Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25
Κάτι κρύο κατάλαβε στο χέρι του. Ένα μέταλλο ή κάποιο κρύο υγρό τον ενοχλούσε. Άνοιξε τα μάτια του σε ένα όμορφο δειλινό. Η άκρη μιας ασπίδας κάποιου πολεμιστή, ακουμπούσε πάνω στον δεξί του αγκώνα και τον ενοχλούσε. Ο Τελευτίας ανακάθισε στο έδαφος και έτριψε τα μάτια του. Κατάλαβε την ώρα, από το χρώμα του ήλιου. Δίπλα του ο τόπος έσφυζε από ζωή και κίνηση. Και ήχους. Και μυρωδιές ανθρώπινες, δελεαστικά γνώριμες. Άκουσε κάποιον να βρίζει, έναν άλλο να βήχει με μανία…
-«Κοιμόμουν λοιπόν….», σκέφτηκε χαμογελώντας! Αναρωτήθηκε για το τι μπορεί να «μαγειρέψει» το μυαλό, ειδικά όταν είσαι κουρασμένος. Τεντώθηκε και ανακάλυψε ότι είχαν πιαστεί όλοι του οι μύες. Γύρισε ολόγυρα το βλέμμα του. Κανένας δεν ενδιαφερόταν γι αυτόν. Όλοι οι στρατιώτες είχαν και από κάτι να κάνουν. Άλλος προσπαθούσε να δέσει τα κορδόνια στα σανδάλια του, άλλος γυάλιζε το κράνος του, άλλος προσπαθούσε να λούσει τα μαλλιά του… σηκώθηκε και έκανε να περπατήσει. Στο βάθος του στρατοπέδου, λίγο πιο χαμηλά από κει που στεκόταν, αντίκρισε τη σκηνή των στρατηγών. Απ’ έξω στέκονταν ακίνητοι δυο άντρες με πλήρη πανοπλία και οπλισμό. Θυμήθηκε την σκηνή στο όνειρό του. Του φάνηκε σαν να είδε ακριβώς την ίδια εικόνα. Χαμογέλασε και πήρε μια μεγάλη ανάσα. Ο αέρας του θύμιζε κάτι…. Κάτι πολύ γνώριμο και οικείο. Έψαξε με τα μάτια να δει τα λουλούδια που έδιναν αυτή την ευωδία. Πουθενά όμως δεν αντίκρισε γιασεμιά και κρίνους. Κι όμως, ο τόπος όλος μύριζε αρκετά έντονα. Πήρε τον θώρακά του, απίθωσε στο χώμα το ξίφος του και κρέμασε την ασπίδα στην πλάτη. Φόρεσε το κράνος, υποσχόμενος στον εαυτό του να το διορθώσει κάποια στιγμή. Τα δόρατά του, ήθελαν μικροδιορθώσεις στην ακίδα τους. Θα τα άφηνε στον οπλουργό. Φόρεσε τον θώρακα και σήκωσε το μεγάλο  σπαθί, το πέρασε στην δερμάτινη θήκη και έκανε να κατέβει προς το κέντρο του στρατοπέδου. Αριστερά του κάποιοι στρατιώτες ασκούνταν στη ξιφομαχία υπό το βλέμμα ενός νεαρού λοχαγού, ενώ σε καμιά τριανταριά μέτρα μπροστά του, μια ομάδα από νέους, περίπου διακόσια άτομα σε σειρά, έτρεχαν με ελαφρύ τρεχαλητό, μέσα στη σκόνη που οι ίδιοι δημιουργούσαν, γυμνοί από την μέση και πάνω, με τον ιδρώτα αλλού να γυαλίζει τους μυς τους και αλλού να δημιουργεί ένα στρώμα λάσπης με την σκόνη. Θαύμασε τα κορμιά που έβλεπε, αλλά και δεν μπορούσε να μην σκεφτεί, πόσα απ’ αυτά τα παιδιά θα πέρναγαν τον Αχέροντα. 
Ο ήλιος είχε τώρα κοκκινίσει το απέναντι βουνό. Σκέφτηκε την Ελπινίκη και τον μικρό τους μπελά. Του άρεσε να τον αποκαλεί «μπελά». Την είδε στην φαντασία του να κάθεται έξω, στην μικρή αυλή με το μωρό στην αγκαλιά. Έβλεπε το χρώμα του λιογέρματος να της βάφει τα μαύρα της μαλλιά. Τα χέρια της τώρα είχαν γίνει άλικα, λες και ήταν αλειμμένα με το αίμα του ήλιου. Πόσο ζεστά ένιωθε κάθε φορά που την σκεφτόταν! Πόσο θα ήθελε να είχε φτιάξει μια μηχανή που να μπορεί να της μιλάει από μακριά! Ήξερε ότι κάποτε θα γινόταν κι αυτό, γιατί όπως του είχε πει κάποτε ο πατέρας του, όταν ήταν μικρός, ο άνθρωπος, αρκεί να σκεφτεί κάτι και σίγουρα κάποια στιγμή θα το κάνει. Όσο κι αν δεν θέλουν οι Θεοί και τα δαιμόνια! Ίσιωσε την ασπίδα που είχε αρχίσει να γέρνει στον ώμο του. Τίναξε τα πόδια και με μεγάλη του χαρά διαπίστωσε ότι είχε αρκετές δυνάμεις ακόμα παρά την ηλικία του. Σαν μεγάλος, είχε τα προνόμια από τους αξιωματικούς, να γυμνάζεται μόνος του κι όχι μαζί με τα νέα παιδιά, πολλά εκ των οποίων έπαιρναν εκπαίδευση για πρώτη φορά. Πλησίασε σε ένα δέντρο και πέρασε στο χέρι την ασπίδα, που κάποτε ανήκε σε έναν Αθηναίο, μάλλον ευγενικής καταγωγής, αν έκρινε σωστά, από τα ανάγλυφα στην οθόνη της. Ένα μεγάλο Α με δυό φίδια σταυρωτά. Οι φθορές βέβαια έδειχναν την συμμετοχή της σε μάχες. «Πολύ πιθανό», σκέφτηκε, «ίσως εναντίον των Θηβαίων και Χαλκιδέων, ίσως ακόμη….» και αυτό του άρεσε πιο πολύ, «εναντίον των Περσών , στις Σάρδεις». Χαμογέλασε με την σκέψη του και κοίταξε τον μεγάλο δίσκο. Προχώρησε προς τον μικρό λόφο δεξιά του, προσπαθώντας να ανέβει την ανηφόρα χωρίς να σταματήσει τον βηματισμό του. Ήθελε να μετρήσει τις αντοχές του, τα πόδια του αλλά και τα πνευμόνια. Δεν λαχάνιασε, μόνο αισθάνθηκε μια δυσφορία, τίποτα ανησυχητικό, αλλά κατάλαβε ότι έπρεπε να δουλέψει λίγο ακόμα αν ήθελε να είναι έτοιμος για μάχη. Σήκωσε τα φορτωμένα από όπλα χέρια του στον αέρα και δοκίμασε να κάνει ασκήσεις. Μια, δυό τρείς φορές, χαμογέλασε ικανοποιημένος ανακαλύπτοντας πως μπορούσε πολλές ακόμα. Μακριά από τους άλλους, ένοιωθε καλά. Πήρε μια μεγάλη ανάσα από τον μυρωδάτο αέρα. Η φωνή δίπλα του ακούστηκε καθαρή και δυνατή. 
-«Λοιπόν και οι γέροι θα πολεμήσουν τώρα;»
Γύρισε απότομα , ξαφνιασμένος, αφού δεν είχε προσέξει κανένα να ανεβαίνει μαζί του στο λόφο. Δεξιά του δεν είδε κάποιον. Κοίταξε καλύτερα … δυό άντρες ήταν ξαπλωμένοι κάτω από ένα πουρνάρι και σχεδόν καλυμμένοι, δεν γίνονταν αντιληπτοί. Φορούσαν θώρακα, φαίνονταν πολεμιστές, αλλά ο λευκός χιτώνας που φορούσαν οι Αθηναίοι, απλά δεν ήταν λευκός. Το σκούρο κόκκινο χρώμα που έβλεπε στους ώμους τους, του μαρτυρούσαν την καταγωγή τους. «Λακεδαιμόνιοι…», σκέφτηκε και κατέβασε ασυναίσθητα τα χέρια, σε στάση άμυνας. Οι δυό άντρες χαμογελούσαν, σχεδόν περιφρονητικά. Προσπάθησε να διακρίνει το πρόσωπό τους, μέσα από τις σκιές που δημιουργούσαν τα κλαδιά του πουρναριού. Κάποια στιγμή κατάφερε να διακρίνει και αυτό ήταν ένα μεγάλο σοκ για τον εγκέφαλό του. Τους ήξερε, αλλά ήταν σίγουρος πως δεν τους είχε ξαναδεί στη ζωή του. Τουλάχιστον στην θνητή του ζωή.
-«Ευρυ…. Ευρυάνακτα …. Σε λένε;», ρώτησε με τρόμο στην φωνή.
Ο άντρας στο οποίον απευθυνόταν, συνοφρυώθηκε και ανακάθισε. Έκανε να σηκωθεί, πιάνοντας το μεγάλο του σπαθί. Ο σύντροφός του, τον μιμήθηκε.
-«Και που ξέρεις το όνομά μου Αθηναίε; Ποιός είσαι; Πες μου…»
Κανείς από τους τρείς τους δεν μπορούσε να καταλάβει τι γίνεται. Κοιτούσαν ο ένας τον άλλο , αμήχανοι και απορημένοι.
-«Κι εσύ … πρέπει να είσαι ο Λίχης… έτσι; Από την Σπάρτη ναι;». Κινήθηκε προς το μέρος τους με αργά βήματα σωστά ζυγισμένα, να μη δείχνουν τα πόδια του βιασύνη, να μη δείχνει το σώμα απειλητική ή επιθετική διάθεση. Πλησίασε και επιδεικτικά με θόρυβο, έβαλε το σπαθί που κρατούσε στη θήκη. Αυτή η κίνηση ηρέμησε τους δυό ξένους, που έκαναν την ίδια ακριβώς κίνηση. Έτεινε το χέρι σε χαιρετισμό, ανταποκρίθηκαν. Όμως η απορία δεν είχε φύγει από τα μάτια τους και η απάντηση τους έκαιγε τα σωθικά. Κάθισαν. Τους είπε όλη την ιστορία, το όνειρό του, την συνάντησή τους, για τους νησιώτες που μάλλον θα συναντούσαν και αυτούς, για τον Απόλλωνα που τους υποσχέθηκε καλή και μεγάλη ζωή.
«… και εγώ δεν πίστεψα, απλά όνειρο ήταν, είπα, μέχρι που σας είδα. Και μα τον Δία, είσαστε αληθινοί… όπως στο όνειρο… με σάρκα και οστά!». Σταμάτησε και τους ξανακοίταξε βαθιά στα μάτια. Τον λόγο πήρε ο Ευρυάναξ:
-«Δηλαδή  θα συναντήσουμε και τους νησιώτες, όπως λες! Μια στιγμή γιατί θόλωσε το μυαλό μου…», είδε τον Λίχη που καθόταν λίγο πιο μακριά να κουνάει το κεφάλι καταφατικά, «… ο Θεός σου είπε μια… πώς να την πω… προφητεία; Σου είπε για την μάχη; Για την έκβασή της; Για την ζωή μας;». Το χαμόγελο στα χείλη του Σπαρτιάτη τώρα, ήταν μια  απορημένη και ηλίθια γκριμάτσα. 
-«Ναι, αυτό είδα… αλλά όχι για την έκβαση της μάχης. Όχι αυτό, μόνο για μας κατάλαβα…»
-«Και αυτόν τον Λάφιλο, πως θα τον γνωρίσουμε; Κάποιο χαρακτηριστικό; Εκτός βέβαια αυτόν τον πιτσιρικά δίπλα. Κάτι άλλο;»
Ο Τελευτίας κούνησε τους ώμους του, δείχνοντας ότι δεν ήξερε τίποτα άλλο. Γύρισε το βλέμμα στα ριζά του λόφου:
-«Κάτι μπορεί να μας δείξει ο Θεός…», είπε. Το πίστευε.
Ο ήλιος πια είχε αρχίσει να κρύβεται πίσω από το βουνό της Πεντέλης. Το γκρι χρώμα έβαφε τα σύννεφα  όλο και πιο σκοτεινά. Ο Λίχης άναψε ένα δαυλό και οι τρείς άντρες αποφάσισαν να κατέβουν στα καταλύματά τους. Πήραν το μικρό μονοπάτι και άρχισαν να κατεβαίνουν προσεκτικά, ανάμεσα από τις πέτρες και την αψιθιά. Ο Λίχης επηρεασμένος από την αφήγηση του Αθηναίου, έριχνε το βλέμμα τριγύρω… μήπως και δει τους νησιώτες. Έφτασαν την ώρα του συσσιτίου και κάθισαν να απολαύσουν το κριθαρένιο ψωμί, τις ελιές και το κρεμμύδι. Ήπιαν το κρασί που τους αναλογούσε και συνέχισαν την κουβέντα τους. Τον Ευρυάνακτα τον ενοχλούσε που ο Τελευτίας ήξερε τόσα πολλά γι αυτούς, ενώ εκείνος τώρα τον γνώριζε. Πειθαρχημένος όμως όπως ήταν, δεν έδειξε τίποτα. Γύρισε το βλέμμα προς την άκρη του στρατοπέδου, τρώγοντας με το δεξί χέρι, λερώνοντας τα γένια του με ψίχουλα. Η νύχτα έφτανε στο κατόπι τους, αργά – αργά και τους τύλιγε με το σκοτεινό της πέπλο. Τα μάτια άρχισαν να βαραίνουν και οι δυό Λακεδαιμόνιοι, συνεννοήθηκαν με το βλέμμα για λίγη ανάπαυση. Πρώτος ξάπλωσε ο Λίχης, ενώ ο φίλος του, έμεινε καθισμένος σε μια μεγάλη κοτρώνα, να συνεχίσει την ονειροπόλησή του. Προσπαθούσε να «χωνέψει» τα λεγόμενα του Αθηναίου. Προσπαθούσε να καταλάβει την κατάσταση γύρω του. Εκεί που είχε απλοποιήσει τη θέση του απέναντι των συμπατριωτών του, εκεί στη Σπάρτη, τώρα πάλι κάτι τον ενοχλούσε. Ίσως τώρα για πρώτη φορά να συνειδητοποιούσε, σοβαρά, την παρακοή τους απέναντι στους πάτριους νόμους. Ένα σφίξιμο τον έπιασε στο στομάχι, ένα περίεργο τράβηγμα, σαν αυτό που τον τυραννούσε όταν μικρό παιδί, έπρεπε να περάσει τις δοκιμασίες του μαστιγώματος και της τιμωρίας, στην Σπαρτιατική εκπαίδευση. Δεν φοβόταν, όχι συνειδητά τουλάχιστον, αλλά κάτι σαν υποσχόμενο κακό, ένοιωθε γύρω του. Μάλλον αναστάτωση που προερχόταν από την αβεβαιότητα της αφήγησης του Τελευτία.
Κάποια στιγμή, είδε τα δέντρα να λικνίζονται βαριεστημένα στο λίγο αεράκι της νύχτας. Κοίταξε τον ουρανό. Τόσα πολλά αστέρια, είχε πολύ καιρό να δει. Και τόσο καθαρά! Ξαφνικά του ήρθε στη μύτη μια ευχάριστη μυρουδιά. Μια πολύ έντονη μυρουδιά. 
-« Ία, ….», είπε δυνατά. Κι όμως αυτά τα λουλούδια, δεν υπήρχαν εκεί κοντά. Το είχε ψάξει στον δρόμο. Μα η οσμή ήταν τόσο έντονη, λες και είχε ξαπλώσει σε λιβάδι γεμάτο! Σηκώθηκε όρθιος και προσπάθησε να ρίξει μια ματιά. Απομάκρυνε τον αναμμένο δαυλό από μπροστά του και έκανε άλλη μια προσπάθεια να τρυπήσει το σκοτάδι, που εν τω μεταξύ είχε «πνίξει» το τοπίο. Άρχισε να γελάει, να γελάει δυνατά με βροντερό γέλιο. Δάκρυα ήρθαν στα μάτια του. Με το χέρι που κρατούσε την δάδα, έκανε κινήσεις στους άλλους πίσω από την πλάτη του , να δουν. Δεν είχε γυρίσει τα μάτια προς τους συντρόφους του κι έτσι παραλίγο να βάλει φωτιά σε ένα πανί που κρεμόταν από το διπλανό δέντρο. Το γέλιο του τώρα είχε γίνει βραχνό και η φωνή του αρκετά ένρινη:
-«Εδώ, απ’ εδώ βρε….», φώναξε
Στο βάθος, εκεί που το φως του μόλις φώτιζε, είδε ένα νέο να περπατάει. Ένα νέο ψηλό και αδύνατο, άταρο στο περπάτημα σε σκληρές πέτρες και στα σκοτάδια. Μα εκείνο που τον έκανε να γελάσει, ήταν …. ο πιτσιρικάς που περπατούσε δίπλα του. Τον κράταγε από το χέρι και μίλαγε ή μάλλον γκρίνιαζε ασταμάτητα , με μια ψιλή φωνή, λες και κοριτσιού.
-«Απ’ εδώ… Λάφιλε, απ’ εδώ….», φώναξε και έκανε τον νεαρό άντρα να σταματήσει απορημένος!!!

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24
Ο Λάφιλος μετά από λίγη ώρα είχε αποκτήσει πάλι τις αισθήσεις του. Τον είχαν ξαπλώσει πάνω στο χώμα, στη σκιά ενός μεγάλου δέντρου. Δίπλα του ο Αμεινίας, τον κοίταγε με άγχος, ενώ οι άλλοι τρεις άντρες συζητούσαν παραπέρα. Κανένας βέβαια δεν μπορούσε να καταλάβει ή να εξηγήσει αυτό που συνέβαινε, μόνο αντάλλασαν κάποιες απόψεις ή διαμόρφωναν θεωρίες με βάση τα γεγονότα. Όσο αστείο κι αν ήταν, το να βλέπουν αυτή την ακινησία γύρω τους, τους στρατιώτες σε διάφορες αστείες στάσεις, μάλιστα κάποιος είχε «παγώσει» την ώρα που ουρούσε, με το ένα χέρι να κρατάει το μόριό του και τα ούρα να έχουν κάνει μια γραμμή στον αέρα, τόσο πανικό τους προκαλούσε. Οι άνθρωποι έστεκαν ανήμποροι μπροστά σε όλα αυτά. Η φωνή του νησιώτη ακούστηκε αδύναμη:
-«Ποιοι είσαστε; Που είμαστε; …»
Ο Λίχης σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος του, πριν τους πρήξει με τις ερωτήσεις του. Έτεινε το χέρι του και τον βοήθησε αμίλητος πάντα, να σηκωθεί. Τον είδε που στεκόταν σαν ζαλισμένος και κοιτούσε ολούθε γύρω του. Τον πήγε κοντά στους άλλους.
-«Είσαι πιο καλά;», ρώτησε ο Τελευτίας σαν τον είδε να κάθεται σιμά τους. Πήρε καταφατική απάντηση, με μια κίνηση του κεφαλιού. Ο Αμεινίας είχε πλησιάσει και αυτός τώρα.
-«Και τι κάνουμε; Τα έχω βάλει με άντρες αντρειωμένους, πολύ γερούς και τους νίκησα. Έχω παλέψει με βροχή και καταιγίδα. Βγήκα από ενέδρες που πολλοί άλλοι άντρες έχασαν τη ζωή τους, μα κάτι τέτοιο, δεν έχω ματαδεί. Και δεν ξέρω πως πρέπει να παλέψουμε… τι να κάνουμε. Εδώ τα μπράτσα και τα όπλα, η αντρειοσύνη και η σύνεση, δεν έχουν δουλειά. Εδώ είναι έργο Θεών…», είπε με τη βαθιά του φωνή ο Ευρυάναξ. Έσπασε με τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού, ένα μικρό κλαδί που κράταγε, δείχνοντας τον εκνευρισμό του.
-«Θα περιμένουμε, δεν μπορούμε κάτι άλλο», του απάντησε ο Αθηναίος. «Μόνο να περιμένουμε,… και είμαστε και πριν από μάχη!»
Ο Αμεινίας τους έβλεπε και προσπαθούσε να «πιάσει» τις κουβέντες τους. Είχε πρόβλημα με την προφορά των ξένων. Του ενός, ήταν ανάλαφρη και γάργαρη, ο λόγος έβγαινε σαν νερό με σταθερή στίξη, σίγουρη. Του άλλου, ήταν βαριά και ένρινη. Κάτι που τον υποβίβαζε στα μάτια του κι ας ήταν πιο τρομακτικός σαν άντρας και στρατιώτης. Με όλη την αφέλειά του ρώτησε:
-«Και ποιος μας λέει ότι μόνο εμείς, ο δικός μας στρατός είναι ακίνητος; Γιατί να μην είναι και οι βάρβαροι; Λέτε να διάλεξαν οι Θεοί μόνο αυτή την πλευρά; Μόνο εμάς;»
Οι άντρες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Η αλήθεια ήταν ότι κάτι τέτοιο δεν το είχαν σκεφτεί μέχρι τώρα. Ο Λάφιλος χάιδεψε το κεφάλι του μικρού. Αν και είχε περάσει αρκετή ώρα, ο ήλιος έδειχνε ακίνητος, καρφωμένος σε αιώνια δύση λες. Το κόκκινό του χρώμα, δεν είχε αλλάξει καθόλου. Συμφώνησαν να πάνε όλοι μαζί, παρά την αντίρρηση του Λίχη που ήθελε να χωριστούν σε ομάδες, να ψάξουν για άλλους «ζωντανούς». Περπάτησαν καμιά δεκαριά μέτρα. Δεν είδαν από πού ήρθε αυτό το εκτυφλωτικό φως. Τόσο έντονο και εκτυφλωτικό φως, μια σταθερή λάμψη, που τους ανάγκασε να σηκώσουν τα χέρια για προστασία. Δεν μπορούσαν να δουν τίποτα απολύτως σε μεγάλη ακτίνα γύρω τους. Έσκυψαν, όπως θα έκανε οποιοσδήποτε μπροστά σε μια απειλή. Ο Λίχης είχε σηκώσει σε αμυντική στάση το δόρυ και ο Ευρυάναξ, ύψωσε την μεγάλη χάλκινη ασπίδα του. Μαθημένοι στα ξαφνικά του πολέμου, ήταν και οι δυό έτοιμοι για μια αναμέτρηση. Καταλάβαιναν βέβαια ότι αυτό που συνέβαινε, ήταν πέρα από τις ανθρώπινες δυνάμεις, αλλά η εκπαίδευση τους, τους έκανε να αντιδράσουν άμεσα. Ο Αθηναίος, έπεσε στα γόνατα, αμίλητος μα κατά βάση ευχαριστημένος, γιατί ίσως τώρα δινόταν απάντηση σε αυτό που τους συνέβαινε. Προσπάθησε δειλά – δειλά να κοιτάξει προς την κατεύθυνση της λάμψης. Μάταιος κόπος. Μόνο τα μάτια του μπορούσε να κάψει. Είδε όμως τον νεαρό Λάφιλο με τον πιτσιρικά να έχουν ξαπλώσει στο χώμα και σχεδόν να τρέμουν από τον φόβο τους. «Από πού είπε ότι ήρθε;», σκέφτηκε χαμογελώντας από την εικόνα τους. «Ωραίοι και γενναίοι πολεμιστές , μα την Άρτεμη….»
Δεν είχε περάσει πολύ ώρα, όταν η λάμψη άρχισε να αποδυναμώνεται. Τώρα μπορούσαν να σηκώσουν το κεφάλι και τα μάτια τους προς το βάθος του στρατοπέδου. Όχι ότι και τώρα έβλεπαν καθαρά, αλλά τουλάχιστον είχαν μια ευκαιρία να προσπαθήσουν να καταλάβουν. Ο Λίχης έκανε, επιφυλακτικά να σηκωθεί. Σε λίγο θα το μετάνιωνε, αφού κάτι τον τράβηξε πίσω και τον έκανε να γονατίσει και πάλι. Έμεινε εκεί.
Η φωνή που ακούστηκε, δεν έγινε αντιληπτή από τα αυτιά. Μάλλον την «ένιωσαν» μέσα στο κεφάλι, παρά την άκουγαν. Κάτι που ξεκίναγε από τα βάθια του εγκεφάλου, …. τους μιλούσε! Αν και δεν ήταν σίγουροι… Το μόνο σίγουρο ήταν ότι καταλάβαιναν την φωνή. Στο βάθος είδαν μια φιγούρα να πλησιάζει (!!), αχνή μέσα από την έντονη λάμψη, τρεμάμενη από τα παιγνίδια του φωτός και σχεδόν απόκοσμη.
-«Φως…. Ο Απόλλωνας, … αυτός είναι, δεν γίνεται αλλιώς, αυτός είναι…», ακούστηκε η φωνή του Αμεινία.
Όλοι είχαν σμίξει τα φρύδια προσπαθώντας να διακρίνουν τον … Θεό. Μόνο ο Λίχης δεν είχε πεισθεί και κρατούσε το δόρυ σφιχτά στα χέρια του, αν και σε όχι και τόσο επιθετική στάση πια. Η φωνή μέσα τους έγινε ξεκάθαρη τώρα και η φιγούρα σταμάτησε να προχωράει. Πιο πολύ έμοιαζε με σκιάχτρο αγρότη παρά με άνθρωπο. Με σκιάχτρο… φλεγόμενο! Σαν όρθια φωτιά….:
-«Άντρες….», ακούστηκε μια θεσπέσια, απαλή φωνή… «άντρες θνητοί ,… άνθρωποι. Ακούτε την φωνή μου, ακούτε την φωνή που θα σας προστατέψει. Άντρες που εσείς τα λόγια δεν αγαπάτε, τους κυνισμούς της φυλής σας, δεν χρησιμοποιείτε για βλέψεις και ατιμίες. Εσείς που διαφέρετε… όλοι επιθυμούσαν και επιθυμούν να κάνουν ένα καλό και μεγάλο όνομα. Αυτό όμως δεν αρκεί. Χάσανε οι θνητοί τον σκοπό τους, τον προορισμό τους, τον πηγαιμό τους. Χάσανε την σκέψη την ωφέλιμη. Τώρα η δημόσια πλατεία παραμεγάλωσε. Τώρα η φήμη τους, χρειάζεται κραυγές. Η συνέπεια αυτού είναι ότι ακόμη και τα καλύτερα λαρύγγια, αρχίζουν να παραφωνάζουν δυνατά και ότι τα καλύτερα «εμπορεύματα» προσφέρονται από φωνές βραχνιασμένες. Χωρίς κραυγές σε δημόσια πλατεία και χωρίς βράχνιασμα δεν μπορεί, λες, στις μέρες μας να υπάρξει άνθρωπος ή μεγαλοφυΐα. Και να, αλήθεια μια πολύ κακή εποχή για τον αληθινό, τον απόλυτο άνθρωπο: πρέπει να μάθει ακόμα να βρίσκει τη σιωπή του, ανάμεσα σε πολλούς θορύβους και να κάνει τον κουφό ώσπου να απογίνει. Όσο δεν το μαθαίνει, βέβαιο είναι ότι κινδυνεύει ν’ αφανισθεί από ανυπομονησία και … πονοκεφάλους. Γιατί η δούλεψη του μυαλού τους, υπήρξε τόσο γλίσχρα για τους ανθρώπους και δεν τους έκανε να λάμπουν, ο ένας περισσότερο, ο άλλος λιγότερο, ανάλογα με την αφθονία του φωτός τους; Γιατί οι μεγάλοι σας άντρες, να μην έχουν όταν ανατέλλουν και όταν δύουν, μια τόσο ωραία λάμψη όπως έχει το φως, ο ήλιος; Πόσο η ζωή των ανθρώπων θα είχε λιγότερα διφορούμενα, αν ήταν έτσι!»
Οι άντρες δεν είχαν καμιά ιδιαίτερη μόρφωση και σε άλλη περίπτωση τα λόγια αυτά θα τους προκαλούσαν αναστάτωση, μη μπορώντας να τα καταλάβουν, ή, αδιαφορία, αφού δεν είχαν να κάνουν με την καθημερινή τους ζήση. Τώρα όμως, γίνονταν αντιληπτά, όπως αντιληπτός ήταν ο γαλάζιος ουρανός που έστεκε πάνω τους, όπως το κύμα της θάλασσας που έσκαγε πάνω σε κοφτερά βράχια.
-«Γνωρίζω την καρδιά σας, γνωρίζω την ψυχή σας», συνέχισε η φωνή. «Δώσατε το πιο όμορφο δώρο σε εκείνους που σας νοιάζονται, στην ζωή σας την ίδια. Εσύ νησιώτη, έδειξες όλη σου την μεγαλοπρέπεια, όλη την αποφασιστικότητά σου μα και όλο σου το θάρρος, με τις πράξεις σου. Θέλησες ν’ αποδείξεις στον εαυτό σου, θέλησες να μοχθήσεις, μα πάνω απ’ όλα νίκησες τον φόβο σου. Έδειξες αυτό που πρέπει να έδειχναν οι άνθρωποι, έξω από τις ορθολογιστικές σκέψεις τους, την ψυχή που ξεχωρίζει το είδος σου. Αμίλητος, χωρίς τυμπανοκρουσίες, στο απόλυτο σκοτάδι, οδήγησες το παν σου, σε μια κατάσταση, από την οποία μπορεί και να μη βγεις ζωντανός. Ο Αμεινίας ήταν το σημάδι της αγνής σου ψυχής, της λευκότητας των αισθημάτων σου. Η προσοχή στο παιδί, η αγάπη σου γι αυτό, ήταν απόλυτη και πληθωρική. Κι εσείς Λακεδαιμόνιοι, πατήσατε τους νόμους και τις ιταμότητες της πόλης σας, γι ένα και μόνο λόγο. Για την αγάπη στην «Πατρίδα». Όχι αυτή την μικρή πατρίδα, που την βρέχει ο Ευρώτας, αλλά για την άλλη, την μεγάλη, αυτή που σας δίνει το όνομα, την ιστορία, το κύρος, την καταξίωση. Ξέρω ότι στη μάχη, η ευσπλαχνία δεν είναι το χαρακτηριστικό σας. Αλλά η ευσπλαχνία και η δικαιοσύνη, είναι μέσα στη καρδιά σας. Πήρατε τον γιό μου, σαν δικό σας παιδί. Κι ας γνωρίζατε την αντίδραση των άλλων ανθρώπων, απέναντί σας. Τον θρέψατε, τον φροντίσατε, του εξασφαλίσατε μια αγκαλιά. Χωρίς να σκεφτείτε την εγκατάλειψη»
Η «φωνή», έδειχνε ότι ήξερε τα πάντα. Εξιστορούσε την ζωή τους, με κάθε λεπτομέρεια. Ήταν σίγουροι ότι ήξερε τα πάντα από την γέννησή τους μέχρι σήμερα. Ίσως να ήξερε και το αύριο. Ο Λίχης, δεν ήταν συνηθισμένος σε τόσα καλά λόγια και αυτό του προκάλεσε ένα αίσθημα, κάτι σαν ντροπή. Κάθισε στο χώμα και προσπάθησε να συγκεντρωθεί.
-«Κι εσύ Αθηναίε… παράτησες τα πάντα για ένα και μόνο σκοπό. Είχες καταπατήσει τα θέλω σου, για να μην πληγώσεις, κατέστρεφες τον εαυτό σου, για μια μεγάλη ιδέα…. Την φιλία! Μπόρεσες όμως και έδωσες κάτι ακόμη μεγαλύτερο…. Κάτι που μόνο μεγαλόψυχος θα μπορούσε να προσφέρει. Την   αγάπη, την ευτυχία σε άλλον άνθρωπο που δυστυχούσε, που πνιγόταν. Και όταν ο γιός μου, ήρθε να μεγιστοποιήσει την δυσκολία, εσύ δεν δίστασες. Έκανες την μεγαλόπρεπη κίνηση, να τον δεχτείς σαν δικό σου γιό και να του προσφέρεις την απόλυτη στήριξη. Όπως και στην γυναίκα που σε πίστευε τόσα χρόνια. Κι εκείνη, εσένα είχε ανάγκη….»
Ο Τελευτίας, επικέντρωσε το βλέμμα στην φλόγινη φιγούρα που έβλεπε. Αντελήφθη και κάποια άλλη μορφή, δίπλα στην πρώτη. Κι αυτή θολή κι αυτή τρεμόπαιζε στην λάμψη του φωτός. Προσπάθησε να δει καλύτερα. Του φάνηκε σαν κάποιο μικρό παιδί.
-«Ο μικρός μπελάς!», αναφώνησε.
Του φάνηκε ότι είδε ένα χαμόγελο στο πρόσωπο της δεύτερης μορφής. Ναι, ήταν χαμόγελο. Άρχισε να διακρίνει καλύτερα, καθώς ο «μικρός μπελάς» πλησίαζε με αργό βήμα. Τα μαλλιά του ήταν ξανθά, τα μάτια γαλανά, αλλά φαινόταν λίγο μεγαλύτερος σε ηλικία, από το παιδί που είχε αφήσει πίσω στην Ελπινίκη. Και όσο πλησίαζε, του φαινόταν ότι όλο και μεγάλωνε. Πρέπει να το είδαν αυτό και οι Λακεδαιμόνιοι. Παρατήρησε τις νευρικές τους κινήσεις και τα όλο νόημα νεύματά τους. Τώρα πια είχε γίνει ένας ξανθός νεαρός, με κοντά αλλά σγουρά μαλλιά και υπέροχα καταγάλανα μάτια. Σταμάτησε μερικά μέτρα μακριά τους. Σήκωσε το χέρι και τους έδειξε όλους, έναν προς έναν, σαν να μετρούσε. Στάθηκε ακίνητος. Τους παρατηρούσε. Η φωνή του ήταν λεπτή, σαν μικρού παιδιού, μα τόσο ευχάριστη. Μια ευωδία απλώθηκε παντού, μια μυρωδιά από γιασεμί και κρίνο. Ο Απόλλωνας μίλησε μέσα στο μυαλό τους:
-«Ευλογημένοι είστε όλοι σας άντρες. Ευλογημένοι και από τον πατέρα μου…», έδειξε προς την άλλη μορφή που έστεκε ακόμα παράμερα, «αλλά και από μένα τον ίδιο. Θα είμαι πάντα στο πλευρό σας, στια δύσκολες μέρες που έρχονται.

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23
Μπόρεσε να βολευτεί πολύ γρήγορα στο στρατόπεδο που τον έστειλαν. Πάντα ο Τελευτίας προσαρμοζόταν και καταλάβαινε άμεσα  τον γύρω του χώρο. Η εμπειρία από τα πολλά ταξίδια και η συνεχής εμπορική επαγρύπνηση, σε συνδυασμό με την πείρα της ηλικίας του, αποτελούσαν τώρα μεγάλο του όπλο.
Βολεύτηκε σε μια τέντα από πανί και άχυρο και εκεί προσπάθησε να ξεκουράσει το κορμί του. Έλεγξε τα όπλα του και θυμήθηκε να γυαλίσει με λάδι τον δερμάτινο θώρακά του. Ανησυχούσε για την ασπίδα, δεν είχε, αλλά του είχαν πει, ότι κάποιες ασπίδες θα μοιράζονταν από τον στρατό. Ξάπλωσε και έκλεισε τα μάτια, βάζοντας τον βραχίονα, πάνω από τα μάτια του. Προσπαθούσε ν’ απομονώσει τους γύρω ήχους και να κοιμηθεί. Παράξενο πώς, ο Μορφέας αυτή την φορά τον επισκέφτηκε σχεδόν αμέσως. Ούτε οι φωνές μπορούσαν να τον ανησυχήσουν τώρα πια, ούτε ο ήλιος που είχε αρχίσει να εισχωρεί στο ατομικό του «οχυρό», ούτε οι μυρουδιές τόσων πολλών αντρών. Έγειρε στο πλευρό και άφησε το δεξί του χέρι να πέσει στο έδαφος.
Δεν μπόρεσε να υπολογίσει πόση ώρα κοιμήθηκε. Απλά τώρα που ανασήκωσε το κεφάλι, είδε τον ήλιο στο βάθος του ορίζοντα, να γέρνει στη δύση του. «Απόγευμα είναι», σκέφτηκε και προσπάθησε να καταλάβει πόση ώρα είχε κοιμηθεί. Του έκανε εντύπωση η ησυχία. Δεν ακουγόταν τίποτα, από πουθενά. Έτριψε τα μάτια του και στηρίχτηκε στο γόνατο του αριστερού του ποδιού να σηκωθεί. Αφουγκράστηκε πάλι… ησυχία του Άδη! Βγήκε από το άνοιγμα της μικρής του τέντας. Τίποτα δεν κουνιότανε. Όλα λες και ήταν σταματημένα, όλα ακίνητα και μαρμαρωμένα… Γύρισε το βλέμμα παντού γύρω του. Δεν μπορούσε να καταλάβει. Όλα ήταν στη θέση τους. Και οι άνθρωποι και τα πράγματα, όπως τα είχε αφήσει πριν κοιμηθεί. Αλλά… τίποτα δεν κουνιόταν. Λες και ο χρόνος είχε σταματήσει απότομα. Όλα και όλοι σαν αγάλματα! Δεν πίστευε σε αυτό που έβλεπε. Έτριψε τα μάτια. Πάλι όμως, τίποτα δεν κινήθηκε. Ούτε κάποιος ήχος ακουγόταν. Ούτε ήχος της Φύσης, ούτε ήχος ανθρώπου. Περπάτησε να πλησιάσει δυο στρατιώτες που στέκονταν όρθιοι, σε στάση συζήτησης, λίγο πιο κάτω. Λες και έβλεπε αγάλματα ζωγραφισμένα με αληθινά χρώματα. Έτεινε το χέρι και ακούμπησε τις δυο φιγούρες μπροστά του. Δεν ήταν κρύες… δεν ήταν αγάλματα. Ήταν όμως τόσο σκληρές και άκαμπτες… Τρομοκρατήθηκε. Έπιασε μια ασπίδα που ήταν πεσμένη στο χώμα. Δεν δυσκολεύτηκε να την σηκώσει. Το βάρος της του φάνηκε φυσιολογικό. «Άρα», σκέφτηκε, «τα πράγματα είναι αληθινά» και άφησε το αντικείμενο εκεί που ήταν. Προσπάθησε να σπρώξει τον ένα άντρα. Τα κατάφερε σχετικά εύκολα. Τον είδε να πέφτει στο έδαφος, διατηρώντας όμως την στάση που είχε όρθιος. Λες και πέταξε μια μεγάλη κούκλα! Προχώρησε. Διαπίστωσε ότι πραγματικά ο χρόνος πρέπει να είχε σταματήσει, «παγώσει». Κάποιος πρέπει να είχε πετάξει μια πέτρα και αυτή έστεκε τώρα στον αέρα ακίνητη. Πλησίασε και την έπιασε, ήταν στο ύψος του χεριού του. Την κατέβασε, την περιεργάστηκε και την πέταξε στο χώμα. Δεν ήξερε πια τι να πει. Έκανε να κινηθεί προς την κατηφοριά, εκεί που βρισκόταν το μεγάλο πλήθος του στρατού. Παρατήρησε ότι και τα δέντρα ακόμα ήταν ακίνητα και αθόρυβα. Και ο αέρας, δεν φυσούσε. Έτρεξε. Η σκόνη που δημιουργούσε, έμενε ακίνητη στον αέρα, φτιάχνοντας ένα συμπαγές σύννεφο πίσω του. Διένυσε τα διακόσια μέτρα, μέχρι τη μεγάλη τέντα των στρατηγών, σε ελάχιστο χρόνο. Λες και πετούσε! Δεξιά και αριστερά οι στρατιώτες στέκονταν ακίνητοι, αφημένοι σε μια προηγούμενη στάση τους. Τα λάβαρα, ακόμα στον κυματισμό τους, «παγωμένα» και αυτά, πρόδιδαν την σκηνή του στρατηγού της ημέρας. Σταμάτησε απότομα. Κοίταξε πίσω του και αντίκρισε το σύννεφο της σκόνης από την αρχή. Έστεκε στον αέρα, συμπαγής και ασάλευτη, όπως ασάλευτα έστεκαν και κάποια φύλλα δέντρων, που είχε σηκώσει ο αέρας ψηλά, πριν από αυτή την χρονική «παύση». Του ήταν αδύνατο να καταλάβει πια, ξεπερνούσε την οποιαδήποτε φαντασία ανθρώπου, πολύ περισσότερο την φαντασία ενός πενηντάχρονου εμπόρου. Έτριψε και πάλι τα μάτια του. «Δεν μπορεί, κοιμάμαι ακόμη», μουρμούρισε. Όμως όταν χτύπησε τα χέρια του, πόνεσε, αν και κανένας ήχος δεν ακούστηκε. «Κι όμως είμαι ξύπνιος!», συνέχισε. Σήκωσε το κεφάλι ασυναίσθητα προς τον γαλανό ουρανό. Δεν ήξερε τι περίμενε να δει, δεν ήξερε αν ήθελε να προσευχηθεί στους Θεούς. Απλά τα μάτια του, αντίκρισαν τα κουρελιασμένα σύννεφα και έναν ήλιο που δεν μπορούσε να πει ότι έκαιγε, αλλά έλαμπε στη άκρη του ουράνιου θόλου. Προχώρησε προς την μεγάλη σκηνή των στρατηγών. Πέρασε από τους δυο φρουρούς που έστεκαν ακίνητοι σαν δυό κομμάτια πέτρας, παραμέρισε το δέρμα που έκλεινε την είσοδο και μπήκε. Είδε κάποια άτομα να στέκουν όρθιοι μπροστά από ένα πρόχειρο ξύλινο τραπέζι εκστρατείας. Έσκυβαν, σαν να προσπαθούσαν να δουν κάτι. Κάποιοι είχαν «μείνει», με τα δάχτυλα τεντωμένα και τα μπράτσα λυγισμένα στον αέρα. Κοίταξε καλύτερα στο μισοσκόταδο που επικρατούσε. Ένας από τους άντρες αυτούς του φάνηκε γνωστός, του τράβηξε την προσοχή. Πλησίασε. Μπροστά του τώρα στεκόταν στη γνωστή πια παγωμένη κίνηση, ένας άντρας μετρίου αναστήματος που φορούσε χάλκινο θώρακα, ενώ τα μακριά του γένια, άγρια, έκρυβαν πολλές από τις ρυτίδες του σχεδόν γερασμένου προσώπου του. «Να με πάρει…», μονολόγησε, «αυτός είναι από τις Αφίδνες, τον ξέρω…». Σήκωσε το χέρι στο μέτωπο, σε μια προσπάθεια να θυμηθεί. «Ο Καλλίμαχος είναι, ναι, ναι, αυτός είναι … μα τον Δία. Ο μεγάλος Καλλίμαχος, ο Αφιδναίος!». Γέλασε σαν μικρό παιδί, γνωρίζοντας ότι κανένας δεν τον έβλεπε. Έσκυψε βάζοντας το χέρι στη κοιλιά του και με τόνο ειρωνικό: «Χαίρομαι στρατηγέ μου. Στις υπηρεσίες σας στρατηγέ μου…», γέλασε ξανά αυτή την φορά. Πιο πέρα αντίκρισε και άλλα γνωστά του πρόσωπα. Προχώρησε παραπέρα. Κατάλαβε ότι όλοι αυτοί ήταν οι Αθηναίοι στρατηγοί που πρέπει να μιλούσαν μεταξύ τους για το θέμα της μάχης. Και ότι ή μάχη είναι πιο κοντά απ’ ότι φαντάζονταν οι στρατιώτες. «Φτάσανε λοιπόν οι βάρβαροι», σκέφτηκε. Είδε ένα ψηλό και λεπτό άνδρα, που το χέρι του είχε «παγώσει», την ώρα που χάιδευε τα γένια του. «Αυτός δεν είναι ο αριστοκράτης, ο διοικητής της Θράκης; Ναι, αυτός είναι ο … Μιλτιάδης!». Έστεκε ασάλευτος μπροστά στον στρατηγό, λες και θαύμαζε αγάλματα κάποιων μεγάλων ηρώων, σε κάποιο παράξενο μουσείο που είχε στήσει το καπρίτσιο των Θεών. Ήξερε ότι η σύναξη αυτή των τόσων στρατηγών, δεν θα γινόταν αν ο λόγος δεν ήταν τόσο σοβαρός. Άρχισε να φοβάται. Η λογική του έλεγε τώρα ότι η κατάσταση μπορεί και να μην ελεγχόταν. Σκέφτηκε την Ελπινίκη και το μικρό ξανθό ζιζάνιο, που είχε αφήσει πίσω του. Τον έπιασε η θλίψη και αυτή η Ιωνική μοιρολατρία του. Θέλησε να φύγει από εκείνη την σκηνή, ν’ αφήσει τους στρατηγούς στην «συζήτησή» τους. Βγήκε ξανά στο φως του απογεύματος. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Τίποτα. Όλα ήταν όπως τα είχε αφήσει….
«Τι έγινε στον κόσμο;», αναρωτήθηκε. «Μήπως έχω πεθάνει; Μήπως έχει δίκιο εκείνος ο Εύριπος από την Αθήνα που μου έλεγε, ότι κόσμος δεν υπάρχει, αλλά μόνο είδωλα για να νοιώθουμε εμείς την παρουσία; Την έννοια; Θεοί…. Τι συμβαίνει πια;», αυτό το τελευταίο το είπε δυνατά. Όμως του αποκρινότανε μόνο η σιωπή. Έκανε να πάει προς την άλλη μεριά του μεγάλου στρατοπέδου. Το μετάνιωσε και κάθισε σε μια μεγάλη πέτρα. Έπρεπε να συγκεντρώσει τη σκέψη του. Έβλεπε το μυαλό του να «κατηφορίζει» σε επικίνδυνες ατραπούς. Άρχισε να φωνάζει, πιο πολύ για ν’ ακούσει τη φωνή του, παρά γιατί έλπιζε σε ανταπόκριση. Τίποτα. Δεν μπόρεσε να βρει παρηγοριά ή την λύση στις φωνές. Έπιασε το κεφάλι με τα δυό του χέρια και το κινούσε λες και ήθελε να το ξεκολλήσει απ’ το σώμα. Έπεσε στο ξερό κόκκινο χώμα. Το γεύτηκε στο στόμα. Άρχισε να τον πιάνει η τρέλα του ανεξήγητου, η τρέλα της μοναξιάς…
-«Θα σέρνεσαι πολύ ώρα μέσα στα χώματα; Έτσι είστε εσείς οι Αθηναίοι;»
Ο Τελευτίας πάγωσε στο χώμα. Δεν πίστευε στα αυτιά του, δεν μπορούσε να καταλάβει αν άκουγε πραγματικά λόγια ή το μυαλό του είχε ήδη αρχίσει τα δραματικά του παιχνίδια. Μερικά δευτερόλεπτα ήταν αρκετά, να συνειδητοποιήσει τον γύρω του χώρο αλλά και την πραγματικότητα του ήχου. Γονάτισε απότομα και προσπάθησε να σηκωθεί. Η φωνή ξανακούστηκε:
-«Βλέπω και παππούδες στο στρατό, χα χα χα, άντε και σε λίγο θα βάλουν και γυναίκες οι στρατηγοί σου να πολεμάνε… χα χα χα»
Αν και προσβλητικά τα λόγια, ακούγονταν σαν Θεϊκή μελωδία στα αυτιά του εμπόρου. Προσπάθησε να σηκωθεί για δεύτερη φορά, σπρώχνοντας τα χέρια στο λυγισμένο του πόδι. Μια παλάμη τεντωμένη τον ακούμπησε για βοήθεια. Την έπιασε, του ήρθε να την φιλήσει, αλλά συγκρατήθηκε. Γύρισε τα μάτια στον μόνο άλλο με ζωή άνθρωπο που είχε συναντήσει εκείνο το απόγευμα. Παρακαλούσε να ήταν άνθρωπος.
Αντίκρισε δύο, αντί για έναν, άντρες να στέκουν ακριβώς από πάνω του. Η σκόνη που είχε σηκωθεί από το κύλισμα του, στεκόταν στον αέρα και δεν τον άφηνε να δει καλά. Με τα πολλά σηκώθηκε. Είδε. Δυό πολεμιστές έστεκαν μπροστά του, φορώντας πλήρη εξάρτυση πολέμου. Σκέφτηκε μήπως τους ήξερε, μήπως ήταν σύντροφοί του στη μάχη και πέθαναν όλοι μαζί. Μήπως τώρα συναντιόντουσαν πάλι τα πνεύματά τους να μηρυκάσουν τη σύντομη κοινή ζωή τους. «Και η Ελπινίκη;», σκέφτηκε για πολλοστή φορά. «Και ο μικρός;», απόσωσε τη σκέψη του.
-«Είσαι καλά; Πονάς κάπου;», ακούστηκε πάλι η φωνή του πρώτου στρατιώτη. Ο δεύτερος δεν μίλαγε καθόλου, παρά μόνο κοίταζε τον χώρο ολόγυρα.
Ο Τελευτίας τους περιεργαζόταν, από την κορυφή ως τα νύχια των ποδιών τους. Φορούσαν χάλκινο θώρακα, οπότε έπρεπε να είχαν ευγενική καταγωγή, χάλκινο κράνος με κατεβασμένη την προσωπίδα, να κρύβει όλο το πρόσωπο, χάλκινες κνημίδες που γυάλιζαν στο κόκκινο φως του λιογέρματος, ενώ στους ώμους ένας σκουροκόκκινος μανδύας συμπλήρωνε την αμφίεσή τους. Είδε τα θεόρατα σπαθιά που κρέμονταν από τη μέση τους, ο ένας μάλιστα είχε και ένα μεγάλο τόξο από σκληρό ξύλο, ενώ στα χέρια κράταγαν από δυό δόρατα και μια θεόρατη, επίσης χάλκινη, ασπίδα με ποδιά για τις σαϊτιές των εχθρών.
-«Είμαι ο Ευρυάναξ του Ασβαμαίου και αυτός πίσω, ο όμορφος, χα χα χα, ο Λίχης ο γιός του Κάρμηλου…»
Ο Τελευτίας κοίταξε καλύτερα τους δυό άντρες. Φοβεροί στην εμφάνιση και σίγουρα πολεμιστές. Το μάτι του έπεσε πάνω στις ασπίδες. Είδε το μεγάλο Λ που ανάγλυφα καμάρωνε στο κέντρο της οθόνης.
-«Λακεδαιμόνιοι;», ρώτησε.
Οι άντρες δεν του απάντησαν, μόνο κούνησαν το κεφάλι καταφατικά. Ο δεύτερος απ’ αυτούς, ο Λίχης όπως είχε ειπωθεί το όνομά του, κράταγε απόσταση από τον Αθηναίο και τον συνομιλητή του, με το βλέμμα στραμμένο συνεχώς στο στρατόπεδο. Δεν έδειχνε ανήσυχος για κάτι, αν και δεν φαινόταν να καταλαβαίνει κι αυτός την κατάσταση που επικρατούσε. Σαν, όμως άντρας Λακεδαιμόνιος, ήταν ή τουλάχιστον έπρεπε να δείχνει, άτρομος.
-«Καταλαβαίνεις τίποτα;», ρώτησε ο έμπορος τον Ευρυάνακτα. «Καταλαβαίνεις τι είναι αυτό που μας συμβαίνει; Τι γίνεται; Γιατί δεν κινείται τίποτα;»
Ο Σπαρτιάτης δεν απάντησε και πάλι. Είχε συνοφρυωθεί και έβλεπε την μεγάλη σκηνή των στρατηγών. Τελικά ανασήκωσε τους ώμους. Κάθισε κατάχαμα και άνοιξε το μικρό σάκο που είχε κρεμασμένο στο ζωνάρι και το κάλυπτε ο μανδύας του. Το άνοιξε και έβγαλε ένα μικρό φλασκί με κρασί. Πρόσφερε στον Τελευτία. Ήπιαν και οι δυό, ενώ ο Λίχης αρνήθηκε με ένα νεύμα.
-«Κάτι Θεϊκό γίνεται εδώ», είπε στο τέλος. «Κάτι συμβαίνει που δεν πρέπει να είναι δημιούργημα του κόσμου μας. Γι αυτό μη φοβάσαι….», διέκοψε το λόγο του γελώντας δυνατά. «Έτσι κι αλλιώς κάπως θα πεθάνουμε μια μέρα. Να σου πω,… αν είμαστε νεκροί τώρα,… δεν είναι άσχημα. Μπορούμε να κάνουμε ότι θέλουμε, με πιότερη δύναμη, πιότερη ταχύτητα και χωρίς κανείς να μας ενοχλεί. Έτσι; Λοιπόν, άσε και θα δούμε», γέλασε και πάλι, προκαλώντας σε αυτή την αδιανόητη ευθυμία και τον ακροατή του.
Κάθισαν αρκετή ώρα οι τρεις τους και αποφάσισαν να εξερευνήσουν το στρατόπεδο. Μέσα στις άλλες κουβέντες τους, ο Τελευτίας είπε και γι αυτά που είχε δει μέσα στη σκηνή των στρατηγών.
-«Οπότε ή συνέρχεται ο κόσμος και πολεμάμε ή έχουμε πολεμήσει, δεν θυμόμαστε τίποτα, σκοτωθήκαμε και σε λίγο θα πάρουμε την μεγάλη βάρκα για εκεί κάτω», έδειξε το χώμα και ξαναγέλασε.
Την ώρα που σηκώθηκαν να φύγουν, το μάτι του Αθηναίου, καρφώθηκε στο έδαφος εκεί που ο Λακεδαίμονας είχε δείξει. Ένοιωσε μια ανατριχίλα και στο νου του ήρθε πάλι η Ελπινίκη και το μικρό ξανθό μωρό «τους». Τώρα κι αυτός κράταγε ένα δόρυ που είχε μαζέψει από κάτω, πιθανώς παρατημένο από κάποιον απ’ τους ακίνητους στρατιώτες και το χρησιμοποιούσε σαν μπαστούνι. Άρχισαν να βαδίζουν ανάμεσα από τα παγωμένα ανθρώπινα αγάλματα. Σκέφτονταν, ότι αφού αυτοί «ζούσαν», σίγουρα θα υπήρχαν και άλλοι.
-«Σσσσσσσσσσσσσσσς», ακούστηκε ο Λίχης που προηγείτο. «Ακούστε», είπε χαμηλόφωνα.
Πράγματι, από κάπου ακούγονταν φωνές και ήχοι. Μακριά αλλά καθαρά. Νόμιζαν ότι άκουσαν και ένα κλάμα.
-«Σσσσσσσσσσσσσσσσς», επανέλαβε ο Σπαρτιάτης. Γρήγορα και οι τρεις, ενστικτωδώς, κρύφτηκαν πίσω από ένα μεγάλο θάμνο. Γονάτισαν και τα δάχτυλα του Ευρυάνακτα, άσπρισαν σφίγγοντας το ξύλινο ακόντιο. Έμειναν ακίνητοι, αφουγκραζόμενοι τους ήχους.
Οι θόρυβοι έρχονταν από μακριά, όχι τόσο μακριά όμως που να μην ακούγονται καθαρά τα λόγια:
-«Σκάσε πια, θα δούμε, έχε μου εμπιστοσύνη!»
-«Που είμαστε; Γιατί είναι ακούνητοι οι άνθρωποι και τα δέντρα; Ούτε τα ζώα κουνιούνται. Που είμαστε; Φοβάμαι…»
Οι τρεις φίλοι άκουγαν καθαρά τις λέξεις μια προς μια. Τουλάχιστον ήταν Ελληνικά και όχι βαρβαρική γλώσσα. Σε λίγο είδαν ένα νεαρό που φόραγε πάνινο , λινό θώρακα, να περπατάει, σχεδόν τρικλίζοντας, στο στενό μονοπάτι. Δίπλα του, έσερνε τα βήματά του, ένα …. παιδί. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από δέκα χρόνων. Τα ρούχα του ήταν κουρελιασμένα και έδειχνε πολύ ταλαιπωρημένο. Η φωνή του όμως, τσιριχτή και δυνατή, ακουγόταν σε αρκετή απόσταση. Έδειχνε τρομοκρατημένο, ενώ ο νεαρός δίπλα του, φαινόταν να κάνει μεγάλες προσπάθειες να κρατήσει την ψυχραιμία του. Όμως δεν μπορούσε να δώσει τις απαντήσεις, (και ποιος μπορούσε άλλωστε;), που απαιτούσε ο μικρός.
Πλησίαζαν γρήγορα. Ο Ευρυάναξ, αποφάσισε να σηκωθεί όρθιος, να δηλώσει την παρουσία τους. Το έκανε. Ο νέος με το που τον είδε, σχεδόν τρομοκρατήθηκε. Και πώς να μην τρομοκρατηθεί, όταν μέσα σε όλα αυτά τα ανεξήγητα, ένας τρομερός γενειόφορος στρατιώτης, πετάχτηκε μπροστά του, με όλα τα όπλα του στο χέρι… και εκείνο το άγριο βλέμμα στα μάτια.
-«Είμαι ο Λάφιλος», είπε και …. λιποθύμησε!

Τρίτη 25 Νοεμβρίου 2014

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22
Μπορούσε να διακρίνει μες το σκοτάδι την κορυφογραμμή να ξυπνάει από τις πρώτες ηλιαχτίδες, στο βάθος του ορίζοντα, με την περηφάνια του ύψους της. Κάτι σαν τρέμουλο, διαπέρασε το κορμί του. Έτριψε τα χέρια πάνω στα πλευρά του και τα έσφιξε στο στήθος. Αισθάνθηκε καλύτερα και το ξεκούραστο από την κατάκλιση σώμα του, το ένοιωθε γεμάτο ενέργεια ξανά. Γύρισε το βλέμμα ολόγυρα στην μικρή κάμαρα και σταμάτησε στο κοιμισμένο κορμί της Ελπινίκης και του μικρού αγοριού, πάνω στα άχυρα, σε μια γωνιά. Η μικρή φωτιά, έδιωχνε την υγρασία από τον χώρο και πρόσφερε λίγη ζέστη, τόση όση χρειαζόταν να περάσει η νύχτα. Εκείνος δεν είχε κατορθώσει να κλείσει μάτι, αφού τόσα πράγματα πέρναγαν από το μυαλό του. Ο Αγήνορας, το σπίτι του στην Φλύα, το μικρό του αμπελάκι, το καράβι στον Πειραιά που πια δεν θα τον περίμενε, η δουλειά του που θα χανόταν για εκείνη την χρονιά, τις νέες ανάγκες και …. όλα αυτά για μια γυναίκα. Την κοίταξε πάλι, δεν είχε κουνηθεί από την θέση της. Χαμογέλασε… «Επιτέλους κάτι κάνω για κάποιον άλλο», σκέφτηκε, «κάτι και για μένα που έχει πραγματική αξία στη ζωή μου. Στην ανούσια ζωή μου!», συμπλήρωσε την σκέψη του.
Σηκώθηκε να βγει στην αυλή, στο ξέφωτο δηλαδή έξω από την εγκαταλειμμένη καλύβα που είχαν βρει, και που του άρεσε να το λέει αυλή. Ο Παίωνας ήρθε κοντά του κουνώντας την ουρά χαρούμενα. Τον χάιδεψε και γονάτισε δίπλα του: «Γεράκο μου», του είπε, «τι κάνουμε τώρα; Πως θα τα καταφέρουμε; Αλλά είπαμε, οι άντρες για τα δύσκολα είναι, έτσι;». Δεν περίμενε απάντηση, αλλά την πήρε από το βλέμμα του γιγάντιου σκύλου. Αποφάσισε να εξερευνήσει την περιοχή, αφού το προηγούμενο βράδυ, δεν είχε καταλάβει και πολλά πράγματα. Προτεραιότητά του, ήταν να φροντίσει την γυναίκα και το μικρό, να ξαποστάσουν και να κοιμηθούν. Προχώρησε και σε λίγο χάθηκε μακριά, ανάμεσα στα ψηλά σχίνα, στα δέντρα και τα έλη. Προσπαθούσε να περπατά όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Μετά από μια ώρα και αφού ο ήλιος είχε αρχίσει να ζεσταίνει το χώμα, συνειδητοποίησε ότι το τοπίο ήταν ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, με νερά και άγρια βλάστηση. Έβγαλε το σουγιά του και έκοψε κάποια καλάμια, τα έδεσε με λωρίδες από φλούδες δέντρων σε σχήμα χωνιού και τα έβαλε μέσα στο νερό, δημιουργώντας έτσι μια παγίδα για τα μικρά ψαράκια, τους φυσητές όπως τους έλεγαν στην Αττική. Δεν είχε περάσει πολλή ώρα όταν σήκωσε τον αυτοσχέδιο κιούρτο και τέσσερα μικρά ψάρια είχαν παγιδευτεί. Τα έβαλε στο δερμάτινο σάκο του και πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Ο ήλιος είχε σηκωθεί αρκετά στον ουρανό και η ζέστη είχε γίνει έντονη πια. Σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού του τον ιδρώτα από το μέτωπο και ζώστηκε, με ένα τίναγμα του ώμου, πιο καλά το σάκο του. Ξαφνικά του είχε φανεί πως βάρυνε. «Γερνάω ανάθεμά με», μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του. Έφτασε στη ψαροκαλύβα και από μακριά είδε την Ελπινίκη να κάθεται με το μωρό στην αγκαλιά και να το ταΐζει. Του άρεσε η εικόνα, ένοιωθε κάτι σαν ολοκλήρωση. Ασυναίσθητα γύρισε τα μάτια στον ουρανό, κάτι μουρμούρισε, που μπορεί και ο ίδιος να μην κατάλαβε καλά, «φόρεσε» ένα ωραίο χαμόγελο και πλησίασε. Η γυναίκα του κούνησε το κεφάλι σε χαιρετισμό και στύλωσε τα κατάμαυρα μάτια της στο πρόσωπό του, στο σάκο του και στα ανακατωμένα του μαλλιά. Το βλέμμα της γυάλισε, ενώ τα υγρά της μάτια πετάρισαν και του μίλαγαν άηχα. Τραβήχτηκε στο πεζούλι να του κάνει χώρο. Ο άντρας ένοιωθε τόσο γλυκά και ευχάριστα τώρα, που μονομιάς είχε ξεχάσει τα προβλήματα αλλά και τις αυριανές τους συνέπειες. Έγειρε το κεφάλι της πάνω στον ώμο του και το κούνησε δεξιά – αριστερά, παιχνιδιάρικα. Έκλεισε τα μάτια να γευτεί την ευτυχία. Την αγκάλιασε με το δεξί του χέρι και την έσφιξε απαλά στο στήθος. Εκείνη ανταποκρίθηκε, προσέχοντας παράλληλα να μην πιεστεί το μωρό. Έμειναν έτσι αμίλητοι για πάνω από δέκα λεπτά, λες και προσπαθούσε ο ένας να μπει στην ψυχή της άλλης.
-«Τίποτα», της είπε χαμηλόφωνα, «τίποτα δεν υπάρχει κοντά μας. Μόνο έλη και άγρια χόρτα… ερημιά», κούνησε το κεφάλι σε μια προσπάθεια να δώσει έμφαση στα λόγια του. «Πιστεύω», συνέχισε, «ότι θα περάσει αρκετός καιρός μέχρι κάποιος ν’ ανακαλύψει ότι η καλύβα μας κατοικείται. Μπορούμε λοιπόν να μείνουμε ήσυχοι, για κάμποσους μήνες,… ελπίζω δηλαδή!»
Εκείνη τον κοίταξε με απορία. Στον Μαραθώνα ήταν, δεν μπορεί να υπήρχε τόση ερημιά, όμως απέμεινε βουβή να τον αφουγκράζεται.
-«Παρ’ όλο που τα χωράφια στο βάθος είναι ήδη σπαρμένα, άλλα έχουν λάχανα… να… τόσο μεγάλα» και έδειξε με το χέρι, « άλλα κράμβες (κουνουπίδια), άνθρωπο… δεν είδα. Και στον ορίζοντα ακόμα… τίποτα»
Άρπαξε με μια απότομη κίνηση το σάκο του. Έβαλε το χέρι μέσα και τράβηξε τα ψάρια που είχε πιάσει. Τα σήκωσε ψηλά στον αέρα, σαν τρόπαιο μάχης: «Είδες; Ψαράκια θα σου ετοιμάσω…»
Η Ελπινίκη, απελευθέρωσε το ένα χέρι από το μωρό και έπιασε τον μηρό του. Τον χάιδεψε στοργικά. Τον φίλησε πεταχτά στο στόμα και του χαμογέλασε.
Ο Τελευτίας είχε ανάψει μια φωτιά, με μεγαλύτερη ησυχία τώρα, αφού η έλλειψη ανθρώπων εκεί κοντά, τον είχε ηρεμίσει αρκετά. «Ίσως ο Αγήνορας και οι δικοί του να είχαν τώρα άλλες ασχολίες», σκέφτηκε. Άφησε τα ξύλα να καούν και τα ανανέωσε με καινούργια. Έφτιαξε με κλαδιά μια μικρή σχάρα και έβαλε πάνω της τα ψαράκια. Στη χόβολη, τοποθέτησε ένα πήλινο πλατύστομο, με λίγο λάδι, κρεμμύδια κομμένα σε φέτες και τσουκνίδες που βρήκε κάπου πιο πέρα. Τα ανακάτεψε με ένα μαχαίρι που είχε πάντα απάνω του και αφέθηκε στις σκέψεις του, τώρα που η Ελπινίκη φρόντιζε το μικρό στο εσωτερικό της καλύβας. Ο Παίωνας, είχε φροντίσει για το δικό του γεύμα, που δεν ήταν τίποτα άλλο, από έναν αρουραίο του αγρού, που ξετρύπωσε και κυνήγησε σαν … γάτα.
Αυτό που ακούστηκε από μακριά, ήταν τόσο ανησυχητικό, τόσο έντονο και επιτακτικό που και οι δυό εραστές έστρεψαν το βλέμμα στον νότιο ορίζοντα. Κάποια σάλπιγγα έκραζε την φωνή της, που ακουγόταν πολλά στάδια μακριά. Κάποια σάλπιγγα επίμονη και μονότονη…
Κάθισαν να φάνε. Μοίρασαν τα ψάρια στα δυό, προσπαθώντας να χορτάσουν την πείνα τους. Η Ελπινίκη έφαγε με βουλιμία την μερίδα της, προκαλώντας τον θαυμασμό του άντρα. Εκείνος, πήρε το ένα από τα δικά του και το έβαλε στο πιάτο της. Δεν χρειάστηκε καμιά δικαιολογία, απλά της το έδωσε. Δεν είπαν τίποτα, δεν χρειαζόταν εξάλλου, τα μάτια τους έδιναν τις εξηγήσεις και τις αιτίες, από μόνα τους. Του έπιασε το χέρι και το έσφιξε… Πάλι εκείνη η σάλπιγγα έσκουξε, πάλι έντονα και επιτακτικά.
-«Ξέρεις τι σημαίνει;», ρώτησε η γυναίκα.
Ο Τελευτίας κούνησε το κεφάλι καταφατικά κι έσκυψε κοιτάζοντας το χώμα. «Ξέρω», είπε κοφτά.
-«Αυτό που ξέρεις, είναι αυτό που με κάνει να φοβάμαι; Αυτό είναι;»
-«Όλα τα θέματα πρέπει να συζητάμε. Έτσι και αυτό. Κάλεσμα είναι και πρέπει όλοι οι άντρες της Αττικής να ανταποκριθούν. Κίνδυνος σημαίνει αυτό, κίνδυνος που πρέπει να δούμε και να αντιμετωπίσουμε. Αυτό σημαίνει το σάλπισμα…»
-«Πρέπει να φύγεις λοιπόν; Θα … φύγεις;»
Ο άντρας της έγνεψε πάλι καταφατικά. Δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, έπρεπε να πάει στο κάλεσμα.
-«Κοντεύει ο βάρβαρος λες; Γι αυτό;»
-«Μπορεί, δεν ξέρω, αλλά είναι το πιθανότερο. Γιατί άλλωστε να ακουστεί το κάλεσμα;»
Πέρασαν για λίγο αμίλητοι και οι δυό μες τις σκέψεις τους. Προσπαθούσαν να αντιληφθούν τον επερχόμενο κίνδυνο, αλλά και το χρέος τους.
-«Και πότε πρέπει να φύγεις;»
-«Το συντομότερο. Απόψε κιόλας, να είμαι Αθήνα το πρωί. Και οι Θεοί να βοηθήσουν…»
-«Κι εμείς;», συμπλήρωσε η Ελπινίκη με σκυφτό το κεφάλι. «Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε;», επανέλαβε με σιγανή φωνή.
Ο Τελευτίας γέλασε με πικραμένο γέλιο, ψεύτικο και προσποιητά … δυνατός: «Θα με περιμένετε, ελπίζω δηλαδή να με περιμένετε…», γέλασε μα η γυναίκα δεν έδειχνε να παίρνει θάρρος, «… και όταν γυρίσω, θα κάνουμε όλα αυτά που επιθυμούμε…. Αγάπη μου!»
Χρησιμοποίησε την κατάλληλη λέξη να την κάνει να σηκώσει το κεφάλι της. Ένα αχνό χαμόγελο είχε ανθίσει στο πρόσωπό της. Την χάιδεψε στα μαλλιά.
-«Αλήθεια το λες; Αγάπη σου;», τον κοίταγε κατάματα, προσπαθώντας να καταλάβει ότι δεν ήταν λόγια της στιγμής, λόγια υποστήριξης, αλλά το «πιστεύω» του. Μια ανόητη, γυναικεία αγωνία, φαινόταν σε όλες τις κινήσεις της.
-«Νομίζεις ότι τόσο καιρό που σε ξέρω, δεν μου έκανες … πώς να το πω, … εντύπωση; Πιστεύεις ότι πέρασα έστω και μια νύχτα ήσυχος, χωρίς να σε σκεφτώ, χωρίς να σε ονειρευτώ; Κάθε που ερχόμουν στο σπίτι σας, με ρώτησες ποτέ σου, τι εφιάλτες αντιμετώπιζα; Αχ, αν ήξερες πόσες φορές σου έχω χαϊδέψει αυτά τα κατάμαυρα μαλλιά. Πόσες φορές ο λαιμός σου, ήταν το όνειρό μου, η ανάγκη μου… αλλά έπρεπε να αντιμετωπίσω πρώτα άλλο πράγμα. Και δεν εννοώ τον Αγήνορα, τον άντρα σου, όχι αυτόν, αλλά την φιλία μου με κείνον. Την φιλία, που σαν θεριό μέσα μου, έτρωγε τα σωθικά μου. Σαν Προμηθέας ένοιωθα και ο Μορφέας τα βράδια ερχόταν πιότερο σαν εχθρός παρά σαν φίλος». Κοίταξε μακριά στον ορίζοντα, εκεί απ’ όπου είχε ακουστεί η σάλπιγγα. «Και τώρα που έχω αυτό που ποθούσα,… να …  η ανάγκη της πόλης, που μπορεί να μας χωρίσει για πάντα …. Ανάθεμα στους βρωμιάρηδες αυτούς, τους Ασιάτες στενοκέφαλους πιθήκους …»
Σηκώθηκε να ξεμουδιάσει και είδε την γυναίκα να κουνάει το μωρό στην αγκαλιά της μηχανικά. Κι εκείνο με τα ματάκια του ορθάνοιχτα, τον κοιτούσε με ένα παράξενο βλέμμα, με εκείνο το βλέμμα που μπορεί να σου πει πολλά πράγματα μαζί. Ο Τελευτίας χάιδεψε τα γένια του. Ήθελε τόσο πολύ να καταλάβει αυτό το μωρό, ήθελε τόσο πολύ να μάθει … μα δεν μπορούσε. Το έβλεπε στην αγκαλιά της Ελπινίκης και το θεωρούσε κομμάτι της. Τόσο πολύ είχε δέσει την εικόνα του μαζί της.
Η γυναίκα δεν αντέδρασε καθόλου σε αυτή την μικρή του εξομολόγηση. Τα ήξερε; Ίσως! Τα μάντευε; Μπορεί. Πάντως έδειξε ότι λαχταρούσε αυτά του τα λόγια. Είδε τον άντρα να μπαίνει μέσα στην μικρή καλύβα. Σηκώθηκε και τον ακολούθησε. Άφησε στην άκρη το παιδί και πήγε κοντά του. Κάτι του ψιθύρισε στο αυτί, κάτι που τον έκανε να την φιλήσει με πάθος. Το τι ακολούθησε, μόνο η Αφροδίτη, η Θεά του έρωτα και της αγάπης, θα άντεχε να περιγράψει. Οι δυό εραστές ξέχασαν την θνητή τους ύπαρξη, ξέχασαν τα ανόητα προβλήματα των ανθρώπων και τις οριακές καταστάσεις των γήινων όντων. Όλα είχαν πια μπει κάτω από ένα σύννεφο, τόσο μακριά απ’ εκείνους και τόσο ποταπά, που σημασία καμιά δεν τους άξιζε. Τίποτα έξω από την συνύπαρξη τους σε εκείνη την μικρή καλύβα. Τώρα πια οι σάρκες τους, πιστοποιούσαν την αγάπη και ξεδιψούσαν τις ψυχές τους, στους τ’ άγνωστου όριου. Και το τέλος της ομορφιάς, τους βρήκε λαχανιασμένους, ν’ ανασαίνει ο ένας την ανάσα του άλλου, να νοιώθει με το δέρμα του άλλου.
Είχε πια περάσει το μεσημέρι, όταν και οι δυό ξύπνησαν από ένα λυτρωτικό ύπνο, από ένα λήθαργο της αμνησίας. Ο άντρας σηκώθηκε και άφησε την Ελπινίκη να ησυχάσει για λίγο ακόμα. Λυπόταν για ότι θα έκανε, αλλά δεν του επέτρεπε και η συνείδησή του αλλιώς. Φόρεσε το χοντρό του ιμάτιο και τις δερμάτινες μπότες, ενώ έσφιξε μια φαρδιά δερμάτινη ζώνη στη μέση. Βρήκε μέσα στο σάκο του, το μεγάλο σπαθί με το θηκάρι. Το στερέωσε κι αυτό στη μέση. Ασπίδα δεν είχε, αλλά βρήκε, ψαχουλεύοντας λίγο παραπάνω, το κράνος του, μόνο που ο λοφιοστάτης είχε μείνει σχεδόν μισός, με το χάλκινο στήριγμά του στραβό από κάποιο χτύπημα. Στη θέα του κράνους, γέλασε, σκεφτόμενος την εικόνα που θα έβλεπαν οι άλλοι. Ένας δερμάτινος θώρακας, φτιαγμένος από χοντρό δέρμα κάστορα, συμπλήρωσε την αμφίεσή του. Κάθισε σε μια πέτρα, έβγαλε το σπαθί από το θηκάρι και δοκίμασε με το δάχτυλο, την κόψη. Η γυναίκα πλησίασε από πίσω και τον έπιασε από τους ώμους. Έγειρε το κεφάλι και τον φίλησε στο λαιμό. Εκείνος ανταποκρίθηκε, αλλά και την έσπρωξε ελαφρά. Τώρα ήθελε να ξεκαθαρίσει κάποια πράγματα. Και με τον εαυτό του, αλλά και με την σύντροφό του.
-«Καταλαβαίνεις την αναγκαιότητα, έτσι;», της είπε χωρίς να την κοιτάξει στα μάτια. Είχε πάρει μια πέτρα, μια ακονόπετρα και την «πέρναγε» στην κόψη του σπαθιού, σε μια προσπάθεια να το κάνει πιο κοφτερό. Οι κινήσεις του ήταν μηχανικές. Το στόμα του επρόκειτο να βγάλει μεγάλες λέξεις και όρκους. Και αυτό τον έκανε νευρικό και απότομο.
-«Ναι, καταλαβαίνω, έτσι πρέπει. Δεν παύει όμως να νοιώθω έντρομη, να νοιώθω αδύναμη και απροστάτευτη… φοβάμαι, δεν στο κρύβω, … αλλά καταλαβαίνω…», η φωνή της έτρεμε και για πρώτη φορά ο Τελευτίας διαπίστωσε αστάθεια. «Είναι σοβαρή η κατάσταση, έτσι; Φτάσανε ε;», συνέχισε κοιτώντας προς την αυλή.
Ο άντρας κούνησε απλά το κεφάλι συμφωνώντας και συνέχισε ν’ ακονίζει το σπαθί. Είχε τόσα να της πει και δεν έβρισκε το κουράγιο, μπροστά σε αυτά τα μάτια που σχεδόν εκλιπαρούσαν για ζωή.
-« Σου είπα … αν γίνει κάτι…»
-«Κάτι κακό εννοείς; Κάτι με σένα;»
-«Κάτι με μένα, κάτι με τον πόλεμο…»
-«Πρώτη φορά που λες πόλεμος… η λέξη και μόνο τρομάζει. Φαντάζομαι η … πράξη… οι μάχες θέλω να πω, προσπαθώ να μπω στη θέση των αντρών, στη θέση τη δικιά σου…»
-«Να μη μπεις πουθενά», γέλασε, «αρκεί να είσαι ψύχραιμη και δυνατή. Να κρατάς ηθικό και δύναμη και για τους δυό μας. Και εκεί που θα είμαι, ότι κι αν κάνω, θα νοιώθω πολύ πιο καλά αν ξέρω ότι έχεις τη δύναμη και το σθένος …. ενός …. πολεμιστή… για να ζήσεις, εσύ και το μικρό μαμούνι…» και έδειξε προς τη μεριά του μωρού, που ξύπνιο και αυτό τώρα, τους χαμογελούσε από το «κρεβατάκι» του.
-«Στο σάκο μου», συνέχισε ο Τελευτίας, « έχω κάποια χρήματα, μπορείς να τα χρησιμοποιήσεις όπως θέλεις. Εδώ που είμαστε δεν νομίζω ότι θα σε ενοχλήσει κανείς οπότε μπορείς να μείνεις και αν είμαι τυχερός, θα… συναντηθούμε πάλι. Και ελπίζω σαν … νικητές και λεύτεροι άνθρωποι…»
-«ΘΑ συναντηθούμε. Σίγουρα, έτσι είναι. ΘΑ, όχι αν. Δεν μπορείς να με αφήσεις μόνη μου, ούτε μένα, αλλά ούτε και αυτό το «μαμούνι» όπως το λες. Έτσι; Σε παρακαλώ, ορκίσου το στην Αθηνά… θα γυρίσεις γερός και λεύτερος… σε παρακαλώ»
Ο άντρας προσπάθησε να χαμογελάσει. Κατέληξε σε ένα αποτυχημένο χαμόγελο, που μόνο αισιοδοξία δεν ενέπνεε. Δεν είπε τίποτα, δεν μπορούσε να πει τίποτα. Μόνο σήκωσε τα χέρια ψηλά, σαν να της έλεγε : «οι Θεοί ξέρουν». Την αγκάλιασε και χάιδεψε τα κατάμαυρα μαλλιά της. Τώρα δεν μιλούν οι σύντροφοι, τώρα έγνεφαν οι μοίρες. Και αυτό το ήξεραν ή μάλλον το καταλάβαιναν και οι δυό τους.
Ο ήλιος είχε αρχίσει να γέρνει πια. Ο Τελευτίας σηκώθηκε και ζώστηκε τα πράγματά του. Της είχε αφήσει όλα του τα λεφτά και ότι δεν θα χρειαζόταν εκεί που πήγαινε. Οι δυό εραστές δεν είπαν άλλη κουβέντα. Μ’ ένα χάδι στο μικρό κεφαλάκι του μωρού κι ένα γρήγορο φιλί, πήρε το δρόμο προς το κάλεσμα της σάλπιγγας. Ήξερε ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος, έξω από αυτόν που έπαιρνε τώρα. Κοντοστάθηκε για λίγο, όταν έφτασε στα δέντρα του δάσους και γύρισε το κεφάλι να δει τους αγαπημένους του, ίσως για τελευταία φορά. Ένοιωθε κάτι υγρό να κυλάει στο μάγουλο, στην θέα της Ελπινίκης. Έσκυβε λίγο, με το μωρό στην αγκαλιά, προσπαθώντας να δει το περίγραμμα του από την αυλή. Είδε το χέρι της σηκωμένο να τον χαιρετάει. Δεν ανταπάντησε, δεν ήθελε να συνεχίσει αυτή την μίζερη εικόνα των αποχαιρετισμών. Πήρε τον δρόμο του ανεβαίνοντας την απότομη πλαγιά μπροστά του. Άγρια χόρτα, άλλα ξεραμένα και άλλα που είχαν γιγαντώσει από την υγρασία του τόπου, τον έκρυψαν σύντομα από τα μάτια της γυναίκας. Γλίστρησε σε ένα βρεγμένο ύψωμα, πιάστηκε από τις ρίζες ενός δέντρου, σχεδόν κολύμπησε μέσα στα έλη. Έφτασε στη κορυφή του υψώματος με πολύ κόπο. Προσπάθησε να ηρεμίσει την ανάσα του, αλλά και την καρδιά του που χτυπούσε γρήγορα και δυνατά. Σαν μαρμαρυγή. Είδε κάποιους νεαρούς άντρες που περπατούσαν στο μονοπάτι, γεμάτοι σκόνες και χώματα, μιλώντας δυνατά και … φασαριόζικα πείραζαν ο ένας τον άλλο. «Νέα παιδιά, παλικαράκια…», σκέφτηκε, «περπατάνε με κέφι και γέλια. Δεν ξέρουν τον πόλεμο» συμπλήρωσε τη σκέψη του.
Γνώριζε ότι μόνο αυτά τα νέα παιδιά θα μπορούσαν να φέρουν νίκες και επιτεύγματα. Δεν μπορούσε όμως να μην τα δει με τα μάτια του νου, και σκοτωμένα, ακρωτηριασμένα και αιμόφυρτα, να κείτονται στα πεδία των διάφορων μαχών. Η πόλη ήθελε τους ήρωές της, αλλά και τα θύματά της. Για να μείνει ζωντανή και λεύτερη. Να μπορέσει να μεγαλουργήσει και να θεριέψει στο διάβα της ιστορίας. Την ώρα που ο ανθός της νιότης …
Τον βάραινε η λόγχη στην πλάτη και κάθε λίγο σταματούσε να ισορροπήσει το βάρος, τινάζοντας την. Δεν ήξερε πόση ώρα περπατούσε, αλλά ο ήλιος είχε χαθεί και προσπαθούσε να δει με τον αναμμένο δαυλό στο χέρι. Δεν είχε πιάσει την κουβέντα με τους άλλους, δεν συμπορευόταν με κανέναν άλλο. Αν και η ουρά που σχημάτιζαν  οι άντρες,  τώρα είχε αυξηθεί κατά πολύ. Άκουγε τις κουβέντες τους. Άλλος μίλαγε για το σπίτι του, άλλος για την δουλειά του και άλλοι λέγαν για τα χωράφια τους. «Η φιλία» σκέφτηκε, «είναι κακό πράγμα σε ένα πόλεμο. Γιατί η απώλεια τους συντρόφου μετά θα είναι αβάσταχτος πόνος. Άλλο συμπολεμιστής…», συμβούλεψε νοερά τον εαυτό του, «… άλλο φίλος». Η πείρα του τον κρατούσε προστατευμένο, μακριά από φιλίες και ανούσιες γνωριμίες.
Έφτασαν στην Αθήνα, κοντά στα ξημερώματα. Η κίνηση στον δρόμο ήταν μεγάλη και πυκνή. Νέοι άντρες συνέρεαν στην μεγάλη πόλη από όλες τις μεριές, από όλες τις φυλές των Αθηναίων. Μια κουκουβάγια, προφανώς ενοχλημένη από την τόση φασαρία, διαμαρτυρήθηκε, κρώζοντας μια απάνθρωπη, μυστηριακή κραυγή. Της απάντησε κάποια άλλη… ο Τελευτίας γέλασε. Τα τείχη της πόλης ήταν λουσμένα στο φως αμέτρητων πυρσών. Στρατιώτες και αξιωματικοί με φωνές έβαζαν ή τουλάχιστον προσπαθούσαν να βάλουν τάξη, σε ένα όχλο που ήταν «αφιονισμένος» και ενθουσιώδης. Η όμορφη πόλη, τράβαγε τους νέους σαν μαγνήτης. Ο βάρβαρος ήθελε την βεβήλωσή της. Η Ιστορία όμως και η αλαζονικά ομορφιά της, έπρεπε να αντισταθούν. Και οι άντρες της, σαν εραστές της, θα έδιναν και την ζωή τους γι αυτήν.

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21
Κάθισαν στο πρώτο σκαλοπάτι που είχε ήδη στεγνώσει από τα νερά και ατένισαν την πόλη χαμηλά, στα ριζά του ιερού βράχου. Η απόσταση είχε σβήσει κάθε ασχήμια και βρωμιά από τους δρόμους της Αθήνας. Ο Αμεινίας, με εκείνο το πεινασμένο βλέμμα των λίγων του χρόνων, κοίταγε μια την πόλη κάτω από τα πόδια του, μια την μεγαλόπρεπη είσοδο του περιτοιχισμένου χώρου πίσω του, της Ακρόπολης. Προσπαθούσε να μετρήσει τις πλακόστρωτες, σκαλισμένες στο βράχο βαθμίδες. Κάπου – κάπου το βλέμμα του συναντούσε κομμάτια από ένα άλλο υλικό, όχι μάρμαρο, (σ.σ. πωρόλιθος από την διατήρηση των Μυκηναϊκών τειχών), που λες και έπαιζαν τα μάτια των διαβατών με τις ναζιάρικες αντιθέσεις τους. Έβλεπε έξι μεγάλους κίονες (σ.σ. δωρικού ρυθμού) πάνω σχεδόν από το κεφάλι του, λες χωρίς βάρος, σαν να ίπτανται λουσμένα από κύματα φωτός.
-«Τι είναι αυτοί οι κίονες;», ρώτησε τον Λάφιλο, που στα μάτια του φαινόταν παντογνώστης!
Ο καπετάνιος γύρισε το βλέμμα στην είσοδο και χαμογέλασε με ευχαρίστηση για την ερώτηση του παιδιού. Ώρα να ξεδιπλώσει άλλο ένα κομμάτι των γνώσεών του…
-«Αυτοί, είναι οι συνοδοί μας για την μεγάλη αίθουσα υποδοχής των Προπυλαίων. Μια αίθουσα, αυτή που βλέπεις από πίσω τους, με τις δυό άλλες σειρές από τρείς κίονες, που έτσι παρατεταγμένες, σχηματίζουν πέντε εισόδους προς την Ακρόπολη, τέσσερις με βαθμίδες  για τους πεζούς και ένα κεκλιμένο επίπεδο για τα προς θυσία…»
-«Βόδια!... το κατάλαβα;», φώναξε όλο χαρά ο νεαρός ακροατής του.
-«Ναι, για όλα τα ζώα που ανεβάζουν για θυσία στους Θεούς και ειδικά στην Αθηνά»
Του άρεσε ο ρόλος του ξεναγού, ειδικά όταν έβλεπε το ενδιαφέρον των φίλων του. Σηκώθηκαν, ανέβηκαν τα σκαλιά της εισόδου που πριν λίγο εξηγούσε στον Αμεινία και βρέθηκαν μπροστά σε ένα μεγάλο πλάτωμα, εκπληκτικής ομορφιάς και θέας, γεμάτο με ναούς και αγάλματα, με ανθρώπους ντυμένους με πολύχρωμα χιτώνια και μανδύες, με στρατιώτες που έτρεχαν από το ένα κτίριο στο άλλο, άλλοι με τους θώρακές τους και τις περικνημίδες, άλλοι κουβαλώντας απλώς ένα σπαθί, ένα δόρυ και την πανταχού παρούσα ασπίδα τους. Κάποιοι νέοι με καλλίγραμμα σώματα, μπαινόβγαιναν από ένα κτίριο στα αριστερά της εισόδου.
-«Τι είναι εκεί; Βλέπω πολύ κόσμο να μπαίνει αλλά και κάποιους βιαστικούς να τρέχουν και όλοι νέοι», ρώτησε ο Λάφιλος.
-«Χμ… αυτό το κτίριο είναι η Πινακοθήκη, μια αίθουσα συνεστιάσεων με χώρο για ανάκλιντρα, για δεκαεπτά ανάκλιντρα, που σε καιρό ειρήνης, χρησιμεύει και για εκθεσιακός χώρος ζωγραφικής. Εκεί πάμε τώρα, γιατί οι Αθηναίοι το έχουν μετατρέψει σε φρουραρχείο. Εκεί θα δώσουμε το παρόν μας», χαμογέλασε βλέποντας με το νου τον εαυτό του … στρατιώτη στην υπηρεσία των Αθηναίων και συνέχισε: «στα δεξιά, βρίσκεται μια μικρότερη αίθουσα όπου υπάρχει και φυλάσσεται ένα υπέροχο άγαλμα του Ερμή. Και μετά αν προχωρούσαμε θα φτάναμε στον προμαχώνα με το ναό της Αθηνάς Νίκης. Ένα κτίσμα που δεν έχει γλυπτό διάκοσμο, όμως η μαρμάρινη οροφή του, είναι εκπληκτικά φιλοτεχνημένη με επιχρυσωμένα άστρα σε μπλε φόντο και χρυσά και πολύχρωμα μοτίβα λουλουδιών. Σε παρακαλώ Αμεινία, κλείσε το στόμα σου, ακόμα δεν έχεις δει τίποτα… χα χα χα …»
Ο Άρατος γέλασε που τόση ώρα ο μικρός κοίταγε μαγεμένος ίσως και λίγο φοβισμένος, αυτή την επίδειξη μεγαλοπρέπειας της πόλης. Φοβόταν ακόμα και αυτούς που άκουγε να μιλούν, δυνατά ήταν αλήθεια, τους βιαστικούς και ανυπόμονους στρατιώτες που έτρεχαν δεξιά – αριστερά, τους απλούς ανθρώπους που ικέτευαν για μια ακρόαση από τον φρούραρχο ή κάποιο γραμματέα του. Το κεφάλι του είχε αρχίσει να πονάει από το μέγεθος των μαρμάρινων κατασκευών που τον ανάγκαζαν να τρέχει το βλέμμα ψηλά επί ώρα και να προσπαθεί να καταλάβει.
-«Όλα λαμπερά και ωραία ε;» τον ρώτησε ο Άρατος, καταλαβαίνοντας την αγωνία και την έκπληξη του μικρού.
Από ένα άνοιγμα προς το μεγάλο πλάτωμα της Ακρόπολης, αντίκρισαν μια παρέα νέων, σχεδόν παιδιά, καθισμένων στον βράχο, να ακούν έναν γέρο με μακριά άσπρη γενειάδα και λερό χιτώνιο:
-«…… Άλλοτε επιθυμούσαν να κάνουν ένα καλό όνομα: αυτό δεν αρκεί πια, τώρα που η δημόσια πλατεία παραμεγάλωσε, η φήμη χρειάζεται κραυγές. Η συνέπεια αυτού είναι ότι και τα καλύτερα λαρύγγια αρχίζουν να παραφωνάζουν δυνατά και ότι τα καλύτερα εμπορεύματα προσφέρονται από φωνές βραχνιασμένες. Χωρίς κραυγές σε δημόσια πλατεία και χωρίς βράχνιασμα δεν μπορεί, σε αυτές τις χαλεπές μέρες, τις μέρες μας, να υπάρξει μεγαλοφυΐα. Και να, αλήθεια, μια πολύ κακή εποχή για τον «στρατηγό»: πρέπει να μάθει ακόμα να βρίσκει τη σιωπή του ανάμεσα σε δυό θορύβους και να κάνει τον κουφό ώσπου … να απογίνει. Όσο δεν το μαθαίνει, βέβαιο είναι ότι κινδυνεύει ν’ αφανισθεί από ανυπομονησία και πονοκεφάλους…»
Ο Αμεινίας άκουγε σαστισμένος, χωρίς να μπορεί να καταλάβει τα λόγια του γέροντα. Κοίταξε τον Λάφιλο και διαπίστωσε ότι δεν ήταν ο μόνος ανόητος εκεί. Δεν κατέβαλε άλλη προσπάθεια να καταλάβει τα λόγια που άκουγε. Το βλέμμα του γύρισε στον καπετάνιο που είχε αρχίσει ήδη να προχωράει προς το φρουραρχείο κάνοντάς τους νόημα να τον ακολουθήσουν.
Η «κυψέλη» των στρατιωτών βρισκόταν σε κινητικό οργασμό, εντολές έρχονταν από κάθε πλευρά της αίθουσας. Λοχαγοί και στρατιώτες προσπαθούσαν να βάλλουν μια τάξη σε όλα αυτά τα άτομα που ήρθαν απ’ όλη την Αττική να δηλώσουν την συμμετοχή τους στον στρατό. Παρουσιάστηκαν και οι τρεις νησιώτες, στον καθισμένο πίσω από ένα ξύλινο πάγκο, λοχαγό που ρώτησε το όνομά τους και το μέρος καταγωγής τους. Όταν άκουσε ότι έρχονταν να βοηθήσουν από πολύ μακρινό νησί, χαμογέλασε πλατιά και σηκώθηκε όρθιος να τους δει καλά. Έδειχνε έκδηλα τη χαρά του γιατί αποδεικνυόταν ότι το θέμα των βαρβάρων, δεν ήταν μόνο πρόβλημα της πόλης του, αλλά απασχολούσε τους Έλληνες παντού. Έτεινε το χέρι και πιάνοντας τον βραχίονα του Άρατου, τους καλωσόρισε εγκάρδια. Τους ρώτησε για πολλά πράγματα, για το πώς βλέπουν οι νησιώτες την κατάσταση, για τα όπλα τους, αφού η Αθήνα θα μπορούσε να τους προσφέρει μόνο σπαθί και ασπίδα, για το ταξίδι τους… τελικά τους έστειλε σε έναν στρατιώτη να τους ταχτοποιήσει…
Είχαν περάσει τώρα πια, τέσσερις μέρες που βρίσκονταν στην Αθήνα και η εκπαίδευση είχε αρχίσει, σκληρή και ολοήμερη. Οι δυό φίλοι, ο Άρατος και ο Λάφιλος, με τον μικρό τους βοηθό, προσπαθούσαν να φτάσουν το επίπεδο μάχης των νέων της πόλης. Κατάλαβαν και οι δυό τους, ότι δεν αρκεί η δύναμη να νικήσεις τον εχθρό. Πάνω απ’ όλα η τεχνική των όπλων και η σωστή χρησιμοποίηση του σώματος. Στο στρατόπεδο που τους είχε στείλει εκείνος ο συμπαθητικός λοχαγός, στο Άθμονον, στους πρόποδες της Πεντέλης, η ζωή ήταν εξαντλητική, γεμάτη από μαθήματα πολέμου, τακτικής αλλά και φιλίες με τους ντόπιους οινοπαραγωγούς. Έμαθαν ότι η περιοχή ανήκε στην Κεκροπίδα φυλή, ήταν ένας αγροτικός δήμος και ότι ζούσαν από τον προσωπικό τους μόχθο, σαν επιδέξιοι αμπελουργοί και όχι από πολιτικές σκευωρίες. Έμαθαν επίσης την ιστορία του τόπου, ότι οι Αθμονείς πήραν μέρος στο πλευρό του Θησέα, στην μάχη κατά των Παλλαντιδών στο Γαργηττό και όσοι σκοτώθηκαν εκεί, θάφτηκαν στο περίφημο Σωρό του Αθμόνου. Επίσης οι κάτοικοι καυχιόνταν για τους περίφημους ναούς τους και ειδικά για δυό από αυτούς, τον ναό της Αμαρυσίας Άρτεμης και αυτόν της Ουρανίας Αφροδίτης.


Σ.Σ. ((Η Μυθολογία αναφέρει την ύπαρξη ενός αυτόχθονου άγριου λαού γιγάντων, οι οποίοι κατοικούσαν στη νότια πλαγιά του βουνού, στην Παλλήνη, και ήταν εχθροί του Θησέα. Εκεί κατοικούσε ο Πάλλας (γιος του Πανδίωνα και αδελφός του Αιγέα).
Ο Πάλλας και οι πενήντα γιοι του φιλοδοξούσαν να αναλάβουν την κυριαρχία της Αττικής μετά το θάνατο του Αιγέα. Όταν ο Θησέας έφυγε για την Κρήτη, πίστευαν ότι δε θα γύριζε πίσω. Όμως ο Θησέας επέστρεψε, και οι Παλλαντίδες αποφάσισαν να εκστρατεύσουν εναντίον του. Χωρίστηκαν σε δύο τμήματα, με το ένα να παραμονεύει στον Σφηττό (προς την πλευρά του Υμηττού) και το άλλο στον Γαργηττό,.
Ο Λέως από τον Αγνούντα, κήρυκας των Παλλαντιδών, ενημέρωσε τον Θησέα για την παγίδα. Ακολούθησε μεγάλη μάχη κατά την οποία πολλοί από τους Παλλαντίδες θανατώθηκαν, ενώ όσοι επέζησαν διασκορπίστηκαν όπως ιστορεί ο Πλούταρχος.1 Άλλες διηγήσεις λένε πως ο Θησέας κατάφερε και σκότωσε τον Πάλλαντα και όλους τους γιους του.
Μετά τη νίκη του ένωσε όλους τους κατοίκους της Αττικής και τότε καθιερώθηκε η μεγάλη γιορτή των «Συνοικίων». Ο Θησέας πάντρεψε το γιο του Ιππόλυτο με την αδελφή των Παλλαντιδών Αρικία, και έτσι ενώθηκαν οι Αθηναίοι με τους Παλληνείς.))

Τρίτη 4 Νοεμβρίου 2014

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20
Δεν μπορούσες πια να ξεχωρίσεις τον ουρανό από το έδαφος, αφού το νερό του Δία τα ένωνε σε ένα συμπαγές κομμάτι. Ούτε τα μεγαλόπρεπα κτίρια, ούτε οι δρόμοι αλλά ούτε και τα μακρινά βουνά ξεχώριζαν πια. Μόνο νερό και μια ακαθόριστη καταχνιά, που σκέπαζε τα πάντα. Η λάσπη είχε κάνει όλα τα κάρα να κολλήσουν στους δρόμους και τα άμοιρα τα ζωντανά υπέμεναν στωικά την οργή της φύσης, βρεγμένα μέχρι το κόκκαλο, με χαμηλωμένα τα αυτιά και τις μουσούδες. Ο Λάφιλος προσπαθούσε να σταθεί όρθιος κρατώντας από το χέρι , γερά, τον Αμεινία που έδειχνε να το διασκεδάζει. Ο Άρατος έψαχνε να βρει κάποιο καταφύγιο:
-«Αναθεματισμένη βροχή. Αττική καταιγίδα, … , από τις πιο άγριες που υπάρχουν! Πώς να σταθείς με τόσο νερό!»
Βρήκαν μια πόρτα και από την μυρωδιά του κρασιού κατάλαβαν ότι βρίσκονταν στην είσοδο κάποιας ταβέρνας. Το βαρύ ξύλο από φτελιά, ήταν μισάνοιχτο και μπήκαν σ’ ένα χώρο που κάποιοι ταλαιπωρημένοι και βρεγμένοι μέχρι το μεδούλι άντρες, με σχεδόν κουρελιασμένα ρούχα, προσπαθούσαν να βολευτούν γύρω από μια φωτιά που έκαιγε στη μέση του σχετικά άνετου δωματίου. Ένα άνοιγμα στην οροφή, εξασφάλιζε την έξοδο του καπνού, αλλά χωρίς μεγάλη επιτυχία, αφού η καπνίλα έκαιγε το λαρύγγι και έκανε τα μάτια να τσούζουν. Ο Άρατος βρήκε ένα κάθισμα κοντά στην εξώπορτα και σχεδόν έτρεξε να προλάβει. Τράβηξαν κι ένα μικρό πάγκο, να βολευτούν οι σύντροφοί του. Παρήγγειλαν κρασί σε ένα κουρασμένο αρκετά υπέρβαρο κάπελα, που έσερνε τα πόδια του και σκούπιζε τα χέρια του στο γεμάτο λεκέδες από φαγητά, χιτώνιό του. Ήταν ένα κοντό χιτώνιο, φτιαγμένο από λινό πανί, μάλλον αποτέλεσμα της επεξεργασίας κάποιου σάκου με στάρι. Τα κοντά του πόδια, πρόβαλαν γελοία, χοντρά και κάτασπρα, με τα ζαρωμένα γόνατα και τα , επί πολλές φορές, επιδιορθωμένα σανδάλια του. Άφησε ένα μικρό πήλινο δοχείο με κρασί και μια «τσανάκα» στον πάγκο, δίπλα στον Λάφιλο. Κανείς δεν κατάλαβε τι υπήρχε εκεί μέσα. Με τα δάχτυλα ο Αμεινίας, τράβηξε κάτι που έμοιαζε με φαγητό, εκείνο έκανε κλωστές από τα δάχτυλα μέχρι τα χείλη της «τσανάκας» και βρέθηκε στο πάτωμα κοντά στον τοίχο, αναγκάζοντας τον Λάφιλο να καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια, να μην κάνει εμετό.
-«Τουλάχιστον γλυτώνουμε την βροχή! Κάτι είναι και αυτό», ακούστηκε να λέει…
Χαμογέλασαν όλοι τους, την ίδια ώρα που κάποιος πιο δίπλα τους, άφηνε τα πρωκτικά του αέρια να εξαπλωθούν στην ήδη αποπνικτική ατμόσφαιρα, με μεγάλο θόρυβο και μακρά διάρκεια. Κανείς δεν έδωσε σημασία, κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε. Το κρασί όμως, αν και υπέρ νερωμένο, ήταν γλυκόπιοτο και λίγο καυτερό στο στόμα. Ο Αμεινίας, είχε καρφώσει το σωματάκι του στο παράθυρο, κοιτάζοντας το νερό που έπνιγε τους δρόμους. Νόμιζε ότι ήταν σε έναν άλλο, ονειρικό κόσμο. Στον κόσμο που όπως νόμιζε η τελειότητα και η πλούσια ζωή, ήταν ο κανόνας.
Κοίταζε τα μεγάλα δίπατα σπίτια, λίγο πιο μακριά από την ταβέρνα, με τις άνετες βεράντες τους, όλες στραμμένες στην ανατολή, για να μπορούν τα καχεκτικά φυτά, τα μέσα σε πήλινα δοχεία φυλακισμένα, να επωφεληθούν από την μεγαλύτερη ηλιοφάνεια. Και ενώ θαύμαζε …. Ξαφνικά ένα παράθυρο άνοιξε, πολύ γρήγορα, ένα δοχείο νυκτός, άδειασε το «μυρωδάτο» περιεχόμενό του, στον δρόμο. «Και αν κάποιος πέρναγε από κάτω» σκέφτηκε «τι θα γινόταν; Μάλλον θα έκανε το μπάνιο του», συμπλήρωσε την σκέψη του χαμογελώντας.
Η βροχή είχε αρχίσει να «μαλακώνει» τώρα. Η ορατότητα αυξήθηκε στα εκατό μέτρα και έδειξε γιατί όλοι θαύμαζαν την λαμπρή αυτή πόλη. Δεξιά απλωνόταν μια μεγάλη καταπράσινη έκταση και κάποια ταφικά μνημεία, έπαιζαν το ρόλο μικρών λόφων. Από την άλλη πλευρά… πολλά σπίτια, το ένα δίπλα στο άλλο, άλλα μικρά και άλλα δίπατα, ένας μεγάλος ναός με τους επιβλητικούς του κίονες, και κάποιοι βωμοί, που έλαμπαν μετά το Θεϊκό πλύσιμο.  Κάποιοι ήδη άνοιγαν την πόρτα του σπιτιού τους, χωρίς να δίνουν σημασία στους περαστικούς, αφού οι πόρτες άνοιγαν προς τα έξω και εύκολα θα μπορούσε κάποιος διαβάτης να τραυματιστεί. Ο ήλιος έκανε πάλι την εμφάνισή του, προσπαθώντας να ξαναδώσει το χαμόγελο και την ελπίδα στους ανθρώπους. Η βροχή είχε γίνει ψιχάλα αλλά και αυτή τώρα είχε σταματήσει, ο ουρανός χρωμάτιζε το γαλάζιο του, ενώ κάποια ξεχασμένα κουρελιασμένα σύννεφα προσπαθούσαν να ακολουθήσουν τα αδέρφια τους που είχαν απομακρυνθεί προς τον νότο. Κάποιοι άνδρες στο βάθος του δρόμου, προσπαθούσαν να κατεβάσουν δεμάτια σφιχτοδεμένα με σχοινί και νοτισμένα από την βροχή. Και φυσικά τα δεμάτια πρέπει να ζύγιζαν υπερβολικά πια. Οι λάσπες είχαν αρχίσει τώρα το απάνθρωπο έργο τους, αναγκάζοντας τους εμπόρους και γενικά τους ταξιδιώτες να καταθέτουν όλα τα αποθέματα της υπομονής αλλά και της δύναμής τους για να φτάσουν στον προορισμό τους.
-«Απελπισία έγινε το τοπίο», ακούστηκε ο Άρατος. «Κι αν αυτή η πόλη τραβάει τέτοια με την βροχή… φανταστείτε τις άλλες πόλεις!»
Ο Λάφιλος σηκώθηκε και πλησίασε τον Αμεινία στο παράθυρο. Έβαλε το χέρι στο κεφάλι του παιδιού και τον χάιδεψε σαν πατέρας. Του έδειξε τον μεγάλο λόφο, τον ιερό βράχο…
-«Αυτή δεν είναι η Ακρόπολη;», ρώτησε τον καπετάνιο ο μικρός.
-«Ναι, αυτή είναι. Και απάνω φαίνεται…. Να … δείτε εκεί», είχε σηκωθεί κι εκείνος και έδειχνε με το δάχτυλο στο βάθος, «ο ναός της Θεάς. Της Αθηνάς, της κόρης του Δία και προστάτιδα της πόλης»
Ο Αμεινίας, γύρισε το κεφάλι απότομα, λες και μόλις είχε ανακαλύψει κάτι.
-«Αααααα…. Γι αυτό την λένε Αθήνα; Από το όνομα της Θεάς; Κοίτα να δεις, τι δεν ήξερα!»
-«Ναι, από το όνομά της… κάποτε λένε οι παλιοί, ονομαζόταν Κεκροπία, από τον βασιλιά της τον Κέκροπα. Βέβαια δεν ξέρουμε αν είναι αλήθεια αυτό, αν δηλαδή υπήρχε ο Κέκροπας, πολύ περισσότερο αν βάλεις στο νου σου ότι ήταν μισός άνθρωπος και μισός … φίδι. Αλλά έτσι την λέγανε. Οι Αθηναίοι όμως, ήθελαν την βοήθεια των Θεών και γι αυτό η Αθηνά και ο Ποσειδώνας αποφάσισαν να δώσουν την εύνοιά τους στην πόλη. Αλλά έπρεπε οι κάτοικοι, να διαλέξουν σε ποιο Θεό, θα αφιέρωναν την πόλη τους. Δηλαδή ποιού Θεού το όνομα θα της έδιναν. Αθήνα ή Ποσειδωνία; Οπότε άρχισε μια μονομαχία των δύο με έπαθλο μια ολόκληρη πόλη. Μα ότι και να έκαναν, Θεοί ήταν, ήξεραν ότι δεν θα κέρδιζε κανείς. Αποφάσισαν λοιπόν να δωρίσουν κάτι, ότι νόμιζε ο καθένας τους πιο χρήσιμο, στους αστούς. Ο Ποσειδώνας χάρισε μια μεγάλη πηγή με πλούσιο και γάργαρο νερό. Αν θα μπορέσουμε να πάμε στην Ακρόπολη θα σου την δείξω Αμεινία. Και από τότε η Αττική ολόκληρη έχει πολλές πηγές και πολύ νερό! Σκέφτηκε η Αθηνά για το δικό της δώρο. Μέρες και νύχτες, έσπαγε το κεφάλι της, σκέψου ότι είναι και η Θεά της σοφίας, μα δεν μπορούσε να βρει δώρο που να είναι πιο χρήσιμο και πιο επιθυμητό από το καθαρό νεράκι. Μέχρι που κάποια στιγμή που έβλεπε τους γεωργούς να παλεύουν τον καθημερινό τους μόχθο…. της ήρθε η μεγάλη ιδέα! Βρήκε ποιο θα ήταν το καλύτερο, το πιο χρήσιμο αλλά και πιο επιθυμητό δώρο για τους ανθρώπους! Πήγε λοιπόν στην Ακρόπολη, χτύπησε το δόρυ της πάνω στον βράχο, σήκωσε τα χέρια προς τα ουράνια, προς τον πατέρα της και ξαφνικά ένα μεγάλο δέντρο, μια μεγάλη ελιά, έκανε την εμφάνισή της από το πουθενά. Οι άνθρωποι χάρηκαν γιατί κατάλαβαν αμέσως την χρησιμότητα του καρπού της ελιάς. Πανηγύρισαν που η Αθηνά τους έδωσε αυτό το δέντρο, (πολλοί ισχυρίζονται ότι έμεινε καιρό στην πόλη για να τους διδάξει και την καλλιέργειά του) και αποφάσισαν να χαρίσουν το όνομά της, στην πόλη. Και για αυτό τον λόγο, ολόκληρη η Αττική, γιατί Αθήνα δεν είναι μόνο το άστυ, γέμισε με αυτό το εκπληκτικό και ωφέλιμο δέντρο»
Πολλές ιστορίες είχε ακούσει ο Αμεινίας από την ώρα που άρχισε αυτό το ταξίδι. Πολλά πράγματα είδε, πολλά έμαθε, γνωρίζοντας ότι ακόμα πιο πολλά θα δει, ακόμα πιο πολλά θα μάθει. Θυμήθηκε τα λόγια: «όποιος ταξιδεύει αλλάζει, το ταξίδι μορφώνει και αλλάζει τον άνθρωπο». Κοίταξε τον Λάφιλο και έβλεπε στο πρόσωπο του φίλου του, την δίψα, την περιέργεια και την ανυπομονησία… την δικιά του. Ήθελε ο καπετάνιος να μην σταματήσει να μιλάει, να μην σταματάει να τους λέει.
-«Θα πάμε πάνω στην Ακρόπολη;», ρώτησε δειλά. «Θα πάμε;»
-«Μάλλον ξεχνάμε τον λόγο για τον οποίο είμαστε εδώ», του απάντησε ο Λάφιλος. «Νομίζω ότι ήρθαμε να βοηθήσουμε τους Αθηναίους και όχι για να δούμε την όμορφη πόλη τους. Γι αυτό και πρέπει να πηγαίνουμε τώρα, αρκετά μας καθυστέρησε η βροχή»
Μάζεψαν τα μπογαλάκια τους, πλήρωσαν τον χοντρό κάπελα, με μια Αθηναϊκή γλαύκα, μια Κορινθιακή χελώνα και δυό οβολούς και βγήκαν στο δρόμο. Έπρεπε να βρουν κάποιο στρατιώτη να ρωτήσουν. Και αυτό έκαναν. Έμαθαν ότι το φρουραρχείο ήταν πάνω στην Ακρόπολη, μέσα στην παλιά πόλη, κάτι που έκανε τον Αμεινία να χαρεί και πως έπρεπε να βιαστούν αν ήθελαν να δώσουν το παρόν.
Άρχισαν να ανηφορίζουν λοιπόν στον ιερό βράχο, μέσα από τα στενά δρομάκια, μέσα από μικρές και περιποιημένες αυλές σπιτιών, αλλά και από ρυπαρά σοκάκια, γεμάτα ούρα και ακαθαρσίες, αποτέλεσμα της πυκνής δόμησης της πόλης. Μετά από λίγο είχαν φτάσει στα Προπύλαια. Η αντίθεση στην απολυτότητα της. Το λαμπρό, αλαζονικό μάρμαρο έλαμπε στο φως του ήλιου, καμάρωνε για την Πεντελική καταγωγή του!