Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ 

ΑΜΑΡΥΣΙΑ
(Αντιγράφω από την εφημερίδα ΑΜΑΡΥΣΙΑ της 16ης Μαρτίου 2016)
ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ
FRANCISCO ADRADOS
ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΟΣ
«Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές, με πλούσια δάνεια από την μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική»
Η Αγγλική γλώσσα έχει 490.000 λέξεις από τις οποίες οι 41.615 λέξεις … είναι από την Ελληνική γλώσσα ! (Βιβλίο Γκίνες)
Στην μαθηματική δομή της, είναι η γλώσσα της πληροφορικής και της νέας γενιάς των εξελιγμένων υπολογιστών, διότι σε αυτήν δεν υπάρχουν όρια. (Μπιλ Γκέιτς).
Η Ελληνική και η Κινέζικη… είναι οι μόνες γλώσσες με συνεχή ζώσα παρουσία από τους ίδιους λαούς και στον ίδιο χώρο εδώ και 4.000 χρόνια. Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές με πλούσια δάνεια από την μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική.
Το πρώτο μεγάλο πλήγμα που δέχτηκε η Ελληνική γλώσσα ήταν η μεταρρύθμιση του 1976 με την κατάργηση των Αρχαίων Ελληνικών και η δια νόμου καθιέρωση της δημοτικής και του μονοτονικού, που σήμερα κατάντησε ατονικό.
Έτερο μεγάλο πλήγμα είναι ότι η … οικογένεια, ο δάσκαλος και ο ιερέας αντικαταστάθηκαν από την τηλεόραση, που ασκεί ολέθρια επίδραση όχι μόνο στην γλώσσα, αλλά και στον χαρακτήρα και στο ήθος. (Αντώνης Κουνάδης, ακαδημαϊκός)
Το CNN σε συνεργασία με την εταιρία υπολογιστών apple ετοίμασαν ένα εύκολο πρόγραμμα εκμάθησης Ελληνικών προς τους Αγγλόφωνους και Ισπανόφωνους των ΗΠΑ. Το σκεπτικό αυτής της πρωτοβουλίας ήταν ότι η Ελληνική εντείνει το ορθολογικό πνεύμα, οξύνει το επιχειρηματικό πνεύμα και προτρέπει τους πολίτες προς την … δημιουργικότητα.
Μετρώντας τις διαφορετικές λέξεις που έχει κάθε γλώσσα, βλέπουμε ότι όλες έχουν από αρκετές χιλιάδες, άρα είναι αδύνατο να υπάρξει γραφή που να έχει τόσα γράμματα όσες και οι λέξεις μιας γλώσσας, γιατί κανένας δεν θα θυμόταν τόσα πολλά σύμβολα. Το ίδιο ισχύει και με τις διαφορετικές συλλαβές των λέξεων (π.χ. α,αβ, βα, βρα, βε, ου) που έχει κάθε γλώσσα. Μετρώντας επίσης τους διαφορετικούς φθόγγους των λέξεων (τους α, β, γ) που έχει η κάθε γλώσσα, βλέπουμε ότι αυτοί είναι σχετικά λίγοι, είναι μόλις 20, δηλαδή οι εξής: α, ε, ο, ου, ι, κ, γ, χ, τα, δ, θ, η, β, φ, μ, ν, λ, ρ, σ, ζ, όμως, αν καταγράφουμε τις λέξεις μόνο ως έχουν φθογγικά, δεν διακρίνονται οι ομόηχες, π.χ. «τίχι» = τείχη, τοίχοι, τύχη, τύχει, «καλί» = καλοί & καλή & καλεί. Επομένως δεν είναι δυνατό να υπάρξει γραφή που να έχει τόσα γράμματα όσοι και οι διαφορετικοί φθόγγοι των λέξεων.
Προ αυτού του προβλήματος οι άνθρωποι κατέφυγαν σε διάφορα τεχνάσματα, για να επιτύχουν την καταγραφή του προφορικού λόγου, κυριότερα των οποίων είναι το Αιγυπτιακό (απ’ όπου κατάγονται οι σημιτικές και πολλές άλλες γραφές0 και το Ελληνικό (απ’ όπου κατάγονται οι Ευρωπαϊκές γραφές).
Το τέχνασμα που επινόησαν οι αρχαίοι Έλληνες προκειμένου να καταφέρουν να καταγράφουν φωνητικά τις λέξεις, ήταν η χρησιμοποίηση από τη μια τόσων γραμμάτων όσοι και οι φθόγγοι των λέξεων, φωνηέντων και συμφώνων, δηλαδή των γραμμάτων : Α (α), Β (β), Γ (γ) και από την άλλη κάποιων ομόφωνων γραμμάτων, δηλαδή των : Ω (ω), & Ο (ο), Η (η), & Υ (υ) & Ι (ι) με τα οποία, βάσει κανόνων, αφενός υποδείχνεται η ετυμολογία (= το μέρος του λόγου ή ο τύπος κ.τ.λ. …) άρα το ακριβές νόημα των λέξεων και αφετέρου διακρίνονται οι ομόηχες λέξεις : τύχη & τείχη & τύχει & τοίχοι, λίπη & λείπει & λύπη.
Παράβαλε π.χ. ότι στην Ελληνική γραφή έχει κανονιστεί να γράφουμε το τελευταίο φωνήεν των ρημάτων με τα γράμματα – ω, ει και των πτωτικών με το – ο, ι, ώστε να διακρίνονται οι ομόηχοι τύποι: καλώ & καλό, καλεί & καλή, σύκο & σήκω, φιλί & φυλή, φιλώ & φύλο. Παράβαλε ομοίως ότι στην Ελληνική γραφή έχει κανονιστεί να γράφουμε τα κύρια ονόματα με κεφαλαίο γράμμα τα κύρια ονόματα και τα κοινά με μικρό, για διάκριση των ομόφωνων λέξεων: νίκη & Νίκη, αγαθή & Αγαθή. 
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ
 Τα Ελληνικά είναι η μόνη γλώσσα στον κόσμο που ομιλείται και γράφεται συνεχώς επί 4.000 τουλάχιστον συναπτά έτη, καθώς ο Arthur Evans διέκρινε τρεις φάσεις στην ιστορία της Μινωικής γραφής, εκ των οποίων η πρώτη από το 2.000 π. Χ. ως το 1650 π. Χ. Μπορεί κάποιος να διαφωνήσει και να πει ότι τα Αρχαία και τα Νέα Ελληνικά είναι διαφορετικές γλώσσες, αλλά κάτι τέτοιο φυσικά και είναι τελείως αναληθές.
Ο ίδιος ο Οδυσσέας Ελύτης είπε: «Εγώ δεν ξέρω να υπάρχει παρά μια γλώσσα, η ενιαία Ελληνική. Το να λέει ο Έλληνας ποιητής, ακόμα και σήμερα, ο ουρανός, η θάλασσα, ο ήλιος, η σελήνη, ο άνεμος, όπως το έλεγαν η Σαπφώ και ο Αρχίλοχος, δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι πολύ σπουδαίο. Επικοινωνούμε κάθε στιγμή μιλώντας με τις ρίζες που βρίσκονται εκεί. Στα Αρχαία!
Ο μεγάλος διδάσκαλος του Γένους Αδαμάντιος Κοραής είχε πει: «Όποιος χωρίς την γνώση της Αρχαίας επιχειρεί να μελετήσει και να ερμηνεύσει την Νέαν, ή απατάται ή απατά». Παρ’ ότι πέρασαν χιλιάδες χρόνια, όλες οι Ομηρικές λέξεις έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα. Μπορεί να μη διατηρήθηκαν ατόφιες, αλλά έχουν μείνει στη γλώσσα μας μέσω των παραγώγων τους. Μπορεί να λέμε νερό αντί για ύδωρ αλλά λέμε υδροφόρα, υδραγωγείο και αφυδάτωση. Μπορεί να μην χρησιμοποιούμε το ρήμα «δέρκομαι» (βλέπω), αλλά χρησιμοποιούμε τη λέξη οξυδερκής. Μπορεί να μην χρησιμοποιούμε την λέξη «αυδή» (φωνή) αλλά παρ’ όλα αυτά λέμε άναυδος και απηύδησα. Επίσης σήμερα δεν λέμε «λωπούς» τα ρούχα, αλλά λέμε την λέξη «λωποδύτης» που σημαίνει «αυτός που βυθίζει το χέρι του μέσα στο ρούχο σου (λωπή) για να σε κλέψει».
ΚΑΘΑΡΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
Η ΓΡΑΜΜΙΚΗ Β!
Η γραμμική Β! είναι κι αυτή καθαρά Ελληνική, γνήσιος πρόγονος της Αρχαίας Ελληνικής. Ο Άγγλος αρχιτέκτονας Μάικλ Βέντρις αποκρυπτογράφησε βάσει κάποιων ευρημάτων τη γραφή αυτή κι απέδειξε την Ελληνικότητά της. Μέχρι τότε φυσικά όλοι αγνοούσαν πεισματικά έστω και το ενδεχόμενο να ήταν Ελληνική. Το γεγονός αυτό έχει τεράστια σημασία καθώς πάει τα Ελληνικά αρκετούς αιώνες ακόμα πιο πίσω στα βάθη της ιστορίας. Αυτή η γραφή σίγουρα ξενίζει, καθώς τα σύμβολα που χρησιμοποιεί είναι πολύ διαφορετικά από το σημερινό Αλφάβητο.
Παρ’ όλα αυτά, η προφορά είναι παραπλήσια, ακόμη και με τα Νέα Ελληνικά. Για παράδειγμα η λέξη «TOKOSOTA» σημαίνει «Τοξότα» (κλητική). Είναι γνωστό ότι «κ» και «σ» στα Ελληνικά μας κάνει «ξ» και με μια απλή επιμεριστική ιδιότητα, όπως κάνουμε και στα μαθηματικά, βλέπουμε ότι η λέξη αυτή εδώ και τόσες χιλιετίες δεν άλλαξε καθόλου.
Ακόμα πιο κοντά στην Νεοελληνική, ο «άνεμος», που στην Γραμμικά Β! γράφεται «ΑΝΕΜΟ», καθώς και «ράπτης», «έρημος» και «τέμενος» που είναι αντίστοιχα στην Γραμμική Β! «RAPTE», «ERMO», «TEMENO» και πολλά άλλα παραδείγματα.
Υπολογίζοντας όμως έστω και με τις συμβατικές χρονολογίες οι οποίες τοποθετούν τον Όμηρο γύρω στο 1.000 π. Χ. έχουμε το δικαίωμα να ρωτήσουμε : Πόσες χιλιετίες χρειάστηκε η γλώσσα μας από την εποχή που οι άνθρωποι των σπηλαίων του Ελληνικού χώρου την πρωτοάρθρωσαν με μονοσύλλαβους φθόγγους, μέχρι να φτάσει στην εκπληκτική τελειότητα της Ομηρικής επικής διαλέκτου, με λέξεις όπως «ροδοδάκτυλος», «λευκώλενος», «ωκύμορος» κτλ.
Ο Πλούταρχος στο «Περί Σωκράτους δαιμονίου», μας πληροφορεί ότι ο Αγησίλαος ανακάλυψε στην Αλίαρτο τον τάφο της Αλκμήνης, της μητέρας του Ηρακλή, ο οποίος τάφος είχε ως αφιέρωμα «πίνακα χαλκούν έχοντα γράμματα πολλά θαυμαστά, παμπάλαια …». Φανταστείτε περί πόσο παλαιάς γραφής πρόκειται, αφού οι ίδιοι οι Αρχαίου Έλληνες την χαρακτηρίζουν «αρχαία». Φυσικά, δεν γίνεται ξαφνικά, «από το πουθενά» να εμφανιστεί ένας Όμηρος και να γράψει δυό λογοτεχνικά αριστουργήματα. Είναι προφανές ότι από πολύ πιο πριν πρέπει να υπήρχε γλώσσα (και γραφή) υψηλού επιπέδου. Πράγματι, από την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία γνωρίζουμε ότι ο Όμηρος δεν υπήρξε ο πρώτος, αλλά ο τελευταίος και διασημότερος μιας μεγάλης σειράς επικών ποιητών, των οποίων τα ονόματα έχουν διασωθεί (Κρεώφυλος, Πρόδικος, Αρκτίνος, Αντίμαχος, Κιναίθων, Καλλίμαχος) καθώς και τα ονόματα των έργων τους (Φορωνίς, Φωκαΐς, Δαναΐς, Αιθιοπΐς , Επίγονοι, Οιδιπόδεια, Θήβαις … ) δεν έχουν όμως διασωθεί τα ίδια τα έργα τους. 




ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ
ΝΕΩΝ ΛΕΞΕΩΝ
Η δύναμη της Ελληνικής γλώσσας βρίσκεται στην ικανότητά της να πλάθεται όχι μόνο προθεματικά η καταληκτικά, αλλά διαφοροποιώντας σε μερικές περιπτώσεις μέχρι και τη ρίζα της λέξης {π.χ. «τρέχω’ και «τροχός» παρ’ ότι είναι από την ίδια οικογένεια αποκλίνουν ελαφρώς στη ρίζα}. Η Ελληνική γλώσσα είναι ειδική στο να δημιουργεί σύνθετες λέξεις με απίστευτων δυνατοτήτων χρήσεις, πολλαπλασιάζοντας το λεξιλόγιο. Το διεθνές λεξικό Webster’s New International Dictionary, αναφέρει: «Η Λατινική και η Ελληνική, ιδίως η Ελληνική, αποτελούν ανεξάντλητη πηγή υλικών για τη δημιουργία επιστημονικών όρων, ενώ οι Γάλλοι λεξικογράφοι Jean Bouffartigue και Anne – Marie Delrieu τονίζουν : «Η επιστήμη βρίσκει ασταμάτητα νέα αντικείμενα ή έννοιες. Πρέπει να τα ονομάσει. Ο θησαυρός των Ελληνικών ριζών βρίσκεται μπροστά της, αρκεί ν’ αντλήσει από εκεί. Θα ήταν πολύ περίεργο να μη βρει αυτές που χρειάζεται.
Ο γάλλος συγγραφέας Ζακ Λακαριέρ, έκθαμβος μπροστά στο μεγαλείο της Ελληνικής είχε δηλώσει σχετικώς: «Η Ελληνική γλώσσα έχει το χαρακτηριστικό να προφέρεται θαυμάσια για την έκφραση όλων των ιεραρχιών με μια απλή εναλλαγή του πρώτου συνθετικού. Αρκεί κανείς να βάλει ένα παν – πρώτο – αρχι – υπέρ ή μια οποιαδήποτε άλλη πρόθεση μπροστά σε ένα θέμα. Κι αν συνδυάσει κανείς μεταξύ τους αυτά τα προθέματα, παίρνει μια ατέλειωτη ποικιλία διαβαθμίσεων. Τα προθέματα εγκλείονται τα μεν στα δε σαν μια σημασιολογική κλίμακα, η οποία ορθώνεται προς τον ουρανό των λέξεων».
Στην Ιλιάδα του ομήρου η Θέτις θρηνεί για ότι θα πάθει ο γιός της σκοτώνοντας τον Έκτορα «διο και δυσαριστοτοκείαν αυτήν ονομάζει». Η λέξη αυτή από μόνη της είναι ένα μοιρολόι: δυς + άριστος + τίκτω (γεννώ) και σημαίνει όπως αναλύει το Ετυμολογικό το Μέγα «που για κακό γέννησα τον άριστο».
Προ ολίγων ετών κυκλοφόρησε στην Ελβετία το λεξικό των ανύπαρκτων λέξεων (Dictionnaire Des Mots Inexistants) όπου προτείνεται να αντικατασταθούν Γαλλικές περιφράσεις με μονολεκτικούς όρους από τα Ελληνικά. Π.χ. androprepe, biopaleste, dysparegorete, ecogeniarche, elpidophore, glossoctonie, philomathee, tachymathie, theopempte κλπ. Περίπου 2.000 λήμματα με προοπτική περαιτέρω εμπλουτισμού.
Η ΑΚΡΙΒΟΛΟΓΙΑ
Είναι προφανές ότι τουλάχιστον όσον αφορά την ακριβολογία, γλώσσες όπως τα Ελληνικά υπερτερούν σαφώς σε σχέση με γλώσσες σαν τα Αγγλικά. Είναι λογικό άλλωστε αν το σκεφτεί κανείς ότι μπορεί πολύ πιο εύκολα να καθιερωθεί μια γλώσσα διεθνής όταν είναι πιο εύκολη στην εκμάθηση, από την άλλη όμως μια τέτοια γλώσσα εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να είναι τόσο ποιοτική.
Συνέπεια των παραπάνω είναι ότι η Αγγλική γλώσσα δεν μπορεί να είναι λακωνική όπως είναι η Ελληνική, καθώς για να μην είναι διφορούμενο το νόημα της εκάστοτε φράσης, πρέπει να χρησιμοποιηθούν επιπλέον λέξεις. Για παράδειγμα η λέξη «drink» ως αυτοτελής φράση δεν υφίσταται στα Αγγλικά, καθώς μπορεί να σημαίνει «ποτό», «πίνω», «πιες» κτλ. Αντιθέτως στα Ελληνικά η φράση «πιες» βγάζει νόημα, χωρίς να χρειάζεται να βασιστείς στα συμφραζόμενα για να καταλάβεις το νόημά της.
Παρένθεση: Να θυμίσουμε εδώ ότι στα Αρχαία Ελληνικά εκτός από Ενικός και Πληθυντικός αριθμός, υπήρχε και Δυϊκός αριθμός. Υπάρχει στα Ελληνικά και η Δοτική πτώση εκτός από τις υπόλοιπες 4 πτώσεις ονομαστική, γενική, αιτιατική και κλητική. Η Δοτική χρησιμοποιείται συνεχώς στον καθημερινό μας λόγο ( π.χ. … βάσει των μετρήσεων, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι…) και είναι πραγματικά άξιον λόγου το γιατί εκδιώχθηκε βίαια από την Νεοελληνική γλώσσα. Ακόμα παλαιότερα, εκτός από την εξορισμένη αλλά ζωντανή Δοτική, υπήρχαν και άλλες τρεις επιπλέον πτώσεις οι οποίες όμως χάθηκαν. Το ίδιο πρόβλημα, σε πολύ πιο έντονο φυσικά βαθμό έχει και η Κινέζικη γλώσσα. Όπως μας λέει και ο Κρητικός δημοσιογράφος Α. Κρασανάκης : «Επειδή οι απλές λέξεις είναι λίγες, έχουν αποκτήσει πάρα πολλές έννοιες για να καλύψουν τις ανάγκες της έκφρασης. Π.χ. «σι» = γνωρίζω, είμαι, ισχύς, κόσμος, όρκος, αφήνω, θέτω, αγαπώ, βλέπω, φροντίζω, περπατάω, σπίτι κ.τ.λ.. «Πα» = μπαλέτο, οκτώ, κλέφτης, κλέβω … «Πάι» = άσπρο, εκατό, εκατοστό, χάνω…
Ίσως να υπάρχει ελαφρά διαφορά στον τονισμό, αλλά ακόμα και να υπάρχει, πως είναι δυνατόν να καταστήσεις ένα σημαντικό κείμενο (π.χ. συμβόλαιο) ξεκάθαρο;
Η ΚΥΡΙΟΛΕΞΙΑ
Στην Ελληνική γλώσσα ουσιαστικά δεν υπάρχουν συνώνυμα, καθώς όλες οι λέξεις έχουν λεπτές εννοιολογικές διαφορές μεταξύ τους. Για παράδειγμα, η λέξη «λωποδύτης» χρησιμοποιείται γι αυτόν που βυθίζει το χέρι του στο ρούχο μας και μας κλέβει, κρυφά δηλαδή, ενώ ο «ληστής» είναι αυτός που μας κλέβει φανερά, μπροστά στα μάτια μας. Επίσης το «άγειν» και το «φέρειν» έχουν την ίδια έννοια. Όμως το πρώτο χρησιμοποιείται για έμψυχα όντα, ενώ το δεύτερο για τα άψυχα.
Στα Ελληνικά έχουμε τις λέξεις «κεράννυμι», «μίγνυμι» και «φύρω» που όλες έχουν το νόημα του «ανακατεύω». Όταν ανακατεύουμε δυό στερεά ή υγρά μεταξύ τους αλλά χωρίς να συνεπάγεται νέα ένωση (π.χ. λάδι με νερό) τότε χρησιμοποιούμε την λέξη «μειγνύω» ενώ όταν ανακατεύουμε υγρό με στερεό τότε λέμε «φύρω». Εξ ου και η λέξη «αιμόφυρτος» που όλοι γνωρίζουμε αλλά δεν συνειδητοποιούμε τι σημαίνει. Όταν οι Αρχαίοι Έλληνες πληγώνονταν στη μάχη, έτρεχε τότε το αίμα και ανακατευόταν με τη σκόνη και το χώμα. Το «κεράννυμι» σημαίνει ανακατεύω δυό υγρά και φτιάχνω ένα νέο, όπως για παράδειγμα ο οίνος και το νερό. Εξ ου και ο «άκρατος» οίνος (δηλαδή καθαρός οίνος) που λέγαν οι Αρχαίοι όταν δεν ήταν ανακατεμένος (κεκραμμένος) με νερό.
Τέλος η λέξη «παντρεμένος» έχει διαφορετικό νόημα από την λέξη «νυμφευμένος», διαφορά που περιγράφουν οι ίδιες οι λέξεις για όποιον τους δώσει λίγη σημασία. Η λέξη «παντρεμένος» προέρχεται από το ρήμα υπανδρεύομαι και σημαίνει τίθεμαι υπό την εξουσία του άντρα ενώ ο άντρας νυμφεύεται, δηλαδή παίρνει νύφη. Γνωρίζοντας τέτοιου είδους λεπτές εννοιολογικές διαφορές, είναι πραγματικά πολύ αστεία μερικά από τα πράγματα που ακούμε στην καθημερινή – συχνά λαθεμένη – ομιλία (π.χ. ο Χ παντρεύτηκε).
Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως «άμιλλα», «θαλπωρή» και «φιλότιμο». Μόνο η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τη ζωή από τον βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνο αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον.


ΓΛΩΣΣΑ
ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ
Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πώς να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιος είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει. Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα γράφεται σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ – διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε.
Επίσης η λέξη «συγκεκριμένος» φυσικά και δεν μπορεί να γραφτεί «συγκεκρυμμένος» καθώς προέρχεται από το «κριμένος» (αυτός δηλαδή που έχει κριθεί και όχι βέβαια από το κρυμμένος, αυτός δηλαδή που έχει κρυφτεί). Άρα το να υπάρχουν πολλά γράμματα για τον ίδιο ήχο (π.χ. η, ι, υ, ει, οι κτλ) όχι μόνο δεν θα έπρεπε να μας δυσκολεύει, αλλά αντιθέτως να μας βοηθάει στο να γράφουμε πιο σωστά, εφόσον βέβαια έχουμε μια βασική κατανόηση της γλώσσας μας. Επιπλέον η ορθογραφία με τη σειρά της μας βοηθάει αντίστροφα στην ετυμολογία αλλά και στην ανίχνευση της ιστορικής πορείας της κάθε μιας λέξης. Και αυτό που μπορεί να μας βοηθήσει  να κατανοήσουμε την καθημερινή μας νεοελληνική γλώσσα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι η γνώση των Αρχαίων Ελληνικών. Είναι πραγματικά συγκλονιστικό συναίσθημα να μιλάς και ταυτόχρονα να συνειδητοποιείς τι ακριβώς λες, ενώ μιλάς και εκστομίζεις την κάθε λέξη ταυτόχρονα να σκέφτεσαι την σημασία της.
Είναι πραγματικά μεγάλο κρίμα να διδάσκονται τα Αρχαία με τέτοιον φρικτό τρόπο στο σχολείο ώστε να σε κάνουν να αντιπαθείς κάτι τόσο όμορφο και συναρπαστικό.
Η ΣΟΦΙΑ
Στην γλώσσα έχουμε το σημαίνον (τη λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δυο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. Σε μια συνηθισμένη γλώσσα όπως τα Αγγλικά, μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και τα αυτοκίνητο cloud και από τη στιγμή που το συμφωνήσουμε και εμπρός να είναι έτσι. Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Γι αυτόν τον λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες. Μάλιστα ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή τη σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πει: «Η θητεία μου στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στη γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στη λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο».
Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». Για παράδειγμα ο «άρχων» είναι αυτός που έχει τη δική του γη (άρα = γη + έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γη / δικό του σπίτι.
Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει (βοή = φωνή + θέω = τρέχω). Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι). Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποία εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για σκέψη. Για παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω’ που σημαίνει μειώνομαι. Και πράγματι ο φθόνος σαν συναίσθημα, σιγά – σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» - ελαττώνει ως ανθρώπους – και μας φθίνει μέχρι και την υγεία μας.
Και φυσικά όταν θέλουμε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει πως το λέμε; Μα φυσικά ‘άφθονο».
Έχουμε την λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Διότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έρθει και στην ώρα του. ωραίο δεν είναι ένα φρούτο ούτε άγουρο ούτε σαπισμένο και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της, αλλά ούτε φυσικά και 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή δεν μπορούμε να το απολαύσουμε. Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποίαν το «Ετυμολογικό Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά. Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις τη δυνατότητα να πας όπου αγαπάς. Πόσο ενδιαφέρουσα ερμηνεία…!
Το «άγαλμα» ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν π.χ. βλέπουμε ένα όμορφο Αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι = ίαση (= γιατρειά). Άρα για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο) η ψυχή μας αγάλλεται και γιατρευόμαστε. Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με τη σωματική μας υγεία.
Παρένθεση: και μια και το έφερε η κουβέντα η Ελληνική γλώσσα, μας λέει και τι είναι άσχημο. Από το στερητικό «α» και την λέξη σχήμα μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι. Για σκεφτείτε το λίγο…
Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη Λατινική λέξη για το άγαλμα (που άλλο από Λατινική δεν είναι). Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το Ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε ως λέξη και το ονόμασαν έτσι γιατί στέκει ακίνητο.
Προσέξτε την τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δυο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα. Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με τη σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο George Orwell στο αθάνατο έργο του ‘1984» απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις.
«Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής, αναπτύσσουν την κρίση», έγραφε ο Mihai Eminescu εθνικός ποιητής των Ρουμάνων. Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μιλάς σωστά σημαίνει να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.


Η ΜΟΥΣΙΚΟΤΗΤΑ
Η Ελληνική φωνή κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν «αυδή». Η λέξη αυτή δεν είναι τυχαία, προέρχεται από το ρήμα «άδω» που σημαίνει τραγουδώ.
Όπως γράφει και ο μεγάλος ποιητής και Ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος: «Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φως θα ελιχθώ προς τα πάνω, όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει. Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους, θα τους μιλήσω Ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε μεταξύ τους με μουσική».
Ο γνωστός Γάλλος συγγραφέας Ζακ Λακαριέρ επίσης μας περιγράφει την κάτωθι εμπειρία από το ταξίδι του στην Ελλάδα: «Άκουγα αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν σε μια γλώσσα που ήταν για μένα αρμονική αλλά και ακατάληπτα μουσική. Αυτό το ταξίδι προς την πατρίδα – μητέρα των εννοιών μας – μου απεκάλυπτε έναν άγνωστο πρόγονο, που μιλούσε μια γλώσσα τόσο μακρινή στο παρελθόν, μα οικεία και μόνο από τους ήχους της. Αισθάνθηκα να τα έχω χαμένα, όπως αν μου είχαν πει ένα βράδυ ότι ο αληθινός μου πατέρας ή η αληθινή μου μάνα δεν ήταν αυτοί που με είχαν αναστήσει».
Ο διάσημος Έλληνας και διεθνούς φήμης μουσικός Ιάνης Ξενάκης είχε πολλές φορές τονίσει ότι: «η μουσικότητα της Ελληνικής είναι εφάμιλλη της Συμπαντικής».
Αλλά και ο Γίββων μίλησε για μουσικότατη και γονιμότατη γλώσσα, που δίνει κορμί στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις και ψυχή στα αντικείμενα των αισθήσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά σύμβολα για νότες, χρησιμοποιούσαν τα ίδια τα γράμματα του αλφαβήτου.
«Οι τόνοι της Ελληνικής γλώσσας είναι μουσικά σημεία που μαζί με τους κανόνες προφυλάσσουν από την παραφωνία μια γλώσσα κατ’ εξοχήν μουσική, όπως κάνει η αντίστιξη που διδάσκεται στα ωδεία ή οι διέσεις και υφέσεις που διορθώνουν τις κακόηχες συγχορδίες», όπως σημειώνει η φιλόλογος και συγγραφεύς Α> Τζιροπούλου – Ευσταθίου.
Είναι γνωστό εξάλλου πως όταν οι Ρωμαίοι πολίτες πρωτάκουσαν στη Ρώμη Έλληνες ρήτορες, συνέρρεαν να αποθαυμάσουν ακόμη και όσοι δεν γνώριζαν Ελληνικά, τους ανθρώπους που «ελάλουν ως αηδόνες».
Δυστυχώς κάπου στην πορεία της Ελληνικής φυλής, η μουσικότητα αυτή ( την οποία οι Ιταλοί κατάφεραν και κράτησαν) χάθηκε, προφανώς στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Να τονίσουμε εδώ ότι οι άνθρωποι της επαρχίας τους οποίους συχνά κοροϊδεύουμε για την προφορά τους, είναι πιο κοντά στην Αρχαιοελληνική προφορά απ’ ότι εμείς οι άνθρωποι της πόλης.

Η Ελληνική γλώσσα επεβλήθη αβίαστα (στους Λατίνους) και χάρη στη μουσικότητά της. Όπως γράφει και ο Ρωμαίος Οράτιος : «Η Ελληνική φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μια γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα».

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

ΗΡΩΕΣ ΤΩΝ ΔΡΟΜΩΝ
Αθήνα του σήμερα, Αθήνα του 2016. Αθήνα της μεγάλης κρίσης, πόλη της αφόρητης πίεσης, το … πάλαι ποτέ κλεινόν άστυ. Κυριακή πρωί και ο ήλιος προσπαθεί να μας πείσει ότι αν και μέσα Φλεβάρη, το καλοκαίρι ήρθε, η διάθεση πρέπει να … «ανέβει» και τα όνειρά μας να είναι αισιόδοξα. Εις μάτην.
Προσπαθώ να πνίξω την μελαγχολία που κοντεύει να γίνει μόνιμη, σε βαθμό σχιζοφρένειας, με εικόνες από την πρωινή αυτή μου βόλτα. Πλάκα, συνοικία των Θεών, καφές στο μικρό καφενεδάκι κοντά στην οδό Ηφαίστου, πρωινές μυρωδιές από τα κεμπάπ του «Θανάση» και του «Σάββα», αλλά και από τις βιολέτες στα παράθυρα που επιμένουν σε μια παλιά Ελλάδα. Οι φωνές των μικροπωλητών, διασκεδάζουν τους έκπληκτους από την ζέστη τουρίστες, η προσπάθεια της συντρόφου μου να μου εξηγήσει ότι υπάρχει ακόμα ελπίδα σε αυτό τον τόπο, ο μικρός μελαμψός ζητιάνος που πουλάει αναπτήρες, στυλό και χαρτομάντιλα… όλα αυτά ένα μικρό χαμόγελο ανεμελιάς, μια μικρή δροσοσταλιά στα πικραμένα χείλη.
«Κι όμως…», σκέφτηκα «… δεν μπορεί όλα να είναι τόσο άσχημα, τόσο στραβά…»
Με την σύντροφο κρεμασμένη σχεδόν στο μπράτσο αποφασίσαμε να κατέβουμε εκείνον τον ζωντανό δρόμο των μικροπωλητών, το κομμάτι της Ερμού από το Μοναστηράκι έως το Θησείο.
«Πάρε καλέ κύριε κουλούρι», η φωνή δεξιά, μου θύμισε την πείνα μου. Κι εκείνο το άρωμά τους! Και το σουσάμι – σκέτη αμαρτία – και η ανεμελιά του σύντομου φαγητού παρέα στο περπάτημα. Δώσαμε το ευτελές ποσό (!) του ενός ευρώ, χαμογελάσαμε λίγο - παιδικά είναι αλήθεια - και συνεχίσαμε το περπάτημα ανάμεσα από τις αγριοφωνάρες και τις παροτρύνσεις των μικροπωλητών και των παλαιοπωλών.
Κι αυτές οι αγριοφωνάρες ήταν βραχνές, γιατί όποιος φωνάζει πιο δυνατά παίρνει και την δουλειά, βραχνιασμένες και σε πολλές περιπτώσεις φανέρωναν αγωνία…
«Σαλέπ’ , καλό σαλέπ’…»
«Λαϊκό λαχείο, λαϊκό λαχείο,…. Αύριο κληρώνει, αύριο…»
«Έλα κυρία μου, εδώ το φρέσκο…. Θεσσαλονίκης λέμε… πάρε, πάρε…»
«Αυτό να πάρεις καλέ, αυτό εκεί, άντε θα σου κάνω καλή τιμή… άντε βρε να μου κάνεις σεφτέ…»
Παζάρια δεξιά κι αριστερά, φωνές και ειρωνείες, πραμάτεια στον δρόμο και στα καπό των παρκαρισμένων αυτοκινήτων, ήλιος και γέλια, χρώματα και τραγούδια από τους πλανόδιους πωλητές παλιών δίσκων και οσμές από τις κινητές καντίνες. Εικόνα παραλογισμού; Ίσως! Εικόνα Παραδείσου; Ίσως!




Καθίσαμε σε ένα μικρό μεζεδοπωλείο για το μεσημεριανό ουζάκι μας. Ξαφνικά η κρίση είχε εξαφανιστεί και γελάγαμε. Συζητήσαμε, χωρίς το κινητό ή το τάμπλετ στο χέρι να μας ειδοποιεί για κάτι. Παίξαμε:
«Λοιπόν …», μου είπε η σύντροφος, πόσα απ’ αυτά τα επαγγέλματα που ξέραμε σαν παιδιά έχουν εξαφανιστεί;»
Η ερώτηση δεν μου άρεσε γιατί αν τα λέγαμε όλα, θα τόνιζα την χωριάτικη καταγωγή μου, κάτι που η αλαζονεία μου δεν μου το επέτρεπε. Έτσι άλλαξα την ερώτηση:
«Θέλεις να πούμε για τους πωλητές των δρόμων;»
«Εννοείς αυτούς που γύρναγαν στους δρόμους να πουλήσουν;»
Συμφωνήσαμε να θυμηθούμε ότι μπορούσαμε όχι μόνο από τα παιδικάτα μας, αλλά και απ’ ότι είχαμε διαβάσει. Και για να έχουμε κι ένα τίτλο, τους ονομάσαμε «ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ». Πωλητές που εξαφανίστηκαν, αλλά και κάποιοι που ακόμα τρώνε τις σόλες τους στην καυτή πόλη. Η κυρία άρχισε πρώτη:
«Λοιπόν νομίζω ότι στην πρώτη θέση θα πρέπει να βάλουμε τον κουλουρά. Τι λες; Δεν είναι δίκαιο;»




Αν και προσπαθούσα να καταλάβω το είδος της δικαιοσύνης που επικαλέστηκε, συμφώνησα προς χάριν του παιγνιδιού.
«Λατερνατζής…» απάντησα χωρίς δεύτερη σκέψη.







Και για να τονιστεί κιόλας η γνώμη μου, η τύχη το έφερε, να ακουστεί ο μεταλλικός ήχος μιας λατέρνας από το βάθος του δρόμου. Χαμογέλασα και έψαξα για ψιλά.
«Να, λοιπόν, η πραγματικά όμορφη των Αθηνών!!! Η πλουμιστή κυρά με την μεταλλική φωνή…»
Ο σερβιτόρος πλησίασε και άφησε μια μεγάλη ποικιλία με γαρίδες και διάφορα άλλα θαλασσινά. Κανείς από τους δυό μας δεν έκανε κίνηση να πιάσει το πιρούνι του, να γευτεί τα μυρωδάτα μεζεκλίκια. Η προσοχή μας ήταν δοσμένη ολάκερη στην μουσική που εξαπέλυε στον αέρα το «άρωμά» της με το … «κάθε κήπος έχει μια φωλιά για τα πουλιά…». Σιγομουρμουρίσαμε τους στίχους του Μάνου (ένας είναι ο Μάνος!!!!!) και διέκρινα κάτι να γυαλίζει στα μάτια της συντρόφου μου. Μόλις την κοίταξα και ήμουν έτοιμος να της χαϊδέψω το χέρι:
«Καστανάς…», μου είπε απότομα και βιαστικά.




Δεν περίμενα τέτοια γρήγορη αντίδραση, αυτό (για να παινευτώ) ήταν δικό μου γνώρισμα και απάντησα όσο πιο γρήγορα μπορούσα για να ανακτήσω την … κυριαρχία:
«Λούστρος, ναι κυρία μου λούστρος, αμέ και μάλιστα ακόμα και σήμερα υπάρχει αυτό το επάγγελμα», γέλασα με ειρωνικό τρόπο, σιγά μην μου την έφερνε η … γυναίκα!!!






Εκείνη χαμογέλασε που δεν το είχε σκεφτεί πρώτη, πιστεύοντας ότι ήταν ένα συνηθισμένο – χαρακτηριστικό - επάγγελμα πλανόδιων. Έπιασε μια μεγάλη γαρίδα, ήπιε μια γουλιά από το ούζο της και πριν καταπιεί, με εκείνη την χαρακτηριστική χροιά φωνής που σημαδεύει τους μπουκωμένους:
«Σαλεπιτζής κύριε. Για να σε δούμε τώρα!»





Δεύτερη φορά που η σύντροφός μου με αιφνιδίασε κι αυτό όχι λόγω ταχύτητας, αλλά γιατί ανέφερε ένα επάγγελμα που δύσκολα κάποια γυναίκα θα έλεγε. Προσπάθησα να αντιδράσω (διακυβευόταν η φήμη μου!) και κατέφυγα στα εύκολα:
«Παγωτατζής…», είπα, ενώ σκεφτόμουν το επόμενο που θα μπορούσα ν’ αναφέρω


«Μάλιστα, αν κι ευκολάκι αυτό, έτσι;»
Ευκολάκι ναι, αλλά δεν έπαυε να είναι κι ένα από αυτά που ψάχναμε.
«Λοιπόν τι λες για τον νερουλά; Αν και δεν υπάρχει πια, κάποτε ήταν μεγάλη υπόθεση για τους κατοίκους και ειδικά αυτών των πιο φτωχών συνοικιών…»




Είχε δίκιο και μάλιστα μου έδωσε και την έμπνευση:
«Αφού κυρία μου ανέφερες και μάλιστα πολύ σωστά, τους νερουλάδες… πάρε και τους πωλητές πάγου. Θυμάμαι όταν ήμασταν μικρά, μέναμε τότε στην περιοχή του Ταύρου, είχαμε ένα παλιό…»
«Ξέρω, ξέρω … ένα παλιό ξύλινο ψυγείο και η μαμά σου κάθε πρωί αγόραζε κομμάτια πάγου για την ψύξη. Μου το έχεις πει τόσες φορές που το έχω εμπεδώσει πια»






Νόμιζα ότι την μισούσα εκείνη την στιγμή, σκεφτόμουν να την πνίξω και δεν άκουσα αμέσως τα λόγια της. Έπιασα το ποτήρι με το ούζο για να μην πιάσω τον…. τρυφερό λαιμό της και μόλις που άκουσα…
«… γανωτής!», διέκρινα στα μάτια της την λάμψη της περηφάνιας!



Μάλιστα, άλλο ένα επάγγελμα που δεν περίμενα από το στόμα της. Κάτι πιο εξωτικό έπρεπε να βρω τώρα, αλλά τι; Πήρα το μαχαίρι κι άπλωσα λίγη ρώσικη σαλάτα σε μια φέτα ψωμί… και τότε μου ήρθε το επάγγελμα που θεώρησα σπάνιο:
«Τροχατζής…», ανήγγειλα με ύφος εκατό καρδιναλίων. «Τραχατζής…», επανέλαβα μη και δεν το άκουσε.

«Και τι είναι τούτο; Επάγγελμα; Πρώτη φορά το ακούω, δεν είπαμε ότι πρέπει να λέμε αυτά που και οι δυό γνωρίζουμε; Ε, αυτό λοιπόν δεν πιάνει…». Πήγε να φερθεί πονηρή και να μου αφαιρέσει ένα βαθμό, αλλά…
«Τι λες καλέ που θα μου πεις ότι είναι άκυρο. Τροχατζή λέγαμε μικρά, αυτόν που τρόχιζε τα μαχαίρια. Πέρναγε μια φορά την βδομάδα και όλες οι νοικοκυρές έφερναν ότι κοφτερό είχαν, μα μαχαίρι, μα ψαλίδι για τρόχισμα…»
«Α, αυτός είναι ο … πως τον είπες, τροχατζής; Καλά τότε, τον πρόλαβα κι εγώ αυτόν»

Ικανοποιήθηκα με την αποδοχή της. Η αλήθεια βέβαια ήταν ότι ούτε θυμόμουν τον τροχατζή, ούτε και , φυσικά, τον λέγαμε έτσι, αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ το όνομα. Πάντως ήταν σωστό και ο πόντος μου φορτώθηκε στο μεγάλο σακούλι της περηφάνιας μου.
«Να πω κι εγώ τον … γαλατά;»
«Γαμώτο…», σκέφτηκα «… γρήγορα απάντησε».
«Να τον πεις κορίτσι μου, να τον πεις, γιατί όχι; Κι αυτός στους δρόμους γύρναγε και πούλαγε το γάλα από μεγάλα δοχεία με τα κατσαρόλια ή με κάτι που έμοιαζε με βαθιά σέσουλα! Προς το τέλος το έδιναν και σε μπουκάλια γυάλινα που τα κουβαλούσαν με καρότσι.Και μάλιστα κράτησε αυτό το επάγγελμα αρκετά χρόνια, μέχρι που το έφαγε η «ΕΒΓΑ της γειτονιάς μας». Γελάσαμε και οι δυό, λίγο από το παιχνίδι μας, λίγο από το ούζο, λίγο από τον λαμπερό ήλιο.




«Σειρά σου τώρα, άντε να σε δούμε κύριε…»
«Μάλιστα, τι νομίζεις δεν ξέρω;», η αλήθεια ήταν ότι δεν ερχόταν κάτι στο μυαλό. Για να κερδίσω ώρα, άναψα ένα τσιγάρο:
«Τσιγαράδες …» φώναξα λίγο πιο δυνατά απ’ όσο έπρεπε, με αποτέλεσμα να τραβήξω το βλέμμα της ξανθούλας από το διπλανό τραπέζι. Μόνο για την φωνή όμως.
«Τσιγαράδες κυρία μου. Ορέστης Μακρής, τσιγάρα – τσιγάρα… και ξυραφάδες!»









«Τότε να πω κι εγώ για τους ενεχυροδανειστές του δρόμου, τους βιβλιοπώλες του δρόμου και τους εμπόρους λευκών ειδών, που γύρναγαν από πόλη σε χωριό. Θυμάσαι την Βουγιουκλάκη  στον Πίπη; Εκεί που ο Ρίζος έκανε τον πωλητή; Ή τον Σταυρίδη με τον … Βέγγο δεν ήταν;»
Συμφώνησα μαζί της!











Ήθελα να έχω βέβαια ην τελευταία λέξη και δεν την άφησα να πάρει ανάσα. Περίμενα την στιγμή που είχε γεμίσει το στόμα με ένα μεγάλο κομμάτι από τον ξεροψημένο κεφτέ και εξαπέλυσα την τελειωτική επίθεσή μου:
«Βέβαια καλή μου, ξέχασες τους ψωμάδες και δεν εννοώ τους κουλουρτζήδες, τους μανάβηδες με τον γάιδαρο, σε πληροφορώ ότι τον πέτυχα…»
«Εγώ απλά τον παντρεύτηκα και δεν λέω για τον μανάβη…»
Δεν το πολυκατάλαβα στην προσπάθειά μου να πω κι άλλα επαγγέλματα και μάλιστα απόρησα που γελούσε μόνη της.
«… τους πωλητές κοτόπουλων, ακόμη κι αυτούς που άσπριζαν τα δέντρα με ασβέστη, την άκρη των πεζοδρομίων και… αλλά τι είπες; Ποιόν παντρεύτηκες;»


Γελάσαμε με την καρδιά μας. Την έπιασα από τους ώμους και της χάιδεψα το σβέρκο. Η ζωή δεν θέλει πολλά σκέφτηκα μόνο λίγα και καλά. Της έδωσα ένα φιλί πεταχτό (μεγάλοι άνθρωποι είμαστε) και πρόσεξα το βλέμμα της διπλανής ξανθιάς. Σε λίγο φιλούσε τον σύντροφό της με πάθος.
«Αν ήταν η ζήλια ψώρα…», σκέφτηκα!






Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14
ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ
Δεν ήξερε πόση ώρα είχε κοιμηθεί, δεν ήξερε καν τι θα μπορούσε να κάνει εκείνη την ημέρα που ο νέος ήλιος είχε ξεπροβάλλει το ίδιο ζεστός, το ίδιο λαμπρός και βασανιστικός. «Πόσο παράξενη η χθεσινή μέρα…», είπε στρέφοντας τα μάτια στον ουρανό, «… αυτή η ανελέητη βροχή και τώρα τέτοια λάμψη…». Έφερε το χέρι στο μέτωπο και προσπάθησε να δει τον ορίζοντα με τα μεγάλα και απότομα βουνά, την απέραντη, λες, κοιλάδα και την πόλη των Καλαβρύτων να λικνίζεται σαν χορεύτρια στους ατμούς της ατμόσφαιρας. Άκουσε το θρόισμα των δέντρων και περίμενε και κάποιο τιτίβισμα – έστησε κιόλας αυτί – από κάποιο πουλί, αλλά μάταια.
Πίνοντας καφέ – Ελληνικό προτίμησε αυτή την φορά – προσπάθησε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του, σε σειρά τα γεγονότα της προηγούμενης μέρας και τις επόμενες κινήσεις του. Άναψε τσιγάρο – κοίταξε την μάρκα γιατί δεν ήξερε τι μάρκες είχε πάρει από το περίπτερο – έκανε μια γκριμάτσα από την πίκρα του καπνού, έβηξε, τώρα τελευταία έβηχε όλο και πιο πολύ και έφτυσε στο χώμα. Με την άκρη του ματιού αντιλήφθηκε μια λάμψη, στιγμιαία, στην πλευρά του μικρού λόφου που απείχε πολύ λίγο από το σπίτι που βρισκόταν. Έσμιξε τα φρύδια συγκεντρώνοντας το βλέμμα του εκεί, έβγαλε κάθε άλλη σκέψη από το μυαλό και πίεσε τον εαυτό του να καταλάβει ή να ερμηνεύσει αυτό που νόμισε ότι είδε. Τώρα τίποτα δεν αντανακλούσε το φως του ήλιου, τίποτα δεν κινιόταν έξω από τα κλαδιά των δέντρων στον αέρα, τίποτα που να φανερώνει ζωή. Κι όμως κάτι μέσα του, μιλούσε και του έλεγε …
 Τον έπιασε μια επιθυμία να εξερευνήσει τον χώρο εκείνο, έτσι κι αλλιώς δεν είχε και κάτι καλύτερο να κάνει. Ετοιμάστηκε, τράβηξε και τον Παρασκευά με το ζόρι από το μαξιλάρι – τον μόνιμο εχθρό – και οδήγησε το αυτοκίνητο μέχρι εκεί που τον «τράβαγε», θα έλεγε κανείς, η λάμψη.
Όταν έφτασε, ακούμπησε το κεφάλι στο τιμόνι προσπαθώντας να «μετρήσει» την κατάσταση.  Κατέβηκε και αποφάσισε να περπατήσει, μπροστά σε κάποιου είδους ανάχωμα.
Το πρώτο πράγμα που είδε, μετά το ανάχωμα,  ήταν κάπως παράξενο, αλλά όχι τόσο ώστε να προκαλέσει απορίες. Χώματα πεταμένα δεξιά και αριστερά, λες και κάποιος να είχε σκάψει ένα αρκετά βαθύ χαντάκι. Ένα χαντάκι που το μήκος του ήταν περίπου πεντακόσια – πάνω κάτω – μέτρα και πλάτος γύρω στα δύο. Το έδαφος που περπατούσε, ο πάτος δηλαδή του χαντακιού, ήταν πολύ λείο, χώμα που είχε συμπιεστεί με μεγάλη δύναμη, μεγάλη πίεση, ίσως από κάποιο οδοστρωτήρα. Αναρωτήθηκε ποιος θα μπορούσε να διαθέσει τέτοιο χρηματικό ποσό για ένα απλό χαντάκι, να χαλάσει τόση ενέργεια και χρόνο μόνο και μόνο για να περπατήσει προς τα πού (;) στην πλαγιά ενός ασήμαντου λόφου. «Εκτός κι αν δεν είναι ασήμαντος…», σκέφτηκε με την περιέργεια να τον – κυριολεκτικά – τρώει. Περπάτησε όλο το δρομάκι αυτό και στο τέλος του, κατέληγε στην πλευρά του λόφου χωρίς λογική, κατάλαβε ότι το βάθος ήταν πάνω από τρία μέτρα. «Γι αυτό και δεν φαίνεται από πουθενά…», συλλογίστηκε. Εκεί που ο δρόμος τέλειωνε, εκτός από τα βράχια και τους πολλούς φουντωτούς θάμνους και τα πουρνάρια, δεν υπήρχε τίποτε άλλο. Ούτε ένα πλάτωμα, ένα μικρό άνοιγμα που θα μπορούσε κάπου να χρησιμεύει.
Κάθισε και προσπάθησε να σκεφτεί. Ο Παρασκευάς στεκόταν δίπλα του, πειθήνιος στα «θέλω» του Γιώργου και ανάσανε με την γλώσσα πεσμένη στο πλάι του στόματος.
«Τίποτα δεν υπάρχει, τίποτα απολύτως…», σκέφτηκε απογοητευμένος. «Και όμως είμαι σίγουρος ότι η λάμψη προήλθε από δω…», συνέχισε την σκέψη του. Πέταξε το αποτσίγαρο που είχε στο μεταξύ ανάψει – πίστευε ότι αυτό τον έκανε να σκέφτεται πιο σωστά – και αποφάσισε να ξαναρίξει μια ματιά στο σημείο μπροστά του. Βέβαια ο «μικρόβιος», δεν έχασε την ευκαιρία να χώσει την υγρή του μύτη όπου υπήρχε πράσινο και τρύπα. Και αυτό έδωσε αποτελέσματα. Δεν είχε περάσει πολύ ώρα, όταν το γάβγισμά του - που πιότερο με κλαψούρισμα έμοιαζε – ειδοποίησε τον Γιώργο. Εκείνος με λαχτάρα έτρεξε κοντά του, μπροστά σε ένα πελώριο πουρνάρι και άρχισε να σπάει και να μετακινεί τα κλαδιά του, ματώνοντας τις παλάμες και τα μπράτσα από τις ακίδες και τα αγκάθια. Τα νύχια του είχαν γεμίσει χώμα, μικρές πετρούλες πετάγονταν ανεξέλεγκτα δεξιά κι αριστερά χτυπώντας τον πολλές φορές στο πρόσωπο, η ανάσα του είχε γίνει γρήγορη και πολύ πιο κοφτή, ενώ ο ιδρώτας του έτσουζε τα μάτια, θολώνοντας την όρασή του.
Η μεταλλική πόρτα μπροστά του, ήταν λεία και στρογγυλή στο πάνω μέρος, όπως οι πόρτες στα παλιά ιστιοφόρα πλοία και τόσο στιλπνή, που θα έλεγε κανείς ότι μόλις είχε γυαλιστεί από κάποιον χειροδύναμο άνθρωπο. Σε αυτή την στιλπνότητα συνέβαλε και το γεγονός ότι πάνω στο μέταλλο, δεν υπήρχε τίποτα, ούτε κολλημένο, ούτε καρφωμένο. Τίποτα δεν προεξείχε, ούτε φινιστρίνι, ούτε καν χερούλι, λες και δεν ήταν πόρτα, αλλά ένα κομμάτι νίκελ, πεταμένο στο χώμα. Ο Γιώργος προσπάθησε να την τραβήξει, αλλά δεν είχε από που να την πιάσει. Το χέρι του δεν έβρισκε καμιά εγκοπή, ακόμα και όταν έσκαψε το χώμα δίπλα της, φαινόταν το μέταλλο να εισχωρεί αρκετά μέσα. Έβαλε το μυαλό να δουλέψει, προσπαθώντας να ηρεμίσει και τον Παρασκευά που δεν είχε σταματήσει ούτε στιγμή ν’ αλυχτά. Προσπάθησε ξανά, χρησιμοποίησε και μια μεγάλη πέτρα μήπως και την σπάσει, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να την λερώσει με χώματα. Ούτε μια γρατζουνιά δεν της είχε καταφέρει.
Κάθισε και άναψε άλλο ένα τσιγάρο. Το κοίταξε και αποφάσισε από την επόμενη μέρα να το ελαττώσει, η ανάσα του δεν ήταν πια καλή και κουραζόταν εύκολα. Αλλά πόσες φορές δεν είχε πει αυτό το «από αύριο»!
«Μέτρησε»  τον ήλιο και διαπίστωσε ότι είχε μεσουρανήσει. «Μεσημέρι…», σκέφτηκε με κάποια μελαγχολία που δεν είχε καταφέρει τίποτα με αυτήν την πόρτα. Τον έτρωγε και η περιέργεια για τους κατασκευαστές, για την χρησιμότητά της και για το τι μπορούσε να κρύβει πίσω της. Το μυαλό του πήγε σε στρατιωτικούς σκοπούς, αλλά και πάλι, σκέφτηκε «… εδώ; Σε αυτά τα μέρη, τι δουλειά είχε ο στρατός;». Κάτι τον ενοχλούσε εκεί που καθόταν και μετακινήθηκε λίγους πόντους παραπέρα, τίναξε το αποτσίγαρο μακριά – είχε αρχίσει και του έκαιγε τα δάχτυλα – και έψαξε το πακέτο ν’ ανάψει άλλο ένα. «Είπαμε από αύριο η ελάττωση…», σκέφτηκε και χαμογέλασε την ώρα που ρουφούσε την πρώτη «τζούρα».
Ήχος δεν ακούστηκε, ούτε κίνηση, ούτε καν μια μικρή πνοή αέρα, έξω απ’ αυτήν των δέντρων… κι όμως η μεταλλική πόρτα είχε ανοίξει διάπλατα, αποκαλύπτοντας μια μαύρη τρύπα, ένα κατάμαυρο στόμα που οδηγούσε… ;
Ο Γιώργος αναπήδησε λες και τον είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα και σχεδόν κυλίστηκε στο χώμα. Βρήκε την ψυχραιμία του, αν και οι σφίξεις της καρδιάς του παρέμεναν σε υψηλά επίπεδα και πλησίασε το άνοιγμα.  Χάιδεψε το μέταλλο και πάλι, ούτε από την εσωτερική μεριά είδε κάποια συγκόλληση ή χερούλι. Η πόρτα, που είχε πάχος πάνω από δύο μέτρα, είχε ανοίξει από μόνη της, ως δια μαγείας και μάλιστα χωρίς εκείνος να χρειαστεί να κάνει κάτι, λες και κάποιος τον προσκαλούσε στο εσωτερικό. Φοβήθηκε και δείλιασε να πάει παραπέρα. Κοίταξε ολόγυρα. Ο Παρασκευάς είχε, παράξενα, ηρεμίσει και καθόταν στα δυό πίσω πόδια, ακίνητος με τα μάτια καρφωμένα στο μαύρο εκείνο κενό. Μεντεσέδες δεν φαίνονταν στο πλάι και το μέταλλο ήταν συμπαγές και δεν αντηχούσε κανένα ήχο στα χτυπήματά του.
Ξανακοίταξε το μαύρο κενό και προσπάθησε να μαζέψει κουράγιο, μια φωνή μέσα στο κεφάλι, του φώναζε να το εξερευνήσει. Οπισθοχώρησε τρομαγμένος σαν διαπίστωσε ότι το φως του ήλιου δεν εισχωρούσε ούτε πόντο. Λες και μια αόρατη μεμβράνη έκλεινε το χώρισμα. Άπλωσε το χέρι, αλλά δεν ανακάλυψε απολύτως τίποτα, παρά κενό και μόνο κενό. Έκανε ξανά δυό βήματα προς τα πίσω και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο. Φορτώθηκε ένα μεγάλο χοντρό σκοινί, έμοιαζε με ορειβασίας, βρήκε ένα φακό μεγάλης επιφάνειας και έβαλε στην τσέπη δυό μπουκάλια νερό, όπως είχε δει παλιά να κάνουν οι σπηλαιολόγοι στην τηλεόραση. Φόρεσε κι ένα μάλλινο σκουφί για να είναι πλήρης η εικόνα και ξαναγύρισε στην «σπηλιά», όπως την είχε χαρακτηρίσει μέσα του. Κοντοστάθηκε μπροστά στην μεγάλη πόρτα και τον ακίνητο Παρασκευά, προσπαθώντας να αξιολογήσει την κατάσταση. Τι να αξιολογήσει δηλαδή; Μήπως είχε καμιά γνώση; Τουλάχιστον προσπάθησε να ταξινομήσει τις πληροφορίες που διέθετε και τις κινήσεις που έπρεπε κατά σειρά να κάνει.
Έβαλε με κόπο ένα μεγάλο βράχο στο άνοιγμα της πόρτας – φοβόταν μην κλείσει και παγιδευτεί – και άπλωσε το πόδι, αλλά η καρδιά δεν ακολουθούσε. Πάγωσε με το χέρι πάνω στο μέταλλο της πόρτας και σμίγοντας τα φρύδια προσπάθησε μήπως και διακρίνει κάτι με την βοήθεια του φακού. Αλλά όσο δυνατός κι αν ήταν ο φακός, δεν μπορούσε ούτε ένα πόντο να διακρίνει στο εσωτερικό της «σπηλιάς». Το κουράγιο πάντως φαίνεται ότι το διέθετε ο πιο δειλός μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ο «αδάμαστος» (!) Παρασκευάς έδωσε ένα σάλτο και εξαφανίστηκε στο άνοιγμα χωρίς ν’ ακουστεί ούτε ήχος, ούτε γδούπος, ούτε τίποτε άλλο. Ο Γιώργος κατανίκησε τους φόβους του – δεν ήθελε να χάσει και το μοναδικό άλλο έμβιο ον σε αυτόν τον πλανήτη – ξανασήκωσε το πόδι και σφίγγοντας τα δόντια, έκανε το πρώτο αποφασιστικό βήμα.
 Βρέθηκε σε ένα μικρό πλάτωμα και ως δια μαγείας ανακάλυψε ότι το φως του φακού τώρα, έφεγγε και φώτιζε πολλά μέτρα μακριά. Λες και κάτι τώρα άφηνε το φως ελεύθερο. Γύρισε προς την είσοδο και παρατήρησε ότι μπορούσε άνετα να δει καλά έξω, όλες τις λεπτομέρειες αλλά και ν’ ακούσει όλους τους θορύβους που έκανε ο αέρας ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων. Δεν μπήκε καν στον κόπο να καταλάβει. Φώτισε ξανά μπροστά του ψάχνοντας τον μικρό του σκύλο. Δεν τον είδε εκεί που περίμενε, αντίθετα αντίκρισε την αρχή μιας μεγάλης σκάλας. Φώτισε προς τα κάτω, είδε πολλά σκαλιά φτιαγμένα από κάποιο γυαλιστερό υλικό και προσπάθησε να κατέβει, κρατώντας σφιχτά μια κουπαστή που κι αυτή ήταν φτιαγμένη από το ίδιο υλικό. Παράξενο που δεν γλιστρούσε. Τα σκαλιά έδειχναν να έχουν μια ιδιότητα που κρατούσαν τα πόδια σταθερά καρφωμένα πάνω τους. Η θερμοκρασία του χώρου ήταν σε ανεκτά μέχρι και ευχάριστα επίπεδα, σε αντίθεση με την ζέστη έξω. Κούνησε τον φακό και προσπάθησε να διακρίνει λίγα μέτρα πιο πέρα, πιο κάτω, για την ακρίβεια. Η σκάλα φαινόταν πολύ μεγάλη, δεν διακρινόταν το τέλος της, αλλά στα πέντε μέτρα πιο κάτω, πάνω σε ένα πλάτωμά της, ο Παρασκευάς καθόταν ήρεμος στα πίσω του πόδια. Κούνησε την ουρά σαν είδε το «αφεντικό» του και με τα μάτια ήταν σαν να τον προκαλούσε να κατέβει.
Τον χάιδεψε και τον έξυσε απαλά πίσω από τα αυτιά, με το βλέμμα όμως καρφωμένο στο απέραντο κενό μπροστά του. Κούνησε τον φακό πάνω – κάτω και σε όλες τις μεριές εκείνου του «περίεργου» χώρου. Η δέσμη όμως του φωτός δεν αποκάλυψε τίποτα παρά μόνο αυτό … το μαύρο κενό. Προσπάθησε να φωνάξει και έβγαλε μια πολύ δυνατή κραυγή, αλλά καμιά απάντηση, ηχώ, δεν επέστρεψε. Κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να μετρήσει το μέγεθος ατής της σπηλιάς, η περιέργεια όμως τον «έτρωγε» να συνεχίσει την εξερεύνηση, ειδικά που τώρα ένοιωθε μια ασφάλεια με το Παρασκευά στο πλάι του. Κοίταξε προς τα πάνω, είδε ότι το άνοιγμα της πόρτας ήταν όπως το είχε αφήσει και ξεκίνησε να κατεβαίνει τα σκαλιά μπροστά του. Η σκάλα γινόταν απότομη και φοβήθηκε την κούραση, αφού το αγύμναστο σώμα του στηριζόταν πολύ πια στα χέρια. Παραδόξως όμως, αν και κατέβηκε πάνω από διακόσια σκαλιά, καμιά κούραση δεν τον είχε καταλάβει. Και ο μικρός του φίλος έδειχνε να κατεβαίνει ανάλαφρος, λες και κάποιος είχε φτιάξει κάτι… μια μηχανή ίσως που μείωνε το βάρος (;).
Μετά από μισή περίπου ώρα, (είχε αρχίσει μετά το πρώτο πλάτωμα να μετράει τα σκαλιά) και αφού τα υπολόγισε περίπου στα οκτακόσια, ξαναβρήκε ένα πλάτωμα, κάτι σαν πλατύσκαλο και έκατσε να πιεί λίγο νερό. Πότισε και τον «μικρόβιο» και με μια βαριεστημένη κίνησε του χεριού, έριξε το φως του φακού ολόγυρα. Τα τοιχώματα της σπηλιάς δεν διακρίνονταν, αλλά μερικά μέτρα πιο κάτω έδειξε να τελειώνει εκείνη η τεράστια σκάλα. Χαμογέλασε και αφού πήρε μια – δυό βαθιές ανάσες, φορτώθηκε εκ νέου το χοντρό σκοινί που είχε ακουμπήσει δίπλα του και ξεκίνησε για άλλη μια φορά την κατάβαση.
Μόλις πάτησε στην βάση εκείνη που είχε διακρίνει από πιο ψηλά, δεν μπόρεσε να καταλάβει που ακριβώς βρισκόταν. Κανονικά, αν ήταν σε σπηλιά όπως είχε υπολογίσει, θα έπρεπε να πατάει σε χώμα ή σε βράχια ή σε πέτρες ή σε κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Αλλά αυτό που έβλεπε ξεπερνούσε τα όρια της φαντασίας.
Έσκυψε και αντίκρισε ένα πάτωμα φτιαγμένο λες από γυαλί ή κάτι που έμοιαζε με γυαλί. Τόσο στιλπνό υλικό δεν είχε ξαναδεί, λες και το χώμα είχε καεί και λειώσει από μια πολύ δυνατή φωτιά και είχε σταθεροποιηθεί απλωμένο ομοιόμορφα παντού. Έστρεψε το φως του φακού προς το πρόσωπό του αλλά δεν αντίκρισε το είδωλό του κάτω, όπως ήλπιζε ότι θα λειτουργούσε το υλικό. Έτριψε το πόδι του και κατάλαβε ότι δεν γλιστρούσε καθόλου. Το υλικό εκτός από στιλπνό ήταν και τέλεια αντιολισθητικό. Πάτησε γερά – ένα μικρό φόβο μην το σπάσει τον είχε – και έκανε μερικά βήματα προς το βάθος του … μαύρου σκοταδιού μπροστά του. Παρατήρησε ότι κανένας θόρυβος δεν διέκοπτε αυτή την σχεδόν απόλυτη ησυχία, εκτός από το γκρινιάρικο παράπονο του τετράποδου φίλου του.
Γύρισε το φως του φακού δεξιά – αριστερά και δεν είδε πουθενά τα τοιχώματα αυτής της σπηλιάς, ούτε και (φυσικά) καμιά κίνηση. Κοντοστάθηκε και προσπάθησε να πολεμήσει αυτό το συναίσθημα φόβου που είχε αρχίσει να τον κυριεύει. Ποτέ όμως δεν είχε ακολουθήσει την λογική. Αποφάσισε να περπατήσει σε εκείνο τον γυαλιστερό διάδρομο – δεν ήξερε πως αλλιώς να τον πει – κοίταξε τον Παρασκευά που ήταν ήρεμος, σημάδι  ότι δεν υπήρχε κάτι μπροστά τους, κάτι ανησυχητικό και κουνώντας κυκλικά τον φακό, άρχισε με σταθερό βήμα την εξερεύνηση.
Πρέπει να είχε περπατήσει πάνω από πεντακόσια μέτρα όταν ξαφνικά το φως του έπεσε πάνω – δεξιά του – που έμοιαζε με μεγάλο κύβο. Σήκωσε το αχνό φως προς τα πάνω και συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να υπολογίσει το ύψος αυτού του … «κύβου», αφού η οροφή του δεν φαινόταν. Πανικοβλήθηκε και προσπάθησε να σταθεί στα πόδια του που είχαν αρχίσει να τρέμουν. Αλλά δεν ήταν φόβος ακριβώς, αυτό που αισθανόταν, αλλά δέος και … έκπληξη. Κάποτε είχε διαβάσει σε βιβλία επιστημονικής φαντασίας ή και σε κάποιες συνωμοσιολογικές φυλλάδες, είχε δει σε ντοκιμαντέρ για κρυφά εργαστήρια του στρατού ή διαφόρων μυστικών υπηρεσιών, αλλά αυτό που αντίκριζε τώρα με τα ίδια του τα μάτια, αυτό που ένοιωθε με όλες του τις αισθήσεις, ξεπέρναγε και τα πιο τρελά σενάρια. Ειδικά όταν σκεφτόταν ότι ήταν στην Ελλάδα, στην μικρή Ελλάδα που όπως και να το έκανε, δεν μπορούσε να έχει τόσο μεγάλα … «μυστικά». Κάποτε είχε μπει στην 651 ΑΒΥΠ ,  (θυμόταν ακόμη και το σύνθημα: «ΕΦΕΠΟΜΑΙ ΤΟΙΣ ΕΠΙΤΗΔΙΟΙΣ» ) και είχε εντυπωσιαστεί, αλλά καμία σχέση με αυτό που έβλεπε τώρα και που ξεπερνούσε τις πνευματικές του αντοχές.
Ο «κύβος» δεν φαινόταν να έχει κάποια πόρτα ή κάποιο άνοιγμα, όπως τίποτα δεν υπήρχε και πάνω στις πλευρές του – έστω μια μικρή ανωμαλία ή φθορά στο χρώμα του – αν ήταν χρώμα αυτό που ακουμπούσε τώρα με την παλάμη του. Και το χρώμα δεν είχε καμιά διαφορά στον χώρο. Και το πάτωμα και ο «κύβος» στο γκρι το σκούρο, αυτό της θεατρικής απελπισίας.
Προχώρησε ακόμα μερικά βήματα και ανακάλυψε κι άλλους «κύβους», τον ένα δίπλα στον άλλο, λες και ήταν κτίρια μιας παράξενης πόλης. Και όντως σχημάτιζαν μια πόλη έτσι που ήταν παρατεταγμένοι, δημιουργούσαν ένα σύμπλεγμα πανύψηλο και σφιχτά δεμένο, με δρόμους που διέσχιζαν από δυό μεριές κάθε «οικοδομικό τετράγωνο», με κάθετους στύλους που ο Γιώργος δεν μπορούσε με την πρώτη εικόνα να καταλάβει που χρησίμευαν και … όλα πεντακάθαρα! Πουθενά δεν φαινόταν ούτε ένας κόκκος σκόνης ή ένα μικρό χαλίκι ή σκουπίδι. Κι όλα αυτά τόσα μέτρα κάτω από την επιφάνεια της γης.
Προσπάθησε να κλείσει το στόμα που ανακάλυψε ότι άθελά του είχε ανοίξει από την έκπληξη. Ο Παρασκευάς δίπλα του ενδιαφερόταν πιο πολύ με τις γωνιές των «κύβων» – μπορούσε πλέον να τους αποκαλεί κτίρια – ψάχνοντας για μυρουδιές και συγχρόνως αφήνοντας σταγόνες από την δική του οσμή. Παντού το σκοτάδι που το αδύναμο φως του φακού προσπαθούσε να τρυπήσει, έκανε τον χώρο μυστηριακό και κομμάτι από τα σκηνικά ενός κινηματογραφικού θρίλερ νουάρ. Τώρα πια προχωρούσε χωρίς να συνειδητοποιεί που πήγαινε, τι έκανε, λες και τα πάντα τον τραβούσαν προς το βάθος.
Κάποια στιγμή άκουσε κάτι σαν νερό να τρέχει, λες και γάργαρο ποτάμι κυλούσε κάπου εκεί κοντά του. Κοντοστάθηκε. Έριξε το βλέμμα ολούθε γύρω του, δεν μπορούσε να αντιληφθεί την κατεύθυνση του ήχου. Φαινόταν σαν να ερχόταν από παντού, ακόμα κι από πάνω από το κεφάλι του ή κάτω από τα πόδια του. Χωρίς να το καταλάβει χάιδεψε το κεφάλι του Παρασκευά που ανταποκρίθηκε με ένα γλείψιμο στην παλάμη. «Μπορεί …», σκέφτηκε, «… η εκκωφαντική ησυχία να μου το δημιουργεί αυτό». Κάθισε προσπαθώντας να ηρεμίσει τους χτύπους της καρδιάς του που κι αυτούς πλέον τους «άκουγε». Αυτό που ένοιωσε στο στήθος δεν ήταν ο πόνος από το παλιό χτύπημα, αλλά κάτι απροσδιόριστο και πρωτόγνωρο. Τώρα είχε δυναμώσει, μια μέγγενη του έσφιγγε τον θώρακα, φοβήθηκε για έμφραγμα, κάτι σαν μούδιασμα άρχισε να αποδυναμώνει το αριστερό του χέρι, ενώ ζαλίστηκε απότομα. Πήρε βαθιές ανάσες και έσκυψε μπροστά. Πίεσε κρατώντας την τελευταία μεγάλη ανάσα του για μερικά δευτερόλεπτα κι ένοιωσε κάπως καλύτερα. Σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια του – δεν είχε καταλάβει ότι είχαν κυλήσει – και έστρεψε το βλέμμα πάλι σε εκείνο το μεγαλειώδες θέαμα μπροστά του. Απόλυτη ησυχία, απόλυτη σκοτεινιά (εκτός από τα σημεία που φώτιζε ο φακός).
Ξεκουράστηκε περίπου μισή ώρα και άναψε τσιγάρο (!). παρατήρησε ότι ο καπνός σηκωνόταν απόλυτα όρθιος, λες και κάποιο φουγάρο λειτουργούσε αθόρυβα ρουφώντας τα πάντα, ανακυκλώνοντας τον αέρα σε εκείνο τον χώρο, αέρα που ένας Θεός ήξερε από πού μπορεί να έμπαινε. Σίγουρα όχι από κείνο το μικρό άνοιγμα της πόρτας που εκείνος ξεθάψει.
Έτριψε το στήθος του εκεί που ο πόνος είχε αρχίσει να ξεθωριάζει πια, έβγαλε από το μικρό του σακίδιο και ήπιε ένα inderal   φοβούμενος πάλι κάποια ένταση με την καρδιά του και άρχισε ξανά τον δρόμο του προσπαθώντας να … καταλάβει. Δεν είχε κάνει πάνω από πενήντα βήματα όταν αυτό που συνέβη τον τρόμαξε τόσο που αναγκάστηκε να καθίσει με τα πόδια να μην μπορούν να κρατήσουν το βάρος του.
Στο βάθος της «σπηλιάς» μια λάμψη είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή της. Μια λάμψη τόσο γνώριμη, τόσο οικεία… τόσο φυσική. Ξημέρωνε!! Προσπάθησε να καταλάβει αυτό που έβλεπε. Ξημέρωνε, όπως έκανε ο ήλιος πάνω στην επιφάνεια της Γης, όπως είχε συνηθίσει να βλέπει πάνω στα βουνά, μακριά στις θάλασσες, στο βάθος του ορίζοντα. Και τώρα μέσα σε εκείνη την σπηλιά … ξημέρωνε! «Ναι, σαν να προβάλλει ο ήλιος…», σκέφτηκε σχεδόν έντρομος. Και η αλήθεια είναι ότι σε λίγη ώρα – εκείνος παρέμενε γονατιστός όλη αυτό το διάστημα – ένα δυνατό φως ανέβαινε στο βάθος εκείνου του μέχρι πρότινος ολοσκότεινου χώρου. «Δεν μπορεί, σε παραμύθι ζω…», τα λόγια του ακούστηκαν λαχανιασμένα και απότομα στα αυτιά του. Ένα απαλό αεράκι, χάιδεψε το πρόσωπό του και ανακάτωσε τα μαλλιά του. Το περίμενε, δεν ήξερε γιατί αλλά το περίμενε. Όπως και περίμενε πια κάθε καιρικό φαινόμενο της επιφάνειας. Δεν θα του φαινόταν παράξενο αν έπεφτε ακόμα και βροχή.
Έριξε μια πλάγια ματιά στον Παρασκευά. Τον είδε αμέριμνο να έχει ξαπλώσει δίπλα του, λες και δεν υπήρχε καμιά διαφορά για κείνον. Ο Γιώργος συλλογιζόμενος την ηρεμία του μικρού του φίλου, μπόρεσε κι εκείνος να ηρεμίσει. Κι όμως κάτι μέσα του τον προέτρεπε να φύγει, να βγει έξω. Κοίταξε μακριά πίσω του προς την μεριά της σκάλας που οδηγούσε έξω – τώρα φωτιζόταν από κείνο το παράξενο φως – και έμεινε με το στόμα ανοικτό σαν συνειδητοποιούσε σε όλο της το μεγαλείο την εικόνα. Σηκώθηκε κι έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω, ήσυχα και φοβισμένα, λες και προσπαθούσε να μην δείξει την ανησυχία του σε κάποιον τυχαίο θεατή. Ο «ήλιος» είχε ανέβει αρκετά και έλουζε ολόκληρο το μέρος με ένα δυνατό φως. Οι σκιές από τα κτίρια (;) κύβους, μονότονες και ολόισιες έκαναν το δάπεδο να μοιάζει με μια θεόρατη σκακιέρα. Κοίταξε το ρολόι του. έδειχνε μεσημέρι… «μεσημέρι για τον έξω κόσμο…» μονολόγησε, «… ξημέρωμα εδώ». Έτρεξε ξαφνικά προς την έξοδο για απομακρυνθεί το δυνατόν πιο γρήγορα από αυτά τα παράξενα που έβλεπε. Έτρεχε και ο Παρασκευάς, βλέποντας το αφεντικό του. Έφτασαν στην βάση εκείνης της μεγάλης σκάλας με την φοβερή όψη. Ο άντρας σταμάτησε να πάρει μια ανάσα, έριξε μια ματιά προς τα πίσω ασυναίσθητα, διαπίστωσε ότι το φως είχε ανέβει λίγο ακόμα πιο ψηλά, στον ρυθμό που ανέβαινε και ο πραγματικός ήλιος έξω, ενώ τα «κτίρια» φαίνονταν πολύ πιο καθαρά, όχι ότι μπορούσε να διακρίνει καμιά ξεχωριστή λεπτομέρεια, αλλά τουλάχιστον έδειχναν πιο καθαρά.
Προσπάθησε να ανέβει το πρώτο σκαλί και ο γνωστός πόνος στο στήθος (αλλά και στην πλάτη), έκανε την εμφάνισή του, το ίδιο δυνατός και ιταμά προκλητικός προς τις δυνάμεις του.
Τα σκαλιά μπροστά του ήταν πολλά και έπρεπε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του, αν ήθελε να βγει σύντομα έξω. Κάθισε και έσφιξε τη γροθιά του μπροστά στο στέρνο. Πήρε μερικές ακόμα βαθιές ανάσες, μάζεψε κουράγιο και άρχισε ν’ ανεβαίνει. Για κάποιο παράξενο λόγο, δεν κουραζόταν, το βάρος του λες και είχε μειωθεί κάτω και από το μισό. Σε πολύ λίγη ώρα, είχε βρεθεί στο κεφαλόσκαλο και μόνο μερικά μέτρα τον χώριζαν από την πολυπόθητη έξοδο.
Βγήκε και πήρε μια μεγάλης διάρκειας ανάσα. Ο αέρας ήταν ίδιος με αυτόν της σπηλιάς αν εξαιρούσε κάποιος τις χιλιάδες οσμές των φυτών και των λουλουδιών. Το αυτοκίνητο ήταν πάντα εκεί που το είχε αφήσει (ποιος θα το είχε πάρει άλλωστε), το χωμάτινο ανάχωμα και η μεταλλική πόρτα της σπηλιάς να δείχνουν πιο σκούρα, αφού εκεί έξω ήταν πια απόγευμα. Έκανε το σταυρό του ασυναίσθητα, ήπιε μια γουλιά νερό και αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι που είχε περάσει το βράδυ του. Ο μικρός του σύντροφος γάβγισε και πήδηξε στην θέση του συνοδηγού. Το μεγάλο όχημα, ξεκίνησε μουγκρίζοντας δυνατά και οι τροχοί άφησαν ένα σύννεφο σκόνης να σηκωθεί στον αέρα. «Και αύριο μέρα για εξερευνήσεις είναι, δεν πρόκειται να πάει πουθενά…», σκέφτηκε με την εικόνα της σπηλιάς στο μυαλό. Απομακρύνθηκε και κορνάρισε παρατεταμένα στην προσπάθειά του ν’ ακούσει ήχο φτιαγμένο από ανθρώπινα χέρια.
Είχε απομακρυνθεί πολύ (πλησίαζε κιόλας στην απέναντι πλευρά του λόφου), όταν με ένα σύριγμα η μεταλλική πόρτα της σπηλιάς έκλεισε απαλά.

Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13
Μπορούσε να νοιώσει το κρύο άγγιγμα του αέρα στο σβέρκο, τον ενοχλούσε αλλά δεν μπορούσε να κουνηθεί λες και είχε παραλύσει ολόκληρο το σώμα. Το μόνο που μπορούσε ήταν να παρακολουθεί χωρίς μιλιά και με τα μάτια κλειστά – προσπάθησε πολλές φορές να τα ανοίξει – ότι γινόταν γύρω του. Άκουσε, (η ακοή λειτουργούσε ακόμη και τον χαροποίησε!), την ανάσα του Παρασκευά, τον φαντάστηκε να κάθεται στα πίσω πόδια του με την γλώσσα να κρέμεται από το στόμα, τον αέρα που φυσομανούσε και όλα τα καθίσματα που άλλαζαν θέση ή έπεφταν με μεγάλο κρότο. Τον ενόχλησαν κάποια φύλλα που ο αέρας «κόλλησε» στο αυτί και το μάγουλό του, αλλά υποτάχτηκε στην προσωρινή (ήλπιζε!) αναπηρία του. Ήθελε να φωνάξει αλλά κατάλαβε ότι κι αυτό ήταν αδύνατο. Εκτός αυτού, τι θα χρησίμευε μια κραυγή; Ποιος θα τον άκουγε; Παραδόθηκε στην σκληράδα του ξύλινου πατώματος, ελπίζοντας ότι γρήγορα θα μπορούσε να σηκωθεί και πάλι. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί του συνέβαιναν τόσα περιστατικά, τέτοιας μορφής, όλο και πιο συχνά, όλο και πιο βαριά. Σιγά – σιγά, άφησε το σώμα να ηρεμίσει. Προσπάθησε να σκεφτεί κάτι ευχάριστο, κάτι που θα τον έκανε να ησυχάσει. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, ήθελε να τεντώσει το χέρι, να πιάσει τον Παρασκευά. Δεν μπορούσε. Άρχισε να φοβάται.
Αυτό που ένοιωσε στους ώμους και τις πλάτες, το ήξερε. Ήταν το κράτημα ανθρώπινου χεριού, ήταν βοήθεια. «Αν είναι δυνατόν…», σκέφτηκε και οι χτύποι της καρδιάς αυξήθηκαν κατακόρυφα. «Άνθρωποι; Μου δίνουν βοήθεια;», αναρωτήθηκε. Δεν άκουσε όμως άλλο ήχο, ούτε ομιλίες, ούτε καν ένα θόρυβο, ένα σύρσιμο… κάτι. Ακόμα και ο μικρός του σύντροφος δεν έβγαλε άχνα… εκτός κι αν δεν μπορούσε ν’ ακούσει. Αλλά τον άνεμο τον άκουγε καθαρά. Κι όμως…!
Ξύπνησε λες, μετά από ένα βαθύ λήθαργο. Κούνησε προσεκτικά τα χέρια και είδε ότι όλα του τα μέλη, ανταποκρίνονταν σωστά στις διαταγές του εγκεφάλου. Τα δάχτυλα είχαν μουδιάσει λίγο και οι κινήσεις του ήταν προς το παρόν, ασταθείς, αλλά δεν ανησύχησε. Προσπάθησε να καθίσει. Ανακάλυψε ότι βρισκόταν ξαπλωμένος πάνω σε ένα τραπέζι, μακρόστενο και σχεδόν παράταιρο σε χρώμα, με τα υπόλοιπα έπιπλα της καφετέριας. Κατάφερε να συγκεντρώσει την σκέψη του, στο περιστατικό που είχε συμβεί πριν λίγο. Ασυναίσθητα έκανε την συνηθισμένη του κίνηση, κοίταξε δηλαδή το ρολόι του και ανακάλυψε ότι είχαν περάσει αρκετές ώρες. ’Έλπιζε να ήταν ώρες και όχι μέρες. Το στομάχι του όμως δεν διαμαρτυρόταν, οπότε, συμπέρανε, ότι απλώς κάποιες ώρες θα είχαν περάσει. Άκουσε θόρυβο στα δεξιά του και γύρισε το κεφάλι τόσο γρήγορα, σαν ελατήριο που μόλις είχε απελευθερωθεί. Ανάσανε βαθιά και αντίκρισε το βλέμμα του Παρασκευά που κουνούσε την ουρά με μεγάλη ταχύτητα.
Στο βάθος της αίθουσας μια λάμπα που είχε ξεκρεμαστεί από την βάση της, κουνούσε το φως πάνω κάτω δημιουργώντας σκιές και φαντάσματα στους τοίχους. Από την πόρτα έμπαινε δυνατός ο αέρας κουβαλώντας μαζί του κάθε είδους σκουπίδι από τον δρόμο, ανακατεμένο με φύλλα και μικρά κλαδάκια. Η έντασή του είχε πέσει, αλλά δεν έπαυε να είναι ακόμα δυνατός. Ο Γιώργος δεν ήθελε ούτε καν να μπει στον κόπο να την κλείσει, μόνο από το παράθυρο παρακολουθούσε εκείνο το δυνατό φως που του έμοιαζε με ένα πελώριο μάτι αιλουροειδούς.
Παρατήρησε τον χώρο για άλλη μια φορά. Τίποτα δεν ήταν στην θέση του, τίποτα δεν ήταν όρθιο. Θυμήθηκε την πίεση που ένοιωσε στην πλάτη όταν είχε πέσει και αναρωτήθηκε ποιος μπορεί να ήταν. Θέλησε να ψάξει, η καρδιά του φτερούγισε σαν υπέθεσε την ύπαρξη κι άλλων ανθρώπων. «Αν κάποιος με βοήθησε, αν κάποιος είναι κι αυτός ζωντανός, γιατί εξαφανίστηκε, γιατί έφυγε, γιατί δεν κάθισε να συναντηθούμε…», αναρωτήθηκε προσπαθώντας να διώξει τον ενοχλητικό πονοκέφαλο. Αυτόν που του έσφιγγε τα μηλίγγια.
Ο Παρασκευάς λες και ανησυχούσε για τον φίλο του, πλησίασε και άρχισε να τον γλύφει στο χέρι. Κουνούσε την ουρά με μεγάλη δύναμη και φόρα μέχρι που, τα οπίσθιά του κουνιούνταν κι αυτά ρυθμικά δεξιά – αριστερά. Ο Γιώργος στηρίχτηκε και βρίσκοντας κουράγιο από την απελπισία της στιγμής, χάιδεψε τον μικρό σκύλο και στηριζόμενος σε όποιο έπιπλο έβρισκε μπροστά του, πλησίασε την πόρτα της καφετέριας. Προσπάθησε να κοιτάξει έξω, έβγαλε το κεφάλι από το άνοιγμα, αλλά το μετάνιωσε σαν διαπίστωσε ότι ο αέρας θα μπορούσε - αν όχι να του το ξεριζώσει -  να τον τραυματίσει με όλα αυτά τα αντικείμενα που πέταγε παντού στους τοίχους των κτιρίων και στους κορμούς των δέντρων. Έψαχνε να δει τι μπορούσε να κάνει, αρκέστηκε να κλείσει την πόρτα και κάθισε στο πάτωμα να σκεφτεί. Ο θόρυβος που ακούστηκε ήταν εκκωφαντικός σαν ένα από τα μεγάλα παράθυρα έσπασε και πέταξε σαν σφαίρες τα μικρά κομμάτια γυαλιού ολούθε στον χώρο. Κάλυψε το κεφάλι και ανακάλυψε ότι θα ήταν ασφαλής μόνο στο υπόγειο, εκεί που δεν υπήρχαν παράθυρα και οι πόρτες ήταν μεταλλικές. Σηκώθηκε και φώναξε τον Παρασκευά να τον ακολουθήσει. Δεν χρειαζόταν και ιδιαίτερη προσπάθεια, αφού το κατατρομαγμένο ζώο, είχε σχεδόν κολλήσει πάνω του. Έφτασε στην σκάλα και … διαπίστωσε πατημασιές πάνω στη χυμένη ζάχαρη στο τρίτο σκαλί.
«Κάποιος υπάρχει εδώ, δεν είναι δυνατόν…», φώναξε δυνατά κοιτώντας προς τα κάτω. Σηκώθηκε και προσπάθησε να ταχύνει τις κινήσεις του. Ο πόνος στην πλάτη ξαναγύρισε, αλλά έσφιξε τα δόντια και άρχισε να κατεβαίνει όσο πιο γρήγορα μπορούσε, ενθαρρυμένος και από το ξαφνικό γάβγισμα του Παρασκευά.
Άκουσε την πρώτη μεταλλική πόρτα, εκεί που μάλλον ήταν η είσοδος της κουζίνας – οι μυρωδιές κάτι τέτοιο μαρτυρούσαν – να κλείνει με θόρυβο, απότομα. Ο αέρας δεν έφτανε εκεί για να την σπρώξει. Προσπάθησε να την ανοίξει φωνάζοντας, ούτε και ο ίδιος αντιλαμβανόταν τις λέξεις που έβγαιναν από το στόμα του, αλλά τα χέρια του δεν είχαν αρκετή δύναμη ή κάτι εμπόδιζε την πόρτα. Έκανε κι άλλες δυό προσπάθειες μέχρι που στο τέλος τα κατάφερε. Όντως μπήκε σε μια μικρή κουζίνα – έτσι κι αλλιώς η καφετέρια πρόσφερε μόνο κρύο φαγητό, δεν την χρειαζόταν μεγαλύτερη – και άναψε το φως. Παραξενεύτηκε που όλα ήταν τακτοποιημένα και σχεδόν καθαρά. Ψυχή ζώσα όμως πουθενά. Ο Παρασκευάς όρμησε σε ένα κομμάτι από ζαμπόν που ήταν στον νικελένιο πάγκο και το καταβρόχθισε με μια μπουκιά, έγλειψε και την γυαλιστερή (!) επιφάνεια και ξαναγύρισε στον φίλο του.
Το φως αναβόσβησε δυό – τρεις φορές, από την καταιγίδα σκέφτηκε, έσπρωξε κάτι καρέκλες με μεταλλικά πιάτα και έψαξε τον χώρο. Κανένα σημάδι ανθρώπινης παρουσίας, κανένας ήχος διαφορετικός, έξω από τον μακρινό, μονότονο σύρσιμο του αέρα που έφτανε από πάνω.
Έψαξε παντού και το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Ακόμα και στις τουαλέτες και στην μικρή αποθήκη. Ανέβηκε αποκαρδιωμένος στην κύρια σάλα του καταστήματος και διαπίστωσε ότι τώρα ο αέρας συνοδευόταν και από μια καταιγιστική βροχή, παγωμένη και απειλητική. Ήδη το μέρος μπροστά από την πόρτα και τα σπασμένα παράθυρα, είχε πλημμυρίσει. Κάθισε μπροστά στην μπάρα, στο βάθος της αίθουσας και περίμενε να κοπάσουν όλα αυτά που αδιανόητα συνέβαιναν τέτοια εποχή και προσπάθησε να φτιάξει ένα καφέ. Ευτυχώς, τα μηχανήματα δούλευαν καλά. Σε ένα στρογγυλό μπολ, βρήκε λίγο κέικ, παραδίπλα μερικά έτοιμα σάντουιτς και μπισκότα. Βόλεψε την πείνα που είχε πια αρχίσει να τον απασχολεί, τάισε και τον φίλο του και αφέθηκε για άλλη μια φορά στις σκέψεις του και τις υποθέσεις για ότι ανεξήγητο του παρουσιαζόταν. Ο καπνός από το τσιγάρο τον συνέφερε αν και στην αρχή τον είχε ζαλίσει. Έπαιξε με τα σπίρτα που είχε βρει πάνω στον πάγκο, δίπλα από το καμινέτο και η ματιά του, στυλώθηκε στον δρόμο έξω.
Πρέπει να είχε περάσει πάνω από μια ώρα, η μέση του είχε πιαστεί από το κάθισμα, όταν ο αέρας και η βροχή άρχισαν να κοπάζουν. Προχώρησε προς την έξοδο και αποφάσισε να βγει στον δρόμο, αν και ακόμα το νερό από τον ουρανό, έπεφτε κάνοντας τους δρόμους μικρά ποτάμια. Δεν άργησε να γίνει μούσκεμα, τα ρούχα του έσταζαν και τα παπούτσια λες και ήταν μικρές πισίνες. Στηριζόμενος απ’ όπου μπορούσε, έφτασε στο απέναντι μαγαζί με τα παραδοσιακά προϊόντα. Κοίταξε και από τις δυό μεριές στον δρόμο προσπαθώντας να εντοπίσει κάποια κίνηση. Μάταια, όπως συνήθως. Και ξαφνικά, εκεί που τα μαύρα σύννεφα είχαν σκοτεινιάσει σαν νύχτα την μέρα, ο ήλιος βγήκε, λες και κάποιος τον άναψε με ένα κουμπί, ο αέρας σταμάτησε απότομα, η βροχή λες και δεν είχε πέσει ποτέ – έξω από τα σημάδια και το νερό που είχε αφήσει στο χώμα – και η ζέστη ξανάγινε αποπνικτική. Έφερε το χέρι στα μάτια να προστατευτεί και ασυναίσθητα έκανε τον Σταυρό του.
Βρήκε το αυτοκίνητο εκεί που το είχε αφήσει, λίγο στραβά στην άκρη του δρόμου – ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί πάρκαρε στην άκρη, σ’ ένα άδειο κόσμο – άνοιξε την πόρτα και παρ’ όλο που βρήκε νερό στο δάπεδο, η μηχανή λειτούργησε με την πρώτη. Χάρηκε! Ο Παρασκευάς, ξέροντας την θέση του, πήδηξε στο κάθισμα του συνοδηγού και περίμενε την νέα περιπέτεια. Σιγά – σιγά, προσπαθώντας να μην χτυπήσουν στις πέτρες και τα κλαδιά των δέντρων που η βροχή είχε πετάξει στην άσφαλτο, έφτασαν στην έξοδο της πόλης. Αριστερά το μεγάλο βενζινάδικο της BP, δέσποζε του τοπίου και έδειχνε μοναδική παραφωνία στο μεγάλο πράσινο βουκολικό πίνακα. Τα δέντρα, παράξενο πως, ήταν στεγνά, όπως και η άσφαλτος, λες και δεν είχε πέσει σταγόνα βροχής. Ο Γιώργος, κατέβηκε από το αυτοκίνητο και έπιασε μια χούφτα χώμα, την έτριψε στο χέρι και έξω από την απόλυτη μυρουδιά – απόλυτη χαρακτήριζε από μικρός την οσμή της Φύσης – δεν ανίχνευσε καθόλου νερό. Το χώμα ήταν στεγνό και μάλιστα τριβόταν εύκολα στο χέρι του.
Ο ήλιος είχε πια αρχίσει να γέρνει στον ορίζοντα, κοίταξε το ρολόι του και είδε τον δείκτη να σημαδεύει το επτά, άναψε τα φώτα του αυτοκινήτου γιατί τέτοια ώρα που έπαιρνε ο ουρανός το γκρι του, δεν μπορούσε να διακρίνει καλά. Προσπάθησε να ξεκινήσει, έβρισε σαν το αυτοκίνητο που πήδηξε μισό μέτρο – είχε ξεχάσει την ταχύτητα μέσα – και έβαλε σκοπό να φύγει όσο πιο γρήγορα μπορούσε από κείνο το μέρος. Το θεώρησε καταραμένο, όσο μπορούσε να είναι καταραμένο κάτι από μόνο του, μέσα σε αυτόν τον χωρίς ζωή πλανήτη. Σήκωσε τα μάτια και… ένα φως έδειχνε να κινείται, απέναντι στο βουνό, λες και κάποιο αυτοκίνητο ανέβαινε τον δρόμο.
Η καρδιά του χτύπησε τόσο δυνατά που νόμισε ότι θα βγει από το στήθος του. Η πίεση μεταμόρφωσε τα μελίγγια του σε μέγγενη και η σπονδυλική στήλη άρχισε να χορεύει ανεξέλεγκτα. Έπιασε τον μοχλό των φώτων και άρχισε να τα αναβοσβήνει με μανία, ενώ το δεξί του χέρι, πάταγε το κουμπί της κόρνας με όλη του την δύναμη. Η αγωνία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του και ο ιδρώτας τον τύφλωνε. Όμως το «αυτοκίνητο» - αν ήταν αυτοκίνητο – δεν έδειξε να ανταποκρίνεται. Ίσα – ίσα που τα φώτα εξαφανίστηκαν, λες και σκόπιμα είχαν σβήσει, ενώ το αεράκι που είχε αρχίσει να ξαναφυσά απαλά, μπορεί να τον ανακούφιζε από την ζέστη, αλλά δεν τον άφηνε ν’ αφουγκραστεί κάποιον ήχο. Έσκυψε το κεφάλι ακουμπώντας το πάνω στο τιμόνι, ενώ το χτυπούσε με τα χέρια του, σε μια κίνηση απελπισίας. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που του συνέβαινε. Άκουσε τον μικρό του φίλο να γρυλίζει και τον χάιδεψε. «Έχω τουλάχιστον εσένα … μικρόβιε! Ευτυχώς…».
Ξεκίνησε με κατεύθυνση το σημείο που είδε ή που νόμισε τουλάχιστον ότι είδε το φως. Ο δρόμος ήταν ανηφορικός και απότομος, με αποτέλεσμα ως άπειρος οδηγός, να ταλαιπωρηθεί πολύ. Οι στροφές ήταν σαν ένα θεόρατο φίδι που βρισκόταν απλωμένο σε ολόκληρο το βουνό. Τώρα είχε πέσει και το φως και όμως δεν έβλεπε το φεγγάρι, αν και ο ουρανός δεν είχε κανένα πια σύννεφο. Παραξενεύτηκε αλλά ακόμα πιο παράξενο ήταν η έλλειψη αστεριών, λες και κάποιος γίγαντας – αυτή η εικόνα του ήρθε – τα ξεκρέμασε από το ουράνιο στερέωμα. Τράβηξε το χειρόφρενο και άνοιξε την πόρτα, χωρίς όμως ν’ αφήσει τον Παρασκευά να κατέβει. Παντού σκοτάδι πια και αν δεν υπήρχαν τα φώτα του αυτοκινήτου, θα μπορούσε να υποθέσει ότι είχε βουτήξει σε ένα καζάνι με μαύρη μπογιά. Ακόμα και τα δημόσια φώτα των Καλαβρύτων, δεν υπήρχαν μέσα στο οπτικό του πεδίο. Και δεν ήταν μακριά από την πόλη. Είχε πάψει πια ν’ απορεί, δεν ήθελε να τρελαθεί, αν δεν είχε ήδη, από τις πολλές και συνεχόμενες εκπλήξεις που του συνέβαιναν.
Έφτασε σε ένα μικρό χωριό – μισοείδε την ταμπέλα – και προσπάθησε να βρει καταφύγιο για την νύχτα. Μια τελευταία ματιά στα γύρω βουνά, ή εκεί που υπέθετε ότι ήταν τα βουνά και το αποτέλεσμα ήταν … απλώς μαύρο! Πήρε βαθιά ανάσα και παραβίασε την ξύλινη πόρτα ενός μικρού σπιτιού στην πλατεία. Έψαξε για φαγητό και … το ηλεκτρικό φως λειτουργούσε κανονικά. Το κατάλαβε με καθυστέρηση ότι …
Βγήκε έξω και έστρεψε τα μάτια στη μεριά που έπρεπε να είναι τα Καλάβρυτα. Και τα είδε! Όλα τα φώτα ήταν αναμμένα και έμοιαζαν σαν πυγολαμπίδες πάνω σε μαύρο ή μάλλον γκρίζο φόντο. Το … φεγγάρι φώτιζε τώρα δυνατά και τα αστέρια με την ξαστεριά, ήταν   αμέτρητα λες και χρυσοποίκιλτο κέντημα στον ουρανό. Ασυναίσθητα έκανε ξανά τον Σταυρό του και έκλαψε πέφτοντας στα γόνατα.
Δεν είδε το φως που κουνιόταν στο βάθος, που έτρεχε στον δρόμο του απέναντι βουνού. Μόνο άκουσε κάτι σαν βόμβο, αδιόρατα, να ταλαιπωρεί τα αυτιά του και το κλάμα του μικρού του φίλου.

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2015

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

Συνήλθε γεμάτος γρατζουνιές και μώλωπες από το πουρνάρι. Έπεσε στο χώμα με τρομερό πονοκέφαλο και σύρθηκε λίγο παραπέρα ξαπλώνοντας πάνω σε κάποια χόρτα και μερικά κίτρινα λουλούδια που δεν ήξερε καν τι ήταν. Προσπάθησε να καταλάβει που ήταν αφού η λιποθυμία τον είχε αποσυντονίσει και ένοιωσε κάτι ζεστό κι ευχάριστο στα μάγουλα. Είδε το μικρό του φίλο να τον γλείφει σαν να προσπαθούσε να τον σηκώσει. Παρ’ όλο τον πόνο, δεν μπορούσε να μην χαμογελάσει και να μην νοιώσει στοργή κι αγάπη για τον τετράποδο διαβολάκο του.
Δοκίμασε να πατήσει τα πόδια στο έδαφος, στήριξε τα χέρια και με την δεύτερη, βρέθηκε να ανακάθεται και να κουνάει το κεφάλι προσπαθώντας να διώξει την αμυδρή του θολούρα. Είδε μερικά μέτρα μακριά του την πέτρινη ταβέρνα, είδε και αναγνώρισε τον δρόμο προς το σπήλαιο και θυμήθηκε την στάση του Παρασκευά και τους θορύβους που είχε ακούσει. Τινάχτηκε στον αέρα με σκοπό και λαχτάρα να ανακαλύψει αν η ελπίδα του είχε βάση, όμως ο πονοκέφαλος δεν τον άφησε να περπατήσει για πολύ. Τελικά πήγε στην ταβέρνα και έψαξε για κάποιο αναλγητικό, ένα οποιοδήποτε παυσίπονο.
Σε λίγη ώρα είχε αρχίσει να αισθάνεται καλλίτερα και αποφάσισε εκείνη την εξερεύνηση που ήθελε. Το τετράποδο φιλαράκι του, δεν τον είχε αφήσει ούτε μια στιγμή μόνο του και τώρα τον ακολουθούσε στο σημείο εκείνο που είχε πέσει. Το έδαφος ήταν γεμάτο από ξεραμένα φύλλα, κλαδιά σπασμένα και πέτρες. Τίποτα δεν μαρτυρούσε ότι εκεί κάτι υπήρχε, κάτι ζωντανό, κάτι που να ελπίσει ο Γιώργος. Παρατήρησε όσο πιο προσεκτικά μπορούσε, όμως οι ελπίδες του αποδείχτηκαν φρούδες. Αποφάσισε ότι το σκυλί είχε κάνει λάθος ή ότι απλώς είχε χαρεί για κάποιο λόγο που μόνο εκείνο ήξερε. Στάθηκε όρθιος στη μέση του δρόμου και επεξεργάστηκε και τον χώρο στάθμευσης όπου κάποια αυτοκίνητα σκονίζονταν και στέκονταν σαν ανθρώπινα μνημεία τεχνολογίας,  ολομόναχα μες τον ήλιο. Χωρίς να ξέρει το γιατί, τα μέτρησε, μια συνήθεια παλιά, που είχε από μικρό παιδί. Τα βρήκε δώδεκα, του άρεσε το νούμερο, πάντα του άρεσαν οι άρτιοι αριθμοί και άνοιξε την πόρτα του αγροτικού. Κάθισε στο τιμόνι και ακούμπησε το κεφάλι στο τιμόνι, χτυπώντας κατά λάθος την κόρνα, κάτι που τον τρόμαξε, αναπήδησε και άφησε μια βρισιά να του ξεφύγει. Ο Παρασκευάς καταλαβαίνοντας, όρμησε στο διπλανό κάθισμα και βολεύτηκε σηκώνοντας όσο πιο πολύ μπορούσε το κεφάλι να βλέπει έξω από το παρμπρίζ.
Το αναλγητικό είχε λειτουργήσει σωστά και ο πονοκέφαλος είχε μειωθεί, αλλά όχι εξαφανιστεί. Ήθελε να πιστεύει ότι θα εξαφανιζόταν με το πέρασμα της ώρας. Κοίταξε άλλη μια φορά προς το σημείο που είχε γαβγίσει ο μικρός του φίλος, παρατηρώντας ότι και το σκυλί κοιτούσε προς την ίδια μεριά, δεν διέκρινε τίποτα παραπάνω απ’ ότι είχε δει προηγουμένως και αποφάσισε να βάλει μπρος την μηχανή. Θα πήγαινε ή προς τα Καλάβρυτα, ανεβαίνοντας όλο το βουνό, αυτό δεν ήταν απ’ τα αγαπημένα του αφού πολλές φορές στην ανηφόρα του «έσβηνε», αλλά σκέφτηκε ότι απ’ όπου κι αν πήγαινε όλο ανηφόρες θα έβλεπε. Ξεκίνησε και πάτησε λίγο περισσότερο το γκάζι, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να βήξει, πήδηξε και φυσικά του έσβησε. «Ακόμα και στο ίσιωμα μου σβήνει…», σκέφτηκε γελώντας με το λάθος του. Όταν επιτέλους ξεκίνησε ομαλά, θέλησε να ρίξει μια τελευταία ματιά στο σημείο εκείνο που τν απασχολούσε. Έσκυψε πάνω στο τιμόνι και οδηγούσε αγκαλιάζοντάς το, ψάχνοντας ούτε και ο ίδιος ήξερε τι. Μετά από καμιά πενηνταριά μέτρα, πάτησε το φρένο απότομα, τόσο, που ο Παρασκευάς βρέθηκε κάτω από το κάθισμα γρυλλίζοντας ένα κλαψούρισμα. Στο φρέσκο χώμα δυό ίχνη σαν γραμμές, σαν κάποιος να είχε σύρει κάτι, δυό σκαψίματα του πόντου στο χώμα. Και ήταν αρκετά δυσδιάκριτα, αν κάποιος δεν έψαχνε ειδικά γι αυτά. Βγήκε έξω και τρέχοντας έφτασε κοντά, έσκυψε και τα ψηλάφισε με τα ακροδάχτυλα. Μια έντονη μυρουδιά χώματος, φρέσκια του ήρθε στη μύτη, σημάδι ότι όντως ήταν πρόσφατα τα ίχνη αυτά. Κοίταξε γύρω του προσεκτικά. Τίποτα, εκτός από τα δέντρα, δεν κουνιόταν, τίποτα δεν πρόδιδε ζωή. Κι όμως ήταν σίγουρος ότι τα ίχνη ήταν πρόσφατα, μερικών λεπτών ή ωρών.
-«Είναι κανείς εδώ…», φώναξε νε όλη την δύναμη των πνευμόνων του. Ζαλίστηκε από την προσπάθεια και την αγωνία και ξαναφώναξε :
-«Είναι κάποιος; Εεεεε, υπάρχει κανείς;», για να του απαντήσει πάλι ο αέρας και μόνο αυτός.
Ακολούθησε τα ίχνη και από τις δυό πλευρές. Η μια άκρη κοβόταν απότομα στη μέση του διπλανού χωραφιού, λες και κάτι εξαφανίστηκε ή σηκώθηκε στον αέρα και η άλλη, από κει μάλλον που ήταν η αρχή τους, βρισκόταν στο σημείο που ο Παρασκευάς είχε σχεδόν παραφρονήσει, πίσω από τους θάμνους και τα πουρνάρια. Όσο όμως κι αν έψαξε τίποτα άλλο δεν υπήρχε. Απλά και μόνο εκείνες οι δυό πρόσφατες γραμμές στο χώμα. Κάθισε συλλογισμένος, μη ξέροντας τι να υποθέσει, κατάχαμα, άναψε τσιγάρο και  αφαιρέθηκε να παρατηρεί τον ορίζοντα μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι του. Μετά από κανά μισάωρο, κατάλαβε ότι ήταν μάταιο να περιμένει κάτι που δεν ήξερε αν υπήρχε. Έβηξε δυνατά, σηκώθηκε όρθιος, ξαναφώναξε για τελευταία φορά και αφού άναψε μια μικρή φωτιά με χλωρά κλαδιά για να βγάζει καπνό, μπήκε στο αμάξι και ανηφόρισε προς το χιονοδρομικό κέντρο Καλαβρύτων. Ο δρόμος ήταν καλός και η άσφαλτος αν και με λακκούβες σε κάποια σημεία, αποτέλεσμα του χιονιού, ήταν στρωτή και ήπια στην οδήγηση. Στην αρχή η πλάση όλη ήταν γεμάτη από κείνα τα υπεραιωνόβια δέντρα με τις μεγάλες κουφάλες στον κορμό τους, καρυδιές γερασμένες και περήφανες που με τα κλαδιά τους καταπράσινα, σκέπαζαν τον δρόμο. Όμως λίγο πιο πάνω, το τοπίο άλλαζε. Τα δέντρα εδώ ήταν πιο… παραμυθένια. Ολόρθα έλατα καλοζωισμένα, σχημάτιζαν ολόκληρα δάση στις πλαγιές του Χελμού, με τα πράσινα κλωνιά τους απλωμένα προς τον ουρανό, ικέτες σε μια μόνιμη τελετή δοξασίας, ικεσίας και μυσταγωγίας. Έστριψε απότομα το τιμόνι καθώς σε μια κατηφοριά δεν ήταν σωστή η κλίση του δρόμου και παραλίγο να πέσει απάνω στην πινακίδα που ξεχαρβαλωμένη έστεκε σαν ζητιάνος στην άκρη της ασφάλτου και τον πέτρινο τοίχο ενός από τα πρώτα σπίτια του μικρού χωριού που ξεφύτρωσε με μαγικό τρόπο μπροστά του. «Λουσοί», διάβασε και από κάτω «… υψόμετρο 1140 μέτρα». Δεν το είχε ξανακούσει αυτό το χωριό, ή τουλάχιστον νόμιζε ότι δεν το είχε ξανακούσει μέχρι που τα σχεδόν σβησμένα γράμματα στο κάτω μέρος της πινακίδας ανέφεραν : «… Αζανία…» και κάτι άλλο που δεν μπορούσε να διακρίνει. Στο μυαλό του ήρθε ο κυρ Πάνος, εκείνος ο συμπαθέστατος γεροντάκος που … γλυκοκοίταζε την Χαρά του, έτσι του είχε φανεί, μέχρι που κατάλαβε ότι ο παππούς προσπαθούσε να πιάσει απλώς κουβέντα. Τον είχαν συναντήσει τότε που είχαν για πρώτη φορά πάει μαζί στο σπήλαιο των λιμνών και εντυπωσιάστηκαν  που ο κυρ Πάνος το έλεγε σπήλαιο των Καστριών. Είχαν πιάσει κουβέντα εκεί στην ταβέρνα, πίνοντας ροζέ κρασί και τρώγοντας διάφορες πίτες, τυρόπιτα, μανιταρόπιτα και κρεατόπιτα, που με μεγάλη σπουδή ετοίμαζε η γυναίκα του κάπελα. Και ο κυρ Πάνος είχε αποδειχτεί θησαυρός γνώσεων, τουλάχιστον σε ότι αφορούσε την περιοχή. Εκείνος του είχε αναφέρει αυτό το όνομα… «Αζανία». Κούνησε το κεφάλι ευχαριστημένος από τον εαυτό του που μπόρεσε και θυμήθηκε. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πήγε κοντά στον μαντρότοιχο με τα φυτά που ξεπρόβαλαν μέσα από τις πέτρες του. Στη μύτη του ήρθε η χαρακτηριστική μυρωδιά της μυζήθρας και άνοιξε την μικρή ξύλινη πόρτα για να βρεθεί σε ένα κήπο που κάποτε πρέπει να ήταν πολύ περιποιημένος, φαινόταν από την τάξη που είχαν οι άνθρωποί του φυτέψει τα φυτά. Τώρα αυτά είχαν αναπτυχθεί ανεξέλεγκτα και είχαν θεριέψει και τα ζιζάνια, όμως η ομορφιά του κήπου δεν είχε ακόμα χαθεί. Το ξύλο έτριξε σαν άνοιξε την πόρτα του ολόλευκου πέτρινου σπιτιού και βρέθηκε σε μια μεγάλη κουζίνα με φουφού και τζάκι, με μεγάλα βαγένια με κρασί και λεβέτια που ακόμα ήταν κρεμασμένα με νερό, όσο τουλάχιστον δεν είχε εξατμιστεί, πάνω από τις στάχτες του τζακιού.
Κοίταξε καλά τους τοίχους της μικρής κουζίνας, είδε τα σταυρωτά ξύλα που στήριζαν τα κεραμίδια. Από τον καιρό το ξύλο είχε σκληρύνει τόσο που ήταν πιο σκληρό και από ατσάλι. Διάφορα αγροτικά προϊόντα ήταν κρεμασμένα από κει , αμπελόφυλλα αποξηραμένα και περασμένα ένα – ένα από λεπτό σχοινί, ρίγανη που είχε πια μαδήσει κάνοντας μικρά αρωματικά βουναλάκια στο δάπεδο, πιπεριές όλων των χρωμάτων και φυσικά πέντε – έξη κεφάλια σκληρής άσπρης μυζήθρας. Αυτή η μυρουδιά τον είχε τρελάνει και ήταν τόσο δυνατή που υπερτερούσε ακόμα κι αυτής της ρίγανης. Ο Παρασκευάς βέβαια είχε όπως πάντα ορμήσει πρώτος στον χώρο και έψαχνε με την μύτη κάτι να τρώγεται ή τουλάχιστον κάτι με το οποίο θα μπορούσε να «τσακωθεί». Ο Γιώργος τον χάιδεψε απαλά στο κεφάλι και του τράβηξε το αριστερό αυτί. Άναψε τσιγάρο και κάθισε σε μια ψάθινη καρέκλα στο μικρό μπαλκονάκι, κοιτάζοντας το βουνό με το ελατόδασος στον κοντινό ορίζοντα. Ξαφνικά του ήρθε μια επιθυμία, μια φοβερή επιθυμία να … φάει μακαρόνια άσπρα με τυρί. Και πιο είναι το καλύτερο τυρί; Μα βέβαια η μυζήθρα που την είχε σε αφθονία μπροστά στα μάτια του. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει κιόλας, οπότε αποφάσισε να περάσει εκεί την νύχτα τους. Άκουσε τον μικρό του σκύλο να παλεύει στο μέσα δωμάτιο και μετά να έρχεται σαν να μην έγινε τίποτα, μόνο που από το μουσούδι του κρέμονταν αρκετές κλωστές. «Πάλι κάποιο μαξιλάρι πλήρωσε τις ορέξεις σου ρε μούργο; …», τον ρώτησε για να αντικρύσει το πλάγιο, ένοχο βλέμμα του συντρόφου του. Έβρασε νερό, μακαρόνια δεν βρήκε, αλλά οι χυλοπίτες που ήταν στο ντουλάπι του καθιστικού, θα έκαναν την ίδια δουλειά και τις έριξε στην κατσαρόλα. Τις άφησε κάπου δέκα λεπτά και σέρβιρε τον εαυτό του, στο μπαλκονάκι εκεί που ήταν πιο πριν, τηγάνισε στο πετρογκάζ λίγο λουκάνικο, άνοιξε και ένα μπουκάλι κρασί «Νεμέας», έγραφε στην ετικέτα και αφού «σερβίρισε» το λουκάνικο στον διαβολάκο του, έκατσε να απολαύσει τις γεύσεις και την θέα.
Με τα δάχτυλα ψηλάφησε τις γρατζουνιές στο πρόσωπο του από το πουρνάρι κι έβαλε το μυαλό του να δουλέψει, να βρει τον τρόπο που έγιναν εκείνες οι χαρακιές. Η προσήλωση στις σκέψεις του αυτές, δεν τον άφησαν να δει εκείνη την ανεπαίσθητη κίνηση στην άκρη του δρόμου που οδηγούσε στην μέση του χωριού, στην μεγάλη πλατεία με τα γέρικα πλατάνια. Η καμπάνα που ακούστηκε αμυδρά δεν τον τάραξε, έτσι κι αλλιώς ο αέρας φυσούσε δυνατά. Συνέχισε το φαγητό του, μέχρι την στιγμή που τα πρώτα αστέρια έκαναν την εμφάνισή τους στον γκρίζο ουρανό. Άναψε ένα μικρό τρανζίστορ που βρήκε πάνω από το τζάκι του μεγάλου, κεντρικού υπνοδωματίου του σπιτιού, αλλά έξω από τα παράσιτα δεν ακούστηκε τίποτα άλλο. Έψαξε σε μια ντουλάπα, βρήκε ένα παλιό και φθαρμένο μπουφάν και το φόρεσε, αφού το βραδάκι που ερχόταν, σε εκείνο το υψόμετρο των χιλίων και βάλε μέτρων, κουβαλούσε και την ψύχρα του. Τι κι αν την ημέρα έσκαγε ο τζίτζικας, το βράδυ ήθελε τη ζέστη του. Άφησε το μπαλκονάκι και την περίφημη θέα του, μπήκε στο σπίτι και προσπάθησε ν’ ανάψει το τζάκι με τα ξύλα που βρήκε στοιβαγμένα με προσανάμματα σε μια άκρη. Ο Παρασκευάς ξάπλωσε δίπλα του και όλο κοιτούσε ένα ξεκοιλιασμένο μαξιλάρι που ήταν πεσμένο στο ξύλινο πάτωμα. Το θύμα του από πριν, όταν ο Γιώργος ασχολείτο με το φαί. Σε λίγο το μικρό ζώο είχε περάσει στην αγκαλιά του αντίστοιχου Μορφέα των σκύλων.
Η νύχτα ήταν δροσερή και μουγγή, σχεδόν καταθλιπτική αλλά ο ουρανός ήταν καθαρός και το λαμπρό φεγγάρι βρισκόταν χαμηλά προς την δύση. Αν ο Γιώργος καθόταν λίγο ακόμα στο μικρό μπαλκόνι, θα απολάμβανε το φωτεινό ολοστρόγγυλο φεγγάρι και το μεγάλο ασημένιο φίδι στον ορίζοντα που ακολουθούσε την αιώνια πορεία του, ανάμεσα από τα βουνά και τις Πελοποννησιακές κοιλάδες.
Η μέρα ξύπνησε τον άντρα με τις αχτίδες του ήλιου, να του καίνε το πρόσωπο από κάποιο άνοιγμα στο παράθυρο. Έτριψε το πρόσωπο με τις παλάμες του και ανακάθισε πάνω στο κρεβάτι. Τον πόνεσε λίγο η μέση αφού το στρώμα αποδείχτηκε αρκετά σκληρό και προσπάθησε να δει που βρισκόταν ο «άφαντος» μικρός του φίλος. Άκουσε κάποια γρυλλίσματα από την μεριά της κουζίνας και χαμογέλασε. «Πάλι τσακώνεται ο μπαγάσας», σκέφτηκε ευχαριστημένος όμως που είχε συντροφιά.
Ο καφές μύρισε ευχάριστα και τον απόλαυσε με την συνοδεία μισού πακέτου τσιγάρων. Δεν είχε τίποτα να κάνει άλλο, από το να συνεχίσει την εξερεύνηση (δεν θα το έλεγε και δουλειά!), έτσι αργά και ράθυμα κατέβηκε στον κήπο να περπατήσει λίγο ξυπόλυτος στο βρεγμένο από την υγρασία χώμα. Ο Παρασκευάς έψαχνε κάτω από κάποιους θάμνους, ένας Θεός ήξερε τι, ο ήλιος έκαιγε το κεφάλι και το κέφι του Γιώργου άρχισε να ανεβάζει την αδρεναλίνη του για νέες εξερευνήσεις.
Κοίταξε το ρολόι του – μια συνήθεια που δεν μπορούσε να ξεπεράσει – και αποφάσισε να βάλει μπρος το αυτοκίνητο. Διαπίστωσε ότι το τερατώδες αγροτικό είχε αρκετή βενζίνη για πάνω από τριακόσια χιλιόμετρα ακόμα, (αν οι δείκτες έλεγαν την αλήθεια), φόρτωσε μερικά μπουκάλια νερό και τον «παραδόπιστο» Παρασκευά και ξεκίνησε για … που;
Ο δρόμος ήταν ακόμα ανηφορικός και σαν αρχάριο οδηγό τον δυσκόλευε πολύ. Ευτυχώς που οι δρόμοι ήταν άδειοι (ευτυχώς;) και οδηγούσε στο κέντρο μακριά από τους γκρεμούς και τα πουρνάρια. Στην πλατεία του χωριού σταμάτησε και από το έρημο, μοναδικό περίπτερο, πήρε μια κούτα με τσιγάρα, είχε την μάρκα του, δυό αναψυκτικά  και μερικά σακουλάκια με πατατάκια  · αυτά τα μασουλούσε και ο «διαβολάκος» ευχάριστα. Αλλά βέβαια και τι δεν μασουλούσε αυτός!
Ένα μεγάλο πλατάνι στο κέντρο της πλατείας  πρόσφερε αρκετή σκιά και «εκεί θα κάθονταν τα γεροντάκια για τον πρωινό καφέ τους», σκέφτηκε φέρνοντας την εικόνα στο νου. «Μακάρι να έβλεπα έστω κι ένα…»
Ο ανηφορικός δρόμος πέρναγε μέσα από ένα πανέμορφο και επιβλητικό ελατόδασος κάτι που τον έκανε να γελάσει σκεπτόμενος ότι πολύ πιθανόν να ήταν ο μοναδικός στο πλανήτη που μπορούσε ν’ απολαύσει αυτήν, όπως φυσικά και πολλές άλλες, εικόνα. Οδηγούσε λες και ήταν μεθυσμένος από τα έλατα και το κάτι σαν ρετσίνι που μύριζε ολούθε γύρω του. Όταν έφτασε στην κορφή του βουνού, σταμάτησε και κοίταξε την κοιλάδα κάτω του, προς την μεριά εκείνη που είχε περάσει ήδη. Το ύψος προκαλούσε δέος και φόβο, αλλά η ομορφιά σε αποζημίωνε για αυτά.  Είδε τα μικρά λουλούδια στην άκρη της ασφάλτου και γονάτισε να τα χαϊδέψει – κάτι που έκανε αυθόρμητα, χωρίς να το σκεφτεί – παρατήρησε τα χρώματά τους και συλλογίστηκε ότι ίσως να μην τα ξανάβλεπε ποτέ (τουλάχιστον όχι σε τέτοια ποικιλία), αφού τα έντομα δεν υπήρχαν πια για να τα γονιμοποιήσουν (;). Κοίταξε δεξιά του τον δρόμο που τώρα, από και πέρα θα κατηφόριζε. Είδε μια πινακίδα : «ΠΡΟΣ ΧΙΟΝΟΔΡΟΜΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ», σε σχήμα βέλους. Ξεκίνησε για εκεί πατώντας πιότερο το φρένο παρά το γκάζι του αυτοκινήτου, αφού η κατηφόρα τραβούσε με μανία λες το βαρύ όχημα. Κάποια μισοτελειωμένα κτίρια αριστερά του, μάλλον ξενώνες για τουρίστες του χειμώνα, βίαζαν αισθητικά το τοπίο, αλλά όπως ανακάλυψε, η Φύση έκανε σωστά την δουλειά της, προσπαθώντας να τα καλύψει με πράσινους κισσούς. Έφτασε στο μνημείο εκτελεσθέντων από τους Γερμανούς κατοίκων των Καλαβρύτων. Ο μεγάλος πέτρινος σταυρός υψωνόταν μέχρι τον ουρανό προσπαθώντας να κρατήσει άσβεστη την μνήμη τους. «Σε ποιους;» αναρωτήθηκε ο Γιώργος. Σταμάτησε και κατέβηκε, έτσι κι αλλιώς δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει. Νόμιζε ότι θα συγκινιόταν αλλά το μόνο που σκέφτηκε ήταν η ματαιότητα όλων αυτών των βιαιοτήτων που είχε μάθει από την ιστορία, σε όλο τον κόσμο. «… Και μια μέρα εξαφανίζονται οι πάντες … και; Τι μένει μετά; Γιατί έγιναν όλα αυτά; Ποιος θα τα μάθει τώρα, ποιόν εξυπηρέτησαν τελικά… μια μέρα εξαφανίζονται όλοι… όλοι… όλοι!»
Η μεγάλη πλατεία στα Καλάβρυτα ήταν γεμάτη από καφετέριες και εστιατόρια. Αναποδογυρισμένες καρέκλες  και τραπέζια, σπασμένα ποτήρια και πιάτα χαρτοπετσέτες που πέταγαν στον αέρα και έμπαιναν σαν πελάτες από τις ανοικτές πόρτες, στα αμέτρητα μικροκαταστήματα που πουλούσαν τοπικά προϊόντα, συνέθεταν την εικόνα που άφησε πίσω του ο «εξαφανισμένος πολιτισμός».
Η ψυχή του λαχτάρησε έναν δεύτερο καφέ και ο Παρασκευάς επιθυμούσε να τρέξει στους άδειους δρόμους. Άφησε το σκυλί ελεύθερο ν’ αλωνίσει και κάθισε στο πρώτο τραπεζάκι της παλιάς καφετέριας που συνήθιζαν να κάθονται με την Χαρά κάθε που επισκέπτονταν την πόλη. Χτύπησε τα χέρια και έκανε νόημα στον αόρατο σερβιτόρο (ή σερβιτόρα ήτανε;) και χαμογελώντας, καλημέρισε παραγγέλνοντας ένα: «Φραπέ μέτριο με γάλα παρακαλώ». Σηκώθηκε και απάντησε στον εαυτό του, παίζοντας αυτό τον ρόλο στο θέατρο του παραλόγου, μπήκε στην κουζίνα του μαγαζιού και τον έφτιαξε. Άναψε τσιγάρο και αφέθηκε στην ανάμνηση της γυναίκας του, μέχρι που η καύτρα του έκαψε τα δάχτυλα και η στάχτη λέρωσε το παντελόνι. Σφύριξε ένα γρήγορο σκοπό που του είχε έρθει στο μυαλό και έψαξε με τα μάτια τον Παρασκευά. Τον είδε να τραβάει ένα τραπεζομάντηλο από την ταβέρνα πιο κάτω, προσπαθώντας να ισορροπήσει στα μικρά του πόδια, αφού κάθε που φυσούσε ο αέρας το τραπεζομάντηλο γινόταν ιστίο πλοίου και τον πήγαινε εντελώς αντίθετα από την κατεύθυνση που εκείνος  τράβαγε.
Η ζέστη του ήλιου που έπεφτε κατευθείαν πάνω στους ώμους του, τον έκαψε, τον έκανε ν’ ανατριχιάσει και προσπάθησε να καλυφθεί κάτω από το φύλλωμα του μεγάλου πλάτανου. Σήκωσε το κεφάλι προς τον ουρανό και θαύμασε το ύψος του δέντρου και τα απέραντα, λες και είχαν απλωθεί σ’ όλο τον κόσμο, κλαδιά του. Στη σκιά ένοιωσε κάπως καλύτερα, αλλά το αεράκι τον κρύωσε. «Καλός είμαι…», σκέφτηκε χαμογελώντας, «… από την μια ιδρώνω και ζεσταίνομαι και απ’ την άλλη, κρυώνω. Πανάθεμά με… λες να γέρασα;». Παρατήρησε ότι δεν είχε άλλο καφέ όπως και κανένα τσιγάρο στο χέρι. Αποφάσισε να φτιάξει άλλο ένα ρόφημα, αλλά ζεστό αυτή την φορά, άναψε ένα Rothmans – τώρα παρατηρούσε την μάρκα – και το άφησε στο τασάκι μπροστά του, στερεώνοντάς το καλά στην εγκοπή. Σηκώθηκε και ξαναμπήκε στην καφετέρια. Δεν είχαν περάσει ούτε πέντε λεπτά, όταν άκουσε απ’ έξω τα γαβγίσματα του Παρασκευά. Στην αρχή δεν έδωσε καμιά σημασία, αλλά μετά αναρωτήθηκε τι συνέβαινε, όταν τα γαβγίσματα έγιναν επίμονα και δυνατά. Το σκυλί πρέπει να βρισκόταν σε μεγάλη αναστάτωση, ανάμεσα στις «κραυγές» του, διακρινόταν και κάτι σαν κλάμα. Προσπάθησε να τρέξει, φοβούμενος για τα χειρότερα, αλλά ένας πόνος, ένας πολύ έντονος πόνος στο στήθος, μια μεγάλη και βαθιά μαχαιριά, τον έκανε να κοντοσταθεί και να στηριχτεί στην καρέκλα μπροστά από την μπάρα. Πήρε μια μεγάλη, παρατεταμένη ανάσα, να γεμίσει με οξυγόνο τα πνευμόνια και πήγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε προς την πόρτα, ακούγοντας παραθυρόφυλλα και τζάμια να χτυπούν και να τρίζουν.
Στον δρόμο, ένας φοβερά δυνατός άνεμος είχε πετάξει τα πάντα στην άκρη. Ο Γιώργος κοίταξε προς το βάθος του πλακόστρωτου δρόμου. Ένα φως, ιδιαίτερα και ασυνήθιστα δυνατό φως, έλαμπε ανάμεσα στα κτίρια και κατέβαινε λες με σταθερό ρυθμό προς την πλατεία. Όμως εκείνο που τον ανησύχησε πιο πολύ, ήταν ο άνεμος που φαινόταν να προέρχεται από κέντρο του φωτός. Ένας άνεμος που σήκωνε τα πάντα ψηλά, πολλά μέτρα ψηλά, σαν να μην είχαν καθόλου βάρος. Πολλές πόρτες από τα μαγαζιά και τα σπίτια, πολλά παραθυρόφυλλα, πολλά τζάμια δεν άντεξαν σε αυτή την πίεση και είχαν «εγκαταλείψει» την θέση τους, αφήνοντας το εσωτερικό των κτιρίων, στο απροστάτευτο.
Ο πόνος στο στήθος, γύρισε με μεγαλύτερη σφοδρότητα, επιμονή και συχνότητα. Κάτι σαν ηλεκτρισμός, τον διαπέρασε σε όλο το κορμί και πριν πέσει λιπόθυμος για άλλη μια φορά σε σύντομο χρονικό διάστημα, είδε τον έντρομο Παρασκευά να τρέχει με όση δύναμη του έδιναν τα μικρά του πόδια, προς το μέρος του. Μετά σκοτείνιασαν τα πάντα και το κούφωμα της πόρτας του φάνηκε να πέφτει με δύναμη πάνω του.