Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2017

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22

Ο ήχος της μηχανής, πριν ακόμα βγει ο ήλιος, μπορούσε να ζαλίσει ή να υπνωτίσει και τον πιο πολυταξιδεμένο θαλασσινό. Τακ – τακ… ρυθμικά, με το νερό να χτυπάει τα πλαϊνά του σκάφους και την ήρεμη αύρα να δροσίζει τα πρόσωπα των ναυτών που τώρα πια κάθονταν στο ξύλινο πάτωμα και την κουπαστή. Ο Κλεάνθης κοίταζε το νησί του από την πρώρα σαν έφταναν ανοικτά της Ψερίμου με κατεύθυνση νότια. Σε λίγο θα πέρναγαν ανοικτά από την Κω, και θα έβλεπαν από μακριά την Ρόδο. Ο καπετάν Λευτέρης τον πλησίασε και κάθισε κοντά του, στην θέση του «γυαλά», με τα ξυπόλυτα πόδια του να εξέχουν προς την θάλασσα.
«Λοιπόν…», του είπε χωρίς να τον κοιτάζει, «… πόσο καιρό έχεις να βουτήξεις Κλεάνθη;» και σκούπισε με ένα μαντίλι το σβέρκο του από τον ιδρώτα και το νερό της θάλασσας.
«Για βάθια…», έδειξε το πόδι του ασυναίσθητα, «… καιρό καπετάνιε… χρόνια!». Χτύπησε το πόδι αναθεματίζοντάς το από μέσα του και κοίταξε το γκρίζο νερό μπροστά τους. Στο βάθος φαίνονταν κάποια μικρά φωτάκια, ένα πράσινο δεξιά και ένα κόκκινο αριστερά σημάδι πως το σκάφος που δεν μπορούσαν να δουν πήγαινε αντίθετα από κείνους. «Μάλλον στη Κάλυμνο θα πηγαίνει…» σκέφτηκε με μελαγχολία (κιόλας;).
«Και τώρα ξαναγίνεσαι «μηχανικός» το λοιπό. Και μάλιστα σε βαθυτικό… μεγάλη απόφαση γιέ μου. Φαίνεται να το λέει η περδικούλα σου…».
Γέλασαν και οι δυό με την διαπίστωση αυτή του καπετάν Λευτέρη. Κάπως έτσι μπορούσε να φύγει η Υπαπαντή από το μυαλό του. Και οι δικοί του… και το νησί του. Κάποια στιγμή, ένα βαρέλι νερού, λύθηκε από την θέση του και άρχισε να χτυπά στα πλαϊνά ξύλα, οπότε σηκώθηκαν όλοι να το δέσουν. Μεγάλο ήταν, τα σχοινιά βρεγμένα, η δουλειά δύσκολη, τους έφαγε πολύ ώρα. Σαν τέλειωσαν, λίγο η δουλειά, λίγο η κουβέντα και τα αστεία, είδαν  ότι ο ήλιος είχε ανέβει για τα καλά στον ουρανό και το νησί της Ρόδου, ξεπρόβαλε πανέμορφο σαν οπτασία σχετικά κοντά τους.
«Κοίτα βρε παιδί μου … πως περνάει η ρημάδα η ώρα… Άντε τώρα για Κρήτη…», φώναξε ο καπετάνιος και έδειξε με το χέρι μπροστά του σαν στρατηλάτης.
 Κάποιοι γλάροι πέταγαν δίπλα από το σκάφος και με τα μάτια προσπαθούσαν να διακρίνουν τι μπορούσαν να κλέψουν από το φαγητό του πληρώματος. «Είναι παράξενα πουλιά οι γλάροι…», σκέφτηκε ο Κλεάνθης, «… πραγματικά παράξενα… όμορφα όμως! Πως μπορούν και πετάνε έτσι παράλληλα επί τόσες ώρες! Και πως διακρίνουν και το παραμικρό φαγώσιμο… και τόσο άσπρα… που σε ξεγελούν … σαν μικρά συννεφάκια»
Πήγε στο πίσω μέρος του τρεχαντηριού, εκεί που ήταν η μηχανή του αέρα. Μάλλον πιο σωστά, τα απομεινάρια της μηχανής, αφού το σκάφος από σφουγγαράδικο είχε μετατραπεί πια σε τροφοδοτικό, σε «ντεπόζιτο».
Με το πόδι, έτριψε τα σημάδια από τις τρύπες, από τις βίδες της βάσης της μηχανής. Το μυαλό του ταξίδευε ήδη στον βυθό, στα σφουγγάρια και στα περίεργα χρώματα των κοραλλιών. Είχε λίγο άγχος και περισσότερη αγωνία. Μα έτσι ήταν αυτή η δουλειά. «Και έτσι θα μείνει για πάντα…», μουρμούρισε μόνος του. Πιάστηκε από μια τεντωμένη αντένα και στερέωσε τα πόδια του όσο πιο καλά μπορούσε. Άναψε τσιγάρο και άφησε τον καπνό να γεμίσει τα πνευμόνια του. Έβηξε και έφτυσε μέσα στη θάλασσα. Του άρεσε το τσιγάρο, ήταν και λες ο καπνός να του ξύπναγε την ψυχή του, τις αισθήσεις του, ήταν η παρηγοριά του αλλά και η επιθυμία του.
Έβηξε ξανά και μάλιστα τόσο έντονα που δάκρυσε. Η θάλασσα είχε αρχίσει τώρα να ξυπνάει από τον καλοκαιρινό της λήθαργο και κάπου – κάπου ένα μικρό στην αρχή, μεγαλύτερο με το πέρασμα της ώρας, κυματάκι τον «φίλευε» με θαλασσινό νερό και δροσιά. Χαμογέλασε και απλά πιάστηκε λίγο πιο γερά από την αντένα του μεσιανού καταρτιού. Δεν ήθελε να δείξει αδυναμία, δεν ήθελε να κιοτέψει τώρα, την τελευταία στιγμή πριν από την επιθυμία του.
Η Υπαπαντή, χωρίς να ξέρει κι εκείνος πως, (παιγνίδια που σου παίζει το μυαλό!), μπήκε με εκείνο το κίτρινο φόρεμά της στο νου του. Την ένοιωσε να τον χαϊδεύει, να τον αγγίζει απαλά με τα δυό της χέρια στα μάγουλα και… να του δίνει ένα ζεστό φιλί. Ανατρίχιασε αν κι έκανε τόση ζέστη! Έκλεισε τα μάτια να παραδοθεί σε εκείνο το φιλί, αλλά τα ξανάνοιξε γρήγορα, προσέχοντας γύρω του, μην τον είδε κανείς.
Χαμογέλασε αναλογιζόμενος την γελοία του εικόνα. Η κοπέλα όμως δεν είχε φύγει από κει. Από κει, που τόσο ύπουλα και «άνανδρα», είχε τρυπώσει. Είχε χωρέσει όλη αυτή η … οπτασία μέσα στους έλικες του μυαλού και στριφογύριζε εκεί σαν ένα φίδι που τον δάγκωνε ρίχνοντας δηλητήριο. Τίναξε το κεφάλι, λες και έτσι θα έδιωχνε την γλύκα από αυτό το φιλί που γευόταν, ή τουλάχιστον αυτή τη σκέψη. Έπρεπε πια να είναι αφοσιωμένος στη δουλειά του, μια δουλειά που ήξερε πολύ καλά, πως δεν συγχωρούσε λάθη.
Σε μια άκρη του καταστρώματος, κάτω από ένα μεγάλο κομμάτι πράσινου μουσαμά, που είχε ανασηκωθεί από τον αέρα, είδε να γυαλίζει ένα κομμάτι μέταλλου. Πήγε κοντά και με περιέργεια σήκωσε τον μουσαμά, για να ξεπροβάλουν τρεις – τέσσερις φορεσιές, στολές μηχανικών με τα σκάφανδρα δίπλα και τα μαρκούτσια τους διπλωμένα στην άκρη. Τα σιδερένια σκαντάλια, αυτά που τα αποκαλούσαν και κολιέδες, βρίσκονταν σχεδόν πεταμένα με τα σιδεροπάπουτσα, τις «πεταλούδες» της στεφάνης  και κάποιες μικρές απόχες.
Η αντανάκλαση του ήλιου είχε προέλθει από το φινιστρίνι, το μικρό άνοιγμα ενός σκάφανδρου, το μικρό παράθυρο προς την πραγματικότητα, του σφουγγαρά. Έπιασε την περικεφαλαία ολόκληρη στα χέρια και την σήκωσε. Ήταν αρκετά βαριά για να βάλει αρκετή δύναμη και άρχισε να την περιεργάζεται. Πόσες φορές δεν την είχε περιεργαστεί στο παρελθόν… και πόσες φορές δεν ένοιωθε το ίδιο αυτό ρίγος που και τώρα τον είχε καταλάβει! Με την άκρη της μπλούζας, καθάρισε το μικρό φινιστρίνι. Η ανάσα τόσων «μηχανικών», που την είχαν χρησιμοποιήσει στο παρελθόν, του ήρθαν στο νου. Αυτή η αγωνία του ήχου, αυτές οι κινήσεις, ο ίδιος ο βυθός… έγιναν εικόνες που ταξίδευαν μαζί του από τις παλιές μέρες και τα λόγια των συν-βουτηχτάδων του. Κοίταξε το πλάι της και έπιασε με τα δάχτυλα την βαλβίδα του αέρα, δίπλα από την εισαγωγή που το μακρύ μαρκούτσι τροφοδοτούσε με ζωή. Ψηλάφισε τα γρέζια που υπήρχαν ακόμα από κάποια συγκόλληση και χάιδεψε την «Βαρβάρα», με στοργή αλλά και λίγο τρόμο. Έτσι κι αλλιώς ο τρόμος πάντα τον συνόδευε αφού το χωλό του πόδι, δεν έπαυε να του τον υπενθυμίζει.
Άφησε κάτω τον καταδυτικό εξοπλισμό και πήγε στην άκρη της κουπαστής, άναψε τσιγάρο και βάλθηκε να σκέφτεται ότι πιο αισιόδοξο μπορούσε. Μεγάλα σφουγγάρια, συγχαρητήρια από τους άλλους «μηχανικούς» και τον καπετάνιο… την Υπαπαντή… «Άντε πάλι η Υπαπαντή…» σκέφτηκε και επιτέλους χαμογέλασε λίγο. Το βλέμμα του όμως ξαναγύρισε, άθελά του, προς το σκάφανδρο. Νόμισε ότι το είδε να του χαμογελάει… του φάνηκε να τον απειλεί με την ειρωνεία του άψυχου μέταλλου. Προς στιγμή πάγωσε και αναρωτήθηκε αν είχε γίνει … κιοτής και δειλός. Έσφιξε τα δόντια:
«Δεν θα σου περάσει…», μουρμούρισε.
Ο καιρός σήκωσε αέρα και οι ναύτες έτρεξαν να στερεώσουν πάλι, ότι μπορεί να είχε λυθεί ή ξελασκάρει τα σκοινιά του. Μετέφεραν στην πρύμνη κάτι μεγάλα κιβώτια με γαλέτα και κουτιά με φασόλια και μπιζέλια. Κάποιος άρχισε να τραγουδάει καθώς δούλευε:
«Αγάντα γιαλέσα
Γιαλέσα, γιαλέσα … αγάντα γιαλέσα
Γιαλέσα βρε λεβέντες
Σας κόψω εγώ βιολέτες
Βρε όπο ένα δύο…»
Για να του απαντήσουν πάλι τραγουδώντας οι υπόλοιποι:
«Αγάντα γιαλέσα…»
παίρνοντας κουράγιο και δύναμη από το σκοπό και την ευθυμία που το τραγούδι προκαλούσε. Μάλιστα στην παράφωνη χορωδία, συμμετείχε και ο καπετάν Λευτέρης, με πιο δυνατή φωνή απ’ όλους, χωρίς να βγάλει το τσιγάρο από το στόμα του.
Τα απόνερα του σκάφους σαν μεγάλα άσπρα φίδια που το κυνηγούσαν, μέτραγαν και τα μίλια που άφηναν πίσω τους, τα μίλια εκείνα που τους χώριζαν από το νησί τους, από τους δικούς τους ανθρώπους.
Τώρα κάτι σαν λαχτάρα είχε ανάψει μέσα στα στήθια του Κλεάνθη. Ανυπομονούσε να φτάσουν να αρχίσει τους «βούτθους», να κατέβει στα βάθια της θάλασσας, να σηκώσει τον θησαυρό της. Κάποιο δελφίνι του έκανε παρέα, επιδεικνύοντας τις ικανότητές του στο άλμα και την αφρώδη προσθαλάσσωση, μετά ένα δεύτερο και ακολούθησαν άλλα τρία με τέσσερα περίεργα θηλαστικά, που συναγωνίζονταν το ένα το άλλο, με μεγάλο πείσμα και σπουδή. Ο άντρας χαμογέλασε, τα δελφίνια ήταν καλό σημάδι για το ταξίδι και ασυναίσθητα έκανε τον σταυρό του.

«Βρε αγάπη μου, ίντα θες να κάμω; Πρέπει να ξεφορτώσουμε, να προλάβουμε προ έρθει το ξημέρωμα, ο «Κουρούνης» θα φύγει αξημέρωτα σχεδό… κατάλαβέ με. Κι εγώ θέλω να είμαι εδώ, να κοιμηθώ μαζί σου, να παίξω και με τα παιδιά… αλλά ο κυρ Γιώργος με χρειάζεται. Μου το ξεκαθάρισε κιόλα, να είμαι εκεί στις δέκα…»
Ο Σέμος είχε πάρει ένα σχεδόν ικετευτικό, απολογητικό ύφος, αν και η Νικολέτα δεν του είχε φέρει καμιά, σχεδόν, αντίρρηση όταν της είπε ότι το βράδυ θα έλειπε. Βέβαια σαν γυναίκα, και πολύ περισσότερο σαν Καλύμνια, του είχε γκρινιάξει λίγο στην αρχή, αλλά σκεπτόμενη ότι τα παιδιά θα κοιμούνταν όλο τη νύχτα, εκείνη είχε την απογευματινή βοήθεια από την Καλοτίνα, οπότε οι δουλειές είχαν τελειώσει, τον είχε αφήσει στην ησυχία του. Μια ησυχία που δεν την κατάλαβε ο άντρας της, αλλά και όταν την αντελήφθη, δεν μπορούσε να την δικαιολογήσει.
Της έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο στόμα, ίσα – ίσα που ακούμπησε τα χείλη της, λες και φοβόταν ότι θα γέμιζε με κραγιόν που εκείνη ποτέ δεν φορούσε και άνοιξε την πόρτα προς τον δρόμο. Δεν τον ευχαριστούσε η ιδέα να δουλέψει τόσο αργά, (όχι ότι ήταν τεμπέλης), αλλά έπρεπε για διάφορους λόγους να σταθεί δίπλα στο αφεντικό του. Ήταν ο λόγος του, η κατανόηση για την δουλειά που έπρεπε να τελειώσει, … τα λίγα λεφτά που έπαιρνε και έπρεπε κάτι να κάνει, να αυξήσει τα έσοδά του. Έριξε μια τελευταία κλεφτή ματιά προς το δωμάτιο των παιδιών και το πρόσωπο της γυναίκας του, χαμογέλασε και προσπάθησε να κρύψει τον όποιο φόβο ένοιωσε προς στιγμή.
Η ζέστη καλά κρατούσε αν και κάποια ψήγματα δροσιάς πλανιούνταν στον αέρα από την θαλασσινή αύρα. Έβαλε τα χέρια στις τσέπες του παντελονιού του και άνοιξε το βήμα προς την αποβάθρα. Ήθελε να μιλήσει και με τον καπετάν Νικόλα τον Λησγάρη, να τον πάρει στα ξεφορτώματα των καϊκιών που έρχονταν κάθε πρωί από την Κω και την Λέρο. Με δυο παιδιά που δεν είχαν προγραμματίσει την τόσο γρήγορη άφιξή τους, έπρεπε να δουλέψει όσο το δυνατόν πιο πολύ. Ο μισθός ήταν μικρός και το αφεντικό του δεν έπαιρνε κουβέντα για αύξηση, οπότε έπρεπε να βρει και κάτι άλλο να κάνει. Και το μόνο που μπορούσε, όσο του επέτρεπαν οι ελεύθερες ώρες του, ήταν να κουβαλάει πράγματα ή να ξεφορτώνει καΐκια, σαν αχθοφόρος. Αν και η πρόταση που του είχε κάνει ο Γιάννης ο Σκαρένιος, ο «Σκάρτος», να γίνει δηλαδή πρόεδρος του Διεθνούς Δικαστηρίου, ήταν δελεαστική, την απέρριψε γελώντας λόγω… όπως είπε… βασικών ελλείψεων. «Ε…», σκέφτηκε, «… τι πρόεδρος του Δικαστηρίου, τι αχθοφόρος… λίγο απέχουν» και χαμογελώντας συνέχισε το δρόμο του.
Το φόρτωμα είχε αρχίσει και ο Χαλκίτης τον στραβοκοίταξε, αλλά δεν του είπε καμιά κουβέντα. Το βλέμμα του ήταν πιο σκληρό και από τις πιο δυνατές βρισιές. Ο Σέμος, δεν τόλμησε να σηκώσει άλλο τα μάτια του, έπιασε ένα κασόνι με στρογγυλά βαρίδια, απ’ αυτά που στερέωναν στα δίχτυα και αμίλητος ανέβηκε την αναβάθρα87 να φτάσει στο κατάστρωμα του καϊκιού. Εκεί απίθωσε το βάρος στην βάση της αγκοίνης88 , ανάμεσα σε μια βισταλόγκα89και το γαρλίνο90 της γάφας91. Κοίταξε κάτω προς τη μεριά του φορτίου που έπρεπε να ανεβάσουν αυτός με τους υπόλοιπους εργάτες και υπολόγισε ότι στα σίγουρα θα έτρωγαν τρεις με τέσσερις ώρες. Κούνησε το κεφάλι μοιρολατρικά και άρχισε να ξανακατεβαίνει την αναβάθρα.
Με το πέρασμα της πρώτης ώρας, οι κινήσεις του είχαν γίνει μηχανικές πια. Δεν ένοιωθε κούραση, αν και κάποιο τράβηγμα στη μέση τον προειδοποίησε για κάτι χειρότερο στο άμεσο μέλλον, μόνο ο ιδρώτας γινόταν απελπιστικά ενοχλητικός σαν έμπαινε στα μάτια, κυλούσε στο λαιμό και τα στήθη του, έβρεχε το άνω μέρος του παντελονιού του, λες και κάποιος είχε αδειάσει κουβά με νερό απάνω του. Ήταν δυνατό παλικάρι και δεν τον φόβιζε η δουλειά, μόνο την κυρά του σκεφτόταν έτσι που την ένοιωθε αβοήθητη και μόνη μπροστά στα δυό μικρά του διαβολάκια με το δυσανάλογο για το μπόι τους, έντονο κλάμα. Δεν ήθελε να την αφήνει μόνη της, δεν ήθελε ούτε τα παιδιά του να αφήνει μόνα τους, όμως… να… που τώρα έπρεπε. Χαμογέλασε στην εικόνα που έφερε στο μυαλό του από τα δυό μουτράκια στο κρεβάτι τους και διαπίστωσε ότι, χωρίς να το καταλάβει, είχε ανεβάσει στο καΐκι πάνω από δέκα κασόνια και άλλους τόσους μπόγους. «Τα παιδιά μου τα ανέβασαν όλα αυτά…», σκέφτηκε εύθυμα αυτή τη φορά.
Σαν κατέβηκε για… δεν θυμόταν ποια φορά ήταν… στη προκυμαία, πρόσεξε το βλέμμα του αφεντικού του. Σημείωνε ή μέτραγε κάτι σε μια λίστα, σε μια στοίβα από χαρτιά που είχε στο χέρι, αλλά τα μάτια του «μετρούσαν» κάθε κίνηση γύρω του. Έκανε νόημα στον Σέμο να πλησιάσει.
Ο νέος άντρας, άφησε καταγής τον σάκο που είχε ήδη αγκαλιάσει και τράβηξε προς το μέρος του αφεντικού του. Ήταν με κάποιους άλλους, διέκρινε τον καπετάνιο και τον κυρ Μανώλη τον Σγουρό που είχε τις μεγάλες ανεμότρατες στη Ρόδο και όλο κάτι λέγαν χαμηλόφωνα και μάλιστα σε έντονο ύφος. Αυτός ο τελευταίος, ο κυρ Μανώλης δηλαδή, δεν ήταν καπετάνιος, δεν ήταν θαλασσινός, αλλά έμπορος και πλοιοκτήτης. Του ανήκαν πέντε μεγάλες ανεμότρατες και καμιά εικοσαριά μεγαλοκάϊκα με εξίσου μεγάλα γεδέκια92, καμιά ντουζίνα γρι – γρι δεκάβαρκα και τέσσερα μαγαζιά στη Κω, στη Λέρο και τη Ρόδο, με είδη αλιείας. Ήταν καλός φίλος του Χαλκίτη και είχαν πολλές εμπορικές συναλλαγές μεταξύ τους. Μια με δυο φορές τον χρόνο, αγόραζε εμπορεύματα για τα πλοία του αλλά και για τα μαγαζιά του από τον Καλύμνιο έμπορο, που ήταν «μανούλα», στο να βρίσκει χαμηλές τιμές και συμφέρουσες συμφωνίες στο εξωτερικό.
«Έλα Σέμο παιδί μου…», άκουσε την φωνή του κυρίου Γιώργου να τον καλεί. Του έκανε νόημα και ο Ροδίτης έμπορος, χαμογελώντας μάλιστα. Πλησίασε και τους κοίταξε όλους κατάματα. Ξαφνικά άρχισε να νοιώθει την κούραση στους ώμους του, στα χέρια του, στα πόδια. Του πρόσφεραν τσιγάρο που το πήρε και το άναψε με λαχτάρα. Είχε καιρό να πάρει δικό του πακέτο, όλο από κερασμένα κάπνιζε, αφού τα οικονομικά του δεν του επέτρεπαν τώρα πια τέτοια πολυτέλεια. Οι άντρες κάτι έλεγαν που ο Σέμος δεν πολυάκουσε και γελούσαν σε πολύ ευχάριστη ατμόσφαιρα. Η ώρα ήταν δώδεκα… μεσάνυχτα και η ζέστη καλά κρατούσε.
«Λοιπόν που λες Μανώλη, αυτός είναι το στήριγμά μου, το δεξί μου χέρι που λένε…», είπε ο Χαλκίτης και άπλωσε το μπράτσο του πάνω στους ώμους του νεαρού του υπαλλήλου. «Ξέρει τα πάντα στο μαγαζί και δεν του ξεφεύγει τίποτα. Γνωρίζει και γραφή και ανάγνωση, έτσι με βοηθάει και στα … λογιστικά καμιά φορά. Άσε δε, τη αποθήκη την έχει … σαν …σαν … μοναστήρι από την περιποίηση. Όλα στοιβαγμένα στη σωστή θέση τους και πάνω απ’ όλα καθαρά…», συνέχισε να λέει. «Και δεν έχει λείψει ποτέ από την δουλειά του… α, όλα κι όλα, ούτε για αρρώστια…».
Ο κυρ Μανώλης κοίταξε τον νεαρό με θαυμασμό και χαμογέλασε. Έβαλε τα χέρια πίσω στην πλάτη και τα σταύρωσε, κάνοντας έτσι την κοιλιά του να προβάλει φουσκωτή – φουσκωτή.
«Μάλιστα…», είπε στο τέλος, «… φαίνεται γερό και ξύπνιο παλικάρι…»
«Ευχαριστώ κύριε…», απάντησε ο Σέμος.
«Ένα τέτοιο … συνεργάτη γυρεύω κι εγώ στα μαγαζιά μου. Να ξέρει το εμπόρευμα, τους πελάτες, τις ανάγκες των καραβιών μου, των υπαλλήλων μου. Να ξέρει τι θα χρειαστούν οι ψαράδες, πριν ακόμα το αντιληφθούν κι αυτοί οι ίδιοι. Ένα τέτοιο…»
Ο Σέμος δεν μπορούσε να μη χαρεί από τα λόγια του Ροδίτη αλλά και του αφεντικού του. Σήκωσε λίγο τις πλάτες και τεντώθηκε όσο πιο πολύ μπορούσε, χωρίς να φανεί όμως ότι κορδωνότανε. Κοίταξε τους άλλους εργάτες στο λιμάνι που ακόμα ανέβαζαν σακιά και κασόνια στο πλοίο του κυρ Μανώλη. Πράγματι, ένοιωθε ότι ξεχώριζε απ’ αυτούς. Έβλεπε τον εαυτό του ανώτερο και … κάπως διαφορετικό τέλος πάντων.
«Δεν μου λες Σέμο, θα ήθελες να έρθεις μαζί μου στη Ρόδο; Θα σου δίνω πιο πολλά από ότι σου δίνει εδώ το αφεντικό σου…», είπε ξαφνικά ο Ροδίτης και σκούντηξε περιπαιχτικά τον Χαλκίτη, που δεν έδειξε πάντως να αιφνιδιάζεται από την πρόταση αυτή του φίλου του. «Θα κάμεις καινούργιο σπιτικό εκεί μαθές …», συνέχισε, «… θα έχεις και τις βόλτες σου στην Κω και τη Λέρο, θα είσαι κάτι σαν επιστάτης… σαν επιθεωρητής. Και αν τα καταλάβεις όλα καλά, μπορεί και να ανεβαίνεις και στον Πειραιά και την Αθήνα, να κλείνεις δουλειές».
Ο Σέμος δεν μπορούσε ακριβώς να καταλάβει αυτά που του ξεφούρνισε ο χοντρός άντρας μπροστά του. Του έκανε μια πρόταση που δεν ήταν εύκολο να αρνηθεί κάποιος. Κι αν έκρινε σωστά από την σιωπή του αφεντικού του, οι δυο έμποροι, μάλλον τα είχαν συμφωνήσει από πριν και τα είχαν βρει. Φίλοι και συνεργάτες ήταν, ο ένας, μετά από τόσα χρόνια, ήξερε τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του άλλου.
Δεν έβγαλε κανένα ήχο από το λαρύγγι του. Ήταν τόσο σαστισμένος από την ξαφνική αυτή πρόταση, που είχε μείνει με το στόμα ανοικτό και το σαγόνι κρεμασμένο. Η ανάσα του είχε γίνει γρήγορη και κοφτή, το μυαλό του έλεγε συνέχεια «Ναι», αλλά η καρδιά του, δεν χτυπούσε στους ρυθμούς της λαχτάρας του. Χωρίς να καταλάβει πως, η εικόνα της Νικολέτας και των δυό παιδιών του, έκανε την εμφάνισή της. Τα «αγγελούδια» του κοιμόντουσαν με τα κόκκινα μαγουλάκια τους πρησμένα και προκλητικά για τσίμπημα, ενώ η γυναίκα του καθόταν στο τραπέζι και τον περίμενε, κοιτώντας κάπου – κάπου την πόρτα. Γύρισε το βλέμμα του προς τον κυρ Μανώλη. «Μέτρησε» τον έμπορο και είδε στα μάτια του, την φλόγα εκείνη που έκανε αληθινή την πρότασή του. Κούνησε το κεφάλι. Χαμογέλασε κάπως κουρασμένα και αρνήθηκε χωρίς να το πολυσκεφτεί. Δεν μπορούσε να αλλάξει την κατάσταση της οικογένειάς του, όχι τουλάχιστον πριν το συζητήσει με την γυναίκα του, τις δικές του συνήθειες, τη ζωή του ολόκληρη έτσι ξαφνικά και αναπάντεχα. Δεν μπορούσε να φύγει από το νησί του, από τα μέρη που είχε μεγαλώσει και ανδρωθεί από μικρός. Κοίταξε τον Ροδίτη και για άλλη μια φορά κούνησε το κεφάλι αρνητικά.
Γύρισε το βλέμμα προς το αφεντικό του και διέκρινε ή μάλλον νόμισε ότι διέκρινε ένα χαμόγελο ικανοποίησης στο σκυμμένο στα χαρτιά του πρόσωπο. Σαν έξυπνος άνθρωπος που ήταν, περίμενε αυτή την απάντηση. Για άλλη μια φορά δεν είχε αιφνιδιαστεί. Τον είδε να κάνει μια κίνηση με το χέρι σαν να του έλεγε : «μπορείς να επιστρέψεις στη δουλειά σου…» και αυτό έκανε χωρίς άλλη κουβέντα, με όσο το δυνατόν πιο ήρεμο τρόπο. Δεν ήθελε να προσβάλλει με την στάση του και την απάντησή του τον έμπορο.
Άρπαξε κάπως πιο έντονα από το κανονικό μια μεγάλη κασόνα, την φόρτωσε στους ώμους και ανέβηκε στο πλοίο, παρατηρώντας το καρφωμένο πάνω του βλέμμα του κυρ Σγουρό. Ο Ροδίτης δεν έλεγε να τραβήξει τα μάτια του από κείνον, δείχνοντας έτσι πόσο πολύ τον ήθελε στη δούλεψή του. Ένα ελαφρύ αεράκι που ερχόταν από το πέλαγος τον δρόσισε λίγο και με την ανάποδη της παλάμης του, σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπο.
Δεν είχε πάει ακόμα μία η ώρα, όταν τέλειωσε το φόρτωμα του πλοίου. Σε λίγο, με το πρώτο φως, θα σάλπαρε για την Ρόδο ή όπου αλλού θα πήγαινε τέλος πάντων. Ο Σέμος καληνύχτισε ή μάλλον καλημέρισε όλους και πήρε το δρόμο για το σπίτι. Σε μια τελευταία απόπειρα του Ροδίτη εμπόρου να τον πείσει, απάντησε – πιο σίγουρα τώρα – αρνητικά, κόβοντας κάθε ελπίδα συνεργασίας.
Το αδύνατο φως στην κολώνα του Δήμου, έφτιαχνε μακρόστενες σκιές πότε μπροστά του, πότε πίσω του, λες και ο δρόμος κινιότανε μαζί του. Στην «πάνω πλατεία», οι ταβέρνες ήταν ανοικτές και γεμάτες με παλιούς ναυτικούς, που έπιναν το τελευταίο κρασάκι τους, πριν γυρίσουν στο σπίτι και την ρυτιδιασμένη μουτσούνα των γυναικών τους. Λίγες ακόμα στιγμές ελευθερίας και ξεγνοιασιάς. Κάθονταν έξω στην πλατεία και σε καρέκλες δίπλα στο δρόμο, φώναζαν, γέλαγαν, έπιναν. Κάποιοι είχαν αρχίσει και τις ιστορίες τους, φανταστικές… μεγάλα παραμύθια οι περισσότερες, που οι υπόλοιποι τις άκουγαν ένας Θεός ξέρει για ποια φορά.
Ο κυρ Γιάννης  «Μαρίδας», καθόταν μαζί με τους δικούς του φίλους σε μια άκρη της πλατείας, καπνίζοντας τον ναργιλέ του, με ένα ποτήρι με τσίπουρο στο χέρι. Είδε τον Σέμο να ανηφορίζει προς το σπίτι, δυο – τρία σπίτια παρακάτω ήταν και τον φώναξε κοντά του. Ο νεαρός στην αρχή έκανε ότι δεν άκουσε, ήξερε ότι κάτι τέτοιο θα είχε κατάληξη που δεν επιθυμούσε, αφού θα τον κράταγε μακριά από την οικογένειά του, αλλά και τον ύπνο του που τόσο είχε ανάγκη, για αρκετή ώρα, δεν μπόρεσε όμως στο τέλος να το αποφύγει. Αφού χαιρέτισε όλη την παρέα κάθισε στην καρέκλα που του πρόσφερε ο καπετάν «Μαρίδας» δίπλα του. Τον κέρασαν κρασί, «… άντε ένα ποτηράκι θα πιώ για το καλό, αλλά μετά θα φύγω…» είπε και του πρόσφεραν και τσιγάρο, αφού δεν κάπνιζε ναργιλέ.
Ο Πέτρος ο Μάρθας το «Μαϊστράλι», ήταν λίγο μεγαλύτερος από τον «Μαρίδα», αλλά καλός του φίλος και δοκιμασμένος στη θάλασσα, με τις χαρακιές του αλατιού στο σβέρκο και στο μέτωπο. Παλιός κολαουζέρης – κουμάντο, είχε φάει τους ωκεανούς με το κουτάλι. Ήξερε τις ακτές και τα βάθια των νερών της Μπαρμπαριάς και της Αμέρικας, καλύτερα και από το ίδιο του το σπίτι.
Χαιρέτισε κι εκείνος τον Σέμο με χαμόγελο και το βλέμμα λίγο θολό και «κουρασμένο» από το κρασί και το τσίπουρο.
«Σήμερα σε είδα στο λιμάνι, βραδιάτικα φορτώνατε ε; Σκληρό το μεροκάματο γιέ μου, σκληρό…»
«Σκληρό», του απάντησε εκείνος και ήπιε μια γουλιά από το ποτήρι του. «Σκληρό και δύσκολο καπετάνιε»
«Τι να κάμεις; Έτσι είναι η ζήση. Και όταν έχεις παιδιά… δεν μου λες, άκουσα ότι έχεις δυο, είναι αλήθεια μαθές;»
Ο νεαρός κούνησε καταφατικά το κεφάλι και ένα χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπό του.
«Μάλιστα το λοιπό, καλά ήκουσα γιέ μου. Μα πολύ νιός δεν είσαι για δυό κουτσούβελα; Παιδί είσαι ακόμα, δεν θέλησες να χαρείς με την κυρά την ζωή σου πρώτα; Αλλά τι λέγω… αν θέλει ο Θεός τα στέλνει και μάλιστα στους τυχερούς δυό – δυό μαζί. Ας είναι άγιο το θέλημα Του. αλλά θα κουραστείς παιί μου…»
Ο Σέμος τον άκουγε κάπως στενόχωρα και ήξερε πως θα πήγαινε αυτή η κουβέντα. Οι γέροι με τις συμβουλές τους – ξερόλες όλοι τους – χωρίς να λογαριάζουν τη δύναμη και τη θέληση των νιάτων, περίμενε ότι σε λίγο θα άρχιζε τα… «εγώ στην ηλικία σου…» και κάτι τέτοια. Κοίταξε τον δρόμο προς την μεριά του σπιτιού του και ξαφνικά νοστάλγησε την γυναίκα του, πιο έντονα από κάθε άλλη φορά. Προσπάθησε να βρει μια δικαιολογία να σηκωθεί χωρίς να προσβάλλει τους γεροναυτικούς, όταν άκουσε τον κυρ Γιάννη να τον ρωτάει:
«Και δεν μου λες μωρέ Σέμο, από λεφτά πως τα πας παιί μου; Δεν λογαριάζεται ο Χαλκίτης για χουβαρντάς… ή κάμω λάθος; Και σε ρωτάω γιατί όσο να’ ναι δυό παιτζά έχεις»
«Έτσι είναι, όπως τα λες…»
«Γι αυτό και μου είπε ο καπετάν Νικόλας ο Λησγάρης μαθές, πως τον ρωτάς για δεύτερη δουλειά ε;», αναστέναξε σαν έμπαινε στη θέση του Σέμου. «Και μετά… η οικογένειά σου; Τι θα γενεί; Θα μεγαλώσουν μόνα τους τα παιτζά; Μόνο με την μάνα τους;»
«Κακά τα ψόματα Νικόλα…», παρενέβη το «Μαϊστράλι», «… κακά τα ψόματα, ολωνώνανε τα παιτζά με τη μάνα τους μεγαλώνουν ή μεγάλωσαν. Δεν αφήνει η δούλεψη πολλά περιθώρια στον πατέρα για αγάπες και… πως το λένε… αγωγές…», μέσα στη ζαλάδα του πιοτού έψαχνε τις σωστές λέξεις. «Αλλά για να πούμε και την αλήθεια… μόνο ένας τρόπος υπάρχει για να βγάλεις μονέδες σήμερο. Και ξέρετε όλοι για ποιο πράγμα μιλάω. Δεν είναι έτσι; Το σφουγγάρι έχει χρήμα και μπορείς να ζήσεις την οικογένεια με πλούτο και … σωστά. Όσο επικίντυνο και να’ ναι!»
Όλοι συμφώνησαν με τα λόγια του. Πως μπορούσαν να κάνουν κι αλλιώς, αφού όλοι ήταν παλιοί θαλασσινοί και όταν στην Κάλυμνο λένε θαλασσινός εννοούν τους σφουγγαράδες. Κούνησαν το κεφάλι καταφατικά και ακούστηκαν κάποιες φωνές, στριγκλίσματα πιο πολύ, που ενθάρρυναν το «Μαϊστράλι» να συνεχίσει.
«Το λοιπό, μόνο το σφουγγάρι μπορεί να σε ζήσει. Ούτε το ψάρι, ούτε το εμπόριο, ούτε το υπαλληλίκι γιέ μου…», είπε και κοίταξε τον Σέμο μες τα μάτια. «Ξέρω καλά τι σου λέω… από μικρός πήγαινα με τα σφουγγαράδικα καΐκια καλοκαιρινό ταξίδι. Από το Πάσχα μέχρι τον Οκτώβρη έλειπα. Πήγα με τον Γαλόπουλο τον «Γκρίνια» μαζί του ναύτης, με τον Παντελαίο τον γιο της Βενετσιάνας σαν κουπάς και με τον Γκιννή, κουμάντο – κολαουζέρης. Αλλά τα περισσότερα χρόνια, δέκα συνεχώς, τα έκανα με τον Νικόλα και τον Μικέ τον Σδρέγα. Πήγαινα με σύστημα περικεφαλαίας», έκανε μια παύση, ίσως για να δώσει περισσότερο βάρος στην αφήγησή του ή μόνο για να τραβήξει μια τζούρα από τον ναργιλέ του και μια γουλιά από το τσίπουρό του.
«Πάντα…», συνέχισε, «… η ξεκίνηση ήταν μια μπρατσέρα, δυό μηχανοκάικα κι ένας μικρός αχταρμάς – νερουλάς. Εγώ σαν κουμάντο, είχα την ευθύνη για το ένα μηχανοκάικο. Όλο το χειμώνα είχα την ευθύνη να διορθώσω τα εργαλεία, να μπογιατίσουμε το καΐκι, να φροντίσω τα μαρκούτσια και τις φορεσιές, τις αποθήκες και τελευταία… τις κουμπάνιες, γαλέτες, καβουρμά… όλα για επτά ή οχτώ μήνους. Πάντα όλα αυτά με βοήθεια το πλήρωμα της κουβέρτας που μαζί ετοιμάζαμε τα πάντα. Να μη χασομερώ. Μια ώρα εδώ στη Κάλυμνο, μια μέρα το καλοκαίρι στη δουλειά.
Είχα και την ευθύνη να πλησιάσω και να διαλέξω καλούς δύτες και να προσπαθώ να τους συμφωνήσω, να κατεβάσω και να τους ρίξω την τιμή. Όχι βέβαια ζάπα. Πάντα οι «μηχανικοί» ήταν στην ταβέρνα του Ζορντού. Πήγαινα το λοιπό κι εγώ εκεί να κλείσω συμφωνία. Ποτέ με καφέ δεν έκλεινε η συμφωνία. Έκλεινε με ρετσίνα και κρασί που τους κερνούσα και ήταν μισοζαλισμένοι. Τους έπαιρνα τα φυλλάδια και ο καπετάνιος τους έδινε καπάρο. Οι «μαγγιόροι», οι πρώτοι, ζητούσαν 35%. Κατάφερνα και τους έκλεινα με 32%. Οι δεύτεροι 33%, τους έκλεινα 31%. Οι τρίτοι… πάντα έκλεινα δεκαπέντε άτομα δύτες, ήταν όρος της τράπεζας για να πάρουμε ένα συγκεκριμένο ποσό. Για να συμπληρώσουμε το όριο για την τράπεζα, παίρναμε και δυό άτομα σκάρτους, τρίτης κατηγορίας. Δεν μας ένοιαζε αν αυτοί μας βγάλουν σφουγγάρια. Δούλευαν, αλλά ήταν αδυναμάκια. Ο καπετάνιος δεν ανακατευότανε σε όλα αυτά. Ήταν αραγμένος στα καφενεία. Φουμάριζε ναργιλέ. Είχα μεγάλες ευθύνες, αλλά πληρωνόμουν ανάλογα, όπως ανάλογα, καθώς είπα, πληρωνόντουσαν και οι «μηχανικοί».»
Η κουβέντα είχε ξαστοχήσει από την ώρα που ο ναυτικός, το «Μαϊστράλι», είχε αρχίσει να εξιστορεί την ζωή του. Βέβαια όλοι ήθελαν να ακούσουν αυτές τις παλιές ιστορίες και μαζί με αυτούς και ο Σέμος που είχε παρασυρθεί από την φλυαρία του, αλλά και από την αγάπη του για τα σφουγγαράδικα. Όσο φοβόταν την θάλασσα και τους βούτθους, τόσο τον σαγήνευαν οι εξιστορήσεις των παλιών ναυτικών. Ήπιε λίγο από το ποτήρι του και παράγγειλε κι άλλο ένα, σκεπτόμενος ότι την νύχτα του την είχε φάει έτσι κι αλλιώς, καμιά ωρίτσα παραπάνω δεν πείραζε.
«Εγώ…», συνέχισε το «Μαϊστράλι», «… έπαιρνα τρία μερδικά κι ο καπετάνιος – εφοπλιστής έπαιρνε δυό μερίδια. Το μηχανοκάικο δούλευε με βαθυτικό σύστημα, από τριάντα πέντε και μέσα. Έκαμα και πληρώματα στη Λέρο με Λεριούς. Όταν ερχόταν η ώρα για το φευγιό, με εικόνα, βιολιά, τραγούδια, περπατούσαμε το πλήρωμα και οι οικογένειές τους, πηγαίναμε ως την Αγιά Μαρίνα, να πάρουμε το καΐκι να φύγουμε. Οι γυναίκες τους, μικρές κόρες, να μου λένε παρακαλετά: «Να προσέχεις τους άντρες μας, να τους φέρεις καλά πίσω».
Φεύγαμε το λοιπό, μετά το Πάσχα αμέσως, αλλά πολλές φορές που βιαζόταν ο καπετάνιος ή η γιορτή έπεφτε αργά, φεύγαμε και πιο πριν και κάναμε Πάσχα μέσα στο πέλαγο ή στη Βεγγάζη. Φεύγαμε από Κάλυμνο απόγιομα και το άλλο πρωί πιάναμε Κρήτη, Αφορεσμένο, Ζάγκρο, περνούσαμε από Καλά Λιμάνια και βάζαμε πορεία για την Ντέρνα. Εκεί, πρατικέρναμε στο Μπέη, για τις άδειες στο Ελληνικό προξενείο. Εμείς φεύγαμε κατ’ ευθεία για δουλειά. Με το καγγαβί να ρίξουμε στο βυθό, να πιάσουμε πέτρα, να δούμε αν είναι σφουγγαρότοπος. Αμέσως, βάζουμε στον «μηχανικό» την περικεφαλαία.
Πάντα τους έλεγα στην πρωινή βουτιά: «Άντε καλημέρα, καλό βράδυ». Άρχιζε η ευθύνη μου και για τους δεκαπέντε δύτες που έριχνα κάθε μέρα στο βυθό. Τρεις βούτθους στον καθένα την ημέρα, σαράντα πέντε βουτιές μέχρι το βράδυ, με την αγωνία για τον κάθε άνθρωπο, να σκεφτώ που πάει ο δύτης στο βυθό, να παρατηρώ τις μπουρμπουλήθρες του, πόσα λεφτά μπορεί ο καθένας να μείνει στο πάτο – ο καθένας έχει τις δικές του δυνατότητες που φυσικά εγώ τις γνώριζα. Ο σφουγγαράς στο βυθό, έχανε την αίσθηση του χρόνου, μεθούσε βλέποντας πολλά σφουγγάρια. Ξεχνούσε τα πάντα κι έπρεπε εγώ να τον κουμαντάρω από πάνω, γιατί αν πάθαινε τίποτα, εγώ θα ήμουν ο πρώτος που θα περνούσα πειθαρχικό δικαστήριο, αλλά και που η οικογένειά του θα με καταριόταν.
Παρακολουθούσα από πάνω, να βλέπω αν πάει κόντρα του ρεμάτου ή πρίμα. Αν πήγαινε κόντρα, να κάνει λιγότερα μαζαρόλια, αν πήγαινε πρίμα, περισσότερα. Αν τον έπιανε η μηχανή, σταματούσε. Του κάναμε οξυγόνο και τριψίματα πρακτικά. Όταν είχες μυαλό, δεν έχανες τη ζωή σου. Δεν θα βγάζανε τον κολαούζο από το χέρι για να βαθύνουν περισσότερο, να βγάλουν παραπάνω σφουγγάρια. Όταν πιανότανε τους έκανα οξυγόνο και μετά τρίψιμο και γινότανε καλά. Στο πιάσιμο δεν εισχωρεί γιατρός.
Εδώ στην Κάλυμνο με τη δοκιμή, τα ξεμυξιάσματα, με καπετάνιο τον «Κάργα», έξω από την Κάλυμνο, πιάστηκε ο Αντώνης, το Παπάι. Με φώναξε ο Νομικάριος ο Κώστας ο ορθοπεδικός να πάω στο νοσοκομείο, να τους δείξω πώς να γίνει καλά. Όταν πήγα, τους ρώτησα: «τι του κάνετε;». Τον έτριβαν με αλοιφές. «Πετάξτε τες», τους είπα. «Πρώτα…», τους λέω, «… δεν θα τον πάτε στο σπίτι του, για να μη βρεθεί με τη γυναίκα του, γιατί θα βαρύνει». Όντως η γυναίκα του, μου είπε ότι το μυαλό του ήταν συνεχώς εκεί. Τον έτριψα σε όλο του το σώμα με λάδι κι ένα κρεμμύδι στα τέσσερα μέσα. Μετά του είπα να βγει στην αυλή του νοσοκομείου και να κάνει ποδήλατο και να πέφτει κάτω να γυμνάζεται. Κι όντως έγινε καλά. Το λιμεναρχείο μου έδινε το ποσό της ασφάλειάς του, επειδή τον έσωσα, αλλά εγώ δεν το πήρα.
Άλλος ένας «μηχανικός», ο Βαρδάκος ο Μιχάλης, όπως πηγαίναμε για χειμωνιάτικο έξω από το Πιθάρι, κάτω από το μοναστήρι, είδε στο βυθό ένα μόλο και πάνω ένα μεγάλο σφουγγάρι. Κατέβηκε, αλλά ήταν βαθιά. Παράτησε τον κολαούζο, ήρθε τρεις οργιές πάνω, απότομα, λασκάρισε το σκοινί και κατέβηκε βαθιά στο βυθό και ξερίζωσε το μεγάλο σφουγγάρι. Τον πήρα είδηση κι αμέσως, γρήγορα, τον τράβηξα με το μαρκούτσο πάνω».
Έκανε παύση να δροσίσει το λαρύγγι του με λίγο πιοτί και να φουμάρει. Κοίταξε τους άλλους, ήθελε να δει τι εντύπωση είχαν κάνει τα λόγια του και χαμογέλασε. Επίτηδες τράβηξε και μια δεύτερη, αργή τζούρα, ξεφύσηξε τον γαλάζιο, αρωματικό καπνό και χτύπησε τα δάχτυλά του ρυθμικά στο τραπέζι.
«Και τι έγινε τότε;», ρώτησε χωρίς να το πολυσκεφτεί ο Σέμος. Το ενδιαφέρον του ήταν έκδηλο και είχε γουρλώσει τα μάτια. Ο ναυτικός χαμογέλασε τώρα πιο πλατιά και φάνηκαν δυό χρυσά δόντια, εκεί που είχε τα σκυλόδοντα.
«Αυτοί οι δύτες παιί μου, είναι μεθυσμένοι, κάτω στο βυθό, βυθίζονται, βλέποντας πότε να βρουν σφουγγάρι και δεν καταλαβαίνουν ότι κινδυνεύουν και θα πεθάνουν.
Τον έβγαλα πάνω, αλλά δεν μου είπε ότι ήταν ζαλισμένος. Βγαίνουμε στην Τέλενδο, εγώ έκατσα στο καφενείο κι αυτός πήγε στο σπίτι του. Εκεί μούδιασε, αλλά εγώ δεν το γνώριζα, δεν μου το είπε. Σηκώνομαι, φεύγουμε με το καΐκι, πάμε στον Εμπορειό, εκεί τον έβγαλα έξω μαγκωμένο. Ότι που περπατούσε. Του λέγω: «Εμπρός… περπάτημα». Έπαιρνε τους αγκάτθους μπροστά του και σερνότανε. Τον παίρνω, τον έβαλα στο καΐκι του έκαμα οξυγόνο, τον έβαλα να περπατεί συνέχεια κι άρχισα το τρίψιμο. Γιατί εκεί που είναι οι πόροι του αιμάτου, με το πιάσιμο δεν κυκλοφορεί το αίμα. Με το τρίψιμο, ανοίγουν οι πόροι, τη μια μέρα λίγο, την άλλη περισσότερο, την τρίτη λασκάρει και γίνεται καλά. Όλα τα χτυπήματα σηκώνουν τρίψιμο. Το σοβαρό χτύπος όμως δεν γίνεται καλά. Κάθε μέρα το λοιπό, του έκαμα, οξυγόνο, τρίψιμο, γυμναστική, πίεζε και ο ίδιος τον εαυτό του… ε, γίνηκε καλά.
Όπως είπα, όταν ο δύτης κατέβαινε στο βυθό, ήξερα του καθενός τη δύναμη. Από πάνω, είχαμε μαζαρόλι με μισό λεπτό. Δεν έχομε ρολόι. Το κρατά ο τρίτος δύτης στη σειρά. Είμαστε βαθυτικό σύστημα και τον παρακολουθώ με τις μπουρμπουλήθρες. Που πάει, που πορπατάει, που ταξιδεύει. Αν πάει κόντρα στο ρέμα τον αφήνω επτά λεπτά, αν πάει πρίμα του δίνω δώδεκα με δεκατρία λεπτά. Αυτή την έννοια, τη σκέψη πρέπει να την έχω για δεκαπέντε άτομα.
Μια φορά ένας δύτης, ο Τσαούσης, πρωτάρης κι αμάθητος ακόμα, κάτω στο βυθό είδε πιο βαθιά μεγάλο σφουγγάρι. Έβγαλε τον κολαούζο από το χέρι, βγήκε πάνω τρεις οργιές, μποσικάρισε τον κολαούζο και κατέβηκε βαθιά να πιάσει το σφουγγάρι. Εγώ τρόμαξα, αλήθεια τρομοκρατήθηκα. Όταν ο καταραμένος ήβγε πάνω, του άστραψα δυο χαστούκια, από τα πιο δυνατά που έχω δώκει στη ζωή μου κι έκλαιγα από την αγωνία μου. Γιατί αν πάθαινε τίποτα, εμένα θα τραβούσε το λιμεναρχείο. Βέβαια, δεν έκανε μόλις βγήκε πάνω να του αστράψω τα χαστούκια, γιατί ανέβηκε πάνω απότομα, μετά τόσες οργιές. Έπρεπε να περάσει στην πάντα, να κάτσει στο σκαμνί, να κάμει τσιγάρο, να ψαρευτεί, όμως ο λύπος μου και η αγανάκτησή μου… δεν κατάλαβα πως, του άστραψα τα χαστούκια. Έπρεπε να πέσει ο επόμενος στη θάλασσα και τότε να του έκαμα την περιποίηση. Αλλά ήμουνα ξενευρισμένος. Γιατί ήταν δόκιμος, δεν ήταν μαθημένος και ήθελε να με βάλει φυλακή. Εγώ τον πήρα χατίρι του πατέρα του κι είχα μεγαλύτερη ευθύνη. Αυτός με πήγε στο Λιμεναρχείο για τα χαστούκια.
Ο Πλωτάρχης ήρθε στο καΐκι, χωρίς να ξέρουμε ποιος ήταν. Μόλις είχαμε φάει, μου λέει: «Βάλετέ μου στο σκουτέλι λίγο από το φαί σας να δοκιμάσω». Εγώ του είπα: «Αυτά τώρα είναι ότι απόμειναν … είναι αποφάγια». Εκείνος μ’ απαντάει: «Όχι, δεν πειράζει. Βάλετέ μου να δοκιμάσω».
Όπως μας είπε αργότερα, είχαν πάει Συμιακοί δύτες και του είχαν παραπονεθεί ότι πεινούσαν και σε μας έκανε δοκιμή. Όταν δοκίμασε το φαί μας, μας είπε: «Αυτά είναι τα αποφάγια; Αυτά μαθές είναι καλά και νόστιμα». Ακουγόταν ότι πεινούσαμε, όμως, όχι γιατί δεν είχαμε φαί, αλλά γιατί λόγω δουλειάς, τρώγαμε μόνο μια φορά το βράδυ, άντρες πάνω στα καλά μας και ολημερίς οι κοιλιές γουργούριζαν. Ο Πλωτάρχης μας ρωτά: «Ποιος είναι ο καπετάνιος του ¨Αγίου Δημητρίου¨;». Παρών ήταν και ο Σδρέγας ο Δημήτρης, ο γιός του καπετάνιου. «Εγώ», του είπα. Μου λέει: «Μπορούμε να πάμε στο γραφείο μου;». όπως ήμουνα, πήγαμε με το αυτοκίνητο κι εκεί μου λέει: «Έχεις παραπονούμενο βουτηχτή». «Και ποιος είναι αυτός;», τον ρωτάω. Από δίπλα βγαίνει ο Τσαούσης. «Αααα, αυτός ο κύριος είναι;», του λέγω. «Κύριε πρόξενε, εδώ μπροστά έχουνε ένα σκοινάκι κολαούζο. Γιατί το έχουμε;». Μου απαντά: «Είναι η ασφάλεια του βουτηχτή». «Αυτός δουλεύει τριάντα πέντε οργιές βάθος και είναι δόκιμος. Τον πήρα χατίρι του πατέρα του και είναι μικρός. Έχω μεγαλύτερη ευθύνη. Όμως βγήκε πάνω τέσσερις οργιές απότομα, λασκάρισε και φοράρει τον κολαούζο. Και πήγε κάτω βαθύτερα από όσο πρέπει και έβγαλε το σφουγγάρι. Εγώ τρόμαξα. Τι έπρεπε να κάμω; Άρπαξα τα μαρκούτσα, τον λεβάρισα πάνω σε δυό λεφτά». «Αααα! Έτσι», μου λέει ο πρόξενος. «Δώστου το λοιπό άλλα δυό χαστούκια». «Εγώ γιατί τα ήκανα όλα αυτά; Για να τον σώσω».
Κάθε μέρα από το πρωί μέχρι το βράδυ, καρδιοχτύπι, αγωνία, φουμάριζα συνέχεια. Τα τσιγάρα τότες ήταν των πεντακοσίων και σε δυό με πέντε μέρες, κάπνιζα μια κούτα και στο στόμα μου δεν έβαζα όλη μέρα ούτε ένα κομματάκι ψωμί.
Μέχρι το βράδυ, μέχρι να τακτοποιηθούν όλα, να σχολάσω και όλα να γίνουν τέλεια, ήμουν συνεχώς τεντωμένος. Ο πλοιοκτήτης καθότανε όλη μέρα στην μπρατσέρα, δεν είχε καθόλου έννοια και ότι κι αν γινότανε τις ποινικές και άλλες ευθύνες τις είχα εγώ. Βέβαια δεν είχα παράπονο, πληρωνόμουν με το παραπάνω. Κάθε βράδυ όταν σχολούσαμε, παίρναμε πορεία να πάμε στην μπρατσέρα. Έδινα αναφορά στον καπετάνιο πόσα σφουγγάρια βγάλαμε. Εκεί ήταν το ξενοδοχείο του ύπνου. Στο αμπάρι με σανίδες, ήταν τα κρεβάτια του πληρώματος. Ήταν όμως και του φαγητού και από κει παίρναμε πετρέλαιο, νερό, ότι χρειαζόμασταν. Όταν μας τελείωναν τα πετρέλαια και οι κουμπάνιες, από την Κάλυμνο ξεκινούσε το λίμπερτο και μας έφερνε και μαζί έστελναν οι γυναίκες μας γράμματα και ποδοσίμια και πετσελλώματα, το ίδιο κάναμε κι εμείς, στην επιστροφή να στείλουμε γράμματα.
Βέβαια, ένας άνθρωπος μου έσκασε. Ήμασταν στον Άσπρο Κάβο, στην Αλεξάνδρεια. Εκεί ο βασιλιάς της Αλεξάνδρειας ήταν το μέρος δικό του και είχε μεγάλη βίλα. Ο δύτης ήταν δόκιμος, αμάθητος. Τον κατέβασα στο βυθό κι έσπασε το μαρκούτσο. Με το «πάτωμα», πρέπει να βγάλεις τον αγέρα από το «φόρεμα» για να μπορείς να πορπατήσεις. Πάτησε την «βαρβάρα», το φόρεμα άδειασε από τον αγέρα, όμως επειδή τρύπησαν τα μαρκούτσα, έπρεπε να ξαναπατήσει τη «βαρβάρα», να γεμίσει αγέρα το «φόρεμα», να μπορέσει να έρθει γρήγορα απάνω. Σάστισε, δεν το έκαμε. Εγώ το πήρα είδηση, όμως μέχρι να μαζέψω τα μαρκούτσα που ήταν εκατό οργιές, για να τον φέρω πάνω, δεν πρόλαβα. Το χέρι μου άναψε να τραβώ όσο γίνεται πιο γρήγορα. Έβαλα και την τραγιάσκα μου στα χέρια, αλλά δεν τα κατάφερα. Όταν βγήκε, ήταν αργά, είχε σκάσει. Με το χύσιμο, όταν φτιάχνουν τα μαρκούτσα, είχε ελάττωμα και κρύπαρε. Όταν του έβγαλα την περικεφαλαία, ήρθε σε επαφή με τον καθαρό αγέρα και αμέσως πρήστηκε η κεφαλή του. Δεν μπορούσε να βγει. Για να μην τον θάψουμε με τον θώρακα, όπως έκαναν άλλοι, ξεβίδωσα όλο τον θώρακα, τις πλάκες, το λάστιχο από τις βίδες και το έβγαλα.
Τον βγάλαμε στην στεριά, στον Άσπρο Κάβο και ήρθε τάγμα με στρατιώτες, αραπάδες, να τον φυλάνε. Το πρωί τον πήρανε και τον πήγαν από την στεριά στη Μάρσα Μαντρούχα της Αλεξάνδρειας. Τον θάψανε με παπά σε νεκροταφείο. Εγώ δεν πήγα στη κηδεία. Με κάλεσαν να δώσω μαρτυρία. Με βάλανε στο κρατητήριο κι άρχισαν τις ανακρίσεις. Ήρθαν από το καΐκι και είπανε στον πλωτάρχη: «Ένα καρπούζι ξέρεις τι κρύβει μέσα; Έτσι και το μαρκούτσο ήταν ελαττωματικό». Αυτοί κατάλαβαν ότι δεν έφταιγα και με άφησαν. Αυτά είναι η ευθύνη του κουμάντου. Ο απλός κολαουζέρης δεν έχει τόση ευθύνη».
Για άλλη μια φορά το «Μαϊστράλι», σταμάτησε και τράβηξε ξανά τζούρα να νοιώσει τον καπνό στα στήθια, να τον καίει, λες και ήθελε να ξυπνήσει από αυτό τον λήθαργο των αναμνήσεων που είχε περιέλθει. Τα μάτια του ήταν κόκκινα, ίσως και κάποιο δάκρυ να έκανε στιγμιαία την εμφάνισή του στην άκρη του δεξιού του ματιού. Δεν πρόλαβε κανείς να το δει καλά, γιατί προφασιζόμενος τσιγαρόβηχα, σκούπισε τα μάτια του. Έριξε το βλέμμα του πάνω στο Σέμο. Υπολόγιζε την ηλικία του, τα νιάτα του. Φάνηκε ότι κάτι ήθελε να του πει, αλλά σιώπησε. Μόνο τον ρώτησε αν τα παιδιά του ήταν καλά. Ο νέος του έγνεψε καταφατικά και φάνηκε αναστατωμένος. Παρότρυνε τον γεροναυτικό να συνεχίσει την αφήγησή του.
«Από τροφοδοσίες…», συνέχισε, «… μην το συζητάτε, πως ο κόσμος πεινούσε. Ήταν πάντα πληθερό. Ο Σδρέγας στην Κάλυμνο… ήταν … σαν Ωνάσης. Είχε δικά του λεφτά και πάντα κάναμε πρώτοι πλήρωμα από τους άλλους καπεταναίους. Καλοί ήταν και οι άλλοι καπεταναίοι, αλλά ήταν φτωχοί. Είχαν αγωνία και έβαζαν ενέχυρο ότι είχαν και δεν είχαν. Πάντα με φόβο κι αγανάκτηση να βγει το καλοκαίρι. Αλλά κουτσά – στραβά, τα έξοδα βγαίνασι, φτωχά βέβαια… δεν βγάζανε όλοι χρήματα. Έτσι περνούσε το καλοκαίρι, Σεπτέμβρης, Οχτώβρης, αρχές Νοέμβρη, τέλος ταξιδιού, πορεία για την αγαπημένη Κάλυμνο και την οικογένειά μας».
Εδώ το «Μαϊστράλι», σταμάτησε απότομα την κουβέντα. Έδειξε ότι δεν ήθελε να μιλήσει άλλο για αυτά που του τυραννούσαν το μυαλό. Δεν ήθελε άλλο αυτές τις ανάμνησες. Έπρεπε να τα θάψει βαθιά, φοβόταν όμως να τα σβήσει για πάντα, τα ένοιωθε περιουσία του. Βέβαια τώρα του έφταναν οι μεζέδες του κάπελα, της κυρα Ουρανίας βασικά της γυναίκας του κάπελα, ο ναργιλές του και τα εγγόνια του που πήγαιναν δημοτικό. Ευχόταν μέσα του να μορφωθούν να μην ακολουθήσουν την θάλασσα, όπως τα παιδιά του, να γίνουν δάσκαλοι ή γιατροί.
Ο Σέμος, τον κοίταγε ακόμα. Τα μυαλό του επεξεργαζόταν ακόμα τα λόγια του. Είχε αρχίσει να φοβάται όλο και λιγότερο την θάλασσα, είχε αρχίσει να ζηλεύει αυτή την ζωή των σφουγγαράδων, την αλητεία του επαγγέλματός τους. Η περιπέτεια που έφτιαχνε άντρες και έδινε λεφτά.
Η ώρα είχε περάσει και σε λίγο θα έβγαινε ο ήλιος. Η ζέστη κρατούσε καλά και τώρα δεν φυσούσε καθόλου εκείνο το δροσερό θαλασσινό αεράκι. Σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του και έκανε να φύγει. Γύρισε για τελευταία φορά το βλέμμα στον παλιό ναυτικό. Τον είδε να είναι χαμένος στις σκέψεις του.
Προχώρησε στα στενά δρομάκια. Από κάποιο σπίτι, αξημέρωτα ακόμα, ακουγόταν αχνά,  μουσική και ομιλίες. Το νησί ξυπνούσε. Θα άλλαζε ρούχα και μετά τον πρωινό καφέ του με την Νικολέτα, θα πήγαινε, άυπνος, στη δουλειά του. Δεν τον ένοιαζε. Το μυαλό του επεξεργαζόταν όλα αυτά που είχε ακούσει, αυτά που ζούσε, αυτά που ήθελε.
Από αυτή την μέρα ο άντρας με τα δίδυμα και την όμορφη γυναίκα, δεν θα ήταν ο ίδιος πια!

Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2016

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21

Η Ποθητή και η Μαρία, πιασμένες αγκαζέ, περνούσαν από την πλατεία με κατεύθυνση το σπίτι τους. Μετά την λειτουργία στον «Χριστό» και την ζέστη, ένοιωθαν κατάκοπες και εξαντλημένες, αλλά δεν έπρεπε κανείς να το δει αυτό. Περπατούσαν λοιπόν με ένα αυτάρεσκο χαμόγελο και μια περιφρόνηση προς τους απλούς νησιώτες με τα τόσα κουσούρια τους. Γιατί και οι δυό, προσπαθούσαν τα κουσούρια να βρουν, παρά να αφοσιωθούν σε εκείνη την «καλημέρα» ή «καλησπέρα» που με τόση προθυμία προσφερόταν από όλους.
«Καλημέρα Ποθητή…»
«Καλημέρα και σε σένα μαθές… και χρόνια σου πολλά, μέρα που είναι σήμερις Παναιά μου…» κι έκανε το σταυρό της όσο πιο επιδεικτικά μπορούσε. Μετά γύρναγε στην αδερφή της : «… είδες; Μας λέει  καλημέρα και η Παναγιώτα, μας κάνει ίσες κι όμοιες με τα μούτρα της, βλέπεις, αλλά εμείς δεν τραβιόμαστε με τον Γρηγόρη του Κουτσά στους αγρούς… Θοῦ, Κύριε, φυλακὴν τῷ στόµατί µου καὶ θύραν περιοχῆς περὶ τὰ χείλη µου … να μη πω παραπάνω. Άκου καλημέρα κι απ’ αυτήν!». Η Μαρία συμφωνούσε κουνώντας το κεφάλι καταφατικά και απλά χαμογελούσε.
Τα κορίτσια της γωνίας, οι γνωστές Τσουκαλαήνες συνέχισαν τον δρόμο τους, απαντώντας στα καλημερίσματα λοιπόν των υπολοίπων, φροντίζοντας να πουν και κάτι για όλους.
Ο καπετάν Λευτέρης ο Χειλάς στεκόταν στην άκρη της προκυμαίας και όλο φώναζε στους ναύτες του που είχαν αναλάβει το «ξεκουβάλημα» των σφουγγαριών και την γλίτσα στο κατάστρωμα. Έδειχνε με το χέρι, κάπου – κάπου έβριζε, διάταζε, παρακαλούσε και γενικώς προσπαθούσε να τελειώσει όσο πιο γρήγορα μπορούσε τις δουλειές του, να φύγει να πάει πάλι στα νερά της Τυνησίας που τον περίμενε ο καπετάν Άτσας. Είχε αυστηρές οδηγίες από το αφεντικό του, να κάνει γρήγορα, να προλάβουν τα «φορτώματα», τους αγέρηδες και ειδικά τον αλλαγμένο, απότομο  Πουνέντη84 στην Μπαρμπαριά που έκανε «…τους αραπάδες στις χάϊμες85νευρικούς και απαιτητικούς. Και φυσικά επικίνδυνους…», όπως ακριβώς ήταν τα λόγια του.
Φορούσε το ναυτικό του, μαύρο κασκέτο, βαθιά τραβηγμένο μέχρι λίγο πάνω από τα μάτια, το φανελάκι με τις τιράντες να του αφήνουν λευκά σημάδια στο σώμα και το παντελόνι γυρισμένο, να μην βρέχεται από τα νερά, μέχρι πάνω από τους αστραγάλους. Αεικίνητος πάντα, καλός θαλασσινός, ήταν παλιός φίλος και ο έμπιστος του καπετάν Άτσα, το δεξί του χέρι όπως συνήθιζε να τον αποκαλεί. Λιγομίλητος άνθρωπος είχε κάνει «μηχανικός» στα νιάτα του και όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, καπετάνιος στη δούλεψη του φίλου του, περηφανευόταν μόνο για ένα πράγμα: «… εγώ παιδί μου…», έλεγε σε όσους τον ρωτούσαν, «… δεν έχω ψαρέψει σε όλη τη Μεσόγειο, έχω περπατήσει όλη τη Μεσόγειο…» κι έδειχνε τα πόδια του, εννοώντας ότι τόσα χρόνια, τόσες ώρες στο βυθό της θάλασσας, είχε κάνει αποστάσεις που ισοδυναμούσαν με την έκταση της Μεσογείου. Και εκεί ήταν οι μόνες φορές που χαμογελούσε.
Είδε τις Τσουκαλαήνες που κατέβαιναν πιασμένες σαν κρίκοι αλυσίδας, με τα κίτρινα μαντίλια στο κεφάλι να θυμίζουν σημαδούρες της θάλασσας που είχαν ξεβραστεί στην άσφαλτο της πλατείας. Συνοφρυώθηκε αφού το να γελάσει με αυτό το θέαμα δεν το μπορούσε. Σαν τον πλησίασαν τις χαιρέτισε όσο γινόταν πιο αδιάφορα.
«Καλημέρα καπετάνιε, ίντα κάμεις εδώ τέτοια μέρα μαθές; Τώρα ήφτασες;»
Τους απάντησε με  μια κίνηση του κεφαλιού και έδειξε με το χέρι το «ντεπόζιτο» και τους άντρες του, που πηγαινοέρχονταν σε μια σειρά πάνω – κάτω στη σανίδα που ένωνε το σκάφος με την προκυμαία σαν μερμήγκια και το βίντσι με το δίχτυ που σήκωνε τα σφουγγάρια.
«Ναι, σήμερις αριβάρισα…», απάντησε τελικά. «Πρέπει να κάνω γλήγορις όμως να φύω, όσο πιο γλήγορις μπορώ. Βρήκε ο Άτσας πολύ πράμα, καλές ψαριές και βιάζεται…»
«Όλοι καλά είναι καπετάνιο; Οι «μηχανικοί», όλοι καλά….», ξαναρώτησαν εκείνες δείχνοντας πραγματικό ενδιαφέρον τώρα.
«Όλοι καλά κυράδες. Μέχρις τώρα δεν έχουμι κάτι που να μας ανησυχάει…»
«Άντε βρε Μαρία να πααίνουμε κι εμείς τώρα, να πααίνει κι ο καπετάνιος να δει την κυρά του την καπετάνισσα», είπε η Ποθητή και τράβηξε από τον αγκώνα την αδερφή της. «Καπετάνιε η Παναία να σε βοηθά και να έχεις καλές θάλασσες…», του είπε, λίγα μέτρα μακριά του «… και μη λείπεις τόσο καιρό, η γυναίκα σου λυπάται που δεν σ’ έχει…», πρόσθεσε ελπίζοντας ότι ο καπετάνιος θα πρόσεχε την σπόντα της. Αλλά εκείνος είχε ήδη γυρίσει την πλάτη στις δυο γυναίκες και φώναζε στους δικούς του, δεν άκουσε τίποτα από τα τελευταία λόγια της Ποθητής και αυτό έκανε την Τσουκαλαήνα να σκυλιάσει από το κακό της.
Είχε αρχίσει να βραδιάζει όταν όλα τα σφουγγάρια είχαν πουληθεί στους εμπόρους και τώρα «ξεκουράζονταν» στην πλατεία του «Χριστού» πάνω στα Ιταλικά ψηφιδωτά, δίνοντας ένα έντονο μπεζ χρώμα σε όλο τον χώρο. Ο καπετάν Χειλάς, έκλεισε με τους «σπετζάδες»86 να παραλάβει την επομένη,  καλαθούνες με τρόφιμα, ψωμιά και λαχανικά, κρέατα και παστά, κανόνισε να γεμίσει και τα βαρέλια με νερό που τους έριχναν και λίγο κινίνο για τους αρουραίους και σακιά με αλάτι και ζάχαρη. Για καφέ δεν συζήτησε, αυτό θα ήταν το δώρο των εμπόρων για τους «μηχανικούς».
Έμεινε ευχαριστημένος με το αποτέλεσμα της πίεσής του και χτύπησε την παλάμη με την γροθιά του. Έβγαλε ένα μαντίλι από την πίσω τσέπη και σκούπισε το σβέρκο και το πρόσωπό του, έβγαλε και μια βαθιά ανάσα και κοίταξε το μέρος γύρω του. Οι άντρες του είχαν φύγει, άλλος για το σπίτι του, άλλος για την αρραβωνιάρα και άλλος απλώς… είχε φύγει. Έφτιαξε το κασκέτο του, αν και είχε ήδη βραδιάσει δεν το έβγαζε, πήρε να βαδίζει κατά τον Αι Νικόλα, να τελειώσει και την τελευταία δουλειά του.
«Κυρά Βακίνα, θα περιμένεις λίγο ακόμα…», είπε απευθυνόμενος νοητά στην καπετάνισσα που τον περίμενε στο σπίτι.
Το καφενείο έμοιαζε με παραμυθένιο σπίτι, με τα αχνά του φώτα, την ηρεμία του δρόμου και τους θαμώνες του στην αυλή, να πίνουν το ουζάκι τους συνοδεία θαλασσινών μεζέδων και την θάλασσα κοντά να αντανακλά τα φώτα του νησιού, σαν κάποιος να είχε ανάψει κεράκια μέσα στο νερό. Από κάπου μακριά ακούγονταν τραγούδια και τσαμπούνες, κάποιοι γιόρταζαν ακόμα την Χάρη Της, ενώ ο αέρας που λιπόψυχα φυσούσε, μετέφερε όλη την μυρωδιά του θαλασσινού ιωδίου.
Ο καπετάν Λευτέρης, περπάτησε ανάμεσα στα τραπεζάκια, χαιρέτισε πολλούς, μίλησε μια – δυο κουβέντες με ακόμη πιο πολλούς και διαλέγοντας ένα τραπεζάκι στην άκρη της ασπρισμένης με ασβέστη αυλής, κάθισε και κοίταξε προς το μέσα μέρος του μαγαζιού. Είδε τον Μέμο που κάθιδρος προσπαθούσε να εξυπηρετήσει όλη την πελατεία, όσο πιο καλά και γρήγορα μπορούσε. Σε λίγο τον είχε πλησιάσει με την πετσέτα ριχτή στον ώμο να πάρει την παραγγελία του.
«Καλησπέρα καπετάνιε…», του είπε χωρίς ν’ αναφέρει το όνομά του που προφανώς δεν το ήξερε. «Ίντα να σου φέρω; Τσίπουρο ή κάτι άλλο;»
Ο ο καπεταν Χειλάς τον κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω.
«Είσαι ο αδερφός του Κλεάνθη, έτσι δεν είναι;»
«Ναι, καπετάνιε…», απάντησε ο Μέμος, «… αυτός είμαι. Ο «μικρός»… ο αναπληρωματικός…», είπε και καθάρισε το στρογγυλό μεταλλικό τραπέζι με την πετσέτα – πατσαβούρα που είχε στον ώμο του. Ο καπετάνιος χτύπησε με το χέρι την καρέκλα γελώντας.
«Άντε βρε, πιάσε ένα τσιπουράκι να καθαρίσει το μυαλό, όλη μέρα σήμερα, μπαϊλντίσαμε…  με τόσα και τόσα… Αλήθεια ο αδερφός σου που ‘ναι;»
Ο Μέμος έξυσε το πάνω μέρος του κεφαλιού του και κοιτάζοντας προς την μεριά του απέναντι μαρασιού, σήκωσε τους ώμους δείχνοντας πως δεν ήξερε πολλά. «Κάπου κείθε προς την Παναγιά την «Κυρά Ψηλή», γιγνώσκω κι εγώ μαθές; Αλλά, τι τον νοιάζει για μένα, για το μαγαζί, αυτός θα τρώει θα πίνει και ο μήνας έχει εννιά…; Όλη μέρα με έχει αφήσει μόνο μου… όλο το απόγευμα…. Ούτε να κατουρήσω δεν μπορώ…»
«Και τις άλλες μέρες που είναι εκείνος μόνος του, εσύ τον σκέφτεσαι; Έρχεσαι να βοηθήσεις;»
«Και βέβαια έρχομαι όποτε μπορώ. Αλλά έχω και το ψάρεμα, νέος είμαι, θα πιάσω και τα χταπόδια μου και τις ψαρούκλες μου… Δεν είναι το ίδιο καπετάνιε… Το μαγαζί είναι δικό του, τι να κάνουμε; Και το σακάτικο πόδι του, δεν τον αφήνει και για πολλές βόλτες, που να πάει; Εγώ έχω ακόμα τα νιάτα μου, τους φίλους μου, την θάλασσά μου…»
«Ενώ εκείνος… σακάτης! Έτσι; Ανήμπορος…»
«Πάω να φέρω το τσιπουράκι σου καπετάνιε, να φέρω και κάτι τις να βάλεις στο στόμα σου, μη σε πιάσει καμιά λιγούρα και τα λέμε»
Ο καπετάν Λευτέρης κοίταξε προς τη μεριά του λιμανιού. Κάπου προς τη μεριά της Τουρκίας πρέπει να έβρεχε, γιατί έβλεπε κεραυνούς προς τα κει, να σχίζουν τον ουρανό. Και κάπου – κάπου κάποιο μπουμπουνητό ερχόταν υπόκωφα να ταράξει την ηρεμία. «Καλοκαιρινά μπόρα! Τι χειρότερο!», σκέφτηκε θαλασσινά ο καπετάνιος. Άναψε τσιγάρο και κάθισε σταυροπόδι. Οι υπόλοιποι, είχαν απορροφηθεί στις κουβέντες τους και τις προπόσεις που έκαναν σε κάθε ποτήρι τσίπουρου που κατέβαζαν στο λαρύγγι τους, πάντα βέβαια στον όνομα της «Χάρης Της». Έτσι κι αλλιώς είχαν μια σοβαρή δικαιολογία σήμερα.
Ο Κλεάνθης έσερνε με λίγο περισσότερη δυσκολία το πόδι του. Έφταιγε και η Υπαπαντή, έφταιγε και το καλό κοκκινέλι, έφταιγε και η ζέστη. Κάθε τόσο σταματούσε και στηριζόταν στις γωνιές των σπιτιών ή στις χαμηλές πεζούλες, «τουλάχιστον δεν κρατώ μπαστούνι…» σκέφτηκε και παίρνοντας βαθιά ανάσα, συνέχισε το δρόμο του για το καφενείο. Είχε ανυπομονησία να πάει γρήγορα τώρα, σαν είχε δει το «ντεπόζιτο» του καπετάν Άτσα δεμένο κοντά στη πλατεία και κάτι μέσα του είχε πάρει φωτιά.
Από μακριά είδε τον καπετάν Λευτέρη που έπινε το τσίπουρό του και κάπνιζε το τσιγάρο του, συζητώντας με τον μικρό του αδερφό. Χαμογέλασε και έφτιαξε τα μαλλιά. Σκούπισε τον ιδρώτα του και ξεσκόνισε λίγο το παντελόνι του. Άναψε και αυτός ένα τσιγάρο να ηρεμίσει, να μειώσει λίγο και την ένταση που τον είχε καταλάβει, να μη την δείξει τουλάχιστον κι έκανε τα τελευταία μέτρα όσο γρήγορα αλλά και με ίσιο κορμί μπορούσε, χωρίς να στηριχτεί πουθενά αλλού. Σαν έφτασε χαμογέλασε:
«Καπετάνιε… ίντα κάνεις;», είπε και έδωσε το χέρι του στον ναυτικό που καθόταν στο καφενείο. «Άντε μικρέ… άντε φέρε και σε μένα ένα τσίπουρο να τα πούμε με τον καπετάνιο…», συνέχισε προς τον αδερφό του, με ένα βλέμμα που σήμαινε να τσακιστεί να κάνει, χωρίς δεύτερη κουβέντα αυτό που του έλεγε.
«Λοιπόν καπετάνιε, έχεις ώρα που ήρθες;»
Συζήτησαν αρκετά και για πολύ ώρα, αυτά που είχε πει ο καπετάν Άτσας και στον ένα αλλά και στον άλλο. Συμφωνήσανε ότι αφού μπορούσε ο Κλεάνθης, την μεθεπόμενη, ξημερώματα της δεκάτης εβδόμης του μήνα, θα έφευγαν. Θα πήγαιναν στα άλλα σκάφη, «στα βαθυτικά» όπως του είπε, που ήταν έξω από το Μαρόκο. «Κι έχει πολύ πράμα εκεί Κλεανθιό…», συνέχισε. «Θα σε περιμένω το λοιπό, όπως τα συμφωνήσαμε;». Ο Κλεάνθης κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Είχε μια μέρα μπροστά του, να τακτοποιήσει όλες του τις υποθέσεις. Ναι, τώρα ήταν σίγουρος γι αυτό που έκανε.

Το βράδυ με την μοναξιά του, ήταν όμορφη, εκεί, στη μεγάλη βεράντα με το ψηφιδωτό και τα πράσινα κάγκελα με τα στριφογυριστά τους «σαλιγκαράκια», πάνω και κάτω. Η Κως στο βάθος φαινόταν σαν σκιά με τα φώτα της να λάμπουν σαν πυγολαμπίδες στο σκοτάδι του πελάγους. Το τσιγάρο του έκαψε τα δάχτυλα και ο Κλεάνθης το πέταξε στο μαύρο νερό. Τα βράχια κράτησαν την γόπα για λίγο, να κάνει το φινάλε της και το κύμα την άρπαξε πεινασμένο να την καταβροχθίσει.
Μια χαρά, αλλά και μια πίκρα συνάμα, είχαν πλημμυρίσει την καρδιά του Κλεάνθη. Η χαρά που επιτέλους έφτασε η ώρα να κάνει το πολυπόθητο αυτό ταξίδι, αλλά όπως συμβαίνει πάντα, ήταν και η στιγμή που έπρεπε να αφήσει πίσω του, όλη τη ζωή που είχε δημιουργήσει στη ξηρά, όλες τις καθημερινές συνήθειές του… και θα άφηνε φυσικά θα αποχαιρετούσε τα αγαπημένα του πρόσωπα, τουλάχιστον μέχρι τον Οκτώβρη. Δυόμιση βέβαια μήνες μόνο αλλά… , αλλά… μέσα στα πρόσωπα αυτά υπολόγιζε και κάποιο που θα μπορούσε να αλλάξει το μέλλον του. Δείλιασε προς στιγμή, αλλά τα «θέλω’ του επικράτησαν και η απόφαση δεν άλλαξε. «Τι είχα πάντα για να λυπάμαι τώρα;», σκέφτηκε καθώς χτύπαγε πάνω στο πακέτο του, το δεύτερο τσιγάρο. Άκουσε τα βήματα κάποιου στο ξύλινο πάτωμα της σάλας και γυρίζοντας το κεφάλι, αντίκρισε την μεγάλη του αδερφή.
Ερχόταν από το δωμάτιό της, με το νυχτικό και εμφανή τα σημάδια της αϋπνίας στα μάτια της. Του χαμογέλασε από μακριά και κοίταξε προς τη μεριά που κοιμόταν ο πατέρας της. Τον είδε να σαλεύει, να γυρίζει στο πλευρό.
«Δεν κοιμάται…», ψιθύρισε στον αδερφό της. «Εκτός από τον Μέμο, κανείς δεν κοιμάται. Η μάνα κλαίει… μεγάλη απόφαση πήρες αδερφέ. Μεγάλη και προκαλείς πόνο…». Ακούμπησε στο κάγκελο και αγνάντεψε με τη σειρά της το μαύρο πέλαγος και το απέναντι νησί. Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος σε μια μοιρολατρική στάση. «Καλά εμάς… είμαστε η οικογένειά σου και πες… περνάς αυτό που θέλεις. Την Υπαπαντή όμως; Δεν την λογαριάζεις; Δεν την σκέφτεσαι; Έτσι, θα την αφήσεις μόνη της… τώρα; Τώρα που της έχεις δώσει ελπίδες; Όνειρα;»
Ο Κλεάνθης δεν απάντησε, δεν ήξερε τι να πει. Έβλεπε ότι η οικογένειά του τον στήριζε στην απόφαση του αυτή, αλλά καταλάβαινε και τον πόνο, την ανησυχία που έδινε. Αυτό το επιβεβαίωνε και ο ήχος από κάποιους λυγμούς που ερχόταν από το δωμάτιο της μάνας του. Έβλεπε την Κυράννα να στριφογυρίζει στο στρώμα, να κλαίει και να δαγκώνει το σεντόνι από την στενοχώρια της. Το φοβόταν το σφουγγάρι, αν και ήθελε «μηχανικούς» για τις κόρες της. Εκεί όμως εξαντλούνταν όλη της η γενναιότητα.
Την απελπισία που προκαλούσε, την φανέρωνε και το μικρό καντήλι που έκαιγε με τη χλωμή του φλογίτσα στο πάνω μέρος της κάμαρας της. Και το θυμιατό που αρωμάτιζε όλο τον χώρο αλλά και η εικόνα της Παναγίας που φαινόταν να μην στηρίζεται καλά στο τοίχο, αφού τα τρεμάμενα χέρια της μάνας, την ώρα που την είχε κατεβάσει να την φιλήσει, δεν μπορούσαν να την τοποθετήσουν ίσια.
«Λοιπόν; Θα επιμείνεις στην απόφασή σου αυτή;»
«Ναι», της απάντησε ανόρεχτα, μονολεκτικά. Ήταν η στιγμή που ήθελε να μείνει μόνος του, αλλά και συγχρόνως αποζητούσε την συντροφιά κάποιου και αφού δεν μπορούσε να έχει την Υπαπαντή, η καλύτερη επόμενη επιλογή, ήταν σαφώς η Καλοτίνα.
«Θα πας για σφουγγάρι ε; Θέλεις να τονίσεις ότι δεν είσαι αυτό που έγραφε η … παλιοφυλλάδα των Αθηναίων δημοσιογράφων. Πάνω απ’ όλα ο εγωισμός σου ε;»
«Δεν μπορείς να καταλάβεις εσύ…»
«Δεν μπορώ;», απάντησε με ερώτηση η κοπέλα. «Πιστεύεις ότι δεν μπορώ να καταλάβω, γιατί ο αδερφός μου, παίζει την ζωή του κορώνα – γράμματα; Γιατί η δεύτερη κολώνα του σπιτιού πάει να μας φέρει πόνο; Λες και σου λείπει κάτι από την ζωή! Ειδικά που τώρα μπορεί να ισιώσει…», χαμογέλασε εδώ, «… με την… πώς να την πω… γνωριμία σου, τη νέα γνωριμία σου. Κι όλα αυτά γιατί κύριε; Για να αποδείξεις ότι είσαι άντρας; Το σφουγγάρι κάνει τον άντρα; Η βούτθα; Αυτό λες εσύ αντριλίκι; Μωρέ μπράβο! Αντριλίκι αδερφέ μου, είναι να έχεις τους ανθρώπους σου χαρούμενους, ευτυχισμένους και χαμογελαστούς! Αντριλίκι είναι να περπατάς δίπλα σε ανθρώπους που θα λογίζουν την σωφροσύνη σου και την … ηρεμία σου! Αυτό είναι αντριλίκι… αυτό», είπε και ξέσπασε σε κλάματα. Τα δάκρυά της έγιναν ρυάκια στα μάγουλα και τα μάτια, γυάλισαν παράξενα, μετατράπηκαν σε γυάλινες μαύρες χάντρες που δεν μπορούσαν να δουν τίποτα.
Έμειναν αρκετή ώρα αμίλητοι. Ο Κλεάνθης, άναβε το ένα τσιγάρο από την καύτρα του άλλου και χτύπαγε μηχανικά την ίσκα πάνω στο κάγκελο της βεράντας. Το ήξερε πια, ότι τίποτα δεν μπορούσε να τον κρατήσει. «Ένα – δυο ταξίδια θα κάμω…», σκέφτηκε, «… και θα γυρίσω στον καφενέ. Τότε θα ζητήσω και την Υπαπαντή… θα κάνουμε και κάμποσα κουτσούβελα…» και έπαιρνε δύναμη για την απόφασή του.
Κοίταξε την αδερφή του, από το πλάι, θαύμασε την ομορφιά της και θέλησε να της μιλήσει, εκείνη όμως έβαλε το δάχτυλο στο στόμα, κάνοντάς του νόημα έτσι να σιωπήσει. Κατάφερε να του χαμογελάσει. Έκανε μερικά βήματα προς το εσωτερικό του σπιτιού και σταμάτησε στην μπαλκονόπορτα. Έτρεμε αν και η νύχτα ήταν πολύ ζεστή. Γύρισε απότομα και τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια. Με δύναμη, έπεσε πάνω του και προσπάθησε να χωθεί στην αγκαλιά του. Και ήταν μεγάλη αυτή η αγκαλιά, θεόρατη και γνώριμα ζεστή. Έκλαψε πάνω στα σκληρό του στήθος. Τον χάιδεψε μέσα από το άνοιγμα του πουκάμισού του και τον φίλησε, κάνοντάς τον να νιώσει έντονα, τα χείλη της και το μάγουλό της που έκαιγαν, πάνω στο στέρνο του.
Έφυγε και τον άφησε μόνο με τις σκέψεις του. ένας άντρας με τους εφιάλτες του, με τα «θέλω» του. Και το αεράκι, ζεστό και υγρό, έφερνε την μυρωδιά της θάλασσας, το ιώδιο και την επιθυμία του ταξιδιού.
Κάθισε στο μικρό ξύλινο καναπέ και έτριψε το χωλό του πόδι, που είχε αρχίσει  να τον πονάει από την πολλή ορθοστασία. Σκέφτηκε την θάλασσα, τον κήπο του βυθού, αλλά και την σκοτεινιά του βάθους. «Δυο ταξίδια θα κάμω…», επανέλαβε στον εαυτό του, «… δυό μόνο …και μετά όλα πάλι καλά». Προσπάθησε να μη σκεφτεί την Υπαπαντή, την Κυράννα, την Καλοτίνα και όποιον αγαπούσε. Ήδη η θάλασσα τον είχε κερδίσει, τον είχε πάρει μαζί της…

Ο ουρανός είχε αρχίσει να παίρνει το γνωστό γκρίζο χρώμα του ξημερώματος όταν ο ύπνος ήρθε και έκλεισε τα μάτια του Κλεάνθη. Από ώρα είχε ξαπλώσει και προσπαθούσε να αφουγκραστεί τους ήχους του σπιτιού. Άκουσε πάλι τον λυγμό της Κυράννας, το βαριανάσεμα  της Καλοτίνας και το στριφογύρισμα του κυρ Δημητρού μέσα στο σαλόνι. Το σπίτι κοιμόταν, αλλά ήταν ξύπνιο, ηρεμούσε, αλλά ανησυχούσε άγρυπνο και πικραμένο.
Η μεγάλη αίθουσα ήταν γεμάτη και αποπνικτικά στολισμένη με κάθε λογής κομψοτέχνημα. Εκείνος καθόταν σε ένα χρυσό κάθισμα ή φαινόταν χρυσό από την πολλή λάμψη που εξέπεμπε. Κι αυτή η λάμψη, φώτιζε όλη την αίθουσα, σα να μην υπήρχε οροφή και ο μεσημεριανός ήλιος να αντανακλούσε τη δύναμη του παντού. Δίπλα του ένα άλλο ίδιο κάθισμα, ένας άλλος θρόνος, μόνο που ήταν άδειος. Δυό χρυσά λιοντάρια, ένα στα δεξιά κι ένα από την άλλη πλευρά, φύλαγαν την ιερότητα των θρόνων.
Μπροστά στα πόδια του υπήρχαν σκαλιά… τέσσερα με πέντε σκαλιά από λευκό μάρμαρο, που οδηγούσαν σε ένα μακρύ διάδρομο στρωμένο με παχύ κόκκινο χαλί, που όποιος το πάταγε θα βυθιζόταν μέχρι τον αστράγαλο. Δεξιά και αριστερά του διαδρόμου μεγάλες στρογγυλές κολώνες σε πράσινο μάρμαρο με λευκά νερά που τις έκαναν να μοιάζουν με «όρθιες θάλασσες», στολισμένες με χρυσά κλαδιά αμπελιού και μεγάλα – επίσης χρυσά – πουλιά που κελαηδούσαν, χάνονταν μέσα στο πλήθος του συγκεντρωμένου πλήθους. Από κάπου, που δεν μπορούσε να καταλάβει από πού ακριβώς, ακουγόταν μουσική, μια παράξενα γλυκιά μελωδία και ο ήχος ανάλαφρων βημάτων που πλησίαζαν προς το μόνο άδειο κομμάτι εκείνου του διαδρόμου.
Κι εκείνο το άδειο κομμάτι μεμιάς, γέμισε με όμορφες κοπέλες, ντυμένες με τα καλύτερα φορέματά τους, τα πιο καλοφτιαγμένα στολίδια τους και μυρίζοντας τα πιο δυσεύρετα αρώματα.
«Διάλεξε …», του είπε η Κυράννα, που βρέθηκε ξαφνικά δίπλα του από το πουθενά και του έδειξε με το χέρι τα κορίτσια που είχαν γυρίσει προς το μέρος του. Το παζάρι αυτό ήταν για κείνον. Λες και θα αγόραζε ένα αντικείμενο από τον ταξιδιάρη έμπορο, μιας άλλης εποχής. «Διάλεξε λοιπόν την … αυριανή γυναίκα σου…», επανέλαβε η φωνή της μάνας του και απέμεινε με το χέρι τεντωμένο.
Ήταν εκεί όλες οι κοπέλες της Καλύμνου, μέσα σε εκείνο τον χώρο, τον χώρο των παλατιών από τα παιδικά του όνειρα. Και ήταν εκεί και όλες αυτές οι νέες που είχε ονειρευτεί, που είχε ποθήσει, που γνώριζε, που ποτέ δεν είχε αγκαλιάσει. Εκεί.. ναι εκεί, μπροστά του ανυπεράσπιστες στη βούλησή του. Καμιά δεν τον κοιτούσε στα μάτια. Καμιά δεν έλεγε έστω και μια κουβέντα, καμιά δεν χαμογελούσε.
Έψαξε με το βλέμμα, μια – μια τις κοπέλες. Όλες ήταν όμορφες, όλες λευκές – λευκές σαν την ζάχαρη. Και όλες ήταν … δικές του. Δηλαδή δικές του… να διαλέξει. Είδε κάπου πίσω την Υπαπαντή. Φορούσε ένα ολόλευκο φόρεμα σαν νυφικό, σαν άσπιλο ένδυμα αγγέλων. Της χαμογέλασε και περίμενε, μέχρι που είδε εκείνο, το πίσω από την πλάτη του πατέρα της πονηρό χαμόγελο που είχε ξαναδεί στο καφενείο. Σηκώθηκε όρθιος και αμέσως η Καλοτίνα (ούτε αυτή κατάλαβε από πού είχε έρθει), τον ανάγκασε να ξανακαθίσει. Κατέβηκε εκείνη τα λίγα σκαλιά και έφτασε στην όμορφη κόρη. Την πήρε από το χέρι και περπάτησαν μαζί. Την παρέδωσε στον αδερφό της και … εξαφανίστηκε. Ο Κλεάνθης ήταν χαρούμενος σε σημείο ενθουσιασμού. Το ίδιο φαινόταν και το κορίτσι. Έκλεισε τα μάτια προσπαθώντας  να την φιλήσει …και αυτή ανταποκρίθηκε άμεσα και με πάθος. Τα χείλη της ήταν ολόφρεσκα και μαλακά σαν … σφουγγάρι. Άνοιξε τα μάτια. Η αίθουσα είχε χαθεί, τα λιοντάρια, οι κολώνες, οι θρόνοι, ο κόσμος είχαν … εξαφανιστεί. Τη θέση τους είχε πάρει το νερό… Και το σκοτάδι… Και το κρύο…
Στα χέρια του δεν κρατούσε την κόρη, αλλά ένα μεγάλο «λαγόφυτο»… ή ένα μεγάλο «καπάδικο». Και άκουγε την ανάσα του να βγαίνει σε φυσαλίδες και να ανεβαίνει από πάνω του. Έψαξε δεξιά – αριστερά για την Υπαπαντή. Δεν μπορούσε να καταλάβει πως του έφυγε μέσα από τα χέρια. Το σκάφανδρο, τον εμπόδιζε, η ορατότητά του είχε περιοριστεί μέσα από το μικρό φινιστρίνι και από το βάθος της θάλασσας. Απάνω του τόνοι νερού, τον πίεζαν και ήθελε να τρέξει ή να αναδυθεί, όμως το χωλό του πόδι δεν τον βοηθούσε και ο κολαουζέρης δεν φαινόταν να είναι στη θέση του. Άρχισε να πανικοβάλλεται και έκανε απότομες κινήσεις να «ανέβει».
Πετάχτηκε πάνω σαν αστραπή, λουσμένος στον ιδρώτα με τα σεντόνια τσαλακωμένα και υγρά. Ο ήλιος που έμπαινε από το παράθυρο τον έκαιγε. Ήταν μόνος παρέα με τον εφιάλτη τ

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20

Λένε πως τα πανηγύρια είναι από τους πιο αντιπροσωπευτικούς τρόπους να ανακαλύψεις την ψυχή ενός τόπου. Λιτανείες με θρησκευτική ευλάβεια, «με το παπαδαριό μπροστά και τις αγιαστούρες» που έλεγε ο κυρ Δημητρός, λαϊκό θέαμα με γλέντια και χαρές σε μεγάλες εκκλησίες και ξωκλήσια, παραδοσιακά μαγειρέματα και φαγοπότι με εκλεκτούς μεζέδες και μπόλικο τσίπουρο και κρασί.
Όλοι θα τρέξουν να προσκυνήσουν τη Χάρη Της, την Χάρη της Παναγίας, που πάντα θα τους λυτρώνει από τις λύπες, τις στενοχώριες, την έλλειψη. Το «Πάσχα του καλοκαιριού», όπως το αποκαλούν οι νησιώτες και ειδικά οι κάτοικοι του «νησιού του θρήνου», έβαζε φωτιά σε όλους, μικρούς και μεγάλους, ίσως πιο πολύ και από το κανονικό Πάσχα, αν κάποιος αφαιρούσε την νύχτα της Ανάστασης και την Μεγάλη Παρασκευή, που πάλι αναφέρεται στον πόνο της Παναγιάς.
Οι εκκλησίες της Παναγιάς των «Τσουκχουών83» στη Χώρα, την πρώτη Μητρόπολη του νησιού, της Κυρά Ψηλής στον Βαθύ, της Γαλατιανής στα Αργινώντα και της Τελέντου και της Ψεριμιώτισσας άνοιγαν τις πόρτες τους να υποδεχτούν το πλήθος του κόσμου και πρόσφεραν από την παραμονή ρεβίθια του φούρνου με μαϊντανό και κρεμμύδι και ψωμί εφτάζυμο. Όλες οι νοικοκυρές προσέφεραν το κάτι τι τους στην εκκλησιά, που μοιραζόταν σε όλους τους πιστούς. Ανήμερα της Παναγιάς, σφάζονταν αρνιά, σαν σε Πάσχα, ψήνονταν σε μεγάλες φωτιές με ξύλα, έχοντας για συμπλήρωμα μπόλικο κρασί υπό τους ήχους της τσαμπούνας και του βιολιού.

Ο Κλεάνθης καθόταν στη βεράντα και πνιγόταν από τη ζέστη και την υγρασία της θάλασσας αν και φυσούσε ασθενικά η πρωινή αύρα. Η Κως απέναντι φαινόταν θολή, σημάδι πως η θερμοκρασία θα ανέβαινε σε ψηλά επίπεδα και θα έκανε τη μέρα δύσκολη, ειδικά σήμερα που θα πήγαιναν στην Κυρά Ψηλή, στον Βαθύ. Το νερό ανάμεσα στα δυό νησιά ήταν τόσο γαλήνιο που θα μπορούσε κανείς να το χαρακτηρίσει «καθρέφτη». Αντανακλούσε το πρωινό φως του ήλιου, δημιουργώντας μεγάλα βέλη πάνω στην επιφάνειά του, που κατέληγαν στα μάτια του Κλεάνθη, στραβώνοντάς τον.

Η εκκλησία της Κυρά Ψηλής
Εκείνος, κάπνιζε το τσιγάρο που είχε κρεμάσει την στάχτη του στην άκρη και κράταγε τον καφέ, κρύο, λες και τον είχε ξεχάσει. Το βλέμμα του στραμμένο στο πέλαγος, έψαχνε να δει σημάδια και ίχνη από το «ντεπόζιτο» του καπετάν Άτσα. Μέρες καθόταν και «μετρούσε» το πέλαγος αλλά το σκάφος πουθενά. Και είχε φτάσει ο Δεκαπενταύγουστος. Σε λίγο θα άρχιζαν οι αέρηδες από την Αφρική και μπορεί τότε να ερχόταν, σκέφτηκε χωρίς να κρύβει την μελαγχολία και την ανησυχία του. Χτύπησε την παλάμη στο κάγκελο της βεράντας και παρατήρησε κάτω από τα πόδια του, το ψηφιδωτό πάτωμα που απεικόνιζε δυο δελφίνια να χορεύουν μέσα στο νερό, δίπλα από την (;) «αναδυόμενη Αφροδίτη».
Κάθε που τον έβλεπε η Καλοτίνα, έχανε κι εκείνη το κουράγιο της, ήξερε την επιθυμία του αδερφού της και την σημασία που είχε γι αυτόν. Μπορεί ο Κλεάνθης να μην μίλαγε (κακή νοοτροπία στα όρια της αλαζονείας να κρατάει μέσα του και μόνος του τα βάσανα που είχαν καταντήσει βάσανα της οικογένειας πια, σχεδόν ύβρις η περιφρόνηση στην συμπαράσταση), αλλά όλοι καταλάβαιναν τα σαράκι που τον έτρωγε. Και η Κυράννα έλειωνε κι εκείνη μαζί με το γιό της, (η απελπισία της ανίκανης μάνας) και παρακαλούσε την Παναγιά να φτάσει το «ντεπόζιτο» αν και γνώριζε πως αυτό θα της έφερνε ακόμα πιο μεγάλη θλίψη και φόβο. Αλλά αφού αυτό ήθελε το παιδί της; Αυτό ήθελε κι αυτή.
Ντύθηκαν όλοι με τα καλά τους ρούχα σαν να πήγαιναν σε γάμο. Σήμερα το καφενείο όπως και όλα τα καφενεία και οι ταβέρνες του νησιού, δεν θα άνοιγαν πριν από το απόγευμα. Το νησί συνωστιζόταν στις εκκλησίες. Η οικογένεια του κυρ Δημητρού, όπως κάθε χρόνο, θα γιόρταζε την Χάρη Της, με τα πεσκέσια της, με την πίστη της και προσδοκία της ικεσίας.
Ο ήλιος είχε ανέβει αρκετά όταν έφτασαν στην Κυρά Ψηλή. Κόσμος ήταν παντού, περισσότεροι άνθρωποι και από τα αγκάθια της εξοχής, περισσότεροι και από τις πέτρες των αγρών. Γυναίκες που ανέβαιναν με τα γόνατα την τραχιά ανηφόρα, άντρες που είχαν δακρυσμένα μάτια, κόρες με τα καλά κίτρινα και λευκά μαντίλια στο κεφάλι, γριές με τα μαύρα τσεμπέρια τους και παιδιά με κοντά παντελόνια που όπου κι αν στέκονταν, κλώτσαγαν όποια πέτρα έβρισκαν μπροστά τους, στην προσπάθειά τους να παίξουν κάτι σαν ποδόσφαιρο.
Ο Κλεάνθης χαμογέλασε με το θέαμα αυτό, έκανε τον σταυρό του και μπήκε στην εκκλησία. Απέναντι στο εικόνισμα της Μεγαλόχαρης ένοιωθε ένα ασήμαντο ανθρωπάκι, ένα «τίποτα» που απλά ικέτευε για τα μικροθέλω του. Όλοι οι άνθρωποι έτσι νοιώθουν μπροστά στο εικόνισμά της, όλοι και οι πιο πλούσιοι και οι πιο φτωχοί. Και οι άρχοντες και οι δούλοι. Όλοι, σκουλήκια που σέρνουν το σαρκίο τους μπροστά στην Χάρη της. Κι εκείνη δίνει παρηγοριά στον καθένα, δροσιά στην αρρώστια τους, χάδι στην μοναξιά τους, δύναμη στη δειλία τους, ελπίδα στην απόγνωσή τους. Ικέτες ονειροπόλοι, ψυχικά ανεπαρκείς και χρόνια απελπισμένοι. Άνθρωποι!
Γι αυτό και έξω από την εκκλησία - δεν υπήρχε χώρος μέσα αρκετός - πολλοί κρατούσαν και από μια φωτογραφία ή ένα τάμα. Για τον γιό στην ξενιτειά, για τον πατέρα στο σφουγγάρι, για τον άντρα στα καράβια στην μακρινή Κίνα ή όπου αλλού. Και όλοι φιλούσαν το χαρτί ή τον άργυρο που βαστούσαν.
Ο δρόμος για το μοναστήρι ήταν μακρύς, ανηφορικός και κακόβολος, με σκόνη και χώμα, με πέτρες και αγκάθια, με αγριόχορτα και αποξηραμένα λουλούδια, με μύγες που γίνονταν όσο πιο πολύ μπορούσαν ενοχλητικές. Όταν όμως έφταναν στο Σταυρούϊ και ανάσαιναν το φρέσκο αεράκι, το συμπλήρωμα του δρόμου ήταν σχετικά εύκολο, εκτός από την ουρά που άρχιζε από το «Κακό Σκαλί» μέχρι πάνω στο κάστρο.
Η φιλική ατμόσφαιρα, το υπέροχο θέαμα (να βλέπει κανείς όλο το νησί από ψηλά, όλο το πέλαγος μέχρι την Κω, σαν να πετάει), η πρόσχαρη και καλοπροαίρετη συντροφιά των απλών ανθρώπων του βουνού, του κάμπου και της θάλασσας, το παγωμένο άγιασμα, με το ουζάκι και το ψητό χταπόδι, τους έκαναν να ξεχνούν τον κόπο και τον ιδρώτα που έχυσαν. Ο χορός, το τραγούδι και τα «πεισματικά» θα κρατούσαν όλη τη νύχτα με διακοπές για τον εσπερινό και τη λειτουργία.
Ο Κλεάνθης, παρά την αγωνία και την ανυπομονησία του για την επιστροφή του «ντεπόζιτου», δεν μπόρεσε να μην ευθυμήσει και μόνο που είδε το «Μουγκρί».
Τα διαλείμματα των χορών συμπλήρωναν διάφοροι με τα αστεία και τις ιστορίες τους. Ανάμεσα σ’ αυτούς πρώτευε ο Μιχάλης ο Κουλιανός, το περίφημο «Μουγκρί». Μια χτένα με τσιγαρόχαρτο στα χέρια του γινόταν ολόκληρη ορχήστρα. Η μιμική του ήταν ανυπέρβλητη. Μπορεί το μυαλό του να ήταν «λειψό», αλλά η ικανότητά του να συνθέτει σατυρικά και περιπαιχτικά δίστιχα, ήταν πραγματικά αξιοθαύμαστη. Και έβγαζε τα πάντα στη φόρα, τι δεν έλεγε για τον καθένα! Για τον Μανόλη τον Κατηνιό που η κυρά του, λένε, τον έδερνε κάθε που τσακώνονταν, με το μαδέρι της κουζίνας,  για τον Λεωνίδα τον Μπιτσίρη που φοβόταν να κατουρήσει τα βράδια μη και τον πάρουν τα φαντάσματα, τα τελώνια της θάλασσας και οι κουρκούτζαλλοι, για την Ειρήνη την Κοντή, του Παναγιώτη τη γυναίκα που την ορέγονταν χίλιοι νοματαίοι και την χαίρονταν ακόμη πιότεροι, την Σεβαστή την Καζαβού, που πρώτα η κοιλιά της στρίβει κι έπειτα αυτή…
Μια φασαρία ακούστηκε στο τέλος της ανηφόρας, ένας αχός από τον κόσμο, που, απότομα, έκαναν στην άκρη, λες και κάποιο σπουδαίο πρόσωπο, κάποιος από την κυβέρνηση, ερχόταν. Και ήταν σπουδαίο ή μάλλον σπουδαία πρόσωπα αυτά που ανέβαιναν τον σκονισμένο δρόμο. Πιο σπουδαία για τους κατοίκους του νησιού ακόμα και από τον ίδιο τον κυβερνήτη της χώρας.
Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, από τους πλέον αγαπημένους ιερωμένους στα νησιά για το μεγάλο του έργο, με τους παπάδες του έκαναν την παρέλασή τους, το Υψέλλι, ο Ιωαννίκος, ο Παναγιώτης ο Παρδάλης, ο Κουφός, ο Ηλίας ο Χουρδάς, ο Τσάππος, ο Βούργαρος, ο Δράκος, ο Χούλλης και άλλοι. Γέμισε η ανηφόρα μαυρίλα και χρυσάφι από τους σταυρούς και τις Μήτρες. Γέμισε με ψαλμωδίες και λιβάνια, με υποκλίσεις και φωνές, με χοντρές κοιλιές και άρωμα λεβάντας.
Ο Λάζαρος ο Παμπακάς, με την Καισαρειακή προφορά του και με το λειψό μυαλό, γέλαγε και προσπαθούσε να περιπαίξει τους «τράγους», όπως τους αποκαλούσε, μέχρι που μια δυνατή κλωτσιά στο πόδι και στην περιφέρεια (σικ), τον έκανε να διπλωθεί από τον πόνο. Κοίταξε τον δράστη τον Μιχάλη τον Κουρεμέτη που γέλαγε δίπλα στην Ειρήνη τη Γαλανούαινα και έσφιξε την γροθιά του σε απειλή, βρίζοντας από μέσα του. Έκανε όμως σιωπή, αφού σε λίγο, κάτω από το αυστηρό βλέμμα των άλλων και μάλιστα με τον φόβο νέας κλωτσιάς, θα ξεκίναγε το τσούρμο όλο για την λιτανεία στη Χοντρόριζα και μετά στο Μετόχι.
Ο Κλεάνθης προχώρησε προς τα πίσω,  προς την μεριά που άρχιζε ο γκρεμός και ανέβηκε σε μια μεγάλη πέτρα να δει καλύτερα. Δεν ήθελε να συνωστίζεται εκεί με τους άλλους, δεν τον ενδιέφερε να είναι κοντά. Σκίασε τα μάτια του γιατί ο ήλιος έκαιγε και έβγαλε το μαντίλι, το έδεσε στις τέσσερις γωνιές, όπως κάνουν οι οικοδόμοι, το φόρεσε στο κεφάλι και προσπάθησε να εντοπίσει τους δικούς του. Το τράβηγμα στο παντελόνι τον έκανε να κοιτάξει προς τα κάτω. Ο «Φιάκας» κάτι ήθελε να του πει μάλλον και τον είχε πιάσει από το γόνατο. Μέχρι εκεί έφτανε. Του έδειξε με τα μάτια προς την ανηφόρα και όταν εκείνος τον ρώτησε τι ήθελε, επέμεινε να τον τραβά και να του δείχνει τώρα με το δάχτυλο.Στην ανηφόρα είχε φανεί η Υπαπαντή και προσπαθούσε, δίπλα στους γονείς της, να πάρει μια ανάσα, σκουπίζοντας τον μακρύ, ολόλευκο λαιμό της με ένα μαντίλι που φαινόταν ήδη μούσκεμα.
Η καρδιά του Κλεάνθη, αναπήδησε μέσα στο στήθος του. Φάνηκε ένα αμυδρό χαμόγελο στο πρόσωπό του και τα μάτια του γυάλισαν. Η κοπέλα δεν τον είχε δει ακόμα και γύριζε το κεφάλι σα να έψαχνε κάτι, σα να αναζητούσε κάτι ή εκείνον. Θέλησε να σηκώσει το χέρι σε σινιάλο να της πει : «… εδώ είμαι…», αλλά κρατήθηκε. «Να που η μέρα άρχισε να γίνεται καλύτερη», σκέφτηκε. Θέλησε να κατέβει από τον βράχο, αλλά σκέφτηκε πώς να την πλησιάσει χωρίς να γίνει «χτυπητός». Αν και μόνο που ο Φιάκας τον ειδοποίησε, σήμαινε ότι ήδη συζητιόταν στο νησί, πίσω από την πλάτη του, το ενδιαφέρον του ενός για το κορίτσι.
Κατέβηκε από τον βράχο που στεκόταν και άνοιξε λίγο χώρο ανάμεσα στα πιτσιρίκια που λίγο ενδιαφέρονταν, για το ότι θρησκευτικό γινόταν γύρω τους. Το τακούνι της μπότας γλίστρησε σε μια μεγάλη πέτρα και παραλίγο να πέσει, φοβούμενος ότι μπορεί να γίνει ρεζίλι στα μάτια των άλλων. Το χωλό του πόδι δεν βοηθούσε να σταθεί γρήγορα όρθιος και αναγκάστηκε να στηριχτεί στο ένα του χέρι με όλο το βάρος του. Ο πόνος τον διαπέρασε από άκρη σε άκρη και παραλίγο να δακρύσει, κάτι που θα ήταν άλλος ένας λόγος για ρεζίλεμα. Κοίταξε γύρω του και ησύχασε, κανείς δεν είχε αντιληφθεί την πτώση του. απομακρύνθηκε από το σημείο και σπρώχνοντας δεξιά – αριστερά, κατόρθωσε να φτάσει στην αρχή του δρόμου, στην ανηφόρα κι έψαξε με τα μάτια. Την είδε να στέκεται και να του χαμογελάει κρυφά πίσω από την πλάτη των δικών της, με την παλάμη να προσπαθεί να καλύψει το στόμα. Η εικόνα της, αγαλλίασε την ψυχή του, το φως γύρω του άρχισε να γίνεται εντονότερο, σηματοδοτώντας ιδέες απαγορευμένες και νοήματα. Το γεγονός αυτό έχει αδιάψευστη βαρύτητα μέσα του κάτι το οποίο έπρεπε να είχε προσέξει, μετρήσει, μελετήσει, σαν την πρώτη φορά αντίκρισε το χαμόγελο και το ενδιαφέρον της. Αναρωτήθηκε για τον εγωισμό του, για τα δικά του «θέλω», σαν, φαινόταν, ότι η ζωή επιτέλους είχε αποφασίσει να του χαρίσει απλόχερα τις χαρές, τις ηδονές και τα κάλλη της. Η ομορφιά του λευκού χρώματος της κοπέλας, τα μαύρα διεισδυτικά της μάτια, που είχαν συντρίψει όλες τις αντιρρήσεις του, όλες τις απόψεις για την ζήση, προέρχονταν όχι από το ίδιο το άτομο, αλλά από την κατάκτηση του σκότους με την εισροή του «ασώματου» φωτός στην ύλη, στο μυαλό του. Λες και είχε ανάψει το «ανέσπερο φως», της Λαμπρής μέσα του. Θεώρησε επίσης με μιας ότι η φωτιά υπερείχε όλων των υλικών σωμάτων, ο ζωηρός χαρακτήρας της επέτρεψε την διείσδυση και την μετάδοση θερμότητας στην ψυχή του, χωρίς λεπτό εκείνη να ψύχεται, να εξαϋλώνεται από την επανάληψη, κρατώντας την δημιουργικά θελκτική πίεση πρωτογενή και λαμπρή.
Αντιλήφθηκε για πρώτη φορά στη ζωή του, να αποκαθίσταται μια χαρακτηριστική συγγένεια, αυτή η συγγένεια του φωτός και του πυρός· και τα δυο προσέγγιζαν μέσα του το ιδεώδες και το Θείο, με την επίμονη διεισδυτική τους δύναμη, που είναι ικανή να προσδώσει μια ανώτερη και ευγενικότερη τάξη σε καθετί που δεν αντιστέκεται σε αυτήν την διείσδυση. Άθελά του έκανε το σταυρό του σαν ακούστηκε από την πομπή που είχε σχηματιστεί μπροστά του «… ευλογημένος ο ερχόμενος, εν ονόματι Κυρίου…», από το στόμα των ενθουσιασμένων ιερέων.
Γύρισε το βλέμμα πάλι στην κοπέλα που κι εκείνη δεν έλεγε να τραβήξει τα σοβαρά της πια μάτια από πάνω του, για να ανακαλύψει ότι ένα είδος ωραίου βρίσκεται πέρα από την δέσμια στις εγωιστικές ονειροπολήσεις και φρούδες αισθήσεις ζωή και μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο από τα μάτια της ψυχής. Αυτό που περικλείει ιδιότητες ανώτερες, όπως είναι η αγνότητα, η μετριοφροσύνη, ο ήρεμος χαρακτήρας και εξισώνεται με το φως της θείας Αγάπης. Έπρεπε να πετύχει τον εξαγνισμό του, να κατακτήσει την εσωτερική του ενότητα, να προσεγγίσει, να δεχτεί την αληθινή του φύση και να μετατραπεί κι αυτός σε γνήσιο φως για κείνη. Το φως αυτό που δεν περιορίζεται από τον χώρο, ούτε αποκτά συγκεκριμένη μορφή, παρά υπάρχει και κάνει απλά την δουλειά του, να «είναι» και να εξυψώνει. Όπως όμως το μάτι προσαρμόζεται για να αντικρίσει τον Ήλιο, η ψυχή δεν θα μπορούσε ποτέ να οραματιστεί το Ανώτερο Ωραίο, την υπέρτατη λαμπρότητά του, αν και η ίδια δεν είχε καταστεί ωραία. Άξαφνα ένα φως νοιώθεις να ξεχύνεται αυτούσιο καθάριο. Δεν πρόκειται για κανένα φως από αυτά που το μάτι συλλαμβάνει απ’ έξω. Πρόκειται για κάποιο άλλο, ακόμη λαμπρότερο που ανήκει στο ίδιο το μάτι που και τις νύχτες, μες το σκοτάδι, αναπηδάει και απλώνεται μπροστά σου. Που κι αν χαμηλώσεις τα βλέφαρα επειδή δεν θέλεις τίποτα να δεις, πάλι εκείνο εξακολουθεί να φωτίζει. Που και να πιέζεις το μάτι σου, πάλι το βλέπεις, αφού συνυπάρχεις μέσα του. Στην περίπτωση αυτή βλέπεις, χωρίς να θωρείς τίποτα. Και είναι τότε ακριβώς που βλέπεις. Επειδή αντικρίζεις αυτό, τούτο το φως.
«Το φως στις δέκα το πρωί έρχεται όλο πλάγιο
Εκεί που ήταν οι χείμαρροι και ξαναζωγραφίζει,
Τους κήπους πάνω στο νερό να ‘χουν σκαλί
Δεμένη βάρκα και μια θάλασσα γυαλί…»
Χωρίς να καταλάβει πως, έπιασε τον εαυτό του να προχωρά πίσω από την εικόνα της Μεγαλόχαρης, ανακατεμένος μέσα στον κόσμο της πομπής, με ένα αντίδωρο στο χέρι (δεν πήρε χαμπάρι καν πως το πήρε), σκουντουφλώντας πάνω στις πέτρες και τα αγριόχορτα του χωματόδρομου. Μπροστά του, καμιά δεκαριά μέτρα, η Υπαπαντή και κανένας δικός του. Το μόνο που είχε αντιληφθεί, ήταν, νόμιζε, μια πονηρή ματιά της Καλοτίνας, πρέπει να ήταν η Καλοτίνα, τόσο μακριά την είχε δει, τόσο απόμακρος ήταν αυτός μες στις σκέψεις του.
Δυο γλάροι πάνω από το κεφάλι του πετούσαν κι έκρωζαν εκείνες τις παράξενες, απαίσιες φωνές τους. Είχαν έρθει από την θάλασσα, περίεργοι για το ανθρώπινο φωνακλάδικο πλήθος, προσδοκώντας και σε κανένα μεζέ. Η θάλασσα κάτω απλωνόταν γυαλιστερή και ήρεμη. Ένα σκάφος διέσχιζε τα «γαλάζια» της νερά, αφήνοντας μια άσπρη ουρά από αφρό και αλάτι πίσω του. Σε λίγο είχε δέσει στο σχεδόν έρημο λιμάνι της Πόθιας. Στο πλάι του φαίνονταν σχεδόν κρεμασμένα τέσσερα μεγάλα βαρέλια νερού, ενώ το κατάστρωμά του ήταν γεμάτο με τον θησαυρό της θάλασσας.
 «Σφουγγάρια!»

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19

Η Νικολέτα έβαλε τα χέρια πίσω, να στηρίξει τη μέση. Χάιδεψε την κοιλιά της που τώρα είχε πρηστεί  αρκετά αφού ήταν στον έβδομο μήνα. Ο Σέμος έλειπε όλη μέρα στη δουλειά, προσπαθούσε το καλύτερο για την κυρά του κι εκείνη μόνη στο σπίτι, χωρίς να καταφέρνει να κάνει πολλά πράγματα, έπληττε.  Η Σεβαστή όποτε μπορούσε της έκανε παρέα και περνούσαν την ώρα τους κουτσομπολεύοντας τις γειτόνισσες με τα αρνητικά τους αλλά και τα θετικά τους.
Πέρα από το φαγητό (κι αυτό όσο πιο πρόχειρα μπορούσε) και την επιφανειακή καθαριότητα, δεν ήταν σε θέση να κάνει κάτι άλλο. Στις προσπάθειες της αδερφής της και της μάνας της να βοηθήσουν, αρνιόταν πεισματικά σαν μικρό παιδάκι που ήθελε να γίνει το δικό του. Μόνο από τον Σέμο δεχόταν χέρι βοηθείας, «ζευγάρι είμαστε, θα τα καταφέρουμε…», έλεγε. Και μέχρι τώρα όλα πήγαιναν καλά, το ζευγάρι λειτουργούσε με αγάπη και κατανόηση, με συνεργασία και χαμόγελο, χωρίς να αγκομαχήσουν ποτέ.
Κάθισε στον μικρό καναπέ της κουζίνας, ένοιωθε λίγο ζαλισμένη σήμερα και χάιδεψε την κοιλιά της με αργές κινήσεις, να απολαύσει το μωρό της. Της άρεσε όταν της απαντούσε στα χάδια με τα ποδαράκια του και σήμερα την είχε τρελάνει με τις κλωτσιές του (έλπιζε να ήταν γιός). Μια από δεξιά, μια από την άλλη, δεν σταματούσε να δίνει σήματα στη μαμά. «Ίσως να φταίει και το γλυκό που έφαγα το πρωί…», σκέφτηκε χαμογελώντας. Διαπίστωσε ότι τα πόδια της είχαν πρηστεί και δεν μπορούσε να σταθεί για πολύ ώρα όρθια. Πάντα έβρισκε κάπου να καθίσει ή έστω ν’ ακουμπήσει. Την ανησυχούσε η ζαλάδα που είχε, αλλά δεν έδωσε μεγάλη σημασία. Τώρα προέτρεχαν άλλα πράγματα, το μαγείρεμα, το συμμάζεμα και πάνω απ’ όλα να πάει να ουρήσει. Εδώ κι ένα μήνα ουρούσε συνέχεια σαν το μωρό πίεζε προς τα κάτω.
Η Χρυσούλα του καπετάν Γιώργη του Κουλιά, ήταν μια γειτόνισσα που όλοι την φώναζαν «μαμμή». Είχε ξεγεννήσει πολλές  γυναίκες τα περασμένα χρόνια, πριν ανοίξει το Δημοτικό Νοσοκομείο, αυτό που είχε φτιάξει ο Νικόλας ο Βουβάλης , ή πριν οι Καλύμνιοι βρουν το κουράγιο να εμπιστευτούν τις γυναίκες τους σε άντρες γιατρούς.
Η κυρα Χρυσούλα λοιπόν, έτρεχε κάθε που της φώναζε η Νικολέτα και προσπαθούσε να προσφέρει με την εμπειρία της και την καπατσοσύνη της. Έμενε στο διπλανό σπίτι, αυτό με τη μεγάλη αυλή και όλη τη μέρα, φρόντιζε τις υπέροχες τριανταφυλλιές της, αν δεν είχε κληθεί από κάποια γκαστρωμένη. Έτσι και τώρα η Νικολέτα την φώναξε, κάτι ήθελε να γίνει με την ζαλάδα της ,κάτι  να γίνει και με αυτή τη συμπεριφορά του μωρού.
Η Κουλίαινα την κοίταξε σοβαρά και πολύ προσεκτικά. Έπιασε το μέτωπο να δει αν είχε πυρετό και όταν ανακάλυψε ότι ήταν «κρύα», όπως έλεγε, την ρώτησε χίλια πράγματα, τι έφαγε, τι ήπιε, τι έκανε, τι ώρα ούρησε και ότι μπορούσε να βάλει ο νους της. Δεν έδειξε καμιά από τις απαντήσεις να την ανησυχεί, ούτε και την παρότρυνε  να πάει σε γιατρό. Μόνο «ματιασμένη» που δεν την βρήκε. Έκανε το σταυρό της από συνήθεια σαν είδε το αναμμένο καντήλι  στο εικονοστάσι, πάνω από την κάσα του σαλονιού και έβγαλε από μια μικρή πάνινη τσάντα, κάτι σαν  ακουστικό φτιαγμένο από ξύλο, «εργαλείο», όπως της είπε, της δουλειάς.
Έβαλε λοιπόν  το ακουστικό στην κοιλιά της και προσπάθησε να ακούσει τη καρδιά του μωρού.
«Παναία μου…» της είπε, «… αυτό μαθές ακούγεται σαν γίγαντας, πω, πω καρτζά που έχει…. Ταμπούρλο, τι δύναμη είναι τούτη!», προκαλώντας το γέλιο της Νικολέτας και την καλή της διάθεση.
«Καλά είναι κυρα  Χρουσώ, έτσι δεν είναι;», την ρώτησε.
«Καλά δεν λέει τίποτις μαθές. Βέβαια καλό θα ήτο να πήγαινες και στο νοσοκομείο, αυτοί εκεί κάμουσι κι άλλες εξετάσεις που δεν τις ξέρω εγώ. Να πηγαίνεις κάπου – κάπου να σε βλέπουσι»
Η Νικολέτα σηκώθηκε να κάνει καφέ και για τις δυό. Έβαλε το μπρίκι πάνω στη γκαζιέρα και με την άκρη του ματιού της, έπιασε την κυρά Χρυσούλα να κάνει το σταυρό της πάλι, αυτή τη φορά χωρίς να κοιτάει το εικονοστάσι. Θορυβήθηκε λίγο, αλλά επειδή ήξερε πόσο πιστή και θρησκόληπτη ήταν η Κουλίαινα, δεν έδωσε άλλη σημασία. Έπιασε το κεφάλι της, κάτι σαν μέγγενη τώρα την έσφιγγε και προσπάθησε να τρίψει λίγο τους κροτάφους, ν’ απαλύνει την πίεση που ένοιωθε. Κάτι η ζάλη, κάτι ο πονοκέφαλος, κάτι η μοναξιά, ένοιωθε άσχημα και κακοδιάθετη.
Ο καφές φούσκωσε στο μπρίκι και με γρήγορη κίνηση το κατέβασε στο παρά πέντε. Όταν έβαζε τα φλιτζάνια στον δίσκο, παρατήρησε τα χέρια της να τρέμουν και να ασπρίζουν στις άκρες των δαχτύλων. Στηρίχτηκε στην άκρη του τραπεζιού και νόμισε ότι το δωμάτιο είχε αρχίσει να γυρίζει. Το τραπεζομάντιλο γλιστρούσε σιγά – σιγά και πριν λιποθυμήσει, πρόλαβε να δει την κυρά Χρυσούλα να σηκώνεται από τον καναπέ που καθόταν και να τρέχει προς το μέρος της με τα χέρια ανοικτά. Κάποιες φωνές ακούστηκαν από κάπου μακριά, από κάποιο στενό σπήλαιο και μετά, το απόλυτο σκοτάδι.
Οι άντρες που κάθονταν στον καφενέ απέναντι από το Χριστό, αλλά και ο «φαρμακοτρίφτης», ο φαρμακοποιός δηλαδή, ο κύριος Οικονόμου, έτρεξαν, ανταποκρινόμενοι στις φωνές της Κουλίαινας. Βρήκαν την Νικολέτα ξαπλωμένη στις χοντρές σανίδες του πατώματος με τα χέρια ανοικτά, στο σχήμα του σταυρού. Ο αιθέρας στη μύτη, την συνέφερε και το τρίψιμο με οινόπνευμα της έκανε καλό.
Ο κύριος Οικονόμου, πρότεινε να την πάνε στο Νοσοκομείο, έγκυος ήταν, δεν μπορούσαν αυτή τη λιποθυμία να την προσπεράσουν έτσι εύκολα. Και η γνώμη του φαρμακοτρίφτη, σαν πιο ειδικού, έγινε δεκτή απ’ όλους. Την σήκωσαν και την μετέφεραν έξω από το σπίτι.

Δεν ήξερε τι έκανε, δεν ήξερε που πάταγε, ποιους δρόμους έπαιρνε. Προσπαθούσε να τρέξει μέσα από τα σοκάκια που διακλαδίζονταν σε όλη αυτή την περιοχή, να βρει την πιο σύντομη διαδρομή για το «Δημοτικό Νοσοκομείο». Άκουγε την ανάσα του, άκουγε την καρδιά του να χτυπά δυνατά και γρήγορα, άκουγε τον αέρα να περνά δίπλα από τα αυτιά του. Ο Σέμος  ειδοποιήθηκε στο μαγαζί για την κατάσταση της γυναίκας του και χωρίς να καταλάβει πως, βρέθηκε να τρέχει στα πλακόστρωτα δρομάκια της Πόθιας. Έβαζε με το μυαλό του τα χειρότερα, έβλεπε την Νικολέτα του νεκρή, έβλεπε το παιδί του νεκρό, έβλεπε ότι είχε στη ζωή να καταρρέει. Κι αυτό το νοσοκομείο ήταν μακριά.
Σταμάτησε να πάρει ανάσα σαν είδε την είσοδο με τις λευκές αρχαιοελληνικές κολώνες και τα μαρμάρινα σκαλοπάτια. Μια πινακίδα σε μια άκρη, σκουριασμένη από τον καιρό, έγραφε «Δωρεά Ν. Βουβάλη». Ανέβηκε τα σκαλιά όσο πιο ήρεμα μπορούσε και προσπάθησε να φτιάξει τα ρούχα του κάπως. Ίσιωσε τα μαλλιά του και καθάρισε τα μάτια από τα δάκρυα που είχαν στεγνώσει και τον έκαναν να βλέπει θολά.
Βρήκε μια νοσοκόμα και την ρώτησε που να πάει. Του έδειξε.
Το δωμάτιο ήταν άσπρο με δυό κρεβάτια. Το ένα άδειο με τα σεντόνια του τεντωμένα και το άλλο με την Νικολέτα του και την Κουλίαινα να κάθεται στην άκρη, στη μεριά που ήταν τα πόδια της ξαπλωμένης κοπέλας. Το πρόσωπο της γυναίκας του ήταν χλωμό και κάτι έλειπε από την εικόνα, κάτι που δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει εκείνη τη στιγμή ο Σέμος.
Έτρεξε κοντά της και της έπιασε τα χέρια. Την φίλησε στο στόμα και εισέπραξε ένα κρύο φιλί. Δεν το περίμενε αλλά μπορούσε να το καταλάβει στην κατάστασή της. Της χάιδεψε τα μαλλιά και της έδωσε άλλο ένα φιλί στο πάνω μέρος του κεφαλιού. Κοίταξε προς την κυρα Χρυσούλα και εκείνη έστρεψε τα μάτια της αλλού.
«Μα, τι συμβαίνει επιτέλους;»,  σκέφτηκε. Αντ’ αυτού ρώτησε την γυναίκα του: «Πως είσαι φρεγάτα μου; Τι γένηκε μαθές; Μου είπασι ότι ‘ρρώστησες κι έπεσες χάμω…»
Η Νικολέτα τον κοίταξε αμίλητη. Τα μάτια της ήταν κόκκινα και πρησμένα, ενώ γύρω τους είχαν σχηματιστεί μαύροι κύκλοι. Το βλέμμα της ήταν σχεδόν ικετευτικό όχι όμως και πονεμένο. Δεν υπήρχε πόνος μέσα τους, μόνο αβεβαιότητα. Τράβηξε το χέρι της από την παλάμη του άντρα της. Με μια απότομη κίνηση, σήκωσε το λευκό σεντόνι που την σκέπαζε. Ο Σέμος αναπήδησε απότομα σαν να τον είχε δαγκώσει φίδι. Κοίταξε την κοιλιά της, δεν την είδε τουρλωμένη όπως ήταν το πρωί που την χαιρέτισε. Την είδε πιο μικρή και λες και είχε ξεφουσκώσει σαν μπαλόνι που είχε χάσει τον αέρα του.
«Τι… τι είναι αυτό; Ίντα έγινε; Το παιδί….; Που πήγε η κοιλιά σου…;»
Τώρα ήταν η σειρά της Νικολέτας να χαμογελάσει. Τώρα εκείνη τον χάιδεψε στο πρόσωπο και προσπάθησε να τον ησυχάσει:
«Όλα εντάξει Σέμο μου, όλα εντάξει. Το παιδί βιαζόταν και ήρθε πιο γρήγορα… αλλά όλα εντάξει…»
«Δηλαδή το παιδί … γεννήθηκε; Ίντα θέλεις να μου πεις; Είμαι πατέρας;  Είναι αγόρι; Που είναι;»
Ήθελε να ρωτήσει πολλά και αν γινόταν να πάρει απαντήσεις για όλα μαζί, αλλά κατάλαβε ότι η Νικολέτα είχε περάσει δύσκολες στιγμές κι έτσι ηρέμισε κάπως. Ζήτησε να μάθει τι έγινε. Θέλησε να βρει τον γιατρό, να μη κουράσει την γυναίκα του. Της έδωσε ένα βιαστικό φιλί, ένα χάδι κι έτρεξε στον διάδρομο να βρει τον γιατρό, να μάθει αν το παιδί… , αν η γυναίκα του ήταν καλά. Αν… και πως, είχε γίνει πατέρας.
Ο γιατρός ήταν ένα μικρό, κοντό και αδύνατο ανθρωπάκι με μεγάλα και χοντρά γυαλιά, που συνέχεια τα στερέωνε στη μύτη με το δάχτυλο. Τόσο συχνά που πρέπει να ήταν το τικ του. Κράταγε κάτι  χαρτιά στο χέρι και, ευτυχώς, δεν έδειχνε βιαστικός. Κάθε τόσο ρούφαγε την μύτη του λες και ήταν συναχωμένος, αλλά τα μάτια του εξέπεμπαν μια σπιρτάδα που τον έκανε νικητή σε κάθε συζήτησή του. Τράβηξε από τον αγκώνα τον Σέμο σε ένα δωμάτιο που ήταν άδειο.
Του εξήγησε ότι το μωρό ήρθε πρόωρα, εφταμηνίτικο ήταν τα λόγια του και ότι η μάνα είναι πολύ καλά στην υγεία της.
«Αγόρι είναι γιατρέ;», ρώτησε.
Ο γιατρός χαμογέλασε. Ήξερε τις επιθυμίες των συμπατριωτών του για αγόρι.
«Αν ήταν κορίτσι δηλαδή, θα σε πείραζε; Θα στεναχωριόσουν;»
«Ίντα λες γιατρέ, να στεναχωρηθώ γι αυτό; Λοιπόν, κορίτσι είναι, ε;»
«Όχι…», του είπε.
Το πρόσωπο του Σέμου φωτίστηκε σαν λαμπάδα. Ήθελε να χοροπηδήσει από την χαρά του, αλλά κρατήθηκε. Κοίταξε τον γιατρό, όσο πιο σοβαρά μπορούσε.
«Μπορώ να το δω; Μπορώ να το πιάσω;»
«Περίμενε μη βιάζεσαι, είναι σε κοιτίδα, πρόωρα… βλέπεις». Ο γιατρός χτύπησε το δάχτυλό του στο τραπέζι και κοίταξε τον Σέμο βαθιά στα μάτια. «Είπα όχι, στο κορίτσι που με ρώτησες ε;»
«Ναι, εννοείς ότι είναι γιός, αγόρι…»
«Ναι, ναι …», του είπε βιαστικά. «Είναι και αγόρι…»
Ο Σέμος τον κοίταγε τώρα σαν χαζός. Δεν καταλάβαινε τίποτα.
«Ίντα πάει να πει … είναι και αγόρι; Τι άλλο μπορεί να είναι;»
«Και αγόρι και κορίτσι…», του είπε ο γιατρός. «Συγχαρητήρια, έχεις δυό παιδιά, δίδυμα, ένα κορίτσι κι ένα αγοράκι…»
Ο Σέμος δεν κατάλαβε αν είχε ακούσει καλά. Δυό παιδιά με την μια. Και αγόρι, αλλά και κορίτσι. Κάθισε στο κρεβάτι που ήταν μπροστά του και προσπάθησε να ξεζαλιστεί, τινάζοντας το κεφάλι δεξιά – αριστερά. «Τι μου είπε τώρα ο γιατρός; Ότι έχω Δυό παιδιά…», σκέφτηκε και κοίταγε τον μικροκαμωμένο άντρα μπροστά του σαν χαζός με τα μάτια γουρλωμένα και το στόμα ορθάνοιχτο.
Ευτυχώς από την πόρτα φάνηκε ο Κλεάνθης και η φωνή του τον επανέφερε. Η φωνή του, ήταν τρεμάμενη καθώς επαναλάμβανε τα λόγια του γιατρού στον κουνιάδο του. Εκείνος γέλασε με την καρδιά του και τον χτύπησε στην πλάτη:
«Μπράβο γαμπρέ μου, μπράβο… τι άντρες είμαστε για; Έτσι … μπαμ και κάτω. Μ’ ένα σπάρο… μπράβο» και εξακολούθησε να τον χτυπά στην πλάτη. Σε λίγο και οι δυό άντρες βρίσκονταν στο δωμάτιο που ήταν τα μωρά. Ήταν τα μόνα μωρά εκεί και δυό ηλεκτρικές λάμπες, άναβαν από πάνω τους, ενώ το σωληνάκι του ορού, ήταν συνδεδεμένο στο χεράκι του ενός και στην φλέβα, στο μέτωπο του άλλου.
«Ίντα στο κούτελο το έχετε αυτούνο;», ρώτησε με αφέλεια ο Σέμος. Πήρε εξηγήσεις από την νοσοκόμα που στεκόταν δίπλα τους κι έτσι ηρέμισε, γιατί, η αλήθεια είναι, πως είχε αγριευτεί σαν πρωτοείδε τα παιδιά του. Ο Κλεάνθης δίπλα του γέλαγε και προσπαθούσε να κάνει γκριμάτσες, λες και τα μωρά μπορούσαν να καταλάβουν. Ευγενικά η νοσοκόμα τους είπε ότι έπρεπε να φύγουν κι έτσι αποφάσισαν να δουν την Νικολέτα στο δωμάτιο, αν και κάτι έδενε τον Σέμο με το δωμάτιο που ήταν τώρα.
Σαν μπήκαν στον θάλαμο που ήταν η μάνα, το πρώτο που αντίκρισαν ήταν τον κυρ Δημητρό που καθόταν σε μια καρέκλα. Όλη η οικογένεια, εκτός του Μέμου που έπρεπε να μείνει στο καφενείο, ήταν παρούσα και από τις δυό μεριές. Ο καπετάν Αριστείδης με το κασκέτο του, οι κυράδες των δυο αντρών και φυσικά η Καλοτίνα. Εκείνη μάλιστα σκυμμένη πάνω στην αδερφή της, δεν σταματούσε να την γεμίζει φιλιά, να της ανασηκώνει τα μαλλιά και να της σφουγγίζει τον ιδρώτα.
Όλοι με μιας γύρισαν προς την μεριά του Σέμου, τον ευχήθηκαν και τον αγκάλιασαν, χωρίς να ξεχάσουν να τονίσουν το πόσο «άντρας» ήταν, πόσο καρπερός και γόνιμος. Την δεκαετία του πενήντα, τα δίδυμα, προέρχονταν από την ικανότητα του άντρα. Όσο κι αν εξηγούσε η επιστήμη ότι τα ωάρια της γυναίκας ήταν υπεύθυνα για αυτό, το μυαλό των ανθρώπων και ειδικά των Καλύμνιων έμενε κολλημένο στις παραδόσεις και τις ιδέες τους.
Κι εκείνος τα δεχόταν όλα αυτά, τα ίδια πίστευε κι εκείνος, με το στόμα ανοικτό σε ένα «ζωγραφισμένο» θα έλεγε κανείς, χαμόγελο, χωρίς να έχει συνειδητοποιήσει τι ακριβώς συνέβαινε. Αυτό θα το καταλάβαινε λίγο καιρό αργότερα, όταν η ζωή θα απαιτούσε όλο και περισσότερα.
Και οι μήνες πέρασαν και τα μωρά «έδεσαν» και η Καλοτίνα, όπως και όλη η οικογένεια, βοηθούσαν στο μεγάλωμα. Τα βράδια ήταν δύσκολα, όταν το κλάμα ακουγόταν μέχρι την πλατεία και κρατούσε άυπνο το ζευγάρι, αλλά έδειξαν και η δυό τους μια απρόσμενη υπομονή και βέβαια αντοχή. Τώρα η ζωή τους είχε γεμίσει, κάπως απότομα βέβαια, αλλά ένοιωθαν σαν να είχαν πραγματοποιήσει τον σκοπό της ύπαρξής τους. Η αγάπη του ζευγαριού, δυνάμωνε μέρα με τη μέρα, όσο οι δυσκολίες που προέρχονταν από τα μωρά, γίνονταν όλο και πιο έντονες, όλο και πιο συχνές. Λες και το ανάθρεμμα των μικρών «διαβολάκων», όπως τα αποκαλούσε ο Σέμος, ήταν το λίπασμα στο χωράφι της αγάπης τους.
Το κορίτσι, (είχαν αποφασίσει πως θα το έλεγαν Ελπινίκη, το όνομα της μάνας του Σέμου), ήταν πιο ήσυχο αλλά πιο «φαγανό», από τον ζωηρό μεν, αλλά λιγόφαγο μικρό Αριστείδη (κι αυτό το όνομα από το σόι του Σέμου).
Και τα δυό ήταν σαν μικρά ροζ ποντικάκια, άντε λίγο μεγαλύτερα από ποντίκια, ας πούμε μεγάλοι αρουραίοι και τα δυό κλαψιάρικα, μάλιστα όταν άρχιζε το ένα να κλαίει, ακολουθούσε σαν σιγόντο και το δεύτερο, κουνούσαν χέρια και πόδια, κάτι που τρέλαινε τον χαζομπαμπά,  ανοιγόκλειναν το στόμα, λες και ήθελαν κάτι να πουν και βέβαια άφηναν τα περιεχόμενα των εντέρων τους όπου και όπως μπορούσαν.
«Λες μαρή Νικολέτα να έχουν τίποτις τα παιτζά; Τέτοιο σκατό μαθές, εν έχω ματαδεί…», έλεγε ο Σέμος προκαλώντας το χαμόγελο της κυρα Χρυσούλας που κι αυτή βοηθούσε όπως μπορούσε. Πόσες πετσέτες είχαν κοπεί για να κάνουν πάνες, δεν λέγεται. Πόσες φορές είχε σκύψει η Καλοτίνα να τα ξεσκατίσει, όποτε η αδερφή της θήλαζε το άλλο, δεν μπορούσε να μετρηθεί.
Και ο καιρός πέρναγε και ο Ιούλιος έφυγε, κόντευε να φύγει και ο Αύγουστος, στα μισά ήταν και όλο το νησί τώρα ετοιμαζόταν να γιορτάσει την Παναγιά.

«Κι άλλη μωρέ Κλεάνθη;  Άντε άλλη μια, αλλά τελευταία θα είναι, έτσι; Σκοτεινιάζει σε λίγο…», φώναξε δυνατά ο Μικές ο Καρβουνιάρης, για να ακουστεί καλά πάνω από το ζεστό, αλλά δυνατό αεράκι του πελάγους.
«Άλλη μια μωρέ Μιτσέ, άλλη μια τελεσταία θα είναι, άντε να σε χαρώ…», απάντησε ο άντρας στη πλώρη με το φόρεμα του «μηχανικού». Κολαουζέρη είχαν τον μπαρμπα Μανόλη τον Καρφιά ή «Μαλούπα». Έμπειρος στη μηχανή πιο παλιά ήταν και σε «καγκάβα76», αλλά και σε μηχανοκίνητο «αχταρμά77». Κουπάς στα νιάτα του, έκανε και μηχανικός, αλλά το ταλέντο του αναδείχτηκε σαν κολαουζέρης.
 Μέχρι εκείνη την μέρα που δεν τσουρμάρησε για ένα γελοίο, κατά την γνώμη του, λόγο και από τότε έμεινε αυτός ο θαλασσόλυκος στην στεριά, μετά από τριάντα χρόνια στο θαλασσόνερο. Κάποια μέρα, χωρίς κανείς να ξέρει πως, τα χέρια αλλά και το πρόσωπο του «Μαλούπα», γέμισε ξεραούλες78 κι αυτό κάποιοι «μηχανικοί» το είδαν σαν κακό σημάδι και θανατικό. Πως; Κανείς δεν ξέρει. Γιατί; Ούτε αυτό. Από κείνη τη στιγμή πάντως δεν μπόρεσε να ξανά τσουρμάρει. Τώρα βοηθούσε τον Κλεάνθη και τον Καρβουνιάρη στους βούτθους, στο ξεμύξασμα.

Το σκάφος, το μικρό τρεχαντήρι, ανεβοκατέβαινε στους χορευτικούς ρυθμούς της θάλασσας. Ο Κλεάνθης καθόταν στην πρώρα κοντά στη σκάλα κατάδυσης. Φορούσε ήδη το φόρεμα με όλα τα εξαρτήματά της και περίμενε την περικεφαλαία για μια τελευταία βουτιά. Σήκωσε τα μάτια απέναντι στα βουνά της Τουρκίας, στα παράλια της Μικράς Ασίας και άφησε τον καπνό του τσιγάρου του να βγει από τα πνευμόνια του και ταξιδέψει στον αέρα. Συλλογιζόταν το πότε θα ερχόταν το «τεπόζιτο»79 του καπετάν  Άτσα κι αν ο καπετάνιος τελικά θα κρατούσε την υπόσχεσή του.
«Σε θέλω σισσυλίτζα80 στο βυθό και να σφάξεις τα καλά …», ακούστηκε η φωνή του μπαρμπα Μανόλη. Ήρθε κοντά του κρατώντας την χάλκινη περικεφαλαία προσπαθώντας να μη μπλέξει το κολαούζο και το μαρκούτσο πουθενά. Οι μυς του είχαν φουσκώσει από το βάρος και οι φλέβες του πετούσαν σαν φίδια.
Ο Κλεάνθης γύρισε το κεφάλι και τον αντίκρισε σαν είχε φτάσει πίσω του. Χαμογέλασε, με ένα χαμόγελο κουρασμένο και χωρίς πειθώ για καλή διάθεση. Κούνησε το κεφάλι καταφατικά, του άρεσε αυτός ο γερο θαλασσόλυκος, κάθε του κίνηση απέπνεε σιγουριά και έδινε κουράγιο. Από την ώρα που θα φόραγε αυτό το στρογγυλό κράνος με τα μικρά φινιστρίνια, η ζωή του εξαρτιόταν απ’ αυτόν. Απ’ αυτόν και την «Βαρβάρα»
Σηκώθηκε και έκανε ένα βήμα προς την άκρη της κουπαστής. Τα σιδερένια παπούτσια και το σκαντάλι με την βαριά ζώνη, κούραζαν το χωλό του πόδι, αλλά δεν είχε σκοπό να το δείξει σε κανέναν. Καβάλησε την κουπαστή και κατέβηκε μέσα στο νερό, δυο σκαλιά στην μικρή σχοινένια σκάλα.

Ο κολαουζέρης, τίναξε το μαρκούτσο και σήκωσε την περικεφαλαία ψηλά. Με αργές κινήσεις, του την φόρεσε και άρχισε να την γυρνάει, να μαγκώσει στις στροφές της. Στο τέλος έσφιξε και τα μπουλόνια.
 Ο Κλεάνθης έβλεπε πια το κατάστρωμα από το μικρό άνοιγμα του φινιστρινιού του με τα σταυρωτά σίδερα. Άκουσε την ανάσα του, κοφτή και απόκοσμη. Η ρόδα της μηχανής είχε αρχίσει να γυρίζει και να γεμίζει με αέρα το φόρεμα. Τρόμπαρε δυό φορές την «Βαρβάρα» και άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά. Το συρματόσχοινο που τον κράταγε, τεντώθηκε και τα πόδια του βρέθηκαν στο κενό. Άρχισε σιγά – σιγά να βουλιάζει και σε λίγο έβλεπε το κάτω μέρος του τρεχαντηριού, με τις πράσινες «μαλούπες» και τα καφετιά φύκια να χορεύουν στο ρυθμό του θαλάσσιου ρεύματος. Κοίταξε το σχοινί με τους κόμπους που κρατούσε και μόλις έφτασε να δείχνει δεκαπέντε οργιές, ένοιωσε τα πόδια του να πατούν στην άμμο και τις πέτρες του βυθού. «Καλός κολαουζέρης …», σκέφτηκε χαμογελώντας.
Περπάτησε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, μαγεμένος για άλλη μια φορά από την ομορφιά της θάλασσας. Κάποια ψάρια που σε κοπάδι περνούσαν δίπλα του, έδειξαν λίγο ενοχλημένα από την παρουσία του, αλλά συνέχισαν την πορεία τους σαν σύννεφο, αδιάφορα, προς το βάθος του πελάγους. Ένας σκάρος πλησίασε και τον περιεργάστηκε, αλλά σαν κι αυτός δεν είδε κάτι το ενδιαφέρον, συνέχισε το δρόμο του κουνώντας όλο χάρη την ουρά του. «Είσαι τυχερός που είμαι για άλλη δουλειά εδώ …», είπε απευθυνόμενος στο ψάρι, «… και που δεν έχω ένα καμάκι στο χέρι, αλλά αυτό το τσεκούρι μόνο». Χαμογέλασε και πάλι, σήκωσε το βλέμμα όσο πιο ψηλά μπορούσε με αυτό το σκάφανδρο και είδε την πληθώρα από τις φουσκάλες που ανέβαιναν προς την  επιφάνεια, σε κάθε εκπνοή του.
Ο βυθός με τα χρώματά του, όσα μπορούσε δηλαδή να διακρίνει, ήταν μαγευτικά ωραίος. Καταλάβαινε γιατί μπορούσε εύκολα να ξεγελάσει τους «μηχανικούς». Χρώματα διάφορα γέμιζαν τον ορίζοντά του. Κοράλλια και βράχια απότομα, ψάρια και σφουγγάρια.
Είδε μπροστά του ένα μεγάλο «καπάδικο81» δίπλα σε ένα πιο μεγάλο «λαγόφυτο82». Το μάτι του γυάλισε από την επιθυμία και σήκωσε το τσεκούρι να τα «σφάξει».

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18

«Θα μπορούσε να είναι κι έτσι…», είπε η Ποθητή. «Πολλά λέγουσι, αλλά….»
Σήκωσε τα μανίκια της ρόμπας της γιατί είχαν πέσει από το δίπλωμα και κόλλαγε η ζύμη πάνω τους. Είχε ζέστη και οι γυναίκες απολάμβαναν την συντροφιά η μια της άλλης, κάνοντας συλλογικά τις δουλειές τους. Τα εφτάζυμα είχαν αναλάβει η Ποθητή με την αδερφή της και τα γλυκά, ειδικά τα «φοινίκια», η Κυράννα με την κόρη της την Καλοτίνα. Όταν θα ετοιμαζόντουσαν όλα, θα τα μοίραζαν.
«Έτσι είναι όπως τα λέγω», απάντησε η Κυράννα. «Θα σου τα πω άλλη μια να ξεστρίψει το μυαλό σου να τα καταλάβεις…»
Η Καλοτίνα χαμογέλασε, θα άκουγε την ίδια ιστορία για πολλοστή φορά. Κάθε Χριστούγεννα, η μάνα της την έλεγε και κάθε φορά η Ποθητή, ίσως για να της πάει κόντρα και μόνο, έκανε ότι δεν την πίστευε.
«Που λες, όταν η Μεγαλόχαρη είχε τους πόνους της γέννας, είχε πεθυμιά και ζήτησε ένα χουρμά. Φοίνικα όπως τον λέγανε. Έτρεξε ο Ιωσήφ και της έφερε. Η Παναγιά τον έφαγε με μεγάλη χαρά, τον λαχταρούσε τόσο, πριν όμως προφτάσει να βγάλει το κουκούτσι από το στόμα ένας πολύ δυνατός πόνος, την έκανε να φωνάξει Ω! οπότε κι αυτή η κραυγή έμεινε χαραγμένη σε κάθε κουκούτσι του φοίνικα – χουρμά. Σε ανάμνηση λοιπόν αυτού, γίνονται τα φοινίκια κάθε Χριστούγεννα…», γέλασε σαν είδε την έκφραση των άλλων γυναικών και άρχισε να τις ευλογεί κοροϊδευτικά, σαν παπάς, κάνοντας το σχήμα του σταυρού στον αέρα.

Η μεγάλη μέρα της Γέννησης του Κυρίου έφτανε και οι γυναίκες του νησιού είχαν τις φούριες τους. Γλυκά, εφτάζυμα, λάτρα και ασπρίσματα, έπρεπε να γίνουν, να φανούν οι αρετές τους και να υποδεχτούν με τιμές το «θείο βρέφος». Οι άντρες ετοίμαζαν τις φωτιές για τα γλέντια, τα κρέατα και τα ψάρια, τα κρασιά, τα τσίπουρα και τα ούζα. Κάπου – κάπου φρόντιζαν και κάποιες επιδιορθώσεις σε μερεμέτια του σπιτιού. Ο κυρ Δημητρός είχε βάλει τον Μέμο να καθαρίσει με ένα σκληρό πινέλο, τα ψηφιδωτά στις βεράντες, προκαλώντας βέβαια την γκρίνια του και μια στραβομουτσουνιά. Και όταν έβλεπε τους φίλους του από κάτω να περνάνε με την βάρκα, τώρα που ο καιρός είχε πάλι ηρεμίσει από τους δυνατούς αέρηδες τόσων ημερών, η καρδιά του καιγόταν να πάει για ψάρεμα.

«Όλα εγώ τα κάμω, όλο μένα βάζεις …», είπε για να εισπράξει μια σβερκιά από τον πατέρα του.
«Άντε βρε Κώτικο μποχάλι, δούλευε και μη γκρινιάζεις μέρες που ‘ναι»
Ο Κλεάνθης είχε βαλθεί να καθαρίσει τον καφενέ του, μην έρθουν τα Χριστούγεννα, μην έρθει ο νέος χρόνος και μείνουνε λερά, «… και οι καλικάντζαροι ετούτα λαχταρούνε…», όπως του είχε πει και ο Σκαρένιος, σε μια στιγμή δεισιδαιμονικής κατάληψής του. Γέλασε σαν σκέφτηκε το Γιαννιό και βέβαια μαζί με αυτόν και τον «Κουρέλι». Κοίταξε προς την εκκλησία και έκανε τον σταυρό του στο άκουσμα της καμπάνας που καλούσε τους πιστούς για την μετάληψη.
Είχε ζητήσει από δυο γυναίκες να τον βοηθήσουν (επ’ αμοιβή) και τώρα τις έβλεπε που είχαν, με ανασηκωμένα τα μανίκια τους, βγάλει όλες τις καρέκλες και τα τραπέζια του μαγαζιού στην αυλή, έριχναν νερά, έτριβαν σαπούνι και διάφορα άλλα υλικά στο πάτωμα που μόνο οι νοικοκυρές ξέρουν, καθάριζαν τοίχους και παραθυρόφυλλα, πάγκους και νεροχύτες. Ευχαριστιόταν ο Κλεάνθης σαν μύριζε την καθαριότητα των γυναικών. Κάποιοι πελάτες που είχαν έρθει για το πρωινό τους καφεδάκι, να φύγουν από τα πόδια των γυναικών τους σήμερα παραμονή των Χριστουγέννων, στάθηκαν άτυχοι.
«Μωρέ Κλεανθιό, να φύγω από την κερά ήθελα, αλλά κι εδώ τα ίδια μαθές; Λες και η γυναίκα με ακολουθεί με την λάτρα της» και γέλασαν καλοκάγαθα.
Ο Κλεάνθης στήριξε την πλάτη στη κολώνα της μικρής κληματαριάς, καθισμένος σε ένα ξύλινο σκαμνάκι, Τούρκικο με χειροποίητα σκαλίσματα. Άναψε τσιγάρο και προσπάθησε να χαρεί την πρώτη ρουφηξιά. Τον έπιασε βήχας και τα μάτια του δάκρυσαν.
«Ε, βρε Κλεάνθη …», άκουσε πίσω του μια φωνή. Μια γνώριμη φωνή, που για άγνωστο λόγο του δημιουργούσε μια επιθυμία, μια ζέστη.
«Ίντα έγινε μαθές; Λάτρες έχεις σήμερις;»
Γύρισε το κεφάλι χαμογελώντας. Ο κυρ Βασίλης το «Μαραγκούλι», ερχόταν από την πλατεία, συνοδεύοντας την κόρη του. Την Υπαπαντή. Κι εκείνη του χαμογελούσε. «Γλυκό πρόσωπο, γλυκό χαμόγελο, γλυκιά εμφάνιση…», σκέφτηκε ο άντρας. Χαιρέτισε κι εκείνος με τη σειρά του.
«Καλημέρα κυρ Βασίλη, καλημέρα ‘Παπαντή, ίντα κάμετε πρωινιάτικα από τα μέρη μας; Να σας κεράσω κάτι;», είπε με τα μάτια όμως κολλημένα στην όμορφη κόρη. «Ελάτε περάστε… κάτι θα πάρετε, δεν ημπορεί…»
Ο κυρ Βασίλης, πρόσεξε το βλέμμα του Κλεάνθη και χαμογέλασε. Χαζός δεν ήταν, απλά τώρα μπορούσε να εξηγήσει την επιμονή της κόρης του να τον συνοδεύσει στην πλατεία, που είχε να συζητήσει για κάποια θέματα με ένα πελάτη του, προφασιζόμενη ότι ήθελε να αγοράσει κάτι που δεν κατάλαβε από το εμπορικό του Γιάννη του «Μάγκα». Επιπλοποιός ο κυρ Βασίλης, τεχνίτης άξιος και μερακλής, είχε φτιάξει τα καλύτερα έπιπλα για όλων των ειδών τα βαλάντια, για όλα σχεδόν τα σπίτια στο νησί. Είχε βάλει και τον γιό του στη δουλειά, ενώ η κόρη του η Υπαπαντή, ήταν ακόμη μαθήτρια στο Σχολαρχείο.
«Μπα… καλύτερα γιέ μου να συνεχίσουμε, να κάμεις κι εσύ τη δουλειά σου, άνω κάτω είσαι μαθές, να τελειώνω κι εγώ και η κόρη μου τα ψώνια της, να πάμε σπίτι να στολιστούμε για την εκκλησιά. Περνάνε γρήγορις οι ώρες και … Παραμονή είναι, υπάρχουν πολλά που πρέπει να τελειώσουν»
«Α, όχι ‘πιμένω κυρ Βασίλη. Μισή ώρα μονάχα, έτσι για καλημέρισμα…» και σηκώθηκε να πάει προς την κουζίνα, αφού πρώτα λευτέρωσε ένα τραπέζι και τρεις καρέκλες, να κάτσουν.
Σκέφτηκε ότι επέμεινε πολύ και με ένταση. Το μετάνιωσε που φέρθηκε έτσι, σαν να έδειχνε τι ήταν αυτό που ήθελε. Από την άλλη, δεν ήταν και τόσο κακό που έδειξε αυτό που ήθελε, αρκεί να το καταλάβαινε το σωστό άτομο. Απλά το είχαν καταλάβει και οι δυό.
Μόλις έφερε τους καφέδες στον στρογγυλό δίσκο με την ξεβαμμένη διαφήμιση, ακούστηκαν κάποια χτυπήματα σε τενεκέδες. Παιδικές φωνές ακούστηκαν που πλησίαζαν και στη στροφή της εκκλησίας φάνηκε μια ομάδα από πιτσιρίκια, το μεγαλύτερο επτά ή οκτώ χρονών και το μικρότερο τριών, να κατεβαίνει το δρόμο. Δυο – τρία ήταν ξυπόλυτα, με τα παπούτσια τους περασμένα στον λαιμό, δεν άντεχαν την υπόδηση, φορώντας όμως καθαρά ρούχα.
«Αύτη είναι η ημέρα όπου ήρθ’ ο Λυτρωτής από Μαριάμ μητέρα εκ Παρθένου γεννηθείς. Άναρχος αρχήν λαμβάνει και σαρκούται ο Θεός ο αγέννητος γεννάται εις την φάτνην τάπεινός Άγγελοι το νέον λέγουν εις ποιμένας και βοσκούς ο αστήρ, το θαύμα δείχνει εις τους μάγους και σοφούς».
Όλοι άφησαν τις δουλειές που έκαναν για να απολαύσουν αυτή τη παιδική χορωδία που φάλτσα προσπαθούσε να πει τα κάλαντα. Όχι μόνο για τα λεφτά ή τα φοινίκια και κουρκουμπίνια ή κουραμπιέδες, αλλά και για το μεγαλείο του Χριστού. Κάποια από τα παιδιά, τα πιο μικρά, δεν ήξεραν τα λόγια και απλά ανοιγόκλειναν το στόμα ή φώναζαν μόνο τις καταλήξεις, προκαλώντας το γέλιο.
Η θάλασσα ήταν ήρεμη και ο ήλιος αρκετά ζεστός, σα να ήταν άνοιξη. Τα μανίκια είχαν σηκωθεί και τα πουκάμισα των νέων αντρών είχαν ξεκουμπωθεί στο στήθος. Ο Κλεάνθης γύρισε το βλέμμα του στην Υπαπαντή και πρόσεξε την κίνηση των ματιών της, στην απελπισμένη προσπάθειά της, να μη φανεί ότι τον κοίταγε αρκετή ώρα. Χαμογελούσε σκύβοντας το κεφάλι της, στέλνοντας όμως ένα ενθαρρυντικό μήνυμα στον νέο που την ενδιέφερε. Και τον μήνυμα αυτό ήταν εκκωφαντικά ξεκάθαρο. Χαμογέλασε και ο Κλεάνθης, πήρε κουράγιο και είδε την μέρα, την όμορφη αυτή μέρα, ακόμα πιο όμορφη και αισιόδοξη.
Της πρόσφερε το ποτήρι με το «υποβρύχιο», αυτό από το Μπουντρούμ που ζητούσε ο Γιάννης ο «Σκάρτος», το καϊμάκι, που το λόγιζε γλυκό σαν τη ματιά της. Εκείνη το πήρε και κατά λάθος (;), άγγιξε το χέρι του. Κάτι σαν ηλεκτρισμός τον διαπέρασε και το τράβηξε γρήγορα και απότομα. Ευτυχώς ο κυρ Βασίλης δεν είχε καταλάβει τίποτα, ή έτσι τουλάχιστον νόμιζε.
Τόσα χρόνια πια, από το ατύχημά του μέχρι σήμερα, δεν είχε βλέψεις σε καμιά κοπέλα. Σε όλες άρεσε, ωραίος άντρας ήταν, αλλά αυτό το χωλό πόδι ήταν το εμπόδιο για μια σχέση, πόσο μάλλον για ένα γάμο. Ο αθέλητος ρατσισμός εκδηλωνόταν χωρίς μάσκα, χωρίς ντροπές, χωρίς προσχήματα. Ούτε να το ονειρευτεί δεν μπορούσε. Πολλές φορές, όπως όλοι οι άνθρωποι, όποτε έκλεινε τα μάτια, φανταζόταν τον εαυτό του υγιή, να περπατάει στα μαράσια και τα κορίτσια να κρυφοκοιτούν πίσω από τα μισόκλειστα παντζούρια. Να τον ορέγονται, να τον θέλουν, να λειώνουν γι αυτόν κι εκείνος αγέρωχος να συνεχίζει το περπάτημά του, χαμογελώντας με τα «θέλω» τους.
Σκεφτόταν να έχει όποια θέλει, να φιλά νεανικά χείλη, να χαϊδεύει κοριτσίστικα κορμιά, ν’ ανακατώνει κατάμαυρα στιλπνά μαλλιά. Τα χρόνια όμως πέρασαν και τα όνειρα έμειναν όνειρα κι εκείνος με πόδι που σερνόταν και τον καθυστερούσε, δίνοντας μια κωμική χροιά στο περπάτημα ενός, κατά τα άλλα, ωραίου άντρα.
 Μέχρι που και τα όνειρα στέρεψαν, τον κούρασαν, δεν είχαν πια νόημα. Οι κόσμοι της ομορφιάς μέσα του γκρεμίστηκαν, οι τύψεις τον κυρίευσαν σαν ήθελε πάλι τις εικόνες, έγινε ράκος αχάιδευτο και μόνο, να αφυπνίζεται από την αναπηρία, κάθε που είχε ελπίδα. Οι ουτοπίες του έφυγαν, πήγαν μακριά, ψηλά και πέρα από τον δικό του ήλιο.
Ο κόσμος του όλος είχε περιοριστεί σε μια στέρφα οικογένεια, ευτυχώς που η Νικολέτα έσπασε αυτό το ομιχλώδες τοπίο με την μικρή της επανάσταση, σε μια αναπηρία του ίδιου του του αντρισμού ακόμα, κατά τους Αθηναίους δημοσιογράφους και την μικρή μίζερη και γεροντική κοινωνία του καφενέ του. Όταν ακούς τις παλιές ιστορίες των γερο ναυτικών, τις περασμένες δόξες των ανάπηρων «μηχανικών» και τους ξεπερασμένους πια, ηρωισμούς των γερο ψαράδων, ο χρόνος σε παίρνει πίσω, σε παίρνει σε εκείνα τα παλιά τα χρόνια, γίνεσαι γέρος από την νεότητά σου ακόμα, γίνεσαι ένας νεκρός που ακόμα δεν το ξέρεις, περιμένοντας στωικά την τελευταία ανάσα.
Μέχρι που έρχεται αυτή, η Υπαπαντή, νέα και όμορφη και φρέσκια σαν πρωινή ηλιαχτίδα και σου θυμίζει ότι ζεις, ότι είσαι νέος και όμορφος, ότι ενδιαφέρεις και μπορείς να δημιουργήσεις. Σου παίρνει την μιζέρια και την θλίψη από το μυαλό, σε κάνει  ικανό για τρέλες και καμώματα που δεν θα είχες διανοηθεί, σου δίνει  ελπίδες και σε ξαναγεννά. Δεύτερη φορά σαν μάνα, σαν Πλάστης. Με τι δικαίωμα; Ποιος της είπε να το κάνει αυτό; Γιατί πρέπει να τον τυραννήσει τώρα που είχε πάρει την μεγάλη του απόφαση να μπαρκάρει;
Η ελπίδα είναι βάρος στη ψυχή όποιου αποφασίσει την απώλεια, την απομόνωση, το τέλος. Είχε τη ζωή του στα χέρια του και μόνο, κι αν κάτι του συνέβαινε, λίγοι συγγενείς θα μπορούσαν να τον κλάψουν. Τώρα όμως ήταν υπόλογος και στην καρδιά του την ίδια. Ήταν υπόλογος στην αγάπη, στην ομορφιά, στη ζήση. Δεν μπορούσε να βλάψει μόνο τον ίδιο τον Κλεάνθη, αλλά και κάτι που, έξω από αυτόν, θα μπορούσε να ήταν κομμάτι του -  ήταν κομμάτι του - θέλοντας και μη.
Κοίταξε ξανά την κοπέλα, τώρα κι αυτή είχε σηκώσει τα μάτια της στο πρόσωπό του και ήταν σοβαρή. Και αμίλητη. Θεέ μου, πόσα πολλά έλεγε αυτή σιωπή, αυτή η παρατεταμένη ματιά, εκείνα τα χείλη που δεν σάλευαν και απλά άχνιζαν τις επιθυμίες τους. Να μπορούσε να την πάρει στα χέρια του, να την αγκαλιάσει, να την σφίξει στο στήθος του, να νοιώσει την αναπνοή της πάνω του, στο δέρμα του. Και με τη στάση του, της έδινε να καταλάβει τα εσώψυχά του.
«Να πααίνουμε κι εμείς Κλεάνθη μου…», ακούστηκε σαν κεραυνός η φωνή του κυρ Βασίλη και τον έβγαλε από τις σκέψεις του. «Πέρασε η ώρα και ακόμη εδώ είμαστε και οι δουλειές έχουσι το κακό συνήθειο να θέλουν χέρια. Άντε το λοιπό, θα τα πούμε το βράδυ στην ‘κκλησιά»
 Τους είδε να απομακρύνονται πατέρας και κόρη, δίπλα – δίπλα, προς την μεριά της μεγάλης πλατείας. Την είδε που προσποιούμενη ότι μιλάει στον κυρ Βασίλη, τον κοίταξε πάνω από τον ώμο της και σήκωσε ελαφρά το χέρι σε χαιρετισμό. Χαμογέλασε και την χαιρέτισε κι εκείνος όσο πιο διακριτικά και συνωμοτικά μπορούσε. Αυτή η κρυφή επικοινωνία τους, έδινε χαρά και φτερά και στους δυο τους. Το μέλλον γραφόταν τώρα μπροστά τους, είχε επιτέλους ο Κλεάνθης κάτι, που μπορούσε να διαχειριστεί μόνος του, κάτι που – όπως έβλεπε να εξελίσσονται τα πράγματα – περνούσε από τα χέρια του και, ίσως, μόνο απ’ αυτά.

«Όμορφος είμαι μαθές; Ε, κόρη μου; περήφανη για τον πατέρα σου;», είπε ο κυρ Δημητρός στην Καλοτίνα, σαν του ίσιωνε την γραβάτα του. Φορούσε το μαύρο του ριγέ κουστούμι και ένα κατάλευκο πουκάμισο. Το λευκό του μουστάκι ήταν περιποιημένο και τα μαλλιά του ισιωμένα με κρέμα περιποίησης.
«Κούκλος πατέρα… μα τι, καρτζές θες να κάψεις μαθές στην ‘κκλησιά;»
Ο Κυρ Δημητρός γέλασε με τα σχόλια της κόρης του, αλλά και πραγματικά ευχαριστημένος από την εικόνα του στον καθρέφτη. Η Κυράννα κούναγε περιφρονητικά το κεφάλι της στα καμώματα του άντρα της και προσπαθούσε να στερεώσει μια καρφίτσα στο πέτο της ζακέτας της. Γέλασε, έβαλε από λαιμαργία ένα φοινίκι στο στόμα και το κατάπιε σχεδόν αμάσητο. Περπατούσε πάνω – κάτω στη κουζίνα και φρόντιζε και την τελευταία λεπτομέρεια. Περίμεναν την Νικολέτα με τον Σέμο, για να πάνε όλοι μαζί στην εκκλησία του Αι Νικόλα για την λειτουργία των Χριστουγέννων. Κόντευε έντεκα η ώρα και ακόμη το ζευγάρι δεν είχε κάνει την εμφάνισή του.
«Είναι έγγυα …», μουρμούρισε, «… ε, μπειράζει…».
Οι καμπάνες όμως χτυπούσαν εδώ και αρκετή ώρα. Αυτό μεγάλωνε τον εκνευρισμό της μάνας, που προσπαθούσε να βρει τρόπο να εκτονωθεί, κάτι έξω από γκρίνια, ήμερα που ήταν. Κοίταξε την Καλοτίνα της. «Όμορφη κόρη…», σκέφτηκε με μια λάμψη στα μάτια. «Όμορφη και καλοσυνάτη …», συνέχισε την σκέψη της, «… και νοικοκυρά. Όλα τα καλά έχει πάνω της. Κάμε Θεέ μου να βρεθεί ένα καλό παλικάρι και γι αυτήν, να… σαν της Νικολέτας…»
«Μάνα, έτοιμη μαθές; Βάλε καημένη λίγο κοκκινάδι στο στόμα, γίνου πιο … πώς να το πω, πιο γλυκιά…», βρήκε μια άστοχη λέξη.
Της έδωσε ένα κοκκινάδι από την τσάντα της και έβγαλε μια πούδρα από το συρτάρι του κομό, εκεί που είχε τα λίγα καλλυντικά της. Η Κυράννα στάθηκε πειθήνια στις παροτρύνσεις της κόρης της και σε λίγο θαύμαζε το είδωλό της στον καθρέφτη, για ν’ ακούσει και τα συχαρίκια του άντρα της. Κορδώθηκε σαν σκεπάρνι (όχι γύφτικο πάντως) και έστρωσε τα μαλλιά της. Το σφύριγμα θαυμασμού του Κλεάνθη που μόλις είχε βγει από το δωμάτιο «των αντρών», της τόνωσε την ματαιοδοξία της.
«Κούκλος είσαι Κλεάνθη μου, κούκλος! Στην ‘κκλησιά θα είσαι ο πιο όμορφος. Άντε τα κορίτσια να παρακολουθήσουν την λετουργιά», του επέστρεψε τον θαυμασμό του.
«Δεν τον νοιάζουν οι κοπελούες τον αδερφό μου. Μια τον νοιάζει μόνο. Έτσι αδέρφι;»
Χαμογέλασε και του έκλεισε το μάτι. Έξυπνη κοπέλα η Καλοτίνα, δεν της είχε ξεφύγει το ενδιαφέρον για την Υπαπαντή. Και στον γάμο της αδερφής της, αλλά και από λόγια τις υπόλοιπες μέρες. Κι εκείνη, σαν πειραχτήρι που ήταν, όλο έφερνε την συζήτηση γύρω από αυτήν. Πότε έλεγε ότι ήταν καλό κορίτσι, πότε θα πέρναγε από το σπίτι της, πότε ότι είχε δανειστεί κάτι, ένα βιβλίο ας πούμε, από κείνην. Και βέβαια μελετούσε την στάση, ή μάλλον την στενάχωρη αμηχανία του αδερφού της.
Το χτύπημα της πόρτας τους έκανε να γυρίσουν το βλέμμα προς τα κει.
«Επιτέλους, ήρθασι…», είπε η Κυράννα κι έτρεξε, προλαβαίνοντας την Καλοτίνα, να ανοίξει.
«Καλώς τα παιιά μου. Καλώς τα μου», σχεδόν φώναζε, «… καλώς και τα τρία μου…» και βάλθηκε να χαϊδεύει τη κοιλιά της κόρης της. «Περάστε, κατεβείτε με προσοχή …» και έδειξε τα τρία σκαλάκια της εισόδου. Τους φίλησε και έβαλε την κόρη του να καθίσει.
«Κάτσε βρε μάνα, ακόμα δεν φούσκωσα. Μην κάνεις έτσι, μη με χαϊδεύεις τόσο, θα κακομάθω…»
«Να κακομάθεις φρεγάτα μου…», επενέβη ο Σέμος. «Να κακομάθεις… εγώ είμαι εδώ» και της έπιασε τρυφερά το χέρι.
«Αν είμεθα έτοιμοι να πααίνουμε…», μίλησε τώρα ο κυρ Δημητρός, «… άντες και αργήσαμε. Αλήθεια εκείνο το κόρνιο, το γουρλί… που είναι, ακόμα να ετοιμαστεί;»
Ο Μέμος φάνηκε από το δωμάτιο πηδώντας στο ένα πόδι, προσπαθώντας να δέσει τα κορδόνια του παπουτσιού του: «Ίντα με βρίζεις βρε πατέρα; Ίντα θέλεις; Τώρα δεν ήρθασι και οι νιόπαντροι; Εγώ μαθές θα φταίω για όλα;»
«Άντες να πηγαίνουμι…», επανέλαβε η Κυράννα.
Στην εκκλησία έκανε πολύ ζέστη και οι πόρτες ήταν ανοικτές. Φύσαγε Σοροκάδα που έφερνε σκόνη και ψηλές θερμοκρασίες, για τέτοιο μήνα, από την Αφρική. Ο γυναικωνίτης ψηλά ήταν γεμάτος από νωρίς και οι νεώτερες και οι άγαμες κοπέλες, μπροστά – μπροστά, ακουμπούσαν στην κουπαστή, να μπορούν να έχουν θέα προς όλους τους εκκλησιαζόμενους από κάτω. Προς όλους; Όχι βέβαια, ποια ενδιαφερόταν για τους γερο ναυτικούς ή για τον «Μαρκούτσο» και τον Κωνσταντή ή τον «Σκάρτο» ή τον «Τρούπα», ο οποίος, παρεμπιπτόντως είχε ντυθεί την μαύρη τήβεννο του ψάλτη και στεκόταν με ένα χαζό χαμόγελο δίπλα στον αριστερό ψάλτη και ανοιγόκλεινε το στόμα. Τα μάτια έπεφταν στα νέα παλικάρια, στους «μηχανικούς» ιδιαίτερα και στα αγόρια του Νικηφόρειου γυμνασίου για τις πιο νέες.
Η οικογένεια της Υπαπαντής καθόταν κάτω και αριστερά με τον κυρ Βασίλη στητό να ακούει και να ψέλνει μαζί. Δίπλα του η κυρα Θεμελίνα και ο γιός του σε απόλυτη ευθεία λες και είχαν παραταχθεί σε στρατιωτικό σχηματισμό. Κάθε τόσο η κόρη γύρναγε το κεφάλι προς την πόρτα, τάχα αδιάφορα, μα στην πραγματικότητα περιμένοντας τον Κλεάνθη. Όσο δεν τον έβλεπε, κάτι μέσα της την «έτρωγε», κάποιος πόνος στο στομάχι την έκανε να κάνει βήματα, μια μπρος μια πίσω. Ο πατέρας της, έκανε νόημα με τα μάτια να ησυχάσει και ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο φάνηκε κάτω από το μακρύ του μουστάκι και στην άκρη των ματιών του. Κοίταξε διακριτικά κι αυτός προς την πόρτα. Αυτό που έτρωγε την κόρη του, μόλις είχε φτάσει. «Τώρα θα ηρεμίσει λίγο …», σκέφτηκε και το χαμόγελό του έγινε πιο μεγάλο.
Ο Κλεάνθης μπήκε στην εκκλησία πίσω από τις δυό του αδερφές παρέα με τον Σέμο. Τα μάτια του λες και είχαν προγραμματιστεί μόνα τους, διέτρεξαν την εκκλησία και γρήγορα εντόπισε το βλέμμα της Υπαπαντής. Εκείνη ανοιγόκλεισε τα μάτια με μια κίνηση του κεφαλιού, σαν να του έλεγε: «γιατί άργησες;» και φάνηκε να κάνει ένα βήμα πιο πίσω. Της χαμογέλασε κάτι που έγινε αντιληπτό από τη Καλοτίνα (πόσο ήξερε να διαβάζει τον αδερφό της!) και μετά γύρισε το βλέμμα προς τους παπάδες που τώρα έραιναν τον κόσμο με αγιασμό. Έκανε τον σταυρό της και κάτι μουρμούρισε, τα χείλη της τουλάχιστον αυτό έδειξαν, έπιασε την πλάτη της μπροστινής της καρέκλας και με το χέρι, έκανε αέρα στο πρόσωπό της.
Η Μαρία η Λισγάρινα, ήταν μια ψηλή και θεωρητική γυναίκα από την Λέρο, που είχε παντρευτεί Καλύμνιο σφουγγαρέμπορο. Επειδή οι δουλειές του άντρα της ήταν στην Αυστραλία, είχαν μετακομίσει εκεί, στο Σύδνεϋ. Αλλά η αγάπη του Σκεύου του Λισγάρη για το νησί του, τον έκανε κάθε δεύτερο ή τρίτο  χρόνο, το Πάσχα ή τα Χριστούγεννα, να επιστρέφει. Ήθελε αυτή την επαφή με τον κόσμο του, με τους δικούς του ανθρώπους, με τη δική του γη. «Οι θάλασσες εκεί είναι λερές…», έλεγε κάθε που μιλούσε για την ξενιτειά του, «… εδώ είναι καθάριες και γαλάζιες και έχουν ανθρώπους καλούς να τις δουλεύουν…».
Η Μαρία λοιπόν, κουράστηκε εκεί στον ξένο τόπο, δίπλα στον άντρα της, αλλά τελικά είχε δει πολλά χρήματα στα χέρια της. Έγινε μεγάλη και τρανή κι έτσι σήκωσε και την μύτη της, πάνω από τους ώμους. Όσο απλός και καταδεκτικός ήταν ο Σκεύος, τόσο απρόσιτη η γυναίκα του. Κάτι το οποίο σχολιάστηκε από τις «γαλιάντρες» της Καλύμνου. Και τι δεν είπαν για αυτήν! Και τι γέλια δεν έριχναν από πίσω της. Αλλά και η ίδια η Λισγάρινα έδινε αφορμές γι αυτό με τα καμώματά της. Έπρεπε να δείξει τα πλούτη της στις απλές νησιώτισσες, να δείξει την ανωτερότητά της, το ότι ήταν σχεδόν αγράμματη δεν έπαιζε κανένα ρόλο στην επίδειξή της, να κάνει τη φιάκα της. Και έτσι φορούσε την γούνα που είχε. Μια άσπρη, πανέμορφη γούνα από Ρώσικη ερμίνα, που την κρατούσε ζεστή. Αλλά όταν φυσάει Σοροκάδα, όταν οι περισσότεροι κόντευαν να λιποθυμήσουν από την ζέστη σε αυτόν τον κλειστό χώρο με τα λιβάνια και τις ψαλμωδίες, όταν ο ίδιος ο παπάς είχε δώσει εντολή να ανοίξουν όλες οι πόρτες, ε, τότε δικαιολογημένα το μολύβι των ματιών στο πρόσωπο της γουνοφορεμένης Μαρίας, να τρέξει και να κυλήσει σαν μαύρο δάκρυ στο μάγουλο. Ιδρώτας γυάλιζε στο μέτωπο, τα μάτια είχαν κοκκινίσει, αλλά η γούνα – γούνα και φυσικά τα κουτσομπολιά – κουτσομπολιά και τα γέλια – γέλια.