Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 19 Οκτωβρίου 2015

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10
Σήμερα έβλεπε την ημέρα πιο όμορφη και πιο γλυκιά. Έτσι χωρίς λόγο, χωρίς κάποια αιτία. Βέβαια η ζέστη είχε αρχίσει από το πρωί και ο αέρας όσο πέρναγε η ώρα βάραινε σαν γινόταν πιο πυκνός. Μόλις είχε ξημερώσει και το προγραμματισμένο ταξίδι του θα άρχιζε σε λίγο. Η πείρα στην οδήγηση τον ωθούσε σε όλο και πιο μακρινά ταξίδια. Φόρτωσε τον Παρασκευά στο μπροστινό κάθισμα του συνοδηγού, πήρε μπόλικο νερό σε μπουκάλια και κάτι να τρώει στην διαδρομή κι αυτός αλλά και ο διαβολάκος του. Μαρσάρισε λίγο πιο πολύ απ’ ότι περίμενε και έβαλε «πλώρη» για την Πελοπόννησο. Του άρεσε εκεί η περιοχή, του άρεσαν τα βουνά της, το τοπίο της με τα καλαμπόκια, αλλά και οι παραλίες της. Στο μυαλό του ήρθαν οι στιγμές του με την Χαρά και εκείνες οι εκδρομές στην Τρίπολη, στα Καλάβρυτα και στην Μεσσηνία.
Οδηγούσε σιγοσφυρίζοντας κάποιο χαζοχαρούμενο τραγουδάκι, χωρίς να καταλάβει και πιο ακριβώς ήταν, φόρεσε το Αμερικάνικο κασκέτο, αυτό που εκνεύριζε πάντα την γυναίκα του, πήρε εκείνη την ηλίθια, ξέγνοιαστη γκριμάτσα του τουρίστα και βγήκε στο δρόμο που οδηγούσε κατά τον ισθμό της Κορίνθου. Ήπιε μια γουλιά καφέ από το πλαστικό κυπελάκι που κρατούσε στο χέρι και μέσα από το τζάμι του αυτοκινήτου, άρχισε να θαυμάζει τον ήλιο που μπροστά του ξαναγεννιόταν για να φωτίσει άλλη μια μέρα. Στο ρολόι κοίταξε την ώρα, είδε τους δείκτες να δείχνουν οκτώ και τράβηξε το πόδι από το γκάζι, προσπαθώντας να απολαύσει όσο πιο πολύ μπορούσε την διαδρομή. Δεν έβρισκε τον λόγο να βιαστεί, να ταχύνει την διαδρομή. Περιέργως ο μικρός σκύλος είχε λουφάξει στο δερμάτινο κάθισμα, είχε βάλλει την μουσούδα στα τεντωμένα μπροστινά του πόδια και δεν έβγαζε άχνα. Ούτε ένα γρυλλισμό. Πέρασαν τα διυλιστήρια και τα φώτα που ακόμα ήταν αναμμένα στις εγκαταστάσεις έδιναν μια εικόνα ζωής. Πάντως ούτε άνθρωπος, ούτε ζώο υπήρχε ολόγυρα. Στο μυαλό του μπήκε η ιδέα της έρημης επαρχίας, ενός τόπου χωρίς ζωή, χωρίς κάποια αλεπού, σκύλο, μοσχάρι ή πρόβατο. Οι άνθρωποι, ίσως και να μην τον ενδιέφεραν αυτή τη στιγμή. Σίγουρα δεν τον ενδιέφεραν, την επαρχία την είχε συνδέσει με τα ζώα και τα σπαρτά.
Φάνηκε ο ισθμός και δεξιά του η Ακροκόρινθος με τα υπέροχα τείχη της. Σταμάτησε πάνω στην γέφυρα και κατέβηκε από το αυτοκίνητο, ακούμπησε στην κουπαστή, αλλά η υψοφοβία του τον ζάλισε και δεν έσκυψε παραπάνω. Η θάλασσα αντανακλούσε τις ακτίνες του ήλιου τώρα και σαν τεράστιος καθρέφτης φώτιζε τα σκληρά βράχια της διώρυγας. Απομακρύνθηκε από την άκρη και ασυναίσθητα έψαξε και πιο πολύ οσμίστηκε μήπως και εντόπιζε την τσίκνα από τα σουβλάκια που ήταν παράδοση εκεί. Τίποτα όμως, μόνο φρέσκος αέρας. Χαμογέλασε σαν σκέφτηκε ότι απογοητεύτηκε επειδή ανάσανε μόνο τον φρέσκο αέρα. Βρήκε ένα από τα καταστήματα που κάποτε πουλούσαν αυτά τα περιβόητα σουβλάκια και άναψε κάρβουνα να φτιάξει μόνος του. Ο καπνός που υψώθηκε στον ουρανό, βάλσαμο στις αισθήσεις του, ήταν και το ίχνος του, για κάποιον άλλο «επιζώντα». Έψησε και έφαγε μαζί με το σκυλάκι του, πιο πολλά απ’ όσα είχε ανάγκη το στομάχι του. Η σόδα που ήπιε δεν τον ελάφρυνε καθόλου.
«Πόσα χιλιόμετρα λες να κάνουμε ακόμα μικρέ;», ρώτησε τον νεαρό του σύντροφο. Ο Παρασκευάς τον κοίταξε με λοξό το κεφάλι και σίγουρα αναρωτιόταν μέσα του τι του έλεγε. Προχώρησαν μέχρι το αυτοκίνητο, άφησε τον εαυτό του να ρευτεί και νωχελικά ξεκίνησαν και πάλι για την καρδιά της Πελοποννήσου. Πέρασε τα διόδια γελώντας που δεν πλήρωνε για άλλη μια φορά και αποφεύγοντας κάποια σταματημένα αυτοκίνητα στη μέση του δρόμου, προσπερνώντας κάποια άλλα που είχαν καεί, έφτασε στην μεγάλη στοά στο Αρτεμίσιο και σταμάτησε στο κέντρο που συνήθως αναπαύονταν οι οδηγοί. Πήρε άλλη μια σόδα από ένα ψυγείο και απόλαυσε την θέα. Ίσως να έμεναν εκεί για σήμερα, να κοιμόταν μάλιστα στο μεγάλο μπαλκόνι που έβλεπε στα βουνά απέναντι, αλλά μια κρύα πνοή αέρα τον έκανε ν’ αλλάξει γνώμη. Πήρε αγκαλιά τον μικρό του φίλο και έκλεισε τα μάτια πάνω σε μια άνετη πολυθρόνα με κόκκινα και μαύρα μαξιλάρια. Λίγη ξεκούραση ζητούσε και προσπάθησε να βολευτεί όσο πιο καλά μπορούσε. Τα πλευρά του τον πόνεσαν λίγο και στριφογύρισε στη θέση του. Ο Παρασκευάς είχε κουλουριαστεί πάνω του και με τη γλώσσα έξω, παρατηρούσε ήρεμα το γύρω χώρο. Λες και έψαχνε τον επόμενο εχθρό για δαγκώματα και γρατζουνιές.
Ο Μορφέας πήρε γρήγορα τον Γιώργο στην αγκαλιά του και τον πήγε εκεί που ίσως και να μην ήθελε να πάει. Σε αλλοτινές εποχές, στα παιδικάτα του και στην μικρή παρέα του «Βυζαντίου», της μικρής καφετέριας που συγκεντρωνόταν όλη η παλιοπαρέα από το σχολείο.  Και τι δεν είχε ζήσει εκείνο το στενό πατάρι. Ο Γιώργος και ο Αλέκος ο Μαγουλάκιας, ο Πάνος ο Άχρηστος, ο Κώστας ο Καλλιτέχνης, ο Αντώνης ο Τσαγρής και άλλοι φίλοι και συνοδοιπόροι στα όνειρά του, ανταγωνιστές στον έρωτα του και σύντροφοι στις πλάκες, αντίπαλοι στην επιλογή του Σάββατου (ποτέ δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν που να πάνε), παραμυθάδες και ονειροπόλοι έφηβοι. Τι αυτοκρατορίες δεν είχαν πλάσει, πόσα από τα μυστήρια του Σύμπαντος δεν είχαν λύσει! Θυμόταν καλά την ημέρα που είχε γνωρίσει την Παναγιώτα, την στρουμπουλή κοκκινομάλλα με τις φακίδες. Εκείνος δεν είχε κλείσει ακόμα τα δεκάξι του χρόνια κι εκείνη στα δεκαεννέα και κάτι. Την φίλαγε και της τσίμπαγε με δύναμη τα μπούτια, χωρίς η κοπέλα να διαμαρτύρεται, χωρίς να τον αποθαρρύνει. Μέχρι που κάποια στιγμή, μπόρεσε να ακουμπήσει με την παλάμη του την … τριχωτή περιοχή ανάμεσα στα πόδια. Ήταν μόνοι τους στο πατάρι, κανείς δεν τους έβλεπε και μπορούσαν να φιλιούνται με όλη τους την άνεση. Και να την χουφτώνει μάλιστα. Βέβαια εκείνος επιθυμούσε να έρθουν και οι άλλοι, τάχα τυχαία και απρόσμενα, να δουν ότι είχε γκόμενα, ιδίως αυτός ο Τάκης που έκανε ότι ήξερε τα πάντα γύρω από τα θηλυκά. Πρώτος έφτασε ο Κώστας ο Καρούσος, ο επονομαζόμενος και Καλλιτέχνης για την μανία που είχε με το σχέδιο, ειδικά με το σχέδιο των πολεμικών αεροπλάνων του Β! παγκοσμίου πολέμου. Στο σχολείο κάθονταν στο ίδιο θρανίο που ο Κώστας το είχε μετατρέψει σε ένα θεόρατο πίνακα ζωγραφικής με αερομαχίες και απεικονίσεις των spitfires της Ραφ. Τους χαιρέτισε και κάθισε στο τραπέζι τους, του ήταν αδιανόητο να σκεφτεί να κάτσει αλλού, να τους αφήσει μόνους τους. Σε λίγο «αρίβαραν» και τα υπόλοιπα μέλη της παρέας. Η Παναγιώτα όμως καιγόταν από τις προηγούμενες θωπείες του… κατ’ όνομα εραστή της και ήθελε κι άλλα. Μάλλον ήθελε κάτι πιο… αποτελεσματικό. Το ζήτησε από τον Γιώργο ψιθυριστά, σχεδόν ακουμπώντας στο αφτί του και περίμενε την απάντησή του. Ο Γιώργος ξεροκατάπιε, το μόνο που ήξερε από σεξ, ήταν ότι είχε δει κρυφά από τους γονείς του, ότι μπορούσε να μάθει από τις φιλολογικές και υπερβολικές συζητήσεις με την παλιοπαρέα και ότι μπορούσε να αντιγράψει από τα πορνό περιοδικά που κατά καιρούς είχαν πέσει στα χέρια του. Κι αυτές οι εικόνες με την … ηθική του μαρκαδόρου, δεν ήταν καθόλου κατατοπιστικές ή διδακτικές. Βέβαια στην τσέπη του είχε λεφτά, ικανά να πληρώσει μια ημιδιαμονή σε ένα ξενοδοχείο, ακόμα και ένα ποτό, αλλά ντρεπόταν να πάει. Από την άλλη ίσως ήταν και ευκαιρία για φιγούρα στους φίλους του. Τράβηξε τον «Καλλιτέχνη» στην άκρη και τον ρώτησε που μπορούσε να βρει ένα ξενοδοχείο να πάνε. Ήξερε, αλλά ήθελε με αυτόν τον τρόπο να το διαδώσει ότι θα πήγαιναν για…
Η απάντηση που πήρε ήταν αυτή που περίμενε, αφού μόνο  ένας «γαμιστρώνας» (όπως έλεγαν τα ξενοδοχεία αυτά), υπήρχε στην περιοχή. Το HOTEL ROMA, κανείς δεν ήξερε γιατί το έλεγαν έτσι μεταξύ τους, αφού η επιγραφή του έγραφε «ΑΘΗΝΑ». Χαιρέτισαν όχι και τόσο διακριτικά τους υπόλοιπους και έφυγαν με τον Γιώργο έντρομο για αυτό που έμελλε να ακολουθήσει.
Το ξενοδοχείο ήταν ένα μικρό, αλλά περιποιημένο κτίριο σε ένα ήσυχο δρόμο με ανεπαρκή φωτισμό, κάτι που τον βόλευε. Μπήκαν μέσα και μπροστά στον υπάλληλο υποδοχής, νόμισε πως η καρδιά του θα έσπαγε, τόσο γρήγορα και δυνατά χτυπούσε. Το πρόσωπό του έκαιγε, θα νόμιζε κάποιος ότι είχε πυρετό και η μέση του άρχισε να έχει σπασμούς, σε σημείο να μην μπορεί να κρατηθεί όρθιος, παρά μόνο στηριζόμενος στον πάγκο. Παρακαλούσε τον Θεό μέσα του να μην καταλάβει τίποτα η συνοδός του, αλλά ο ξενοδόχος, να είναι καλά ο άνθρωπος, φέρθηκε με τόση διακριτικότητα, ούτε το βλέμμα δεν γύρισε απάνω του, με χαμηλή φωνή και ευγενικά του έδωσε το κλειδί, πήρε τα λεφτά και γύρισε από την άλλη πλευρά κάνοντας πως είχε δουλειά. «Λες να κατάλαβε κι εκείνος πως είναι η πρώτη μου φορά;», αναρωτήθηκε με ντροπή μεγάλη μέσα του. Ανέβηκε τις μαρμάρινες σκάλες και έπαιρνε ολοένα και περισσότερο θάρρος και αυτοπεποίθηση. Βρέθηκαν μόνοι και άρχισε να την χαϊδεύει, όπου πιο πονηρά μπορούσε να χωρέσει το χέρι του. Όταν έμεινε γυμνή η Παναγιώτα, νόμισε πως ο παράδεισος είχε κατέβει στη γη, νόμισε πως άγγελοι του τραγουδούσαν πάνω από το κεφάλι και όλο το Σύμπαν τον ήθελε ένα γεμάτο δύναμη και αντοχή επιβήτορα. Κι αν η κοπέλα δεν είχε αντιληφθεί από την αρχή ότι ήταν παρθένος, η πολλαπλή συνουσία το έδειχνε αμέσως. Δεν ήξερε αν αυτό που άκουγε μέσα στο κεφάλι του ήταν ο λόγος της ερωμένης του ή η μελωδία του έρωτα. Πάντως αν αυτή ήταν η φωνή, η μουσική του σεξ, ήταν τόσο όμορφη και θελκτική που έγινε αμέσως δούλος της.
Τα μαξιλάρια της πολυθρόνας έπεσαν κάτω καθώς στριφογύρισε προσπαθώντας να ξεπιαστεί. Άνοιξε για λίγο τα μάτια και άκουσε το γουργουρητό του μικρού ζώου. Θέλησε να ξαναγυρίσει στο όνειρο από κει που το είχε αφήσει, αλλά το όνειρο είχε κάνει πια φτερά και μόνο η τελευταία εικόνα του είχε μείνει, μια εικόνα που δεν θα μπορούσε να ενωθεί πάλι με το συναίσθημα. Προσπάθησε πιο πολύ, έσφιξε τα μάτια, ξανάρχισε να αναμασά τις εικόνες από την στιγμή της εισόδου στο ξενοδοχείο, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να εκνευριστεί και να αντιληφθεί ότι αυτό που έφυγε, έφυγε για πάντα. Ο ύπνος δεν θα ήταν μια εύκολη υπόθεση και σηκώθηκε αργά και προσεκτικά, ζέστανε λίγο νερό και έφτιαξε τσάι, μήπως και ηρεμούσε λίγο. Κοίταξε έξω από τις μεγάλες τζαμαρίες και είδε σκοτεινά, θεόρατα βουνά να ξεπροβάλουν από το βάθος της μικρής κοιλάδας. Σαν δόντια γιγάντιου στόματος λες και απειλούσαν τους ουρανούς. Τα φώτα στους δρόμους είχαν ανάψει, έτσι ήταν προγραμματισμένα και έδιναν τόσο βάθος στο δρόμο που σχημάτιζαν ένα λαμπερό φίδι πολλών χιλιομέτρων ή καλύτερα ένα στόλο γρι – γρι να ψαρεύει. Γέλασε στις σκέψεις του και κάθισε να περιμένει το ξημέρωμα, την χαραυγή. Κοίταξε το ρολόι του, έβγαλε τα παπούτσια να νοιώσει πιο άνετα και άρχισε να διαβάζει το περιοδικό με την ημίγυμνη νεγρούλα στο εξώφυλλο. Τα πρώτα εσώρουχα που είδε στις διαφημίσεις και τα κουτσομπολιά γύρω από γνωστές και άγνωστες στάρλετ, τον έκαναν να αηδιάσει και πέταξε το έντυπο στην άκρη της μεγάλης σάλας. Περπάτησε μέχρι τις τουαλέτες και απάλλαξε τον εαυτό του από τα σουβλάκια που με τόση λαιμαργία είχε καταβροχθίσει. Έπαιξε με το χαρτί υγείας κάνοντας κώνους και τριγωνικά σχήματα, άνοιξε την βρύση να την βλέπει να τρέχει και να ακούει τον ήχο του νερού και βυθίστηκε στην μεγάλη του απογοήτευση. Αυτή που ακολουθεί κάθε… σχιζοφρενή. Φοβήθηκε με αυτή την μετάπτωση των συναισθημάτων του και προσπάθησε να πάρει μια βαθιά ανάσα βγαίνοντας έξω στη βεράντα. Ο αέρας όμως δεν τον βοήθησε, ένας αέρας ζεστός και γεμάτος υγρασία. Ακούμπησε στην κουπαστή και αφέθηκε να χαζέψει στην ομορφιά της φύσης. «Αν υπήρχαν και άνθρωποι…», μονολόγησε, αντικρίζοντας την αδύναμη λευκή γραμμή του ήλιου στον ορίζοντα.
Ο «χασομέρης» Παρασκευάς σηκώθηκε ζαβλακωμένος από τον βαθύ του ύπνο, τέντωσε τα μπροστινά πρώτα και μετά τα πίσω πόδια, άνοιξε το στόμα δείχνοντας τους μικρούς του κυνόδοντες και άρχισε να ουρεί παντού ολόγυρα. Γάβγισε (;) με εκείνη την αδύναμη λεπτή φωνούλα που πιότερο θύμιζε γάτα, άφησε εκτός από τα ούρα και όλη την εκκένωση του εντέρου στο πάτωμα και κοίταξε πεινασμένος τον φίλο του. Τώρα ο «μπαμπάς», έπρεπε να πάρει το όπλο του. Και αποδεικνυόταν συνέχεια ότι ήταν καλός μπαμπάς.
Η Τρίπολη, σαν μεγάλο χωριό, φάνηκε μπροστά τους κατά το μεσημέρι. Η απέραντη ερημιά και η ησυχία του τόπου, ήταν τόσο εκκωφαντικά σκληρή, όπως βέβαια ήταν παντού στην επαρχία, που ο Γιώργος ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται. Πήγε στην πλατεία Κολοκοτρώνη, ένα μέρος που πάντα του άρεσε, αντίκρισε το άγαλμα του μεγάλου Έλληνα και έψαξε να βρει τα γνωστά του μέρη. Με την Χαρά είχαν καθίσει σε μια υπόγεια ταβέρνα όπου ίσως από την κούραση, ίσως από την τέχνη του μάγειρα, είχαν απολαύσει ένα καταπληκτικό δείπνο πριν από κάποια χρόνια. Θυμόταν που περίπου ήταν, αλλά όσο κι αν έψαξε, δεν μπόρεσε να την βρει. Ίσως και ο χρόνος που είχε περάσει να είχε αλλοιώσει την εικόνα στο μυαλό του, ίσως πάλι να είχε αλλάξει η χρήση του κτιρίου. Απογοητεύτηκε γιατί θα ζούσε κάποιες καλές στιγμές στην ψυχή του από τις αναμνήσεις. Βήμα το βήμα, βρέθηκε στην κεντρική πλατεία της πόλης, μιας πόλης που μόνο ο καθαρός αέρας και το θρόισμα των φύλλων των δεκάδων δέντρων στα πεζοδρόμια, του θύμιζαν την παλιά του επίσκεψη. Όλα είχαν αλλάξει, όλα ήταν διαφορετικά και απόμακρα από το ύφος της Ελληνικής επαρχίας. Οι καφετέριες πνιγμένες στο κόκκινο, το μαύρο και το νίκελ, έστεκαν παράταιρες απέναντι στα ψηλά βουνά του ορίζοντα και τα πουρνάρια στο κέντρο της πλατείας. Ποτήρια και φλιτζάνια, κανάτες που κάποτε είχαν νερό και εκείνα τα ξενόφερτα φακελάκια με τις διαφόρων χρωμάτων ζάχαρες, ήταν σκορπισμένα στα τραπεζάκια ή πεσμένα στο πλακόστρωτο. Η σκόνη βέβαια είχε συσσωρευτεί πάνω τους, σε πολλές περιπτώσεις πάνω από ένα πόντο και κάθε φορά που το αεράκι τα «χάιδευε», ένα μικρό συννεφάκι σκόνης στροβιλιζόταν από πάνω τους. Με το δάχτυλο έγραψε: «Ήμουν εδώ»
Φάγανε το πρωινό τους, άνθρωπος και σκύλος και αφού το τσιγάρο έκαψε τα δάχτυλά του, ο Γιώργος βάδισε προς το μεγάλο ξενοδοχείο. Εκεί θα έμεναν σήμερα, εκεί θα ξεκουράζονταν, εκεί θα έκαναν τα πλάνα τους για το μετά. Ασυναίσθητα μπήκε σε ένα βιβλιοπωλείο και πήρε ένα βιβλίο με την ιστορία της περιοχής και κάποιους χάρτες όλης της Πελοποννήσου. Απλά ήθελε να ξέρει  πως θα πήγαινε εκεί που ήθελε. Και η αλήθεια είναι πως, πολλά μέρη ήθελε να δει και τώρα ήταν ευκαιρία να τα απολαύσει. Η πρώτη εικόνα που είδε ξεφυλλίζοντας, ήταν αυτή με τα πάμπολλα πλατάνια και το κόκκινο χώμα. «Πλανητέρο» μουρμούρισε ορίζοντας έτσι τον επόμενο στόχο τους και προορισμό τους. Αλλά τώρα προέτρεχε η επίσκεψη και η έρευνα του ξενοδοχείου.

Τετάρτη, 14 Οκτωβρίου 2015


Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9
Κοίταξε καλά το ψαλίδι στο χέρι και χαμογέλασε. Χάιδεψε τα γένια του καθώς ο καθρέφτης μπροστά του, έδειχνε έναν γέρο ή πιο σωστά έναν μεσήλικα να τον … ματιάζει. Πέντε μήνες δεν είχε ακουμπήσει ξυράφι στο πρόσωπο και, αν και δεν τον ένοιαζε η εμφάνιση του, δεν υπήρχε λόγος να τον νοιάζει εξάλλου, ήθελε κάτι να κάνει για τον εαυτό του. δεν υπήρχε η δικαιολογία της φαγούρας, αφού τα γένια είχαν μακρύνει και οι τρίχες είχαν μεγαλώσει, αλλά θυμόταν ότι κάθε φορά που ξυριζόταν παλιά, ένοιωθε κάτι σαν ξεκούραση, σαν ανανέωση. Ο Παρασκευάς έδειχνε πιο ψηλός και καθόταν τώρα στα πίσω πόδια, παρακολουθώντας τον φίλο του να στέκεται τόση ώρα μπροστά σε εκείνο το φωτισμένο καθρέφτη.
Σήκωσε το χέρι και η πρώτη ψαλιδιά, γέμισε τον νιπτήρα μα μια στρώση από τρίχες. Ασυναίσθητα άνοιξε το νερό και προσπάθησε να καθαρίσει. Γέλασε, συνέχισε το ψαλίδισμα, μέχρι που άρχισαν να φαίνονται τα μάγουλα. Από το παράθυρο του μπάνιου, το φως του ήλιου, έμπαινε ζεστό και πολύ φιλικό. Αρχές Ιουνίου και η ζέστη γινόταν ανυπόφορη το μεσημέρι, αν και σε αυτόν τον μήνα, δεν είχε και μεγάλη εμπιστοσύνη.
Του άρεσε το καθαρό (το σχεδόν καθαρό) πρόσωπό του και αποφάσισε να συνεχίσει με το ξύρισμα. Το ξενοδοχείο που σήμερα τον «φιλοξενούσε», είχε όλα τα απαραίτητα γι αυτό. Κάλυψε το πρόσωπο με ένα πυκνό αφρό και περίμενε κάποια λεπτά. Το ζεστό νερό έτρεχε από την βρύση και δεν μπήκε καν στον κόπο να την κλείσει. Επιτέλους αποφάσισε να βάλει το ξυράφι πάνω του. Με το πρώτο τράβηγμα, ένοιωσε σαν να ξεφορτωνόταν κάτι βαρύ, κάτι που τον έπνιγε. Σταμάτησε και έψαξε τα τσιγάρα του. Τα βρήκε πάνω στο μάρμαρο του νιπτήρα και άναψε ένα με σπίρτα και όχι αναπτήρα, για να απολαύσει την μυρουδιά του καμένου σπίρτου. Άκουσε τον τετράποδο φίλο του να γρυλίζει αλλά δεν έδωσε σημασία. Κοίταξε την ξυρισμένη γραμμή στο μάγουλο και έβαλε την παλάμη πάνω της. Του άρεσε η απαλότητα του δέρματος. Έκλεισε τα μάτια και θυμήθηκε την μικρή του Τόνια, πώς τον χάιδευε μετά από κάθε ξύρισμα. Σφίχτηκε η καρδιά του και ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, ένοιωσε τις φλέβες στο λαιμό να πρήζονται και τα μελίγγια του να τον πονάνε. Ήξερε ότι αυτός ο πόνος στο κεφάλι δεν θα πέρναγε και τόσο γρήγορα. Ξύρισε και το υπόλοιπο πρόσωπο και έδειξε τουλάχιστον δέκα χρόνια νεώτερος. Του άρεσε αυτό, του έδωσε αισιοδοξία και λίγο κέφι. Τώρα είχε φύγει από το μυαλό του η Τόνια και οι αναμνήσεις. Ο Παρασκευάς του θύμιζε ότι πεινούσε και επιβεβαίωσε αυτό με την επίθεσή του στο μικρό μπισκοτάκι που βρήκε στο τραπέζι του καθιστικού.
Ο Γιώργος δεν μπορούσε να τον αφήσει άλλο νηστικό και διψασμένο. Φόρεσε ένα μπλουζάκι και κατέβηκε, ακολουθούμενος από τον διαβολάκο, στο ισόγειο, στην κουζίνα. Εκεί βρήκε ψωμί και ζαμπόν, πορτοκαλάδα και καφέ για τον ίδιο και ένα κομμάτι καπνιστού μπέικον για το «μικρόβιό» του. Είχε παρατηρήσει ότι τα τρόφιμα δεν χάλαγαν, μέχρι τώρα τουλάχιστον και το δικαιολόγησε… με την έλλειψη κάθε ζωντανού οργανισμού από τον πλανήτη. «Και οι ιοί, ζωντανοί οργανισμοί είναι… και η μούχλα!», σκέφτηκε με κάποια μελαγχολία.
Στον δρόμο ήταν όλα τα δέντρα ανθισμένα πια και η Συγγρού, έμοιαζε με ένα μακρόστενο κήπο, με τις νεραντζιές και τις μουριές του, γεμάτες με πράσινα φύλλα. «Όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί… εκτός από τα φυτά…», σκέφτηκε, συμπληρώνοντας την προηγούμενη σκέψη του. Άρχισε να προχωράει στο μέσον του δρόμου προς την μεριά της θάλασσας. Όπως πάντα τα αυτιά του ήταν τεντωμένα να εντοπίσει κάποιον θόρυβο. Μάταια πάντως, όπως πολύ καλά περίμενε. Βρήκε ένα αυτοκίνητο, μια μεγάλη μπλε λιμουζίνα, κάθετα στον δρόμο και αποφάσισε να την χρησιμοποιήσει. Ο Παρασκευάς δεν ήθελε δεύτερη λέξη, μόλις του άνοιξε την πόρτα, όρμησε και στρογγυλοκάθισε στην θέση του συνοδηγού.
Σε λίγο, περνώντας ανάμεσα από τα παρατημένα οχήματα σαν να κάνει σλάλομ, σταμάτησε σε μια παραλία με ζεστή από τον ήλιο, άμμο. Η θάλασσα τον καλωσόρισε με την χαρακτηριστική βοή της από τον παφλασμό των κυμάτων. Κάθισε και έκλεισε τα μάτια. Ρούφηξε το ιώδιο και άφησε το διακριτικό αεράκι, να του δροσίσει το πρόσωπο. Τώρα που είχε ξυριστεί, ένοιωθε την αύρα πιο πολύ, την αισθανόταν σαν εκείνο το γυναικείο χάδι, που τόσο του είχε λείψει. Έβαλε τα χέρια στο πρόσωπο και προσποιήθηκε αυτό το χάδι. Δεν του είχε λείψει μόνο αυτό, δεν ήταν μόνο εκείνη η επαφή με το γυναικείο χέρι, αλλά τούτη η φλόγα που βγαίνει από το ερωτευμένο δέρμα της παλάμης, το καυτό και λίγο ιδρωμένο, το τρεμάμενο και διστακτικό. Εκείνο το χάδι της Χαράς του, όταν ακόμα ήταν ένας απλός δεσμός, χωρίς τον γάμο που δολοφονεί με την καθημερινότητά του την ιεροτελεστία της επαφής, την προσμονή και την άκρατη ανάγκη της συντροφιάς. Θυμήθηκε την γνωριμία του με την γυναίκα του. Χαμογέλασε. Έγειρε το κεφάλι πίσω και φαντάστηκε την «Βιολέτα», εκείνο το μικρό μεζεδοπωλείο που ήπιαν το πρώτο τους ουζάκι ή τσίπουρο; Δεν θυμόταν καλά…
Μηρύκασε  τις αναμνήσεις του από κείνα τα χρόνια. Θυμήθηκε το μακροβούτι στην παραλία και το χειροκρότημα που ακολούθησε από τις κοπέλες που κάθονταν στην άμμο. Νέος ήταν, του άρεσε η επίδειξη, καλό το μακροβούτι, … «τσίμπησαν» τα κορίτσια. Σε αυτή την θηλυκοπαρέα βρισκόταν κι εκείνη η ψηλή ξανθιά γαλανομάτα, το όνειρο κάθε άντρα. Δεν πίστεψε ότι θα μπορούσε να κατακτήσει ένα τέτοιο «μανούλι» (όπως έλεγε και ο φίλος του και συμφοιτητής του Μανώλης), γι αυτό και ούτε που πλησίασε την παρέα τους. Σκούπισε τα νερά από τα μαλλιά του και απομακρύνθηκε χωρίς να ρίξει έστω και μια ματιά προς το μέρος των κοριτσιών. Ή νόμιζε ότι δεν είχε ρίξει ούτε μια ματιά. Οι γυναίκες όμως πάντα καταλαβαίνουν, ακόμα κι αυτά που οι άντρες δεν τολμούν να παραδεχτούν. Πήγε στην μικρή ξύλινη καντίνα και παρήγγειλε ένα παγωμένο καφέ. Άναψε τσιγάρο και ξεροκατάπιε όταν είδε την ξανθιά να πλησιάζει. Νόμιζε ότι του είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι και τα χέρια του έτρεμαν ελαφρά.  Είχε ξεχάσει το τσιγάρο και σε λίγο, τίναζε τα δάχτυλα από το κάψιμο. Η ψηλή κοπέλα ακούμπησε στον πάγκο της καντίνας δίπλα του, πολύ κοντά του κι εκείνος ήθελε να κάνει προς τα πίσω, αντίθετα όμως, προσπάθησε να ακουμπήσει πάνω της χωρίς να γίνει προκλητικός και γελοίος. Γύρισε το κεφάλι τάχα αδιάφορα και άφησε το χέρι του να ακουμπήσει το μπράτσο της.
-«Συγγνώμη…», της είπε όσο πιο ευγενικά μπορούσε. Τραβήχτηκε απότομα και επιδεικτικά μακριά της. Προσπαθούσε να μην την κοιτάξει στα μάτια, ήταν πολύ όμορφη και φοβήθηκε μη χάσει τα λόγια του από αμηχανία, ενώ ταυτόχρονα έψαχνε δικαιολογία να της πει κάτι, να προκαλέσει συζήτηση, να την γνωρίσει. Αντ’ αυτού προτίμησε να το βουλώσει και να στραφεί στον καφέ του.
-«Εσύ είσαι αυτός ο μεγάλος κολυμβητής που είδα πριν;», ρώτησε μια μελωδική φωνή, μια καθαρή και σταθερή φωνή. Γύρισε το βλέμμα δεξιά του και τα πιο γαλανά μάτια που είχε δει ποτέ του, τον κοίταγαν γελαστά και διεισδυτικά, ενώ τα κατακόκκινα χείλη της, λες… λες… και έσταζαν αίμα και … γλυκά κεράσι. Ευτυχώς που μπορούσε ν’ απαντήσει με ένα ξερό «ναι» και δεν θα μπέρδευε τα λόγια.
-«Είμαι η Χαρά …», του είπε το ψηλό κορίτσι. Έτεινε το χέρι της σε χαιρετισμό και περίμενε μερικά δευτερόλεπτα μέχρι ν’ ανταποκριθεί ο Γιώργος. Εκείνος, ασυναίσθητα σκούπισε το δικό του και ένοιωσε το ζεστό της δέρμα. Προσπάθησε να βρει την αυτοκυριαρχία του.
-«Χάρηκα… Γιώργος και όσο για καλός κολυμβητής… άστο να πάει…», προσπάθησε να γελάσει. Μέσα στο μυαλό του έψαχνε απεγνωσμένα να βρει κάτι έξυπνο και ωραίο να πει, κάτι κολακευτικό και όχι συνηθισμένο:
-«Είσαι πολύ όμορφη …» ψέλλισε. «Αυτό βρήκα να πω ο βλάκας; Αυτό;», σκέφτηκε απογοητευμένος από τον εαυτό του. Όμως καμιά φορά και τα πιο ασήμαντα πράγματα πιάνουν τόπο. Το κορίτσι γέλασε και έδειξε το γέλιο της να βγαίνει από βαθιά μέσα της και το χειρότερο ήταν ότι τα ολόλευκα δόντια της, την έκαναν ακόμα πιο όμορφη από ότι ήταν. Ο Γιώργος πήρε θάρρος και συνέχισε:
-«Γελάς όμορφα, σου πάει το γέλιο…»
Η κουβέντα συνεχίστηκε για αρκετή ώρα, ο καφές τελείωσε και οι φωνές των άλλων κοριτσιών έκαναν την Χαρά να πρέπει να φύγει. Ήταν Κυψελιώτισσα και τον κάλεσε να πιούν ούζο την Τετάρτη στην Φωκίωνος Νέγρη. Τηλέφωνο δεν του είχε δώσει, αλλά θα τον περίμενε στην «Βιολέτα» κατά τις επτά. Του έκλεισε το μάτι και ακολούθησε τις φίλες της στις βουτιές τους. Εκείνος παρέμεινε στην μικρή καντίνα, όχι γιατί ήθελε να την δει από μακριά, αλλά επειδή τα πόδια του δεν ακολουθούσαν την προσταγή του μυαλού του να φύγει.
Μετά από δέκα λεπτά η καφεΐνη άρχισε να ρέει στις φλέβες του, σε αρμονική συντροφιά με την νικοτίνη. Το συνηθισμένο εκρηκτικό μίγμα ξύπνησε επιτέλους τους μυς του, βοηθώντας τον να περπατήσει προς το μέρος που είχε τα ρούχα του και απερίσπαστος από τα γύρω του, να ρουφήξει τις τελευταίες εικόνες της ξανθιάς κοπέλας αλλά και τις τελευταίες ακτίνες του πορτοκαλίζοντος ήλιου. Χαμογέλασε κι ένα αίσθημα ευεξίας και πληρότητας τον κατέλαβε μονομιάς. Γύρισε το βλέμμα στους τελευταίους λουόμενους και άρχισε να τους χαζεύει και να μεταφέρεται νοητά στην επόμενη Τετάρτη και στην «Βιολέτα». Το πλαστικό κύπελλο στο χέρι, περιείχε μια τελευταία γουλιά που την ήπιε κάνοντας το καλαμάκι να αντηχήσει εκείνον τον αποκρουστικό συρτό ήχο. Κάθισε αναπαυτικότερα στην άμμο. Η κίνηση στην παραλία, ανθρώπων που έπαιρναν τον δρόμο της επιστροφής, αυξανόταν διαρκώς κι εκείνος αφέθηκε στο κυνήγι προσώπων. Παρατηρούσε σχολαστικά κάθε τους μορφασμό, επιζητώντας να εισβάλλει λαθραία στις σκέψεις τους και η προσωπική του βάση δεδομένων γέμιζε διαρκώς με νέο πολύχρωμο περιεχόμενο. Η παραλία μπροστά του ήταν στολισμένη από παράξενες γυναίκες όλων σχεδόν των φυλών. Είχε μεγάλη αδυναμία στις όμορφες και προσεγμένες γυναίκες όσο κι αν δεν του φαινόταν αυτό, λόγω της δειλίας του απέναντί τους. Θεωρούσε πραγματικό θηλυκό, όποια ήξερε με μαεστρία ν’ αναδεικνύει τα δυνατά σημεία που της χάρισε η φύση. Τοποθετούσε ιεραρχικά το στυλ πιο ψηλά από τα γονίδια. Η τελευταία πινελιά στο βάψιμο, το περιττό αξεσουάρ, η όρθια στάση του στήθους, το σεμνό αλλά αγέρωχο βλέμμα, οι απαλές κινήσεις, το τουρλωτό περπάτημα, το σταύρωμα των ποδιών ακόμα και σε όρθια στάση, ήταν οι απλές λεπτομέρειες που ξεχώριζαν.
Πίστευε ακράδαντα πως οι αληθινές γυναίκες είναι εκπληκτικές ηθοποιοί. Οι ατέλειωτες ώρες πρόβας μπροστά στο ανδρικό κοινό από τα χρόνια της πρώιμης εφηβείας, τις εκτοξεύουν σε επίπεδα ύψιστης υποκριτικής. Θεωρούσε πάντα τον έρωτα σαν μια θεατρική σκηνή, όπου οι γυναίκες ζουν την κάθε τους μέρα σαν πρεμιέρα. Γυναίκα, έλεγε, είναι εκείνη που δεν κοιτάζει ποτέ έναν άντρα, έναν άγνωστο άντρα – θεατή στα μάτια. Αφήνει να κυλήσει ικανό διάστημα, μέχρις ότου εκείνος προσηλωθεί πάνω της επίμονα και διεκδικητικά. Επιλέγει από ένστικτο, σαν κόμπρα, τη στιγμή που θα του ρίξει μία και μοναδική θανατηφόρα ματιά, λίγο πριν αποχωρήσει απ’ το σκηνικό. Ο άνδρας έχοντας περάσει την βασανιστική δοκιμασία της αδιαφορίας, νιώθει το ακαριαίο κοίταγμά της να καρφώνεται σαν κεντρί στην καρδιά του. αποχωρώντας αυτοκρατορικά, έχει ήδη θέσει τους κανόνες της. Εκείνη βασίλισσα στον θρόνο, εκείνος πιστός ιππότης αφιερωμένος στη γοητεία της. Το παιχνίδι συνεχίζεται με απανωτές πολλαπλές δοκιμασίες, μέχρι ν’ αποφασίσει εκείνη να δώσει το οριστικό τέλος. Αρνητικό για το πλήθος των θαυμαστών, θετικό για τον έναν και μοναδικό κατακτητή του απόρθητου κάστρου της. Η πραγματική γυναίκα πριν ταχθεί στο πλευρό του «άρχοντά» της, είναι πεπεισμένη ότι κάνει την ορθότερη επιλογή και δεν αλλάζει γνώμη σχεδόν ποτέ.
Η σιλουέτα της Χαράς, έλαμπε ακόμα μέσα στο μυαλό του, το περπάτημα εκείνο που σήκωνε την εύθραυστη μέση ψηλά, οι αστράγαλοι με το μικρό αλυσιδάκι που παιχνιδιάρικα την πήραν μακριά του. Μέχρι την Τετάρτη… την Τετάρτη που του φαινόταν τόσο απόμακρη… τόσο βασανιστικά στο βάθος του χρόνου. Αλλά όταν επιτέλους ήρθε αυτή η μέρα, ο γάμος τους απείχε μόνο ένα χρόνο, όσο δηλαδή τους καθυστέρησαν τα τυπικά!
Κοίταξε τον Παρασκευά που πάλι τσακωνόταν με ένα κλαδί στην άμμο. Του πέταξε ένα μικρό πετραδάκι και τον φώναξε, μόνο που το ζώο, έδειχνε να τον αγνοεί παντελώς. Χαμογέλασε και έμεινε να «χαζεύει» την παραλία και τα κύματα. Μπορεί η Χαρά να ερχόταν πάλι και να του έπιανε κουβέντα, να της ακούμπαγε ξανά το χέρι … να την δει άλλη μια φορά. Όμως η άδεια παραλία θα τον μελαγχολούσε και πάλι. Σηκώθηκε και πλησίασε την θάλασσα μέχρι που τα πόδια του βούλιαξαν στην βρεγμένη άμμο. Έβγαλε την ζώνη με το όπλο από την μέση του, τα παπούτσια και τις κάλτσες και βούτηξε φορώντας τα υπόλοιπα ρούχα του. Μέσα στο νερό έβλεπε θολά τον βυθό και του φάνηκε ελκυστικός με την θελκτικότητα που έπλεκε η τρέλα. Θέλησε να μείνει εκεί, με τα κελύφη από τα κοχύλια και τους πράσινους βράχους. Τα μικρά ποδαράκια που έβλεπε στην επιφάνεια του νερού, να χτυπούν την θάλασσα με τόσο αστείο τρόπο, τον έκαναν να συνέλθει. Ανέβηκε και είδε τον διαβολάκο του να τον έχει ακολουθήσει μέσα στα κύματα. Τον έπιασε από την μέση: «Μικρέ μου, δεν θα σε αφήσω…», του είπε βγάζοντάς τον έξω στα ρηχά. Εκείνος τον έγλυφε με την μικρή του γλώσσα, όπου μπορούσε και όπου έφτανε. Μέχρι που εκείνος ο πόνος, ο φριχτός αυτός, του τράνταξε τα στήθια. Γονάτισε στην άκρη της παραλίας προσπαθώντας να σφίξει το κεφάλι με τα χέρια, όταν η ακαταλαβίστικη φωνή ακούστηκε πάλι. Έπεσε στο πλάι και ένοιωσε κάτι σαν ηλεκτρισμό να τον διαπερνά. Είχε αρχίσει ν’ ανησυχεί με αυτά τα συχνά περιστατικά, αλλά τώρα έπρεπε να ξεκουραστεί. Ξάπλωσε στη βρεγμένη άμμο και προσπάθησε να προστατευτεί από τα νερά που πέταγε ο Παρασκευάς σαν στέγνωνε το κορμάκι του.

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2015


Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8
Δυό μέρες είχαν περάσει που ο Γιώργος δεν είχε ξεμυτίσει από το σπίτι. Η πιο μακρινή του βόλτα, ήταν όταν επισκέφτηκε τα υπόλοιπα διαμερίσματα, παραβιάζοντας σαν κανονικός διαρρήκτης τις πόρτες τους και ενεργώντας σαν εξερευνητής. Δεν ήξερε τι έψαχνε, αλλά η τάση αυτή του ερχόταν αυθόρμητα. Ο μικρός Παρασκευάς, έδειχνε ολοένα και καλύτερα, προσπαθούσε και τα κατάφερνε να στέκεται όρθιος στα πόδια του, αν και μερικές φορές του ήταν αρκετά κουραστικό, καθόταν στα πίσω πόδια και είχε ανασηκώσει την ουρά του. Το πρόβλημα βέβαια με τις αφοδεύσεις του, είχε αρχίσει να γίνεται βασανιστικό, αλλά ποιος θα έμενε για πολύ σε αυτό το σπίτι;
Σήμερα, αν δεν έκανε λάθος πρέπει να ήταν Σάββατο (όχι ότι είχε καμιά σημασία αυτό), θα πήγαινε σε μια μεγάλη γύρα της πόλης, παρέα φυσικά με τον Παρασκευά. Άνοιξε το ραδιόφωνο, ένα μικρό τρανζίστορ που βρήκε στο παράθυρο της κουζίνας και προσπάθησε να βρει κάτι. Πάντα ήλπιζε να ακούσει ανθρώπινη φωνή. Όμως το μόνο που ακουγόταν ήταν αυτά τα γνωστά παράσιτα, τον ήχο από τον θόρυβο του Μπιγκ Μπάγκ. Χαμογέλασε και έριξε μια ματιά προς το μικρό πλασματάκι, που τώρα στεκόταν στα πόδια του και προσπαθούσε να νικήσει ένα μαξιλάρι, με δαγκώματα και τινάγματα του κεφαλιού. Και η μάχη πρέπει να ήταν άγρια, αφού κάθε τόσο ακουγόταν κι ένα αδύναμο γαύγισμα. Κάθισε στην καρέκλα με ένα φλιτζάνι καφέ στο χέρι και άναψε τσιγάρο. Από την ώρα που βρήκε σύντροφο, αυτόν τον μικρό τετράποδο διαβολάκο, γέμισε με ελπίδα και η αισιοδοξία ξαναγύρισε στη καρδιά του. Έτριψε το πονεμένο του πλευρό και τράβηξε μια γερή γουλιά από τον καφέ του. Κάηκε και αναπήδησε στο κάθισμα. Το μάτι του έπεσε στο μικρό παράθυρο. Έξω το χιόνι είχε σταματήσει κι ένας λαμπρός ήλιος είχε κάνει την εμφάνιση του, προσπαθώντας να ζεστάνει τον αέρα. Από το χιόνι τόσων ημερών ο δρόμος είχε εξαφανιστεί, είχε γίνει ένα με το πεζοδρόμιο και γυάλιζε σαν καθρέφτης. Θα περπατούσε όσο πιο πολύ μπορούσε, θα άνοιγε με τον δικό του ξεχωριστό και άκρως άγαρμπο τρόπο, όσα καταστήματα γούσταρε και όποιο διαμέρισμα ήθελε. Περίεργο άτομο καθώς ήταν, θα εξερευνούσε κάθε σπιθαμή της πόλης που θα του προκαλούσε ενδιαφέρον. Μέχρι τώρα, δεν είχε ανακαλύψει κάτι το περίεργο ή κάτι που δεν ήξερε ή φανταζόταν, με μια μικρή μόνο εξαίρεση, εκείνες οι χαρτοπαικτικές ή ότι άλλο ήταν, λέσχες στο κέντρο. Εκείνα τα υπόγεια τα φανταζόταν, αλλά δεν είχε ποτέ του τέτοια εμπειρία. Ξανάβαλε το χέρι στα πλευρά του, τώρα τον πονούσαν λιγότερο και προσπάθησε να πάρει αργά, μια βαθιά ανάσα. Με χαρά είδε ότι στην ανάσα δεν πονούσε και τόσο. Η σκέψη του πήγε σε άλλα πράγματα. Αφού βρήκε το μικρό Μπίγκλ, σίγουρα θα υπήρχαν και άλλα έμβια όντα κάπου. Ίσως και άνθρωποι…
Έφερε στο μυαλό την εικόνα της οικογένειας του, τα παιδιά του, την Χαρά αλλά παράξενο πως και την … γιαγιά Τόνια. Άρχισαν να του λείπουν τα ουζάκια της και οι πολιτικοί τσακωμοί τους. Κούνησε το κεφάλι σαν να συμφωνούσε με την σκέψη του και αποφάσισε να ψάξει για μια κουβέρτα να προστατέψει τον μόνιμα μαξιλαρομαχόμενο Παρασκευά του. Στο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, βρήκε μια δέστρα μωρού, απ’ αυτές που φορούν συνήθως οι άντρες όταν ήθελαν να κάνουν επίδειξη των μωρών τους κι αποφάσισε να την χρησιμοποιήσει. Το ζωντανό βέβαια δεν την δέχτηκε και με μεγάλη χαρά, αλλά στο τέλος υποτάχτηκε στην μοίρα του και βρέθηκε να κοιτά τον δρόμο, από το ύψος του στήθους του αφεντικού του.
Το χιόνι είχε κλείσει σχεδόν όλους τους δρόμους, όπου κι αν έριχνε την ματιά του, άσφαλτος δεν υπήρχε, αλλά ο ήλιος έδινε ελπίδες με την ζέστη του. Προσπάθησε να περπατήσει  κρατώντας την ισορροπία του από τα φανάρια και τους στύλους των πινακίδων των καταστημάτων. Τώρα είχε ευθύνη και απέναντι στο μουτράκι εκείνο που πρόβαλε φοβισμένο από την δέστρα του στήθους. Δηλαδή, στην αρχή ήταν φοβισμένο, μετά περίεργο και στο τέλος ανυπόμονο. Κατέβηκε όλη την Ιπποκράτους με τα πόδια και έφτασε στην Ακαδημίας προσπαθώντας να αποφασίσει προς τα πού να πάει. «Άντε μικρό μου και μόλις ανοίξει ο καιρός, θα πάμε μακρινό ταξίδι, αν έχω μέχρι τότε κατορθώσει να οδηγώ καλά βέβαια», είπε στο μικρό πλασματάκι που γύρναγε το κεφάλι στο πλάι λες και καταλάβαινε. Ο ήχος που ακούστηκε, τον έκανε να γυρίσει απότομα το κεφάλι και τον πόνεσε το σβέρκο, αλλά και τα πιασμένα του πλευρά. Κάτι μεταλλικό στο βάθος του δρόμου, κάτι απότομο και κοφτό. Μετά την ανεύρεση του Παρασκευά, πάντα ήλπιζε ότι θα έβρισκε και κάποιον άνθρωπο. Τάχυνε όσο μπορούσε το βήμα του, κρατήθηκε από την κολώνα ενός φαρμακείου να μην πέσει για να ανακαλύψει ότι ο θόρυβος προερχόταν από μια μικρή στέγη ενός κιοσκιού με εφημερίδες που μην αντέχοντας το βάρος του χιονιού, είχε καταρρεύσει στο πεζοδρόμιο. Γέλασε αμήχανα και από συνήθεια κοίταξε γύρω του μην είχε γίνει ρεζίλι. Αλλά ρεζίλι, σε ποιόν; Αυτή η σκέψη τον έκανε να γελάσει πιο δυνατά και χάιδεψε τα μεγάλα αυτιά του συντρόφου του. «Έχει τα καλά της και η μοναξιά…» σκέφτηκε.
Αποφάσισε να πάει τελικά προς τα Εξάρχεια, ένα μέρος που πάντα του άρεσε και τον τραβούσε. Ξαναπήρε τον ανηφορικό δρόμο, αλλά τώρα ανέβαινε την παράλληλη Ασκληπιού. Ποτέ δεν ήθελε να παίρνει τον ίδιο δρόμο δυό φορές. Η πλατεία ήταν ολόλευκη και τα παρατημένα καθίσματα και τραπεζάκια, είχαν «μαζέψει» πάνω από πέντε πόντους χιόνι. Γέλασε όταν είδε ποτήρια με καφέ και πάγο, έτοιμα για … κατανάλωση.
Κάθισε στο εσωτερικό της καφετέριας που συνήθιζε να πηγαίνει παλιά. Άφησε τον Παρασκευά ελεύθερο να τριγυρίζει πάνω στην παχιά μοκέτα και να περιεργάζεται με μανία τα έπιπλα και τις γωνίες με την μύτη και τα μπροστινά του πόδια. Δεν παρέλειπε βέβαια να αφήνει και μικρές σταγόνες από την παρουσία του τριγύρω, σε κάθε σημείο που μπορούσε κανείς να φανταστεί. Όρμησε σε ένα τραπεζάκι και προσπαθούσε να πηδήξει, να πιάσει εκείνο το παρατημένο τοστ, που η μυρουδιά του ζαμπόν τον είχε τρελάνει. Ο Γιώργος πήγε μέσα από την μπάρα και έφτιαξε ένα καφέ παγωμένο. Άναψε τσιγάρο και προσπάθησε να τον απολαύσει, διασκεδάζοντας με τα καμώματα του μικρού του «φίλου». Η φωνή μέσα στο κεφάλι του, τον τάραξε για άλλη μια φορά, αλλά πάλι δεν κατάλαβε τα λόγια που νόμιζε ότι άκουγε. Η ζέστη μέσα στο μαγαζί τον έκανε να χαλαρώσει και άπλωσε τα πόδια πάνω σε μια καρέκλα που τράβηξε σιμά του. «Αυτό είναι ζωή…», σκέφτηκε ρουφώντας το τσιγαράκι του. Γέλασε σαν ο Παρασκευάς στην προσπάθειά του να πιάσει εκείνο το τοστ, πήρε μια μεγαλόπρεπη τούμπα και έσκασε με το κεφάλι στο πάτωμα. Σηκώθηκε αστραπιαία, γρύλισε λίγο σαν να έκλαιγε και όρμησε πάλι στο τραπεζάκι, ανεβαίνοντας με κόπο στην πιο κοντινή καρέκλα. «Πρέπει να είναι περίπου δυό μηνών…», συλλογίστηκε, μαντεύοντας, αφού οι γνώσεις του για τα σκυλιά ήταν πολύ φτωχές. Σε λίγο ο μικρός ζωηρός διαβολάκος, πήγε κοντά του και έκατσε στα πίσω του πόδια και τον κοίταγε σαν να τον παρακαλούσε. Σηκώθηκε και τον χάιδεψε τρυφερά στο κεφάλι, πήγε έπιασε το τοστ και το σήκωσε ψηλά, σε σημείο  όμως που να μπορούσε με ένα πήδημα το σκυλί, να το πιάσει. Εκείνο κούνησε την ουρά του με τόση δύναμη που κουνιόταν και το πίσω μέρος του σώματος, έδωσε ένα σάλτο και άρπαξε  τον νόστιμο μεζέ. Αδιαφόρησε για το «αφεντικό» του και έπεσε με τα μούτρα στο ζαμπόν και το τυρί. Ούτε ματιά δεν έριξε ολόγυρα, όλη του η έννοια ήταν εκείνο το θεσπέσιο τοστ.
Η ώρα είχε περάσει και ο ήλιος μεσουράνησε, η «φωτιά» του είχε λιώσει κάποια λίγα χιόνια και τώρα νερό έτρεχε από τα πεζοδρόμια, κάνοντας την στρογγυλή πλατεία με τους πράσινους φανοστάτες της, ένα μικρό βάλτο. Άντρας και σκυλάκι, ξαναπήραν τους δρόμους. Ο ένας μπροστά και το άλλο πίσω του να κοιτάζει όλα αυτά τα παράξενα που πρωτοέβλεπε. Ο Γιώργος επίτηδες το άφησε να περπατήσει για λίγο μέχρι που το είδε να σηκώνει ψηλά τα πόδια του, σε αφύσικο περπάτημα, δείγμα ότι είχε αρχίσει να κρυώνει. Η πάνινη θήκη στο στήθος του φίλου του, πρόσφερε ξανά την ζεστασιά του και φυσικά καλύτερη θέα του κόσμου. Στριφογύριζε το κεφάλι τόσο γρήγορα που τα μεγάλα αυτιά πέταγαν στον αέρα σαν μικρού αεροπλάνου, μετά πιο αργά και στο τέλος εκείνη η γλυκιά νύστα τον έκανε να ησυχάσει.
Όπου υπήρχε ήλιος το κρύο ήταν ανεκτό, μέχρι  που ίδρωνε. Όπου όμως σκιαζόταν το μέρος ο Γιώργος τουρτούριζε και συνέχεια ανησυχούσε για τον μικρό διαβολάκο του. Βρήκε ένα κατάστημα που πουλούσε είδη για κατοικίδια και έψαξε κάτι για την προστασία από το κρύο. Ένα κόκκινο σκυλοπαλτουδάκι στο πάνω ράφι, ήταν στα μέτρα του Παρασκευά. Το πήρε και άρχισε μια σωστή μάχη με το ζώο για να του το φορέσει. Δαγκώματα και νυχιές, τινάγματα και στριφογυρίσματα στον αέρα ήταν η αναμενόμενη άμυνα. Όμως στο τέλος η επιμονή του ανθρώπου υπερίσχυσε και ένα πανέμορφο ζωάκι, απορημένο και κουρασμένο από τον προηγούμενο πόλεμο, περπατούσε τώρα δίπλα του, σταματώντας κάθε λίγο να ξυστεί. «Κουκλί μου εσύ!», του φώναξε και γέλασε. «Κουκλάκι ζωγραφιστό είσαι μικρόβιο…», συνέχισε και περίμενε λες και θα του απαντούσε. Βγήκαν στον δρόμο και βήμα το βήμα, χαζεύοντας την απόλυτα δική τους  πόλη, έφτασαν στην φαρδιά  λεωφόρο. Βρήκε ένα μεγάλο αυτοκίνητο και τον έπιασε η επιθυμία να οδηγήσει. Πως αλλιώς θα μάθαινε εξάλλου; Μπήκε και κάθισε πίσω από το τιμόνι, έβαλε τον φίλο του ασυναίσθητα στο πίσω κάθισμα και ξεκίνησε σπινάροντας τους πίσω τροχούς. Τα αυτοκίνητο γλίστρησε πάνω στον πάγο και το χιόνι, όμως ψύχραιμα το επανέφερε και τράβηξε το πόδι του από το γκάζι. Μούγκρισε για λίγο το όχημα, είχε κάνει λάθος με τις ταχύτητες και  αφέθηκε σε μια διαδρομή πολύ πιο ήρεμη απ’ αυτή που είχε ονειρευτεί ο οδηγός του. Άργησε αρκετά να φτάσει στον Χολαργό, ξανά στο σπίτι του, αλλά τι σημασία είχε τώρα πια η ώρα; Το σχολείο των παιδιών εξακολουθούσε να είναι έρημο και σιωπηλό, το χιόνι δεν είχε κανένα ίχνος  ανθρώπου πάνω του και δεν έκανε τον κόπο ούτε να ρίξει δεύτερη ματιά. Έφτασε στο σπίτι και άφησε τον Παρασκευά να μπει πρώτος στο διαμέρισμα, λες και ήθελε να κάνει έκπληξη στα παιδιά του, που πολύ καιρό λαχταρούσαν ένα κουταβάκι. Κι εκείνο, μπήκε, έριξε πίσω μια ματιά στο αφεντικό του σαν να ζητούσε άδεια, όρμησε κατευθείαν στην κουζίνα, (είχε ξεχάσει το σαλάμι έξω από το ψυγείο όταν είχα φύγει) και κατούρησε όπου βρήκε, χωρίς ο Γιώργος να του κάνει παρατήρηση, αφού δεν είχε καμιά σημασία πια. Το έρημο σπίτι του έφερνε αναμνήσεις και ένιωσε ένα κόμπο στο λαιμό. Πήγε στο δωμάτιο των κοριτσιών του και στάθηκε μπροστά στα δυό κρεβάτια που ακόμα (νόμιζε ότι…) μύριζαν την μυρουδιά τους. Άπλωσε το χέρι και πήρε ένα μάτσο φωτογραφίες από το δεύτερο ράφι, δίπλα στην μεγάλη ντουλάπα. Τις χάιδεψε και σκούπισε κάποιο δάκρυ που έφυγε από τις κόγχες των ματιών του. Η Τόνια του ήταν σαν να τον κοίταγε κατευθείαν στα μάτια, ενώ η μικρή του Μαίρη… «ναι…», σκέφτηκε χαμογελώντας, «… η Μαίρη μου μοιάζει απίστευτα στον Παρασκευά, μόνο τα δικά της την νοιάζουν…», πρόσεξε να μην πει «την ένοιαζαν», και κάθισε πάνω στα στρωσίδια. Ο μικρός διαβολάκος πρέπει να μασουλούσε το σαλάμι, γιατί κάθε τόσο ακούγονταν από την μεριά της κουζίνας γρυλίσματα και αγκομαχητά από προσπάθειες.
Μπήκε στην μεγάλη κρεβατοκάμαρα και αντίκρισε το διπλό  κρεβάτι με τα σεντόνια και τις κουβέρτες αναστατωμένες, όπως τα είχε αφήσει. Κάτι τον έπιασε και θέλησε να ξεκουραστεί για λίγο. Ξάπλωσε και έτσι ξαπλωμένος, άναψε τσιγάρο κοιτώντας το ταβάνι, όπως τόσες φορές το είχε κάνει στο παρελθόν. Ο καπνός ανέβαινε ίσια πάνω, λίγο γαλαζωπός, λίγο γκρίζος για να διαλυθεί λίγα μέτρα μακριά από την καύτρα.  Ο Παρασκευάς εξακολουθούσε να κάνει θόρυβο και νόμιζε, του ήρθε δηλαδή στο μυαλό μια εικόνα της παλιάς κατάστασης, τότε που η Χαρά ετοίμαζε πρωινό με τον καφέ αχνίζοντας να του «παίρνει» την μύτη. Αφέθηκε σε ένα κλάμα με λυγμούς, με τραντάγματα αδυσώπητα σκληρό. Ένιωσε αφόρητο πόνο στο στήθος και παρακάλεσε τον Θεό, για ένα έμφραγμα. Δεν το εννοούσε βέβαια, αλλά τον είχε τυλίξει η απελπισία πια. Πέταξε το τσιγάρο πάνω στο χαλί του υπνοδωματίου κι άκουσε το τσίριγμα από το κάψιμο του χαλιού. Ένοιωθε μόνος και προδομένος. Προδομένος; Ναι, έτσι είχε μέσα του αυτήν την … έλλειψη. Ούτε καν σκούπισε τα δάκρυα που τώρα κυλούσαν ασταμάτητα από τα μάτια και είχαν μουσκέψει το μαξιλάρι. Μόνο σκεφτόταν και σκεφτόταν, μέχρι που εκείνος ο πόνος, σαν κάψιμο αυτή τη φορά, επανήλθε στο στήθος του με πολύ μεγάλη ένταση. Πήρε βαθιά ανάσα και την κράτησε, σε μια προσπάθεια να τον ηρεμίσει. Μετά από λίγο, όλα, σωματικά τουλάχιστον, ήταν καλά. Στην πόρτα του δωματίου, φάνηκαν τα δυό μεγάλα κανελί αυτιά να πετάγονται δεξιά και αριστερά, σε μια προσπάθεια να ισορροπήσουν το μικρό σώμα του λιχουδιάρικου τετράποδου. Ο Παρασκευάς μπήκε με φόρα στο δωμάτιο και αν δεν ήταν το χαλί, σίγουρα θα είχε γλιστρήσει , με απρόβλεπτα αποτελέσματα. Πλησίασε τον Γιώργο και του έδωσε αυτό που κρατούσε στο μικρό του στόμα. Ένα σαλάμι ολόκληρο, μισομασουλημένο, που το δίχτυ του είχε γίνει εφιάλτης και βάσανο. Ζητούσε βοήθεια και μάλιστα την ζητούσε την καταλληλότερη στιγμή. Ο άντρας δεν μπορούσε παρά να ξεχάσει τα όνειρα και να χαμογελάσει σε αυτήν την αστεία απαίτηση του «μικρόβιού» του. Καθάρισε το κρέας και το έδωσε, τον χάιδεψε κάτι που το ζωντανό ούτε το κατάλαβε και σηκώθηκε να κάνει ένα μπάνιο. «Να είσαι καλά μικρέ μου διαβολάκο, να είσαι καλά … σύντροφε», είπε καθώς απομακρυνόταν.
Ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από το βουνό του Αιγάλεω και η νύχτα ξάστερη, αλαζονικά, επιδείκνυε τα μυριάδες άστρα της και την μυστικότητά της. Ο αέρας είχε γίνει πολύ κρύος, σχεδόν παγωμένος, αναγκάζοντας τον Γιώργο να κλειστεί κυριολεκτικά μέσα στο σπίτι. Το γνωστό πρόβλημα με την μπαλκονόπορτα που δεν έκλεινε αρκετά καλά, ήξερε να το τακτοποιεί, εξάλλου τόσα χρόνια είχε μείνει σε αυτό το σπίτι και αγκαλιάζοντας τον μικρό του φίλο, αποφάσισε να απολαύσει την άνεση της αγαπημένης του πολυθρόνας. Άνοιξε το χαζοκούτι και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε ούτε ίχνος εικόνας. Πήρε ένα βιβλίο από την αρκετά μεγάλη βιβλιοθήκη και προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Δεν το είχε διαλέξει, τυχαία το έπιασε και τον ξάφνιασε ο τίτλος: «Η μυστηριώδης νήσος» του Ιούλιου Βερν. Το θυμήθηκε, το είχε διαβάσει μικρός και τον είχε συνεπάρει η πλοκή. Έτσι αποφάσισε να το ξαναδιαβάσει. Η ιστορία έμοιαζε με την δική του, αφού αναφερόταν σε πέντε άντρες που είχαν ναυαγήσει σε ένα έρημο νησί του Ειρηνικού. Κάπως σαν και τον ίδιο δηλαδή, χωρίς έναν άνθρωπο τριγύρω, χωρίς μια υποστήριξη έξω από αυτά που προσέφερε η φύση και γεννούσε το ανθρώπινο μυαλό. Το ξεφύλλισε και οι ασπρόμαυρες εικόνες, εκείνες οι χαρακτηριστικές εικόνες με τις πολλές γραμμές, του έφεραν παράξενα συναισθήματα, όχι στο νου, αλλά στην ψυχή του. Ένας κόμπος ανέβηκε στον λαιμό του, ένα τίναγμα της μνήμης ήταν ικανό να τον αφήσει ακίνητο για αρκετή ώρα, απλώς χαϊδεύοντας το κοιμισμένο πια στους μηρούς του Παρασκευά. Άνοιξε το βιβλίο από την πρώτη σελίδα και άρχισε να μεταφέρεται σιγά σιγά σε εκείνο το νησί, να συναντάει τον Κύρο Σμιθ, τον Γεδεών Σπίλετ, τον ναυτικό Πένκροφτ, τον Ναμπ και τον Χάρμπερτ Μπράουν, αλλά και τον πλοίαρχο Νέμο. Ξανάμαθε πως άναβαν φωτιά από το τίποτα, πως έφτιαξαν γυαλί από το χώμα και τόσα άλλα πράγματα, που για την εποχή που γράφτηκε, ήταν τόσο πρωτοπόρα και … με μεγάλη φαντασία. Σκεπάστηκε με μια κουβέρτα, χαμογέλασε με το χλιαρό ροχαλητό του «φίλου» του και συνέχισε το διάβασμα. Οι ακτίνες του πρωινού ήλιου, τον ενόχλησαν και κοίταξε έξω από το τζάμι της μπαλκονόπορτας. Είχε ξημερώσει χωρίς να το καταλάβει και ο διαβολάκος δεν είχε ανοίξει τα μάτια του, ούτε στιγμή. Όπως έπεσε κουλουριασμένος, έτσι ήταν και τώρα. Ο Γιώργος κατάλαβε ότι τα πόδια του είχαν πιαστεί, από τις τόσες ώρες ακινησίας και θέλησε να τα τρίψει, αλλά φοβόταν, λυπόταν πιο σωστά να ξυπνήσει τον Παρασκευά του. Καταλάβαινε ότι έκανε λάθος που δεν είχε κοιμηθεί, γιατί και να ήθελε τώρα, αν ξυπνούσε το «μικρόβιο», θα ήταν πολύ δύσκολο. Έκλεισε τα μάτια και αποφάσισε να ξεκουραστεί για λίγο, όσο προλάβαινε.
Στάθηκε τυχερός αφού πέρασε κάπου μισή ώρα, πριν αισθανθεί την ζεστή γλωσσούλα να του γλύφει την μύτη και τα γένια στα μάγουλα. Γένια; Συνειδητοποίησε ότι τα γένια του είχαν μακρύνει αρκετά, αλλά δεν του γεννήθηκε καμιά επιθυμία να ξυριστεί. Δεν έβρισκε τον λόγο άλλωστε. Ίσως λίγο για την φαγούρα κάτω από το πηγούνι. Η μικρή μουσούδα με την γυαλιστερή και υγρή μύτη, είχε κολλήσει στο πρόσωπό του και τα μελαγχολικά μάτια, τον διαπερνούσαν με το αθώο τους βλέμμα. Βρήκε δύναμη να σηκωθεί μα πιο πολύ ν’ απαγκιστρωθεί από κείνα τα ματάκια. Το νερό στο πρόσωπο, κρύο και κρυστάλλινο τον έκανε να νιώσει καλύτερα και να καταπολεμήσει την νύστα του. Παρατήρησε τις μαύρες σακούλες κάτω από τα μάτια και τις ρυτίδες στο πλάι. Με τα δάχτυλα τράβηξε το δέρμα να τις ισιώσει και όπως και με το χτένισμα δεν βρήκε λόγο ν’ αρέσει, αφού κανείς δεν θα υπήρχε να τον δει. Αγκάλιασε τον μικρό του φίλο και κατέβηκε στο βρεγμένο πεζοδρόμιο, έτοιμος για την εξερεύνηση που τόσο καιρό ονειρευόταν.
«Άντε μπέμπη … πάμε να βγάλουμε το … ψωμί μας τώρα» και γέλασε τρίβοντας τα χέρια να τα ζεστάνει.