Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Μπορούσε από την αντανάκλαση του τζαμιού να δει καθαρά πίσω του, τις δυό κοπέλες που τον κοίταγαν και χασκογελούσαν με το χέρι στο στόμα, σε μια προσπάθεια να κρύψουν το χαμόγελό τους. Του άρεσε και έκανε ότι δεν αντιλήφθηκε τίποτα, προσπαθούσε να χορτάσει αυτή την εικόνα, γιατί πολύ καιρό τώρα, καμιά δεν του είχε τονώσει το ηθικό τόσο πολύ. Έκανε να προχωρήσει στην διπλανή βιτρίνα και κατάλαβε ότι η μια από τις δυό νεαρές, πρέπει γύρω στα εικοσιπέντε να ήταν πάνω κάτω, έψαχνε να βρει τρόπο να τον πλησιάσει. Παρατήρησε και την φίλη της που την ενθάρρυνε, μέχρι σημείου να την σπρώχνει προς το μέρος του. Ο Γιώργος, φόρεσε το πιο γλυκό του χαμόγελο, γύρισε και είδε τις κοπέλες να παγώνουν σχεδόν. Τις πλησίασε και:
-«Θα θέλατε κάτι;», ρώτησε ευγενικά με εκείνη την φωνή που του είχαν πει ότι μάγευε τον συνομιλητή του.
Τα κορίτσια σάστισαν και κοντοστάθηκαν, μέχρι που η φίλη, επανέλαβε το σπρώξιμο στα πλευρά της άλλης. Εκείνη χαζογέλασε, αυτό απογοήτευσε κάπως τον Γιώργο, τον πλησίασε και έδειξε … σαν ν’ αντίκρισε κάποιο φάντασμα.
-«Λοιπόν; Θα θέλατε κάτι δεσποινίς;», ξαναρώτησε με την ίδια φωνή. Μέσα του κάτι φτερούγισε  χαρούμενα, κάτι τον ξανάκανε αισιόδοξο. Η απάντηση στην ερώτησή του, ήταν ένα τραύλισμα που κάτι ρωτούσε, μάλλον για κάποιον δρόμο. Ο Γιώργος γέλασε πιο εγκάρδια τώρα. Στα τριάντα πέντε του, ήξερε από τέτοιου είδους «καμάκια», μόνο που τα είχε συνηθίσει από την μεριά των αντρών και όχι το αντίθετο. Σήκωσε το δεξί του χέρι και της έδειξε τη βέρα.
-«Δυστυχώς… παντρεμένος…», είπε εξακολουθώντας να γελάει. Η αντίδραση των δυό κοριτσιών, ήταν η αναμενόμενη. Προσπαθώντας να δείξουν… κάτι άλλο, έφυγαν γρήγορα προς την αντίθετη κατεύθυνση με την «φίλη» να γελάει ξεδιάντροπα. Ο Γιώργος κούνησε το κεφάλι και γύρισε στον προορισμό του. Μια γλυκιά γεύση του είχε μείνει στην καρδιά και το μυαλό.
Δίπλα οι φωτεινές βιτρίνες , του κρατούσαν συντροφιά στο περπάτημα του, του άρεσε μετά την δουλειά να κάνει αυτή την διαδρομή στο κέντρο της Αθήνας. Η εταιρία που δούλευε σαν μηχανικός, είχε τα γραφεία της κοντά στο Μοναστηράκι κι εκείνος ανέβαινε την Ερμού μέχρι το Σύνταγμα για να πάρει το μετρό. Χάζευε τους ανθρώπους, τα μαγαζιά, τους μικροπωλητές και τους υπαίθριους μουσικούς. Το καλοκαίρι συνήθιζε να πίνει καφέ στον πεζόδρομο, να παίρνει δυνάμεις πριν αντιμετωπίσει τις δυό μικρές του κόρες στο σπίτι, την γκρίνια της Χαρούλας, που του εξιστορούσε κάθε φορά τις διαβολιές των θηλυκών Βελζεβούληδων που είχε γεννήσει, τους τόσους λογαριασμούς που τελειωμό δεν είχαν και την πεθερά του, χήρα γυναίκα που έμενε μαζί τους, να του χαμογελάει κάθε φορά που έδειχνε απελπισμένος. Οικονομικό πρόβλημα δεν υπήρχε κι ας μην δούλευε η κυρία Χαρά, αφού ο μισθός του ήταν υπέρ το δέον ικανοποιητικός και μπορούσε να συντηρεί ένα αρκετά μεγάλο σπίτι στον Χολαργό, τις ανάγκες της γυναίκας και των παιδιών και κάθε προσωπική του τρέλα. Και η αλήθεια ήταν ότι οι τρέλες του και πολλές ήταν και όχι φθηνές. Του άρεσαν τα νέα μοντέλα των κινητών τηλεφώνων, ότι είχε σχέση με υπολογιστές και … το καλό φαγητό. Τα καλύτερα εστιατόρια, ήξεραν το ζευγάρι πολύ καλά, (ας είναι καλά η πεθερά που κρατούσε τα παιδιά, αλλά και που η σύνταξη του διπλωμάτη «συγχωρεμένου» άντρα της έπεφτε στο σπίτι). Τώρα όμως που ήταν χειμώνας, ήδη ο Δεκέμβρης είχε περάσει την εικοστή μέρα του, αρκούνταν μόνο σε ένα περίπατο.
Τράβηξε το γιακά του παλτού του και τον σήκωσε όρθιο, καθώς μια ξαφνική ριπή κρύου αέρα του πάγωσε το σβέρκο. Είχε από την μια μεριά κρεμασμένη την τσάντα με τον φορητό υπολογιστή, η αλήθεια είναι ότι τον κούραζε αρκετά, ενώ στο άλλο χέρι κρατούσε μια μεγάλη μαύρη ομπρέλα την οποία τώρα που ήταν κλειστή, την χρησιμοποιούσε σαν μπαστούνι μιμούμενος τον αγαπημένο του Τσάρλι Τσάπλιν. Έψαξε την αριστερή του τσέπη, βρήκε λίγο πασατέμπο και τον μασούλησε φτύνοντας τα τσόφλια στον δρόμο. Ακούστηκε ο ήχος ενός κεραυνού και γύρισε το βλέμμα στον ουρανό. Είχε ήδη σκοτεινιάσει, αλλά τα μαύρα σύννεφα φαίνονταν καθαρά και η απειλή τους, τρόμαζε τον περαστικό κόσμο με την καταιγίδα που υπόσχονταν. Και οι πρώτες σταγόνες της βροχής δεν άργησαν, δειλά στην αρχή, αυθάδεις μετά να πέφτουν και να μετατρέπονται σε βροχή, κάθετη, κρύα και δυνατή. Άνοιξε την ομπρέλα και χάρηκε. Του άρεσε η βροχή, τους άρεσαν οι αστραπές. Προχώρησε αργά, την ώρα που όλοι οι διαβάτες έτρεχαν κάτω από τέντες ή μέσα σε στοές να προφυλαχτούν. Σύντομα ο πεζόδρομος, δεξιά και αριστερά είχε αποκτήσει δυό μικρούς χείμαρρους , που παράσερναν όλα τα σκουπίδια και μικρά χαλικάκια από την οικοδομή πιο πάνω. Το παντελόνι του  είχε ήδη βραχεί από τα γόνατα και κάτω, αλλά δεν έδειξε να τον νοιάζει ιδιαίτερα. Συνέχισε με αργό βήμα, λες και διασκέδαζε. Στο μυαλό του ήταν η εικόνα των δυό νεαρών κοριτσιών και το περιστατικό που είχε πριν λίγο συμβεί. Χαμογέλασε την ώρα που όλοι οι άλλοι πεζοί, έβριζαν τον καιρό, την γκαντεμιά τους που βγήκαν τέτοιο απόγευμα έξω, κάποιοι και την κυβέρνηση για τους υπονόμους ίσως … και για την βροχή. Σκέφτηκε και την Χαρά φτάνοντας στο συμπέρασμα ότι αν αφαιρούσε την γκρίνια της, γυναίκα εξάλλου ήταν, το όνομά της την αντιπροσώπευε. Η Χαρά ήταν πραγματικά η χαρά του, ο έρωτάς του και η ξεκούρασή του, η σύντροφός του και ο άνθρωπος που του είχε κάνει και υποστηρίξει με τον καλύτερο τρόπο, το μεγαλύτερο δώρο στη ζωή του. Τις δυό ξανθές αντάρτισσες, σχεδόν αγοροκόριτσα, τις «τσούπρες» του όπως τις έλεγε. Με κλεισμένα τα τέσσερα της χρόνια η Τόνια και απειλώντας τα τρία η Μαιρούλα, ήταν η ψυχή του κομμένη στα δυό. Τα πάντα άρχιζαν από αυτά και τα πάντα τέλειωναν σε αυτά. Και η Χαρούλα του … ο φοβερός και τρομερός αστυφύλακας του σπιτιού. Ένοιωθε πως η ζωή του είχε δώσει όλα όσα θα μπορούσε να δώσει για να κάνει έναν άνθρωπο ευτυχισμένο και ψυχικά πλούσιο.
Έφτασε στο σπίτι γύρω στις εννέα, μούσκεμα σχεδόν από πάνω μέχρι κάτω. Τα δυό ζιζάνια έτρεξαν ακούγοντας το κλειδί της εξώπορτας και αγκαλιάζοντάς τον, χρειάστηκαν να αλλάξουν μαζί του ρούχα. Η Χαρά τον φίλησε στο στόμα με θέρμη και τον αγκάλιασε κάτι που έκανε κάθε βράδυ εδώ και πέντε χρόνια που μοιράζονταν το ίδιο όνομα. Οικογένεια Χριστοπούλου. Το ουζάκι, ήταν δουλειά της πεθεράς, της κυρίας Τόνιας, από κείνη είχε πάρει το όνομα της και η μεγάλη κόρη, που στο πρόσωπο του γαμπρού της, είχε βρει τον προστάτη της κόρης της και την κολώνα της οικογένειας. Ο Γιώργος χάρηκε την στιγμή, έκανε τον σταυρό του, ούτε ο ίδιος το κατάλαβε και κάθισε στο σαλόνι να πιεί το ουζάκι με την πεθερά, μέχρι η σύζυγος να ετοιμάσει κάτι να φάνε. Οι μυρουδιές που πέρναγαν από το μεγάλο πάσο που συνέδεε την κουζίνα με την τραπεζαρία, τον αναστάτωσαν σε σημείο που άρχισε να παρακινεί τις μικρές του κόρες να πιέσουν την μαμά να βιαστεί.  Και οι σπιουνιές έπιασαν τόπο, αφού σε πολύ σύντομο χρόνο, πιρούνιζε το ρολό με αυγά και τις ψητές πατάτες. Δεν θέλησε ν’ ανοίξει τηλεόραση, ποτέ δεν την άνοιγε όσο τα παιδιά ήταν ξύπνια, προτιμούσε να μιλάνε, ακόμα και βλακείες  να λένε, αρκεί το χαζοκούτι να μένει μακριά από την οικογένειά του. Το είχε καταφέρει αρκετά καλά, αφού και αγώνα να είχε, ακόμα και τον αγαπημένο του Παναθηναϊκό να έδειχνε, δεν χάλαγε την συνήθεια αυτή. Άκουγε απ’ έξω την βροχή και του φάνηκε ότι ο θόρυβος που έκανε το νερό, είχε αυξηθεί πολύ, σαν ένας συνεχόμενος αχός. Δεν έδειξε ν’ ανησυχεί κανείς στο τραπέζι, ο μπαμπάς που όλα τα φροντίζει ήταν εδώ και συνέχισαν το φαγητό τους με χαρά. Μιλούσαν για το μεγάλο επίτευγμα της Τόνιας που ολομόναχη είχε ζωγραφίσει ένα καταπληκτικό άλογο στο μεγάλο μπλοκ ζωγραφικής της. Τα χρώματα που είχε χρησιμοποιήσει ήταν ζωηρά και λαμπερά, μα την μεγαλύτερη σημασία είχε το σχήμα του αλόγου, που το απεικόνιζε να τριποδίζει με το κεφάλι όρθιο και μάλιστα πολύ πετυχημένο. Έδειχνε να έχει στο αίμα της το ταλέντο του μπαμπά. Ο Γιώργος χαμογέλασε και το σήκωσε στον αέρα περήφανος, μέχρι που παρατήρησε το θλιμμένο και λίγο συνοφρυωμένο μουτράκι της Μαιρούλας του. Έπιασε και τις δυό από την μέση και τις σήκωσε ψηλά, μοιράζοντας στα ολόλευκα μαγουλάκια πολλά, μα πολλά φιλιά. Ο κρότος που ακούστηκε από τον δρόμο, ήταν σαν έκρηξη βόμβας και τα μικρά σφίχτηκαν πάνω στο στήθος του. Έτρεμαν. Εκείνος τις χάιδεψε απαλά στην πλάτη και σηκώθηκε να δει τι ήταν, υπέθετε ότι ο κεραυνός είχε πέσει πολύ κοντά. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα και αντίκρισε μια βροχή που ποτέ του δεν είχε ξαναδεί. Η βεράντα ήταν πλημμυρισμένη από το νερό και οι σχάρες, δεν μπορούσαν να το ρουφήξουν, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί μια μικρή λίμνη. Οι λάμψεις από τις αστραπές και τους κεραυνούς φώτιζαν την νύχτα και η εξωπραγματική εικόνα συμπληρωνόταν από μια απόκοσμη βοή, λες και άκουγε την ανάσα της Φύσης. Γύρισε στο τραπέζι και χαμογελώντας, προσπάθησε να ησυχάσει τους άλλους. Τα γέλια ξαναγύρισαν, αν και λίγο πιο παγωμένα, λίγο πιο τσιγγούνικα. Η γιαγιά, σηκώθηκε να φέρει την υπέροχη πουτίγκα της, Αγγλικού στυλ, που ήταν και το αγαπημένο γλυκό όλων. Και βέβαια άπαντες την τίμησαν. Οι βροντές έξω, συνέχισαν τον τρομακτικό τους χορό και σε κάθε μια, νόμιζε κανείς ότι οι τοίχοι έτρεμαν. Η ώρα είχε πάει δέκα, οπότε ο «αστυφύλακας», είπε την καταραμένη λέξη των παιδιών:
-«Ύπνο…», σηκώθηκε από το τραπέζι, έτοιμη για μάχη με τα διαβόλια της. «Άντε, δοντάκια, χεράκια και ύπνο τώρα….». προς μεγάλη της έκπληξη, οι διαμαρτυρίες ήταν λίγες και ήπιες. Το φιλί στον μπαμπά, έδινε το σήμα για το τέλος της μέρας.
Αποσύρθηκε και η γιαγιά, αφού πρώτα φρόντισε να «μαζέψει» το τραπέζι μη και κουραστεί η κόρη, στο δωμάτιό της και το ζευγάρι κάθισε μόνο του, να δουν τις βραδινές ειδήσεις των δώδεκα. Κατά την προσφιλή του συνήθεια ο Γιώργος έψαξε όλη την μπάντα των καναλιών. Η Χαρά ξαπλωμένη πάνω του, είχε σχεδόν παραδοθεί στις αγκάλες του Μορφέως, τα μάτια της ήταν μισάνοιχτα και δεν άργησε να ταξιδέψει στα όνειρά της. Όλοι οι σταθμοί μετέδιδαν ειδήσεις και ανταποκρίσεις από όλες τις περιοχές της Ελλάδος που αφορούσαν στην καταιγίδα που μαινόταν εδώ και πέντε περίπου ώρες, με αμείωτη ένταση και μοναδική σφοδρότητα, όπως έλεγαν οι συνεντευξιαζόμενοι μετεωρολόγοι. Γι επιβεβαίωση όλων αυτών, ένας τρομακτικό κρότος, μια βροντή που ακούστηκε σαν κανονιά, έσκισε την ηρεμία του σπιτικού. Έκλεισε την τηλεόραση και παρότρυνε την κοιμισμένη γυναίκα του να πάνε στην κρεβατοκάμαρα. Κατευθύνθηκε στο δωμάτιο των παιδιών, άνοιξε την πόρτα και με μεγάλη του χαρά διαπίστωσε πως τα αγγελούδια του, (όταν κοιμόντουσαν ήταν αγγελούδια), είχαν παραδοθεί στον ύπνο τους παρά την μεγάλη αντάρα που μαινόταν έξω. Ξάπλωσε στο πλάι της όμορφης κυράς του και θαύμασε τους γυμνούς μηρούς της που είχαν αποκαλυφθεί, καθώς το νυχτικό είχε ανασηκωθεί. Ανάσκελα, σταύρωσε τα χέρια κάτω από το κεφάλι, στύλωσε τα μάτια στο ταβάνι και αφέθηκε στον ήχο της βροχής και των τρομακτικών κεραυνών. Τα βλέφαρα βάρυναν κι έκλεισαν για να τον ταξιδέψουν στους κόσμους που επιζητούσε ο νους.
Το ξημέρωμα ήταν τελείως αντίθετο από την νύχτα που πέρασε. Ο ήλιος έμπαινε από το τζάμι του παραθύρου και φώτιζε με την λάμψη του το δωμάτιο. Και μάλιστα, χειμωνιάτικα, ζέσταινε αδικαιολόγητα πολύ, τον χώρο. Ο Γιώργος πάτησε το κουμπί που έκλεινε το ξυπνητήρι, το διαβολομηχάνημα που φτιάχτηκε να τυραννάει τους ανθρώπους. Κοίταξε δίπλα του, αλλά η Χαρά έλειπε. «Μάλλον θα ετοιμάζει πρωινό…», σκέφτηκε χαμογελώντας. Φόρεσε τις παντόφλες του καθιστός ακόμα στο κρεβάτι, έτριψε τα μάτια και πήγε στο μπάνιο. Κατούρησε με αναστεναγμό, (αυτό τελικά ήταν που τον ενοχλούσε το βράδυ στον ύπνο του), άνοιξε το νερό στο ντους και άφησε τον εαυτό του στην χαλάρωση που του πρόσφερε το χλιαρό υγρό. Σκουπίστηκε με την μεγάλη πετσέτα που είχε πάνω της το τριφύλλι, το σήμα της αγαπημένης του ομάδας, χτενίστηκε και έβαλε κολόνια, έτοιμος για την ‘καλημέρα’  στην κυρά του. Ένας καφές τώρα, ένας ζεστός καφές θα ήταν το καλύτερο. Στην κουζίνα δεν βρήκε την Χαρά και συνοφρυώθηκε σκεπτόμενος που θα μπορούσε να είχε πάει. «Μάλλον στην βεράντα…», σκέφτηκε, «… είδε τον ήλιο και θα σέρβιρε εκεί». Αλλά και στην βεράντα δεν την βρήκε, ούτε και στο πίσω μπαλκόνι. Άρχισε ν’ ανησυχεί, αλλά όχι σε βαθμό να την ψάξει πιο πολύ. Στην κουζίνα έφτιαξε τον καφέ του σκεπτόμενος να της κρατήσει μούτρα που δεν τον είχε περιποιηθεί, πήρε το φλιτζάνι του και κάθισε στην βεράντα. «Πιθανώς να πετάχτηκε στο μαγαζάκι που πουλούσε σχεδόν τα πάντα, για γάλα…», σκέφτηκε προσπαθώντας να δικαιολογήσει την απουσία της. Όταν όμως η ώρα πέρασε, διαπίστωσε ότι δεν είχε περάσει ούτε ένα αυτοκίνητο από τον δρόμο, δεν είχε ακουστεί κανένας ήχος, παρά μόνο το θρόισμα των δέντρων. Έσκυψε να δει καλύτερα και πραγματικά διαπίστωσε μια ηρεμία στην γειτονιά που τον παραξένεψε. Πήγε στο δωμάτιο των παιδιών. Έλειπαν! Το ίδιο και η πεθερά του! Ήταν μόνος στο σπίτι, μόνος με ένα καφέ στο χέρι και την απορία στο μυαλό. Η σκέψη του πήγε σε άσχημα πράγματα, σε απαγωγή, σε εγκατάλειψη…. Ένιωσε άσχημα. Ντύθηκε και αποφάσισε να τους ψάξει. Δεν θα μπορούσαν να είχαν πάει μακριά. Αποφάσισε να περιμένει λίγο ακόμα μήπως και γυρίσουν, λογίζοντας υπερβολικό τον φόβο του. Προσπάθησε να θυμηθεί αν είχε η Τόνια  καμιά εκδήλωση στο νηπιαγωγείο, αλλά δεν μπόρεσε να φέρει τίποτα στο μυαλό του. Κατάλαβε ότι έπρεπε κάτι να κάνει. Σήκωσε το τηλέφωνο, να ειδοποιήσει στη δουλειά ότι θα αργούσε για λίγο. Κανείς δεν απάντησε, αν και το άφησε να χτυπήσει πολλές φορές. Το έκλεισε και πήγε στην εξώπορτα, κοντοστάθηκε φωνάζοντας την Χαρά, δεν κατάλαβε γιατί το έκανε και κατέβηκε στον κήπο. Έψαξε ολόγυρα με τα μάτια, αλλά μάταια. Δεν υπήρχε κανένα σημάδι της οικογένειας του. Πήγε στο μικρό μαγαζάκι, αυτό που πουλούσε σχεδόν τα πάντα και που ο ιδιοκτήτης το είχε ονομάσει σε κάποια στιγμή ευθυμίας… «Αμάλθεια». Η πόρτα του καταστήματος ήταν ανοικτή μα μέσα δεν υπήρχε κανείς. Φώναξε αλλά απάντηση δεν πήρε από κανένα. Άναψε ένα τσιγάρο και προσπάθησε να καταλάβει τα γεγονότα, να καταλάβει που πήγαν όλοι. Βγήκε ξανά στο δρόμο και διαπίστωσε για άλλη μια φορά, ότι δεν κυκλοφορούσε κανείς, ότι κανένα αυτοκίνητο δεν πέρναγε, αν και αυτή η οδός ήταν αρκετά πολυσύχναστη. Το μαγαζί απέναντι που πουλούσε καφέδες και τοστ δεν είχε ανοίξει ακόμη. Μόνο η μεγάλη σημαία που κρεμόταν πάνω από την πόρτα κινιόταν στις ορέξεις του πρωινού αέρα. Στάθηκε στη μέση της ασφάλτου προσπαθώντας να σκεφτεί προς τα πού μπορεί να είχε πάει η οικογένεια. Αποφάσισε να κατέβει προς την Μεσογείων, ίσως να καταλάβαινε κάτι. Άρχισε να προχωρεί με αργό βήμα, ο ήλιος τον ζέσταινε αρκετά αναγκάζοντάς τον να βγάλει το σακάκι και οι απορίες του μεγάλωναν, αφού στα πρώτα δύο χιλιόμετρα που διένυσε δεν είδε κανένα άνθρωπο, ούτε σκύλο, ούτε γάτα. Στάθηκε σαν χαζός και γύρισε τα μάτια ολόγυρα. Νέκρα παντού, λες και κάποιος είχε κλέψει όλα τα ζωντανά πλάσματα. Σε κάποιο άδειο περίπτερο, είδε ένα μικρό ραδιόφωνο που αντί για μουσική ή κάποια πολιτική εκπομπή μετέδιδε μόνο κάτι σαν ήχο, κάτι σαν γρατσούνισμα, όπως τα ραδιοφωνικά παράσιτα. Σήκωσε το βλέμμα στον ουρανό. Αντελήφθη ότι ούτε πουλί πετάμενο είχε δει. Έκατσε στο ρείθρο του πεζοδρομίου και προσπάθησε να μην … τρελαθεί. Το νηπιαγωγείο δεν ήταν μακριά. Έτρεξε με όση δύναμη είχε να φτάσει…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου