Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 12 Αυγούστου 2016

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Η Ευτέρπη ήταν από τις καλύτερες ανεφαντούδες32 του νησιού. Από τρία παλιοκούρελα σου ‘φτιαχνε αριστουργήματα. Ήταν ονομαστά τα ψιλά χραμάκια33 που έφτιαχνε. Αυτά ήθελαν ιδιαίτερο κόπο να γίνουν και ιδιαίτερη επιδεξιότητα και η Ευτέρπη ήταν μοναδική στην τέχνη της. Είχε πολλά μάθει από την σχωρεμένη την «παλιά» της. Η Καλοτίνα την αγαπούσε και κατά κάποιο λόγο, αν και ήταν μικρότερή της, την σεβόταν. Πολλές φορές κοιτούσε στον τοίχο την «πάντα» στον τοίχο που της είχε φτιάξει πριν δύο χρόνια. Αν και τώρα ζήλευε (καλοπροαίρετα) την τύχη της, πάντα μιλούσε για αυτήν με τα καλύτερα λόγια.
Ο Σάββας ο Καθοπούλης δεν είχε κόρη παρά μόνο τρεις γιούς. Δυό απ’ αυτούς ήταν μεγάλοι και ο Μανολιός του ήταν το μικρό του, έτσι «μικρό» τον αποκαλούσε, γιατί του τον χάρισε ο Θεός αργά. Και ο Μανόλης ήταν έξη ή επτά χρονών όταν τον Σάββα τον χτύπησε η μηχανή. Ακόμα θυμόταν ο «μικρός», όταν φέρανε τον πατέρα του χτυπημένο. Πήγε να πεθάνει από το κλάμα. Κι εκείνος και η μάνα του και από τότε πόνεσε τον πατέρα, κόλλησε πάνω του και προσπαθούσε πάντα να τον ικανοποιεί σε κάθε του «θέλω».
Ο αρραβώνας έγινε θέμα στο νησί. Κι αυτό γιατί το δαχτυλίδι δεν το έβαλαν στο σπίτι της νύφης, όπως ήταν το έθιμο, αλλά στο σπίτι του γαμπρού. Ο Μανόλης που λάτρευε τον πατέρα του και τον ήθελε μαζί του σε αυτή του την μεγάλη χαρά, αλλά δεν ήθελε να τον ταλαιπωρήσει στην κατάστασή του, ούτε να τον κάνει να νοιώσει άσχημα σέρνοντάς τον ανήμπορο στους δρόμους, άλλαξε το έθιμο! Έτσι ξεκίνησε με το φουσάτο του και τα πλούσια δώρα, αλλά χωρίς την μάνα και τον πατέρα του, πήγε στο σπίτι της νύφης, έγιναν εκεί οι χαιρετισμοί και τα καλορίζικα και, αμέσως μετά, πήγαν όλοι μαζί στο σπίτι του γαμπρού, όπου εκεί ο καπετάν Σάββας και η καπετάνισσα τους περίμεναν με τα καλά τους, στη μεγάλη σάλα του σπιτιού κι εκεί έβαλαν τις χρυσές τους βέρες και αντάλλαξαν τα δώρα.
Όταν τελείωσαν τα δώρα, τα κεράσματα και τα τραπεζώματα, ο καπετάν Σάββας αγκάλιασε την Ευτέρπη, την «κορούλα» του, όπως την έλεγε τώρα και ζήτησε από τον γιό του να την συνοδέψει στο σπίτι της και να συνεχιστεί εκεί το γλέντι. « Εγώ είμαι λίγο κουρασμένος και θα σας αφήσω», είπε. Και ξερόβηξε δυνατά, για να μη πάρουν είδηση το κόμπιασμά του.
Βέβαια το γεγονός διαδόθηκε την άλλη μέρα παντού στο νησί. Οι κουτσομπόλες, τα τοπικά πρακτορεία ειδήσεων δηλαδή, είχαν φροντίσει γι αυτό. Βούιζε ο τόπος, όλοι κάτι έλεγαν, οι επόμενοι πρόσθεταν και πρόσθεταν κι έτσι έφτασε το γεγονός να μεγαλώσει τόσο που γινόταν, αντί για χαρά, κατακριτέο γεγονός.
«Τα ‘μαθες αρή; Ο αρραβώνας στο σπίτι του Μανόλη. Άκου πράγματα, φωτιά θα ρίξει να μας κάψει…», φώναζαν οι Τσουκαλαήνες34, που είχαν φτάσει τα πενήντα και δεν είχαν ακόμα γνωρίσει χάδι άντρα στη ζωή τους.
«Αμ, έτσι είναι! Έτσι χαλνά ο κόσμος μαθές! Και τι παίρνει δηλαδή; Μια ποντικομαμμή που κυλιόταν με τον ένα και τον άλλο στις κουμούλες, πέρα στο λιμάνι», συμπλήρωναν οι κόρες του Βεργή του γυμνασιάρχη που ακόμα και ο ήλιος πρόσεχε να μην πέσει πάνω τους.
«Κι είδες τα βζα της; Τα ένα πιο μεγάλο απ’ το άλλο. Σαν … σαν άρρωστη ‘γελάδα…» και ξεσπούσαν σε γέλια, ικανοποιημένες με την χολή που ξέρναγαν.
Η Καλοτίνα, μέσα της χαιρόταν για τους δυό νέους που άρχισαν, κατά πως όλα έδειχναν, την νέα τους ζωή. Και την Ευτέρπη αγαπούσε, αλλά και τον Μανολιό τον συμπαθούσε, γιατί ήταν ένα νέο, ωραίο, σοβαρό παιδί που δεν φοβόταν την δουλειά. Μέσα της, τους ευχήθηκε τα καλύτερα. Ένοιωσε ένα πήδημα στην καρδιά και κάθισε στον μεγάλο καναπέ να πάρει μια ανάσα. Ήταν μόνη της και ανησύχησε σαν ένοιωσε μια αστάθεια, τα πόδια της αλλού τα ήθελε και αλλού πήγαιναν, ζαλάδα και μια θολούρα στα μάτια. Πήρε την στάμνα και έβαλε λίγο νερό να πιεί. Έπλυνε και το πρόσωπο, αλλά η ζάλη δεν έλεγε να την αφήσει. Με προσπάθεια στηρίχτηκε στο περβάζι του παράθυρου και κοίταξε λίγο θολά, τον δρόμο, τον δικό της δρόμο. Έσφιξε τα δόντια και τότε άκουσε την πόρτα ν’ ανοίγει και στο κατώφλι της αντίκρισε την μάνα της φορτωμένη με ψωμί από τον ξυλόφουρνο. Η μυρωδιά του ψωμιού την έκανε να συνέλθει προς στιγμή και ανακάλυψε ότι το στομάχι της γουργούριζε. Και οι άλλοι δεν είχαν έρθει ακόμα για φαγητό. Ούτε καν η Νικολέτα η ο Μέμος.
Προσπάθησε να βοηθήσει τη μάνα της με τα βάρη και ανακάλυψε ότι μπορούσε να περπατήσει καλά. Σταυροκοπήθηκε: «Πάει, πέρασε… από την πείνα θα ήταν μάλλον…», σκέφτηκε. Έβαλε τα πράγματα στη θέση τους και έκοψε μια γωνιά από το καρβέλι. Μοσχομύριζε τόσο που έκανε την Κυράννα να χαμογελάσει με την όρεξη της κόρης της. Ακούστηκαν τα βήματα που στάθηκαν στην πόρτα και ο πατέρας της έκανε την εμφάνισή του, με το καπελάκι του στο χέρι, το μπαστούνι στο άλλο και τα αιώνια γυαλιά του στα μάτια λες και ήταν καρφωμένα στο πρόσωπο. Η Καλοτίνα πολλές φορές είχε αναρωτηθεί, πώς μπορούσε να δει, τόσο μαύρα που ήταν.
Έστρωσε το τραπέζι σαν μαζεύτηκαν όλοι. Η Νικολέτα τους μίλαγε συνέχεια για το ραφτάδικο που δούλευε, για την μοδίστρα που έκανε τόσο ωραία φορέματα και τα Ιταλικά μεταξωτά για το χατίρι της Θάλειας της Λησγάρενας, που το έφερε ο άντρας της από την Βεγγάζη πέρυσι και σκεφτόταν όλο τον χρόνο τι να το κάνει. Κι όσο μίλαγε η Νικολέτα, τόσο γέλαγε η μάνα της, για το προκομμένο κορίτσι που έκανε.
«Με τέτοια χέρια πλιό, να δεις άντρα που θα σου λάχει μαθές…», της είπε βάζοντας με το χέρι δυό ντολμαδάκια μαζεμένα στο στόμα.
«Σφουγγαράς να μην είναι μάνα… σφουγγαράς να μην είναι…», της απάντησε εκείνη.
«Πως τα μιλάς έτσι μαθές; Τι πάει να πει, να μην είναι μηχανικός; Αυτοί είναι άνθρωποι που βγάζουσι λεφτά… κι αν είναι τέτοιος … βασίλισσα θα σ’ έχει. Ζωή και κότα θα περάσεις μαζί του…», σταμάτησε ξαφνικά να τρώει, γύρισε το βλέμμα σε όλους γύρω της και μετά ξανακοίταξε την μικρή της κόρη, «… έξω και δεν μου λες κάτι. Έξω κι έχεις κανένα στο υπόψι. Είναι έτσι; Κάποιος σε κορτάρει;»
Η Νικολέτα δεν απάντησε αμέσως, παρά σκυμμένη στο πιάτο της με το ψάρι, δεν μπόρεσε να κρύψει το κοκκίνισμα στο πρόσωπο και τα δάχτυλα που χτυπούσαν ρυθμικά το τραπέζι. Η Κυράννα τώρα την κοίταγε χωρίς να μασάει κάτι (παράξενο αυτό για την «γεμάτη» μάνα) και περίμενε την απάντηση της κόρης της. Τα μάτια της πέταγαν φλόγες και η ανάσα της είχε γίνει βαθιά και απότομη.
«Όχι βρε μάνα, μη πάει το μυαλό σου εκεί. Απλά φοβούμι τους μηχανικούς. Αυτοί αγαπάνε πιότερο την θάλασσα και τον κίντυνο, παρά τη γυναίκα τους...»
Η Κυράννα ησύχασε, ή τουλάχιστον έδειξε ότι ησύχασε, άφησε τις μασέλες της να δουλέψουν κανονικά με τα φαγητά και έριξε μια τελευταία κλεφτή ματιά προς την κόρη της, σαν να ήθελε με το τελευταίο κοίταγμα, να βεβαιωθεί.
«Και πότε λέτε να γίνει η στέψη; Σύντομα;», έσπασε τη σιωπή η Καλοτίνα ρωτώντας όλους στο τραπέζι, χωρίς να κοιτάζει κανένα ιδιαίτερα. Για μερικά δευτερόλεπτα δεν ακούστηκε κανενός η φωνή. Λες και όλοι σκέφτονταν την ερώτησή της. Η μάνα της ανέλαβε να εξηγήσει και να αναφέρει όλα όσα είχε ακούσει αυτές τις μέρες:
«Σύντομα μαθές. Σύντομα… ξέρω ότι ο Μανολιός ‘τοιμάζεται να στείλει τα ρούχα του και τα προικιά του στο σπίτι της νύφης μάλλο αυτή τη βδομάδα. Και αν δείτε το φουσάτο των στενών συγγενών του να καταφτάνουν, να ξέρετε ότι «το χαιρετός», θα είναι σύντομα. Κι αμέσως κατόπι… η στέψη. Μάλιστα εδώ στον Αι Νικόλα (έκανε τον σταυρό της…), μεγάλη η χάρη του, θα γενεί…»
Κανείς δεν βρήκε τίποτε να προσθέσει ή να διορθώσει την Κυράννα στα λόγια της. Έτσι κι αλλιώς δεν ήταν από τις γυναίκες που σήκωναν και πολλές αντιρρήσεις στα λεγόμενά τους. Μόνο τον Κλεάνθη λογάριαζε, επειδή εκείνος δεν λογάριαζε τίποτα, ακόμα και τον φοβόταν κι ας είχε αποδείξει τόσα χρόνια τι καλός γιός ήταν. Μα τώρα ο «μεγάλος» της δεν ήταν εδώ κι έτσι το πεδίο ήταν ελεύθερο. Μπορούσε να φέρεται όπως ήθελε και όσο σκληρά ήθελε σε όλους, συμπεριλαμβανομένου και του άντρα της, εκείνου του λεπτού και ευγενικού, χαμηλών τόνων κυρ Δημητρού, ο οποίος προτιμούσε να πάει για μεσημεριανό ύπνο, την «σιέστα» του, όπως την έλεγε, για να αποφύγει την γυναίκα του και την γλώσσα της.
Ο χτύπος στη πόρτα, τον έκανε να σταματήσει την στροφή που είχε αρχίσει να παίρνει προς το κρεβάτι του. Δυνατός, σαν κάποιος να χτύπαγε με τη μπουνιά το πορτόφυλλο, τόσο που νόμιζε κάποιος ότι θα άνοιγε από στιγμή σε στιγμή, χωρίς καμιά βοήθεια. Η Νικολέτα έτρεξε και τράβηξε τον σύρτη μη πέσει το ξύλο. Ο καπετάν Μικές μπήκε παραπατώντας.
«Ορέ Μιτσέ, ίντα κάνεις εκεί; Θα γκρεμίσεις μαθές τη θύρα;  Τι τρέχει; Ίντα έγινε μαθές;»
Ο καπετάνιος κατέβηκε φουριόζος τα τρία μικρά σκαλιά της εισόδου και κυριολεκτικά «χύθηκε» πάνω στην πιο κοντινή καρέκλα μπροστά του. Όλοι τον κοιτούσαν με αγωνία και απορία. Ήξεραν ότι κάτι καλό δεν μπορούσε να βγει από κείνο το στόμα, όταν το σώμα έκανε έτσι…
«Ο Μιχάλης βρε… ο Χαλίκος … κακό μαντάτο…»
«Τι έγινε μωρέ…», ρώτησε ο κυρ Δημητρός με την αγωνία ζωγραφισμένη στα μάτια του. «… τι έπαθε μωρέ ο Μιχάλης; Λέγε βρε μπεκρούλιακα…»
«Απόθανε, ετούτο έπαθε. Τον έσκασε η Βαρβάρα κι αυτόν, έτσι λένε …»
«Ποιος το λέει μωρέ αυτούνο; Ποιανού κερατά λόγια είναι; Λέγε μωρέ και μη μας σκας…»
«Ήρθε το ποστάλι του Κουρούνη και είπε ο καπετάνιος ότι αυτά είναι λόγια του Υπουργείου. Πήραν, λέει ενημέρωση από το προξενείο κάτω… στη Μπεγγάζη και έχουμι δυό σκασμένους. Ο ένας είναι δικός μας, ο Μιχάλης ο Χαλίκος και ο άλλος ένα κοπέλι από την Σύμη. Πρώτη του βολά λέει κατέβαινε οργιές και έμεινε εκεί…»
«Χτυπημένοι μωρέ ή σκασμένοι;»
«Σκασμένοι κυρ Δημητρό, σκασμένοι. Πάλι θα κλάψει το νησί … και ο Μιχάλης ήταν και παλιός και μαγγιόρος , δεν το καταλαβαίνω. Λέγουσι πως θα τον φέρουνε μαθές, δεν θα τον παραχώσουσι στην Μπαρμπαριά. Εδώ στο νησί, να τον ψάλλει παπάς δικός μας…»
Η Καλοτίνα άκουγε τους άντρες που μιλούσαν και ασυναίσθητα, κοίταξε έξω από το παράθυρό της. Έβλεπε την ίδια καθημερινή κίνηση, τα ίδια άτομα να κάνουν τις ίδιες δουλειές.
«Το έμαθε κανείς άλλος αυτό καπετάνιε; Μα τι λέγω! Ο καπετάν Κουρούνης τώρα θα το έχει διαλαλήσει παντού. Απορώ που είναι ακόμη ψύχραιμοι όλοι τους!», είπε διακόπτοντας την συζήτηση του πατέρα της με τον καπετάν Μικέ.
«Όχι, δεν το διάδωσε ακόμη πολύ. Ήθελε να πάει να το πει ο ίδιος στην κυρά του πρώτα, να την συλλυπηθεί και μετά θα πήγαινε από του Κλεάνθη, να το βγάλει βούκινο. Εγώ το ήκουσα τυχαία και έτρεξα να σας το πω…»
Ο καπετάνιος και ο κυρ Δημητρός ήτανε παλιοί φίλοι. Περίπου της ίδιας ηλικίας, πέρασαν τα παιδικάτα τους μαζί στην Μικρά Ασία. Πετρουμιανός ήταν κι αυτός, ήρθαν στην Ελλάδα μαζί, στη Κάλυμνο, κατοίκησαν κοντά. Ο ένας στράφηκε στο εμπόριο, ο άλλος στη θάλασσα, αλλά πάντα αχώριστοι στη ζωή και στη διασκέδαση. Και τον καπετάνιο, τον είχε στεφανώσει με την Υπαπαντή ο κυρ Δημητρός. Ένωσαν και αίματά τους με συγγένεια, κάτι που πάντα επιθυμούσαν και οι δυό.
«Για πε μου τώρα τι έγινε, που έγινε και πάνω απ’ όλα… πως έγινε;». Η φωνή του κυρ Δημητρού ήταν τώρα τόσο σοβαρή που νόμιζες ότι ακουγόταν να έβγαινε από εξομολογητήριο. Η Καλοτίνα ξανακοίταξε έξω από το παράθυρο, πρόσεξε την Θεμελίνα που κουβαλούσε προζύμι και δάφνη, είδε τον Μιχάλη τον Μαρούκο με τον Νικήτα τον Κουκουβά, να είναι φορτωμένοι με μεγάλες καλαθούνες για καθετή και τον «φίλο» της τον γερό Νιανιό, ξυπόλυτο με τα «χτυπημένα» χταπόδια στο χέρι. Δεν θέλησε να γυρίσει το βλέμμα στον καπετάν Μικέ, όσο εκείνος θα έλεγε τα καθέκαστα για τον Μιχάλη τον Χαλίκο. Χωρίς να το καταλάβει, αντίκρισε τα μάτια της μάνας της και παρατήρησε ότι η σκληρή και αγέρωχη Κυράννα, είχε δάκρυα που προσπαθούσε όσο μπορούσε να τα κρύψει.
«Όταν έφυγε το Πάσχα ο Μιχαλιός, λέει ο καπετάν Κουρούνης, άφησε όλα του τα λεφτά στην κυρά να τα τιμονεύσει. Λέει ότι μόνο δυό – τρεις χρυσές είχε μαζί του και ζήταγε όλο και πιο πολλούς βούτθους από τον κολαουζέρη. Κι εκείνος ήταν μετά τον καπετάνιο ο υπεύθυνος για κουππάες35 και μηχανικούς… για όλους. Όμως πρώτα έπρεπε να προσέχει τους μηχανικούς, πρώτα δηλαδής αυτούς που κατεβαίνουν στο βυθό και μετά τους άλλους. Έπρεπε να βλέπει τις μπουρμπουλήθρες τους, να μετρά τα γράδα τους, πόσα νερά είναι κάτω, πόσα λεφτά πρέπει να τους κάνεις. Και ο Μιχάλης, λέει ο καπετάν Κουρούνης, ζητούσε όλο μόλα, γιατί είχε βρει σφουγγάρι καλό και είχε ανάγκη την μονέδα. Κι ο κολαουζέρης τον άφησε πάνω από μια. Όμως ήταν βαθιά και δεύτερη και τρίτη δεν του έπρεπε. Ο καπετάνιος δεν ήταν παρών, έτσι ειπώθηκε σαν το λιμεναρχείο έστειλε για ανάκριση γιατί ο Μιχάλης χτυπήθηκε και έσκασε. Λένε ότι ο κολαουζέρης δεν ήταν τόσο άξιος στη δουλειά του…»
«Ποιος ήταν ο κολαουζέρης; Καλύμνιος μαθές; Δικός μας;»
Ο καπετάν Μικές, ανασήκωσε τους ώμους και σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπο.
«Εν ξέρω μαθές. Λέγουσι πως είναι Πατηνιός, τον έχουνε από πέρυσι βοηθό και φέτο σαν πρώτο κολαούζο. Τι να είπω πλιο… όλα πήγασι στραβά, συμφωνημένα  να το φάει η θάλασσα το παλικάρι. Για το άλλο το παιί το Συμιακό, εν έμαθα πολλά. Αλλά δυό βολές σε δυό μέρες… ε πάει πολύ. Κι ας είχαν αλλάξει κολαουζέρη. Αλλά νομίζω ότι ο μικρός έπαθε ‘νακοπή στο νερό μέσα. Δεν τον κράταγε η καρδιά ως φαίνεται…»
Η Νικολέτα είχε χλομιάσει και τα χέρια της τρέμανε σαν σταμάτησε την εξιστόρηση ο καπετάν Μικές. Γύρισε το βλέμμα στη μάνα της:
«Φέρνουσι μονέδες το λοιπό οι μηχανικοί ε; Άντες τώρα στη γυναίκα του να τα πεις μάνα. Να κρατήσει τις μονέδες να τον θυμάται τον Μιχάλη. Τι μου λες…»

Τετάρτη, 3 Αυγούστου 2016

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

«Ακούτε τον ραδιοφωνικό σταθμό των Ενόπλων δυνάμεων. Και τώρα ένα μουσικό πρόγραμμα…»
Το μικρό ραδιόφωνο με τα άσπρα κουμπιά, πάνω στο πράσινο ράφι με το διχτάκι και τους αστερίες σαν διακόσμηση, προσπαθούσε να διασκεδάσει τους θαμώνες του καφενέ, μέσα από μακρόσυρτα παράσιτα και εκνευριστικούς ραδιοφωνικούς θορύβους. Κάποια στιγμή ο Κλεάνθης προσπάθησε να «καθαρίσει» τον ήχο του γυρνώντας ότι κουμπί έβλεπε, αλλά αποδείχτηκε μάταιος κόπος. Στα τραπέζια είχαν μαζευτεί οι γνωστοί του θαμώνες, κάτι γέροι ναυτικοί που ίσως και να μην καταλάβαιναν την ηλικία τους, όλοι σχεδόν παλιοί σφουγγαράδες και κολαούζοι και οι περισσότεροι απ’ αυτούς κρατούσαν μπαστούνια ή πατερίτσες.
Έκαναν αρκετή φασαρίες και προσπαθούσαν όλοι να ακουστούν πάνω από τους άλλους, με αποτέλεσμα να ανεβάζουν συνεχώς όλο και πιο πολύ την ένταση της φωνής. Ο Κλεάνθης, χωρίς ιδιαίτερη βιασύνη, πήγαινε καφέδες και τσίπουρα, από το ένα τραπέζι στο άλλο, έφτιαχνε μεζέδες και έκοβε ψωμί, με την βοήθεια του Τόλη του Φιάκα, ενός δεκαπεντάχρονου παιδιού, που, δεν χρειαζόταν κάποιος να έχει δίπλωμα γιατρού, για να καταλάβει ότι το μυαλό του δεν λειτουργούσε στα σωστά του. Κάθε τόσο, σκόνταφτε και στα πόδια κάποιας καρέκλας, δίνοντας το έναυσμα για γέλιο στους παλιούς ναυτικούς και να του φωνάζουν περιπαιχτικά: «Σκαλούνι βρε Φιάκα. Εν τω γλέπεις μαθές;»
Σήμερα πάντως, υπήρχαν και δυό νέα πρόσωπα στο μαγαζί. Κάθονταν σε μια άκρη, κοντά στα τζάμια που έβλεπαν στο λιμάνι, δυό νεαροί, λεπτοί και καλοντυμένοι, μάλιστα ο ένας φόραγε και γραβάτα, μια  στενή μονόχρωμη γραβάτα πάνω σε ένα ταλαιπωρημένο λευκό ( ο Θεός να το κάνει λευκό ), πουκάμισο με μαλακό γιακά. Το κουστούμι του ήταν στενό και στους αγκώνες φθαρμένο, αλλά σε καλή, γενικώς, κατάσταση. Έπαιζε με ένα μολύβι, κάτι έγραφε στο επίσης ταλαιπωρημένο μπλε τετράδιο με τα γυριστά από την χρήση άκρα των φύλλων του και συνομιλούσε με τον φίλο του. Είχαν παραγγείλει καφέ «Τούρκικο» γλυκό, αλλά από το βλέμμα τους, καταλάβαινε κάποιος, ότι δεν τον απολάμβαναν. Τα μάτια τους έψαχναν κάτι άλλο. Όλο κοίταζαν τον Κλεάνθη, κάτι έλεγαν μεταξύ τους και ξαναγύρναγαν τα μάτια στον κάπελα.
Ο άντρας δεν άργησε να καταλάβει την πρόθεσή τους να του μιλήσουν και έτσι τους πλησίασε με ερωτηματικό ύφος. Όλοι μέσα στο μαγαζί, τους είχαν προσέξει και φυσικά όλοι καίγονταν από την επιθυμία να μάθουν «από πού κράταγε η σκούφια τους». Ο Κλεάνθης τους πλησίασε και τους ρώτησε αν ήθελαν κάτι άλλο. Προσκαλέστηκε στο τραπέζι τους, εκείνος κοίταξε τον Φιάκα και δέχτηκε. Μάλιστα έφερε και τον καφέ του, να τον αποτελειώσει εκεί. Του πρόσφεραν τσιγάρο, το άναψε και τους ρώτησε:
«Ξένοι; Πρώτη βολά στο νησί μας μαθές;»
Οι υπόλοιποι θαμώνες συνέχιζαν την συζήτησή τους, λίγο πιο χαμηλόφωνα τώρα, με τα μάτια στραμμένα με περιέργεια στο τραπέζι των «ξένων». Σε λίγο θα ήξεραν και μάλλον θα αδιαφορούσαν, συνεχίζοντας τα δικά τους.
Ο Κλεάνθης, με την απλοϊκότητα του νησιώτη, έμαθε ότι ήταν δημοσιογράφοι… ή κάτι τέτοιο τουλάχιστον και πως έγραφαν ένα κείμενο για μια Αθηναϊκή εφημερίδα. Είχαν έρθει με το «Μιαούλης» εψές και έψαχναν να μείνουν κάπου, αλλά και να γράψουν διάφορες θαλασσινές ιστορίες, αφού το θέμα τους ήταν: «Το κυνήγι του βυθού». Και που αλλού θα μπορούσαν να καταλάβουν το επάγγελμα αυτό, έξω από την Κάλυμνο, το νησί των σφουγγαράδων. Και που αλλού θα μπορούσαν να βρουν καλύτερη ευκαιρία για να ακούσουν ιστορίες, από τον «Βυθό», τον καφενέ του Κλεάνθη.
Τα νέα μεταδόθηκαν αστραπιαία σε όλο το μαγαζί, στα αυτιά όλων και στις καρδιές τους που αναπήδησαν αφού κατάλαβαν να πουν τις ιστορίες τους, να τις μάθει όλος ο κόσμος και πέρα στην άκρη της Ελλάδας, μακριά από το νησί τους. Να πουν τον πόνο τους, το παράπονό τους και τις αλήθειες του μόχθου.
Χωρίς να το καταλάβουν και οι ίδιοι πως, μαζεύτηκαν σχεδόν γύρω από το τραπέζι των ξένων. Ο Σκεύος ο Χατχηγιώργης, ο Γιαννιός ο Τριαντάφυλλος ο Ψαροφαομένος (γιατί τον παππού του, τον είχε φάει σκυλόψαρο στη βουτιά), ο Πέτρος ο Κουμάντας (τον έλεγαν Κουμάντα γιατί ήταν κολαουζέρης), ο Γιάννης ο Στεφανιδάκης ο Μάγκας, ο Λευτέρης ο Γκιννής ο Τσίφτης και  όλοι οι άλλοι, παλιοί και αλατοταϊσμένοι άνθρωποι της θάλασσας. Και φυσικά ο καθένας θέλησε να μιλήσει στους ξένους για τα δικά του. Να πει την ιστορία του. Οι δυό Αθηναίοι, κέρασαν τσίπουρο όλο το μαγαζί, κάτι που έγινε δεκτό με χαρά.
«Εσύ παππού…», ρώτησε αυτός με την γραβάτα, «… βουτηχτής ήσουν;», τον πιο κοντινό του γέρο.
Ο γέρο Γκιννής χαμογέλασε και ακούμπησε το πηγούνι του στην μπαστούνα που κρατούσε.
«Ναι γιέ μου. Και μηχανικός και καπετάνιος μετά. Απ’ όλα ήμουν…»
«Δηλαδή; Ξεκίνησε από βουτηχτής και μετά πήρες δικό σου σκάφος…», ρώτησε ο ίδιος νεαρός σημειώνοντας στο τετράδιό του
«Οχτώ χρόνων, ο πατέρας μου έσκασε με το σκάφανδρο…», άρχισε ο θαλασσόλυκος να λέει, «… και τον έχωσαν στην άμμο της Αφρικής. Κι εκεί μείνασι τα κόκκαλα του για πάντα. Σε ηλικία δώδεκα ετών, βλέποντας τις ανάγκες της οικογένειάς μου, που δεν είχαμε πατέρα να μας προστατέψει, μπήκα στα σφουγγαράδικα ως ναυτάκι. Έμαθα καλά τη δουλειά, μεγάλωσα κι έγινα δυνατός και όταν πήγα στο στρατό μετά πάλευα σαν παλαιστής, παίρνοντας κύπελλα. Σχεδόν όλα μου τα χρόνια δούλευα με τον θείο μου, της μάνας μου τον αδερφό, τον Παντελή τον Γκιννή. Ανέλαβα τη θέση του κουμάντου – κολαουζέρη και καπετάνιος στο ένα μηχανοκάικο του συγκροτήματος και εξελίχτηκα σαν ένας από τους καλύτερους στη δουλειά αυτή. Ήξερα τη θάλασσα, τα σημάδια του καιρού, με χάρτη και μπούσουλα, δεν έχανα ποτέ τον προορισμό μου, έπαιρνα μακρινές πορείες και πήγαινα πάντα ακριβώς, χωρίς να χάνω τη ρότα μου και τα έβγαζα πέρα, πρώτος καπετάνιος. Ιδίως γνώριζα άριστα τα σημάδια του βυθού, πως ν’ ανακαλύβω μέρη με πολλά σφουγγάρια. Από πάνω από το καΐκι να ανιχνεύω έως τριάντα οργιές, βλέποντας το χρώμα της θάλασσας, τους βράχους, τα φύκια. Με αυτό το σύστημα έστελνα τους δύτες μου στον βυθό με σιγουριά, ότι θα βγάλουν πολλά σφουγγάρια.
Ο καπετάνιος – ιδιοκτήτης, βρισκόταν στην μπρατσέρα με το πλήρωμα, επιβλέποντας την δουλειά, την επεξεργασία σφουγγαριών και κάθε βράδυ πηγαίνοντας εκεί του έδινα αναφορά τι σφουγγάρια βγάλαμε. Είχαμε και χρονιά που το συγκρότημα ήταν και εβδομήντα άτομα. Τα καΐκια ήταν μαγγιόρα και κάθε δεκαπέντε μέρες μονοιάζανε πολλά σφουγγάρια κι έκαναν πάνω στη μπρατσέρα λιάστρια24, οι άνθρωποι της κουβέρτας.
Για να βγάζουν οι δύτες πολλά σφουγγάρια αναγκαζόμουν να τους πιέζω κι αυτό για να ευχαριστήσω τον καπετάνιο, που εκείνος με τη σειρά του, αν οι άνθρωποι στο μηχανοκάικο δε βγάζανε σφουγγάρια, ξεσπούσε πάνω μου, θεωρώντας με υπεύθυνο. Έτσι, πολλές βολές τα πληρώματα τα έβαζαν με τα κουμάντα. Οι καπεταναίοι ήταν αυστηροί και σκληροί. Ο ένας πίεζε τον άλλο. Το μαγγιόρο μηχανοκάικο είχε δεκατέσσερις μηχανικούς, το μεζάρικο οκτώ. Κάθε χρόνο, τις περισσότερες βολές, φεύγαμε Μεγαλοβδόμαδο ή και Μεγάλο Σάββατο. Έσφαζα το αρνί, σταύρωνα με το σφουγγάρι, με το αίμα του την πόρτα του σπιτιού μου και φεύγαμε, αφήνοντας τέτοια Άγια Μέρα, τη γυναίκα και τα παιδιά μας να κάνουσι Πάσχα μοναχοί τους κι εμείς πηγαίναμε στην Νερά και τη Τέλεντο, μονάχοι σαν εξόριστοι. Εκεί κάναμε Πάσχα. Οι καπεταναίοι όμως έκαναν Πάσχα στα σπίτια τους, μας εδίνασι βασιλική διαταγή να φύγουμε κι αυτό για να μη ζητούν λεφτά οι δύτες και τα πίνουν κρασί στις ταβέρνες. Τους δύτες, τους καθοδηγούσα στο βυθό, ανάλογα τις δυνάμεις και τις δυνατότητες του καθενός…»
Ακούστηκαν μερικές επιδοκιμασίες που βεβαίωναν την αλήθεια των λόγων του Κυρ Λευτέρη του Γκιννή και μερικές μουρμούρες από τους ανθρώπους που ήξεραν πολύ καλά το θέμα αυτό. Ο «Τσίφτης», έβηξε λίγο, καθάρισε το λαιμό του και συνέχισε:
«… κάθε βράδυ στη μπρατσέρα, όταν καθίζαμε να φάμε το μοναδικό γεύμα της ημέρας, ο καπετάν Γκιννής, ο θείος μου, ήταν μερακλής κι άρχιζε το τραγούδι. Τον Ντιρλαντά, το Γιαλέσα, εκείνος τραγουδούσαμε, εμείς χτυπούσαμε παλαμάκια στο ρυθμό και τραγουδούσαμε όλο το τσούρμο μαζί, με κέφι. Αυτό είχε επίδραση στη ψυχολογία όλων και απέδιδαν πολύ στη δουλειά τους, βγάνοντας πολλά σφουγγάρια. Ήταν δύσκολη, κουραστική δουλειά, αλλά μάθαμε αυτό τον τρόπο ζωής και μέχρι τώρα μαθές, φτιάχνω καβουρμά και τον τηγανίζω με τα αυγά και τον τρώω κι ενώ είμαι τόσο χρονών, δεν έχω ξεχάσει το συνήθειο ότι τρώγαμε το βράδυ και σήμερα μόλις βραδιάσει, όλη τη νύχτα μπαινοβγαίνω στη κουζίνα και τρώω. Μου έμεινε συνήθειο από την σφουγγαροδουλειά», και λέγοντας αυτό το τελευταίο γέλασε με την καρδιά τους μέχρι που τα μάτια του κοκκίνισαν και δάκρυσαν, όπως δάκρυσαν και των άλλων δίπλα του.
Σήκωσε το χέρι και με το ποτήρι γεμάτο ρακή, χαιρέτισε όλους. Και ήταν χαιρετισμός από καρδιάς.
«Άντε και πολύ νωρίς αρχίσαμε το πιοτί. Να δούμε που θα μας βγάλει σήμερα αυτό, να δούμε τι θα ακούσουμε από την Μαριώ το μεσημέρι…», συμπλήρωσε και το ήπιε μονορούφι με ένα τίναγμα του κεφαλιού προς τα πίσω.
Ο νεαρός δημοσιογράφος, δεν σήκωσε το κεφάλι από το τετράδιό του. Σημείωνε με μανία με το μολύβι του το οποίο κάπου – κάπου το σάλιωνε και προσπαθούσε να θυμηθεί όλα τα ειπωμένα από το γέρο ναυτικό. Μόλις αντιλήφθηκε την φασαρία που ακουγόταν τώρα γύρω του, σήκωσε το κεφάλι έκπληκτος. Οι ναυτικοί είχαν γελαστά πρόσωπα, τα ποτήρια στο χέρι, μόνο ο Αθηναίος έπινε ακόμα καφέ και …
Βρέ ντιρλαντά, ντιρλανταντά, βρε ντιρλαντά και τέζα όλοι
και πώς θα πάρουμε την Πόλη, ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά
Από την πόλη την καλή ήρθε μια σκούνα με πανί.

Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά, ω ντιρλαντά και δεν τελειώνει
βρε ντιρλαντά με ζαχαρώνει,
Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά, να το χαρώ που με κοιτά
Ω ντιρλαντά βρε λεβεντόνια, βρε και της Μπαρμπαριάς γλαρόνια.

Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά, ω ντιρλαντά βρε και βραδιάζει
βρε κι η κουβέρτα αναστενάζει
Βρε και ο μάγερας φωνάζει, ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά
Βρε ντιρλαντά και τέζα όλοι και πώς θα πάρουμε την Πόλη.

Από την πόλη την καλή, ήρθε μια σκούνα με πανί
Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά, αχ η Μαρία του Μηνά
Επάνω στ’ άσπρο της ποδάρι θα πάω να δέσω παλαμάρι.

Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά, ω ντιρλαντά θα δέσω κόμπο
βρε στον λαιμό τους των αρχόντων
Να πέφτει ο κόμπος στο κοπάλι, στην Κατερίνα του τσαγκάρη
Βρε θα τη βάλω μες στην πλώρη και θα της κάμω γιο και κόρη.

Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά, ω ντιρλαντά και σεις λεβέντες
βρε θα σας δώσω εγώ βιολέτες
Θα δώσω σ’ όλους από δύο βρε και του Γιώργη δε του δίνω
Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά, ω ντα ντα ντα, ντιρλανταντά
Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά...
… ακούστηκε το τραγούδι από όλες τις γεροντικές και βραχνές φωνές του καφενέ. Ακόμα και ο Κλεάνθης, συγκινημένος είχε αρχίσει να τραγουδά, να σκουπίζει τα μάτια, κόκκινος από πιοτί και συγκίνηση, μπρος στα έκπληκτα μάτια και τα ανοιχτά (ηλιθίως ανοιχτά) στόματα των δυο Αθηναίων. Σηκώθηκε και πήρε το μπουκάλι με το τσίπουρο, πέρασε από κάθε τραπέζι και ξαναγέμισε τα ποτήρια. «Κερνάω παιδιά…», είπε με κομμένη την ανάσα. Φώναξε τον Φιάκα να μαζέψει τα φλιτζάνια του καφέ των δυό δημοσιογράφων και τους έβαλε, με το ζόρι σχεδόν, να πιούν το τσίπουρο του νησιού του. Ήθελαν δεν ήθελαν τα ανθρωπάκια, το κατέβασαν μονορούφι, βήχοντας στο τέλος από την κάψα του πιοτού.
Προσπάθησαν να μπουν στο κλίμα της παρέας, προσπάθησαν να τραγουδήσουν το επόμενο τραγούδι, αλλά το μόνο που κατάφεραν ήταν να επαναλαμβάνουν τις καταλήξεις και το ρεφρέν. Πάντως έδειχναν (το τσίπουρο;) να έχουν κι αυτοί το ίδιο κέφι με τους ναυτικούς:
E, γιάλεσα γιαλέσα,
αγάντα γιαλέσα
γιαλέσα ε, γιαλέσα,
αγάντα γιαλέσα
γιαλέσα βρε λεβέντες, σας κόψω γω βιολέντες
βρε όλων όπο ένα δύο
βρε της Μαρίκας δε της δίνω
γιαλέσα λεβεντόνια,
της Mπαρμπαριάς γλαρόνια
γιαλέσα ε, γιαλέσα,
Kόρη και νιός ’ρωτεύουνταν από το παραθύρι
ο νιός τση ζήτα το φιλί κι η κόρη δαχτυλίδι
γιαλέσα ε, γιαλέσα,
- Mήπως νομίζεις το φιλί πως καταγής κυλιέται;
Ασήμι ν-εζυγίζετο και μάλαμα πουλιέται.
Kι ο νιός από τη λύπη του στο σπίτι του πηγαίνει
γιαλέσα ε, γιαλέσα,
- Στρώσε μάνα την κλίνη μου κι ο γιούκας σου ποθαίνει.
- Tι μού ’χεις γιούκα μου και κλαις και βαριονεστενάζεις;
Γιατροί μπαίνουν, γιατροί βγαίνουν δε βρίσκουν την αιτία
κι ένα μικρό γιατρόπουλο από την Ελβετία
όσ' έπιασε το χέρι του...
γιαλέσα ε, γιαλέσα,
Έτσι έφτασε το μεσημέρι και ακόμα δεν είχαν μιλήσει οι άλλοι θαλασσόλυκοι καπεταναίοι και μηχανικοί. Και πόσο πολύ το ήθελαν! Ο Ψαροφαομένος ο Γιαννιός, σηκώθηκε όπως μπορούσε και άνοιξε τα χέρια σε σταυρό, προσπαθώντας να κάνει τους άλλους να σταματήσουν τα τραγούδια και τις χαρές. Σαν Ψαροφαομένος, ενέπνεε τον σεβασμό στους άλλους κι έτσι τα πνεύματα ησύχασαν και έγινε πάλι σιωπή στο μαγαζί. Πήρε το λόγο κοιτώντας τον δημοσιογράφο:
«Γράφεις το λοιπό γιέ μου για ιστορίες από τον βυθό; Λέγεις για τους μηχανικούς και το ψάρεμα του σφουγγαριού; Να σου πω το λοιπό κι εγώ μια ιστορία, όχι μόνο να την γράφεις στη ‘φημερίδα σου, αλλά να την λες στα εγγόνια σου, όταν κάμεις. Με λένε Γιάννη μα το παράνομά μου είναι Ψαροφαομένος. Τον παππού μου, τον έφαε το ψάρι όπως κατέβαινε στο βυθό. Πέρασε από το στόμα του καρχαρία και βρέθηκε στην κοιλιά του νοιώθοντας μεγάλη βράση, αλλά ευτυχώς τον ξέρασε και πέρασε με τα ποδάρια του πάλι από το στόμα του ψαριού. Αλλά τα σκουρόφερε, γιατί τα κοφτερά του δόντια και τα σπάραχνα καταξέσκισαν τις σάρκες του. όμως, ευτυχώς που η γάσα στο χέρι δεν κόπηκε, να φύγει η σκανταλόπετρα και μπόρεσαν να τον τραβήξουν γρήγορα απάνω, πριν τον φάει κανονικά το σκυλόψαρο. Στο νοσοκομείο της Αθήνας τον φώναξε ο βασιλιάς Γεώργιος στα ανάκτορα, του έδωσε χαρτί ότι είναι ο νέος Ιωνάς και του είπε να γυρίζει μ’ αυτό να τον βλέπουν με εισιτήριο. Θα ήμασταν πλούσιοι τώρα, αλλά οι παλαιοί είχαν φιλότιμο. «Περίγελο θα γίνω;» του είπε και δεν δέχτηκε. Ο παππούς μου είχε τρεις αδερφές λεύτερες, αταχτοποίητες. Αυτός ήθελε να παντρευτεί την παλιά25 μου. Του λέει η μάνα του: «Περίμενε να σάξουμε τις αερφές σου και μετά παντρέψου», όμως εκείνος απάντησε: «Άμα περιμένω τόσο καιρό, θα μου την πάρει άλλος» και την παντρεύτηκε παρά την θέληση των γονιών του και ειδικά της μάνας του. Εκείνη τον καταράστηκε: «Το ψάρι να σε φάει και να σε ξεράσει». Γι αυτό ευχή του γονιού αγόρασε και σε βουνό ανέβα. Η παλιά μου μετά έβαζε νερό και αλάτι και τα σκόρπιζε να διαλυθεί η κατάρα. Τον είδα όταν ήμουνα δεκατριών χρονών. Το σώμα του ήταν καταφαομένο». Σταμάτησε την αφήγησή του και σήκωσε το ποτήρι του προκαλώντας και τους άλλους να κάνουν το ίδιο. Κάτι σαν μνημόσυνο λάμβανε μέρος, αλλά αυτό συνέβαινε σχεδόν κάθε μέρα, μόνο που τώρα δεν αναμασούσαν τις ιστορίες τους μεταξύ τους. Κάποιος άγνωστος τις άκουγε, τις μάθαινε και μάλιστα θα τις διέδιδε σ’ όλο τον κόσμο. Και αυτό τους άρεσε. Ένοιωθαν ότι έφευγαν από τα στενά όρια του νησιού τους, από την θάλασσα που τους έπνιγε μέρα με την μέρα, ότι αν και η πολιτεία δεν τους θυμόταν, κάποιοι θα έβλεπαν τον πόνο τους και οι ψυχές των πεθαμένων αλλά και τα βάσανα των ζωντανών, θα έβρισκαν διέξοδο και αναγνώριση. Και πάνω απ’ όλα… έπρεπε να τα πουν, να τους θαυμάσουν οι άλλοι, να θαυμάσουν και οι ίδιοι τον εαυτό τους.
Ο Γιάννης ο Μαγκλής ήταν παλιός σφουγγαράς και τα μάτια του είχαν δει τόσα πολλά, που αν τα έλεγε θα μπορούσε να μιλά για αιώνες. Τράβηξε την καρέκλα του, κάποιοι από σεβασμό έκαναν χώρο δίπλα στο τραπέζι των … δημοσιογράφων ή ότι άλλο ήταν αυτοί οι τύποι και σήκωσε το ποτήρι του με την ρακή, στο πρόσωπο σχεδόν του νεαρού με την γραβάτα. «Να είστε καλά παιάτσια μου που φροντίζετε να μάθει ο ντουνιάς τα καμώματά μας. Να είστε καλά και η πένα σας να βγάλει φωτιά και κύμα, να κάψει και να πνίξει όλους αυτούς τους … πως τους λέτε… καλαμαράδες στα υπουργεία στην Αθήνα, που έχουν ξεχάσει το νησί μας και τον μόχθο μας…». Ήπιε το πιοτί του χωρίς ανάσα και σκούπισε το στόμα και τα γένια με το χέρι.
«Να υποθέσω καπετάνιο, ότι κι εσύ σφουγγαράς ήσουνα ε;»
«Ναι, να το ‘ποθέσεις. Αλλά όχι καπετάνιος, μόνο μηχανικός. Αυτό που είπες … σφουγγαράς ή δύτης. Ξεκίνησα από δεκαοχτώ χρονώ σ’ αυτό το επάγγελμα με το σύστημα σκαντάλι, με καπετάνιο τον Μανώλη τη Ρούμα. Πήγα και με τον Μικέ, τον αδερφό του, τα Τοπάκια και τον Παρθένη από το χωριό και με τα αδέρφια τα Πετρουμιανά26, από δω από τον Αι Νικόλα. Εκείνα τα χρόνια ήταν τίμια, όλα καθαρά…», χτύπησε το ποτήρι στο τραπέζι και ο Κλεάνθης βιάστηκε να φωνάξει τον Φιάκα να φέρει καινούργιο μπουκάλι, «… ότι βγάζαμε τα μοιράζαμε ούλα, με μερδικό ήμασταν. Μετά πήγα με σκάφανδρο και μουτσούνα φερνέζ27. Κι έπαψε η ομόνοια σε αυτό το επάγγελμα. Μεταξύ όλων μας μπήκε η ζήλια, το κοντρέστο28, ποιος θα βγάλει περισσότερα να γενεί ο πιο μαγγιόρος. Έτσι άρχισαν οι θανάτοι και οι αναπηρίες.
Με περικεφαλαία πήγα με τον Σιδέρη τον Σκεύο. Πήγα και αυτόνομο με τις μποτίλιες με τον Γόνατο. Οι μποτίλιες είχαν διακόσιες ατμόσφαιρες αγέρα. Έπρεπε να έχεις τα μάτια δεκατέσσερα. Να ρουφάς πολύ το οξυγόνο μέσα. Εγώ κρατούσα την ανάσα μου και στα είκοσι μέτρα, έκαμα στο βυθό δυό και βάλε ώρες. Ότι και να σου τύχαινε έλεγχες μόνος σου τον εαυτό σου. Μια βολά στη βούτθα μου βλέπω στα σαράντα μέτρα άνθρωπο να μου γνέφει με τα χέρια με αγωνία. Φορούσε μουτσούνα φερνές και δεν του ερχόταν αγέρας από πάνω από το σωλήνα. Είχε πάθει ζημιά η μπόμπα που έστελνε τον αγέρα κάτω. Μέχρι να ανέβει στην επιφάνεια θα έσκαζε. Πάω κοντά του και του δίνω να αναπνεύσει οξυγόνο και αρχινώ ανεβαίνοντας και οι δυό, μια εγώ μια εκείνος και καταφέραμε να βγούμε στην επιφάνεια.
Η μηχανή με χτύπησε δυό βολές δυνατά. Τη μια με τον Γόνατο και τον αδερφό του στη Μπεγγάζη. Κατέβηκα και άργησα να βγω πάνω. Όταν ανέβηκα με είχε μαγκώσει η μηχανή. Ζαλίστηκα κι έπεσα χάμω. Με έβαλαν κάτω και έκαμα οξυγόνο και κάθε μέρα συνέχιζα ρηχά – ρηχά και συνήλθα. Άλλη μια βολά, παραμονή της Παναγιάς ξαναχτυπήθηκα αλλά σοβαρά, βαριά. Ήμουνα με τον Κουκουβά. Πήγαινα μαζί του τέσσερα χρόνια συνέχεια. Μου έκαναν οξυγόνο, αλλά το πρόβλημα συνέχιζε. Με βγάλανε με ένα ναύτη στην αμμουδιά, μου έκανε λάκκους στην άμμο και με έχωνε μέσα. Έτσι ανοίγανε τα αγγεία μου και κυκλοφόραε το αίμα. Μόνο το κεφάλι μου φαινότανε. Μου έκαμε και γυμναστική και τριψίματα με λάδι. Εκάτσαμε εκεί μόνοι μας δέκα μέρες και γίνηκα καλά και ξαναμπήκα στο καΐκι. Ο καπετάνιος είχε φοβηθεί και μου λέει, δίνοντάς μου το κλειδί του μπαούλου του: «Άνοιξε το μπαούλο μου, πιάσε το ναυτολόγιο σου και τριακόσιες λίρες, θα σε στείλω στη Κάλυμνο. Αφού τη γλίτωσες, φύγε, πάενε στα παιδιά σου». Εγώ διαμαρτυρήθηκα, ότι θέλω να μείνω μέχρι το τέλος του Σεπτάμβρη για να βγώ στη Ντέρνα, να ψωνίσω στα παιδιά και τη γυναίκα μου, αλλά ο καπετάνιος μου λέει: «Φύγε. Δώσε μου το κλειδί του μπαούλου σου κι εγώ θα στο γεμίσω και θα στο φέρω στη Κάλυμνο». Κι έτσι κι έγινε. Με πήγε στο προξενείο και με απόλυσε και πήγα αεροπορικώς Αθήνα και με καράβι Κάλυμνο. Κι όταν ήρθαν, μου έφερε στο σπίτι γεμάτο το μπαούλο μου και χάρεψα τα παιϊά μου και τη γυναίκα μου. Κάθε βράδυ μαζί με τη γυναίκα μου, περπατούσαμε από το χωριό, πηγαίναμε «μπροστά29» κι έγινα εντελώς καλά. Τώρα βέβαια με την αλλαγή του καιρού το πόδι μου νετινάζεται μόνο του. Άλλοι βέβαια σ’ αυτή τη δουλειά χάσανε τη ζωή τους…» έκανε τα σταυρό του και μετά δείχνοντας με το χέρι κάπου αόριστα προς το μέσα μέρος του καφενέ, «… ή μέινανε ανάπηροι.


Όταν βουτούσα κάτω στο βυθό, πολλές βολές έβλεπα νεκροκεφαλές. Οι Αιγινιώτες τους έβαζαν σε τσουβάλια με πέτρες και τους σαούρωναν στο βυθό τους νεκρούς τους. Εμείς τους θάβαμε στην άμμο. Μια βολά του Αι Γιαννιού, είκοσι εννέα Αυγούστου, ο καπετάνιος, επειδή ήταν η γιορτή μου, μου είπε να μη δουλέψω εκείνη την ημέρα και βγήκα στο Ασπρονήσι με τη βάρκα να ψαρέψω σκάρους. Και όπως βγήκα στο νησί για την ανάγκη μου, πήγα να πιάσω πέτρα να σκουπιστώ και ήταν κουφά. Όλο το μέρος ήταν τάφοι σφουγγαράδων. Τους χώνανε και φεύγανε πολλούς έφαγε αυτή η δουλειά. Φταίγανε και τα μυαλά μας που κάναμε του κεφαλιού μας και όλο φόρα, φόρα κολαούζο ζητούσαμε, όταν ο κολαουζέρης μας χτυπούσε να ανέβουμε απάνω. Εμείς για να πιάσουμε σφουγγάρια δεν καταλαβαίναμε τίποτα. Εγώ σήκωνα μαζαρόλια30, ήμουν βαθύτης και μαγγιόρος, άλλοι όμως δεν αντέχανε και ο κολαουζέρης πρέπει να ξέρει τη δύναμη του καθενός και να μην παραβιάζει τις δυνατότητές τους. Γιατί ενώ κάποιοι δεν αντέχανε, τους έστελνε βαθύτερα κι έτσι την πάθαιναν.
Τώρα για την τροφοδοσία εμείς οι δύτες μια βολά το βράδυ τρώγαμε και πολλές βολές βρίσκαμε και ψωμούχες στην σκουτέλα31. Πεινούσαμε. Το λάδι που μας βάζανε στο φαί, λιγοστό. Οι καπεταναίοι ψωνίζανε ότι έλεγε το κοντράτο, αλλά αφήνανε τα περισσότερα στα σπίτια τους, να φάνε τα παιδιά τους και τα κόβανε από το μερδικό μας. Εγώ, βέβαια, κρατούσα μαζί μου δολάρια και τις σχόλες, όταν έβγαινα στη στεριά, ψούνιζα φαγιά, αλλά έβλεπα και τους άλλους που δεν είχαν και τους έδινα. Το νερό με τα αρμυρά και τον καβουρμά που τρώγαμε ‘νάβαμε. Μια βολά σηκώνομαι τη νύχτα να πιώ νερό από την βαρέλα. Μου λέει του καπετάνιου ο αδερφός: «Γιάννη διψώ, βάλε μου ένα κατσαρόλι νερό». Πιάνω το κατσαρόλι, κλέφτη το λέγανε, γιατί παίρνει νερό από την βαρέλα. Το γεμίζω και του το δίνω. Κι όπως το έπινε φωνάζει: «Τι είναι αυτό στο στόμα μου;».  Νάβει το τσακουμάκι και τι να δούμε; Ήταν τραμπουλιασμένος ποντικός.
Άλλη μια φορά βγήκαμε στον όρμο της Καρκούρας να πάρουμε νερό από ένα πηγάδι. Μόλις φτάνουμε βλέπουμε έναν Αράπη να ξεπλύνεται με τον κουβά πάνω από το πηγάδι και τις λέρες και τις βρωμιές του να ξαναμπαίνουν μέσα στο πηγάδι. Τι θέλαμε να κάνουμε; Περιμέναμε να φύγει και κάτσαμε μια μισή ώρα, να κατακάτσει η βρώμα, νεσύραμε νερό, γεμίσαμε τις βαρέλες και το πήραμε. Βρωμιά, ξεβρωμιά, τι να κάνουμε; Να κοριζάσουμε; Το ήπιαμε.
Πάνω στα καΐκια, άμα δουλεύαμε, όλα καλά. Άμα δεν βρίσκαμε σφουγγάρια, γκρινιάζαμε όλοι μας. Με τους καπεταναίους καλά τα πηγαίναμε. Τα κουμάντα ήταν παράξενοι, ήταν ρουφιάνοι του καπετάνιου.
Πάντως δουλεύαμε τόσους μήνες, αλλά λίγες φορές πήραμε ρέστα. Οι καπεταναίοι πουλούσαν δέκα τα σφουγγάρια λέγανε σε συνεννόηση με τους εμπόρους τα μισά και όπως δουλεύαμε με το σύστημα λίγες φορές παίρναμε ρέστα. Βέβαια κι εμείς ήμασταν ανοικοκύρευτοι. Με το να φοβούμαστε ότι μπορεί να σκάσουμε ή να πομείνουμε ανάπηροι, τους τελευταίους μήνες όλο χορούς, γλέντια και φιάκες ήμασταν. Και τα λεφτά που παίρναμε - γιατί–εγώ ήμουν μαγγιόρος και έπαιρνα καλά λεφτά – φεύγανε από δω κι από κει. Και τόσα χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά δεν έκαμα ούτε ένα σπίτι. Όταν πήρα σύνταξη κι έφτιαξα στο Βαθύ ένα καφενείο και δούλευα τότε σαν καφετζής, να όπως ο Κλεάνθης καλή ώρα, τότε έφτιαξα σπίτι. Αυτή ήταν η ζωή μας σαν σφουγγαράδες».
Σταμάτησε τόσο απότομα να μιλάει λες και ήθελε να σταματήσει τις ανάμνησες που τώρα είχαν αρχίσει να τον βασανίζουν. Κάθισε αμίλητος παραπέρα από τους άλλους και φάνηκε να κλείνει τα μάτια για λίγο. Ίσως είχε κουραστεί. Ίσως να μελετούσε τους παλιούς του φίλους. Οι δημοσιογράφοι προσπαθούσαν να τελειώσουν το γραπτό τους και δεν τον κοίταζαν. Μόνο ο Κλεάνθης τον πλησίασε και ο Γιάννης ο Μάγκας. Θέλησαν να τον κανακέψουν, καταλάβαιναν τι τράβαγε μέσα του ο άνθρωπος. Πριν τον ακουμπήσουν όμως τον άκουσαν να ψιθυρίζει:
«Σχώρα με βρε Σκεύο… καλή αντάμωση να ‘χουμε…»

Δευτέρα, 1 Αυγούστου 2016

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Η ώρα περνάει πολύ γρήγορα όταν δεν θέλεις να περάσει, όταν παρακαλάς τα όνειρά σου, ακόμα και ξύπνιος, να κρατήσουν πολύ. Η θάλασσα τώρα είχε γίνει κατάμαυρη και ένα αεράκι, πελάγους αεράκι, δρόσιζε το πρόσωπο της Καλοτίνας. Ίσιωσε με το χέρι τα μαύρα της μαλλιά που είχαν αρχίσει να την ενοχλούν στα μάτια και αφουγκράστηκε το ροχαλητό της οικογένειας. Η μάνα της κοιμόταν στο πάτωμα, στη μπαλκονόπορτα, μισή μέσα στο σαλόνι και μισή έξω στη βεράντα. Χοντρή γυναίκα, σε αντίθεση με τον άντρα της τον κυρ Δημητρό που ήταν αδύνατος σαν τσίρος, ζεσταινόταν και έσκαγε με την ζέστη του Αυγούστου. Η Κυράννα χρόνια κοιμόταν έτσι, δεν μπορούσε τα κρεβάτια και τα μαλακά στρώματα.
Το νησί είχε ησυχάσει, στους δρόμους δεν ακουγόταν ούτε ο παραμικρός ήχος, εκτός από τη μεριά του λιμανιού που, αχνά, μερικές φωνές και ήχοι μεταλλικοί σηκώνονταν δειλά στον αέρα. Η Καλοτίνα συνήθιζε να ξενυχτά, ο ύπνος δεν την έπιανε εύκολα και καθισμένη στη θέση της, μπορούσε να δει την αυλή, τον δρόμο και την πλατεία, μέχρι το μικρό λιμάνι του νησιού. Χαμογέλασε ένα μελαγχολικό χαμόγελο και σηκώθηκε να πάει στην κουζίνα. Άνοιξε το ξύλινο ψυγείο πάγου και έβγαλε μια γαβάθα σκεπασμένη με άσπρο πετσετάκι. Ξεσκέπασε το σκεύος και το άρωμα από τα παγωμένα φραγκόσυκα απλώθηκε στον χώρο. Διάλεξε μερικά, έριξε πάνω τους και λίγη ρακί, προτιμήσεις είναι αυτές, κάθισε πάλι στη θέση της και απόλαυσε το φρούτο κλείνοντας τα μάτια με ηδονή.
«Όλα καλά, μόνο άντρα να είχαμε και τι άλλο πλιο στο κόσμο! Ας είναι όμως… έχω τη ‘γεια μου…»
Οι φωνές τώρα στο λιμάνι είχαν δυναμώσει και άρχισαν να ακούγονται και κάποιες μηχανές από «λάντζες17» να γουργουρίζουν κοντά στα βράχια του λιμενοβραχίονα. Γύρισε το βλέμμα στο πέλαγος κι αντίκρισε φώτα να στρίβουν από τα βράχια, από την μεριά του Σταυρού, από την μεριά των Θέρμων. Πρέπει να ήταν κοντά στα ξημερώματα και το «Μιαούλης», έφτανε από τον Πειραιά. Βουουου, ακούστηκε η σφυρίχτρα του να χαιρετάει το νησί. Μια καμπανούλα πάνω στο πλοίο ήχησε, κάποιες φωνές … «βίρα ρε…», διάφοροι καραβίσιοι ήχοι  και πολλοί άνθρωποι μαζεμένοι στο κατάστρωμα να κοιτούν με λαίμαργο και συγκινημένο βλέμμα το νησί τους. Το πλοίο έριξε άγκυρα στα ανοικτά, όσο πιο κοντά μπορούσε στο φάρο του λιμανιού. Σφύριξε άλλη μία φορά.
Οι λάντζες μετά από λίγο άρχισαν την βραδινό τους ταξίδι. Πλησίασαν το καράβι στο πλευρό, εκεί που είχαν κατέβει οι ξύλινες σκάλες του. Η θάλασσα ήταν ήσυχη και δεν δυσκολεύτηκαν οι μούτσοι να τις συγκρατήσουν κοντά. Οι πρώτοι ταξιδιώτες άρχισαν να κατεβαίνουν προσεκτικά, άλλοι με βαλίτσες στο χέρι, άλλοι με τα μωρά τους αγκαλιά και να επιβιβάζονται. Με το που πάταγαν στο ξύλο της λάντζας, άκουγαν το καλωσόρισμα από τους καπεταναίους, αλλά έστω και για μια στιγμή το βλέμμα τους γύριζε στον σκούρο όγκο του νησιού, του νησιού τους, λες και δεν πίστευαν ότι είχαν φτάσει. Όλος ο καημός της επιστροφής έβγαινε από τα μάτια τους, σε πολλούς σαν δάκρυ και σε άλλους σαν αναστεναγμός. Οι ταξιδιώτες και οι ναυτικοί στις λάντζες ήταν σχεδόν όλοι γνωστοί, μικρό νησί η Κάλυμνος κι έτσι πολλοί αγκαλιάζονταν και φιλιούνταν.
«Γεια σου Νικολή…», « …γεια σου βρε Μιτσέ…», « … Μαριώ καλώς ήρθες …», «… γεια σου Κατίνα…», «… ίντα κάνεις μαθές;», «… μα πλιο … η Κατερίνα είσαι;». Δεν μπορεί κανείς να περιγράψει τη χαρά της επιστροφής των ταξιδιωτών, τη λαχτάρα για τον τόπο τους, ανακατεμένα όλα με την αγρύπνια από το πολύωρο ταξίδι και την κούραση, πασπαλισμένα με αναμνήσεις και … κάτι άλλο, αυτό το κάτι, που μόνο οι Καλύμνιοι μπορούσαν να νοιώσουν!
Η Καλοτίνα ένοιωσε και τη δικιά της καρδιά να σκιρτά από χαρά. Έμπαινε στη θέση του κάθε ταξιδιώτη, αλλά και του καθένα που τον δεχόταν. Δεν άργησαν να ακουστούν τα καρότσια στο δρόμο που κουβαλούσαν πράγματα και ταξιδιώτες, με τους φλύαρους αχθοφόρους να μιλάνε ακατάπαυστα. Ακούστηκαν και πόρτες κοντά στο σπίτι ν’ ανοίγουν:
«Α Παναία μου … ο Στέφος … το παιί μου… α Παναία μου. Καλώς το μου, καλώς το μου… α Παναία μου. Αρη Γιαννούλα ααα … το παιί, αρή… ήρθε ο γιός μου… αρή σήκω. Καλώς τον γιόκα μου … χαρά που μούδωκες παιί μου….», οι φωνές έφταναν, αδιαφορώντας για το προχωρημένο της νύχτας, από το διπλανό σπίτι του κυρ Αντώνη του Γερακιού. Η Καλλιόπη είδε ξαφνικά τον γιό της, είχε πάνω από πέντε χρόνια να τον δει και παραλίγο να πάθει ανακοπή. Ευτυχώς που η ανύπαντρη αδερφή της η Γιαννούλα, που κι αυτή σαν γιό τον είχε, μπόρεσε αν και αγουροξυπνημένη να την συγκρατήσει. Μόνο τα δάκρυα των δυό τους δεν μπορούσε να σταματήσει.
«Μα χαρά παιάτσι μου που θα λάβει ο πατέρας σου! Μα το παιί μου, το αστέρι μου, που ήκανα χρόνους πολλούς να το θωρήσω. Μα γιόκα μου… παιί μου. Αγκάτθι στην καρδιά μου ήταν το φευγιό σου μαθές. Μα το παιί μου… αλλά ήταν κατεβασσά, το είδα ψες … το παιί μου κορίζαε να ιδεί το σπιτικό του, το τόπο του. Έτσι γιέ μου να βυζακώνεις στον τόπο σου. Μα το παιί μου…». Δεν ήξερε  τι έλεγε. Μια στην αγκαλιά του Στέφου, μια στα χέρια  της Γιαννούλας, έκλαιγε, φώναζε, ήθελε να μιλήσει μα δεν ήξερε τι να πει, σταυροκοπιόταν και φίλαγε τον γιό της, που υπέμενε μα καρτερία την υστερική συμπεριφορά της.
« Να στείλουμε τον Καβουκλή με την μηχανή στο Καντούνι να ‘δοποιήσει τον πατέρα σου… να έρθει. Αχ, γιατί δεν μας ‘δοποίαες τον ερχομό σου;»
Η Καλοτίνα τα άκουγε όλα αυτά και χαμογελούσε συμμετέχοντας στη χαρά των γειτόνων της. Κάτι όμως μέσα της την έτρωγε. Θα ήθελε πολύ και εκείνη να υποδεχτεί κάποιον, αλλά ποιόν; Δεν είχε κανένα ξενιτεμένο, ουσιαστικά δεν είχε κανένα απολύτως. Εκτός από τα αδέρφια της και τους γονείς…
«Δεν κοιμάσαι ή σε ξύπνησαν οι φωνές της Καλλιόπης;», άκουσε την φωνή του Κλεάνθη. «Πω πω… πως φωνάει μαθές. Ούλο τον κόσμο  ξυπνάει. Θέλεις να φτιάσεις καφέ; Ξημερώνει σε λίγο και δεν νομίζω να μου κολλήσει άλλο ύπνος»
«Ναι, γιατί όχι. Θέλεις να φας και κάτι;»
Ο Κλεάνθης δεν απάντησε, παρά κούνησε το κεφάλι συμφωνώντας και προσπάθησε να στρώσει τα μαλλιά του. Κοίταξε προς τη μεριά του σπιτιού του κυρ Γερακιού και χαμογέλασε.
«Καλώς τον δέχτηκε είπε. Άντε και μια χαρά στο μαράσι μας κι ένα χαμόγελο… αν ζήσει δηλαδή μέχρι το ξημέρωμα η Καλλιόπη»
«Ναι, να δούμε και μια χαρά επιτέλους. Όπως το μολόγησες Κλεάνθη μου»
Ο άντρας κάθισε στην καρέκλα κοντά της και ακούμπησε τους αγκώνες στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι. Έτριψε το πρόσωπό του όπως όταν πλένεται κάποιος και την κοίταξε από πίσω σαν ήταν σκυμμένη στο μικρό καμινέτο οινοπνεύματος.
«Τα ‘μαθες ε;»
«Τι να μάθω; Έγινε κάτι;»
«Ναι. Ο Στέφανος ο Πιζάνιας έστειλε προξένι στο σπίτι του Σάββα του Καθοπούλη και ζήτησε τον Μανόλη του Σάββα γαμπρό του, για την θυγατέρα του την Ευτέρπη. Τα μιλήσανε και τα συμφωνήσανε. Να δεις που αύριο – μεθαύριο θα ξεσπάσουν τα προξένεια»
«Τι λες! Πότε κιόλας; Έγινε η μπρόβα;»
«Έγινε την προηγούμενη Κυριακή στην αυλή της εκκλησίας κι έμαθα ότι οΠιζάνιας ήδωσε χωράφσια, περβόλια, σπίτι, στοίβη ίσαμε κειά πάνω … και πάνω από χίλιες χρυσές λίρες στο γαμπρό κι εκείνος ησύντασσε. Θα έχουμε αρραβωνιάσματα»
Η Καλοτίνα άκουγε τώρα χωρίς να μιλάει. Ο νους της πήγαινε σε εικόνες που φοβόταν ότι η ίδια δεν θα μπορούσε ποτέ να τις ζήσει.
«Μα πως τόλμησε η κακόσοη η Μαριώ να στείλει προξένι για το γιό του καπετάν Σάββα», είπε στο τέλος δείχνοντας ένα πνίξιμο να την κυριεύει.
«Να δεχτεί αμέσως το προξένι, χωρίς μπρόβα και μιλήματα! Ηγάπαντη σου λέω. Την ήθελε τη νύφη το Μανολιό…»
Και ξαφνικά η Καλοτίνα σιώπησε λες και είχε δαγκώσει τη γλώσσα της. Ο αδερφός της δεν σήκωσε το κεφάλι να την κοιτάξει, παρά έμεινε σκυμμένος πάνω από το φλιτζάνι με τον καφέ. Είχε κρυώσει αλλά δεν τον ένοιαζε. Άναψε ένα τσιγάρο από τα στριφτά που έφτιαχνε κάθε απόγευμα, να περνάει η ώρα του και πέταξε το τσακμάκι στο τραπέζι δείχνοντας κάποιον εκνευρισμό. Έριξε τη ματιά του στις μεγάλες μπαούλες που κρύβονταν τα προικιά των αδερφάδων του και φάνηκε σαν να κούνησε το κεφάλι απογοητευμένος. Η αδερφή του σηκώθηκε, μάζεψε το μπρίκι και το έβαλε στο μεγάλο κουβά με το νερό. Θα το έπλενε αργότερα, τώρα δεν είχε όρεξη. Κοίταξε έξω από το παράθυρο και είδε τον ήλιο να προβάλλει πάνω από το Βαθύ18. Μια άχλη κάλυπτε το φαλακρό βουνό απέναντι κι έφτανε μέχρι το μαράσι του Αϊ Στέφανου. Το «Μιαούλης» τώρα φαινόταν σαν μια μικρή άσπρη κουκκίδα μέσα στο πέλαγος, κοντά στην Κω. Δεν ξεχώριζε από τα κύματα που είχε σηκώσει ο πρωινός θαλασσινός αέρας.
Πέρασαν δέκα περίπου λεπτά και ακούστηκε το σούρσιμο από τις χοντρές πατούσες της Κυράννας από το σαλόνι. Ήρθε στην κουζίνα και καλημέρισε τα δυό της παιδιά.
«Ίντα φωνές ήτονε αυτές το βράδυ; Από δίπλα ήτονε; Ήρθε κανείς μαθές;», ρώτησε την ώρα που έβαζε το μεγάλο αυτή τη φορά μπρίκι να κάνει για όλους καφέ.
Τα δυό αδέρφια της εξήγησαν τα γεγονότα στο σπίτι  του Γερακιού. «Αρή Καλοτίνα το καπράτσι19 εν τω έπλυνες μαθές; Μόνο κράτσες20 εν έχει μέσα…», ήταν η αδιάφορη απάντηση της μάνας. Βέβαια δεν ήταν έτσι ακριβώς, αλλά ήταν ο τρόπος της Κυράννας ν’ αλλάξει κουβέντα. Συμπλήρωσε όμως: «… θα πάω να την ‘πισκεφτώ την Καλλιόπα να της πω τα μπράβα που γύρισε ο Στέφος της…».
Σέρβιρε τους έτοιμους καφέδες στα ζεσταμένα φλιτζάνια, έβαλε και λίγη μαρμελάδα φραγκόσυκο σε ένα μεγάλο πιάτο να βουτήξουν τις κριθαροκουλούρες τους, καθάρισε τέσσερις ντομάτες, τις έκοψε στα τέσσερα, έβαλε και λίγη θρούμπη που είχε μαζέψει από το βουνό ο μικρός της γιός, ο Μέμος και τους φώναξε όλους στην κουζίνα να πάρουν δύναμη, να ετοιμαστούν για την εκκλησιά. Η Καλοτίνα άναψε το πήλινο θυμιατό και η μυρωδιά από το θυμίαμα μοσχοβόλησε σε όλο το δωμάτιο. Σταύρωσε ένα – ένα τα μέλη της οικογένειας, που σηκώθηκαν όρθια κάνοντας το σταυρό τους και μετά περιπλανήθηκε σε όλο το σπίτι με τον καπνό να ευλογεί για υγεία και ευτυχία.
Ο Κλεάνθης σηκώθηκε πρώτος να ντυθεί. Γι αυτόν η εκκλησία δεν ήταν μέλημα, το μαγαζί του ήταν. Έπρεπε ν’ ανοίξει τον καφενέ να σκουπίσει το ξύλο του πατώματος, να σφουγγαρίσει και να βάλει τα πράγματα που είχε παρατήσει την προηγουμένη στα τραπέζια ανάκατα, στη θέση τους. Οι παλιοί ναυτικοί, τα «ναυάγια» όπως τους αποκαλούσε, συμπεριλαμβανομένου και του σακάτη εαυτού του, θα πήγαιναν πρωί – πρωί για τον καφέ τους και άλλοι, πρωί – πρωί για την ρακή τους.   Ο χρόνος που δεν είχες τι να κάνεις ήταν πολύς και αργός.
Οι αναμνήσεις έτρεφαν αυτούς τους ανθρώπους και οι εξιστορήσεις των περιπετειών τους, σχολειό για τον προσεκτικό ακροατή. Μέχρι που για κάποια αδικαιολόγητη αιτία φτάνανε στις φωνές και προκαλούσαν το γέλιο με τις βρισιές τους στον Κλεάνθη. Αλλά δεν τους μίλαγε για ησυχία. Γιατί άλλωστε;
Φόρεσε τα ρούχα του και κάθισε στον μεγάλο καναπέ της κουζίνας για τις μπότες. Χάιδεψε το μαύρο δέρμα με ένα πανί να το γυαλίσει, έφτυσε κιόλας, πρόσεξε να μην έχουν σκόνη ακόμα και στις ραφές, (άλλη μια ιδιοτροπία του), μέχρι που το χέρι γλίστρησε στο τακούνι του αριστερού υποδήματος. Σταμάτησε ξαφνιασμένος λες και ήταν η πρώτη φορά που το έκανε. Ψηλάφισε με τα ακροδάχτυλα τις τρύπες από τα καρφιά, εκεί που κάποτε είχε καρφώσει τις λίρες του και σταμάτησε. Μέσα του πάλευε το θεριό της θάλασσας με την ρουτίνα της καθημερινότητας της στεριάς. Μέσα του πάλευε ο άντρας με τα αποκαΐδια της ψυχής του. Δεν μίλησε. Σηκώθηκε απότομα και βιαστικά, φίλησε σταυρωτά τη Καλοτίνα, παλιά του συνήθεια και σήκωσε το χέρι για ένα «γεια» στους υπόλοιπους σαν ανέβαινε τα δυό μικρά σκαλοπάτια προς την έξοδο. Έκλεισε την πόρτα πίσω του απαλά. Σε λίγο ακούστηκαν τα βήματά του στα πεζοδρόμιο. Τα τακούνια δεν κουδούνιζαν πια, αλλά το τακ – τακ ακουγόταν δυνατά, χωρίς διακοπές από το χωλό πόδι.
Σε λίγο είχε φτάσει στον καφενέ του. σήκωσε το σκουριασμένο και σκονισμένο ρολό που κάλυπτε τα τζάμια και ξεκλείδωσε την πόρτα. Έτριξε και χρειάστηκε λίγο σπρώξιμο με τον ώμο. Η μυρωδιά από το αλκοόλ, τον χτύπησε στη μύτη. Χαμογέλασε, αυτή ήταν πια η ζωή του. Πήγε στον πάγκο του και με την πετσέτα καθάρισε λίγο. Σε ένα μικρό ποτηράκι έχυσε λίγη ρακή από το μπουκάλι με το μακρόστενο μεταλλικό στόμιο. Ήπιε μια γουλιά σαν να το δοκίμαζε και μετά χωρίς καθυστέρηση, σήκωσε το κεφάλι και το κατέβασε στο λαρύγγι μονομιάς. Πρωί ήταν αλλά φάνηκε ότι το χρειαζόταν για να πάρει δυνάμεις. Τακτοποίησε τις καρέκλες και έβγαλε κάποια μεταλλικά στρογγυλά τραπέζια στο πεζοδρόμιο που ήταν αρκετά φαρδύ σαν αυλή. Έβαλε τα χέρια στη μέση και σήκωσε το βλέμμα προς το τελωνείο και τον στενό λιμενοβραχίονα που ήταν γεμάτος με μπάλες από κεραμίδια, τούβλα και άλλα οικοδομικά υλικά που κάποιο καΐκι είχε φέρει από τη Κω. Τα τρεχαντήρια ήταν δεμένα το ένα δίπλα στο άλλο και τα κατάρτια τους έμοιαζαν με δάσος που το κάθε «δέντρο» του κουνιόταν στο δικό του ρυθμό και κατεύθυνση, ανάλογα με τις ορέξεις της θάλασσας.
Του άρεσε το θέαμα και προσπάθησε να το απολαύσει, μέχρι να μπει ο πρώτος πελάτης. Οι πιτσιρικάδες έτρεχαν πάνω στο τσιμέντο γύρω από τα καΐκια και προσπαθούσαν να κλέψουν αν μπορούσαν κάτι που ίσως και να τους ήταν χρήσιμο, καμιά λινάτσα, κανένα χοντρό σκοινί ή καμιά «γάσα21», να παίξουνε τους κλέφτες και τους χωροφύλακες. Πολλές φορές σιγοντάριζαν τα σκάφη που κουβαλούσαν φρούτα και λαχανικά, έκλεβαν κανένα σταφύλι από τα καφάσια και έτρεχαν με φωνές, τρώγοντάς το χωρίς καν να το πλύνουν. Η ξυπολυσιά και το πλύσιμο των φρούτων δεν ταίριαζαν.
Ένας ναύτης προσπαθούσε να καθαρίσει ξύνοντας με μια φαλτσέτα την «κόμουζα22» σε ένα χαμηλό τρεχαντήρι και κάθε τόσο τράβαγε νερό από την θάλασσα με ένα κουβά και το έριχνε πάνω στο «μπουλμέ23». Το μικρό σκάφος είχε γίνει ψαράδικο πια, περνούσε τον καιρό του στα νησάκια της περιοχής πιάνοντας με δίχτυα και καθετές, από χταπόδια και μικρόψαρα, μέχρι σκαθάρια και σκάρους. Το είχαν δυό αδέρφια, ο ναύτης που καθάριζε και ένας άλλος που ερχόταν στο σκάφος με πατερίτσες, σέρνοντας και τα δυό του πόδια, χτυπημένος και αυτός όπως τόσοι άλλοι, από την μηχανή. Πουλούσαν τα ψάρια και έτσι προσπαθούσαν να ζήσουν την οικογένειά τους. Ο Κλεάνθης κούνησε το κεφάλι του. Ήξερε ότι σε λίγο θα έρχονταν κι αυτοί στο μαγαζί του για ένα ποτήρι κρασί, να ξεχάσουν τον πόνο και τη φτώχεια τους.
Μπήκε στον καφενέ και έβαλε καινούργια ταινία στο φως, να κολλάνε οι μύγες. Η πόρτα ήταν ανοικτή και δεν άκουσε τον Σκεύο τον Χατζηγιώργη που μπήκε, μέχρι που η φωνή του γέρο καπετάνιου ( «μηχανικός» ήταν αλλά όλοι τον φώναζαν καπετάνιο», τον καλημέρισε:
«Καλημέρα Κλεάνθη, ίντα κάμεις μαθές;»
«Καλημερίζω τον Σκεύο τον καπετάνιο. Κάθισε μαθές, να εκεί που έχει φως»
Ο «καπετάνιος», άφησε τις πατερίτσες του πλαγιασμένες στη διπλανή καρέκλα, έβγαλε ένα πακέτο με τσιγάρα, από τα μικρά, με τα δέκα τσιγάρα μέσα, άναψε ένα και κοίταξε τον καπνό που υψωνόταν γαλάζιος και ανάλαφρος, προς το ταβάνι. Ο Κλεάνθης παρατήρησε πως ο «καπετάνιος» είχε ακόμα καρφωμένες τις λίρες στα τακούνια, αλλά δεν κουδούνιζαν, όπως δεν περπατούσαν και τα πόδια του. Τον είχε κι αυτόν φάει η «Βαρβάρα» η άτιμη.
«Να φέρω το καφεδάκι σου κυρ Σκεύο;»
«Ναι παιζάτσι μου ΄φερτον να ανοίξει το μάτι. Να ξυπνήσουμε Κυριακάτικα…»
Μετά γύρισε το βλέμμα προς το λιμάνι, σαν να περίμενε τους φίλους του, ή κάποιον καπετάνιο να τον πάρει σε ταξίδι. Τι κι αν τα χρόνια του βάραιναν τους ώμους, η ψυχή του λαχταρούσε τα πελάγη και τον «βούτθο23».  Ακούμπησε τον αγκώνα στην διπλανή καρέκλα και βολεύτηκε όσο πιο καλά μπορούσε
«Σήκω και δεν σου πρέπουσι του τάφου τα λιβάνια,
Μονάχα σου ταιριάζουσι του γάμου τα στεφάνια.
Πάγαινε Μιχάλη κι ας γενεί το χώμα σου λιβάνι.
Να ‘νοίξει ο Παράδεισος και μέσα να σε βάλει.

Δεν κλαίμε Θέμελη που πόθανες
Γιατί ποθαίνουν κι άλλοι
Μον’ κλαίμε κι οδυρόμαστε
Που σε σαούρωσαν μέσα εις το τσουβάλι.

Χωρίς παπά, χωρίς σταυρό και μνήμα
Κι είν’ μεγάλη η πίκρα μας κι είναι βαρύ το κρίμα

Ας σ’ έφερναν και σένανε, Θέμελη στα Λινάρια
Ως φέρασι τον κύρη σου και κλαίγαν τα πουντάρια
Ο «καπετάνιος» σιγοτραγούδαγε και το μυαλό του ταξίδευε στους παλιούς του φίλους, εκείνους τους συντρόφους του στην Μπαρμπαριά. Και ήταν μελωδική η φωνή του, αγγελική κι ας έσπαγε κάθε λίγο από τα κλάμα. Και το κλάμα αυτό δεν φαινόταν με δάκρυα, ήταν μέσα του, χρόνια τώρα, από τότε που η θάλασσα του πήρε την υγειά του. «Φίδι» που σέρνεται στην άμμο, έλεγε τον εαυτό του και σαύρα άχρηστη που βασάνιζε την οικογένειά του.
Ο Κλεάνθης έφτασε με τον καφέ και τον άφησε στο τραπεζάκι.