Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 17 Ιανουαρίου 2017

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25

Τα κορίτσια της γωνίας, θα μπορούσαν να έχουν περάσει όλο το νησί γενεές δεκατέσσερις από το στόμα τους, ήξεραν τόσα πολλά για όλους κι όμως κάθονταν κι οι δυό τους ακίνητες, αγναντεύοντας την θάλασσα από το άνοιγμα των «κάτω» σπιτιών. Τα μάτια τους κάθε τόσο γυρνούσαν προς τη μεριά του σπιτιού του κυρ Δημητρού του Στεφανιδάκη και μετά πάλι προς την θάλασσα και την αντανάκλαση του ήλιου στα νερά της. Η Καλοτίνα και ο Μέμος, ήταν οι μόνοι λες, που κινούνταν και φανέρωναν κάποια σημάδια ζωής στο σπίτι.
Η Ποθητή, πνιγμένη από την περιέργεια είχε πάει να δει την φίλη της την Κυράννα, να μάθει γιατί τέτοια ησυχία και πραγματικά το μετάνιωσε και ευχήθηκε να μην την είχε επισκεφθεί. Η μελαγχολία εκεί, κοβόταν με το μαχαίρι, τόσο πυκνή και κυρίαρχη ήταν, η σιωπή και τα κόκκινα μάτια ήταν καθημερινό φαινόμενο σε εκείνο το χαρούμενο, παλιά, σπίτι.
Τώρα, καθισμένη στο αιώνιο σκαμνάκι τους οι δυό αδερφές, Ποθητή και Μαρία, μελαγχολούσαν κι αυτές με τη σειρά τους. Όσο κι αν θέλεις να νοιώσεις διαφορετικά, κάτι στην ατμόσφαιρα, κάτι στην ψυχή, κάτι στο μυαλό σε έκανε να συμμετέχεις κι εσύ στον πόνο, όπως εδώ, ή στη χαρά του φίλου.
Ο ήλιος έδειχνε κι αυτός διαφορετικός σήμερα, λαμπρός μεν, αλλά τριγυρισμένος από μια «αχνάδα», μια διάφανη μεμβράνη αερίων που δεν άφηναν την λάμψη του να κάψει τις αιτίες της μελαγχολίας.
«Οκτώβρης… τι Οκτώβρης δηλαδή αφού φτάνει στο τέλος του κι αυτός…», μουρμούρισε πιο πολύ παρά είπε η Ποθητή. Η Μαρία όπως πάντα κούνησε το κεφάλι καταφατικά και μηχανικά ίσιωσε το λευκό της τσεμπέρι στα μαλλιά.
«Σε λίγες μέρες έρχονται… μπορεί και σήμερα και αύριο. Ο Λιμενάρχης είπε ότι πέρασαν την Κάρπαθο κάποια…», συνέχισε τον μονόλογο της η μεγάλη αδερφή και πάλι πήρε το καταφατικό νεύμα της αδερφής της. «Να δούμε πάλι… τα χαμπέρια… τις μανάδες να τρέχουν στο λιμάνι και την πλατεία…»
«Και τις γυναίκες τους μαθές και τις κόρες και φιλενάδες τους…», σαν από θαύμα απάντησε η Μαρία με λόγια.
«Άσε και μη μιλάω πιότερο μη και φταρμίσω την ώρα. Θα δούμε… λίγες μέρες πάνω – κάτω και ιδούμε… Πρώτη θα σκούξει η Παναγίτσα και μετά ο Αι Στέφανος. Πρώτα από κει θα φανούν από τη γύρα … α α α α… κι ο Σταυρός θα λαλήσει τις καμπάνες του… και μετά θα βρεθεί το συναλίκι94… στην πλατεία και στο λιμάνι. Τρέμω την ώρα βρε Μαριώ, χρόνια την τρέμω, κάθε φορά που έρχεται ο Οκτώβρης… τρέμω… πόσες φορές δεν ευχήθηκα να μου ‘ρθει ταμνάς95. Και με πιάνει αυτό το τρικούμιο96 μωρέ…»
Από συνήθεια τράβηξε και πέρασε την φούστα σφιχτά από κάτω της. Σταύρωσε τα χέρια και ανάσανε βαθιά κρατώντας τον αέρα στα πνευμόνια μερικά δευτερόλεπτα παραπάνω.
«Τι λες μαρή, ένα καφεδάκι να το πίναμε; Έχω μια ξαφνική επιθυμία για καφέ. Αληθινό όμως, από καφέ – καφέ και όχι ρεβίθι. Τι λες;»
Τι να πει και η Μαρία; Τι άλλο από το να συμφωνήσει με την αδερφή της και να σηκωθεί να φτιάξει τον καφέ που της ζητήθηκε εμμέσως;

«Μήνυμα μαύρο, θλιβερό βουίζει μεσ’ στ’ αυτιά μας,
πικρό μαχαίρι, σουβλερό ξεσχίζει την καρδιά μας.
Στο έμπα του καλοκαιριού το θλιβερό μαντάτο,
χαμός πέντε παλικαριών στης θάλασσας τον πάτο.
Κλάψετε βράχια κι αμμουδιές, μανάδες μαυροφόρες
ξερονήσια και ακρογιαλιές και πικραμένες κόρες.
Κλάψετε τους απόκληρους, τους καταφρονεμένους,
τους τρισεφτακακόμοιρους, τους ζωντανοθαμμένους.
Τους κολασμένους κι άμοιρους, της θάλασσας τους σκλάβους,
 π’ αφήκαν τα κουφάρια τους στις ερημιές τους κάβους,
που έδωκαν σφρίγος και ζωή, την τελευταία τους πνοή,
 για του Νησιού τη ζήση κι η ανθρωπινή η δίκη,
 τους δίνει ξύλινο Σταυρό, ραβδί και δεκανίκι.
Γιάννης Δ. Γεράκης
Από τη ζωή της Καλύμνου. «Στους αδικοχαμένους»,
Ιούλιος 1950

 (Το άσχημο νέο, το χαμπάρι, για όσους έσκαγαν, ερχόταν μέσω του Λιμεναρχείου και σ’ ένα χαρτί έγραφαν την είδηση του θανάτου και το έριχναν κάτω από την πόρτα του σπιτιού της οικογένειάς του. Όταν η γυναίκα το έβλεπε, καταλάβαινε το έρχομα του θανατικού του δικού της ανθρώπου κι έβγαζε δυνατή, πονεμένη στριγκλιά, ένιωθε τον πόνο να ξεσχίζει τα σωθικά της, έχανε το γιό ή τον άντρα της. Απ’ όλα τα σπίτια έβγαιναν οι γυναίκες έξω αλαφιασμένες, φοβισμένες, παρατώντας ότι κι αν έκαναν, να δουν από πού ακούστηκε αυτή η σπαραχτική, πληγωμένη φωνή. Είχαν καταλάβει ότι είχε έρθει το χαμπάρι (χαμπέρι), η είδηση του θανάτου).

Πρέπει να ήταν γύρω στις τέσσερις το απόγευμα, όταν ο πρώτος χτύπος από την καμπάνα της Παναγίτσας ακούστηκε στο νησί. Μετά ένας δεύτερος και μετά από μερικά δευτερόλεπτα ο τρίτος και ο τέταρτος. Οι άντρες βγήκαν έξω από τα καφενεία της πλατείας και του λιμανιού, οι ναύτες και οι αξιωματικοί του Λιμεναρχείου έσκυψαν έξω από τα παράθυρα του κτιρίου και οι γυναίκες σήκωσαν την μέση από τις δουλειές και αφουγκράστηκαν τον αέρα, σαν το θηρίο που οσμίζεται τον αέρα για κίνδυνο.
Ακούστηκε κι άλλη μια καμπάνα να χτυπά, αυτή τη φορά του Αι Στέφανου πάνω στην ανηφόρα και ανταποκρίθηκε η εκκλησία του Αι Νικόλα από την άλλη μεριά του νησιού. Τώρα όμως χτύπαγαν μανιασμένες, γρήγορα και χαρούμενες.
«Ηφτάσασι μαθές…» ακούστηκε στο καφενείο του Μέμου η φωνή του «Μαρκούτσου» και το επανέλαβε πολλές φορές μέχρι να το καταλάβουν όλοι οι θαμώνες. «Να… τώρα θα πέρασαν την Λέρο…. Ηφτάσασι…», επανέλαβε. Όλοι σηκώθηκαν και άρχισαν να κοιτούν προς τη μεριά του λιμενοβραχίονα. Τα πιτσιρίκια είχαν αρχίσει ήδη την «πιλάλα» και πέρναγαν τώρα τα κάγκελα του λιμανιού.
«Ηφτάσασι…», μεταδόθηκε από στόμα σε στόμα σε όλο το νησί. Η μαγική λέξη, αυτή που περίμεναν τόσοι άνθρωποι με τέτοια λαχτάρα. Το νησί ολόκληρο ζωήρεψε με φωνές, κλάματα χαράς, κόσμο που μαγικά, άρχισε να συρρέει στην μεγάλη πλατεία με απώτερο προορισμό το λιμάνι.
Τα αγόρια από το «Νικηφόρειο» γυμνάσιο, εγκατέλειψαν τις τάξεις τους, σπάζοντας την ονομαστή πειθαρχία του σχολείου και ξεχύθηκαν αλαλάζοντας στους δρόμους που οδηγούσαν προς το λιμάνια της Πόθιας, παρά τις απέλπιδες προσπάθειες για συμμόρφωση, των καθηγητών τους.
Παντού η ίδια λέξη: «ηφτάσασι… να σε λίγο θα φανούσι…». Η αγωνία της προσμονής ζωγραφισμένη στα πρόσωπα όλων. Τα μαγαζιά κατέβασαν τα ρολά τους, οι μικροπωλητές, άλλοι παράτησαν την πραμάτεια στο δρόμο, (ευκαιρία για τους πιτσιρικάδες να αρπάξουν τζάμπα κούνες και στραγάλια) και άλλοι που το εμπόρευμα ήταν δυνατό να το μεταφέρουν, έτρεχαν ήδη προς το Λιμεναρχείο. Τα μαντίλια στο κεφάλι των γυναικών είχαν δώσει χρώμα στην πλατεία, κίτρινο και άσπρο, μαύρο και γκρι λιβάδι μέσα στη θάλασσα!
«Να… να εκεί…» ακούστηκε μια φωνή κι ένα χέρι τεντωμένο έκανε τα κεφάλια όλων να στραφούν προς την μεριά των σφαγείων. Και πράγματι, το πρώτο καΐκι, το πρώτο σφουγγαράδικο έκανε την εμφάνισή του, φορτωμένο με το πολύτιμο φορτίο του, ενώ κρεμασμένοι οι «μηχανικοί» σαν τσαμπιά από τις αντένες, χαιρετούσαν από μακριά με μαντίλια και ανοικτές παλάμες, τους δικούς τους που, πρέπει, να ήταν εκεί στην προβλήτα. Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και να’ σου το δεύτερο σκάφος και το τρίτο και με σειρά από πίσω καμιά δεκαριά άλλα.
Οι καραμούζες των δεμένων στο λιμάνι καϊκιών, άρχισαν κι αυτές να ουρλιάζουν, προσθέτοντας στο πανδαιμόνιο που επικρατούσε, τον δικό τους χαιρετισμό. Ο κόσμος τώρα δεν μπορούσε να συγκρατηθεί με τίποτα. Ούτε από τα κάγκελα που είχαν στήσει οι ναύτες του Τελωνείου και του Λιμεναρχείου, ούτε κι αυτοί οι ίδιοι οι άμοιροι ναύτες που είχαν σχηματίσει ανθρώπινη αλυσίδα ενώνοντας τα χέρια τους.  Ο Λιμενοβραχίονας, εκεί που θα έδεναν τα σκάφη, είχε γίνει ένα τεράστιο πολύχρωμο πάζλ, από εκστασιασμένους ανθρώπους. Μέχρι που όλη αυτή η οχλοβοή κόπηκε απότομα σαν μαχαίρι. Τόσο απότομα, που κανείς θα νόμιζε ότι πατήθηκα κάποιος διακόπτης.
Από την μεριά των σφαγείων, εκεί που τα καΐκια που έρχονταν, έκαναν την τελευταία στροφή πριν μπουν στο λιμάνι, είχε φανεί κι άλλο ένα σκάφος. Μόνο που αυτό είχε ένα μαύρο πανί να ανεμίζει μεσίστιο στο κατάρτι, ανάμεσα από τις αντένες του.

Ο Μέμος και η Καλοτίνα, είχαν παρατήσει το καφενείο, το έκλεισαν πρόχειρα και βρίσκονταν από τους πρώτους στο λιμάνι, απέναντι ήταν έτσι κι αλλιώς, προσπαθώντας να πάρουν θέση, να δουν καλύτερα το σκάφος του καπετάν Άτσα, την «Ευαγγελίστρια» που θα τους έφερνε τον Κλεάνθη. Η Καλοτίνα, όλο στηριζόταν στο μπράτσο του αδερφού της και κάνοντας επιτόπια πολλαπλά άλματα προσπαθούσε να δει προς το ανοικτό πέλαγος. Γέλαγε και την είχε πιάσει λογοδιάρροια, χαχάνιζε σαν μικρό παιδί και το πρόσωπό της έλαμπε για πρώτη φορά εδώ και πολύ καιρό. Ο Μέμος είχε ενθουσιαστεί κι αυτός, αλλά το μάτι του έτρεχε και προς τη μεριά των κοριτσιών και προς την μεριά ειδικά της Ευανθούλας της κόρης του Μικέ του Κουμπουράκη που είχε την ψαροταβέρνα στο Επαρχείο κοντά. Τα πλεούμενα τώρα όλο και πλησίαζαν, σε λίγο θα έδεναν στην άκρη του λιμανιού. Ήδη οι «άντρες των σχοινιών», αυτοί δηλαδή που έπιαναν τον φλόκο, έστεκαν στα «ντόκια» και με το χέρι στο μέτωπο για προστασία, προσπαθούσαν να υπολογίσουν την απόσταση.
«Να δεις που θα είχαν καλό ψάρεμα… να δεις!», είπε η Καλοτίνα. «Δόξα τω ονόματί σου Παναία μου!!! να είναι κι όλοι καλά…»
«Θα είναι μαρή, αφού το Λιμεναρχείο δεν έφερε γράμμα, όλοι καλά θα είναι…»
«Κι αν έσκασε κανείς κοντά σε μας; Ας πούμε στη Κάρπαθο; Δεν θα είχαν προλάβει να ειδοποιήσουν, να στείλει γράμμα το Λιμεναρχείο…»
«Ε, πλιό, με την γκρίνια στο στόμα είσαι μαθές. Άστα αυτά, όλα καλά θα πήγασι…», απάντησε ο Μέμος φτιάχνοντας συγχρόνως το ατίθασο τσουλούφι του. Η  Ευανθούλα κοιτούσε και δεν μπορούσε λίγες τρίχες να του χαλάσουν την εικόνα. Έψαξε και στην τσέπη του, βρήκε τσιγάρα και άναψε ένα… ε, τι άντρας θα ήτανε χωρίς τσιγάρο!
«Να… να το πρώτο … του καπετάν Παντελή δεν είναι. Για δες πλιο μωρέ Μέμο, η «Πριγκηπέσα» δεν είναι;»
«Ναι… ναι…», απάντησε εκείνος χωρίς να κοιτάξει καν.
«Να και ο «Γύλος» του Νικήτα του Νεόφυτου… κι αυτό; Α, μάλιστα η «Γοργόνα της Καλύμνου»… ωραίο σκαρί το άτιμο και φορτωμένο ε;», συνέχισε να ρωτάει τον αδερφό της που τα μάτια του τα είχε για τα κορίτσια μόνο και όχι για τα σκάφη που πλησίαζαν στο νησί.
Τα ονόμασε όλα, χωρίς να βλέπει τα ονόματά τους, τα ήξερε απ’ έξω κι ανακατωτά πια μετά από τόσα χρόνια. Κι όλα ήταν βαρυφορτωμένα με σφουγγάρια και πάνω στο κατάστρωμα και στα κατάρτια τους κρεμασμένα, αλλά και μέσα σε δίχτυα, να τα σέρνουν στο πλάι τους μέσα στη θάλασσα. Οι έμποροι, Έλληνες αλλά και ξένοι, (πολλοί Άγγλοι αφού το σφουγγάρι της θάλασσας ήταν περιζήτητο στην Αγγλία), στριμώχνονταν μπροστά – μπροστά με κίνδυνο να καταλήξουν στο νερό, στην προσπάθειά τους να κλείσουν από την πρώτη στιγμή την καλύτερη δυνατή τιμή για το εμπόρευμα. Σε λίγο το υπαίθριο χρηματιστήριο θα έπαιρνε φωτιά.
Όταν φάνηκε το τελευταίο σκάφος, αυτό με το μαύρο πανί και όταν οι φωνές κόπασαν, η Καλοτίνα γύρισε απότομα το κεφάλι προς το μέρος του. Δεν έβλεπε καθαρά, ήταν μακριά ακόμη, αλλά από το σχήμα και τα χρώματα, κατάφερε να το γνωρίσει. Ήταν η «Ευαγγελίστρια», το καΐκι του Άτσα, αυτό που θα έφερνε τον αδερφό της πίσω. Τα πόδια της κόπηκαν και τα γόνατα λύγισαν στην θέα του. Το σκάφος ερχόταν με τη μισή του ταχύτητα, λες και δεν ήθελε να πιάσει λιμάνι. Δεν σφύριξε για να χαιρετίσει, δεν σηκώθηκαν οι άντρες του να δείξουν τη χαρά τους για την επιστροφή. Μόνο ερχόταν φτιάχνοντας άσπρα σιντριβάνια με την πλώρη του.
«Όι Παναία μου… μην είναι κακό το χαμπέρι… μην είναι κακό για μένα…», άρχισε να μονολογεί η Καλοτίνα, ενώ τα μάτια της άρχισαν να θολώνουν από τα δάκρυα. Ακόμα και ο Μέμος τώρα είχε παρατήσει τις κοπέλες που κοιτούσε και είχε στρέψει το βλέμμα όλο αγωνία στο μικρό σκάφος λες και μπορούσε να μάθει από τόσο μακριά τα νέα.
Κανένα σκάφος δεν έδεσε στον μόλο, κανένα σκάφος δεν πλησίασε στο τσιμέντο του λιμενοβραχίονα. Ακόμα και το «ποστάλι» που εκτελούσε το δρομολόγιο προς και από την Κω, έλυσε τα σχοινιά του και μετακινήθηκε σε άλλη θέση, ν’ αφήσει χώρο στο «μαύρο καΐκι». Κι εκείνο ερχόταν και ήταν πιο απειλητικό μέσα στην απόλυτη ησυχία που επικρατούσε. Και ήταν πιο απόκοσμο και από την κόλαση…
Κανείς δεν έβγαλε άχνα. Το τυλιγμένο με μουσαμά πτώμα πάνω στο κατάστρωμα τους είχε παραλύσει όλους. Μόλις έδεσε το πλοίο, η Καλοτίνα το σάρωσε όλο από πρύμνη μέχρι μπροστά στην πλώρη με τα μάτια, να δει ανάμεσα στους γερούς άντρες τον Κλεάνθη. Και όσο δεν τον έβλεπε, τόσο θόλωνε το βλέμμα.
Μια μουρμούρα είχε τώρα απλωθεί σε όλο το συγκεντρωμένο πλήθος. Θύμιζε το φούσκωμα της θάλασσας πριν την καταιγίδα που θα ξεσπούσε σε λίγο. Κάποια ονόματα ακούστηκαν, όλα διαφορετικά μεταξύ τους γιατί κανείς δεν ήθελε να πιστέψει ότι ο νεκρός ήταν ο δικός του άνθρωπος.
Πέντε άντρες σήκωσαν το πτώμα πάνω σε ένα φύλλο από την εσωτερική πόρτα του καϊκιού που είχαν ξηλώσει και άρχισαν να κατεβαίνουν την μικρή σκάλα. Η Καλοτίνα παραλίγο να λιποθυμήσει όταν είδε ότι ένα από τα άτομα αυτά ήταν ο Κλεάνθης. Στην αρχή τον γνώρισε από το χωλό του πόδι, το χωλό του περπάτημα, μετά προσπάθησε να αφαιρέσει τα μεγαλωμένα γένια του άντρα και έτσι «είδε» το πρόσωπο του αδερφού της. Έκανε τον σταυρό της.
Ο μουσαμάς που κάλυπτε το πτώμα, από ένα ξαφνικό αεράκι, ανασηκώθηκε και αποκάλυψε το πρησμένο πρόσωπο του σκασμένου. Ήταν ο Παναγής ο Κωλλέτης ο «Ποντικός». Περίπου στα σαράντα του θεωρούνταν ένας από τους πιο έμπειρους βουτηχτές. Κι αυτό ήταν το πιο ειρωνικό.
«Παναή μου», ακούστηκε μια σπαρακτική κραυγή από πίσω… «Παναή μου… λεβέντη μου… κύρη μου…», επανέλαβε η φωνή μέσα σε κλάματα και λυγμούς. Φασαρία έγινε, κάποιοι έτρεχαν και έσπρωχναν τους μπροστινούς, που προσπαθούσαν να καταλάβουν τα γεγονότα. Γυναίκες φώναζαν και κορίτσια έκλαιγαν, μέχρι που φάνηκε μια γυναίκα  γύρω στα τριανταπέντε με λυμένα τα μαλλιά και απεριποίητα, να σπρώχνει και να σπρώχνεται ανάμεσα στο πλήθος.  Το άσπρο μαντίλι είχε πέσει από το κεφάλι της και είχε ποδοπατηθεί από τους υπόλοιπους, ένα κουμπί από το φόρεμα είχε τραβηχτεί και έσκισε το ύφασμα στο ύψος της κοιλιάς και δάκρυα έτρεχαν ποτάμι στα αναψοκοκκινισμένα της μάγουλα.
«Παιάτσι μου… αγόρι μου…», ακούστηκε μακρόσυρτα και φρικιαστικά στριγκή η φωνή μιας μαυροφορεμένης μεσόκοπης γυναίκας δίπλα. Μάνα και νύφη, έκλαιγαν και μοιρολογούσαν τον γιό και σύζυγο, τον πατέρα των δυό μικρών παιδιών που προσπαθούσαν να τρέξουν μπροστά τους. Η μάνα είχε χάσει τον άντρα πριν από καμιά δεκαριά χρόνια στο σφουγγάρι και τώρα έχανε και τον μονάκριβό της γιό, η νύφη τον ένα και μοναδικό στύλο της ζωής της, τον άνθρωπό της… την αγάπη της. Και τα παιδιά; Έχασαν το έδαφος κάτω από τα πόδια τους. Τον πατέρα και φίλο τους!!!
Την ώρα που οι πρώτοι από τους άντρες πάτησαν το τσιμέντο του λιμανιού, οι δυό γυναίκες έπεσαν πάνω τους, να ακουμπήσουν τον νεκρό τους, αναγκάζοντάς τους να σηκώσουν τα χέρια στον ουρανό, μαζί με την σωρό του φίλου τους. Κλάματα και ικεσίες ακούστηκαν, απειλές και βρισιές, παρακάλια πάλι και κλάματα…
Και οι άντρες έκλαιγαν. Περπατούσαν με το πτώμα και έκλαιγαν, μπορούσαν να ήταν αυτοί στη θέση του, μπορεί το μοιρολόι που είχε αρχίσει να ακούγεται σιγανά στην αρχή, πιο έντονο τώρα, να ήταν γι αυτούς. Μπορεί την επόμενη ή την μεθεπόμενη χρονιά … Το κορμί τους είχε γεμίσει νυχιές και αίματα από την προσπάθεια των γυναικών να πάρουν το σώμα του αγαπημένου τους. Κι αυτή η μυρωδιά… η μπόχα του θανάτου… της σήψης… ανυπόφορη.
Οι καμπάνες χτυπούσαν σιγά, πένθιμα λες και ήταν Μεγάλη Παρασκευή. Λες και δεν ήταν; Η Καλοτίνα το είχε δει αυτό άλλες δυό φορές στη ζωή της και είχε αποφασίσει να μη ξαναπάει στην επιστροφή των σφουγγαράδικων, αλλά τώρα περίμενε τον Κλεάνθη. Τον αδερφό της. Πισωπάτησε να αφήσει χώρο στην μικρή πομπή να περάσει, πισωπάτησε μη την «μολύνει» το θανατικό, πισωπάτησε γιατί κιότεψε μπροστά στον θρήνο. Άφησε τα μάτια της να κλάψουν και στηρίχτηκε πάλι πάνω στο μπράτσο του Μέμου, που παρακολουθούσε άναυδος όλα αυτά που έβλεπε.
Ο Κλεάνθης ήρθε κοντά τους και αμέσως τον αγκάλιασαν, στρατιώτης που είχε γυρίσει από σκληρό πόλεμο. Άφησε κάτω το ναυτικό του μπόγο, χάιδεψε το κεφάλι του αδερφού του και φίλησε πολλές φορές την Καλοτίνα.
«Ο πατέρας η Κυράννα… που είναι μαθές; Δεν ήρθασι;», ρώτησε κοιτάζοντας πάνω από το πλήθος.
Και στην άκρη του μόλου, είδε τους γονείς του να προσπαθούν να βρουν χώρο να πλησιάσουν. Ο κυρ Δημητρός στηριζόταν στο «καλό» του μπαστούνι και τράβαγε πίσω του την γυναίκα του που κάτι μουρμούριζε και σαν να μην συνέβαινε τίποτα χαιρετούσε τους γνωστούς της. Έφτασαν κοντά στο γιό τους και έπεσαν με λαχτάρα πάνω του, τον φίλησαν, τον χάιδεψαν, τον έσφιξαν στην αγκαλιά τους. Η καρδιά τους είχε ξαναγυρίσει στη θέση της… προς το παρόν τουλάχιστον. Τώρα έμενε να τον ακούσουν, να γιορτάσουν μαζί του, να … τον χορτάσουν πια.
Η πομπή με τα μοιρολόγια και την άμοιρη οικογένεια του Κωλλέτη, είχε φτάσει στον «Χριστό» και όλοι οι κάτοικοι του νησιού, συμμετείχαν στον πόνο τους, ευχαριστημένοι όμως κατά βάθος, που δεν είχε τύχει σε αυτούς το κακό. Το ίδιο ένοιωθε και η Καλοτίνα και η Νικολέτα που είχε και εκείνη φτάσει στο λιμάνι με τον Σέμο και τα δυο παιδιά στο χέρι. Τον φίλησαν κι αυτοί με τη σειρά τους, ξανά τον χάιδεψαν λες και ήθελαν να βεβαιωθούν ότι ήταν αυτός, ζωντανός και γερός, ο Κλεάνθης ο δικός τους… ο λεβέντης τους. Κι εκείνος προσπαθούσε να τους χορτάσει, όμως τα μάτια του όλο και πετάριζαν γύρω – γύρω, σαν κάτι να έψαχνε.
«Πως πήγε το ταξίδι;», τον ρώτησε ο Σέμος, γεμάτος περιέργεια για την περιπέτεια αυτή, (περιπέτεια την έλεγε, δείχνοντας ότι δεν την υπολόγιζε για σοβαρή δουλειά με τους κινδύνους της και τα οφέλη της). «Είχε σφουγγάρι; Είχε καιρό; Σε πόσες οργιές κατέβηκες; Καλός ο καπετάνιος;…»
«Ένα – ένα βρε Σέμο, ένα – ένα. Όλα με τη σειρά τους. Ας πάμε πρώτα να πιούμε ένα ποτήρι τσιπουράκι, μου έχει λείψει τόσο…»
«Το τσιπουράκι;», ρώτησε η Νικολέτα. «Το τσιπουράκι σου έχει λείψει;»
Ο Κλεάνθης δεν απάντησε. Τι να πει άλλωστε; Η μικρή του αδερφή ήταν πολύ έξυπνη και δεν μπορούσε ή μάλλον δεν ήθελε να της απαντήσει με ψέματα. Τους πήρε όλους, τις δυό αδερφές του αγκαλιά και πήγαν προς το καφενείο.
«Ωραίο το ‘χεις αδερφέ…», είπε. «Έκαμες μωρέ καθόλου δουλειά ή ζάπα το άνοιγες…» και γέλασε.
Κάθισαν όλοι σε ένα τραπέζι και σιγά – σιγά άρχισαν να μαζεύονται όλοι οι γνωστοί. Και ο Κουκουβάς και ο «Μισός» και τόσοι άλλοι που ήθελαν να τον δουν και φυσικά ο Κωνσταντής με τον «Μαρκούτσο», ο «Τρούπας» και ο «Μάμας»… μη χάσουν το κέρασμα του καλωσορίσματος. Και είπαν πολλά. Μια του μιλούσαν για την δουλειά του μαγαζιού, μια τους έλεγε για το ταξίδι. Μια του μιλούσαν για την καθημερινότητα του νησιού, μια τους έλεγε για τα σφουγγάρια και τα νερά. Όταν τον ρώτησαν για τον «σκασμένο», το πρόσωπο του Κλεάνθη σοβαρεύτηκε και κάπως σκοτείνιασε.
Άναψε τσιγάρο και ήπιε μια γουλιά από το τσίπουρο που είχε εν τω μεταξύ σερβίρει ο Μέμος και φυσικά το είχε ιδιαιτέρως περιποιηθεί η μεγάλη του αδερφή. Είδε τους υπόλοιπους να τραβάνε πιο κοντά την καρέκλα τους, περιμένοντας να ακούσουν την εξιστόρηση, να μάθουν από πρώτο χέρι, πως έγινε το κακό και βασικά, το ποιος έφταιγε. Η «κοινή γνώμη», έπρεπε να βγάλει την ετυμηγορία του, ίσως και την ανάλογη ποινή, πριν τελειώσουν οι ανακρίσεις του Λιμενάρχη.
Ο Κλεάνθης τους κοίταξε όλους περίεργα. Τους αγαπούσε αλλά και συγχρόνως … αντιπαθούσε αυτή την αναζήτηση του υπαίτιου που έβλεπε στα μάτια τους. Κι εκείνος είχε υποφέρει από τους ερασιτέχνες κριτές και δικαστές:
«Πιάσαμε το ταξίδι του γυρισμού…», είπε, «… με όλα τα πράγματα να έχουν πάει καλά. Ούτε «χτυπημένους», ούτε «σκασμένους», ούτε φουρτούνες, ούτε μπλεξίματα με τους αραπάδες. Το σκάφος ήταν γιομάτο σφουγγάρι και όλοι, καπετάνιος κολαουζέρης, πλήρωμα και βουτηχτάδες γέλαγαν με κέφι που άλλη μια χρονιά ξελασπώσαμε. Ανεβαίναμε στη θάλασσα και έξω από την Κάρπαθο, ο «Σκουτέλης» φώναξε από την πλώρα: «Καπετάνιο,… εδώ έχει ολόκληρο λιβάδι. Σφουγγάρια με το καντάρι σου λέγω». Ο καπετάνιος διέταξε «κράτει» και οι μηχανές σβήσανε. Τόσο γρήγορα που η «Ελεούσα» παραλίγο να μας εμπολίσει… Ήταν και το τεπόζιτο που ερχόταν σιμά – σιμά, έκανε κι εκείνο μανούβρα. Έτσι φτιάχτηκε ένας κύκλος στο νερό, λες και θα έφευγαν τα σφουγγάρια από κει και έπρεπε να τα φυλακίσουμε. Μόνο δίχτυ δεν ρίξαμε. Μέχρι εδώ … καλά.
Μας φώναξε ο καπετάνιος να μας μιλήσει. Μας είπε ότι θα έδινε τα λεφτά του χειμωνικού αν καθόμασταν δυο – τρεις μέρες παραπάνω, να ψαρέψουμε κι εκεί. Όλοι συμφώνησαν, τα λεφτά θα ήταν καλά και δεν θα κάναμε άλλο ταξίδι μέχρι του χρόνου. Το μέρος φαινόταν τόσο πλούσιο που τύφλα να έχει η Εύβοια.
Το επόμενο πρωινό, ο πρώτος που βούτηξε ήμουν εγώ. Τρελάθηκα από την χαρά μου, από την λαχτάρα μου. κοίταζα εδώ τίγκα το «καπάδικο», κοίταγα παραπέρα να τα «φίνα», δεν ήξερα τι να πρωτοκόψω. Φόρτωνα το καλάθι συνέχεια. Όλο το έστελνα πάνω. Πέρασε η ώρα και ένοιωσα τον κολαουζέρη να με τραβά. Πικράθηκα γιατί ήθελα να κουρσέψω κι άλλα, μα το βάθος ήταν μεγάλο, αρκετά μαζαρόλια για να με αφήσει. Σαν ανέβηκα δεν μπορούσα να κρατήσω την χαρά μου. απρόσμενο δώρο από τον Θεό. Τι θέλαμε την Αραπιά; Εδώ στα πόδια μας είχε πολλά για να βγει το ταξίδι. Τέλος πάντων!
Τη δεύτερη μέρα όλοι βούτηξαν με τη σειρά τους και όλοι σήκωσαν σφουγγάρια με την οκά. Πιάσαμε και θαλασσινά, ναι – ναι, θαλασσινά, πολλούς αστακούς και σμέρνες με το κοντάρι που παίρναμε μαζί. Θα βρίσκαμε καράβι για Πειραιά να τα πουλήσουμε. Το τεπόζιτο θα αναλάμβανε την ψαροδουλειά αυτή.
Ήρθε το λοιπό η ώρα να βουτήξει την δεύτερη βουτιά του ο Παναγής. Χαρούμενος ήταν και εκστασιασμένος από τον όλη χαρά. Κατέβηκε και μόλις πάτησε στα βράχια χτύπησε ότι τα πάντα ήταν εντάξει. Δεν είχαν περάσει σαράντα πέντε λεπτά και από τα δεξιά, φάνηκε το μεγάλο μαύρο πτερύγιο.
«Καρχαρίας…» φώναξε ο κολαουζέρης. «Σκύλος στα δεξιά…» με μια φωνή το υπόλοιπο πλήρωμα. Με το κολαούζο δόθηκε σήμα κινδύνου στον Παναή. Αυτός βέβαια δεν πρέπει να κατάλαβε τι ακριβώς ήταν ο κίνδυνος, αλλά από την πείρα του πρέπει να το υπέθεσε γιατί αμέσως οι … μπουρμπουλήθρες πήγαν σε ένα μέρος που ήταν τα βράχια που είχαμε πιάσει τις σμέρνες. Κάτι τον ανησύχησε, το ψάρι το είδαμε να βουλιάζει με φόρα, δυό – τρεις φορές, μετά το είδαμε να σηκώνεται ψηλά λες και ήθελε να επιτεθεί και ξανά κάτω. Ο Παναής πρέπει να τρομοκρατήθηκε και έσπασε στη κίνηση τη «Βαρβάρα» σε κάποιο βράχο. Δεν μπορούσαμε να τον ανεβάσουμε, είπαμε το βάθος ήταν μεγάλο, έτσι περιμέναμε για σημάδια δικά του. όταν τελικά το ψάρι έφυγε ο Παναής ανέβηκε σκασμένος. Μέχρι και στο σκάφανδρο είχε μπει νερό και η γλώσσα είχε μπλαβιστεί  και έστεκε πρησμένη έξω από το στόμα. Κάναμε πως και πώς να τον βγάλουμε από το φόρεμα. Τόσο είχε πρηστεί!»
Σταμάτησε την κουβέντα απότομα και ήπιε ένα ποτήρι τσίπουρο μονομιάς. Κανείς δεν τόλμησε να του κάνει ερώτηση. Από την καύτρα του τσιγάρου του, άναψε ένα δεύτερο και φάνηκε το χέρι του να τρέμει. Η Καλοτίνα πήγε σιμά του και έπιασε το κεφάλι του, σφίγγοντάς το στο στήθος. Ήξερε πως αλλιώς είναι να σου λένε για θανατικό κι αλλιώς να το ζεις από κοντά, να πιάνεις με τα χέρια σου τον νεκρό, να βλέπεις την τελευταία του όψη του. τον φίλησε και κοίταξε τους άλλους. Όλοι είχαν αυτό το παράπονο της αδικίας στο πρόσωπό τους. Ακόμα και ο Κωνσταντής με την μειωμένη του αντίληψη, έβαλε τα κλάματα παρασύροντας στον «καημό» του και τον «Μαρκούτσο».
Στην άκρη της στρογγυλής αυλής του καφενείου, έκανε την εμφάνισή της. Φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα, αυτό που μάλλον είχε για τις καλές περιστάσεις και τα μαλλιά της μπορεί να ήταν τώρα σκονισμένα, αλλά πάντως σίγουρα τα είχε καλοχτενίσει πριν. Λαχανιασμένη στηρίχτηκε στον τοίχο και είχε σηκώσει το ένα πόδι προσπαθώντας να φορέσει το παπούτσι. Το άλλο το κρατούσε στο χέρι, σημάδι ότι έτρεχε ξυπόλυτη στον δρόμο, προσπαθώντας να φτάσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Τα μάτια της ήταν μεγάλα, αυτά τα ωραία αμυγδαλωτά μάτια που είχαν κάψει την καρδιά του.


«Καλώς την Υπαπαντή…», φώναξε η Νικολέτα κάνοντας το κεφάλι του αδερφού της να γυρίσει τόσο απότομα που παραλίγο να πάθει εξάρθρωση.
«Καλώς την …», είπε και η Κυράννα. «Κόπιασε κόρη μου κοντά μας. Έλα και έχουμε χαρές σήμερα»
Η κοπέλα προσπαθούσε να πάρει ανάσες (τι χαριτωμένη ήταν με τα κόκκινα από το τρέξιμο, μάγουλά της!), κοίταξε τους θαμώνες του καφενείου επιπόλαια και κάρφωσε το βλέμμα της στον Κλεάνθη. Άθελα, της ξέφυγε ένα χαμόγελο, θυμίζοντας μικρό παιδί που έβρισκε το κρυμμένο δώρο του.
Ο άντρας σηκώθηκε και πήγε κοντά της. Την αγκάλιασε από τους ώμους και τελευταία στιγμή συγκρατήθηκε να μη την φιλήσει στα χείλη.
«Μου έλειψες…», του είπε και τρίφτηκε όσο πιο διακριτικά μπορούσε πάνω του.
«Κι εμένα…», απάντησε εκείνος. «Και τώρα ετοιμάσου να δεις τι έχεις να πάθεις μικρή…»
Γέλασε σαν είδε την έκφραση στο πρόσωπό της και την έπιασε από το χέρι. Σχεδόν την τράβηξε κοντά του, προς το τραπέζι που η Κυράννα και ο κυρ Δημητρός τους κοιτούσαν με ένα στατικό, αμήχανο χαμόγελο.
«Λοιπόν πατέρα…», είπε, «… δεν θα χαιρετίσεις την νύφη σου;»
«Τι; Αχ Κλεάνθη μου…», είπε εκείνη και τον αγκάλιασε με όση δύναμη διέθετε!

Κυριακή 15 Ιανουαρίου 2017

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24

«Μωρέ Μέμο, εσύ στην οικοδομή δεν δούλευες; Τι έγινε τώρα, μας βγήκες καφετζής;», ακούστηκε η φωνή του «Μάμα». Και ακολούθησε το γέλιο του Κωνσταντή και του Θανάση του «Μαρκούτσου». Οι τρελοί του νησιού, οι πιο πολλοί τουλάχιστον απ’ αυτούς, έκαναν την παρέλασή τους κάθε απόγευμα από τον καφενέ του Μέμου (πόσο γρήγορα αλλάζουν τα ονόματα πια), αφού τους κέρναγε «υποβρύχιο» τριαντάφυλλο και καμιά φορά και καφέ.
«Να κι ο «Τρούπας», να το παλικάρι μας…», συμπλήρωσε ο «Μάμας», δείχνοντας στην άκρη του δρόμου, προς την μεριά του Τελωνείου, κάτω από την εκκλησία του Αγίου Νικολάου. «Ίντα κουβαλάει μαθές; Καρότσι είναι; Και τι έχει πάνω του;»
Η εικόνα ήταν το λιγότερο αστεία με τον «Τρούπα» να κατεβαίνει τρέχοντας στην μικρή κατηφόρα, προσπαθώντας να μην τον πάρει από κάτω το βάρος της μεγάλης καρότσας που τράβαγε πίσω του. Τα γυμνά του πέλματα, «πλατσάριζαν» πάνω στις πέτρες και η τρομαγμένη κατσίκα βέλαζε. Ποια κατσίκα; Μα αυτή φυσικά που είχε φορτώσει στην καρότσα. Την είχε δέσει κιόλας από τα μικρά της κέρατα και το άτυχο ζωντανό, υπέφερε από τις λακκούβες και το ταρακούνημα, από τις φωνές του «Τρούπα» και τις βρισιές του. Λίγο πιο πέρα ακουγόταν και κάποιος άλλος θόρυβος, κάτι σαν φωνές και κατάρες αλλά ήταν ακόμα μακριά για να απασχολήσει τους θαμώνες του καφενείου, τρελούς και μη.
Ο δρόμος τελείωνε την ευθεία του, είτε μπροστά στην αυλή του καφενείου, είτε, με λίγη καλή τύχη, στην θάλασσα. Και το καρότσι με τον άτυχο Βαλσαμίδη, (το πραγματικό όνομα του Τρούπα), δεν ήταν διατεθειμένο να αποφύγει ή το ένα ή το άλλο, δεν είχε την κατάλληλη λογική. Τοίχος δηλαδή ή νερό. Για καλή τύχη όμως όλων, ακούστηκε στο τέλος το μεγάλο «μπλουμ», η τρομαγμένη κραυγή της κατσίκας και οι βλαστήμιες του … τραβηχτή οδηγού. Το νερό στην άκρη της προβλήτας πετάχτηκε πάνω από ένα μέτρο ψηλά και οι πιτσιρικάδες του λιμανιού, άρχισαν την καζούρα και την γιούχα.
Πρέπει να είχε περάσει ένα περίπου λεπτό από την ώρα που το υπό δοκιμή υδροπλάνο του «Τρούπα» είχε πέσει στο νερό, ευτυχώς η κατσίκα είχε σωθεί άμεσα, που από την κατηφόρα της εκκλησίας, φάνηκε ένας έντρομος Φίλιας, ο αχθοφόρος που του ανήκε το καρότσι, σε μια αστεία προσπάθεια να τρέξει και βρίζοντας να πιάσει τον κλέφτη όπως φώναζε.
«Άντε βρε τζαολόσπερμα, ντι που να σε γράψουσι στο υψοχάρτι γλήορη και κοντά… ε, και σε πιάσω…» και κούναγε κι ένα κομμάτι ξύλο που είχε για μαγκούρα, «… που να σε φάει η πανούκλα κόρνιο. Να βρε γουρλί…» και σήκωνε τις παλάμες σε μούτζα. «Που να σε φέρνου νεκρεκρά και να ‘σει βρώμα το πετσί σου…»
Το γέλιο είχε κάνει τους θαμώνες του καφενείου να δακρύσουν και να πιάνουν τις κοιλιές τους. Ο Μέμος κρατούσε τον δίσκο και νόμισε ότι θα του έφευγε από το χέρι, πάντως ότι κουβαλούσε είχε χυθεί πάνω του. Ακόμα και η Καλοτίνα που τώρα πια είχε γίνει σχεδόν μόνιμη βοηθός του, ξεφεύγοντας από την μιζέρια της οικογένειας, βγήκε έξω από το «βασίλειό» της, την κουζίνα της και σκούπιζε τα δάκρυα από τα μάτια.
 Όσο για τον «Τρούπα»; Αν αφαιρέσει κανείς τον φόβο του για τον ερχομό του Φίλια και την μαγκούρα του, αδιαφόρησε τελείως για το ζώο που είχε στο καρότσι, αδιαφόρησε για το ίδιο το καρότσι και έπιασε να κατουράει γελώντας, από τον μόλο προς το νερό. Με το γέλιο βέβαια, αστοχούσε και κατέβρεχε και το ήδη βρεγμένο ζώο και αυτό του έφερνε και άλλα γέλια. Και όχι μόνο σ’ αυτόν, αλλά και σε όλους όσοι τον έβλεπαν. Κάποια στιγμή, ο ναύτης, ο φρουρός του Τελωνείου, πήγε κοντά του και με κλωτσιές προσπάθησε να τον διώξει, αλλά και αυτού οι κλωτσιές από το γέλιο, δεν έβρισκαν στόχο. Με τα πολλά και με την άφιξη φυσικά του Φίλια κοντά, ο Μανολιός (είχε και αυτό το όνομα), έφυγε με πλαϊνό τρέξιμο, όπως κάνουν οι μακάκοι93 στο έδαφος.
Οι βρισιές του γερο αχθοφόρου δεν είχαν τελειωμό, όπως τελειωμό δεν είχαν και τα γέλια του «Τρούπα». Κάποιοι ναύτες και ψαράδες μαζί με τον ναύτη του Τελωνείου, βοήθησαν να σωθεί και η κατσίκα και το καρότσι. Πήγε και ο Μέμος για βοήθεια και φυσικά ρώτησε τι έγινε. Η απάντηση που πήρε, ήταν ότι μπορούσε να ακούσει κανείς για να λυθεί στα γέλια.
Τον Φίλια τον είχε καλέσει ο κυρ Γιώργης ο Μακρυλλός που ήθελε να μεταφέρει την κατσίκα στο χωριό μαζί όμως με την τροφή, κάποια δεμάτια με χόρτο. Έδεσε λοιπόν ο γερο αχθοφόρος το ζωντανό δίπλα στο καρότσι και πήγε στην αυλή του κυρ Γιώργη να φέρει τα δεμάτια. Εκείνη την ώρα πέρασε ο «Τρούπας», είδε το ζωντανό και ρώτησε από μακριά: «Ε, καλέ, για μεταφορά το έχετε; Το ζωντανό καλέ, γιατί το έχετε δεμένο; Δεν κάμει μαθές καλό γάλα και το διώχνετε;». Ο κυρ Γιώργης βγήκε και προσπάθησε να τον διώξει, είχε αρκετά νεύρα και δεν ήθελε άλλο να τα τεντώσει. Μα ο «Τρούπας», έκανε δυό – τρία βήματα προς τα πίσω και γύριζε πάντα ρωτώντας: «Γιατί καλέ, ίντα έκαμα; Για το ζώο ρωτάω…»
«Σκάσε ρε ζωντόβολο», απάντησε ο Μακρυλλός. «Σκάσε που να σε φάει το χτικιό. Ε, μπα να κουρέβζεσαι χρουσούζη»
Ο Βαλσαμίδης δεν πτοήθηκε, δεν καταλάβαινε βέβαια γιατί δεν του απαντούσαν και συνέχισε να μιλάει όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μη και του έρθει καμιά πετριά στο κεφάλι:
«Ήξερές το μαθές ότι αν κουνήσεις πολύ το γίδι, θα βγάλει βούτυρο απ’ τα βζα του; Ναι το άκουσα, αν θες γάλα κράτα το έτσι, αν θες βούτυρο, κούνα του το κώλο…» και μια και δυό πιάνει αγκαλιά την κατσίκα, την ανεβάζει πάνω στο κάρο και άρχισε να τρέχει απ’ όπου είχε λακκούβες και πέτρες και χώματα. «Να δεις κυρ Γιώργη τι βούτυρο θα πάρεις τώρα…», φώναξε και γέλαγε στο δρόμο. Όλα τα άλλα ήταν αυτά που είδαν. Το καρότσι απέκτησε μεγάλη ταχύτητα και δεν σταματιόταν με τίποτα, ο μόλος, η θάλασσα και η μεγαλόπρεπη, στο τέλος, βουτιά.
Ο Μέμος πήρε τον έρμο τον Φίλια στο καφενείο και τον κέρασε καφέ και κρύο νερό, να συνέλθει από την λαχτάρα του. «Αν τον πιάσω στο χέρι μου αυτό το… το … κόρνιο… που να ‘ω τα κουλά του κομμένα ‘που τους αγκώνους… θα το μαυρίσω στο ξύλο. Να το θυμάται για όλη του τη ζωή. Που να τον κάψει η φωτζά, που να τσιρίζεται σα ν’ τα ξηροτήανα και να  τραβούν οι σσύλοι τα’ άντερά του…»
«Τρελός είναι μαθές, τι τον συνερίζεσαι; Μήπως καταλαβαίνει τι κάμει;», είπε η Καλοτίνα, «Αύριο δεν θα θυμάται ότι το έκαμε…». Πήγε και κάθισε κοντά του: «Να βάλω ένα ουζάκι, να πάνε κάτω τα βάσανα κυρ Φίλια;». Φάνηκε μια λάμψη στα μάτια του αχθοφόρου και κούνησε δειλά το κεφάλι καταφατικά με ένα ύποπτο χαμόγελο. «Α και το ουζάκι κερασμένο από μένα…», συνέχισε η κοπέλα.
Έτσι η ζωή με τα καλά και τα ανάποδά της περνούσε. Με την προσμονή της επιστροφής των καϊκιών από τα νερά της Μπαρμπαριάς, με κάποιο γράμμα από το ξενιτεμένο παιδί, με τα κουτσομπολιά της καθημερινότητας και πάνω απ’ όλα, με την εικόνα της ράθυμης βίωσης. Οι μήνες που πέρασαν γέμισαν με πιο πολλές ρυτίδες τα μάτια της Καλοτίνας, που παρέμενε μια ωραία γυναίκα (όχι κοπέλα πια) και της έδωσαν αυτή τη μελαγχολική έκφραση της απογοήτευσης. Μεγάλωσαν τα μωρά της Νικολέτας, είχαν αρχίσει να έχουν νόημα σαν παιδιά πια, αλλά δεν μπόρεσαν να κάνουν την Κυράννα και τον κυρ Δημητρό να χαμογελάσουν για λίγο ή τον Σέμο να αλλάξει γνώμη για το μέλλον του. Μάλιστα, αυτός ο τελευταίος, είχε αρχίσει να κάνει βουτιές σε βάθος προετοιμαζόμενος για την επόμενη χρονιά, είχε αρχίσει να γνωρίζει το «φόρεμα» και το σκάφανδρο, με τα σκάφη διάφορων παλιών καπεταναίων, γύρω – γύρω από το νησί. Και απ’ ότι έλεγαν οι παλιοί κολαουζέρηδες, είχε έφεση στα σφουγγαράδικα θέματα και ήταν πολύ ικανός και επιδέξιος. Και κάθε που το έλεγαν, τόσο μεγάλωνε και η φιλοδοξία του, κάνοντας την κυρά του πιο μελαγχολική και κατά βάση πιο … μόνη.
Μόνη παρέα πια της Νικολέτας, δεν ήταν η αδερφή της, (που είχε πια γίνει βοηθός στο καφενείο), αλλά η Υπαπαντή, που κράταγε μια σχέση έτσι, με την οικογένεια του «καλού» της. Κι έλεγαν τόσα και τόσα, για τις συνήθειες και τα χούγια του Κλεάνθη, για τα παιδικάτα του, για τα θέλω του, τον υμνούσαν λες και δεν ήταν άνθρωπος, τον «καθάριζαν» από κάθε ψεγάδι του παρελθόντος και έφτασαν σε σημείο να παρακαλούν και να προσεύχονται μαζί για την ασφαλή επιστροφή του.
Αν η Νικολέτα άφηνε την φίλη της αυθαίρετα να μιλά, δεν υπήρχε να πει κάτι άλλο, έξω από τον Κλεάνθη, τον Κλεάνθη και τον Κλεάνθη, λες και το μυαλό και η γλώσσα της είχαν κολλήσει στο όνομα αυτό. «Αυτά κάνει ο έρωτας…», σκέφτηκε η Νικολέτα, «… τα βλέπει όλα μοναδικά, μεγαλειώδη και πάνω απ’ όλα… αληθινά». Θυμήθηκε τα δικά της, όταν έτρεχε στα χωράφια να δει τον Σέμο, ανάμεσα στα αγκάθια και τις πέτρες, με το φόβο πάντα μη τους δει κανείς. Γέλασε, ίσως αυτές οι αναμνήσεις ήταν που έκαναν επιθυμητή την παρέα της Υπαπαντής! Τώρα; Τον αγαπούσε ακόμα και μάλιστα πολύ, αλλά κάτι από την μαγεία, κάτι από την βασανιστική όσο και όμορφη αναμονή της παρουσίας του, είχε περάσει. Η λαχτάρα είχε αρχίσει να μειώνεται, ίσως και το πάθος. Τα μωρά της έτρωγαν πολύ από τον χρόνο της, η δουλειά του το ίδιο, αλλά η απόφασή του να πάει στο σφουγγάρι, ήταν ίσως το χτύπημα που περίμενε ο ανελέητος χρόνος να τους απομακρύνει. Κι ας έλεγε ότι το έκανε για αυτούς, η υποψία της ήταν ότι όλα αυτά τα ήθελε, μαγεμένος από τις ιστορίες των παλιών θαλασσινών αλλά και… (ίσως) σε ανταγωνισμό με τον αδερφό της.
Τον πόνο της μάνας της και του πατέρα της δεν τον υπολόγισε καθόλου, τον πόνο των δικών του γονιών, της γυναίκας του και αύριο των παιδιών του… ούτε κι αυτό. «Τι να γίνει…», μουρμούριζε συχνά – πυκνά, «… θα το καταπιώ κάποια στιγμή. Ας είναι γερός και ευτυχισμένος και κάποια στιγμή… όλα θα φτιάξουν»

«Άντε βρε Κλεανθιό, άντε να πααίνουμε. Τελεσταίος βούτθος για σήμερις. Άντε και πεινάσαμε…», είπε ο Μανολιός ο δεκαπεντάχρονος κουπάς, σαν επιθεωρούσε τις βίδες του θώρακα στο φόρεμα του καθισμένου στην κουπαστή, κοντά στην σχοινένια σκάλα, Κλεάνθη. «Άντες… κι αν φέρεις κι άλλα τόσα όσα το πρωί, μπορεί να γυρίσουμε στα σπίτια μας το γληγορότερο…», συνέχισε.
Ο Κλεάνθης χαμογέλασε. Ήπιε λίγο νερό από την μεταλλική κούπα που κρατούσε και κοίταξε την γραμμή του ορίζοντα που είχε αρχίσει να έρχεται πιο κοντά στο σκάφος, καθώς ο ήλιος σε λίγο θα έδυε. Περίμενε τον κολαουζέρη να του φέρει την περικεφαλαία, το σκάφανδρο, έλεγξε με μια φευγαλέα ματιά τα μαρκούτσα που σέρνονταν σαν φίδια στο ξύλο του καταστρώματος, τα βρήκε εντάξει και ένευσε ότι ήταν έτοιμος.
Ο καπετάν Άτσας τον κοίταγε από την άλλη άκρη του καταστρώματος, με γερακίσιο μάτι. Παρακολουθούσε τις κινήσεις του, πρόσεχε τον Αντώνη τον Σμαλιό, τον κολαουζέρη του, πρόσεχε τον εξοπλισμό, όλα αυτά από μακριά. Ήταν ευχαριστημένος με τις επιδόσεις του Κλεάνθη και μακάρισε τον εαυτό του που τον εμπιστεύτηκε και τον πήρε βουτηχτή του. Τόσους μήνες τώρα ο χωλός του δύτης, συναγωνιζόταν τους καλλίτερους στην ποσότητα και την ποιότητα του σφουγγαριού π’ ανέβαζε, στο βάθος της κατάδυσης αλλά και στην γνώση των σφουγγαρότοπων. Και δεν του ζητούσε τίποτε παραπάνω από ότι είχαν συμφωνήσει.
«Το λοιπό… έτοιμος; Πάμε;», ρώτησε ο Σμαλιός. Σαν πήρε το κατάνευμα από τον Κλεάνθη, σήκωσε την βαριά περικεφαλαία, ανέβηκε σε ένα μικρό σκαμνί να φτάνει άνετα μη πληγώσει τον δύτη του και την βίδωσε, γυρνώντας την όλη στην άκρη του «θώρακα». Χτύπησε την «Βαρβάρα», μια – δυό φορές να βεβαιωθεί ότι λειτουργούσε σωστά, έλεγξε για πολλοστή φορά τα μαρκούτσα και το κολαούζο και σήκωσε τον αντίχειρα μπροστά στο φινιστρίνι του σκάφανδρου, δείχνοντας ότι όλα ήταν καλά. Η απόκοσμη μορφή μπροστά του, αυτό το σύνολο μετάλλου, σκληρού πανιού και σωλήνων, σηκώθηκε, έκανε τον σταυρό του και αφέθηκε στη δύναμη της βαρύτητας που τον πέταξε στη θάλασσα.
Ο Κλεάνθης, άρχισε να βουλιάζει μέσα σε ένα σύννεφο άσπρου αφρού, μέσα στην απόλυτη σιωπή του νερού. Γύρισε το κεφάλι και κοίταξε το μαρκούτσο που ξεδιπλωνόταν από πάνω του, είδε το γαλάζιο να τον τυλίγει και τις φυσαλίδες της αναπνοής του ν’ ανεβαίνουν σαν μικρά ψαράκια στην επιφάνεια. Ο φόβος που πιάνει όλους τους «μηχανικούς», είχε αρχίσει να τον πανικοβάλλει, (όσο πεπειραμένος κι αν είσαι αυτό δεν μπορείς να το αποβάλλεις), όμως η λογική του επικράτησε και άρχισε να κάνει τις σωστές, ενδεδειγμένες κινήσεις. Πίεσε δυό φορές τη «Βαρβάρα» και άφησε την στολή να γεμίσει αέρα. Δεν ένοιωθε βάρος τώρα πια, το αντίθετο μάλιστα, νόμισε ότι το σώμα του ήταν έρμαιο των ρευμάτων. «Ευάλωτος»… ναι, αυτή ήταν η λέξη που έψαχνε να βρει. Άνοιξε τα χέρια σε σταυρό και αφέθηκε να κατέβει στο όλο και πιο σκουρόχρωμο βυθό. Τα μάτια του τώρα και ο νους του ήταν στα σφουγγάρια. Είχε κιόλας δει μια μικρή σχετικά αποικία στα δεξιά του και σκόπευε να την τρυγήσει. Τα πόδια του επιτέλους ακούμπησαν σε στέρεο χώμα και πέτρες. Κοιτώντας προς τα πάνω για τελευταία φορά πριν το ψάρεμα, μέτρησε το μήκος του κολαούζου. Το βρήκε στις σαράντα πέντε περίπου οργιές. «Μπράβο παλικάρι μου, βαθιά ήρθαμε σήμερα …», είπε στον εαυτό του και χαμογέλασε. «Άντε να δούμε πόση ώρα αντέχουμε εδώ κάτω…». Ένοιωσε το τράβηγμα του κολαουζέρη, δυό τραβήγματα και μετά πάλι ένα, που τον ρωτούσε αν όλα ήταν εντάξει. Μόνο ο κολαουζέρης και ο μαρκουτσέρης ήξεραν το ακριβές βάθος του βουτηχτή. Αυτοί τον προσέχουν και τον προστατεύουν. Παρακολουθούσαν το γράδο που είναι πάνω στη κάσα. Εκεί είχε μανόμετρο. Όταν δουλεύει η κάσα και πάει άνθρωπος κάτω, αυτό δείχνει τις οργιές, από πέντε μέχρι πενήντα. Αν ο Σμαλιός δεν ήταν σίγουρος για την ασφάλειά του, για τον ψαρότοπο ή για τα μαζαρόλια  που άντεχε, δεν θα του έδινε το «κότσα».
 Απάντησε με τον ίδιο τρόπο και έβγαλε το μικρό διχτάκι από την ζώνη του που ήταν στερεωμένο και το τσεκούρι των τριών κιλών, άρχισε δουλειά. Ένα μεγάλο σφουγγάρι, ένα ωραίο σαν ασήμι «καπάδικο», ήταν το πρώτο που μπήκε στο δίχτυ του. Ακολούθησαν κι άλλα μικρότερα, δυό – τρία «φίνα», καμιά δεκαριά «λαγόφυτα» και στο τέλος μια μεγάλη σκουρόχρωμη «τσιμούχα». Αποφάσισε να μετακινηθεί, περίπου δέκα μέτρα ήθελε ακόμα για να περάσει τα κοράλλια που του έκλειναν το δρόμο για την  μικρή αποικία που είχε δει κατεβαίνοντας. Τα σιδερένια του παπούτσια σήκωσαν ένα μικρό νέφος λάσπης και νεκρών κοχυλιών. Το ρεύμα του νερού, ήταν κόντρα και τον πήγαινε στην άλλη πλευρά από κείνη που ήθελε. Έσπασε πολλά κοράλλια στην προσπάθειά του, πρώτα να σταθεί όρθιος και μετά να περπατήσει. Όσο πέρναγε η ώρα τόσο και το φως λιγόστευε, τόσο και η απόσταση από το στόχο του φαινόταν πιο μακρινή. Ένοιωσε ένα πόνο στο γερό του πόδι, αν και εδώ κάτω δεν μπορούσε κανείς να πει ποιο ήταν το γερό και ποιο το χωλό. Μια ανησυχία πέρασε από το μυαλό του στιγμιαία. Γρήγορα – γρήγορα πίεσε την βαλβίδα αέρα, την κακούργα «Βαρβάρα», δυό φορές και άφησε πιο πολύ αέρα να περάσει στο φόρεμα. Ο κολαουζέρης πρέπει από πάνω, από την αναφορά ροής του μαρκουτσέρη να κατάλαβε ότι τελείωνε την βουτιά του πια.
Ο Κλεάνθης κοίταξε ξανά τις φυσαλίδες που ανέβαιναν προς την επιφάνεια και έκανε, τραβώντας το κολαούζο, σήμα στους απάνω, να ανέβει. Ήθελε, αλλά ήξερε ότι δεν έπρεπε να βιάζεται. Οι οργιές ήταν πολλές και η ανάδυση θα έπαιρνε ώρα. Προσπάθησε να ηρεμίσει την καρδιά του που χτυπούσε γρήγορα και μόνο που δεν έκλαψε που άφηνε τόσο σφουγγάρι πίσω του. «Δεν πειράζει, ζημιά μη πάθουμε και το «καπάδικο» εδώ θα είναι και αύριο», μονολόγησε.
Ένοιωσε το τράβηγμα του κολαούζου και τα πόδια του άφησαν τν βυθό. Ο πόνος εξακολουθούσε στο πόδι και μια ζαλάδα τον έκανε να βλέπει φώτα εκεί που ήταν το σκοτάδι. «Αχ Παναία μου, μη μου λάχει κάτι …όχι – όχι πάλι». Το ανέβασμα σταμάτησε απότομα. Κάτι που καθησύχασε τον Κλεάνθη γιατί τα χέρια και το μυαλό του κολαουζέρη υπολόγιζαν τα μαζαρόλια και την ώρα, την ταχύτητα ανόδου και τον χρόνο της  αποσυμπίεσης. Ο Κλεάνθης λογιζόταν για «μαγγιόρος» και δεν ήθελε να τον αχρηστέψει, να τον χάσει ο καπετάνιος.
 Το ανοιχτό γαλάζιο χρώμα πάνω από το κεφάλι του, εκεί που οι μπουρμπουλήθρες κατέληγαν, άρχισε να μεγαλώνει σιγά – σιγά. Ο ουρανός, αν και είχε γείρει ο ήλιος στη δύση του, φαινόταν μέσα από τα νερά να κουνιέται κι αυτός στους ρυθμούς του ρεύματος. Κάποιο ψάρι που πέρασε κοντά στην επιφάνεια, τον κοίταξε απορημένο, γύρισε γύρω από το σκάφανδρο και απομακρύνθηκε, αφού το θέαμα δεν παρουσίαζε κανένα ενδιαφέρον. Μετά ένα κοπάδι από μικρά ψαράκια τον προσπέρασαν κάνοντας τα χορευτικά τους, σαν μαύρο σύννεφο που άλλαζε σχήμα συνέχεια. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι μέχρι να ανέβει, οπότε αφέθηκε στην ομορφιά των νερών και στα παιχνίδια των αντανακλάσεων του λιγοστού τώρα ήλιου. Μέχρι που μέσα από το φινιστρίνι της «περικεφαλαίας», είδε την άκρη της μικρής σχοινένιας σκάλας. «Όπα… φτάσαμε. Άντε να δούμε τώρα τι ζημιά μας έκανε η θάλασσα, άντε να δούμε…», μονολόγησε ελπίζοντας για το καλύτερο. Το πόδι του, ακούμπησε και στερεώθηκε στο πρώτο ξύλινο σκαλάκι. Έδωσε ώθηση και ένοιωσε το βάρος του να έχει επανέρθει. Ανέβηκε και το δεύτερο σκαλάκι. Τώρα είδε τα χέρια του κολαουζέρη να σταυρώνουν πάνω στο σκάφανδρο, προσπαθώντας να το στρίψουν, να το ξεβιδώσουν, να το βγάλουν. Δίπλα του ο Μανολιός κράταγε και τακτοποιούσε το μαρκούτσο. Σε τέτοιο βάθος που είχε κατέβει, το μαρκούτσο είχε ξεδιπλώσει πολλά μέτρα.
Μύρισε τον καπνό από τσιγάρο και αμέσως, μες τη ζαλάδα του, διέκρινε το χέρι του καπετάνιου Άτσα, να τον προτρέπει να καπνίσει. Του έβαλε σχεδόν με το ζόρι το τσιγάρο στα στόμα: «Άντε μωρέ … κάντο το ρημάδι να ‘συχάσουμε κι εμείς…», του είπε. Του πίεσε με την άκρη του τσιγάρου τα χείλη: «Άντε βρε…», επανέλαβε, «… να δούμε ποιος νίκησε»
Ακόμα ο Κλεάνθης δεν είχε ανέβει στο κατάστρωμα. Κρατιόταν από την κουπαστή με το σώμα έξω από το καΐκι, πατώντας την σκάλα. Δάγκωσε την άκρη του τσιγάρου και πήρε μια βαθιά τζούρα, να φτάσει ο καπνός όσο πιο βαθιά μπορούσε στα πνευμόνια του, να λειτουργήσει γρήγορα να δει τα αποτελέσματα. Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα, μερικά βασανιστικά αργά δευτερόλεπτα, μέχρι  κολαουζέρης να σηκώσει το μανίκι από το φόρεμα. Κοίταξε προσεκτικά, έσκυψε να εξετάσει καλύτερα και τότε ακούστηκε να βγαίνει αέρας ανακούφισης από το στήθος του. Χαμογέλασε και χτύπησε φιλικά στον ώμο τον Κλεάνθη. Γύρισε χαμογελώντας πάντα προς τον καπετάνιο που στεκόταν δίπλα του: «Όλα εντάξει καπετάνιο. Τον τραβάω τώρα να ξεκουραστεί…». Ο καπετάν Άτσας έδειξε, αν και πολύ σοβαρός, να ανακουφίζεται. Γύρισε απότομα και τράβηξε κατά την πλώρη, οι δουλειές τον περίμεναν, πάντως πρόλαβαν να τον δουν να ρίχνει μια γροθιά στον αέρα.
Ο κολαουζέρης τράβηξε τον δύτη του ολόκληρο πάνω στην «κουβέρτα», του έβγαλε τα σιδεροπάπουτσα, διέταξε τον μικρό τον Μανολιό να φέρει ένα κομμάτι αλμυρό τυρί και προσπάθησε να του βγάλει το φόρεμα. Αφού το δέρμα του δεν έβγαλε μελανιές με το τσιγάρο, το φόρεμα δεν χρειαζόταν, δεν θα τον ξαναβουτούσαν στο νερό. Ο Βούτθος είχε πάρει τέλος για σήμερα και κανένας άλλος από τους «μηχανικούς» δεν είχε χρωστούμενη βουτιά. Αύριο πάλι, ο Θεός να είναι μεγάλος και να ξημέρωνε την μέρα του! Ο Κλεάνθης πήρε το τυρί και τη γαλέτα που του έφερε ο πιτσιρικάς. Με δυό μπουκιές τα κατέβασε στο πεινασμένο του στομάχι. Τώρα θα περίμενε κανένα μισάωρο να δει αν το αίμα του ήταν καλό, αυτό έκανε η αλμύρα του τυριού, αν θα αιμορραγούσε η μύτη ή τα αυτιά, ή αν η ζαλάδα θα έφευγε.
Έστρεψε το βλέμμα προς το πέλαγος, εκεί που το φως του ήλιου στη δύση του, μάτωνε τα νερά. Μια φωτεινή, κίτρινη αχτίδα ξεπρόβαλλε ξαφνικά από τον ορίζοντα, περιπλανήθηκε πάνω στα κύματα και εξαφανίστηκε σιγά – σιγά, παραχωρώντας τη θέση της στο γκρίζο που δυσκολεύει την όραση. Ένα αεράκι σηκώθηκε και η θάλασσα γέννησε μερικά πιο ψηλά «προβατάκια» που κούνησαν το καΐκι, σαν να φούσκωσε το νερό. Η Υπαπαντή τον επισκέφτηκε για άλλη μια φορά μέσα στο μυαλό του και τα αμυγδαλωτά της μάτια φαίνονταν να τον λαχταρούν. Γέλασε και κούνησε απότομα το κεφάλι, ήθελε (;) να διώξει την εικόνα της, φοβόταν μην τον πικράνει. Όμως δεν μπόρεσε, η φαντασία του έφτιαχνε πολλές εικόνες της κοπέλας, το σώμα της, τους γοφούς της (τι θαύμα ήταν αυτοί οι «πεταχτοί» γοφοί της!), τα μάτια της πάλι, το χαμόγελό της, τα υπέροχα λευκά, ίσια δόντια της. Έγλειψε τα χείλη του και του φάνηκε ότι είχε τη γεύση της όμορφης κόρης.
«Ε, Κλεανθιό, ίντα έγινε, δεν θα φας μαθές;», ακούστηκε η φωνή του Μανολιού, που τον έβγαλε από τις σκέψεις. «Έλα ντε κι έχει Αμερικάνικη κονσέρβα με βοδινό βρε…»
Ο άντρας πετάχτηκε ξαφνιασμένος, σαν να ξυπνούσε από βαθύ ύπνο, απότομα. Γύρισε το κεφάλι και είδε όλους τους άντρες του πλοίου μαζεμένους στην πλώρα. Ο καπετάνιος τον κοίταγε από μακριά, καθόταν λίγο πιο μακριά, συνοφρυωμένος και σκεφτικός. Τα μάτια τους συναντήθηκαν και με κινήσεις ο καπετάν Άτσας, έδειξε το δέρμα στο χέρι του. Τον ρώταγε αν όλα ήταν καλά. Ο Κλεάνθης ένευσε καταφατικά και πλησίασε την μικρή φουφού που είχε την κατσαρόλα με το… «Αμερικάνικο βοδινό» που είχε πει και ο Μανολιός. Έπιασε μια γαλέτα και άρχισε να μασουλάει. Δεν πείναγε και με χαρά ανακάλυψε ότι η ζαλάδα είχε εξαφανιστεί και κανένα στίγμα δεν είχε παρουσιαστεί στο δέρμα. Παρόλα αυτά η διάθεσή του δεν ήταν καλή. Ασυναίσθητα έπιασε με το δεξί χέρι το μικρό χρυσό σταυρουδάκι που του είχε κάνει δώρο η Καλοτίνα, να τον προσέχει, μη και πάθει κανένα κακό, να επιστρέψει γερός και περήφανος. «Αχ βρε αδέρφι…», σκέφτηκε, «… τι να κάνεις τώρα μαθές…».
Κατέβηκε στο θάλαμο που ήταν το κρεβάτι του και αφέθηκε εξαντλημένος να τον πάρει ο ύπνος. Από πάνω ακουγόταν το «πεσπέρισμα» των συντρόφων του, αυτό το ήρεμο νανούρισμα από το στόμα του Μιχάλη του Μανιά, με την μονότονα απαλή φωνή του, να διηγείται παλιές περιπέτειές του:
«Από δεκαπέντε χρονώ πήγα σφουγγαράς. Με το σκαντάλι, με τους Ρούμες, το Λαμπί, τον Διαμαντή. Αργότερα με το κομπρεσέρ δούλευα τρεχαντηριέρης. Κάθε χρόνο, βάζαμε τις βάρκες δέκα – δώδεκα με το παλάγκο πάνω στη μπρατσέρα και πηγαίναμε Κυρηναϊκή. Αφήναμε τις τροφοδοσίες μας στο ντεπόζιτο και εμείς, όλα τα βαρκάκια, σκορπίζαμε για δουλειά…»
Ακούστηκαν λόγια, επιφωνήματα και χαχανητά από τους άλλους. Περίμεναν πως και πως αυτή τη βραδινή ώρα να πούνε τις ιστορίες τους, τα παραμύθια τους, τις επιθυμίες τους και τις φαντασιώσεις τους. Ο Μανιάς, αν και τα πειράγματα πήγαιναν και έρχονταν, συνέχισε απτόητος την αφήγησή του, παίρνοντας την απόφαση να τους κάνει να το … «βουλώσουν».
«…το λοιπό, από το χάραμα μέχρι το βράδυ, απεριόριστες βουτιές. Κάθε σφουγγάρι και πάνω. Το βράδυ να ετοιμάσουμε τα σφουγγάρια και να «γυαλώνουμε» στις ρίβες. Τραβούσαμε τις βάρκες στην άμμο, βγαίναμε, μαζεύαμε ξύλα, μαγειρεύαμε και κατάχαμα στη σκουτέλα να φάμε όλοι μαζί. Μετά στρώναμε τα στρωμάτσα και ταθέκαμε στον ύπνο ματσελεμένοι. Άμα ο τόπος είχε δουλειά, αφήναμε τις μονές μας έξω, ειδάλλως τις βάζαμε πάλι στη βάρκα. Το πρωί, προ να χαράξει, να φτιάσουμε τα σφουγγάρια καμιά ώρα και αμέσως σάρπα και μόλα, φεύγαμε για δουλειά.
Μ’ αυτό το σύστημα δεν είχαμε θύματα, ήταν η δικιά μας ανάσα. Τα θύματα ήταν με την ξένη δύναμη, τα μηχανήματα, τα κομπρεσέρια. Τα σφουγγάρια στο βυθό τα πιάνεις με τα δυό χέρια, άντε και με ένα μαχαίρι, να τα αποκολλήσεις, να μη σχιστούν, γιατί αλλιώς από πρώτη κατηγορία πάει στα σκάρτα. Ο ήλιος ήταν βοηθητικός. Το χάραμα και όταν βραδιάζει. Γιατί είναι χαμηλά και βλέπεις το βυθό καθαρά και πλάγια τις τρύπες και τις γκάφτρες, ενώ το μεσημέρι βλέπεις μόνο ίσα.
Το χειμώνα πηγαίναμε υστεροτάξιδο, χειμωνιάτικο στην Ελλάδα. Οι καιροί άγριοι. Φουρτούνες. Τα βαρκάκια δεν είχαν μηχανές, μόνο κουπιά και πανιά. Και ο καιρός συνέχεια απρόβλεπτος και κάθε βράδυ σάρπα και μόλα αγάντα, να γυρίζεις ώρες ολόκληρες να βρεις κατάλληλο μέρος ν’ αράξεις, να μην σε πνίξει και σε πετάξει στα βράχια. Έβρεχε, άστραφτε, μας προστάτευε ένα πανί. Τα ρούχα και οι κουβέρτες, βρεχότανε κι ευτυχώς η θάλασσα άχνιζε και ζεσταινόμασταν.
Δύσκολο, τυραννισμένο ψωμί. Όλοι είχαμε μεγάλες οικογένειες, κόρες να προικίσουμε κι απ’ αυτό το μικρό βαρκάκι περιμέναμε όλοι να ζήσουμε. Τα βαρκάκια δούλευαν τίμια, συντροφικά και δημοκρατικά… αλλά φτωχά…»

Πέμπτη 12 Ιανουαρίου 2017

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23

«Αν οι άνθρωποι δεν πνιγούν», ρώτησε η μικρή Γοργόνα, «τότε μπορούν να
ζήσουν για πάντα, δεν πεθαίνουν, όπως εμείς, εδώ, στη θάλασσα;»
«Όχι», αποκρίθηκε η γιαγιά της, «πεθαίνουν κι αυτοί, και η ζωή τους διαρκεί πιο
λίγο από τη δική μας. Εμείς φτάνουμε τα τριακόσια χρόνια, όταν όμως πάψουμε να
υπάρχουμε εδώ, μεταμορφωνόμαστε σε αφρό πάνω στα κύματα, δίχως έναν τάφο στο
βυθό, ανάμεσα σ' αυτούς που αγαπάμε. Ούτε η ψυχή μας είναι αθάνατη, δεν ξαναζούμε
ποτέ, όπως οι πράσινες καλαμιές, που όταν τις κόψουν, ποτέ δεν ξαναπρασινίζουν!
Αντίθετα, οι άνθρωποι έχουν ψυχή που ζει για πάντα, που ζει και όταν το σώμα τους εις
χουν απελεύσει- η ψυχή τους λοιπόν υψώνεται στο διάφανο αέρα μέχρι τα λαμπερά
άστρα! Όπως εμείς αναδυόμαστε από τη θάλασσα και ανακαλύπτουμε τη γη των
ανθρώπων, έτσι κι εκείνοι εμφανίζονται σε μέρη άγνωστα και πανέμορφα, που εμείς δε
θα έχουμε ποτέ την ευτυχία να δούμε».
«Γιατί να μην είναι η ψυχή μας αθάνατη;» ρώτησε η μικρή Γοργόνα θλιμμένη
[...] «Θα πρέπει λοιπόν να πεθάνω και να πλανηθώ ως αφρός πάνω στη θάλασσα, να
μην ακούσω ποτέ ξανά τη μουσική των κυμάτων, ούτε να ξαναδώ τα υπέροχα
λουλούδια και τον ήλιο, πρωί και απόγευμα! Δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να
κερδίσω την αθανασία της ψυχής μου;»
Η μικρή Γοργόνα

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν

Το δωμάτιο είχε μια μελαγχολία που μπορούσε κανείς να διακρίνει παντού, πάνω στα έπιπλα, στο λιγοστό φως της ηλεκτρικής λάμπας στο κέντρο του ταβανιού, στο ζεστό αεράκι που ερχόταν από την βεράντα, στις εκφράσεις των ανθρώπων που είχαν κάτσει στο τραπέζι. Δυό φλιτζάνια με καφέ άχνιζαν, χωρίς να τα ακουμπάει κανείς, ένα μπροστά στον κυρ Δημητρό και το άλλο μπροστά στην Κυράννα. Το ρυθμικό χτύπημα των δαχτύλων του άντρα ακουγόταν μονότονο και απελπισμένο.
Η Καλοτίνα κοίταγε τους γονείς της, μια τον ένα και μια τον άλλο, αλλά κι εκείνη δεν είχε κουράγιο να μιλήσει. Άλλωστε τι να τους πει, τι να ρωτήσει; Πάλευε με την άκρη του τραπεζομάντιλου λες και προσπαθούσε να το ισιώσει όσο πιο πολύ μπορούσε με την παλάμη της και την άκρη των δαχτύλων της. Μόνο οι ανάσες τους ακούγονταν και το τικ – τακ του μικρού ξύλινου κούκου στον τοίχο που είχε φέρει ο καπετάν Μικές δώρο από κάποιο ταξίδι του. Και μύριζε ο καπνός από το τσιγάρο του κυρ Δημητρού που ανέβαινε σαν μια ίσια στήλη προς τα πάνω, λες και τους κορόιδευε με την ελαφρότητά του.
«Και πότε το έμαθες Καλοτίνα μου; Στο είπε η αερφή σου μαθές;», έσπασε τη σιωπή ο κυρ Δημητρός. Η κοπέλα κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Δεν κοίταξε τον πατέρα της άλλο, δεν μπορούσε να αντικρίσει εκείνο τον αντρικό πόνο. Αλλά και η Κυράννα δεν έστρεψε τα μάτια της πάνω του. Μόνο είχε καρφώσει το βλέμμα της σε ένα σημείο στην άκρη της πόρτας, χωρίς ουσιαστικά να βλέπει τίποτα, αφήνοντας τα δάκρυά της να κυλήσουν και να βρέξουν τις άκρες από τα πλεγμένα σε κοτσίδες μαλλιά της.
 «Μια ο γιός…», σκέφτηκε, «… μια ο γαμπρός». Τίναξε το κεφάλι λες και προσπαθούσε να διώξει κάποια κακιά σκέψη, «… και η κόρη μου; Τα εγγόνια μου;»
Είδε την κόρη της να σηκώνεται από την θέση της και αργά να πηγαίνει στο γνωστό, φιλικό της παράθυρο. Ήταν ανοικτό μήπως και μπορέσει να δροσίσει λίγο ο χώρος. Η Καλοτίνα κάθισε στο σκαμνί της, εκείνο το ψηλό σκαμνί που είχε σχεδόν φθαρεί από την χρήση και ακούμπησε τους αγκώνες της στο περβάζι. Κοίταξε έξω με αδιάφορο ύφος και κουρασμένα μάτια. Οι πιτσιρικάδες που κατέβαιναν στο δρόμο δεν της προκάλεσαν κανένα ενδιαφέρον. Πέντε μικρά αγόρια, όχι πάνω από επτά χρόνων, είχαν φτιάξει με μια σανίδα και ρουλεμάν από κάποιο συνεργείο, ένα πατίνι και προσπαθούσαν στον εκκωφαντικό θόρυβο που έκανε το μέταλλο στον δρόμο, να προσθέσουν τις αγριοφωνάρες τους με τις ανάλογες βέβαια βρισιές.
Πιο πάνω δυό κοπέλες πιασμένες αγκαζέ, κατέβαιναν και αυτές τον δρόμο, ξεφυλλίζοντας περπατώντας κάποιο περιοδικό μόδας πιθανόν ή κάποιο απ’ αυτά που είχαν φωτογραφίες και κουτσομπολιά γύρω από την ζωή των κινηματογραφικών αστέρων. Γέλαγαν και ονειρεύονταν την δική τους ζωή, πλάι στους γόητες ηθοποιούς αλλά κάπου – κάπου η γλώσσα τους, έλεγε κάτι και για τον Μικέ ή τον Μανωλιό ή τον Μιχάλη, που ήταν πιο προσιτοί στη καθημερινότητά τους.
Η ζωή στη Κάλυμνο συνεχιζόταν με την ίδια ρουτίνα του νησιού, των απλών ανθρώπων, του καλοκαιριού. Η μηχανή που ακούστηκε σαν γιγάντιο κουνούπι που πετούσε πάνω από το σοκάκι εκεί, στο μαράσι του Άγιου Νικόλα, ανήκε στον Γιώργη τον Μουσούρη, που κουβαλούσε τις φιάλες του υγραερίου στα σπίτια, βαμμένο μπλε με το χρυσό σήμα του δράκου που έβγαζε φωτιές από το ανοικτό του στόμα. Σε λίγο θα πέρναγε και ο κυρ Μιχάλης ο Βουράς με το κάρο του γεμάτο λαχανικά και φρούτα, ξηρούς καρπούς αλλά και είδη … ομορφιάς όπως τα έλεγε, καθρεφτάκια και τσιμπιδάκια, καρφίτσες για το ράψιμο αλλά και τις καλύτερες, γερές κλωστές από την Ιταλία, δηλαδή. Γι αυτό είχε προσθέσει στο πλάι του κάρου μικρά κουτιά και ραφάκια, να ξεχωρίζει το εμπόρευμα. Κάθε τόσο ακουγόταν και η βραχνή φωνή του: «… μανάβης – μανάβης – καλούδια για τα κορίτσια…» και μετά «… ελάτε κυράδες… ελάτε κοπελούες μου να δείτε να φτιάξετε προικιά…». Κι όταν ο γαϊδαράκος που τραβούσε αυτό το ανεκδιήγητο κάρο τον συνόδευε στις φωνές του, ακουγόταν και καμιά βρισιά για το … αφεντικό του.
Ο Νικόλας ο Κουκουβάς, ερχόταν από τα «Θέρμα» ή τη «γέφυρα» και στα χέρια του κρατούσε δυό τεράστια χταπόδια. Χαιρέτησε του Τσουκαλαήνες που είχαν από πρωί καθίσει στα σκαμνάκια τους, έξω στην αυλή και φάνηκε ότι κατευθυνόταν προς το σπίτι τους. Ακουγόταν το «πλατσάρισμα» των γυμνών του πελμάτων στην άσφαλτο και η βαριά, από το τσιγάρο, ανάσα του. Σε λίγο θα χτυπούσε την πόρτα. Η Καλοτίνα σηκώθηκε νωχελικά και πήρε το φλιτζάνι της μάνας της από το τραπέζι. Το έβαλε στον νεροχύτη, θα έπλενε αργότερα τα πιάτα και τα ποτήρια. Τώρα δεν είχε όρεξη. Άνοιξε την πόρτα, πριν προλάβει ο Κουκουβάς να χτυπήσει.
«Έλα κυρ Νικόλα, κόπιασε …», είπε στον άντρα που κατέβαινε τα δυο σκαλάκια της εισόδου, «… να σου φτιάξω ένα καφέ;»
Ο άντρας σήκωσε τα χέρια να δείξει τα χταπόδια με ένα χαμόγελο περηφάνιας στο στόμα. Τα έδωσε στην κοπέλα:
«Άντε κόρη μου, κάμε μου ένα σκέτο… έναν αντρίκιο καφέ. Άντε να έχεις την ευκή μου, να ξελαμπικάρει ο νους μου. Καλά τα χταπότζα ε; Πρωί – πρωί τα έπιασα κάτω στην «γέφυρα» και σκέφτηκα εσένα…», έδειξε με το χέρι όλη την οικογένεια και ειδικότερα την Καλοτίνα. «Ε, κυρ Δημητρέ, ίντα κάμεις μαθές;», συνέχισε πηγαίνοντας κοντά στο τραπέζι που βρίσκονταν οι κυρ Δημητρός και η γυναίκα του. «Καλημέρες Κυράννα, ίντα που κάμεις;»
Μόλις και μετά βίας πήρε απάντηση. Η ατμόσφαιρα ήταν τεταμένη και μύριζε μελαγχολία και στεναχώρια.
«Ίντα γίνηκε μωρέ Δημητρό, πολύ σοβαρούς και αμίλητους σας βλέπω… ίντα το λοιπό;»
Η Καλοτίνα έφερε τον καφέ και τον ακούμπησε μπροστά στον κυρ Νικόλα.
«Ο Σέμος κυρ Νικόλα…», του είπε αναλαμβάνοντας εκείνη την ευθύνη να εξηγήσει. «Ο Σέμος αποφάσισε να πάει στα σφουγγάρια, να βουτήξει. Δεν μπορεί άλλο λέει…»
«Ίντα μου λες κόρη μου; Ο Σέμος ο γαμπρός σας; Ίντα δες! Αυτός που σκιαζόταν την θάλασσα; Και γιατί παρακαλώ;»
«Για τα λεφτά βλέπεις. Γι αυτά τα ρημάδια. Δεν μπορεί λέει, να βλέπει άλλο την οικογένειά του έτσι … δεν μπορεί λέει, να βλέπει τα παιδιά του να μεγαλώνουν στερημένα. Πρέπει να του σάλεψε πλιο… δεν ξέρω τι να πω!»
Ο κυρ Δημητρός, γύρισε κι αυτός προς τη μεριά του επισκέπτη:
«Έτσι είναι Νικόλα, όπως στα λέγει η Καλοτίνα. Θέλει να βγάλει μονέδες πιότερες …»
«Έτσι…», συνέχισε η κοπέλα. «Έτσι όπως σου τα είπα. Τώρα θα έχει γαμπρό «μηχανικό» και η μάνα που τόσο το πιθυμούσε μαθές», κοίταξε προς τη μεριά της Κυράννας και στιγμιαία θα έλεγε κανείς ότι σπίθες βγήκαν από τα μάτια της. «Εγώ σφουγγαρά θέλω για άντρα σου κόρη μου…», συμπλήρωσε κάνοντας την φωνή της, ειρωνικά, να μοιάζει με αυτή της μάνας της.
«Μάλιστα…», είπε ο Κουκουβάς. «Αλλά γιατί τόση στενοχώρια μαθές; Τόσοι «μηχανικοί» ξεκινάνε κάθε χρόνο από το νησί! Ίντα είναι αυτό που το πήρατε πλιο τόσο κατάκαρδα; Όλοι μαζί πάνε, παρέα είναι, λεφτά βγάζουσι, καλή ζωή κάμουσι. Ίντα πάθατε; Άντε βρε, αντί να χαρείτε που ο γαμπρός σας θέλει να φερθεί σαν άντρας, σαν υπεύθυνος άντρας απέναντι στην οικογένειά του, εσείς τα έχετε βάψει… μαύρα να πω; Ακόμα δεν πήγε το παιί στους βούτθους, και τον βγάλατε «χτυπημένο»! Άντε Καλοτίνα κόρη μου, τοίμασε τα χταπότζα, κάνε το ένα με μακαρονάκι και το άλλο ψήσε το μαθές … άντε κι εγώ θα φέρω κι άλλα αύριο. Έχω κι άλλο ένα να το πάω στον καφενέ, στον Μέμο. Αλήθεια, ίντα κάμει αυτό το παιί; Έχουμι καιρό να τον δούμε. Έβαλε επαγγελματικό μυαλό;»
Ήπιε μια γουλιά από τον καφέ του και άναψε τσιγάρο. Προσπάθησε να πει και άλλα, να στρέψει την προσοχή αλλού, όμως παρατήρησε ότι σε μια άκρη στον τοίχο, κοντά στο ταβάνι, άναβε το μικρό καντηλάκι μπροστά από την εικόνα της Παναγίας και του Αι Νικόλα. Σε μια ασημένια κορνίζα είχε τοποθετηθεί και η φωτογραφία του Κλεάνθη, με το τσιγάρο στο στόμα και ένα πλατύ χαμόγελο. Πιο πολύ θύμιζε …ανάμνηση νεκρού παρά εικόνα ικεσίας.
Ο κυρ Δημητρός σηκώθηκε όρθιος και πήγε προς την πόρτα της βεράντας. Κοίταξε την θάλασσα από κάτω και έκανε τον Σταυρό του. Ο Κουκουβάς τον ακολούθησε και ακούμπησε τους αγκώνες στο κάγκελο. Έβγαλε ένα μαντίλι από την τσέπη και σκούπισε το σβέρκο του.
«Λοιπόν; Έτσι θα κλαίτε τώρα; Μπορεί ν’ αλλάξει τίποτε; Το παιδί θέλει να πάει στο σφουγγάρι, ούτε το πρώτο είναι, ούτε το τελευταίο. Να κάνεις κάτι δεν μπορείς, οπότε η μιζέρια δεν ωφελεί»
«Έχεις δίκιο Νικόλα. Δεν ωφελεί η στενοχώρια, αλλά βγαίνει από μέσα μας. Πώς να γίνει; Αλλά, είπαμε, έχεις δίκιο. Ας πάει και … ο Θεός είναι μεγάλος!»
«Έτσι σε θέλω Δημητρέ, έτσι να σε χαρώ. Και όπως είπες, ο Θεός είναι μεγάλος. Εμείς είμαστε μικροί μπροστά στο μεγαλείο και την φροντίδα του»
Οι δυό άντρες μείνανε στη βεράντα και συνέχισαν την κουβέντα τους. Τώρα μίλαγαν για διάφορα άλλα πράγματα και μάλιστα φάνηκε να έχει γυρίσει το κέφι στο πρόσωπο του κυρ Δημητρού.
Η Κυράννα, επιτέλους σηκώθηκε από την καρέκλα της και πήγε προς τον νεροχύτη όπου τα πιάτα και τα ποτήρια είχαν μαζευτεί σε στοίβα, μετά την ολιγωρία της Καλοτίνας. Το πρόσωπό της ήταν σαν πέτρινο:
«Θα κάμεις το χταπότζι;», ρώτησε την κόρη της. «Να κάνουμε και λίγα φύλλα και το ψάρι που έφερε ο πατέρας σου, μη χαλάσει», συνέχισε. Η φωνή της ήταν δυνατή, αλλά τελείως άχρωμη. Ακόμα στο μυαλό της στροβιλιζόταν η ρήση της κόρης της: «…εγώ σφουγγαρά θέλω για άντρα σου κόρη μου!...». Για κάποιο λόγο, θεωρούσε τον εαυτό της υπεύθυνο για την τροπή που πήραν τα πράγματα. Εκεί που όλα πήγαιναν καλά και στρωτά, είχαν ήδη ένα «μηχανικό» (ας είναι καλά το αγύριστο, εγωιστικό του κεφάλι!) και τώρα θα τους προέκυπτε και δεύτερος!
Σκούπισε τα χέρια και ξεκρέμασε τα φύλλα να τα βράσει. Ο Κουκουβάς είχε δίκιο. Έπρεπε να συνεχίσουν παραπέρα, να μην αλλάξει τίποτα από την ζωή τους και ειδικά από την ζωή της Νικολέτας και των παιδιών. «Να πάει καλά η πρώτη φορά και όλα θα γίνουσι συνήθεια…», σκέφτηκε. Έβαλε νερό στην κατσαρόλα και συνέχισε την καθημερινότητά της.
Η Καλοτίνα δεν μπορούσε άλλο να κάθεται στο σπίτι. Ευκαιρία έψαχνε, αρκετή ώρα τώρα, να φύγει. Κάπου να πάει, έστω και μέχρι την Ποθητή ή καμιά βόλτα μέχρι την πλατεία. Φόρεσε τα παπούτσια και κάτω από το συμπονετικό βλέμμα της Κυράννας, που δεν την ρώτησε τίποτα, βγήκε στον δρόμο. Ο ήλιος αμέσως την χτύπησε ανελέητα και η απότομη ζέστη του, έκανε τις τρίχες στα μπράτσα να σηκωθούν το ίδιο με το να κρύωνε. Περπάτησε χωρίς να σκεφτεί που πηγαίνει. Πόναγε την αδερφή της, αλλά από το μυαλό της, δεν ήξερε γιατί, πέρασαν μαύρες σκέψεις για τον Κλεάνθη «της». Κάτι την ανησυχούσε για τον μεγάλο της αδερφό.
 Σήκωσε το κεφάλι και συνειδητοποίησε ότι είχε μπροστά της το καφενείο, με τον Μέμο, με τα μανίκια σηκωμένα να τρέχει από τον ένα πελάτη στον άλλο. Σκέφτηκε να βοηθήσει, θα ήταν μια καλή λύση, ν’ αδειάσει το κεφάλι από τις μαύρες, στενάχωρες σκέψεις της.
«Γεια σου Μέμο. Θες βοήθεια;», ρώτησε τον μικρό της αδερφό που δεν την είχε δει ακόμα όπως ήταν γυρισμένος από την άλλη.
«Μπα, καταδέχτηκε η αερφή μου να βοθήσει; Φούρνος γκρεμίστηκε μαθές;»
«Άσε μωρέ την γκρίνια και πε μου τι θέλεις να κάμω. Η γκρίνια σου μπορεί να περιμένει, οι πελάτες όμως βιάζονται. Άντε πε μου…»
Πήγε στην κουζίνα και άρχισε μια να πλένει ποτήρια, μια να τηγανίζει καλαμαράκια και πατάτες, μια να γεμίζει το μπουκάλι του τσίπουρου από την αχυροδεμένη νταμιτζάνα. Άνοιξε το παράθυρο στο πίσω μέρος να φύγουν οι μυρωδιές που σε συνδυασμό με τη ζέστη μπορούσαν να κάνουν άνθρωπο να λιποθυμήσει. Σκούπισε το μέτωπό της με μια πετσέτα και το μάτι της πήρε τον Σκεύο τον «Μισό». Ένα κοντό ανθρωπάκι, εξ ου και το παρατσούκλι του, που με την επιμονή του, είχε κερδίσει μια μεγάλη δίκη στα δικαστήρια της Αθήνας για το δικαίωμα των σφουγγαράδων να φτιάξουν σωματεία και έτσι να διεκδικούν τα συμφέροντά τους με πιο οργανωμένο και σαφώς καλύτερο τρόπο. Γι αυτό είχε γίνει ένα σεβαστό πρόσωπο στην Καλύμνικη κοινωνία. Μάλιστα κάποιοι τον αποκαλούσαν και τον «Αντύπα» του νησιού.
Το πραγματικό του όνομα ήταν Σκεύος Αλεξίου και βέβαια μπροστά του, κανείς δεν τολμούσε να τον αποκαλέσει με το κοροϊδευτικό του. Κάθισε σε μια γωνιά της αυλής και παράγγειλε ένα τσίπουρο με τον ανάλογο μεζέ. Το άκουσε από μακριά η Καλοτίνα και έτσι πριν ο Μέμος της πει τίποτα, άρχισε να περιποιείται την παραγγελιά. Ήθελε να του μιλήσει, πίστευε ότι θα ήταν ο ιδανικός άνθρωπος να της απαλύνει τον πόνο ή να της δώσει κάποιες ελπίδες. Ίσιωσε τα μαλλιά της και έστρωσε το μπροστομούνι της με περισσή φροντίδα. Πήρε τον δίσκο στο χέρι και προς έκπληξη του αδερφού της, πήγε στο τραπέζι του «Μισού», που εν τω μεταξύ είχε ανοίξει την εφημερίδα του. Και η εφημερίδα έδειχνε τόσο μεγάλη στα χέρια του ή αυτός έδειχνε τόσο … νάνος, σχεδόν!
«Καλημέρα κυρ Σκεύο, ίντα κάμεις;», τον ρώτησε.
Ο άντρας δίπλωσε την εφημερίδα για να μπορέσει να δει το πρόσωπό της. Μισόκλεισε  τα μάτια αφού η αντηλιά τον τύφλωνε και χαμογέλασε στο όμορφο πρόσωπο της Καλοτίνας.
«Καλώς την όμορφη αδερφή του κάπελα…», είπε διπλώνοντας τελείως το χαρτί της εφημερίδας. Με το χέρι του έδειξε την καρέκλα δίπλα του, λες και κατάλαβε ότι η κοπέλα ήθελε να του μιλήσει. Μπορεί να διέκρινε την πρόθεσή της στο βλέμμα της. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε συνηθίσει να την βλέπει σαν … σερβιτόρα στο καφενείο, όπως έκανε τώρα. Τράβηξε κι εκείνος την καρέκλα του λίγο πιο πέρα να της κάνει χώρο και η Καλοτίνα, με δυσκολία, κράτησε τα γέλια της, σαν ανακάλυψε ότι τα πόδια του «Μισού», δεν έφταναν καλά – καλά στο έδαφος.
Κάθισε και χαμογέλασε.
«Λοιπόν κόρη … ίντα κάμεις; Καιρό έχουμε να σε δούμε», της είπε ξεκινώντας την συζήτηση, βλέποντας την αμηχανία στο πρόσωπό της. Έμπειρος στις σχέσεις των ανθρώπων προσπάθησε να την «ξεπαγώσει».
Η Καλοτίνα, χαμογέλασε και πάλι, πιο εγκάρδια αυτή τη φορά, αποκαλύπτοντας τα κάτασπρα, ολόισα δόντια της. Ήταν σαγηνευτικό αυτό το χαμόγελο και σε συνδυασμό με το λυγερό κορμί και τα ολόμαυρα αμυγδαλωτά μάτια, είχε κάνει την κοπέλα το αντικείμενο του πόθου, πολλών νέων του νησιού. Εκείνης όμως … ο ένας την μύριζε, ο άλλος της βρώμαγε. Κανένας δεν ήταν τόσο άντρας όσο ο … αδερφός της  μεγάλος.
«Καλά είμαι κυρ Σκεύο, καλά είμαι… όσο μπορώ δηλαδή…»
«Ίντα είναι κόρη μου; Τέτοια όμορφη κοπέλα, τι πρόβλημα μπορεί να έχεις μαθές; Πρέπει όλα να σου πηγαίνουσι καλά…»
«Έπρεπε… να είναι αλήθεια. Μέχρι τώρα δεν είχα κανένα παράπονο, όλα καλά. Και … ξαφνικά βρέθηκα …», κοίταξε προς τη μεριά της θάλασσας με το βλέμμα αφηρημένο, «… με δυό μηχανικούς στην οικογένεια…»
«Τον Κλεάνθη εννοείς τον ένα. Ο άλλος;»
Κουβέντα στη κουβέντα η Καλοτίνα ανοίχτηκε στον κυρ Σκεύο. Του είπε τον πόνο της, αφέθηκε στην επιδέξια αλιεία του. Κάποια στιγμή ανακάλυψε ότι την είχαν πάρει τα δάκρυα. Ο άντρας απέναντί της έδειχνε σοβαρός, αξιοπρεπής στις ερωτήσεις του και διεισδυτικός στις παρατηρήσεις του. Δεν προσπάθησε να την παρηγορήσει (πόσο θα την απογοήτευε αυτό), μα να δώσει σε κάθε περίπτωση την σωστή οπτική.
«Και τι θα γίνει, αν κάποιος από τους δυό πάθει κακό εκεί στο βάθος της θάλασσας; Ήδη ο Κλεάνθης μου, ξέρει από χτύπος, ξέρει από την κακομοιριά της βουτιάς. Κι αν πάθει κάτι; Τι θα γενεί η οικογένεια; Τι θα απογίνω εγώ;», σταμάτησε απότομα την ερώτηση, λες και κατάλαβε το άσκοπο της.
Σκούπισε τα μάτια και προσπάθησε να ξαναβρεί την χαμένη ψυχραιμία της. Ο κυρ Σκεύος την άκουγε αμίλητος. Δεν προσπάθησε να την διακόψει, δε προσπάθησε να της ωραιοποιήσει την κατάσταση, δεν θέλησε να την αποπλανήσει με τους ηρωισμούς των «μηχανικών» και την ομορφιά της θάλασσας. Απλά την άκουσε και κάπου – κάπου, κουνούσε το κεφάλι, λες και συμφωνούσε με τον πόνο της.
Αυτό την ανακούφισε. Αυτό της καθάρισε το μυαλό και τη ψυχή.
«Λεν πως οι σφουγγαράδες βρίσκονται στον παράδεισο σαν βουτάνε στα νερά της Μπαρμπαριάς. Λεν πως η ζωή τους όλη είναι το σφουγγάρι…»
«Μπορεί… αφού έτσι λένε!»
«… λεν πως ο πνιγμένος, με χαμόγελο φεύγει…»
«Μπορεί…»
«… λεν πως ξαναγεννιέται… κάπου αλλού , σε κάποιο άλλο κόσμο… και είναι πάντα ευτυχισμένος…»
«Μπορεί… το πιστεύεις;»
«Δεν ξέρω… αλλά γιατί να μην το πιστέψω; Ποιος αφήνει οικογένεια και παιδιά και γονείς και αδέρφια… αν δεν ήταν ερωτευμένος με τη θάλασσα; Δεν είναι μόνο τα λεφτά… δεν πρέπει να είναι μόνο τα λεφτά… είναι αυτό το κάτι άλλο που ξεχωρίζει τους άντρες … έτσι δεν είναι;»
Πρώτη φορά που ο «Μισός», ήταν τόσο απόλυτος στα λόγια του και τη στάση του.
«Ναι, έτσι είναι! Σου το λέω υπεύθυνα αυτό! Δεν είναι τα λεφτά μόνο. Είναι όπως είπες η αγάπη, ο έρωτας, η αντρειοσύνη, ο εγωισμός, η περηφάνια. Όλα αυτά τέλος πάντων που ξεχωρίζουν το αρσενικό. Σκέψου τον Κλεάνθη, σακάτης και συγχώραμε που το λέω έτσι ωμά, ξεκίνησε για βουτιές… Γιατί; Τα λεφτά του έλειπαν; Όχι βέβαια! Ήθελε τη ζωή του πίσω, αυτή τη ζωή που του στέρησε η θάλασσα…»
«Ναι, τη ζωή του πίσω ήθελε…»
Σηκώθηκε απότομα και άφησε μόνο τον κυρ Σκεύο, ξεχνώντας να τον χαιρετίσει κιόλας. Πήγε στη κουζίνα της, κάτω από το ικετευτικό βλέμμα του Μέμου, που δεν τα κατάφερνε πια με τους πελάτες μόνος του. Έπιασε το μπρίκι, έφτιαξε κάποιους καφέδες, με τον μοναδικό της τρόπο στο καϊμάκι, τηγάνισε κάποιες μαριδούλες και γέμισε εκ νέου το τσίπουρο. Αν κάποιος την ρώταγε τι έκανε, μπορεί και να μην ήξερε, αφού τα χέρια της δούλευαν μηχανικά … το μυαλό της ταξίδευαν μαζί με τον Κλεάνθη, στις θάλασσες και τους βυθούς. Αν δεν ήταν αδερφή του κάποιος θα μπορούσε να πει…

«Κότσινη κλαστή βαμμένη στην ανέμη ν’ τυλιγμένη
δος της κλώτσο, μπάτσο ν’ αρσινήσει
τη γ’ καλή μ’ μας συντροφσά α τη γκαλησπερίσει»
Είχε το ένα παιδί στο αριστερό της χέρι και το άλλο μισοκαθισμένο σε ένα πρόχειρο καρεκλάκι φτιαγμένο από τον Σέμο, με κουβερτούλα από κάτω, για να μπορεί να τα ταΐζει. Κάθε που προσπαθούσε να τα ταΐσει, όλο και κάποιο παραμύθι τους έλεγε, λες και μπορούσαν να καταλάβουν. Όμως ηρεμούσαν και έτρωγαν όλο τους το φαί. Έτσι και σήμερα! Η Νικολέτα ήξερε να τα κουμαντάρει και τα δυό, χωρίς να κουράζεται ιδιαίτερα και ας, τις τελευταίες μέρες, δεν είχε βοήθεια. Ο Σέμος έλειπε στη δουλειά κι εκείνη προσπαθούσε να «χωνέψει» το τελεσίγραφό του, ότι θα έφευγε στο σφουγγάρι. Όσο κι αν προσπάθησε να τον μεταπείσει, στάθηκε αδύνατο να του γυρίσει το κεφάλι. Με τις μέρες, υποτάχτηκε κι εκείνη στη θέλησή του, στην επιθυμία του. Και τα πεθερικά της προσπάθησαν και οι φίλοι, αλλά όσο του μίλαγαν, λες κι αυτός πείσμωνε ακόμη περισσότερο. Το μόνο που της είχε πια απομείνει να της περνάει ο πόνος, ήταν αυτά τα δυό μικρά που σχεδόν όλη μέρα κοιμούνταν ή έκλαιγαν. Έκανε το σταυρό της:
«Ταλοιπονί, μια φορά κι ένα τζαιρό, ήτο ένας έρος και μια γιρζά. Ηζούσασι καταμόνασοι τους φτωσικά μμε γπμένα και μήτε παιτζά, μήτε συλλιά που λέει ο λαός…»
Το χτύπημα στην πόρτα την έκοψε από το παραμύθι που είχε αρχίσει να λέει. Ακούμπησε και το άλλο παιδί στο δικό του καθισματάκι και σηκώθηκε ν’ ανοίξει την πόρτα. Έπιασε τη μέση της, τώρα τελευταία την πονούσε και τράβηξε τον σύρτη. Στο άνοιγμα έκανε την εμφάνισή της η Υπαπαντή. Είχε τα μαλλιά τραβηγμένα πίσω και καλοχτενισμένα, τα χείλη της κατακόκκινα και τα μάτια της, λες και είχαν μεγαλώσει, αστραποβολούσαν. Παραξενεύτηκε, δεν είχε συνηθίσει στις επισκέψεις της και έκανε πίσω να της αφήσει χώρο να μπει. Η νεαρή μαθήτρια καλημέρισε όλο χαρά.
«Έλα πέρασε Παπαντή μου, έλα να πιούμε καφεδάκι. Κι εγώ μόνη μου είμαι, παρέα θέλω… να μόλις τελειώσω με το τάϊσμα των παιδιών, θα μου έκανε χαρά μεγάλη να τα πούμε. Ε συμβαίνει τίποτις έτσι;»
«Όχι βρε Νικολέτα ε συμβαίνει τίποτις…», της απάντησε, «… να σε δω ήθελα λίγο. Να δω εσένα και τα μικρά σου, τα διαβολάκια σου μαθές. Να βοηθήσω σε κάτι;»
«Όχι, τι να βοηθήσεις; Α, αν θέλεις… κάμε τους καφέδες εσύ. Μη τους πιούμε μεσημεριάτικα…», της είπε και βρήκε το κουράγιο να της χαμογελάσει.
Η κοπέλα πήγε στην κουζίνα και έβαλε φωτιά στη γκαζιέρα, ετοίμασε το μπρίκι και περίμενε να φουσκώσει ο καφές, όπως κάποτε της είχε δείξει στο καφενείο ο Κλεάνθης.
«Ο Σέμος καλά;», φώναξε για να ακουστεί. Ρητορική η ερώτηση αφού αν κάτι κακό είχε συμβεί όλο το νησί θα το ήξερε.
«Ναι, καλά είναι, όσο καλά δηλαδή μπορεί να είναι… έμαθες βέβαια τα καθέκαστα. Θέλει να πάει στο σφουγγάρι, να γίνει κι αυτός «μηχανικός», να βγάλει λεφτά …»
«Ναι, το άκουσα. Αλλά τι να πεις; Έτσι είναι οι άντρες. Άμα τους μπει κάτι στο μυαλό… άντε να τους το βγάλεις. Παιδιά είναι, λίγο ψηλά στο μπόι, αλλά παιδιά. Αυτό θέλω, αυτό θα κάνω! Μήπως ακούνε τη λογική; Να και ο δικός μου…», έκοψε απότομα την φράση της, παρακαλώντας αυτό το τελευταίο να μην είχε ακουστεί.
Η Νικολέτα βέβαια το είχε ακούσει, χαμογέλασε, αλλά δεν είπε τίποτα. Προσπάθησε να δώσει μια ακόμα μπουκιά στα παιδιά. Ήξερε ότι η Υπαπαντή δεν είχε έρθει απλά γιατί την είχε επιθυμήσει. Με υπομονή θα της έλεγε μόνη της ότι ήθελε να της πει.
Η κοπέλα εμφανίστηκε στο δωμάτιο με ένα δίσκο που πάνω τους άχνιζε ο καφές από δυό φλιτζάνια, ευωδιάζοντας ολόκληρο τον χώρο.
«Μμμμ, ωραία μυρίζει! Ότι πρέπει είναι ένα καφεδάκι τώρα ε;», της είπε η Νικολέτα.
Η Υπαπαντή άφησε το δίσκο στο τραπέζι και έσκυψε πάνω από τα δυό μωρά, που, ευτυχισμένα τώρα, με τις κοιλίτσες τους πρησμένες είχαν πέσει σε λήθαργο.
«Λοιπόν; Τι νέα; Οι γονείς σου καλά;», άρχισε τις τυπικές ερωτήσεις η Νικολέτα.
«Ναι, καλά είναι, αν και ξέρεις τους μεγάλους ανθρώπους, όλο και κάπου θα πονάνε, όλο και κάτι θα βρίσκουν για να γκρινιάξουν. Και η αλήθεια είναι ότι αυτή η μάνα μου ώρες – ώρες … δεν αντέχεται! Οι δικοί σου;»
«Καλά, καλά, δόξα τω Θεώ. Και η Καλοτίνα και ο Μέμος… για τον Κλεάνθη, δεν ξέρω, δεν έχουμε γράμμα, αλλά νομίζω ότι καλά θα είναι. Αν και κάτι μου λέει, ότι εσύ ξέρεις καλύτερα…»
Η Υπαπαντή γέλασε και το δωμάτιο φωτίστηκε από την χαρά του προσώπου της. Κούνησε το κεφάλι καταφατικά και ξαναγέλασε με ένα αυθόρμητο γέλιο που θύμιζε γάργαρο νερό.
«Εχθές…», είπε, «… ήρθε το λιμπέρτο του καπετάν Άτσα και έφερε νέα. Ξαφνικά φάνηκε στο σπίτι το «Εγγλεζάκι» του κυρ Μπουνά που είναι μουτσάκι στο λιμπέρτο και μου χτύπαγε την πόρτα. Έπιασε πόστα να λείπουν οι γονείς μου και περίμενε πάνω από μια ώρα, ο Θεός να το ‘χει καλά το παιί, να μου δώκει αυτή την επιστολή, το γράμμα του Κλεάνθη…», άνοιξε το μικρό της τσαντάκι και έβγαλε ένα φάκελο από μέσα με το χαρακτηριστικό άσπρο – μπλε χρώμα γύρω – γύρω. «Είναι τα γράμματά του … να δες. Είναι από τον Κλεάνθη…»
«Μάλιστα. Να το λοιπό που γράφει σε σένα και όχι στους δικούς του…», είπε επίτηδες η Νικολέτα, «… ούτε στα αέρφια του, ούτε στους γονείς του»
Η Υπαπαντή έδειξε να σκοτεινιάζει λίγο, αλλά η χαρά της ήταν τέτοια που δεν μπορούσε αυτή η σκοτεινιά να κρατήσει για πολύ. Κούνησε το κεφάλι καταφατικά και με χαρά:
«Δεν είναι σημαντικό που μου έστειλε γράμμα; Με σκέφτεται Νικολέτα μου, όπως τον σκέφτομαι κι εγώ κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό…. Μου λείπει ο αδερφός σου. Και ξέρω ότι εσύ μπορείς να με καταλάβεις…»
Η Νικολέτα λόγω της «επαναστατικής» της συμπεριφοράς στο θέμα με τον Σέμο, είχε γίνει η παρηγοριά της. Ήταν και αδερφή του «καλού» της και όποτε της μιλούσε για τον Κλεάνθη, κατά κάποιο τρόπο, ήταν σαν να μιλούσε και σ’ αυτόν. Φίλησε με χαρά το γράμμα, λες και μόλις το είχε λάβει.
«Φεύγει σε δυό μέρες το λιμπέρτο και πρέπει να του απαντήσω. Δεν ξέρω τι να γράψω, δεν ξέρω ίνατα να του πω. Θέλω να του πω ότι μου λείπει, αλλά φοβάμαι μη τον στεναχωρήσω. Θέλω να του πω να γυρίσει γρήγορα, να τον δω, να του μιλήσω από κοντά, αλλά φοβάμαι μη κάνω την χαζομάρα και τον πάρει από κάτω. Βέβαια θέλω κι άλλα να του πω…»
«Ότι τον αγαπάς;»
Η Υπαπαντή, σταμάτησε απότομα. Τα μάτια της ήταν ακόμα φωτισμένα, αλλά η ερώτηση της Νικολέτας την έκαναν να σκεφτεί ακριβώς αυτό. Τουλάχιστον αυτό νόμισε η αδερφή του «καλού» της.
«Όχι αυτό… αυτό πρέπει να το ξέρει. Άλλο είναι που με απασχολεί, άλλο είναι που πρέπει να του πω, ή πιο σωστά σε άλλο είναι που πρέπει να του απαντήσω…».
Έδωσε το γράμμα στην έκπληκτη πλέον Νικολέτα. Της έδειξε με το δάχτυλο που να διαβάσει.
«… γι αυτό αγαπημένη μου, μόλις γυρίσω Οχτώβρη μήνα βάλε, έλεγα να ‘ρθω από τους δικούς σου. Να σε ζητήσω, να σε κάμω γυναίκα μου, αν είναι αυτή και η δική σου επιθυμία…»
Η Νικολέτα δεν μπόρεσε, δεν ήθελε να διαβάσει παρακάτω. Το σοκ ήταν αρκετά έντονο για να αντιμετωπίσει τώρα την παρουσία της άλλης. Τι να πει; Τι να υποθέσει ότι έπρεπε να κάνει η κοπέλα απέναντί της; Κούνησε το κεφάλι και ένοιωσε χαρά αλλά και ένα σφίξιμο ταυτόχρονα στο στήθος. Ο αδερφός της την αιφνιδίαζε. Για άλλη μια φορά, ακολουθούσε την καρδιά του και μόνο την καρδιά του. Έδωσε το γράμμα πίσω και κοίταξε την κοπέλα στα μάτια.
«Τι θα πουν οι άλλοι;», σκέφτηκε με τρόμο, «Τι θα πουν οι γονείς της κοπέλας; Τι θα πει η αδερφή της;». Σηκώθηκε και με την πρόφαση ότι θα έβαζε τα μωρά στην κούνια τους, προσπάθησε να κερδίσει χρόνο, να σκεφτεί, να αποφασίσει. Έτσι κι αλλιώς ο αδερφός της δεν ήταν κανένα μικρό παιδί, όπως ο Σέμος όταν την ζήτησε. Δεν ήταν άπειρος ή χωρίς δουλειά, δεν ήταν δέσμιος κανενός, ούτε της οικογένειάς τους. Ωραίος άντρας, θα μπορούσε να εξασφαλίσει μια καλή ζωή σε κάποια γυναίκα, γιατί λοιπόν αυτή να μην ήταν η Υπαπαντή; Ποια θα μπορούσε να ήταν καλύτερη; Λίγο μικρή βέβαια, αλλά γερό κορίτσι και έδειχνε να τον αγαπάει.
«Ναι…», είπε απότομα και δυνατά. «Ναι, να του πεις και μάλιστα όσο πιο γλυκά και καθάρια μπορείς. Αν τον θέλεις, πες του ναι. Το θέμα είναι … τον θέλεις;»
Η Υπαπαντή είχε ξεσπάσει σε κλάματα. Δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια της, μούσκευαν τα μάγουλα, τον λαιμό και το στήθος της. Αγκάλιασε την Νικολέτα:
«Ναι, τον θέλω με όλη τη δύναμη της ψυχής μου. Έχω τρελαθεί γι αυτόν. Όλο μου το «είναι», τον θέλει. Να είναι για πάντα δίπλα μου, για πάντα δικός μου…. ο άντρας μου, ο κύρης μου, ο… λεβέντης μου!»
Η Νικολέτα την έσφιξε στην αγκαλιά της και έκλαψε μαζί της. Την φίλησε στο κεφάλι και την χάιδεψε. Το νερό κι εδώ, είχε μπει στο αυλάκι, όπως έλεγε και ο κυρ Δημητρός!

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22

Ο ήχος της μηχανής, πριν ακόμα βγει ο ήλιος, μπορούσε να ζαλίσει ή να υπνωτίσει και τον πιο πολυταξιδεμένο θαλασσινό. Τακ – τακ… ρυθμικά, με το νερό να χτυπάει τα πλαϊνά του σκάφους και την ήρεμη αύρα να δροσίζει τα πρόσωπα των ναυτών που τώρα πια κάθονταν στο ξύλινο πάτωμα και την κουπαστή. Ο Κλεάνθης κοίταζε το νησί του από την πρώρα σαν έφταναν ανοικτά της Ψερίμου με κατεύθυνση νότια. Σε λίγο θα πέρναγαν ανοικτά από την Κω, και θα έβλεπαν από μακριά την Ρόδο. Ο καπετάν Λευτέρης τον πλησίασε και κάθισε κοντά του, στην θέση του «γυαλά», με τα ξυπόλυτα πόδια του να εξέχουν προς την θάλασσα.
«Λοιπόν…», του είπε χωρίς να τον κοιτάζει, «… πόσο καιρό έχεις να βουτήξεις Κλεάνθη;» και σκούπισε με ένα μαντίλι το σβέρκο του από τον ιδρώτα και το νερό της θάλασσας.
«Για βάθια…», έδειξε το πόδι του ασυναίσθητα, «… καιρό καπετάνιε… χρόνια!». Χτύπησε το πόδι αναθεματίζοντάς το από μέσα του και κοίταξε το γκρίζο νερό μπροστά τους. Στο βάθος φαίνονταν κάποια μικρά φωτάκια, ένα πράσινο δεξιά και ένα κόκκινο αριστερά σημάδι πως το σκάφος που δεν μπορούσαν να δουν πήγαινε αντίθετα από κείνους. «Μάλλον στη Κάλυμνο θα πηγαίνει…» σκέφτηκε με μελαγχολία (κιόλας;).
«Και τώρα ξαναγίνεσαι «μηχανικός» το λοιπό. Και μάλιστα σε βαθυτικό… μεγάλη απόφαση γιέ μου. Φαίνεται να το λέει η περδικούλα σου…».
Γέλασαν και οι δυό με την διαπίστωση αυτή του καπετάν Λευτέρη. Κάπως έτσι μπορούσε να φύγει η Υπαπαντή από το μυαλό του. Και οι δικοί του… και το νησί του. Κάποια στιγμή, ένα βαρέλι νερού, λύθηκε από την θέση του και άρχισε να χτυπά στα πλαϊνά ξύλα, οπότε σηκώθηκαν όλοι να το δέσουν. Μεγάλο ήταν, τα σχοινιά βρεγμένα, η δουλειά δύσκολη, τους έφαγε πολύ ώρα. Σαν τέλειωσαν, λίγο η δουλειά, λίγο η κουβέντα και τα αστεία, είδαν  ότι ο ήλιος είχε ανέβει για τα καλά στον ουρανό και το νησί της Ρόδου, ξεπρόβαλε πανέμορφο σαν οπτασία σχετικά κοντά τους.
«Κοίτα βρε παιδί μου … πως περνάει η ρημάδα η ώρα… Άντε τώρα για Κρήτη…», φώναξε ο καπετάνιος και έδειξε με το χέρι μπροστά του σαν στρατηλάτης.
 Κάποιοι γλάροι πέταγαν δίπλα από το σκάφος και με τα μάτια προσπαθούσαν να διακρίνουν τι μπορούσαν να κλέψουν από το φαγητό του πληρώματος. «Είναι παράξενα πουλιά οι γλάροι…», σκέφτηκε ο Κλεάνθης, «… πραγματικά παράξενα… όμορφα όμως! Πως μπορούν και πετάνε έτσι παράλληλα επί τόσες ώρες! Και πως διακρίνουν και το παραμικρό φαγώσιμο… και τόσο άσπρα… που σε ξεγελούν … σαν μικρά συννεφάκια»
Πήγε στο πίσω μέρος του τρεχαντηριού, εκεί που ήταν η μηχανή του αέρα. Μάλλον πιο σωστά, τα απομεινάρια της μηχανής, αφού το σκάφος από σφουγγαράδικο είχε μετατραπεί πια σε τροφοδοτικό, σε «ντεπόζιτο».
Με το πόδι, έτριψε τα σημάδια από τις τρύπες, από τις βίδες της βάσης της μηχανής. Το μυαλό του ταξίδευε ήδη στον βυθό, στα σφουγγάρια και στα περίεργα χρώματα των κοραλλιών. Είχε λίγο άγχος και περισσότερη αγωνία. Μα έτσι ήταν αυτή η δουλειά. «Και έτσι θα μείνει για πάντα…», μουρμούρισε μόνος του. Πιάστηκε από μια τεντωμένη αντένα και στερέωσε τα πόδια του όσο πιο καλά μπορούσε. Άναψε τσιγάρο και άφησε τον καπνό να γεμίσει τα πνευμόνια του. Έβηξε και έφτυσε μέσα στη θάλασσα. Του άρεσε το τσιγάρο, ήταν και λες ο καπνός να του ξύπναγε την ψυχή του, τις αισθήσεις του, ήταν η παρηγοριά του αλλά και η επιθυμία του.
Έβηξε ξανά και μάλιστα τόσο έντονα που δάκρυσε. Η θάλασσα είχε αρχίσει τώρα να ξυπνάει από τον καλοκαιρινό της λήθαργο και κάπου – κάπου ένα μικρό στην αρχή, μεγαλύτερο με το πέρασμα της ώρας, κυματάκι τον «φίλευε» με θαλασσινό νερό και δροσιά. Χαμογέλασε και απλά πιάστηκε λίγο πιο γερά από την αντένα του μεσιανού καταρτιού. Δεν ήθελε να δείξει αδυναμία, δεν ήθελε να κιοτέψει τώρα, την τελευταία στιγμή πριν από την επιθυμία του.
Η Υπαπαντή, χωρίς να ξέρει κι εκείνος πως, (παιγνίδια που σου παίζει το μυαλό!), μπήκε με εκείνο το κίτρινο φόρεμά της στο νου του. Την ένοιωσε να τον χαϊδεύει, να τον αγγίζει απαλά με τα δυό της χέρια στα μάγουλα και… να του δίνει ένα ζεστό φιλί. Ανατρίχιασε αν κι έκανε τόση ζέστη! Έκλεισε τα μάτια να παραδοθεί σε εκείνο το φιλί, αλλά τα ξανάνοιξε γρήγορα, προσέχοντας γύρω του, μην τον είδε κανείς.
Χαμογέλασε αναλογιζόμενος την γελοία του εικόνα. Η κοπέλα όμως δεν είχε φύγει από κει. Από κει, που τόσο ύπουλα και «άνανδρα», είχε τρυπώσει. Είχε χωρέσει όλη αυτή η … οπτασία μέσα στους έλικες του μυαλού και στριφογύριζε εκεί σαν ένα φίδι που τον δάγκωνε ρίχνοντας δηλητήριο. Τίναξε το κεφάλι, λες και έτσι θα έδιωχνε την γλύκα από αυτό το φιλί που γευόταν, ή τουλάχιστον αυτή τη σκέψη. Έπρεπε πια να είναι αφοσιωμένος στη δουλειά του, μια δουλειά που ήξερε πολύ καλά, πως δεν συγχωρούσε λάθη.
Σε μια άκρη του καταστρώματος, κάτω από ένα μεγάλο κομμάτι πράσινου μουσαμά, που είχε ανασηκωθεί από τον αέρα, είδε να γυαλίζει ένα κομμάτι μέταλλου. Πήγε κοντά και με περιέργεια σήκωσε τον μουσαμά, για να ξεπροβάλουν τρεις – τέσσερις φορεσιές, στολές μηχανικών με τα σκάφανδρα δίπλα και τα μαρκούτσια τους διπλωμένα στην άκρη. Τα σιδερένια σκαντάλια, αυτά που τα αποκαλούσαν και κολιέδες, βρίσκονταν σχεδόν πεταμένα με τα σιδεροπάπουτσα, τις «πεταλούδες» της στεφάνης  και κάποιες μικρές απόχες.
Η αντανάκλαση του ήλιου είχε προέλθει από το φινιστρίνι, το μικρό άνοιγμα ενός σκάφανδρου, το μικρό παράθυρο προς την πραγματικότητα, του σφουγγαρά. Έπιασε την περικεφαλαία ολόκληρη στα χέρια και την σήκωσε. Ήταν αρκετά βαριά για να βάλει αρκετή δύναμη και άρχισε να την περιεργάζεται. Πόσες φορές δεν την είχε περιεργαστεί στο παρελθόν… και πόσες φορές δεν ένοιωθε το ίδιο αυτό ρίγος που και τώρα τον είχε καταλάβει! Με την άκρη της μπλούζας, καθάρισε το μικρό φινιστρίνι. Η ανάσα τόσων «μηχανικών», που την είχαν χρησιμοποιήσει στο παρελθόν, του ήρθαν στο νου. Αυτή η αγωνία του ήχου, αυτές οι κινήσεις, ο ίδιος ο βυθός… έγιναν εικόνες που ταξίδευαν μαζί του από τις παλιές μέρες και τα λόγια των συν-βουτηχτάδων του. Κοίταξε το πλάι της και έπιασε με τα δάχτυλα την βαλβίδα του αέρα, δίπλα από την εισαγωγή που το μακρύ μαρκούτσι τροφοδοτούσε με ζωή. Ψηλάφισε τα γρέζια που υπήρχαν ακόμα από κάποια συγκόλληση και χάιδεψε την «Βαρβάρα», με στοργή αλλά και λίγο τρόμο. Έτσι κι αλλιώς ο τρόμος πάντα τον συνόδευε αφού το χωλό του πόδι, δεν έπαυε να του τον υπενθυμίζει.
Άφησε κάτω τον καταδυτικό εξοπλισμό και πήγε στην άκρη της κουπαστής, άναψε τσιγάρο και βάλθηκε να σκέφτεται ότι πιο αισιόδοξο μπορούσε. Μεγάλα σφουγγάρια, συγχαρητήρια από τους άλλους «μηχανικούς» και τον καπετάνιο… την Υπαπαντή… «Άντε πάλι η Υπαπαντή…» σκέφτηκε και επιτέλους χαμογέλασε λίγο. Το βλέμμα του όμως ξαναγύρισε, άθελά του, προς το σκάφανδρο. Νόμισε ότι το είδε να του χαμογελάει… του φάνηκε να τον απειλεί με την ειρωνεία του άψυχου μέταλλου. Προς στιγμή πάγωσε και αναρωτήθηκε αν είχε γίνει … κιοτής και δειλός. Έσφιξε τα δόντια:
«Δεν θα σου περάσει…», μουρμούρισε.
Ο καιρός σήκωσε αέρα και οι ναύτες έτρεξαν να στερεώσουν πάλι, ότι μπορεί να είχε λυθεί ή ξελασκάρει τα σκοινιά του. Μετέφεραν στην πρύμνη κάτι μεγάλα κιβώτια με γαλέτα και κουτιά με φασόλια και μπιζέλια. Κάποιος άρχισε να τραγουδάει καθώς δούλευε:
«Αγάντα γιαλέσα
Γιαλέσα, γιαλέσα … αγάντα γιαλέσα
Γιαλέσα βρε λεβέντες
Σας κόψω εγώ βιολέτες
Βρε όπο ένα δύο…»
Για να του απαντήσουν πάλι τραγουδώντας οι υπόλοιποι:
«Αγάντα γιαλέσα…»
παίρνοντας κουράγιο και δύναμη από το σκοπό και την ευθυμία που το τραγούδι προκαλούσε. Μάλιστα στην παράφωνη χορωδία, συμμετείχε και ο καπετάν Λευτέρης, με πιο δυνατή φωνή απ’ όλους, χωρίς να βγάλει το τσιγάρο από το στόμα του.
Τα απόνερα του σκάφους σαν μεγάλα άσπρα φίδια που το κυνηγούσαν, μέτραγαν και τα μίλια που άφηναν πίσω τους, τα μίλια εκείνα που τους χώριζαν από το νησί τους, από τους δικούς τους ανθρώπους.
Τώρα κάτι σαν λαχτάρα είχε ανάψει μέσα στα στήθια του Κλεάνθη. Ανυπομονούσε να φτάσουν να αρχίσει τους «βούτθους», να κατέβει στα βάθια της θάλασσας, να σηκώσει τον θησαυρό της. Κάποιο δελφίνι του έκανε παρέα, επιδεικνύοντας τις ικανότητές του στο άλμα και την αφρώδη προσθαλάσσωση, μετά ένα δεύτερο και ακολούθησαν άλλα τρία με τέσσερα περίεργα θηλαστικά, που συναγωνίζονταν το ένα το άλλο, με μεγάλο πείσμα και σπουδή. Ο άντρας χαμογέλασε, τα δελφίνια ήταν καλό σημάδι για το ταξίδι και ασυναίσθητα έκανε τον σταυρό του.

«Βρε αγάπη μου, ίντα θες να κάμω; Πρέπει να ξεφορτώσουμε, να προλάβουμε προ έρθει το ξημέρωμα, ο «Κουρούνης» θα φύγει αξημέρωτα σχεδό… κατάλαβέ με. Κι εγώ θέλω να είμαι εδώ, να κοιμηθώ μαζί σου, να παίξω και με τα παιδιά… αλλά ο κυρ Γιώργος με χρειάζεται. Μου το ξεκαθάρισε κιόλα, να είμαι εκεί στις δέκα…»
Ο Σέμος είχε πάρει ένα σχεδόν ικετευτικό, απολογητικό ύφος, αν και η Νικολέτα δεν του είχε φέρει καμιά, σχεδόν, αντίρρηση όταν της είπε ότι το βράδυ θα έλειπε. Βέβαια σαν γυναίκα, και πολύ περισσότερο σαν Καλύμνια, του είχε γκρινιάξει λίγο στην αρχή, αλλά σκεπτόμενη ότι τα παιδιά θα κοιμούνταν όλο τη νύχτα, εκείνη είχε την απογευματινή βοήθεια από την Καλοτίνα, οπότε οι δουλειές είχαν τελειώσει, τον είχε αφήσει στην ησυχία του. Μια ησυχία που δεν την κατάλαβε ο άντρας της, αλλά και όταν την αντελήφθη, δεν μπορούσε να την δικαιολογήσει.
Της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο στόμα, ίσα – ίσα που ακούμπησε τα χείλη της, λες και φοβόταν ότι θα γέμιζε με κραγιόν που εκείνη ποτέ δεν φορούσε και άνοιξε την πόρτα προς τον δρόμο. Δεν τον ευχαριστούσε η ιδέα να δουλέψει τόσο αργά, (όχι ότι ήταν τεμπέλης), αλλά έπρεπε για διάφορους λόγους να σταθεί δίπλα στο αφεντικό του. Ήταν ο λόγος του, η κατανόηση για την δουλειά που έπρεπε να τελειώσει, … τα λίγα λεφτά που έπαιρνε και έπρεπε κάτι να κάνει, να αυξήσει τα έσοδά του. Έριξε μια τελευταία κλεφτή ματιά προς το δωμάτιο των παιδιών και το πρόσωπο της γυναίκας του, χαμογέλασε και προσπάθησε να κρύψει τον όποιο φόβο ένοιωσε προς στιγμή.
Η ζέστη καλά κρατούσε αν και κάποια ψήγματα δροσιάς πλανιούνταν στον αέρα από την θαλασσινή αύρα. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού του και άνοιξε το βήμα προς την αποβάθρα. Ήθελε να μιλήσει και με τον καπετάν Νικόλα τον Λησγάρη, να τον πάρει στα ξεφορτώματα των καϊκιών που έρχονταν κάθε πρωί από την Κω και την Λέρο. Με δυο παιδιά που δεν είχαν προγραμματίσει την τόσο γρήγορη άφιξή τους, έπρεπε να δουλέψει όσο το δυνατόν πιο πολύ. Ο μισθός ήταν μικρός και το αφεντικό του δεν έπαιρνε κουβέντα για αύξηση, οπότε έπρεπε να βρει και κάτι άλλο να κάνει. Και το μόνο που μπορούσε, όσο του επέτρεπαν οι ελεύθερες ώρες του, ήταν να κουβαλάει πράγματα ή να ξεφορτώνει καΐκια, σαν αχθοφόρος. Αν και η πρόταση που του είχε κάνει ο Γιάννης ο Σκαρένιος, ο «Σκάρτος», να γίνει δηλαδή πρόεδρος του Διεθνούς Δικαστηρίου, ήταν δελεαστική, την απέρριψε γελώντας λόγω… όπως είπε… βασικών ελλείψεων. «Ε…», σκέφτηκε, «… τι πρόεδρος του Δικαστηρίου, τι αχθοφόρος… λίγο απέχουν» και χαμογελώντας συνέχισε το δρόμο του.
Το φόρτωμα είχε αρχίσει και ο Χαλκίτης τον στραβοκοίταξε, αλλά δεν του είπε καμιά κουβέντα. Το βλέμμα του ήταν πιο σκληρό και από τις πιο δυνατές βρισιές. Ο Σέμος, δεν τόλμησε να σηκώσει άλλο τα μάτια του, έπιασε ένα κασόνι με στρογγυλά βαρίδια, απ’ αυτά που στερέωναν στα δίχτυα και αμίλητος ανέβηκε την αναβάθρα87 να φτάσει στο κατάστρωμα του καϊκιού. Εκεί απίθωσε το βάρος στην βάση της αγκοίνης88 , ανάμεσα σε μια βισταλόγκα89και το γαρλίνο90 της γάφας91. Κοίταξε κάτω προς τη μεριά του φορτίου που έπρεπε να ανεβάσουν αυτός με τους υπόλοιπους εργάτες και υπολόγισε ότι στα σίγουρα θα έτρωγαν τρεις με τέσσερις ώρες. Κούνησε το κεφάλι μοιρολατρικά και άρχισε να ξανακατεβαίνει την αναβάθρα.
Με το πέρασμα της πρώτης ώρας, οι κινήσεις του είχαν γίνει μηχανικές πια. Δεν ένοιωθε κούραση, αν και κάποιο τράβηγμα στη μέση τον προειδοποίησε για κάτι χειρότερο στο άμεσο μέλλον, μόνο ο ιδρώτας γινόταν απελπιστικά ενοχλητικός σαν έμπαινε στα μάτια, κυλούσε στο λαιμό και τα στήθη του, έβρεχε το άνω μέρος του παντελονιού του, λες και κάποιος είχε αδειάσει κουβά με νερό απάνω του. Ήταν δυνατό παλικάρι και δεν τον φόβιζε η δουλειά, μόνο την κυρά του σκεφτόταν έτσι που την ένοιωθε αβοήθητη και μόνη μπροστά στα δυό μικρά του διαβολάκια με το δυσανάλογο για το μπόι τους, έντονο κλάμα. Δεν ήθελε να την αφήνει μόνη της, δεν ήθελε ούτε τα παιδιά του να αφήνει μόνα τους, όμως… να… που τώρα έπρεπε. Χαμογέλασε στην εικόνα που έφερε στο μυαλό του από τα δυό μουτράκια στο κρεβάτι τους και διαπίστωσε ότι, χωρίς να το καταλάβει, είχε ανεβάσει στο καΐκι πάνω από δέκα κασόνια και άλλους τόσους μπόγους. «Τα παιδιά μου τα ανέβασαν όλα αυτά…», σκέφτηκε εύθυμα αυτή τη φορά.
Σαν κατέβηκε για… δεν θυμόταν ποια φορά ήταν… στη προκυμαία, πρόσεξε το βλέμμα του αφεντικού του. Σημείωνε ή μέτραγε κάτι σε μια λίστα, σε μια στοίβα από χαρτιά που είχε στο χέρι, αλλά τα μάτια του «μετρούσαν» κάθε κίνηση γύρω του. Έκανε νόημα στον Σέμο να πλησιάσει.
Ο νέος άντρας, άφησε καταγής τον σάκο που είχε ήδη αγκαλιάσει και τράβηξε προς το μέρος του αφεντικού του. Ήταν με κάποιους άλλους, διέκρινε τον καπετάνιο και τον κυρ Μανώλη τον Σγουρό που είχε τις μεγάλες ανεμότρατες στη Ρόδο και όλο κάτι λέγαν χαμηλόφωνα και μάλιστα σε έντονο ύφος. Αυτός ο τελευταίος, ο κυρ Μανώλης δηλαδή, δεν ήταν καπετάνιος, δεν ήταν θαλασσινός, αλλά έμπορος και πλοιοκτήτης. Του ανήκαν πέντε μεγάλες ανεμότρατες και καμιά εικοσαριά μεγαλοκάϊκα με εξίσου μεγάλα γεδέκια92, καμιά ντουζίνα γρι – γρι δεκάβαρκα και τέσσερα μαγαζιά στη Κω, στη Λέρο και τη Ρόδο, με είδη αλιείας. Ήταν καλός φίλος του Χαλκίτη και είχαν πολλές εμπορικές συναλλαγές μεταξύ τους. Μια με δυο φορές τον χρόνο, αγόραζε εμπορεύματα για τα πλοία του αλλά και για τα μαγαζιά του από τον Καλύμνιο έμπορο, που ήταν «μανούλα», στο να βρίσκει χαμηλές τιμές και συμφέρουσες συμφωνίες στο εξωτερικό.
«Έλα Σέμο παιδί μου…», άκουσε την φωνή του κυρίου Γιώργου να τον καλεί. Του έκανε νόημα και ο Ροδίτης έμπορος, χαμογελώντας μάλιστα. Πλησίασε και τους κοίταξε όλους κατάματα. Ξαφνικά άρχισε να νοιώθει την κούραση στους ώμους του, στα χέρια του, στα πόδια. Του πρόσφεραν τσιγάρο που το πήρε και το άναψε με λαχτάρα. Είχε καιρό να πάρει δικό του πακέτο, όλο από κερασμένα κάπνιζε, αφού τα οικονομικά του δεν του επέτρεπαν τώρα πια τέτοια πολυτέλεια. Οι άντρες κάτι έλεγαν που ο Σέμος δεν πολυάκουσε και γελούσαν σε πολύ ευχάριστη ατμόσφαιρα. Η ώρα ήταν δώδεκα… μεσάνυχτα και η ζέστη καλά κρατούσε.
«Λοιπόν που λες Μανώλη, αυτός είναι το στήριγμά μου, το δεξί μου χέρι που λένε…», είπε ο Χαλκίτης και άπλωσε το μπράτσο του πάνω στους ώμους του νεαρού του υπαλλήλου. «Ξέρει τα πάντα στο μαγαζί και δεν του ξεφεύγει τίποτα. Γνωρίζει και γραφή και ανάγνωση, έτσι με βοηθάει και στα … λογιστικά καμιά φορά. Άσε δε, τη αποθήκη την έχει … σαν …σαν … μοναστήρι από την περιποίηση. Όλα στοιβαγμένα στη σωστή θέση τους και πάνω απ’ όλα καθαρά…», συνέχισε να λέει. «Και δεν έχει λείψει ποτέ από την δουλειά του… α, όλα κι όλα, ούτε για αρρώστια…».
Ο κυρ Μανώλης κοίταξε τον νεαρό με θαυμασμό και χαμογέλασε. Έβαλε τα χέρια πίσω στην πλάτη και τα σταύρωσε, κάνοντας έτσι την κοιλιά του να προβάλει φουσκωτή – φουσκωτή.
«Μάλιστα…», είπε στο τέλος, «… φαίνεται γερό και ξύπνιο παλικάρι…»
«Ευχαριστώ κύριε…», απάντησε ο Σέμος.
«Ένα τέτοιο … συνεργάτη γυρεύω κι εγώ στα μαγαζιά μου. Να ξέρει το εμπόρευμα, τους πελάτες, τις ανάγκες των καραβιών μου, των υπαλλήλων μου. Να ξέρει τι θα χρειαστούν οι ψαράδες, πριν ακόμα το αντιληφθούν κι αυτοί οι ίδιοι. Ένα τέτοιο…»
Ο Σέμος δεν μπορούσε να μη χαρεί από τα λόγια του Ροδίτη αλλά και του αφεντικού του. Σήκωσε λίγο τις πλάτες και τεντώθηκε όσο πιο πολύ μπορούσε, χωρίς να φανεί όμως ότι κορδωνότανε. Κοίταξε τους άλλους εργάτες στο λιμάνι που ακόμα ανέβαζαν σακιά και κασόνια στο πλοίο του κυρ Μανώλη. Πράγματι, ένοιωθε ότι ξεχώριζε απ’ αυτούς. Έβλεπε τον εαυτό του ανώτερο και … κάπως διαφορετικό τέλος πάντων.
«Δεν μου λες Σέμο, θα ήθελες να έρθεις μαζί μου στη Ρόδο; Θα σου δίνω πιο πολλά από ότι σου δίνει εδώ το αφεντικό σου…», είπε ξαφνικά ο Ροδίτης και σκούντηξε περιπαιχτικά τον Χαλκίτη, που δεν έδειξε πάντως να αιφνιδιάζεται από την πρόταση αυτή του φίλου του. «Θα κάμεις καινούργιο σπιτικό εκεί μαθές …», συνέχισε, «… θα έχεις και τις βόλτες σου στην Κω και τη Λέρο, θα είσαι κάτι σαν επιστάτης… σαν επιθεωρητής. Και αν τα καταλάβεις όλα καλά, μπορεί και να ανεβαίνεις και στον Πειραιά και την Αθήνα, να κλείνεις δουλειές».
Ο Σέμος δεν μπορούσε ακριβώς να καταλάβει αυτά που του ξεφούρνισε ο χοντρός άντρας μπροστά του. Του έκανε μια πρόταση που δεν ήταν εύκολο να αρνηθεί κάποιος. Κι αν έκρινε σωστά από την σιωπή του αφεντικού του, οι δυο έμποροι, μάλλον τα είχαν συμφωνήσει από πριν και τα είχαν βρει. Φίλοι και συνεργάτες ήταν, ο ένας, μετά από τόσα χρόνια, ήξερε τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του άλλου.
Δεν έβγαλε κανένα ήχο από το λαρύγγι του. Ήταν τόσο σαστισμένος από την ξαφνική αυτή πρόταση, που είχε μείνει με το στόμα ανοικτό και το σαγόνι κρεμασμένο. Η ανάσα του είχε γίνει γρήγορη και κοφτή, το μυαλό του έλεγε συνέχεια «Ναι», αλλά η καρδιά του, δεν χτυπούσε στους ρυθμούς της λαχτάρας του. Χωρίς να καταλάβει πως, η εικόνα της Νικολέτας και των δυό παιδιών του, έκανε την εμφάνισή της. Τα «αγγελούδια» του κοιμόντουσαν με τα κόκκινα μαγουλάκια τους πρησμένα και προκλητικά για τσίμπημα, ενώ η γυναίκα του καθόταν στο τραπέζι και τον περίμενε, κοιτώντας κάπου – κάπου την πόρτα. Γύρισε το βλέμμα του προς τον κυρ Μανώλη. «Μέτρησε» τον έμπορο και είδε στα μάτια του, την φλόγα εκείνη που έκανε αληθινή την πρότασή του. Κούνησε το κεφάλι. Χαμογέλασε κάπως κουρασμένα και αρνήθηκε χωρίς να το πολυσκεφτεί. Δεν μπορούσε να αλλάξει την κατάσταση της οικογένειάς του, όχι τουλάχιστον πριν το συζητήσει με την γυναίκα του, τις δικές του συνήθειες, τη ζωή του ολόκληρη έτσι ξαφνικά και αναπάντεχα. Δεν μπορούσε να φύγει από το νησί του, από τα μέρη που είχε μεγαλώσει και ανδρωθεί από μικρός. Κοίταξε τον Ροδίτη και για άλλη μια φορά κούνησε το κεφάλι αρνητικά.
Γύρισε το βλέμμα προς το αφεντικό του και διέκρινε ή μάλλον νόμισε ότι διέκρινε ένα χαμόγελο ικανοποίησης στο σκυμμένο στα χαρτιά του πρόσωπο. Σαν έξυπνος άνθρωπος που ήταν, περίμενε αυτή την απάντηση. Για άλλη μια φορά δεν είχε αιφνιδιαστεί. Τον είδε να κάνει μια κίνηση με το χέρι σαν να του έλεγε : «μπορείς να επιστρέψεις στη δουλειά σου…» και αυτό έκανε χωρίς άλλη κουβέντα, με όσο το δυνατόν πιο ήρεμο τρόπο. Δεν ήθελε να προσβάλλει με την στάση του και την απάντησή του τον έμπορο.
Άρπαξε κάπως πιο έντονα από το κανονικό μια μεγάλη κασόνα, την φόρτωσε στους ώμους και ανέβηκε στο πλοίο, παρατηρώντας το καρφωμένο πάνω του βλέμμα του κυρ Σγουρό. Ο Ροδίτης δεν έλεγε να τραβήξει τα μάτια του από κείνον, δείχνοντας έτσι πόσο πολύ τον ήθελε στη δούλεψή του. Ένα ελαφρύ αεράκι που ερχόταν από το πέλαγος τον δρόσισε λίγο και με την ανάποδη της παλάμης του, σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπο.
Δεν είχε πάει ακόμα μία η ώρα, όταν τέλειωσε το φόρτωμα του πλοίου. Σε λίγο, με το πρώτο φως, θα σάλπαρε για την Ρόδο ή όπου αλλού θα πήγαινε τέλος πάντων. Ο Σέμος καληνύχτισε ή μάλλον καλημέρισε όλους και πήρε το δρόμο για το σπίτι. Σε μια τελευταία απόπειρα του Ροδίτη εμπόρου να τον πείσει, απάντησε – πιο σίγουρα τώρα – αρνητικά, κόβοντας κάθε ελπίδα συνεργασίας.
Το αδύνατο φως στην κολώνα του Δήμου, έφτιαχνε μακρόστενες σκιές πότε μπροστά του, πότε πίσω του, λες και ο δρόμος κινιότανε μαζί του. Στην «πάνω πλατεία», οι ταβέρνες ήταν ανοικτές και γεμάτες με παλιούς ναυτικούς, που έπιναν το τελευταίο κρασάκι τους, πριν γυρίσουν στο σπίτι και την ρυτιδιασμένη μουτσούνα των γυναικών τους. Λίγες ακόμα στιγμές ελευθερίας και ξεγνοιασιάς. Κάθονταν έξω στην πλατεία και σε καρέκλες δίπλα στο δρόμο, φώναζαν, γέλαγαν, έπιναν. Κάποιοι είχαν αρχίσει και τις ιστορίες τους, φανταστικές… μεγάλα παραμύθια οι περισσότερες, που οι υπόλοιποι τις άκουγαν ένας Θεός ξέρει για ποια φορά.
Ο κυρ Γιάννης  «Μαρίδας», καθόταν μαζί με τους δικούς του φίλους σε μια άκρη της πλατείας, καπνίζοντας τον ναργιλέ του, με ένα ποτήρι με τσίπουρο στο χέρι. Είδε τον Σέμο να ανηφορίζει προς το σπίτι, δυο – τρία σπίτια παρακάτω ήταν και τον φώναξε κοντά του. Ο νεαρός στην αρχή έκανε ότι δεν άκουσε, ήξερε ότι κάτι τέτοιο θα είχε κατάληξη που δεν επιθυμούσε, αφού θα τον κράταγε μακριά από την οικογένειά του, αλλά και τον ύπνο του που τόσο είχε ανάγκη, για αρκετή ώρα, δεν μπόρεσε όμως στο τέλος να το αποφύγει. Αφού χαιρέτισε όλη την παρέα κάθισε στην καρέκλα που του πρόσφερε ο καπετάν «Μαρίδας» δίπλα του. Τον κέρασαν κρασί, «… άντε ένα ποτηράκι θα πιώ για το καλό, αλλά μετά θα φύγω…» είπε και του πρόσφεραν και τσιγάρο, αφού δεν κάπνιζε ναργιλέ.
Ο Πέτρος ο Μάρθας το «Μαϊστράλι», ήταν λίγο μεγαλύτερος από τον «Μαρίδα», αλλά καλός του φίλος και δοκιμασμένος στη θάλασσα, με τις χαρακιές του αλατιού στο σβέρκο και στο μέτωπο. Παλιός κολαουζέρης – κουμάντο, είχε φάει τους ωκεανούς με το κουτάλι. Ήξερε τις ακτές και τα βάθια των νερών της Μπαρμπαριάς και της Αμέρικας, καλύτερα και από το ίδιο του το σπίτι.
Χαιρέτισε κι εκείνος τον Σέμο με χαμόγελο και το βλέμμα λίγο θολό και «κουρασμένο» από το κρασί και το τσίπουρο.
«Σήμερα σε είδα στο λιμάνι, βραδιάτικα φορτώνατε ε; Σκληρό το μεροκάματο γιέ μου, σκληρό…»
«Σκληρό», του απάντησε εκείνος και ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι του. «Σκληρό και δύσκολο καπετάνιε»
«Τι να κάμεις; Έτσι είναι η ζήση. Και όταν έχεις παιδιά… δεν μου λες, άκουσα ότι έχεις δυο, είναι αλήθεια μαθές;»
Ο νεαρός κούνησε καταφατικά το κεφάλι και ένα χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπό του.
«Μάλιστα το λοιπό, καλά ήκουσα γιέ μου. Μα πολύ νιός δεν είσαι για δυό κουτσούβελα; Παιδί είσαι ακόμα, δεν θέλησες να χαρείς με την κυρά την ζωή σου πρώτα; Αλλά τι λέγω… αν θέλει ο Θεός τα στέλνει και μάλιστα στους τυχερούς δυό – δυό μαζί. Ας είναι άγιο το θέλημα Του. αλλά θα κουραστείς παιί μου…»
Ο Σέμος τον άκουγε κάπως στενόχωρα και ήξερε πως θα πήγαινε αυτή η κουβέντα. Οι γέροι με τις συμβουλές τους – ξερόλες όλοι τους – χωρίς να λογαριάζουν τη δύναμη και τη θέληση των νιάτων, περίμενε ότι σε λίγο θα άρχιζε τα… «εγώ στην ηλικία σου…» και κάτι τέτοια. Κοίταξε τον δρόμο προς την μεριά του σπιτιού του και ξαφνικά νοστάλγησε την γυναίκα του, πιο έντονα από κάθε άλλη φορά. Προσπάθησε να βρει μια δικαιολογία να σηκωθεί χωρίς να προσβάλλει τους γεροναυτικούς, όταν άκουσε τον κυρ Γιάννη να τον ρωτάει:
«Και δεν μου λες μωρέ Σέμο, από λεφτά πως τα πας παιί μου; Δεν λογαριάζεται ο Χαλκίτης για χουβαρντάς… ή κάμω λάθος; Και σε ρωτάω γιατί όσο να’ ναι δυό παιτζά έχεις»
«Έτσι είναι, όπως τα λες…»
«Γι αυτό και μου είπε ο καπετάν Νικόλας ο Λησγάρης μαθές, πως τον ρωτάς για δεύτερη δουλειά ε;», αναστέναξε σαν έμπαινε στη θέση του Σέμου. «Και μετά… η οικογένειά σου; Τι θα γενεί; Θα μεγαλώσουν μόνα τους τα παιτζά; Μόνο με την μάνα τους;»
«Κακά τα ψόματα Νικόλα…», παρενέβη το «Μαϊστράλι», «… κακά τα ψόματα, ολωνώνανε τα παιτζά με τη μάνα τους μεγαλώνουν ή μεγάλωσαν. Δεν αφήνει η δούλεψη πολλά περιθώρια στον πατέρα για αγάπες και… πως το λένε… αγωγές…», μέσα στη ζαλάδα του πιοτού έψαχνε τις σωστές λέξεις. «Αλλά για να πούμε και την αλήθεια… μόνο ένας τρόπος υπάρχει για να βγάλεις μονέδες σήμερο. Και ξέρετε όλοι για ποιο πράγμα μιλάω. Δεν είναι έτσι; Το σφουγγάρι έχει χρήμα και μπορείς να ζήσεις την οικογένεια με πλούτο και … σωστά. Όσο επικίντυνο και να’ ναι!»
Όλοι συμφώνησαν με τα λόγια του. Πως μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς, αφού όλοι ήταν παλιοί θαλασσινοί και όταν στην Κάλυμνο λένε θαλασσινός εννοούν τους σφουγγαράδες. Κούνησαν το κεφάλι καταφατικά και ακούστηκαν κάποιες φωνές, στριγκλίσματα πιο πολύ, που ενθάρρυναν το «Μαϊστράλι» να συνεχίσει.
«Το λοιπό, μόνο το σφουγγάρι μπορεί να σε ζήσει. Ούτε το ψάρι, ούτε το εμπόριο, ούτε το υπαλληλίκι γιέ μου…», είπε και κοίταξε τον Σέμο μες τα μάτια. «Ξέρω καλά τι σου λέω… από μικρός πήγαινα με τα σφουγγαράδικα καΐκια καλοκαιρινό ταξίδι. Από το Πάσχα μέχρι τον Οκτώβρη έλειπα. Πήγα με τον Γαλόπουλο τον «Γκρίνια» μαζί του ναύτης, με τον Παντελαίο τον γιο της Βενετσιάνας σαν κουπάς και με τον Γκιννή, κουμάντο – κολαουζέρης. Αλλά τα περισσότερα χρόνια, δέκα συνεχώς, τα έκανα με τον Νικόλα και τον Μικέ τον Σδρέγα. Πήγαινα με σύστημα περικεφαλαίας», έκανε μια παύση, ίσως για να δώσει περισσότερο βάρος στην αφήγησή του ή μόνο για να τραβήξει μια τζούρα από τον ναργιλέ του και μια γουλιά από το τσίπουρό του.
«Πάντα…», συνέχισε, «… η ξεκίνηση ήταν μια μπρατσέρα, δυό μηχανοκάικα κι ένας μικρός αχταρμάς – νερουλάς. Εγώ σαν κουμάντο, είχα την ευθύνη για το ένα μηχανοκάικο. Όλο το χειμώνα είχα την ευθύνη να διορθώσω τα εργαλεία, να μπογιατίσουμε το καΐκι, να φροντίσω τα μαρκούτσια και τις φορεσιές, τις αποθήκες και τελευταία… τις κουμπάνιες, γαλέτες, καβουρμά… όλα για επτά ή οχτώ μήνους. Πάντα όλα αυτά με βοήθεια το πλήρωμα της κουβέρτας που μαζί ετοιμάζαμε τα πάντα. Να μη χασομερώ. Μια ώρα εδώ στη Κάλυμνο, μια μέρα το καλοκαίρι στη δουλειά.
Είχα και την ευθύνη να πλησιάσω και να διαλέξω καλούς δύτες και να προσπαθώ να τους συμφωνήσω, να κατεβάσω και να τους ρίξω την τιμή. Όχι βέβαια ζάπα. Πάντα οι «μηχανικοί» ήταν στην ταβέρνα του Ζορντού. Πήγαινα το λοιπό κι εγώ εκεί να κλείσω συμφωνία. Ποτέ με καφέ δεν έκλεινε η συμφωνία. Έκλεινε με ρετσίνα και κρασί που τους κερνούσα και ήταν μισοζαλισμένοι. Τους έπαιρνα τα φυλλάδια και ο καπετάνιος τους έδινε καπάρο. Οι «μαγγιόροι», οι πρώτοι, ζητούσαν 35%. Κατάφερνα και τους έκλεινα με 32%. Οι δεύτεροι 33%, τους έκλεινα 31%. Οι τρίτοι… πάντα έκλεινα δεκαπέντε άτομα δύτες, ήταν όρος της τράπεζας για να πάρουμε ένα συγκεκριμένο ποσό. Για να συμπληρώσουμε το όριο για την τράπεζα, παίρναμε και δυό άτομα σκάρτους, τρίτης κατηγορίας. Δεν μας ένοιαζε αν αυτοί μας βγάλουν σφουγγάρια. Δούλευαν, αλλά ήταν αδυναμάκια. Ο καπετάνιος δεν ανακατευότανε σε όλα αυτά. Ήταν αραγμένος στα καφενεία. Φουμάριζε ναργιλέ. Είχα μεγάλες ευθύνες, αλλά πληρωνόμουν ανάλογα, όπως ανάλογα, καθώς είπα, πληρωνόντουσαν και οι «μηχανικοί».»
Η κουβέντα είχε ξαστοχήσει από την ώρα που ο ναυτικός, το «Μαϊστράλι», είχε αρχίσει να εξιστορεί την ζωή του. Βέβαια όλοι ήθελαν να ακούσουν αυτές τις παλιές ιστορίες και μαζί με αυτούς και ο Σέμος που είχε παρασυρθεί από την φλυαρία του, αλλά και από την αγάπη του για τα σφουγγαράδικα. Όσο φοβόταν την θάλασσα και τους βούτθους, τόσο τον σαγήνευαν οι εξιστορήσεις των παλιών ναυτικών. Ήπιε λίγο από το ποτήρι του και παράγγειλε κι άλλο ένα, σκεπτόμενος ότι την νύχτα του την είχε φάει έτσι κι αλλιώς, καμιά ωρίτσα παραπάνω δεν πείραζε.
«Εγώ…», συνέχισε το «Μαϊστράλι», «… έπαιρνα τρία μερδικά κι ο καπετάνιος – εφοπλιστής έπαιρνε δυό μερίδια. Το μηχανοκάικο δούλευε με βαθυτικό σύστημα, από τριάντα πέντε και μέσα. Έκαμα και πληρώματα στη Λέρο με Λεριούς. Όταν ερχόταν η ώρα για το φευγιό, με εικόνα, βιολιά, τραγούδια, περπατούσαμε το πλήρωμα και οι οικογένειές τους, πηγαίναμε ως την Αγιά Μαρίνα, να πάρουμε το καΐκι να φύγουμε. Οι γυναίκες τους, μικρές κόρες, να μου λένε παρακαλετά: «Να προσέχεις τους άντρες μας, να τους φέρεις καλά πίσω».
Φεύγαμε το λοιπό, μετά το Πάσχα αμέσως, αλλά πολλές φορές που βιαζόταν ο καπετάνιος ή η γιορτή έπεφτε αργά, φεύγαμε και πιο πριν και κάναμε Πάσχα μέσα στο πέλαγο ή στη Βεγγάζη. Φεύγαμε από Κάλυμνο απόγιομα και το άλλο πρωί πιάναμε Κρήτη, Αφορεσμένο, Ζάγκρο, περνούσαμε από Καλά Λιμάνια και βάζαμε πορεία για την Ντέρνα. Εκεί, πρατικέρναμε στο Μπέη, για τις άδειες στο Ελληνικό προξενείο. Εμείς φεύγαμε κατ’ ευθεία για δουλειά. Με το καγγαβί να ρίξουμε στο βυθό, να πιάσουμε πέτρα, να δούμε αν είναι σφουγγαρότοπος. Αμέσως, βάζουμε στον «μηχανικό» την περικεφαλαία.
Πάντα τους έλεγα στην πρωινή βουτιά: «Άντε καλημέρα, καλό βράδυ». Άρχιζε η ευθύνη μου και για τους δεκαπέντε δύτες που έριχνα κάθε μέρα στο βυθό. Τρεις βούτθους στον καθένα την ημέρα, σαράντα πέντε βουτιές μέχρι το βράδυ, με την αγωνία για τον κάθε άνθρωπο, να σκεφτώ που πάει ο δύτης στο βυθό, να παρατηρώ τις μπουρμπουλήθρες του, πόσα λεφτά μπορεί ο καθένας να μείνει στο πάτο – ο καθένας έχει τις δικές του δυνατότητες που φυσικά εγώ τις γνώριζα. Ο σφουγγαράς στο βυθό, έχανε την αίσθηση του χρόνου, μεθούσε βλέποντας πολλά σφουγγάρια. Ξεχνούσε τα πάντα κι έπρεπε εγώ να τον κουμαντάρω από πάνω, γιατί αν πάθαινε τίποτα, εγώ θα ήμουν ο πρώτος που θα περνούσα πειθαρχικό δικαστήριο, αλλά και που η οικογένειά του θα με καταριόταν.
Παρακολουθούσα από πάνω, να βλέπω αν πάει κόντρα του ρεμάτου ή πρίμα. Αν πήγαινε κόντρα, να κάνει λιγότερα μαζαρόλια, αν πήγαινε πρίμα, περισσότερα. Αν τον έπιανε η μηχανή, σταματούσε. Του κάναμε οξυγόνο και τριψίματα πρακτικά. Όταν είχες μυαλό, δεν έχανες τη ζωή σου. Δεν θα βγάζανε τον κολαούζο από το χέρι για να βαθύνουν περισσότερο, να βγάλουν παραπάνω σφουγγάρια. Όταν πιανότανε τους έκανα οξυγόνο και μετά τρίψιμο και γινότανε καλά. Στο πιάσιμο δεν εισχωρεί γιατρός.
Εδώ στην Κάλυμνο με τη δοκιμή, τα ξεμυξιάσματα, με καπετάνιο τον «Κάργα», έξω από την Κάλυμνο, πιάστηκε ο Αντώνης, το Παπάι. Με φώναξε ο Νομικάριος ο Κώστας ο ορθοπεδικός να πάω στο νοσοκομείο, να τους δείξω πώς να γίνει καλά. Όταν πήγα, τους ρώτησα: «τι του κάνετε;». Τον έτριβαν με αλοιφές. «Πετάξτε τες», τους είπα. «Πρώτα…», τους λέω, «… δεν θα τον πάτε στο σπίτι του, για να μη βρεθεί με τη γυναίκα του, γιατί θα βαρύνει». Όντως η γυναίκα του, μου είπε ότι το μυαλό του ήταν συνεχώς εκεί. Τον έτριψα σε όλο του το σώμα με λάδι κι ένα κρεμμύδι στα τέσσερα μέσα. Μετά του είπα να βγει στην αυλή του νοσοκομείου και να κάνει ποδήλατο και να πέφτει κάτω να γυμνάζεται. Κι όντως έγινε καλά. Το λιμεναρχείο μου έδινε το ποσό της ασφάλειάς του, επειδή τον έσωσα, αλλά εγώ δεν το πήρα.
Άλλος ένας «μηχανικός», ο Βαρδάκος ο Μιχάλης, όπως πηγαίναμε για χειμωνιάτικο έξω από το Πιθάρι, κάτω από το μοναστήρι, είδε στο βυθό ένα μόλο και πάνω ένα μεγάλο σφουγγάρι. Κατέβηκε, αλλά ήταν βαθιά. Παράτησε τον κολαούζο, ήρθε τρεις οργιές πάνω, απότομα, λασκάρισε το σκοινί και κατέβηκε βαθιά στο βυθό και ξερίζωσε το μεγάλο σφουγγάρι. Τον πήρα είδηση κι αμέσως, γρήγορα, τον τράβηξα με το μαρκούτσο πάνω».
Έκανε παύση να δροσίσει το λαρύγγι του με λίγο πιοτί και να φουμάρει. Κοίταξε τους άλλους, ήθελε να δει τι εντύπωση είχαν κάνει τα λόγια του και χαμογέλασε. Επίτηδες τράβηξε και μια δεύτερη, αργή τζούρα, ξεφύσηξε τον γαλάζιο, αρωματικό καπνό και χτύπησε τα δάχτυλά του ρυθμικά στο τραπέζι.
«Και τι έγινε τότε;», ρώτησε χωρίς να το πολυσκεφτεί ο Σέμος. Το ενδιαφέρον του ήταν έκδηλο και είχε γουρλώσει τα μάτια. Ο ναυτικός χαμογέλασε τώρα πιο πλατιά και φάνηκαν δυό χρυσά δόντια, εκεί που είχε τα σκυλόδοντα.
«Αυτοί οι δύτες παιί μου, είναι μεθυσμένοι, κάτω στο βυθό, βυθίζονται, βλέποντας πότε να βρουν σφουγγάρι και δεν καταλαβαίνουν ότι κινδυνεύουν και θα πεθάνουν.
Τον έβγαλα πάνω, αλλά δεν μου είπε ότι ήταν ζαλισμένος. Βγαίνουμε στην Τέλενδο, εγώ έκατσα στο καφενείο κι αυτός πήγε στο σπίτι του. Εκεί μούδιασε, αλλά εγώ δεν το γνώριζα, δεν μου το είπε. Σηκώνομαι, φεύγουμε με το καΐκι, πάμε στον Εμπορειό, εκεί τον έβγαλα έξω μαγκωμένο. Ότι που περπατούσε. Του λέγω: «Εμπρός… περπάτημα». Έπαιρνε τους αγκάτθους μπροστά του και σερνότανε. Τον παίρνω, τον έβαλα στο καΐκι του έκαμα οξυγόνο, τον έβαλα να περπατεί συνέχεια κι άρχισα το τρίψιμο. Γιατί εκεί που είναι οι πόροι του αιμάτου, με το πιάσιμο δεν κυκλοφορεί το αίμα. Με το τρίψιμο, ανοίγουν οι πόροι, τη μια μέρα λίγο, την άλλη περισσότερο, την τρίτη λασκάρει και γίνεται καλά. Όλα τα χτυπήματα σηκώνουν τρίψιμο. Το σοβαρό χτύπος όμως δεν γίνεται καλά. Κάθε μέρα το λοιπό, του έκαμα, οξυγόνο, τρίψιμο, γυμναστική, πίεζε και ο ίδιος τον εαυτό του… ε, γίνηκε καλά.
Όπως είπα, όταν ο δύτης κατέβαινε στο βυθό, ήξερα του καθενός τη δύναμη. Από πάνω, είχαμε μαζαρόλι με μισό λεπτό. Δεν έχομε ρολόι. Το κρατά ο τρίτος δύτης στη σειρά. Είμαστε βαθυτικό σύστημα και τον παρακολουθώ με τις μπουρμπουλήθρες. Που πάει, που πορπατάει, που ταξιδεύει. Αν πάει κόντρα στο ρέμα τον αφήνω επτά λεπτά, αν πάει πρίμα του δίνω δώδεκα με δεκατρία λεπτά. Αυτή την έννοια, τη σκέψη πρέπει να την έχω για δεκαπέντε άτομα.
Μια φορά ένας δύτης, ο Τσαούσης, πρωτάρης κι αμάθητος ακόμα, κάτω στο βυθό είδε πιο βαθιά μεγάλο σφουγγάρι. Έβγαλε τον κολαούζο από το χέρι, βγήκε πάνω τρεις οργιές, μποσικάρισε τον κολαούζο και κατέβηκε βαθιά να πιάσει το σφουγγάρι. Εγώ τρόμαξα, αλήθεια τρομοκρατήθηκα. Όταν ο καταραμένος ήβγε πάνω, του άστραψα δυο χαστούκια, από τα πιο δυνατά που έχω δώκει στη ζωή μου κι έκλαιγα από την αγωνία μου. Γιατί αν πάθαινε τίποτα, εμένα θα τραβούσε το λιμεναρχείο. Βέβαια, δεν έκανε μόλις βγήκε πάνω να του αστράψω τα χαστούκια, γιατί ανέβηκε πάνω απότομα, μετά τόσες οργιές. Έπρεπε να περάσει στην πάντα, να κάτσει στο σκαμνί, να κάμει τσιγάρο, να ψαρευτεί, όμως ο λύπος μου και η αγανάκτησή μου… δεν κατάλαβα πως, του άστραψα τα χαστούκια. Έπρεπε να πέσει ο επόμενος στη θάλασσα και τότε να του έκαμα την περιποίηση. Αλλά ήμουνα ξενευρισμένος. Γιατί ήταν δόκιμος, δεν ήταν μαθημένος και ήθελε να με βάλει φυλακή. Εγώ τον πήρα χατίρι του πατέρα του κι είχα μεγαλύτερη ευθύνη. Αυτός με πήγε στο Λιμεναρχείο για τα χαστούκια.
Ο Πλωτάρχης ήρθε στο καΐκι, χωρίς να ξέρουμε ποιος ήταν. Μόλις είχαμε φάει, μου λέει: «Βάλετέ μου στο σκουτέλι λίγο από το φαί σας να δοκιμάσω». Εγώ του είπα: «Αυτά τώρα είναι ότι απόμειναν … είναι αποφάγια». Εκείνος μ’ απαντάει: «Όχι, δεν πειράζει. Βάλετέ μου να δοκιμάσω».
Όπως μας είπε αργότερα, είχαν πάει Συμιακοί δύτες και του είχαν παραπονεθεί ότι πεινούσαν και σε μας έκανε δοκιμή. Όταν δοκίμασε το φαί μας, μας είπε: «Αυτά είναι τα αποφάγια; Αυτά μαθές είναι καλά και νόστιμα». Ακουγόταν ότι πεινούσαμε, όμως, όχι γιατί δεν είχαμε φαί, αλλά γιατί λόγω δουλειάς, τρώγαμε μόνο μια φορά το βράδυ, άντρες πάνω στα καλά μας και ολημερίς οι κοιλιές γουργούριζαν. Ο Πλωτάρχης μας ρωτά: «Ποιος είναι ο καπετάνιος του ¨Αγίου Δημητρίου¨;». Παρών ήταν και ο Σδρέγας ο Δημήτρης, ο γιός του καπετάνιου. «Εγώ», του είπα. Μου λέει: «Μπορούμε να πάμε στο γραφείο μου;». όπως ήμουνα, πήγαμε με το αυτοκίνητο κι εκεί μου λέει: «Έχεις παραπονούμενο βουτηχτή». «Και ποιος είναι αυτός;», τον ρωτάω. Από δίπλα βγαίνει ο Τσαούσης. «Αααα, αυτός ο κύριος είναι;», του λέγω. «Κύριε πρόξενε, εδώ μπροστά έχουνε ένα σκοινάκι κολαούζο. Γιατί το έχουμε;». Μου απαντά: «Είναι η ασφάλεια του βουτηχτή». «Αυτός δουλεύει τριάντα πέντε οργιές βάθος και είναι δόκιμος. Τον πήρα χατίρι του πατέρα του και είναι μικρός. Έχω μεγαλύτερη ευθύνη. Όμως βγήκε πάνω τέσσερις οργιές απότομα, λασκάρισε και φοράρει τον κολαούζο. Και πήγε κάτω βαθύτερα από όσο πρέπει και έβγαλε το σφουγγάρι. Εγώ τρόμαξα. Τι έπρεπε να κάμω; Άρπαξα τα μαρκούτσα, τον λεβάρισα πάνω σε δυό λεφτά». «Αααα! Έτσι», μου λέει ο πρόξενος. «Δώστου το λοιπό άλλα δυό χαστούκια». «Εγώ γιατί τα ήκανα όλα αυτά; Για να τον σώσω».
Κάθε μέρα από το πρωί μέχρι το βράδυ, καρδιοχτύπι, αγωνία, φουμάριζα συνέχεια. Τα τσιγάρα τότες ήταν των πεντακοσίων και σε δυό με πέντε μέρες, κάπνιζα μια κούτα και στο στόμα μου δεν έβαζα όλη μέρα ούτε ένα κομματάκι ψωμί.
Μέχρι το βράδυ, μέχρι να τακτοποιηθούν όλα, να σχολάσω και όλα να γίνουν τέλεια, ήμουν συνεχώς τεντωμένος. Ο πλοιοκτήτης καθότανε όλη μέρα στην μπρατσέρα, δεν είχε καθόλου έννοια και ότι κι αν γινότανε τις ποινικές και άλλες ευθύνες τις είχα εγώ. Βέβαια δεν είχα παράπονο, πληρωνόμουν με το παραπάνω. Κάθε βράδυ όταν σχολούσαμε, παίρναμε πορεία να πάμε στην μπρατσέρα. Έδινα αναφορά στον καπετάνιο πόσα σφουγγάρια βγάλαμε. Εκεί ήταν το ξενοδοχείο του ύπνου. Στο αμπάρι με σανίδες, ήταν τα κρεβάτια του πληρώματος. Ήταν όμως και του φαγητού και από κει παίρναμε πετρέλαιο, νερό, ότι χρειαζόμασταν. Όταν μας τελείωναν τα πετρέλαια και οι κουμπάνιες, από την Κάλυμνο ξεκινούσε το λίμπερτο και μας έφερνε και μαζί έστελναν οι γυναίκες μας γράμματα και ποδοσίμια και πετσελλώματα, το ίδιο κάναμε κι εμείς, στην επιστροφή να στείλουμε γράμματα.
Βέβαια, ένας άνθρωπος μου έσκασε. Ήμασταν στον Άσπρο Κάβο, στην Αλεξάνδρεια. Εκεί ο βασιλιάς της Αλεξάνδρειας ήταν το μέρος δικό του και είχε μεγάλη βίλα. Ο δύτης ήταν δόκιμος, αμάθητος. Τον κατέβασα στο βυθό κι έσπασε το μαρκούτσο. Με το «πάτωμα», πρέπει να βγάλεις τον αγέρα από το «φόρεμα» για να μπορείς να πορπατήσεις. Πάτησε την «βαρβάρα», το φόρεμα άδειασε από τον αγέρα, όμως επειδή τρύπησαν τα μαρκούτσα, έπρεπε να ξαναπατήσει τη «βαρβάρα», να γεμίσει αγέρα το «φόρεμα», να μπορέσει να έρθει γρήγορα απάνω. Σάστισε, δεν το έκαμε. Εγώ το πήρα είδηση, όμως μέχρι να μαζέψω τα μαρκούτσα που ήταν εκατό οργιές, για να τον φέρω πάνω, δεν πρόλαβα. Το χέρι μου άναψε να τραβώ όσο γίνεται πιο γρήγορα. Έβαλα και την τραγιάσκα μου στα χέρια, αλλά δεν τα κατάφερα. Όταν βγήκε, ήταν αργά, είχε σκάσει. Με το χύσιμο, όταν φτιάχνουν τα μαρκούτσα, είχε ελάττωμα και κρύπαρε. Όταν του έβγαλα την περικεφαλαία, ήρθε σε επαφή με τον καθαρό αγέρα και αμέσως πρήστηκε η κεφαλή του. Δεν μπορούσε να βγει. Για να μην τον θάψουμε με τον θώρακα, όπως έκαναν άλλοι, ξεβίδωσα όλο τον θώρακα, τις πλάκες, το λάστιχο από τις βίδες και το έβγαλα.
Τον βγάλαμε στην στεριά, στον Άσπρο Κάβο και ήρθε τάγμα με στρατιώτες, αραπάδες, να τον φυλάνε. Το πρωί τον πήρανε και τον πήγαν από την στεριά στη Μάρσα Μαντρούχα της Αλεξάνδρειας. Τον θάψανε με παπά σε νεκροταφείο. Εγώ δεν πήγα στη κηδεία. Με κάλεσαν να δώσω μαρτυρία. Με βάλανε στο κρατητήριο κι άρχισαν τις ανακρίσεις. Ήρθαν από το καΐκι και είπανε στον πλωτάρχη: «Ένα καρπούζι ξέρεις τι κρύβει μέσα; Έτσι και το μαρκούτσο ήταν ελαττωματικό». Αυτοί κατάλαβαν ότι δεν έφταιγα και με άφησαν. Αυτά είναι η ευθύνη του κουμάντου. Ο απλός κολαουζέρης δεν έχει τόση ευθύνη».
Για άλλη μια φορά το «Μαϊστράλι», σταμάτησε και τράβηξε ξανά τζούρα να νοιώσει τον καπνό στα στήθια, να τον καίει, λες και ήθελε να ξυπνήσει από αυτό τον λήθαργο των αναμνήσεων που είχε περιέλθει. Τα μάτια του ήταν κόκκινα, ίσως και κάποιο δάκρυ να έκανε στιγμιαία την εμφάνισή του στην άκρη του δεξιού του ματιού. Δεν πρόλαβε κανείς να το δει καλά, γιατί προφασιζόμενος τσιγαρόβηχα, σκούπισε τα μάτια του. Έριξε το βλέμμα του πάνω στο Σέμο. Υπολόγιζε την ηλικία του, τα νιάτα του. Φάνηκε ότι κάτι ήθελε να του πει, αλλά σιώπησε. Μόνο τον ρώτησε αν τα παιδιά του ήταν καλά. Ο νέος του έγνεψε καταφατικά και φάνηκε αναστατωμένος. Παρότρυνε τον γεροναυτικό να συνεχίσει την αφήγησή του.
«Από τροφοδοσίες…», συνέχισε, «… μην το συζητάτε, πως ο κόσμος πεινούσε. Ήταν πάντα πληθερό. Ο Σδρέγας στην Κάλυμνο… ήταν … σαν Ωνάσης. Είχε δικά του λεφτά και πάντα κάναμε πρώτοι πλήρωμα από τους άλλους καπεταναίους. Καλοί ήταν και οι άλλοι καπεταναίοι, αλλά ήταν φτωχοί. Είχαν αγωνία και έβαζαν ενέχυρο ότι είχαν και δεν είχαν. Πάντα με φόβο κι αγανάκτηση να βγει το καλοκαίρι. Αλλά κουτσά – στραβά, τα έξοδα βγαίνασι, φτωχά βέβαια… δεν βγάζανε όλοι χρήματα. Έτσι περνούσε το καλοκαίρι, Σεπτέμβρης, Οχτώβρης, αρχές Νοέμβρη, τέλος ταξιδιού, πορεία για την αγαπημένη Κάλυμνο και την οικογένειά μας».
Εδώ το «Μαϊστράλι», σταμάτησε απότομα την κουβέντα. Έδειξε ότι δεν ήθελε να μιλήσει άλλο για αυτά που του τυραννούσαν το μυαλό. Δεν ήθελε άλλο αυτές τις ανάμνησες. Έπρεπε να τα θάψει βαθιά, φοβόταν όμως να τα σβήσει για πάντα, τα ένοιωθε περιουσία του. Βέβαια τώρα του έφταναν οι μεζέδες του κάπελα, της κυρα Ουρανίας βασικά της γυναίκας του κάπελα, ο ναργιλές του και τα εγγόνια του που πήγαιναν δημοτικό. Ευχόταν μέσα του να μορφωθούν να μην ακολουθήσουν την θάλασσα, όπως τα παιδιά του, να γίνουν δάσκαλοι ή γιατροί.
Ο Σέμος, τον κοίταγε ακόμα. Τα μυαλό του επεξεργαζόταν ακόμα τα λόγια του. Είχε αρχίσει να φοβάται όλο και λιγότερο την θάλασσα, είχε αρχίσει να ζηλεύει αυτή την ζωή των σφουγγαράδων, την αλητεία του επαγγέλματός τους. Η περιπέτεια που έφτιαχνε άντρες και έδινε λεφτά.
Η ώρα είχε περάσει και σε λίγο θα έβγαινε ο ήλιος. Η ζέστη κρατούσε καλά και τώρα δεν φυσούσε καθόλου εκείνο το δροσερό θαλασσινό αεράκι. Σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του και έκανε να φύγει. Γύρισε για τελευταία φορά το βλέμμα στον παλιό ναυτικό. Τον είδε να είναι χαμένος στις σκέψεις του.
Προχώρησε στα στενά δρομάκια. Από κάποιο σπίτι, αξημέρωτα ακόμα, ακουγόταν αχνά,  μουσική και ομιλίες. Το νησί ξυπνούσε. Θα άλλαζε ρούχα και μετά τον πρωινό καφέ του με την Νικολέτα, θα πήγαινε, άυπνος, στη δουλειά του. Δεν τον ένοιαζε. Το μυαλό του επεξεργαζόταν όλα αυτά που είχε ακούσει, αυτά που ζούσε, αυτά που ήθελε.
Από αυτή την μέρα ο άντρας με τα δίδυμα και την όμορφη γυναίκα, δεν θα ήταν ο ίδιος πια!