Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2014

Η ΙΕΡΑ ΠΥΛΗ

Η ΟΔΟΣ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ

Ο ΗΡΙΔΑΝΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΚΕΡΑΜΕΙΚΟ

ΤΑ ΤΕΙΧΗ ΤΗΣ ΙΕΡΗΣ ΠΟΛΗΣ

Η ΟΔΟΣ ΤΩΝ ΤΑΦΩΝ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΑΝΔΡΩΝ

ΤΑ ΤΕΙΧΗ

ΙΕΡΑΤΕΙΟΝ



ΤΟ ΕΚΤΟΣ ΤΩΝ ΤΕΙΧΩΝ ΝΕΚΡΟΤΑΦΕΙΟ - ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΣ

ΟΛΕΣ ΟΙ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΕΣ ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΑΘΗΝΑΣ, ΠΡΟΕΡΧΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ  http://ancientathens3d.com


Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΠΥΛΟ ΚΑΙ ΑΠΟΨΗ ΤΟΥ ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΥ

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

ΗΡΙΔΑΝΟΣ ΠΟΤΑΜΟΣ ΣΤΟ ΥΨΟΣ ΤΟΥ ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΥ

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19
Περπατούσαν στο μεγάλο δρόμο, με τα ρείθρα στις δυό του άκρες και τις μεγάλες χωνευτές πέτρες που τον χώριζαν στη μέση. Από την μια, αυτοί που πήγαιναν στην πόλη, από την άλλη αυτοί που έκαναν τον αντίθετο δρόμο. Ένα συνονθύλευμα εμπόρων, ταξιδιωτών αλλά και νεαρών στρατιωτών, βιαστικών και οπλισμένων με όλο τον οπλισμό τους. Η σκόνη σηκωνόταν σαν σύννεφο από τις μεγάλες ρόδες των κάρων και τα πόδια των ζώων αλλά και των οδηγών τους, που συνωστίζονταν σαν σμάρι από μέλισσες. Και μάλιστα πολύβουο και πολύχρωμο σμάρι. Κάποιος τροχός από κάρο που κουβάλαγε σταφύλια και άλλα φρούτα, έσπασε από τις πέτρες και ο κακόμοιρος έμπορος που το οδηγούσε, μόνο που δεν έκλαιγε από την απελπισία του. Δυό νέοι φορώντας λινούς χιτώνες με μακριές χειρίδες και βαμβακερά χοντρά ιμάτια, προσπαθούσαν να τον βοηθήσουν, χρησιμοποιώντας μεγάλα κλαδιά σαν μοχλούς, γεμάτοι σκόνη και χώματα στα σανδάλια. Όμως ο κόπος τους δεν έδειχνε να έχει ικανοποιητικό αποτέλεσμα. Κάποιοι στρατιώτες που φρόντιζαν για την ασφάλεια των ταξιδιωτών, έσπευσαν στο σημείο να βοηθήσουν, ν’ αποκαταστήσουν την ομαλή ροή των υπολοίπων αμαξών. Τα σταφύλια που είχαν πέσει στο χώμα, ποδοπατήθηκαν με αποτέλεσμα μια όξινη, πιπεράτη, μυρωδιά να απλωθεί στον αέρα. Οι φωνές, οι κοφτές διαταγές και οι βρισιές, ακούγονταν εκκωφαντικά αρκετά μέτρα μακριά. Πιο κάτω, ένα άλλο κάρο, φορτωμένο με μεγάλους αμφορείς, πιθανόν με κρασί, προσπαθούσε μάταια νε τρέξει ανάμεσα από το πλήθος, να περάσει την πύλη της Αθήνας πριν το σούρουπο. Και ο καροτσέρης φώναζε, όπως όλοι άλλωστε, έβριζε και καμτσίκωνε τα δυό δύσμοιρα τα γαϊδουράκια που αγκομαχούσαν να τραβήξουν το βαρύ τους φορτίο. Όπου κι αν κοίταγε κάποιος, μια αναστάτωση και μια σχεδόν τρέλα επικρατούσε. Με αγωνίες, βιασύνες και βρισιές. Παρά την αναμενόμενη βαρβαρική επιδρομή, το εμπόριο και οι δραστηριότητες των ανθρώπων, συνεχίζονταν κανονικά.
-«Αυτή στο βάθος είναι η μεγάλη πόλη! Η Αθήνα!», είπε ο Άρατος στους δυό συνοδοιπόρους του. «Και αυτός που περπατάμε τώρα, είναι ο ιερός δρόμος των Αθηναίων, η γνωστή Ιερά οδός των Μυστηρίων». Κοίταξε να δει τι εντύπωση είχε κάνει ο δρόμος αλλά και η επίδειξη γνώσεών του στους άλλους. Ο Λάφιλος κοίταγε ολόγυρα, λες και είχε μπει σε κάποια φανταστική ιστορία, σε κάποιον από τους μύθους που «χάζευε» μικρός από τα στόματα των γεροντότερων. Θωρούσε τον τόσο πολύ κόσμο και τα ζώα τους, τα κάρα που μετέφεραν όποιο προϊόν μπορούσε να φανταστεί ανθρώπινος νους, τους στρατιώτες με την εξάρτυσή τους, έτοιμοι για μάχη. Στα μάτια του αυτοί οι πολεμιστές ήταν οι ενσαρκώσεις των Θεών, με τους σύνθετους θώρακες, που ήταν επενδεδυμένοι με αλληλεπικαλυπτόμενες ορειχάλκινες φολίδες ποικίλων μεγεθών. Στα άκρα, στις παρυφές δηλαδή των διαφόρων τμημάτων, η διακόσμηση σε διάφορα ζωηρά χρώματα, μάγευε το μάτι και μπορούσε ν’ αποθαρρύνει με την αποπνέουσα αλαζονεία, κάθε αντίπαλο. Οι περικεφαλαίες τους, με δίχρωμη μακριά αλογοουρά τον λοφιοστάτη, που πρόσθετε ύψος στον πολεμιστή, συνήθως σε κόκκινο και άσπρο, με τον θόλο στο χρώμα του ορείχαλκου και την προσωπίδα σε μαύρο για λόγους εντυπωσιασμού, έδινε μια εξωπραγματική εικόνα. Μα πιότερη εντύπωση προκαλούσαν, οι καλογυαλισμένες ορειχάλκινες κνημίδες, τα ξίφη και φυσικά οι πελώριες στρογγυλές ασπίδες, το «όπλον», με το θεόρατο Α ζωγραφισμένο στην μεταλλική οθόνη ή την λευκή ταυροκεφαλή, που ήταν αγαπημένο έμβλημα των Αθηναίων. Οι ιστορίες του Ιόλαου, έρχονταν τώρα ολοζώντανες στο μυαλό. Ήθελε να ρωτήσει τόσα πολλά ο Λάφιλος, που τελικά δεν μπορούσε να μιλήσει. Σε αντίθεση με τον Αμεινία, που δεν είχε βάλει την γλώσσα μέσα στο στόμα καθόλου.
-«Και γιατί την λένε Ιερά οδό των Μυστηρίων; Εδώ δηλαδή μένουν οι παραμυθάδες; Τι το κρυφό… μυστήριο έχει; Τι το σημαντικό τέλος πάντων;»
Ο Άρατος γέλασε, αλλά άδραξε την ευκαιρία για μια ακόμα επίδειξη γνώσεων.
-«Γιατί φτάνει ως την Ελευσίνα μικρέ, γι αυτό, κατάλαβες;»
Ο Αμεινίας κοιτάζοντας αλλού, κούνησε αρνητικά το κεφάλι. Σαν εικόνα πιο πολύ τον ενδιέφερε η εικόνα του δρόμου, αλλά τον έτρωγε και η περιέργεια να μάθει για μυστικά και για διαφόρων ειδών μυστήρια. Ο καπετάνιος άρχισε να μιλά πιο δυνατά τώρα για να ακούνε και οι δυό, χωρίς όμως ούτε στιγμή να σταματήσει το περπάτημα, αφού η πόλη απείχε αρκετά ακόμα.
-« Οι Αθηναίοι, έχουν και τιμούν μια γιορτή. Πολύ μεγάλη γιορτή και πολύ ιερή. Προς τιμήν της Δήμητρας, της πανίσχυρης, χθόνιας και γόνιμης Θεάς. Και αυτή την γιορτή, την κάνουν, την γιορτάζουν δηλαδή στο ναό της μεγάλης Θεάς, στην Ελευσίνα. Και είναι πολύ παλιά γιορτή, από την εποχή των Πελασγών ακόμα, εκατοντάδες καλοκαίρια και χειμώνες, παλιά…»
-«Δηλαδή… κανείς απ’ αυτούς σήμερα που βλέπουμε, δεν ζούσε τότε ε; Τόσο παλιά;»
Η ερώτηση του Αμεινία προκάλεσε το γέλιο και των δυό συνοδοιπόρων του. Η αφέλεια του παιδιού αυτού και η ανημποριά του να μετρήσει ποσότητες, χώρους , αποστάσεις και χρόνους, ήταν κάτι το ανεπανάληπτο.
-« Ου ου … πολύ πιο παλιά», προσπάθησε να του εξηγήσει ο Άρατος. Τόσο παλιά, που δεν υπήρχαν ούτε οι παππούδες όλων αυτών που βλέπεις ούτε οι προπαππούδες τους, ούτε και οι προπαππούδες των προππαπούδων τους. Τόσο παλιά είναι η γιορτή αυτή…»
-«Πω πω, φαντάζομαι πόσο ιερή είναι τότε! Εμείς γιατί δεν πήγαμε εκεί; Και τι γιορτάζουν ακριβώς οι Αθηναίοι;»
-«Η αλήθεια είναι ότι θα μπορούσαμε να πάμε, αφού ήδη, παρά την βαρβαρική απειλή, έχουν αρχίσει οι προετοιμασίες για την γιορτή. Βλέπεις είναι σε λίγες μέρες. Τώρα … τον Βοηδρομιώνα, (Β! 15ήμερο Σεπτεμβρίου – Α! 15ήμερο Οκτωβρίου). Και μάλιστα τώρα είναι η μεγάλη τους γιορτή, τα μεγάλα Μυστήρια. Γιατί υπάρχουν και τα μικρά, που γίνονται τον Ανθεστηριώνα (Β! 15ήμερο Φεβρουαρίου – Α! 15ήμερο Μαρτίου). Και γιατί γίνονται;»
-«Ναι, ναι, τι γιορτάζουν που είναι τόσο ιερό και σεβαστό, που δίνουν το όνομα «ιερή» στην οδό αυτή;»
-«Θέλεις λοιπόν ν’ ακούσεις μια ωραία ιστορία; Πιστεύω πως θέλεις»
Ο Άρατος κοίταξε τον Λάφιλο και με το κεφάλι του έκανε νόημα να καθίσουν κάτω από ένα δένδρο. Βολεύτηκαν όσο πιο καλά μπορούσαν πάνω σε  κάποιες κοτρώνες και πριν αρχίσει ο καπετάνιος την ιστορία του, έβγαλε λίγο κρασί από το δισάκι του να το μοιραστεί με τον φίλο του πια, τον Λάφιλο. Πρόσφερε και τυρί, ενώ ο Καλύμνιος έβγαλε μερικά σύκα και κρεμμύδια. Άρχισαν να τρώνε με όρεξη, μετά την κούραση από το περπάτημα και όσο καθυστερούσε την ιστορία, τόσο φούντωνε η περιέργεια του Αμεινία. Επιτέλους μετά από κάποια λεπτά άρχισε την αφήγηση:
-«Λοιπόν μικρέ κερατάκο, άκου από την αρχή την ιστορία… κάποτε που λες, εκτός από τους Θεούς που ζούσαν στον Όλυμπο και ασχολούνται με τα μεγάλα θέματα των ανθρώπων, υπήρχε και μια Θεά που την αποκαλούσαν οι άνθρωποι Γαία. Αλλά με το πέρασμα των χρόνων, απέκτησε το όνομα Δήμητρα, που σημαίνει «Γη – μήτηρ», δηλαδή μητέρα όλων. Αυτή λοιπόν η Θεά, είχε μια κόρη που την έλεγαν Περσεφόνη. Η κόρη ήταν μια πανέμορφη κοπέλα με μακριά μαλλιά και έπαιζε σε μια εξίσου πανέμορφη και καταπράσινη περιοχή, στο Νύσσιον Πεδίο, μαζί με τις Ωκεανίδες Νύμφες, όταν είδε έναν εκπληκτικής ομορφιάς νάρκισσο, ένα εξωπραγματικά όμορφο λουλούδι και θέλησε να τον κόψει. Τότε εμφανίστηκε ο Άδης, ο Θεός Πλούτωνας δηλαδή και την έκλεψε, αφού προηγουμένως είχε πάρει την συγκατάθεση του Δία. Η Δήμητρα μάταια έψαχνε να την βρει. Κάποια μέρα μίλησε με τον βασιλιά Ήλιο, ο οποίος της εξήγησε τι είχε γίνει κι αυτή έχοντας θυμώσει πάρα πολύ με τον Δία που επέτρεψε την αρπαγή της κόρης της, μεταμορφώθηκε σε γριά και άρχισε να περιπλανείται στις πόλεις. Έτσι έφτασε στην Ελευσίνα, όπου ζήτησε να της χτίσουν ένα ναό κάτω από την Ακρόπολη της πόλης. Αποσύρθηκε στον ναό λοιπόν, έκοψε κάθε επαφή με τον κόσμο και όλη μέρα θρηνούσε για τον χαμό του παιδιού της, μέχρι που η γη έπαψε να βλασταίνει και ο αφανισμός των ανθρώπων απειλούσε τον κόσμο. Βλέποντας αυτά, ο Ζεύς έστειλε τον Ερμή στον Άδη ζητώντας του να επιτρέψει την άνοδο της Κόρης για να ηρεμήσει η Δήμητρα. Ο Πλούτωνας λοιπόν την έστειλε αφού πρώτα της έδωσε να φάει καρπό ροιάς, (ροδιού), για να εξασφαλίσει την επιστροφή της»
Σταμάτησε για λίγο την αφήγησή του, έπιασε ένα μεγάλο κομμάτι τυρί και ήπιε από την κούπα του μια γουλιά κρασί. Τα μάτια του Αμεινία, αλλά και του Λάφιλου, είχαν καρφωθεί πάνω του, χωρίς ν’ ανοιγοκλείνουν τα ματοτσίνορα και περίμεναν την συνέχεια. Οι φωνές από τον δρόμο συνεχίζονταν ζωηρές και ενοχλητικές, όμως δεν έδωσε κανείς τους την παραμικρή προσοχή…
-«Που λέτε λοιπόν, η Κόρη, συνάντησε την μητέρα της στην Ελευσίνα, όμως μόλις η Δήμητρα αντιλήφθηκε ότι η κόρη της έφαγε τον καρπό της ροδιάς, κατάλαβε ότι δεν μπορεί να την κρατήσει για πάντα κοντά της. Την λύση έδωσε η Ρέα, (μητέρα του Δία, του Άδη και της Δήμητρας ), μέσω της οποίας έγινε συμβιβασμός ανάμεσα στους Θεούς και αποφάσισαν ότι η Περσεφόνη θα περνούσε τέσσερις μήνες του χρόνου με τον σύζυγό της Άδη και οκτώ μήνες στον Όλυμπο με την μητέρα της. Έτσι πείστηκε και η Δήμητρα να γυρίσει στον Όλυμπο. Και μόλις βγήκε από τον ναό που είχε κλειστεί, η γη άνθισε και η Δήμητρα έδειξε στους άρχοντες της πόλης τον τρόπο με τον οποίο ήθελε να την λατρεύουν , τα «Σεμνά Όργια», (η παρεξηγημένη λέξη όργια, σημαίνει μυστικές τελετές, μυστική λατρεία), τα οποία δεν επιτρεπόταν για κανένα λόγο να φανερώνονται στους αμύητους».
-«Και κάθε πότε γίνεται αυτή η γιορτή, κάθε χρόνο ή σαν τους αγώνες στην Ολυμπία κάθε τέσσερα; Θα ήταν πιο «επιβλητικό» κάθε τέσσερα νομίζω», ακούστηκε ο Λάφιλος να ρωτάει.
Ο Άρατος ένοιωθε πιο ψηλός απ’ ότι ήταν, κάτι σαν γίγαντας. Του άρεσε να δείχνει τις γνώσεις του, όπως του άρεσε και να μαθαίνει, ναυτικός ήταν, παραμύθια και ιστορίες ήθελε να λέει. Είχε κουραστεί για να μάθει και ήθελε τώρα ακροατήριο γιατί όλη μέρα με τους ναύτες δεν είχε την ευκαιρία τόσο συχνά.
-«Κάθε χρόνο γίνονται, κάθε χρόνο. Είναι πολύ ιερή γιορτή όπως είπαμε. Την πρώτη μέρα, ξεκινάει μεγάλη πομπή, που περπατά όλον αυτόν τον δρόμο…»
-«Την ιερά οδό δηλαδή»
-«Ναι, την ιερά οδό αυτήν, … χιλιάδες κόσμου, γιατί στην γιορτή έχουν  δικαίωμα συμμετοχής, όχι μόνο οι πολίτες αλλά και οι γυναίκες, οι δούλοι και οι ξένοι. Η συμμετοχή στην γιορτή δεν προϋποθέτει  μύηση. Αυτό είναι θέμα καθαρά προσωπικής επιλογής. Η μύηση αποσκοπεί στην συμφιλίωση και στην προσδοκία της μεταθανάτιας ζωής. Γι αυτό τον λόγο και έχει τόσο μεγάλη απήχηση και τέτοια «μυστηριακή» ιερότητα.
Την πρώτη μέρα λοιπόν, εννοώ της μύησης που λεγόταν «Αγυρμός» και σημαίνει συγκέντρωση στην Αττική γλώσσα, οι υποψήφιοι μύστες συγκεντρώνονται στο Ιερό της Ελευσίνας. Η δεύτερη μέρα λέγεται «Άλαδαι Μύσται» και περνάει με πομπή προς την θάλασσα και καθαρμούς στα νερά της. Την Τρίτη μέρα, είναι καθιερωμένη απόλυτη νηστεία και αρχίζει η χορήγηση του περίφημου ποτού «Κυκεών». Ένα ποτό που είναι μίγμα μαύρου κρασιού, κατσικίσιου τυριού, κριθάλευρου και μελιού, αυτό δηλαδή που δίνουν οι Αθηναίοι στους στρατιώτες πριν την μάχη. Η νηστεία σταματάει το ίδιο βράδυ με τα «ιερά τρόφιμα» που δίνουν στους μυούμενους οι ιερείς μέσα από μια «Μυστική Κύστη». Την τέταρτη μέρα, κάνουν θυσίες στην Δήμητρα και χορεύουν ιερατικούς κυκλικούς χορούς, ενώ την Πέμπτη ημέρα, γίνεται «Λαμπαδηφορία», όπου οι μυούμενοι με ένα πυρσό στο χέρι και ανά δυάδες σχηματίζουν σιωπηλά πομπή με επικεφαλή τον «Δαδούχο» ιερέα και μπαίνουν στον ναό της Θεάς. Η έκτη μέρα, λέγεται «Ίακχος» και είναι αφιερωμένη σε λατρευτικές πράξεις προς τιμή του θεοπαίδα Ίακχου με περιφορά του αγάλματός του, το οποίο πάντα είναι στεφανωμένο με μυρσίνη σε ένδειξη πένθους και των ιερών αντικειμένων , Λικμός, Κάλαθος, Φαλλός, από τον Κεραμεικό στην Ελευσίνα μέσω αυτού του δρόμου, της «Ιεράς οδού». Η νύχτα προς την έβδομη μέρα ήταν η «Ιερά Νυξ» και εγκαινιάζει τη Μεγάλη Μύηση που ολοκληρώνεται την ένατη μέρα με την τελική «Ιεροφάνεια» και τη Θεαματική επιφάνεια της Θεάς Περσεφόνης που ανέρχεται από τον Άδη. Βέβαια το ιερό των μυστών αλλά και των μυουμένων, δεν το ξέρω και πολύ καλά, αν και έχω πάει στην γιορτή, απλά γιατί δεν «πήρα» την μύηση. Εδώ πρέπει να πω βέβαια ότι οι συμμετέχοντες τηρούν απόλυτη μυστικότητα και η πολιτεία επιβάλλει σ’ αυτούς που την παραβιάζουν, την ποινή του θανάτου»
-«Ποινή του θανάτου; Γιατί; Για να μην πουν τα μυστικά; Πόσο παράξενα μπορεί να είναι και πόσο μυστικά, που να επιβάλλεται τέτοια ποινή; Λες και θα προδώσουν την ασφάλεια της πόλης κάνουν…»
-«Ίσως είναι πιο ιερά και από τα μυστικά συστήματα και τις οχυρώσεις ή τις στρατιωτικές δυνάμεις της πόλης».
Ο Λάφιλος σήκωσε το βλέμμα στον ουρανό, καθώς αντιλήφθηκε τον άνεμο να αλλάζει διεύθυνση και το φως να λιγοστεύει. Από το πουθενά, πολλά μικρά σύννεφα είχαν κάνει την εμφάνισή τους και ήταν πολύ απειλητικά. Ο αέρας είχε την χαρακτηριστική μυρουδιά της υγρασίας και του φρεσκοκομμένου χόρτου:
-«Νομίζω, ότι ο Δίας θέλει να μας «δοκιμάσει» λίγο. Τώρα που κοντεύουμε στην πόλη», είπε και άπλωσε το χέρι έξω από την επιφάνεια που έπιανε το φύλλωμα του δέντρου.
Κάποιες σταγόνες από τον ουρανό, έπεσαν στην ανοικτή παλάμη. Η βροχή ερχόταν και από την σκοτεινιά που επικρατούσε, φαινόταν για δυνατή, μέχρι καταιγίδα. Ο Άρατος κοίταξε προς την μεριά του δρόμου. Τώρα όλοι είχαν αρχίσει να βιάζονται και έκαναν όσο πιο μεγάλα βήματα μπορούσαν, φόραγαν τον πέτασό τους και τσίγκλαγαν τα ζώα για πιο γρήγορα. Οι τρείς ταξιδιώτες σηκώθηκαν μονομιάς και πήγαν προς την μεριά των υπόλοιπων. Δίπλα στον δρόμο κυλούσε τα νερά του,  ένα μικρό ποτάμι, που οι Αθηναίοι τον φώναζαν Ηριδανό, γεμάτο νερό, όχι πολύ καθαρό αλλά αρκετά ορμητικό. Ο Άρατος τους το έδειξε:
-«Κοιτάξτε, στον Υμηττό ήδη βρέχει. Και μάλιστα ρίχνει πολύ νερό. Βλέπετε το νερό στο ποτάμι; Από εκεί έρχεται. Και είναι πολύ, πρέπει να βιαστούμε ειδάλλως θα κολλήσουμε στην λάσπη»
Επιτάχυναν, να βρεθούν τουλάχιστον κοντά στα τείχη της πόλης. Έπρεπε να περάσουν από το παλιό νεκροταφείο, τα μαγαζιά των κεραμοποιών, τον χώρο των εργαστηρίων αγαλμάτων, μετά να μπουν στην πόλη και να βρουν καταφύγιο. Ο δρόμος ήταν αρκετός ακόμη και η λάσπη, έστω και με τις λίγες σταγόνες βροχής είχε αρχίσει να γίνεται ενοχλητική. Πριν όμως φτάσουν στον Κεραμεικό, το πρώτο νεκροταφείο και στο Δίπυλο, έπρεπε να αντιμετωπίσουν το έλος του Ηριδανού, το οποίο αν έριχνε πολύ νερό ο Δίας, θα μπορούσε να γίνει απροσπέλαστο. Όμως πριν ακόμα αποτελειώσουν μια τέτοια σκέψη, τα ουράνια άνοιξαν και η βροχή, έπεφτε λες με θεόρατους ασκούς, λες και ο Θεός των Θεών ήθελε να πνίξει τους ανθρώπους.

Τετάρτη 22 Οκτωβρίου 2014

Πόρνες στην αρχαία Ελλάδα

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18
Μπόρεσε μες το σκοτάδι να δει αυτό το αμυδρό χαμόγελο του Λίχη. Της φάνηκε ότι κατάλαβε καλά τις προθέσεις των δύο ανδρών. Πισωπάτησε μερικά βήματα και έγνεψε το κεφάλι αρνητικά. Δεν ήθελε να πιστέψει αυτό που μάντευε. Δεν μπορούσε ο «φίλος» της, να ζητήσει τέτοια χάρη. Ήξερε ποια ήταν, μα πάνω απ’ όλα, έπρεπε να καταλάβει ότι το παιδί δεν μπορούσε να μεγαλώσει εκεί. Ήλπισε μήπως είχε καταλάβει λάθος και προσπάθησε να καθυστερήσει το … αναπόφευκτο. Τους πρότεινε να καθίσουν, μια κούπα ανέρωτου κρασιού, ήταν ότι έπρεπε αυτή τη στιγμή, όχι μόνο για τους άντρες, αλλά πιότερο για εκείνην. Το χαμόγελο στο πρόσωπο του Ευρυάνακτα, το ένοχο ύφος του αλλά και τα γεμάτα αποφασιστικότητα μάτια του, επιβεβαίωσαν τους φόβους της.
Πέρασαν σε ένα άλλο χώρο, με δυό ανάκλιντρα, πολλά μικρά καρεκλάκια και δυό τραπέζια. Στην μια άκρη δυό Κορίνθιοι περίμεναν κάποια κοπέλα, πίνοντας κούπες με κρασί, τρώγοντας μεγάλα κομμάτια κατσικίσιου τυριού. Η μυρωδιά από το τυρί, ανακατεμένη με τον ιδρώτα, αλλά και την υγρασία, έκαναν την ατμόσφαιρα σχεδόν αβάσταχτη. Γέλια που ακούστηκαν από το βάθος έκαναν τους δυο Σπαρτιάτες να στραφούν προς το βάθος της αίθουσας, περίεργους. Μια νεαρή, μικρότερη από δέκα πέντε χρόνων, είχε ανέβει στα γόνατα ενός θεόρατου άντρα και τον χάιδευε σε διάφορα σημεία, προσπαθώντας να «ξυπνήσει» το θεριό μέσα του.
-«Όταν ο άντρας σκέφτεται με λάθος κεφάλι», ακούστηκε η φωνή της Αγαθόκλειας πίσω τους, «τότε χάνει τον κόσμο ολόκληρο. Και το σπουδαιότερο, τα λεφτά του αλλάζουν κάτοχο». Χαμογέλασε και έδειξε δυό σειρές κάτασπρων δοντιών, παράξενο για την ηλικία της, αφού πρέπει να είχε περάσει τα είκοσι τέσσερα. «Και η κοπέλα αυτή, τα καταφέρνει αρκετά καλά…», συμπλήρωσε.
Ο Λίχης, πρόσεξε το γυμνό στήθος του κοριτσιού, τους μηρούς που τώρα τυλίγονταν ξεδιάντροπα γύρω από την μέση του «θεριού» και την γλώσσα της που μετρούσε γλείφοντας όλο το λαιμό και το πρόσωπο του. Αηδίασε και γύρισε το κόκκινο από αδικαιολόγητο θυμό, πρόσωπό του.
Κάθισαν κοντά στον τοίχο, ενώ μια έγχρωμη σκλάβα, έφερε κρασί και σύκα. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από δέκα τριών χρονών, όμως η ανάπτυξή της είχε ολοκληρωθεί, ή τουλάχιστον έτσι έδειχναν τα στητά της στήθη και οι γυμνοί μηροί της. Οι δυό άντρες έδειξαν ενόχληση από την παρουσία της και η Αγαθόκλεια έκανε μια κίνηση με το χέρι, να βιαστεί να φύγει.
-«Από την Νουμιδία είναι, ξέρεις πόσο μου κόστισε; Μια περιουσία σχεδόν, … αλλά τα αξίζει τα λεφτά της. Είναι ο έρωτας πολλών εδώ. Καλή επένδυση μα την Ήρα… καλή. Αλλά σίγουρα δεν ήρθατε ως εδώ για γυναίκες. Οι Λακεδαιμόνιοι, φημίζεστε για την αφοσίωσή σας στην οικογένεια. Όλα τα άλλα τα βλέπετε … ασωτία. Ευτυχώς που δεν είναι όλοι οι Έλληνες έτσι, το αντίθετο θα έλεγα και μπορούμε και ζούμε κι εμείς»
Οι ταξιδιώτες δεν απάντησαν, μόνο κούνησαν το κεφάλι συμφωνώντας μαζί της. Ο Λίχης σηκώθηκε:
-«Θα βγω λίγο έξω να πάρω αέρα. Λυπάμαι αλλά έχω συνηθίσει στον αέρα του Ταΰγετου και εδώ… πνίγομαι»
Έφυγε και άφησε να συζητήσουν με την άνεσή τους. Έτσι κι αλλιώς, όσο κι αν είχε συμπαθήσει αυτό το μικρό τερατάκι, ένοιωθε ότι δεν ήταν δικιά του δουλειά αυτή. Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού και αντιμετώπισε ένα μανιασμένο τώρα άνεμο και μια βροχή που μαστίγωνε το σώμα και το πρόσωπο. Έβγαλε το σπαθί του και άρχισε να γυμνάζεται, χτυπώντας στον αέρα κάποιον αόρατο εχθρό. Η βροχή έπεφτε δυνατή και σε πολύ λίγο τον είχε μουσκέψει μέχρι την ψυχή. Δεν την καταλάβαινε, δεν την ένοιωθε πάνω του. Η εκπαίδευσή του τον είχε κάνει να μην λογαριάζει τα στοιχειά της φύσης, την κούραση ή τον πόνο. Ο «υπεράνθρωπος» τώρα βρισκόταν στον δικό του κόσμο, ευτυχισμένος.
-«Λοιπόν Ευρυάνακτα, έχεις να μου πεις νέα από την πατρίδα σου; Γιατί εδώ τα πράγματα δεν πάνε καλά. Λένε ότι οι βάρβαροι έκαψαν την Ερέτρια και οι Αθηναίοι, το εκστρατευτικό δηλαδή σώμα που έστειλαν, αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Κι έτσι άφησαν την Ευβοιώτικη πόλη στην μοίρα της. Και δεν είναι ανάγκη να σου πω ποια μοίρα ήταν αυτή!»
Μιλώντας, χάιδευε το μωρό που είχε εν τω μεταξύ πάρει από τον άντρα απέναντί της. Μια του τσίμπαγε ελαφρά τα μπουτάκια, μια τα κόκκινα μαγουλάκια, μια του χάιδευε τα λιγοστά ξανθά μαλλιά του. Και αυτό, πάντα γελώντας, προσπαθούσε να πιάσει τους βοστρύχους της που κρέμονταν μπροστά στο στήθος.
-«Μα καλά, δεν κλαίει ποτέ του; Δεν πεινάει; Και μια και είπα για πείνα, έχω μια κοπέλα εδώ που είναι λεχώνα…»
-«Τέλεια…», της απάντησε ο άντρας.
-«… που θα μπορούσε να το ταΐσει με αληθινό ανθρώπινο γάλα και όχι κατσίκας… Τέλεια είπες;», ρώτησε μόλις κατάλαβε το λάθος της ν’ αναφέρει την λεχώνα. Προσπάθησε να αλλάξει κουβέντα : «Πάτε στην Αθήνα; Άκουσα ότι δεν θέλατε να στείλετε βοήθεια… κάτι για Κάρνεια είπαν… μπούρδες όμως, έτσι;»
Ο Ευρυάναξ, κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Δεν ήξερε να λέει ψέματα, δεν μπορούσε όμως και να αφήσει κάποιον να κατηγορεί την πόλη του, άσχετα αν αυτός ο κάποιος είχε δίκιο. Προσπάθησε να ψελλίσει μια δικαιολογία, να πει για την ιερότητα των Καρνείων, για τον σεβασμό που δείχνουν πάντα οι Σπαρτιάτες στους Θεούς και τις γιορτές τους, αλλά φοβόταν την ερώτηση που μπορεί να ακολουθούσε. Και δεν ήταν άλλη από : «Τι θα κάνατε αν οι βάρβαροι χτυπούσαν την πόλη σας την ημέρα της γιορτής; Θα αφήνατε ανυπεράσπιστα τα χώματά σας, γιατί έτσι θέλουν οι Θεοί;». Και έβλεπε στα μάτια της γυναίκας την επιθετικότητά της. Μπορεί οι Κορίνθιοι να ήταν αντίπαλοι των Αθηναίων και εμπορικά και επεκτατικά, μπορεί να ήταν φίλοι δικοί τους, αλλά δεν έπαυαν να βλέπουν και τον Ελληνισμό σαν σύνολο και όχι σαν ανεξάρτητες πόλεις – κράτη. Ο Ευρυάναξ ήξερε ότι και ο ίδιος συμπεριφερόταν αλλά και σκεφτόταν διαφορετικά από τους συμπατριώτες του, ήξερε ότι και ο Λίχης είχε αρχίσει να διαφοροποιείται, ήξερε ότι υπήρχαν και αρκετοί άλλοι νέοι στην πόλη του που διαφωνούσαν με τις σκέψεις των παλιών και την επιβολή των εφόρων. Τα ήξερε όλα αυτά, όμως εξίσου γνώριζε, ότι όλοι ήταν αναγκασμένοι να υπακούουν αυστηρά στους νόμους. Οι τιμωρίες ήταν εξαντλητικές.
-«Και ετοιμάζονται για πόλεμο τώρα οι Αθηναίοι;», μπόρεσε να αρθρώσει, πιο πολύ για να πει κάτι, παρά για να μάθει κάτι παραπάνω.
-«Ναι, ετοιμάζονται πυρετωδώς. Και μάλιστα πήραν και ένα ευχάριστο μήνυμα εχθές, από τις Πλαταιές. Αυτή η μικρή πόλη, στέλνει χίλιους άνδρες, όλο της τον στρατό δηλαδή. Μπράβο τους. Μα… κι εσύ για εκεί δεν πας; Για την Αθήνα; Τι έγινε Σπαρτιάτη; Σε πλημμύρισε η Ελληνική αλληλεγγύη; Ή εκνευρίστηκες με τους παλιόγερους που σας διοικούν;»
Ο Ευρυάναξ δεν απάντησε. Κούνησε το χέρι σε ένα δυσνόητο μήνυμα. Κοίταξε έξω από το παράθυρο την βροχή που έπεφτε καταρρακτωδώς.
-«Κατάλαβες λοιπόν γιατί ταξιδεύω…»
-«Και δεν φοβάσαι το ταξίδι; Δεν μιλάω για τον φόβο της μάχης ή του θανάτου. Εσείς οι Λακεδαιμόνιοι έχετε μεγαλώσει με την αφοβία στα στήθια σας. Ρωτάω αν φοβάσαι που θα αλλάξεις κι εσύ και ο φίλος σου, γιατί όποιος ταξιδεύει αλλάζει, είναι κανόνας αυτός…»
-«Να αλλάξω; Μα είμαι εδώ, την στιγμή που η πόλη μου το απαγορεύει. Κι άλλο ν’ αλλάξω; Και αν την Αθήνα όλοι στον Ευρώτα την βλέπουν σαν εχθρό, εγώ αγωνίζομαι για τους Έλληνες».
Οι δυό συνομιλητές κοιτάχτηκαν αμίλητοι. Τα μεγάλα γαλάζια ματάκια από την αγκαλιά της γυναίκας, κοίταγαν κι αυτά με την αθωότητα και την λάμψη της ηρεμίας. Μάλλον πρέπει να είχε έρθει η ώρα του «φαγητού», γιατί μετά από λίγο, άρχισε να σαλεύει και να γλύφει τα μικρά του δάχτυλα. Η Αγαθόκλεια κοίταξε γύρω της και κάλεσε την λεχώνα, την τροφό όπως θα άρεσε στον Λακαιδέμονα να την λέει. Μια σχετικά ψηλή γυναίκα, αρκετά «γεμάτη», με πλούσιο στήθος πλησίασε και έσκυψε ν’ ακούσει τις οδηγίες της αφεντικίνας της. Πήρε το μωρό στην δική της αγκαλιά και εξαφανίστηκε στο βάθος της κάμαρας. Ο Σπαρτιάτης ευχαρίστησε την Αγαθόκλεια.
-«Νομίζω ότι κατάλαβες τι ακριβώς σου ζητάω. Δεν μπορώ να πάρω το μικρό μαζί μου εκεί που πάω. Ξέρω ότι κι εσείς, οι Κορίνθιοι μπορεί να αναγκαστείτε σε μάχη. Αν ναι, τότε δεν ξέρω τι θα γίνει, δεν ξέρω αν θα έχει νόημα να γίνει κάτι, αφού μετά τους Αθηναίους… πολύ φοβάμαι ότι μόνο η Σπάρτη, με πολύ τύχη θα μπορέσει να σταθεί. Αν σκοτωθώ και συγχρόνως σταματήσουμε τον βάρβαρο, θέλω να το μεγαλώσεις όσο πιο σωστά μπορέσεις. Να του μάθεις πολλά πράγματα, για τους Έλληνες, για τις γιορτές μας, για τους Θεούς. Αν θέλεις, … μίλα του και για μένα. Αν πάλι επιζήσω από αυτή την λαίλαπα, τότε σου υπόσχομαι να γυρίσω, όσο πιο σύντομα μπορώ, να σε απαλλάξω από το βάρος αυτό…»
-«Και τι θα το κάνεις εσύ μετά;»
-«Θα δω τι θα κάνω. Ας νικήσουμε, ας επιβιώσω … και βλέπουμε…»
Η ώρα περνούσε και παρ’ όλη τη βροχή, η «δουλειά» στο σπίτι δεν έλεγε να κόψει. Άντρες μπαινόβγαιναν όλη την ώρα, ενώ ο Ευρυάναξ μέτρησε πάνω από δέκα νεαρά κορίτσια που πρόσφεραν χαρά και διασκέδαση. Η αμαρτωλή πόλη τώρα επιβεβαίωνε το όνομά της. Και οι άνθρωποι που αποζητούσαν την αμαρτία; Σε τέτοιους καιρούς που ο Πέρσης και οι σύμμαχοί του έρχονταν; Παράλογο! Η ευχαρίστηση του παραλόγου! Μπορεί. Πως όμως μπορεί ένας άνθρωπος να ευχαριστιέται με το παράλογο; Διότι στην γενικότητά του, περί αυτού ακριβώς πρόκειται κάθε φορά που γελά ο κόσμος μπροστά σε δυσκολίες: μπορεί μάλιστα να λεχθεί ότι σχεδόν παντού όπου υπάρχει ευτυχία, υπάρχει η ευχαρίστηση του παραλόγου. Το αναποδογύρισμα της πείρας στο αντίθετό της, του σκόπιμου που γίνεται άσκοπο, του δέοντος που μεταβάλλεται σε καπρίτσιο, αλλά έτσι που το γεγονός να είναι αβλαβές και μοναδικό, από διάθεση πληθωρική, να που αυτό μας δίνει χαρά, γιατί μας ελευθερώνει αληθινά για λίγο από την καταπίεση της ανάγκης, του ωφελιμισμού και του πραγματισμού, όπως συνήθως βλέπουμε τους αδυσώπητους δασκάλους μας και καθοδηγητές μας. Παίζουμε και γελούμε κάθε φορά που το προβλεπόμενο (που προξενεί συνήθως στενοχώρια και ανησυχία), εκρήγνυται χωρίς να πληγώσει. Είναι η χαρά των σκλάβων και των καταπιεσμένων στα Βακχικά.
Από το γεγονός ότι οι άνθρωποι έβλεπαν στο ερωτικό ένστικτο μια θεότητα και το ένοιωθαν, μ’ ευγνωμοσύνη, με λατρεία, να δουλεύει μέσα τους, το πάθος αυτό με τα χρόνια διαποτίστηκε από συνειρμούς ανώτερους που το εξευγένισαν σημαντικά. Έτσι λοιπόν, χάρη στην τέχνη της μετουσίωσης σε ιδέες, οι Έλληνες κατόρθωσαν να μετατρέψουν τις ασθένειές τους σε ισχυρά βοηθήματα του πολιτισμού.
-«Και τελικά ήρθες κόντρα στη θέληση της πόλης σου, κόντρα στην απόφαση του συνδικάτου της απολυτότητας! Σε έχει απογοητεύσει η ζωή σου; Αναρωτήθηκες ποτέ, αν οι γνώσεις της ζήσης σου σε κάλυψαν σαν ύπαρξη;»
-«Όχι! Η ζωή δεν με απογοήτευσε! Αντίθετα, ακόμα και έτσι με την απόλυτη υποταγή στους νόμους, κάθε νέα χρονιά την βρίσκω πλουσιότερη, πιο επιθυμητή και πιο μυστηριώδη. Από την ημέρα που μου ήρθε η μεγαλύτερη λύτρωση: αυτή η σκέψη ότι η ζωή μπορούσε να είναι ένα πείραμα για εκείνον που αναζητά την γνώση, όπως οι Αθηναίοι ή την δόξα – και όχι ένα καθήκον, όχι το πεπρωμένο, όχι μια πλάνη. Γι αυτό ταξίδεψα μάλλον … μπορεί και να μην είμαι σίγουρος για το ταξίδι μου, για την θυσία αυτή,… ζήλεψα όμως την δόξα αυτών που πραγματικά έχουν κάνει τη σκέψη τους … Θεά. Και η ίδια η γνώση ή η δόξα: που για άλλους μπορεί να είναι κάτι διαφορετικό, παράδειγμα… ένα ανάκλιντρο ή η οδός που οδηγεί προς το ανάκλιντρο, ή ακόμα μια διασκέδαση ή μια άσκοπη περιπλάνηση, για μένα είναι ένας κόσμος κινδύνων και νικών, όπου τα ηρωικά συναισθήματα έχουν κι αυτά τη θέση τους με «χορούς και παιγνίδια». Η ζωή ως μέσο γνώσεως… με αυτή την αρχή στην καρδιά μπορείς όχι μόνο να ζεις θαρραλέα, αλλά ακόμα να ζεις με χαρά, να γελάς από χαρά! Και πως θα μπορούσε ένας άνθρωπος να γελά και να ζει καλά, αν πρώτα δεν ήξερε τον πόλεμο και την νίκη;»
Η Αγαθόκλεια τον κοίταγε αμίλητη. Τον κοίταγε κατευθείαν στα μάτια απορροφημένη από τα λόγια του. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ένας Λακεδαιμόνιος δεν ήταν απλώς ένας Τάλως στην υπηρεσία της πόλης του, αλλά και ένας άνθρωπος σκεπτόμενος με την σκέψη της δημιουργικής επιβεβαίωσης και όχι της απλής αντίρρησης. Άπλωσε το χέρι της και έπιασε τον Σπαρτιάτη από τον καρπό, τον έσφιξε μέσα στην λευκή της παλάμη. Το μικρό ξανθό τερατάκι (όπως το αποκαλούσε ο Λίχης), μόλις είχε βρει καινούργιο σπίτι. Και είχε λόγο να είναι ευτυχισμένη όταν ο Ευρυάναξ την αποκαλούσε φίλη του. Θα ήθελε να συνεχίσουν τη συζήτηση, αλλά καταλάβαινε ότι οι δυό άντρες έπρεπε να ξεκουραστούν για το αυριανό τους ταξίδι. Εκείνη την ώρα έκανε την εμφάνισή του και ο Λίχης, μουσκεμένος μέχρι το κόκκαλο, με μια χαρά και έξαψη όμως στο χαμόγελό του. Οδήγησε τους δυό άντρες σε ένα απομονωμένο δώμα, στο πίσω μέρος τους «σπιτιού». Τους βόλεψε η ίδια και τους άφησε στην ξεκούρασή τους. Από κάποιο μικρό διάδρομο, βρέθηκε σε μια κάμαρα που μόλις χωρούσε ένα άτομο. Σε ένα ράφι στον τοίχο πέντε μικρά αγάλματα Θεών φωτίζονταν από κίτρινα κεριά και ένα πιατάκι με αρωματικά βότανα. Άναψε ένα νέο κερί και γονάτισε μπροστά στο αγαλματίδιο του Απόλλωνα.
«Θεέ του ήλιου, βοήθησέ τους», ακούστηκε σαν ψίθυρος η φωνή της. «Βοήθα μας όλους»

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17
Πέρασαν από την Μανθυρέα, χωρίς να σταματήσουν ούτε μια στιγμή για ξεκούραση. Το μικρό χωριό κοιμόταν ήσυχο στην γαλήνη της νύχτας. Κάποιο σκυλί αλύχτησε, κάποιο άλλο απάντησε και το χωριό έμεινε πίσω τους να εξακολουθήσει τον ύπνο του. Το μωρό στον σάκο, στο στήθος του Ευρυάνακτα, είχε πια αποκάμει και παραδόθηκε στον Μορφέα, με το δάχτυλό του στο στόμα, κάνοντας διάφορους ήχους ευχαρίστησης. Οι δυό άντρες, αν και έκανε αρκετή ψύχρα εκεί πάνω στα βουνά, ήταν ιδρωμένοι και αρκετά κουρασμένοι, αφού κουβαλούσαν κι όλο αυτό τον εξοπλισμό πάνω τους. Κανείς του δεν έβγαζε έστω και μια λέξη. Προσπαθούσαν ακόμα και τους θορύβους από το περπάτημα, να τους περιορίσουν στο ελάχιστο. Δεν ήταν και δύσκολο, Λακεδαιμόνιοι εκπαιδευμένοι στρατιώτες μια ζωή ήταν. Έτσι πέρασαν και από το χωριό, για να φτάσουν σαν φαντάσματα στην πόλη του Λυκάονα, την καταπράσινη Τεγέα. Η ορεινή Αρκαδία είχε δώσει όλη της την άγρια ομορφιά σε αυτή την πανέμορφη πόλη της.
Μπήκαν στα πρώτα σπίτια, στην συνοικία των Βωταχιδών και κατευθύνθηκαν προς τη κεντρική «πλατεία», στη συνοικία των Εχενιδών, εκεί που ήταν η αγορά αλλά και ο περίφημος ναός της «Αλέας Αθηνάς». Ξημέρωνε και οι δυό φίλοι ήθελαν ξεκούραση και κάτι να φάνε. Τα πρώτα μαγαζιά είχαν ανοίξει, πριν ακόμα ο ήλιος ανατείλει και περίμεναν τους πρωινούς τους πελάτες. Κάποιοι δούλοι, κρατώντας στα χέρια ξερούς θάμνους αλλά και φρύγανα κάποιοι άλλοι, καθάριζαν όλο τον χώρο, σηκώνοντας πιο πολύ σκόνη και από φύσημα αέρα.
Έφτασαν σε ένα καπηλειό και ζήτησαν να τους φέρουν κρασί και τυρί. Ο κάπελας πρόσθεσε και λίγο σταρένιο ψωμί, δείχνοντας επιφυλακτικότητα απέναντι στους δυο πολεμιστές. Τα μεγάλα «Λ» στις ακουμπισμένες στον τοίχο ασπίδες, έδειχναν απειλητικά στα μάτια των Αρκάδων. Τα καλογυαλισμένα ξίφη τους, άστραφταν στο φως της δάδας, που ο κάπελας είχε επίτηδες ακουμπήσει δίπλα τους. Όλα απειλητικά λοιπόν… εκτός… από τούτο το μωρό! «Τι είναι πάλι αυτό», αναρωτήθηκε ο πενηντάχρονος άντρας. «Λακεδαιμόνιοι άγριοι και ταλαιπωρημένοι, μπαίνουν σε εχθρική πόλη, με όλα τα όπλα τους σε επίδειξη, ζητάνε φαγητό και κρασί, βρώμικοι σαν θεριά… και έχουν ένα μωρό σαν γυναίκες δούλες», απόσωσε τη σκέψη του ο κάπελας. «Τι άλλο θα δουν τα μάτια μου πια!»
Το νέο είχε μεταδοθεί σε όλους που είχαν ήδη ξυπνήσει και πήγαιναν στις αγροτικές δουλειές τους. Κάποιοι ρώτησαν τους άλλους που βέβαια δεν ήξεραν τίποτα παραπάνω από τους ερωτώντες , άλλοι αδιαφόρησαν και άλλοι οι πιο θερμόαιμοι, νεαροί πιο πολύ, ήθελαν να πάνε να τους δουν.
Οι δυό Σπαρτιάτες κάθονταν σε ένα τραπέζι ή τουλάχιστον σε κάτι που έμοιαζε με τραπέζι και έτρωγαν με τα μάτια στραμμένα στην πόρτα, έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να αμυνθούν ή να φύγουν. Ήξεραν τις προθέσεις των Αρκάδων, δεν έτρεφαν αυταπάτες, γνώριζαν όμως και την πολεμική φήμη τη δικιά τους.
Κάποια στιγμή, έτριξε το ξύλο της πόρτας και τρεις νεαροί Τεγεάτες, μπήκαν στον μικρό χώρο. Στη μέση τους γυάλιζαν μικρά μαχαίρια, καλογυαλισμένα και τοποθετημένα σε τέτοια θέση, που να είναι ευκολόχρηστα. Σε λίγο έφτασαν και άλλοι τέσσερις. Δεν είπαν τίποτα μεταξύ τους, μόνο πλησίασαν σε ένα πάγκο δίπλα στους Λακεδαιμόνιους και παράγγειλαν κρασί και ψωμί. Το βλέμμα τους ήταν καρφωμένο πάνω στους δυο ξένους, που έδειχναν αδιάφοροι και απασχολημένοι με το φαί τους.
-«Βρωμάει κάτι εδώ μέσα Βαίτυλε; Κάτι σαν μούχλα δεν σου βρωμάει;», ρώτησε ο ένας νεαρός τον κάπελα που είχε κουρνιάσει στο βάθος του μαγαζιού. Και βέβαια δεν πήρε καμιά απάντηση. «Βρε παιδιά, εσάς δεν σας βρωμάει; Μόνο σε μένα; Εσένα Άρβιε;», τώρα είχε γυρίσει προς την μεριά των φίλων του και γέλαγε, προσπαθώντας να προκαλέσει τους δυό Σπαρτιάτες.
Ο Λίχης χαμογέλασε και κοίταξε τον σύντροφό του. Κι εκείνος χαμογελούσε, αλλά δεν αντάλλαξαν κουβέντα μεταξύ τους. Ο νεαρός Αρκάς βέβαια δεν είχε πει την τελευταία του κουβέντα και έτσι συνέχισε τον χλευασμό του:
-«Πρέπει να μου βρωμάει μωρουδέλι … ρε, …. Υπάρχουν γυναίκες εδώ; Στο καπηλειό; Μόνο κάποιους «ατρόμητους» στρατιώτες…», τόνισε την λέξη «ατρόμητους» κοιτώντας προς την μεριά των Σπαρτιατών χαϊδεύοντας το μικρό του μαχαίρι, «… από την χώρα των ειλώτων. Ουπς, μάλλον οι είλωτες είναι οι δούλοι… κάνω λάθος; Τέλος πάντων από εκεί κάτω, από τον Ευρώτα…», απέφευγε σκόπιμα να αναφέρει τη λέξη Σπάρτη. «Και από ότι βλέπω η μεγάλη τους πόλη μετά τους πολεμιστές της, άρχισε να εκπαιδεύει και παραμάνες…», γέλασε για να ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι.
Οι ταξιδιώτες, παρέμεναν ατάραχοι λες και δεν απευθύνονταν σε αυτούς. Συνέχισαν να τρώνε και μάλιστα ο Ευρυάναξ τυχαία (;), έβγαλε και το μικρό ασκί και τάισε και το μωρό.
-«Βυζί δεν δίνεις; Στέρεψε το γάλα σου;», ακούστηκε από την μεριά των νεαρών Αρκάδων μαζί με τα γέλια τους. Ένας τους σηκώθηκε και πλησίασε το τραπέζι των ξένων. Έσκυψε και ακούμπησε τις γροθιές του πάνω στο τραπέζι. Το κοκόρι ήταν έτοιμο για μάχη.
-«Σε σένα μιλάω, την παραμάνα. Σου τέλειωσε το λοιπόν το γάλα; Έχεις γεννήσει πολύ καιρό τώρα, γιατί το «πράγμα» που κουβαλάς πρέπει να είναι πέντε ή έξη μηνών…» και γύρισε να κοιτάξει τους συντρόφους του γελώντας για την πρόκληση. Εκείνοι τον ενθάρρυναν να συνεχίσει και μάλιστα άλλοι δυό σηκώθηκαν και πλησίασαν και αυτοί.
-«Λοιπόν, Λακεδαιμόνιοι, δεν θα απαντήσετε; Ή μήπως η ανωτερότητά σας δεν σας επιτρέπει να μιλάτε με τους φτωχούς και άξεστους Αρκάδες;».
Ξαφνικά και χωρίς να υπάρχει καμιά πρόκληση εκ μέρους των ταξιδιωτών, ο νέος που είχαν φωνάξει Άρβιο, τράβηξε το μαχαίρι από την μέση του, περισσότερο για να φοβίσει τους δυό ξένους παρά να κάνει κακό. Αν κάποιος έλεγε ότι ο Θεός Άρης είχε κατέβει στη γη, έπρεπε να γίνει πιστευτός. Ο Λίχης πήδηξε στον αέρα σαν αητός, με το μεγάλο σπαθί στο δεξί του χέρι, ενώ με το άλλο είχε ήδη αρπάξει από το χιτώνιο τον Άρβιο. Προτού κάποιος κουνηθεί για βοήθεια, ο νέος είχε βρεθεί στο δάπεδο με την μεγάλη σπάθα στο λαιμό του και αίμα να κυλά στο χιτώνιο. Μεγάλο λάθος ν’ απειλήσεις Λακεδαιμόνιο, ν’ απειλήσεις μια φονική μηχανή. Μα το χειρότερο ήταν το χαμόγελο στα στόμα του Λίχη. Πριν ο φίλος του συνειδητοποιήσει το τι έγινε, το δεξί χέρι του Ευρυάνακτα, τον είχε πιάσει από τα μαλλιά και τράβηξε  το κεφάλι του πάνω στο τραπέζι, που χτύπησε με εκκωφαντικό θόρυβο στο σκληρό ξύλο. Το αίμα σκορπίστηκε παντού, κάνοντας τους υπόλοιπους νεαρούς να ξανακαθίσουν στις θέσεις τους. Ο Ευρυάναξ δεν είχε καν σηκωθεί και ατάραχος συνέχισε να τρώει. Το απειλητικό σπαθί του Λίχη δίδαξε στους Αρκάδες, τι πάει να πει Λακεδαιμόνιος πολεμιστής. Σήκωσαν τους δυο συντρόφους τους, το τραύμα στο λαιμό του Άρβιου ήταν επιπόλαιο και έφυγαν χωρίς δεύτερη κουβέντα.
-«Μάλλον πρέπει να αποχωρίσουμε τώρα», είπε ο Λίχης. «Θα προσπαθήσουν να εκδικηθούν, ντροπιάστηκαν. Τους ξέρω αυτούς τους επιπόλαιους νεαρούς»
Ο Ευρυάναξ συμφώνησε και οι δυό φίλοι άφησαν το καπηλειό πίσω τους. Τίποτα δεν έγινε μέχρι την ώρα που βγήκαν από την πόλη. Κανένας δεν στάθηκε εμπόδιο στο δρόμο τους, κανένας δεν ενδιαφέρθηκε γι αυτούς. Βρήκαν ένα πλάτωμα που περιβαλλόταν από πουρνάρια και μουριές, έξω στα χωράφια και αποφάσισαν να ξεκουραστούν και να κοιμηθούν με βάρδιες. Σε λίγο έτσι κι αλλιώς θα έπρεπε να ξεκινήσουν πάλι. Στο βάθος φαινόταν ο ναός του «Αστραπαίου Δία» και κάποιοι πιστοί κουβαλούσαν μεγάλα καλάθια με θυμιάματα.
-«Μα καλά, στον ύπνο τους έβλεπαν τις θυσίες…», τα τελευταία λόγια του Λίχη πριν ο ύπνος τον νικήσει.
Μετά από πέντε ώρες, όταν ο ήλιος είχε πια μεσουρανήσει, οι δυνάμεις τους επανήλθαν και  είχαν απομακρυνθεί αρκετά από την πόλη του Πάνα, την Τεγέα. Ο μύθος έλεγε ότι εκεί είχε γεννηθεί ο Θεός και ήταν προστάτης της. Τώρα φαινόταν η θάλασσα ανατολικά τους και σε λίγο θα αντίκριζαν το λιμάνι της Κορίνθου. Μια χαρά, τους έκανε να ταχύνουν το βήμα τους.
Απόγευμα ήταν και ο ουρανός είχε γεμίσει μα πολλά μικρά, λευκά και ασημένια σύννεφα, όταν οι δυό ταξιδιώτες έφτασαν στην πρώτη πόλη επίνειο της Κορίνθου, στη Σχοινούντα. Δυτικά μπορούσαν να δουν την δίολκο, το θαύμα των Κορινθίων για την μεταφορά των πλοίων. Και βέβαια όπου υπήρχε μεγάλο ανθρώπινο έργο είχε κατασκευαστεί και ναός. Αυτή τη φορά ο ναός ήταν ένας ολόκληρος λατρευτικός χώρος , αυτός των Ισθμίων, αφιερωμένος στον Ποσειδώνα, ενώ απέναντι στον λόφο, φαίνονταν οι Θέρμες (Λουτράκι). Μπήκαν στη Σχοινούντα από την νότια πύλη, παρέα με άμαξες και στρατιώτες που γύριζαν από κάποια άσκηση, πεζή και κατασκονισμένοι. Όλοι βέβαια γύριζαν το κεφάλι, ν’ αντικρύσουν τους Λακεδαιμόνιους πολεμιστές. Και εκείνοι δεν τους απογοήτεψαν. Είχαν φορέσει τα κράνη ψηλά στα μαλλιά, κρατούσαν τις ασπίδες κανονικά στο αριστερό χέρι μαζί με τα δόρατα, ενώ κουβαλούσαν τα υπάρχοντά τους στην πλάτη και άλλα περασμένα στον δεξί τους βραχίονα. Η υπεροψία και η περηφάνια τους, έκανε τους δυό φίλους, παρά την κούραση, να περπατούν όρθιοι και στητοί, έτσι όπως μόνο σε αυτούς ταίριαζε.
Μίλησαν με κάποιους εμπόρους, αγόρασαν ακριβά λίγο κρασί και γάλα, ψωμί και τυρί και άρχισαν πάλι την πορεία τους για την μεγάλη πρωτεύουσα της Κορινθίας. Οι δρόμοι βέβαια, ήταν πολύ πιο «στρωτοί», αλλά τα πολλά κάρα και οι ταξιδιώτες, εμπόδιζαν το άνετο βάδισμά τους. Η ζέστη είχε πέσει και κάποιες αστραπές στο βάθος του ορίζοντα, προμήνυαν την βροχή που ερχόταν. Και δεν άργησε ο Δίας να στείλει το ουράνιο νερό του. Αμέσως οι δρόμοι γέμισαν λάσπες και νερά λίμναζαν σε μικρές αποστάσεις, φτιάχνοντας λιμνούλες και μικρά ρυάκια, γεμάτα σκουπίδια και περιττώματα ζώων. Σήκωσαν τις κάπες τους, ο Ευρυάναξ, σαν καλή … μάνα, τύλιξε το μωρό σε ένα κομμάτι δέρμα για να το προφυλάξει από το νερό και τάχυναν όσο μπορούσαν το βήμα τους. Δεν άργησαν να δουν την Κόρινθο, τα φώτα της στην αρχή και τα σπίτια της με τα δημόσια κτίρια της, στη συνέχεια. Έφτασαν σε ένα σπίτι, που ήταν βαμμένο με ώχρα και χτύπησαν δυνατά την πόρτα. Η βροχή είχε μετατραπεί τώρα σε καταιγίδα και τους είχε μουλιάσει μέχρι το κόκκαλο. Δεν φαινόταν να τους ενοχλεί όμως. Η πόρτα άνοιξε και ένα μικρό κερί με σχεδόν γαλάζια φλόγα, φανέρωσε την γυναικεία φιγούρα που κρυβόταν πίσω του. Παραμέρισε να μπουν και έκλεισε πάλι την πόρτα πίσω της, κάνοντας το ξύλο να χτυπήσει με δύναμη. Ο αέρας είχε σπρώξει πολλά σκουπίδια στο χώρο υποδοχής.
-«Καλώς ήρθατε ταξιδιώτες. Λακεδαιμόνιοι; Κοπιάστε, καθίστε», τους υποδέχτηκε μια άλλη γυναίκα, σαφώς μεγαλύτερη από την κοπέλα, σχεδόν κορίτσι που τους είχε ανοίξει. «Αφήστε τα όπλα σας… εκεί στην άκρη… μη φοβάστε, θα είναι ασφαλή εκεί»
Σήκωσε το κερί που κρατούσε να δει τους επισκέπτες στο πρόσωπο. Τα μάτια της περιεργάστηκαν τον Λίχη. Ικανοποιήθηκε με αυτό που είδε. Τώρα είχε γυρίσει το βλέμμα στον άλλο ταξιδιώτη. Συνοφρυώθηκε και γέλασε:
-«Ευρυάνακτα; Εσύ; Ποιος από τους Θεούς σε έστειλε εδώ… κάθαρμα; Ποιόν Θεό να ευχαριστήσω;»
Ο Ευρυάναξ, έκανε δυό βήματα μπροστά. Άνοιξε τα χέρια και αγκάλιασε την γυναίκα.
-«Αγαθόκλεια! Καλώς σε βρήκα. Όμορφη όπως πάντα…»
Η γυναίκα ανταποκρίθηκε στην αγκαλιά και έπεσε πάνω του με φόρα. Είχε τόσο καιρό να τον δει, τόσο καιρό που θυμόταν μόνο εκείνη την νύχτα, τόσο καιρό που την είχε σώσει από τα δόντια του Άδη, όταν κάποιοι μεθυσμένοι, προσπάθησαν να την βιάσουν και να την στραγγαλίσουν. Ιέρεια της Αφροδίτης στο επάγγελμα, είχε βρεθεί πολλές φορές σε τέτοιες καταστάσεις, αλλά εκείνη ήταν η πιο σοβαρή κακουχία της. Η υπέροχη ομορφιά που τρέλαινε κάθε αρσενικό, είχε γίνει και η αιτία, της παρ’ ολίγον δολοφονίας της. Τελικά ο Αχέροντας δεν την είδε, δεν την χάρηκε, δεν την ταξίδεψε και η αιτία ήταν αυτός ο άντρας που τώρα στεκόταν μπροστά της.
Το βλέμμα της, είχε μάθει από το επάγγελμά της, ήταν λάγνο και ζεστό, τα μισόκλειστα μάτια, υπόσχονταν μεγάλες απολαύσεις, αν και ήξερε ότι στους σκληρούς Λακεδαίμονες δεν περνούσαν αυτά. Όλα αυτά μέχρι που ένοιωσε κάτι μαλακό στο στήθος της, να την σπρώχνει. Κάτι σάλευε στο στήθος του άντρα. Ο Λίχης, γέλασε σαν αντίκρισε το έντρομο βλέμμα της. Το ίδιο και ο Ευρυάναξ. Το γέλιο τους ακούστηκε τόσο δυνατά μέσα στην μικρή κάμαρα, που πρέπει να τρόμαξαν και οι υπόλοιπες κοπέλες στο διπλανό δωμάτιο. Γέλια δυνατά, βαριά, άγρια … αντρίκεια.
Ο Ευρυάναξ της έδειξε το μωρό. Εκείνο πάλι γελούσε και κούναγε το ξανθό του κεφαλάκι και τα χεράκια του πέρα δώθε, σαν να συμμετείχε στην χαρά. Η Αγαθόκλεια, δεν μπορούσε να αρθρώσει λέξη. «Άλλο και τούτο», σκέφτηκε. «Λακεδαιμόνιος με μωρό στην αγκαλιά και μάλιστα πολεμιστής. Άλλο και τούτο!»