Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 28 Μαρτίου 2017

Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ  
ΕΧΕΙ ΧΡΩΜΑ ΚΟΚΚΙΝΟ

ΘΥΜΑΣΑΙ ΓΙΩΡΓΟ;

Το τηλέφωνο χτύπησε τρεις – τέσσερις φορές πριν ο Γιώργος το σηκώσει. Αυτό το κουδούνισμα του τρύπαγε τα αυτιά και τον εκνεύριζε, αλλά δεν μπορούσε να το χαμηλώσει, αφού η μάνα του, με την οποία ζούσε στο ίδιο σπίτι, όσο τουλάχιστον ήταν στην Αθήνα, δεν φημιζότανε και για την καλή ακοή της. Κοίταξε στην οθόνη και στην αναγνώριση κλήσεων έγραφε «άγνωστος αριθμός». Άλλο ένα πράγμα που του έσπαγε τα νεύρα, σε σημείο τέτοιο που σκέφτηκε να μην απαντήσει. Άνθρωπος που δεν έχει το θάρρος να δείξει ποιος είναι… σκέφτηκε απλώνοντας τελικά το χέρι στο ακουστικό.
«Ναι…», είπε όσο πιο απότομα και με φανερή ενόχληση μπορούσε.
«Έλα … Γιώργο… εσύ είσαι; Έλα ρε… Τέλης εδώ…»
Μάλιστα … σκέφτηκε ακούγοντας την φωνή του ξαδέρφου του, … αυτός μας έλειπε τώρα. Πρωί – πρωί… τι να θέλει;
«Έλα ρε… τι θέλεις τέτοια ώρα; Στον ύπνο σου με έβλεπες; Ούτε καφέ δεν έχω πιεί ακόμα…»
«Μωρέ άσε τους καφέδες και τα κουλουράκια, πλύσου καλά μήπως και ξυπνήσεις καμιά φορά και έλα στη «Βιολέτα». Σε θέλω… να σου πω. Σπουδαία νέα βρε…»
«Τι έγινε; Πες μου. Και γρήγορα αν θέλεις το καλό σου…»
«Μπα… αρχίσαμε απειλές; Κοιτάτε ρε έναν νταή… Άντε ντύσου που σου λέω και έλα. Θα σε περιμένω … όσο πιο γρήγορα μπορείς. Άντε – άντε υπναρά»
«Καλά, θα έρθω. Αλλά για να σου πω και κάτι άλλο… βγάλε την απόκρυψη από το βρωμοκινητό σου. Γιατί αν έβλεπα ότι ήσουν εσύ… δεν θα το σήκωνα…»
«Και θα έχανες την ευκαιρία … άσε θα σου πω…» και έκλεισε το τηλέφωνο.
Ο Γιώργος χαμογέλασε ανόρεχτα και κοίταξε το ρολόι του. Είχε πάει εννιά η ώρα. Λογικό να τον λέει τεμπέλη ο ξάδερφός του. Πήγε στην κουζίνα και έβαλε την καφετιέρα που του είχε φέρει η Δώρα από την Νέα Υόρκη, στη πρίζα. Τώρα τελευταία είχε εθιστεί στον ελαφρύ καφέ και ο «Ελληνικός» ή το φραπεδάκι που έπινε παλιά, τον ενοχλούσαν στο στομάχι. Προχώρησε προς τη μεριά του δωματίου της μητέρας του και διαπίστωσε ότι η γυναίκα είχε ήδη σηκωθεί και έλειπε από το σπίτι.
Τι μέρα είναι σήμερα;, αναρωτήθηκε φωναχτά. Χμ… Σάββατο, εμ, βέβαια… σήμερα έχει λαϊκή και η κυρά Μαρία αξημέρωτα θα έφυγε.
Χαμογέλασε στην εικόνα της μάνας του να σέρνει το καρότσι στις ανηφοριές της Κυψέλης, χασμουρήθηκε, τέντωσε τα χέρια προς τον ουρανό να νοιώσει τους μυς του και έξυσε με μανία το κεφάλι, που ξαφνικά τον «έτρωγε» επίμονα.
Ένα από τα ωραία αυτού του σπιτιού (το είχε αγοράσει ο συγχωρεμένος ο πατέρας του πριν καμιά εικοσαριά χρόνια), ήταν ότι είχε δυό μπάνια και μάλιστα ευρύχωρα. Ειδικά το κυρίως μπάνιο, είχε διαστάσεις μιας μικρής γκαρσονιέρας, όπως του άρεσε να λέει. Κοίταξε το πρόσωπό του στον καθρέφτη και ευχαριστήθηκε με τον άντρα που τον είδε να κοιτάζει. Μελαχρινός με μεγάλα αεικίνητα, μαύρα μάτια που αντανακλούσαν την εξυπνάδα του ανδρός, σχεδόν μακριά μαλλιά και στόμα γεμάτο με ίσια άσπρα δόντια, συνέθεταν την εικόνα του, εκείνη την εικόνα που τον έκανε συμπαθή στους επαγγελματικούς του κύκλους, αλλά και ακαταμάχητο στο γυναικείο φύλλο.
Έκανε ένα γρήγορο ντους, να φύγει ο βραδινός ιδρώτας από το κορμί του και άφησε το νερό σχεδόν κρύο, να ρέει με δύναμη πάνω στο κεφάλι, στηριγμένος στα μεγάλα γκρίζα πλακάκια του μπάνιου. Ας περιμένει ο Τέλης… δεν πάει στο Διάολο … για κάποια χαζομάρα θα με θέλει πάλι. Ελπίζω να μην είναι θέμα γυναίκας…, σκέφτηκε τρίβοντας τα μάτια που τον έκαιγαν από το σαπούνι. Αλλά πάλι … για ποια ευκαιρία μιλούσε ο βλαμμένος;  Κοίτα να δεις που μου κέντρισε το ενδιαφέρον…
Σε μισή ώρα είχε μπει στο αυτοκίνητο και ανόρεχτα, ρίχνοντας κι ένα μακρόσυρτο χασμουρητό, γύρισε το κλειδί στη μίζα. Το παλιό Datsun, βρυχήθηκε και κάνοντας έναν παράξενο θόρυβο, ξεκίνησε. Τι ήταν αυτός ο ήχος πάλι, αναρωτήθηκε, … αυτό το αυτοκίνητο κάθε μέρα και μια έκπληξη… κάθε μέρα και ένα καινούργιο θόρυβο… Μου φαίνεται κυρά «Μαρμάρω», ήρθε η ώρα σου. Λίγα είναι τα ψωμιά σου…
Πάρκαρε κοντά στη Φωκίωνος Νέγρη, προς την μεριά της πλατείας Κυψέλης και κατέβηκε με τα πόδια προς την «Βιολέτα». Δεν διακινδύνεψε να βρει πιο χαμηλά χώρο, μακάριζε μάλιστα την τύχη του που είχε βρει κι αυτόν εκεί, αφού είναι γνωστό ότι στην Κυψέλη, πιο εύκολα μπορείς να κερδίσεις το λαχείο ή το λόττο παρά να βρεις χώρο να παρκάρεις.
Ο Τέλης καθόταν ήδη σε ένα τραπεζάκι και απολάμβανε τον καφέ του και το τσιγαράκι του. Σταυροπόδι και τσιγάρο στο χέρι, κουστούμι που πρέπει να είχε λερωθεί από την χθεσινοβραδινή κραιπάλη, χωρίς γραβάτα και κόκκινα μάτια ήταν η εικόνα που διεκδικούσε το βραβείο του σύγχρονου νεοέλληνα της τρίτης δεκαετίας της ζωής του. Κάθε τόσο χτένιζε με τα δάχτυλα τα κοντοκομμένα του μαλλιά με τα απομεινάρια του ζελέ που σε τούφες – τούφες τα κρατούσε γυαλιστερά και σκληρά. Είδε τον Γιώργο που κατέβαινε και χαμογέλασε την ώρα που σηκωνόταν να τον χαιρετίσει.
«Τι είναι ρε; Γιατί τέτοια βιασύνη; Τι έγινε;»
«Πες μωρέ καμιά καλημέρα πρώτα, δεν θα πάθει τίποτα το στόμα σου. Άντε παράγγειλε καφέ να πιείς…»
«Κι άλλον; Τέλος πάντων… ένα Ελληνικό θα πάρω. Λοιπόν… καλημέρα και λέγε γρήγορα τι θες γιατί δεν θα περάσω όλο Σάββατό μου εδώ μαζί σου. Άντε λοιπόν…»
«Τι να σου πω ρε; Δεν έχεις καταλάβει ακόμα; Κρίμα και σε νόμιζα έξυπνο…»
«Τώρα έγινες και … πώς να το πω… ψυχολόγος; Λέγε μωρέ…»
«Καλά ντε, κάνε κράτει να πιείς τον καφέ σου πρώτα. Ήρεμα…. Είσαι και σε κάποια ηλικία που πρέπει να … σου λέμε τα σπουδαία πράγματα σιγά – σιγά…», γέλασε λες και αυτό που είπε ήταν μεγάλη εξυπνάδα.
«Βρε άει στον Διάολο που με γέρασες κιόλας. Μη ξεχνάς ότι είμαι ένα χρόνο μικρότερος από σένα…»
Ο σερβιτόρος έφερε τον καφέ και ο Γιώργος έψαξε τις τσέπες του μπουφάν του για τσιγάρα. Άναψε ένα, τράβηξε και μια βαθιά ρουφηξιά από το χοντρό φλιτζάνι μπροστά του και βολεύτηκε καλά στην καρέκλα του. Οι κοπέλες στο μπροστινό τραπέζι, τον κοίταξαν με νόημα χασκογελώντας και κάτι είπαν μεταξύ τους.
«Λοιπόν; Ακούω…»
«Μάλιστα κύριε Πανόπουλε, θα σας πούμε…», απάντησε ο ξάδερφός του με ειρωνεία. «Λοιπόν…», τώρα είχε πάρει το σοβαρό του ύφος, «… πρωί – πρωί, με πήρε τηλέφωνο η κυρία Λιβάνη…»
«Λιβάνη; Ποια είναι αυτή ρε;»
«Δεν είναι γκόμενα… μη φοβάσαι. Είναι η γραμματέας του υπουργού…»
«Ποιού υπουργού;»
«Του υπουργού πολιτισμού ρε. Καλά η μνήμη σου … είναι για τα μπάζα. Δεν θυμάσαι τίποτα;»
«Καλά σήμερα είναι Σάββατο… δουλεύει και Σαββατιάτικα αυτή; Και εννιά πήρες εμένα, αυτή δηλαδή τι ώρα σου τηλεφώνησε; Αξημέρωτα;»
«Βλέπεις υπάρχουν κάποιες … κυρίες που συμπαθούν τον ξάδερφό σου. Γιατί εχθές το βράδυ… δεν ήξερε να μου πει … και όταν πηγαίνεις στα μπουζούκια … δεν σου έρχονται τέτοιες συζητήσεις…»
«Ρε κέρατο, μαζί της ήσουν; Μα… εσύ δεν είπες ότι είναι κυρία… δηλαδή υπάρχει σύζυγος… έτσι δεν είναι;»
«Ναι, υπάρχει… ε, και; Τι μ’ αυτό; Αυτός είναι στρατιωτικός και μάλιστα έχει μια καλή θέση στο ΝΑΤΟ, όλο λείπει… και ξέρεις τι λένε για τους στρατιωτικούς, η μάλλον για τις γυναίκες τους…», πήρε μια τζούρα από το τσιγάρο του και έβηξε καθώς το γέλιο τον έπνιξε.
«Α, να χαθείς αλήτη. Τέλος πάντων … τι είναι αυτό που θέλεις να μου πεις; Το… τόσο σημαντικό; Αυτό που ανήγγειλε η κυρία αυτή… πως την λένε…»
«Η κυρία Λιβάνη…»
«Ναι, αυτή … ωραία κυρία… τα λιβάνια της λείπανε…»
«Λοιπόν, αυτή η κυρία με πληροφόρησε …», συνέχισε ο Τέλης, «… πως η αίτησή σου, ή αν θέλεις καλύτερα… η αίτησή μας, έγινε δεκτή από τον υπουργό και μπορείς να είσαι από τον επόμενο μήνα μέλος της Αμερικανικής αρχαιολογικής αποστολής. Δηλαδή μπορούμε και οι δυό να είμαστε… Δεν σε βλέπω ιδιαίτερα χαρούμενο…. Τι έγινε; Εσύ το περίμενες πως και πως αυτό…»
«Αλήθεια μου λες; Έχουμε κάνει αυτή την αίτηση τόσο καιρό πριν, που τώρα δεν ξέρω … μου φαίνεται σαν παλιό όνειρο… σχεδόν με την απελπισία μου για την τόσο μεγάλη αναμονή, το είχα ξεχάσει…»
«Κάλλιο αργά παρά ποτέ, ε; Να που γίνονται και θαύματα…»
Ο Γιώργος πραγματικά δεν πίστευε στα αυτιά του. Πριν δύο χρόνια, είχε κάνει αίτηση μαζί με τον ξάδερφό του, να είναι εκπρόσωποι της Ελλάδας στις έρευνες που έκανε η Αμερικανική αρχαιολογική εταιρία, στις ανασκαφές στη Κωνσταντινούπολη, σαν ειδήμονες της Βυζαντινής ιστορίας.  Βέβαια ήταν μια από τις εκατοντάδες αιτήσεις Ελλήνων αρχαιολόγων για αυτή τη θέση, που δεν άφηνε και πολλά περιθώρια αισιοδοξίας.
Υπήρχαν παλαιότεροι αρχαιολόγοι, που περίμεναν πως και πως για αυτή τη θέση, όχι γιατί τους άρεσε να δουλεύουν με τους Αμερικάνους, που δεν είχαν και την καλύτερη φήμη για τις γνώσεις τους σε τέτοιου είδους ανασκαφή, αλλά γιατί τα χρήματα από την Αμερική ήταν πολλά και δινόταν μεγάλη σημασία στην όσο το δυνατόν πιο βαθιά ματιά στα ευρήματα.
 Με δυό διδακτορικά στο ιστορικό του, το ένα, από το Ελληνικό Πανεπιστήμιο, γύρω από τα τεχνουργήματα και τον τρόπο κατασκευής τους στη Βυζαντινή εποχή και το δεύτερο για την Βορειοαμερικανική τελετουργική διαδικασία ταφής (με τον βαρύγδουπο τίτλο: Αμερικάνοι και τιμή θανάτου), από το Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, ένα μεταπτυχιακό για την συντήρηση των μουμιοποιημένων σωμάτων των Άνδεων και πολλές άλλες εργασίες και συμμετοχές σε παγκόσμια συνέδρια και φυσικά την όρεξη των τριανταπέντε χρόνων του, πίστευε ότι συγκέντρωνε κάποιες ελπίδες για τη θέση αυτή. Και να, που τώρα, μαζί με τον ξάδερφό του, που κι εκείνος είχε βέβαια τα ανάλογα προσόντα, η ζωή ανοιγόταν μπροστά του, όμορφη, χαμογελαστή και αισιόδοξα προσιτή.
Χαμογέλασε και άναψε τσιγάρο, κάνοντας τις πρώτες σκέψεις για την περιπέτεια που θα ακολουθούσε σύντομα. Η Φωκίωνος Νέγρη μπροστά του είχε αλλάξει, είχε γεμίσει με χώματα και κασμάδες, με πέτρες και κόσκινα, με εργάτες που πηγαινοέρχονταν δεξιά και αριστερά σαν τις ανασκαφές που είχε δει στον κινηματογράφο από τις ερήμους της Αιγύπτου. Κι όσες φορές, σαν φοιτητής, είχε πάρει μέρος σε ανασκαφές στην Ελλάδα υπό την καθοδήγηση των καθηγητών του, πραγματικά είχε ενθουσιαστεί από τον πυρετό της ανακάλυψης και την μαγεία του παλιού εκείνου κόσμου, που έβγαινε από την λάσπη.
«Ρε συ, μ’ ακούς ή ονειρεύεσαι; Εεεεε, είναι κανείς εκεί;», ρώτησε ο Τέλης κτυπώντας ελαφρά το κεφάλι του σαν να χτυπούσε την πόρτα ενός σπιτιού. Γέλασε και το γέλιο λες και είχε βγει από την ψυχή του.
Το σοκ της ανακοίνωσης πέρασε μετά από μερικά δευτερόλεπτα και ο Γιώργος άρχισε να επικοινωνεί και πάλι με το περιβάλλον. Είδε τον ξάδερφό του μέσα από μια θολή ματιά και του φάνηκε ότι είχε μεγαλώσει πολύ μέσα σε αυτή τη λίγη ώρα.
«Μάλιστα μπορούμε να πάρουμε μαζί μας και άλλα δύο άτομα, αφού η άδεια είναι για τέσσερις. Λοιπόν… δόκτωρ; Ποιόν λογαριάζεις να πάρεις μαζί σου; Αν και νομίζω ότι ξέρω…»
Ο Γιώργος δεν απάντησε. Το μυαλό επεξεργαζόταν ακόμα την είδηση. Ο εγκέφαλος προσπαθούσε να σχηματίσει εικόνα και να δώσει νόημα στα λόγια του Τέλη. Αρχαιολόγος… επικεφαλής τη Ελληνικής αποστολής…, σκέφτηκε, … με πολλά λεφτά για έρευνες…
Το μυαλό έκανε αμέσως τις συσχετίσεις και τους υπολογισμούς του. Τον επόμενο μήνα λοιπόν…. Έμεναν όμως πολλές δουλειές να γίνουν, πολλά χαρτιά να συμπληρωθούν, μεγάλη γραφειοκρατία να κινηθεί και τέλος να νικηθεί. Αλλά όλα αυτά από Δευτέρα. Δευτέρα; Πόσο κοντά του φάνηκε η Δευτέρα! Τώρα χωρίς να καταλάβει γιατί, ένοιωθε να πνίγεται…
«Υπάρχουν τριών ειδών άνθρωποι…», άκουσε τον ξάδερφό του να λέει, «… αυτοί που σηκώνουν πέτρα και βρίσκουν σκορπιούς, αυτοί που σηκώνουν πέτρα και βρίσκουν λάσπη και τέλος αυτοί που όταν τη σηκώσουν, όλη η ιστορία βγαίνει από την ανυπαρξία και δημιουργεί το μέλλον. Έτσι;»
Ο Γιώργος κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. Αυτό ήταν ένα παλιό αστείο που έλεγαν σαν φοιτητές, αλλά που πάντα ήταν τόσο σωστά επίκαιρο… Ναι, υπήρχαν πράγματι αυτοί που σήκωναν πέτρες και έβρισκαν χρυσάφι
.
Είχε πάει πια μεσημέρι όταν η «Μαρμάρω», γκρίνιαξε και πάλι, με το συνηθισμένο της τρόπο. Ένας καινούργιος ήχος ακούστηκε αυτή τη φορά από το πίσω μέρος και αγκομαχώντας πήρε το δρόμο για την Αγία Παρασκευή. Από το κινητό είχε μιλήσει με την Δώρα, την είχε ενημερώσει για τις ειδήσεις που τον είχαν χαροποιήσει και είχε διαπιστώσει ότι κι εκείνη είχε χαρεί. Θα πήγαιναν μαζί για φαί, όπως έκαναν τόσα χρόνια τώρα τα μεσημέρια του Σαββάτου. Κάπου σε μια ταβέρνα, σε ένα μικρό μαγαζί προς την Αγία Μαρίνα, να κάνουν και καμιά εκδρομή που ήθελε η κοπέλα, ή σε κάποιο σουβλατζίδικο αφού η Δώρα ήταν φανατική οπαδός του είδους.
Ψηλή με κόκκινα μαλλιά και άσπρο δέρμα ήταν η επί τρία ή τέσσερα χρόνια πιστή του σύντροφος, το άξιο στήριγμά του και παλιά του συμφοιτήτρια, αν μπορούσε κανείς να το πει αυτό αφού ήταν δυόμιση χρόνια μικρότερή του. Και όλα έδειχναν ότι θα ήταν και η μέλλουσα κυρία Πανοπούλου, αφού και οι δυό είχαν συνειδητοποιήσει ότι ο καιρός περνούσε γρήγορα, τα ενδιαφέροντά τους κοινά και η χημεία που ενώνει δυό άτομα, σωστή. Την αγαπούσε και τον λάτρευε, την σκεφτόταν και τον νοιαζότανε, την ήθελε και τον επιθυμούσε. Πολλές φορές απέφευγε να βγαίνει έξω με φίλους, αφού προτιμούσε την συντροφιά της κοπέλας με την οποία είχε διαπιστώσει πως η ώρα περνούσε χωρίς να το καταλαβαίνει. Μιλούσαν επί ώρες για θέματα όπως η αρχαιολογία, άλλο κοινό τους πάθος, η καθημερινότητα, το σινεμά και το θέατρο, η φιλοσοφία, η φυσική και τα κομπιούτερς … μέχρι και για εξωγήινους. Γέλαγαν και φιλιόντουσαν, έκαναν αστεία και δεν δυσκολεύονταν να εκφραστούν.
Έφτασε κάτω από το σπίτι της και κόρναρε, αν μπορεί κανείς να πει κορνάρισμα αυτό το βραχνό κακάρισμα που ακούστηκε, δυό φορές. Δεν άργησε να την δει να κατεβαίνει φορτωμένη όπως πάντα με την μεγάλη κρεμαστή της τσάντα, (ποτέ δεν κατάλαβε τι χρειάζονταν όλα αυτά τα μικροπράγματα που κουβαλούσαν οι γυναίκες μαζί τους) και ανοίγοντας την πόρτα που έτριζε, τον φίλησε στο στόμα με ένα πεταχτό φιλί.
«Λοιπόν; Για πού είμαστε σήμερα; Κάπου κοντά ή εκδρομούλα πάλι;»
Η Δώρα του χαμογέλασε. «Σήμερα έχεις χαρές. Βουρ για Αγία Μαρίνα. Έχω όρεξη για παϊδάκια και κρασάκι». Η «Μαρμάρω», αποφάσισε να φερθεί «λογικά», ίσως να είχε και συμπάθεια στην Δώρα, ξεκίνησε προς έκπληξη του Γιώργου υπάκουα και σε μια ώρα τους είχε μεταφέρει στη γνωστή ταβέρνα του «Θανάση», που πάντα τους διασκέδαζε με την καλή της κουζίνα, το δροσερό της ροζέ κρασάκι και τους δυο φοιτητές που τραγουδούσαν κάθε Σαββατοκύριακο μεσημέρι παλιές λαϊκές μελωδίες με την κιθάρα τους. Και η μόνιμη παρατήρηση του Γιώργου στον ιδιοκτήτη (μετά από τόσο καιρό είχαν γίνει φίλοι), να βάλει διαλυτικά στον κατάλογο πάνω από το γιώτα στη λέξη «παϊδάκια». «Βρε Θανάση, πάλι παιδάκια έψησες;»
Και σήμερα το κρασί ήταν βάλσαμο στα λαρύγγια τους και μετά από λίγο, έκανε τα χέρια τους να ενωθούν πάνω στο τραπέζι και να μιλάνε πολύ κοντά σαν να φιλιόντουσαν. Της εξήγησε όλα αυτά που του είπε ο Τέλης, της επισήμανε πόσο μεγάλη ευκαιρία για την καριέρα τους ήταν αυτή, αφού το πρώτο άτομο που θα έπαιρνε μαζί του θα ήταν η ίδια και τα πολλά φιλιά του έδειχναν τον ενθουσιασμό του. Η Δώρα τον κοίταγε με ένα μεγάλο χαμόγελο, αλλά τα μάτια της μαρτυρούσαν κάτι που την απασχολούσε και την προβλημάτιζε.
«Και από πότε με το καλό είπες ότι θα ισχύει αυτή… η… η σύμβαση με τους Αμερικάνους; Από τον άλλο μήνα είπες; Δηλαδή από τον Μάιο;»
«Ναι, κορίτσι μου, από τη πρώτη του Μάη. Δεν είναι υπέροχο;»
«Ναι… ναι, είναι… υπέροχο, καταπληκτικό. Αλλά…»
«Ωχ! Δεν μου αρέσει αυτό το «ωχ». Τι συμβαίνει Δώρα; Κάτι θέλεις να μου πεις, αλλά βλέπω ότι διστάζεις»
«Ναι. Η αλήθεια είναι ότι κάτι θέλω να σου πω, αλλά νομίζω ότι δεν είναι ώρα…»
«Θέλεις να χωρίσουμε! Ε; Αυτό είναι; Βαρέθηκες ή φοβήθηκες να έρθεις μαζί μου στις ανασκαφές;»
Η Δώρα χαμογέλασε και τα χέρια της είχαν τώρα παγώσει. Το χάδι στην παλάμη του Γιώργου, έγινε τώρα μηχανικό. Η κοπέλα τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια:
«Πρώτη Μάη αρχίζει λοιπόν η σύμβαση ε;»
«Ναι, το είπαμε αυτό…»
«Και το ταξίδι… η ανασκαφή δηλαδή πότε υπολογίζεις ότι αρχίζει;»
«Έχει αρχίσει από πέρυσι, αλλά εμείς σαν κλιμάκιο, σαν Ελληνική αποστολή δηλαδή, θα δώσουμε τα παρών να πούμε … κατά τον Οκτώβρη, άντε Νοέμβρη. Όμως το θέμα δεν είναι αυτό…. Κάποια απάντηση περιμένω…»
«Οκτώ μηνών…»
«Όχι κάνεις λάθος. Σε έξη μήνες είναι ο Οκτώβρης… όχι οκτώ»
«Ναι σωστά…», χαμογέλασε και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Είχε πιάσει μια ψιχάλα και άρχισε η φύση να δίνει εκείνο το άρωμά της – χάρισμα στους ανθρώπους. «… το παιδί σου όμως θα είναι έτοιμο … οκτώ μηνών… κι αν πάμε για Νοέμβρη… άστα μπορεί να γεννάω τότε…»
Ο Γιώργος δεν κατάλαβε τι ήταν αυτό που τον χτύπησε μέσα στο μυαλό, την καρδιά και την μέση του. Τα πόδια του παρέλυσαν, οι σφίξεις της καρδιάς αυξήθηκαν απότομα κατά πολύ και στα αυτιά άρχισε ένα τιτίβισμα … ένα θρόισμα… κάτι σαν τον ήχο της πορτοκαλάδας με ανθρακικό, όταν ανοίγεις το μπουκάλι. Έμεινε μαρμαρωμένος μέχρι να αντιμετωπίσει, ή μάλλον να εξηγήσει ο εγκέφαλος αυτή την μεγάλη πρόκληση της ημέρας. Η Δώρα… είναι… είναι … έγκυος; Έχει μωράκι; Και … είναι το δικό μου μωρό;…, σκέφτηκε και κατάλαβε ότι κάτι υγρό έτρεχε στα μάτια του.
«Δηλαδή… το… θέλω να πω… είσαι… έχεις…», τα λόγια δεν έβγαιναν από το στόμα. Είχαν σταθεί στο «μήλο του Αδάμ», εκεί που στέκεται και της χαράς, αλλά και του πόνου ο κόμπος.
«Ναι αγάπη μου… είμαι έγκυος. Περιμένω τον γιό σου ή την κόρη σου. Το παιδί μας…»
«Το… παιδί μας; Θεέ μου! Τι συγκινήσεις σήμερα! Τι χαρά είναι αυτή…»
«Αλήθεια; Είναι χαρά μωρέ Γιώργο; Δεν πιστεύω να το πήρες σαν… εκβιασμό… ξέρεις…»
«Μα, τι είναι αυτά που λες κορίτσι μου. Για τον γάμο; Μα δεν θα φεύγαμε ταξίδι χωρίς να είχαμε πρώτα περάσει εκείνο το ρημαδοστέφανο στις κεφάλες μας. Απλά τώρα θα πρέπει να βιαστούμε…»
«Αλήθεια μωρέ Γιώργο; Αλήθεια μου κάνεις πρόταση γάμου;»
«Κοίτα, δεν είναι το πιο ρομαντικό περιβάλλον εδώ, αλλά έτσι που ήρθαν τα πράγματα… και χωρίς δαχτυλίδι κρυμμένο στην τσέπη…»
«Αχ βρε Γιώργο… αν παραγγείλεις άλλη μια καραφίτσα με κρασί… όλα θα είναι ρομαντικά…»
«Τι; Κρασί; Και τα παιδί μου; Δεν το σκέφτεσαι; Άκου κρασί! Πορτοκαλάδα και πολύ σου πάει κυρία μου. Α, όλα κι όλα… από δω και πέρα… τέρμα τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια. Γέννα πρώτα και μετά κάμε ότι θέλεις… που λέει ο λόγος»
Η Δώρα γέλασε βλέποντας τον γνήσιο ενθουσιασμό του συντρόφου της και την χαρά του. του φίλησε τα χέρια
«Ε, δεν είμαι παπάς…», της είπε και σηκώθηκε όρθιος. Έσκυψε και της ρούφηξε τα χείλη εξαφανίζοντας σχεδόν το κραγιόν. «Θανάση… ρε Θανάση… κέρνα όλους στο μαγαζί κρασί βρε. Για το γιό μου… βρε»
«Ή την κόρη σου» τον διόρθωσε η Δώρα.
Κάθισε πάλι δίπλα της, ενώ ακούγονταν ακόμα τα χειροκροτήματα και οι ευχές των σερβιτόρων και των θαμώνων της μικρής ταβέρνας.
«Λοιπόν κούκλα μου, άκου πρόγραμμα…»
«Ξέρεις Γιώργο, ότι δεν θα μπορέσω να έρθω στο ταξίδι στην Τουρκία για την Βυζαντινή ανασκαφή. Μπορεί να είμαι αρχαιολόγος και αυτή η έρευνα να ήταν το όραμά μου, αλλά τώρα που γίνομαι μητέρα … τι να πω… όλα τα άλλα μου φαίνονται ανούσια. Τιποτένια… όλα είναι μάταια. Για μένα τουλάχιστον… μπροστά στο παιδί μας… αλλά να ξέρεις… δεν θα σε εμποδίσω να πας εσύ…»
«Το καταλαβαίνω κορίτσι μου. Γι αυτό, άκου το πρόγραμμα που σου έλεγα. Επειδή κατάλαβα ότι δεν θα έρθεις μαζί μου… και επειδή το παιδί μου πρέπει να έχει την καλύτερη περιποίηση, θα κάνουμε τον γάμο, πριν φύγω. Σύμφωνοι;»
«Σύμφωνοι. Αυτό ήταν το πρόγραμμα;»
«Περίμενε ντε. Ο γάμος θα γίνει μόλις επιστρέψουμε από τις διακοπές μας…»
«Διακοπές; Έχουμε Απρίλη, μέχρι τις διακοπές που λες, η κοιλιά μου θα έχει φτάσει στο στόμα. Για τι διακοπές μου μιλάς;»
«Στο σπίτι της μάνας μου στο Πόρτο Χέλι. Όλο τον Αύγουστο κυρία μου… ή μάλλον μέλλουσα κυρία μου»
Γέλασαν με την καρδιά τους και αγκαλιάστηκαν με όση δύναμη μπορούσε να έχει μια αγκαλιά … με το τραπέζι στη μέση.
Η ψιχάλα έξω τώρα είχε γίνει βροχή και η θερμοκρασία είχε πέσει τόσο πολύ που ο Θανάσης αναγκάστηκε να ανάψει την σιδερένια σόμπα στο κέντρο του μαγαζιού. Το τζάμι του παράθυρου είχε αποκτήσει εκείνες τις ακανόνιστες υδάτινες ρίγες που έδειχναν παραμορφωμένο τον κόσμο, δηλαδή πιο όμορφο και πιο δίκαιο.
«Τα έχει η Άνοιξη αυτά…», είπε ο σερβιτόρος λες και προσπαθούσε να δικαιολογηθεί για την απρόσμενη εξέλιξη του καιρού.
Η «Μαρμάρω», έδειξε για άλλη μια φορά συγκινητική υπακοή στα προστάγματα του Γιώργου. Με πολύ μικρή ταχύτητα (από την ώρα που έμαθε για την εγκυμοσύνη της, ο Γιώργος είχε αρχίσει να συμπεριφέρεται προστατευτικά και πιο μυαλωμένα, έκφραση που άρεσε της μάνας του), κατέβηκαν τον λόφο που έβγαζε στο Γραμματικό, μέσα από μια καταρρακτώδη βροχή και τις ευωδιές του χώματος και των ανοιξιάτικων λουλουδιών. Έφυγαν από τον Μαραθώνα και αγόρασαν από υπαίθρια παραπήγματα δυο μεγάλες, κατακόκκινες κολοκύθες που λαχτάρισε η κοπέλα.
«Σιγά βρε Γιώργο, μόλις δυό μηνών είμαι. Δεν είναι ανάγκη να γίνεις μούσκεμα για … επιθυμίες μου. Όχι ακόμα τουλάχιστον… αλλά που θα μου πάει; Θα σου το ψήσω εγώ το ψάρι στα χείλια». Γέλασαν με την καρδιά τους όσο ο άντρας προσπαθούσε να στεγνώσει τα βρεγμένα του παπούτσια. Καθάρισε το τζάμι που είχε θολώσει από τα χνώτα τους με ένα μαντίλι και συνέχισαν μέχρι που τα φώτα της πλατείας της Αγίας Παρασκευής αντανακλάστηκαν στο καπό. Ήταν νωρίς το απόγευμα, αλλά ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει. Οι λεύκες μαστίγωναν τον ουρανό ζωντανεύοντας στις ξαφνικές ριπές του ανέμου, για να μείνουν στη συνέχεια και πάλι ακίνητες σαν ζωγραφιά.
Άφησε την Δώρα στο σπίτι και σαν την είδε να μπαίνει μέσα, έβγαλε το τηλέφωνο και πήρε τον Τέλη. Δεν κρατιόταν τώρα. Έψαχνε να βρει σε ποιους να πρωτοπεί τα νέα. Χτύπησε το χέρι με δύναμη στο τιμόνι:
«Έλα ρε… άκου…»

«Μα τι Άνοιξη είναι αυτή βρε παιδί μου! Πιο πολύ με Φθινόπωρο μοιάζει με τόσες βροχές και αέρηδες!»
«Έτσι είναι βρε Τέλη, πρώτη σου Άνοιξη είναι; Γέρασες πια και ακόμα γκρινιάζεις με τον καιρό…»
«Και πάντα θα γκρινιάζω. Ειδικά τώρα που πλησιάζει η ώρα του ταξιδιού. Μάης σου λέει μετά… η γιορτή των λουλουδιών… η γιορτή της Φύσης! Κουραφέξαλα… κολοκύθια με τη ρίγανη…»
«Τέλειωσες να κάνουμε και καμιά δουλειά; Περιμένει ο Υπουργός την έκθεση σε δυο μέρες και ο μόνος που δουλεύει σε αυτό το γραφείο, είμαι εγώ. Άντε τεμπελχανά…»
«Εξασκείσαι και στα Τούρκικα; Άκου τεμπελχανά… ωραία λέξη….», στηρίχτηκε με μελαγχολική διάθεση στο μεγάλο αλουμινένιο παράθυρο, «Κοίτα βροχή ρε παιδί μου!»
«Κοίτα στοίβα από χαρτιά ρε παιδί μου», του απάντησε ειρωνικά ο Γιώργος.
«Ναι, δίκιο έχεις…»
«Α, ωραία, θα δουλέψεις δηλαδή;»
«Όχι, αλλά έχεις δίκιο. Ο μόνος που δουλεύει εδώ είσαι εσύ. Arrivederci λοιπόν … e grazie κύριε Πανόπουλε. Εύχομαι να τελειώσεις γρήγορα αυτή την … έκθεση. Εμένα με περιμένει ένα ουρί του Παραδείσου… μμμμ, τι να σου πω… άλλο να σου λέω και άλλο να το βλέπεις. Πόσο μάλλον να το τρως το μικρό…». Πήρε το μπουφάν του και ανοίγοντας την πόρτα του γραφείου, έστειλε με το χέρι ένα ειρωνικό φιλί στο ξάδερφό του
«Και πρόσεξε μη κάνεις λάθη στην έκθεση βρε…». Το γέλιο ξεθώριασε στον διάδρομο του υπουργείου.
Μάλιστα, πρέπει και να κάνω μόνος τη δουλειά, πρέπει και να τον καλύψω … σκέφτηκε και γύρισε στα έγγραφά του. Σήκωσε το τηλέφωνο σαν άκουσε το κουδούνισμα του και η φωνή της Δώρας από τον απάνω όροφο, του έφτιαξε τη διάθεση.
«Δε μου λες νεαρέ…», του είπε χαρούμενα, «… τι θα έλεγες για καμιά μπυρίτσα το μεσημεράκι; Βροχούλα έξω, μια μπυρίτσα με ωραίο μεζεδάκι θα …μας έφτιαχνε! Δεν συμφωνείς;»
Κανόνισαν να περάσουν λοιπόν το μεσημέρι και το απόγευμά τους μαζί στην Πλάκα, έτσι κι αλλιώς από Μπουμπουλίνας ήταν εύκολο να πεταχτούν μέχρι εκεί, θα έτρωγαν στο στέκι τους στην πλατεία Κυδαθηναίων και θα φρόντιζαν να πιουν κάπου εκεί και τον καφέ τους. Όσο περνούσε ο καιρός και προχωρούσε η εγκυμοσύνη, τόσο το ζευγάρι ένοιωθε πιο κοντά, τόσο ήθελε να περνάει τον καιρό του σε κοινές δραστηριότητες.
Ο Γιώργος έκλεισε το τηλέφωνο και χαμογέλασε. Έπιασε το δεξί του μάγουλο, αυτός ο πονόδοντος που τον είχε πιάσει εδώ και τρεις μέρες, είχε αρχίσει να γίνεται ενοχλητικός, το έτριψε και το πίεσε με τον δείκτη. Πρέπει να κλείσω ένα ραντεβού με τον οδοντογιατρό γαμώτο, σκέφτηκε ανασηκώνοντας ταυτόχρονα το μεγάλο τοπογραφικό σχέδιο που είχε μπροστά του, … παραπάει αυτή η αδιαφορία για τα δόντια μου.
Κάπως έτσι πέρναγε η μέρα τους, γελούσαν και διασκέδαζαν, συζητούσαν και σχεδίαζαν την μελλοντική τους ζωή. Αν και αυτό το τελευταίο, έφερνε μια μικρή θλίψη στην Δώρα, αφού ήξερε ότι ο χωρισμός της από τον Γιώργο, έστω και για αυτό το σχετικά μικρό χρονικό διάστημα, θα την επηρέαζε. Δεν μπορούσε όμως και να απαιτήσει κάτι άλλο. Φοβόταν να ήταν μόνη με μικρό παιδί, αλλά ήταν αποφασισμένη να το πολεμήσει. Άφηνε λοιπόν τις σκέψεις αυτές στην άκρη και προσπαθούσε να χαρεί τη ζωή, όπως ήταν τώρα. Μα τι έλεγε και ο πατέρας της; Ζήσε σήμερα και για αύριο… έχει ο Θεός! Και πίστευε ότι πράγματι ο Θεός είχε για αυτούς.
Βέβαια έτσι θα ήθελε να πάνε τα πράγματα. Ο λαός λέει ότι όταν οι άνθρωποι κάνουν όνειρα ή ελπίζουν, ο Θεός γελάει.

Η Άνοιξη πέρασε και το καλοκαίρι ήρθε με τις πρώτες ζέστες να ταλαιπωρούν τον Αθηναϊκό πληθυσμό και τους δρόμους να μεταμορφώνονται σιγά – σιγά σε ασφάλτινα κρεματόρια. Η πόλη, έδιωχνε τους κατοίκους σε παραλίες και βουνά ή οπουδήποτε δηλαδή μακριά. Το μυαλό των περισσοτέρων ήδη είχε πάει διακοπές με αποτέλεσμα η απόδοση στους εργασιακούς χώρους να είναι τόσο μειωμένη που κάποιος θα απορούσε εύλογα, πως λειτουργούσε αυτό το κράτος.
Η Δώρα χάιδευε την κοιλιά που τώρα πια είχε φουσκώσει αρκετά για να μαρτυρά την εγκυμοσύνη της και χαμογελούσε ευχαριστημένη, αυτές τις τελευταίες μέρες στη δουλειά, αφού από τον άλλο μήνα, τον Αύγουστο δηλαδή, θα έπαιρνε την υποχρεωτική άδειά της. Ο Τέλης την κοιτούσε πίσω από το γραφείο του, εκεί που καθόταν δηλαδή και κορόιδευε τον κόσμο ότι δούλευε και το μυαλό του ήταν στη μικρούλα που είχε γνωρίσει πριν δυό μέρες σε κάποιο μπαράκι. Πω – πω… μη μου τύχει τίποτα τέτοιο… σκέφτηκε βλέποντας την πρησμένη κοιλιά της Δώρας και έφτυσε τον κόρφο του, ενώ ασυναίσθητα χτύπησε την επιφάνεια του γραφείου του.
«Λοιπόν Τέλη; Θα αργήσει ο Γιώργος;»
«Σου είπα βρε …», της απάντησε, «… πετάχτηκε μέχρι την Ερμού. Τον ήθελε ο τοπογράφος νομίζω … ή κάτι τέτοιο…»
«Μάλιστα»
«Μη φοβάσαι, δεν στον κλέβει κανείς…»
Η Δώρα τίναξε τα κόκκινα μαλλιά της που θύμιζαν χαίτη λιονταριού και έβαλε το χέρι στο ιδρωμένο σβέρκο της. Την ενοχλούσε αυτή η ζέστη και ήξερε ότι το καλοκαίρι δεν είχε ακόμα φορτσάρει.
«Μάλιστα. Απλά τον ήθελα κάτι και αφού είχα κενό, είπα να κατέβω να τον δω λιγάκι…»
«Δεν κάνεις μακριά του ε; Αμάν αυτός ο έρωτας!»
«Ναι, έτσι είναι! Αλήθεια, δεν σε ρώτησα… πως πάνε οι ετοιμασίες; Εννοώ για την Κωνσταντινούπολη… για το ταξίδι; Πως το δέχτηκαν οι άλλοι; Και αλήθεια καταλήξατε ποιοι τελικά θα είσαστε; Νομίζω ότι θα έρθει και ο Σκαλιώτης ο συντηρητής μαζί σας; Έτσι δεν είναι;»
«Ναι, στη θέση σου κυρία μου… αφού εσύ …» και έδειξε την κοιλιά της.
«Τι να κάνουμε βρε Τέλη, συμβαίνουν αυτά»
«Και γιατί πάντα συμβαίνουν σε λάθος στιγμές; Ξέρεις τι ωραία θα περνάγαμε εκεί. Ώ ρε μάνα μου γλέντια που θα κάναμε! Και είναι η Κωνσταντινούπολη… ξελογιάστρα η άτιμη. Και οι Τουρκάλες… μανούλια σκέτα… αλλά τι τα λέω σε σένα»
«Δεν βλέπω να λες κουβέντα για δουλειά όμως. Σίγουρα θέλεις να πας για την ανασκαφή;». Γέλασαν και οι δυό με την καρδιά τους. Η Δώρα έφυγε με κάποια απογοήτευση που δεν είχε καταφέρει να δει τον καλό της έστω και για λίγο, αλλά και από την επιπόλαιη και ανεύθυνη στάση του τέλη. Αρχαιολόγος ήταν κι αυτός, όπως όλοι άλλωστε σε εκείνο τμήμα, δεν μπορούσε να δεχτεί ότι ενώ του δινόταν μια τέτοια ευκαιρία, εκείνος υπολόγιζε στα γλέντια και τις διασκεδάσεις. Κρίμα…, σκέφτηκε με μελαγχολία, τέτοιο έξυπνο μυαλό και να αδικεί τον εαυτό του! Ένοιωσε το μωρό να σαλεύει μέσα στην κοιλιά της, το είχε πρωτακούσει την προηγούμενη εβδομάδα και από τότε αποζητούσε αυτή την κίνησή του, χάιδεψε σχεδόν με περηφάνια και φανερή ικανοποίηση το σημείο εκείνο και κατευθύνθηκε προς το γραφείο της. Η δουλειά περίμενε και οι φάκελοι είχαν φτιάξει μια μεγάλη στοίβα. Σκέφτηκε ότι είχε αρχίσει να κουράζεται πιο γρήγορα τώρα, αυτό που έλεγε η μάνα της ότι βάρυνε και κάθε τόσο ένοιωθε πόνους στη μέση και τα πόδια της που φαίνονταν λίγο πιο πρησμένα πια.
Κάθισε και ακούμπησε την πλάτη της όσο πιο όρθια μπορούσε. Σκέφτηκε το ταξίδι του Γιώργου και ονειρεύτηκε να πήγαινε κι εκείνη. Θα ήταν μεγάλη ευκαιρία για την καριέρα της, για το επαγγελματικό της μέλλον. Αλλά το πραγματικό μέλλον είναι εδώ… σκέφτηκε και χάιδεψε άλλη μια φορά την κοιλιά της.
Κι όμως οι τοίχοι του γραφείου την έπνιγαν … κι ας είχαν μείνει μόνο λίγες μέρες μέχρι την άδειά της.
«Άντε να έρθει ο Αύγουστος να την αράξω κι εγώ, όπως θα έλεγε ο Τέλης…»
Τσέκαρε το ραντεβού που είχαν με τον γιατρό το βράδυ, εξέτασε τους πρώτους φακέλους και δέχτηκε την κυρία Ποταμίτη, μια ξερακιανή γυναίκα με μαύρα στενά μάτια και μαλλιά πιασμένα σε κότσο που θύμιζε δεκαετία του εξήντα, για μια υπόθεση που αφορούσε σε κάποια θεμέλια σπιτιού… ή κάτι τέτοιο.
Κάποιος στην περιοχή της Πλάκας είχε την φαεινή ιδέα να γκρεμίσει ένα παλιό σπίτι και να χτίσει με θεμέλια ένα τριώροφο κτίριο, με αποτέλεσμα να βρει αρχαίους κίονες και μάρμαρα σε βάθος τριών μέτρων. Κι από κείνη τη στιγμή είχε βέβαια αρχίσει η περιπέτειά του, η δικαστική διαμάχη με την αρχαιολογική υπηρεσία και όλες τις άλλες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού που εμπλέκονταν στην υπόθεση αυτή για την διάσωση των αρχαίων.
Λαχτάρισε να φάει κάτι γλυκό και έβγαλε ένα κουτί με σοκολατάκια, σαν η επισκέπτης της έφυγε,  από το συρτάρι του γραφείου της. Το δάγκωσε και άφησε το υγρό με γεύση κερασιού που είχε στο κέντρο του, να της πλημμυρίσει την ψυχή. Κάτι που άρεσε και στο μωρό βέβαια, αφού αυτόματα αντέδρασε κι εκείνο.

«Λοιπόν κυρία μου… αυτό είναι άλογο που έχετε μέσα σας…», είπε ο γιατρός σαν άκουσε την καρδιά του μωρού. «Ακούστε κι εσείς πόσο δυνατά χτυπάει η καρδιά του. Πω – πω, δυναμίτης είναι». Ο Γιώργος έσκυψε και την φίλησε πάνω στο κρεβάτι που ήταν ξαπλωμένη. «Δυνατή – δυνατή είναι η μπέμπα…», συνέχισε ο γιατρός κοιτάζοντας την οθόνη του υπέρηχου, ενώ το χέρι γύρναγε με τη λαβή του μηχανήματος, γύρω – γύρω στη καλυμμένη με ζελέ κοιλιά της Δώρας. «Κούκλα…»
«Τελικά κορίτσι είναι ε; Είστε σίγουρος γιατρέ;», ρώτησε ο Γιώργος.
«Ναι, σίγουρος τώρα πια. Φαίνεται καθαρά… κορίτσι με τα ούλα του είναι»
Το ζευγάρι κοιτάχτηκε στα μάτια και χαμογέλασαν. Σκέφτηκαν το μικρό θηλυκό διαβολάκι που το έβλεπαν κιόλας να τρέχει στο σπίτι με τα στραβά του ποδαράκια, φωνάζοντας και κάνοντας οτιδήποτε θα μπορούσε να προκαλέσει φασαρία. Ο Γιώργος φίλησε τα χέρια της Δώρας με τέτοια τρυφερότητα που δεν είχε δείξει ποτέ στη κοινή τους ζωή, ούτε ακόμα τότε που είχαν πρωτοκάνει έρωτα.
Τελικά δεν κρατήθηκε και άρχισε να κλαίει με λυγμούς, παρασέρνοντας και την γυναίκα σε αυτό, κάνοντάς την συγχρόνως τόσο περήφανη. Του χάιδεψε το κεφάλι και κοίταξε τον γιατρό που διακριτικά είχε περιοριστεί στην άκρη του δωματίου, αφήνοντας στη μέση την εξέταση προς το παρόν.
«Η μικρή Μαίρη θα έρθει Γιώργο μου σε λίγο καιρό», του είπε χαμηλόφωνα.
Συμφώνησε κι εκείνος κουνώντας καταφατικά το κεφάλι. Κοίταξε τον γιατρό και κατάλαβε ότι έπρεπε να τραβηχτεί στην άκρη. Σκούπισε τα μάτια, έδωσε ένα τελευταίο φιλί στη σύντροφό του και κάθισε στην άκρη. Κάτι του είπε ο γιατρός, κάτι που δεν το κατάλαβε, αλλά συμφώνησε με ένα κούνημα του κεφαλιού. Το μυαλό του τώρα ήταν μόνο για την κόρη του.

Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 32
¨ΣΚΙΑΣ ΟΝΑΡ ΑΝΘΡΩΠΟΣ¨

(Πίνδαρος : ο άνθρωπος είναι το όνειρο μιας σκιάς)

Ο κυρ Δημητρός σήκωσε με όση δύναμη είχαν ακόμα τα γέρικα μπράτσα του, το μεγάλο μπαούλο με τα δερμάτινα δεσίματα και τις γυαλιστερές κλειδαριές. Ένα μακρόστενο μπαούλο που είχε φροντίσει με λάδι και καθαρίσει με πράσινο σαπούνι η Κυράννα, να δείχνει καινούργιο αν και είχε κλείσει πάνω από πενήντα χρόνια ζωής. Του είχε βάλει επί δέκα μέρες λεβάντα και βιολέτες μέσα σε γάζες, να αποκτήσει και ωραία μυρουδιά. Η Καλοτίνα είχε διπλώσει όλα της τα ρούχα, όσα τουλάχιστον είχε άμεση ανάγκη, τις πετσέτες  της, τα σεντόνια της με τις κεντημένες ούγιες  και ότι θα μπορούσε να χαρακτηριστεί προικιό, με μεγάλη τάξη και φροντίδα. Την βοήθησαν όλες οι γυναίκες της καθημερινότητάς της, η μάνα της, η Νικολέτα, οι Τσουκαλαήνες, η Σεβαστή, ακόμα και μια δυό φορές είχε πάει για βοήθεια και η Υπαπαντή, που τώρα ένοιωθε πιο μεγάλη άνεση στο σπίτι τους.
«Άσε κυρ Δημητρέ, θα το σηκώσουμε εγώ με τα παιδιά…», ακούστηκε η φωνή του Κουκουβά από το πάνω μέρος της σκάλας του «Κανάρης». Και λέγοντας αυτά, έδωσε ένα σάλτο, κατέβηκε τρία – τρία τα σκαλιά και έπιασε με το δεξί του χέρι την λαβή από το τεράστιο μπαούλο, σπρώχνοντας ελαφρά τον ηλικιωμένο άντρα. Δεν δυσκολεύτηκε να το ανεβάσει στο κατάστρωμα με την βοήθεια των δυο παιδιών που ξεφόρτωναν τις βαλίτσες από τις λάζες και το έσπρωξε προς την καμπίνα της Καλοτίνας και του πατέρα της. Ο κυρ Δημητρός συνόδευε την μεγάλη του κόρη στο μεγάλο λιμάνι, τον Πειραιά, για το υπερπόντιο ταξίδι της. Δύσκολο έργο για πατέρα, δύσκολο ταξίδι για την κόρη.
Ο κυρ Νικόλας ο Κουκουβάς, έτεινε το χέρι και πιάνοντας το δικό της, βοήθησε την Καλοτίνα, το φίλησε, θυμίζοντας σε μια σπάνια εικόνα για κείνον, ιππότη από κοριτσίστικο παραμύθι. Στο τέλος δεν άντεξε και την τράβηξε κοντά του. Την αγκάλιασε με όλη του σχεδόν την δύναμη και τη φίλησε στα μάγουλα σταυρωτά βάζοντας συγχρόνως τα κλάματα με λυγμούς. Ένοιωθε σαν δεύτερος πατέρας της. Τόσα χρόνια γείτονες πίστευε ότι την είχε κατά κάποιο τρόπο κι αυτός μεγαλώσει. Πόσες φορές δεν της είχε πει ιστορίες της θάλασσας και του νησιού! Ιστορίες που η Καλοτίνα, μικρή τότε, τις ρουφούσε σαν σφουγγάρι, με όλη της προσοχή και το ενδιαφέρον που μπορούσε να πηγάσει από την παιδική της ψυχή.
«Άμε στο καλό κορίτσι μου… άμε στο καλό της Παναγιάς… και μη μας ξεχνάς όλους εμάς εδώ στο νησί. Ελπίζω προ να κλείσω τους οφθαλμούς μου να σε ξαναδώ μαθές…»
Η νέα γυναίκα δεν μίλησε, με κόπο κρατούσε τα μάτια της στεγνά (αν και ήταν κατακόκκινα) και τους λυγμούς φυλακισμένους μέσα στα στήθια. Τον φίλησε κι εκείνη… το στερνό φιλί που θα έδινε σε κάποιον από την πατρίδα… και γύρισε να δει στον μόλο τους δικούς της ανθρώπους που είχαν σηκώσει το χέρι σε ένα ύστατο αντίο. Ο χωρισμός της ξενιτιάς έδειχνε τώρα αλύπητα, όλη του την βαρβαρότητα και αδυσώπητη μανία του.
Το πλοίο σφύριξε με εκείνη την βραχνή, θολή, φωνή του. Οι θόρυβοι από τις σκάλες που ανέβαιναν στα πλαϊνά του, το καμπανάκι που ειδοποιούσε τους ναύτες για την άγκυρα, οι ήχοι της αλυσίδας της άγκυρας…
Το νησί άρχισε να απομακρύνεται από τα μάτια της… πέρασε από το οπτικό της πεδίο ο «Ναυτικός Όμιλος» και οι χοροί που χόρεψε εκεί παλιότερα, τα «Κασόνια» με την χρυσή άμμο, τα βράχια του «Ιορδάνη», το σπίτι της, … η γέφυρα και η εκκλησούλα του «Σταυρού» (εκεί πάντα χαιρετούσαν τα καράβια)… τα «Θέρμα». Και όλα αυτά… να μαχαιρώνουν την καρδιά της… και επιτέλους τα δάκρυα κύλησαν στα ζεστά μάγουλα. Ο κυρ Δημητρός στεκόταν λίγο πιο πίσω από την κόρη του, που προσπαθούσε μέσα στην τελευταία ματιά της, να χωρέσει όσο πιο πολλά πράγματα μπορούσε από το νησί, από τους ανθρώπους του, από τις θάλασσές του. Έβαλε το ροζιασμένο χέρι του πάνω στον ώμο της Καλοτίνας και τον έτριψε απαλά. Σκέφτηκε να της πει κάτι, αλλά η φωνή του δεν έλεγε να βγει.
Τα φώτα τώρα της ακτής είχαν γίνει μικροσκοπικές κουκίδες μέσα στο μαύρο φόρεμα της νύχτας. Σε λίγο θα φαινόταν η Λέρος και μετά …
Κοίταξε λίγο ακόμα και αφέθηκε στις σκέψεις της καθισμένη πια σε μια καρέκλα του καταστρώματος. Ο Κλεάνθης ήταν ο μόνος που έλειπε εδώ και τόσο καιρό, ήταν ο μόνος που «πρόδωσε» την αναχώρησή της. «Καταραμένο σφουγγάρι…», σκέφτηκε, αλλά αμέσως μετά σταυροκοπήθηκε σαν φοβήθηκε ότι ήταν κατάρα αυτό που ξεστόμισε το μυαλό της. Έπρεπε να σκεφτεί τόσα τώρα για το μέλλον. Γύρισε το βλέμμα στον πατέρα της. Του χαμογέλασε μα εκείνος δεν μπόρεσε ν’ ανταποδώσει το χαμόγελο της, μόνο είχε καρφώσει τα μάτια στις κερωμένες σανίδες του καταστρώματος.

«Αν κρατήσει κι άλλο αυτός ο καιρός, θα κάνουμε θάματα…», ακούστηκε ο καπετάν Άτσας με ευχάριστη φωνή, χτυπώντας τη γροθιά στην κουπαστή. «Μπράβο παιδιά … μπράβο ξεφτέρια μου… άντε και θα βγάλουμε μπόλικο κέρδος φέτο…»
Ο Κλεάνθης ετοιμαζόταν για την τρίτη και τελευταία βουτιά της μέρας. Είχε «σηκώσει» σήμερα αρκετά κιλά από τον βυθό αφού το λιβάδι που βρήκαν ήταν τόσο πλούσιο που όσο μπορούσε να δει μέσα στο σκοτεινό περιβάλλον της θάλασσας, το σφουγγάρι «βρώμαγε», όπως έλεγαν και στο νησί του. Το μυαλό του τώρα δούλευε πυρετωδώς υπολογίζοντας από την μια τα αναμενόμενα κέρδη, αλλά από την άλλη η σκέψη πήγαινε εκεί στον μόλο της Καλύμνου, που το καράβι, το «Κολοκοτρώνης» ή το «Κανάρης» ή το «Μιαούλης», δεν είχε σημασία ποιο, θα έπαιρνε την αδερφή του μακριά. Για πάντα.
 Ένοιωσε κάτι να τον πιέζει στους ώμους. Ο κολαουζέρης με ένα ναύτη, κράταγαν την «περικεφαλαία» και την είχαν σηκώσει περνώντας το στόμιό της πάνω από το κεφάλι του. Σαν την βίδωσαν, ένοιωσε ο αέρας να τον πνίγει και ξύπνησε από τις ονειροπολήσεις του, σαν το κροτάλισμα των δαχτύλων του υπνωτιστή. Γύρισε το βλέμμα δεξιά αριστερά να δει από τα μικρά στρογγυλά φινιστρίνια και ο καπετάνιος από μερικά μέτρα πιο μακριά του χαμογέλασε, προσπαθώντας να τον παροτρύνει. Σήκωσε το χέρι αβέβαιος, κάτι μέσα του δεν τον άφηνε να βουτήξει εκείνη την ώρα, κατέβηκε τα πρώτα σκαλιά της σχοινένιας σκάλας στο πλάι και άφησε τον εαυτό του στην μοίρα του και στα χέρια του κολαουζέρη. Το τελευταίο πράγμα που είδε, ήταν το όνομα του σκάφους που πνιγόταν μέσα στον απαλό παφλασμό της θάλασσας, το ξεθωριασμένο και φθαρμένο «Βαγγελίστρα» με μεγάλα άσπρα γράμματα, στο γαλάζιο τους πλαίσιο. Και αριστερά του, κάπου στο βάθος, ένα άλλο σκάφος που ετοίμαζε κι αυτό τον δικό του «μηχανικό» για βούτθο, τον «Άγιο Σάββα». Μετά οι αφροί έπνιξαν το οπτικό του πεδίο και ένα μυστηριακό βάθος τον τράβαγε στα σπλάχνα του.
Τα πόδια του άγγιξαν τον βυθό και ένοιωσε την σκληρή επιφάνειά του, αφού ήταν όλος σχεδόν καλυμμένος από πέτρες και βράχια με μικρά διαλείμματα λεπτής άμμου. Καλό σημάδι αυτό για σφουγγάρια. Κοράλλια πολύχρωμα κοντά του λες και του χαμογελούσαν με τα χρώματά τους προσπαθώντας να τον μαγέψουν σαν άλλες σειρήνες. Μικρά και μεγάλα σφουγγάρια απλώνονταν παντού και έτσι έπιασε δουλειά αμέσως χωρίς να χρειάζεται να κάνει μεγάλη απόσταση. Τον πονούσε κιόλας το χωλό του πόδι, ήταν και το μυαλό του στην αναχώρηση της αδερφής του και για κάποιο λόγο φοβόταν σήμερα. Ένας φόβος που έλπιζε ότι με την ώρα θα τον ξεπερνούσε.
Μέσα σε λίγη ώρα έστειλε το πρώτο καλάθι στην επιφάνεια και τώρα προσπαθούσε να γεμίσει το δεύτερο με κάτι μεγάλα «καπάδικα» που είδε σε μια κατηφοριά. Άρχισε λοιπόν ν’ ακολουθεί τον βυθό και αφού ο κολαουζέρης δεν τον ειδοποιούσε για αυτή την κατηφόρα του, συνέχισε ευχαριστημένος από το θέαμα. Και όσο κατέβαινε, τόσο τα σφουγγάρια είχαν μεγαλύτερο μέγεθος και φυσικά ήταν σε πολύ καλύτερη ποιότητα. Τον έπιασε ο πυρετός του «κλαδέματος», δούλευε χωρίς να σταματάει ούτε στιγμή. Είχε περάσει αρκετή ώρα και ήξερε ότι θα τον σήκωναν σύντομα, οπότε έπρεπε να «σφάξει» όσα πιο πολλά μπορούσε.
Μερικά μέτρα πιο χαμηλά είδε ένα μεγάλο σφουγγάρι και επειδή δεν μπορούσε να υπολογίσει το μέγεθός του, αποφάσισε να κατέβει τα πέντε μέτρα που τον χώριζαν από κείνο.
«Σιγά μωρέ… πέντε – έξη μέτρα είναι, τι διαφορά έχει;», σκέφτηκε θαμπωμένος από το μεγάλο μέγεθος του σπόγγου. «Κατεβαίνω και … ο Θεός βοηθός…».
 Και κατέβηκε όσο γρήγορα του επέτρεπαν τα σιδερένια παπούτσια του και εκείνο το «καταραμένο» δυνατό ρεύμα του νερού. Σκόνταψε πολλές φορές στα κοράλλια και τους βράχους, γονάτισε και, εξαντλημένος καθώς ήταν, κουραζόταν να σηκωθεί και βέβαια δεν υπήρχε καμιά περίπτωση να κρατήσει το κορμί του ίσιο. Ξαφνικά η περικεφαλαία του φάνηκε αβάσταχτη και η ανάσα του έγινε γρήγορη και κοφτή.
Σήκωσε το χέρι όσο πιο ψηλά μπορούσε και άγγιξε την βαλβίδα, να την πιέσει να βγάλει λίγο αέρα από την στολή, να την ξεφουσκώσει δηλαδή, μήπως και η κίνηση σε τέτοιο βάθος γίνει πιο… υποφερτή. Ευτυχώς που η «Βαρβάρα», λειτουργούσε καλά και κάπως ανακουφίστηκε. Τράβηξε και το κολαούζο, το δίπλωσε στο αριστερό του χέρι και βεβαιώθηκε ότι είχε ακόμα το μικρό τσεκούρι περασμένο στη θήκη στη ζώνη του. Κοντοστάθηκε στα τέσσερα μέτρα και ανακάλυψε ότι το βάθος που ακόμα ήθελε ήταν πάνω από πέντε μέτρα ακόμα.
«Φτου…», είπε μέσα στην κάσκα του, «… κοίτα λάθος που έκανα. Πως σε γελάει το βάθος! Ας έχει… μπήκα στον χορό… θα χορέψω» και άρχισε πάλι την κατάβαση στον απότομο βράχο. Κάθε τόσο γύρναγε το κεφάλι πίσω ή καλύτερα πίσω προς τα πάνω και έβλεπε το ελάχιστο φως του ήλιου που μάλλον πρέπει να είχε αρχίσει να δύει. Οι φυσαλίδες από την ανάσα του έκαναν μια μικρή στήλη που ταξίδευε προς την επιφάνεια. Κάπου – κάπου κάποιο ψάρι πέρναγε μέσα από αυτή τη στήλη και με περιέργεια προσπαθούσε με το στόμα ανοικτό να καταπιεί κάποια φυσαλίδα. Όταν όμως έβλεπε ότι δεν ήταν φαγητό, απλώς αδιαφορούσε και συνέχιζε το άσκοπο ταξίδι του, χωρίς να δίνει περισσότερη σημασία στον δύτη.
Το χωλό του πόδι, άρχισε απότομα να τον πονάει και να τον «τραβάει». Φοβήθηκε για την πίεση ή για καμιά κράμπα. «Άντε … λίγο ακόμα…» σκέφτηκε και επικεντρώθηκε στο μεγάλο, προκλητικό σφουγγάρι που φαινόταν να τον κοροϊδεύει. Το νερό άρχισε να γίνεται τόσο σκούρο δίπλα του, τόσο, που μετά βίας τώρα διέκρινε τον στόχο του… το προκλητικό αυτό θήραμα του βυθού. Χαμογέλασε και έκανε μια ακόμα πιο γενναία κίνηση… άφησε τον εαυτό του να πέσει από τον βράχο τα υπόλοιπα μέτρα.
«Καλύτερα θα είναι …», σκέφτηκε. «Άντε να τελειώνω πια με αυτό… α, ρε Παπαντή …», είπε μέσα στο σκάφανδρο σκεπτόμενος την κοπέλα, «… να δεις τι θα βγάλω τώρα εγώ μαθές. Να σε κάμω περήφανη για τον άντρα που θα έχεις δίπλα σου…».
Ένοιωσε με τα πόδια του, όσο μπορούσε να νοιώσει με τα σιδερένια παπούτσια που τον τράβαγαν κάτω, την απαλότητα της άμμου, ανάμεσα σε ένα βράχο και ένα θεόρατο κόκκινο κοράλλι, εκεί που κατέληξε μετά την πτώση του. Στάθηκε όσο πιο όρθιος μπορούσε και θαύμασε το μεγάλο αυτό σφουγγάρι που του είχε πάρει την καρδιά και το μυαλό, δυο με τρία μέτρα πιο πέρα. Χαμογέλασε και μια ανεξήγητη φαγούρα τον έπιασε στο σαγόνι, τα γένια του είχαν μεγαλώσει αρκετά τόσες μέρες, κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει το χέρι για να ξυστεί και έφερε το πρόσωπο όσο πιο κοντά στο μικρό φινιστρίνι της περικεφαλαίας, να ανακουφιστεί με το μέταλλο. Άρχισε να τρίβει με μανία το σαγόνι, όταν είδε μια στήλη από φυσαλίδες, να ανεβαίνουν προς την επιφάνεια της θάλασσας από την αντίθετη πλευρά του μεγάλου θηράματος.
Σάστισε. Δεν μπορούσε το κουρασμένο μυαλό του να εξηγήσει τι ήταν αυτό που έβλεπε. «Τι… το σφουγγάρι αναπνέει…», αναρωτήθηκε κοιτώντας με τα μάτια γουρλωμένα. «Πως είναι δυνατό;»
Περπάτησε με μεγάλη δυσκολία, είχε πια εξαντληθεί, πιάστηκε από τον βράχο δίπλα του και σιγουρεύτηκε ότι το μικρό, κοφτερό τσεκούρι του, ήταν σωστά περασμένο στη θέση του. Φοβόταν μη και με την πτώση το είχε χάσει. Χαμογέλασε αν και η φαγούρα αλλά και η παρουσία των φυσαλίδων από την άλλη μεριά του σφουγγαριού, τον απασχολούσαν ακόμα. Πλησίασε στον στόχο του και δεν μπόρεσε να κρατήσει το επιφώνημα θαυμασμού που ξέφυγε από τα στήθια του. Μπροστά του ένας γίγαντας με διάμετρο πάνω από δύο μέτρα με ιδανικό σχήμα, που θύμιζε χέρια με ενωμένες παλάμες ικέτιδων προς τον … ουρανό, ή στην επιφάνεια της θάλασσας στην προκειμένη περίπτωση.
Χάιδεψε το εξωτερικό του σφουγγαριού και σκέφτηκε πως θα μπορούσε με λίγα χτυπήματα και σε μικρό χρονικό διάστημα, να το κόψει χωρίς να του κάνει ζημιά. Μετακινήθηκε προς την δεξιά του μεριά και έβγαλε το μικρό τσεκούρι από το θηκάρι του. «Να, εδώ…», σκέφτηκε, «… εδώ θα το χτυπήσω. Έτσι θα ξεκολλήσει έστω το μισό από τον βράχο … και μετά άλλο ένα χτύπημα. Και όλα θα τελειώσουν… εμ, βέβαια… έτσι θα κάνω»
Με αργές κινήσεις και βρίζοντας το χωλό του πόδι που είχε αρχίσει να τον πονά δυνατά πια, σημάδεψε με την άκρη της λάμας του τσεκουριού που θα χτυπούσε. Κι εκεί που ετοιμάστηκε να καταφέρει το πρώτο και μάλλον κύριο χτύπημα, το μάτι του πήρε χαμπάρι της μικρές εκείνες φυσαλίδες να κάνουν την εμφάνισή τους πάλι, λίγο πιο δεξιά από κείνον, να έρχονται από το πίσω μέρος του σφουγγαριού. Και σε λίγο μια σιλουέτα, η μορφή ενός «μηχανικού», έκανε την εμφάνισή της. Κι εκείνος είχε το δικό του τσεκούρι στο χέρι κι εκείνος έψαχνε να βρει το κατάλληλο σημείο να χτυπήσει το μεγάλο του θήραμα.
Να, που και οι δυό δύτες είχαν βάλει στο μάτι το ίδιο τρόπαιο. Αλλά και ποιος βουτηχτής δεν θα το είχε για στόχο; Για λίγο στάθηκαν και κοιτούσαν έκπληκτοι ο ένας τον άλλο. Ακίνητοι και οι δυό μετρούσαν ο ένας τις αντιδράσεις αλλά και τις προθέσεις του άλλου. Είδε τον «ξένο» να σηκώνει το χέρι του σε μια αργή κίνηση, σα να του λέει: «Φύγε από δω, αυτό είναι δικό μου. Εγώ το είδα, εγώ το θέλω, εγώ θα το πάρω».
Μέσα στην ένταση που επικρατούσε, στο μισοσκόταδο της θάλασσας ο Κλεάνθης χαμογέλασε, με ένα γέλιο εχθρικό και έντονο. Δεν έβλεπε το πρόσωπο του αντιπάλου του για να μπορεί να καταλάβει τις προθέσεις του, αλλά οι κινήσεις του ήταν σαφείς για το τι ήθελε. Ένοιωσε ένα σφίξιμο στα μελίγγια και τις φλέβες του να πρήζονται στο λαιμό του. Μαζί με αυτά, ένοιωσε κι ένα χτύπημα στο χέρι από το κολαούζο που τον ειδοποιούσε ότι είχε περάσει η ώρα και έπρεπε να ανέβει. Τα νεύρα του ήταν τσιτωμένα και κάθε του σκέψη δεν ελεγχόταν πια απόλυτα από το μυαλό. Σήκωσε κι εκείνος το χέρι και έκανε νόημα στον «ξένο» να φύγει. «Ρε κερατά…», μονολόγησε, «… δεν έκανα τόσο κόπο για να το πάρεις εσύ… άμε στο γεροδιάολο…». Μόνο που εκείνος δεν πήγε, αλλά επανέλαβε την προηγούμενη κίνησή του.
«Έτσι ε; Δεν φεύγεις! Κέρατο βερνικωμένο… τώρα θα σου δείξω εγώ. Θα μάθεις ποιος είναι ο Κλεάνθης…», μονολόγησε και άρχισε να πηγαίνει προς το μέρος του κάνοντας συνεχώς κινήσεις με τα χέρια, λες και θα μπορούσε να τον διώξει έτσι και μόνο. Μα ο άλλος στεκόταν εκεί, το δέλεαρ ήταν πολύ μεγάλο για να εγκαταλείψει έτσι … αμαχητί.
Σαν ο Κλεάνθης έφτασε κοντά του, προσπάθησε να διακρίνει μέσα από το μικρό φινιστρίνι, το πρόσωπο του «παρείσακτου», αλλά το μόνο που είδε ήταν ένα μαύρο γυαλί. Τον έσπρωξε, αναγκάζοντάς τον να κάνει ένα με δυο βήματα πίσω. Όμως εκείνος δεν έλεγε να φύγει. Ξαναγύρισε κοντά του και ανταπέδωσε κι εκείνος το σπρώξιμο. Ο Κλεάνθης παραπάτησε και χτύπησε το γόνατο στην κοφτερή προεξοχή ενός βράχου. Έπεσε και αυτό τον εξαγρίωσε. «Γερός είναι ο κερατάς…», σκέφτηκε και στάθηκε πάλι στα πόδια του προσπαθώντας να μη δείξει κάποια αδυναμία.
Τα σπρωξίματα συνεχίστηκαν για λίγο ακόμα και τα αίματα άναψαν, ο κολαουζέρης εξακολουθούσε να του κάνει σήματα από την επιφάνεια ν’ ανέβει, η θάλασσα γινόταν όλο και πιο σκούρα και το μεγάλο σφουγγάρι, αλαζονικά, περίμενε τον νικητή. Προσπάθησε να χτυπήσει τον «ξένο» στο στομάχι, το μόνο σημείο που θα μπορούσε να τον πονέσει, όταν τον είδε να έχει σηκώσει το τσεκούρι του ψηλά με στόχο την δική του «περικεφαλαία».
Δεν μπόρεσε να καταλάβει αν το κρύο που ένοιωσε ήταν από τον παγωμένο ιδρώτα που ξαφνικά τον έλουσε, ή από την επί τόση ώρα παραμονή του στο νερό και μάλιστα σε τέτοιο βάθος. Πάντως με το αριστερό μπόρεσε και έπιασε το δεξί τεντωμένο χέρι του αντιπάλου του. Δεν τον άφησε να το κατεβάσει. Οι δυό άντρες πάλευαν με όση δύναμη τους είχε απομείνει. Αγκαλιάστηκαν σε ένα χορό έντασης και δύναμης, σε μια πάλη χωρίς τεχνική ή επιδέξιες λαβές. Κυλίστηκαν πάνω στην άμμο, λες και προσκυνούσαν το μεγάλο έπαθλο πάνω στον θρόνο του, χτύπαγαν στις άκρες των βράχων, έσπαγαν τα κοράλλια δίπλα τους και τρόμαζαν όσα ψάρια πέρναγαν δίπλα τους, που τους κοίταγαν με διάπλατα μάτια. Σε μια ύστατη προσπάθεια, πριν η κούραση τον καταβάλλει, έσπρωξε με όλο το σώμα τον αντίπαλό του. Εκείνος έδειξε να κλονίζεται και έπεσε με δύναμη πάνω στη βάση του μεγάλου σφουγγαριού, στον βράχο που ήταν στερεωμένο. Έμεινε καθισμένος στον βυθό, χωρίς να δείχνει καμιά διάθεση να σηκωθεί και να συνεχίσει τον καυγά τους.
«Έτσι…», μονολόγησε ο Κλεάνθης, «… έτσι παλιόσκυλο, να μάθεις ποιος κάνει κουμάντο εδώ…».
Ο «ξένος» κουνήθηκε, αλλά η κίνησή του ήταν κάπως απότομη. Ένας μεγάλος στρόβιλος από φυσαλίδες, πίσω από το σκάφανδρό του, άρχισε να ανεβαίνει προς την επιφάνεια. Οι κινήσεις τώρα του «ξένου», είχαν αρχίσει να γίνονται απότομες και κοφτές. Ο Κλεάνθης κατάλαβε τι έγινε και όσο πιο γρήγορα μπορούσε «έτρεξε» προς το μέρος του, ενώ ο κολαουζέρης από ψηλά, χωρίς να ξέρει τι γίνεται κάτω από τα πόδια του, έστελνε σήματα να τον ανεβάσει, περιμένοντας την απόκρισή του.
Έπιασε τον αντίπαλό του στα χέρια και τον γύρισε από πίσω. Η «Βαρβάρα», είχε χτυπήσει σε μια προεξοχή του βράχου και το μαρκούτσο που έδινε αέρα στον δύτη, είχε κοπεί σύριζα στο μέταλλο. Αμέσως άρπαξε το κολαούζο του «ξένου» και το τράβηξε απότομα τρεις φορές, δίνοντας σήμα στον κολαουζέρη του ότι έπρεπε να τον ανεβάσει αμέσως. Δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του, το μόνο οξυγόνο ήταν αυτό που υπήρχε ήδη μέσα στη στολή.
«Καλύτερα χτυπημένος…», σκέφτηκε, «… παρά να σκάσει»
Τράβηξε και το δικό του σκοινί τρεις φορές και ένοιωσε αμέσως το τράβηγμα που θα τον έφερνε πάνω στο σκάφος. Η αγωνία του είχε κορυφωθεί και το μυαλό του, λες και είχε μεθύσει, έφερνε στην επιφάνεια εφιάλτες και τέρατα να τον κατηγορούν και να ζητούν την τιμωρία του. Δυο σκοτεινές φιγούρες που ανέβαιναν αργά και βασανιστικά προς το λιγοστό φως της επιφάνειας, ήταν το θέαμα που «αντίκριζε» ο μεγάλος νικητής, το θεόρατο σφουγγάρι, που κανένα τσεκούρι δεν το είχε βλάψει.
«Ίντα έκαμες τόση ώρα κάτω;» άκουσε την φωνή του καπεταν Άτσα σαν του έβγαλαν την περικεφαλαία. Δεν ανέβασες τίποτις άλλο μαθές…». Ο Κλεάνθης γύρισε το κεφάλι προς τα πίσω χωρίς να πάρει το τσιγάρο που του πρότεινε ο κολαουζέρης του. Έψαξε με τα μάτια την επιφάνεια της θάλασσας, γύρω από το σκάφος και πάγωσε όταν είδε ότι ο «Άγιος Σάββας», μάζευε κι εκείνος τον δικό του δύτη από το νερό. Μόνο που εκείνος ο «μηχανικός» δεν ανέβηκε σκαρφαλώνοντας την σκάλα, αλλά το τρομαγμένο πλήρωμα προσπαθούσε να τον ανεβάσει ανάσκελα.
Ο καπετάν Άτσας το είδε και αυτός την ίδια στιγμή. Με νοήματα και φωνές,  προσπαθούσε να μάθει τι έγινε, τι είχε πάθει ο σφουγγαράς. Και δεν χρειάστηκε πολλά για να καταλάβει. Οι κινήσεις πανικού του πληρώματος ήταν τόσο εύλογες που εξηγούσαν τα πάντα. Ο καπετάνιος έκανε νόημα να πλησιάσει το άλλο σκάφος κοντά τους.
«Πάει το παλληκάρι…», μουρμούρισε ο καπετάνιος. «Πάει και ήταν νέο παιδί…»
Ο Κλεάνθης ένοιωσε φίδια να τον ζώνουν. Κοίταζε μια το άλλο σκάφος, μια τον καπετάνιο:
«Και ποιος ήταν καπετάνιε; Ξέρεις;»
«Ναι… ξέρω παιδί μου. ένας … νέος… ένα νέο παιδί»
«Ποιος νέος; Εκεί ο μόνος νέος … ήταν… ήταν ο Σέμος καπετάνιε. Ο γαμπρός μου…»
Ο καπετάνιος δεν απάντησε, δεν τον κοίταξε. Είχε στυλώσει το βλέμμα στο άλλο του καράβι.
«Καπετάνιε… με ακούς; Πες μου ότι δεν είναι ο Σέμος…»
Απάντηση δεν πήρε, αλλά … η απάντηση ήταν η σιωπή του καπεταν Άτσα.

Η αναφορά του καπετάνιου προς το Λιμεναρχείο δεν ήταν ακριβώς αυτή που έπρεπε ή τουλάχιστον δεν ήταν επεξηγηματική όσο θα έπρεπε, για τα όσα συνέβησαν στον βυθό. Ανάφερε την απώλεια ενός δύτη, από ατύχημα. Ο καπετάνιος εξηγούσε ότι μια ελαττωματική βαλβίδα ελέγχου αέρα είχε πάθει βλάβη σε μεγάλο βάθος, με αποτέλεσμα ο άτυχος «μηχανικός», Σέμος Καβουκλής του Αριστείδη, να χάσει τη ζωή του.
Ο Κλεάνθης βέβαια είχε εξηγήσει ακριβώς τα γεγονότα, δεν μπορούσε να τα κρατήσει μέσα του, αλλά ο καπετάνιος είχε άλλη γνώμη.
«Ο Σέμος έφυγε γιέ μου. Τίποτα δεν ημπορεί να εφέρει πίσω. Πάει… κατάλαβέ το. Γιατί να πεθάνεις κι εσύ σαπισμένος στις φυλακές; Τι ωφελεί αυτό; Κι αν δεν σαπίσεις εκεί, νομίζεις ότι θα σου φερθούν καλά οι άλλοι; Θα καταλάβουν μαθές ότι ήταν ατύχημα; Γιατί στο κάτω – κάτω της γραφής, ατύχημα ήταν. Και η αερφή σου; Την λογαριάζεις αυτήν; Από την μια να θρηνεί για τον άντρα της και από την άλλη; Τι; Να κατηγορεί τον αερφό της! Εσένα που πρέπει τώρα να την στηρίξεις. Κι αυτή και τα ανίψια σου. Τώρα είσαι τα πάντα για αυτήν… κατάλαβέ το αυτό. Και τους γονείς σου δεν τους σκέφτεσαι; Ίντα θα γίνουν αυτοί οι άνθρωποι; Άσε με λοιπόν να κάνω εγώ κουμάντο εγώ σε αυτό, να γράψω την αναφορά όπως πρέπει και εσύ να το κρατήσεις μυστικό μέχρι το θάνατό σου, όπως θα το κρατήσω κι εγώ. Σκέψου… τίποτα άλλο δεν σου λέγω…»
Ο Κλεάνθης σκέφτηκε πολύ εκείνη την νύχτα. Δεν ξαναβούτηξε στο νερό, μόνο καθόταν και κάπνιζε στην άκρη του πλοίου. Είχε αδυνατίσει αφού σχεδόν δεν έτρωγε τίποτα και σκεφτόταν τους δικούς του ανθρώπους, την πράξη του, το πρόσωπο του γαμπρού του κάθε που του έλεγε τα μυστικά του, εκεί στον καφενέ του.

Η Ποθητή έκλαψε με βουβό και πνιχτό κλάμα. Καθόταν στην άκρη του μεγάλου καναπέ μαζί με την αδερφή της, δίπλα στο τραπέζι της κουζίνας. Τα νέα είχαν φτάσει πολύ γρήγορα από την Μπαρμπαριά. Η Νικολέτα σε μια καρέκλα έμοιαζε με φάντασμα, χλωμή, σχεδόν σκελετωμένη με τα μάτια κατακόκκινα από το κλάμα και τα δάκρυα να έχουν σχηματίσει ένα μικρό αυλάκι στα μάγουλα. Δίπλα της η Κυράννα προσπαθούσε να την συνεφέρει (;) αν και κάποιος έπρεπε να συνεφέρει εκείνη πρώτα.
Πάνω στο τραπέζι το χαρτί του Λιμεναρχείου με το χαμπάρι, την είδηση του θανάτου που είχε βρει κάτω από την πόρτα της η Νικολέτα.
Πιο δίπλα, στο πάτωμα, στη μέση του σπιτιού μια λευκή σεντόνα κι ένα ψάθινο πανέρι, όπου μέσα είχαν βάλει τα καλά ρούχα του Σέμου, μαζί με το κασκέτο του, μια εικόνα του, τα παπούτσια του, το κομπολόι του και τον ασημένιο αναπτήρα του. Μπροστά στην εικόνα του ένα καντήλι μετρούσε με την φλόγα του τον πόνο των γυναικών και του Μέμου, που δεν μπορούσε να κρατήσει τα δάκρυά του και τους λυγμούς. Η Σεβαστή και η Υπαπαντή είχαν αναλάβει τα δίδυμα και ο πόνος τις ψυχές τους.
Τα «κορίτσια της γωνίας», έμεναν σιωπηλές και εξαντλημένες.

Ή μηχανικός θα γίνω
Ή στην άμμο θ’ απομείνω
Λάσκα μου κολαουζέρη
Με το γράδο εις το χέρι
Άσε με να συνεχίσω
Την απόχη να γεμίσω
Πρόσεχε μη με χαλάσεις
Τα ποδάρια μη μου σπάσει