροι αν επιτεθούμε πρώτοι εμείς. Ναι, ναι σύντροφοι, ο αιφνιδιασμός μπορεί να νικήσει. Μόνοι μας, χωρίς την βοήθεια των Σπαρτιατών. Κι αν η μάχη αυτή στεφανώσει τα όπλα μας, σκεφτείτε για πόσα χρόνια η ιστορία και οι απόγονοί μας, θα μιλάνε για μας. Γι αυτή την μοναδική μέρα του Μεταγειτνιώνα! Η απόφαση μου λοιπόν, είναι, η παραχώρηση της αρχιστρατηγίας στον στρατηγό Μιλτιάδη, τον κυβερνήτη του Βυζαντίου. Κι αυτός ας αποφασίσει την ημέρα της επίθεσης».
Όλοι έμειναν σιωπηλοί κοιτώντας προς την μεριά του νέου τους αρχιστράτηγου. Ο ψηλός άντρας με την αριστοκρατική θωριά, προχώρησε μπροστά και ακούμπησε το αριστερό του χέρι, στον ώμο του Καλλίμαχου:
-« Στρατηγέ μου, θα κρατήσεις την Αθήνα ελεύθερη και το όνομά σου θα μείνει στην ιστορία, Καλλίμαχος ο Αφιδναίος, όσο υπάρχουν άνθρωποι. Θα φροντίσει γι αυτό όλος ο στρατός σου και η μεγάλη νίκη της απόφασής σου!»

Σάββατο, 14 Μαρτίου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 29
Ο Λάφιλος γύρισε πλευρό, μήπως και σταματήσει αυτόν τον θόρυβο. Ένας έντονος ήχος που του τρυπούσε τ’ αυτιά και τον αναστάτωνε, διώχνοντας το νησί του απ’ το μυαλό. Διώχνοντας αυτή την υπέροχη εικόνα που, όλη νύχτα, κυριαρχούσε στο όνειρό του.
Ανακάθισε ζαλισμένος απ’ την απότομη έγερση και προσπάθησε να καταλάβει την προέλευση αυτής της συνεχόμενης ακουστικής καταιγίδας. Είδε τους δυό Σπαρτιάτες να έχουν φορέσει ήδη τις πανοπλίες τους και τον Τελευτία να ζώνεται το μεγάλο του σπαθί.
Η νύχτα ακόμη δεν είχε εγκαταλείψει τα βουνά στον ορίζοντα. Το φεγγάρι φωτεινό και μεγαλόπρεπο έστεκε κρεμασμένο στο μαύρο χάος με τ’ αστέρια, λες κεντήματα σε σκουρόχρωμο βελούδο, να κοροϊδεύουν τους θνητούς με την αλαζονεία της απόστασης.
Οι σάλπιγγες ηχούσαν περισσότερο από δέκα λεπτά, καλώντας όλο το στράτευμα, σε συγκέντρωση, με την μέγιστη δυνατόν τάξη αλλά και την ταχύτητα που έκανε την Αθηναϊκή οπλιτική φάλαγγα έναν φοβερό, φονικό σχηματισμό.
Γύρισε προς τον μικρό Αμεινία. Τον είδε να κοιμάται ακόμα, με τις παλάμες του να προσπαθούν να βουλώσουν τα αυτιά. Τον σκούντηξε απότομα. Ο μικρός έδειξε να ενοχλείται :
-«Άσε με λίγο ακόμα, δεν έχει φέξει… Άσε με…»
Ο Λάφιλος γέλασε με το αστείο μουτράκι του μικρού και αποφάσισε να τον αφήσει ήσυχο να συνεχίσει τον ύπνο του. Έτσι κι αλλιώς η συγκέντρωση ήταν μόνο για τους μάχιμους στρατιώτες. Σηκώθηκε και προσπάθησε ν’ αρματωθεί με την πανοπλία που είχε φροντίσει να τον προμηθεύσει ο Αθηναϊκός στρατός. Φόρεσε τον δερμάτινο θώρακα, με την βοήθεια του Λίχη, πήρε και έδεσε την θήκη με το μεγάλο ξίφος στα αριστερά του, πήρε το δόρυ και το κράνος του. Προσπάθησε να σηκώσει την ασπίδα. Την βρήκε εξαιρετικά βαριά. «Πρωί είναι ακόμα…», σκέφτηκε ελπίζοντας ν’ αποκτήσει τις δυνάμεις του, στη διάρκεια της μέρας. Κοίταξε τον μικρό του σύντροφο που είχε αποκοιμηθεί και πάλι… Ακολούθησε τους υπόλοιπους στο στενό μονοπάτι, προς τον χώρο της συγκέντρωσης. Χιλιάδες δάδες, έκαναν την πεδιάδα να φωτίζει από την τρεμάμενη φωτιά τους. Της έδιναν μια εξωπραγματική εικόνα, με την κίνηση τόσων πολλών στρατιωτών. Ο νησιώτης προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει  το μέγεθος του ανθρώπινου πλήθους. Ποτέ του δεν είχε δει τέτοια και τόσο μεγάλη συγκέντρωση, όλο του το νησί δεν είχε τόσο πληθυσμό. Δεν ήξερε αν είχε έρθει η ώρα για μάχη. Σαν κοτόπουλο πήγαινε όπου τον έσπρωχναν οι άλλοι, ακολουθούσε το δρόμο των άλλων και άρχισε να βρίζει, όπως έβριζαν και οι άλλοι. Δεν ήξερε, καν, όπως και κανένας απ’ τους υπόλοιπους στρατιώτες,  που στην κατάρα ήταν οι βάρβαροι. Νοστάλγησε τον φίλο του τον Άρατο που τον είχαν στείλει στα πλοία, εκεί που περισσότερο ανήκε. «Έκανε το όνειρό του πραγματικότητα…», σκέφτηκε. «Τώρα θα είναι πάνω σε κάποια τριήρη και θα κομπάζει από περηφάνια όταν τελειώσουν όλα αυτά!».
Κάποιος από πίσω τον έσπρωξε δυνατά με την ασπίδα και παραπάτησε, μπόρεσε όμως να κρατήσει την ισορροπία του, στηριζόμενος στο κορμό κάποιου δέντρου. Το βλέμμα του έψαξε τον Τελευτία και τους δυό Σπαρτιάτες, αλλά μάταια. Είχαν χαθεί μέσα στο πλήθος των στρατιωτών, στις ασπίδες, που, καλογυαλισμένες αντανακλούσαν το φως της σελήνης και των δαυλών και στο δάσος των δοράτων, που όρθια, απειλούσαν τα ουράνια. Τα μάτια του έπεσαν στο βάθος, στη μεγάλη σκηνή των στρατηγών. Αν και η απόσταση ήταν αρκετά μεγάλη, μπορούσε να ξεχωρίσει τις από κει προερχόμενες φωνές. Ανησύχησε με την έντασή τους. Σκέφτηκε ότι αυτή η αναστάτωση δεν ήταν μια απλή άσκηση. Μπορούσε να διακρίνει καθαρά, πολλούς αξιωματικούς να περιμένουν διαταγές, περπατώντας νευρικά έξω απ’ την μεγάλη σκηνή, ενώ η φρουρά είχε αυξηθεί δραματικά, με τον τριπλάσιο αριθμό φρουρών.
Τα μεγάλα λάβαρα της Αθηναϊκής πολιτείας, ανέμιζαν με τον χαρακτηριστικό ήχο του λινού πανιού τους, τα χρώματά τους, την περηφάνια τους αλλά και την ετοιμότητά τους στον νυχτερινό αγέρα.
Στην κορυφογραμμή του ορίζοντα, φάνηκε μια λευκή λωρίδα φωτός. Επιτέλους ο νυσταγμένος ήλιος, αποφάσισε να ξαναχαρίσει στους ανθρώπους την ζωοδότρα λάμψη του. Μπόρεσε να δει καλύτερα, ενώ έτρεχε πια, παροτρυνόμενος από τα σκουντήματα και τις σπρωξιές των άλλων, προς το σημείο της παράταξης, έναν άντρα με μεγαλόπρεπο παρουσιαστικό και χάλκινο θώρακα, να βγαίνει από την μεγάλη σκηνή, με τους φρουρούς να παραμερίζουν για να περάσει. Τον χαιρέτισαν, αυτός όμως δεν έδωσε σημασία. Σε λίγο ακολούθησαν και άλλοι. Φαίνονταν αριστοκρατικής καταγωγής, αν έκρινε σωστά, από τον τρόπο που έστεκαν. Κινήθηκαν προς τους άλλους, τους κατώτερους αξιωματικούς και ακολούθησε μια ολιγόλεπτη συζήτηση.
Έφτασε στο χώρο συγκέντρωσης και συναντήθηκε πάλι με τους χαμένους του συντρόφους. Περίμεναν τώρα τις διαταγές των ανωτέρων τους. Εκτός των δυό Σπαρτιατών που γελούσαν παρατηρώντας τους νεαρούς Αθηναίους στρατιώτες που για πρώτη φορά βρίσκονταν σε τέτοια κατάσταση, όλοι οι άλλοι, μεγάλοι και μικροί, έμπειροι ή όχι, ένοιωθαν ένα σφίξιμο στο στομάχι. Αυτή η αβεβαιότητα, του τι πρόκειται να γίνει, τους είχε κάνει ανάστατους.
Δεν άργησε να δοθεί το σύνθημα! Οι σάλπιγγες ήχησαν δυνατά και καθαρά την οξεία τους φωνή. Ένα σάλπισμα μακρόσυρτο στην αρχή, μετά ένα κοφτό και στο τέλος δυό πάλι μακρόσυρτα. Ο Λάφιλος ζήτησε από τον Τελευτία να του εξηγήσει τη σημασία τους.
-«Αυτό το σήμα, σημαίνει σχηματισμό πορείας», του εξήγησε. «Προχωράμε ο ένας πίσω από τον άλλο. Που πάμε; Ποιος ξέρει, θα δούμε. Πάντως φαίνεται ότι ο βάρβαρος είναι κοντά πια. Πάμε λοιπόν για μάχη!». Το πρόσωπό του ήταν τώρα πολύ σοβαρό και ως ένα σημείο σκοτεινό. Μόνο ο Ευρυάναξ αστειευόταν με τον Λίχη, γελούσαν και βρίσκονταν σε εύθυμη γενικώς κατάσταση, λες και πήγαιναν μια βόλτα στα δάση και όχι σε μάχη.
-«Ε ε ε ε… Αθηναίε…», φώναξε ο Ευρυάναξ στον Τελευτία, «φοβάσαι; Πιστεύεις ότι είναι ώρα για φόβους τώρα;»
-«Και γιατί να μην είναι; Κάθε λογικός άνθρωπος θα φοβόταν. Αλλά, άλλο το φοβάμαι, άλλο το δειλιάζω…», του απάντησε ο έμπορος.
-«Δεν ήθελα να σε προσβάλλω… δεν μίλησα για δειλία, αυτό θα ήταν ότι πιο ατιμωτικό θα μπορούσα να σου πω ποτέ… απλά ρώτησα αν φοβάσαι…»
-«Και εγώ σου απάντησα . Μόνο τα ζώα δεν φοβούνται, γιατί δεν καταλαβαίνουν τι τους γίνεται! Εμείς οι άνθρωποι έχουμε την πολυτέλεια του φόβου, την αρχοντιά της πρόγνωσης και της υπόθεσης. Γι αυτό φοβάμαι! Γιατί ακόμα ξέρω να υπολογίζω, πιότερο τα άσχημα και μετά τα καλά. Φοβάμαι, για την τύχη της χώρας μου, για την περηφάνια και την λευτεριά μου, για την κατάντια και την απόγνωση του λαού μου. Φοβάμαι για την ζωή μου, δεν το κρύβω, αλλά και για την ζωή αυτών των νέων παιδιών…», έδειξε με το χέρι του αόριστα τους γύρω του, « που για κάποια ηλίθια ιδέα, για τον εγωισμό κάποιου γελοίου βάρβαρου βασιλιά, θα διαβούν τον Αχέροντα …»
-«Ναι, αλλά αυτό το αίμα, το δικό μας αίμα, ποτίζει τις χρυσές στιγμές της χώρας μας, ποτίζει την λευτεριά και τα ινδάλματα των νέων ανδρών που θα έρθουν. Έτσι το ανάστημά μας, θα γίνει φάρος στην ιστορία και το όνομα μας αθάνατο. Αλλά κάποια στιγμή, όλοι δεν θα πεθάνουμε; Προτιμώ στην μάχη με τον εχθρό, παρά ανάπηρος από γηρατειά … μπροστά σε μια εστία, στην ησυχία της ανυπαρξίας μας…»
-«Μπορεί να είναι έτσι φίλε μου, μπορεί να είναι όπως τα λες. Και σίγουρα κάποια απ’ αυτά που λες είναι αλήθεια. Όμως και άλλα πράγματα είναι αλήθεια. Το αίμα τόσων παιδιών, σήμερα, αύριο ή μεθαύριο, όποτε τελικά γίνει η μάχη, θα γίνει λάσπη μες τα δάση ή στα έλη. Τι θα ποτίσει; Μόνο τα σκουλήκια της γης! Τι άλλο θα ποτίσει; Πόνο, λύπη, απελπισία, ανημποριά και κλάμα, σε όλους τους άλλους πίσω τους. Δάκρυα στις οικογένειες, απόγνωση στις γυναίκες τους και τα παιδιά τους και ανημποριά στις αδερφές να δουν τον κόσμο όμορφο. Και προσπαθώ να μη μιλήσω για να τους γονείς. Αυτούς, σε περίπτωση νίκης, θα τους κρατήσει όρθιους η περηφάνια. Αλλά για λίγο μόνο καιρό. Πόσο νομίζεις ότι μπορεί ένας γονιός ν’ αντέξει όταν θα έχει θάψει το παιδί του; Πόσο θ’ αντέξει ο κόσμος του, να τον βαστάξει… πόσο; Ωραία τα μεγάλα λόγια, αλλά η ζωή είναι αλλιώς, στα ζητάει όλα…»
Οι δυό Λακεδαιμόνιοι δεν απάντησαν. Καταλάβαιναν τον φόβο του, αλλά τα λόγια του, ήταν πολύ μακριά από τα δικά τους πιστεύω. Είχαν την λεπτότητα (!) όμως να μην του ανταπαντήσουν.
Περπατούσαν σε δυάδες, ο ένας πίσω από τον άλλο, σε σχηματισμό πορείας, αμίλητοι και σκεφτικοί. Το να πηγαίνεις σε πόλεμο, όσο θαρραλέος και να είσαι, δεν παύει να σου προκαλεί ένα δέος! Εκτός κι αν κατάγεσαι από την Σπάρτη, εκεί που ο Ευρώτας δημιουργούσε ένα άλλο είδος ανθρώπων.
Ο Τελευτίας άρχισε ν’ ανησυχεί όλο και πιο πολύ τώρα. Ο ήλιος είχε φωτίσει την πλάση κι έβλεπε γνωστά τοπία στο διάβα του. Σε λίγο είχαν αρχίσει τα έλη. Κοίταξε πιο επίμονα… και διαπίστωσε ότι ήταν το μονοπάτι που είχε πάρει κι εκείνος για να έρθει στο μεγάλο στρατόπεδο. «Που πάμε;», αναρωτήθηκε. Τρομοκρατημένος είδε την κεφαλή της στρατιάς, να σταματάει και να παρατάσσεται στην περιοχή που είχε φτάσει με την Ελπινίκη. «Στον Μαραθώνα λοιπόν…», σκέφτηκε και το μυαλό του πήγε στην γυναίκα και τον μικρό μπελά. Ήθελε να πάει να τους βρει, αλλά ήξερε ότι αυτό ήταν αδύνατο. Παρηγορήθηκε με την ιδέα, ότι η σύντροφός του, ήταν πολύ έξυπνη γυναίκα… για να φύγει μακριά την περιοχή της μάχης. Βρήκε πάλι το κουράγιο και ακολούθησε τους συντρόφους του.
Οι αξιωματικοί με όση φωνή τους είχε απομείνει, γαύγιζαν γρήγορα και κοφτά διαταγές. Ο αέρας είχε αρχίσει να φυσά την δροσιά του πάνω στους ιδρωμένους Αθηναίους, λες και ήθελε να τους ανακουφίσει απ’ την ολοήμερη πορεία τους. Στο βάθος η θάλασσα έδειχνε ελαφρώς … νευριασμένη, αλλά κρατούσε τα «προβατάκια» της χαμηλά. Στον ορίζοντα όμως είχε αλλάξει χρώμα, είχε γίνει πιο σκούρα από το συνηθισμένο… Οι άντρες της Αθήνας, έβλεπαν για πρώτη φορά κάτι τόσο μεγαλόπρεπο, τόσο επιβλητικό. Εκατοντάδες πλοία με χρυσά μπόκια και ψηλές καρίνες, πλησίαζαν τις ακτές του Μαραθώνα. Τύμπανα ακούγονταν από τη μεριά τους, τύμπανα που έδιναν το ρυθμό στους κωπηλάτες. Η σημαία του μεγάλου βασιλιά της Περσίας, ανέμιζε στα νερά του Αιγαίου.
Ύβρις!!!

Τρίτη, 10 Μαρτίου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 28
Ο νεαρός νησιώτης, είχε αποσβολωθεί ακούγοντας όλα αυτά που του έλεγε ο Τελευτίας. Κάθονταν όλοι μαζί κατάχαμα, γύρω από την φωτιά δίπλα σε ένα πουρνάρι. Η νύχτα τους συνόδευε με την ησυχία της και το αρκετά δροσερό αεράκι της, σε σημείο τέτοιο που ο Αθηναίος είχε τυλιχτεί μες τον μανδύα του. Κάθε τόσο κοίταγε τον μικρό του σύντροφο, κάποια φορά τον Ευρυάνακτα και μετά πάλι τον Τελευτία, αδυνατώντας να ορθώσει λέξη. Δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί ή να φοβηθεί απ’ αυτά που άκουγε.
-«Έτσι λοιπόν είναι τα πράγματα, λίγο δύσκολο να το παραδεχτείς, αλλά και δύσκολο να εξηγήσεις το πώς ξέραμε το όνομά σου. Έτσι δεν είναι; Μας κοιτάς σαν ψάρι που βγήκε από το νερό…», χρησιμοποίησε μια έκφραση Αθηναίικη που δύσκολα θα την καταλάβαιναν οι άλλοι, «… εννοώ, έτσι που ανοίγεις το στόμα σου, λες και ψάρι έξω απ’ το νερό που προσπαθεί να βρει ανάσα. Αλήθεια είναι όμως! Βλέπεις είναι παράξενα τα παιχνίδια των Θεών!»
Ο μικρός Αμεινίας, σκεφτικός, ακουμπούσε πάνω στον Λάφιλο και τώρα όλο και πιο πολύ. Λαμποκοπούσαν τα μάτια του απ’ την εξιστόρηση αυτή, αλλά το στομάχι του είχε ήδη δεθεί κόμπος.
Από το μονοπάτι, δίπλα τους, ακούστηκε κάποιο γρύλισμα. Ο Λίχης το αντελήφθη πρώτος και σηκώθηκε με το δόρυ στο χέρι. Πάντα έτοιμος για μάχη! Στο φως της δάδας φάνηκε ένα μεγάλο σκυλί, με περήφανη μουσούδα και σάλια να τρέχουν γύρω από τα σαγόνια του. Ο Σπαρτιάτης έκανε μια κίνηση προς το μέρος του προτείνοντας το ξύλινο δόρυ.
-«Μην ανησυχείς Λίχη. Αυτός είναι ο Παίωνας, ο … σύντροφός μου…», δεν μπορούσε να πει ο σκύλος μου, ένοιωθε κάτι περισσότερο γι αυτό το ζώο, « με ακολουθεί χρόνια τώρα. Μόνο που, από την ημέρα που ήρθαμε εδώ, όλο τρέχει στα χωράφια και στα χώματα. Τουλάχιστον δεν με κουράζει με το φαγητό του. Φροντίζει μόνος του γι αυτό…».
Οι δυό Λακεδαιμόνιοι, κάθισαν ήρεμα κάτω και άδραξαν της ευκαιρίας, να ρωτήσουν διάφορα τον Αθηναίο. Εκείνος μίλαγε, απαντούσε, υπέθετε… το βλέμμα του όμως έπεσε πάνω στα μάτια του Παίωνα. Η έμφυτη μελαγχολία του σκυλιού, ήταν ή φαινότανε εντονότερη τώρα. Μέχρι που άκουσε ή νόμιζε ότι άκουσε ακόμα και το κλάμα του. Κάτι δεν του πήγαινε καλά, κάτι άρχισε να τον «τρώει» μέσα του. Τον έπιασε μια δυσφορία, η ανάσα του χωρίς να τι καταλάβει, είχε γίνει πιο γρήγορη, ενώ ο κόσμος γύρω του είχε αρχίσει να θολώνει. Γονάτισε δίπλα στο ζώο και το χάιδεψε. Οι άλλοι κατάλαβαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με αυτόν τον παράξενο Αθηναίο.
Ο Τελευτίας σήκωσε τα χέρια και τα σταύρωσε στο στήθος. Ένας οξύς πόνος του τρύπαγε τα σωθικά και αντανακλούσε πίσω, κάτω από την ωμοπλάτη του. Δεν είχε ξανανιώσει στη ζωή του κάτι τέτοιο. Φοβήθηκε, αλλά σε λίγα λεπτά, όλα ξανάγιναν όπως πριν. Αισθάνθηκε να διψάει πολύ. Ήπιε νερό και τέντωσε το χέρι να σηκωθεί. Οι υπόλοιποι τον βοήθησαν, αν και τον προέτρεπαν να ξαπλώσει πάνω στα άχυρα που είχε σαν κρεβάτι. Αρνήθηκε, δικαιολογούμενος πως ήταν καλά. Ούτε ο ίδιος όμως το πίστευε. Ξαφνικά ένας νέος πόνος του τρύπησε το αριστερό χέρι και σε λίγο επεκτάθηκε και στο αριστερό πόδι του. Δεν μπορούσε να στηριχτεί και ένοιωσε να τρέμουν όλα τα μέλη του. Ο Παίωνας, παράξενο, δεν είχε κουνήσει από την θέση του. Ο Τελευτίας αναγκάστηκε να υπακούσει στις συμβουλές των άλλων και ξαπλώνοντας, τον πήρε αμέσως ο ύπνος.
-«Κουράστηκε ο … παππούς σήμερα», παρατήρησε ο Λίχης. «Αφήστε τον να ξεκουραστεί, δεν θα πάθει τίποτα,…. , το είπαν και οι Θεοί εξάλλου! Μην το ξεχνάμε…», γέλασε με τα τελευταία του λόγια.
Οι υπόλοιποι συμφώνησαν σιωπηλά και άφησαν τον έμπορο να ξεκουραστεί. Αποφάσισαν ότι το πιο σωστό θα ήταν να ακολουθήσουν κι αυτοί τον Μορφέα, αρκετές συγκινήσεις είχαν όλη μέρα.
Ο Τελευτίας, βυθίστηκε σ’ ένα βαθύ και απόλυτο ύπνο. Όχι όμως ήσυχο. Έβλεπε παράξενα όνειρα, που τον έκαναν να βογγάει και να στριφογυρίζει πάνω στα άχυρα. Κούναγε τα χέρια να διώξει τις δυσάρεστες εικόνες και το … αίμα που έβλεπε να στάζει πάνω στο κεφάλι του. Είδε μια μάχη. Δεν μπόρεσε να διακρίνει ακριβώς ποια, αλλά σίγουρα ήταν μάχη. Είδε την Ελπινίκη… να πολεμάει, με χέρια και με πόδια, με δαγκώματα και νυχιές. Είδε τον εαυτό του να τρέχει με ένα μεγάλο σπαθί στο χέρι, να βοηθήσει, αλλά όσο κι αν έτρεχε, πάντα βρισκόταν στο ίδιο μέρος. Είδε τον Αγήνορα να γελάει και να ρεύεται πάνω στο τραπέζι, είδε τον Παίωνα να του γλύφει τα πόδια, το σπίτι του, τα χωράφια του, τους παλιούς του συντρόφους στα ταξίδια. Ξανά η γυναίκα που είχε αφήσει απροστάτευτη, ερχόταν ρακένδυτη, όχι – όχι ρακένδυτη αλλά γεμάτη αίματα, με αργό βήμα και τα χέρια τεταμένα… και όσο ερχόταν τόσο απομακρυνόταν, όσο έκανε να τον πλησιάσει, τόσο λες και ο χρόνος την πήγαινε πίσω, πάλι απ’ την αρχή, πάλι απ’ την αρχή. Κι εκείνος πάντα ακίνητος … να τρέχει και να τρέχει κοντά της και όλο να … απομακρύνεται. Κάποια στιγμή είδε τον ουρανό μαύρο, μια στατική, άηχη άβυσσος και ξαφνικά τα βλέμμα του αντίκρισε τόνους χώματος να πέφτουν επάνω του και να τον θάβουν ζωντανό. Του κόπηκε η ανάσα, προσπάθησε με τα νύχια, να σκάψει τον τάφο του, να λευτερωθεί. Όμως δεν μπορούσε. Όλο και περισσότερα χώματα έπεφταν και του πίεζαν τα πνευμόνια, έμπαιναν στο στόμα του και στα ρουθούνια…
Είδε την Ελπινίκη να γελάει και να τον κοιτάει ακίνητη. Δεν είχε μαλλιά, δεν είχε τα υπέροχα μαύρα της μαλλιά. Έμοιαζε με την Μέδουσα… με τα φίδια στο κεφάλι. Προσπάθησε να πάρει αέρα… και αντελήφθη την γυναίκα να τον χαιρετάει και να φεύγει. Τον άφηνε να πεθάνει μόνος του. Την φώναξε…
Τα χέρια του Λίχη, τον ταρακούνησαν και τον έβγαλαν από τους εφιάλτες του. Κοίταξε γύρω του και ξεφύσηξε ανακουφισμένος. Ανασηκώθηκε χωρίς να πει κουβέντα στον Λακεδαιμόνιο. Οι άλλοι κοιμόντουσαν και δεν είχαν καταλάβει τίποτα. Προς στιγμή, ντράπηκε. Κούνησε το κεφάλι του δεξιά – αριστερά και κοίταξε τον άντρα απέναντί του κατάματα. Είδε ανησυχία σε εκείνα τα σκούρα μάτια:
-«Μια χαρά είμαι», τον καθησύχασε. «Μια χαρά νοιώθω. Μη φοβάσαι…»
-«Εφιάλτες ε;», τον ρώτησε ο Σπαρτιάτης. «Προσπάθησε να ηρεμίσεις γιατί το πρωί μας έχουν καλέσει σε συγκέντρωση… όλο το στρατό. Θα μας ειδοποιήσουν οι σάλπιγγες. Άντε κοιμήσου τώρα και θα δεις… όλα θα πάνε καλά»
Ο Τελευτίας συμφώνησε με ένα νεύμα του. Τώρα ο ύπνος αργούσε να έρθει, αν και φοβόταν τα νέα άσχημα όνειρα. Η Ελπινίκη ήταν η τελευταία και μεγαλύτερη απόλαυση σ’ αυτή την ζωή. Θεωρούσε τον εαυτό του αρκετά γέρο, για οποιαδήποτε άλλη χαρά. Η γυναίκα αυτή και το μικρό … ο μικρός «μπελάς»! Ήθελε να σταθεί δίπλα στην σύντροφό του, ήθελε να φερθεί σαν πατέρας κι ας μην ήταν στην αλήθεια. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να ταξιδέψει με την σκέψη στην μικρή καλύβα. Χαμογέλασε και έλπισε αυτή η εικόνα, ν’ αποτρέψει τους εφιάλτες του.
Ο Ευρυάναξ, κοιμόταν ελαφρά όπως είχε μάθει τόσα χρόνια να κάνει. Ήταν μέρος της στρατιωτικής παιδείας. Λένε ότι όλοι οι Λακεδαιμόνιοι κοιμούνται σαν λαγοί. Με το ένα μάτι δηλαδή, ανοικτό. Το παραμικρό μπορούσε να τους κάνει να πεταχτούν όρθιοι με φονικό όπλο στο χέρι και μυαλό καθαρό για δράση. Έτσι λένε! Όταν ο σύντροφός του έσκυψε πάνω απ’ τον αναστατωμένο Αθηναίο, άνοιξε τα μάτια του. Κατάλαβε αμέσως την κατάσταση, αλλά δεν κουνήθηκε καθόλου. Δεν ήθελε να δείξει ότι είχε αντιληφθεί το άγχος και την ανησυχία του Τελευτία. Στα δικά του πιστεύω, ο άντρας πρέπει να κρύβει τις αδυναμίες του. Εκτός αυτού, δεν θεώρησε σημαντικό έναν εφιάλτη. Άφησε να περάσουν περίπου δέκα λεπτά και γύρισε πλευρό. Είχε και τις δικές του αναπολήσεις και αυτές ήθελε να είναι ευχάριστες. Σκέφτηκε την Αγαθόκλεια και το «σπίτι» στην Κόρινθο. Χαμογέλασε με ικανοποίηση που θυμόταν ακόμα καθαρά το πρόσωπό της. Τώρα ήθελε να κάνει έρωτα μαζί της. Απελπισμένα. Μπορούσε να δει την συνεύρεση μαζί της, χωρίς ηθικούς φραγμούς, χωρίς να φοβάται τα βλέμματα των άλλων. Γυμνή πάνω στο κρεβάτι της, πάνω στο μικρό τραπέζι του δωματίου υποδοχής, μόνη αλλά και με άλλες κοπέλες σε ανήθικες στάσεις και χάδια. Ασυναίσθητα άνοιξε τα μάτια και κοίταξε μη τον βλέπει κανείς, πνιγμένος από αναστολές. Μα τα όνειρα ποιος άλλος να τα αντιληφθεί. Ξανάκλεισε τα μάτια να συνεχίσει την ονειροπόληση. Προσπάθησε να συνεχίσει από το ίδιο σημείο που είχε μείνει. Το έκανε , απολαμβάνοντας τη στιγμή. Μπορούσε να κάνει τα πάντα. Όλος ο κόσμος ήταν τώρα δικός του, ολόδικός του. Χούφτωνε μαστούς και γλουτούς, χάιδευε δέρματα αρωματισμένα με τα καλύτερα αρώματα και πασαλειμμένα με αιθέρια έλαια. Διείσδυσε σε όλους τους κόλπους και όχι μόνο των πολλών γυναικών που ήταν ξαπλωμένες δίπλα του. Μπορούσε να …. Το κλάμα που ακούστηκε όμως τον επανέφερε  στην φυσική του σεμνότητα. Κάπου από κάποιο άλλο δωμάτιο, μακριά από το όργιο που φανταζόταν, ένα μωρό έκλαιγε με δύναμη, ζητώντας …
Του χάλασε την φαντασίωση. « Το μωρό», σκέφτηκε «το μικρό μωράκι…» αυτό που είχε δώσει στην Αγαθόκλεια να το φυλάει. Άνοιξε τα μάτια και ανακάθισε. Κοίταξε τον Λίχη και του έκανε νόημα να αλλάξουνε σκοπιά. «Σαν δεν ντρέπομαι», συλλογίστηκε, «να κάνω τέτοιες σκέψεις!». Έφτυσε στο χώμα δίπλα του, σήκωσε το δόρυ του και την ασπίδα και πήγε να αντικαταστήσει τον σύντροφό του. Όταν πήρε την θέση του, κάτω από το μεγάλο πουρνάρι, (από κει μπορούσε ν αντιληφθεί οποιαδήποτε κίνηση σε μεγάλη ακτίνα), στήριξε έναν νέο δαυλό για να βλέπει καλύτερα, άρχισε να σκαλίζει στον κορμό το όνομα της Θάλειας. Σαν να ζητούσε συγγνώμη για τις άνομες σκέψεις του!
Γύρισε τα μάτια στην πλάτη του Λίχη που απομακρυνόταν. Τον εντυπωσίασαν οι ώμοι του, που στο λιγοστό φως έδειχναν τεράστιοι. «Καλή σου νύχτα φίλε», ψιθύρισε μέσα από τα δόντια του. «Καλή σου νύχτα πιστέ και σοφέ μου σύντροφε!»

Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27
Το μαύρο του ουρανού είχε αρχίσει να παίρνει σταχτί χρώμα. Σε λίγο θα ξεπρόβαλαν οι χρυσές ακτίνες του ήλιου  πάνω από τα βουνά. Η μέρα ερχόταν να αποκαλύψει τις ανομίες που έκρυβε η μεγάλη της αδερφή, η νύχτα. Οι μεγάλοι μαύροι γίγαντες, οι σκιές των βουνών, άρχισαν να σαλεύουν στην χωμάτινη αυλή, μπροστά από την μικρή καλύβα. Σε λίγο θα εξαφανίζονταν και ο χώρος θα μαρτυρούσε την μεγάλη αγριότητα. Ήδη το αίμα της γυναίκας είχε αρχίσει να φαίνεται στην σκόνη. Η πρωινή υγρασία είχε την μπόχα του θανάτου και της βιαιότητας.
Η Ελπινίκη, δεν είχε κουνηθεί όλο το βράδυ. Μόνο κάποια αγκομαχητά έβγαιναν από το στόμα, πολύ σιγανά και πολύ αργόσυρτα. Το σώμα είχε τιναχτεί μια – δυό φορές καθώς οι πόνοι διαπερνούσαν και αυτό το σχεδόν ακόμα, λιπόθυμο κορμί. Το δεξί της χέρι, ανασηκώθηκε μια φορά κατά την διάρκεια της νύχτας, αλλά ξέπνοο, έπεσε με δύναμη στο πάτωμα της καλύβας. Δεν το είχε προσπαθήσει ξανά. Δεν είχε τόση δύναμη.
Ο Θεμίστιος, την είχε μεταφέρει κοντά στη φωτιά κι όλο το βράδυ, προσπαθούσε να την περιποιηθεί. Ήταν το καλύτερο και το λιγότερο που μπορούσε να κάνει. Βρήκε ένα σκοινί φτιαγμένο από λινάρι. Το έβρασε με λίγο νερό και αλάτι για να σφίξει περισσότερο και άρχισε μετά να το διαλύει, χωρίζοντάς το σε λεπτές ίνες. Τις ίσιωσε με το δάχτυλο. Έψαξε στο μικρό σακούλι του και βρήκε μια σακοράφα φτιαγμένη από οστό προβάτου και άρχισε να ράβει τις πληγές της γυναίκας. Ευχαρίστησε τους Θεούς που δεν θα καταλάβαινε τον πόνο εκείνη. Πριν την ράψει όμως, καθάρισε με βραστό νερό τις πληγές της, τις αποστείρωσε με λίγο κρασί, ήπιε και ο ίδιος για να βρει κουράγιο και σκεφτόταν τα μαντζούνια που έπρεπε να χρησιμοποιήσει για μετά. Στην Θράκη, πριν τον πάρουν οι Αθηναίοι σκλάβο, ήξερε πολλά γιατρικά. Ζούσε από την γεωργία και από τις υπηρεσίες του ως κάποιου είδους γιατρός ή θεραπευτής όπως τον αποκαλούσαν οι συμπατριώτες του. Αλλά οι γνώσεις του ήταν περιορισμένες σε καθημερινές υπηρεσίες. Έτσι δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα για τον κομμένο του τένοντα και την διαλυμένη επιγονατίδα, ενθύμια από την βαρβαρότητα του Αθηναίου αφέντη του. Τώρα επιστράτευε όλες τις γνώσεις του,… να σώσει μια Αθηναία.
Έραψε όλες τις πληγές της, ή όσες θεωρούσε ότι χρειάζονταν τέτοιας περιποίησης. Έμεινε ευχαριστημένος από την δουλειά του και η αλήθεια ήταν ότι τα χέρια του έκαναν δουλειά καλλιτέχνη. Ήξερε ότι το πρόσωπο της άτυχης αυτής, ποτέ δεν θα ήταν το ίδιο. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο. Παρατήρησε ότι το μέτωπό της έκαιγε από πυρετό. «Καλό σημάδι», σκέφτηκε, «το σώμα αντιδρά και γιατρεύεται», συμπλήρωσε. Μ’ ένα πανί βρεγμένο, που έβαλε πάνω στο καθαρό της τώρα μέτωπο, προσπάθησε να την δροσίσει. Ακούστηκε ένας αναστεναγμός, τα μάτια της όμως δεν άνοιξαν. Την χάιδεψε με στοργή και έριξε το βλέμμα στον νεκρό του σύντροφο, που ακόμα δεν είχε μετακινήσει από κει που τον είχε πετάξει. Δεν ένοιωσε καμιά λύπη γι αυτό το φονικό.
Σηκώθηκε με μεγάλη προσπάθεια κι έσυρε το πτώμα έξω, στο πίσω μέρος της καλύβας προς την μεριά των βάλτων. Σκέφτηκε να το πετάξει στα έλη, αλλά συνειδητοποίησε ότι δεν του άξιζε κι αυτό. Στο κάτω – κάτω σκλάβος σαν κι αυτόν ήταν. Το μίσος του προερχόταν από την στάση άλλων, από τα δεσμά του. Αποφάσισε να τον θάψει με τα έθιμα της πατρίδας.
Ο ήλιος είχε βγει για τα καλά και η ζέστη τυραννούσε τώρα τον ανάπηρο άντρα που προσπαθούσε να ανοίξει τον λάκκο, που θα γινόταν ο τάφος του Κτήσιου. Έβαλε ένα κομμάτι πανί στο κεφάλι, αφού δεν είχε πέτασο, το έδεσε σφιχτά, έφτυσε τις παλάμες του και με μια τσάπα που βρήκε στην καλύβα, συνέχισε το σκάψιμο, μέχρι την στιγμή που το μυαλό του σκέφτηκε το μωρό στο κρεβατάκι του.
«Το παιδί», μονολόγησε, «το παιδί!». Γύρισε το βλέμμα προς την καλύβα και στηρίχτηκε στο λοστάρι της τσάπας. Τα μάτια του είχαν γίνει δυό μικρές τρύπες, είχε συνοφρυωθεί και προσπαθούσε στα τριάντα του χρόνια να δει πως μπορούσε να φροντίσει ένα μωρό, να γίνει … μάνα.
Βιαστικά έριξε το άψυχο σώμα στο λάκκο, έβαλε πέτρες και χώμα. Ίσα – ίσα που χώραγε το πτώμα, σε εμβρυακή στάση (κατά το συνήθειο της Θρακικής ταφής), σε αυτή την μικρή και ρηχή τρύπα στο χώμα. Τίναξε τα ρούχα του να φύγουν τα πολλά χώματα και βάζοντας τα χέρια στη μέση, πήγε στην καλύβα να δει τι μπορούσε να κάνει για το μωρό. Έριξε το βλέμμα στην αναίσθητη γυναίκα. Δεν είχε σαλέψει καθόλου, δεν είχε ανοίξει τα μάτια και μόνο κάποιοι μικροί αναστεναγμοί έβγαιναν από τα χείλη της. Της χάιδεψε το μέτωπο και άλλαξε την υγρή κομπρέσα. Την παρατήρησε για λίγα δευτερόλεπτα, μέχρι που θυμήθηκε τα … μητρικά του καθήκοντα.
Έβρεξε λίγο ψωμί με νερό μέχρι να γίνει μαλακό και ζέστανε λίγο κριθάρι με τυρί. Το έκανε πολτό με τα δάχτυλά του. Πλησίασε το μικρό ξανθό χαμόγελο. Και εκεί που ετοιμάστηκε να ικανοποιήσει την πείνα του μωρού, μια μπόχα πλημμύρισε τα ρουθούνια του.
-«Βρε, σκατούλι, τα έκανες; Σκατούλι ε, σκατούλι… και βρωμάνε κιόλας…», μονολόγησε και αποφάσισε να το καθαρίσει. Είχε δει τις γυναίκες στην πατρίδα του πολλές φορές να το κάνουν και νόμιζε ότι θα μπορούσε κι εκείνος. Η υπόθεση καθαρισμού όμως, αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολη δουλειά από ότι νόμιζε. Δεν κατάλαβε κι εκείνος πως βρέθηκε σχεδόν λουσμένος από αυτό το σκούρο παχύρευστο υγρό, που παρήγαγε συνέχεια εκείνος ο λευκός πισινός. Τελικά τα κατάφερε! Το τάισε κιόλας, διαπιστώνοντας ότι είχε ακόρεστη όρεξη, το χτύπησε και στην πλάτη μετά (κι αυτό το είχε δει στην πατρίδα του), το άφησε στο μικρό κρεβατάκι του και βγήκε στην αυλή, αφού ξανάριξε μια ματιά στην Ελπινίκη.
Ο ήλιος τον τύφλωσε, αλλά δεν μπήκε στον κόπο ούτε την παλάμη του να σηκώσει για προστασία. Βιαζότανε τώρα. Από την στιγμή του βιασμού είχαν περάσει πολλές ώρες και ο πυρετός της γυναίκας ανέβαινε συνεχώς. Προχώρησε προς τα νερά του ρυακιού που έτρεχε καμιά εκατοστή μέτρα πιο κάτω. Έβγαλε ένα μικρό μαχαίρι από το ιμάτιο του και γονάτισε στην βρεγμένη γη, χτυπώντας τα χέρια στον αέρα, ν’ απομακρύνει τα σμάρια από κουνούπια. Βρήκε το κίτρινο λουλούδι με το σκληρό μίσχο και έκοψε αρκετά, που τα έβαλε στο μικρό σακουλάκι του. «Ωραία… σπαθόλαδο!», μουρμούρισε, «βαλσαμέλαιο για τις πληγές!», συμπλήρωσε. Έκανε να σηκωθεί, όταν μια αίσθηση λιποθυμίας πλημμύρισε το είναι του. Ο πόνος που ένοιωσε στο γόνατο, τον έκανε να κλαίει. Δεν μπορούσε ν’ αναπνεύσει και η σουβλιά αυτή, του είχε αφήσει μια αίσθηση σαν να χτυπούσε μια καρδιά στην επιγονατίδα του. Ηρέμησε την ανάσα και σκούπισε τον ιδρώτα στο μέτωπο. Στα κουνούπια δεν έδινε σημασία πια κι αυτά, αν και πρωί ακόμα, είχαν βρει την ευκαιρία να του δαγκώσουν τα χέρια. Μάζεψε όση δύναμη βρήκε και σηκώθηκε. Με τα χέρια πάντα στην μέση, το κουνιστό του βήμα, λες και καράβι σε τρικυμία, τον έφερε στα ριζά του διπλανού λόφου. Κοίταξε τριγύρω με προσοχή. Πουθενά δεν φαινόταν ούτε ένας άνθρωπος. Αλλά και τα σπίτια στο βάθος του ορίζοντα, δεν έδειχναν σημάδια ζωής. Προχώρησε λίγο ακόμα το ανηφορικό μονοπάτι του λοφίσκου. Βρήκε στα χαμηλά φλησκούνι που το μάζεψε με προσοχή, μια συκιά που μπόρεσε να αφαιρέσει το άσπρο της δηλητήριο, αλλά και να μαζέψει σύκα. Από μια θεόρατη λεύκα, έβγαλε ένα μεγάλο κομμάτι από τον φλοιό της. Ήξερε την αντιπυρετική δράση της λεύκας αλλά και πως μπορούσε να γίνει φάρμακο για τους κοριούς. Ξαφνικά κατάλαβε ότι ανησυχούσε για το μωρό. Τίναξε το κεφάλι να αποδιώξει την σκέψη, πήρε βαθιά ανάσα ξανακοίταξε στον ορίζοντα και συνέχισε ν’ ανεβαίνει το μονοπάτι. Λίγο πιο πάνω, μάζεψε αλισφακιά, (είδος φασκόμηλου) και μάραθο. Πήρε και τσουκνίδες και λίγο χαμομήλι, που αν και ξεραμένο, μπορούσε να το χρησιμοποιήσει.
Έφτασε στην καλύβα κατά το μεσημέρι. Στο χέρι του, εκτός από το μπαστούνι που έφτιαξε από κάποιο κλαδί στο δρόμο, κρατούσε κι ένα λαγό που είχε σκοτώσει με μια αυτοσχέδια σφεντόνα. Πήγε στην φωτιά και κράτησε για λίγο το μωρό στην αγκαλιά του. Εκείνο τον κοίταζε με τα γαλάζια του ματάκια διάπλατα ανοιχτά και έτεινε το χέρι να του πιάσει την μύτη. Το κούνησε λίγο στην αγκαλιά του, νοιώθοντας να τον πλημμυρίζει μια ζέστη μες τα στήθια. Η γυναίκα ακούστηκε να βογγάει, αλλά παρέμενε ασάλευτη στη θέση της.
Είχε πολλά να κάνει. Φαγητό για το μωρό, σκέφτηκε ότι έπρεπε να βρει γάλα κατεπειγόντως, φαγητό για τον ίδιο, αν και αυτό ήταν το τελευταίο που τον ένοιαζε, να φτιάξει φάρμακο για την πληγωμένη και να την ταΐσει κάτι. « Και νερό… βέβαια νερό!», μονολόγησε σκεπτόμενος ότι δεν της είχε δώσει καθόλου νερό όλη μέρα και θα πρέπει να ήταν πολύ διψασμένη. Και μέσα σ’ όλα, το «σκατούλι», βρώμαγε πάλι, μ’ εκείνη την χαρακτηριστική πρωινή μυρουδιά. Έφτυσε στο πάτωμα, προσποιούμενος ότι ήταν θυμωμένος:
-«Τι θα γίνει κύριε; Σκατούλι; Όλο φαγητό, ύπνο και κακά;», γέλασε μπροστά σ’ εκείνα τα υπέροχα γουρλωτά γαλάζια μάτια. Το χάιδεψε στο κεφάλι και ξανάρχισε την πρωινή δουλειά, με μεγαλύτερη πείρα τώρα. Μεγαλύτερη; Κάπως!
Ξεχάστηκε για λίγο πειράζοντας και περιποιούμενος το μωρό, τον επανέφερε όμως στην σκληρή πραγματικότητα το βλέμμα που έριξε στην γυναίκα. Βιάστηκε να τελειώσει. Πήρε τα βότανα που είχε μαζέψει, τα έβρασε στη φωτιά και τα άλεσε φτιάχνοντας μια αλοιφή, με την οποία επάλειψε τις πληγές της. Ανασήκωσε το κεφάλι της και την ανάγκασε να πιεί τον ζωμό από τον βρασμένο φλοιό της λεύκας. Δεν ήξερε τι άλλο να κάνει. Αποφάσισε να λείψει για λίγο. Μερικές προμήθειες ήταν ακόμα απαραίτητες ίσως και επείγουσες. Και πρώτα απ’ όλα το γάλα, ίσως και , αν ήταν τυχερός, λίγο ψωμί.
Περπατούσε κάπου μισή ώρα, όταν άκουσε μουγκανητά από το βάθος του μονοπατιού, μετά τα πρώτα έλη. Πλησίασε να δει καλύτερα με την ελπίδα να βρει ανθρώπους και το σημαντικότερο , να έχουν ζώα.
Μια μεγάλη καλύβα, κάτι σαν στάνη, φάνηκε μπροστά του μετά από διακόσια μέτρα. Κρύφτηκε σε μια συστάδα από σχίνα, γονάτισε και παρακολούθησε δυό άντρες, σκλάβους αν έκρινε καλά από τα ρούχα που φορούσαν, να γεμίζουν κάποια παχνιά με άχυρο και κριθάρι. Μάζεψε τα κουράγια του και πλησίασε. Δεν προκαλούσε ανησυχία ή φόβο, αφού το περπάτημά του και η όλη του στάση, πιο πολύ γέλιο προκαλούσαν…
-«Χαίρε…», φώναξε δυνατά. Έπρεπε να γίνει αντιληπτός από μακριά, να μην αιφνιδιάσει. Οι δυό άντρες που ήταν σκυμμένοι πάνω στα παχνιά, ανασηκώθηκαν απότομα και σκίασαν τα μάτια να δουν πιο καθαρά. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους :
-«Χαίρε κι εσύ ξένε», απάντησε ο ένας και πλησίασε κοντά του.
-«Ξένος δεν είσαι; Δεν σ’ έχω ξαναδεί εδώ. Πως λέγεσαι; Και από πού είσαι;»
Ο Θεμίστιος είπε το όνομά του και, ψέματα, ανέφερε τις Αφίδνες σαν πόλη του. Δήλωσε ταξιδιώτης για δουλειές και ζήτησε να ξεκουραστεί λίγο και να ξεδιψάσει. Οι δυό δούλοι τον κοίταξαν καχύποπτα, αλλά μη γνωρίζοντας ποιόν είχαν μπροστά τους, του πρόσφεραν μια κούπα με κρασί και λίγο ψωμί κριθαρένιο. Κάθισε να πάρει ανάσα, προσπάθησε να πιάσει κουβέντα μαζί τους και συμφώνησε να τους βοηθήσει με αντάλλαγμα λίγο γάλα, ψωμί και μια κανάτα κρασί. Έτσι το σούρουπο, τον βρήκε να γυρνάει στην Ελπινίκη φορτωμένος με καλούδια που τόσο πολύ τα είχαν ανάγκη. Του είχαν δώσει και κρεμμύδια και λίγο τυρί. Σπάνια γενναιοδωρία για άγνωστο, που τον έκανε να αναρωτηθεί πιο πολύ ακόμα για την συμπεριφορά του Κτήσιου. Δεν ήξερε γιατί ο πρώην σύντροφός του είχε φερθεί έτσι, αναγκάζοντας αυτόν να καταναλώνει επικίνδυνα τον χρόνο του, μετά την δραπέτευση από τον αφέντη. Βέβαια θα μπορούσε να είχε φύγει, χωρίς να δώσει καμιά σημασία στο θύμα της επίθεσης, αλλά κάτι μέσα του, τον έδενε κοντά της.
Άναψε ένα φανάρι, δυνάμωσε το τζάκι που είχε αρχίσει ν’ αδυνατίζει τη φωτιά του και έσκυψε κοντά στην Ελπινίκη. Το χρώμα της είχε επανέλθει στα χλωμά της μάγουλα και ο πυρετός έδειχνε να υποχωρεί. Χαμογέλασε! Ευχαριστήθηκε με τον εαυτό του. Μόνο που τώρα έπρεπε να κάνει αυτό που δεν είχε σκεφτεί. Η αναίσθητη γυναίκα, δεν είχε σηκωθεί καθόλου και όλες οι προσωπικές της ανάγκες …. Είχαν ολοκληρωθεί εκεί που βρισκόταν. Δείλιασε προς στιγμήν. Παρακάλεσε να μην θυμόταν μετά όλα αυτά που έπρεπε να κάνει ή καλύτερα να μην αναγκαστεί να τα ξανακάνει.
Κοίταξε έξω από την πόρτα. Η νύχτα είχε μαυρίσει τα πάντα. Έπεσε για ύπνο δίπλα στην γυναίκα και κοιμήθηκε έναν ανήσυχο και εφιαλτικό ύπνο. Το φανάρι που είχε ανάψει, φώτισε την κίνηση της Ελπινίκης και το βλεφάρισμα των ματιών της, καθώς ξυπνούσε από τον λήθαργο των δυό ημερών.