Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13
Μπορούσε να νοιώσει το κρύο άγγιγμα του αέρα στο σβέρκο, τον ενοχλούσε αλλά δεν μπορούσε να κουνηθεί λες και είχε παραλύσει ολόκληρο το σώμα. Το μόνο που μπορούσε ήταν να παρακολουθεί χωρίς μιλιά και με τα μάτια κλειστά – προσπάθησε πολλές φορές να τα ανοίξει – ότι γινόταν γύρω του. Άκουσε, (η ακοή λειτουργούσε ακόμη και τον χαροποίησε!), την ανάσα του Παρασκευά, τον φαντάστηκε να κάθεται στα πίσω πόδια του με την γλώσσα να κρέμεται από το στόμα, τον αέρα που φυσομανούσε και όλα τα καθίσματα που άλλαζαν θέση ή έπεφταν με μεγάλο κρότο. Τον ενόχλησαν κάποια φύλλα που ο αέρας «κόλλησε» στο αυτί και το μάγουλό του, αλλά υποτάχτηκε στην προσωρινή (ήλπιζε!) αναπηρία του. Ήθελε να φωνάξει αλλά κατάλαβε ότι κι αυτό ήταν αδύνατο. Εκτός αυτού, τι θα χρησίμευε μια κραυγή; Ποιος θα τον άκουγε; Παραδόθηκε στην σκληράδα του ξύλινου πατώματος, ελπίζοντας ότι γρήγορα θα μπορούσε να σηκωθεί και πάλι. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί του συνέβαιναν τόσα περιστατικά, τέτοιας μορφής, όλο και πιο συχνά, όλο και πιο βαριά. Σιγά – σιγά, άφησε το σώμα να ηρεμίσει. Προσπάθησε να σκεφτεί κάτι ευχάριστο, κάτι που θα τον έκανε να ησυχάσει. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, ήθελε να τεντώσει το χέρι, να πιάσει τον Παρασκευά. Δεν μπορούσε. Άρχισε να φοβάται.
Αυτό που ένοιωσε στους ώμους και τις πλάτες, το ήξερε. Ήταν το κράτημα ανθρώπινου χεριού, ήταν βοήθεια. «Αν είναι δυνατόν…», σκέφτηκε και οι χτύποι της καρδιάς αυξήθηκαν κατακόρυφα. «Άνθρωποι; Μου δίνουν βοήθεια;», αναρωτήθηκε. Δεν άκουσε όμως άλλο ήχο, ούτε ομιλίες, ούτε καν ένα θόρυβο, ένα σύρσιμο… κάτι. Ακόμα και ο μικρός του σύντροφος δεν έβγαλε άχνα… εκτός κι αν δεν μπορούσε ν’ ακούσει. Αλλά τον άνεμο τον άκουγε καθαρά. Κι όμως…!
Ξύπνησε λες, μετά από ένα βαθύ λήθαργο. Κούνησε προσεκτικά τα χέρια και είδε ότι όλα του τα μέλη, ανταποκρίνονταν σωστά στις διαταγές του εγκεφάλου. Τα δάχτυλα είχαν μουδιάσει λίγο και οι κινήσεις του ήταν προς το παρόν, ασταθείς, αλλά δεν ανησύχησε. Προσπάθησε να καθίσει. Ανακάλυψε ότι βρισκόταν ξαπλωμένος πάνω σε ένα τραπέζι, μακρόστενο και σχεδόν παράταιρο σε χρώμα, με τα υπόλοιπα έπιπλα της καφετέριας. Κατάφερε να συγκεντρώσει την σκέψη του, στο περιστατικό που είχε συμβεί πριν λίγο. Ασυναίσθητα έκανε την συνηθισμένη του κίνηση, κοίταξε δηλαδή το ρολόι του και ανακάλυψε ότι είχαν περάσει αρκετές ώρες. ’Έλπιζε να ήταν ώρες και όχι μέρες. Το στομάχι του όμως δεν διαμαρτυρόταν, οπότε, συμπέρανε, ότι απλώς κάποιες ώρες θα είχαν περάσει. Άκουσε θόρυβο στα δεξιά του και γύρισε το κεφάλι τόσο γρήγορα, σαν ελατήριο που μόλις είχε απελευθερωθεί. Ανάσανε βαθιά και αντίκρισε το βλέμμα του Παρασκευά που κουνούσε την ουρά με μεγάλη ταχύτητα.
Στο βάθος της αίθουσας μια λάμπα που είχε ξεκρεμαστεί από την βάση της, κουνούσε το φως πάνω κάτω δημιουργώντας σκιές και φαντάσματα στους τοίχους. Από την πόρτα έμπαινε δυνατός ο αέρας κουβαλώντας μαζί του κάθε είδους σκουπίδι από τον δρόμο, ανακατεμένο με φύλλα και μικρά κλαδάκια. Η έντασή του είχε πέσει, αλλά δεν έπαυε να είναι ακόμα δυνατός. Ο Γιώργος δεν ήθελε ούτε καν να μπει στον κόπο να την κλείσει, μόνο από το παράθυρο παρακολουθούσε εκείνο το δυνατό φως που του έμοιαζε με ένα πελώριο μάτι αιλουροειδούς.
Παρατήρησε τον χώρο για άλλη μια φορά. Τίποτα δεν ήταν στην θέση του, τίποτα δεν ήταν όρθιο. Θυμήθηκε την πίεση που ένοιωσε στην πλάτη όταν είχε πέσει και αναρωτήθηκε ποιος μπορεί να ήταν. Θέλησε να ψάξει, η καρδιά του φτερούγισε σαν υπέθεσε την ύπαρξη κι άλλων ανθρώπων. «Αν κάποιος με βοήθησε, αν κάποιος είναι κι αυτός ζωντανός, γιατί εξαφανίστηκε, γιατί έφυγε, γιατί δεν κάθισε να συναντηθούμε…», αναρωτήθηκε προσπαθώντας να διώξει τον ενοχλητικό πονοκέφαλο. Αυτόν που του έσφιγγε τα μηλίγγια.
Ο Παρασκευάς λες και ανησυχούσε για τον φίλο του, πλησίασε και άρχισε να τον γλύφει στο χέρι. Κουνούσε την ουρά με μεγάλη δύναμη και φόρα μέχρι που, τα οπίσθιά του κουνιούνταν κι αυτά ρυθμικά δεξιά – αριστερά. Ο Γιώργος στηρίχτηκε και βρίσκοντας κουράγιο από την απελπισία της στιγμής, χάιδεψε τον μικρό σκύλο και στηριζόμενος σε όποιο έπιπλο έβρισκε μπροστά του, πλησίασε την πόρτα της καφετέριας. Προσπάθησε να κοιτάξει έξω, έβγαλε το κεφάλι από το άνοιγμα, αλλά το μετάνιωσε σαν διαπίστωσε ότι ο αέρας θα μπορούσε - αν όχι να του το ξεριζώσει -  να τον τραυματίσει με όλα αυτά τα αντικείμενα που πέταγε παντού στους τοίχους των κτιρίων και στους κορμούς των δέντρων. Έψαχνε να δει τι μπορούσε να κάνει, αρκέστηκε να κλείσει την πόρτα και κάθισε στο πάτωμα να σκεφτεί. Ο θόρυβος που ακούστηκε ήταν εκκωφαντικός σαν ένα από τα μεγάλα παράθυρα έσπασε και πέταξε σαν σφαίρες τα μικρά κομμάτια γυαλιού ολούθε στον χώρο. Κάλυψε το κεφάλι και ανακάλυψε ότι θα ήταν ασφαλής μόνο στο υπόγειο, εκεί που δεν υπήρχαν παράθυρα και οι πόρτες ήταν μεταλλικές. Σηκώθηκε και φώναξε τον Παρασκευά να τον ακολουθήσει. Δεν χρειαζόταν και ιδιαίτερη προσπάθεια, αφού το κατατρομαγμένο ζώο, είχε σχεδόν κολλήσει πάνω του. Έφτασε στην σκάλα και … διαπίστωσε πατημασιές πάνω στη χυμένη ζάχαρη στο τρίτο σκαλί.
«Κάποιος υπάρχει εδώ, δεν είναι δυνατόν…», φώναξε δυνατά κοιτώντας προς τα κάτω. Σηκώθηκε και προσπάθησε να ταχύνει τις κινήσεις του. Ο πόνος στην πλάτη ξαναγύρισε, αλλά έσφιξε τα δόντια και άρχισε να κατεβαίνει όσο πιο γρήγορα μπορούσε, ενθαρρυμένος και από το ξαφνικό γάβγισμα του Παρασκευά.
Άκουσε την πρώτη μεταλλική πόρτα, εκεί που μάλλον ήταν η είσοδος της κουζίνας – οι μυρωδιές κάτι τέτοιο μαρτυρούσαν – να κλείνει με θόρυβο, απότομα. Ο αέρας δεν έφτανε εκεί για να την σπρώξει. Προσπάθησε να την ανοίξει φωνάζοντας, ούτε και ο ίδιος αντιλαμβανόταν τις λέξεις που έβγαιναν από το στόμα του, αλλά τα χέρια του δεν είχαν αρκετή δύναμη ή κάτι εμπόδιζε την πόρτα. Έκανε κι άλλες δυό προσπάθειες μέχρι που στο τέλος τα κατάφερε. Όντως μπήκε σε μια μικρή κουζίνα – έτσι κι αλλιώς η καφετέρια πρόσφερε μόνο κρύο φαγητό, δεν την χρειαζόταν μεγαλύτερη – και άναψε το φως. Παραξενεύτηκε που όλα ήταν τακτοποιημένα και σχεδόν καθαρά. Ψυχή ζώσα όμως πουθενά. Ο Παρασκευάς όρμησε σε ένα κομμάτι από ζαμπόν που ήταν στον νικελένιο πάγκο και το καταβρόχθισε με μια μπουκιά, έγλειψε και την γυαλιστερή (!) επιφάνεια και ξαναγύρισε στον φίλο του.
Το φως αναβόσβησε δυό – τρεις φορές, από την καταιγίδα σκέφτηκε, έσπρωξε κάτι καρέκλες με μεταλλικά πιάτα και έψαξε τον χώρο. Κανένα σημάδι ανθρώπινης παρουσίας, κανένας ήχος διαφορετικός, έξω από τον μακρινό, μονότονο σύρσιμο του αέρα που έφτανε από πάνω.
Έψαξε παντού και το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Ακόμα και στις τουαλέτες και στην μικρή αποθήκη. Ανέβηκε αποκαρδιωμένος στην κύρια σάλα του καταστήματος και διαπίστωσε ότι τώρα ο αέρας συνοδευόταν και από μια καταιγιστική βροχή, παγωμένη και απειλητική. Ήδη το μέρος μπροστά από την πόρτα και τα σπασμένα παράθυρα, είχε πλημμυρίσει. Κάθισε μπροστά στην μπάρα, στο βάθος της αίθουσας και περίμενε να κοπάσουν όλα αυτά που αδιανόητα συνέβαιναν τέτοια εποχή και προσπάθησε να φτιάξει ένα καφέ. Ευτυχώς, τα μηχανήματα δούλευαν καλά. Σε ένα στρογγυλό μπολ, βρήκε λίγο κέικ, παραδίπλα μερικά έτοιμα σάντουιτς και μπισκότα. Βόλεψε την πείνα που είχε πια αρχίσει να τον απασχολεί, τάισε και τον φίλο του και αφέθηκε για άλλη μια φορά στις σκέψεις του και τις υποθέσεις για ότι ανεξήγητο του παρουσιαζόταν. Ο καπνός από το τσιγάρο τον συνέφερε αν και στην αρχή τον είχε ζαλίσει. Έπαιξε με τα σπίρτα που είχε βρει πάνω στον πάγκο, δίπλα από το καμινέτο και η ματιά του, στυλώθηκε στον δρόμο έξω.
Πρέπει να είχε περάσει πάνω από μια ώρα, η μέση του είχε πιαστεί από το κάθισμα, όταν ο αέρας και η βροχή άρχισαν να κοπάζουν. Προχώρησε προς την έξοδο και αποφάσισε να βγει στον δρόμο, αν και ακόμα το νερό από τον ουρανό, έπεφτε κάνοντας τους δρόμους μικρά ποτάμια. Δεν άργησε να γίνει μούσκεμα, τα ρούχα του έσταζαν και τα παπούτσια λες και ήταν μικρές πισίνες. Στηριζόμενος απ’ όπου μπορούσε, έφτασε στο απέναντι μαγαζί με τα παραδοσιακά προϊόντα. Κοίταξε και από τις δυό μεριές στον δρόμο προσπαθώντας να εντοπίσει κάποια κίνηση. Μάταια, όπως συνήθως. Και ξαφνικά, εκεί που τα μαύρα σύννεφα είχαν σκοτεινιάσει σαν νύχτα την μέρα, ο ήλιος βγήκε, λες και κάποιος τον άναψε με ένα κουμπί, ο αέρας σταμάτησε απότομα, η βροχή λες και δεν είχε πέσει ποτέ – έξω από τα σημάδια και το νερό που είχε αφήσει στο χώμα – και η ζέστη ξανάγινε αποπνικτική. Έφερε το χέρι στα μάτια να προστατευτεί και ασυναίσθητα έκανε τον Σταυρό του.
Βρήκε το αυτοκίνητο εκεί που το είχε αφήσει, λίγο στραβά στην άκρη του δρόμου – ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί πάρκαρε στην άκρη, σ’ ένα άδειο κόσμο – άνοιξε την πόρτα και παρ’ όλο που βρήκε νερό στο δάπεδο, η μηχανή λειτούργησε με την πρώτη. Χάρηκε! Ο Παρασκευάς, ξέροντας την θέση του, πήδηξε στο κάθισμα του συνοδηγού και περίμενε την νέα περιπέτεια. Σιγά – σιγά, προσπαθώντας να μην χτυπήσουν στις πέτρες και τα κλαδιά των δέντρων που η βροχή είχε πετάξει στην άσφαλτο, έφτασαν στην έξοδο της πόλης. Αριστερά το μεγάλο βενζινάδικο της BP, δέσποζε του τοπίου και έδειχνε μοναδική παραφωνία στο μεγάλο πράσινο βουκολικό πίνακα. Τα δέντρα, παράξενο πως, ήταν στεγνά, όπως και η άσφαλτος, λες και δεν είχε πέσει σταγόνα βροχής. Ο Γιώργος, κατέβηκε από το αυτοκίνητο και έπιασε μια χούφτα χώμα, την έτριψε στο χέρι και έξω από την απόλυτη μυρουδιά – απόλυτη χαρακτήριζε από μικρός την οσμή της Φύσης – δεν ανίχνευσε καθόλου νερό. Το χώμα ήταν στεγνό και μάλιστα τριβόταν εύκολα στο χέρι του.
Ο ήλιος είχε πια αρχίσει να γέρνει στον ορίζοντα, κοίταξε το ρολόι του και είδε τον δείκτη να σημαδεύει το επτά, άναψε τα φώτα του αυτοκινήτου γιατί τέτοια ώρα που έπαιρνε ο ουρανός το γκρι του, δεν μπορούσε να διακρίνει καλά. Προσπάθησε να ξεκινήσει, έβρισε σαν το αυτοκίνητο που πήδηξε μισό μέτρο – είχε ξεχάσει την ταχύτητα μέσα – και έβαλε σκοπό να φύγει όσο πιο γρήγορα μπορούσε από κείνο το μέρος. Το θεώρησε καταραμένο, όσο μπορούσε να είναι καταραμένο κάτι από μόνο του, μέσα σε αυτόν τον χωρίς ζωή πλανήτη. Σήκωσε τα μάτια και… ένα φως έδειχνε να κινείται, απέναντι στο βουνό, λες και κάποιο αυτοκίνητο ανέβαινε τον δρόμο.
Η καρδιά του χτύπησε τόσο δυνατά που νόμισε ότι θα βγει από το στήθος του. Η πίεση μεταμόρφωσε τα μελίγγια του σε μέγγενη και η σπονδυλική στήλη άρχισε να χορεύει ανεξέλεγκτα. Έπιασε τον μοχλό των φώτων και άρχισε να τα αναβοσβήνει με μανία, ενώ το δεξί του χέρι, πάταγε το κουμπί της κόρνας με όλη του την δύναμη. Η αγωνία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του και ο ιδρώτας τον τύφλωνε. Όμως το «αυτοκίνητο» - αν ήταν αυτοκίνητο – δεν έδειξε να ανταποκρίνεται. Ίσα – ίσα που τα φώτα εξαφανίστηκαν, λες και σκόπιμα είχαν σβήσει, ενώ το αεράκι που είχε αρχίσει να ξαναφυσά απαλά, μπορεί να τον ανακούφιζε από την ζέστη, αλλά δεν τον άφηνε ν’ αφουγκραστεί κάποιον ήχο. Έσκυψε το κεφάλι ακουμπώντας το πάνω στο τιμόνι, ενώ το χτυπούσε με τα χέρια του, σε μια κίνηση απελπισίας. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που του συνέβαινε. Άκουσε τον μικρό του φίλο να γρυλίζει και τον χάιδεψε. «Έχω τουλάχιστον εσένα … μικρόβιε! Ευτυχώς…».
Ξεκίνησε με κατεύθυνση το σημείο που είδε ή που νόμισε τουλάχιστον ότι είδε το φως. Ο δρόμος ήταν ανηφορικός και απότομος, με αποτέλεσμα ως άπειρος οδηγός, να ταλαιπωρηθεί πολύ. Οι στροφές ήταν σαν ένα θεόρατο φίδι που βρισκόταν απλωμένο σε ολόκληρο το βουνό. Τώρα είχε πέσει και το φως και όμως δεν έβλεπε το φεγγάρι, αν και ο ουρανός δεν είχε κανένα πια σύννεφο. Παραξενεύτηκε αλλά ακόμα πιο παράξενο ήταν η έλλειψη αστεριών, λες και κάποιος γίγαντας – αυτή η εικόνα του ήρθε – τα ξεκρέμασε από το ουράνιο στερέωμα. Τράβηξε το χειρόφρενο και άνοιξε την πόρτα, χωρίς όμως ν’ αφήσει τον Παρασκευά να κατέβει. Παντού σκοτάδι πια και αν δεν υπήρχαν τα φώτα του αυτοκινήτου, θα μπορούσε να υποθέσει ότι είχε βουτήξει σε ένα καζάνι με μαύρη μπογιά. Ακόμα και τα δημόσια φώτα των Καλαβρύτων, δεν υπήρχαν μέσα στο οπτικό του πεδίο. Και δεν ήταν μακριά από την πόλη. Είχε πάψει πια ν’ απορεί, δεν ήθελε να τρελαθεί, αν δεν είχε ήδη, από τις πολλές και συνεχόμενες εκπλήξεις που του συνέβαιναν.
Έφτασε σε ένα μικρό χωριό – μισοείδε την ταμπέλα – και προσπάθησε να βρει καταφύγιο για την νύχτα. Μια τελευταία ματιά στα γύρω βουνά, ή εκεί που υπέθετε ότι ήταν τα βουνά και το αποτέλεσμα ήταν … απλώς μαύρο! Πήρε βαθιά ανάσα και παραβίασε την ξύλινη πόρτα ενός μικρού σπιτιού στην πλατεία. Έψαξε για φαγητό και … το ηλεκτρικό φως λειτουργούσε κανονικά. Το κατάλαβε με καθυστέρηση ότι …
Βγήκε έξω και έστρεψε τα μάτια στη μεριά που έπρεπε να είναι τα Καλάβρυτα. Και τα είδε! Όλα τα φώτα ήταν αναμμένα και έμοιαζαν σαν πυγολαμπίδες πάνω σε μαύρο ή μάλλον γκρίζο φόντο. Το … φεγγάρι φώτιζε τώρα δυνατά και τα αστέρια με την ξαστεριά, ήταν   αμέτρητα λες και χρυσοποίκιλτο κέντημα στον ουρανό. Ασυναίσθητα έκανε ξανά τον Σταυρό του και έκλαψε πέφτοντας στα γόνατα.
Δεν είδε το φως που κουνιόταν στο βάθος, που έτρεχε στον δρόμο του απέναντι βουνού. Μόνο άκουσε κάτι σαν βόμβο, αδιόρατα, να ταλαιπωρεί τα αυτιά του και το κλάμα του μικρού του φίλου.