Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7
Πονούσαν τα πλευρά του πολύ και μια ζάλη τον έκανε να συμπεριφέρεται σαν μεθυσμένος. Ότι και να ήταν όμως δεν μπορεί να έκανε λάθος για τον θόρυβο που άκουσε. Ένας μικρός ανεπαίσθητος θόρυβος κάπου κοντά του, ή νόμιζε κοντά του. Η απελπισία αλλά και η λαχτάρα του, τον έκαναν να σηκωθεί όρθιος και να στηριχτεί στον τοίχο του μικρού διαδρόμου. Η φωνή μέσα στο κεφάλι, ακούστηκε πάλι με εκείνα τα λόγια που ποτέ δεν μπορούσε να καταλάβει και έπιασε με το ένα χέρι τα μαλλιά του σαν να τα ίσιωνε. Ξανάκουσε εκείνο τον «λεπτό», σιγανό θόρυβο και επιστράτευσε όλες του τις δυνάμεις να το ψάξει. Η μοναξιά του τον έκανε να βρει το κουράγιο που χρειαζόταν αν και τα πλευρά του τον βασάνιζαν με σουβλιές. Έκανε δυό το πολύ τρία βήματα, όταν μια δυνατή λάμψη τον τύφλωσε, λες και κάποιο φως είχε ανάψει μέσα στο κεφάλι του.  Η λάμψη αυτή, πήγαινε πότε από το ένα στο άλλο μάτι κι αυτό συνέβη τρεις με τέσσερις φορές. Φοβήθηκε μήπως τυφλωνόταν, μήπως είχε χτυπήσει στο κεφάλι και τα έτριψε. Η τύφλωση ευτυχώς κράτησε μόνο λίγα δευτερόλεπτα και η όραση επανήλθε στο κανονικό. Μπήκε και στα δύο δωμάτια του μικρού διαμερίσματος, ψάχνοντας όσο πιο εξονυχιστικά μπορούσε τους χώρους. Άκουσε και πάλι εκείνον τον θόρυβο, ίσως λίγο πιο δυνατά τώρα, κάτι μεταξύ γρατσουνίσματος και χτύπου. Πήρε θάρρος γιατί δεν ήταν επαναλαμβανόμενος με την ίδια συχνότητα, ούτε με την ίδια ένταση. Απέκλεισε λοιπόν να ήταν χτύπος από κάποιο μηχάνημα, αλλά μέχρι να αποδειχτεί ότι προερχόταν από έμβιο ον, η απόσταση ήταν μεγάλη. Τότε πρόσεξε, αφού προσπάθησε να αφουγκραστεί όσο καλύτερα μπορούσε, ότι κάτι σαν αέρας που έβγαινε από μικρό στόμιο ακουγόταν όλο και πιο αργά. Σήκωσε το κεφάλι και μύρισε τον αέρα. Φοβήθηκε για διαρροή γκαζιού, αλλά δεν εντόπισε τίποτα. Η αδρεναλίνη του έφτασε στα ύψη όταν άκουσε ξανά τον ήχο να θυμίζει γρατζούνισμα αχνό. Έπεσε στα γόνατα, είχε την εντύπωση ότι ερχόταν από κει και κόλλησε το αυτί του στο μωσαϊκό σαν βεντούζα. Ο θόρυβος ακουγόταν τώρα πιο … ζωντανός. Άρχισε να χτυπάει το πάτωμα με τις παλάμες ανοικτές μέχρι που ο πόνος τον ανάγκασε να σταματήσει. Κόλλησε ξανά το αυτί και προσπάθησε να εστιάσει σε κάποιο σημείο, να προσδιορίσει την κατεύθυνση. Σαν να ακουγόταν κάπως πιο δυνατά τώρα.
-«Κάνε Θεέ μου μην είναι κάποιος σωλήνας σπασμένος, κάποιο παράθυρο στο υπόγειο ή ….», δεν ήξερε τι άλλο να υποθέσει  στην μουρμούρα του. Δεν τόλμησε να παρακαλέσει για άνθρωπο ή ζώο ή οτιδήποτε ζωντανό ον. Η μοιρολατρία του τον είχε νικήσει και αντίθετα από την ακοή του, προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι δεν ήταν αυτό που φανταζόταν. Αλλά η παρόρμηση έρχεται από την καρδιά και όχι από την λογική. Βγήκε από το διαμέρισμα και κατέβηκε τις σκάλες που οδηγούσαν στο υπόγειο με την μεγάλη μεταλλική πόρτα. Τράβηξε με λαχτάρα τον σύρτη που την ασφάλιζε και τον έπνιξε η οσμή του πετρελαίου. Ο λέβητας λειτουργούσε σαν να μην είχε περάσει ούτε μια στιγμή από την ημέρα που χάθηκαν οι άνθρωποι και ένα συνεχές βουητό ακουγόταν σαν βόμβος σε όλο τον χώρο. Ήξερε, ήταν πεπεισμένος ότι αυτό που είχε ακούσει, δεν ήταν αυτός ο ήχος, αλλά κάτι πολύ διαφορετικό. Δεν μπορεί να ήταν αυτό, γιατί δεν είχε συνέχεια και τακτή επανάληψη. Παραμέρισε κάτι καδρόνια που του έκλειναν τον διάδρομο και άρχισε να ψάχνει παντού, πάνω κάτω στα ράφια του τοίχου, πίσω από βαρέλια και κούτες παρατημένες και ξεσκισμένες από την υγρασία και την πολυκαιρία, κάτω από καρπέτα λερά και παλιά, παρατημένα από καιρό εκεί. Άνοιξε σακούλες, άνοιξε κιβώτια ξύλινα, ξέσκισε πανιά που κρέμονταν για άγνωστο λόγο από το ταβάνι της αποθήκης, αλλά μάταια. Τίποτα ζωντανό. Ευχήθηκε να δει έστω και μια κατσαρίδα που τόσο σιχαινόταν, μόνο να ήταν ζωντανή και να σάλευε. Κι όμως ο ήχος ξανακούστηκε και παράθυρο δεν υπήρχε να χτυπά αφού ο χώρος ήταν υπόγειος. Κάθισε σ’ ένα ξύλινο κιβώτιο και βάλθηκε να κοιτάζει τα παπούτσια του, ενώ ο πόνος στο δεξί του χέρι, λες και κάτι του τρύπαγε την σάρκα, άρχισε να τον ενοχλεί και πάλι. Το ίδιο και τα πλευρά του. Έτριψε πάνω από τα ρούχα το πονεμένο μέρος και προσπάθησε ν’ ανάψει τσιγάρο. «Τελικά μου φαίνεται πρέπει να το χωνέψω…», σκέφτηκε κοιτώντας από κοντά την καύτρα του  τσαλακωμένου τσιγάρου στο χέρι. «… αιτία κι αιτιατό μαζί, παρόν και μέλλον; Μόνος;», συνέχισε και φύσηξε την στάχτη για να λάμψει περισσότερο. Κι όμως άκουγε ακόμα κάπου κάπου τον ίδιο θόρυβο και δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του, ότι δεν ήταν κάτι μηχανικό. Δεν είχε όμως το κουράγιο, ψυχολογικά πεσμένος, να ψάξει πιο πολύ. Έκανε ησυχία ακόμα και από τις σκέψεις του, μήπως και εντοπίσει κάτι. Μάταια! Ο ήχος, ναι μεν συνεχιζόταν σαν πριν, όμως πολύ πιο αργός και χαμηλός, λες και κάποια μπαταρία να άδειαζε. Χαμογέλασε σκεπτόμενος ότι κάποιο παιχνίδι θα ήταν που έπνεε τα λοίσθια κι αυτός το είχε καταντήσει το σημαντικότερο γεγονός της ζωής του.
Σηκώθηκε να φύγει από κει, αφού οι άκαρπες προσπάθειες του, τον είχαν κάνει να αισθανθεί δυσφορία. Ήταν κι αυτή η απαίσια μυρωδιά του πετρελαίου που προκαλούσε μια αναστάτωση στο στομάχι. Έφτασε στην πόρτα και έριξε μια τελευταία ματιά πίσω του. Με την άκρη του ματιού, έπιασε ή τουλάχιστον νόμισε ότι έπιασε μια μικρή, ανεπαίσθητη κίνηση στο πάτωμα. Η καρδιά του αναπήδησε μες τα στήθια και νόμισε πως κάτι του έσφιξε τα μελίγγια. Γύρισε γρήγορα εκεί που στεκόταν προηγουμένως και έσκυψε πίσω από το μεγάλο κασόνι. Το είχε ξανακάνει και δεν είχε βρει τίποτα μα τώρα ήλπιζε. Η ματιά του δεν συνάντησε τίποτα έξω από το σκοτεινό λερωμένο με σκόνη πάτωμα. Τώρα όμως, μόλις τα μάτια συνήθισαν στην εικόνα, του φάνηκε ότι διέκρινε κάτι μικρά σημάδια, σαν κάποιος ή κάτι είχε ενοχλήσει την ακινησία της σκόνης. Αναγκάστηκε να χωθεί όλος ανάμεσα στα βαριά κασόνια που ένας Θεός ξέρει τι περιείχαν. Σε ένα καρφί έσκισε το μανίκι και ο πόνος στα πλευρά ήταν τόσο οξύς που του κόπηκε η ανάσα. Έβαλε το χέρι σε κάθε κενό που έβρισκε και ψηλαφούσε σχολαστικά. Στην τέταρτη προσπάθεια, η αφή του τον ειδοποίησε για κάτι μαλακό, απαλό και … ζωντανό! Κράτησε την ανάσα προσπαθώντας να ηρεμίσει, οι σφίξεις της καρδιάς πρέπει να είχαν φτάσει στο μέγιστο, έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε μετά από λίγο, να βγάλει αυτό είχε πιάσει. Έτρεμε και βιαζόταν, αλλά η λογική του έλεγε να κάνει αργά και απαλά.
Γεμάτα τσίμπλες, μισόκλειστα και κόκκινα, αυτά τα μικρά ματάκια δεν θα μπορούσαν να τον δουν καλά. Με μια στεγνή μυτούλα, λερωμένο και πάνω από όλα σε μεγάλο βαθμό εξασθενισμένο το μουτράκι που αντίκριζε μπροστά του, μες την χούφτα του δεξιού του χεριού, ήταν ότι συγκλονιστικότερο μπορούσε να του συμβεί. Ένα νεογέννητο σκυλάκι, παρατημένο τόσες μέρες από την μητρική φροντίδα, ακροβατούσε μεταξύ ζωής και θανάτου. Ο Γιώργος δεν ήξερε πως φερθεί, δεν ήξερε τι ένοιωθε έξω από την χαρά του. Κάτι ζωντανό στα χέρια του, κάτι που «ζούσε» και υπήρχε εκτός απ’ αυτόν στον πλανήτη. Το χάιδεψε και του ήρθε να το φιλήσει. Όπως το σήκωσε, το κεφάλι του μικρού σκυλιού, έγειρε στο πλάι σαν να ήταν ψόφιο. Η καρδούλα του όμως χτυπούσε αν και αδύναμα, χτυπούσε, τα μάτια του σάλεψαν και η ανάσα του, βγήκε ζεστή από το μικρό του στοματάκι.
Το έβαλε μέσα στο μπουφάν, τόσο μικρό ήταν που χώραγε και πήγε πίσω στο διαμέρισμα. Πέταξε από τα ντουλάπια ότι υπήρχε μέχρι που ανακάλυψε ένα κουτί με συμπυκνωμένο γάλα. Βλέποντας την Χαρά να ετοιμάζει για τα παιδιά, καταλάβαινε τι έπρεπε να κάνει. Δεν είχε βέβαια μπιμπερό και έτσι προσπάθησε να ταΐσει το μικρό πλασματάκι με ένα κουταλάκι και μεγάλη προσπάθεια. Επιστράτευσε όλες τις περί σκύλων γνώσεις του και κατάλαβε πως το Μπιγκλάκι, γιατί ένα τέτοιο ήταν, βρισκόταν μόλις ένα βήμα από τον θάνατο. Το τύλιξε σε μια πετσέτα για να το κρατήσει ζεστό και χάρηκε όταν η μικρή γλωσσούλα άρχισε να γλύφει το γάλα. Νόμισε ότι θα μπορούσε να το επαναφέρει, ήταν έτοιμος να κάνει τα πάντα γι αυτό και θυμήθηκε ότι έπρεπε να το ταΐζει κάθε δέκα λεπτά. Αλλά είχε και κάτι καλύτερο να κάνει; Μόνο να νοιάζεται και για κάποιον ή πιο σωστά για κάτι άλλο.
Το μικρό ζωάκι δεν είχε και πολύ δύναμη να συνεχίσει για πολύ ώρα αυτό που έκανε. Ο Γιώργος επέμενε λες και ήταν παιδί του, λες και ήταν η Τόνια του η εκείνο το μικρό ζιζάνιο η Μαιρούλα του. Με αυτήν την σκέψη η καρδιά του σφίχτηκε. Σκέφτηκε μήπως έπρεπε να επιστρέψει σπίτι του, να ξαναψάξει, ειδικά τώρα που κατάλαβε ότι και άλλα έμβια πρέπει να είχαν επιζήσει(;), απομείνει. Το ζωντανό πάντως που κρατούσε στο χέρι, έδειξε να παραδίνεται σε ύπνο, τα ματάκια του έκλεισαν και γύριζαν πίσω από τα βλέφαρα. Το άφησε να ηρεμίσει. Έτσι κι αλλιώς οι επόμενες ώρες ίσως και οι πρώτες επόμενες μέρες ήταν κρίσιμες και σίγουρα θα ήταν κουραστικές. Έκλεισε κι εκείνος τα μάτια και προσπάθησε να βολευτεί, εκεί , στο πάτωμα κρατώντας πάντα το μικρό σκυλί στην αγκαλιά του. Η άγνωστη φωνή, εκείνη η ακαταλαβίστικη, ξανακούστηκε μέσα στο κεφάλι του, όπως και ο πόνος στα πλευρά του που είχε την εικόνα του κεραυνού. Θα ξυπνούσε πολλές φορές εκείνες τις ώρες, θα τάιζε την «ελπίδα» του, θα την χάιδευε, θα προσπαθούσε να την κρατήσει ζεστή… και όπου θα έβγαζε…
Πρέπει να ήταν μεσημέρι όταν ξύπνησε και η πρώτη ματιά του έπεσε στη μικρή μουσούδα στην παλάμη του. Η ζεστή ανάσα, αν και αδύναμη, τον γέμισε χαρά κι ελπίδα. Τάισε το μικρό στοματάκι για πολλοστή φορά και του φάνηκε, (ή ήθελε να είναι έτσι), ότι η μικρή γλωσσούλα ήταν πιο ζωηρή τώρα. Χαμογέλασε σαν μάνα που βλέπει το μωρό της να τρώει. Ασυναίσθητα το χάιδεψε και έσκυψε φιλώντας το. Τα μικρά ματάκια άνοιξαν και τον κοίταξαν. Πρέπει να ήταν ότι πιο γλυκό και ενθαρρυντικό μπορούσε να νοιώσει. Δάκρυσε και ακούμπησε την πλάτη στον τοίχο, προκαλώντας τον αφόρητο πόνο στα πλευρά του. Το εύθραυστο πλασματάκι, προτίμησε τον ύπνο ξανά παρά τα χάδια του Γιώργου και τις ευαισθησίες του. Κι όμως η μικρή του γλώσσα εξακολουθούσε να γλύφει το κουτάλι με το γάλα. Γέλασε και το έξυσε πίσω από τα αυτιά και το πίσω μέρος του κεφαλιού του. Το έβαλε μέσα σε ένα καλάθι που βρήκε και το σκέπασε με μια λεπτή κουβέρτα, δεν του άρεσε το τρέμουλο που είχε πιάσει το σωματάκι του. Έκανε ένα ζεστό μπάνιο. Βρήκε καφέ και λίγες φρυγανιές σε ένα ντουλάπι, βρήκε και λίγο χυμό πορτοκαλιού και… ανακάλυψε ότι πείναγε πολύ. Έριξε μια ματιά στο καλάθι και όταν διαπίστωσε ότι η κουβερτούλα ανεβοκατέβαινε ρυθμικά, ησύχασε και απόλαυσε το μεσημεριάτικο … πρωινό του.
Θέλησε να βγει στον δρόμο, είχε πέσει ο ήλιος πια και τα φώτα των δρόμων έφεγγαν αχνά, αλλά η κατάσταση του Παρασκευά, αυτό το όνομα είχε δώσει στο πλασματάκι του από τον Ροβινσώνα Κρούσο,  δεν τον άφηνε να ξεκολλήσει από δίπλα του. Και φυσικά το μικρό ζώο, δεν μπορούσε να βγει στο κρύο. Και τι κρύο! Το χιόνι δεν έλεγε να σταματήσει ούτε στιγμή. Και μέσα από το παράθυρο με την θολούρα των χνώτων να … συννεφιάζουν την όραση, το τοπίο φαινόταν εφιαλτικό. Κάθισε στην βαθιά πολυθρόνα στο σαλόνι και είδε ένα έργο στο cd player. Το σκυλάκι είχε τα μάτια του κλειστά πάνω στην κοιλιά του και τον ζέσταινε. Του φάνηκε να κουνά το μικρό κεφάλι με εκείνα τα δυσανάλογα μεγάλα αυτιά του… σαν να τον ευχαριστούσε. Ο πόνος στα πλευρά, τον «έκοψε» στα δύο και εκείνη η φωνή, πλημμύριζε με ακατανόητες λέξεις το κρανίο.

Τετάρτη, 23 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
Ξύπνησε λουσμένος στον ιδρώτα και με το δεξί του χέρι πιασμένο από την στάση που είχε πάνω στην πολυθρόνα. Έκανε όσο πιο ήσυχα μπορούσε, προσπαθώντας ν’ αφουγκραστεί τον χώρο γύρω του. Η σιωπή τον συνόδευε, όπως και δω και λίγες μέρες. Χαμογέλασε στην ανάμνηση του ονείρου και ανακάθισε, κοιτώντας από μακριά, έξω από το παράθυρο του ξενοδοχείου. Δεν κοίταξε το ρολόι του, δεν είχε άλλωστε και σημασία η ώρα, θα μπορούσε να κάνει ότι ήθελε, όποτε ήθελε, όπως ήθελε. Στην τουαλέτα, έριξε νερό στο πρόσωπο του, διάλεξε το κρύο και ακούμπησε με τα δυό χέρια στον νιπτήρα σκύβοντας το κεφάλι. Δεν του άρεσε αυτός που τον παρακολουθούσε στον καθρέφτη. Αυτός ο ρυτιδιασμένος και άσχημος, σχεδόν γέρος αξύριστος άντρας.
Έψαξε στην κουζίνα και βρήκε κάποια από τα εδέσματα που κάποτε προσέφεραν στους πολύ πλούσιους πελάτες και τα καταβρόχθισε χρησιμοποιώντας τα γυμνά του χέρια. Ξαφνικά τίποτα δεν είχε αξία ή σημασία. Καταλάβαινε ότι έπρεπε να ψάξει για άλλους επιζώντες (;). Χωρίς να καταλαβαίνει το γιατί, άρχισε να ερευνά πάλι όλους τους χώρους του μεγάλου κτιρίου. Άνοιξε όλα τα δωμάτια, ένα προς ένα, τους θαλάμους του προσωπικού αλλά και να αναστατώνει όλους τους κοινόχρηστους διαδρόμους και βεράντες. Βρήκε διάφορα πράγματα που σε άλλες στιγμές θα τον ενδιέφεραν ίσως και να επιθυμούσε, μόνο που τώρα ήταν απλά πράγματα.
Ο αέρας σαν βγήκε στον δρόμο ήταν παγωμένος και σήκωσε την κουκούλα του μπουφάν, καλύπτοντας όλο το κεφάλι. Το χιόνι εξακολουθούσε να πέφτει, αλλά δεν τον ένοιαζε. Δεν μπορούσε να κάτσει άλλο μέσα στο κτίριο, ήθελε ακόμα και με κίνδυνο της ακεραιότητάς του, να περπατήσει, να αισθανθεί ζωντανός. Η Νάντια εισέβαλλε ξανά στο μυαλό του, ο Τάκης … ο Αη Γιώργης. Στάθηκε όρθιος σε κάποια στιγμή που γλίστρησε και πιάστηκε από το φανάρι που κοκκίνιζε ή πρασίνιζε το πεζοδρόμιο δίπλα. Έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε. Τα δάχτυλα ακούμπησαν το μικρό μαγνητόφωνο της Ιουλίας. Άκουσε την φωνή της πρώην συναδέλφου του και αυτό του έφερε μεγαλύτερη μελαγχολία. Η καλή του Ιουλία, η κατά συνείδηση (κατ’ επιλογή) γεροντοκόρη του γραφείου! Χαμογέλασε αμήχανα και παρακολούθησε την φωνή από το μηχάνημα να του μιλάει. Κατέβηκε στην κεντρική λαχαναγορά και βρήκε πολλά φορτηγά με διάπλατα ανοικτές τις πόρτες τους, να μην έχουν προλάβει να ξεφορτώσουν και πολλά καφάσια με λαχανικά και φρούτα ήταν πεταμένα, πολλά απ’ αυτά σπασμένα, στην άσφαλτο. Έπιασε ένα μήλο από κάτω και το έφερε στο στόμα του. Υπέθεσε ότι αφού δεν υπήρχε τίποτα ζωντανό έξω από τα φυτά, γιατί να ζουν τα μικρόβια; Το δάγκωσε και πασαλείφτηκε με τα υγρά του φρούτου. Τα γένια του είχαν μεγαλώσει και ήξερε ότι θα άρχιζε το μαρτύριο με την φαγούρα στον λαιμό, όμως δεν ήθελε να περιποιηθεί τον εαυτό του. Δεν έβρισκε κάποιο σοβαρό λόγο να το κάνει. Σκουπίστηκε με την ανάποδη του χεριού και το μανίκι του και συνέχισε την περιπλάνηση του στην άδεια χιονισμένη πόλη του. Τίποτα δεν άλλαζε την εικόνα που είχε σχηματιστεί στον νου του. Ακινησία και απόλυτη ησυχία. «Η κόλαση…», σκέφτηκε μελαγχολικά. Προχώρησε δεν του έμενε τίποτα άλλο να κάνει. Βάδισε  με αργό βήμα, είδε ότι δεν τον άφηνε στην πρότερη ζωή οι υποχρεώσεις του να δει. Μπήκε σε όποιο κτίριο και μέγαρο βρήκε μπροστά του, με την περιέργεια μικρού παιδιού. Ανακάλυψε υπόγειους αλλά και κρυφούς χώρους των μεγάρων, παράνομα στέκια για ναρκωτικά αλλά και τυχερά παιγνίδια. Μάλιστα σε μια αίθουσα, πολύ κάτω από το τελευταίο υπόγειο ενός πάρκινγκ, ένα δωμάτιο είχε ρουλέτα, τραπέζια με χαρτιά ή ζάρια και πολλά ποτά στο μπαρ που κάποιοι δεν πρόλαβαν να απολαύσουν, μέσα στην απόλυτη πολυτέλεια που θα την ζήλευαν και τα διασημότερα καζίνο. Γέλασε με την ανακάλυψη του και έριξε μια ζαριά για να ανακαλύψει ότι έκανε πολύ σοφά που στην ζωή του ποτέ δεν είχε ασχοληθεί με τον τζόγο. Κάπου αλλού, κοντά στην πλατεία Ομονοίας, το δωμάτιο που ανακάλυψε πίσω από ένα σωρό λαμαρίνες κι αυτό σε υπόγειο, είχε ολόκληρα ράφια με όπλα. Περίστροφα και μακρύκανα αυτόματα από την πρώην Σοβιετική Ένωση, ημιαυτόματα Αμερικάνικης προέλευσης και πλήθος από σφαίρες. Με μια πιο προσεκτική ματιά στο μικρό γραφείο στο κέντρο του χώρου, βρήκε προκηρύξεις κάποιας άγνωστης τρομοκρατικής οργάνωσης και μερικά πακέτα με χαρτονομίσματα. Δεν το περίμενε αυτό, αλλά προσπάθησε να χωνέψει ότι πολλά θα έβρισκε που δεν θα τα φανταζόταν καν. Κοίταξε προσεκτικά τα όπλα και αποφάσισε να πάρει ένα, κι ο ίδιος δεν ήξερε τι θα του χρειαζόταν, αλλά η μοναξιά του…
Το φόρεσε σε μια θήκη στη μέση του και προσπάθησε να μιμηθεί το βάδισμα των καουμπόηδων που τόσες φορές είχε θαυμάσει στις Χολιγουντιανές ταινίες. Ευχαριστήθηκε, αν και το όπλο δεν έμοιαζε των ταινιών και αποφάσισε να συνεχίσει την εξερεύνηση. Μέσα στο απίστευτα πια πυκνό χιόνι, λίγο πιο κάτω, βρήκε μια τράπεζα με την πόρτα ανοικτή και τον συναγερμό να προσπαθεί ν’ ακουστεί, βγάζοντας ένα μούγκρισμα βραχνιασμένου βοδιού, αφού  μάλλον οι μπαταρίες του έπνεαν τα λοίσθια. Παράξενο, αλλά το ρεύμα της τράπεζας έδειχνε να είναι κομμένο…
Έβγαλε το όπλο από την θήκη και πυροβόλησε στον αέρα, μόλις δυό μέτρα μακριά από το γκισέ. Γέλασε, «Θεέ μου, πόσο ήθελα να το κάνω…», μονολόγησε συνεπαρμένος ακόμα από τον ήχο του πυροβολισμού. Πήδηξε πάνω από τον πάγκο του ταμία και πυροβόλησε για δεύτερη φορά, για να εισπράξει ένα σπασμένο φως που έπεσε από την ψευδοροφή, πάνω στον ώμο. Έβρισε. Άνοιξε τα συρτάρια του ταμείου και έβγαλε όλα τα χαρτονομίσματα που βρήκε, τα πέταξε στον αέρα κι εκείνα, προσγειώθηκαν εκεί που κανονικά θα περίμενε σε ουρά ο κόσμος. Στο χρηματοκιβώτιο, στο διπλανό δωμάτιο, βρήκε πολλές δεσμίδες, που κι αυτές ακολούθησαν την μοίρα των προηγούμενων χρημάτων. Ένα μικρό λοφάκι είχε τώρα σχηματιστεί πάνω από το επιδαπέδιο σχέδιο με το σήμα της τράπεζας, στον χώρο υποδοχής. Ο Γιώργος κάθισε στο παγωμένο μάρμαρο, η πόρτα ήταν ακόμα ανοικτή και άναψε τσιγάρο. Τον έπιασε ένας δυνατός βήχας και έφτυσε ξεδιάντροπα ή όσο πιο ξεδιάντροπα μπορούσε χάμω. «Γαμώ τα μουνί που σας πέταγε…», φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε προς την μεριά των γραφείων των διευθυντών και με τον αναπτήρα πήρε ένα χαρτονόμισμα και το άναψε. Το κοίταξε καλά  να γίνεται στάχτη από την γαλαζωπή φλόγα. «Κυρά Μαρία, πείναγες ε;», είπε περισσότερο με το νου παρά με το στόμα και έριξε το χαρτονόμισμα πάνω στον μικρό λοφίσκο μπροστά του. Τα υπόλοιπα χρήματα δεν άρπαξαν φωτιά και αναγκάστηκε να σηκωθεί και να προσπαθήσει πάλι. Ο καπνός που βγήκε μετά από λίγο, ενεργοποίησε το αυτόματο σύστημα πυρόσβεσης, (χρήσιμες που είναι οι αυτόματες μπαταρίες!) και χρειάστηκε να «βουτήξει» κάτω από ένα τραπέζι να μην βραχεί. Θα ήταν ολέθριο με τέτοιο χιόνι έξω. Η φωτιά είχε δυναμώσει τώρα και τον έκανε να χαρεί. Το είχε απωθημένο, είχε τραβήξει πολλά από τις τράπεζες και ανακάλυψε ότι ήταν κοντά στο να τον πιάσει μανία. Έριξε ένα τελευταίο πυροβολισμό, έτσι σαν αποχαιρετιστήριο και βρέθηκε να περπατά πάνω στο χιόνι. Η τετράγωνη πλατεία μπροστά του, ήταν ολόασπρη, άδεια και εντελώς βουβή. Όπως παντού άφαντοι όλοι και τα σκυλιά και τα περιστέρια και οι μετανάστες. Κατέβηκε στο υπόγειο σταθμό του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου, περπάτησε στις μεγάλες πλάκες και ανακάτεψε, δεν ήξερε γιατί, τις κουβέρτες  και τα χαρτόνια που κάποτε ήταν τα υπνωτήρια των άστεγων. Αναζήτησε τον καθαρό παγωμένο αέρα και έτρεξε στις εν λειτουργία, ακόμη, κυλιόμενες σκάλες. Πείνασε. Ευτυχώς ακόμα τα εστιατόρια μπορούσαν να τον προμηθεύσουν. Και στο πρώτο που βρήκε, ξέσπασε στο φαί και τις μπύρες. Είδε τον ουρανό και υπολόγισε ότι ήταν πια μεσημέρι, προσπαθούσε να μη δει το ρολόι του, έβγαλε το κινητό τηλέφωνο και προσπάθησε να πάρει … κάπου … οπουδήποτε. Το έκλεισε απογοητευμένος. Κάποιος θόρυβος, τον έκανε να πεταχτεί όρθιος, όμως ο αέρας απλά είχε σπάσει ένα παράθυρο στο πίσω μέρος.
-«Εεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε, ….. άντε … υπάρχει κανείς;….», φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε. Χτύπησε τις γροθιές του πάνω στο μεταλλικό τραπέζι κι άρχισε να κλαίει. Εξαντλήθηκε από την προσπάθεια, σηκώθηκε και αναποδογύρισε ότι έβρισκε μπροστά του. Τον έπιασε μανία καταστροφής, έσπασε το πόδι από ένα τραπέζι και χρησιμοποιώντας το σαν ρόπαλο, διέλυσε τα πάντα, μπουκάλια, πιάτα, ράφια, διακοσμητικά και βιτρίνες. Έκατσε αποκαμωμένος σε μια καρέκλα και προσπάθησε να πάρει ξανά τις ανάσες του.
Τα φώτα στους δρόμους άναψαν στην συγκεκριμένη ώρα τους, λες και κάποιος Θεός δεν ήθελε να τον αφήσει στο σκοτάδι. Ένα μικρό μηχανηματάκι σαν σκούπα που χρησιμοποιούσε ο Δήμος, είχε διπλώσει πάνω σε ένα φανάρι με τα κίτρινα του φώτα ακόμα να αναβοσβήνουν. Οι νιφάδες του χιονιού στροβιλίζονταν στον νυχτερινό αέρα και έκαναν την εικόνα του δρόμου θολή και απόκοσμη. Ο Γιώργος περπάτησε αργά τώρα προς την μεριά της λεωφόρου Αλεξάνδρας, έτσι άσκοπα, όπως άσκοπα έκανε οτιδήποτε πια. Η ματιά του έπεσε πάνω σε ένα κίτρινο αυτοκίνητο που ήταν κάθετα παρκαρισμένο στην μέση του οδοστρώματος. Πλησίασε και ανακάλυψε πως το εσωτερικό του ήταν σαν ψυγείο. Μπήκε μέσα κι έβαλε μπροστά, χουχούλιασε για λίγο τα χέρια του και πάτησε το γκάζι. Το όχημα στρίγγλισε για κάποια απειροελάχιστη στιγμή, σπινάρισε πάνω στον πάγω του δρόμου και πετάχτηκε σαν κεραυνός μπροστά. Ήθελε να οδηγήσει γρήγορα, όσο πιο γρήγορα γινόταν. Δεν τον ένοιαζε η ζωή του, δεν σκεφτόταν τίποτα. Η αδρεναλίνη του είχε εκτοξευτεί στα ύψη και τα χέρια του σχεδόν έτρεμαν. Παρά τρίχα γλίτωσε την σύγκρουση με το αναποδογυρισμένο λεωφορείο στη «Ζίνα» και συνέχισε με όλη του την ψυχή συνεπαρμένη, στον ανοδικό δρόμο. Προσπάθησε να πάρει την στροφή προς τα Εξάρχεια, τα λάστιχα όμως με τόσο πάγο κάτω, τον απογοήτευσαν. Το αυτοκίνητο δεν μπόρεσε να κρατηθεί στην άσφαλτο και έπεσε με το πλάι, αρκετά ορμητικά, πάνω στις κολώνες μιας τράπεζας. Οι αερόσακοι άνοιξαν και σχεδόν τον έπνιξαν. Για κάποιο λόγο που και ο ίδιος μετά δεν θυμόταν, είχε φορέσει την ζώνη ασφαλείας κι έτσι βρέθηκε να αναστενάζει καθισμένος πίσω από το τιμόνι και τους ξεφούσκωτους αερόσακους. Ένιωσε έναν οξύ πόνο στο αριστερό του χέρι, λες και κάτι τον είχε τρυπήσει, κάτι που σύντομα διαπίστωσε ότι δεν ήταν αλήθεια και ένα τρομερό βάρος στο στήθος, λες και τον διαπέρναγε ηλεκτρικό ρεύμα κάθε λίγα δευτερόλεπτα. Κοίταξε γύρω του και του φάνηκε πολύ δύσκολο να βγει έξω. Οι πόρτες είχαν στραβώσει και το παρμπρίζ, σπασμένο, τον είχε γεμίσει με αυτά τα μικρά κομματάκια γυαλιού. Κούνησε τα πόδια του και τα χέρια του. Κατάλαβε ότι τελικά όλα ήταν εντάξει, εκτός από τους πόνους. Με μεγάλη κούραση και επιμονή, πάντα ήταν επίμονος, σύρθηκε στο κάθισμα του συνοδηγού και άνοιξε την πόρτα. Μια παγωμένη ριπή αέρα και το χιόνι που όρμησε μέσα, του υπενθύμισαν ότι ήταν ακόμα ζωντανός. Θέλησε να ευχαριστήσει τον Θεό, αλλά το μετάνιωσε και έσφιξε τα δόντια να τραβήξει το σώμα έξω. Έπεσε με γδούπο στην άσφαλτο και σύρθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας μπροστά του. Δοκίμασε και τα κατάφερε να σταθεί όρθιος, χωρίς να πονάνε τα πόδια του και παραβίασε την πόρτα. Με τον ίδιο τρόπο μπήκε και στο πρώτο διαμέρισμα του ισογείου. Η μεγάλη αφίσα του Μπομπ Μάρλεϊ τον υποδέχτηκε με εκείνο το διαπεραστικό του βλέμμα. Έμεινε ξαπλωμένος πάνω στην μοκέτα της εισόδου κι έκλεισε την πόρτα με το πόδι, να μην μπαίνει αέρας. Η θέρμανση δούλευε και άρχισε να συνέρχεται. Ακούμπησε το κεφάλι κάτω , ένοιωθε μια δυσφορία και άφησε τον εαυτό του να πέσει σε ένα βαθύ λήθαργο. Παρακάλεσε να δει τα παιδιά του, κάτι αναστέναξε και αφέθηκε.
Η ακτίνα του ήλιου που έμπαινε από το παράθυρο, τον ενοχλούσε και τον ξύπνησε κάπως απότομα. Έκανε να σηκωθεί, αλλά οι πόνοι σε όλο του το σώμα, τον κράτησαν για λίγο ακόμα κάτω. Έσφιξε τα δόντια και έκανε άλλη μια προσπάθεια. Ζαλιζόταν, πονούσε και ήθελε να κάνει εμετό. Κατούρησε πάνω του, έβρεξε το παντελόνι και όμως δεν φάνηκε να ενοχλείται. Γονατιστός, έβαλε το χέρι στον καβάλο και εξεπλάγη σαν είδε ότι ήταν στεγνός. Μέσα στο κεφάλι, ακούστηκε και πάλι εκείνη η αντρική, ενοχλητική φωνή, εκείνη η ακαταλαβίστικη φωνή που κράταγε για μερικά δευτερόλεπτα. «Δεν μου φτάνουν οι πόνοι μου, πρέπει ν’ αντιμετωπίσω και την τρέλα…», μουρμούρισε στον εαυτό του, χαμογελώντας αλλά και με γκριμάτσες πόνου. Πήγε στο μπάνιο που ανακάλυψε ότι δεν ήταν και το πιο καθαρό μέρος του σπιτιού και προσπάθησε να γδυθεί. Ένα μπάνιο πίστευε τώρα, θα ήταν ότι έπρεπε. Το ζεστό νερό, δεν τον ανακούφισε από τους πόνους, αλλά αυτή η τάση για εμετό εξαφανίστηκε ως δια μαγείας. Του έκανε εντύπωση που δεν πείναγε, που δεν δίψαγε, αν και ήθελε να πιεί νερό. «Διψάω χωρίς δίψα και πεινάω χωρίς πείνα. Δεν καταλαβαίνω πια τι νοιώθω κι εγώ. Λες να υπάρχω… χωρίς να υπάρχω;», αναρωτήθηκε με κάποιο τρόμο αλλά ανυπομονησία στην φωνή. Έκατσε μες την μπανιέρα, κουλουριάστηκε και άφησε το νερό να τρέχει πάνω στο σώμα του. Έβαλε τα χέρια στο πρόσωπο και τα αναφιλητά τράνταξαν τα στήθια.
-«Όχι, δεν γίνεται…», φώναξε χτυπώντας τα πλακάκια του τοίχου, «… όχι δεν γίνεται να είναι αλήθεια αυτό. Στην κόλαση είμαι; Πέθανα και είμαι στην κόλαση; Δεν μπορεί να είναι αλήθεια αυτό… βοήθεια Θεέ μου…», συνειδητοποίησε ότι επικαλείτο τον Θεό και άρχισε να κλαίει πιο δυνατά. Πάλι εκείνο το ηλεκτρικό, λες, ρεύμα του διαπέρασε το στήθος και έπεσε μέσα στα νερά μπρούμυτα με τα χέρια κάτω από το σώμα. «Αν υπάρχεις…», κοίταξε ψηλά προς το ταβάνι, «… σταμάτα το. Δεν είναι ανθρωπίνως δυνατό αυτό. Δεν μπορεί ένας Θεός να … κάνει τέτοια βασανιστήρια… σταμάτα το… μα τι έχω κάνει πια; Γιατί ν’ αξίζω μια τέτοια τιμωρία; Λυπήσου με Θεέ μου, δώσε μου έναν νέο θάνατο μες τον θάνατό μου… όχι άλλη μοναξιά…».
Δεν κατάλαβε πόση ώρα έμεινε εκεί, μέχρι που κάτι άκουσε ή μάλλον νόμισε ότι άκουσε, από κάπου μακριά. Και δεν ήταν εκείνη η ακατάληπτη ενοχλητική φωνή μες το κεφάλι του.

Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Σκέφτηκε να κάνει αυτό το ξενοδοχείο το στρατηγείο, σπίτι του και καταφύγιό του. Ήξερε όμως ότι αυτό δεν θα γινόταν ποτέ, γνώριζε ότι έπρεπε να γυρίσει όσο πιο πολύ μπορούσε την Αθήνα, μετά ποιος ξέρει, ίσως και όλη την Ελλάδα, ίσως ακόμα και τον υπόλοιπο κόσμο. Στις σκέψεις του πια, επικρατούσε η άποψη, ότι τελικά ήταν μόνος, ότι δεν υπήρχε κάποιο άλλο έμβιο ον, εκτός από τα φυτά και τα δέντρα. Δεν θα τα παράταγε όμως έτσι… αμαχητί. Θα έψαχνε, θα έψαχνε παντού, όπου ήταν απαραίτητο για να βρει συνάνθρωπο. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε γίνει και εξαφανίστηκαν όλοι, αλλά όπως αυτός υπήρχε, έτσι θα έβρισκε κι άλλους. Κάπου θα ήταν κρυμμένοι, φοβισμένοι ίσως, στην αρχή της παραφροσύνης. Συλλογιζόταν κάθε πιθανό τρόπο, κάθε λόγο που συνέβη… αυτό που τελικά συνέβη και ζούσε. Απέκλεισε την έκρηξη πυρηνικής ή κάποιας άλλης βόμβας, απέκλεισε λοιμούς και αρρώστιες. Το μόνο που θα μπορούσε να σκεφτεί ήταν… «μπα, αποκλείεται…», συλλογίστηκε χαμογελώντας. Μικρότερος είχε διαβάσει για την στρέβλωση του χώρου ή και του χρόνου, για την δημιουργία σκουληκότρυπας και για παράλληλα σύμπαντα, αλλά τα έβρισκε τόσο φανταστικά που δεν τολμούσε να τα πιστέψει. «Μήπως;», αναρωτήθηκε, «… μήπως είμαι σε άλλο σύμπαν; Βρε μπας και αυτοί οι τρελοφυσικοί είχαν δίκιο; Μπα, δεν μπορεί… αλλά πάλι…». Η σκέψη έμεινε στη μέση, οι απαντήσεις ήταν αδύνατες. Μπορεί να ήταν μηχανικός, μηχανολόγος μηχανικός, αλλά πίστευε στα υλικά και στα πράγματα που αντιλαμβανόταν με τις αισθήσεις, αυτά που ήξερε να τα αντιμετωπίζει στην καθημερινότητα του. Τα θεωρητικά, του φαίνονταν … παραμύθια.
Κατέβηκε στο δρόμο και πήγε προς την πλατεία Ομονοίας με τα πόδια, χαζεύοντας τις επιγραφές των καταστημάτων και τις προθήκες των κινηματογράφων.  Το χιόνι δεν είχε σταματήσει ούτε στιγμή, οι δρόμοι, αφού δεν τους πατούσαν αυτοκίνητα, είχαν ασπρίσει και άρχιζαν να σχηματίζουν τον επικίνδυνο πάγο τους. Φοβήθηκε να μην γλιστρήσει και περπατούσε αργά και στηριζόμενος στα κάγκελα των πεζοδρομίων. Ένας τραυματισμός τώρα, δεν θα ήταν ότι πιο καλό θα μπορούσε να του συμβεί. Γιατροί πια δεν υπήρχαν, ούτε … όμορφες νοσοκόμες!
Μπήκε σε ένα εστιατόριο, το πρώτο που βρήκε μπροστά του και προσπάθησε να φάει κάτι. Φοβόταν ότι μετά από λίγο καιρό, τα τρόφιμα θα χαλούσαν και η επιβίωση θα γινόταν δύσκολη. Όσο κι αν τα ψυγεία παντού λειτουργούσαν, τα τρόφιμα κάποια στιγμή…
Ήπιε ένα μπουκάλι κρασί, άναψε το τσιγάρο που κρατούσε αρκετή ώρα στα δάχτυλα και κοίταξε τα μαύρα σκοτάδια έξω από το μαγαζί. Η νύχτα είχε πέσει απότομα και ολόμαυρη. Τα φώτα των δρόμων, είχαν ανάψει στην ώρα τους και έδειχναν τώρα τον χορό των νιφάδων. Η ορατότητα είχε πέσει στα πέντε μέτρα, κάτι τέτοιο δεν είχε ξαναδεί, τα τελευταία χρόνια τουλάχιστον και το κρύο πιρούνιαζε το σώμα του, όσο κι αν η θέρμανση στο μαγαζί λειτουργούσε κανονικά. Μετά από ώρα, αποφάσισε να γυρίσει στο ξενοδοχείο με την πιθανότητα ότι θα μπορούσε να μείνει μέσα για αρκετές μέρες. Θα άφηνε την εξερεύνηση για αργότερα. Από την βιτρίνα ενός μαγαζιού που την έσπασε με μια μεγάλη πέτρα, πήρε ένα χοντρό πλεκτό και ένα ζευγάρι δερμάτινα γάντια. Μπήκε στο ξενοδοχείο και η ζέστη τον χτύπησε στο πρόσωπο, ζεστάθηκε και έβγαλε το μπουφάν. Δεν είχε όρεξη να παίξει με τον … υπάλληλο της ρεσεψιόν, ούτε με τα γκρουμ και ανέβηκε στο δωμάτιό του. Έπεσε στην μεγάλη πολυθρόνα και άναψε την τηλεόραση. Τα αιώνια τηλεοπτικά χιόνια, έκαναν την εμφάνισή τους και προτίμησε ένα καλωδιακό σταθμό που έδειχνε κάποιο ντοκιμαντέρ. Μετά από λίγο βαρέθηκε και διάλεξε μια ταινία από το απόθεμα που βρήκε στο ντουλαπάκι της κρεβατοκάμαρας. Άκουγε επιτέλους ανθρώπινη φωνή και μάλιστα αγαπημένη καθώς είχε διαλέξει Ελληνική ταινία και ο κύριος Πετρόχειλος προσπαθούσε να γίνει από στρίγκλος, αρνάκι, ενώ η Μάρω Κοντού, έδινε ρεσιτάλ ομορφιάς, αφού με το ηθοποιίας … είχε κάποιο πρόβλημα. Λίγο το κρασί, λίγο η ταινία, έκαναν τα βλέφαρα να γέρνουν και μια γλυκιά ζαλάδα είχε αρχίσει να χαϊδεύει τον νου του. Η Τόνια του τον καληνύχτισε για να ακολουθήσει η μουτρωμένη Μαίρη του. Πρόλαβε και είδε την άκρη του χεριού της Χαράς, το πρόσωπό της ήταν θαμπό, αλλά καταλάβαινε ότι ήταν η γυναίκα του. Χαμογέλασε σαν έκλεινε τα μάτια όπως ήταν στην άνετη πολυθρόνα. Άκουσε πάλι εκείνη την φωνή μέσα στο κρανίο, αλλά ένιωθε εξουθενωμένος για να κάνει κάτι. Ο ύπνος τον πήρε απαλά ενώ στην ταινία ο Κωνσταντάρας φώναζε στα «ρεμάλια» του. Το ροχαλητό του ήταν δυνατό και διαπεραστικό.
Ο Τάκης φάνηκε ξαφνικά από κάποια γωνιά του ονείρου του. Έτσι με την αιώνια μπλε βερμούδα του, την μόνιμα λερωμένη μπλούζα με τα ακαταλαβίστικα λόγια μπροστά και τις άσπρες κάλτσες, να περπατά στους δρόμους της Κυψέλης. Στο βάθος η πλατεία του Αγίου Γεωργίου, φαινόταν θολά με τις μεγάλες ακακίες φουντωμένες.
-«Πάμε για ένα Αμερικανάκι;»,  άκουσε τη φωνή του. Ο Τάκης ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος, αλλά τα δυό παιδιά είχαν ταιριάξει απόλυτα μεταξύ τους και σκέφτονταν τις ίδιες σχεδόν σκανταλιές. Δεκατεσσάρων ο Τάκης λοιπόν, δεκατρία ο Γιώργος, το μυαλό τους ήταν συνεχώς στο «Αμερικανάκι» και στα πόδια της Νάντιας, της δεκαοκτάχρονης κόρης του περιπτερά, που τα παχουλά της μπούτια, είχαν γίνει εμμονή των δυό νεαρών.
-«Ναι, ρε, πάμε, λες να είναι και η Νάντια εκεί; Θα φοράει λες κι εκείνη την κοντή φούστα με τις πιέτες;’
-«Ορέ, τι θα δούμε πάλι!!! Ξέρεις πόσο θέλεις να την τσιμπήσω; Σαν… σαν … «
-«Ξέρω, ξέρω, σαν κολασμένος. Έτσι;», γέλασε με πονηρή ματιά.
-«Αχ, Παναγιά μου, τι θα μπορούσα να της κάνω! Και μόνο που το σκέφτομαι… να κοίτα…» και του έδειξε το μπροστινό μέρος της βερμούδας του.
Ο Γιώργος γέλασε σαν είδε το φούσκωμα και σαν πιο ντροπαλός, προσπάθησε να κρύψει με τα χέρια του το δικό του. Έσκυψε το κεφάλι και προχώρησε μπροστά προς την πλατεία, δίνοντας υπόσχεση στον εαυτό του, να μην ρίξει ούτε μια ματιά προς το περίπτερο. Σαν έφτασαν, κάθισαν στο παγκάκι να αποφασίσουν ποιο «τέρμα» θα έπαιρνε ο καθένας και ποιος θα έκανε το πρώτο σουτ. Το βογγητό του Τάκη, τον έκανε να γυρίσει και να μείνει ακίνητος σαν μαρμαρωμένος. Η Νάντια είχε σκύψει να πάρει κάτι εφημερίδες από το πεζοδρόμιο, ήξερε βέβαια ότι οι δυό πιτσιρίκοι την «έπαιρναν μάτι» και βέβαια η κοντή, φαρδιά της φούστα, έκανε τα μεγάλα αποκαλυπτήρια. Κάθε φορά που έσκυβε, έριχνε και ένα βλέμμα όλο νόημα, συνοδευόμενο με κοφτό γελάκι προς το μέρος τους, σαν να υποσχόταν κάτι αόριστο αλλά σκανδαλιστικό. Όχι βέβαια ότι είχε στο νου της τα δυό πιτσιρίκια, αλλά το ύφος τους και το ανοικτό τους στόμα στην θωριά της, την διασκέδαζε αφάνταστα. Καλοκαίρι ήταν, πήρε κι ένα παγωτό με ξυλάκι από το ψυγείο της «ΕΒΓΑ» και άρχισε να το γλύφει αργά και βασανιστικά.
-«Αυτή είναι γυναίκα ε; Πω πω αδερφέ μου, κοίτα τα μπούτια της…», ακούστηκε η φωνή του ξαναμμένου Γιώργου.
-«Ναι μωρέ αδερφέ μου! Δες και τον κώλο της…! Ξέρεις τι μου είπε ο Αντώνης; Ένας φίλος του αδερφού του την πηδάει κάθε μέρα σχεδόν. Και όλοι εδώ οι «μεγάλοι», (όπου μεγάλος ήταν πάνω από είκοσι), την έχουν ξεσκίσει ρε. Άκου με που σου λέω, μεγάλη πουτάνα … άκου με…». Έβαλε το δάχτυλο στη μύτη και την έξυσε, έβγαλε μια μύξα και την πέταξε με τα δάχτυλα μακριά του. Έδεσε τα κορδόνια του, σήκωσε τις κάλτσες ψηλά:
-«Άντε μωρέ θα παίξουμε καμιά ώρα;», ρώτησε όλο βιάση.
Το πρώτο γκολ, το έβαλε ο Τάκης, αφού το μυαλό αλλά και τα μάτια του συμπαίχτη του ήταν ακόμα εκεί… στην κοπέλα που έσκυβε για τις εφημερίδες. Ο ήλιος τους έκαιγε, ο ιδρώτας έτρεχε σαν ποτάμι και οι πατούσες είχαν πάρει φωτιά. Κι εκτός αυτού, ο Γιώργος έχανε με βαρύ σκορ. Όταν πια ανακάλυψαν ότι οι δυνάμεις τους άρχισαν να τους εγκαταλείπουν, κάθισαν στο ένα παγκάκι, άπλωσαν τα χέρια πίσω και προσπάθησαν να πάρουν βαθιές ανάσες. Ο Τάκης πατούσε την μπάλα κι έπαιζε μαζί της κυλώντας την μπρος – πίσω.
-«Ρε συ, ξέρεις τι είναι το γαμήσι; Ξέρεις πως γαμάνε;»
Ο Γιώργος δεν την περίμενε αυτή την ερώτηση, όχι τώρα τουλάχιστον. Τον έτρωγε το ζήτημα, αλλά δεν είχε ποτέ του τολμήσει να ρωτήσει. Ο κυρ Αρίστος, ο χοντρός του πατέρας δεν είχε ασχοληθεί ποτέ με τα προβλήματα του γιού του, ενώ η αδύνατη και καχεκτική μάνα του, η κυρία του άντρα της, νόμιζε ότι τα προβλήματα φώλιαζαν, μόνο,  στη ψυχή της μεγάλη της κόρη. Το πρόσωπο της μάνας τον έκανε να στριφογυρίσει πάνω στην πολυθρόνα, ν’ αλλάξει στάση και να μισανοίξει τα μάτια. Όμως το όνειρο δεν διακόπηκε. Η μάνα… μια ευγενική αδύνατη μορφή, υποταγμένη κυριολεκτικά στον άντρα της, αδύνατη στο σώμα, αδύνατη και στον χαρακτήρα,  δεν σήκωνε ποτέ φωνή, ούτε σε μας τα παιδιά της, έτρεμε την ζωηράδα μας, την αυθάδεια, την παιδική μας επιθετικότητα. Πάντα με σκυμμένο κεφάλι μπροστά στις αποφάσεις του πατέρα που τον έτρεμε ολόκληρο, ποτέ δεν του πήγαινε κόντρα και γνώμη της ήταν πάντα η δικιά του γνώμη και με λίγες μόνο απολαύσεις από την ζωή.
-«Ναι…», είπε ψέματα, «… ξέρω». Δεν ήξερε, όμως ο εγωισμός του δεν τον άφηνε να πει κάτι άλλο. «Και βέβαια ξέρω, να… όταν ο άντρας βάζει το… πουλί του κάτω στην γυναίκα… άκου εκεί… και βέβαια ξέρω…». Η αμηχανία του όμως φανέρωνε την άγνοιά του και την ασχετοσύνη του, λέξη που χρησιμοποιούσε ο φίλος του,  με το θέμα.
-«Ρε συ, έχεις δει ποτέ τους γονείς σου να … το κάνουν; Να κάνουν σεξ βρε, τους έχεις δει; Εγώ ένα βράδυ που νόμιζαν ότι κοιμόμουν, έβαλα το μάτι στην κλειδαρότρυπα, πω πω πω τι είδα!!! Θαύματα! Ποια Νάντια και κουραφέξαλα …!»
Ο Γιώργος παραδέχτηκε ότι κάτι τέτοιο δεν το είχε δει ποτέ του. Όμως από κείνη την μέρα αυτή η σκέψη, του τριβέλιζε το μυαλό. Το βράδυ έβλεπε παράξενα όνειρα και την ημέρα δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σε άλλα πράγματα έξω απ’ αυτό. Δεν άργησε λοιπόν να το πάρει απόφαση και … συγχρόνως να «πάρει» μάτι αυτό που είχε δει και ο φίλος του. Σάββατο βράδυ ήταν, είχαν γυρίσει από το σινεμά, κάθε Σάββατο ο μπαμπάς τους πήγαινε κινηματογράφο, έκανε τον νυσταγμένο και ξάπλωσε γρήγορα – γρήγορα για ύπνο. Όμως … μόνο τον ύπνο δεν σκεφτόταν. Έπρεπε να δει επιτέλους κι αυτός. Όσο πέρναγε η ώρα, ένιωθε τα μάγουλά του να καίνε και όσο οι διάφοροι ήχοι στο σπίτι ησύχαζαν, σημάδι ότι οι γονείς του είχαν ξαπλώσει και η αδερφή του είχε κοιμηθεί, τόσο η αναπνοή γινόταν πιο κοφτή και πιο γρήγορη. Επιτέλους … απόλυτη σιωπή. Μόνο κάποια γελάκια και αναστεναγμοί ακούγονταν από το δωμάτιο της μαμάς και του μπαμπά. Σηκώθηκε και αφουγκράστηκε, όλα καλά και όπως τα είχε φανταστεί. Στις άκρες των δαχτύλων του πλησίασε την κλειστή πόρτα και έβαλε το μάτι στην κλειδαρότρυπα. Ευτυχώς το φως του ηλεκτρικού καντηλιού, όπως πάντα,  ήταν αναμμένο και μπορούσε να δει έστω και αχνά, αλλά κάθετα έβλεπε μόνο την πλάτη του μπαμπά και ότι άλλο μπορούσε να δει κάποιος από το πίσω ενός γυμνού άντρα. Έβαλε το δεξί χέρι στο στόμα μη και του ξεφύγει κανένας ήχος, το άλλο χέρι ήταν γαντζωμένο στο πόμολο και τον έκαιγε στην προσπάθεια να μην σπρώξει την ξύλινη πόρτα  και βολεύτηκε όσο πιο καλά μπορούσε. Τα μάτια στεγνά μέσα στις κόγχες κοίταζαν αχόρταγα και δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από κει, όσο κι αν το ήθελε. Είδε τα χέρια της μαμάς να ξεπροβάλουν πάνω από τους χοντρούς ώμους του κυρ Αρίστου, άκουσε τις κραυγές της, όσο κι αν προσπαθούσε να είναι «πνιχτές», ήταν αρκετά έντονες για να τον αναστατώσουν. Ξαφνικά είδε αίμα να κυλά στην πλάτη του μπαμπά και τα γυναικεία νύχια να έχουν ξεσκίσει την σάρκα του. Κι εκείνος να μην αντιδρά, να μην την βρίζει, να μην την χτυπά. Ότι του έλεγε, η… «αφέντρα» το έκανε και φαινόταν μάλιστα να το απολαμβάνει. Αλλά το πρόσωπό του δεν έδειχνε ικανοποίηση, μόνο κάτι σαν αγωνία και … σαν να έκλαιγε. Και τότε γέλαγε η μαμά! Τώρα αυτή φαινόταν ότι έκανε ότι ήθελε κι εκείνος … υπάκουε πειθήνια. Μέχρι που αυτή η χοντρή πλάτη ακούμπησε στο σεντόνι και το ολόγυμνο σώμα της μαμάς κάθισε πάνω στον άντρα. Τα μελίγγια του Γιώργου τώρα χτυπούσαν σαν τρελά, το αίμα λες και προσπαθούσε να σπάσει τις φλέβες του, ενώ η όραση του είχε θολώσει. Το σώμα της μητέρας του ολόγυμνο μπροστά του, με το δασύ δασάκι ανάμεσα από τα πόδια υγρό από τον ιδρώτα και ανυπόμονο για τον άντρα της , τα στήθια της μεγάλα και λίγο πεσμένα να έχουν γίνει παιχνίδια στα χέρια του πατέρα του και το πεταχτό της προκοιλάκι  ανεβοκατέβαινε τώρα  πάνω στον ξαπλωμένο άντρα. Ήχοι ηδονής και μεγάλης έντασης έβγαιναν από τον αδύνατο λαιμό της, συνοδεύοντας τα μουγκρητά του πατέρα του. Η μικρή αντιλόπη ανταγωνιζόταν το λιοντάρι και έδειχνε να κερδίζει. Το σώμα της μαμάς τώρα είχε κολλήσει στους λαγόνες του χοντρού άντρα, του «θηρίου» όπως τον λέγαμε. Τον χτύπαγε, τον έγδερνε με τα νύχια της, τον δάγκωνε κι αυτός όχι μόνο τα ανεχόταν όλα αυτά, αλλά σαν να του άρεσαν κιόλας. Ανασήκωνε το στήθος του και την φιλούσε με λαχτάρα ενώ κάτι της ψιθύριζε που δεν άκουγε. Αυτή έδινε ακαταλαβίστικες προσταγές, ο άντρας όμως καταλάβαινε και όλο την έσφιγγε, πάλι και πάλι, σαν να προσπαθούσε να την σκάσει με την θέλησή της. Ο Γιώργος προσπάθησε να φύγει, να εγκαταλείψει την πάλη που έβλεπε, αυτό το περίεργο παιχνίδι των μεγάλων, αλλά τα πόδια είχαν παραλύσει. Η μάχη κάτω από το πράσινο φως του καντηλιού, συνεχιζόταν όλο και πιο βίαιη, όλο πιο αβέβαιη. Μέσα στο μισοσκόταδο, το σώμα της μάνας του, του φάνταζε αλλιώτικο. Το πρόσωπό της σαν να είχε ασχημύνει, γκριμάτσες το χαράκωναν, το παραμόρφωναν. Δεν ήταν το γλυκό μητρικό πρόσωπο που έφτανε μια ματιά για να ξεχάσει κάθε παιδική του στενοχώρια, ήταν μια άλλη την ώρα εκείνη, είχε μεταμορφωθεί. Πρώτη φορά μάλιστα, πρόσεξε τα δόντια της. Μόλις την νύχτα εκείνη τα πρωτοπρόσεξε. Άσπρα, μεγάλα και γυαλιστερά σαν να μην τα είχε δει ποτέ μέχρι τότε, ίσως γιατί δεν γελούσε συχνά για να φανούν, ούτε και θύμωνε για να τα τρίζει. Δάγκωνε το αυτί του πατέρα του, κάτι του έλεγε κι εκείνος κολλούσε τα χείλη του στον λαιμό της κι αγκομαχούσε σαν τρένο. Ανάμεσα στο χοροπηδητό της μάνας του και τις γρήγορες, όλο και πιο γρήγορες κινήσεις του κυρ Αρίστου, είδε το όργανό του. Όρθιο, χοντρό σαν μικρό ρόπαλο, να μπαινοβγαίνει στα σκέλια της, έτσι όπως ακριβώς μπαινόβγαινε ο αριστερός δείκτης του Τάκη στην τρύπα που σχημάτιζαν τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού, κάθε φορά που ήθελε να του πει πόσο «πουτάνα» ήταν η περιπτερού.
Είχε ξεραθεί το στόμα του και ο ουρανίσκος του πονούσε. Δεν μπορούσε να καταπιεί το σάλιο του, χωρίς να νιώσει σουβλιές στον λαιμό. Ξάφνου οι γονείς του, λες και τους πυροβόλησαν, έκαναν δυό τρία τινάγματα κι έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλο, μένοντας ακίνητοι σαν πεθαμένοι. Και μονάχα η βαριά τους ανάσα μαρτυρούσε πως ζούσαν ακόμη. «Πόλεμος», σκέφτηκε και επιτέλους βρήκε το κουράγιο να πάρει τα πόδια του και να φύγει από κει, να αποκοπεί από εκείνη την μικρή κλειδαρότρυπα που θα του άλλαζε για πάντα την ζωή. Όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι του, ανακάλυψε ότι κάτι τον εμπόδιζε να κοιμηθεί. Ο Μπάτμαν στον απέναντι τοίχο του φαινόταν πάντα τρομακτικός, αλλά σήμερα ωχριούσε μπροστά στην εικόνα του «θηρίου». Πήγε στην τουαλέτα και ξαλάφρωσε. Όμως ο Μορφέας αργούσε στην συνάντησή τους.                                                                                                                    

Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Η Τόνια τον χάιδεψε με όλη της την παλάμη και ήταν το πιο τρυφερό άγγιγμα που είχε νιώσει ποτέ του. Χαμογέλασε με άπληστη διάθεση και για άλλο ένα χάδι. Κάποιος έσπρωχνε και την μικρή του Μαίρη, την έσπρωχνε να πάει πιο κοντά του, αλλά εκείνη αντιστεκόταν κλαίγοντας. Ακούστηκε μια φωνή, μια άγνωστη φωνή που τον τρόμαξε και στριφογύρισε στον ύπνο του. Το όνειρο κόπηκε και ένιωσε σαν να του κοβόταν η ανάσα. Προσπαθούσε να πάρει αέρα και δεν μπορούσε. Πετάχτηκε όρθιος και κοίταξε ολόγυρα στο δωμάτιο που βρισκόταν. Νόμισε ότι εκείνη η άγνωστη φωνή, αντρική πρέπει να ήταν, εξακολουθούσε ν’ ακούγεται από κάπου πιο μακριά τώρα. Δεν την καταλάβαινε, αλλά τον ενοχλούσε που έμπαινε ανάμεσα στις κόρες του κι αυτόν. Ο πίνακας που ήταν απέναντι, στον τοίχο, έδειχνε ένα ψηλό χιονισμένο βουνό και μια λίμνη με πολύ πράσινα δέντρα και γαλάζιο ουρανό. Δεν μπόρεσε να μην θαυμάσει την ανώτερη κλάση της κακογουστιάς που έβλεπε. Τα έντονα χρώματα της ελαιογραφίας, πρέπει να ήταν ελαιογραφία, η χρυσή κορνίζα και η θεόρατη υπογραφή του ζωγράφου στο κάτω μέρος, του δημιουργούσαν την ανάγκη να τον «κατεβάσει», να τον σκίσει ή ακόμα και να τον κάψει. Πήγε στην κουζίνα και από το ψυγείο πήρε μια μπουκάλα με παγωμένο νερό. Πάντα τον ανακούφιζε το παγωμένο νερό αν και μερικές φορές το στομάχι του διαμαρτυρόταν. Πήγε στο μέσα δωμάτιο και έψαξε ανάμεσα σε στοίβες βιβλίων και από CD μουσικής. Βρήκε ένα πακέτο Αμερικάνικων περιοδικών που αναφέρονταν σε ροκ μουσική, με κάποιους διαβολικά βαμμένους μουσικούς σε μέγεθος αφίσας και διαφόρων ειδών τσιγάρα. Πέντε διαφορετικά πακέτα που το καθένα περιείχε πέντε έως έξη τσιγάρα αλλά και μικρά πουράκια. Άναψε ένα και το κοίταξε με θαυμασμό, αναγνωρίζοντας την καλή ποιότητα του καπνού. Το μάτι του έπεσε σε κάποια περιοδικά πορνό, επιμελώς στοιβαγμένα σε μια άκρη, κάτω από το κρεβάτι. Τα πήρε και έριξε μια ματιά ξεφυλλίζοντας με το ένα χέρι, σταματώντας σε κάποιες ερωτικές στάσεις που του φάνηκαν περίεργες ή ακόμα και άγνωστές του. Γέλασε και συνέχισε την περιήγηση στις γυαλιστερές σελίδες των περιοδικών. Μέσα του κάτι ένοιωσε, κάτι σαν αναστάτωση, σαν … αυνανίστηκε εκεί που ήταν. Όλο το βάρος από την ψυχή του, λες και γλίστρησε στο πάτωμα, μαζί με το σπέρμα. Η καρδιά του είχε αρχίσει να χτυπάει βάναυσα, δυνατά και γρήγορα, λες και ήθελε να βγει από το στήθος του. Το σχεδόν καυτό νερό στο μπάνιο, τον τόνωσε και κάθισε σταυροπόδι να το απολαύσει, μέσα στην μικρή μπανιέρα. Είδε από το παράθυρο τον ουρανό που έπαιρνε εκείνο το γκριζογάλανο, χειμωνιάτικο χρώμα του. Σε λίγο θα φαινόταν και ο ήλιος που θα του χάριζε άλλη μια εικόνα του έρημου κόσμου του.
Η πόλη ήταν ακριβώς ίδια με την προηγούμενη μέρα, με την ίδια ακινησία του, με την ίδια… βουβαμάρα του. Προχώρησε με μια λαχτάρα να οδηγήσει, είχε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση τώρα, νόμιζε ότι είχε γίνει… τουλάχιστον οδηγός αγώνων. Χαμογέλασε στη σκέψη και άρχισε να διαλέγει το κατάλληλο αυτοκίνητο, που θα ανταποκρινόταν στις οδηγικές του ικανότητες. Μια μεγάλη μαύρη κούρσα που ήταν εγκαταλειμμένη στη μέση του δρόμου, του φάνηκε ελκυστική. Όταν έβαλε μπροστά την μηχανή, νόμισε ότι το πόδι του τον έτρωγε να πατήσει το γκάζι. Και το έκανε. Αυτός ήταν ο λόγος, που άλλαξε αυτοκίνητο σε λίγα δευτερόλεπτα. Το μαύρο… «άτι», είχε τσαλακωθεί άσχημα στον απέναντι τοίχο, οι αερόσακοι είχαν ανοίξει και οι πόρτες διάπλατα ανοικτές, το είχαν βάλει πείσμα να μην ξανακλείσουν. Η λύση βρέθηκε στο κίτρινο ταξί, που λίγο πιο μπροστά περίμενε κάθετα σχεδόν στην άσφαλτο. Αυτή την φορά πάτησε ελαφρά το πεντάλ, αφού το ίδιο προσεκτικά άφησε τον συμπλέκτη. Το όχημα αναστέναξε για κάποια δευτερόλεπτα και άρχισε σιγά – σιγά νε μετρά μέτρα στην λεωφόρο.
Χρειάστηκε πάνω από δυό ώρες και ν’ αλλάξει κάμποσα οχήματα, μέχρι να φτάσει ξανά στα γνώριμα του στέκια στον Χολαργό. Κάτι μέσα του τον έτρωγε ότι δεν είχε ψάξει αρκετά για την οικογένεια του. Αλλά δεν ήξερε και τι να κάνει, που να πάει, τουλάχιστον θα ήταν εκεί, θα έκανε ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατό. Προσπάθησε να σκεφτεί από πού να ξαναρχίσει αυτή την δεύτερη έρευνα, να σκεφτεί τα «στέκια» της Χαράς και των παιδιών, το ταχυφαγείο στην άκρη του δρόμου του νηπιαγωγείου, (απόρησε που δεν το είχε σκεφτεί πιο μπροστά), αλλά πρώτα ανέβηκε στο σπίτι. Βρήκε τα πράγματα όπως τα είχε αφήσει ή καλύτερα όπως ατάκτως τα είχε παρατήσει. Προσπάθησε γι άλλη μια φορά να επικοινωνήσει με γνωστούς με το τηλέφωνο, αλλά και πάλι, μόνο ο ήχος της κλήσης ακουγόταν. Τώρα περπατούσε στο δρόμο και έφτασε στο ταχυφαγείο που τα πιτσιρίκια έπρεπε να το είχαν αναστατώσει κανονικά με τις στριγκλιές τους. Η ησυχία όμως που επικρατούσε όμως… ήταν εκκωφαντική. Ρεύμα δεν υπήρχε στο μαγαζί, πιθανόν κάποια φωτιά από τοστ που είχε μείνει στη σχάρα, καταστρέφοντας τα μηχανήματα, είχε κόψει και την παροχή ηλεκτρισμού. Τα ψυγεία άφηναν τα τρόφιμα πια στη μοίρα τους. Βρήκε κάτι να φάει και έφτιαξε καφέ με ένα μικρό καμινέτο, τώρα θα μπορούσε να σκεφτεί πιο σωστά, όσο ακόμα υπήρχε κάποιου είδους λογική σε αυτόν τον κόσμο. Κάθισε σε ένα τραπεζάκι έξω στην μικρή αυλή, δίπλα από μια μεγάλη τσουλήθρα σε σχήμα δράκου και προσπάθησε να ζεσταθεί από τις ακτίνες του χλωμού ήλιου. Η καφεΐνη στο αίμα του, φαίνεται ότι είχε αρχίσει να λειτουργεί γιατί ξαφνικά ένιωσε μια υπερδιέγερση και επιθυμία να κουνηθεί, να κάνει κάτι. «Αλλά τι σημασία έχει το τι να κάνω;», αναρωτήθηκε κοιτώντας τον δρόμο μπροστά του. Θα καταλάβαινε πολύ αργότερα την βαρύτητα της ερώτησης που μόλις είχε κάνει στον εαυτό του. Άναψε την μικρή τηλεόραση που βρήκε στο μικρό αυτόν χώρο και είδε πάλι τα γνωστά τηλεοπτικά «χιόνια». Έσκυψε το κεφάλι και προσπάθησε να κλάψει, αλλά δάκρυ δεν μπορούσε να βγει, λυγμός δεν του ερχόταν. Αντιλήφθηκε ότι το μυαλό του είχε αρχίσει να αποδέχεται την επικρατούσα κατάσταση, να αποδέχεται αυτή την … μοναδικότητα του.
Δυό ώρες πέρασαν χωρίς να έχει αποφασίσει για την επόμενη κίνηση του. Ήθελε να μείνει κι άλλο εκεί, να ψάξει για την οικογένεια, κάτι όμως μέσα του τον παρακινούσε σε φυγή. Και αυτό έκανε για το υπόλοιπο της ημέρας του. Όλο και κάποιο μπακάλικο ή σούπερ μάρκετ θα τον προμήθευε με φαγητό, όλο και κάποιο σπίτι θα ήταν έτοιμο για την βραδινή του διάρρηξη. Περπάτησε τον κατηφορικό δρόμο με τα αυτί του τεντωμένο για κάποιο ανθρώπινο θόρυβο. Με μεγαλύτερη τώρα οδηγική αυτοπεποίθηση, κάθισε στο τιμόνι ενός μικρού φορτηγού, μιας εταιρίας που μετέφερε γάλα και άρχισε να διασχίζει την Μεσογείων οδηγώντας με αργές κινήσεις, σαν μικρό παιδί και μιμούμενος τον θόρυβο της μηχανής με το στόμα. Γέλασε που είχε το κουράγιο να παίζει, αυτός που προ λίγου είχε πέσει σε απελπισία. «Είμαι μόνος σε όλη την πόλη…», φώναξε με λαχτάρα, «… μπορεί και σε όλο τον κόσμο….». Και απάνω στην χαρά του, ακούστηκε πάλι μέσα στο μυαλό του, εκείνη η άγνωστη, ενοχλητική φωνή. Λες και κάποιος πάνω από την οροφή του αυτοκινήτου, του μίλαγε. Κούνησε το κεφάλι και η φωνή σταμάτησε. Ένιωσε πόνο στην μέση και προσπάθησε να ηρεμίσει από την υπερδιέγερση που καταλάβαινε ότι τον είχε κυριεύσει. Σταμάτησε το αυτοκίνητο εκεί που ήταν, στη μέση του δρόμου, ποια η ανάγκη να κάνει στην άκρη και παρατήρησε την βροχή που είχε αρχίσει να πέφτει πάλι. Έβαλε το δάχτυλο στο τζάμι και ακολούθησε την πορεία μιας σταγόνας προς το πλάι. Άρχισε να κρυώνει, το νερό παρατήρησε, δεν ήταν υγρό, είχε μια ελαφρά μορφή πάγου μέσα του, κάτι σαν χιονόνερο. Κοίταξε τον ουρανό σκύβοντας πάνω στο τιμόνι και είδε μεγάλα γκρίζα σύννεφα να πυκνώνουν και το χιονόνερο να πυκνώνει και να γίνεται χιόνι. «Μάλιστα…», μουρμούρισε, «… μάλιστα, τώρα θα δούμε άσπρη μέρα….!». Γέλασε με το αστείο του και κατέβηκε να περπατήσει, χωρίς ομπρέλα αλλά με την κουκούλα του μπουφάν σηκωμένη για προστασία. Ο πόνος στο κεφάλι ήταν έντονος σαν σουβλιά, λες και κάποιος προσπαθούσε με τσεκούρι, να του το ανοίξει στα δύο. Γονάτισε και έσφιξε τα μηλίγγια του, προσπαθώντας να ησυχάσει. Αυτό, ευτυχώς κράτησε μόνο λίγα δευτερόλεπτα. Η φωνή από τα πάνω, ξανακούστηκε, δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγε, αλλά σίγουρα ήταν ανθρώπινη. Κοίταξε ολόγυρα και φυσικά δεν διέκρινε τίποτα απολύτως. «Λες να τρελαίνομαι;», αναρωτήθηκε έντρομος. Διαφώνησε με τον εαυτό του, μπορούσε να το κάνει αυτό, ακόμα τουλάχιστον και ξεκίνησε το βάδισμα. Τα πεζοδρόμια είχαν αρχίσει να πιάνουν εκείνο το λευκό χνούδι του πρώτου χιονιού καθώς τα σύννεφα έστελναν πιο χοντρές και πυκνές νιφάδες. Το μεγάλο κτίριο μπροστά του, ήταν ένα από αυτά που πάντα ήθελε να επισκεφτεί και τώρα αποφάσισε να μπει ανενόχλητος και χωρίς καμιά ερώτηση. Τον σαγήνευε πάντα η Βουλή των Ελλήνων και αν κάποτε ήθελε να της βάλει φωτιά ή όποια άλλη  άνομη ενέργεια να κάνει, δεν έπαυε να τον συγκινεί. Μπήκε από την κύρια είσοδο, από κει που εισερχόταν ο εκάστοτε πρωθυπουργός και με μια κίνηση του χεριού, σαν να χαιρετούσε αόρατα πλήθη που τον επευφημούσαν, περπάτησε στα μάρμαρα των διαδρόμων του πρώην παλατιού. Τα βήματά του, τον έφεραν στο πρώτο μεγάλο αίθριο του κτιρίου, όπου δεν προλάβαινε να συλλαμβάνει τις εκπληκτικού πλούτου λεπτομέρειες της αίθουσας. Αναρωτήθηκε τι την ήθελαν τόση χλιδή οι Έλληνες βουλευτές. Του θύμιζαν τους βασιλιάδες από τον Όθωνα και μετά, την φαυλότητα των βασιλικών αυλικών, παρά την αφιερωμένη στον λαό δημοκρατική κυβέρνηση. Κούνησε απογοητευμένος το κεφάλι, όχι για την ομορφιά του χώρου, αλλά γιατί τόσα χρόνια ψήφιζε με πίστη τα κόμματα. Μπήκε στην μεγάλη αίθουσα των συνεδριάσεων και κάθισε στην έδρα ή μάλλον στον θρόνο του προέδρου της βουλής. Όλα τα έβλεπε από ψηλά τώρα, όλα τα έβλεπε … μάταια. Σήκωσε το χέρι και έβγαλε ένα μικρό λόγο, δυναμώνοντας το μικρόφωνο στο μέγιστο της ισχύος του. Γέλασε και άρχισε να μιμείται τις κινήσεις αυτοθαυμασμού του Μουσολίνι , αλλά με περισσότερη αυταρέσκεια. Κλώτσησε το έδρανο, με αποτέλεσμα να σπάσει το ξύλο και απαίτησε από τους βουλευτές να χειροκροτήσουν. Και τον χειροκρότησαν όλοι με την καρδιά τους, από κάθε παράταξη. Έτσι πολύ σύντομα έσωσε την πολυπικραμένη Ελλάδα από την καταστροφή που την απειλούσε. Φούσκωσε το στήθος σαν γαλοπούλα και κατέβηκε στο προαύλιο, χωρίς βέβαια να παραλείψει τους πανηγυρικούς χαιρετισμούς του, προς τα αλαλάζοντα πλήθη. «Στις επόμενες εκλογές…», σκέφτηκε, «… εκατόν ένα τοις εκατό θα πάρει το … ΚΟ.ΜΟ.ΕΛ.», το κόμμα που μόλις  είχε δημιουργήσει στο νου του. «Κόμμα μοναχικών Ελλήνων», γέλασε και προχώρησε προς την πλατεία Συντάγματος. Το χιόνι είχε πυκνώσει τώρα και οι μπότες του δεν του πρόσφεραν μεγάλη σταθερότητα στα μάρμαρα της μεγάλης σκάλας. Κοίταξε δεξιά του και βρήκε το καταφύγιο για κείνη την μέρα. Το μεγάλο ξενοδοχείο έστεκε περήφανο και αγέρωχα στην γωνία με την Πανεπιστημίου, τον περίμενε και ήξερε πως όλοι οι υπάλληλοί του ανυπομονούσαν να τον περιποιηθούν. Στάθηκε στη μέση της πλατείας και αφουγκράστηκε. Απογοητεύτηκε από το αναμενόμενο αποτέλεσμα και άφησε το χιόνι να του ασπρίσει τα μαλλιά. Κάπου είχε διαβάσει κάτι τέτοιο, για κάτι που ήταν καλό γιατί άλλαζε χρώμα στα μαλλιά, τα ασήμωνε λέει και δεν φαίνονταν που ήταν άσπρα, του ήρθε το όνομα του Ρίτσου στο μυαλό, δεν ήταν σίγουρος και άφησε την σκέψη κατά μέρους. Τι θα εξυπηρετούσε να θυμόταν τον ποιητή ή τον συγγραφέα; Τι νόημα θα είχαν τώρα πια τέτοια λέξεις, τέτοια λόγια, τέτοια νοήματα; Μπήκε στο ξενοδοχείο, αφού πρώτα χαιρέτισε τον άφαντο «ναύαρχο» και έτριψε τα χέρια να ζεσταθεί, ευλογώντας τα καλοριφέρ που λειτουργούσαν σε όλη τους την ένταση. Πήγε στην ρεσεψιόν και ζήτησε την ακριβότερη και πολυτελέστερη σουίτα. Μπήκε από την μέσα μεριά του μαρμάρινου πάγκου και πήρε ένα ηλεκτρονικό κλειδί.
«Θα θέλατε την βασιλική σουίτα κύριε Χαριτόπουλε; Θα ήταν τιμή μας…», προσποιήθηκε τον μετρ του ξενοδοχείου.
«Βεβαίως…», απάντησε περνώντας από την άλλη πλευρά, «… και βέβαια είναι τιμή σας!»
Έδιωξε τις δεκάδες των φανταστικών γκρουμ που έτρεξαν να πάρουν τις αποσκευές του και ανέβηκε με τις σκάλες μέχρι τον πέμπτο όροφο. Άνοιξε την πόρτα του δωματίου και το μάτι του έπεσε στο μεγάλο πιάνο. Διάβασε «Bosendorfer» και πλησίασε να παίξει με τα πλήκτρα. Η μουσική, δυστυχώς ήξερε μόνο δυό τρία τραγούδια να παίζει, όρμησε στον χώρο και τον έκανε να μοιάζει πιο όμορφος. Όσο πιο όμορφος μπορούσε, αφού η πολυτέλεια του, ίσως να μην έπαιρνε καλυτέρευση. Το μεγάλο σαλόνι της σουίτας, η τραπεζαρία των δέκα ατόμων και το υπέροχο γραφείο από τικ ξύλο, επέβαλλαν ένα σεβασμό και μια ωριμότητα συμπεριφοράς. Η βιβλιοθήκη και αυτή από το ίδιο ξύλο, όπως άλλωστε όλο το δωμάτιο, ήταν γεμάτη από βιβλία, που όμως ο Γιώργος δεν τα ακούμπησε καν. Η κρεβατοκάμαρα με τα τρία μεγάλα παράθυρα που άφηναν όλο το φως, από ανατολικά και νότια, ανενόχλητο να εισβάλλει στον χώρο, ήταν πραγματικά βασιλικών προδιαγραφών. Πέταξε τα λερωμένα του παπούτσια στην άκρη με δύναμη και βούτηξε, σαν να ήταν στη θάλασσα, πάνω στο θεόρατο κρεβάτι. Έπαιξε με το πάπλωμα και τα σεντόνια, πέταξε και τα μαξιλάρια όσο πιο μακριά μπορούσε και μπρούμυτα, άφησε τον εαυτό του να ταξιδέψει στα όνειρα. Η φωνή που τον ενοχλούσε όλη μέρα, παρουσιάστηκε πάλι χωρίς, για άλλη μια φορά, να βγάλει νόημα από τα λεγόμενά της και πίεσε τους κροτάφους να την διώξει.

Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Δεξιά του είδε κάποια συνεργεία αυτοκινήτων που ειδικεύονταν  σε φορτηγά και λεωφορεία. Τα    εργαλεία των μαστόρων ήταν πεταμένα στο έδαφος και τα καπό των αυτοκινήτων ανοιχτά σαν στόματα νεκρών. Η βροχή είχε ξεπλύνει τα λάδια και τις βαλβολίνες, κάποιες βίδες και μπουλόνια είχαν παρασυρθεί στον δρόμο και τα στουπιά έπλεαν σαν μικρά καραβάκια προς τις σχάρες απορρόφησης υδάτων. Συνειδητοποίησε πόση ομορφιά είχαν κάποιες εικόνες της καθημερινότητας που πριν δεν έδινε σημασία. Βγήκε από το αυτοκίνητο και πλησίασε χωρίς λόγο. Η μυρουδιά από τις βενζίνες και τα λάδια τον συνεπήρε και τον ζάλισε ευχάριστα. Στην άλλη μεριά του δρόμου, τα ερείπια του καμένου εργοστασίου χάρτου, δέσποζε της περιοχής.  Περπάτησε κάμποσα μέτρα μέχρι που έφτασε σε ένα σταθμό του μετρό. Ειρωνικά, οι αυτόματες ηλεκτρικές σκάλες λειτουργούσαν κατεβάζοντας … κάποιους αόρατους ανθρώπους στις γραμμές του τρένου. Χαμογέλασε και κατέβηκε. «Πρέπει να μην έχει κίνηση σήμερα…. Χα χα α χα», σκέφτηκε και γέλασε με την σκέψη του αυτή. Φυσικά ο σταθμός ήταν άδειος και καμιά κίνηση συρμού δεν αναστάτωνε την ησυχία του. Περπάτησε κατά μήκος της αποβάθρας και μια επιθυμία τον κατέλαβε, να κατέβει κάτω, στις γραμμές και να περπατήσει στο τούνελ. Φοβήθηκε λίγο, το πήρε απόφαση και ξεκίνησε. Την ώρα που κατέβαζε το πόδι του στο πρώτο σκαλοπάτι, κυριολεκτικά τρόμαξε… από την ανθρώπινη δραστηριότητα που …
«Παρακαλούνται οι κύριοι επιβάτες να προσέχουν τα προσωπικά τους είδη», ακούστηκε δυνατά μια κοπέλα από τα μεγάφωνα, αρκετά δυνατά αλλά και αρκετά συγκεχυμένα. Στηρίχτηκε με την πλάτη στα τοιχώματα του τούνελ και ένιωσε ένα τρέμουλο στην σπονδυλική του στήλη, μέχρι που κατάλαβε ότι αυτό ήταν ένα ηχογραφημένο μήνυμα που κάποιο μηχάνημα το έπαιζε ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Παρ’ όλα αυτά, εγκατέλειψε την ιδέα της εξερεύνησης του τούνελ και ξαναβγήκε στην επιφάνεια. Το μάτι του έπεσε στην μεγάλη πινακίδα: «Σταθμός Ελαιώνας». Κούνησε το κεφάλι λες και είχε σημασία η τοποθεσία. Ήξερε ότι αν αυτή η κατάσταση εξακολουθούσε, αν τελικά ήταν ο μόνος άνθρωπος (και δεν είχε λόγους να μην το πιστεύει), οι τοποθεσίες και τα όρια δεν θα είχαν κανένα νόημα, καμιά ουσία. Άρχισε να προχωράει στον δρόμο με την μοναξιά του χειμερινού τοπίου. Η βροχή είχε σταματήσει τώρα, αλλά τα μικρά ποταμάκια στην άκρη του οδοστρώματος κύλαγαν τα νερά τους απτόητα. Τα δέντρα, κούναγαν τα γυμνά τους κλαδιά λες και τον χαιρετούσαν στο βάδισμα του, ενώ οι φυλλωσιές από τις νεραντζιές προσπαθούσαν, λες, να του πιάσουν κουβέντα. Λες και τον φώναζαν συνέχεια με το όνομα του. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί το ταλαιπωρημένο του μυαλό. Στα σύννεφα έβλεπε τα πρόσωπα των κοριτσιών του, στα δέντρα άκουγε τη φωνή της Χαράς και η αναστατωμένη του καρδιά επιθυμούσε το γέλιο τους. Άρχισε να κρυώνει και κούμπωσε μέχρι τον λαιμό το μπουφάν, φόρεσε και την κουκούλα και έβαλε τα χέρια στην τσέπη να τα ζεστάνει, αναθεματίζοντας  την αβλεψία του να μην πάρει γάντια. Ακούμπησε το πακέτο με τα τσιγάρα και του ήρθε μια λαχτάρα να καπνίσει. Σταμάτησε κοντά σε μια μάντρα, ακούμπησε την πλάτη του, μιμούμενος την στάση του ήρωα των διαφημίσεων στον κινηματογράφο, με το πόδι λυγισμένο στις πέτρες και έψαξε για τον αναπτήρα του. Κάτι σκληρό βρήκε μες την αριστερή τσέπη και το μικρό μαγνητοφωνάκι που είχε πάρει από το γραφείο, βρέθηκε στα χέρια του. Το τσιγάρο κόλλησε σβηστό στα χείλη του και στην προσπάθεια να το πετάξει, τα μάτωσε. Έβαλε σε λειτουργία την μικρή συσκευή και η φωνή της Αγλαΐας ακούστηκε δυνατή και καθαρή, ν’ απαριθμεί σειρά εργασιών της για την ημέρα. Κάτι σαν προσωπικό φωνητικό ημερολόγιο. Γέλασε και αφού άκουσε όλα όσα είχαν γραφεί εκεί, το ξανάβαλε από την αρχή, έτσι για να έχει την φωνή αυτή στα αυτιά του, λίγη ώρα ακόμα. Το έβαλε κι άλλες φορές, έτσι κι αλλιώς δεν είχε τίποτα να κάνει και κάθε φορά γέλαγε και έβρισκε παρηγοριά. Άναψε επιτέλους το τσιγάρο και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά, τόσο που, ένιωσε τα πνευμόνια του να τσούζουν. Βήχας τον έπιασε και έφτυσε κάτι πικρό. Το στομάχι του είχε αρχίσει να διαμαρτύρεται. Κοίταξε το ρολόι και διαπίστωσε ότι είχε περάσει αρκετή ώρα τώρα το μεσημέρι. Πείναγε.
Το Αιγάλεω, αυτός ο δήμος που ποτέ δεν τον είχε συγκινήσει στο παρελθόν, φάνηκε μπροστά στα μάτια του, με τους βρεγμένους του δρόμους και την θεόρατη πλατεία του με την πέτρινη μεγάλη εκκλησία. Κάποια ταξί παρατημένα, άλλα στην πιάτσα τους, άλλα στην μέση του δρόμου, κάποια αυτοκίνητα και φορτηγά, μερικά από αυτά αναποδογυρισμένα, με το εμπόρευμα στη μέση της ασφάλτου, τον εμπόδιζαν να περπατήσει και αναγκαζόταν να πηγαίνει  πιο πολύ με το πλάι, παρά ευθεία. Μπροστά του ένα σούπερ μάρκετ, θα ήταν καλή επιλογή για τροφή και για λίγο κρασί , αυτό το τελευταίο του βγήκε αυθορμήτως. Οι αυτόματες πόρτες, ανοιγόκλειναν, πιθανώς κάτι είχε χαλάσει στον μηχανισμό τους, λες και τον χαιρετούσαν με την είσοδο του. Πέρασε από τα ταμεία και όχι από την συνηθισμένη είσοδο, άρπαξε λαίμαργα μια φρατζόλα τυποποιημένου ψωμιού από το πρώτο ράφι δεξιά του και πήγε στο τμήμα των αλλαντικών. Σε λίγο, με την προσθήκη και λίγου κίτρινου τυριού, είχε φτιάξει ένα από τα μεγαλύτερα σάντουιτς που θα μπορούσε κανείς να απολαύσει. Βρήκε και ένα μπουκάλι φτηνού κόκκινου κρασιού και ήπιε το μισό μπουκάλι σχεδόν μονορούφι. Ξεδίψασε, αλλά και μια ζαλάδα άρχισε να τον κυριεύει. Με την κοιλιά πια γεμάτη, καθισμένος στο δάπεδο, άναψε τσιγάρο και διαπίστωσε ότι στεκόταν κάτω από την πινακίδα με το χαρακτηριστικό σήμα που απαγόρευε το κάπνισμα στον χώρο. Γέλασε και έπαιξε με τον καπνό, φτιάχνοντας δαχτυλίδια στον αέρα. Πέταξε την γόπα, αφού την έσβησε πάνω σε ένα κομμάτι βουτύρου. Άρχισε να κάνει κάποιες τρελές σκέψεις, τον έπιασε η επιθυμία να βάλει μια φωτιά, αλλά νικήθηκε από την σιέστα.
Το απόγευμα τον βρήκε σχεδόν παγωμένο πάνω στο πάτωμα του καταστήματος. Σηκώθηκε αργά, στηριζόμενος στα ράφια. Κάποιο υποχώρησε και τον έριξε κάτω, ξανασηκώθηκε και αφουγκράστηκε για κάποιο ανθρώπινο ήχο. Τίποτα. Όλα ήταν όπως και πριν, ήσυχα, άδεια και … μελαγχολικά! Στον δρόμο είδε ξανά την μεγάλη εκκλησία και την γεμάτη νεραντζιές πλατεία της. Ήθελε να πάει εκεί, θαύμασε που τα φώτα των δρόμων είχαν ανάψει και μπορούσε να βλέπει καθαρά το μέρος, όμως κάτι τον έκανε να κοντοσταθεί. Στην μεριά που ήταν ο κάδος απορριμμάτων, ακούστηκε ένας θόρυβος. «Γάτα; Λες;», μονολόγησε και έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε να αντικρίσει το μόνο άλλο ζωντανό πλάσμα. Δεν τον ένοιαζε τι θα ήταν, έστω κι ένα μικρό ποντίκι.  Απογοητεύτηκε σαν δεν είδε τίποτα. Με την συστολή, από την πτώση της θερμοκρασίας κάποιο μεταλλικό κουτί είχε χάσει την σταθερότητα του και κατρακύλησε  στο βάθος του κάδου, γεμίζοντας τον απογοήτευση. Αποφάσισε να εξερευνήσει τους δρόμους, έπρεπε και να βρει κάποιο μέρος για την νύχτα. Μάλλον έπρεπε να διαλέξει την διάρρηξη κάποιου από τα χιλιάδες σπίτια μπροστά του.
Περιπλανήθηκε κάμποση ώρα ακόμα, σαν μεσίτης που έλεγχε σπίτια με τις απαιτήσεις του καλοζωισμένου. Πολλά του άρεσαν κι έτσι άρχισε να τα «βαθμολογεί» και να τα βάζει στην σειρά. «Αυτό για σήμερα, αυτό για αύριο, αυτό για μεθαύριο…», μονολόγησε κάπως εύθυμα τώρα, στην προοπτική του να μπορεί να πάει οπουδήποτε χωρίς όρια και εμπόδια. Για την σημερινή νύχτα, είχε βάλει στο μάτι μια μονοκατοικία, αρκετά καλοδιατηρημένη αν και φαινόταν παλιά, με μεγάλο κήπο, φροντισμένο και γεμάτο δέντρα. Βρήκε ένα λοστό και παραβίασε την πόρτα εισόδου πολύ εύκολα. Μπήκε μέσα και άναψε τα φώτα, για να αποκαλυφθεί στα μάτια του, ένα πολύ ζεστό σπίτι με παχιά χαλιά, πίνακες με τοπία στους τοίχους και γενικώς διακόσμηση και καθαριότητα που εκθείαζε τον ιδιοκτήτη του. Άνοιξε την τηλεόραση, μήπως και δει κάτι ζωντανό, από κάπου, έστω και από την άλλη μεριά του κόσμου ακόμα. Στην καλωδιακή, κάποια ντοκιμαντέρ εξηγούσαν πως ζουν και σκοτώνουν τα ζώα στην ζούγκλα, κάποια κανάλια είχαν εκείνο το χαρακτηριστικό τηλεοπτικό «χιόνι» και τα υπόλοιπα, προγράμματα σε «κονσέρβα». Χάζεψε για λίγο βλέποντας τον ένα σταθμό μετά τον άλλο, κουράστηκε και πήγε στην κουζίνα. Κάτι ήθελε να πιεί και οι μπύρες που βρήκε, ήταν βάλσαμο για τα κλονισμένα του νεύρα. Χωρίς να καταλάβει τον λόγο, άρχισε να ψάχνει το σπίτι, άνοιξε τα συρτάρια και τις ντουλάπες σε όλα τα δωμάτια. Μπερδεύτηκε σαν προσπάθησε στο μυαλό του να συνδυάσει την πληθώρα των κεντημάτων με τα πορνό CD, τα ασημένια μαχαιροπίρουνα με τις αφίσες των PINK FLOYD στους τοίχους του πίσω δωματίου. Μια πίπα, αλλά κι ένα πακέτο τσιγάρα, ήταν επάνω στο τραπεζάκι του χολ, δίπλα σε ένα χοντρό κρυστάλλινο τασάκι. Το λογικό συμπέρασμα… μια οικογένεια με ένα γιό πρέπει να ζούσαν εκεί. Του άρεσε αυτό που έκανε, το είδε σαν παιγνίδι του μυαλού και αποφάσισε να το παίζει σε κάθε σπίτι που θα «επισκεπτόταν» στο μέλλον. Ξάπλωσε αφού έβαλε κάτι να δει στο DVD player, μια παλιά ταινία από την δεκαετία του ’60 και επιτέλους… είδε ανθρώπους να μιλούν. Ο Μορφέας τον χάιδεψε απαλά και τον πήρε στην αγκαλιά του! Είχε πολύ χρόνο μπροστά του ακόμα να εξηγήσει, αν θα μπορούσε, να καταλάβει, αν θα μπορούσε ποτέ. Στο όνειρό του, έφερε την Τόνια και την Μαίρη, τους ανακάτεψε τα μαλλάκια, κάτι που έφερε και τις φωνές της μικρής και … τις φίλησε στα δροσερά τους μαγουλάκια. Δεν απόρησε που η Χαρά έλειπε από το όνειρο.

Δευτέρα, 7 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Το νηπιαγωγείο, ένα σύμπλεγμα έξη αιθουσών που έμοιαζαν με μικρές βίλες, με τους τοίχους ζωγραφισμένους σε έντονα χρώματα, έμοιαζε έρημο. Οι πόρτες ολάνοιχτες, οι αυλές άδειες από παιδικές φωνές και τρεξίματα και οι ήρωες του Ντίσνεϊ στους τοίχους, χωρίς την προσοχή των πιτσιρικιών. Μια βρύση είχε παραμείνει ανοικτή και το νερό έτρεχε στην γούρνα της και κατέληγε στο τσιμεντένιο προαύλιο. Ο Γιώργος στάθηκε στη μέση του προαυλίου και έψαξε με το βλέμμα του ολόγυρα. «Μα που είναι  όλοι;», αναρωτήθηκε έντρομος τώρα. «Τι συμβαίνει τέλος πάντων; Τέλειωσαν οι άνθρωποι; Που είναι; Τι συμβαίνει; Κάποια κακόγουστη φάρσα κάνετε;», φώναξε δυνατά με όση δύναμη του έδινε η απελπισία του. Απάντηση βέβαια δεν πήρε από πουθενά. Άρχισε να τρέχει στις αίθουσες και να τις ψάχνει μια προς μια . Πουθενά κανείς. Τα παιγνίδια, τα καθίσματα, τα μαξιλάρια των παιδιών, όλα ήταν στη θέση τους, μα άνθρωπος πουθενά. Το γραφείο του διευθυντή άδειο κι αυτό, όπως και το δωμάτιο του προσωπικού. Τον είχε πιάσει πονοκέφαλος, δεν ήξερε τι να κάνει, που να πάει, τι να υποθέσει. Δεν το χώραγε ο νους του, δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Εκτός κι αν είχε πέσει ατομική βόμβα ή κάτι τέτοιο… αλλά αυτός; Πως είχε μείνει ζωντανός και αλώβητος; Μπήκε και στις τουαλέτες, αλλά κι εκεί… τίποτα. Κάθισε στις φτέρνες του και έσφιξε τους ώμους. Έριξε ένα χαστούκι στο πρόσωπο του, μήπως και κοιμόταν ακόμα, αλλά πόνεσε. Κάτι μέσα του τον προειδοποιούσε για κάτι άσχημο, κάτι αποτρόπαιο. «Δεν μπορεί να εξαφανίστηκαν όλοι…», μονολόγησε με κάποια δόση τρέλας στη φωνή του. Tα μάτια του θόλωσαν από κάποια δάκρυα που ανέβηκαν ξαφνικά από το βάθος της ψυχής του. Τον έπιασε απελπισία.
Βγήκε στον δρόμο και κοίταξε πάνω κάτω. Χωρίς να καταλαβαίνει καλά τι έκανε, άρχισε να φωνάζει τα παιδιά του και την Χαρά. Αφουγκράστηκε για ανταπόκριση. Εις μάτην όμως. Μόνο το θρόισμα των φύλλων των δέντρων του απαντούσε. Άρχισε να περπατάει στην αρχή με αργό βήμα για να καταλήξει να τρέχει σαν τρελός. Μετά από ένα τέταρτο λαχάνιασε και έκοψε την ταχύτητά του, μέχρι που σταμάτησε κάτω από μια μεγάλη ελιά. Προσπάθησε να πάρει ανάσα και ένιωσε ένα οξύ πόνο στο στήθος. Έκλαιγε; Με τις παλάμες του, σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια.
-«Εεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε……………….. κανείς;», φώναξε δυνατά. Προχώρησε και άλλο, μέχρι που φάνηκε η Μεσογείων. «Λεωφόρος είναι…», σκέφτηκε, «… όλο και κάποιον θα δω, να μάθω τι γίνεται. Δεν μπορεί να εξαφανίστηκαν όλοι!...». Άρχισε πάλι να τρέχει, ο δρόμος ερχόταν σε κάθε βήμα και πιο κοντά, η καρδιά του πήγε να σπάσει. Έφτασε και από συνήθεια κοίταξε και από τις δυό μεριές για τυχόν αυτοκίνητο. Το θέαμα τον αποκάρδιωσε. Ο δρόμος ήταν άδειος από ανθρώπους. Κάποια αυτοκίνητα εγκαταλειμμένα στο οδόστρωμα, κάποια είχαν συγκρουστεί και λες και όλα τα είχαν αφήσει με βιασύνη, απερίσκεπτα ή καλύτερα σαν ξαφνικά να είχαν εξαφανιστεί οι οδηγοί τους την ώρα που έτρεχαν στο οδόστρωμα. Έψαξε όλα τα αμάξια που ήταν κοντά του. Δεν βρήκε κανέναν, ούτε ίχνη αίματος, ούτε προσπάθεια να είχε κάνει κάποιος να αμυνθεί. Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε στο βάθος του δρόμου. Η ίδια εικόνα παντού. Κάποιες φωτιές που είχαν αρπάξει, πιθανώς από συγκρούσεις αυτοκινήτων, γέμιζαν τον ουρανό με την μαυρίλα τους. Η μυρωδιά της βενζίνης πλανιόταν στον αέρα σαν θυμίαμα σε ένα παράξενο βωμό. Ο Γιώργος συνέχισε να περπατά ανάμεσα στα αυτοκίνητα, ακόμα και στα στενά δίπλα στον κεντρικό δρόμο. Η κατάσταση ίδια, λες και εξαφανίστηκαν, εξαϋλώθηκαν οι άνθρωποι, απότομα και απροειδοποίητα. Εκείνος όμως; Αυτή την ερώτηση θα την έκανε πολλές φορές στο μέλλον. Τα φανάρια λειτουργούσαν αφού και το ηλεκτρικό ρεύμα λειτουργούσε παντού. Δεν είχε δίπλωμα οδήγησης, κάτι που δεν το ήθελε ποτέ, δεν ήξερε να οδηγεί, όμως τώρα έπρεπε να το κάνει. Ήξερε πως οδηγούν και θέλησε να μπει σ’ ένα αυτοκίνητο, πρώτα όμως έπρεπε να εξακριβώσει αν αυτό συνέβαινε και αλλού. Το κινητό του τηλέφωνο, το είχε ξεχάσει στο σπίτι πάνω στη φούρια του. Έψαξε και σε κάποιο αμάξι, στη θέση του συνοδηγού, βρήκε ένα, το οποίο ήταν ακόμα συνδεδεμένο με τον αριθμό που είχε καλέσει ο κάτοχος του. Προσπάθησε… :
-«Ναι; Είναι κανείς στη γραμμή;…», φώναξε με απελπισία. «… με ακούει κανείς;», ρώτησε προσπαθώντας ν’ ακούσει και τον παραμικρό ήχο. Άδικα. Ήταν νεκρό… Κοίταξε την οθόνη του κινητού και είδε τα λεπτά κλήσης. Η οθόνη έγραφε τέσσερις ώρες και δώδεκα λεπτά. Με το μυαλό του υπολόγισε ότι αυτή η ξαφνική εξαΰλωση, δεν ήξερε πώς να την πει, έπρεπε να είχε γίνει κατά τις πέντε τα ξημερώματα, αφού το ρολόι του τώρα έδειχνε εννέα και τέταρτο. Προχώρησε προς το επόμενο αυτοκίνητο και εδώ είδε μια ένδειξη προ εξαφάνισης των ανθρώπων. Μια γόπα από τσιγάρο πάνω στο κάθισμα, είχε κάνει μια μεγάλη τρύπα στο ύφασμα και μια μακριά μαύρη γραμμή. Του έκανε εντύπωση που οι μηχανές των οχημάτων ήταν σβηστές, ενώ όπως το υπολόγισε, αν είχαν εξαφανιστεί οι άνθρωποι τόσο απότομα, έπρεπε να είχαν μείνει αναμμένες. Γύρισε το κλειδί που ήταν στη μίζα του αυτοκινήτου και η μηχανή ανταποκρίθηκε άμεσα. Με το κινητό αυτό, προσπάθησε να πάρει το γραφείο και μετά την αδερφή του. Πάλι κανείς δεν το σήκωσε. Πέταξε το κινητό με μανία στο κάθισμα. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο από το να περπατήσει ανάμεσα στα ακινητοποιημένα οχήματα και να προσπαθήσει να βρει μια ένδειξη ζωής. Αλλά όσο κι αν περπατούσε, δεν έβρισκε τίποτα που να τον ενθαρρύνει. Άρχισε να γελάει, λες και Θεϊκή τρέλα είχε καταλάβει το μυαλό του. «Δεν μπορεί, σε όνειρο είμαι, σε λίγο θα ξυπνήσω, δεν … μπορεί, σε λίγο η Χαρά θα με φιλήσει… τα παιδιά θα τρέξουν να μου πουν καλημέρα… δεν μπορεί να είναι αλήθεια αυτό που ζω, όχι – όχι, εφιάλτης είναι…», μονολόγησε. Μα η ώρα που πέρναγε του αποδείκνυε το αντίθετο. Ο ουρανός εξακολουθούσε να είναι καθαρός και τα νερά από την χθεσινοβραδινή καταιγίδα είχαν στεγνώσει στους δρόμους. Ο αέρας αν και κρύος δεν ήταν δυσάρεστος, τον έκανε να νιώθει ζωντανός. Είδε το μεγάλο νοσοκομείο μπροστά του. Διέκρινε την επιγραφή στην πρόσοψη: «Ερρίκος Ντυνάν», το ήξερε και αποφάσισε να μπει μέσα. Κι εδώ η ίδια ερημιά, ίσως πιο τραγική ακόμα, αφού βρήκε σύριγγες πεσμένες στο πάτωμα με το φάρμακο ακόμα μέσα, κρεβάτια που η κατάσταση των σεντονιών έδειχναν ότι κάποιος ήταν ξαπλωμένος πάνω τους, οροί που έσταζαν στον αέρα σταγόνα – σταγόνα το υγρό τους και μηχανήματα που λειτουργούσαν κανονικά μόνο που οι ενδείξεις τους ήταν μηδενικές. Κατέβηκε στα χειρουργεία, το φως ήταν αναμμένο στους μεγάλους προβολείς και τα εργαλεία ειδικά τα νυστέρια και δυό λαβίδες είχαν καταλήξει στο μάρμαρο του πατώματος. Τα σωληνάκια και τα καλώδια από τα μηχανήματα υποστήριξης ζωής, ακουμπούσαν πάνω στο χειρουργικό τραπέζι, ενώ κάποια κινούνταν αιωρούμενα λίγο πριν ακουμπήσουν στο δάπεδο. Λες και όλοι εξαφανίστηκαν την ώρα κάποιας εγχείρησης.
 Δεν ήξερε τι να πει και τι να υποθέσει πια. Ήρθε στο μυαλό του η εικόνα της μικρής Τόνιας και της παιγνιδιάρας Μαιρούλας του, στην αγκαλιά της μαμάς τους όταν του έλεγαν καληνύχτα την προηγούμενη βραδιά. Γονάτισε και άφησε το σώμα του να παραδοθεί στο κλάμα με ένα τρέμουλο, σαν ψάρι έξω από το νερό. Η απελπισία τον έκανε να βλέπει θολά, κάποια στιγμή νόμισε ότι διέκρινε κάποια κίνηση στην άκρη του διαδρόμου έξω από το χειρουργείο. Σηκώθηκε, σκούπισε τα μάτια και έκανε να τρέξει προς τα εκεί. Παραπάτησε και έπεσε με γδούπο στο δάπεδο, ξανάπεσε άλλες δυό φορές αφού δεν μπορούσε να ελέγξει τα πόδια του. Κι όταν έφτασε επιτέλους στο σημείο εκείνο, το μόνο που είδε, ήταν ένας μεγάλος φίκος που κυμάτιζε τα κλαδιά του στην πνοή του αέρα που έμπαινε από κάποιο ξεχασμένο ανοικτό παράθυρο. Γονάτισε και χτύπησε τα χέρια κάτω. Πόνεσε και αυτό κάπως τον έκανε βρει την αυτοκυριαρχία του. Βγήκε από το νοσοκομείο και έβαλε το χέρι στα μάτια να αποκρούσει κάποια ακτίνα του χειμωνιάτικου ήλιου, που παραδόξως σήμερα, ήταν πολύ δυνατός. Αναρωτήθηκε για πολλοστή φορά, αν υπήρχε άλλος άνθρωπος στην πόλη.
Στον δρόμο, βρήκε ένα αυτοκίνητο, τα κλειδιά ήταν στη μίζα και αποφάσισε να οδηγήσει για πρώτη φορά στη ζωή του. Τι είχε να χάσει; Και να το τράκαρε, δεν φαινόταν κανένας ιδιοκτήτης να του ζητήσει ευθύνες. Κάθισε και προσπάθησε να βολευτεί με την αδεξιότητα του άπειρου. Ήξερε τους βασικούς κανόνες της οδήγησης και δεν άργησε να κάνει τα πρώτα μέτρα. Δεν απέφυγε μια μικροσύγκρουση με ένα αναποδογυρισμένο ημιφορτηγό, αλλά, μετά από πολλά «σβησίματα» της μηχανής, έφτασε στο Σύνταγμα. Εκεί ανακάλυψε ότι τα αυτοκίνητα, άλλα αναποδογυρισμένα, άλλα καμένα, άλλα κάθετα στο οδόστρωμα, έκαναν αδύνατη την κίνηση του. Με τα πόδια, συνέχισε το δρόμο του και έφτασε στο γραφείο μετά από δεκαπέντε λεπτά. Η ολάνοιχτη πόρτα προμήνυε για το θέαμα που επρόκειτο να δει. Το άδειο γραφείο, με πολλά πράγματα πεταμένα πάνω στη χοντρή κόκκινη μοκέτα αποτέλεσμα της δουλειάς της πρωινής καθαρίστριας, τα παράθυρα μισάνοιχτα, ήξερε ότι αυτό ήταν βραδινή συνήθεια της Αγλαΐας, για να ξεμυρίσει όπως  έλεγε από το τσιγάρο και το γραφείο του τακτοποιημένο όπως συνήθιζε εκείνος να το αφήνει. Κάθισε στην καρέκλα του και οι εικόνες της καθημερινότητας πλημμύρισαν το μυαλό του. Η Αγλαΐα με την δερματική αρρώστια  που της γέμιζε το πρόσωπο σπυριά, να κρατάει συνέχεια φακέλους και ρολά με σχέδια, η μικρή Ιουλία, το κορίτσι που μόλις είχε τελειώσει το Πολυτεχνείο και προσελήφθη σαν μαθητευόμενη μηχανολόγος, αλλά το μόνο καθήκον μέχρι τώρα ήταν οι καφέδες και τα αναψυκτικά και καμιά φορά … μια ωραία υποδοχή στους πελάτες, εκμεταλλευομένη το ωραίο χαμόγελο και τα ολόασπρα δόντια της. Πιο μέσα… «έβλεπε» τον κυρ Μιχάλη, έτσι τον αποκαλούσαν όλοι λόγω των εξήντα χρόνων που βάρυναν την πλάτη του, να δουλεύει σκυμμένος πάνω στο σχεδιαστήριο και τον Ευθύμη, τον νεαρό κομπιουτερά που όλη μέρα, όλο και κάτι έκανε με το ποντίκι του, απλά σε δουλειά να βρίσκεται. Έριξε την ματιά του στον μεγάλη σεφλέρα που είχε «κατακτήσει» όλη την ανατολική πλευρά του γραφείου και είχε στρέψει τα φύλλα της στο τετράγωνο παράθυρο. Δεν ήξερε αν όλα και όλους αυτούς τους φίλους και συνεργάτες θα τους ξανάβλεπε ποτέ. Πήγε στο καταψύκτη, αυτόν τον Αμερικάνικου στυλ καταψύκτη με την μεγάλη γαλάζια μπουκάλα από πάνω κι έβαλε ένα ποτήρι νερό να πιεί. Το παγωμένο υγρό κύλησε και ένιωσε την δροσιά του στο στομάχι. Ανακουφίστηκε και προσπάθησε να δει τι έπρεπε να κάνει. Σήκωσε το τηλέφωνο και προσπάθησε να καλέσει κάποιους γνωστούς. Αν και το άφησε να κουδουνίζει αρκετή ώρα, κανείς δεν απαντούσε. «Μα τον βλάκα…», μονολόγησε, «… τι κάνω; Την αστυνομία να πάρω, αμέσως…». Διαπίστωσε ότι ούτε εκεί  το σήκωσε κανείς. Μόνο ο τηλεφωνητής απαντούσε με την μονότονη φωνή του. «Κάτι είναι κι αυτό…», κάθισε και προσπάθησε ν’ απολαύσει την μηχανική φωνή, «… κάποιος μου μιλάει…», γέλασε με αυτό που είπε και άναψε τσιγάρο. Η μικρή στήλη καπνού που ανέβαινε σαν γαλάζιο σύννεφο προς το ταβάνι, ήταν το μόνο που κινιόταν έξω απ’ αυτόν. Λες και έβλεπε κάτι ζωντανό, άρχισε να την κοιτάζει και… και να την ευγνωμονεί!
Το στομάχι του άρχισε να τον ενοχλεί, ένιωθε να καίει και του ήρθε μια τάση για εμετό. Πήγε στην τουαλέτα και έσκυψε πάνω από την λεκάνη, προσπαθώντας ν’ αδειάσει το στομάχι του. Δεν είχε φάει τίποτα από το πρωί και γι αυτό απόρησε, δεν μπορούσε να καταλάβει τι τον πείραξε. «Ίσως το κρύο νερό καταχείμωνο…», σκέφτηκε, ενώ προσπαθούσε. Ο λαιμός του είχε φουσκώσει από την προσπάθεια και τα μάτια του τον έτσουζαν. Κάποια στιγμή κατάφερε να βγάλει ένα κίτρινο υγρό, πικρό σαν κινίνο και λίγο αίμα από τον λαιμό που είχε γδαρθεί. Έπεσε με γδούπο στο πάτωμα, δίπλα από την λεκάνη και έπιασε το κεφάλι του με τα δυό χέρια. Ο πανικός άρχισε για άλλη μια φορά να τον καταβάλλει, να τον πνίγει. Ένιωσε δειλός και ανίσχυρος. Μετά από είκοσι λεπτά περίπου, έριξε μπόλικο νερό στο πρόσωπο και το κρύο τον συνέφερε. Τα δάχτυλα του είχαν ασπρίσει από το σφίξιμο του νιπτήρα και το πρόσωπο που τον αντίκριζε από τον καθρέφτη, δεν μπορεί να ήταν δικό του, ήταν τα μούτρα ενός γέρου. «Κι αν είμαι ο μόνος;», αναρωτήθηκε πιο πολύ για να πάρει απάντηση από τον ίδιο του τον εαυτό: «δεν μπορεί, δεν μπορεί… θα υπάρχουν κι άλλοι… όπως εγώ… δεν μπορεί»
Πήρε ένα μικρό μαγνητοφωνάκι που βρήκε στο γραφείο της Ιουλίας, δεν κατάλαβε κι εκείνος τι το ήθελε και βγήκε στον δρόμο, ρίχνοντας ματιές παντού, αφουγκραζόμενος  για τυχόν ήχους ανθρώπινης προέλευσης. Μάταια! Άρχισε να περπατάει προς την περιοχή του Θησείου, μόνος με τα μοναχικά ερείπια των αρχαίων ναών και την σκιά της  Ακρόπολης. Περπατούσε μες την μέση του δρόμου, λες και προσπαθούσε να καταπατήσει τους νόμους που του είχαν μάθει από μικρό παιδί, οι γονείς, το σχολείο, η κοινωνία. Σταμάτησε στην είσοδο της αρχαίας αγοράς και στύλωσε τα μάτια στο μικρό μονοπάτι που οδηγούσε ψηλά στον Παρθενώνα. «Ε,εεεεεεεεεεεεεεε, ρεεεεεεεεεεεεεεεε…», φώναξε για δεύτερη φορά εκείνη την μέρα. Και πάλι του απάντησε η σιωπή κι ο αγέρας. Κοίταξε τον ήλιο ψηλά στον ουρανό και  τον είδε να χλομιάζει από δυό μεγάλα γκρίζα σύννεφα. Άρχισε να μυρίζει και πάλι βροχή. Περίμενε για λίγο, μέχρι που οι πρώτες σταγόνες άρχισαν να χοροπηδούν στο χώμα δίπλα του. Δεν ήθελε να κρυφτεί σε κάποιο από τα μαγαζιά, ήθελε να μείνει έξω στους δρόμους. Πρόσεξε ότι δεν είχε το παλτό μαζί του, το είχε αφήσει στο γραφείο και έτσι άρπαξε το τραπεζομάντιλο από ένα τραπεζάκι, πετώντας κάτω το τασάκι και την αλατοπιπερίερα. Το φόρεσε σαν μανδύα, προστατεύοντας και το κεφάλι και συνέχισε τον δρόμο του. Βγήκε στην εμπορική οδό, εκεί που ήταν τα καταστήματα με τα ρούχα και τα παπούτσια, βρήκε ένα μαγαζί που πουλούσε είδη ορειβασίας και εκδρομών. Με ένα τούβλο, έσπασε την βιτρίνα, μπήκε μέσα και προσπάθησε να βρει κάτι για την βροχή. Ένιωθε σαν κλέφτης και συνέχεια, έριχνε κλεφτές ματιές προς την πόρτα, ενώ ο συναγερμός χτυπούσε δαιμονισμένα. Το στρατιωτικό παντελόνι, προϊόν κάποιας γνωστής μάρκας του έπεσε καλά στην μέση και για το κόντεμα, χρησιμοποίησε το συρραπτικό μηχάνημα. Πήρε και μπότες και μπουφάν και … απ’ ότι χρειαζόταν. Γελώντας, έκανε τον λογαριασμό από τα καρτελάκια που κρέμονταν απ’ τα ρούχα και είδε ότι το γούστο του τελικά, ήταν πολύ ακριβό. Χαμογέλασε: «ποτέ δεν θα μπορούσα να τα αγοράσω σε άλλη περίπτωση…» μονολόγησε.
Το πρώτο αυτοκίνητο που βρήκε μπροστά του έγινε το μεταφορικό του μέσο. Δεν είχε πια σημασία που πήγαινε, απλά αποφάσισε να ψάξει, όσα πιο πολλά μέρη μπορούσε. Σταμάτησε σε μια διασταύρωση, στη μέση του οδοστρώματος και κοίταξε τον ορίζοντα μπροστά του. Ευτυχώς που τα δέντρα κουνιούνταν στο αέρα και έβλεπε κίνηση, κάποια κίνηση. Έβαλε τα χέρια στην τσέπη του μπουφάν και βρήκε τα τσιγάρα του, άναψε ένα και μέσα από το τζάμι του αυτοκινήτου, προσπάθησε να μετρήσει τις σταγόνες της βροχής, που χτυπούσαν με δύναμη, σχηματίζοντας μικρές κορώνες. Αριστερά του μια εκκλησία, στεκόταν περήφανη ανάμεσα σε μεγάλα πεύκα και ο «χρυσός» σταυρός πάνω στον τρούλο, φαινόταν να τον ειρωνεύεται. Ένιωσε τα δάκρυα να κυλούν στα μάγουλα και τα μάτια του να βλέπουν θολά. Η μικρή Τόνια και η Μαιρούλα του, ήρθαν στο νου του, στην αγκαλιά της Χαράς … του.

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Μπορούσε από την αντανάκλαση του τζαμιού να δει καθαρά πίσω του, τις δυό κοπέλες που τον κοίταγαν και χασκογελούσαν με το χέρι στο στόμα, σε μια προσπάθεια να κρύψουν το χαμόγελό τους. Του άρεσε και έκανε ότι δεν αντιλήφθηκε τίποτα, προσπαθούσε να χορτάσει αυτή την εικόνα, γιατί πολύ καιρό τώρα, καμιά δεν του είχε τονώσει το ηθικό τόσο πολύ. Έκανε να προχωρήσει στην διπλανή βιτρίνα και κατάλαβε ότι η μια από τις δυό νεαρές, πρέπει γύρω στα εικοσιπέντε να ήταν πάνω κάτω, έψαχνε να βρει τρόπο να τον πλησιάσει. Παρατήρησε και την φίλη της που την ενθάρρυνε, μέχρι σημείου να την σπρώχνει προς το μέρος του. Ο Γιώργος, φόρεσε το πιο γλυκό του χαμόγελο, γύρισε και είδε τις κοπέλες να παγώνουν σχεδόν. Τις πλησίασε και:
-«Θα θέλατε κάτι;», ρώτησε ευγενικά με εκείνη την φωνή που του είχαν πει ότι μάγευε τον συνομιλητή του.
Τα κορίτσια σάστισαν και κοντοστάθηκαν, μέχρι που η φίλη, επανέλαβε το σπρώξιμο στα πλευρά της άλλης. Εκείνη χαζογέλασε, αυτό απογοήτευσε κάπως τον Γιώργο, τον πλησίασε και έδειξε … σαν ν’ αντίκρισε κάποιο φάντασμα.
-«Λοιπόν; Θα θέλατε κάτι δεσποινίς;», ξαναρώτησε με την ίδια φωνή. Μέσα του κάτι φτερούγισε  χαρούμενα, κάτι τον ξανάκανε αισιόδοξο. Η απάντηση στην ερώτησή του, ήταν ένα τραύλισμα που κάτι ρωτούσε, μάλλον για κάποιον δρόμο. Ο Γιώργος γέλασε πιο εγκάρδια τώρα. Στα τριάντα πέντε του, ήξερε από τέτοιου είδους «καμάκια», μόνο που τα είχε συνηθίσει από την μεριά των αντρών και όχι το αντίθετο. Σήκωσε το δεξί του χέρι και της έδειξε τη βέρα.
-«Δυστυχώς… παντρεμένος…», είπε εξακολουθώντας να γελάει. Η αντίδραση των δυό κοριτσιών, ήταν η αναμενόμενη. Προσπαθώντας να δείξουν… κάτι άλλο, έφυγαν γρήγορα προς την αντίθετη κατεύθυνση με την «φίλη» να γελάει ξεδιάντροπα. Ο Γιώργος κούνησε το κεφάλι και γύρισε στον προορισμό του. Μια γλυκιά γεύση του είχε μείνει στην καρδιά και το μυαλό.
Δίπλα οι φωτεινές βιτρίνες , του κρατούσαν συντροφιά στο περπάτημα του, του άρεσε μετά την δουλειά να κάνει αυτή την διαδρομή στο κέντρο της Αθήνας. Η εταιρία που δούλευε σαν μηχανικός, είχε τα γραφεία της κοντά στο Μοναστηράκι κι εκείνος ανέβαινε την Ερμού μέχρι το Σύνταγμα για να πάρει το μετρό. Χάζευε τους ανθρώπους, τα μαγαζιά, τους μικροπωλητές και τους υπαίθριους μουσικούς. Το καλοκαίρι συνήθιζε να πίνει καφέ στον πεζόδρομο, να παίρνει δυνάμεις πριν αντιμετωπίσει τις δυό μικρές του κόρες στο σπίτι, την γκρίνια της Χαρούλας, που του εξιστορούσε κάθε φορά τις διαβολιές των θηλυκών Βελζεβούληδων που είχε γεννήσει, τους τόσους λογαριασμούς που τελειωμό δεν είχαν και την πεθερά του, χήρα γυναίκα που έμενε μαζί τους, να του χαμογελάει κάθε φορά που έδειχνε απελπισμένος. Οικονομικό πρόβλημα δεν υπήρχε κι ας μην δούλευε η κυρία Χαρά, αφού ο μισθός του ήταν υπέρ το δέον ικανοποιητικός και μπορούσε να συντηρεί ένα αρκετά μεγάλο σπίτι στον Χολαργό, τις ανάγκες της γυναίκας και των παιδιών και κάθε προσωπική του τρέλα. Και η αλήθεια ήταν ότι οι τρέλες του και πολλές ήταν και όχι φθηνές. Του άρεσαν τα νέα μοντέλα των κινητών τηλεφώνων, ότι είχε σχέση με υπολογιστές και … το καλό φαγητό. Τα καλύτερα εστιατόρια, ήξεραν το ζευγάρι πολύ καλά, (ας είναι καλά η πεθερά που κρατούσε τα παιδιά, αλλά και που η σύνταξη του διπλωμάτη «συγχωρεμένου» άντρα της έπεφτε στο σπίτι). Τώρα όμως που ήταν χειμώνας, ήδη ο Δεκέμβρης είχε περάσει την εικοστή μέρα του, αρκούνταν μόνο σε ένα περίπατο.
Τράβηξε το γιακά του παλτού του και τον σήκωσε όρθιο, καθώς μια ξαφνική ριπή κρύου αέρα του πάγωσε το σβέρκο. Είχε από την μια μεριά κρεμασμένη την τσάντα με τον φορητό υπολογιστή, η αλήθεια είναι ότι τον κούραζε αρκετά, ενώ στο άλλο χέρι κρατούσε μια μεγάλη μαύρη ομπρέλα την οποία τώρα που ήταν κλειστή, την χρησιμοποιούσε σαν μπαστούνι μιμούμενος τον αγαπημένο του Τσάρλι Τσάπλιν. Έψαξε την αριστερή του τσέπη, βρήκε λίγο πασατέμπο και τον μασούλησε φτύνοντας τα τσόφλια στον δρόμο. Ακούστηκε ο ήχος ενός κεραυνού και γύρισε το βλέμμα στον ουρανό. Είχε ήδη σκοτεινιάσει, αλλά τα μαύρα σύννεφα φαίνονταν καθαρά και η απειλή τους, τρόμαζε τον περαστικό κόσμο με την καταιγίδα που υπόσχονταν. Και οι πρώτες σταγόνες της βροχής δεν άργησαν, δειλά στην αρχή, αυθάδεις μετά να πέφτουν και να μετατρέπονται σε βροχή, κάθετη, κρύα και δυνατή. Άνοιξε την ομπρέλα και χάρηκε. Του άρεσε η βροχή, τους άρεσαν οι αστραπές. Προχώρησε αργά, την ώρα που όλοι οι διαβάτες έτρεχαν κάτω από τέντες ή μέσα σε στοές να προφυλαχτούν. Σύντομα ο πεζόδρομος, δεξιά και αριστερά είχε αποκτήσει δυό μικρούς χείμαρρους , που παράσερναν όλα τα σκουπίδια και μικρά χαλικάκια από την οικοδομή πιο πάνω. Το παντελόνι του  είχε ήδη βραχεί από τα γόνατα και κάτω, αλλά δεν έδειξε να τον νοιάζει ιδιαίτερα. Συνέχισε με αργό βήμα, λες και διασκέδαζε. Στο μυαλό του ήταν η εικόνα των δυό νεαρών κοριτσιών και το περιστατικό που είχε πριν λίγο συμβεί. Χαμογέλασε την ώρα που όλοι οι άλλοι πεζοί, έβριζαν τον καιρό, την γκαντεμιά τους που βγήκαν τέτοιο απόγευμα έξω, κάποιοι και την κυβέρνηση για τους υπονόμους ίσως … και για την βροχή. Σκέφτηκε και την Χαρά φτάνοντας στο συμπέρασμα ότι αν αφαιρούσε την γκρίνια της, γυναίκα εξάλλου ήταν, το όνομά της την αντιπροσώπευε. Η Χαρά ήταν πραγματικά η χαρά του, ο έρωτάς του και η ξεκούρασή του, η σύντροφός του και ο άνθρωπος που του είχε κάνει και υποστηρίξει με τον καλύτερο τρόπο, το μεγαλύτερο δώρο στη ζωή του. Τις δυό ξανθές αντάρτισσες, σχεδόν αγοροκόριτσα, τις «τσούπρες» του όπως τις έλεγε. Με κλεισμένα τα τέσσερα της χρόνια η Τόνια και απειλώντας τα τρία η Μαιρούλα, ήταν η ψυχή του κομμένη στα δυό. Τα πάντα άρχιζαν από αυτά και τα πάντα τέλειωναν σε αυτά. Και η Χαρούλα του … ο φοβερός και τρομερός αστυφύλακας του σπιτιού. Ένοιωθε πως η ζωή του είχε δώσει όλα όσα θα μπορούσε να δώσει για να κάνει έναν άνθρωπο ευτυχισμένο και ψυχικά πλούσιο.
Έφτασε στο σπίτι γύρω στις εννέα, μούσκεμα σχεδόν από πάνω μέχρι κάτω. Τα δυό ζιζάνια έτρεξαν ακούγοντας το κλειδί της εξώπορτας και αγκαλιάζοντάς τον, χρειάστηκαν να αλλάξουν μαζί του ρούχα. Η Χαρά τον φίλησε στο στόμα με θέρμη και τον αγκάλιασε κάτι που έκανε κάθε βράδυ εδώ και πέντε χρόνια που μοιράζονταν το ίδιο όνομα. Οικογένεια Χριστοπούλου. Το ουζάκι, ήταν δουλειά της πεθεράς, της κυρίας Τόνιας, από κείνη είχε πάρει το όνομα της και η μεγάλη κόρη, που στο πρόσωπο του γαμπρού της, είχε βρει τον προστάτη της κόρης της και την κολώνα της οικογένειας. Ο Γιώργος χάρηκε την στιγμή, έκανε τον σταυρό του, ούτε ο ίδιος το κατάλαβε και κάθισε στο σαλόνι να πιεί το ουζάκι με την πεθερά, μέχρι η σύζυγος να ετοιμάσει κάτι να φάνε. Οι μυρουδιές που πέρναγαν από το μεγάλο πάσο που συνέδεε την κουζίνα με την τραπεζαρία, τον αναστάτωσαν σε σημείο που άρχισε να παρακινεί τις μικρές του κόρες να πιέσουν την μαμά να βιαστεί.  Και οι σπιουνιές έπιασαν τόπο, αφού σε πολύ σύντομο χρόνο, πιρούνιζε το ρολό με αυγά και τις ψητές πατάτες. Δεν θέλησε ν’ ανοίξει τηλεόραση, ποτέ δεν την άνοιγε όσο τα παιδιά ήταν ξύπνια, προτιμούσε να μιλάνε, ακόμα και βλακείες  να λένε, αρκεί το χαζοκούτι να μένει μακριά από την οικογένειά του. Το είχε καταφέρει αρκετά καλά, αφού και αγώνα να είχε, ακόμα και τον αγαπημένο του Παναθηναϊκό να έδειχνε, δεν χάλαγε την συνήθεια αυτή. Άκουγε απ’ έξω την βροχή και του φάνηκε ότι ο θόρυβος που έκανε το νερό, είχε αυξηθεί πολύ, σαν ένας συνεχόμενος αχός. Δεν έδειξε ν’ ανησυχεί κανείς στο τραπέζι, ο μπαμπάς που όλα τα φροντίζει ήταν εδώ και συνέχισαν το φαγητό τους με χαρά. Μιλούσαν για το μεγάλο επίτευγμα της Τόνιας που ολομόναχη είχε ζωγραφίσει ένα καταπληκτικό άλογο στο μεγάλο μπλοκ ζωγραφικής της. Τα χρώματα που είχε χρησιμοποιήσει ήταν ζωηρά και λαμπερά, μα την μεγαλύτερη σημασία είχε το σχήμα του αλόγου, που το απεικόνιζε να τριποδίζει με το κεφάλι όρθιο και μάλιστα πολύ πετυχημένο. Έδειχνε να έχει στο αίμα της το ταλέντο του μπαμπά. Ο Γιώργος χαμογέλασε και το σήκωσε στον αέρα περήφανος, μέχρι που παρατήρησε το θλιμμένο και λίγο συνοφρυωμένο μουτράκι της Μαιρούλας του. Έπιασε και τις δυό από την μέση και τις σήκωσε ψηλά, μοιράζοντας στα ολόλευκα μαγουλάκια πολλά, μα πολλά φιλιά. Ο κρότος που ακούστηκε από τον δρόμο, ήταν σαν έκρηξη βόμβας και τα μικρά σφίχτηκαν πάνω στο στήθος του. Έτρεμαν. Εκείνος τις χάιδεψε απαλά στην πλάτη και σηκώθηκε να δει τι ήταν, υπέθετε ότι ο κεραυνός είχε πέσει πολύ κοντά. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα και αντίκρισε μια βροχή που ποτέ του δεν είχε ξαναδεί. Η βεράντα ήταν πλημμυρισμένη από το νερό και οι σχάρες, δεν μπορούσαν να το ρουφήξουν, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί μια μικρή λίμνη. Οι λάμψεις από τις αστραπές και τους κεραυνούς φώτιζαν την νύχτα και η εξωπραγματική εικόνα συμπληρωνόταν από μια απόκοσμη βοή, λες και άκουγε την ανάσα της Φύσης. Γύρισε στο τραπέζι και χαμογελώντας, προσπάθησε να ησυχάσει τους άλλους. Τα γέλια ξαναγύρισαν, αν και λίγο πιο παγωμένα, λίγο πιο τσιγγούνικα. Η γιαγιά, σηκώθηκε να φέρει την υπέροχη πουτίγκα της, Αγγλικού στυλ, που ήταν και το αγαπημένο γλυκό όλων. Και βέβαια άπαντες την τίμησαν. Οι βροντές έξω, συνέχισαν τον τρομακτικό τους χορό και σε κάθε μια, νόμιζε κανείς ότι οι τοίχοι έτρεμαν. Η ώρα είχε πάει δέκα, οπότε ο «αστυφύλακας», είπε την καταραμένη λέξη των παιδιών:
-«Ύπνο…», σηκώθηκε από το τραπέζι, έτοιμη για μάχη με τα διαβόλια της. «Άντε, δοντάκια, χεράκια και ύπνο τώρα….». προς μεγάλη της έκπληξη, οι διαμαρτυρίες ήταν λίγες και ήπιες. Το φιλί στον μπαμπά, έδινε το σήμα για το τέλος της μέρας.
Αποσύρθηκε και η γιαγιά, αφού πρώτα φρόντισε να «μαζέψει» το τραπέζι μη και κουραστεί η κόρη, στο δωμάτιό της και το ζευγάρι κάθισε μόνο του, να δουν τις βραδινές ειδήσεις των δώδεκα. Κατά την προσφιλή του συνήθεια ο Γιώργος έψαξε όλη την μπάντα των καναλιών. Η Χαρά ξαπλωμένη πάνω του, είχε σχεδόν παραδοθεί στις αγκάλες του Μορφέως, τα μάτια της ήταν μισάνοιχτα και δεν άργησε να ταξιδέψει στα όνειρά της. Όλοι οι σταθμοί μετέδιδαν ειδήσεις και ανταποκρίσεις από όλες τις περιοχές της Ελλάδος που αφορούσαν στην καταιγίδα που μαινόταν εδώ και πέντε περίπου ώρες, με αμείωτη ένταση και μοναδική σφοδρότητα, όπως έλεγαν οι συνεντευξιαζόμενοι μετεωρολόγοι. Γι επιβεβαίωση όλων αυτών, ένας τρομακτικό κρότος, μια βροντή που ακούστηκε σαν κανονιά, έσκισε την ηρεμία του σπιτικού. Έκλεισε την τηλεόραση και παρότρυνε την κοιμισμένη γυναίκα του να πάνε στην κρεβατοκάμαρα. Κατευθύνθηκε στο δωμάτιο των παιδιών, άνοιξε την πόρτα και με μεγάλη του χαρά διαπίστωσε πως τα αγγελούδια του, (όταν κοιμόντουσαν ήταν αγγελούδια), είχαν παραδοθεί στον ύπνο τους παρά την μεγάλη αντάρα που μαινόταν έξω. Ξάπλωσε στο πλάι της όμορφης κυράς του και θαύμασε τους γυμνούς μηρούς της που είχαν αποκαλυφθεί, καθώς το νυχτικό είχε ανασηκωθεί. Ανάσκελα, σταύρωσε τα χέρια κάτω από το κεφάλι, στύλωσε τα μάτια στο ταβάνι και αφέθηκε στον ήχο της βροχής και των τρομακτικών κεραυνών. Τα βλέφαρα βάρυναν κι έκλεισαν για να τον ταξιδέψουν στους κόσμους που επιζητούσε ο νους.
Το ξημέρωμα ήταν τελείως αντίθετο από την νύχτα που πέρασε. Ο ήλιος έμπαινε από το τζάμι του παραθύρου και φώτιζε με την λάμψη του το δωμάτιο. Και μάλιστα, χειμωνιάτικα, ζέσταινε αδικαιολόγητα πολύ, τον χώρο. Ο Γιώργος πάτησε το κουμπί που έκλεινε το ξυπνητήρι, το διαβολομηχάνημα που φτιάχτηκε να τυραννάει τους ανθρώπους. Κοίταξε δίπλα του, αλλά η Χαρά έλειπε. «Μάλλον θα ετοιμάζει πρωινό…», σκέφτηκε χαμογελώντας. Φόρεσε τις παντόφλες του καθιστός ακόμα στο κρεβάτι, έτριψε τα μάτια και πήγε στο μπάνιο. Κατούρησε με αναστεναγμό, (αυτό τελικά ήταν που τον ενοχλούσε το βράδυ στον ύπνο του), άνοιξε το νερό στο ντους και άφησε τον εαυτό του στην χαλάρωση που του πρόσφερε το χλιαρό υγρό. Σκουπίστηκε με την μεγάλη πετσέτα που είχε πάνω της το τριφύλλι, το σήμα της αγαπημένης του ομάδας, χτενίστηκε και έβαλε κολόνια, έτοιμος για την ‘καλημέρα’  στην κυρά του. Ένας καφές τώρα, ένας ζεστός καφές θα ήταν το καλύτερο. Στην κουζίνα δεν βρήκε την Χαρά και συνοφρυώθηκε σκεπτόμενος που θα μπορούσε να είχε πάει. «Μάλλον στην βεράντα…», σκέφτηκε, «… είδε τον ήλιο και θα σέρβιρε εκεί». Αλλά και στην βεράντα δεν την βρήκε, ούτε και στο πίσω μπαλκόνι. Άρχισε ν’ ανησυχεί, αλλά όχι σε βαθμό να την ψάξει πιο πολύ. Στην κουζίνα έφτιαξε τον καφέ του σκεπτόμενος να της κρατήσει μούτρα που δεν τον είχε περιποιηθεί, πήρε το φλιτζάνι του και κάθισε στην βεράντα. «Πιθανώς να πετάχτηκε στο μαγαζάκι που πουλούσε σχεδόν τα πάντα, για γάλα…», σκέφτηκε προσπαθώντας να δικαιολογήσει την απουσία της. Όταν όμως η ώρα πέρασε, διαπίστωσε ότι δεν είχε περάσει ούτε ένα αυτοκίνητο από τον δρόμο, δεν είχε ακουστεί κανένας ήχος, παρά μόνο το θρόισμα των δέντρων. Έσκυψε να δει καλύτερα και πραγματικά διαπίστωσε μια ηρεμία στην γειτονιά που τον παραξένεψε. Πήγε στο δωμάτιο των παιδιών. Έλειπαν! Το ίδιο και η πεθερά του! Ήταν μόνος στο σπίτι, μόνος με ένα καφέ στο χέρι και την απορία στο μυαλό. Η σκέψη του πήγε σε άσχημα πράγματα, σε απαγωγή, σε εγκατάλειψη…. Ένιωσε άσχημα. Ντύθηκε και αποφάσισε να τους ψάξει. Δεν θα μπορούσαν να είχαν πάει μακριά. Αποφάσισε να περιμένει λίγο ακόμα μήπως και γυρίσουν, λογίζοντας υπερβολικό τον φόβο του. Προσπάθησε να θυμηθεί αν είχε η Τόνια  καμιά εκδήλωση στο νηπιαγωγείο, αλλά δεν μπόρεσε να φέρει τίποτα στο μυαλό του. Κατάλαβε ότι έπρεπε κάτι να κάνει. Σήκωσε το τηλέφωνο, να ειδοποιήσει στη δουλειά ότι θα αργούσε για λίγο. Κανείς δεν απάντησε, αν και το άφησε να χτυπήσει πολλές φορές. Το έκλεισε και πήγε στην εξώπορτα, κοντοστάθηκε φωνάζοντας την Χαρά, δεν κατάλαβε γιατί το έκανε και κατέβηκε στον κήπο. Έψαξε ολόγυρα με τα μάτια, αλλά μάταια. Δεν υπήρχε κανένα σημάδι της οικογένειας του. Πήγε στο μικρό μαγαζάκι, αυτό που πουλούσε σχεδόν τα πάντα και που ο ιδιοκτήτης το είχε ονομάσει σε κάποια στιγμή ευθυμίας… «Αμάλθεια». Η πόρτα του καταστήματος ήταν ανοικτή μα μέσα δεν υπήρχε κανείς. Φώναξε αλλά απάντηση δεν πήρε από κανένα. Άναψε ένα τσιγάρο και προσπάθησε να καταλάβει τα γεγονότα, να καταλάβει που πήγαν όλοι. Βγήκε ξανά στο δρόμο και διαπίστωσε για άλλη μια φορά, ότι δεν κυκλοφορούσε κανείς, ότι κανένα αυτοκίνητο δεν πέρναγε, αν και αυτή η οδός ήταν αρκετά πολυσύχναστη. Το μαγαζί απέναντι που πουλούσε καφέδες και τοστ δεν είχε ανοίξει ακόμη. Μόνο η μεγάλη σημαία που κρεμόταν πάνω από την πόρτα κινιόταν στις ορέξεις του πρωινού αέρα. Στάθηκε στη μέση της ασφάλτου προσπαθώντας να σκεφτεί προς τα πού μπορεί να είχε πάει η οικογένεια. Αποφάσισε να κατέβει προς την Μεσογείων, ίσως να καταλάβαινε κάτι. Άρχισε να προχωρεί με αργό βήμα, ο ήλιος τον ζέσταινε αρκετά αναγκάζοντάς τον να βγάλει το σακάκι και οι απορίες του μεγάλωναν, αφού στα πρώτα δύο χιλιόμετρα που διένυσε δεν είδε κανένα άνθρωπο, ούτε σκύλο, ούτε γάτα. Στάθηκε σαν χαζός και γύρισε τα μάτια ολόγυρα. Νέκρα παντού, λες και κάποιος είχε κλέψει όλα τα ζωντανά πλάσματα. Σε κάποιο άδειο περίπτερο, είδε ένα μικρό ραδιόφωνο που αντί για μουσική ή κάποια πολιτική εκπομπή μετέδιδε μόνο κάτι σαν ήχο, κάτι σαν γρατσούνισμα, όπως τα ραδιοφωνικά παράσιτα. Σήκωσε το βλέμμα στον ουρανό. Αντελήφθη ότι ούτε πουλί πετάμενο είχε δει. Έκατσε στο ρείθρο του πεζοδρομίου και προσπάθησε να μην … τρελαθεί. Το νηπιαγωγείο δεν ήταν μακριά. Έτρεξε με όση δύναμη είχε να φτάσει…

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 50
ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ

Το λιμάνι της Μουνιχίας, δεν είχε αλλάξει από τον παλιό καιρό, τότε που ο Τελευτίας έκανε τα μεγάλα ταξίδια του. Παντού φωνές και πόρνες, ναυτικοί που προσπαθούσαν να μπαρκάρουν σε κάποιο πλοίο, έμποροι που τσακώνονταν συνεχώς και φυσικά οι πανταχού παρόντες στρατιώτες που προσπαθούσαν με τα ραβδιά στο χέρι, να κρατήσουν  την τάξη και να προσφέρουν κάποια αστική προστασία. Τα νερά μετά τις βροχές του μήνα των Ελαφηβολιών (σελήνη Μαρτίου), είχαν κάνει σχεδόν αδιάβατους τους δρόμους, από τις λάσπες και τις πέτρες που είχαν κατεβάσει. Κάποια σπίτια είχαν χάσει μεγάλα κομμάτια από τους τοίχους ή τις μάντρες τους και μάλιστα είχε ακουστεί ότι  άνθρωποι είχαν πνιγεί στον Κεραμικό, όταν το μεγάλο ποτάμι του Θεού Κηφισού είχε πλημμυρίσει όλα τα γύρω χωράφια με κόκκινο από την ιλύ νερό, που κατέβαινε από την Πάρνηθα του Πάνα και τον Βριλησσό, τα ιερά βουνά του Αττικού λεκανοπεδίου.  Κάποιο υπαίθριοι «μάγειρες» του ποδαριού, έψηναν οτιδήποτε ψήνεται σε μικρές «φουφούδες», καλυπτόμενοι κάτω από πρόχειρες αυτοσχέδιες τέντες   και γέμιζαν τον αέρα με χιλιάδες οσμές αλλά και πολύ καπνό. Οι μεγάλες αποθήκες, είχαν ανοίξει τις πόρτες τους και προσπαθούσαν να φορτώσουν κάρα με μουλάρια και άλογα , με όση μεγαλύτερη τάξη μπορούσαν. Ο Τελευτίας με μεγάλο κόπο, αφού η λάσπη έφτανε ως το μέσον της γάμπας, πλησίαζε την μεγάλη γκρίζα αποθήκη, που είχε αφήσει διάφορα προϊόντα  για το ταξίδι που θα ακολουθούσε. Από την προηγούμενη, είχε βρει ένα μεγάλο καράβι με δυό καταστρώματα, διπλό κατάρτι και εκτός από τις τρεις μικρές  καμπίνες για τον καπετάνιο, τον ξυλουργό και τον επόπτη πορείας, διέθετε και υποδομή για μαγείρεμα. Το χρώμα του ήταν σαν  του καπνισμένου πεύκου, τα πανιά του στο χρώμα της κόκκινης ώχρας που είχε τόπους – τόπους ξασπρίσει από τους ανέμους και το αλάτι,  ενώ η κουπαστή του και η πλώρα του, ήταν περίπου δύο μέτρα πιο ψηλή όλων των άλλων που έδεναν κοντά του. Αν και το αγώι ήταν πολύ μεγάλο, περίπου το τριάντα τοις εκατό του κέρδους, ο Τελευτίας, αφού τα υπολόγισε όσο καλύτερα μπορούσε, αποφάσισε ότι θα του έμενε ένα αρκετά μεγάλο ποσό στο τέλος. Αρκεί το ταξίδι να είχε ευτυχή κατάληξη. Τους εμπόρους στην Σικελία, τους γνώριζε καλά, οι διασυνδέσεις του ήταν, όχι πριν από πολύ καιρό, άριστες και δεν είχε λόγο να πιστεύει ότι θα του είχαν κάνει εμπορικές απιστίες. Ο μούστος που είχε μαζέψει από διάφορους παραγωγούς πριν κάποιους μήνες, όταν μπόρεσε να βολέψει σωστά σε ένα μικρό αγρόκτημα την Ελπινίκη, ευωδίαζε την αποθήκη και του άφηνε υπόσχεση για καλά κέρδη. Σε κάποια άλλη γωνιά αποξηραμένα φρούτα όπως σύκα και ροδάκινα με μέλι και αμύγδαλα, σε μεγάλα κιούπια δεμένα πολύ σφιχτά και αναποδογυρισμένα να μην παίρνουν αέρα, ήξερε ότι ήταν περιζήτητα από πλούσιους στην Απολλωνία και την Απουλία και θυμόταν τις μεγάλες παραγγελίες που είχε κατά καιρούς από κει.
Έβαλε τα χέρια στην μέση και τέντωσε το κορμί του, ικανοποιημένος από το θέαμα, συλλογιζόμενος τους κόπους και την ταλαιπωρία όλου του χειμώνα για να τα συγκεντρώσει. Βέβαια τον είχε βοηθήσει και ο Θεμίστιος με πολλή προσωπική δουλειά και αρκετό «τρέξιμο». Ένοιωσε την ευκαιρία στο στήθος να ξαναγίνει αυτός που κάποτε ήταν, ο σεβαστός έμπορος, ο δακτυλοδεικτούμενος Έλληνας πραματευτής. Γύρισε και προχώρησε προς την θάλασσα, η υγρασία και το αεράκι τον έκαναν ν’ ανατριχιάσει αν και είχε διπλοσταυρώσει τον μανδύα του. Σήκωσε το πάνω μέρος και σκέπασε το κεφάλι γιατί τα αυτιά του είχαν αρχίσει να παγώνουν. Κοίταξε το μεγάλο σκάφος και τους νεαρούς ναύτες που ετοιμάζονταν να φορτώσουν τα πράγματά του. Η λάσπη, έδινε μια απόκοσμη σκούρα μορφή σε αυτούς τους άντρες και η βροχή μόλις ξανάρχιζε να ρίχνει τις πρώτες σταγόνες της, πάνω στους ταλαιπωρημένους δρόμους. Η πλώρη που ανεβοκατέβαινε σε κάθε παφλασμό της θάλασσας και το τρίξιμο του βρεγμένου ξύλου ή του μεγάλου σκοινιού, έδιναν μια μελαγχολική νότα στο πολύβουο λιμάνι. Η καρδιά του Τελευτία σκίρτησε και η λαχτάρα του ταξιδιού, έκανε το στομάχι του να καίει. Σκούπισε το νερό της βροχής από το πρόσωπο του με την ανάστροφη της παλάμης, είδε τον γκρίζο ουρανό να απειλεί και γύρισε κατά το καπηλειό του μονόφθαλμου Αριστομένη στο πλάι της μεγάλης αποθήκης. Ένα ποτήρι κρασί με μέλι και κριθαρένιο ψωμί, θα ήταν ότι έπρεπε αυτή την στιγμή.
Η ώρα πέρναγε απελπιστικά αργά για τον Αθηναίο έμπορο. Έβλεπε από το παράθυρο τους βαστάζους που φόρτωναν τα δικά του εμπορεύματα στο σκάφος και μια φλόγα άναψε μέσα του να πάει να τους βοηθήσει. Όμως κάθισε στη θέση του προσπαθώντας να απολαύσει τον κάλυκα με τον Αττικό οίνο. Ο ήλιος είχε πια μεσουρανήσει, όταν ο καπετάνιος του εμπορικού, μπήκε στην ταβέρνα, τινάζοντας τον μανδύα του από την βροχή. Το παράθυρο είχε θολώσει από τα χνώτα και το νερό της βροχής, η κίνηση απλώς ακουγόταν στον δρόμο και οι πελάτες στο καπηλειό είχαν αυξηθεί σημαντικά, προσπαθώντας να βρουν προστασία από το νερό. Πλησίασε στο τραπέζι του Τελευτία και κάθισε σιμά του, ενώ με το χέρι σηκωμένο παρήγγειλε κρασί στον Αριστομένη, που, παρόλο που είχε μόνο ένα μάτι, επόπτευε όλο το μαγαζί με τέλεια και άμεση ανταπόκριση στις παραγγελίες των θαμώνων.
-«Σε λίγο θα είμαστε έτοιμοι να σαλπάρουμε, βέβαια η βροχή είναι κάποιο εμπόδιο… αλλά ηρεμεί την θάλασσα…», είπε με σοβαρό ύφος. Προσπάθησε να δει από το παράθυρο, μα σαν ένιωσε ότι ήταν άδικος κόπος, συνέχισε την κουβέντα του: «… κι ο αέρας καλός είναι και το κύμα μικρό… άντε να δούμε…». Έβγαλε από ένα μικρό πουγκί κάποιους σπόρους σιταριού και δυό μικρές, σε μέγεθος κεφαλής καρφιού, πέτρες που μύριζαν εξωτικό άρωμα. Σε ένα πήλινο πιάτο έβαλε φωτιά σε ένα κομμάτι ύφασμα, κάτι σαν στουπί, έκαψε τους σπόρους και τις πέτρες απελευθερώνοντας μια υπέροχη οσμή στον χώρο, κάτι σαν θυσία στον Ποσειδώνα, σταύρωσε τα χέρια και έμεινε σιωπηλός κοιτώντας τον λεπτό καπνό. Ο έμπορος δεν έβγαλε ούτε κουβέντα κατά την διάρκεια αυτής της σύντομης τελετής, μόνο με το χέρι του, χάιδευε το μικρό ξύλινο άγαλμα της Θεάς Άρτεμης  που είχε πάντα μαζί του.
Η βροχή δυνάμωνε κι άλλο, τώρα είχε γίνει καταρρακτώδης και δυνατή σαν μαστίγιο. Σήκωσαν την πέτρινη άγκυρα και την μικρή σανίδα που τους συνέδεε με την στεριά. Δυό ναύτες έσπρωξαν με τα μακριά κουπιά της τον μόλο και το σκάφος άρχισε αργά – αργά να στρέφει προς το πέλαγο και να ανοίγει το βρεγμένο πανί του. Οι κωπηλάτες το βοήθησαν να ξεκολλήσει από το λιμάνι και λίγες ώρες αργότερα έφταναν την Αίγινα και θα την προσπερνούσαν χωρίς να σταματήσουν, υπό την εποπτεία όμως δυό Αιγινίτικων  τριήρεων. Η πρώτη νύχτα τους βρήκε μεσοπέλαγα και οι γλάροι, παρά την βροχή, ήταν η μόνη τους παρέα. Οι γλάροι και τα κύματα…
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Με τα δυνατά του χέρια, σε αντίθεση με τα σχεδόν άχρηστα πόδια του, σήκωσε το μεγάλο ξύλο, το έβαλε σε μια θεόρατη επίπεδη κοτρώνα, το στερέωσε και άρχισε με ένα μεγάλο πριόνι να το κόβει σε μικρά κομμάτια. Στο τέλος θα χρησιμοποιούσε και τον πέλεκυ να τα τεμαχίσει όσο πιο πολύ μπορούσε, θα τα στοίβαζε και έτσι θα ήταν έτοιμα για το τζάκι. Κοίταξε γύρω του και είδε την βροχή ή καλύτερα το χιονόνερο, να μετατρέπεται σε χιόνι και μάλιστα πυκνό. Από την πατρίδα του, ήταν συνηθισμένος σε τέτοιο θέαμα και του είχε λείψει. Παράτησε τα κούτσουρα και σήκωσε τα χέρια μ’ ένα πλατύ χαμόγελο προς τον ουρανό, ευχαριστώντας μέσα του τον Δία. Αν και το έδαφος δεν είχε ακόμα βαφτεί στο λευκό του χιονιού, η ορατότητα ήταν αρκετά περιορισμένη και ο αέρας παγωμένος. Ο Θεμίστιος άρχισε να βήχει από τις παγωμένες κοφτές και γρήγορες ανάσες του. Δεν άκουσε την Ελπινίκη που πλησίασε αθόρυβα, σαν γάτα, από πίσω του. Μόνο ένιωσε την ανάσα της. Γύρισε και είδε το μελαχρινό πρόσωπό της γελαστό και τα μάτια της καρφωμένα στο λευκό φαινόμενο.
-«Αν η βροχή είναι τα δάκρυα της Ήρας, τότε αυτό…», έδειξε το χιόνι, άνοιξε την παλάμη και έπιασε μερικές νιφάδες που όμως έλιωσαν αμέσως, «… τότε λοιπόν αυτό τι είναι; Μήπως τα δάκρυα του Δία;». Γέλασε και μια σειρά από κάτασπρα δόντια φάνηκαν στο μισάνοιχτο στόμα. Ο  άντρας δεν είπε κουβέντα, γέλασε κι εκείνος, ούτε ο ίδιος ήξερε αν γέλαγε για το χιόνι ή για την Ελπινίκη που τον έκανε πάντα να νιώθει ευχάριστα και πήγε μερικά βήματα μακριά της. Η Αθηναία το πρόσεξε, αλλά δεν του είπε τίποτα. Έμεινε στην θέση της κοιτώντας το λευκό παγωμένο υγρό.
-«Ξέρεις βέβαια ότι νερό είναι κι αυτό! Βροχή! Μόνο που από το κρύο, παγώνει εκεί στα σύννεφα , όπως επάνω στα βουνά…», έσπασε την στιγμιαία αμηχανία του Θράκα.
-«Δηλαδή… εκεί στα σύννεφα μένει η βροχή; Εκεί πάνω;»
-«Τα σύννεφα είναι η βροχή, νερό είναι σαν αυτό που βλέπεις και το λες καπνό, όταν μια κατσαρόλα είναι στη φωτιά…»
-«Δεν σε πιστεύω. Νερό τα σύννεφα! Άκου εκεί, τι άλλο θα μου πεις! Επειδή δεν ξέρω πολλά πράγματα…. Με κοροϊδεύεις μου φαίνεται…»
Η Ελπινίκη χαμογέλασε και δεν του απάντησε, ίσως γιατί κι εκείνη δεν μπορούσε να του το εξηγήσει καλά. Συνέχισε να κοιτάζει τον γκρίζο ουρανό, τις νιφάδες που στροβιλίζονταν σε κάθε πνοή του αγέρα και το τοπίο που σιγά – σιγά φορούσε ένα ολόλευκο πέπλο. Κάπου το είχε ακούσει αυτό για τα σύννεφα και την βροχή, από κάποιο δάσκαλό της, αλλά δεν θυμόταν πώς να το τεκμηριώσει.
-«Αλήθεια μου λες; Τα σύννεφα είναι… νερό;», ακούστηκε ο άντρας να την ρωτάει.
Άναψαν δυνατά το τζάκι, έβαλαν πολλά κούτσουρα, τόσα όσα δεν θα έκαναν κακό στην μικρή καμινάδα. Φάγανε μαζί το κρέας που είχε βράσει η Ελπινίκη με χόρτα και πλιγούρι και η γυναίκα έβαλε ένα κομμάτι ψωμί δίπλα στο ξύλινο αγαλματίδιο του Ερμή, σε κάποια μικρή καμάρα του τοίχου, θυσία για καλό ταξίδι του άντρα της. Σαν ξένους, οι Βοιωτοί τους είχαν φερθεί πολύ καλά, μάλιστα σε πολλές δύσκολες στιγμές τους είχαν βοηθήσει κιόλας με συμβουλές αλλά και είδη σίτισης,( εδώ είχε εξαγοράσει ο Τελευτίας την τιμή του Μαραθωνομάχου), τους είχαν δώσει και ένα αγρόκτημα σε πολύ χαμηλή τιμή για κατοίκηση. Και μάλιστα τα λεφτά είχε αποφασιστεί ότι θα δίνονταν λίγα – λίγα σε βάθος αρκετού χρόνου. Ο Θεμίστιος, τώρα που ο Τελευτίας είχε φύγει για το ταξίδι του στην Σικελία και όπου αλλού είχε πελάτες, ήταν ο δουλευτής του χτήματος και ο πιστός προστάτης της Ελπινίκης, ρόλο που είχε παίξει και στο παρελθόν με μεγάλη επιτυχία. Το σημάδι στο πρόσωπο της γυναίκας, αν και η πληγή είχε επουλωθεί, παρέμενε για να υπενθυμίζει την συνδρομή του Θράκα στην ασφάλειά της. Εκείνος έκανε όλες τις βαριές δουλειές, εκείνος έτρεχε για κυνήγι αλλά και στην πόλη των Θηβών για τις βασικές ανάγκες, μέχρι να έρθει η άνοιξη και να ασχοληθεί με το αμπέλι. Έτσι κι αλλιώς τον χειμώνα οι αγροτικές δουλειές πέφτουν σε δεύτερη ίσως και σε τρίτη μοίρα. Το βράδυ κοιμόταν κατάχαμα πάντα κοντά στο άνοιγμα της πόρτας, προσφέροντας έτσι μεγαλύτερη αίσθηση ασφάλειας στην «κυρά» του, όπως του άρεσε να την αποκαλεί. Αυτό έκανε και τώρα, άπλωσε την μεγάλη φλοκάτη στο έμπα του σπιτιού και γύρισε στο αριστερό πλευρό. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να ηρεμίσει φέρνοντας στο νου, την εικόνα ή μάλλον την ιστορία που ήθελε. Μια ιστορία που δεν υπήρχε περίπτωση να ζήσει στην πραγματικότητα. Μονομιάς η Ελπινίκη παρέλασε μπροστά του, ολόγυμνη σαν την νεράιδα του δάσους που του έλεγε η μάνα του σαν ήταν μωρό, στα παραμύθια της. Του χαμογέλασε και τον χάιδεψε αισθησιακά, τον φίλησε και του είπε σ’ αγαπώ. Ο ύπνος τον πήρε με χαμόγελο στα χείλη και την ψυχή του, ήρεμη και γεμάτη χαρά.

Η βροχή έπεφτε κάθετα στο κατάστρωμα του πλοίου, τα σύννεφα ήταν σχεδόν μαύρα και τα κύματα πάνω από δύο μέτρα. Ο  αέρας σφύριζε ανάμεσα στα άλμπουρα σαν κρώξιμο θαλασσοπουλιών. Έκανε πολύ κρύο και δυό περίπου μήνες που ταξίδευαν, μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού ήταν οι ηλιόλουστες μέρες. Πότε βροχή, πότε χιόνι και πάντα αέρας και κύματα θυμωμένα, να προσπαθούν να καταπιούν το σκάφος. Το εμπόρευμα γερά δεμένο, δεν έδειχνε να κινδυνεύει, όσο το καράβι ήταν ακόμα στην επιφάνεια της θάλασσας. Μόνο το βράδια έδειχνε να κουράζεται ο Ποσειδώνας και να τους αφήνει κι αυτούς να ξεκουραστούν, ηρεμώντας τα νερά και το αγέρι. Αλλά το κρύο δεν έλεγε να μειωθεί. Πολλές φορές τα ξάρτια ήταν γεμάτα με σταλακτίτες και τόσο σφιχτά που οι ναύτες δεν μπορούσαν ούτε να τα λύσουν, ούτε να τα τεντώσουν. Ο Τελευτίας ήταν μαθημένος σε τέτοια ταξίδια, ήξερε τι θα αντιμετώπιζαν και έτσι αρκετά ψύχραιμος παρακολουθούσε όλες τις κινήσεις των ναυτών τυλιγμένος στον γκρίζο μάλλινο μανδύα του. Θαύμαζε τον τρόπο που κινούνταν, που δούλευαν, που έψαχναν την πορεία τους και το βράδυ και την ημέρα, πότε με τα άστρα, με πρωταγωνιστή τον πολικό αστέρα, πότε με τον ήλιο, πότε με τον άνεμο. Η ολκάς έσκιζε τα νερά τσαλαβουτώντας μέσα τους με την χάρη του δελφινιού, ανέβαινε τα κύματα σαν άγριος λύκος που κυνηγούσε τη λεία του και τα χέρια των κωπηλατών όποτε χρειαζόταν, την έκαναν να τρέχει σαν άλογο σε γαλάζιο λιβάδι. Σε ένα μεγάλο κάθετο ραβδί, είχαν στερεώσει σε σχήμα κώνου, ένα πανί για να βλέπουν την κατεύθυνση του αέρα. Και κάθε φορά που ο άνεμος άλλαζε, έτρεχαν και οι ναύτες να ευθυγραμμίσουν τα πανιά, να έχουν την πορεία τους, να υπολογίσουν την ώρα ή το βράδυ, το μεγάλο λαμπρό αστέρι πάντα δεξιά τους. Και όταν η θάλασσα ήταν θυμωμένη, τότε ως δια μαγείας, καμιά φωνή δεν ακουγόταν από τους άντρες, παρά μόνο οι διαταγές του καπετάνιου που εκτελούνταν με θρησκευτική ευλάβεια.
Πέρασαν κι άλλες μέρες, όλες με αγώνα και πόνο, μέχρι που ο νεαρός μούτσος από το κόρον της πλώρης φώναξε με όλη τη δύναμη των πνευμόνων του:
-«Στεριάααααααααα …….. στεριά μπροστά μας ………… στεριάαααααααααααα ………..»
Οι άντρες σταμάτησαν προς στιγμή ότι έκαναν και κοίταξαν μπροστά. Χαμογελούσαν και ζητωκραύγαζαν, κάποιος άρχισε να χορεύει και κάποιος άλλος γονάτισε με μια προσευχή στο στόμα. Μέχρι που οι φωνές του καπετάνιου, τους επανέφεραν σε τάξη και στις επείγουσες δουλειές τους. Κι ο Τελευτίας χαμογέλασε και έκλεισε το μάτι στον καπετάνιο, σαν να του έλεγε ένα μεγάλο μπράβο κι ευχαριστώ. Πήρε δύναμη από την εικόνα της στεριάς μπροστά τους, έσφιξε την γροθιά του και κάθισε πάλι στην γωνιά του, κοιτώντας τον ουρανό και απολαμβάνοντας τον αέρα να του χαϊδεύει τα γένια.