Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 20 Ιουλίου 2016

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΕΝΟΣ ... ΨΙΘΥΡΟΥ

Η ΚΥΡΙΑ ΕΛΕΝΗ

Κάποιες στιγμές μπορείς να κάνεις το σταυρό σου σαν πιστεύεις ότι η μέρα σου πρόκειται να κυλήσει καλά και ήσυχα, αν βέβαια είσαι σε μια κάποια ηλικία που επιθυμείς την ησυχία και … την ρουτίνα. Ο κύριος Γιώργος, άνθρωπος της συνήθειας, προσπαθούσε να ανοίξει το λουκέτο, το ένα από τα τρία, στην πόρτα του μαγαζιού, πάντα στην ώρα του. Ήταν επτάμιση και ο ήλιος είχε ήδη κάνει την εμφάνιση του, γιορτάζοντας την ημέρα του Αγίου Παντελεήμονος. Οι καμπάνες από την εκκλησία της πλατείας, δυό τετράγωνα πιο κάτω, χτύπησαν, ξυπνώντας σίγουρα τον όποιο υπναρά ήθελε να συνεχίσει τον ύπνο του στη γειτονιά.
Ο κύριος Γιώργος κοίταξε την ημερομηνία στο ρολόι του: «Μπα… εικοσιεπτά πήγε κιόλας ο μήνας; Ε, ρε, πως περνάει ο καιρός. Σχεδόν τελειώνει το καλοκαίρι….».
Έσκυψε να ανοίξει το τελευταίο λουκέτο, αυτό που ήταν στη βάση της πόρτας και χωρίς να το καταλάβει, ακούμπησε το γόνατο στο πεζοδρόμιο, λερώνοντας λίγο το μαύρο του παντελόνι. Ένα αεράκι φύσηξε και τον λέρωσε ακόμα πιο πολύ η σκόνη του διψασμένου, είχε να βρέξει πάνω από ένα μήνα, δρόμου. Δεν παραπονέθηκε, μόνο έκανε τον σταυρό του όπως κάθε πρωί όταν άνοιγε το τελευταίο λουκέτο. Προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά διαπίστωσε πως τα γόνατα τον πόναγαν. Δεν ήταν μεγάλος, αλλά μια ευπάθεια την είχε στα γόνατα από την εποχή που έπαιζε μπάλα. Τα έτριψε με την παλάμη και συγκέντρωσε τις δυνάμεις του, έπρεπε να σηκώσει και την σιδεριά, σε μια προσπάθεια να μη γίνει ρεζίλι στους περαστικούς.
Άκουσε ένα σιγανό γρύλισμα δίπλα του. Κάτι σαν βαριά ανάσα και κοίταξε στα αριστερά του. Ένα μεγάλο μαύρο σκυλί, στεκόταν δίπλα του, με τη μουσούδα χαμηλά να τον παρατηρεί ακίνητο. Δεν τρόμαξε, ποτέ δεν φοβόταν τα σκυλιά, αντίθετα μάλιστα κάτι στα μάτια του ζωντανού, τον έκανε να απλώσει το χέρι για χάδι, σκεπτόμενος ότι είχε βρει την δικαιολογία που ήθελε, να συγκεντρώσουν δυνάμεις τα γόνατά του.
Το σκυλί ήταν από αυτά τα μεγάλα, μαύρα σκυλιά – φύλακες και ανάσανε ήρεμα γλύφοντας κάθε λίγο την μύτη του με μια μεγάλη κόκκινη γλώσσα. Φορούσε ένα κολάρο από αυτά που διώχνουν, υποτίθεται τα τσιμπούρια και παρατήρησε ότι ήταν θηλυκό. Δεν θα το έλεγε κανείς όμορφο, αλλά σίγουρα επιβλητικό και ίσως… τρομακτικό.
«Τι είναι κούκλα μου; Βλέπεις τον «θείο» Γιώργο που ανοίγει;», της μίλησε λες και τον καταλάβαινε. Την χάιδεψε πίσω από τα αυτιά και στο κέντρο του στήθους, ανάμεσα από τα δυό μπροστινά της πόδια και παρατήρησε ότι το χέρι του γέμισε σκόνη και απέκτησε μια άγρια υφή.
«Είσαι βρωμιαρούλα ε;», συνέχισε να της μιλάει όπως θα μίλαγε κάποιος σε ένα μικρό παιδί. Θεωρώντας ότι το «διάλειμμα», είχε τελειώσει, προσπάθησε να ξεκρεμάσει την σιδεριά από τις βάσεις της, ν’ ανοίξει το μαγαζί. Το ζώο όμως είχε άλλη γνώμη. Πλησίασε κοντά του και με την μουσούδα της προσπάθησε να βάλει το χέρι του πάνω στο κεφάλι της, σαν να ζητούσε κι άλλα χάδια.
«Τι βλέπω; Είσαι καλομαθημένη χαδιάρα ή σου λείπει η αγάπη;», λες και θα έπαιρνε απάντηση. Την χάιδεψε ξανά και έκανε ένα βήμα ανοίγοντας την πόρτα του καταστήματος.
«Σας συμπάθησε…», ακούστηκε μια φωνή, μια γυναικεία φωνή πίσω του. Ο κύριος Γιώργος γύρισε προς εκείνη τη μεριά. «Μη την φοβάστε, παιγνιδιάρα είναι…»
Η φωνή προερχόταν από μια γυναίκα που πλησίαζε τώρα προς το μέρος του. Μια κοντή γυναίκα που φορούσε ένα μαύρο μακό φόρεμα με φαρδιά τιράντα και λαστιχένιες παντόφλες θαλάσσης. Κλασσική εμφάνιση «κυρίας» των φτωχογειτονιών της Αθήνας του ‘50. Το ύψος της δεν πρέπει να ξεπερνούσε το ενάμιση μέτρο και τα κοντά μαλλιά της (βαμμένα σε ένα ξεθωριασμένο ξανθό), πλαισίωναν ένα μέτωπο που κυριαρχούσαν ρυτίδες και πολλές σταγόνες ιδρώτα, αν και ήταν αρκετά πρωί ακόμα.
Η γυναίκα πλησίασε αρκετά κοντά τώρα και ο κύριος Γιώργος παρατήρησε το πρόσωπό της, ένα τετράγωνο πρόσωπο που έδειχνε αρκετά συγγενές με το σύνδρομο Down. Στο στόμα δεν υπήρχαν δόντια, μπροστινά τουλάχιστον και έτσι και η ομιλία δεν θα μπορούσε να είναι καθαρή. Περπατούσε γρήγορα και κάθε τόσο πλατάγιαζε την γλώσσα σαν κάτι να είχε σταθεί στον ουρανίσκο. Τα μάτια της πάντως, γαλάζια και αρκετά μεγάλα για το δέμας της, είχαν καθαρό και διεισδυτικό βλέμμα. Φαινόταν ότι δεν της ξέφευγε τίποτα αφού τα κινούσε παντού, παρατηρώντας τα πάντα.
«Δεν τα φοβάμαι τα σκυλιά, μπορώ μάλιστα να πω το αντίθετο. Τα συμπαθώ ιδιαίτερα…»
«Και καλά κάνετε. Αχ, κύριε μου…», ο κύριος Γιώργος φοβήθηκε μη και αρχίσει μετά από αυτό το «Αχ», καμιά ιστορία πόνου. Λίγοι τρελοί υπήρχαν άλλωστε που κλαιγόντουσαν στους δρόμους, έτσι χωρίς λόγο;
«… όταν ο Θεός είπε αγαπάτε αλλήλους, μόνο τα σκυλιά το άκουσαν φαίνεται». Η φιλοσοφική ρήση της ημέρας είχε ειπωθεί. Βέβαια το μυαλό του άντρα, ήταν στην δουλειά που μπορεί να είχε ή και όχι, στις επιταγές που πλησίαζαν στη λήξη τους και τόσα άλλα, οπότε κούνησε απλά το κεφάλι συγκαταβατικά, είπε ένα αφηρημένο «ναι – ναι» και βιάστηκε να μπει στο μαγαζί του, να γλυτώσει από άλλες τέτοιες φιλοσοφικές «εξυπνάδες».
Την γυναίκα αυτή δεν την ξαναείδε για πολύ καιρό, αν και υπολόγισε ότι πρέπει να έμενε εκεί κοντά, αν έκρινε σωστά από την «λαϊκής αγοράς» εμφάνισή της. Και η Αντωνία, στην οποία κάποια στιγμή διηγήθηκε την ιστορία αυτή, δεν έδειξε να την γνωρίζει, αλλά δεν έδωσαν και περισσότερη σημασία. Και ο καιρός περνούσε με τα προβλήματά του, τις χαρές και τις αναποδιές του. Πέρασε το Καλοκαίρι, ήρθε και το Φθινόπωρο, έφυγε κι αυτό. Η κυρία με το σκυλί, φυσικά και είχε ξεχαστεί, (δεν υπήρχε κανένας λόγος να την θυμούνται), μέχρι που έφτασαν τα Χριστούγεννα.
Το ημερολόγιο έδειχνε είκοσι τρείς του Δεκέμβρη, το μαγαζί ήταν γεμάτο κόσμο που προσπαθούσε να πάρει τα γιορτινά του δώρα, όταν εμφανίστηκε και η εν λόγω κυρία.
«Παρακαλώ…», της είπε η Αντωνία, προσπαθώντας να εξυπηρετήσει δυό πελάτες ταυτόχρονα.
«Καλημέρα δεσποινίς, θα ήθελα ένα πουλόβερ για δώρο…»
«Βεβαίως, αν με περιμένετε λιγάκι σας παρακαλώ…»
Η γυναίκα φορώντας πάντα τα ρούχα της «γειτονιάς», στάθηκε ήσυχα σε μια άκρη και περίμενε υπομονετικά. Έτσι κι αλλιώς κοντούλα ήταν δεν εμπόδιζε κανένα και τόσο διακριτική, που η πωλήτρια σχεδόν την ξέχασε. Κάποια στιγμή, όταν κόπασε για λίγο η δουλειά, ο κύριος Γιώργος, την αντελήφθη με την άκρη του ματιού του και πήγε προς το μέρος της, να την εξυπηρετήσει:
«Καλησπέρα…», της είπε με το επαγγελματικά ευγενικό του ύφος, «… τι κάνετε;», προσπαθώντας να δείξει ότι την θυμόταν. Εκείνη χαμογέλασε και με την έκφραση που πήρε, έδειξε τα γυμνά της ούλα, κάτι που έκανε τον συνομιλητή της να τραβηχτεί ένα βήμα προς τα πίσω.
«Θα ήθελα κάτι για δώρο, κάτι … ας πούμε ένα πουλόβερ ή ένα πουκάμισο…», του απάντησε. Παράξενο πως, αντίθετα με το τι θα πίστευε κάποιος από το παρουσιαστικό της, η φωνή της ήταν ήρεμη, αρκετά στρωτή (αν θυμόταν καλά είχε αλλάξει από την πρώτη τους συνάντηση) και μιλούσε χωρίς διακοπές και πολλά «εεεεε» και το σημαντικότερο δεν … έφτυνε!
«Έχετε κάτι κατά νου;»
«Αληθινά δεν ξέρω, με τα αντρικά δώρα δεν τα πάω καλά. Θα προτιμούσα να μου προτείνετε εσείς κάτι», περιέγραψε το αποδέκτη του δώρου και περίμενε από τον κύριο Γιώργο, να επιλέξει εκείνος. Ήταν αρκετά εύκολη στην τελική εκλογή και πλησίασε στο ταμείο να πληρώσει, όσο η Αντωνία συσκεύαζε την αγορά της. Πάνω στο γραφείο του ταμείο ήταν ένα βιβλίο, γυρισμένο από την ανάποδη. Η κυρία το έπιασε ασυναίσθητα στα χέρια της, χωρίς να ρωτήσει, διάβασε τον τίτλο και κούνησε το κεφάλι επιδοκιμαστικά, χαμογελώντας συγχρόνως.
«Καλός ο Ντένι Γκέτζ…», είπε πάντα χαμογελώντας, «… αλλά λίγο πομπώδης και αν μου επιτρέπετε κύριε, θα τον έλεγα αιθεροβάμονα…», συνέχισε την κριτική της για τον συγγραφέα.
«Τον ξέρετε; Έχετε διαβάσει το βιβλίο αυτό; Το «Μηδέν»;»
«Ναι και δυστυχώς με απογοήτευσε… βλέπετε είχα διαβάσει πιο πριν ένα άλλο δικό του το «Θεώρημα του Παπαγάλου» και συγκρινόμενα τα δυό… νομίζω ότι κι εσείς θα διαπιστώσατε φυσικά την διαφορά στην γραφή…»
Η συζήτηση είχε αρχίσει να γίνεται αρκετά ενδιαφέρουσα και σε συνδυασμό με το περασμένο της ώρας και την αναπόφευκτη πτώση της δουλειάς, οι δυό συνομιλητές, χωρίς να το καταλάβουν, συνέχισαν να μιλάνε και για άλλους συγγραφείς και για άλλα είδη λογοτεχνίας. Ακόμα και όταν φτάσανε να μιλούν και για επιστημονική φαντασία, φάνηκε πως η κυρία Ελένη, (του είχε εν τω μεταξύ συστηθεί), έδειξε ακόμα πιο δυνατή και με εξειδικευμένη γνώμη. Και τι δεν ήξερε για Άρθουρ Κλάρκ, για Ασίμοφ, για Όργουελ, αλλά και τόσους άλλους. Μίλαγαν μέχρι που η Αντωνία πλησίασε και υπενθύμισε πως έπρεπε να κλείσουν.
Έτσι έμελλε να λήξει η πρώτη, η μάλλον η δεύτερη συνάντηση με την κυρία Ελένη. Πήρε το δώρο της και βγήκε από το μαγαζί. Το μάτι του κυρίου Γιώργου, του άναυδου κυρίου Γιώργου, την παρακολούθησε μέχρι έξω, ως την στιγμή που έστριψε στην γωνία. Είδε ότι το μεγάλο μαύρο σκυλί, σηκώθηκε από κάποια γωνιά στο πεζοδρόμιο και την ακολούθησε μαζί με ένα άλλο, πολύ πιο μικρό και λευκό, με σγουρό μαλλί, τόσο μικρό που θα μπορούσε κάποιος με λίγη προσπάθεια να το χώσει στην τσέπη του.
«Η κυρία Ελένη με τα δυό της σκυλιά…», είπε στην Αντωνία που περίμενε να κλείσει ταμείο το αφεντικό της. Κούνησε το κεφάλι, σαν να του έλεγε... «ενδιαφέρον αλλά κλείσε ταμείο να φύγουμε κάποια στιγμή» και του χαμογέλασε.
Η κυρία Ελένη δεν ξαναφάνηκε για αρκετό καιρό. Κάπου – κάπου ο κύριος Γιώργος την έφερνε στο μυαλό του, δεν μπορούσε να χωνέψει ακόμα το γεγονός ότι ένα τέτοιο άτομο, με αυτό το παρουσιαστικό μπορούσε να έχει τόση μόρφωση. Μπορεί ακόμη και να λαχταρούσε μια συζήτηση μαζί της. Μια φορά μάλιστα την είδε από μακριά, την γνώρισε από τα δυό σκυλιά που την ακολουθούσαν και μπήκε στον πειρασμό να της μιλήσει, αλλά εκείνη τη μέρα ήταν πολύ βιαστικός κι έτσι το άφησε. Θα του δινόταν σύντομα άλλη ευκαιρία.
Και του δόθηκε αυτή η ευκαιρία με αναπάντεχο τρόπο ένα ωραίο χειμωνιάτικο βράδυ, σε κάποιο μισοσκότεινο δρομάκι του Αιγάλεω. Ο κύριος Γιώργος με την γυναίκα του, αποφάσισαν να πάνε σινεμά. Κάποιο έργο που ήθελαν, το έπαιζε ένας κινηματογράφος στην περιοχή και, αν και δεν ήταν κάτοικοι εκεί, προτίμησαν αυτό το συνοικιακό σινεμά από τους μεγάλους του κέντρου της Αθήνας. Η ταινία ήταν καλή και επιστρέφοντας προς το αυτοκίνητο μετά το τέλος της παράστασης, είχε αρχίσει μια ζωηρή συζήτηση μεταξύ τους, σε σημείο που κάποιος μπορούσε να την πει και «άγρια αντιπαράθεση». Κι εκείνος και η γυναίκα του σε θέματα κινηματογράφου και θεάτρου ήταν απόλυτοι και επέμεναν τόσο, που φαινόταν ότι ήθελαν να επιβάλλουν την γνώμη τους. Πάνω λοιπόν σε αυτόν τον «οικογενειακό καυγά» τους (πολλές φορές είχαν ευχηθεί και οι δυό να ήταν αυτά τα προβλήματά τους!), να σου και από κάποια γωνιά να κάνει την εμφάνισή του κι εκείνο το μεγάλο μαύρο σκυλί, το γνώριμο γιγάντιο ζωντανό που ο κύριος Γιώργος το είχε συνδέσει απόλυτα με την κυρία Ελένη. Και βέβαια από πίσω ακολουθούσε και το άλλο… εκείνο το λευκό ποντίκι… συγγνώμη για την λέξη, εκείνο το κάτασπρο μικρό ζωάκι, που η αφεντικίνα του επέμενε να το λέει κι αυτό σκυλί. Ο κύριος Γιώργος τα αναγνώρισε, κάθισε στις φτέρνες του και τα κάλεσε κοντά του. Ήρθαν και τα δυό και τα χάιδεψε, για να επαναληφθεί η ίδια ιστορία, να μην τον αφήνουν δηλαδή να φύγει, κουνώντας τις ουρές τους και γλύφοντας τα χέρια του. Μερικά δευτερόλεπτα αργότερα ακούστηκε και η χαρακτηριστική φωνή της κυρίας Ελένης, δυνατή και επιτακτική, μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, (η ώρα είχε πάει μία).
«Που είστε βρε παλιόσκυλα; Που είσαι βρε Σωσώ, που είσαι βρε Μιλού; Όχι στα σκουπίδια βρε…», αλλά τα σκυλιά δεν την άκουγαν. Επιτέλους φάνηκε και το σώμα εκτός από την φωνή, της μόνιμα, αν και χειμώνας, ιδρωμένης και ασθμαίνουσας αυτή τη φορά κυρίας Ελένης. Τα μαύρο μακρύ της φόρεμα, κάτω από το μπουφάν φαινόταν βρεγμένο από τον ιδρώτα, αν και ο χαμηλός φωτισμός του δρόμου δεν άφηνε να φανούν και πολλά. Στο ένα χέρι κρατούσε τα λουριά των σκυλιών, ήταν περίεργο που τα κουβαλούσε μαζί της αφού ποτέ δεν τους τα φόραγε και στο άλλο ένα μεσαίου μεγέθους βιβλίου, με κόκκινο εξώφυλλο.
Σαν είδε τον κύριο Γιώργο και την γυναίκα του, σταμάτησε τις φωνές και προσπάθησε να φτιάξει τα μαλλιά, με την ανάστροφη της παλάμης της. Σήκωσε το χέρι από μακριά, χαιρετώντας τους, διόρθωσε το μπουφάν της και πλησίασε.
«Καλησπέρα, τα άτιμα με τραβάνε πέρα δώθε σαν μαριονέτα…», είπε λαχανιασμένη δείχνοντας τα δυό της σκυλιά που είχαν αφεθεί στα χάδια του κυρίου Γιώργου. «Αλήθεια, που ήσασταν τέτοια ώρα; Αργά είναι…»
Μίλησαν αρκετή ώρα, εκεί, στο πεζοδρόμιο, όρθιοι κάτω από το φως του στύλου της ΔΕΗ. Κάπου – κάπου πέρναγε κάποιο «νυσταγμένο» αυτοκίνητο, σταματούσαν την κουβέντα μέχρι να εξαφανιστεί ο ήχος της μηχανής τους, (μέσα στην σιγαλιά ακουγόταν εκκωφαντικά), επανέρχονταν στην τελευταία λέξη τους και η ώρα περνούσε χωρίς να το καταλάβει κανείς από τους τρεις τους.
Η κυρία Ελένη αποδείχτηκε θησαυρός γνώσεων στα περί κινηματογράφου θέματα. Ήξερε όλους τους μεγάλους σκηνοθέτες από όλο τον κόσμο, αν και παραδέχτηκε ότι είχε αδυναμία στους Ρώσους και τους Ιταλούς. Μάλιστα κάποιους από τους Ρώσους ο κύριος Γιώργος που συστηνόταν σαν κινηματογραφόφιλος και «ψαγμένος» στα καλά έργα, ούτε τους είχε ξανακούσει. Θέλησε να κάνει τον έξυπνο, δεν άντεχε κάποιος άλλος να ξέρει πιο πολλά από αυτόν για τέτοια θέματα, το γύρισε εκεί που νόμισε ότι υπερείχε, στους Ιταλούς σκηνοθέτες, μέχρι που ανακάλυψε ότι η συνομιλήτριά του κάποτε, είχε γνωρίσει προσωπικά τον μεγάλο Φελίνι, το ίνδαλμά του και φυσικά δικό της. Νεαρή ήταν του είπε, όταν πήγε στην Ιταλία μόνο και μόνο για τον μεγάλο σκηνοθέτη. Μίλησαν στο σπίτι του, εκεί είχε φτάσει από την τρέλας της, πολύ ώρα και ειδικά για το αγαπημένο της έργο τις «νύχτες της Καμπίρια», που αποδείχτηκε ότι ήταν και το αγαπημένο του σκηνοθέτη. Μάλιστα, όπως τους είπε, την είχε κρατήσει και για φαγητό μαζί με την φίλη της, που εκτελούσε χρέη διερμηνέως. Δεν είχαν λόγο να μην την πιστέψουν, σε αυτό συνηγορούσε και η φυσική περιγραφή λεπτομερειών της συνάντησης.
Μίλησαν και για άλλα και φυσικά είχε γνώμη, σωστή και τεκμηριωμένη για όλα, προς θλίψη του κύριου Γιώργου, μίλησαν και για βιβλία, αφού η μια κουβέντα έφερνε την άλλη, είπαν για ηθοποιούς και όλα βέβαια σε επίπεδο ανάλυσης τεχνικών και κινηματογραφικών ή λογοτεχνικών θεμάτων.
Είχε πάει αρκετά αργά, ή καλύτερα αρκετά νωρίς το πρωί, όταν αποφάσισαν να χωρίσουν οι τρεις τους. Τους χαιρέτισε προσπαθώντας με σιγανές αυτή τη φορά φωνές, να συμμαζέψει τα ζωντανά της.
«Ποιο βιβλίο διαβάζεις τώρα κυρία Ελένη…», ρώτησε η σύζυγος του κυρίου Γιώργου.
Εκείνη σήκωσε το χέρι, έδειξε αυτό που κρατούσε, αυτό με το κόκκινο εξώφυλλο και της το έδωσε να του ρίξει μια ματιά. «Το μέλι της αγριομέλισσας», διάβασε εκείνη φωναχτά «… του Τόργκιν Λίντγκρεν». Κανείς δεν είχε ξανακούσει ούτε αυτόν τον τίτλο, αλλά ούτε και τον συγγραφέα.
«Σκανδιναβική λογοτεχνία ε; Λένε ότι οι Σκανδιναβοί συγγραφείς έχουν … πώς να το πω, ανέβει πολύ τώρα τελευταία. Μάλιστα… καλή ανάγνωση το λοιπόν»
«Αν με αφήσουν αυτά τα βάσανα….» κι έδειξε τα δυό σκυλιά της.
Έκτοτε η κυρία Ελένη πέρναγε από το μαγαζί πιο συχνά. Τίποτε δεν είχε αλλάξει πάνω της. Το ίδιο ύψος, (αυτό έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσε να αλλάξει), τα ίδια κιλά, τα ίδια ρούχα και … ακόμα εκείνο το κενό στο στόμα. Άφηνε τα σκυλιά της έξω από την πόρτα και έλεγε μια καλημέρα, που αν ο κύριος Γιώργος δεν είχε δουλειά, διαρκούσε και πάνω από καμιά ώρα. Και όλο κάτι καινούργιο είχαν να αναλύσουν, να πουν … να μάθουν ο ένας από τον άλλο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου