Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27
ΤΑ ΠΡΟΞΕΝΙΑ ΤΗΣ ΚΑΡΛΟΤΑΣ

Έπρεπε να βιαστούν. Πήραν μερικές κομμένες πετσέτες σε μια τσάντα για τις βιολογικές ανάγκες των μωρών, ετοιμάστηκαν όσο πιο γρήγορα μπόρεσαν και βρέθηκαν στον δρόμο για το σπίτι του κυρ Δημητρού. «Άντε να γνωρίσουμε αυτό τον καλό φίλο του πατέρα σου!», είπε ο Σέμος γελώντας στην Νικολέτα που φορώντας για πρώτη φορά εδώ και καιρό το μαύρο της φόρεμα, αυτό που της είχε φέρει από την Αθήνα η Σεβαστή σαν δώρο, έλαμπε και έκανε τον Σέμο να την κοιτάζει με εκείνο το βλέμμα των πρώτων χρόνων της γνωριμίας τους. Ειδικά, χάζευε, εκείνο το μικρό χρυσό σταυρουδάκι ανάμεσα στα δυό βουναλάκια με το φαγητό των μωρών του.
Έκανε κρύο, αλλά όχι κρύο Δεκεμβρίου και τα μωρά δεν χρειάστηκε να ντυθούν βαριά, σαν κρεμμυδάκια που τα έντυνε άλλες φορές. Κράταγε από ένα στην αγκαλιά του ο καθένας και έκαναν βήματα όσο μπορούσαν πιο γρήγορα. Πέρασαν από την εκκλησία του Χριστού στο κέντρο της πλατείας, η Νικολέτα έκανε ασυναίσθητα το σταυρό της και πήραν από τη μεριά της θάλασσας το δρόμο για το σπίτι του κυρ Δημητρού. Η πλατεία ήταν άδεια από κόσμο και οι φιγούρες τους από μακριά έμοιαζαν με σκουρόχρωμες καρικατούρες κινηματογραφικής ταινίας. Τα μωρά είχαν σηκώσει τα φουσκωμένα ροζ μαγουλάκια τους πάνω από τον ώμο των γονιών τους και κοίταγαν περίεργα ολόγυρα και με το λαιμουδάκι τεντωμένο, τον ένα ανέκφραστο και το άλλο γελώντας, δείχνοντας τα πρώτα δυο (άντε ενάμιση) δοντάκια στο κάτω ούλος.
«Θα είναι όλοι εκεί;», ρώτησε ο Σέμος.
«Ναι, νομίζω θα κρατήσει το καφενείο ο Μέμος μέχρι κάποια ώρα, αλλά θα κλείσει πιο γρήγορα από το συνηθισμένο, να έρθει κι αυτός. Όλη η οικογένεια θα είμαστε… βλέπεις είναι επιθυμία του μπαμπά…»
«Μάλιστα…», της είπε χαμογελώντας, «… ήταν λοιπόν τόσο καλός φίλος του; Πρέπει να τον αγαπάει πολύ»
«Και τον αγαπάει απ’ ότι κατάλαβα, αλλά και μαζί ζήσανε εκείνη την τρυφερή ηλικία της τρέλας, της καλής ανωριμότητας, του δεσίματος. Κι όλα αυτά δεν είναι αγάπη;»
Ο Σέμος σταμάτησε και τίναξε το μωρό ελαφρά να το βολέψει καλύτερα στην αγκαλιά του: «Ναι, όλα αυτά είναι αγάπη. Και είναι ένα δέσιμο που γίνεται σιγά – σιγά με το πέρασμα του χρόνου, των γεγονότων, των αγωνιών, της συμπαράστασης. Ίσως να είναι και κάτι πάνω από αγάπη. Δεν ξέρω, δεν είχα ποτέ φίλους… έτσι εννοώ… να είναι τόσο κοντά μου. Το ήθελα … αλλά δεν είχα. Δεν ξέρω γιατί… αλλά δεν είχα…». Αυτό το τελευταίο το επανέλαβε για δεύτερη φορά, πιο πολύ μιλώντας στον εαυτό του, παρά στη γυναίκα του. «Πάντως … μπορεί να απέτυχα στους φίλους, αλλά πέτυχα σε γυναίκα … κουκλάρα … όνειρο …» και την έπιασε αγκαλιά από τους ώμους, «… και φίλη μου», συμπλήρωσε.
Στην πλατεία ο Σέμος χαιρέτισε κάποιους ναυτικούς που περπατούσαν προς τα γύρω καφενεία, κάποιοι χάιδεψαν τα μικρά παιδιά, (δεν ήταν και πολλοί!) και έκαναν την Νικολέτα λιγότερο ευτυχισμένη εκείνη τη στιγμή, την στιγμή δηλαδή που συνειδητοποιούσε ότι ο άντρας της είχε αρχίσει να γίνεται ένα με το σινάφι αυτό των θαλασσινών.

Το τραπέζι ήταν στρωμένο ήδη με το μεγάλο άσπρο τραπεζομάντιλο, αυτό που είχε ολόγυρα κέντημα που με διάφορες παραστάσεις, έμοιαζε σαν να ήταν το αέτωμα του Παρθενώνα. Άλογα και ελάφια κεντητά, φυτά και παραδείσια πουλιά που πετούσαν προς διάφορες κατευθύνσεις. Και οι πετσέτες, ολόλευκες κι αυτές, τυλιγμένες σε τριγωνικό σχήμα δίπλα από το κάθε πιάτο. Ποτήρια ολόγυρα και σαλατιέρες γεμάτες με κομμένο λάχανο (το σκορδάκι μύριζε κιόλας μεθυστικά) και καρότο, ντομάτες «χειμωνικές», όπως τις έλεγε  κυρ Δημητρός με κριθαροκουλούρες και αυγά στα τέσσερα. Κουλούρια και παξιμάδια ολούθε στα έπιπλα λες και ήταν εκεί σαν διακοσμητικά. Και φυσικά μια μεγάλη πιατέλα με «φύλλα», στο κέντρο του τραπεζιού, περίμεναν τους καλεσμένους να καθίσουν, πριν το κυρίως φαγητό.
Τα κιλά της Κυράννας φανέρωναν την ικανότητά της στην μαγειρική. Κάτι που θα μπορούσε  καθένας να διαπιστώσει σύντομα. Ετοίμαζε κι άλλη μια σαλατιέρα με βραστές βρούες και καμπούνια και σφαράγκια και ραδίκια όλα μαζί ανακατεμένα με λεμόνι και αλάτι της θάλασσας χοντρό, όταν χτύπησε η πόρτα. Την έπιασε προσωρινός πανικός και κοίταξε ολόγυρα σα να ζητούσε βοήθεια από κάπου. Με μιας εμφανίστηκε ο κυρ Δημητρός από το σαλόνι που προσπαθούσε εκείνη την ώρα να φορέσει το σακάκι του και η Καλοτίνα που πήγε κατευθείαν στην πόρτα ν’ ανοίξει. Κοντοστάθηκε και έκανε νόημα στην μάνα της να βγάλει την ποδιά που φορούσε ακόμα, ξεχασμένη από την ένταση της στιγμής, επιθεώρησε όλο τον χώρο, έφτιαξε τα μαλλιά της, σε μια τελευταία προσπάθεια καλλωπισμού και γύρισε το χερούλι.
Το πρώτο που είδε ήταν ένα μεγάλο κουτί και την άκρη από τα δάχτυλα που το κρατούσαν. Ο κύριος Παρασκευάς, στεκόταν στην μέση ολόκληρης της οικογένειάς του. Δίπλα του, η κυρία, αδύνατη αλλά περιποιημένη χωρίς ακρότητες, η κόρη με ένα καφετί μακρύ φόρεμα που έκλεινε με κουμπιά στο στήθος και λίγο πιο πίσω, ένας νεαρός, αδύνατος κι αυτός (μπαμ έκανε ότι ήταν παιδί της μάνας του), φορώντας μαύρο ή γκρι κουστούμι με ίδια γραβάτα και λευκό πουκάμισο. Η Καλοτίνα χαμογέλασε και έδειξε με το χέρι να περάσουν.
«Καλησπέρα…» είπε, «… τι κάνετε; Α… μα δεν ήταν ανάγκη …», συμπλήρωσε το τυπικό της απάντησης καθώς έπαιρνε το τεράστιο κουτί με τα γλυκά.
Ακολούθησε μια εξίσου τεράστια ανθοδέσμη, από τα χέρια αυτή τη φορά της κυρίας Αμαλίας. Η Καλοτίνα προσπάθησε να την πάρει κι αυτήν, για να διαπιστώσει πόσο δύσκολο είναι να κρατά κανείς και τα δυο αυτά. Ευτυχώς ο πατέρας της είχε πλησιάσει και την βοήθησε.
«Περάστε – περάστε… ελάτε στο σπιτικό μας», είπε στον φίλο του κοιτώντας όμως όλη την οικογένεια.
Μπήκαν όλοι και την ώρα που ετοιμαζόταν η Καλοτίνα να κλείσει, ακούστηκε η φασαρία από τον δρόμο και κάποια κλάματα μωρών. Κοίταξε. Ο Σέμος και η αδερφή της είχαν αρχίσει να κατεβαίνουν τα πρώτα σκαλοπάτια της μικρής σκάλας.
«Ήρθασι και  οι άλλοι…», είπε, για να την ακούσει μόνο ο γιός της οικογένειας Παρασκευά, σαν τελευταίος από τους επισκέπτες που μπήκε στο σπίτι.
«Συγγενείς σου είναι;», ρώτησε την Καλοτίνα με μια περίεργη προφορά ειδικά όταν έλεγε το «συγγενείς».
Η κοπέλα του εξήγησε και εκείνος, αντί να ακολουθήσει τους υπόλοιπους μέσα στο σπίτι, στάθηκε και χαμογέλασε στα μωρά του Σέμου. Χαιρετήθηκαν και γίνανε οι σχετικές συστάσεις. Η Νικολέτα κρυφά από τους άλλους, γύρισε λίγο το πρόσωπο και έκλεισε με μάτι το νόημα στην αδερφή της, κουνώντας συγχρόνως το κεφάλι ανεπαίσθητα προς την μεριά του Νίκου του Παρασκευά. Δεν έδειξε κανείς άλλος να αντιλήφθηκε την κίνηση αυτή. Τα μωρά τους είχαν απορροφήσει και τους δυό. Ξαφνικά το ένα παιδί γέλασε με την καρδιά του  συμπαρασέρνοντας  και το αδερφάκι του, αλλά και τους δυό άντρες στο γέλιο του.
«Ένας γοητευτικός άντρας…», σκέφτηκε η Καλοτίνα και κοκκίνισε σε αυτή τη σκέψη, «… και με ωραίο χαμόγελο!»
Το μεγάλο σαλόνι έδειχνε κεφάτο και το γέλιο, μετά από πολύ καιρό, γέμισε όλο τον χώρο. Η Νικολέτα κάποια στιγμή ζήτησε συγγνώμη και αποσύρθηκε να θηλάσει τα παιδιά στο μέσα δωμάτιο, αφήνοντας την περιποίηση των επισκεπτών στη μάνα της και βασικά στην αδερφή της. Στην παρέα είχαν προστεθεί τώρα και ο Κλεάνθης με το Μέμο, που βρήκαν την ευκαιρία να ρωτήσουν τα μύρια όσα για την «Αμέρικα» τον Νίκο και την αδερφή του την Αφροδίτη. Μέσα στο μυαλό τους, προσπαθούσαν να μεγαλοποιήσουν όσα άκουγαν… έκαναν μια προσπάθεια να εντυπωσιαστούν και να εκστασιαστούν από μόνοι τους. Και πραγματικά κάποια στιγμή τα… κατάφεραν!
Τα δυο «Αμερικανάκια», αντίθεα με τι πίστευαν όλοι, αποδείχτηκαν πολύ καλοί συζητητές και σοβαροί με τις αφηγήσεις τους, χωρίς τις τυμπανοκρουσίες που πιθανόν θα περίμεναν όλοι οι Καλύμνιοι από μέρους τους, χωρίς έπαρση για την οικονομική τους κατάσταση, χωρίς υπεροψία για το κύρος του ονόματός τους. «Παιδιά της μάνας τους…», σκέφτηκε η Καλοτίνα σαν τους άκουγε. Γιατί η κυρία Αμαλία, ήταν έτσι ακριβώς. Χωρίς επίδειξη, χαμηλών τόνων γυναίκα, αλλά με φοβερή δύναμη και έκδηλη θέληση στην ματιά της.
«Πολλές δουλειές στην Αμερική ε;», ρώτησε αφελέστατα ο Μέμος.
Στα λόγια του ο Nick χαμογέλασε και χωρίς να κοιτάξει τον ερωτώντα, κούνησε το κεφάλι καταφατικά: «Αν θέλεις να δουλέψεις κι αν σου πάνε και λίγο… favorably… πως το λένε…»
«Ευνοϊκά», μπήκε στη συζήτηση η κυρία Αμαλία, μεταφράζοντας.
«… ναι, αυτό ευνοϊκά, αν σου πάνε λοιπόν έτσι, μπορείς να κάνεις μεγάλη … estate…»
«Ακίνητη περιουσία…»
«…ναι, ακίνητη περιουσία. Έχει πολλά λεφτά η Αμερική. Μόνο που καμιά φορά, πώς να το πω… δεν φτάνουν οι ώρες της ημέρας. Όλο λες και κάτι δεν έχεις κάνει σωστά γιατί ο χρόνος είναι μόνο εικοσιτέσσερις ώρες την μέρα…»
«Και ο my brother…»
«Ο αδερφός μου…», διόρθωσε η κυρία Αμαλία εκ νέου, η οποία αν και μιλούσε με την Κυράννα και τον κυρ Δημητρό, τα μάτια της και τα αυτιά της, παρακολουθούσαν τα πάντα.
«… ο αδερφός μου έχει πάθος με την δουλειά μας. Τρέχει όλη μέρα παντού. Κι αν δεν τρέχει, όλο σε ένα τηλέφωνο θα τον βρεις να μιλάει… να μιλάει… talking and talking and talking all day… όλη μέρα… Και πριν έρθουμε εδώ, στο σπίτι σας I mean…» δεν μπορούσαν να μην ξεφύγουν και λίγες Αγγλικές λέξεις, παρ’ όλη την προσπάθεια που έκαναν τα δυό αδέρφια, «… είχε πάει στη χωροφυλακή και περίμενε two hours … δυό ώρες να μιλήσει με Νέα Υόρκη. Εκεί ήταν δώδεκα το μεσημέρι…»
«Δυστυχώς εδώ οι τηλεφωνικές γραμμές… δεν μπορώ να πω ότι είναι … so good… τόσο καλές. Ονειρεύομαι την εποχή που όλοι θα έχουν ένα τηλέφωνο στο χέρι, να μην περιμένουν συνδέσεις με … τηλεφωνήτριες και you know… καθυστερήσεις, διακοπές και λάθος συνεννοήσεις…»
Όλα αυτά φαίνονταν παράξενα, μαγικά στα αυτιά του Κλεάνθη και των άλλων. «Άκου τηλέφωνα… κινητά και … χωρίς τηλεφωνήτριες… ε, ρε μυαλό που έχουν… με ονείρατα ζουν…», σκέφτηκε ο Σέμος που χωρίς να μιλά, άκουγε την συζήτηση. Όλα λοιπόν ακούγονταν όπως είπαμε, μαγικά, όχι όμως πιο μαγικά από αυτά που τους περίμεναν στο τραπέζι, μέσα στα πιάτα και τα ποτήρια.
Κάθισαν λοιπόν για φαγητό και ο κυρ Γιώργος, το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να καρφώσει με το πιρούνι του μια ολόμαυρη, γυαλιστερή ελιά που τον προκαλούσε μέσα από το πιάτο της σαλάτας. Έκλεισε τα μάτια και φάνηκε ότι θα έκλαιγε… «Α, ρε Κάλυμνος…», είπε, «Α, ρε Ελλαδάρα…» και την μάσησε αργά – αργά. Σήκωσε το ποτήρι με το τσίπουρο, ήπιε μια μικρή γουλιά, χωρίς να ευχηθεί, δεν μπορούσε να περιμένει και μετά άδειασε το ποτήρι του μονορούφι. Κοίταξε τον φίλο του και τον φίλησε στο μάγουλο. Άφησε το δάκρυ του να τρέξει. Κανείς δεν γέλασε, κανείς δεν είπε τίποτα. Ο καημός είναι… καημός. Τα μάτια της κυρίας Αμαλίας, είχαν κοκκινίσει, αλλά κράταγε την ψυχραιμία της. Και τότε… ήρθαν τα αμπελόφυλλα… και η ψυχραιμία πήγε περίπατο
.
Η Μαρία, σηκώθηκε και φόρεσε την ρόμπα της πάνω από την νυχτικιά της και γρήγορα – γρήγορα, βγήκε έξω στην αυλή, με κατεύθυνση την μικρή παράγκα στην άκρη. Εκεί ένας μεγάλος κουβάς, χρησίμευε για την «ανάγκη» τους. Το πρωί τον άδειαζαν… που αλλού; Στην θάλασσα! Υπόνομους δεν είχε το νησί και όλα τα … «καλούδια», κατέληγαν στο ίδιο μέρος. Είτε ήταν ακαθαρσίες από τα σπίτια, είτε ήταν αίματα από τα σφαγεία στο δρόμο προς τα «Θέρμα», είτε ήταν βρωμιές των δρόμων… όλα στο ίδιο μέρος! Μπορούσε δηλαδή το καλοκαίρι κάποιος που έκανε μπάνιο στη θάλασσα να κάνει παρέα … με μια μεγάλη ακαθαρσία… («κουράδα» την έλεγαν τα πιτσιρίκια) και φυσικά, το στόμα έπρεπε να μένει πάντα κλειστό.
Πήγε λοιπόν η Μαρία προς «νερού» της και άκουσε τις φωνές και τα τραγούδια από το σπίτι του κυρ Δημητρού. Κοίταξε καλύτερα και μέσα από τα φωτισμένα παράθυρα διέκρινε όλη την παρέα που είχε μαζευτεί εκεί. Τραγούδια ακούγονταν και γέλια και μεγάλη, χαρούμενη, φασαρία. Ξέχασε την «ανάγκη» της και έσκυψε όσο πιο πολύ μπορούσε να δει πιο καθαρά. Κάτι που είδε της κίνησε το ενδιαφέρον. Η Καλοτίνα γέλαγε με την καρδιά της, ακούγοντας με όλο της το ενδιαφέρον τον νεαρό συνομιλητή της. Η Καλοτίνα γέλαγε! Πόσο καιρό είχε να το δει αυτό. «Πόσο καιρό έχει να γελάσει με την καρδιά της αυτή η κοπέλα!», σκέφτηκε.
Σηκώθηκε και πήγε τρέχοντας στο «μέρος». Βιαζόταν τώρα. Σαν γύρισε στο δωμάτιο, πήγε κατευθείαν στο μέρος της «κρεβάτας» που κοιμόταν η Ποθητή. Ένα δωμάτιο ουσιαστικά ήταν όλο το σπίτι, χωρισμένο σε τέσσερα μέρη, αριστερά η κουζίνα, δίπλα ο χώρος με δυο μεγάλες ντουλάπες και ένα τραπέζι φαγητού, στολισμένο από ( ένας Θεός ξέρει τι έδειχναν) φωτογραφίες ασπρόμαυρες σε ποικίλες κορνίζες, πιο δίπλα πάνω σα μια κουρελού δυό πολυθρόνες που δεν πολύ ταίριαζαν με τα υπόλοιπα έπιπλα, μια ντιβανοκασέλα και ένα κομό και δεξιά – δεξιά η μεγάλη «κρεβάτα» με τις πολύχρωμες κουβέρτες της.
Στο πρώτο σκούντημα δεν κατάφερε να ξυπνήσει την αδερφή της. Ούτε και στο δεύτερο. Ο ύπνος που έκανε ήταν βαρύς και το ροχαλητό της ακουγόταν σαν γατάκι που νιαούριζε. Όταν τελικά τα κατάφερε, η Ποθητή ανακάθισε και έτριψε τα μάτια, προσπαθώντας μέσα στο σκοτάδι να καταλάβει τι ήθελε η άλλη.
«Έλα να δεις …», της είπε, «… μπορεί να έχουμε παντρολογήματα μαθές» και την τράβηξε από το χέρι να βγουν στην μικρή τους αυλή. Ίσα – ίσα που πρόλαβε να βάλει μια ζακέτα στους ώμους της. Ο αέρας που είχε αρχίσει να φυσά από την μεριά της θάλασσας τους πάγωσε το πρόσωπο και τα φώτα του δρόμου μπροστά τους έπαιζαν με τις σκιές τους.
«Ίντα θες να μου δείξεις; Ίντα έγινε;»
«Σσσσσς… μόνο τήρα… να εκεί στο σπίτι της Κυράννας. Δες, σήμερα έχουσι τραπέζι τους «Αμερικάνους». Κι έχουν κι ένα γιόοοο … λουκούμι, μπουκιά και σχώριο είναι. Να δεις που τον προορίζουν για την Καρλότα τους…»
«Ίντα μου λες; Αλήθεια; Για να δω, κάμε λίγο πέρα πλιο…», είπε και σκύβοντας πιο πολύ, έσπρωξε την αδελφή της λίγο άκομψα. Κι εκείνη χωρίς δεύτερη κουβέντα παραμέρισε με ένα ειρωνικό χαμόγελο στο στόμα. Ήξερε ότι κάτι έτρεχε εκεί απέναντι, επιτέλους ένα καινούργιο θέμα δημιουργείτο αυτή τη στιγμή.
Η Ποθητή έσκυψε ακόμα λίγο, τόσο που το μισό της σώμα, σχεδόν, κρεμόταν κάτω από το πεζούλι της αυλής. Το μυαλό της κατέγραφε γέλια, κινήσεις και, διαβάζοντας χείλια, όσο μπορούσε μέσα από τα παράθυρα, κουβέντες. Έκανε νόημα στην αδερφή της χωρίς να της μιλήσει, να της φέρει το πανωφόρι το χοντρό, η νύχτα έμοιαζε μεγάλη πια.
Οι καλεσμένοι «Αμερικάνοι», κάποια στιγμή βρέθηκαν στην εξώπορτα του κυρ Δημητρού. Η ώρα είχε περάσει, κόντευαν μεσάνυχτα και έπρεπε να επιστρέψουν στο ξενοδοχείο τους. Τώρα η Ποθητή και η Μαρία, άκουγαν καθαρά τις λέξεις και τα λόγια που χαιρετούσαν φίλους. Η σιγαλιά της νύχτας βοηθούσε στην καλή ακρόαση. Μέχρι και η θάλασσα έκανε ησυχία συνωμοτώντας με τις δυό αδερφές.
«Δημήτρη μου, σε ευχαριστώ για όλα…», ακούστηκε η φωνή του κυρ Γιώργου. Και μετά η απάντηση και μετά τα λόγια των γυναικών μεταξύ τους με τα ψεύτικα φιλιά να σχίζουν τον αέρα, το κλάμα ενός μωρού, κάποιο γέλιο από την μεριά του Κλεάνθη, αλλά και της νεαρής Παρασκευά. Όλα τυπικά ενός αποχαιρετισμού. Εκείνο που έκανε όμως μεγαλύτερη εντύπωση στη Ποθητή, ήταν ο γιός των Παρασκευάδων, ο Nick, (άκουσε το όνομά του όταν τον φώναξε η αδερφή του). Εκτός του ότι ήταν ένα όμορφο και καλοντυμένο παλικάρι, είχε και τρόπους ευγενούς, αφού έσκυψε και φίλησε το χέρι της Καλοτίνας. Κι εκείνη; Εκείνη κοίταξε ολόγυρα τους άλλους, που δεν έδειξαν ότι κατάλαβαν κάτι, γέλασε αμήχανα και έφτιαξε με το άλλο της χέρι, εκείνη την ατίθαση τούφα που έπεφτε στα μάτια της.
«Δεσποινίς μου … fascinated…ε ε ε ε… γοητευμένος…», της είπε και της γέλασε. Η γυναίκα δεν απάντησε τίποτα, παρά μόνο χαζογέλασε αμήχανα για άλλη μια φορά εκείνη την νύχτα. Το ίδιο χαζογέλασε και η Ποθητή από απέναντι, προσπαθώντας να κάνει όσο πιο λίγο θόρυβο μπορούσε, να μην αποκαλυφθεί.

Κόντευαν πια οι γιορτές και η μέρα που ξημέρωσε είχε μια ασυνήθιστη ζέστη να επιδείξει για χειμώνα. Ο ήλιος είχε ανέβει ζεστός και πρόσχαρος κάνοντας τους πρώτους πελάτες του καφενέ του Κλεάνθη, να καθίσουν στην αυλή. Οι περισσότεροι είχαν μισόκλειστα τα μάτια, το τσιγάρο στο χέρι και τον καφέ μισοπιωμένο στο τραπεζάκι, προσπαθώντας να απολαύσουν την θαλπωρή του ζωογόνου αστεριού.
Από την μεριά του λιμανιού ακούγονταν οι συνηθισμένοι, καθημερινοί ήχοι, από τα καΐκια, τους λιμενεργάτες, τους φορτοεκφορτωτές. Ο ναύτης φρουρός του Λιμεναρχείου, είχε εγκαταλείψει το μικρό του κιόσκι – σκοπιά μπροστά από την μεγάλη ξύλινη πόρτα του κτιρίου, που βρισκόταν στη σκιά και είχε καθίσει στον μόλο κάνοντας τσιγάρο για να ζεσταθεί από τις ακτίνες του ήλιου. Κάθε τόσο έτριβε και τα μπράτσα και βέβαια χαιρετούσε όποιον πέρναγε από μπροστά του. Τους ήξερε όλους, τους έβλεπε κάθε μέρα και είχε γίνει σχεδόν φίλος τους. Αυτός ο άντρας όμως που ερχόταν από το βάθος του μόλου, από εκεί που ήταν ο φάρος του λιμανιού, του ήταν άγνωστος. Και δεν ήταν μόνος, είχε για παρέα του … τον πατέρα του καφετζή από απέναντι; Κοίταξε καλύτερα και παρατήρησε ότι ο άντρας ήταν καλοντυμένος και δεν έμοιαζε με όλους αυτούς τους άλλους που είχαν λόγο να βρίσκονται εκεί τέτοια ώρα. «Όχι – όχι, αυτός δεν είναι λιμενεργάτης…», σκέφτηκε και ασυναίσθητα σηκώθηκε όρθιος.
Οι δυό άντρες πλησίασαν κοντά του και τους άκουσε να μιλούν, πριν τον προσπεράσουν. Ο πατέρας του καφετζή… «να δεις πως τον λένε…», σκέφτηκε ο ναύτης, «… αααα… Δημήτρης!», τον χαιρέτισε και εκείνος ανταπέδωσε τον χαιρετισμό.
«Λοιπόν Γιώργη… κερνάς για κερνάω εγώ;», είπε ο κυρ Δημητρός γελώντας.
Ο κύριος Παρασκευάς, έδειξε θιγμένος από την ερώτηση: «Τι λες μωρέ Δημήτρη; Εσύ να κεράσεις; Όχι βέβαια… εγώ κερνάω… για τον γιό μου…»
«Και για την κόρη μου…» του απάντησε.
Γέλασαν και οι δυό και σαν καλοί φίλοι που ήταν συνέχισαν με κέφι το περπάτημά τους προς το καφενείο. Ήταν σαν δυό μικρά παιδιά που τα είχαν βρει στο μοίρασμα των… παιγνιδιών τους.
Στο καφενείο τους καλωσόρισε ο Κλεάνθης και ο Μέμος με χαμόγελο. Σήμερα δεν είχε έρθει η Καλοτίνα για βοήθεια και τα δυό αδέρφια προσπαθούσαν να τα βγάλουν πέρα με την … λιακάδα που έφερνε τόσο κόσμο στις καρέκλες τους.
«Καλώς τους – καλώς τους…», είπε ο Κλεάνθης και τους έδειξε ένα τραπέζι στην άκρη με τον ήλιο να το λούζει. «Καθίστε να κεράσω καφέ…»
Οι δυό φίλοι κάθισαν και ο κυρ Δημητρός με σοβαρό ύφος, έγνεψε στον μεγάλο του γιό να καθίσει κι εκείνος.
«Ίντα συμβαίνει πατέρα; Ίντα θες κι έχεις τέτοιο βλέμμα;»
Όταν οι δυό άντρες του είπαν, γιατί συχνά – πυκνά επενέβαινε και ο κυρ Γιώργος στην κουβέντα, ο Κλεάνθης ένοιωθε τον κόσμο να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Ποτέ δεν είχαν χωρίσει με την αδερφή του, της είχε και του είχε μεγάλη αδυναμία και τώρα… ερχόταν αυτός ο ξένος … αυτός ο παλιός φίλος του πατέρα του… ο τύπος με τα πολλά λεφτά… ο «Αμερικάνος»… να του πει τι; Να του πει… ότι τα συμφώνησε με τον κυρ Δημητρό να του πάρει την αδερφή; Να την πάρει μαζί του στην … Αμερική; Για να γίνει γυναίκα του γιού του. «Άκου εκεί ξετρελάθηκε ο γιός του μαζί της! Και ο κύριος αυτός… ήθελε λέει σώνει και καλά να πάρει Ελληνίδα για νύφη του! Και βρήκε την Καλοτίνα μου!», σκέφτηκε ο Κλεάνθης. Δεν είπε τίποτα, αλλά το ύφος του και το ξαφνικό σκοτείνιασμα των ματιών του μαρτυρούσαν την διάθεσή του αλλά και την γνώμη του. Κοίταξε τον ξένο, τον κύριο Παρασκευά κατάματα και στάθηκε στα μάτια του για λίγα δευτερόλεπτα. Τον ανησύχησε σαν δεν βρήκε λόγο να αρνηθεί,  σαν είδε την λαχτάρα του και την αγνότητα της επιθυμίας του.
Έπρεπε να θυμώσει και να διαμαρτυρηθεί με τη μια, αλλά κάτι δεν τον άφηνε να το κάνει. Φαινόταν πόσο λαχταρούσε την θετική απάντηση του μεγάλου αδερφού ο κύριος Γιώργος, σαν να τον εκλιπαρούσε για ένα «ναι»! Αποφάσισε να βάλει τα πράγματα κάτω, νικημένος κατά βάθος ήδη. Το μέλλον της αδερφής του, έδειχνε πιο καλό, αίσιο και χαρούμενο. Νέος κόσμος, νέες συνήθειες, καλή ζωή! Εξακολουθούσε να μένει σιωπηλός, να μην βγάζει κουβέντα το στόμα του. Μόνο άναψε τσιγάρο και άφησε να του κάψει ο καπνός τα σωθικά. Ήξερε πια ότι η αδερφή του θα ακολουθούσε τον δρόμο τόσων και τόσων άλλων νέων του νησιού του. Τα κιτρινισμένα του από την νικοτίνη,  δάχτυλα, άρχισαν να τρέμουν.
«Λοιπόν, φαίνεται να συμφωνήσατε εσείς οι δυό ε;», είπε στο τέλος, περιμένοντας – άδικα – την άρνηση από τον πατέρα του. «Κι εμένα … τι με ρωτάτε; Την Καλοτίνα έπρεπε να ρωτήσετε πρώτα – πρώτα… και φυσικά κάποιος να βρει… κουράγιο να το πει στην Κυράννα…»
«Η μάνα σου το ξέρει γιέ μου», της απάντησε ο «Αμερικάνος». Συνέχισε, «της το είπα το βράδυ του τραπεζιού». Τώρα τον κοίταγε κατάματα, «… και θέλησε να γίνει αυτό το προξενιό!»
«Η Κυράννα δέχτηκε; Μάλιστα… να χάσει δηλαδή την κόρη της στη ξενιτειά! Μάλιστα…» επανέλαβε ο Κλεάνθης. «Ενώ ξέρει ότι δεν θα την ξαναδεί σαν φύγει από το νησί…»
«Γιατί να μην την ξαναδεί; Θα έρχεται κάθε…»
«Κακά τα ψέματα κύριε Γιώργο. Κακά είναι. Σαν φύγει… μαύρη πέτρα πίσω θα ρίξει. Έτσι γίνεται με όλους τους ανθρώπους! Τους συνεπαίρνουν οι νέοι τόποι, οι νέοι φίλοι, τα καινούργια σπιτικά… δεν λέω ότι είναι κατ’ ανάγκη κακό αυτό. Αλλά έτσι είναι. Και ξέρεις τι λένε: μάτια που δεν βλέπονται …»
Ο «Αμερικάνος», πήγε να διαμαρτυρηθεί αν και ήξερε πόσο άσκοπο θα ήταν. Η πραγματικότητα είχε μόλις περιγραφεί από τον άντρα απέναντί του, αλλά…
«Βέβαια…», συνέχισε ο Κλεάνθης, «… αυτό είναι ένα σώσιμο…»
«Τι εννοείς;»
«Αυτό θα την σώσει από την μιζέρια της νησιώτικης ζωής, από την μιζέρια της Ελλάδας και της ζωής της. Και ο γιός σου είναι καλό και συνετό παιδί κυρ Γιώργο. Θα της δώσει αυτό που θέλει, το πιστεύω αυτό και με τον καιρό μπορεί και ν’ αγαπηθούνε… ποιος ξέρει. Κι αν είναι ευτυχισμένη μαζί του… τότε κι εμείς πίσω θα χαιρόμαστε και θα προσπαθούμε να μετριάσουμε τον πόνο της απουσία της»
Σταμάτησε απότομα και σηκώθηκε να πάει μέσα στο μαγαζί. Άντρας ήτανε, δεν έπρεπε να φανεί το δάκρυ του. Και στο κάτω – κάτω για καλό γινόντουσαν όλα αυτά που συζητήθηκαν.

Παρασκευή, 20 Ιανουαρίου 2017

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26

Ο Οκτώβρης και ο Νοέμβρης, πέρασαν χωρίς κανείς να καταλάβει πως. Με τις δουλειές, με τις υποθέσεις του Κλεάνθη που είχαν μείνει πίσω λόγω του ταξιδιού του, κόντευαν Χριστούγεννα και ακόμη δεν είχε αποφασίσει τι θα κάνει για το μέλλον του. Ο καιρός πήρε να χαλά σιγά – σιγά, η θάλασσα φούσκωνε σα να έβραζε και ο αέρας σήκωνε τα νερά της μέχρι το μέσο της κεντρικής πλατείας, του «Χριστού», έως τα πρώτα σπίτια. Το μαράσι του Αι Νικόλα, δεχόταν τα κύματα, προστατευμένο μόνο από κάποια βράχια, με αποτέλεσμα το νερό να κυλά στους δρόμους, αφήνοντας δεξιά και αριστερά μικρές συγκεντρώσεις αλατιού και κάνοντας τα κόκκαλα των γεροντότερων να πονούν από την υγρασία.
Σκοτείνιαζε πια νωρίτερα και η μελαγχολία του χειμώνα, απλωνόταν στις καρδιές των ανθρώπων. Τα καφενεία έσφυζαν από ανθρώπους που έψαχναν παρέα, από καπνούς και τραγούδια για τη θάλασσα και τους έρωτες. Τα ασθενικά φώτα της ηλεκτρικής εταιρίας δεν κατάφερναν να χαρίσουν στους δρόμους μεγαλύτερη ορατότητα από μερικά μέτρα. Και ο αέρας γκρίνιαζε κάθε μέρα ανάμεσα από τα βράχια, τα σπίτια και τις καρδιές τους. Έκανε κρύο!
«Κοίτα να δεις ίντα χειμώνα θα έχουμε φέτο…», είπε ο κυρ Νικόλας ο Κουκουβάς, κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Το χαρακτηριστικό τρίξιμο του ξύλου στη σόμπα στη μέση του καφενείου τον υποδέχτηκε. Έτριψε τα χέρια του να τα ζεστάνει, τα χουχούλιασε και κάθισε κοντά στο μικρό παράθυρο που έβλεπε στην αυλή. Τα μαζεμένα σε μια γωνιά τραπεζάκια, σκεπασμένα με ένα πρασινωπό μουσαμά, οι ξεκοιλιασμένες καρέκλες και οι γυμνές μουριές, σε έκαναν να νοιώθεις μόνος και… κρύος. Τα μαζεμένα σε μια άκρη κίτρινα φύλλα των δέντρων μύριζαν σαπίλα.
Ο Κλεάνθης πήγε κοντά του με ένα μεγάλο χαμόγελο στο στόμα.
«Καφεδάκι κυρ Νικόλα ή να φέρω κάτι πιο δυνατό; Ένα κονιακάκι ας πούμε;»
«Να έχεις την ευχή μου, παιδί μου… φέρε κι από τα δύο. Έτσι να συνέλθουμε λιγάκι. Φοβάμαι ότι γέρασα πλιο, άρχισα, βλέπεις, να κρυώνω», χουχούλιασε ξανά τις παλάμες του. Απόδειξη για τα … γεράματα που έλεγε… ήταν τα παπούτσια που φορούσε. Από τις λίγες φορές, αν εξαιρέσει κανείς τις γιορτές και τις επίσημες στιγμές, όπως ένας γάμος ας πούμε, που ο κυρ Νικόλας φορούσε παπούτσια.
Ο Κλεάνθης του έφερε πρώτα το κονιάκ να ζεσταθεί και μετά έναν ωραίο καφέ με παχύ – παχύ καϊμάκι. Ο Κουκουβάς ήπιε την πρώτη ρουφηξιά με δυνατό ρούφηγμα και την καταχάρηκε. Το μικρό ποτήρι με το αλκοόλ, το κατέβασε μονομιάς και σκούπισε το μουστάκι του με την ανάποδη της παλάμης του. Άναψε τσιγάρο και βγάζοντας την τραγιάσκα του, έξυσε το πάνω μέρος του κεφαλιού του:
«Λοιπόν, ίντα με θες Κλεανθιό; Τι θες να κουβαλήσω; Ή μήπως ξέρω; Ε;», ρώτησε με ένα πονηρό χαμόγελο.
«Πολλά καταλαβαίνεις κυρ Νικόλα. Αυτό ακριβώς ήθελα να σου ζητήσω. Θέλω να πας τα δώρα στο σπίτι της Υπαπαντής. Θέλω στις είκοσι τούτου του μήνα να πάνε. Ε… καιρός να το ζητήσω το κορίτσι από τον πατέρα της. Τα έχουμε συζητήσει και είμαστε σε όλα σύμφωνοι. Τα τυπικά κατά το έθιμο μένουν τώρα…»
«Καλό κορίτσι η Παπαντή. Και καλή οικογένεια μαθές. Μπράβο σας παιδιά μου… άντε και με την ευκή μου το λοιπό»
«Ευχαριστώ… να ‘σαι καλά. Μια κοπέλα μου πέφτει κι εμένα… και όμορφη και καλή…»
«Και όμορφη και καλή…», συμφώνησε ο συνομιλητής του. «Άντε ντε, φέρε μαθές και το δεύτερο κονιακάκι … να το βρέξουμε, να το γιορτάσουμε…»
Ο Μέμος έβγαζε όλη τη δουλειά του μαγαζιού, αφήνοντας τον Κλεάνθη να κάνει … ας πούμε τις δημόσιες σχέσεις! «Έχει και τα παντρολογήματά του τώρα…» σκεφτόταν συνέχεια, «… που μυαλό για καφέδες και ούζα». Ευτυχώς που η Καλοτίνα τον βοηθούσε και έτσι η δουλειά φαινόταν πιο πολύ σαν διασκέδαση παρά σαν αγγαρεία όπως τις πρώτες μέρες. Ανακάλυψε ακόμα με την δουλειά, ότι το παλιό του πάθος, το ψάρεμα δηλαδή με τους φίλους, δεν του έλειπε. Όχι τον χειμώνα τουλάχιστον.
Η Καλοτίνα τώρα με την επιστροφή του Κλεάνθη είχε κάπως ξαναβρεί τους παλιούς της ρυθμούς, όπως κι όλοι άλλωστε, αν και αυτή η μελαγχολία των μοναχικών της νιάτων που σχεδόν είχαν περάσει, διακρινόταν αρκετά έντονη στο πρόσωπο και τις καινούργιες μικρές ρυτίδες στο μέτωπο και τον λαιμό. Βοηθούσε στο καφενείο, βοηθούσε την αδερφή της με τα μικρά, βοηθούσε και στο σπίτι την Κυράννα, σε σημείο που δεν έφτανε ο χρόνος να σκεφτεί. Και αυτό ήταν που επιζητούσε. Κάπου – κάπου, επισκεπτόταν και τις παιδικές φίλες της συγχωρεμένης της παλιάς της, δυό αδερφές που ζούσαν μόνες, μακριά, στο δρόμο προς το χωριό και έκανε και κάποιες δουλειές κι εκεί, μαγείρευε και προσπαθούσε να τους κρατήσει και λίγη παρέα. Είχαν περάσει τα ογδόντα χρόνια της ζωής τους και το σπίτι τους δεν ήταν και το πιο περιποιημένο και καθαρό στο νησί, η δε Καλοτίνα, ήταν και ο σύνδεσμός τους με την … ζωή!
Οι δυό γιαγιάδες είχαν και δυό κατσίκες που, μάλιστα, είχαν γεννήσει μικρά κατσικάκια και η Καλοτίνα τα έπαιζε σχεδόν στα γόνατά της, σαν να ήταν μικρά παιδιά. Κι αυτά όλο έτρεχαν και βέλαζαν και την σκουντούσαν με κουτουλιές. Και γέμιζαν την καρδιά της χαρά. Και άδειαζαν το μυαλό της από τα παράπονά της.
Ήταν Πέμπτη ξημερώματα όταν το «Καραϊσκάκης» κατέβασε τους Παρασκευάδες  στο νησί. Τον κύριο και την κυρία Παρασκευά δηλαδή, με τον γιό τους και την θυγατέρα τους. Καλύμνιοι που είχαν ξενιτευτεί στην Αμερική, επέστρεφαν τώρα στο τόπο τους (αν και η κυρία Παρασκευά ήταν Λεριά), που τον είχαν επιθυμήσει τόσο, πετυχημένοι, με τα πλούτη και την αλαζονεία του Ελληνοαμερικάνου. Κανείς δεν τους περίμενε, κανείς δεν ήξερε ότι ερχόντουσαν, έτσι κι αλλιώς, χειμωνιάτικα, το νησί δεν είχε πολλές επισκέψεις. Στο λιμάνι, βρήκαν τον Φίλη τον αχθοφόρο και φόρτωσαν τις βαλίτσες τους στο καρότσι, με προορισμό το μοναδικό ξενοδοχείο της Πόθιας, το «Ολύμπικ», στο έμπα της πλατείας.
Ο κύριος Παρασκευάς είχε περάσει τα εβδομήντα και κάπου εκεί κοντά πρέπει να ήταν η κυρία του και συνοδεύονταν από τον περίπου τριαντάχρονο γιό τους και την κατά τι μικρότερη κόρη τους. Γεματούλης κύριος, σε αντίθεση με την σχεδόν σκελετωμένη γυναίκα του, φορούσε ένα μαύρο παλτό και κάτω από αυτό ένα σκουρόχρωμο καρό κουστούμι με άσπρο πουκάμισο και την ανάλογη γραβάτα. Θα μπορούσε να ήταν και κάποιος εκπρόσωπος της κυβέρνησης ή βουλευτής ή υπουργός. Ο Φίλιας, καθώς πήγαιναν, τον ρώτησε ποιος είναι, ποιανού γιός είναι και τι έκανε στο νησί. Σαν του είπε ότι ήταν γιός του καπετάν Νικόλα του Παρασκευά του «Μαμούνι», το πρόσωπο του γερο αχθοφόρου φωτίστηκε από χαρά. Παλιός γνωστός του, ίσως και φίλος, είχε πεθάνει πριν πολλά χρόνια, ίσως και τριάντα – τριανταπέντε , όταν το νησί ήταν ακόμη υπό Ιταλική κατοχή, ένα χρόνο μετά την αναχώρηση του γιού του για την Αμερική μέσω Βεγγάζης και αφού είχε προηγηθεί ο θάνατος της γυναίκας του δυό χρόνια νωρίτερα. Έκτοτε ο μικρός Γιώργης, (αυτός που τώρα όλοι τον αποκαλούσαν ΚΥΡΙΟ Παρασκευά), είχε ρίξει μαύρη πέτρα πίσω του.
Δεν είχε ξαναπατήσει το πόδι του στην Ελλάδα, ούτε κι όταν ο πατέρας του έκλεισε για πάντα τα μάτια, τότε γιατί δεν είχε τα λεφτά, τα ναύλα, κατόπιν γιατί δεν υπήρχε τίποτα να τον δένει με τον τόπο. Δούλεψε σκληρά ο κυρ Γιώργης εκεί, όπως όλοι οι Έλληνες της Αμερικής. Και φυσικά σήκωσε βάρη στο λιμάνι της Νέας Υόρκης και έπλυνε πιάτα και σκούπισε δρόμους και πούλησε εφημερίδες. Κάποια στιγμή φτιάχτηκε, βλέποντας το μέλλον των αυτοκινήτων. Έφτιαξε μια μικρή επιχείρηση που πούλαγε «κάρα», όπως τα έλεγαν οι ομοεθνείς του, αλλά και ανταλλακτικά βρίσκοντας τρακαρισμένα αυτοκίνητα που πέταγαν στην άκρη του δρόμου.
Κάποιοι λένε ότι είχε μπλεχτεί και με την πώληση μπύρας και ουίσκι, όταν είχε απαγορευτεί εκεί, (κακοήθειες θα πείτε!), ότι, τάχα, είχε μπλεχτεί με τον υπόκοσμο της πόλης, γι αυτό και οι πολλές φιλίες του με τους Ιταλούς και μέσα σε λίγα χρόνια ο κύριος Γιώργος, είχε γίνει κύριος Παρασκευάς. Σε κάποια συγκέντρωση Δωδεκανησίων της Νέας Υόρκης, γνώρισε και την Αμαλία, κόρη ενός Λεριού λαδέμπορου και την έκανε κι αυτή κυρία Παρασκευά. Δούλεψε και η κυρία Αμαλία, δούλεψε σκληρά, ήταν και η ίδια εργασιομανής, του έκανε και δυό παιδιά (για την ακρίβεια ένα παιδί και μια κόρη όπως επιμένουν να λένε στη Κάλυμνο) και βρέθηκε διευθύντρια τεσσάρων εστιατορίων πολυτελείας.
Κάθε βράδυ καθόταν το ζευγάρι και έβλεπε παλιές φωτογραφίες από  την Ελλάδα. Υποσχέθηκαν λοιπόν μια μέρα να γυρίσουν πίσω έστω και για λίγο, με τα παιδιά τους που μιλούσαν σπαστά Ελληνικά, να θυμηθούν και να διδάξουν τι σημαίνει περηφάνια, ομορφιά και ελεύθερο πνεύμα. Ο Νικόλας ή Nick, ο μεγάλος του γιός, είχε πάρει το όνομα του παππού και το επαγγελματικό δαιμόνιο του πατέρα, την ομορφιά της γιαγιάς του και την κομψότητα της μάνας του. Από την άλλη η Αφροδίτη, το κορίτσι της οικογένειας Παρασκευά, είχε πάρει από την γιαγιά το όνομα και … την γκρίνια της Καλύμνου. Σε όλα τα άλλα, δεν έμοιαζε σε κανένα από τους γονείς. «Έχε χάρη βρε Αμαλία…. Μην ανακαλύψω τίποτα ύποπτο…» της είχε πει στη πλάκα μια φορά ο κυρ Γιώργης, αλλά τα μάτια του αστραποβολούσαν με μανία, αποκαλύπτοντας την δυνατότητα της απειλής.
Και με τα χρόνια, μεγάλωσαν οι δουλειές, μεγάλωσαν τα παιδιά και σχεδόν γέρασαν ο κυρ Γιώργης και η κυρά του. Στην Ελλάδα όμως δεν είχαν κατορθώσει να έρθουν, να σβήσουν τον καημό τους. «Το νησί μου βρε Αμαλία, το νησάκι μου να δω πριν κλείσω τα μάτια μου…», της έλεγε, «… να δουν και τα παιδιά την καταγωγή τους βρε Αμαλία». Και μελαγχολούσε, κλεινόταν στον εαυτό του και γέμιζε νεύρα. Έτσι λοιπόν, με πρωτοβουλία της γυναίκας, μπόρεσαν να τακτοποιήσουν τις υποθέσεις τους σε μια σειρά και πήραν το αεροπλάνο για Ελλάδα. Και από κει, αν και χειμώνας, το καράβι για το νησί. «Αφού δεν μπορούμε Πάσχα, ας κάνουμε τουλάχιστον Χριστούγεννα εκεί…», του είπε σαν ξεκίνησαν.
Η θάλασσα τώρα, μετά από πολύ καιρό, ήταν ήρεμη και ο ήλιος κράταγε σε θερμοκρασία… περιπάτου την ατμόσφαιρα, κάνοντας το νερό να γυαλίζει και να αντανακλά τις ακτίνες του, δημιουργώντας μια παραμυθένια εικόνα. Μέχρι και ο Θεός ευλογούσε το ταξίδι της επιστροφής στα πάτρια εδάφη του κυρίου Παρασκευά.
«Να εδώ δεν είναι το ξενοδοχείο;», ρώτησε τον αχθοφόρο που με σκυφτό το κεφάλι και αργά βήματα τράβαγε το καρότσι του.
«Ναι…», του απάντησε, «… αυτή είναι η πίσω του πλευρά. Τώρα μόλις στρίψουμε θα δούμε την είσοδο. Έχει ωραία θέα, όλη την πλατεία και το τελωνείο».
«Μάλιστα, για να δούμε λοιπόν…»
Η μέρα ξημέρωσε και σε όλη σχεδόν την Πόθια, είχε διαδοθεί το νέο πως κάποιοι «Αμερικάνοι», είχαν έρθει. Όλοι ήταν περίεργοι να τους δουν και ιδιαίτερα κάποιοι γέροι που είχαν γνωρίσει τον «Μαμούνι» στα νιάτα τους. Χαρά θα τους έκανε να έβλεπαν τον γιό του και τα εγγόνια του.

Ο κυρ Δημητρός γύριζε από το ένα δωμάτιο στο άλλο. Άναβε τσιγάρο, το κάπνιζε μισό και το πετούσε, άναβε άλλο, είχε γίνει λίγο περισσότερο γκρινιάρης από το κανονικό και όλο κάτι ζητούσε, ένα καφέ, ένα νερό κάτι τις.
«Άντε καμιά βόλτα βρε Χριστιανέ μου…», του είπε η Κυράννα, «… άντε πήγαινε να αδειάσεις το κεφάλι σου. Τι μου στέκεσαι μπάστακας εδώ πέρα πάνω από το κεφάλι μου;»
«Μπα, σου έγινα και μπάστακας τώρα;»
Φαινόταν ότι επιζητούσε να ξεσπάσει κάπου, να τα βάλει με κάποιον. Και ποιος ήταν κοντά του; Η γυναίκα του, σ’ αυτή λοιπόν αποφάσισε, υποσυνείδητα  να ξεσπάσει. Τελευταία στιγμή όμως άκουσε τη συμβουλή της, βρίσκοντάς την σοφή. Πήρε λοιπόν το καπελάκι του, φόρεσε εκείνα τα μαύρα του γυαλιά και μια και δυο βρέθηκε στο δρόμο προς την πλατεία. Θα πέρναγε από το καφενείο του Κλεάνθη (είχε ξαναγίνει του Κλεάνθη τώρα), θα πέρναγε από την αγορά για κανένα ψαράκι ίσως και για αστακούς και κάποιον θα φόρτωνε να του τα πάει στο σπίτι. Πόσο λαχταρούσε καρπούζι, αλλά βλέπεις… «… ας όψεται ο χειμώνας», σκέφτηκε με μελαγχολία.
Το καφενείο είχε κόσμο να κάθεται έξω, στην αυλή, λόγω της απρόσμενης εκείνης λιακάδας και της ανόδου της θερμοκρασίας των τελευταίων ημερών. Είδε τον μεγάλο του γιό να μιλάει με κάποιους από τους θαμώνες και τον μικρό του, με ένα δίσκο στο χέρι να προσπαθεί να σερβίρει. Μετά από καιρό, χάρηκε σαν είδε αυτή την εικόνα. «Η οικογένειά μου…», μονολόγησε. Του άρεσε να είναι όλοι μαζί (ήξερε ότι μέσα στη κουζίνα θα ήταν και η μεγάλη του κόρη) και στενοχωριόταν σαν σκεφτόταν ότι στο τέλος, σε λίγο καιρό, ο καθένας θα έπαιρνε τον δρόμο του.
«Καλώς τον πατέρα», άκουσε τον Κλεάνθη να του λέει. «Έλα… κάτσε εδώ στον ήλιο να ζεσταθείς» και του πρόσφερε καρέκλα.
Ο κυρ Δημητρός αφού καλημέρισε κάθισε εκεί που του είπε και πρόσεξε ότι κάποιοι έπιναν αρκετά νωρίς ακόμα, τσίπουρα. Εκείνος παρακάλεσε τον Μέμο να του φτιάξει ένα καφεδάκι.
«Καμιά εφημερίδα δεν έχετε εδώ μαθές, είπε και γέλασε.
«Και εφημερίδα και απ’ όλα τα καλά πατέρα. Αλλά αν έχεις τον Κωνσταντή…», είπε ο Κλεάνθης δείχνοντας τον Κωνσταντή με τον «Μαρκούτσο» να έρχονται στην άκρη του δρόμου, «… τι την θες την εφημερίδα; Σε λίγο θα τα μάθεις όλα από πρώτο χέρι»
Και έτσι ήταν. Αυτοί οι δυό με το βαρέλι που τράβαγαν πίσω τους, γύρναγαν όλη τη Πόθια και μετάφεραν τις ειδήσεις από την μια μεριά στην άλλη. Και αν κάποιος τους κερνούσε και κανένα τσίπουρο, μπορούσε να ακούσει και ότι ειδήσεις ήθελε και μόνο καλές. Κι αν δεν υπήρχαν νέα, ε, τότε τα δημιουργούσαν εκείνοι. Κάτι σαν αρσενικές Τσουκαλαήνες δηλαδή.
«Να, κυρ Δημητρό ίντα κάμεις;», τον ρώτησαν με ένα στόμα και οι δυό σαν πλησίασαν. «Θα κεράσεις κανένα πιοτί που έχουμε μέρες να σε δούμε;»
Ο άντρας γέλασε και τους έκανε νόημα να καθίσουν αφού τους καλημέρισε. Κι έτσι κι έγινε. Άφησαν το βαρέλι με τα ροδάκια κοντά στην μια μουριά και έκατσαν σταυροπόδι σαν μεγάλοι και τρανοί.
«Τα ‘μαθες ότι ήρθε ο γιός του «Μαμούνι»;», ρώτησε απότομα ο Κωνσταντής. Ήπιε μια γουλιά από το τσίπουρο που του έφερε ο Μέμος και συνέχισε. «Εψές… ήρθε  ο Αμερικάνος. Με την οικογένειά του, δυό παιδιά έχει και μια όμορφη γυναίκα. Να, εδώ στο «Ολύμπικ» μένουνε…»
«Σιγά βρε συ, που κακόχρονο να μην έχεις. Τι μου λες τώρα; Ποιος Αμερικάνος ήρθε; Και ποιο «Μαμούνι»; Για εξήγησε βρε…»
«Καλέ ο γιός του κυρ Νικόλα του Παρασκευά… του «Μαμούνι». Φίλος σου δεν ήτο μαθές; Για θυμήσου» και άρχισε να γελάει.
Και ο κυρ Δημητρός θυμήθηκε. Παιδιά ήταν όταν κάνανε παρέα. Ο Γιώργης βέβαια ήταν μικρότερος, αλλά στις «περιπέτειες» η ηλικία δεν μετράει. Βέβαια … ο Γιώργης ο γιός του γείτονά τους, του κυρ Νικόλα. Αναμνήσεις τον έπιασαν και αφέθηκε λίγο να κοιτά το κενό.
Και τι δεν θυμήθηκε! Την Άννα του παπά του Αγίου Βασιλείου, την Μαρία του φούρναρη στα Λυνάρια (δεν θυμόταν το όνομά του), τα νυχτερινά ταξίδια με την σάπια βάρκα του Αλεφαντάκη του ψαρά για καφέ και δέρματα στις ακτές της Τουρκιάς. Και μετά την Κυράννα και τις «πλάτες» που του έκανε ο Γιώργης για να την δει μερικά λεπτά το απόγευμα όταν εκείνη γύρναγε από το μικρό ραφτάδικο.
Θυμήθηκε εκείνο το απόγευμα που ο Γιώργης μπήκε στη φελούκα για Βεγγάζη· πόσο κρυφά κάτω από την μύτη των Ιταλών, χωρίς χαρτιά, χωρίς πολλά λεφτά! Και οι μόνοι που το ξέρανε ήταν αυτός και ο γερο Νικόλας, ο πατέρας του. Πώς τον έκρυψαν μέσα στα κασόνια με λίγο ψωμοτύρι και ένα φλασκί νερό. Και όταν η φελούκα σάλπαρε, θυμήθηκε τα δάκρυα στα μάτια του πατέρα του – πρώτη φορά είχε δει άντρα να κλαίει, ούτε στον διωγμό της Μικράς Ασίας – και τότε κατάλαβε ότι τον φίλο του δεν θα τον ξανάβλεπε. Ποτέ! Όπως και τον ίδιο δεν τον ξανάβλεπαν οι παιδικοί του φίλοι στο Μποντρούμ.
Και τον «Μαμούνι», που είπε: «μεγάλη χώρα η Αμέρικα…» και τότε κατάλαβε ότι ο Γιώργης δεν πήγαινε Βεγγάζη. Πήγαινε εκεί που οι άνθρωποι γυρνάνε ή πολύ πλούσιοι ή νεκροί.
Δάκρυσε στις θύμησες, στις εικόνες αυτές που ο νους, τις έφερε ολοζώντανες μπροστά του. Και χωρίς να καταλάβει πως, άρχισαν να έρχονται, ατίθασες και απείθαρχες διάφορες εικόνες από τα παιδικάτα του. Από το σπίτι τους στην Αλικαρνασσό, από τις σφαγές των Ελλήνων και τους διωγμούς – δεν μπορούσε να ξεχάσει ποτέ του την στιγμή που σχεδόν γυμνός βρέθηκε να τρέχει στους δρόμους προς την παραλία, μήπως και έβρισκε κάποιο βαρκάκι για σωτηρία – από εκείνο το κολύμπι που τελειωμό δεν είχε, το κρύο του νερού που του είχε παγώσει όλο το σώμα, τα χτήματα της οικογένειάς του, με τις σταφίδες και τις συκιές.
Αναστέναξε και σαν να ξύπνησε από λήθαργο, είδε μπροστά του το ηλίθιο χαμόγελο του Κωνσταντή που είχε αρχίσει να μεθάει από τα τσίπουρα.
«Βρε πανάθεμά σε, πόσα ήπιες μαθές; Την πεζούλα τη βλέπεις εκεί στο βάθος;».
Ποια πεζούλα και ποιο δρόμο να δει! Όλα στα μάτια του Κωνσταντή και του Θανάση του «Μαρκούτσου», ήταν ισοπεδωμένα σε ένα ολόλευκο φως που τους τύφλωνε. Και ο Κλεάνθης μαζί με τους υπόλοιπους θαμώνες γελούσαν με την καρδιά τους. Γέλασε και ο κυρ Δημητρός, όχι  ότι του προκαλούσε γέλιο το θέαμα αυτό, αλλά πιο πολύ για να μη δείξει ότι βρισκόταν στο δικό του κόσμο. Είπε στον γιό του να φέρει άλλο ένα ποτήρι… τι ποτήρι, άλλο ένα καραφάκι με τσίπουρο. Έτσι κι αλλιώς δεν μπορούσε να τους ρωτήσει τίποτα άλλο.
Κοίταξε το ρολόι του: «Μεσημέριασε σχεδόν, ώρα να πηγαίνω…», μουρμούρισε και άφησε όλους να γελούν με τους δυο τρελούς, χαιρέτισε τους γιούς του (αλήθεια την Καλοτίνα δεν την είχε δει) και σταυρώνοντας τα χέρια πίσω από την πλάτη με σιγανό βήμα, έβαλε στόχο την πλατεία.
Πέρασε από το «Ολύμπικ» και ασυναίσθητα κοίταξε προς το πάνω μέρος του διώροφου ξενοδοχείου. Ήλπιζε ότι… «μπα…» σκέφτηκε, «… οι Αμερικάνοι ήρθαν ξημερώματα, καλομαθημένοι είναι θα κοιμούνται ακόμα…» και έκανε να προχωρήσει προς την αγορά. Με την άκρη του ματιού όμως είδε στα σκαλιά, μια αρκετά περιποιημένη φιγούρα και η καρδιά του χτύπησε δυνατά. «Λες να είναι αυτός;», μονολόγησε. Αποφάσισε να πάει κοντά και γύρισε όσο πιο ήρεμα μπορούσε, οι χτύποι της καρδιάς του είχαν αυξηθεί και η ανυπομονησία του, είχε κάνει τα πόδια να τρέμουν.
Έφτασε κοντά στα σκαλοπάτια και κοίταξε τον άντρα που συνομιλούσε με τον Ολυμπίτη (εξ ου και το όνομα του ξενοδοχείου), τον ιδιοκτήτη. Δείλιασε τελευταία στιγμή και έκανε να γυρίσει την πλάτη.
«Δημητρέ…», ακούστηκε από πίσω μια δυνατή και σταθερή φωνή. «Δημητρέ, εσύ είσαι;»
Σήκωσε το κεφάλι και τον είδε. Ο παλιός του φίλος με σάρκα και οστά, τον φώναζε όπως τότε, μπροστά του, μετά από τόσα χρόνια. Χαμογέλασε και σήκωσε το χέρι.
Ο άντρας είχε κατέβει και τώρα τα μάτια βρίσκονταν στην ίδια ευθεία, να κοιτάζουν βαθιά μέσα στο μυαλό ο ένας του άλλου… «όπως τότε», σκέφτηκε.
«Τι χέρι μου δίνεις μωρέ Δημητρέ, έλα εδώ…» και χωρίς δεύτερη κουβέντα οι δυό φίλοι βρέθηκαν αγκαλιασμένοι μες τη μέση του δρόμου, κλαίγοντας και μονολογώντας ακατανόητα λόγια στον δικό τους κώδικα. Λες και έτσι θα μπορούσε ο ένας να αναγνώριζε τον άλλο. Πέρασε αρκετή ώρα που οι δυό άντρες έμειναν αγκαλιασμένοι, έτσι κι αλλιώς τώρα πια δεν μπορούσαν να πουν πολλά, με δακρυσμένα μάτια τι να πεις;

Η Κυράννα είχε τις φούριες της. Σήμερα είχαν τους «Αμερικάνους» τραπέζι και ήθελε όλα να είναι καλά. Θυμόταν τον Γιώργη « ή τον κύριο Παρασκευά», σκέφτηκε, θυμόταν και ότι έκανε εκείνος για την ίδια και τον Δημητρό της.
«Μαρή Καλοτίνα, στερέωσε πλιο το ρημάδι το παράθυρο, εν το ακούς που χτυπάει;», φώναξε με την φωνή, για πρώτη φορά, τόσο… ανανεωμένη.
«Καλά βρε μάνα, θα το πιάσω»
«Και να ντυθείς…, να δει τι ωραία παιδιά έχουμε κάνει με το φίλο του. Άντε μην έρθουν και είμαστε ακόμα έτσι… κακόμες98»
Η Καλοτίνα άκουσε τη ιστορία του κυρίου Παρασκευά από την μάνα της και την γνωριμία της μαζί του. Σαν παραμύθι της φάνηκε και μάλιστα ένα παραμύθι που τα είχε όλα, φιλία, ερωτικά, αναχώρηση και στο τέλος το ευτυχές τέλος της επανασύνδεσης. Χαμογέλασε και πήγε στο δωμάτιο, ώρα να φορέσει το φόρεμά της εκείνο με την δαντέλα στο λαιμό και τα μανίκια, να κάνει καλή εντύπωση.

Τρίτη, 17 Ιανουαρίου 2017

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25

Τα κορίτσια της γωνίας, θα μπορούσαν να έχουν περάσει όλο το νησί γενεές δεκατέσσερις από το στόμα τους, ήξεραν τόσα πολλά για όλους κι όμως κάθονταν κι οι δυό τους ακίνητες, αγναντεύοντας την θάλασσα από το άνοιγμα των «κάτω» σπιτιών. Τα μάτια τους κάθε τόσο γυρνούσαν προς τη μεριά του σπιτιού του κυρ Δημητρού του Στεφανιδάκη και μετά πάλι προς την θάλασσα και την αντανάκλαση του ήλιου στα νερά της. Η Καλοτίνα και ο Μέμος, ήταν οι μόνοι λες, που κινούνταν και φανέρωναν κάποια σημάδια ζωής στο σπίτι.
Η Ποθητή, πνιγμένη από την περιέργεια είχε πάει να δει την φίλη της την Κυράννα, να μάθει γιατί τέτοια ησυχία και πραγματικά το μετάνιωσε και ευχήθηκε να μην την είχε επισκεφθεί. Η μελαγχολία εκεί, κοβόταν με το μαχαίρι, τόσο πυκνή και κυρίαρχη ήταν, η σιωπή και τα κόκκινα μάτια ήταν καθημερινό φαινόμενο σε εκείνο το χαρούμενο, παλιά, σπίτι.
Τώρα, καθισμένη στο αιώνιο σκαμνάκι τους οι δυό αδερφές, Ποθητή και Μαρία, μελαγχολούσαν κι αυτές με τη σειρά τους. Όσο κι αν θέλεις να νοιώσεις διαφορετικά, κάτι στην ατμόσφαιρα, κάτι στην ψυχή, κάτι στο μυαλό σε έκανε να συμμετέχεις κι εσύ στον πόνο, όπως εδώ, ή στη χαρά του φίλου.
Ο ήλιος έδειχνε κι αυτός διαφορετικός σήμερα, λαμπρός μεν, αλλά τριγυρισμένος από μια «αχνάδα», μια διάφανη μεμβράνη αερίων που δεν άφηναν την λάμψη του να κάψει τις αιτίες της μελαγχολίας.
«Οκτώβρης… τι Οκτώβρης δηλαδή αφού φτάνει στο τέλος του κι αυτός…», μουρμούρισε πιο πολύ παρά είπε η Ποθητή. Η Μαρία όπως πάντα κούνησε το κεφάλι καταφατικά και μηχανικά ίσιωσε το λευκό της τσεμπέρι στα μαλλιά.
«Σε λίγες μέρες έρχονται… μπορεί και σήμερα και αύριο. Ο Λιμενάρχης είπε ότι πέρασαν την Κάρπαθο κάποια…», συνέχισε τον μονόλογο της η μεγάλη αδερφή και πάλι πήρε το καταφατικό νεύμα της αδερφής της. «Να δούμε πάλι… τα χαμπέρια… τις μανάδες να τρέχουν στο λιμάνι και την πλατεία…»
«Και τις γυναίκες τους μαθές και τις κόρες και φιλενάδες τους…», σαν από θαύμα απάντησε η Μαρία με λόγια.
«Άσε και μη μιλάω πιότερο μη και φταρμίσω την ώρα. Θα δούμε… λίγες μέρες πάνω – κάτω και ιδούμε… Πρώτη θα σκούξει η Παναγίτσα και μετά ο Αι Στέφανος. Πρώτα από κει θα φανούν από τη γύρα … α α α α… κι ο Σταυρός θα λαλήσει τις καμπάνες του… και μετά θα βρεθεί το συναλίκι94… στην πλατεία και στο λιμάνι. Τρέμω την ώρα βρε Μαριώ, χρόνια την τρέμω, κάθε φορά που έρχεται ο Οκτώβρης… τρέμω… πόσες φορές δεν ευχήθηκα να μου ‘ρθει ταμνάς95. Και με πιάνει αυτό το τρικούμιο96 μωρέ…»
Από συνήθεια τράβηξε και πέρασε την φούστα σφιχτά από κάτω της. Σταύρωσε τα χέρια και ανάσανε βαθιά κρατώντας τον αέρα στα πνευμόνια μερικά δευτερόλεπτα παραπάνω.
«Τι λες μαρή, ένα καφεδάκι να το πίναμε; Έχω μια ξαφνική επιθυμία για καφέ. Αληθινό όμως, από καφέ – καφέ και όχι ρεβίθι. Τι λες;»
Τι να πει και η Μαρία; Τι άλλο από το να συμφωνήσει με την αδερφή της και να σηκωθεί να φτιάξει τον καφέ που της ζητήθηκε εμμέσως;

«Μήνυμα μαύρο, θλιβερό βουίζει μεσ’ στ’ αυτιά μας,
πικρό μαχαίρι, σουβλερό ξεσχίζει την καρδιά μας.
Στο έμπα του καλοκαιριού το θλιβερό μαντάτο,
χαμός πέντε παλικαριών στης θάλασσας τον πάτο.
Κλάψετε βράχια κι αμμουδιές, μανάδες μαυροφόρες
ξερονήσια και ακρογιαλιές και πικραμένες κόρες.
Κλάψετε τους απόκληρους, τους καταφρονεμένους,
τους τρισεφτακακόμοιρους, τους ζωντανοθαμμένους.
Τους κολασμένους κι άμοιρους, της θάλασσας τους σκλάβους,
 π’ αφήκαν τα κουφάρια τους στις ερημιές τους κάβους,
που έδωκαν σφρίγος και ζωή, την τελευταία τους πνοή,
 για του Νησιού τη ζήση κι η ανθρωπινή η δίκη,
 τους δίνει ξύλινο Σταυρό, ραβδί και δεκανίκι.
Γιάννης Δ. Γεράκης
Από τη ζωή της Καλύμνου. «Στους αδικοχαμένους»,
Ιούλιος 1950

 (Το άσχημο νέο, το χαμπάρι, για όσους έσκαγαν, ερχόταν μέσω του Λιμεναρχείου και σ’ ένα χαρτί έγραφαν την είδηση του θανάτου και το έριχναν κάτω από την πόρτα του σπιτιού της οικογένειάς του. Όταν η γυναίκα το έβλεπε, καταλάβαινε το έρχομα του θανατικού του δικού της ανθρώπου κι έβγαζε δυνατή, πονεμένη στριγκλιά, ένιωθε τον πόνο να ξεσχίζει τα σωθικά της, έχανε το γιό ή τον άντρα της. Απ’ όλα τα σπίτια έβγαιναν οι γυναίκες έξω αλαφιασμένες, φοβισμένες, παρατώντας ότι κι αν έκαναν, να δουν από πού ακούστηκε αυτή η σπαραχτική, πληγωμένη φωνή. Είχαν καταλάβει ότι είχε έρθει το χαμπάρι (χαμπέρι), η είδηση του θανάτου).

Πρέπει να ήταν γύρω στις τέσσερις το απόγευμα, όταν ο πρώτος χτύπος από την καμπάνα της Παναγίτσας ακούστηκε στο νησί. Μετά ένας δεύτερος και μετά από μερικά δευτερόλεπτα ο τρίτος και ο τέταρτος. Οι άντρες βγήκαν έξω από τα καφενεία της πλατείας και του λιμανιού, οι ναύτες και οι αξιωματικοί του Λιμεναρχείου έσκυψαν έξω από τα παράθυρα του κτιρίου και οι γυναίκες σήκωσαν την μέση από τις δουλειές και αφουγκράστηκαν τον αέρα, σαν το θηρίο που οσμίζεται τον αέρα για κίνδυνο.
Ακούστηκε κι άλλη μια καμπάνα να χτυπά, αυτή τη φορά του Αι Στέφανου πάνω στην ανηφόρα και ανταποκρίθηκε η εκκλησία του Αι Νικόλα από την άλλη μεριά του νησιού. Τώρα όμως χτύπαγαν μανιασμένες, γρήγορα και χαρούμενες.
«Ηφτάσασι μαθές…» ακούστηκε στο καφενείο του Μέμου η φωνή του «Μαρκούτσου» και το επανέλαβε πολλές φορές μέχρι να το καταλάβουν όλοι οι θαμώνες. «Να… τώρα θα πέρασαν την Λέρο…. Ηφτάσασι…», επανέλαβε. Όλοι σηκώθηκαν και άρχισαν να κοιτούν προς τη μεριά του λιμενοβραχίονα. Τα πιτσιρίκια είχαν αρχίσει ήδη την «πιλάλα» και πέρναγαν τώρα τα κάγκελα του λιμανιού.
«Ηφτάσασι…», μεταδόθηκε από στόμα σε στόμα σε όλο το νησί. Η μαγική λέξη, αυτή που περίμεναν τόσοι άνθρωποι με τέτοια λαχτάρα. Το νησί ολόκληρο ζωήρεψε με φωνές, κλάματα χαράς, κόσμο που μαγικά, άρχισε να συρρέει στην μεγάλη πλατεία με απώτερο προορισμό το λιμάνι.
Τα αγόρια από το «Νικηφόρειο» γυμνάσιο, εγκατέλειψαν τις τάξεις τους, σπάζοντας την ονομαστή πειθαρχία του σχολείου και ξεχύθηκαν αλαλάζοντας στους δρόμους που οδηγούσαν προς το λιμάνια της Πόθιας, παρά τις απέλπιδες προσπάθειες για συμμόρφωση, των καθηγητών τους.
Παντού η ίδια λέξη: «ηφτάσασι… να σε λίγο θα φανούσι…». Η αγωνία της προσμονής ζωγραφισμένη στα πρόσωπα όλων. Τα μαγαζιά κατέβασαν τα ρολά τους, οι μικροπωλητές, άλλοι παράτησαν την πραμάτεια στο δρόμο, (ευκαιρία για τους πιτσιρικάδες να αρπάξουν τζάμπα κούνες και στραγάλια) και άλλοι που το εμπόρευμα ήταν δυνατό να το μεταφέρουν, έτρεχαν ήδη προς το Λιμεναρχείο. Τα μαντίλια στο κεφάλι των γυναικών είχαν δώσει χρώμα στην πλατεία, κίτρινο και άσπρο, μαύρο και γκρι λιβάδι μέσα στη θάλασσα!
«Να… να εκεί…» ακούστηκε μια φωνή κι ένα χέρι τεντωμένο έκανε τα κεφάλια όλων να στραφούν προς την μεριά των σφαγείων. Και πράγματι, το πρώτο καΐκι, το πρώτο σφουγγαράδικο έκανε την εμφάνισή του, φορτωμένο με το πολύτιμο φορτίο του, ενώ κρεμασμένοι οι «μηχανικοί» σαν τσαμπιά από τις αντένες, χαιρετούσαν από μακριά με μαντίλια και ανοικτές παλάμες, τους δικούς τους που, πρέπει, να ήταν εκεί στην προβλήτα. Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και να’ σου το δεύτερο σκάφος και το τρίτο και με σειρά από πίσω καμιά δεκαριά άλλα.
Οι καραμούζες των δεμένων στο λιμάνι καϊκιών, άρχισαν κι αυτές να ουρλιάζουν, προσθέτοντας στο πανδαιμόνιο που επικρατούσε, τον δικό τους χαιρετισμό. Ο κόσμος τώρα δεν μπορούσε να συγκρατηθεί με τίποτα. Ούτε από τα κάγκελα που είχαν στήσει οι ναύτες του Τελωνείου και του Λιμεναρχείου, ούτε κι αυτοί οι ίδιοι οι άμοιροι ναύτες που είχαν σχηματίσει ανθρώπινη αλυσίδα ενώνοντας τα χέρια τους.  Ο Λιμενοβραχίονας, εκεί που θα έδεναν τα σκάφη, είχε γίνει ένα τεράστιο πολύχρωμο πάζλ, από εκστασιασμένους ανθρώπους. Μέχρι που όλη αυτή η οχλοβοή κόπηκε απότομα σαν μαχαίρι. Τόσο απότομα, που κανείς θα νόμιζε ότι πατήθηκα κάποιος διακόπτης.
Από την μεριά των σφαγείων, εκεί που τα καΐκια που έρχονταν, έκαναν την τελευταία στροφή πριν μπουν στο λιμάνι, είχε φανεί κι άλλο ένα σκάφος. Μόνο που αυτό είχε ένα μαύρο πανί να ανεμίζει μεσίστιο στο κατάρτι, ανάμεσα από τις αντένες του.

Ο Μέμος και η Καλοτίνα, είχαν παρατήσει το καφενείο, το έκλεισαν πρόχειρα και βρίσκονταν από τους πρώτους στο λιμάνι, απέναντι ήταν έτσι κι αλλιώς, προσπαθώντας να πάρουν θέση, να δουν καλύτερα το σκάφος του καπετάν Άτσα, την «Ευαγγελίστρια» που θα τους έφερνε τον Κλεάνθη. Η Καλοτίνα, όλο στηριζόταν στο μπράτσο του αδερφού της και κάνοντας επιτόπια πολλαπλά άλματα προσπαθούσε να δει προς το ανοικτό πέλαγος. Γέλαγε και την είχε πιάσει λογοδιάρροια, χαχάνιζε σαν μικρό παιδί και το πρόσωπό της έλαμπε για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό. Ο Μέμος είχε ενθουσιαστεί κι αυτός, αλλά το μάτι του έτρεχε και προς τη μεριά των κοριτσιών και προς την μεριά ειδικά της Ευανθούλας της κόρης του Μικέ του Κουμπουράκη που είχε την ψαροταβέρνα στο Επαρχείο κοντά. Τα πλεούμενα τώρα όλο και πλησίαζαν, σε λίγο θα έδεναν στην άκρη του λιμανιού. Ήδη οι «άντρες των σχοινιών», αυτοί δηλαδή που έπιαναν τον φλόκο, έστεκαν στα «ντόκια» και με το χέρι στο μέτωπο για προστασία, προσπαθούσαν να υπολογίσουν την απόσταση.
«Να δεις που θα είχαν καλό ψάρεμα… να δεις!», είπε η Καλοτίνα. «Δόξα τω ονόματί σου Παναία μου!!! να είναι κι όλοι καλά…»
«Θα είναι μαρή, αφού το Λιμεναρχείο δεν έφερε γράμμα, όλοι καλά θα είναι…»
«Κι αν έσκασε κανείς κοντά σε μας; Ας πούμε στη Κάρπαθο; Δεν θα είχαν προλάβει να ειδοποιήσουν, να στείλει γράμμα το Λιμεναρχείο…»
«Ε, πλιό, με την γκρίνια στο στόμα είσαι μαθές. Άστα αυτά, όλα καλά θα πήγασι…», απάντησε ο Μέμος φτιάχνοντας συγχρόνως το ατίθασο τσουλούφι του. Η  Ευανθούλα κοιτούσε και δεν μπορούσε λίγες τρίχες να του χαλάσουν την εικόνα. Έψαξε και στην τσέπη του, βρήκε τσιγάρα και άναψε ένα… ε, τι άντρας θα ήτανε χωρίς τσιγάρο!
«Να… να το πρώτο … του καπετάν Παντελή δεν είναι. Για δες πλιο μωρέ Μέμο, η «Πριγκηπέσα» δεν είναι;»
«Ναι… ναι…», απάντησε εκείνος χωρίς να κοιτάξει καν.
«Να και ο «Γύλος» του Νικήτα του Νεόφυτου… κι αυτό; Α, μάλιστα η «Γοργόνα της Καλύμνου»… ωραίο σκαρί το άτιμο και φορτωμένο ε;», συνέχισε να ρωτάει τον αδερφό της που τα μάτια του τα είχε για τα κορίτσια μόνο και όχι για τα σκάφη που πλησίαζαν στο νησί.
Τα ονόμασε όλα, χωρίς να βλέπει τα ονόματά τους, τα ήξερε απ’ έξω κι ανακατωτά πια μετά από τόσα χρόνια. Κι όλα ήταν βαρυφορτωμένα με σφουγγάρια και πάνω στο κατάστρωμα και στα κατάρτια τους κρεμασμένα, αλλά και μέσα σε δίχτυα, να τα σέρνουν στο πλάι τους μέσα στη θάλασσα. Οι έμποροι, Έλληνες αλλά και ξένοι, (πολλοί Άγγλοι αφού το σφουγγάρι της θάλασσας ήταν περιζήτητο στην Αγγλία), στριμώχνονταν μπροστά – μπροστά με κίνδυνο να καταλήξουν στο νερό, στην προσπάθειά τους να κλείσουν από την πρώτη στιγμή την καλύτερη δυνατή τιμή για το εμπόρευμα. Σε λίγο το υπαίθριο χρηματιστήριο θα έπαιρνε φωτιά.
Όταν φάνηκε το τελευταίο σκάφος, αυτό με το μαύρο πανί και όταν οι φωνές κόπασαν, η Καλοτίνα γύρισε απότομα το κεφάλι προς το μέρος του. Δεν έβλεπε καθαρά, ήταν μακριά ακόμη, αλλά από το σχήμα και τα χρώματα, κατάφερε να το γνωρίσει. Ήταν η «Ευαγγελίστρια», το καΐκι του Άτσα, αυτό που θα έφερνε τον αδερφό της πίσω. Τα πόδια της κόπηκαν και τα γόνατα λύγισαν στην θέα του. Το σκάφος ερχόταν με τη μισή του ταχύτητα, λες και δεν ήθελε να πιάσει λιμάνι. Δεν σφύριξε για να χαιρετίσει, δεν σηκώθηκαν οι άντρες του να δείξουν τη χαρά τους για την επιστροφή. Μόνο ερχόταν φτιάχνοντας άσπρα σιντριβάνια με την πλώρη του.
«Όι Παναία μου… μην είναι κακό το χαμπέρι… μην είναι κακό για μένα…», άρχισε να μονολογεί η Καλοτίνα, ενώ τα μάτια της άρχισαν να θολώνουν από τα δάκρυα. Ακόμα και ο Μέμος τώρα είχε παρατήσει τις κοπέλες που κοιτούσε και είχε στρέψει το βλέμμα όλο αγωνία στο μικρό σκάφος λες και μπορούσε να μάθει από τόσο μακριά τα νέα.
Κανένα σκάφος δεν έδεσε στον μόλο, κανένα σκάφος δεν πλησίασε στο τσιμέντο του λιμενοβραχίονα. Ακόμα και το «ποστάλι» που εκτελούσε το δρομολόγιο προς και από την Κω, έλυσε τα σχοινιά του και μετακινήθηκε σε άλλη θέση, ν’ αφήσει χώρο στο «μαύρο καΐκι». Κι εκείνο ερχόταν και ήταν πιο απειλητικό μέσα στην απόλυτη ησυχία που επικρατούσε. Και ήταν πιο απόκοσμο και από την κόλαση…
Κανείς δεν έβγαλε άχνα. Το τυλιγμένο με μουσαμά πτώμα πάνω στο κατάστρωμα τους είχε παραλύσει όλους. Μόλις έδεσε το πλοίο, η Καλοτίνα το σάρωσε όλο από πρύμνη μέχρι μπροστά στην πλώρη με τα μάτια, να δει ανάμεσα στους γερούς άντρες τον Κλεάνθη. Και όσο δεν τον έβλεπε, τόσο θόλωνε το βλέμμα.
Μια μουρμούρα είχε τώρα απλωθεί σε όλο το συγκεντρωμένο πλήθος. Θύμιζε το φούσκωμα της θάλασσας πριν την καταιγίδα που θα ξεσπούσε σε λίγο. Κάποια ονόματα ακούστηκαν, όλα διαφορετικά μεταξύ τους γιατί κανείς δεν ήθελε να πιστέψει ότι ο νεκρός ήταν ο δικός του άνθρωπος.
Πέντε άντρες σήκωσαν το πτώμα πάνω σε ένα φύλλο από την εσωτερική πόρτα του καϊκιού που είχαν ξηλώσει και άρχισαν να κατεβαίνουν την μικρή σκάλα. Η Καλοτίνα παραλίγο να λιποθυμήσει όταν είδε ότι ένα από τα άτομα αυτά ήταν ο Κλεάνθης. Στην αρχή τον γνώρισε από το χωλό του πόδι, το χωλό του περπάτημα, μετά προσπάθησε να αφαιρέσει τα μεγαλωμένα γένια του άντρα και έτσι «είδε» το πρόσωπο του αδερφού της. Έκανε τον σταυρό της.
Ο μουσαμάς που κάλυπτε το πτώμα, από ένα ξαφνικό αεράκι, ανασηκώθηκε και αποκάλυψε το πρησμένο πρόσωπο του σκασμένου. Ήταν ο Παναγής ο Κωλλέτης ο «Ποντικός». Περίπου στα σαράντα του θεωρούνταν ένας από τους πιο έμπειρους βουτηχτές. Κι αυτό ήταν το πιο ειρωνικό.
«Παναή μου», ακούστηκε μια σπαρακτική κραυγή από πίσω… «Παναή μου… λεβέντη μου… κύρη μου…», επανέλαβε η φωνή μέσα σε κλάματα και λυγμούς. Φασαρία έγινε, κάποιοι έτρεχαν και έσπρωχναν τους μπροστινούς, που προσπαθούσαν να καταλάβουν τα γεγονότα. Γυναίκες φώναζαν και κορίτσια έκλαιγαν, μέχρι που φάνηκε μια γυναίκα  γύρω στα τριανταπέντε με λυμένα τα μαλλιά και απεριποίητα, να σπρώχνει και να σπρώχνεται ανάμεσα στο πλήθος.  Το άσπρο μαντίλι είχε πέσει από το κεφάλι της και είχε ποδοπατηθεί από τους υπόλοιπους, ένα κουμπί από το φόρεμα είχε τραβηχτεί και έσκισε το ύφασμα στο ύψος της κοιλιάς και δάκρυα έτρεχαν ποτάμι στα αναψοκοκκινισμένα της μάγουλα.
«Παιάτσι μου… αγόρι μου…», ακούστηκε μακρόσυρτα και φρικιαστικά στριγκή η φωνή μιας μαυροφορεμένης μεσόκοπης γυναίκας δίπλα. Μάνα και νύφη, έκλαιγαν και μοιρολογούσαν τον γιό και σύζυγο, τον πατέρα των δυό μικρών παιδιών που προσπαθούσαν να τρέξουν μπροστά τους. Η μάνα είχε χάσει τον άντρα πριν από καμιά δεκαριά χρόνια στο σφουγγάρι και τώρα έχανε και τον μονάκριβό της γιό, η νύφη τον ένα και μοναδικό στύλο της ζωής της, τον άνθρωπό της… την αγάπη της. Και τα παιδιά; Έχασαν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους. Τον πατέρα και φίλο τους!!!
Την ώρα που οι πρώτοι από τους άντρες πάτησαν το τσιμέντο του λιμανιού, οι δυό γυναίκες έπεσαν πάνω τους, να ακουμπήσουν τον νεκρό τους, αναγκάζοντάς τους να σηκώσουν τα χέρια στον ουρανό, μαζί με την σωρό του φίλου τους. Κλάματα και ικεσίες ακούστηκαν, απειλές και βρισιές, παρακάλια πάλι και κλάματα…
Και οι άντρες έκλαιγαν. Περπατούσαν με το πτώμα και έκλαιγαν, μπορούσαν να ήταν αυτοί στη θέση του, μπορεί το μοιρολόι που είχε αρχίσει να ακούγεται σιγανά στην αρχή, πιο έντονο τώρα, να ήταν γι αυτούς. Μπορεί την επόμενη ή την μεθεπόμενη χρονιά … Το κορμί τους είχε γεμίσει νυχιές και αίματα από την προσπάθεια των γυναικών να πάρουν το σώμα του αγαπημένου τους. Κι αυτή η μυρωδιά… η μπόχα του θανάτου… της σήψης… ανυπόφορη.
Οι καμπάνες χτυπούσαν σιγά, πένθιμα λες και ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Λες και δεν ήταν; Η Καλοτίνα το είχε δει αυτό άλλες δυό φορές στη ζωή της και είχε αποφασίσει να μη ξαναπάει στην επιστροφή των σφουγγαράδικων, αλλά τώρα περίμενε τον Κλεάνθη. Τον αδερφό της. Πισωπάτησε να αφήσει χώρο στην μικρή πομπή να περάσει, πισωπάτησε μη την «μολύνει» το θανατικό, πισωπάτησε γιατί κιότεψε μπροστά στον θρήνο. Άφησε τα μάτια της να κλάψουν και στηρίχτηκε πάλι πάνω στο μπράτσο του Μέμου, που παρακολουθούσε άναυδος όλα αυτά που έβλεπε.
Ο Κλεάνθης ήρθε κοντά τους και αμέσως τον αγκάλιασαν, στρατιώτης που είχε γυρίσει από σκληρό πόλεμο. Άφησε κάτω το ναυτικό του μπόγο, χάιδεψε το κεφάλι του αδερφού του και φίλησε πολλές φορές την Καλοτίνα.
«Ο πατέρας η Κυράννα… που είναι μαθές; Δεν ήρθασι;», ρώτησε κοιτάζοντας πάνω από το πλήθος.
Και στην άκρη του μόλου, είδε τους γονείς του να προσπαθούν να βρουν χώρο να πλησιάσουν. Ο κυρ Δημητρός στηριζόταν στο «καλό» του μπαστούνι και τράβαγε πίσω του την γυναίκα του που κάτι μουρμούριζε και σαν να μην συνέβαινε τίποτα χαιρετούσε τους γνωστούς της. Έφτασαν κοντά στο γιό τους και έπεσαν με λαχτάρα πάνω του, τον φίλησαν, τον χάιδεψαν, τον έσφιξαν στην αγκαλιά τους. Η καρδιά τους είχε ξαναγυρίσει στη θέση της… προς το παρόν τουλάχιστον. Τώρα έμενε να τον ακούσουν, να γιορτάσουν μαζί του, να … τον χορτάσουν πια.
Η πομπή με τα μοιρολόγια και την άμοιρη οικογένεια του Κωλλέτη, είχε φτάσει στον «Χριστό» και όλοι οι κάτοικοι του νησιού, συμμετείχαν στον πόνο τους, ευχαριστημένοι όμως κατά βάθος, που δεν είχε τύχει σε αυτούς το κακό. Το ίδιο ένοιωθε και η Καλοτίνα και η Νικολέτα που είχε και εκείνη φτάσει στο λιμάνι με τον Σέμο και τα δυο παιδιά στο χέρι. Τον φίλησαν κι αυτοί με τη σειρά τους, ξανά τον χάιδεψαν λες και ήθελαν να βεβαιωθούν ότι ήταν αυτός, ζωντανός και γερός, ο Κλεάνθης ο δικός τους… ο λεβέντης τους. Κι εκείνος προσπαθούσε να τους χορτάσει, όμως τα μάτια του όλο και πετάριζαν γύρω – γύρω, σαν κάτι να έψαχνε.
«Πως πήγε το ταξίδι;», τον ρώτησε ο Σέμος, γεμάτος περιέργεια για την περιπέτεια αυτή, (περιπέτεια την έλεγε, δείχνοντας ότι δεν την υπολόγιζε για σοβαρή δουλειά με τους κινδύνους της και τα οφέλη της). «Είχε σφουγγάρι; Είχε καιρό; Σε πόσες οργιές κατέβηκες; Καλός ο καπετάνιος;…»
«Ένα – ένα βρε Σέμο, ένα – ένα. Όλα με τη σειρά τους. Ας πάμε πρώτα να πιούμε ένα ποτήρι τσιπουράκι, μου έχει λείψει τόσο…»
«Το τσιπουράκι;», ρώτησε η Νικολέτα. «Το τσιπουράκι σου έχει λείψει;»
Ο Κλεάνθης δεν απάντησε. Τι να πει άλλωστε; Η μικρή του αδερφή ήταν πολύ έξυπνη και δεν μπορούσε ή μάλλον δεν ήθελε να της απαντήσει με ψέματα. Τους πήρε όλους, τις δυό αδερφές του αγκαλιά και πήγαν προς το καφενείο.
«Ωραίο το ‘χεις αδερφέ…», είπε. «Έκαμες μωρέ καθόλου δουλειά ή ζάπα το άνοιγες…» και γέλασε.
Κάθισαν όλοι σε ένα τραπέζι και σιγά – σιγά άρχισαν να μαζεύονται όλοι οι γνωστοί. Και ο Κουκουβάς και ο «Μισός» και τόσοι άλλοι που ήθελαν να τον δουν και φυσικά ο Κωνσταντής με τον «Μαρκούτσο», ο «Τρούπας» και ο «Μάμας»… μη χάσουν το κέρασμα του καλωσορίσματος. Και είπαν πολλά. Μια του μιλούσαν για την δουλειά του μαγαζιού, μια τους έλεγε για το ταξίδι. Μια του μιλούσαν για την καθημερινότητα του νησιού, μια τους έλεγε για τα σφουγγάρια και τα νερά. Όταν τον ρώτησαν για τον «σκασμένο», το πρόσωπο του Κλεάνθη σοβαρεύτηκε και κάπως σκοτείνιασε.
Άναψε τσιγάρο και ήπιε μια γουλιά από το τσίπουρο που είχε εν τω μεταξύ σερβίρει ο Μέμος και φυσικά το είχε ιδιαιτέρως περιποιηθεί η μεγάλη του αδερφή. Είδε τους υπόλοιπους να τραβάνε πιο κοντά την καρέκλα τους, περιμένοντας να ακούσουν την εξιστόρηση, να μάθουν από πρώτο χέρι, πως έγινε το κακό και βασικά, το ποιος έφταιγε. Η «κοινή γνώμη», έπρεπε να βγάλει την ετυμηγορία του, ίσως και την ανάλογη ποινή, πριν τελειώσουν οι ανακρίσεις του Λιμενάρχη.
Ο Κλεάνθης τους κοίταξε όλους περίεργα. Τους αγαπούσε αλλά και συγχρόνως … αντιπαθούσε αυτή την αναζήτηση του υπαίτιου που έβλεπε στα μάτια τους. Κι εκείνος είχε υποφέρει από τους ερασιτέχνες κριτές και δικαστές:
«Πιάσαμε το ταξίδι του γυρισμού…», είπε, «… με όλα τα πράγματα να έχουν πάει καλά. Ούτε «χτυπημένους», ούτε «σκασμένους», ούτε φουρτούνες, ούτε μπλεξίματα με τους αραπάδες. Το σκάφος ήταν γιομάτο σφουγγάρι και όλοι, καπετάνιος κολαουζέρης, πλήρωμα και βουτηχτάδες γέλαγαν με κέφι που άλλη μια χρονιά ξελασπώσαμε. Ανεβαίναμε στη θάλασσα και έξω από την Κάρπαθο, ο «Σκουτέλης» φώναξε από την πλώρα: «Καπετάνιο,… εδώ έχει ολόκληρο λιβάδι. Σφουγγάρια με το καντάρι σου λέγω». Ο καπετάνιος διέταξε «κράτει» και οι μηχανές σβήσανε. Τόσο γρήγορα που η «Ελεούσα» παραλίγο να μας εμπολίσει… Ήταν και το τεπόζιτο που ερχόταν σιμά – σιμά, έκανε κι εκείνο μανούβρα. Έτσι φτιάχτηκε ένας κύκλος στο νερό, λες και θα έφευγαν τα σφουγγάρια από κει και έπρεπε να τα φυλακίσουμε. Μόνο δίχτυ δεν ρίξαμε. Μέχρι εδώ … καλά.
Μας φώναξε ο καπετάνιος να μας μιλήσει. Μας είπε ότι θα έδινε τα λεφτά του χειμωνικού αν καθόμασταν δυο – τρεις μέρες παραπάνω, να ψαρέψουμε κι εκεί. Όλοι συμφώνησαν, τα λεφτά θα ήταν καλά και δεν θα κάναμε άλλο ταξίδι μέχρι του χρόνου. Το μέρος φαινόταν τόσο πλούσιο που τύφλα να έχει η Εύβοια.
Το επόμενο πρωινό, ο πρώτος που βούτηξε ήμουν εγώ. Τρελάθηκα από την χαρά μου, από την λαχτάρα μου. κοίταζα εδώ τίγκα το «καπάδικο», κοίταγα παραπέρα να τα «φίνα», δεν ήξερα τι να πρωτοκόψω. Φόρτωνα το καλάθι συνέχεια. Όλο το έστελνα πάνω. Πέρασε η ώρα και ένοιωσα τον κολαουζέρη να με τραβά. Πικράθηκα γιατί ήθελα να κουρσέψω κι άλλα, μα το βάθος ήταν μεγάλο, αρκετά μαζαρόλια για να με αφήσει. Σαν ανέβηκα δεν μπορούσα να κρατήσω την χαρά μου. απρόσμενο δώρο από τον Θεό. Τι θέλαμε την Αραπιά; Εδώ στα πόδια μας είχε πολλά για να βγει το ταξίδι. Τέλος πάντων!
Τη δεύτερη μέρα όλοι βούτηξαν με τη σειρά τους και όλοι σήκωσαν σφουγγάρια με την οκά. Πιάσαμε και θαλασσινά, ναι – ναι, θαλασσινά, πολλούς αστακούς και σμέρνες με το κοντάρι που παίρναμε μαζί. Θα βρίσκαμε καράβι για Πειραιά να τα πουλήσουμε. Το τεπόζιτο θα αναλάμβανε την ψαροδουλειά αυτή.
Ήρθε το λοιπό η ώρα να βουτήξει την δεύτερη βουτιά του ο Παναγής. Χαρούμενος ήταν και εκστασιασμένος από τον όλη χαρά. Κατέβηκε και μόλις πάτησε στα βράχια χτύπησε ότι τα πάντα ήταν εντάξει. Δεν είχαν περάσει σαράντα πέντε λεπτά και από τα δεξιά, φάνηκε το μεγάλο μαύρο πτερύγιο.
«Καρχαρίας…» φώναξε ο κολαουζέρης. «Σκύλος στα δεξιά…» με μια φωνή το υπόλοιπο πλήρωμα. Με το κολαούζο δόθηκε σήμα κινδύνου στον Παναή. Αυτός βέβαια δεν πρέπει να κατάλαβε τι ακριβώς ήταν ο κίνδυνος, αλλά από την πείρα του πρέπει να το υπέθεσε γιατί αμέσως οι … μπουρμπουλήθρες πήγαν σε ένα μέρος που ήταν τα βράχια που είχαμε πιάσει τις σμέρνες. Κάτι τον ανησύχησε, το ψάρι το είδαμε να βουλιάζει με φόρα, δυό – τρεις φορές, μετά το είδαμε να σηκώνεται ψηλά λες και ήθελε να επιτεθεί και ξανά κάτω. Ο Παναής πρέπει να τρομοκρατήθηκε και έσπασε στη κίνηση τη «Βαρβάρα» σε κάποιο βράχο. Δεν μπορούσαμε να τον ανεβάσουμε, είπαμε το βάθος ήταν μεγάλο, έτσι περιμέναμε για σημάδια δικά του. όταν τελικά το ψάρι έφυγε ο Παναής ανέβηκε σκασμένος. Μέχρι και στο σκάφανδρο είχε μπει νερό και η γλώσσα είχε μπλαβιστεί  και έστεκε πρησμένη έξω από το στόμα. Κάναμε πως και πώς να τον βγάλουμε από το φόρεμα. Τόσο είχε πρηστεί!»
Σταμάτησε την κουβέντα απότομα και ήπιε ένα ποτήρι τσίπουρο μονομιάς. Κανείς δεν τόλμησε να του κάνει ερώτηση. Από την καύτρα του τσιγάρου του, άναψε ένα δεύτερο και φάνηκε το χέρι του να τρέμει. Η Καλοτίνα πήγε σιμά του και έπιασε το κεφάλι του, σφίγγοντάς το στο στήθος. Ήξερε πως αλλιώς είναι να σου λένε για θανατικό κι αλλιώς να το ζεις από κοντά, να πιάνεις με τα χέρια σου τον νεκρό, να βλέπεις την τελευταία του όψη του. τον φίλησε και κοίταξε τους άλλους. Όλοι είχαν αυτό το παράπονο της αδικίας στο πρόσωπό τους. Ακόμα και ο Κωνσταντής με την μειωμένη του αντίληψη, έβαλε τα κλάματα παρασύροντας στον «καημό» του και τον «Μαρκούτσο».
Στην άκρη της στρογγυλής αυλής του καφενείου, έκανε την εμφάνισή της. Φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα, αυτό που μάλλον είχε για τις καλές περιστάσεις και τα μαλλιά της μπορεί να ήταν τώρα σκονισμένα, αλλά πάντως σίγουρα τα είχε καλοχτενίσει πριν. Λαχανιασμένη στηρίχτηκε στον τοίχο και είχε σηκώσει το ένα πόδι προσπαθώντας να φορέσει το παπούτσι. Το άλλο το κρατούσε στο χέρι, σημάδι ότι έτρεχε ξυπόλυτη στον δρόμο, προσπαθώντας να φτάσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Τα μάτια της ήταν μεγάλα, αυτά τα ωραία αμυγδαλωτά μάτια που είχαν κάψει την καρδιά του.


«Καλώς την Υπαπαντή…», φώναξε η Νικολέτα κάνοντας το κεφάλι του αδερφού της να γυρίσει τόσο απότομα που παραλίγο να πάθει εξάρθρωση.
«Καλώς την …», είπε και η Κυράννα. «Κόπιασε κόρη μου κοντά μας. Έλα και έχουμε χαρές σήμερα»
Η κοπέλα προσπαθούσε να πάρει ανάσες (τι χαριτωμένη ήταν με τα κόκκινα από το τρέξιμο, μάγουλά της!), κοίταξε τους θαμώνες του καφενείου επιπόλαια και κάρφωσε το βλέμμα της στον Κλεάνθη. Άθελα, της ξέφυγε ένα χαμόγελο, θυμίζοντας μικρό παιδί που έβρισκε το κρυμμένο δώρο του.
Ο άντρας σηκώθηκε και πήγε κοντά της. Την αγκάλιασε από τους ώμους και τελευταία στιγμή συγκρατήθηκε να μη την φιλήσει στα χείλη.
«Μου έλειψες…», του είπε και τρίφτηκε όσο πιο διακριτικά μπορούσε πάνω του.
«Κι εμένα…», απάντησε εκείνος. «Και τώρα ετοιμάσου να δεις τι έχεις να πάθεις μικρή…»
Γέλασε σαν είδε την έκφραση στο πρόσωπό της και την έπιασε από το χέρι. Σχεδόν την τράβηξε κοντά του, προς το τραπέζι που η Κυράννα και ο κυρ Δημητρός τους κοιτούσαν με ένα στατικό, αμήχανο χαμόγελο.
«Λοιπόν πατέρα…», είπε, «… δεν θα χαιρετίσεις την νύφη σου;»
«Τι; Αχ Κλεάνθη μου…», είπε εκείνη και τον αγκάλιασε με όση δύναμη διέθετε!

Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24

«Μωρέ Μέμο, εσύ στην οικοδομή δεν δούλευες; Τι έγινε τώρα, μας βγήκες καφετζής;», ακούστηκε η φωνή του «Μάμα». Και ακολούθησε το γέλιο του Κωνσταντή και του Θανάση του «Μαρκούτσου». Οι τρελοί του νησιού, οι πιο πολλοί τουλάχιστον απ’ αυτούς, έκαναν την παρέλασή τους κάθε απόγευμα από τον καφενέ του Μέμου (πόσο γρήγορα αλλάζουν τα ονόματα πια), αφού τους κέρναγε «υποβρύχιο» τριαντάφυλλο και καμιά φορά και καφέ.
«Να κι ο «Τρούπας», να το παλικάρι μας…», συμπλήρωσε ο «Μάμας», δείχνοντας στην άκρη του δρόμου, προς την μεριά του Τελωνείου, κάτω από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου. «Ίντα κουβαλάει μαθές; Καρότσι είναι; Και τι έχει πάνω του;»
Η εικόνα ήταν το λιγότερο αστεία με τον «Τρούπα» να κατεβαίνει τρέχοντας στην μικρή κατηφόρα, προσπαθώντας να μην τον πάρει από κάτω το βάρος της μεγάλης καρότσας που τράβαγε πίσω του. Τα γυμνά του πέλματα, «πλατσάριζαν» πάνω στις πέτρες και η τρομαγμένη κατσίκα βέλαζε. Ποια κατσίκα; Μα αυτή φυσικά που είχε φορτώσει στην καρότσα. Την είχε δέσει κιόλας από τα μικρά της κέρατα και το άτυχο ζωντανό, υπέφερε από τις λακκούβες και το ταρακούνημα, από τις φωνές του «Τρούπα» και τις βρισιές του. Λίγο πιο πέρα ακουγόταν και κάποιος άλλος θόρυβος, κάτι σαν φωνές και κατάρες αλλά ήταν ακόμα μακριά για να απασχολήσει τους θαμώνες του καφενείου, τρελούς και μη.
Ο δρόμος τελείωνε την ευθεία του, είτε μπροστά στην αυλή του καφενείου, είτε, με λίγη καλή τύχη, στην θάλασσα. Και το καρότσι με τον άτυχο Βαλσαμίδη, (το πραγματικό όνομα του Τρούπα), δεν ήταν διατεθειμένο να αποφύγει ή το ένα ή το άλλο, δεν είχε την κατάλληλη λογική. Τοίχος δηλαδή ή νερό. Για καλή τύχη όμως όλων, ακούστηκε στο τέλος το μεγάλο «μπλουμ», η τρομαγμένη κραυγή της κατσίκας και οι βλαστήμιες του … τραβηχτή οδηγού. Το νερό στην άκρη της προβλήτας πετάχτηκε πάνω από ένα μέτρο ψηλά και οι πιτσιρικάδες του λιμανιού, άρχισαν την καζούρα και την γιούχα.
Πρέπει να είχε περάσει ένα περίπου λεπτό από την ώρα που το υπό δοκιμή υδροπλάνο του «Τρούπα» είχε πέσει στο νερό, ευτυχώς η κατσίκα είχε σωθεί άμεσα, που από την κατηφόρα της εκκλησίας, φάνηκε ένας έντρομος Φίλιας, ο αχθοφόρος που του ανήκε το καρότσι, σε μια αστεία προσπάθεια να τρέξει και βρίζοντας να πιάσει τον κλέφτη όπως φώναζε.
«Άντε βρε τζαολόσπερμα, ντι που να σε γράψουσι στο υψοχάρτι γλήορη και κοντά… ε, και σε πιάσω…» και κούναγε κι ένα κομμάτι ξύλο που είχε για μαγκούρα, «… που να σε φάει η πανούκλα κόρνιο. Να βρε γουρλί…» και σήκωνε τις παλάμες σε μούτζα. «Που να σε φέρνου νεκρεκρά και να ‘σει βρώμα το πετσί σου…»
Το γέλιο είχε κάνει τους θαμώνες του καφενείου να δακρύσουν και να πιάνουν τις κοιλιές τους. Ο Μέμος κρατούσε τον δίσκο και νόμισε ότι θα του έφευγε από το χέρι, πάντως ότι κουβαλούσε είχε χυθεί πάνω του. Ακόμα και η Καλοτίνα που τώρα πια είχε γίνει σχεδόν μόνιμη βοηθός του, ξεφεύγοντας από την μιζέρια της οικογένειας, βγήκε έξω από το «βασίλειό» της, την κουζίνα της και σκούπιζε τα δάκρυα από τα μάτια.
 Όσο για τον «Τρούπα»; Αν αφαιρέσει κανείς τον φόβο του για τον ερχομό του Φίλια και την μαγκούρα του, αδιαφόρησε τελείως για το ζώο που είχε στο καρότσι, αδιαφόρησε για το ίδιο το καρότσι και έπιασε να κατουράει γελώντας, από τον μόλο προς το νερό. Με το γέλιο βέβαια, αστοχούσε και κατέβρεχε και το ήδη βρεγμένο ζώο και αυτό του έφερνε και άλλα γέλια. Και όχι μόνο σ’ αυτόν, αλλά και σε όλους όσοι τον έβλεπαν. Κάποια στιγμή, ο ναύτης, ο φρουρός του Τελωνείου, πήγε κοντά του και με κλωτσιές προσπάθησε να τον διώξει, αλλά και αυτού οι κλωτσιές από το γέλιο, δεν έβρισκαν στόχο. Με τα πολλά και με την άφιξη φυσικά του Φίλια κοντά, ο Μανολιός (είχε και αυτό το όνομα), έφυγε με πλαϊνό τρέξιμο, όπως κάνουν οι μακάκοι93 στο έδαφος.
Οι βρισιές του γερο αχθοφόρου δεν είχαν τελειωμό, όπως τελειωμό δεν είχαν και τα γέλια του «Τρούπα». Κάποιοι ναύτες και ψαράδες μαζί με τον ναύτη του Τελωνείου, βοήθησαν να σωθεί και η κατσίκα και το καρότσι. Πήγε και ο Μέμος για βοήθεια και φυσικά ρώτησε τι έγινε. Η απάντηση που πήρε, ήταν ότι μπορούσε να ακούσει κανείς για να λυθεί στα γέλια.
Τον Φίλια τον είχε καλέσει ο κυρ Γιώργης ο Μακρυλλός που ήθελε να μεταφέρει την κατσίκα στο χωριό μαζί όμως με την τροφή, κάποια δεμάτια με χόρτο. Έδεσε λοιπόν ο γερο αχθοφόρος το ζωντανό δίπλα στο καρότσι και πήγε στην αυλή του κυρ Γιώργη να φέρει τα δεμάτια. Εκείνη την ώρα πέρασε ο «Τρούπας», είδε το ζωντανό και ρώτησε από μακριά: «Ε, καλέ, για μεταφορά το έχετε; Το ζωντανό καλέ, γιατί το έχετε δεμένο; Δεν κάμει μαθές καλό γάλα και το διώχνετε;». Ο κυρ Γιώργης βγήκε και προσπάθησε να τον διώξει, είχε αρκετά νεύρα και δεν ήθελε άλλο να τα τεντώσει. Μα ο «Τρούπας», έκανε δυό – τρία βήματα προς τα πίσω και γύριζε πάντα ρωτώντας: «Γιατί καλέ, ίντα έκαμα; Για το ζώο ρωτάω…»
«Σκάσε ρε ζωντόβολο», απάντησε ο Μακρυλλός. «Σκάσε που να σε φάει το χτικιό. Ε, μπα να κουρέβζεσαι χρουσούζη»
Ο Βαλσαμίδης δεν πτοήθηκε, δεν καταλάβαινε βέβαια γιατί δεν του απαντούσαν και συνέχισε να μιλάει όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μη και του έρθει καμιά πετριά στο κεφάλι:
«Ήξερές το μαθές ότι αν κουνήσεις πολύ το γίδι, θα βγάλει βούτυρο απ’ τα βζα του; Ναι το άκουσα, αν θες γάλα κράτα το έτσι, αν θες βούτυρο, κούνα του το κώλο…» και μια και δυό πιάνει αγκαλιά την κατσίκα, την ανεβάζει πάνω στο κάρο και άρχισε να τρέχει απ’ όπου είχε λακκούβες και πέτρες και χώματα. «Να δεις κυρ Γιώργη τι βούτυρο θα πάρεις τώρα…», φώναξε και γέλαγε στο δρόμο. Όλα τα άλλα ήταν αυτά που είδαν. Το καρότσι απέκτησε μεγάλη ταχύτητα και δεν σταματιόταν με τίποτα, ο μόλος, η θάλασσα και η μεγαλόπρεπη, στο τέλος, βουτιά.
Ο Μέμος πήρε τον έρμο τον Φίλια στο καφενείο και τον κέρασε καφέ και κρύο νερό, να συνέλθει από την λαχτάρα του. «Αν τον πιάσω στο χέρι μου αυτό το… το … κόρνιο… που να ‘ω τα κουλά του κομμένα ‘που τους αγκώνους… θα το μαυρίσω στο ξύλο. Να το θυμάται για όλη του τη ζωή. Που να τον κάψει η φωτζά, που να τσιρίζεται σα ν’ τα ξηροτήανα και να  τραβούν οι σσύλοι τα’ άντερά του…»
«Τρελός είναι μαθές, τι τον συνερίζεσαι; Μήπως καταλαβαίνει τι κάμει;», είπε η Καλοτίνα, «Αύριο δεν θα θυμάται ότι το έκαμε…». Πήγε και κάθισε κοντά του: «Να βάλω ένα ουζάκι, να πάνε κάτω τα βάσανα κυρ Φίλια;». Φάνηκε μια λάμψη στα μάτια του αχθοφόρου και κούνησε δειλά το κεφάλι καταφατικά με ένα ύποπτο χαμόγελο. «Α και το ουζάκι κερασμένο από μένα…», συνέχισε η κοπέλα.
Έτσι η ζωή με τα καλά και τα ανάποδά της περνούσε. Με την προσμονή της επιστροφής των καϊκιών από τα νερά της Μπαρμπαριάς, με κάποιο γράμμα από το ξενιτεμένο παιδί, με τα κουτσομπολιά της καθημερινότητας και πάνω απ’ όλα, με την εικόνα της ράθυμης βίωσης. Οι μήνες που πέρασαν γέμισαν με πιο πολλές ρυτίδες τα μάτια της Καλοτίνας, που παρέμενε μια ωραία γυναίκα (όχι κοπέλα πια) και της έδωσαν αυτή τη μελαγχολική έκφραση της απογοήτευσης. Μεγάλωσαν τα μωρά της Νικολέτας, είχαν αρχίσει να έχουν νόημα σαν παιδιά πια, αλλά δεν μπόρεσαν να κάνουν την Κυράννα και τον κυρ Δημητρό να χαμογελάσουν για λίγο ή τον Σέμο να αλλάξει γνώμη για το μέλλον του. Μάλιστα, αυτός ο τελευταίος, είχε αρχίσει να κάνει βουτιές σε βάθος προετοιμαζόμενος για την επόμενη χρονιά, είχε αρχίσει να γνωρίζει το «φόρεμα» και το σκάφανδρο, με τα σκάφη διάφορων παλιών καπεταναίων, γύρω – γύρω από το νησί. Και απ’ ότι έλεγαν οι παλιοί κολαουζέρηδες, είχε έφεση στα σφουγγαράδικα θέματα και ήταν πολύ ικανός και επιδέξιος. Και κάθε που το έλεγαν, τόσο μεγάλωνε και η φιλοδοξία του, κάνοντας την κυρά του πιο μελαγχολική και κατά βάση πιο … μόνη.
Μόνη παρέα πια της Νικολέτας, δεν ήταν η αδερφή της, (που είχε πια γίνει βοηθός στο καφενείο), αλλά η Υπαπαντή, που κράταγε μια σχέση έτσι, με την οικογένεια του «καλού» της. Κι έλεγαν τόσα και τόσα, για τις συνήθειες και τα χούγια του Κλεάνθη, για τα παιδικάτα του, για τα θέλω του, τον υμνούσαν λες και δεν ήταν άνθρωπος, τον «καθάριζαν» από κάθε ψεγάδι του παρελθόντος και έφτασαν σε σημείο να παρακαλούν και να προσεύχονται μαζί για την ασφαλή επιστροφή του.
Αν η Νικολέτα άφηνε την φίλη της αυθαίρετα να μιλά, δεν υπήρχε να πει κάτι άλλο, έξω από τον Κλεάνθη, τον Κλεάνθη και τον Κλεάνθη, λες και το μυαλό και η γλώσσα της είχαν κολλήσει στο όνομα αυτό. «Αυτά κάνει ο έρωτας…», σκέφτηκε η Νικολέτα, «… τα βλέπει όλα μοναδικά, μεγαλειώδη και πάνω απ’ όλα… αληθινά». Θυμήθηκε τα δικά της, όταν έτρεχε στα χωράφια να δει τον Σέμο, ανάμεσα στα αγκάθια και τις πέτρες, με το φόβο πάντα μη τους δει κανείς. Γέλασε, ίσως αυτές οι αναμνήσεις ήταν που έκαναν επιθυμητή την παρέα της Υπαπαντής! Τώρα; Τον αγαπούσε ακόμα και μάλιστα πολύ, αλλά κάτι από την μαγεία, κάτι από την βασανιστική όσο και όμορφη αναμονή της παρουσίας του, είχε περάσει. Η λαχτάρα είχε αρχίσει να μειώνεται, ίσως και το πάθος. Τα μωρά της έτρωγαν πολύ από τον χρόνο της, η δουλειά του το ίδιο, αλλά η απόφασή του να πάει στο σφουγγάρι, ήταν ίσως το χτύπημα που περίμενε ο ανελέητος χρόνος να τους απομακρύνει. Κι ας έλεγε ότι το έκανε για αυτούς, η υποψία της ήταν ότι όλα αυτά τα ήθελε, μαγεμένος από τις ιστορίες των παλιών θαλασσινών αλλά και… (ίσως) σε ανταγωνισμό με τον αδερφό της.
Τον πόνο της μάνας της και του πατέρα της δεν τον υπολόγισε καθόλου, τον πόνο των δικών του γονιών, της γυναίκας του και αύριο των παιδιών του… ούτε κι αυτό. «Τι να γίνει…», μουρμούριζε συχνά – πυκνά, «… θα το καταπιώ κάποια στιγμή. Ας είναι γερός και ευτυχισμένος και κάποια στιγμή… όλα θα φτιάξουν»

«Άντε βρε Κλεανθιό, άντε να πααίνουμε. Τελεσταίος βούτθος για σήμερις. Άντε και πεινάσαμε…», είπε ο Μανολιός ο δεκαπεντάχρονος κουπάς, σαν επιθεωρούσε τις βίδες του θώρακα στο φόρεμα του καθισμένου στην κουπαστή, κοντά στην σχοινένια σκάλα, Κλεάνθη. «Άντες… κι αν φέρεις κι άλλα τόσα όσα το πρωί, μπορεί να γυρίσουμε στα σπίτια μας το γληγορότερο…», συνέχισε.
Ο Κλεάνθης χαμογέλασε. Ήπιε λίγο νερό από την μεταλλική κούπα που κρατούσε και κοίταξε την γραμμή του ορίζοντα που είχε αρχίσει να έρχεται πιο κοντά στο σκάφος, καθώς ο ήλιος σε λίγο θα έδυε. Περίμενε τον κολαουζέρη να του φέρει την περικεφαλαία, το σκάφανδρο, έλεγξε με μια φευγαλέα ματιά τα μαρκούτσα που σέρνονταν σαν φίδια στο ξύλο του καταστρώματος, τα βρήκε εντάξει και ένευσε ότι ήταν έτοιμος.
Ο καπετάν Άτσας τον κοίταγε από την άλλη άκρη του καταστρώματος, με γερακίσιο μάτι. Παρακολουθούσε τις κινήσεις του, πρόσεχε τον Αντώνη τον Σμαλιό, τον κολαουζέρη του, πρόσεχε τον εξοπλισμό, όλα αυτά από μακριά. Ήταν ευχαριστημένος με τις επιδόσεις του Κλεάνθη και μακάρισε τον εαυτό του που τον εμπιστεύτηκε και τον πήρε βουτηχτή του. Τόσους μήνες τώρα ο χωλός του δύτης, συναγωνιζόταν τους καλλίτερους στην ποσότητα και την ποιότητα του σφουγγαριού π’ ανέβαζε, στο βάθος της κατάδυσης αλλά και στην γνώση των σφουγγαρότοπων. Και δεν του ζητούσε τίποτε παραπάνω από ότι είχαν συμφωνήσει.
«Το λοιπό… έτοιμος; Πάμε;», ρώτησε ο Σμαλιός. Σαν πήρε το κατάνευμα από τον Κλεάνθη, σήκωσε την βαριά περικεφαλαία, ανέβηκε σε ένα μικρό σκαμνί να φτάνει άνετα μη πληγώσει τον δύτη του και την βίδωσε, γυρνώντας την όλη στην άκρη του «θώρακα». Χτύπησε την «Βαρβάρα», μια – δυό φορές να βεβαιωθεί ότι λειτουργούσε σωστά, έλεγξε για πολλοστή φορά τα μαρκούτσα και το κολαούζο και σήκωσε τον αντίχειρα μπροστά στο φινιστρίνι του σκάφανδρου, δείχνοντας ότι όλα ήταν καλά. Η απόκοσμη μορφή μπροστά του, αυτό το σύνολο μετάλλου, σκληρού πανιού και σωλήνων, σηκώθηκε, έκανε τον σταυρό του και αφέθηκε στη δύναμη της βαρύτητας που τον πέταξε στη θάλασσα.
Ο Κλεάνθης, άρχισε να βουλιάζει μέσα σε ένα σύννεφο άσπρου αφρού, μέσα στην απόλυτη σιωπή του νερού. Γύρισε το κεφάλι και κοίταξε το μαρκούτσο που ξεδιπλωνόταν από πάνω του, είδε το γαλάζιο να τον τυλίγει και τις φυσαλίδες της αναπνοής του ν’ ανεβαίνουν σαν μικρά ψαράκια στην επιφάνεια. Ο φόβος που πιάνει όλους τους «μηχανικούς», είχε αρχίσει να τον πανικοβάλλει, (όσο πεπειραμένος κι αν είσαι αυτό δεν μπορείς να το αποβάλλεις), όμως η λογική του επικράτησε και άρχισε να κάνει τις σωστές, ενδεδειγμένες κινήσεις. Πίεσε δυό φορές τη «Βαρβάρα» και άφησε την στολή να γεμίσει αέρα. Δεν ένοιωθε βάρος τώρα πια, το αντίθετο μάλιστα, νόμισε ότι το σώμα του ήταν έρμαιο των ρευμάτων. «Ευάλωτος»… ναι, αυτή ήταν η λέξη που έψαχνε να βρει. Άνοιξε τα χέρια σε σταυρό και αφέθηκε να κατέβει στο όλο και πιο σκουρόχρωμο βυθό. Τα μάτια του τώρα και ο νους του ήταν στα σφουγγάρια. Είχε κιόλας δει μια μικρή σχετικά αποικία στα δεξιά του και σκόπευε να την τρυγήσει. Τα πόδια του επιτέλους ακούμπησαν σε στέρεο χώμα και πέτρες. Κοιτώντας προς τα πάνω για τελευταία φορά πριν το ψάρεμα, μέτρησε το μήκος του κολαούζου. Το βρήκε στις σαράντα πέντε περίπου οργιές. «Μπράβο παλικάρι μου, βαθιά ήρθαμε σήμερα …», είπε στον εαυτό του και χαμογέλασε. «Άντε να δούμε πόση ώρα αντέχουμε εδώ κάτω…». Ένοιωσε το τράβηγμα του κολαουζέρη, δυό τραβήγματα και μετά πάλι ένα, που τον ρωτούσε αν όλα ήταν εντάξει. Μόνο ο κολαουζέρης και ο μαρκουτσέρης ήξεραν το ακριβές βάθος του βουτηχτή. Αυτοί τον προσέχουν και τον προστατεύουν. Παρακολουθούσαν το γράδο που είναι πάνω στη κάσα. Εκεί είχε μανόμετρο. Όταν δουλεύει η κάσα και πάει άνθρωπος κάτω, αυτό δείχνει τις οργιές, από πέντε μέχρι πενήντα. Αν ο Σμαλιός δεν ήταν σίγουρος για την ασφάλειά του, για τον ψαρότοπο ή για τα μαζαρόλια  που άντεχε, δεν θα του έδινε το «κότσα».
 Απάντησε με τον ίδιο τρόπο και έβγαλε το μικρό διχτάκι από την ζώνη του που ήταν στερεωμένο και το τσεκούρι των τριών κιλών, άρχισε δουλειά. Ένα μεγάλο σφουγγάρι, ένα ωραίο σαν ασήμι «καπάδικο», ήταν το πρώτο που μπήκε στο δίχτυ του. Ακολούθησαν κι άλλα μικρότερα, δυό – τρία «φίνα», καμιά δεκαριά «λαγόφυτα» και στο τέλος μια μεγάλη σκουρόχρωμη «τσιμούχα». Αποφάσισε να μετακινηθεί, περίπου δέκα μέτρα ήθελε ακόμα για να περάσει τα κοράλλια που του έκλειναν το δρόμο για την  μικρή αποικία που είχε δει κατεβαίνοντας. Τα σιδερένια του παπούτσια σήκωσαν ένα μικρό νέφος λάσπης και νεκρών κοχυλιών. Το ρεύμα του νερού, ήταν κόντρα και τον πήγαινε στην άλλη πλευρά από κείνη που ήθελε. Έσπασε πολλά κοράλλια στην προσπάθειά του, πρώτα να σταθεί όρθιος και μετά να περπατήσει. Όσο πέρναγε η ώρα τόσο και το φως λιγόστευε, τόσο και η απόσταση από το στόχο του φαινόταν πιο μακρινή. Ένοιωσε ένα πόνο στο γερό του πόδι, αν και εδώ κάτω δεν μπορούσε κανείς να πει ποιο ήταν το γερό και ποιο το χωλό. Μια ανησυχία πέρασε από το μυαλό του στιγμιαία. Γρήγορα – γρήγορα πίεσε την βαλβίδα αέρα, την κακούργα «Βαρβάρα», δυό φορές και άφησε πιο πολύ αέρα να περάσει στο φόρεμα. Ο κολαουζέρης πρέπει από πάνω, από την αναφορά ροής του μαρκουτσέρη να κατάλαβε ότι τελείωνε την βουτιά του πια.
Ο Κλεάνθης κοίταξε ξανά τις φυσαλίδες που ανέβαιναν προς την επιφάνεια και έκανε, τραβώντας το κολαούζο, σήμα στους απάνω, να ανέβει. Ήθελε, αλλά ήξερε ότι δεν έπρεπε να βιάζεται. Οι οργιές ήταν πολλές και η ανάδυση θα έπαιρνε ώρα. Προσπάθησε να ηρεμίσει την καρδιά του που χτυπούσε γρήγορα και μόνο που δεν έκλαψε που άφηνε τόσο σφουγγάρι πίσω του. «Δεν πειράζει, ζημιά μη πάθουμε και το «καπάδικο» εδώ θα είναι και αύριο», μονολόγησε.
Ένοιωσε το τράβηγμα του κολαούζου και τα πόδια του άφησαν τν βυθό. Ο πόνος εξακολουθούσε στο πόδι και μια ζαλάδα τον έκανε να βλέπει φώτα εκεί που ήταν το σκοτάδι. «Αχ Παναία μου, μη μου λάχει κάτι …όχι – όχι πάλι». Το ανέβασμα σταμάτησε απότομα. Κάτι που καθησύχασε τον Κλεάνθη γιατί τα χέρια και το μυαλό του κολαουζέρη υπολόγιζαν τα μαζαρόλια και την ώρα, την ταχύτητα ανόδου και τον χρόνο της  αποσυμπίεσης. Ο Κλεάνθης λογιζόταν για «μαγγιόρος» και δεν ήθελε να τον αχρηστέψει, να τον χάσει ο καπετάνιος.
 Το ανοιχτό γαλάζιο χρώμα πάνω από το κεφάλι του, εκεί που οι μπουρμπουλήθρες κατέληγαν, άρχισε να μεγαλώνει σιγά – σιγά. Ο ουρανός, αν και είχε γείρει ο ήλιος στη δύση του, φαινόταν μέσα από τα νερά να κουνιέται κι αυτός στους ρυθμούς του ρεύματος. Κάποιο ψάρι που πέρασε κοντά στην επιφάνεια, τον κοίταξε απορημένο, γύρισε γύρω από το σκάφανδρο και απομακρύνθηκε, αφού το θέαμα δεν παρουσίαζε κανένα ενδιαφέρον. Μετά ένα κοπάδι από μικρά ψαράκια τον προσπέρασαν κάνοντας τα χορευτικά τους, σαν μαύρο σύννεφο που άλλαζε σχήμα συνέχεια. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι μέχρι να ανέβει, οπότε αφέθηκε στην ομορφιά των νερών και στα παιχνίδια των αντανακλάσεων του λιγοστού τώρα ήλιου. Μέχρι που μέσα από το φινιστρίνι της «περικεφαλαίας», είδε την άκρη της μικρής σχοινένιας σκάλας. «Όπα… φτάσαμε. Άντε να δούμε τώρα τι ζημιά μας έκανε η θάλασσα, άντε να δούμε…», μονολόγησε ελπίζοντας για το καλύτερο. Το πόδι του, ακούμπησε και στερεώθηκε στο πρώτο ξύλινο σκαλάκι. Έδωσε ώθηση και ένοιωσε το βάρος του να έχει επανέρθει. Ανέβηκε και το δεύτερο σκαλάκι. Τώρα είδε τα χέρια του κολαουζέρη να σταυρώνουν πάνω στο σκάφανδρο, προσπαθώντας να το στρίψουν, να το ξεβιδώσουν, να το βγάλουν. Δίπλα του ο Μανολιός κράταγε και τακτοποιούσε το μαρκούτσο. Σε τέτοιο βάθος που είχε κατέβει, το μαρκούτσο είχε ξεδιπλώσει πολλά μέτρα.
Μύρισε τον καπνό από τσιγάρο και αμέσως, μες τη ζαλάδα του, διέκρινε το χέρι του καπετάνιου Άτσα, να τον προτρέπει να καπνίσει. Του έβαλε σχεδόν με το ζόρι το τσιγάρο στα στόμα: «Άντε μωρέ … κάντο το ρημάδι να ‘συχάσουμε κι εμείς…», του είπε. Του πίεσε με την άκρη του τσιγάρου τα χείλη: «Άντε βρε…», επανέλαβε, «… να δούμε ποιος νίκησε»
Ακόμα ο Κλεάνθης δεν είχε ανέβει στο κατάστρωμα. Κρατιόταν από την κουπαστή με το σώμα έξω από το καΐκι, πατώντας την σκάλα. Δάγκωσε την άκρη του τσιγάρου και πήρε μια βαθιά τζούρα, να φτάσει ο καπνός όσο πιο βαθιά μπορούσε στα πνευμόνια του, να λειτουργήσει γρήγορα να δει τα αποτελέσματα. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα, μερικά βασανιστικά αργά δευτερόλεπτα, μέχρι  κολαουζέρης να σηκώσει το μανίκι από το φόρεμα. Κοίταξε προσεκτικά, έσκυψε να εξετάσει καλύτερα και τότε ακούστηκε να βγαίνει αέρας ανακούφισης από το στήθος του. Χαμογέλασε και χτύπησε φιλικά στον ώμο τον Κλεάνθη. Γύρισε χαμογελώντας πάντα προς τον καπετάνιο που στεκόταν δίπλα του: «Όλα εντάξει καπετάνιο. Τον τραβάω τώρα να ξεκουραστεί…». Ο καπετάν Άτσας έδειξε, αν και πολύ σοβαρός, να ανακουφίζεται. Γύρισε απότομα και τράβηξε κατά την πλώρη, οι δουλειές τον περίμεναν, πάντως πρόλαβαν να τον δουν να ρίχνει μια γροθιά στον αέρα.
Ο κολαουζέρης τράβηξε τον δύτη του ολόκληρο πάνω στην «κουβέρτα», του έβγαλε τα σιδεροπάπουτσα, διέταξε τον μικρό τον Μανολιό να φέρει ένα κομμάτι αλμυρό τυρί και προσπάθησε να του βγάλει το φόρεμα. Αφού το δέρμα του δεν έβγαλε μελανιές με το τσιγάρο, το φόρεμα δεν χρειαζόταν, δεν θα τον ξαναβουτούσαν στο νερό. Ο Βούτθος είχε πάρει τέλος για σήμερα και κανένας άλλος από τους «μηχανικούς» δεν είχε χρωστούμενη βουτιά. Αύριο πάλι, ο Θεός να είναι μεγάλος και να ξημέρωνε την μέρα του! Ο Κλεάνθης πήρε το τυρί και τη γαλέτα που του έφερε ο πιτσιρικάς. Με δυό μπουκιές τα κατέβασε στο πεινασμένο του στομάχι. Τώρα θα περίμενε κανένα μισάωρο να δει αν το αίμα του ήταν καλό, αυτό έκανε η αλμύρα του τυριού, αν θα αιμορραγούσε η μύτη ή τα αυτιά, ή αν η ζαλάδα θα έφευγε.
Έστρεψε το βλέμμα προς το πέλαγος, εκεί που το φως του ήλιου στη δύση του, μάτωνε τα νερά. Μια φωτεινή, κίτρινη αχτίδα ξεπρόβαλλε ξαφνικά από τον ορίζοντα, περιπλανήθηκε πάνω στα κύματα και εξαφανίστηκε σιγά – σιγά, παραχωρώντας τη θέση της στο γκρίζο που δυσκολεύει την όραση. Ένα αεράκι σηκώθηκε και η θάλασσα γέννησε μερικά πιο ψηλά «προβατάκια» που κούνησαν το καΐκι, σαν να φούσκωσε το νερό. Η Υπαπαντή τον επισκέφτηκε για άλλη μια φορά μέσα στο μυαλό του και τα αμυγδαλωτά της μάτια φαίνονταν να τον λαχταρούν. Γέλασε και κούνησε απότομα το κεφάλι, ήθελε (;) να διώξει την εικόνα της, φοβόταν μην τον πικράνει. Όμως δεν μπόρεσε, η φαντασία του έφτιαχνε πολλές εικόνες της κοπέλας, το σώμα της, τους γοφούς της (τι θαύμα ήταν αυτοί οι «πεταχτοί» γοφοί της!), τα μάτια της πάλι, το χαμόγελό της, τα υπέροχα λευκά, ίσια δόντια της. Έγλειψε τα χείλη του και του φάνηκε ότι είχε τη γεύση της όμορφης κόρης.
«Ε, Κλεανθιό, ίντα έγινε, δεν θα φας μαθές;», ακούστηκε η φωνή του Μανολιού, που τον έβγαλε από τις σκέψεις. «Έλα ντε κι έχει Αμερικάνικη κονσέρβα με βοδινό βρε…»
Ο άντρας πετάχτηκε ξαφνιασμένος, σαν να ξυπνούσε από βαθύ ύπνο, απότομα. Γύρισε το κεφάλι και είδε όλους τους άντρες του πλοίου μαζεμένους στην πλώρα. Ο καπετάνιος τον κοίταγε από μακριά, καθόταν λίγο πιο μακριά, συνοφρυωμένος και σκεφτικός. Τα μάτια τους συναντήθηκαν και με κινήσεις ο καπετάν Άτσας, έδειξε το δέρμα στο χέρι του. Τον ρώταγε αν όλα ήταν καλά. Ο Κλεάνθης ένευσε καταφατικά και πλησίασε την μικρή φουφού που είχε την κατσαρόλα με το… «Αμερικάνικο βοδινό» που είχε πει και ο Μανολιός. Έπιασε μια γαλέτα και άρχισε να μασουλάει. Δεν πείναγε και με χαρά ανακάλυψε ότι η ζαλάδα είχε εξαφανιστεί και κανένα στίγμα δεν είχε παρουσιαστεί στο δέρμα. Παρόλα αυτά η διάθεσή του δεν ήταν καλή. Ασυναίσθητα έπιασε με το δεξί χέρι το μικρό χρυσό σταυρουδάκι που του είχε κάνει δώρο η Καλοτίνα, να τον προσέχει, μη και πάθει κανένα κακό, να επιστρέψει γερός και περήφανος. «Αχ βρε αδέρφι…», σκέφτηκε, «… τι να κάνεις τώρα μαθές…».
Κατέβηκε στο θάλαμο που ήταν το κρεβάτι του και αφέθηκε εξαντλημένος να τον πάρει ο ύπνος. Από πάνω ακουγόταν το «πεσπέρισμα» των συντρόφων του, αυτό το ήρεμο νανούρισμα από το στόμα του Μιχάλη του Μανιά, με την μονότονα απαλή φωνή του, να διηγείται παλιές περιπέτειές του:
«Από δεκαπέντε χρονώ πήγα σφουγγαράς. Με το σκαντάλι, με τους Ρούμες, το Λαμπί, τον Διαμαντή. Αργότερα με το κομπρεσέρ δούλευα τρεχαντηριέρης. Κάθε χρόνο, βάζαμε τις βάρκες δέκα – δώδεκα με το παλάγκο πάνω στη μπρατσέρα και πηγαίναμε Κυρηναϊκή. Αφήναμε τις τροφοδοσίες μας στο ντεπόζιτο και εμείς, όλα τα βαρκάκια, σκορπίζαμε για δουλειά…»
Ακούστηκαν λόγια, επιφωνήματα και χαχανητά από τους άλλους. Περίμεναν πως και πως αυτή τη βραδινή ώρα να πούνε τις ιστορίες τους, τα παραμύθια τους, τις επιθυμίες τους και τις φαντασιώσεις τους. Ο Μανιάς, αν και τα πειράγματα πήγαιναν και έρχονταν, συνέχισε απτόητος την αφήγησή του, παίρνοντας την απόφαση να τους κάνει να το … «βουλώσουν».
«…το λοιπό, από το χάραμα μέχρι το βράδυ, απεριόριστες βουτιές. Κάθε σφουγγάρι και πάνω. Το βράδυ να ετοιμάσουμε τα σφουγγάρια και να «γυαλώνουμε» στις ρίβες. Τραβούσαμε τις βάρκες στην άμμο, βγαίναμε, μαζεύαμε ξύλα, μαγειρεύαμε και κατάχαμα στη σκουτέλα να φάμε όλοι μαζί. Μετά στρώναμε τα στρωμάτσα και ταθέκαμε στον ύπνο ματσελεμένοι. Άμα ο τόπος είχε δουλειά, αφήναμε τις μονές μας έξω, ειδάλλως τις βάζαμε πάλι στη βάρκα. Το πρωί, προ να χαράξει, να φτιάσουμε τα σφουγγάρια καμιά ώρα και αμέσως σάρπα και μόλα, φεύγαμε για δουλειά.
Μ’ αυτό το σύστημα δεν είχαμε θύματα, ήταν η δικιά μας ανάσα. Τα θύματα ήταν με την ξένη δύναμη, τα μηχανήματα, τα κομπρεσέρια. Τα σφουγγάρια στο βυθό τα πιάνεις με τα δυό χέρια, άντε και με ένα μαχαίρι, να τα αποκολλήσεις, να μη σχιστούν, γιατί αλλιώς από πρώτη κατηγορία πάει στα σκάρτα. Ο ήλιος ήταν βοηθητικός. Το χάραμα και όταν βραδιάζει. Γιατί είναι χαμηλά και βλέπεις το βυθό καθαρά και πλάγια τις τρύπες και τις γκάφτρες, ενώ το μεσημέρι βλέπεις μόνο ίσα.
Το χειμώνα πηγαίναμε υστεροτάξιδο, χειμωνιάτικο στην Ελλάδα. Οι καιροί άγριοι. Φουρτούνες. Τα βαρκάκια δεν είχαν μηχανές, μόνο κουπιά και πανιά. Και ο καιρός συνέχεια απρόβλεπτος και κάθε βράδυ σάρπα και μόλα αγάντα, να γυρίζεις ώρες ολόκληρες να βρεις κατάλληλο μέρος ν’ αράξεις, να μην σε πνίξει και σε πετάξει στα βράχια. Έβρεχε, άστραφτε, μας προστάτευε ένα πανί. Τα ρούχα και οι κουβέρτες, βρεχότανε κι ευτυχώς η θάλασσα άχνιζε και ζεσταινόμασταν.
Δύσκολο, τυραννισμένο ψωμί. Όλοι είχαμε μεγάλες οικογένειες, κόρες να προικίσουμε κι απ’ αυτό το μικρό βαρκάκι περιμέναμε όλοι να ζήσουμε. Τα βαρκάκια δούλευαν τίμια, συντροφικά και δημοκρατικά… αλλά φτωχά…»

Πέμπτη, 12 Ιανουαρίου 2017

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23

«Αν οι άνθρωποι δεν πνιγούν», ρώτησε η μικρή Γοργόνα, «τότε μπορούν να
ζήσουν για πάντα, δεν πεθαίνουν, όπως εμείς, εδώ, στη θάλασσα;»
«Όχι», αποκρίθηκε η γιαγιά της, «πεθαίνουν κι αυτοί, και η ζωή τους διαρκεί πιο
λίγο από τη δική μας. Εμείς φτάνουμε τα τριακόσια χρόνια, όταν όμως πάψουμε να
υπάρχουμε εδώ, μεταμορφωνόμαστε σε αφρό πάνω στα κύματα, δίχως έναν τάφο στο
βυθό, ανάμεσα σ' αυτούς που αγαπάμε. Ούτε η ψυχή μας είναι αθάνατη, δεν ξαναζούμε
ποτέ, όπως οι πράσινες καλαμιές, που όταν τις κόψουν, ποτέ δεν ξαναπρασινίζουν!
Αντίθετα, οι άνθρωποι έχουν ψυχή που ζει για πάντα, που ζει και όταν το σώμα τους εις
χουν απελεύσει- η ψυχή τους λοιπόν υψώνεται στο διάφανο αέρα μέχρι τα λαμπερά
άστρα! Όπως εμείς αναδυόμαστε από τη θάλασσα και ανακαλύπτουμε τη γη των
ανθρώπων, έτσι κι εκείνοι εμφανίζονται σε μέρη άγνωστα και πανέμορφα, που εμείς δε
θα έχουμε ποτέ την ευτυχία να δούμε».
«Γιατί να μην είναι η ψυχή μας αθάνατη;» ρώτησε η μικρή Γοργόνα θλιμμένη
[...] «Θα πρέπει λοιπόν να πεθάνω και να πλανηθώ ως αφρός πάνω στη θάλασσα, να
μην ακούσω ποτέ ξανά τη μουσική των κυμάτων, ούτε να ξαναδώ τα υπέροχα
λουλούδια και τον ήλιο, πρωί και απόγευμα! Δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να
κερδίσω την αθανασία της ψυχής μου;»
Η μικρή Γοργόνα

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν

Το δωμάτιο είχε μια μελαγχολία που μπορούσε κανείς να διακρίνει παντού, πάνω στα έπιπλα, στο λιγοστό φως της ηλεκτρικής λάμπας στο κέντρο του ταβανιού, στο ζεστό αεράκι που ερχόταν από την βεράντα, στις εκφράσεις των ανθρώπων που είχαν κάτσει στο τραπέζι. Δυό φλιτζάνια με καφέ άχνιζαν, χωρίς να τα ακουμπάει κανείς, ένα μπροστά στον κυρ Δημητρό και το άλλο μπροστά στην Κυράννα. Το ρυθμικό χτύπημα των δαχτύλων του άντρα ακουγόταν μονότονο και απελπισμένο.
Η Καλοτίνα κοίταγε τους γονείς της, μια τον ένα και μια τον άλλο, αλλά κι εκείνη δεν είχε κουράγιο να μιλήσει. Άλλωστε τι να τους πει, τι να ρωτήσει; Πάλευε με την άκρη του τραπεζομάντιλου λες και προσπαθούσε να το ισιώσει όσο πιο πολύ μπορούσε με την παλάμη της και την άκρη των δαχτύλων της. Μόνο οι ανάσες τους ακούγονταν και το τικ – τακ του μικρού ξύλινου κούκου στον τοίχο που είχε φέρει ο καπετάν Μικές δώρο από κάποιο ταξίδι του. Και μύριζε ο καπνός από το τσιγάρο του κυρ Δημητρού που ανέβαινε σαν μια ίσια στήλη προς τα πάνω, λες και τους κορόιδευε με την ελαφρότητά του.
«Και πότε το έμαθες Καλοτίνα μου; Στο είπε η αερφή σου μαθές;», έσπασε τη σιωπή ο κυρ Δημητρός. Η κοπέλα κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Δεν κοίταξε τον πατέρα της άλλο, δεν μπορούσε να αντικρίσει εκείνο τον αντρικό πόνο. Αλλά και η Κυράννα δεν έστρεψε τα μάτια της πάνω του. Μόνο είχε καρφώσει το βλέμμα της σε ένα σημείο στην άκρη της πόρτας, χωρίς ουσιαστικά να βλέπει τίποτα, αφήνοντας τα δάκρυά της να κυλήσουν και να βρέξουν τις άκρες από τα πλεγμένα σε κοτσίδες μαλλιά της.
 «Μια ο γιός…», σκέφτηκε, «… μια ο γαμπρός». Τίναξε το κεφάλι λες και προσπαθούσε να διώξει κάποια κακιά σκέψη, «… και η κόρη μου; Τα εγγόνια μου;»
Είδε την κόρη της να σηκώνεται από την θέση της και αργά να πηγαίνει στο γνωστό, φιλικό της παράθυρο. Ήταν ανοικτό μήπως και μπορέσει να δροσίσει λίγο ο χώρος. Η Καλοτίνα κάθισε στο σκαμνί της, εκείνο το ψηλό σκαμνί που είχε σχεδόν φθαρεί από την χρήση και ακούμπησε τους αγκώνες της στο περβάζι. Κοίταξε έξω με αδιάφορο ύφος και κουρασμένα μάτια. Οι πιτσιρικάδες που κατέβαιναν στο δρόμο δεν της προκάλεσαν κανένα ενδιαφέρον. Πέντε μικρά αγόρια, όχι πάνω από επτά χρόνων, είχαν φτιάξει με μια σανίδα και ρουλεμάν από κάποιο συνεργείο, ένα πατίνι και προσπαθούσαν στον εκκωφαντικό θόρυβο που έκανε το μέταλλο στον δρόμο, να προσθέσουν τις αγριοφωνάρες τους με τις ανάλογες βέβαια βρισιές.
Πιο πάνω δυό κοπέλες πιασμένες αγκαζέ, κατέβαιναν και αυτές τον δρόμο, ξεφυλλίζοντας περπατώντας κάποιο περιοδικό μόδας πιθανόν ή κάποιο απ’ αυτά που είχαν φωτογραφίες και κουτσομπολιά γύρω από την ζωή των κινηματογραφικών αστέρων. Γέλαγαν και ονειρεύονταν την δική τους ζωή, πλάι στους γόητες ηθοποιούς αλλά κάπου – κάπου η γλώσσα τους, έλεγε κάτι και για τον Μικέ ή τον Μανωλιό ή τον Μιχάλη, που ήταν πιο προσιτοί στη καθημερινότητά τους.
Η ζωή στη Κάλυμνο συνεχιζόταν με την ίδια ρουτίνα του νησιού, των απλών ανθρώπων, του καλοκαιριού. Η μηχανή που ακούστηκε σαν γιγάντιο κουνούπι που πετούσε πάνω από το σοκάκι εκεί, στο μαράσι του Άγιου Νικόλα, ανήκε στον Γιώργη τον Μουσούρη, που κουβαλούσε τις φιάλες του υγραερίου στα σπίτια, βαμμένο μπλε με το χρυσό σήμα του δράκου που έβγαζε φωτιές από το ανοικτό του στόμα. Σε λίγο θα πέρναγε και ο κυρ Μιχάλης ο Βουράς με το κάρο του γεμάτο λαχανικά και φρούτα, ξηρούς καρπούς αλλά και είδη … ομορφιάς όπως τα έλεγε, καθρεφτάκια και τσιμπιδάκια, καρφίτσες για το ράψιμο αλλά και τις καλύτερες, γερές κλωστές από την Ιταλία, δηλαδή. Γι αυτό είχε προσθέσει στο πλάι του κάρου μικρά κουτιά και ραφάκια, να ξεχωρίζει το εμπόρευμα. Κάθε τόσο ακουγόταν και η βραχνή φωνή του: «… μανάβης – μανάβης – καλούδια για τα κορίτσια…» και μετά «… ελάτε κυράδες… ελάτε κοπελούες μου να δείτε να φτιάξετε προικιά…». Κι όταν ο γαϊδαράκος που τραβούσε αυτό το ανεκδιήγητο κάρο τον συνόδευε στις φωνές του, ακουγόταν και καμιά βρισιά για το … αφεντικό του.
Ο Νικόλας ο Κουκουβάς, ερχόταν από τα «Θέρμα» ή τη «γέφυρα» και στα χέρια του κρατούσε δυό τεράστια χταπόδια. Χαιρέτησε του Τσουκαλαήνες που είχαν από πρωί καθίσει στα σκαμνάκια τους, έξω στην αυλή και φάνηκε ότι κατευθυνόταν προς το σπίτι τους. Ακουγόταν το «πλατσάρισμα» των γυμνών του πελμάτων στην άσφαλτο και η βαριά, από το τσιγάρο, ανάσα του. Σε λίγο θα χτυπούσε την πόρτα. Η Καλοτίνα σηκώθηκε νωχελικά και πήρε το φλιτζάνι της μάνας της από το τραπέζι. Το έβαλε στον νεροχύτη, θα έπλενε αργότερα τα πιάτα και τα ποτήρια. Τώρα δεν είχε όρεξη. Άνοιξε την πόρτα, πριν προλάβει ο Κουκουβάς να χτυπήσει.
«Έλα κυρ Νικόλα, κόπιασε …», είπε στον άντρα που κατέβαινε τα δυο σκαλάκια της εισόδου, «… να σου φτιάξω ένα καφέ;»
Ο άντρας σήκωσε τα χέρια να δείξει τα χταπόδια με ένα χαμόγελο περηφάνιας στο στόμα. Τα έδωσε στην κοπέλα:
«Άντε κόρη μου, κάμε μου ένα σκέτο… έναν αντρίκιο καφέ. Άντε να έχεις την ευκή μου, να ξελαμπικάρει ο νους μου. Καλά τα χταπότζα ε; Πρωί – πρωί τα έπιασα κάτω στην «γέφυρα» και σκέφτηκα εσένα…», έδειξε με το χέρι όλη την οικογένεια και ειδικότερα την Καλοτίνα. «Ε, κυρ Δημητρέ, ίντα κάμεις μαθές;», συνέχισε πηγαίνοντας κοντά στο τραπέζι που βρίσκονταν οι κυρ Δημητρός και η γυναίκα του. «Καλημέρες Κυράννα, ίντα που κάμεις;»
Μόλις και μετά βίας πήρε απάντηση. Η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη και μύριζε μελαγχολία και στεναχώρια.
«Ίντα γίνηκε μωρέ Δημητρό, πολύ σοβαρούς και αμίλητους σας βλέπω… ίντα το λοιπό;»
Η Καλοτίνα έφερε τον καφέ και τον ακούμπησε μπροστά στον κυρ Νικόλα.
«Ο Σέμος κυρ Νικόλα…», του είπε αναλαμβάνοντας εκείνη την ευθύνη να εξηγήσει. «Ο Σέμος αποφάσισε να πάει στα σφουγγάρια, να βουτήξει. Δεν μπορεί άλλο λέει…»
«Ίντα μου λες κόρη μου; Ο Σέμος ο γαμπρός σας; Ίντα δες! Αυτός που σκιαζόταν την θάλασσα; Και γιατί παρακαλώ;»
«Για τα λεφτά βλέπεις. Γι αυτά τα ρημάδια. Δεν μπορεί λέει, να βλέπει άλλο την οικογένειά του έτσι … δεν μπορεί λέει, να βλέπει τα παιδιά του να μεγαλώνουν στερημένα. Πρέπει να του σάλεψε πλιο… δεν ξέρω τι να πω!»
Ο κυρ Δημητρός, γύρισε κι αυτός προς τη μεριά του επισκέπτη:
«Έτσι είναι Νικόλα, όπως στα λέγει η Καλοτίνα. Θέλει να βγάλει μονέδες πιότερες …»
«Έτσι…», συνέχισε η κοπέλα. «Έτσι όπως σου τα είπα. Τώρα θα έχει γαμπρό «μηχανικό» και η μάνα που τόσο το πιθυμούσε μαθές», κοίταξε προς τη μεριά της Κυράννας και στιγμιαία θα έλεγε κανείς ότι σπίθες βγήκαν από τα μάτια της. «Εγώ σφουγγαρά θέλω για άντρα σου κόρη μου…», συμπλήρωσε κάνοντας την φωνή της, ειρωνικά, να μοιάζει με αυτή της μάνας της.
«Μάλιστα…», είπε ο Κουκουβάς. «Αλλά γιατί τόση στενοχώρια μαθές; Τόσοι «μηχανικοί» ξεκινάνε κάθε χρόνο από το νησί! Ίντα είναι αυτό που το πήρατε πλιο τόσο κατάκαρδα; Όλοι μαζί πάνε, παρέα είναι, λεφτά βγάζουσι, καλή ζωή κάμουσι. Ίντα πάθατε; Άντε βρε, αντί να χαρείτε που ο γαμπρός σας θέλει να φερθεί σαν άντρας, σαν υπεύθυνος άντρας απέναντι στην οικογένειά του, εσείς τα έχετε βάψει… μαύρα να πω; Ακόμα δεν πήγε το παιί στους βούτθους, και τον βγάλατε «χτυπημένο»! Άντε Καλοτίνα κόρη μου, τοίμασε τα χταπότζα, κάνε το ένα με μακαρονάκι και το άλλο ψήσε το μαθές … άντε κι εγώ θα φέρω κι άλλα αύριο. Έχω κι άλλο ένα να το πάω στον καφενέ, στον Μέμο. Αλήθεια, ίντα κάμει αυτό το παιί; Έχουμι καιρό να τον δούμε. Έβαλε επαγγελματικό μυαλό;»
Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του και άναψε τσιγάρο. Προσπάθησε να πει και άλλα, να στρέψει την προσοχή αλλού, όμως παρατήρησε ότι σε μια άκρη στον τοίχο, κοντά στο ταβάνι, άναβε το μικρό καντηλάκι μπροστά από την εικόνα της Παναγίας και του Αι Νικόλα. Σε μια ασημένια κορνίζα είχε τοποθετηθεί και η φωτογραφία του Κλεάνθη, με το τσιγάρο στο στόμα και ένα πλατύ χαμόγελο. Πιο πολύ θύμιζε …ανάμνηση νεκρού παρά εικόνα ικεσίας.
Ο κυρ Δημητρός σηκώθηκε όρθιος και πήγε προς την πόρτα της βεράντας. Κοίταξε την θάλασσα από κάτω και έκανε τον Σταυρό του. Ο Κουκουβάς τον ακολούθησε και ακούμπησε τους αγκώνες στο κάγκελο. Έβγαλε ένα μαντίλι από την τσέπη και σκούπισε το σβέρκο του.
«Λοιπόν; Έτσι θα κλαίτε τώρα; Μπορεί ν’ αλλάξει τίποτε; Το παιδί θέλει να πάει στο σφουγγάρι, ούτε το πρώτο είναι, ούτε το τελευταίο. Να κάνεις κάτι δεν μπορείς, οπότε η μιζέρια δεν ωφελεί»
«Έχεις δίκιο Νικόλα. Δεν ωφελεί η στενοχώρια, αλλά βγαίνει από μέσα μας. Πώς να γίνει; Αλλά, είπαμε, έχεις δίκιο. Ας πάει και … ο Θεός είναι μεγάλος!»
«Έτσι σε θέλω Δημητρέ, έτσι να σε χαρώ. Και όπως είπες, ο Θεός είναι μεγάλος. Εμείς είμαστε μικροί μπροστά στο μεγαλείο και την φροντίδα του»
Οι δυό άντρες μείνανε στη βεράντα και συνέχισαν την κουβέντα τους. Τώρα μίλαγαν για διάφορα άλλα πράγματα και μάλιστα φάνηκε να έχει γυρίσει το κέφι στο πρόσωπο του κυρ Δημητρού.
Η Κυράννα, επιτέλους σηκώθηκε από την καρέκλα της και πήγε προς τον νεροχύτη όπου τα πιάτα και τα ποτήρια είχαν μαζευτεί σε στοίβα, μετά την ολιγωρία της Καλοτίνας. Το πρόσωπό της ήταν σαν πέτρινο:
«Θα κάμεις το χταπότζι;», ρώτησε την κόρη της. «Να κάνουμε και λίγα φύλλα και το ψάρι που έφερε ο πατέρας σου, μη χαλάσει», συνέχισε. Η φωνή της ήταν δυνατή, αλλά τελείως άχρωμη. Ακόμα στο μυαλό της στροβιλιζόταν η ρήση της κόρης της: «…εγώ σφουγγαρά θέλω για άντρα σου κόρη μου!...». Για κάποιο λόγο, θεωρούσε τον εαυτό της υπεύθυνο για την τροπή που πήραν τα πράγματα. Εκεί που όλα πήγαιναν καλά και στρωτά, είχαν ήδη ένα «μηχανικό» (ας είναι καλά το αγύριστο, εγωιστικό του κεφάλι!) και τώρα θα τους προέκυπτε και δεύτερος!
Σκούπισε τα χέρια και ξεκρέμασε τα φύλλα να τα βράσει. Ο Κουκουβάς είχε δίκιο. Έπρεπε να συνεχίσουν παραπέρα, να μην αλλάξει τίποτα από την ζωή τους και ειδικά από την ζωή της Νικολέτας και των παιδιών. «Να πάει καλά η πρώτη φορά και όλα θα γίνουσι συνήθεια…», σκέφτηκε. Έβαλε νερό στην κατσαρόλα και συνέχισε την καθημερινότητά της.
Η Καλοτίνα δεν μπορούσε άλλο να κάθεται στο σπίτι. Ευκαιρία έψαχνε, αρκετή ώρα τώρα, να φύγει. Κάπου να πάει, έστω και μέχρι την Ποθητή ή καμιά βόλτα μέχρι την πλατεία. Φόρεσε τα παπούτσια και κάτω από το συμπονετικό βλέμμα της Κυράννας, που δεν την ρώτησε τίποτα, βγήκε στον δρόμο. Ο ήλιος αμέσως την χτύπησε ανελέητα και η απότομη ζέστη του, έκανε τις τρίχες στα μπράτσα να σηκωθούν το ίδιο με το να κρύωνε. Περπάτησε χωρίς να σκεφτεί που πηγαίνει. Πόναγε την αδερφή της, αλλά από το μυαλό της, δεν ήξερε γιατί, πέρασαν μαύρες σκέψεις για τον Κλεάνθη «της». Κάτι την ανησυχούσε για τον μεγάλο της αδερφό.
 Σήκωσε το κεφάλι και συνειδητοποίησε ότι είχε μπροστά της το καφενείο, με τον Μέμο, με τα μανίκια σηκωμένα να τρέχει από τον ένα πελάτη στον άλλο. Σκέφτηκε να βοηθήσει, θα ήταν μια καλή λύση, ν’ αδειάσει το κεφάλι από τις μαύρες, στενάχωρες σκέψεις της.
«Γεια σου Μέμο. Θες βοήθεια;», ρώτησε τον μικρό της αδερφό που δεν την είχε δει ακόμα όπως ήταν γυρισμένος από την άλλη.
«Μπα, καταδέχτηκε η αερφή μου να βοθήσει; Φούρνος γκρεμίστηκε μαθές;»
«Άσε μωρέ την γκρίνια και πε μου τι θέλεις να κάμω. Η γκρίνια σου μπορεί να περιμένει, οι πελάτες όμως βιάζονται. Άντε πε μου…»
Πήγε στην κουζίνα και άρχισε μια να πλένει ποτήρια, μια να τηγανίζει καλαμαράκια και πατάτες, μια να γεμίζει το μπουκάλι του τσίπουρου από την αχυροδεμένη νταμιτζάνα. Άνοιξε το παράθυρο στο πίσω μέρος να φύγουν οι μυρωδιές που σε συνδυασμό με τη ζέστη μπορούσαν να κάνουν άνθρωπο να λιποθυμήσει. Σκούπισε το μέτωπό της με μια πετσέτα και το μάτι της πήρε τον Σκεύο τον «Μισό». Ένα κοντό ανθρωπάκι, εξ ου και το παρατσούκλι του, που με την επιμονή του, είχε κερδίσει μια μεγάλη δίκη στα δικαστήρια της Αθήνας για το δικαίωμα των σφουγγαράδων να φτιάξουν σωματεία και έτσι να διεκδικούν τα συμφέροντά τους με πιο οργανωμένο και σαφώς καλύτερο τρόπο. Γι αυτό είχε γίνει ένα σεβαστό πρόσωπο στην Καλύμνικη κοινωνία. Μάλιστα κάποιοι τον αποκαλούσαν και τον «Αντύπα» του νησιού.
Το πραγματικό του όνομα ήταν Σκεύος Αλεξίου και βέβαια μπροστά του, κανείς δεν τολμούσε να τον αποκαλέσει με το κοροϊδευτικό του. Κάθισε σε μια γωνιά της αυλής και παράγγειλε ένα τσίπουρο με τον ανάλογο μεζέ. Το άκουσε από μακριά η Καλοτίνα και έτσι πριν ο Μέμος της πει τίποτα, άρχισε να περιποιείται την παραγγελιά. Ήθελε να του μιλήσει, πίστευε ότι θα ήταν ο ιδανικός άνθρωπος να της απαλύνει τον πόνο ή να της δώσει κάποιες ελπίδες. Ίσιωσε τα μαλλιά της και έστρωσε το μπροστομούνι της με περισσή φροντίδα. Πήρε τον δίσκο στο χέρι και προς έκπληξη του αδερφού της, πήγε στο τραπέζι του «Μισού», που εν τω μεταξύ είχε ανοίξει την εφημερίδα του. Και η εφημερίδα έδειχνε τόσο μεγάλη στα χέρια του ή αυτός έδειχνε τόσο … νάνος, σχεδόν!
«Καλημέρα κυρ Σκεύο, ίντα κάμεις;», τον ρώτησε.
Ο άντρας δίπλωσε την εφημερίδα για να μπορέσει να δει το πρόσωπό της. Μισόκλεισε  τα μάτια αφού η αντηλιά τον τύφλωνε και χαμογέλασε στο όμορφο πρόσωπο της Καλοτίνας.
«Καλώς την όμορφη αδερφή του κάπελα…», είπε διπλώνοντας τελείως το χαρτί της εφημερίδας. Με το χέρι του έδειξε την καρέκλα δίπλα του, λες και κατάλαβε ότι η κοπέλα ήθελε να του μιλήσει. Μπορεί να διέκρινε την πρόθεσή της στο βλέμμα της. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε συνηθίσει να την βλέπει σαν … σερβιτόρα στο καφενείο, όπως έκανε τώρα. Τράβηξε κι εκείνος την καρέκλα του λίγο πιο πέρα να της κάνει χώρο και η Καλοτίνα, με δυσκολία, κράτησε τα γέλια της, σαν ανακάλυψε ότι τα πόδια του «Μισού», δεν έφταναν καλά – καλά στο έδαφος.
Κάθισε και χαμογέλασε.
«Λοιπόν κόρη … ίντα κάμεις; Καιρό έχουμε να σε δούμε», της είπε ξεκινώντας την συζήτηση, βλέποντας την αμηχανία στο πρόσωπό της. Έμπειρος στις σχέσεις των ανθρώπων προσπάθησε να την «ξεπαγώσει».
Η Καλοτίνα, χαμογέλασε και πάλι, πιο εγκάρδια αυτή τη φορά, αποκαλύπτοντας τα κάτασπρα, ολόισα δόντια της. Ήταν σαγηνευτικό αυτό το χαμόγελο και σε συνδυασμό με το λυγερό κορμί και τα ολόμαυρα αμυγδαλωτά μάτια, είχε κάνει την κοπέλα το αντικείμενο του πόθου, πολλών νέων του νησιού. Εκείνης όμως … ο ένας την μύριζε, ο άλλος της βρώμαγε. Κανένας δεν ήταν τόσο άντρας όσο ο … αδερφός της  μεγάλος.
«Καλά είμαι κυρ Σκεύο, καλά είμαι… όσο μπορώ δηλαδή…»
«Ίντα είναι κόρη μου; Τέτοια όμορφη κοπέλα, τι πρόβλημα μπορεί να έχεις μαθές; Πρέπει όλα να σου πηγαίνουσι καλά…»
«Έπρεπε… να είναι αλήθεια. Μέχρι τώρα δεν είχα κανένα παράπονο, όλα καλά. Και … ξαφνικά βρέθηκα …», κοίταξε προς τη μεριά της θάλασσας με το βλέμμα αφηρημένο, «… με δυό μηχανικούς στην οικογένεια…»
«Τον Κλεάνθη εννοείς τον ένα. Ο άλλος;»
Κουβέντα στη κουβέντα η Καλοτίνα ανοίχτηκε στον κυρ Σκεύο. Του είπε τον πόνο της, αφέθηκε στην επιδέξια αλιεία του. Κάποια στιγμή ανακάλυψε ότι την είχαν πάρει τα δάκρυα. Ο άντρας απέναντί της έδειχνε σοβαρός, αξιοπρεπής στις ερωτήσεις του και διεισδυτικός στις παρατηρήσεις του. Δεν προσπάθησε να την παρηγορήσει (πόσο θα την απογοήτευε αυτό), μα να δώσει σε κάθε περίπτωση την σωστή οπτική.
«Και τι θα γίνει, αν κάποιος από τους δυό πάθει κακό εκεί στο βάθος της θάλασσας; Ήδη ο Κλεάνθης μου, ξέρει από χτύπος, ξέρει από την κακομοιριά της βουτιάς. Κι αν πάθει κάτι; Τι θα γενεί η οικογένεια; Τι θα απογίνω εγώ;», σταμάτησε απότομα την ερώτηση, λες και κατάλαβε το άσκοπο της.
Σκούπισε τα μάτια και προσπάθησε να ξαναβρεί την χαμένη ψυχραιμία της. Ο κυρ Σκεύος την άκουγε αμίλητος. Δεν προσπάθησε να την διακόψει, δε προσπάθησε να της ωραιοποιήσει την κατάσταση, δεν θέλησε να την αποπλανήσει με τους ηρωισμούς των «μηχανικών» και την ομορφιά της θάλασσας. Απλά την άκουσε και κάπου – κάπου, κουνούσε το κεφάλι, λες και συμφωνούσε με τον πόνο της.
Αυτό την ανακούφισε. Αυτό της καθάρισε το μυαλό και τη ψυχή.
«Λεν πως οι σφουγγαράδες βρίσκονται στον παράδεισο σαν βουτάνε στα νερά της Μπαρμπαριάς. Λεν πως η ζωή τους όλη είναι το σφουγγάρι…»
«Μπορεί… αφού έτσι λένε!»
«… λεν πως ο πνιγμένος, με χαμόγελο φεύγει…»
«Μπορεί…»
«… λεν πως ξαναγεννιέται… κάπου αλλού , σε κάποιο άλλο κόσμο… και είναι πάντα ευτυχισμένος…»
«Μπορεί… το πιστεύεις;»
«Δεν ξέρω… αλλά γιατί να μην το πιστέψω; Ποιος αφήνει οικογένεια και παιδιά και γονείς και αδέρφια… αν δεν ήταν ερωτευμένος με τη θάλασσα; Δεν είναι μόνο τα λεφτά… δεν πρέπει να είναι μόνο τα λεφτά… είναι αυτό το κάτι άλλο που ξεχωρίζει τους άντρες … έτσι δεν είναι;»
Πρώτη φορά που ο «Μισός», ήταν τόσο απόλυτος στα λόγια του και τη στάση του.
«Ναι, έτσι είναι! Σου το λέω υπεύθυνα αυτό! Δεν είναι τα λεφτά μόνο. Είναι όπως είπες η αγάπη, ο έρωτας, η αντρειοσύνη, ο εγωισμός, η περηφάνια. Όλα αυτά τέλος πάντων που ξεχωρίζουν το αρσενικό. Σκέψου τον Κλεάνθη, σακάτης και συγχώραμε που το λέω έτσι ωμά, ξεκίνησε για βουτιές… Γιατί; Τα λεφτά του έλειπαν; Όχι βέβαια! Ήθελε τη ζωή του πίσω, αυτή τη ζωή που του στέρησε η θάλασσα…»
«Ναι, τη ζωή του πίσω ήθελε…»
Σηκώθηκε απότομα και άφησε μόνο τον κυρ Σκεύο, ξεχνώντας να τον χαιρετίσει κιόλας. Πήγε στη κουζίνα της, κάτω από το ικετευτικό βλέμμα του Μέμου, που δεν τα κατάφερνε πια με τους πελάτες μόνος του. Έπιασε το μπρίκι, έφτιαξε κάποιους καφέδες, με τον μοναδικό της τρόπο στο καϊμάκι, τηγάνισε κάποιες μαριδούλες και γέμισε εκ νέου το τσίπουρο. Αν κάποιος την ρώταγε τι έκανε, μπορεί και να μην ήξερε, αφού τα χέρια της δούλευαν μηχανικά … το μυαλό της ταξίδευαν μαζί με τον Κλεάνθη, στις θάλασσες και τους βυθούς. Αν δεν ήταν αδερφή του κάποιος θα μπορούσε να πει…

«Κότσινη κλαστή βαμμένη στην ανέμη ν’ τυλιγμένη
δος της κλώτσο, μπάτσο ν’ αρσινήσει
τη γ’ καλή μ’ μας συντροφσά α τη γκαλησπερίσει»
Είχε το ένα παιδί στο αριστερό της χέρι και το άλλο μισοκαθισμένο σε ένα πρόχειρο καρεκλάκι φτιαγμένο από τον Σέμο, με κουβερτούλα από κάτω, για να μπορεί να τα ταΐζει. Κάθε που προσπαθούσε να τα ταΐσει, όλο και κάποιο παραμύθι τους έλεγε, λες και μπορούσαν να καταλάβουν. Όμως ηρεμούσαν και έτρωγαν όλο τους το φαί. Έτσι και σήμερα! Η Νικολέτα ήξερε να τα κουμαντάρει και τα δυό, χωρίς να κουράζεται ιδιαίτερα και ας, τις τελευταίες μέρες, δεν είχε βοήθεια. Ο Σέμος έλειπε στη δουλειά κι εκείνη προσπαθούσε να «χωνέψει» το τελεσίγραφό του, ότι θα έφευγε στο σφουγγάρι. Όσο κι αν προσπάθησε να τον μεταπείσει, στάθηκε αδύνατο να του γυρίσει το κεφάλι. Με τις μέρες, υποτάχτηκε κι εκείνη στη θέλησή του, στην επιθυμία του. Και τα πεθερικά της προσπάθησαν και οι φίλοι, αλλά όσο του μίλαγαν, λες κι αυτός πείσμωνε ακόμη περισσότερο. Το μόνο που της είχε πια απομείνει να της περνάει ο πόνος, ήταν αυτά τα δυό μικρά που σχεδόν όλη μέρα κοιμούνταν ή έκλαιγαν. Έκανε το σταυρό της:
«Ταλοιπονί, μια φορά κι ένα τζαιρό, ήτο ένας έρος και μια γιρζά. Ηζούσασι καταμόνασοι τους φτωσικά μμε γπμένα και μήτε παιτζά, μήτε συλλιά που λέει ο λαός…»
Το χτύπημα στην πόρτα την έκοψε από το παραμύθι που είχε αρχίσει να λέει. Ακούμπησε και το άλλο παιδί στο δικό του καθισματάκι και σηκώθηκε ν’ ανοίξει την πόρτα. Έπιασε τη μέση της, τώρα τελευταία την πονούσε και τράβηξε τον σύρτη. Στο άνοιγμα έκανε την εμφάνισή της η Υπαπαντή. Είχε τα μαλλιά τραβηγμένα πίσω και καλοχτενισμένα, τα χείλη της κατακόκκινα και τα μάτια της, λες και είχαν μεγαλώσει, αστραποβολούσαν. Παραξενεύτηκε, δεν είχε συνηθίσει στις επισκέψεις της και έκανε πίσω να της αφήσει χώρο να μπει. Η νεαρή μαθήτρια καλημέρισε όλο χαρά.
«Έλα πέρασε Παπαντή μου, έλα να πιούμε καφεδάκι. Κι εγώ μόνη μου είμαι, παρέα θέλω… να μόλις τελειώσω με το τάϊσμα των παιδιών, θα μου έκανε χαρά μεγάλη να τα πούμε. Ε συμβαίνει τίποτις έτσι;»
«Όχι βρε Νικολέτα ε συμβαίνει τίποτις…», της απάντησε, «… να σε δω ήθελα λίγο. Να δω εσένα και τα μικρά σου, τα διαβολάκια σου μαθές. Να βοηθήσω σε κάτι;»
«Όχι, τι να βοηθήσεις; Α, αν θέλεις… κάμε τους καφέδες εσύ. Μη τους πιούμε μεσημεριάτικα…», της είπε και βρήκε το κουράγιο να της χαμογελάσει.
Η κοπέλα πήγε στην κουζίνα και έβαλε φωτιά στη γκαζιέρα, ετοίμασε το μπρίκι και περίμενε να φουσκώσει ο καφές, όπως κάποτε της είχε δείξει στο καφενείο ο Κλεάνθης.
«Ο Σέμος καλά;», φώναξε για να ακουστεί. Ρητορική η ερώτηση αφού αν κάτι κακό είχε συμβεί όλο το νησί θα το ήξερε.
«Ναι, καλά είναι, όσο καλά δηλαδή μπορεί να είναι… έμαθες βέβαια τα καθέκαστα. Θέλει να πάει στο σφουγγάρι, να γίνει κι αυτός «μηχανικός», να βγάλει λεφτά …»
«Ναι, το άκουσα. Αλλά τι να πεις; Έτσι είναι οι άντρες. Άμα τους μπει κάτι στο μυαλό… άντε να τους το βγάλεις. Παιδιά είναι, λίγο ψηλά στο μπόι, αλλά παιδιά. Αυτό θέλω, αυτό θα κάνω! Μήπως ακούνε τη λογική; Να και ο δικός μου…», έκοψε απότομα την φράση της, παρακαλώντας αυτό το τελευταίο να μην είχε ακουστεί.
Η Νικολέτα βέβαια το είχε ακούσει, χαμογέλασε, αλλά δεν είπε τίποτα. Προσπάθησε να δώσει μια ακόμα μπουκιά στα παιδιά. Ήξερε ότι η Υπαπαντή δεν είχε έρθει απλά γιατί την είχε επιθυμήσει. Με υπομονή θα της έλεγε μόνη της ότι ήθελε να της πει.
Η κοπέλα εμφανίστηκε στο δωμάτιο με ένα δίσκο που πάνω τους άχνιζε ο καφές από δυό φλιτζάνια, ευωδιάζοντας ολόκληρο τον χώρο.
«Μμμμ, ωραία μυρίζει! Ότι πρέπει είναι ένα καφεδάκι τώρα ε;», της είπε η Νικολέτα.
Η Υπαπαντή άφησε το δίσκο στο τραπέζι και έσκυψε πάνω από τα δυό μωρά, που, ευτυχισμένα τώρα, με τις κοιλίτσες τους πρησμένες είχαν πέσει σε λήθαργο.
«Λοιπόν; Τι νέα; Οι γονείς σου καλά;», άρχισε τις τυπικές ερωτήσεις η Νικολέτα.
«Ναι, καλά είναι, αν και ξέρεις τους μεγάλους ανθρώπους, όλο και κάπου θα πονάνε, όλο και κάτι θα βρίσκουν για να γκρινιάξουν. Και η αλήθεια είναι ότι αυτή η μάνα μου ώρες – ώρες … δεν αντέχεται! Οι δικοί σου;»
«Καλά, καλά, δόξα τω Θεώ. Και η Καλοτίνα και ο Μέμος… για τον Κλεάνθη, δεν ξέρω, δεν έχουμε γράμμα, αλλά νομίζω ότι καλά θα είναι. Αν και κάτι μου λέει, ότι εσύ ξέρεις καλύτερα…»
Η Υπαπαντή γέλασε και το δωμάτιο φωτίστηκε από την χαρά του προσώπου της. Κούνησε το κεφάλι καταφατικά και ξαναγέλασε με ένα αυθόρμητο γέλιο που θύμιζε γάργαρο νερό.
«Εχθές…», είπε, «… ήρθε το λιμπέρτο του καπετάν Άτσα και έφερε νέα. Ξαφνικά φάνηκε στο σπίτι το «Εγγλεζάκι» του κυρ Μπουνά που είναι μουτσάκι στο λιμπέρτο και μου χτύπαγε την πόρτα. Έπιασε πόστα να λείπουν οι γονείς μου και περίμενε πάνω από μια ώρα, ο Θεός να το ‘χει καλά το παιί, να μου δώκει αυτή την επιστολή, το γράμμα του Κλεάνθη…», άνοιξε το μικρό της τσαντάκι και έβγαλε ένα φάκελο από μέσα με το χαρακτηριστικό άσπρο – μπλε χρώμα γύρω – γύρω. «Είναι τα γράμματά του … να δες. Είναι από τον Κλεάνθη…»
«Μάλιστα. Να το λοιπό που γράφει σε σένα και όχι στους δικούς του…», είπε επίτηδες η Νικολέτα, «… ούτε στα αέρφια του, ούτε στους γονείς του»
Η Υπαπαντή έδειξε να σκοτεινιάζει λίγο, αλλά η χαρά της ήταν τέτοια που δεν μπορούσε αυτή η σκοτεινιά να κρατήσει για πολύ. Κούνησε το κεφάλι καταφατικά και με χαρά:
«Δεν είναι σημαντικό που μου έστειλε γράμμα; Με σκέφτεται Νικολέτα μου, όπως τον σκέφτομαι κι εγώ κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό…. Μου λείπει ο αδερφός σου. Και ξέρω ότι εσύ μπορείς να με καταλάβεις…»
Η Νικολέτα λόγω της «επαναστατικής» της συμπεριφοράς στο θέμα με τον Σέμο, είχε γίνει η παρηγοριά της. Ήταν και αδερφή του «καλού» της και όποτε της μιλούσε για τον Κλεάνθη, κατά κάποιο τρόπο, ήταν σαν να μιλούσε και σ’ αυτόν. Φίλησε με χαρά το γράμμα, λες και μόλις το είχε λάβει.
«Φεύγει σε δυό μέρες το λιμπέρτο και πρέπει να του απαντήσω. Δεν ξέρω τι να γράψω, δεν ξέρω ίνατα να του πω. Θέλω να του πω ότι μου λείπει, αλλά φοβάμαι μη τον στεναχωρήσω. Θέλω να του πω να γυρίσει γρήγορα, να τον δω, να του μιλήσω από κοντά, αλλά φοβάμαι μη κάνω την χαζομάρα και τον πάρει από κάτω. Βέβαια θέλω κι άλλα να του πω…»
«Ότι τον αγαπάς;»
Η Υπαπαντή, σταμάτησε απότομα. Τα μάτια της ήταν ακόμα φωτισμένα, αλλά η ερώτηση της Νικολέτας την έκαναν να σκεφτεί ακριβώς αυτό. Τουλάχιστον αυτό νόμισε η αδερφή του «καλού» της.
«Όχι αυτό… αυτό πρέπει να το ξέρει. Άλλο είναι που με απασχολεί, άλλο είναι που πρέπει να του πω, ή πιο σωστά σε άλλο είναι που πρέπει να του απαντήσω…».
Έδωσε το γράμμα στην έκπληκτη πλέον Νικολέτα. Της έδειξε με το δάχτυλο που να διαβάσει.
«… γι αυτό αγαπημένη μου, μόλις γυρίσω Οχτώβρη μήνα βάλε, έλεγα να ‘ρθω από τους δικούς σου. Να σε ζητήσω, να σε κάμω γυναίκα μου, αν είναι αυτή και η δική σου επιθυμία…»
Η Νικολέτα δεν μπόρεσε, δεν ήθελε να διαβάσει παρακάτω. Το σοκ ήταν αρκετά έντονο για να αντιμετωπίσει τώρα την παρουσία της άλλης. Τι να πει; Τι να υποθέσει ότι έπρεπε να κάνει η κοπέλα απέναντί της; Κούνησε το κεφάλι και ένοιωσε χαρά αλλά και ένα σφίξιμο ταυτόχρονα στο στήθος. Ο αδερφός της την αιφνιδίαζε. Για άλλη μια φορά, ακολουθούσε την καρδιά του και μόνο την καρδιά του. Έδωσε το γράμμα πίσω και κοίταξε την κοπέλα στα μάτια.
«Τι θα πουν οι άλλοι;», σκέφτηκε με τρόμο, «Τι θα πουν οι γονείς της κοπέλας; Τι θα πει η αδερφή της;». Σηκώθηκε και με την πρόφαση ότι θα έβαζε τα μωρά στην κούνια τους, προσπάθησε να κερδίσει χρόνο, να σκεφτεί, να αποφασίσει. Έτσι κι αλλιώς ο αδερφός της δεν ήταν κανένα μικρό παιδί, όπως ο Σέμος όταν την ζήτησε. Δεν ήταν άπειρος ή χωρίς δουλειά, δεν ήταν δέσμιος κανενός, ούτε της οικογένειάς τους. Ωραίος άντρας, θα μπορούσε να εξασφαλίσει μια καλή ζωή σε κάποια γυναίκα, γιατί λοιπόν αυτή να μην ήταν η Υπαπαντή; Ποια θα μπορούσε να ήταν καλύτερη; Λίγο μικρή βέβαια, αλλά γερό κορίτσι και έδειχνε να τον αγαπάει.
«Ναι…», είπε απότομα και δυνατά. «Ναι, να του πεις και μάλιστα όσο πιο γλυκά και καθάρια μπορείς. Αν τον θέλεις, πες του ναι. Το θέμα είναι … τον θέλεις;»
Η Υπαπαντή είχε ξεσπάσει σε κλάματα. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της, μούσκευαν τα μάγουλα, τον λαιμό και το στήθος της. Αγκάλιασε την Νικολέτα:
«Ναι, τον θέλω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Έχω τρελαθεί γι αυτόν. Όλο μου το «είναι», τον θέλει. Να είναι για πάντα δίπλα μου, για πάντα δικός μου…. ο άντρας μου, ο κύρης μου, ο… λεβέντης μου!»
Η Νικολέτα την έσφιξε στην αγκαλιά της και έκλαψε μαζί της. Την φίλησε στο κεφάλι και την χάιδεψε. Το νερό κι εδώ, είχε μπει στο αυλάκι, όπως έλεγε και ο κυρ Δημητρός!