Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 44
Κράταγε στα ύψη το ενδιαφέρον της σύναξης με τις ιστορίες της Ανατολής ο γερό Χιράμ και φαίνονταν όλοι μονιασμένοι, σαν μια αγαπημένη οικογένεια. Κάπου – κάπου φαινόταν και το χαμόγελο στο πρόσωπο της Ελπινίκης να είναι πλατύ και να ξέφευγε από τα βάθη της ψυχής της, αλλά γρήγορα επανερχόταν στην πρότερη σοβαρή της κατάσταση. Δυσκολευόταν όμως πολύ και ειδικά όταν άκουγε εκείνο το παραμύθι με το φυλακισμένο πνεύμα μέσα στο λυχνάρι, που μπορούσε να κάνει αλήθεια κάθε ευχή ή κάτι τέτοιο τουλάχιστον. Ή για την κοπέλα που τόσες νύχτες έλεγε διάφορες ιστορίες στον βασιλιά της, για να παρατείνει την ζωή της. Υπέροχα αυτά τα παραμύθια, τους μετέφεραν σε άλλους κόσμους, κόσμους πλούτου και ευκολίας στην ζωή, γεμάτα με αγάπες και έρωτες, μίση και ίντριγκες. Και η γλώσσα του γέροντα, έλεγε λόγια, λόγια γρήγορα και γλυκά, γεμάτα πάθος και ομορφιά. Με την απαλή και βελούδινη φωνή του, κατέβαζε τα σύννεφα από τα ουράνια και τα τύλιγε γύρω από το κεφάλι των ακροατών του. Και η δροσιά της νύχτας ήταν γεμάτη από τις ευωδιές της πλάσης γύρω τους. Μέσα σε όλους όμως κάτι άλλο ήταν αυτό που τους έτρωγε και η κάθε προσπάθεια του γέρου Ασιάτη, δεν μπορούσε να τους κάνει να ξεχαστούν. Όλοι καταλάβαιναν ότι η ώρα των αποφάσεων ήταν μπροστά τους. Ήταν … τώρα. Ο καθένας τους για τον δικό του λόγο, ουσιαστικά, δεν είχε για πατρίδα την Αθήνα. Οι δυό Σπαρτιάτες λόγω της πολιτικής και ηθικής τους παράβασης δεν μπορούσαν να πάνε ούτε στην Λακεδαίμονα, ο Θράκας δεν θα μπορούσε να μείνει ποτέ στην Αττική, με τον φόβο να συλληφθεί και πάλι, κάτι που μπορεί να του κόστιζε την ίδια του την ζωή, ο Λάφιλος με τον μικρό του σύντροφο που αναπολούσαν και οι δυό τους το μικρό τους νησί και τα μάτια της Πασιφάης. Για τον Τελευτία, ο τόπος εδώ ήταν μάλλον αφιλόξενος ίσως κι εχθρικός λόγω της Ελπινίκης και του Αγήνορα και για τους δυό Φοίνικες τον γέρο με την κόρη του, ούτε λόγος να γίνεται για παραμονή τους στην πόλη που πολέμησε ενάντια στους ομοεθνείς τους.
-«… κι έτσι η Χαλιμά, γιατί ξέχασα ν’ αναφέρω το όνομά της, παρέμεινε ζωντανή για…», απότομα διακόπηκε η ιστορία του Χιράμ, όταν τα μάτια του είδαν τον Λίχη να σηκώνεται όρθιος με κάποιο εκνευρισμό. Τον ακολούθησε ο Ευρυάναξ και κάτι είπαν χαμηλόφωνα κάτω από το μεγάλο πλατάνι στηριζόμενοι με το ένα χέρι πάνω στον γέρικο κορμό. Κοίταξαν τους υπόλοιπους για κάποια στιγμή και συνέχισαν την κουβέντα τους για μερικά ακόμα δευτερόλεπτα. Ο Αθηναίος έμπορος, κατάλαβε το περιεχόμενο της συζήτησης αυτής, καταλάβαινε ότι είχε έρθει και η δική του ώρα για αποφάσεις. Έριξε τα μάτια του στην Ελπινίκη και του φάνηκε προς το αγέλαστο και ανέκφραστο αυτό πρόσωπο, του έδινε την συγκατάθεση του.
-«Το ξημέρωμα, πριν οι αλέκτορες φωνίσουν θα φύγουμε! Εγώ, η Ελπινίκη και ο Θεμίστιος. Λόγοι που άλλοι ίσως ξέρουν, άλλοι πάλι όχι, με αναγκάζουν να πορευτώ γι αλλού. Δεν θα ήθελα να πω κάτι παραπάνω, αλλά έχουμε πάρει την απόφασή μας. Και απ’ ότι βλέπω…», έριξε την ματιά του στους δυό Πελοποννήσιους, «…και κάποιοι άλλοι έχουν πάρει την ίδια απόφαση με εμάς. Ίσως και ο Καλύμνιος φίλος μας να έχει την ίδια απόφαση,… αφού τα μάτια της … πως την λέμε; Πασιφάη; Αυτή λοιπόν η κοπελιά, τα μάτια της πιο συγκεκριμένα, τον έχουν … δούλο της…», γέλασε για πρώτη φορά εκείνη την βραδιά και ανακάτεψε τα μαλλιά του κοκκινισμένου νεαρού.
Τα μάτια όλων τώρα, είχαν επικεντρωθεί στον Ασιάτη και την κόρη του. Το πραγματικό πρόβλημα ήταν αυτοί. Ξένοι σε ξένο κι εχθρικό τόπο, χωρίς εφόδια ή λεφτά που η εμφάνισή τους και μόνο θα έκανε το μίσος να πάρει σπαθί στο χέρι και να τους κόψει τον λαιμό. Και όχι άδικα!
-«Με σας, τι θα γίνει; Πέρσες στην Αττική…»
-«Φοίνικες» διέκοψε τον Τελευτία ο γέρο Χιράμ. «Φοίνικες και όχι Πέρσες …»
Ο Αθηναίος τον κοίταξε με απορία, αυτή την απορία που σχηματίζεται στο πρόσωπο των ρητόρων όταν κάποιος τους διακόπτει κατά την ομιλία τους. Ξερόβηξε και συνέχισε:
-«… ναι λοιπόν, με εσάς τους Φοίνικες, τι θα γίνει. Δεν μπορείτε να μείνετε εδώ, σε αυτά τα μέρη. Αμφιβάλλω αν μπορείτε να μείνετε και πουθενά αλλού στην Ελλάδα. Πρέπει να κάνουμε κάτι να ….»
-«Να γυρίσουν στην πατρίδα τους; Στην Ανατολή; Πως;», επενέβη ο Λίχης. Το στόμα του ρωτούσε τον έμπορο, αλλά τα μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω στην Νούσα, αντιμετωπίζοντας τα δικά της, που έδειχναν να τον παρακαλούν. Να τον παρακαλούν, να κάνει κάτι, να τους πείσει να μην την διώξουν πέρα, μακριά του.
-«Και γιατί πρέπει να φύγουν; Γιατί πρέπει να βρούμε τρόπους εμείς να γυρίσουν πίσω στο σπίτι τους;», ακούστηκε με θυμωμένη τη φωνή ο Ευρυάναξ. «Δεν φτάνει που ήρθαν εδώ με τον στρατό του ακατανόμαστου βασιλιά τους, δεν φτάνει που απαθείς κατέγραψαν τον σφαγιασμό και τον αφανισμό των άλλων Ελλήνων στην Ίμβρο την Νάξο και όπου πέρασαν, αλλά πρέπει να στενοχωριόμαστε και για την τύχη τους; Πρέπει να φροντίσουμε και για την επιστροφή τους, μη και πάθουν τίποτα, μήπως πρέπει και να γίνουμε και συγγενείς, μέσα στις δυο – τρεις μέρες που τους ξέρουμε; Μα το όνομα του Δία, καμιά δυσκολία δεν θα έβρισκα στο να τους χώσω την παγωμένη λάμα του σπαθιού μου, στο σβέρκο τους. Κι αν πείτε κάτι για την … μικρή, αυτή την μάγισσα με τα σχέδια στα χέρια, να ξέρετε ότι δεν με νοιάζει η ηλικία της, δεν με νοιάζουν τα όμορφα μάτια της όπως κάποιους εδώ…», γύρισε και έριξε μια ματιά στον Λίχη, «… δεν με νοιάζει αν μας είπαν ωραία παραμύθια ή περιποιήθηκαν τους λαβωμένους μας, με μεγάλη μου χαρά θα την έστελνα δώρο στον Άδη…»
Ο Τελευτίας τον άκουγε με προσοχή. Πρόσεχε το ξέσπασμά του, παρατηρώντας κάθε του κίνηση, έτοιμος να επέμβει αν έφτανε λίγο πιο πέρα από τα λόγια. Τον άφησε να πει ότι είχε μέσα του. Σπάνιο για Λακεδαίμονα αυτό το ξέσπασμα, μα πιο πολύ τον αιφνιδίασε αυτό το βλέμμα στον σύντροφό του. Κατάλαβε ότι εκείνο που είχε πειράξει πιότερο τον άγριο αυτόν μαχητή, ήταν η συμπάθεια που έδειχνε ο Λίχης, αυτός ο ορθολογιστής και σοβαρός νέος προς την μικρή Ασιάτισσα. Το έβλεπε σαν προδοσία, το λόγιζε σαν…
-«Δε μου λες Σπαρτιάτη…» πήρε τον λόγο, «… πολέμησες εκεί κάτω, πολέμησες με ζηλευτό τρόπο και φονική επιδεξιότητα, για την πόλη μου, για την Ελλάδα μας. Δεν μπορώ να μην σε ευχαριστώ κι εγώ και όλοι οι πολίτες της Αθήνας, όλοι οι πολίτες που μιλάμε αυτήν την γλώσσα του ήλιου, που λατρεύουμε τους κατοίκους του Ολύμπου. Μα πιο πολύ θα σε ευγνωμονούν, όλοι αυτοί που ταξίδεψαν την ημέρα της μάχης, εκεί στα Τάρταρα, αυτοί που τώρα κατοικούν εκεί, ανάμεσα στις σκιές, ανάμεσα στο μαύρο και το πολύ – πολύ, το γκρι. Κι εσύ μια μέρα, όταν έρθει η ώρα σου, που εύχομαι να είναι πολύ μακριά. Εκεί θα τους βρεις, να σ’ ευχαριστούν για …», η φωνή του κόπηκε απότομα. Έκανε μια μεγάλη παύση…
-«Λοιπόν; Θα μ’ ευχαριστούν γιατί; Μόνο για την πολεμική μου τέχνη; Ή και για κάτι άλλο;»
-«Και για κάτι άλλο. Κάτι πολύ μεγάλο, αδιανόητα μεγάλο για τα ανθρώπινα δεδομένα. Θα σε ευχαριστούν που δεν … πέθαναν! Ναι, ναι… που δεν πέθαναν. Γιατί και οι νεκροί πεθαίνουν κι εξαφανίζονται και διαλύονται στην πρωινή δροσιά και την άχλη του «αύριο», του μετά…»
-«Χα, χα, χα… καλό επιχείρημα μα τον Απόλλωνα… και οι νεκροί πεθαίνουν; Χα, χα, χα… και τώρα τι είναι; Δεν είναι νεκροί;»
Ο έμπορος τον κοίταξε σοβαρός και συνοφρυωμένος:
-«Έτσι πιστεύεις; Ότι πέθαναν; Κάνεις πολύ μεγάλο λάθος, πεθαίνει κάποιος όταν λησμονηθεί, όταν ξεχάσουν ότι υπήρχε, όταν δεν μάθουν ότι κάποτε υπήρξε. Και ο Χιράμ… αυτός ο μισητός «εχθρός», θα τους κρατήσει ζωντανούς. Θα εξιστορήσει την ανδρεία τους, την αυταπάρνησή τους. Θα πει το τι έγινε αυτή την μέρα εκεί…» έδειξε με το χέρι την παραλία του Μαραθώνα, «… θα τρομάξει τους βάρβαρους με την ιστορία των πολεμιστών με τις απαστράπτουσες πανοπλίες, τα μακρά σπαθιά και τα λευκά λοφία στο κράνος. Θα κάνει τους Πέρσες να κλάψουν με τις πράξεις γενναιότητας και φιλοπατρίας, θα τους κάνει να σκεφτούν ότι οι λαοί πρέπει να παλεύουν ενάντια στο αδιανόητο. Κι αν αυτά τα πει ένας δικός τους άνθρωπος, θα είναι πιο εύπεπτα, πιο πιστευτά. Γι αυτό σου λέω, μην αφήσεις το μίσος σου, να σκοτώσει τους ήρωες νεκρούς σου…»
Ο Σπαρτιάτης δεν απάντησε, δεν έβγαλε ούτε κιχ από το στόμα του. Ένοιωθε να πνίγεται από την ίδια του την ανάσα. Ξαφνικά ο αέρας είχε λιγοστέψει τόσο που δεν τον έφτανε… καταλάβαινε το επιπόλαιο λάθος του. Κοίταζε μια τον Χιράμ, μια τον Τελευτία και μια τον Λίχη. Όλοι ανέκφραστοι, περίμεναν λες την απόφασή του:
-«Αθηναίε, ξέρεις να μιλάς τα λόγια πολύ καλά και έχεις την πειθώ σύντροφό σου και φίλη. Και πρέπει να σου πω, ότι σε υπηρετεί πολύ καλά.  Θα βοηθήσω όσο μπορώ, αν και δεν βλέπω να μπορώ και πολλά»
Απομακρύνθηκε από κοντά τους και κάθισε σε μια μεγάλη πέτρα. Είχε νυχτώσει πια και ακούστηκε το χλιμίντρισμα του μεγάλου αλόγου να τους επαναφέρει στην προ της έκρηξης του Ευρυάνακτα κατάσταση.
Η αυγή, τους βρήκε όλους καθισμένους στην αυλή, ασάλευτους και μεθυσμένους από την αγρυπνία. Όλους εκτός από τον μικρό Αμεινία και βέβαια τον Παίωνα, που όχι μόνο είχε πάρει τον ύπνο του, αλλά ο γέρος σκύλος τους είχε κάνει να γελάσουν με το … ροχαλητό του. Οι δυό Πελοποννήσιοι χωρίς κουβέντα σηκώθηκαν και με γρήγορες κινήσεις φορτώθηκαν τα πράγματά τους. Ο Ευρυάναξ, χαιρέτισε με το νεύμα τους άλλους και στάθηκε μπροστά στον έμπορο και την Ελπινίκη. Δεν άπλωσε το χέρι σε χαιρετισμό, δεν του άρεσαν οι χαιρετισμοί.
-«Τιμή μου που σε γνώρισα σοφέ Αθηναίε, τιμή που σε γνώρισα κυρά. Ελπίζω το θέλημα των Θεών να είναι τέτοιο που να ξαναβρεθούμε κάτω από καλύτερες … συνθήκες», γύρισε απότομα και απομακρύνθηκε. «Δεν μπορώ να γυρίσω στην πόλη μου, ούτε ο σύντροφός μου μπορεί, αλλά στην Κόρινθο, υπάρχει μια πιθανότητα, κάποιος να με περιμένει, ή μάλλον κάποια…» πρόσθεσε χωρίς να γυρίσει το κεφάλι.
Ο Λίχης, έτεινε το χέρι στον Λάφιλο:
-«Τώρα πια μπορώ να σε πω … μεγάλο πολεμιστή Καλύμνιε», τον αγκάλιασε και τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη με την γροθιά του. Τα μάτια του έπεσαν πάνω στο πρόσωπο της Νούσας. Τα δάκρυα γυάλιζαν στα μελαχρινά μάγουλα του κοριτσιού και η στάση του σώματος, . Απέστρεψε το βλέμμα του, γιατί για πρώτη φορά στη ζωή του, … ένοιωσε … φόβο(;)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου