Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ  
ΕΧΕΙ ΧΡΩΜΑ ΚΟΚΚΙΝΟ

ΘΥΜΑΣΑΙ ΓΙΩΡΓΟ;

Το τηλέφωνο χτύπησε τρεις – τέσσερις φορές πριν ο Γιώργος το σηκώσει. Αυτό το κουδούνισμα του τρύπαγε τα αυτιά και τον εκνεύριζε, αλλά δεν μπορούσε να το χαμηλώσει, αφού η μάνα του, με την οποία ζούσε στο ίδιο σπίτι, όσο τουλάχιστον ήταν στην Αθήνα, δεν φημιζότανε και για την καλή ακοή της. Κοίταξε στην οθόνη και στην αναγνώριση κλήσεων έγραφε «άγνωστος αριθμός». Άλλο ένα πράγμα που του έσπαγε τα νεύρα, σε σημείο τέτοιο που σκέφτηκε να μην απαντήσει. Άνθρωπος που δεν έχει το θάρρος να δείξει ποιος είναι… σκέφτηκε απλώνοντας τελικά το χέρι στο ακουστικό.
«Ναι…», είπε όσο πιο απότομα και με φανερή ενόχληση μπορούσε.
«Έλα … Γιώργο… εσύ είσαι; Έλα ρε… Τέλης εδώ…»
Μάλιστα … σκέφτηκε ακούγοντας την φωνή του ξαδέρφου του, … αυτός μας έλειπε τώρα. Πρωί – πρωί… τι να θέλει;
«Έλα ρε… τι θέλεις τέτοια ώρα; Στον ύπνο σου με έβλεπες; Ούτε καφέ δεν έχω πιεί ακόμα…»
«Μωρέ άσε τους καφέδες και τα κουλουράκια, πλύσου καλά μήπως και ξυπνήσεις καμιά φορά και έλα στη «Βιολέτα». Σε θέλω… να σου πω. Σπουδαία νέα βρε…»
«Τι έγινε; Πες μου. Και γρήγορα αν θέλεις το καλό σου…»
«Μπα… αρχίσαμε απειλές; Κοιτάτε ρε έναν νταή… Άντε ντύσου που σου λέω και έλα. Θα σε περιμένω … όσο πιο γρήγορα μπορείς. Άντε – άντε υπναρά»
«Καλά, θα έρθω. Αλλά για να σου πω και κάτι άλλο… βγάλε την απόκρυψη από το βρωμοκινητό σου. Γιατί αν έβλεπα ότι ήσουν εσύ… δεν θα το σήκωνα…»
«Και θα έχανες την ευκαιρία … άσε θα σου πω…» και έκλεισε το τηλέφωνο.
Ο Γιώργος χαμογέλασε ανόρεχτα και κοίταξε το ρολόι του. Είχε πάει εννιά η ώρα. Λογικό να τον λέει τεμπέλη ο ξάδερφός του. Πήγε στην κουζίνα και έβαλε την καφετιέρα που του είχε φέρει η Δώρα από την Νέα Υόρκη, στη πρίζα. Τώρα τελευταία είχε εθιστεί στον ελαφρύ καφέ και ο «Ελληνικός» ή το φραπεδάκι που έπινε παλιά, τον ενοχλούσαν στο στομάχι. Προχώρησε προς τη μεριά του δωματίου της μητέρας του και διαπίστωσε ότι η γυναίκα είχε ήδη σηκωθεί και έλειπε από το σπίτι.
Τι μέρα είναι σήμερα;, αναρωτήθηκε φωναχτά. Χμ… Σάββατο, εμ, βέβαια… σήμερα έχει λαϊκή και η κυρά Μαρία αξημέρωτα θα έφυγε.
Χαμογέλασε στην εικόνα της μάνας του να σέρνει το καρότσι στις ανηφοριές της Κυψέλης, χασμουρήθηκε, τέντωσε τα χέρια προς τον ουρανό να νοιώσει τους μυς του και έξυσε με μανία το κεφάλι, που ξαφνικά τον «έτρωγε» επίμονα.
Ένα από τα ωραία αυτού του σπιτιού (το είχε αγοράσει ο συγχωρεμένος ο πατέρας του πριν καμιά εικοσαριά χρόνια), ήταν ότι είχε δυό μπάνια και μάλιστα ευρύχωρα. Ειδικά το κυρίως μπάνιο, είχε διαστάσεις μιας μικρής γκαρσονιέρας, όπως του άρεσε να λέει. Κοίταξε το πρόσωπό του στον καθρέφτη και ευχαριστήθηκε με τον άντρα που τον είδε να κοιτάζει. Μελαχρινός με μεγάλα αεικίνητα, μαύρα μάτια που αντανακλούσαν την εξυπνάδα του ανδρός, σχεδόν μακριά μαλλιά και στόμα γεμάτο με ίσια άσπρα δόντια, συνέθεταν την εικόνα του, εκείνη την εικόνα που τον έκανε συμπαθή στους επαγγελματικούς του κύκλους, αλλά και ακαταμάχητο στο γυναικείο φύλλο.
Έκανε ένα γρήγορο ντους, να φύγει ο βραδινός ιδρώτας από το κορμί του και άφησε το νερό σχεδόν κρύο, να ρέει με δύναμη πάνω στο κεφάλι, στηριγμένος στα μεγάλα γκρίζα πλακάκια του μπάνιου. Ας περιμένει ο Τέλης… δεν πάει στο Διάολο … για κάποια χαζομάρα θα με θέλει πάλι. Ελπίζω να μην είναι θέμα γυναίκας…, σκέφτηκε τρίβοντας τα μάτια που τον έκαιγαν από το σαπούνι. Αλλά πάλι … για ποια ευκαιρία μιλούσε ο βλαμμένος;  Κοίτα να δεις που μου κέντρισε το ενδιαφέρον…
Σε μισή ώρα είχε μπει στο αυτοκίνητο και ανόρεχτα, ρίχνοντας κι ένα μακρόσυρτο χασμουρητό, γύρισε το κλειδί στη μίζα. Το παλιό Datsun, βρυχήθηκε και κάνοντας έναν παράξενο θόρυβο, ξεκίνησε. Τι ήταν αυτός ο ήχος πάλι, αναρωτήθηκε, … αυτό το αυτοκίνητο κάθε μέρα και μια έκπληξη… κάθε μέρα και ένα καινούργιο θόρυβο… Μου φαίνεται κυρά «Μαρμάρω», ήρθε η ώρα σου. Λίγα είναι τα ψωμιά σου…
Πάρκαρε κοντά στη Φωκίωνος Νέγρη, προς την μεριά της πλατείας Κυψέλης και κατέβηκε με τα πόδια προς την «Βιολέτα». Δεν διακινδύνεψε να βρει πιο χαμηλά χώρο, μακάριζε μάλιστα την τύχη του που είχε βρει κι αυτόν εκεί, αφού είναι γνωστό ότι στην Κυψέλη, πιο εύκολα μπορείς να κερδίσεις το λαχείο ή το λόττο παρά να βρεις χώρο να παρκάρεις.
Ο Τέλης καθόταν ήδη σε ένα τραπεζάκι και απολάμβανε τον καφέ του και το τσιγαράκι του. Σταυροπόδι και τσιγάρο στο χέρι, κουστούμι που πρέπει να είχε λερωθεί από την χθεσινοβραδινή κραιπάλη, χωρίς γραβάτα και κόκκινα μάτια ήταν η εικόνα που διεκδικούσε το βραβείο του σύγχρονου νεοέλληνα της τρίτης δεκαετίας της ζωής του. Κάθε τόσο χτένιζε με τα δάχτυλα τα κοντοκομμένα του μαλλιά με τα απομεινάρια του ζελέ που σε τούφες – τούφες τα κρατούσε γυαλιστερά και σκληρά. Είδε τον Γιώργο που κατέβαινε και χαμογέλασε την ώρα που σηκωνόταν να τον χαιρετίσει.
«Τι είναι ρε; Γιατί τέτοια βιασύνη; Τι έγινε;»
«Πες μωρέ καμιά καλημέρα πρώτα, δεν θα πάθει τίποτα το στόμα σου. Άντε παράγγειλε καφέ να πιείς…»
«Κι άλλον; Τέλος πάντων… ένα Ελληνικό θα πάρω. Λοιπόν… καλημέρα και λέγε γρήγορα τι θες γιατί δεν θα περάσω όλο Σάββατό μου εδώ μαζί σου. Άντε λοιπόν…»
«Τι να σου πω ρε; Δεν έχεις καταλάβει ακόμα; Κρίμα και σε νόμιζα έξυπνο…»
«Τώρα έγινες και … πώς να το πω… ψυχολόγος; Λέγε μωρέ…»
«Καλά ντε, κάνε κράτει να πιείς τον καφέ σου πρώτα. Ήρεμα…. Είσαι και σε κάποια ηλικία που πρέπει να … σου λέμε τα σπουδαία πράγματα σιγά – σιγά…», γέλασε λες και αυτό που είπε ήταν μεγάλη εξυπνάδα.
«Βρε άει στον Διάολο που με γέρασες κιόλας. Μη ξεχνάς ότι είμαι ένα χρόνο μικρότερος από σένα…»
Ο σερβιτόρος έφερε τον καφέ και ο Γιώργος έψαξε τις τσέπες του μπουφάν του για τσιγάρα. Άναψε ένα, τράβηξε και μια βαθιά ρουφηξιά από το χοντρό φλιτζάνι μπροστά του και βολεύτηκε καλά στην καρέκλα του. Οι κοπέλες στο μπροστινό τραπέζι, τον κοίταξαν με νόημα χασκογελώντας και κάτι είπαν μεταξύ τους.
«Λοιπόν; Ακούω…»
«Μάλιστα κύριε Πανόπουλε, θα σας πούμε…», απάντησε ο ξάδερφός του με ειρωνεία. «Λοιπόν…», τώρα είχε πάρει το σοβαρό του ύφος, «… πρωί – πρωί, με πήρε τηλέφωνο η κυρία Λιβάνη…»
«Λιβάνη; Ποια είναι αυτή ρε;»
«Δεν είναι γκόμενα… μη φοβάσαι. Είναι η γραμματέας του υπουργού…»
«Ποιού υπουργού;»
«Του υπουργού πολιτισμού ρε. Καλά η μνήμη σου … είναι για τα μπάζα. Δεν θυμάσαι τίποτα;»
«Καλά σήμερα είναι Σάββατο… δουλεύει και Σαββατιάτικα αυτή; Και εννιά πήρες εμένα, αυτή δηλαδή τι ώρα σου τηλεφώνησε; Αξημέρωτα;»
«Βλέπεις υπάρχουν κάποιες … κυρίες που συμπαθούν τον ξάδερφό σου. Γιατί εχθές το βράδυ… δεν ήξερε να μου πει … και όταν πηγαίνεις στα μπουζούκια … δεν σου έρχονται τέτοιες συζητήσεις…»
«Ρε κέρατο, μαζί της ήσουν; Μα… εσύ δεν είπες ότι είναι κυρία… δηλαδή υπάρχει σύζυγος… έτσι δεν είναι;»
«Ναι, υπάρχει… ε, και; Τι μ’ αυτό; Αυτός είναι στρατιωτικός και μάλιστα έχει μια καλή θέση στο ΝΑΤΟ, όλο λείπει… και ξέρεις τι λένε για τους στρατιωτικούς, η μάλλον για τις γυναίκες τους…», πήρε μια τζούρα από το τσιγάρο του και έβηξε καθώς το γέλιο τον έπνιξε.
«Α, να χαθείς αλήτη. Τέλος πάντων … τι είναι αυτό που θέλεις να μου πεις; Το… τόσο σημαντικό; Αυτό που ανήγγειλε η κυρία αυτή… πως την λένε…»
«Η κυρία Λιβάνη…»
«Ναι, αυτή … ωραία κυρία… τα λιβάνια της λείπανε…»
«Λοιπόν, αυτή η κυρία με πληροφόρησε …», συνέχισε ο Τέλης, «… πως η αίτησή σου, ή αν θέλεις καλύτερα… η αίτησή μας, έγινε δεκτή από τον υπουργό και μπορείς να είσαι από τον επόμενο μήνα μέλος της Αμερικανικής αρχαιολογικής αποστολής. Δηλαδή μπορούμε και οι δυό να είμαστε… Δεν σε βλέπω ιδιαίτερα χαρούμενο…. Τι έγινε; Εσύ το περίμενες πως και πως αυτό…»
«Αλήθεια μου λες; Έχουμε κάνει αυτή την αίτηση τόσο καιρό πριν, που τώρα δεν ξέρω … μου φαίνεται σαν παλιό όνειρο… σχεδόν με την απελπισία μου για την τόσο μεγάλη αναμονή, το είχα ξεχάσει…»
«Κάλλιο αργά παρά ποτέ, ε; Να που γίνονται και θαύματα…»
Ο Γιώργος πραγματικά δεν πίστευε στα αυτιά του. Πριν δύο χρόνια, είχε κάνει αίτηση μαζί με τον ξάδερφό του, να είναι εκπρόσωποι της Ελλάδας στις έρευνες που έκανε η Αμερικανική αρχαιολογική εταιρία, στις ανασκαφές στη Κωνσταντινούπολη, σαν ειδήμονες της Βυζαντινής ιστορίας.  Βέβαια ήταν μια από τις εκατοντάδες αιτήσεις Ελλήνων αρχαιολόγων για αυτή τη θέση, που δεν άφηνε και πολλά περιθώρια αισιοδοξίας.
Υπήρχαν παλαιότεροι αρχαιολόγοι, που περίμεναν πως και πως για αυτή τη θέση, όχι γιατί τους άρεσε να δουλεύουν με τους Αμερικάνους, που δεν είχαν και την καλύτερη φήμη για τις γνώσεις τους σε τέτοιου είδους ανασκαφή, αλλά γιατί τα χρήματα από την Αμερική ήταν πολλά και δινόταν μεγάλη σημασία στην όσο το δυνατόν πιο βαθιά ματιά στα ευρήματα.
 Με δυό διδακτορικά στο ιστορικό του, το ένα, από το Ελληνικό Πανεπιστήμιο, γύρω από τα τεχνουργήματα και τον τρόπο κατασκευής τους στη Βυζαντινή εποχή και το δεύτερο για την Βορειοαμερικανική τελετουργική διαδικασία ταφής (με τον βαρύγδουπο τίτλο: Αμερικάνοι και τιμή θανάτου), από το Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, ένα μεταπτυχιακό για την συντήρηση των μουμιοποιημένων σωμάτων των Άνδεων και πολλές άλλες εργασίες και συμμετοχές σε παγκόσμια συνέδρια και φυσικά την όρεξη των τριανταπέντε χρόνων του, πίστευε ότι συγκέντρωνε κάποιες ελπίδες για τη θέση αυτή. Και να, που τώρα, μαζί με τον ξάδερφό του, που κι εκείνος είχε βέβαια τα ανάλογα προσόντα, η ζωή ανοιγόταν μπροστά του, όμορφη, χαμογελαστή και αισιόδοξα προσιτή.
Χαμογέλασε και άναψε τσιγάρο, κάνοντας τις πρώτες σκέψεις για την περιπέτεια που θα ακολουθούσε σύντομα. Η Φωκίωνος Νέγρη μπροστά του είχε αλλάξει, είχε γεμίσει με χώματα και κασμάδες, με πέτρες και κόσκινα, με εργάτες που πηγαινοέρχονταν δεξιά και αριστερά σαν τις ανασκαφές που είχε δει στον κινηματογράφο από τις ερήμους της Αιγύπτου. Κι όσες φορές, σαν φοιτητής, είχε πάρει μέρος σε ανασκαφές στην Ελλάδα υπό την καθοδήγηση των καθηγητών του, πραγματικά είχε ενθουσιαστεί από τον πυρετό της ανακάλυψης και την μαγεία του παλιού εκείνου κόσμου, που έβγαινε από την λάσπη.
«Ρε συ, μ’ ακούς ή ονειρεύεσαι; Εεεεε, είναι κανείς εκεί;», ρώτησε ο Τέλης κτυπώντας ελαφρά το κεφάλι του σαν να χτυπούσε την πόρτα ενός σπιτιού. Γέλασε και το γέλιο λες και είχε βγει από την ψυχή του.
Το σοκ της ανακοίνωσης πέρασε μετά από μερικά δευτερόλεπτα και ο Γιώργος άρχισε να επικοινωνεί και πάλι με το περιβάλλον. Είδε τον ξάδερφό του μέσα από μια θολή ματιά και του φάνηκε ότι είχε μεγαλώσει πολύ μέσα σε αυτή τη λίγη ώρα.
«Μάλιστα μπορούμε να πάρουμε μαζί μας και άλλα δύο άτομα, αφού η άδεια είναι για τέσσερις. Λοιπόν… δόκτωρ; Ποιόν λογαριάζεις να πάρεις μαζί σου; Αν και νομίζω ότι ξέρω…»
Ο Γιώργος δεν απάντησε. Το μυαλό επεξεργαζόταν ακόμα την είδηση. Ο εγκέφαλος προσπαθούσε να σχηματίσει εικόνα και να δώσει νόημα στα λόγια του Τέλη. Αρχαιολόγος… επικεφαλής τη Ελληνικής αποστολής…, σκέφτηκε, … με πολλά λεφτά για έρευνες…
Το μυαλό έκανε αμέσως τις συσχετίσεις και τους υπολογισμούς του. Τον επόμενο μήνα λοιπόν…. Έμεναν όμως πολλές δουλειές να γίνουν, πολλά χαρτιά να συμπληρωθούν, μεγάλη γραφειοκρατία να κινηθεί και τέλος να νικηθεί. Αλλά όλα αυτά από Δευτέρα. Δευτέρα; Πόσο κοντά του φάνηκε η Δευτέρα! Τώρα χωρίς να καταλάβει γιατί, ένοιωθε να πνίγεται…
«Υπάρχουν τριών ειδών άνθρωποι…», άκουσε τον ξάδερφό του να λέει, «… αυτοί που σηκώνουν πέτρα και βρίσκουν σκορπιούς, αυτοί που σηκώνουν πέτρα και βρίσκουν λάσπη και τέλος αυτοί που όταν τη σηκώσουν, όλη η ιστορία βγαίνει από την ανυπαρξία και δημιουργεί το μέλλον. Έτσι;»
Ο Γιώργος κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. Αυτό ήταν ένα παλιό αστείο που έλεγαν σαν φοιτητές, αλλά που πάντα ήταν τόσο σωστά επίκαιρο… Ναι, υπήρχαν πράγματι αυτοί που σήκωναν πέτρες και έβρισκαν χρυσάφι
.
Είχε πάει πια μεσημέρι όταν η «Μαρμάρω», γκρίνιαξε και πάλι, με το συνηθισμένο της τρόπο. Ένας καινούργιος ήχος ακούστηκε αυτή τη φορά από το πίσω μέρος και αγκομαχώντας πήρε το δρόμο για την Αγία Παρασκευή. Από το κινητό είχε μιλήσει με την Δώρα, την είχε ενημερώσει για τις ειδήσεις που τον είχαν χαροποιήσει και είχε διαπιστώσει ότι κι εκείνη είχε χαρεί. Θα πήγαιναν μαζί για φαί, όπως έκαναν τόσα χρόνια τώρα τα μεσημέρια του Σαββάτου. Κάπου σε μια ταβέρνα, σε ένα μικρό μαγαζί προς την Αγία Μαρίνα, να κάνουν και καμιά εκδρομή που ήθελε η κοπέλα, ή σε κάποιο σουβλατζίδικο αφού η Δώρα ήταν φανατική οπαδός του είδους.
Ψηλή με κόκκινα μαλλιά και άσπρο δέρμα ήταν η επί τρία ή τέσσερα χρόνια πιστή του σύντροφος, το άξιο στήριγμά του και παλιά του συμφοιτήτρια, αν μπορούσε κανείς να το πει αυτό αφού ήταν δυόμιση χρόνια μικρότερή του. Και όλα έδειχναν ότι θα ήταν και η μέλλουσα κυρία Πανοπούλου, αφού και οι δυό είχαν συνειδητοποιήσει ότι ο καιρός περνούσε γρήγορα, τα ενδιαφέροντά τους κοινά και η χημεία που ενώνει δυό άτομα, σωστή. Την αγαπούσε και τον λάτρευε, την σκεφτόταν και τον νοιαζότανε, την ήθελε και τον επιθυμούσε. Πολλές φορές απέφευγε να βγαίνει έξω με φίλους, αφού προτιμούσε την συντροφιά της κοπέλας με την οποία είχε διαπιστώσει πως η ώρα περνούσε χωρίς να το καταλαβαίνει. Μιλούσαν επί ώρες για θέματα όπως η αρχαιολογία, άλλο κοινό τους πάθος, η καθημερινότητα, το σινεμά και το θέατρο, η φιλοσοφία, η φυσική και τα κομπιούτερς … μέχρι και για εξωγήινους. Γέλαγαν και φιλιόντουσαν, έκαναν αστεία και δεν δυσκολεύονταν να εκφραστούν.
Έφτασε κάτω από το σπίτι της και κόρναρε, αν μπορεί κανείς να πει κορνάρισμα αυτό το βραχνό κακάρισμα που ακούστηκε, δυό φορές. Δεν άργησε να την δει να κατεβαίνει φορτωμένη όπως πάντα με την μεγάλη κρεμαστή της τσάντα, (ποτέ δεν κατάλαβε τι χρειάζονταν όλα αυτά τα μικροπράγματα που κουβαλούσαν οι γυναίκες μαζί τους) και ανοίγοντας την πόρτα που έτριζε, τον φίλησε στο στόμα με ένα πεταχτό φιλί.
«Λοιπόν; Για πού είμαστε σήμερα; Κάπου κοντά ή εκδρομούλα πάλι;»
Η Δώρα του χαμογέλασε. «Σήμερα έχεις χαρές. Βουρ για Αγία Μαρίνα. Έχω όρεξη για παϊδάκια και κρασάκι». Η «Μαρμάρω», αποφάσισε να φερθεί «λογικά», ίσως να είχε και συμπάθεια στην Δώρα, ξεκίνησε προς έκπληξη του Γιώργου υπάκουα και σε μια ώρα τους είχε μεταφέρει στη γνωστή ταβέρνα του «Θανάση», που πάντα τους διασκέδαζε με την καλή της κουζίνα, το δροσερό της ροζέ κρασάκι και τους δυο φοιτητές που τραγουδούσαν κάθε Σαββατοκύριακο μεσημέρι παλιές λαϊκές μελωδίες με την κιθάρα τους. Και η μόνιμη παρατήρηση του Γιώργου στον ιδιοκτήτη (μετά από τόσο καιρό είχαν γίνει φίλοι), να βάλει διαλυτικά στον κατάλογο πάνω από το γιώτα στη λέξη «παϊδάκια». «Βρε Θανάση, πάλι παιδάκια έψησες;»
Και σήμερα το κρασί ήταν βάλσαμο στα λαρύγγια τους και μετά από λίγο, έκανε τα χέρια τους να ενωθούν πάνω στο τραπέζι και να μιλάνε πολύ κοντά σαν να φιλιόντουσαν. Της εξήγησε όλα αυτά που του είπε ο Τέλης, της επισήμανε πόσο μεγάλη ευκαιρία για την καριέρα τους ήταν αυτή, αφού το πρώτο άτομο που θα έπαιρνε μαζί του θα ήταν η ίδια και τα πολλά φιλιά του έδειχναν τον ενθουσιασμό του. Η Δώρα τον κοίταγε με ένα μεγάλο χαμόγελο, αλλά τα μάτια της μαρτυρούσαν κάτι που την απασχολούσε και την προβλημάτιζε.
«Και από πότε με το καλό είπες ότι θα ισχύει αυτή… η… η σύμβαση με τους Αμερικάνους; Από τον άλλο μήνα είπες; Δηλαδή από τον Μάιο;»
«Ναι, κορίτσι μου, από τη πρώτη του Μάη. Δεν είναι υπέροχο;»
«Ναι… ναι, είναι… υπέροχο, καταπληκτικό. Αλλά…»
«Ωχ! Δεν μου αρέσει αυτό το «ωχ». Τι συμβαίνει Δώρα; Κάτι θέλεις να μου πεις, αλλά βλέπω ότι διστάζεις»
«Ναι. Η αλήθεια είναι ότι κάτι θέλω να σου πω, αλλά νομίζω ότι δεν είναι ώρα…»
«Θέλεις να χωρίσουμε! Ε; Αυτό είναι; Βαρέθηκες ή φοβήθηκες να έρθεις μαζί μου στις ανασκαφές;»
Η Δώρα χαμογέλασε και τα χέρια της είχαν τώρα παγώσει. Το χάδι στην παλάμη του Γιώργου, έγινε τώρα μηχανικό. Η κοπέλα τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια:
«Πρώτη Μάη αρχίζει λοιπόν η σύμβαση ε;»
«Ναι, το είπαμε αυτό…»
«Και το ταξίδι… η ανασκαφή δηλαδή πότε υπολογίζεις ότι αρχίζει;»
«Έχει αρχίσει από πέρυσι, αλλά εμείς σαν κλιμάκιο, σαν Ελληνική αποστολή δηλαδή, θα δώσουμε τα παρών να πούμε … κατά τον Οκτώβρη, άντε Νοέμβρη. Όμως το θέμα δεν είναι αυτό…. Κάποια απάντηση περιμένω…»
«Οκτώ μηνών…»
«Όχι κάνεις λάθος. Σε έξη μήνες είναι ο Οκτώβρης… όχι οκτώ»
«Ναι σωστά…», χαμογέλασε και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Είχε πιάσει μια ψιχάλα και άρχισε η φύση να δίνει εκείνο το άρωμά της – χάρισμα στους ανθρώπους. «… το παιδί σου όμως θα είναι έτοιμο … οκτώ μηνών… κι αν πάμε για Νοέμβρη… άστα μπορεί να γεννάω τότε…»
Ο Γιώργος δεν κατάλαβε τι ήταν αυτό που τον χτύπησε μέσα στο μυαλό, την καρδιά και την μέση του. Τα πόδια του παρέλυσαν, οι σφίξεις της καρδιάς αυξήθηκαν απότομα κατά πολύ και στα αυτιά άρχισε ένα τιτίβισμα … ένα θρόισμα… κάτι σαν τον ήχο της πορτοκαλάδας με ανθρακικό, όταν ανοίγεις το μπουκάλι. Έμεινε μαρμαρωμένος μέχρι να αντιμετωπίσει, ή μάλλον να εξηγήσει ο εγκέφαλος αυτή την μεγάλη πρόκληση της ημέρας. Η Δώρα… είναι… είναι … έγκυος; Έχει μωράκι; Και … είναι το δικό μου μωρό;…, σκέφτηκε και κατάλαβε ότι κάτι υγρό έτρεχε στα μάτια του.
«Δηλαδή… το… θέλω να πω… είσαι… έχεις…», τα λόγια δεν έβγαιναν από το στόμα. Είχαν σταθεί στο «μήλο του Αδάμ», εκεί που στέκεται και της χαράς, αλλά και του πόνου ο κόμπος.
«Ναι αγάπη μου… είμαι έγκυος. Περιμένω τον γιό σου ή την κόρη σου. Το παιδί μας…»
«Το… παιδί μας; Θεέ μου! Τι συγκινήσεις σήμερα! Τι χαρά είναι αυτή…»
«Αλήθεια; Είναι χαρά μωρέ Γιώργο; Δεν πιστεύω να το πήρες σαν… εκβιασμό… ξέρεις…»
«Μα, τι είναι αυτά που λες κορίτσι μου. Για τον γάμο; Μα δεν θα φεύγαμε ταξίδι χωρίς να είχαμε πρώτα περάσει εκείνο το ρημαδοστέφανο στις κεφάλες μας. Απλά τώρα θα πρέπει να βιαστούμε…»
«Αλήθεια μωρέ Γιώργο; Αλήθεια μου κάνεις πρόταση γάμου;»
«Κοίτα, δεν είναι το πιο ρομαντικό περιβάλλον εδώ, αλλά έτσι που ήρθαν τα πράγματα… και χωρίς δαχτυλίδι κρυμμένο στην τσέπη…»
«Αχ βρε Γιώργο… αν παραγγείλεις άλλη μια καραφίτσα με κρασί… όλα θα είναι ρομαντικά…»
«Τι; Κρασί; Και τα παιδί μου; Δεν το σκέφτεσαι; Άκου κρασί! Πορτοκαλάδα και πολύ σου πάει κυρία μου. Α, όλα κι όλα… από δω και πέρα… τέρμα τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια. Γέννα πρώτα και μετά κάμε ότι θέλεις… που λέει ο λόγος»
Η Δώρα γέλασε βλέποντας τον γνήσιο ενθουσιασμό του συντρόφου της και την χαρά του. του φίλησε τα χέρια
«Ε, δεν είμαι παπάς…», της είπε και σηκώθηκε όρθιος. Έσκυψε και της ρούφηξε τα χείλη εξαφανίζοντας σχεδόν το κραγιόν. «Θανάση… ρε Θανάση… κέρνα όλους στο μαγαζί κρασί βρε. Για το γιό μου… βρε»
«Ή την κόρη σου» τον διόρθωσε η Δώρα.
Κάθισε πάλι δίπλα της, ενώ ακούγονταν ακόμα τα χειροκροτήματα και οι ευχές των σερβιτόρων και των θαμώνων της μικρής ταβέρνας.
«Λοιπόν κούκλα μου, άκου πρόγραμμα…»
«Ξέρεις Γιώργο, ότι δεν θα μπορέσω να έρθω στο ταξίδι στην Τουρκία για την Βυζαντινή ανασκαφή. Μπορεί να είμαι αρχαιολόγος και αυτή η έρευνα να ήταν το όραμά μου, αλλά τώρα που γίνομαι μητέρα … τι να πω… όλα τα άλλα μου φαίνονται ανούσια. Τιποτένια… όλα είναι μάταια. Για μένα τουλάχιστον… μπροστά στο παιδί μας… αλλά να ξέρεις… δεν θα σε εμποδίσω να πας εσύ…»
«Το καταλαβαίνω κορίτσι μου. Γι αυτό, άκου το πρόγραμμα που σου έλεγα. Επειδή κατάλαβα ότι δεν θα έρθεις μαζί μου… και επειδή το παιδί μου πρέπει να έχει την καλύτερη περιποίηση, θα κάνουμε τον γάμο, πριν φύγω. Σύμφωνοι;»
«Σύμφωνοι. Αυτό ήταν το πρόγραμμα;»
«Περίμενε ντε. Ο γάμος θα γίνει μόλις επιστρέψουμε από τις διακοπές μας…»
«Διακοπές; Έχουμε Απρίλη, μέχρι τις διακοπές που λες, η κοιλιά μου θα έχει φτάσει στο στόμα. Για τι διακοπές μου μιλάς;»
«Στο σπίτι της μάνας μου στο Πόρτο Χέλι. Όλο τον Αύγουστο κυρία μου… ή μάλλον μέλλουσα κυρία μου»
Γέλασαν με την καρδιά τους και αγκαλιάστηκαν με όση δύναμη μπορούσε να έχει μια αγκαλιά … με το τραπέζι στη μέση.
Η ψιχάλα έξω τώρα είχε γίνει βροχή και η θερμοκρασία είχε πέσει τόσο πολύ που ο Θανάσης αναγκάστηκε να ανάψει την σιδερένια σόμπα στο κέντρο του μαγαζιού. Το τζάμι του παράθυρου είχε αποκτήσει εκείνες τις ακανόνιστες υδάτινες ρίγες που έδειχναν παραμορφωμένο τον κόσμο, δηλαδή πιο όμορφο και πιο δίκαιο.
«Τα έχει η Άνοιξη αυτά…», είπε ο σερβιτόρος λες και προσπαθούσε να δικαιολογηθεί για την απρόσμενη εξέλιξη του καιρού.
Η «Μαρμάρω», έδειξε για άλλη μια φορά συγκινητική υπακοή στα προστάγματα του Γιώργου. Με πολύ μικρή ταχύτητα (από την ώρα που έμαθε για την εγκυμοσύνη της, ο Γιώργος είχε αρχίσει να συμπεριφέρεται προστατευτικά και πιο μυαλωμένα, έκφραση που άρεσε της μάνας του), κατέβηκαν τον λόφο που έβγαζε στο Γραμματικό, μέσα από μια καταρρακτώδη βροχή και τις ευωδιές του χώματος και των ανοιξιάτικων λουλουδιών. Έφυγαν από τον Μαραθώνα και αγόρασαν από υπαίθρια παραπήγματα δυο μεγάλες, κατακόκκινες κολοκύθες που λαχτάρισε η κοπέλα.
«Σιγά βρε Γιώργο, μόλις δυό μηνών είμαι. Δεν είναι ανάγκη να γίνεις μούσκεμα για … επιθυμίες μου. Όχι ακόμα τουλάχιστον… αλλά που θα μου πάει; Θα σου το ψήσω εγώ το ψάρι στα χείλια». Γέλασαν με την καρδιά τους όσο ο άντρας προσπαθούσε να στεγνώσει τα βρεγμένα του παπούτσια. Καθάρισε το τζάμι που είχε θολώσει από τα χνώτα τους με ένα μαντίλι και συνέχισαν μέχρι που τα φώτα της πλατείας της Αγίας Παρασκευής αντανακλάστηκαν στο καπό. Ήταν νωρίς το απόγευμα, αλλά ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει. Οι λεύκες μαστίγωναν τον ουρανό ζωντανεύοντας στις ξαφνικές ριπές του ανέμου, για να μείνουν στη συνέχεια και πάλι ακίνητες σαν ζωγραφιά.
Άφησε την Δώρα στο σπίτι και σαν την είδε να μπαίνει μέσα, έβγαλε το τηλέφωνο και πήρε τον Τέλη. Δεν κρατιόταν τώρα. Έψαχνε να βρει σε ποιους να πρωτοπεί τα νέα. Χτύπησε το χέρι με δύναμη στο τιμόνι:
«Έλα ρε… άκου…»

«Μα τι Άνοιξη είναι αυτή βρε παιδί μου! Πιο πολύ με Φθινόπωρο μοιάζει με τόσες βροχές και αέρηδες!»
«Έτσι είναι βρε Τέλη, πρώτη σου Άνοιξη είναι; Γέρασες πια και ακόμα γκρινιάζεις με τον καιρό…»
«Και πάντα θα γκρινιάζω. Ειδικά τώρα που πλησιάζει η ώρα του ταξιδιού. Μάης σου λέει μετά… η γιορτή των λουλουδιών… η γιορτή της Φύσης! Κουραφέξαλα… κολοκύθια με τη ρίγανη…»
«Τέλειωσες να κάνουμε και καμιά δουλειά; Περιμένει ο Υπουργός την έκθεση σε δυο μέρες και ο μόνος που δουλεύει σε αυτό το γραφείο, είμαι εγώ. Άντε τεμπελχανά…»
«Εξασκείσαι και στα Τούρκικα; Άκου τεμπελχανά… ωραία λέξη….», στηρίχτηκε με μελαγχολική διάθεση στο μεγάλο αλουμινένιο παράθυρο, «Κοίτα βροχή ρε παιδί μου!»
«Κοίτα στοίβα από χαρτιά ρε παιδί μου», του απάντησε ειρωνικά ο Γιώργος.
«Ναι, δίκιο έχεις…»
«Α, ωραία, θα δουλέψεις δηλαδή;»
«Όχι, αλλά έχεις δίκιο. Ο μόνος που δουλεύει εδώ είσαι εσύ. Arrivederci λοιπόν … e grazie κύριε Πανόπουλε. Εύχομαι να τελειώσεις γρήγορα αυτή την … έκθεση. Εμένα με περιμένει ένα ουρί του Παραδείσου… μμμμ, τι να σου πω… άλλο να σου λέω και άλλο να το βλέπεις. Πόσο μάλλον να το τρως το μικρό…». Πήρε το μπουφάν του και ανοίγοντας την πόρτα του γραφείου, έστειλε με το χέρι ένα ειρωνικό φιλί στο ξάδερφό του
«Και πρόσεξε μη κάνεις λάθη στην έκθεση βρε…». Το γέλιο ξεθώριασε στον διάδρομο του υπουργείου.
Μάλιστα, πρέπει και να κάνω μόνος τη δουλειά, πρέπει και να τον καλύψω … σκέφτηκε και γύρισε στα έγγραφά του. Σήκωσε το τηλέφωνο σαν άκουσε το κουδούνισμα του και η φωνή της Δώρας από τον απάνω όροφο, του έφτιαξε τη διάθεση.
«Δε μου λες νεαρέ…», του είπε χαρούμενα, «… τι θα έλεγες για καμιά μπυρίτσα το μεσημεράκι; Βροχούλα έξω, μια μπυρίτσα με ωραίο μεζεδάκι θα …μας έφτιαχνε! Δεν συμφωνείς;»
Κανόνισαν να περάσουν λοιπόν το μεσημέρι και το απόγευμά τους μαζί στην Πλάκα, έτσι κι αλλιώς από Μπουμπουλίνας ήταν εύκολο να πεταχτούν μέχρι εκεί, θα έτρωγαν στο στέκι τους στην πλατεία Κυδαθηναίων και θα φρόντιζαν να πιουν κάπου εκεί και τον καφέ τους. Όσο περνούσε ο καιρός και προχωρούσε η εγκυμοσύνη, τόσο το ζευγάρι ένοιωθε πιο κοντά, τόσο ήθελε να περνάει τον καιρό του σε κοινές δραστηριότητες.
Ο Γιώργος έκλεισε το τηλέφωνο και χαμογέλασε. Έπιασε το δεξί του μάγουλο, αυτός ο πονόδοντος που τον είχε πιάσει εδώ και τρεις μέρες, είχε αρχίσει να γίνεται ενοχλητικός, το έτριψε και το πίεσε με τον δείκτη. Πρέπει να κλείσω ένα ραντεβού με τον οδοντογιατρό γαμώτο, σκέφτηκε ανασηκώνοντας ταυτόχρονα το μεγάλο τοπογραφικό σχέδιο που είχε μπροστά του, … παραπάει αυτή η αδιαφορία για τα δόντια μου.
Κάπως έτσι πέρναγε η μέρα τους, γελούσαν και διασκέδαζαν, συζητούσαν και σχεδίαζαν την μελλοντική τους ζωή. Αν και αυτό το τελευταίο, έφερνε μια μικρή θλίψη στην Δώρα, αφού ήξερε ότι ο χωρισμός της από τον Γιώργο, έστω και για αυτό το σχετικά μικρό χρονικό διάστημα, θα την επηρέαζε. Δεν μπορούσε όμως και να απαιτήσει κάτι άλλο. Φοβόταν να ήταν μόνη με μικρό παιδί, αλλά ήταν αποφασισμένη να το πολεμήσει. Άφηνε λοιπόν τις σκέψεις αυτές στην άκρη και προσπαθούσε να χαρεί τη ζωή, όπως ήταν τώρα. Μα τι έλεγε και ο πατέρας της; Ζήσε σήμερα και για αύριο… έχει ο Θεός! Και πίστευε ότι πράγματι ο Θεός είχε για αυτούς.
Βέβαια έτσι θα ήθελε να πάνε τα πράγματα. Ο λαός λέει ότι όταν οι άνθρωποι κάνουν όνειρα ή ελπίζουν, ο Θεός γελάει.

Η Άνοιξη πέρασε και το καλοκαίρι ήρθε με τις πρώτες ζέστες να ταλαιπωρούν τον Αθηναϊκό πληθυσμό και τους δρόμους να μεταμορφώνονται σιγά – σιγά σε ασφάλτινα κρεματόρια. Η πόλη, έδιωχνε τους κατοίκους σε παραλίες και βουνά ή οπουδήποτε δηλαδή μακριά. Το μυαλό των περισσοτέρων ήδη είχε πάει διακοπές με αποτέλεσμα η απόδοση στους εργασιακούς χώρους να είναι τόσο μειωμένη που κάποιος θα απορούσε εύλογα, πως λειτουργούσε αυτό το κράτος.
Η Δώρα χάιδευε την κοιλιά που τώρα πια είχε φουσκώσει αρκετά για να μαρτυρά την εγκυμοσύνη της και χαμογελούσε ευχαριστημένη, αυτές τις τελευταίες μέρες στη δουλειά, αφού από τον άλλο μήνα, τον Αύγουστο δηλαδή, θα έπαιρνε την υποχρεωτική άδειά της. Ο Τέλης την κοιτούσε πίσω από το γραφείο του, εκεί που καθόταν δηλαδή και κορόιδευε τον κόσμο ότι δούλευε και το μυαλό του ήταν στη μικρούλα που είχε γνωρίσει πριν δυό μέρες σε κάποιο μπαράκι. Πω – πω… μη μου τύχει τίποτα τέτοιο… σκέφτηκε βλέποντας την πρησμένη κοιλιά της Δώρας και έφτυσε τον κόρφο του, ενώ ασυναίσθητα χτύπησε την επιφάνεια του γραφείου του.
«Λοιπόν Τέλη; Θα αργήσει ο Γιώργος;»
«Σου είπα βρε …», της απάντησε, «… πετάχτηκε μέχρι την Ερμού. Τον ήθελε ο τοπογράφος νομίζω … ή κάτι τέτοιο…»
«Μάλιστα»
«Μη φοβάσαι, δεν στον κλέβει κανείς…»
Η Δώρα τίναξε τα κόκκινα μαλλιά της που θύμιζαν χαίτη λιονταριού και έβαλε το χέρι στο ιδρωμένο σβέρκο της. Την ενοχλούσε αυτή η ζέστη και ήξερε ότι το καλοκαίρι δεν είχε ακόμα φορτσάρει.
«Μάλιστα. Απλά τον ήθελα κάτι και αφού είχα κενό, είπα να κατέβω να τον δω λιγάκι…»
«Δεν κάνεις μακριά του ε; Αμάν αυτός ο έρωτας!»
«Ναι, έτσι είναι! Αλήθεια, δεν σε ρώτησα… πως πάνε οι ετοιμασίες; Εννοώ για την Κωνσταντινούπολη… για το ταξίδι; Πως το δέχτηκαν οι άλλοι; Και αλήθεια καταλήξατε ποιοι τελικά θα είσαστε; Νομίζω ότι θα έρθει και ο Σκαλιώτης ο συντηρητής μαζί σας; Έτσι δεν είναι;»
«Ναι, στη θέση σου κυρία μου… αφού εσύ …» και έδειξε την κοιλιά της.
«Τι να κάνουμε βρε Τέλη, συμβαίνουν αυτά»
«Και γιατί πάντα συμβαίνουν σε λάθος στιγμές; Ξέρεις τι ωραία θα περνάγαμε εκεί. Ώ ρε μάνα μου γλέντια που θα κάναμε! Και είναι η Κωνσταντινούπολη… ξελογιάστρα η άτιμη. Και οι Τουρκάλες… μανούλια σκέτα… αλλά τι τα λέω σε σένα»
«Δεν βλέπω να λες κουβέντα για δουλειά όμως. Σίγουρα θέλεις να πας για την ανασκαφή;». Γέλασαν και οι δυό με την καρδιά τους. Η Δώρα έφυγε με κάποια απογοήτευση που δεν είχε καταφέρει να δει τον καλό της έστω και για λίγο, αλλά και από την επιπόλαιη και ανεύθυνη στάση του τέλη. Αρχαιολόγος ήταν κι αυτός, όπως όλοι άλλωστε σε εκείνο τμήμα, δεν μπορούσε να δεχτεί ότι ενώ του δινόταν μια τέτοια ευκαιρία, εκείνος υπολόγιζε στα γλέντια και τις διασκεδάσεις. Κρίμα…, σκέφτηκε με μελαγχολία, τέτοιο έξυπνο μυαλό και να αδικεί τον εαυτό του! Ένοιωσε το μωρό να σαλεύει μέσα στην κοιλιά της, το είχε πρωτακούσει την προηγούμενη εβδομάδα και από τότε αποζητούσε αυτή την κίνησή του, χάιδεψε σχεδόν με περηφάνια και φανερή ικανοποίηση το σημείο εκείνο και κατευθύνθηκε προς το γραφείο της. Η δουλειά περίμενε και οι φάκελοι είχαν φτιάξει μια μεγάλη στοίβα. Σκέφτηκε ότι είχε αρχίσει να κουράζεται πιο γρήγορα τώρα, αυτό που έλεγε η μάνα της ότι βάρυνε και κάθε τόσο ένοιωθε πόνους στη μέση και τα πόδια της που φαίνονταν λίγο πιο πρησμένα πια.
Κάθισε και ακούμπησε την πλάτη της όσο πιο όρθια μπορούσε. Σκέφτηκε το ταξίδι του Γιώργου και ονειρεύτηκε να πήγαινε κι εκείνη. Θα ήταν μεγάλη ευκαιρία για την καριέρα της, για το επαγγελματικό της μέλλον. Αλλά το πραγματικό μέλλον είναι εδώ… σκέφτηκε και χάιδεψε άλλη μια φορά την κοιλιά της.
Κι όμως οι τοίχοι του γραφείου την έπνιγαν … κι ας είχαν μείνει μόνο λίγες μέρες μέχρι την άδειά της.
«Άντε να έρθει ο Αύγουστος να την αράξω κι εγώ, όπως θα έλεγε ο Τέλης…»
Τσέκαρε το ραντεβού που είχαν με τον γιατρό το βράδυ, εξέτασε τους πρώτους φακέλους και δέχτηκε την κυρία Ποταμίτη, μια ξερακιανή γυναίκα με μαύρα στενά μάτια και μαλλιά πιασμένα σε κότσο που θύμιζε δεκαετία του εξήντα, για μια υπόθεση που αφορούσε σε κάποια θεμέλια σπιτιού… ή κάτι τέτοιο.
Κάποιος στην περιοχή της Πλάκας είχε την φαεινή ιδέα να γκρεμίσει ένα παλιό σπίτι και να χτίσει με θεμέλια ένα τριώροφο κτίριο, με αποτέλεσμα να βρει αρχαίους κίονες και μάρμαρα σε βάθος τριών μέτρων. Κι από κείνη τη στιγμή είχε βέβαια αρχίσει η περιπέτειά του, η δικαστική διαμάχη με την αρχαιολογική υπηρεσία και όλες τις άλλες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού που εμπλέκονταν στην υπόθεση αυτή για την διάσωση των αρχαίων.
Λαχτάρισε να φάει κάτι γλυκό και έβγαλε ένα κουτί με σοκολατάκια, σαν η επισκέπτης της έφυγε,  από το συρτάρι του γραφείου της. Το δάγκωσε και άφησε το υγρό με γεύση κερασιού που είχε στο κέντρο του, να της πλημμυρίσει την ψυχή. Κάτι που άρεσε και στο μωρό βέβαια, αφού αυτόματα αντέδρασε κι εκείνο.

«Λοιπόν κυρία μου… αυτό είναι άλογο που έχετε μέσα σας…», είπε ο γιατρός σαν άκουσε την καρδιά του μωρού. «Ακούστε κι εσείς πόσο δυνατά χτυπάει η καρδιά του. Πω – πω, δυναμίτης είναι». Ο Γιώργος έσκυψε και την φίλησε πάνω στο κρεβάτι που ήταν ξαπλωμένη. «Δυνατή – δυνατή είναι η μπέμπα…», συνέχισε ο γιατρός κοιτάζοντας την οθόνη του υπέρηχου, ενώ το χέρι γύρναγε με τη λαβή του μηχανήματος, γύρω – γύρω στη καλυμμένη με ζελέ κοιλιά της Δώρας. «Κούκλα…»
«Τελικά κορίτσι είναι ε; Είστε σίγουρος γιατρέ;», ρώτησε ο Γιώργος.
«Ναι, σίγουρος τώρα πια. Φαίνεται καθαρά… κορίτσι με τα ούλα του είναι»
Το ζευγάρι κοιτάχτηκε στα μάτια και χαμογέλασαν. Σκέφτηκαν το μικρό θηλυκό διαβολάκι που το έβλεπαν κιόλας να τρέχει στο σπίτι με τα στραβά του ποδαράκια, φωνάζοντας και κάνοντας οτιδήποτε θα μπορούσε να προκαλέσει φασαρία. Ο Γιώργος φίλησε τα χέρια της Δώρας με τέτοια τρυφερότητα που δεν είχε δείξει ποτέ στη κοινή τους ζωή, ούτε ακόμα τότε που είχαν πρωτοκάνει έρωτα.
Τελικά δεν κρατήθηκε και άρχισε να κλαίει με λυγμούς, παρασέρνοντας και την γυναίκα σε αυτό, κάνοντάς την συγχρόνως τόσο περήφανη. Του χάιδεψε το κεφάλι και κοίταξε τον γιατρό που διακριτικά είχε περιοριστεί στην άκρη του δωματίου, αφήνοντας στη μέση την εξέταση προς το παρόν.
«Η μικρή Μαίρη θα έρθει Γιώργο μου σε λίγο καιρό», του είπε χαμηλόφωνα.
Συμφώνησε κι εκείνος κουνώντας καταφατικά το κεφάλι. Κοίταξε τον γιατρό και κατάλαβε ότι έπρεπε να τραβηχτεί στην άκρη. Σκούπισε τα μάτια, έδωσε ένα τελευταίο φιλί στη σύντροφό του και κάθισε στην άκρη. Κάτι του είπε ο γιατρός, κάτι που δεν το κατάλαβε, αλλά συμφώνησε με ένα κούνημα του κεφαλιού. Το μυαλό του τώρα ήταν μόνο για την κόρη του.

Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 32
¨ΣΚΙΑΣ ΟΝΑΡ ΑΝΘΡΩΠΟΣ¨

(Πίνδαρος : ο άνθρωπος είναι το όνειρο μιας σκιάς)

Ο κυρ Δημητρός σήκωσε με όση δύναμη είχαν ακόμα τα γέρικα μπράτσα του, το μεγάλο μπαούλο με τα δερμάτινα δεσίματα και τις γυαλιστερές κλειδαριές. Ένα μακρόστενο μπαούλο που είχε φροντίσει με λάδι και καθαρίσει με πράσινο σαπούνι η Κυράννα, να δείχνει καινούργιο αν και είχε κλείσει πάνω από πενήντα χρόνια ζωής. Του είχε βάλει επί δέκα μέρες λεβάντα και βιολέτες μέσα σε γάζες, να αποκτήσει και ωραία μυρουδιά. Η Καλοτίνα είχε διπλώσει όλα της τα ρούχα, όσα τουλάχιστον είχε άμεση ανάγκη, τις πετσέτες  της, τα σεντόνια της με τις κεντημένες ούγιες  και ότι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί προικιό, με μεγάλη τάξη και φροντίδα. Την βοήθησαν όλες οι γυναίκες της καθημερινότητάς της, η μάνα της, η Νικολέτα, οι Τσουκαλαήνες, η Σεβαστή, ακόμα και μια δυό φορές είχε πάει για βοήθεια και η Υπαπαντή, που τώρα ένοιωθε πιο μεγάλη άνεση στο σπίτι τους.
«Άσε κυρ Δημητρέ, θα το σηκώσουμε εγώ με τα παιδιά…», ακούστηκε η φωνή του Κουκουβά από το πάνω μέρος της σκάλας του «Κανάρης». Και λέγοντας αυτά, έδωσε ένα σάλτο, κατέβηκε τρία – τρία τα σκαλιά και έπιασε με το δεξί του χέρι την λαβή από το τεράστιο μπαούλο, σπρώχνοντας ελαφρά τον ηλικιωμένο άντρα. Δεν δυσκολεύτηκε να το ανεβάσει στο κατάστρωμα με την βοήθεια των δυο παιδιών που ξεφόρτωναν τις βαλίτσες από τις λάζες και το έσπρωξε προς την καμπίνα της Καλοτίνας και του πατέρα της. Ο κυρ Δημητρός συνόδευε την μεγάλη του κόρη στο μεγάλο λιμάνι, τον Πειραιά, για το υπερπόντιο ταξίδι της. Δύσκολο έργο για πατέρα, δύσκολο ταξίδι για την κόρη.
Ο κυρ Νικόλας ο Κουκουβάς, έτεινε το χέρι και πιάνοντας το δικό της, βοήθησε την Καλοτίνα, το φίλησε, θυμίζοντας σε μια σπάνια εικόνα για κείνον, ιππότη από κοριτσίστικο παραμύθι. Στο τέλος δεν άντεξε και την τράβηξε κοντά του. Την αγκάλιασε με όλη του σχεδόν την δύναμη και τη φίλησε στα μάγουλα σταυρωτά βάζοντας συγχρόνως τα κλάματα με λυγμούς. Ένοιωθε σαν δεύτερος πατέρας της. Τόσα χρόνια γείτονες πίστευε ότι την είχε κατά κάποιο τρόπο κι αυτός μεγαλώσει. Πόσες φορές δεν της είχε πει ιστορίες της θάλασσας και του νησιού! Ιστορίες που η Καλοτίνα, μικρή τότε, τις ρουφούσε σαν σφουγγάρι, με όλη της προσοχή και το ενδιαφέρον που μπορούσε να πηγάσει από την παιδική της ψυχή.
«Άμε στο καλό κορίτσι μου… άμε στο καλό της Παναγιάς… και μη μας ξεχνάς όλους εμάς εδώ στο νησί. Ελπίζω προ να κλείσω τους οφθαλμούς μου να σε ξαναδώ μαθές…»
Η νέα γυναίκα δεν μίλησε, με κόπο κρατούσε τα μάτια της στεγνά (αν και ήταν κατακόκκινα) και τους λυγμούς φυλακισμένους μέσα στα στήθια. Τον φίλησε κι εκείνη… το στερνό φιλί που θα έδινε σε κάποιον από την πατρίδα… και γύρισε να δει στον μόλο τους δικούς της ανθρώπους που είχαν σηκώσει το χέρι σε ένα ύστατο αντίο. Ο χωρισμός της ξενιτιάς έδειχνε τώρα αλύπητα, όλη του την βαρβαρότητα και αδυσώπητη μανία του.
Το πλοίο σφύριξε με εκείνη την βραχνή, θολή, φωνή του. Οι θόρυβοι από τις σκάλες που ανέβαιναν στα πλαϊνά του, το καμπανάκι που ειδοποιούσε τους ναύτες για την άγκυρα, οι ήχοι της αλυσίδας της άγκυρας…
Το νησί άρχισε να απομακρύνεται από τα μάτια της… πέρασε από το οπτικό της πεδίο ο «Ναυτικός Όμιλος» και οι χοροί που χόρεψε εκεί παλιότερα, τα «Κασόνια» με την χρυσή άμμο, τα βράχια του «Ιορδάνη», το σπίτι της, … η γέφυρα και η εκκλησούλα του «Σταυρού» (εκεί πάντα χαιρετούσαν τα καράβια)… τα «Θέρμα». Και όλα αυτά… να μαχαιρώνουν την καρδιά της… και επιτέλους τα δάκρυα κύλησαν στα ζεστά μάγουλα. Ο κυρ Δημητρός στεκόταν λίγο πιο πίσω από την κόρη του, που προσπαθούσε μέσα στην τελευταία ματιά της, να χωρέσει όσο πιο πολλά πράγματα μπορούσε από το νησί, από τους ανθρώπους του, από τις θάλασσές του. Έβαλε το ροζιασμένο χέρι του πάνω στον ώμο της Καλοτίνας και τον έτριψε απαλά. Σκέφτηκε να της πει κάτι, αλλά η φωνή του δεν έλεγε να βγει.
Τα φώτα τώρα της ακτής είχαν γίνει μικροσκοπικές κουκίδες μέσα στο μαύρο φόρεμα της νύχτας. Σε λίγο θα φαινόταν η Λέρος και μετά …
Κοίταξε λίγο ακόμα και αφέθηκε στις σκέψεις της καθισμένη πια σε μια καρέκλα του καταστρώματος. Ο Κλεάνθης ήταν ο μόνος που έλειπε εδώ και τόσο καιρό, ήταν ο μόνος που «πρόδωσε» την αναχώρησή της. «Καταραμένο σφουγγάρι…», σκέφτηκε, αλλά αμέσως μετά σταυροκοπήθηκε σαν φοβήθηκε ότι ήταν κατάρα αυτό που ξεστόμισε το μυαλό της. Έπρεπε να σκεφτεί τόσα τώρα για το μέλλον. Γύρισε το βλέμμα στον πατέρα της. Του χαμογέλασε μα εκείνος δεν μπόρεσε ν’ ανταποδώσει το χαμόγελο της, μόνο είχε καρφώσει τα μάτια στις κερωμένες σανίδες του καταστρώματος.

«Αν κρατήσει κι άλλο αυτός ο καιρός, θα κάνουμε θάματα…», ακούστηκε ο καπετάν Άτσας με ευχάριστη φωνή, χτυπώντας τη γροθιά στην κουπαστή. «Μπράβο παιδιά … μπράβο ξεφτέρια μου… άντε και θα βγάλουμε μπόλικο κέρδος φέτο…»
Ο Κλεάνθης ετοιμαζόταν για την τρίτη και τελευταία βουτιά της μέρας. Είχε «σηκώσει» σήμερα αρκετά κιλά από τον βυθό αφού το λιβάδι που βρήκαν ήταν τόσο πλούσιο που όσο μπορούσε να δει μέσα στο σκοτεινό περιβάλλον της θάλασσας, το σφουγγάρι «βρώμαγε», όπως έλεγαν και στο νησί του. Το μυαλό του τώρα δούλευε πυρετωδώς υπολογίζοντας από την μια τα αναμενόμενα κέρδη, αλλά από την άλλη η σκέψη πήγαινε εκεί στον μόλο της Καλύμνου, που το καράβι, το «Κολοκοτρώνης» ή το «Κανάρης» ή το «Μιαούλης», δεν είχε σημασία ποιο, θα έπαιρνε την αδερφή του μακριά. Για πάντα.
 Ένοιωσε κάτι να τον πιέζει στους ώμους. Ο κολαουζέρης με ένα ναύτη, κράταγαν την «περικεφαλαία» και την είχαν σηκώσει περνώντας το στόμιό της πάνω από το κεφάλι του. Σαν την βίδωσαν, ένοιωσε ο αέρας να τον πνίγει και ξύπνησε από τις ονειροπολήσεις του, σαν το κροτάλισμα των δαχτύλων του υπνωτιστή. Γύρισε το βλέμμα δεξιά αριστερά να δει από τα μικρά στρογγυλά φινιστρίνια και ο καπετάνιος από μερικά μέτρα πιο μακριά του χαμογέλασε, προσπαθώντας να τον παροτρύνει. Σήκωσε το χέρι αβέβαιος, κάτι μέσα του δεν τον άφηνε να βουτήξει εκείνη την ώρα, κατέβηκε τα πρώτα σκαλιά της σχοινένιας σκάλας στο πλάι και άφησε τον εαυτό του στην μοίρα του και στα χέρια του κολαουζέρη. Το τελευταίο πράγμα που είδε, ήταν το όνομα του σκάφους που πνιγόταν μέσα στον απαλό παφλασμό της θάλασσας, το ξεθωριασμένο και φθαρμένο «Βαγγελίστρα» με μεγάλα άσπρα γράμματα, στο γαλάζιο τους πλαίσιο. Και αριστερά του, κάπου στο βάθος, ένα άλλο σκάφος που ετοίμαζε κι αυτό τον δικό του «μηχανικό» για βούτθο, τον «Άγιο Σάββα». Μετά οι αφροί έπνιξαν το οπτικό του πεδίο και ένα μυστηριακό βάθος τον τράβαγε στα σπλάχνα του.
Τα πόδια του άγγιξαν τον βυθό και ένοιωσε την σκληρή επιφάνειά του, αφού ήταν όλος σχεδόν καλυμμένος από πέτρες και βράχια με μικρά διαλείμματα λεπτής άμμου. Καλό σημάδι αυτό για σφουγγάρια. Κοράλλια πολύχρωμα κοντά του λες και του χαμογελούσαν με τα χρώματά τους προσπαθώντας να τον μαγέψουν σαν άλλες σειρήνες. Μικρά και μεγάλα σφουγγάρια απλώνονταν παντού και έτσι έπιασε δουλειά αμέσως χωρίς να χρειάζεται να κάνει μεγάλη απόσταση. Τον πονούσε κιόλας το χωλό του πόδι, ήταν και το μυαλό του στην αναχώρηση της αδερφής του και για κάποιο λόγο φοβόταν σήμερα. Ένας φόβος που έλπιζε ότι με την ώρα θα τον ξεπερνούσε.
Μέσα σε λίγη ώρα έστειλε το πρώτο καλάθι στην επιφάνεια και τώρα προσπαθούσε να γεμίσει το δεύτερο με κάτι μεγάλα «καπάδικα» που είδε σε μια κατηφοριά. Άρχισε λοιπόν ν’ ακολουθεί τον βυθό και αφού ο κολαουζέρης δεν τον ειδοποιούσε για αυτή την κατηφόρα του, συνέχισε ευχαριστημένος από το θέαμα. Και όσο κατέβαινε, τόσο τα σφουγγάρια είχαν μεγαλύτερο μέγεθος και φυσικά ήταν σε πολύ καλύτερη ποιότητα. Τον έπιασε ο πυρετός του «κλαδέματος», δούλευε χωρίς να σταματάει ούτε στιγμή. Είχε περάσει αρκετή ώρα και ήξερε ότι θα τον σήκωναν σύντομα, οπότε έπρεπε να «σφάξει» όσα πιο πολλά μπορούσε.
Μερικά μέτρα πιο χαμηλά είδε ένα μεγάλο σφουγγάρι και επειδή δεν μπορούσε να υπολογίσει το μέγεθός του, αποφάσισε να κατέβει τα πέντε μέτρα που τον χώριζαν από κείνο.
«Σιγά μωρέ… πέντε – έξη μέτρα είναι, τι διαφορά έχει;», σκέφτηκε θαμπωμένος από το μεγάλο μέγεθος του σπόγγου. «Κατεβαίνω και … ο Θεός βοηθός…».
 Και κατέβηκε όσο γρήγορα του επέτρεπαν τα σιδερένια παπούτσια του και εκείνο το «καταραμένο» δυνατό ρεύμα του νερού. Σκόνταψε πολλές φορές στα κοράλλια και τους βράχους, γονάτισε και, εξαντλημένος καθώς ήταν, κουραζόταν να σηκωθεί και βέβαια δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να κρατήσει το κορμί του ίσιο. Ξαφνικά η περικεφαλαία του φάνηκε αβάσταχτη και η ανάσα του έγινε γρήγορη και κοφτή.
Σήκωσε το χέρι όσο πιο ψηλά μπορούσε και άγγιξε την βαλβίδα, να την πιέσει να βγάλει λίγο αέρα από την στολή, να την ξεφουσκώσει δηλαδή, μήπως και η κίνηση σε τέτοιο βάθος γίνει πιο… υποφερτή. Ευτυχώς που η «Βαρβάρα», λειτουργούσε καλά και κάπως ανακουφίστηκε. Τράβηξε και το κολαούζο, το δίπλωσε στο αριστερό του χέρι και βεβαιώθηκε ότι είχε ακόμα το μικρό τσεκούρι περασμένο στη θήκη στη ζώνη του. Κοντοστάθηκε στα τέσσερα μέτρα και ανακάλυψε ότι το βάθος που ακόμα ήθελε ήταν πάνω από πέντε μέτρα ακόμα.
«Φτου…», είπε μέσα στην κάσκα του, «… κοίτα λάθος που έκανα. Πως σε γελάει το βάθος! Ας έχει… μπήκα στον χορό… θα χορέψω» και άρχισε πάλι την κατάβαση στον απότομο βράχο. Κάθε τόσο γύρναγε το κεφάλι πίσω ή καλύτερα πίσω προς τα πάνω και έβλεπε το ελάχιστο φως του ήλιου που μάλλον πρέπει να είχε αρχίσει να δύει. Οι φυσαλίδες από την ανάσα του έκαναν μια μικρή στήλη που ταξίδευε προς την επιφάνεια. Κάπου – κάπου κάποιο ψάρι πέρναγε μέσα από αυτή τη στήλη και με περιέργεια προσπαθούσε με το στόμα ανοικτό να καταπιεί κάποια φυσαλίδα. Όταν όμως έβλεπε ότι δεν ήταν φαγητό, απλώς αδιαφορούσε και συνέχιζε το άσκοπο ταξίδι του, χωρίς να δίνει περισσότερη σημασία στον δύτη.
Το χωλό του πόδι, άρχισε απότομα να τον πονάει και να τον «τραβάει». Φοβήθηκε για την πίεση ή για καμιά κράμπα. «Άντε … λίγο ακόμα…» σκέφτηκε και επικεντρώθηκε στο μεγάλο, προκλητικό σφουγγάρι που φαινόταν να τον κοροϊδεύει. Το νερό άρχισε να γίνεται τόσο σκούρο δίπλα του, τόσο, που μετά βίας τώρα διέκρινε τον στόχο του… το προκλητικό αυτό θήραμα του βυθού. Χαμογέλασε και έκανε μια ακόμα πιο γενναία κίνηση… άφησε τον εαυτό του να πέσει από τον βράχο τα υπόλοιπα μέτρα.
«Καλύτερα θα είναι …», σκέφτηκε. «Άντε να τελειώνω πια με αυτό… α, ρε Παπαντή …», είπε μέσα στο σκάφανδρο σκεπτόμενος την κοπέλα, «… να δεις τι θα βγάλω τώρα εγώ μαθές. Να σε κάμω περήφανη για τον άντρα που θα έχεις δίπλα σου…».
Ένοιωσε με τα πόδια του, όσο μπορούσε να νοιώσει με τα σιδερένια παπούτσια που τον τράβαγαν κάτω, την απαλότητα της άμμου, ανάμεσα σε ένα βράχο και ένα θεόρατο κόκκινο κοράλλι, εκεί που κατέληξε μετά την πτώση του. Στάθηκε όσο πιο όρθιος μπορούσε και θαύμασε το μεγάλο αυτό σφουγγάρι που του είχε πάρει την καρδιά και το μυαλό, δυο με τρία μέτρα πιο πέρα. Χαμογέλασε και μια ανεξήγητη φαγούρα τον έπιασε στο σαγόνι, τα γένια του είχαν μεγαλώσει αρκετά τόσες μέρες, κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το χέρι για να ξυστεί και έφερε το πρόσωπο όσο πιο κοντά στο μικρό φινιστρίνι της περικεφαλαίας, να ανακουφιστεί με το μέταλλο. Άρχισε να τρίβει με μανία το σαγόνι, όταν είδε μια στήλη από φυσαλίδες, να ανεβαίνουν προς την επιφάνεια της θάλασσας από την αντίθετη πλευρά του μεγάλου θηράματος.
Σάστισε. Δεν μπορούσε το κουρασμένο μυαλό του να εξηγήσει τι ήταν αυτό που έβλεπε. «Τι… το σφουγγάρι αναπνέει…», αναρωτήθηκε κοιτώντας με τα μάτια γουρλωμένα. «Πως είναι δυνατό;»
Περπάτησε με μεγάλη δυσκολία, είχε πια εξαντληθεί, πιάστηκε από τον βράχο δίπλα του και σιγουρεύτηκε ότι το μικρό, κοφτερό τσεκούρι του, ήταν σωστά περασμένο στη θέση του. Φοβόταν μη και με την πτώση το είχε χάσει. Χαμογέλασε αν και η φαγούρα αλλά και η παρουσία των φυσαλίδων από την άλλη μεριά του σφουγγαριού, τον απασχολούσαν ακόμα. Πλησίασε στον στόχο του και δεν μπόρεσε να κρατήσει το επιφώνημα θαυμασμού που ξέφυγε από τα στήθια του. Μπροστά του ένας γίγαντας με διάμετρο πάνω από δύο μέτρα με ιδανικό σχήμα, που θύμιζε χέρια με ενωμένες παλάμες ικέτιδων προς τον … ουρανό, ή στην επιφάνεια της θάλασσας στην προκειμένη περίπτωση.
Χάιδεψε το εξωτερικό του σφουγγαριού και σκέφτηκε πως θα μπορούσε με λίγα χτυπήματα και σε μικρό χρονικό διάστημα, να το κόψει χωρίς να του κάνει ζημιά. Μετακινήθηκε προς την δεξιά του μεριά και έβγαλε το μικρό τσεκούρι από το θηκάρι του. «Να, εδώ…», σκέφτηκε, «… εδώ θα το χτυπήσω. Έτσι θα ξεκολλήσει έστω το μισό από τον βράχο … και μετά άλλο ένα χτύπημα. Και όλα θα τελειώσουν… εμ, βέβαια… έτσι θα κάνω»
Με αργές κινήσεις και βρίζοντας το χωλό του πόδι που είχε αρχίσει να τον πονά δυνατά πια, σημάδεψε με την άκρη της λάμας του τσεκουριού που θα χτυπούσε. Κι εκεί που ετοιμάστηκε να καταφέρει το πρώτο και μάλλον κύριο χτύπημα, το μάτι του πήρε χαμπάρι της μικρές εκείνες φυσαλίδες να κάνουν την εμφάνισή τους πάλι, λίγο πιο δεξιά από κείνον, να έρχονται από το πίσω μέρος του σφουγγαριού. Και σε λίγο μια σιλουέτα, η μορφή ενός «μηχανικού», έκανε την εμφάνισή της. Κι εκείνος είχε το δικό του τσεκούρι στο χέρι κι εκείνος έψαχνε να βρει το κατάλληλο σημείο να χτυπήσει το μεγάλο του θήραμα.
Να, που και οι δυό δύτες είχαν βάλει στο μάτι το ίδιο τρόπαιο. Αλλά και ποιος βουτηχτής δεν θα το είχε για στόχο; Για λίγο στάθηκαν και κοιτούσαν έκπληκτοι ο ένας τον άλλο. Ακίνητοι και οι δυό μετρούσαν ο ένας τις αντιδράσεις αλλά και τις προθέσεις του άλλου. Είδε τον «ξένο» να σηκώνει το χέρι του σε μια αργή κίνηση, σα να του λέει: «Φύγε από δω, αυτό είναι δικό μου. Εγώ το είδα, εγώ το θέλω, εγώ θα το πάρω».
Μέσα στην ένταση που επικρατούσε, στο μισοσκόταδο της θάλασσας ο Κλεάνθης χαμογέλασε, με ένα γέλιο εχθρικό και έντονο. Δεν έβλεπε το πρόσωπο του αντιπάλου του για να μπορεί να καταλάβει τις προθέσεις του, αλλά οι κινήσεις του ήταν σαφείς για το τι ήθελε. Ένοιωσε ένα σφίξιμο στα μελίγγια και τις φλέβες του να πρήζονται στο λαιμό του. Μαζί με αυτά, ένοιωσε κι ένα χτύπημα στο χέρι από το κολαούζο που τον ειδοποιούσε ότι είχε περάσει η ώρα και έπρεπε να ανέβει. Τα νεύρα του ήταν τσιτωμένα και κάθε του σκέψη δεν ελεγχόταν πια απόλυτα από το μυαλό. Σήκωσε κι εκείνος το χέρι και έκανε νόημα στον «ξένο» να φύγει. «Ρε κερατά…», μονολόγησε, «… δεν έκανα τόσο κόπο για να το πάρεις εσύ… άμε στο γεροδιάολο…». Μόνο που εκείνος δεν πήγε, αλλά επανέλαβε την προηγούμενη κίνησή του.
«Έτσι ε; Δεν φεύγεις! Κέρατο βερνικωμένο… τώρα θα σου δείξω εγώ. Θα μάθεις ποιος είναι ο Κλεάνθης…», μονολόγησε και άρχισε να πηγαίνει προς το μέρος του κάνοντας συνεχώς κινήσεις με τα χέρια, λες και θα μπορούσε να τον διώξει έτσι και μόνο. Μα ο άλλος στεκόταν εκεί, το δέλεαρ ήταν πολύ μεγάλο για να εγκαταλείψει έτσι … αμαχητί.
Σαν ο Κλεάνθης έφτασε κοντά του, προσπάθησε να διακρίνει μέσα από το μικρό φινιστρίνι, το πρόσωπο του «παρείσακτου», αλλά το μόνο που είδε ήταν ένα μαύρο γυαλί. Τον έσπρωξε, αναγκάζοντάς τον να κάνει ένα με δυο βήματα πίσω. Όμως εκείνος δεν έλεγε να φύγει. Ξαναγύρισε κοντά του και ανταπέδωσε κι εκείνος το σπρώξιμο. Ο Κλεάνθης παραπάτησε και χτύπησε το γόνατο στην κοφτερή προεξοχή ενός βράχου. Έπεσε και αυτό τον εξαγρίωσε. «Γερός είναι ο κερατάς…», σκέφτηκε και στάθηκε πάλι στα πόδια του προσπαθώντας να μη δείξει κάποια αδυναμία.
Τα σπρωξίματα συνεχίστηκαν για λίγο ακόμα και τα αίματα άναψαν, ο κολαουζέρης εξακολουθούσε να του κάνει σήματα από την επιφάνεια ν’ ανέβει, η θάλασσα γινόταν όλο και πιο σκούρα και το μεγάλο σφουγγάρι, αλαζονικά, περίμενε τον νικητή. Προσπάθησε να χτυπήσει τον «ξένο» στο στομάχι, το μόνο σημείο που θα μπορούσε να τον πονέσει, όταν τον είδε να έχει σηκώσει το τσεκούρι του ψηλά με στόχο την δική του «περικεφαλαία».
Δεν μπόρεσε να καταλάβει αν το κρύο που ένοιωσε ήταν από τον παγωμένο ιδρώτα που ξαφνικά τον έλουσε, ή από την επί τόση ώρα παραμονή του στο νερό και μάλιστα σε τέτοιο βάθος. Πάντως με το αριστερό μπόρεσε και έπιασε το δεξί τεντωμένο χέρι του αντιπάλου του. Δεν τον άφησε να το κατεβάσει. Οι δυό άντρες πάλευαν με όση δύναμη τους είχε απομείνει. Αγκαλιάστηκαν σε ένα χορό έντασης και δύναμης, σε μια πάλη χωρίς τεχνική ή επιδέξιες λαβές. Κυλίστηκαν πάνω στην άμμο, λες και προσκυνούσαν το μεγάλο έπαθλο πάνω στον θρόνο του, χτύπαγαν στις άκρες των βράχων, έσπαγαν τα κοράλλια δίπλα τους και τρόμαζαν όσα ψάρια πέρναγαν δίπλα τους, που τους κοίταγαν με διάπλατα μάτια. Σε μια ύστατη προσπάθεια, πριν η κούραση τον καταβάλλει, έσπρωξε με όλο το σώμα τον αντίπαλό του. Εκείνος έδειξε να κλονίζεται και έπεσε με δύναμη πάνω στη βάση του μεγάλου σφουγγαριού, στον βράχο που ήταν στερεωμένο. Έμεινε καθισμένος στον βυθό, χωρίς να δείχνει καμιά διάθεση να σηκωθεί και να συνεχίσει τον καυγά τους.
«Έτσι…», μονολόγησε ο Κλεάνθης, «… έτσι παλιόσκυλο, να μάθεις ποιος κάνει κουμάντο εδώ…».
Ο «ξένος» κουνήθηκε, αλλά η κίνησή του ήταν κάπως απότομη. Ένας μεγάλος στρόβιλος από φυσαλίδες, πίσω από το σκάφανδρό του, άρχισε να ανεβαίνει προς την επιφάνεια. Οι κινήσεις τώρα του «ξένου», είχαν αρχίσει να γίνονται απότομες και κοφτές. Ο Κλεάνθης κατάλαβε τι έγινε και όσο πιο γρήγορα μπορούσε «έτρεξε» προς το μέρος του, ενώ ο κολαουζέρης από ψηλά, χωρίς να ξέρει τι γίνεται κάτω από τα πόδια του, έστελνε σήματα να τον ανεβάσει, περιμένοντας την απόκρισή του.
Έπιασε τον αντίπαλό του στα χέρια και τον γύρισε από πίσω. Η «Βαρβάρα», είχε χτυπήσει σε μια προεξοχή του βράχου και το μαρκούτσο που έδινε αέρα στον δύτη, είχε κοπεί σύριζα στο μέταλλο. Αμέσως άρπαξε το κολαούζο του «ξένου» και το τράβηξε απότομα τρεις φορές, δίνοντας σήμα στον κολαουζέρη του ότι έπρεπε να τον ανεβάσει αμέσως. Δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του, το μόνο οξυγόνο ήταν αυτό που υπήρχε ήδη μέσα στη στολή.
«Καλύτερα χτυπημένος…», σκέφτηκε, «… παρά να σκάσει»
Τράβηξε και το δικό του σκοινί τρεις φορές και ένοιωσε αμέσως το τράβηγμα που θα τον έφερνε πάνω στο σκάφος. Η αγωνία του είχε κορυφωθεί και το μυαλό του, λες και είχε μεθύσει, έφερνε στην επιφάνεια εφιάλτες και τέρατα να τον κατηγορούν και να ζητούν την τιμωρία του. Δυο σκοτεινές φιγούρες που ανέβαιναν αργά και βασανιστικά προς το λιγοστό φως της επιφάνειας, ήταν το θέαμα που «αντίκριζε» ο μεγάλος νικητής, το θεόρατο σφουγγάρι, που κανένα τσεκούρι δεν το είχε βλάψει.
«Ίντα έκαμες τόση ώρα κάτω;» άκουσε την φωνή του καπεταν Άτσα σαν του έβγαλαν την περικεφαλαία. Δεν ανέβασες τίποτις άλλο μαθές…». Ο Κλεάνθης γύρισε το κεφάλι προς τα πίσω χωρίς να πάρει το τσιγάρο που του πρότεινε ο κολαουζέρης του. Έψαξε με τα μάτια την επιφάνεια της θάλασσας, γύρω από το σκάφος και πάγωσε όταν είδε ότι ο «Άγιος Σάββας», μάζευε κι εκείνος τον δικό του δύτη από το νερό. Μόνο που εκείνος ο «μηχανικός» δεν ανέβηκε σκαρφαλώνοντας την σκάλα, αλλά το τρομαγμένο πλήρωμα προσπαθούσε να τον ανεβάσει ανάσκελα.
Ο καπετάν Άτσας το είδε και αυτός την ίδια στιγμή. Με νοήματα και φωνές,  προσπαθούσε να μάθει τι έγινε, τι είχε πάθει ο σφουγγαράς. Και δεν χρειάστηκε πολλά για να καταλάβει. Οι κινήσεις πανικού του πληρώματος ήταν τόσο εύλογες που εξηγούσαν τα πάντα. Ο καπετάνιος έκανε νόημα να πλησιάσει το άλλο σκάφος κοντά τους.
«Πάει το παλληκάρι…», μουρμούρισε ο καπετάνιος. «Πάει και ήταν νέο παιδί…»
Ο Κλεάνθης ένοιωσε φίδια να τον ζώνουν. Κοίταζε μια το άλλο σκάφος, μια τον καπετάνιο:
«Και ποιος ήταν καπετάνιε; Ξέρεις;»
«Ναι… ξέρω παιδί μου. ένας … νέος… ένα νέο παιδί»
«Ποιος νέος; Εκεί ο μόνος νέος … ήταν… ήταν ο Σέμος καπετάνιε. Ο γαμπρός μου…»
Ο καπετάνιος δεν απάντησε, δεν τον κοίταξε. Είχε στυλώσει το βλέμμα στο άλλο του καράβι.
«Καπετάνιε… με ακούς; Πες μου ότι δεν είναι ο Σέμος…»
Απάντηση δεν πήρε, αλλά … η απάντηση ήταν η σιωπή του καπεταν Άτσα.

Η αναφορά του καπετάνιου προς το Λιμεναρχείο δεν ήταν ακριβώς αυτή που έπρεπε ή τουλάχιστον δεν ήταν επεξηγηματική όσο θα έπρεπε, για τα όσα συνέβησαν στον βυθό. Ανάφερε την απώλεια ενός δύτη, από ατύχημα. Ο καπετάνιος εξηγούσε ότι μια ελαττωματική βαλβίδα ελέγχου αέρα είχε πάθει βλάβη σε μεγάλο βάθος, με αποτέλεσμα ο άτυχος «μηχανικός», Σέμος Καβουκλής του Αριστείδη, να χάσει τη ζωή του.
Ο Κλεάνθης βέβαια είχε εξηγήσει ακριβώς τα γεγονότα, δεν μπορούσε να τα κρατήσει μέσα του, αλλά ο καπετάνιος είχε άλλη γνώμη.
«Ο Σέμος έφυγε γιέ μου. Τίποτα δεν ημπορεί να εφέρει πίσω. Πάει… κατάλαβέ το. Γιατί να πεθάνεις κι εσύ σαπισμένος στις φυλακές; Τι ωφελεί αυτό; Κι αν δεν σαπίσεις εκεί, νομίζεις ότι θα σου φερθούν καλά οι άλλοι; Θα καταλάβουν μαθές ότι ήταν ατύχημα; Γιατί στο κάτω – κάτω της γραφής, ατύχημα ήταν. Και η αερφή σου; Την λογαριάζεις αυτήν; Από την μια να θρηνεί για τον άντρα της και από την άλλη; Τι; Να κατηγορεί τον αερφό της! Εσένα που πρέπει τώρα να την στηρίξεις. Κι αυτή και τα ανίψια σου. Τώρα είσαι τα πάντα για αυτήν… κατάλαβέ το αυτό. Και τους γονείς σου δεν τους σκέφτεσαι; Ίντα θα γίνουν αυτοί οι άνθρωποι; Άσε με λοιπόν να κάνω εγώ κουμάντο εγώ σε αυτό, να γράψω την αναφορά όπως πρέπει και εσύ να το κρατήσεις μυστικό μέχρι το θάνατό σου, όπως θα το κρατήσω κι εγώ. Σκέψου… τίποτα άλλο δεν σου λέγω…»
Ο Κλεάνθης σκέφτηκε πολύ εκείνη την νύχτα. Δεν ξαναβούτηξε στο νερό, μόνο καθόταν και κάπνιζε στην άκρη του πλοίου. Είχε αδυνατίσει αφού σχεδόν δεν έτρωγε τίποτα και σκεφτόταν τους δικούς του ανθρώπους, την πράξη του, το πρόσωπο του γαμπρού του κάθε που του έλεγε τα μυστικά του, εκεί στον καφενέ του.

Η Ποθητή έκλαψε με βουβό και πνιχτό κλάμα. Καθόταν στην άκρη του μεγάλου καναπέ μαζί με την αδερφή της, δίπλα στο τραπέζι της κουζίνας. Τα νέα είχαν φτάσει πολύ γρήγορα από την Μπαρμπαριά. Η Νικολέτα σε μια καρέκλα έμοιαζε με φάντασμα, χλωμή, σχεδόν σκελετωμένη με τα μάτια κατακόκκινα από το κλάμα και τα δάκρυα να έχουν σχηματίσει ένα μικρό αυλάκι στα μάγουλα. Δίπλα της η Κυράννα προσπαθούσε να την συνεφέρει (;) αν και κάποιος έπρεπε να συνεφέρει εκείνη πρώτα.
Πάνω στο τραπέζι το χαρτί του Λιμεναρχείου με το χαμπάρι, την είδηση του θανάτου που είχε βρει κάτω από την πόρτα της η Νικολέτα.
Πιο δίπλα, στο πάτωμα, στη μέση του σπιτιού μια λευκή σεντόνα κι ένα ψάθινο πανέρι, όπου μέσα είχαν βάλει τα καλά ρούχα του Σέμου, μαζί με το κασκέτο του, μια εικόνα του, τα παπούτσια του, το κομπολόι του και τον ασημένιο αναπτήρα του. Μπροστά στην εικόνα του ένα καντήλι μετρούσε με την φλόγα του τον πόνο των γυναικών και του Μέμου, που δεν μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυά του και τους λυγμούς. Η Σεβαστή και η Υπαπαντή είχαν αναλάβει τα δίδυμα και ο πόνος τις ψυχές τους.
Τα «κορίτσια της γωνίας», έμεναν σιωπηλές και εξαντλημένες.

Ή μηχανικός θα γίνω
Ή στην άμμο θ’ απομείνω
Λάσκα μου κολαουζέρη
Με το γράδο εις το χέρι
Άσε με να συνεχίσω
Την απόχη να γεμίσω
Πρόσεχε μη με χαλάσεις
Τα ποδάρια μη μου σπάσει

Σάββατο, 25 Φεβρουαρίου 2017

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 31
ΠΡΙΝ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

Ο Απρίλης μπήκε με μια ασυνήθιστη για την εποχή ζέστη. Ακόμα και ο αέρας που ερχόταν από την θάλασσα ήταν ζεστός, σχεδόν καυτός. Ο Κλεάνθης δεν μπορούσε να αντέξει πολύ ώρα μέσα στην κουζίνα και γι αυτό είχε επιστρατεύσει τον Μέμο για όλες αυτές τις «ζεστές» δουλειές. Η Καλοτίνα για λόγους που δεν είχε καταλάβει, ή που δεν ήθελε να καταλάβει, έδειχνε πολύ πιο αδιάφορη απέναντί του και τώρα πια και λίγο απόμακρη με αποτέλεσμα να μην ζητήσει ποτέ την βοήθειά της. Κι εκείνη ήταν τόσο εγωίστρια που δεν θα την πρόσφερε αν δεν της την ζητούσε. Έτσι το βάρος είχε πέσει στον μικρό αδερφό, το εύκολο θύμα.
 «Έλα και για όσο θα λείπω θα είσαι εσύ ο ιδιοκτήτης βρε», του έλεγε ο Κλεάνθης κάθε τόσο. «Βέβαια για οκτώ μήνους μόνο…» και γέλαγε σαν έβλεπε την απελπισμένη έκφραση του Μέμου. Γιατί «ιδιοκτήτης» σήμαινε… ότι θα παράταγε τις βόλτες με τους φίλους του, τα ψαρέματα και τα μπάνια στη «Γέφυρα» και τα «Θέρμα». Δεν μίλαγε όμως, ήξερε ότι η … διαταγή (!) - όσο γλυκά κι αν το ζητούσε - του μεγάλου του αδερφού, έπρεπε να γίνει αποδεκτή.
Ο συνηθισμένος κόσμος μπαινόβγαινε στο καφενείο, έπινε τους καφέδες του και τα τσίπουρά του, έκανε τα συνηθισμένα του σχόλια – τόσες φορές τα ίδια και τα ίδια, που ο Κλεάνθης ήξερε τι θα πει ο καθένας πριν ακόμα ανοίξει το στόμα του – διάβαζε την εφημερίδα του και ταξίδευε με την φαντασία του σε μακρινές θάλασσες.
Ο καπετάν Άτσας έβαλε την ναυτική του τραγιάσκα στη καρέκλα δίπλα του και έκανε νόημα στον Μέμο για ένα καφέ. Σήμερα δεν ήθελε να πιεί, είχε πολλές δουλειές να τελειώσει σαν πλησίαζε ο καιρός για το ταξίδι. Στα ίδια μέρη, με τις ίδιες συνήθειες και τσούρμα ελαφρά αλλαγμένα. Η «Βαγγελίστρα», ήθελε ακόμα λίγες επισκευές, κάτι πράγματα της τελευταίας ώρας αλλά ο «Άγιος Σάββας» η «Γλυκοφιλούσα» και τα δυό μικρότερα, ήταν έτοιμα να φορτώσουν ανά πάσα στιγμή, τα τρόφιμα, τα νερά και ότι άλλο ήταν χρειαζούμενο για τους οκτώ μήνες που θα έλειπαν. Ακόμα όμως τα χαρτιά καθυστερούσαν και το Λιμεναρχείο του παρουσίαζε δυσκολίες.
Ήπιε την πρώτη γουλιά και μάσησε το καϊμάκι, άναψε το τσιγάρο του ( ούτε ναργιλέ ήθελε ), φώναξε τον Κλεάνθη κοντά του και μέτρησε την ώρα με το ρολόι της τσέπης.
«Ίντα έγινε μωρέ Κλεανθιό, ετοιμάζεσαι μαθές;»
Ο άντρας μπροστά του έγνεψε καταφατικά, πήρε την καρέκλα από δίπλα και κάθισε ανάποδα στερεώνοντας τα χέρια στο ξύλο της πλάτης. «Έτοιμος είμαι καπετάνιο, έτοιμος. Κάποια λίγα που μένουν … είναι θέμα μιας – δυό ημερών … μέχρι τη Δευτέρα θα έχω τελειώσει»
«Μου φέρνει κάποιες δυσκολίες το Λιμεναρχείο και έτσι έλεγα να περιμένουμε το Πάσχα, να το κάμουμε εδώ και μετά την επόμενη δηλαδή να φύγουμι. Αν δουλέψουμε λίγο πιο καλά, πιο γρήγορα εννοώ, θα βγάλουμε καλή δουλειά»
Συνέχισαν την κουβέντα τους γύρω από το ταξίδι, προσπαθώντας να μην αφήσουν καμιά λεπτομέρεια χωρίς να τη εξετάσουν. Βέβαια την πιο πολύ δουλειά την έκαναν οι κολαουζέρηδές του αλλά την τελική απόφαση όπως και το περισσότερο άγχος την είχε αυτός σαν ιδιοκτήτης και μετά οι καπεταναίοι του. έτσι δεν πρόσεξαν τον Σέμο που είχε μπει και πλησίασε κοντά τους.
«Καπετάνιε, όλα εντάξει;», ρώτησε «Καλημέρα κουνιάδε»
Κάθισε λοιπόν μαζί τους και αποφασίστηκε να πάει εκείνος με τον «Άγιο Σάββα», όπως δηλαδή είχε ήδη κανονιστεί. Φάνηκε ότι δεν είχαν πολλά άλλα να πουν και έτσι ο καπετάνιος σηκώθηκε να φύγει, ήπιε όρθιος την τελευταία γουλιά του καφέ του, ευχαρίστησε τον Κλεάνθη που τον κέρασε και τους άφησε μόνους τους.
«Ωραία να είμασταν στο ίδιο τσούρμο…», είπε ο Σέμος.
«Στο ίδιο μέρος θα πάμε, τι σημασία έχει το πλοίο; Θα σε βλέπω από την κουβέρτα, θα με βλέπεις κι εσύ από το κατάστρωμα. Το ίδιο πράγμα είναι…»
«Ναι, το ίδιο πράγμα θα είναι»
Γέλασαν με κάποια που είπαν στη συνέχεια, ήπιαν τα τσίπουρά τους (παράξενο αλλά ο Σέμος περιορίστηκε στα δυό – τρία ποτήρια μόνο), κάνανε τους καπνούς τους και έτσι πέρασαν το ζεστό εκείνο απόγευμα, μέχρι που ο Σέμος τον ρώτησε:
«Ε, μου λες βρε Κλεάνθη, ίντα έγινε μαθές με την Καλοτίνα; Σας βλέπω εδώ και μέρες και… τσακωθήκατε μαθές;»
«Α χα… ναι … η Καλοτίνα. Όσα ξέρεις τόσα γνωρίζω κι εγώ. Κάτι έχει μαζί μου, κάτι την έχει πειράξει, αλλά ίντα να πω. Γυναίκες παιδί μου, τέτοια πράγματα τα κάνουσι κάθε τόσο! Άλλα λένε τώρα, τα αλλάζουν μετά, άλλα εννοούν, άλλα πράττουν και φυσικά για όλα γκρινιάζουν. Έτσι και η αερφή μου, κάτι νομίζει ότι της έχω κάμει…»
«Κι εσύ δεν ξέρεις; Δεν σκέφτεσαι κάτι που της έχεις κάμει τώρα τελευταία; Εκείνη έπινε νερό στο όνομά σου που λέει ο λόγος»
«Δεν ξέρω τι να πω πλιό…»
Και σαν απόσωσαν τον λόγο τους, η Καλοτίνα έκανε την εμφάνισή της από την άκρη της αυλής του καφενείου, κουβαλώντας στα χέρια ένα μπόγο φτιαγμένο από σεντόνι και δεμένο σφιχτά με ένα άσπρο σκοινί.
«Ίντα είναι αυτό που κουβαλείς;», τη ρώτησε με που την είδε ο Κλεάνθης.
Η γυναίκα δεν απάντησε μόνο πήγε κοντά στο τραπέζι των δυο αντρών. Όρθια έδειξε το μικρό μπόγο:
«Η μάνα στέλνει κάτι ρούχα στη Νικολέτα για τα μικρά. Κάποια ρούχα που της έδωκαν οι Τσουκαλαήνες … μωρουδιακά είναι, δεν ξέρω κι εγώ που τα βρήκαν … αλλά νομίζω ότι είναι από τα παιδιά της Ρούκουνας του Παντελή. Υπέθεσα ότι θα είναι εδώ ο Σέμος και είπα να τα φέρω. Αλήθεια, Σέμο, ίντα κάμεις; Είσαι καλά;»
«Καλά είμαι…», της απάντησε εκείνος και πήρε το δέμα. «Θα καθίσει σιμά μας;»
«Καλύτερα να βοηθήσω λίγο τον μικρό…» έδειξε προς την μεριά του Μέμου «… που φαίνεται να ιδρώνει και μετά τα λέμε». Απομακρύνθηκε με κατεύθυνση την κουζίνα και ανακουφισμένο πια Μέμο.
«Ωραία γυναίκα…», είπε ο Σέμος και σηκώθηκε αργά να πάει προς το σπίτι. «Κρίμα που θα φύγει για την Αμέρικα… κρίμα. Θα μας λείψει, αλλά αν είναι για το καλό της…»
«Ναι… αν είναι για το καλό της… καλύτερα… καλύτερα να πάει…», απάντησε ο Κλεάνθης και στα μάτια του φάνηκε μια λάμψη σαν κάτι να ξεκαθάρισε μέσα του, αλλά και συγχρόνως θλίψη για την … μελλοντική απώλεια της αδερφής του. «Άντε καληνύχτα Σέμο. Δώσε τα φιλιά μου στην Νικολέτα και τα μωρά».
Οι άντρες χωρίστηκαν και ο Σέμος με το δέμα στην μασχάλη άνοιξε το βήμα προς την μεριά της πλατείας. Είδε από μακριά τα άγαλμα του Ποσειδώνα στην στροφή του δρόμου και με την συνοδεία της μελωδίας των κυμάτων δίπλα του, αποφάσισε να ανάψει άλλο ένα τσιγάρο και να καθίσει σε ένα από τα βράχια που αγέρωχα έσπαζαν την κυματογραμμή. Βολεύτηκε όσο πιο καλά μπορούσε και φύσηξε τον καπνό προς τη μεριά του πελάγους. Εκείνος στροβιλίστηκε, λέπτυνε και πήρε τον δρόμο του προς τα σύννεφα. Ο ήλιος είχε πάρει πια να «βασιλεύει» και γέμιζε με πορφυρό χρώμα τα βουνά της Κω και την θάλασσα, δημιουργώντας ένα πίνακα, λες, ζωγραφικής με αποχρώσεις μενεξεδιές κι ύστερα φούξιες και πορτοκαλόχρυσες έως πέρα μακριά στον ορίζοντα, εκεί που το γαλάζιο εξαϋλωνόταν, ακολουθώντας το νυσταγμένο ήλιο. Μια πυρρόχροη δαντέλα περίζωνε το βουνό προς τα «Θέρμα», πάνω από τον Άγιο Νικόλαο, φλογίζοντας τις κορυφές των λιγοστών δέντρων, που βρίσκονταν λες σε ιερή ανάταση. Οι αύρες, φερμένες από το πέλαγο, έπαιξαν για λίγο με τα φυλλώματα και τους ίσκιους των δέντρων. Το μοναστήρι του «Άγιου Σάββα», φάνταζε παράξενα ολόλευκο και μελαγχολικά μόνο στην κορυφή.
Το μάτι του, έπεσε σε ένα άλλο βράχο, αρκετά μακριά βέβαια, που δυό πιτσιρίκια είχαν ρίξει μια πετονιά και προσπαθούσαν να πιάσουν κάποιο ψάρι, πριν αυτούς του πιάσει ο μαύρος μανδύας την νύχτας. Με το δάχτυλο έτριψε το μικρό, αχνό σημάδι στο μεσόφρυδο, παράσημο από κάποιο παιδικό πετροπόλεμο και ανακάλυψε δυό δάκρυα να τρέμουν στην άκρη των ματιών. Η εικόνα των δυο παιδιών του να γελάνε, αλλά και της Νικολέτας του, έκανε την εμφάνισή της σε όλο το οπτικό του πεδίο. Αναπόλησε την παλιά τους φλόγα, ίσως και εκείνον τον έρωτα που πολύ γρήγορα παράκμασε χωρίς να ξέρει κι εκείνος γιατί. Λίγο ο εγωισμός, λίγο η – όπως εκείνος πίστευε –  αδιαφορία της από την ημέρα που γέννησε, λίγο η επιμονή του να πάει στο σφουγγάρι, έφτιαξαν αυτή την απόσταση που τους χώριζε τώρα. Κι όμως την αγαπούσε και την νοιαζότανε, αλλά…
Το κάψιμο από το τσιγάρο που είχε φτάσει στο τέρμα του, τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Σηκώθηκε και πήρε πάλι τον δρόμο για το σπίτι, ανόρεχτα είναι αλήθεια, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Ήθελε να την δει την γυναίκα του, αλλά φοβόταν αυτή τη μοναξιά και την άβολη κατάσταση με την σιωπή της. Χαιρέτισε κάποιους γνωστούς που συνάντησε στον δρόμο και άνοιξε την ξύλινη πόρτα του σπιτιού και μέσα στο χλωμό φως της γυμνής λάμπας της κουζίνας, χαιρέτησε πετώντας στον αέρα ένα απλό «καλησπέρα».

«Θα ήθελα να σου μιλήσω… δεν νομίζεις ότι πρέπει;», ρώτησε ο Κλεάνθης την Καλοτίνα αν κι εκείνη είχε δουλειά και μάλιστα ήταν με το τηγάνι στο ένα χέρι και μια μεγάλη πιρούνα στο άλλο. Του χαμογέλασε με ένα κουρασμένο χαμόγελο:
«Να πούμε τι; Ότι ήταν να πούμε, έπρεπε να το είχαμε πει πολύ καιρό πριν. Ίσως και ακόμα πιο παλιά. Τώρα όλα έχουν πάρει τον δρόμο τους… έτσι δεν είναι;»
«Μιλάς για τους Αμερικάνους; Για το ταξίδι σου;»
Η γυναίκα έγνεψε καταφατικά την ώρα που άδειαζε κάποια τηγανητά ψάρια σε ένα πιάτο. Στην προσπάθειά της να κρατήσει κάποια απόσταση από τον αδερφό της, ακούμπησε στο καυτό σκεύος με αποτέλεσμα να τινάξει το χέρι και το τηγάνι να βρεθεί κάτω στο πάτωμα.
«Τι έγινε, κάηκες;».
Δεν του απάντησε, παρά μόνο έτριψε το χέρι στο σημείο που είχε πέσει το καυτό λάδι. Μάζεψε με μια παλιά πετσέτα τα χυμένα λάδια και κάθισε στην μικρή καρέκλα δίπλα στη φωτιά.
«Ναι, κάηκα…», του είπε. «Αλλά όχι από το λάδι τώρα. Κάηκα από τους γονιούς μου, τα αδέρφια μου και πιο ειδικά, από τον μεγάλο μου αδερφό … αυτόν που νόμιζα ότι με αγαπούσε πραγματικά…». Κοίταξε προς τα πάνω, προς την γυμνή λάμπα, εκεί που κρεμόταν η κολλητική ταινία για τις μύγες από το προηγούμενο καλοκαίρι. Σκιές φάνηκαν να χορεύουν σε κάθε τους κίνηση.
«Ναι… το «πράγμα» … το εμπόρευμα δόθηκε. Πουλήθηκε σε μια καλή τιμή… χωρίς έξοδα … χωρίς εισιτήριο αποστολής…»
«Τι εννοείς; Έτσι νιώθεις; Σαν … εμπόρευμα;»
«Λάθος! Όχι σαν εμπόρευμα… αλλά σαν περιττό εμπόρευμα, που έχει μείνει καιρό αναξιοποίητο και παθητικό. Σαν εμπόρευμα που σαπίζει σε αποθήκη παρατημένο από καιρό. Αν θέλεις να πούμε γι αυτό… ναι, έτσι νιώθω και καλύτερα να χρησιμοποιήσω αυτές τις εκφράσεις, γιατί αν βγάλω όλα αυτά που κρατάω μέσα μου … λέξη προς λέξη… τότε θα καταλάβεις… τι σημαίνει νύχτα. Σαν εμπόρευμα…»
«Δηλαδή τι έπρεπε να κάνουμε; Ή αν θέλεις τι έπρεπε εγώ να κάμω, αφού σε μένα αναφέρεσαι ειδικά; Να πω όχι; Να σε κρατήσω με την επιμονή μου εδώ στο νησί, να καταδικαστείς σε μια συνεχόμενη μιζέρια μέχρι το τέλος της ζωής σου, ενώ είχες μπροστά σου την ευκαιρία για μια ζωή χαρισάμενη; Ίντα θες; Αυτό έπρεπε να κάμω; Να σε βλέπω να γυρνάς σαν σκιά του εαυτού σου, γιατί σε λίγα χρόνια αυτό θα ήσουν και να λέω μέσα μου… «η κακομοίρα η αδερφή μου, έμεινε μόνη και έρημη στη ζωή»; Αυτό νομίζεις ότι έπρεπε να κάμει ένας καλός, σωστός αδερφός; Βλέπεις δεν είχα … δεν έχω τις δυνάμεις να σε κάμω ευτυχισμένη εδώθε … σε αυτό το βράχο καταμεσής της θάλασσας. Έκρινα και έπραξα Καλοτίνα… ήθελες το λοιπό να πω όχι;»
Η κοπέλα τον κοίταγε με ένα ύφος που μαρτυρούσε ότι δεν ήθελε (;), ή πιο σωστά απαξιούσε να του απαντήσει. Τα μάτια της όμως έδειχναν πολύ πάθος, μια εσωτερική ορμή που ήθελε να βγει, να ξεθυμάνει για να μπορεί να δώσει αλλά και να δεχτεί συγγνώμη, να εξιλεώσει και να εξιλεωθεί. Αμήχανα έπαιξε με την άκρη του μανικιού της και στη συνέχεια έπλεξε τα δάχτυλα των χεριών της.
«Ναι… αυτό ήθελα…», του απάντησε τελικά με μια ήρεμη φωνή που έμοιαζε με εγκατάλειψη μεγάλη. «Ναι…», επανέλαβε, «… αυτό το ¨όχι¨ επιζητούσα. Κι ας γινόταν μετά ότι ήθελε. Μετά το «εμπόρευμα» θα πουλιόταν μόνο του. Αρκεί να ήξερε ότι δεν ήθελαν να το ξεφορτωθούν. Αυτό ζητούσα από σένα. Αυτή την άρνησή σου… το ¨όχι¨ σου. Τίποτα άλλο… ήξερα το μέλλον μου από την ώρα που ο πατέρας έφερε τους Αμερικάνους στο σπίτι. Ήξερα γιατί τους έφερνε και δόξα τω Θεώ, ο νεαρός Παρασκευάς … ο μέλλων σύζυγός μου, είναι όμορφος άντρας και έξυπνος. Το «εμπόρευμα» δηλαδή, θα καταλήξει σε καλό… μαγαζί!»
Χαμογέλασε και ακούμπησε την πλάτη πίσω στην καρέκλα ανοίγοντας τα πόδια σε μια ¨αντρική¨ στάση.
«Δηλαδή νιώθεις κάτι σαν προδομένη από μένα…»
Η γυναίκα δεν έδειξε να είχε ακούσει αυτό το τελευταίο που της είπε ο αδερφός της.
«Και όλα θα ξεχαστούν…», συνέχισε  εκείνη λες και δεν είχε σταματήσει τον προηγούμενο λόγο της. « θα ξεχαστούν οι γονείς, το σπίτι, οι φίλες και οι φίλοι, το νησί… όλα… όλα θα ξεθωριάσουν σαν τις παλιές φωτογραφίες που κιτρινίζουν στα συρτάρια όπως ξεχνιούνται από τους ανθρώπους στην ησυχία τους. Κι εσείς όλοι …το ίδιο… παλιές φωτογραφίες θα είσαστε και όσο κι αν θέλω να κρατήσω ζωηρή την εικόνα σας …θα θέλετε να ξεθωριάσετε. Κι εγώ… έτσι μια παλιά φωτογραφία για σας…», επέμενε να λέει τη λέξη ¨φωτογραφία¨, «… μέχρι να κουραστώ να επιμένω στην παρουσία μου μέσα στο μυαλό σας…»
Γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια:
«Και δεν θα έχω καμιά δικαιολογία να παραμείνω και να σας τυραννώ, γιατί κανείς δεν αντιστάθηκε σε αυτή την … πώς να την πω… την απομάκρυνση. Γιατί κανείς δεν ήθελε να φέρει αντίρρηση, έστω κι ένα τυπικό ¨μη πας βρε Καλοτίνα και θα τα καταφέρουμε όλοι μαζί¨. Γιατί κανείς δεν ήθελε να τα ¨καταφέρει¨. Μόλις παρουσιάστηκε η καλή ευκαιρία …»
«Σκέφτηκες ότι κι εμείς όλοι… άσε τους άλλους…  τουλάχιστον εγώ μπορεί να σκέφτηκα εσένα και μόνο εσένα όταν συμφωνούσα; Σκέφτηκες ότι πόνεσα όταν έπρεπε να συμφωνήσω στην αποχώρησή σου … ότι πόνεσα σαν κατάλαβα ότι θα χάσω τον μοναδικό άνθρωπο που πάντα με καταλάβαινε, που πάντα τον αγαπούσα και πάντα λαχταρούσα; Ότι για το καλό σου και μόνο σκέφτηκα … ότι τελικά σκέφτηκα!»
Τέτοιου είδους κουβέντα για τον Κλεάνθη και μάλιστα με την αγαπημένη του αδερφή, ήταν μεγάλο και δυσβάσταχτο βάρος. Άναψε τσιγάρο και όρθιος όπως ήταν ακούμπησε το χωλό του πόδι πάνω σε ένα μικρό ξύλινο σκαμνί. Το ένιωσε να είναι πρησμένο και να μυρμηγκιάζει  στη γάμπα και τον μηρό. Το έτριψε ασυναίσθητα και έκανε άθελά του μια γκριμάτσα πόνου. Δεν κατάλαβε τον λόγο που έπρεπε να απολογηθεί
«Τι κάνει η Παπαντή;», τον ρώτησε ξαφνικά η Καλοτίνα. Δεν περίμενε την απάντησή του, μόνο σηκώθηκε και έβαλε το τηγάνι πάνω στη φωτιά υπακούοντας στην φωνή του Μέμου από το βάθος του μαγαζιού. Οι πελάτες δεν μπορούσαν να περιμένουν τις αρρωστημένες σκέψεις της μεγάλης αδερφής.

Το Πάσχα όπως και κάθε Πάσχα, πέρασε με την κατάθλιψη της Μεγάλης βδομάδας, αλλά και την χαρά του γλεντιού που ακολουθούσε την Άγια Ανάσταση. Μετά το γλεντοκόπι του διημέρου, ένα – ένα τα σφουγγαράδικα καΐκια ετοιμάστηκαν με τις τροφές και τα νερά και άρχισαν να συγκεντρώνονται στο μόλο κοντά στην κεντρική πλατεία. Σε δυό μέρες θα άφηναν την ασφάλεια του νησιού και την αγάπη των συγγενών. Τα βράδια οι «μηχανικοί», τα έπιναν στις ταβέρνες και μεθυσμένοι προσπαθούσαν να ανταπεξέλθουν στις σεξουαλικές υποχρεώσεις τους με τις γυναίκες ή τις αρραβωνιαστικιές τους. Τα τελευταία φιλιά, οι στερνές αγκαλιές και η ύστερη μελαγχολία! Το σφουγγάρι περίμενε, τα σκάφανδρα και οι περικεφαλαίες περίμεναν, η θάλασσα ορεγόταν νέους και μεγάλους «μηχανικούς», να τους παιδέψει μέσα στα βάθια της και τις ομορφιές της.
Στη σειρά ο «Άγιος Παντελεήμονας», η «Τιμή της Καλύμνου», ο «Άγιος Σάββας» και καμιά πενηνταριά άλλα σκάφη, κουνιόνταν στο ρυθμό του νερού, άφηναν τα κατάρτια τους στον ύστατο χαιρετισμό των φαλακρών βουνών του νησιού και σήκωναν την κίτρινη σημαία με τον δικέφαλο βυζαντινό αετό, δίπλα στην γαλανόλευκη που την χτύπαγε η θαλασσινή αύρα, στο ψηλότερο σημείο της μεσιανής αντένας. Καπνός από θυμιατά πλανιόταν στον αέρα και μυρωδιά λιβανιού. Παπάδες με τα γυαλιστερά τους άμφια και την εικόνα του Αϊ Νικόλα έψαλαν στο κατάστρωμα της «Ευαγγελίστριας», ραίνοντας τον συγκεντρωμένο κόσμο με αγιασμό. Οι φωνές τους ακούγονταν σαν βάλσαμο στα αυτιά των γυναικών και των μανάδων που έβλεπαν άντρες και γιούς κρεμασμένους κυριολεκτικά στα άλμπουρα γελαστούς να τους χαιρετάνε, φωνάζοντας κάτι ή απλώς κουνώντας το χέρι.
Οι παπάδες κατέβηκαν από το πλοίο μετά τον αγιασμό και λες και είχε δοθεί κάποιο σύνθημα, τα σκάφη με μιας, έλυσαν κάβους, οι μηχανές τους ζωντάνεψαν και καπνοί από τα στενόμακρα φουγάρα τους υψώθηκαν ψηλά. Συντονισμένα ξεκίνησαν … όλα μαζί. Απομακρύνθηκαν από τον μόλο, έφτασαν μέχρι το άλλο άκρο του λιμανιού, στο φανάρι, γύρισαν πίσω μέσα σε ένα υδάτινο αφρισμένο κύμα που δημιούργησαν οι καρίνες τους, λες και έδιναν το τελευταίο αντίο στο συγκεντρωμένο πλήθος και μετά ανοίχτηκαν στο πέλαγος χωρίς βέβαια να ξεχάσουν με τα σφυρίγματά τους να χαιρετίσουν την μικρή εκκλησία του «Σταυρού» στην άκρη του νησιού. Η Μπαρμπαριά και το ψάρεμα του σφουγγαριού τους περίμεναν. Οι άντρες γύρισαν τα μάτια μακριά από την εικόνα του νησιού, (όσο πιο γρήγορα τα γυρνούσαν τόσο πιο γρήγορα θα απαλλάσσονταν από τα «δεσίματα» με τις οικογένειές τους και τα αγαπημένα τους πρόσωπα) και άρχισαν τις δουλειές τους. Σαν εξαρτήματα μιας καλοκουρδισμένης μηχανής περπατούσαν από τη μια μεριά του σκάφους μέχρι την άλλη εκτελώντας στην εντέλεια τα καθήκοντά τους.
Άρχισε να δύει ο ήλιος, άρχισε να δύει και το τελευταίο γνωστό σημάδι στον ορίζοντα. Ο Κλεάνθης καθόταν τώρα στην κουπαστή καπνίζοντας ένα τσιγάρο, αγναντεύοντας με μελαγχολική διάθεση το πέλαγο μπροστά του. Το απαλό αεράκι, είχε γίνει αρκετό κρύο τώρα, αλλά δεν φαινόταν να τον ενοχλεί. Όχι ιδιαίτερα τουλάχιστον.  Το ρυθμικό ανεβοκατέβασμα των κυμάτων, η μονότονη «φωνή» της μηχανής και το σχεδόν ήσυχο σύρσιμο της αύρας ανάμεσα από τις αντένες του σκάφους, έφεραν μια αποχαύνωση στους άντρες που αγνάντευαν κι αυτοί τα όνειρά τους, εκεί στο βάθος, που σε λίγο θα ξεπρόβαλλαν οι ακτές της Αφρικής.
Ο καπετάνιος πλησίασε τον Κλεάνθη και έκατσε δίπλα του, στρίβοντας με τα δάχτυλα ένα τσιγάρο. Το άναψε με αργές, σχεδόν τελετουργικές κινήσεις, απολαμβάνοντας τον πυκνό καπνό στα πνευμόνια. Κοίταξε τα ξύλα του καταστρώματος ανάμεσα στα πόδια του:
«Καλό καιρό κάνει ε; Άντε να έχουμε και καλό «τρύγο». Πιστεύω ότι αυτό το ταξίδι θα είναι καλό», είπε χωρίς ουσιαστικά να περιμένει απάντηση.
Ο Κλεάνθης κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Έφτυσε στη θάλασσα και απόλαυσε το σκάσιμο ενός κύματος στα πλευρά του σκάφους. Λίγο πιο πέρα δυό γραμμές από άσπρο αφρό, φανέρωσαν δυο δελφίνια που έπαιζαν και συναγωνίζονταν το καΐκι σε ταχύτητα, αλλά σίγουρα όχι σε χάρη. Η Υπαπαντή παρουσιάστηκε στο μυαλό του να του χαμογελάει, η Καλοτίνα ήρθε κι αυτή να τον κοιτάζει με αυτά τα μεγάλα της μάτια και να προσπαθεί να του μιλήσει. Κάτι όμως την εμπόδιζε και φαινόταν το στόμα να ανοιγοκλείνει άηχο και ρυτιδιασμένο. Η Υπαπαντή πάλι πήρε την πρώτη θέση στην εικόνα. Αλλά δεν ήταν αυτή η κοπέλα που ήξερε. Πάλι του χαμογελούσε, αλλά το χαμόγελό της, δεν ήταν αυτό που είχε συνηθίσει τόσο καιρό. Ήταν κουρασμένο και του φάνηκε λυπημένο.
«Ναι καλό καιρό έχει μαθές και η θάλασσα είναι λάδι. Πιστεύω ότι είναι σημάδι για καλό ψάρεμα», χαμογέλασε αλλά μέσα στην καρδιά του επικρατούσε μια αλόγιστη αναστάτωση.

Πέμπτη, 9 Φεβρουαρίου 2017

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 30
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΑ … ΠΑΤΡΙΑ ΕΔΑΦΗ

Σαν σώματα ωραία νεκρών που δεν εγέρασαν
και τάκλεισαν, με δάκρυα, σε μαυσωλείο λαμπρό,
με ρόδα στο κεφάλι και στα πόδια γιασεμιά —
έτσ’ η επιθυμίες μοιάζουν που επέρασαν
χωρίς να εκπληρωθούν· χωρίς ν’ αξιωθεί καμιά
της ηδονής μια νύχτα, ή ένα πρωί της φεγγερό.
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ

«Να μπορούσα ρε παιδιά … χικ, να ήμουν για ένα χρόνο … μόνο ένα χρόνο Πρωθυπουργός… χικ… να δείτε τι θα έκανα… να δείτε… όλα θα τα άλλαζα βρεεεεε…. Άντε στην υγειά μας τώρα…», είπε ο γερο Μικές ο Τσάκωνας  και σήκωσε το ποτήρι με το διάφανο υγρό, το έφερε στα χείλη και το άδειασε με μιας.
Φάνηκε να γελάει μα κάποιος που τον ήξερε καλά, καταλάβαινε ότι ήταν στα όρια μιας υστερικής του έκρηξης.
«Το λοιπό… τι θα έκαμες μωρέ Μικέ; Το νόμο να είναι όλες οι γυναίκες όμορφες;»
«Γι αυτό έπρεπε να ήμουνα Θεός μαθές… συγχώρα με Θεέ μου…», κοίταξε ψηλά και έκανε τον σταυρό του για αυτή την βλαστήμια, «… για να τις κάμω όλες όμορφες. Και τότε… εεεεε…. Θα έκαμα χίλια μύρια πράγματα….»
«Θα έκαμες το σίδερο χρυσάφι βρε;»
«Αυτό είναι που θέλεις γερο τράγο…;» είπε στον καπετάν «Κούνουπα» που ποτέ του δεν του έφτανα τα λεφτά, «… το σίδερο θα σου το έκαμα χρουσό. Αλλά … χικ… και πάλι δεν θα σου έφτανε… να πλερώσεις τα… χικ… βερεσέδια σου μπρε. Και τις γυναίκες σας όμορφες και «καμπυλάτες»… χε χε … και εσάς όμορφους και … νιούς πανάθεμά σας για έτσι που ‘σαστε… και ότι άλλο θέλετε. Θα… θα… έδινα τζάμπα το κρασί και το … ούζο… α, ναι και το τσίπουρο… και θα έκανα την πτάνα τη θάλασσα να μη μπορεί να σηκώσει κύμα… ποτέ της… παρά μόνο σαν το θέλαμε εμείς… άντε γειά σας τώρα…»
Όλοι γέλασαν με τα λόγια του μεθυσμένου Μικέ, γέλαγαν κάθε που τον άκουγαν, αν και όλα όσα έλεγε ήταν αυτά που και κείνοι επιθυμούσαν. Καθένας ζητούσε να πει τι άλλο θα έκανε, καθένας υποσυνείδητα του ζητούσε τα «θέλω» του λες και ήταν πραγματικά ικανός να τα κάνει:
«Μωρέ Μικέ να βρούμε και σφουγγαρολίβαδα μεγάλα, πολύ μεγάλα…», είπε ο Καρβούνης που είχε τα σφουγγαράδικα πλοία του στο λαφάσι για επιδιορθώσεις.
«Κι απ’ αυτό… και λιβάδια και κάμπους της θάλασσας να βρείτε και να βαριόσαστε να σηκώνετε καπάδικα και τσιμούχες και μελάθες βρε…»
«Και ψάρια Τσάκωνα, μη το ξεχνάς»
«Ναι και ψάρια… και ότι θέλετε. Θα ερχόσασταν στο γραφείο μου … ξέρετε στο Τελωνείο… εκεί θα το είχα… τι Θεός θα ήμουνα… και θα μου λέγατε όλα σας τα αρτήμα… όχι μωρέ, πως τα λένε … τα αιτήματα. Ναι; …»
«Ναι!!!», απάντησαν όλοι με μια φωνή πεσμένοι στα γόνατα ή κρατώντας τις κοιλιές τους από τα γέλια. Είδαν τον Μικέ να κατεβάζει κι άλλο ένα ποτήρι γεμάτο τσίπουρο και να σηκώνει το δεξί του χέρι να ησυχάσουν, λες και θα έβγαζε λόγο
«Έτσι; Ότι θέλετε θα το ζητάγατε μωρέ… ότι θέλετε. Κι αν κάποιος έχασε τον… αδερφό του ή τον πατέρα του ή… το παιδί του στο βυθό…», η φωνή του εδώ έσπασε και τα δάκρυά του μούσκεψαν τα μάγουλά του, «… θα μου το λέγατε έτσι; Θα τους έφερνα όλους πίσω … όλους μωρέ και τον Γιαννάκη μου και… όλους… είπα». Κατέρρευσε στην καρέκλα του με αυτό το τελευταίο κάνοντας το γέλιο μέσα στο καφενείο να κοπεί απότομα. Η ησυχία που επικράτησε ήταν δυσβάσταχτη.
«Αιωνία η μνήμη του…», ακούστηκε από κάποια γωνιά.
«Αιωνία…», ακούστηκε απ’ όλους με ένα στόμα.
Ο κυρ Μικές σήκωσε το κεφάλι και τα θολά του μάτια κοίταξαν την αναμμένη λάμπα που κρεμόταν σχεδόν από πάνω του: «Ούτε γυναίκα δεν είχε γνωρίσει…», συνέχισε μιλώντας τώρα σιγανά στον εαυτό του.
Ο Κλεάνθης πήγε κοντά και κάθισε απέναντί του. Έβαλε ένα ακόμα τσίπουρο σε μια προσπάθεια να σβήσει τους καημούς του. Για κάποιο λόγο τον είδε τώρα να γελάει. Και να κλαίει μαζί, σε μια στιγμή.
Ο κυρ Μικές ο Τσάκωνας ήταν κάποτε ναυτικός. Ταξίδευε με μεγάλα φορτηγά πλοία, με σιδεράδικα και γκαζάδικα. Γερός άντρας, δεν τον φόβιζε η δουλειά, δεν τον ένοιαζαν τα ταξίδια και οι φουρτούνες της θάλασσας. Παρ’ όλα αυτά, βρήκε καιρό και να ερωτευθεί και να παντρευτεί και γρήγορα – γρήγορα να κάνει κι ένα γιο. Τον Γιαννάκη του όπως τον έλεγε. Και ταξίδευε ο Μικές και μεγάλωνε ο Γιαννάκης με την φροντίδα της μάνας του και του θείου του του Απόστολου. Και έγινε άντρας ο Γιαννάκης και τον φώναζαν Γιάννη πια, εκτός από τον πατέρα του που ακόμα τον φώναζε με το παιδικό του όνομα. Γιατί αν έχει κάποιος συνηθίσει να σε λέει έτσι, δύσκολα μπορεί να αλλάξει. Και πιο δύσκολα ακόμα να απαιτήσεις εσύ να τον αλλάξεις.
Και ο Γιάννης ή Γιαννάκης, έγινε έφηβος, έγινε κοτζάμ άντρας, έκλεισε τα δεκαοχτώ του και αποφάσισε να γίνει κάποιος χρήσιμος στη ζωή του, στην οικογένειά του. Σχολείο δεν πήγε – ο κυρ Μικές δεν τον ήθελε στο Ιταλικό σχολείο – διάβαζε δύσκολα απ’ ότι του έμαθε η μάνα και ο πατέρας και έγραφε ακόμα πιο δύσκολα, οπότε ο μόνος δρόμος μπροστά του ήταν ή το ψάρι ή το σφουγγάρι. Αλλά το ψάρι δεν είχε λεφτά. Μια χαρά και δέκα λύπες. Το σφουγγάρι όμως; Εκεί μάλιστα … εκεί το χρήμα ήταν μπόλικο και η περηφάνεια του επαγγέλματος μεγάλη. Έτσι κατέληξε να τσουρμάρει ένα καλοκαίρι με το τσούρμο του καπετάν Θύμιου του Μονοκάνδηλου για την Μπαρμπαριά, αφού έκανε περίπου δυό χρόνια εκπαίδευση από τους Ιταλούς, έβγαλε το φυλλάδιο, λιμπρέτο Ιταλιάνο μαρίτιμο ναυτόπαις. Οι Ιταλοί μαζί με άλλους που εκπαίδευαν, τους έριχναν στη θάλασσα από το φανάρι κάτω στο λιμάνι και κολυμπώντας (μπανιώντας) έπρεπε να φτάσουν απέναντι κάτω από το Δημαρχείο.
Αυτό για να δουν αν ξέρανε καλό κολύμπι. Τελικά για να δουν αν ήταν όντως καλοί κολυμβητές στα δύσκολα, έριχναν σκύλο στη θάλασσα, τον οποίο κυνηγούσαν μέχρι την αγορά και έτσι τελείωνε η εκπαίδευση. Τους έδιναν το δίπλωμα και μπορούσαν αμέσως μετά να μπουν στα καΐκια σαν ναυτόπαιδες.
Στην αρχή πήγαινε καλά, ο καπετάν Θύμιος τον κατέβαζε σε ρηχά νερά, «μέχρι…», όπως του έλεγε, «… να μάθεις καλά το σκάφανδρο γιέ μου». Έφερνε σφουγγάρι πάνω, αλλά ήταν λίγο και ζήλευε τους άλλους που κατέβαιναν στα «βαθυτικά». Έτσι με το παρακάλι και το πες – πες, έπεισε τον κολαούζο στην αρχή και τον καπετάνιο μετά, να κατέβει στις σαράντα οργιές. Του δόθηκε η ευκαιρία μια μέρα έξω από το Τομπρούκ. Και εκεί καλά τα πήγε και απέκτησε την εμπιστοσύνη του καπετάν Θύμιου. Όλο τον Μάη αλλά και τον Ιούνη ανέβαζε όσο σφουγγάρι μπορούσε με την δύναμη και τον ενθουσιασμό των νιάτων του. Και ο καπετάνιος του είχε μεγάλη αγάπη και αδυναμία αφού ήταν ο μικρότερος στο πλήρωμά του
Ο κολαουζέρης όμως όλο του γκρίνιαζε και φώναζε για τον τρόπο του: «Θα τη φας την κεφαλή σου έτσι που κάμεις μαθές…», του έλεγε συνέχεια. «Να ακούεις τι σήματα και κουλαντρίσματα σου κάμω. Μη σε πιάνει η χαρά και τα σφουγγάρια εκεί θα είναι και αύριο. Θα αναγκάσεις τη μηχανή να σε πιάσει και μετά πως θα ξεμπλέξω εγώ;»
Και ο Γιάννης γέλαγε με τις φοβίες του κολαουζέρη. «Σε μένα θα τύχει;», έλεγε συνέχεια. «Προσέχω εγώ και τα σήματα και τη «Βαρβάρα» μαθές. Μη φοβάσαι, άσε τώρα που μπορώ …»
Και οι μέρες περνούσαν μέχρι που ήρθε εκείνο το ζεστό πρωινό του Αυγούστου. Είχαν ανοιχτεί στο πέλαγος γιατί είδαν την προηγούμενη άλλα Καλύμνικα σφουγγαράδικα να ψάχνουν αρκετή ώρα εκεί.
«Να δεις που έχει πράμα εκεί και δεν το βλέπουσι…» είπε ο καπετάνιος. Και μια και δυό, τράβηξαν να ψαρέψουν εκεί, αξημέρωτα ακόμα, να προλάβουν τους άλλους. Οι πρώτοι δυο «μηχανικοί» που βούτηξαν δεν βρήκαν τίποτα, μόνο άμμο, βράχια και κοράλλια κι έφαγαν το τρίτο του μεροκάματου άσκοπα. Άρχισαν όλοι να απογοητεύονται και σκέφτηκαν μάλιστα να φύγουν. «Μια μέρα χαμένη…», είπε ο καπετάν Θύμιος. «Άντε βρε Γιαννάκη, κάμε κι εσύ ένα βούτθο να διούμε… αν κι εσύ δεν εύρεις κάτι τις, πάμε πάλι για Ντέρνα ή Τομπρούκ. Άντε γιέ μου…» και με αυτά του έδωσε μεγάλη αξία και εμπιστοσύνη στα μάτια και χέρια του.
Και ο Γιάννης κατέβηκε και μάλιστα σε ένα σημείο που το βάθος ξεπέρναγε τις τριανταπέντε οργιές. Κοίταξε ολόγυρα μα σφουγγάρι πουθενά. Μόνο κοράλλια κόκκινα και κίτρινα, βράχια μεγάλα σαν βουνά και φύκια με κάτι περίεργα ψάρια, μικρά κίτρινα με μαύρες ρίγες. Προχώρησε όσο μπορούσε και έφτασε στην άκρη ενός μεγάλου γκρεμού που δεν μπορούσε να δει πιο κάτω από δυό – τρία μέτρα. Τόσο μαύρος ήταν και απότομος. Θέλησε να δώσει σινιάλο απάνω να τον σηκώσουν, αλλά αποφάσισε να ψάξει ακόμα λίγο πιο πέρα. Και καλά έκανε γιατί μπροστά του φάνηκαν κάτι μεγάλα καπάδικα όλο ζωή. Λαχτάρησε και τράβηξε το κολαούζο. «Εδώ έχει μπόλικο πράγμα», σήμαινε στον κολαουζέρη.
Ο καπετάν Θύμιος χάρηκε με το σήμα και έκανε τον σταυρό του ευχαριστώντας που η μέρα δεν θα πήγαινε χαμένη ολότελα. Έσκυψε ασυναίσθητα πάνω από το μαρκούτσο και προσπάθησε να διακρίνει μέσα από την θάλασσα, λες και είχε την ικανότητα να δει σε τέτοιο βάθος.
Κανείς δεν το πρόσεξε, τόσο απότομα έγινε. Η θάλασσα φούσκωσε σαν νερό που βράζει και σήκωσε το μικρό καΐκι ψηλά. Ο κολαουζέρης έγινε κατακίτρινος από το φόβο του: «Έχω άνθρωπο κάτω… Θεέ μου τι κάμω τώρα;». Μα ο Θεός δεν πρέπει να ήταν εκεί.
Ο κολαουζέρης άρχισε να τραβά το κολαούζο μαζί με έναν άλλο που τον βοηθούσε με τα μαρκούτσα. Προτιμούσε τον Γιάννη «πιασμένο» από γρήγορη ανάδυση, παρά πεθαμένο από τα καμώματα του νερού. Κι ο καπετάνιος φώναζε δυνατά λες και έτσι θα έκανε πιο δυνατά ο κολαουζέρης: «Τράβα ρε…. Τράβα όσο πιο γρήγορα μπορείς βρε… τράβα πανάθεμά σε το παιδί… »
Ο Γιάννης κάτω στο βυθό δεν μπόρεσε να καταλάβει και πολλά απ’ αυτά που γίνονταν στην επιφάνεια. Μόνο αντιλήφθηκε να τον τραβάνε απότομα και γρήγορα, χωρίς κανείς να τον έχει ειδοποιήσει γι αυτό. Και ξαφνικά, λες και ένα χέρι τον είχε αρπάξει, βρέθηκε να πηγαίνει άβουλα δεξιά αριστερά. Με το φούσκωμα η θάλασσα, σαν σήκωσε το σκάφος, τον τράβηξε κι αυτόν, τον πήγαινε πάνω στα βράχια, του έσπασε το κολαούζο και στο τέλος τον κάρφωσε πάνω σε ένα όμορφο, άλικο κοράλλι.
Τον ανέβασαν, αλλά το σώμα του ήταν μισό, μόνο από τη μέση και πάνω. Το υπόλοιπο είχε μείνει καρφωμένο σε εκείνο το όμορφο κοφτερό κοράλλι. Ούτε για κηδεία δεν έφτανε αυτό που έβλεπε μπροστά του ο κολαουζέρης και οι άλλοι. Του έβγαλαν την κάσκα και το πρόσωπό του δεν έμοιαζε καν με αυτό που ήξεραν από την έκφραση πόνου που είχε. Τον έθαψαν στην άμμο ενός μικρού νησιού με τους μαύρους να κοιτάνε συμπονετικά.


«Έμαθα ότι πήγατε καλά στην Άνδρο βρε Σέμο, έτσι;», ρώτησε ο Κλεάνθης τον γαμπρό σαν γύρισε από το «χειμωνικό» του. Κάθονταν στο μεγάλο δωμάτιο με το τετράγωνο τραπέζι και απολάμβαναν την κουβέντα τους για τα σφουγγάρια των Κυκλάδων, αλλά και τον υπέροχο μεζέ της Νικολέτας που είχε σερβίρει μαζί με το ουζάκι. «Έλα βρε αδερφή να κάτσεις κοντά μας κι εσύ. Εν κοιμήθηκαν τα παιτζά μαθές; Άντε έλα να σε δω λιγάκι… αδερφός σου είμαι…»
Η Νικολέτα αρνήθηκε, στεναχωριόταν να ακούει όλο για θάλασσες και ταξίδια, για βούτθους και για σφουγγάρια. Αυτά είναι αντρικές κουβέντες έλεγε συχνά. Και… αρκετή αγωνία είχε περάσει μέχρι ο άντρας της να γυρίσει γερός από αυτό το ταξίδι, ας μην το συζητήσει άλλο πια. Πήγε μέσα στο δωμάτιο που τα μικρά αγγελάκια της έβλεπαν τα αθώα όνειρά τους. Σε λίγο θα ερχόταν και η Καλοτίνα με την μάνα της… τότε θα είχε κάτι να συζητήσει.
«Λοιπόν γαμπρέ, για πε μου πράμα. Πως ήταν ο καιρός, η θάλασσα, το ψάρεμα; Άντε ντε, με το τσιγκέλι θα στα βγάλω;»
Και έπεσαν με τα μούτρα στις διηγήσεις, στις χειμωνιάτικες εικόνες των νησιών του κεντρικού Αιγαίου, για τον βυθό που ήταν γεμάτος από δεύτερης ποιότητας μεν, αλλά πολύ μεγάλης ποσότητας σφουγγάρια. Για τους καπεταναίους που όλο φώναζαν και κοιτούσαν τις φουρτούνες μη τους λαθέψει την ρότα τους, για την θάλασσα που σήκωνε μεγάλα κύματα, «…ίσαμε τα σπίτια …», όπως χαρακτηριστικά του είπε. Γέλαγαν, έπιναν και κάθε τόσο άναβαν το τσιγαράκι τους.
«Και το καλοκαίρι βρε μαζί…», είπε ο Κλεάνθης.
«Ναι, το καλοκαίρι παρέα…», συμφωνούσε ο Σέμος.
Είχαν και οι δυό κλείσει να τσουρμάρουν με τον καπετάνιο Άτσα, σε διαφορετικό σκάφος βέβαια ο καθένας, αλλά στο ίδιο μέρος. Με την «Βαγγελίστρα» ο Κλεάνθης, με τον «Άγιο Σάββα» ο Σέμος. Και οι δυό άντρες γελούσαν και ήταν ευτυχισμένοι και ανέμελοι τώρα. Τα χρέη του Σέμου είχαν πληρωθεί στον Χαλκίτη και σε όποιον άλλο χρωστούσε, του είχαν μείνει και μερικές λίρες, να δώσει στη Νικολέτα, να πιεί και μερικές απ’ αυτές με τους φίλους του.
«Μόνο, προ να φύγουμι πρέπει να κάμω και το τάξιμο του πατέρα μου…»
«Ίντα τάξιμο είναι αυτό μαθές;»
«Από την μέρα που ήρθασι οι «Αμερικάνοι», βάλθηκε σώνει και καλά να δει κι αυτός την δική του πατρίδα…»
«Θα τον πας στην Τουρκιά;»
Ο Κλεάνθης κούνησε το κεφάλι καταφατικά και κοίταξε προς την πόρτα του διπλανού δωματίου, λες και φοβήθηκε μην τον ακούσει η αδερφή του.
«Ναι, θέλει να τον πάω στο Μποντρούμ. Το πεθύμησε λέει και με πιέζει καιρό τώρα να τον πάω. Αχ βρε παλιό «Αμερικάνοι», ίντα μου κάματε! Πες – πες το λοιπό, με έβαλε και του υποσχέθηκα πως πριν φύγω θα τον πάω»
«Σοβαρομιλάς τώρα; Μα… σαν πατήσεις τα χώματα των «σκύλων», πως θα μπορέσεις να ξαναγυρίσεις στο νησί; Ποιος θα σε δει και δεν θα σε καταραστεί; Πως θα μπορέσεις να μπεις σε εκκλησιά;»
«Έλα ντε! Το σκέφτομαι κι εγώ αυτό και δεν το λέω πουθενά. Αλλά δεν πάω να δω τις ομορφιές τους και τα καλά τους. Το σπίτι μας το πατρικό θέλω να δω. Του πατέρα μου δηλαδή το πατρικό. Πατέρας είναι, γέρος άνθρωπος είναι, πώς να του πω όχι; Αλλά θα πάμε από την Κω, όχι από δω. Και κανείς, έξω από σένα και την Καλοτίνα δεν θα το μάθει, πριν από την τελευταία στιγμή. Δεν είναι ανάγκη να εισπράξω τις κατάρες τους από πριν»
«Κάμε όπως σε φωτίσει ο Θεός. Δεν λέω, ιερή η ‘πόσχεση στον πατέρα, ιερή και άγια η επιθυμία του, αλλά ιερός και ο όρκος των Καλύμνιων για τα Αγαρηνά σκυλιά99! Βάλε το κι αυτό μέσα στους λογαριασμούς που κάμει το μυαλό σου, ζύγιασέ τα όλα και … πράξε»
Ο Κλεάνθης δεν μπορούσε όμως να κάνει πίσω στην υπόσχεση που είχε δώσει κιόλας. Άναψε και άλλο ένα τσιγάρο και άφησε λίγη ώρα χωρίς απάντηση τον γαμπρό του. Η πόρτα χτύπησε και ο Σέμος τον άφησε να ανοίξει. Η Καλοτίνα και η Κυράννα στέκονταν στο κατώφλι κρατώντας πράγματα η κάθε μια για τα παιδιά αλλά και για τα καλωσορίσματα του Σέμου.
«Βρε καλώς τες, περάστε – περάστε. Ίντα κάμετε;», τις ρώτησε σαν τις φιλούσε σταυρωτά.
Οι γυναίκες έφεραν εκτός από τα δώρα και την φασαρία μαζί τους, με αποτέλεσμα να ξυπνήσουν τα μωρά, (άλλο που δεν ήθελε η Κυράννα, να τα δει, να τα παίξει τα εγγόνια της).
«Σε λίγο θα έρθει και ο πατέρας σας…», είπε η Κυράννα, «… γι αυτό έφερα και το φαγί να φάμε όλοι μαζί εδώ»
Όλοι συμφώνησαν και άρχισαν πότε να συζητούν, πότε να παίζουν τα μωρά, πότε να γελάνε. Η βραδιά να περάσει

Ο Απρίλης είχε πάρει ήδη δέκα μέρες να ανθίζει τα λιγοστά φυτά στο νησί. Στο τέλος του στις είκοσι εννιά του θα γιορταζόταν και το Άγιο Πάσχα. Οι ζέστες είχαν γυρίσει μετά τις λίγες κρύες μέρες του Μάρτη και μάλιστα είχαν γυρίσει με ένταση. Ο Κωνσταντής και το «Μαρκούτσο» είχαν ήδη φορέσει τα κοντομάνικά τους και γύριζαν σε όλη την Πόθια κάνοντας καλύτερα απ’ όλους την δουλειά τους. Δηλαδή να μη κάνουν τίποτα, έξω από το να παίζουν στους δρόμους σαν μικρά παιδιά, κυνηγώντας ο ένας τον άλλο, ή σκαρώνοντας φάρσες στους άλλους «λωλούς» του νησιού.
Οι Τσουκαλαήνες όπως και όλες οι νοικοκυρές, έβγαλαν τα ασπρόρουχα, τα έπλυναν με στάχτη και λουλάκι να τα ασπρίσουν όσο πιο πολύ γινόταν (πάντα υπήρχε την άνοιξη αυτός ο ανταγωνισμός μεταξύ των νοικοκυρών, πιο ρούχο είναι πιο άσπρο από το άλλο) και τα άπλωναν επιδεικτικά στις αυλές, σεντόνια και τραπεζομάντιλα ένας … αχταρμάς. Βέβαια έτσι το κοίταγμα και το κουτσομπολιό έμπαινε σε δεύτερη μοίρα – αν δεν βλέπεις καλά, τι να πεις; - και τα σπίτια έμοιαζαν με ιστιοφόρα που έπλεαν στην θάλασσα. Η Ποθητή είχε μάθει για το ταξίδι του κυρ Δημητρού και του Κλεάνθη στο Μποντρούμ, αλλά κάτω από το αγριεμένο βλέμμα της Κυράννας, δεν τόλμησε να βγάλει άχνα. Και αυτό της έκαιγε τα σωθικά. Άσε που δεν άντεχε στην ιδέα ότι ο γείτονας θα πήγαινε εκεί στους … τρισκατάρατους!
Έκανε καφέ και κάθισε σε ένα μικρό ξύλινο σκαμνάκι, κοντά στη πεζούλα του δρόμου, να δει ότι περισσότερο μπορούσε από την κίνηση της γειτονιάς. Λίγα; Λίγα, αλλά κάτι είναι και αυτό… από το ολότελα…
Ο Κυρ Δημητρός φάνηκε στον δρόμο και ακολούθησε από πίσω ο μεγάλος του γιός με την Καλοτίνα. Άρχισαν να περπατούν προς το τελωνείο. «Τα πουλάκια μου!», σκέφτηκε η Ποθητή, «φεύγουσι για την Κω… εμ βέβαια μη μάθει κανείς για το ταξίδι…»
Οι δυό άντρες φίλησαν την Καλοτίνα μερικά βήματα πιο κάτω κι εκείνη επέστρεψε στο σπίτι με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος. Κοίταξε προς την μεριά που καθόταν η Ποθητή, εκείνη όμως είχε προλάβει να κρυφτεί πίσω από το σεντόνι που η άκρη του έπεφτε, απλωμένο όπως ήταν, πάνω στην ασπρισμένη πεζούλα. Μπήκε στο σπίτι και έκλεισε την πόρτα με δύναμη σαν να έλεγε: «σε είδα».
«Λοιπόν, ο Κουρούνης ίντα ώρα φεύγει μαθές;», ρώτησε ο κυρ Δημητρός.
Όπου «Κουρούνης», ήταν το βαμμένο άσπρο – πράσινο (ένα παράξενο πράσινο που θύμιζε σαύρα των αγρών), καραβάκι που έκανε από άνοιξη μέχρι Σεπτέμβρη το πήγαινε έλα της Κω.
«Προλαβαίνουμε πατέρα, έχουμε μισή ώρα ακόμα πριν να σαλπάρει. Και εμείς δεν θα κάνουμε πάνω από πέντε λεπτά μέχρι εκεί»
Και έτσι ήταν! Το καραβάκι με τον τραγιασκοφόρο καπετάνιο του δεν είχε ανάψει ούτε την μηχανή του. Λες και τους περίμενε! Κοίταξαν γύρω τους να δουν τους υπόλοιπους επιβάτες. Δυό άντρες και μια γυναίκα με μαύρο, πένθιμο τσεμπέρι, από το «χωριό», μερικές κοπέλες που άφηναν κάποια μεγάλα καλάθια και φυσικά τρεις γίδες που όλο βέλαζαν και φοβόντουσαν να ανέβουν την μικρή σκάλα του πλοίου. Βέβαια με λίγο σπρώξιμο, συμμορφώθηκαν, αδιαφόρησαν για τα γεγονότα γύρω τους και άρχισαν ατάραχες να αναμασούν… τον αέρα.
Μία ώρα έκανε το μικρό σκάφος να δέσει στο λιμάνι της Κω. Ο Κλεάνθης θέλησε να πιεί ένα καφέ, ένοιωθε κάπως νωχελικός και σε συνδυασμό με την αναμονή για την αναχώρηση του πλοίου για την Αλικαρνασσό, παρέσυρε τον πατέρα του σε ένα μικρό καφενεδάκι κοντά στην προβλήτα.
«Άντε ένας καφές παραπάνω δεν θα σου κάμει κακό…», του είπε.
Ο κυρ Δημητρός κούνησε το κεφάλι συμφωνώντας μαζί του, αλλά δεν έβγαλε κουβέντα, μόνο κοίταγε την γενέτειρα πόλη του απέναντι, να προβάλλει αχνά μέσα από καπνούς λες. Η καρδιά του άρχισε να λειτουργεί σε πιο γρήγορους ρυθμούς, η ανάσα του έγινε πιο γρήγορη και πιο κοφτή και το μυαλό του άφηνε τώρα τις παλιές εικόνες να έρθουν μπροστά – μπροστά στα μάτια του. Χαμογέλασε σαν είδε τον Γιουσούφ να σκουπίζει την μύτη του από τις μύξες με το μανίκι, κλαίγοντας που είχε χάσει όλα τα βότσαλα στα «πεντόβολα». «Aptal – aptal…», τον άκουσε να λέει, «… tüm çalmak için senin ...» (βλάκα – βλάκα,… με κλέβετε όλοι σας». Είδε την Χανούμ - έτσι την έλεγε αν και το όνομά της ήταν Έσμα – να τρέχει να αγκαλιάσει τον μικρό της αδερφό : « brats, küçük buldum ve ne istersen, izinli geliyor ...» (παλιόπαιδα, τον βρήκατε μικρό και τον κάνετε ότι θέλετε, άντε φύγετε...).
Είδε τον Ομάρ να γελάει με την καρδιά του και να τρέχει μακριά παροτρύνοντάς τον: «… bu odun yemek Dimitris usta gel…», (έλα Δημήτρη αφέντη μη φάμε ξύλο από αυτήν). Και πήγαιναν στο μικρό σπίτι του Ομάρ, παίρνανε τα βατραχάκια που είχαν μαζέψει την προηγούμενη ή τα τζιτζίκια που φύλαγαν σε σπιρτόκουτα με ζάχαρη και άρχιζαν να τα ταλαιπωρούν. Πως και πως περίμεναν να πάνε στο σπίτι του πατέρα του – ένας ολόκληρος πύργος ήταν – να κάνουν επιδρομή στην κουζίνα, να κλέψουν κουλούρια και μαρμελάδες, μέλια και τραγανά μπισκότα. Όλα αυτά τα παιδιά ήταν περίπου με μικρές διαφορές, συνομήλικά του, κόρες και γιοί των υπηρετών τους. Μεγάλωσαν μαζί, με παιγνίδια και φάρσες, με σκανταλιές και αγάπη μέχρι το ’22, που οι Τσέτες έφεραν την καταστροφή.
Ο κυρ Δημητρός σκούπισε τα μάτια του που είχαν κοκκινίσει και χαμογέλασε στον γιό του σαν να του έλεγε: «μη ρωτήσεις τίποτα». Και εκείνος δεν ρώτησε. Δεν είχε ανάγκη να ρωτήσει, διέθετε αρκετό μυαλό να καταλάβει. Ήπιαν τον καφέ τους έκαναν και ένα – δυό τσιγάρα μέχρι που ακούστηκε η «φωνή» της «Μεγαλόχαρης», που τους καλούσε για αναχώρηση. Αφού έλεγξαν τα χαρτιά τους δυό ένστολοι του Λιμεναρχείου, βρέθηκαν στο κατάστρωμα πάνω από τα γαλάζια νερά του Αιγαίου, να βλέπουν την Αλικαρνασσό να πλησιάζει και να μεγαλώνει στα μάτια τους. «Ωραία δείχνει…», είπε ο Κλεάνθης, κάνοντας τον πατέρα του να συμφωνήσει με ένα νεύμα.
Το λιμάνι ήταν ένα τυπικό λιμάνι όπως αυτό της Καλύμνου ή της Κω ή οποιοδήποτε άλλο Ελληνικό λιμάνι. Η «Μεγαλόχαρη», έδεσε κοντά σε ένα κτίριο που διαπίστωσαν μετά ότι ήταν το Τούρκικο Λιμεναρχείο που είχε μεταφερθεί εκεί, από το παλιό κτίριο που ήξερε ο κυρ Δημητρός. Εκεί παλιά ήταν τα γραφεία και οι αποθήκες του Αχτατζόγλου, φίλου του πατέρα του, που εμπορευόταν υφάσματα, χαλιά και μετάξια. Οι χώροι άρχισαν να θυμίζουν πολλά στον κυρ Δημητρό, οι μικρές πλατείες με τα πάρκα των ακακιών τους, τα κτίρια – αν και σε όχι καλή κατάσταση τώρα πια – οι δρόμοι που αν και λεροί ήταν οι δρόμοι που ήξερε, τα καταστήματα, πολλά είχαν μείνει άδεια και έρημα με τις Ελληνικές επιγραφές, όσες δεν είχαν καταστρέψει οι φανατικοί μουσουλμάνοι, να στέκουν ακόμα έστω και ξεθωριασμένες στη θέση τους.
«Αναστασίου νεωτερισμοί – tuhafiye», διάβασε σε μια, «Επιπλώσεις Παπαποστόλου - Mobilyalar Papapostolou», διάβασε σε μια δεύτερη. Αν και αυτή τη δεύτερη δεν την διάβασε ακριβώς, αφού δεν φαινόταν καθαρά από την σκουριά, αλλά το μυαλό του την θυμήθηκε. Γέλασε με πίκρα στην ανάμνηση αυτή, που του έφερνε και καλές αναμνήσεις – πολλές φορές είχε πάει με τη μητέρα του εκεί, αλλά και απαίσιες στιγμές αφού είδε τον Μιλτιάδη Παπαποστόλου, τον αδερφό του ιδιοκτήτη, να σφάζεται μπροστά στα μάτια του, εκείνες τις μαύρες μέρες, στην διπλανή πλατεία από τους στρατιώτες του Τούρκικου στρατού και το εξαγριωμένο πλήθος των φανατικών. Κούνησε το κεφάλι και εκτίμησε την σιωπή του γιού του. Οι εικόνες και τα παλιά στιγμιότυπα των παιδικών του χρόνων, ξεπήδαγαν αδυσώπητα ρεαλιστικά και με τόσο γρήγορο ρυθμό που ο εγκέφαλος δεν μπορούσε πια να ταξινομήσει στη σωστή σειρά.
Περπάτησαν μέχρι εκεί που υπήρχαν – έτσι τουλάχιστον θυμόταν – οι αραμπάδες που κάποιος μπορούσε να νοικιάσει με την ώρα. Και είχε δίκιο. Η «πιάτσα» των αραμπάδων ήταν ακόμα εκεί γεμάτη από τις σβουνιές των αλόγων και τους θορύβους από τα πέταλά τους. Πάντως δίπλα υπήρχε και μια άλλη «πιάτσα» με αυτοκίνητα – πρέπει να ήταν τρία ή τέσσερα – που κι αυτά μπορούσες να τα νοικιάσεις με την ώρα για ένα περίπατο.
«Kontompasi gitmek gidelim…» (πόσο πάει μέχρι το Κοντόμπαση), ρώτησε ο κυρ Δημητρός τον αμαξηλάτη στον πρώτο αραμπά. Προτιμούσε το άλογο από τα αυτοκίνητα για να θυμηθεί πιο καλά τη διαδρομή και να μυρίσει το μέρος… «όπως τότε…», σκέφτηκε.
Πήρε την απάντηση και ανέβηκαν στον όμορφο και καθαρό αραμπά. Σε καμιά ώρα έλπιζε να δει το παλιό του σπίτι. «Θεέ μου, ας καθυστερήσει λίγο ο αραμπατζής…» παρακάλεσε μέσα του. Κι εκείνος δεν του χάλασε το χατίρι, πηγαίνοντας όσο πιο … αργά και νωχελικά μπορούσε. Πριν βγουν από την πόλη αντίκρισε στα δεξιά του δρόμου ένα μεγάλο δίπατο σπίτι βαμμένο στο μπλε χρώμα του ζαφειριού, με προτεταμένο το χαγιάτι του. Γύρισε το κεφάλι και προσπάθησε να δει μέσα από ένα από τα παράθυρά του που ήταν ανοικτό. Άκουσε φωνές αλλά δεν μπόρεσε να διακρίνει κάποια μόρφη. Ούτε του γέρο Οκάν, πως θα μπορούσε να ζει ακόμα, αλλά ούτε και της κόρης του, της όμορφης Seza – Halile , που κάποτε υπήρξε ο μεγάλος του έρωτας και η οποία θα είχε την ηλικία της Κυράννας πάνω – κάτω. Θα ήθελε όμως να την δει, να μάθει αν ο χρόνος της είχε φερθεί καλά, να μάθει αν είχε δίκιο που κάποτε την ερωτεύθηκε.
Ο ανοιξιάτικος ήλιος έκαιγε και ο Κλεάνθης έβγαλε το σακάκι που φορούσε και δίπλωσε τα μανίκια. Ήδη ο ιδρώτας είχα κάνει την εμφάνισή του στο μέτωπο.
«Σαν να είναι καλοκαίρι βρε πατέρα … πω – πω ζέστη…»
«Ναι… σαν να είναι καλοκαίρι… όλα είναι τόσο όμορφα», απάντησε χαμηλόφωνα λες και δεν ήθελε να ακουστεί!
Σε λίγο, από μακριά, έκανε την εμφάνισή του ένα γνωστό κτίριο. Ανάμεσα σε μεγάλα χτήματα με κόκκινο χώμα, διακρινόταν η σιλουέτα του παλιού πύργου. Σε κάθε βήμα του αλόγου, σε κάθε στροφή του τροχού του αραμπά, το κτίριο μεγάλωνε και γινόταν εκείνη η αγαπημένη εικόνα του κυρ Δημητρού. Η καρδιά του γερο Καλύμνιου, έκανε σαν περιστέρι που ήθελε να αποφύγει παγίδα, σαν αετός που λαχταρούσε να σπάσει τα κάγκελα του κλουβιού του. Κοίταξε ολόγυρα… να ο λευκός πέτρινος φράχτης,  να και εκείνες οι ψηλές λεύκες. Όλες ήταν εκεί … «… και οι πέντε… όπως τότε…», σκέφτηκε και θυμήθηκε πόσες φορές είχε παίξει κρυφτό εκεί και εκείνο το άλλο παιγνίδι… «πως το λέγανε… α, ναι, Μπερλίνα…», μονολόγησε.
«Είπες κάτι πατέρα;», τον ρώτησε ο Κλεάνθης.
Ο γερο πατέρας τον κοίταξε ήσυχα με μάτια μελαγχολικά, βαθιά λες χωμένα μες τις κόγχες τους. Κούνησε το κεφάλι αρνητικά στην αρχή, αλλά μετά σαν να το μετάνιωσε του είπε:
«Δεν ξέρω πόσα χρόνια θα ζήσω ακόμα γιέ μου, αλλά αυτό που κάνεις σήμερα…. Θα σου το χρωστάω για πάντα. Την ευκή μου να έχεις παιί μου…» και γύρισε απότομα το βλέμμα αλλού. Σε όλα εκείνα που τα ήξερε, τα είχε ζήσει έντονα, τα είχε ονειρευτεί, τα είχε λαχταρήσει και τα οποία, σε γενικές γραμμές, δεν είχαν αλλάξει. Μόνο που του φαίνονταν πιο μικρά τώρα. «Μάλλον μεγάλωσα εγώ …», σκέφτηκε ακουμπισμένος στο μπαστούνι του με την ασημένια λαβή. Χάρηκε που για πρώτη φορά δεν είχε φορέσει τα μαύρα του γυαλιά και έτσι ρουφούσε τις εικόνες σε όλη τους την ένταση και την μεγαλοπρέπεια. Το μικρό γιοφύρι που πέρασαν τον γέμισε με ακόμα πιο πολλές αναμνήσεις. Κάποια παιδιά έτρεχαν γύρω από το νερό του μικρού ρυακιού και μάζευαν βατράχια, όπως έκανε εκείνος στα μικράτα του, κάποια άλλα μάζευαν σκουλήκια, όπως έκανε κι εκείνος και κάποια άλλα, έκοβαν γαϊδουράγκαθα να πάρουν την «τσίχλα» τους από τον ανθό, ακριβώς όπως έκανε κι εκείνος. Είδε τον Ομάρ, θα μπορούσε να ήταν ο Ομάρ, να τον χαιρετάει από μακριά και την Χανούμ να μαλώνει τον μικρό Γιουσούφ, θα μπορούσαν να ήταν η Χανούμ, θα μπορούσε να ήταν ο Γιουσούφ. Σήκωσε το χέρι και σαν πολιτικός, χαιρέτισε κι εκείνος, προκαλώντας το γέλιο των παιδιών. «Να ‘στε καλά», μουρμούρισε.
Ο αραμπάς έφτασε στη πόρτα του λευκού φράχτη και σταμάτησε εκεί. Παρακάλεσαν τον αραμπατζή, ένα μελαχρινό τριχωτό άντρα που μιλούσε όμως σχεδόν καλά τα Ελληνικά, να τους περιμένει για λίγο. Θα γύριζαν να προλάβουν το απογευματινό πλοίο πάλι για την Κω. Δεν ήθελαν να μείνουν και πολύ στην Τουρκία.
Ο Κλεάνθης βοήθησε τον πατέρα του να φτάσει σε εκείνη την ξύλινη πόρτα που κάποτε έπρεπε να ήταν βαμμένη με κόκκινο χρώμα. Και ο πέτρινος φράχτης από κοντά, δεν ήταν και τόσο άσπρος. Πολλές πέτρες είχαν πέσει ή απλά έλλειπαν και ένα μίγμα από φυτά και αγκάθια με αράχνες είχε καταλάβει την κενή θέση. Και εκεί που ήταν εκείνο το μικρό περίπτερο με το καταπράσινο γρασίδι, αδυναμία της μάνας του, τώρα υπήρχε μόνο ξεραμένο χώμα και κάποια βράχια γεμάτα με κισσό και βρύα.
Ο κυρ Δημητρός, σήκωσε το μπαστούνι του και το σήκωσε δείχνοντας ένα – ένα τα μέρη που είχε μεγαλώσει στον γιό του. «Να κι εκεί παίζαμε κουτσό, να βλέπεις εκεί που είναι εκείνο το πλακόστρωτο; Να εκεί. Και πιο πέρα, αν βλέπεις εκείνη την ακακία, ε λοιπόν εκεί έδωκα όρκο στον Ομάρ ότι θα είμαστε φίλοι για πάντα. Μάλιστα χαράξαμε και τα μπράτσα να βγει αίμα να το κάνουμε όπως είχαμε ακούσει ότι το έκαμαν οι μεγάλοι άντρες…», γέλασε εκείνο ο μελαγχολικό γέλιο της ανάμνησης. Γύρισε το μπαστούνι προς το σπίτι. Ένα μεγάλο σπίτι που πραγματικά με τους τρεις ορόφους του έμοιαζε με πύργο παραμυθιού. «Ήταν πολύ πλούσιος ο πατέρας μου, Θεός σ’ χωρέστον… ο πάππος σου μαθές. Όλα αυτά τα χτήματα που βλέπεις πίσω, δικά μας ήταν και όλα γεμάτα σταφίδα. Να, εκεί…», του έδειξε το τρίτο παράθυρο στον δεύτερο όροφο, «… να, εκεί γεννήθηκα εγώ. Αλλά και τα αδέρφια μου…»
Ο Κλεάνθης κοίταξε προς το παράθυρο εκείνο και είδε μια κουρελού αντί για κουρτίνα να ανεμίζει στον αέρα. Τα μάρμαρα από τα περβάζια έλειπαν και ο σοβάς σε πολλά σημεία είχε πέσει, αφήνοντας την θέση του στα μεγάλα πράσινα σημάδια της μούχλας. Και τα κεραμίδια δεν είχαν πια εκείνο το ζωηρό χρώμα που θυμόταν ο κυρ Δημητρός. Όσα είχαν απομείνει, γιατί κι εκεί η αδιαφορία ή η ανημποριά των ανθρώπων είχε βάλει την σφραγίδα της, είχαν ξεθωριάσει παίρνοντας αυτό το ροζ χρώμα του ξεπλύματος. Και ο δρόμος, το μονοπάτι, από την πόρτα του φράχτη που τώρα στέκονταν, μέχρι την είσοδο του σπιτιού είχε χορταριάσει και σε πολλά σημεία είχαν φανεί μεγάλες πέτρες.
Μια γριά γυναίκα με το πολύχρωμο Τούρκικο τσεμπέρι στο κεφάλι τους πήρε είδηση από το σπίτι και τους φώναξε από μακριά: « Sen kimsin? Ne istiyorsun?» (Ποιοι είσαστε; Τι θέλετε;), ενώ ταυτόχρονα άρχισε να τους πλησιάζει.
Οι δυό άντρες δεν απάντησαν. Ο Κλεάνθης γιατί δεν ήξερε την γλώσσα, ο κυρ Δημητρός… γιατί, απλά,  δεν μπορούσε. Η γριά πλησίασε αρκετά και επανέλαβε την ερώτησή της : «Sen kimsin? Ne istiyorsun?» και συνέχισε: « Herhangi bir araç seyir? Eğer belediye başkanı mısın?» (Ποιόν ψάχνετε; Είσαστε από την δημαρχία;). Δεν πήρε απάντηση και πλησίασε πιο κοντά. Ο ήλιος σκίαζε τα πρόσωπα των δυο επισκεπτών και η γριά αναγκάστηκε να ανοίξει την μικρή πόρτα του φράχτη για να δει καλύτερα.
Σήκωσε τα μάτια στο πρόσωπο του γερο Καλύμνιου. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα μέχρι να ακουστεί η τρεμάμενη φωνή της να λέει στα Ελληνικά :
 «Δημητρό εφέντη μ’;»
Εκείνος κούνησε το κεφάλι σε μια μεγάλη και έντονη κατάφαση. Με όση δύναμη του είχε αφήσει η ψυχή του απάντησε; «Ναι, Χανούμ… ναι Έσμα κορίτσι μου…»
Ο Κλεάνθης δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τον εαυτό του από το κλάμα. Το ίδιο και οι δυό ηλικιωμένοι μπροστά του που είχαν αγκαλιαστεί και τα κορμιά τους τραντάζονταν από τους λυγμούς φιλώντας ο ένας τον άλλο στα μάγουλα, προσπαθώντας να χορτάσουν την ύπαρξή τους. «Δημητρό εφέντη μ’…», έλεγε και ξανάλεγε η γυναίκα και να ‘σου ξανά αγκαλιές και να ‘σου ξανά φιλιά και χάδια. «Ζεις εφέντη μ’; Είσαι καλά εφέντη μ’…;», προσπαθούσε με χίλιες ερωτήσεις να τα μάθει όλα, κοιτώντας τα λευκά του μαλλιά, να τα μάθει αμέσως αν γινόταν, αυτή τη στιγμή. Κι εκείνος… δεν απαντούσε, είχε κιοτέψει τη στιγμή. Μόνο έκλεισε τα μάτια να κρατήσει μέχρι το τέλος της ζωής του εκείνο που ένιωθε τώρα. Και λέγοντάς του : «Benim büyük usta Bahçesi», (μεγάλη χαρά εφέντη μ’), γύρισε προς την μεριά των αγρών και άρχισε σε κατάσταση υστερίας να φωνάζει, με τη δύναμη της φωνής που μόνο οι γριές γυναίκες των χωραφιών έχουν: «Gel, gel, Güneş Dimitris, patron oğlu geldi ... Yusuf Ömer ... ... senin kadar hızlı ... çabuk gel ...», (Ελάτε, ελάτε, ο κυρ Δημήτρης, ο γιός του αφέντη  ήρθε... Γιουσούφ... Ομάρ... ελάτε γρήγορα... όσο πιο γρήγορα μπορείτε...).
Φάνηκε κάποια κίνηση από την μεριά των χωραφιών και δυό τρεις γέροι αλλά και μερικοί νεαροί φάνηκαν να έρχονται. Αλλά δυό απ’ αυτούς, οι δυό παλιοί φίλοι του κυρ Δημητρού, έτρεχαν πετώντας ότι κρατούσαν, τσάπες και τσουγκράνες στην προσπάθειά τους να φτάσουν ένα δευτερόλεπτο πιο γρήγορα. Και έπεσαν στην αγκαλιά του μαζί με την … Χανούμ. Κι έγιναν ένα κουβάρι και οι τέσσερις, που έκλαιγε και χάιδευε ο ένας τον άλλο. Ελληνικά ακούγονταν που ευχαριστούσαν τον Θεό, Τούρκικα ακούγονταν που δόξαζαν τον Αλλάχ γι αυτή τη συνάντηση. Ο χρόνος λες και σταμάτησε στην αγκαλιά τους. Οι γέροι ξανάγιναν παιδιά και όλα τα πράγματα γύρω τους ξαναμεγάλωσαν και πήραν τις αρχικές τους διαστάσεις, εκείνων των ανέμελων χρόνων τους.
Ο αραμπατζής πληρώθηκε και τους άφησε εκεί, αφού οι Τούρκοι δεν άκουγαν τίποτα για την επιστροφή τους. «Ilk biz yemek ve içmek ve sonra bırakın…», (πρώτα θα φάμε και θα πιούμε και μετά θα φύγετε), είπαν όλοι με ένα στόμα. Και αυτό το τραπέζι, το γλέντι πιο σωστά, κράτησε τρεις μέρες και αν κάποιος ήξερε ότι οι Μουσουλμάνοι δεν πίνουν αλκοόλ και δεν τρώνε χοιρινό, εδώ, θα έπρεπε να αλλάξει γνώμη. Τα κρασιά και τα τσίπουρα με γλυκάνισο, τα λουκάνικα και οι χοιρινές πανσέτες γέμισαν για όλες αυτές τις μέρες το τραπέζι τους. Γιατί έξω από την πολιτική, οι λαοί αποτελούνται από ανθρώπους και οι άνθρωποι, ειδικά αυτοί του μόχθου, είναι παντού όμοιοι. Το ίδιο χαίρονται, το ίδιο πονούν, το ίδιο μισούν και με την ίδια σφαίρα μπορούν να πεθάνουν.

«Αλήθεια μαθές; Έτσι γίνηκαν τα πράγματα; Τόση αγάπη και χαρά;», ρώτησε ο Σέμος λες και δεν μπορούσε να πιστέψει στα αυτιά του.
«Και λίγα σου είπα βρε», απάντησε ο Κλεάνθης καθώς έπιναν το βραδινό τους κρασάκι στο καφενείο με τον Μέμο να ιδρώνει από την προσπάθεια να ικανοποιήσει τους πελάτες και την Καλοτίνα στην κουζίνα να τηγανίζει μαρίδες και πατάτες.
«Τι λες βρε παιδί μου… κι εμείς τους λέμε αγριάνθρωπους και κακούς. Αγαρηνά σκυλιά …»
«Άνθρωποι Σέμο μου, άνθρωποι είναι κι αυτοί. Εσύ μοχθείς με το σφουγγάρι κι αυτοί με τη γη…»
Ο κυρ Μανώλης ο Νυστάζος ο συνταξιούχος δάσκαλος καθόταν στο διπλανό τραπέζι με την εφημερίδα ανοικτή και άκουγε χωρίς να το δείχνει την κουβέντα τους. Αυτή την κουβέντα που δεν έπρεπε να την ακούσουν οι άλλοι συντοπίτες του. Χαμογέλασε και σήκωσε το ποτήρι του να πιεί μια γουλιά, αλλά άδειασε το τσίπουρο μονορούφι στο στόμα, λες και έκανε πρόποση. Μορφωμένος άνθρωπος ήταν, ήξερε ότι όλοι οι άνθρωποι, οι φτωχοί άνθρωποι, είναι ίδιοι παντού!