Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27
Το μαύρο του ουρανού είχε αρχίσει να παίρνει σταχτί χρώμα. Σε λίγο θα ξεπρόβαλαν οι χρυσές ακτίνες του ήλιου  πάνω από τα βουνά. Η μέρα ερχόταν να αποκαλύψει τις ανομίες που έκρυβε η μεγάλη της αδερφή, η νύχτα. Οι μεγάλοι μαύροι γίγαντες, οι σκιές των βουνών, άρχισαν να σαλεύουν στην χωμάτινη αυλή, μπροστά από την μικρή καλύβα. Σε λίγο θα εξαφανίζονταν και ο χώρος θα μαρτυρούσε την μεγάλη αγριότητα. Ήδη το αίμα της γυναίκας είχε αρχίσει να φαίνεται στην σκόνη. Η πρωινή υγρασία είχε την μπόχα του θανάτου και της βιαιότητας.
Η Ελπινίκη, δεν είχε κουνηθεί όλο το βράδυ. Μόνο κάποια αγκομαχητά έβγαιναν από το στόμα, πολύ σιγανά και πολύ αργόσυρτα. Το σώμα είχε τιναχτεί μια – δυό φορές καθώς οι πόνοι διαπερνούσαν και αυτό το σχεδόν ακόμα, λιπόθυμο κορμί. Το δεξί της χέρι, ανασηκώθηκε μια φορά κατά την διάρκεια της νύχτας, αλλά ξέπνοο, έπεσε με δύναμη στο πάτωμα της καλύβας. Δεν το είχε προσπαθήσει ξανά. Δεν είχε τόση δύναμη.
Ο Θεμίστιος, την είχε μεταφέρει κοντά στη φωτιά κι όλο το βράδυ, προσπαθούσε να την περιποιηθεί. Ήταν το καλύτερο και το λιγότερο που μπορούσε να κάνει. Βρήκε ένα σκοινί φτιαγμένο από λινάρι. Το έβρασε με λίγο νερό και αλάτι για να σφίξει περισσότερο και άρχισε μετά να το διαλύει, χωρίζοντάς το σε λεπτές ίνες. Τις ίσιωσε με το δάχτυλο. Έψαξε στο μικρό σακούλι του και βρήκε μια σακοράφα φτιαγμένη από οστό προβάτου και άρχισε να ράβει τις πληγές της γυναίκας. Ευχαρίστησε τους Θεούς που δεν θα καταλάβαινε τον πόνο εκείνη. Πριν την ράψει όμως, καθάρισε με βραστό νερό τις πληγές της, τις αποστείρωσε με λίγο κρασί, ήπιε και ο ίδιος για να βρει κουράγιο και σκεφτόταν τα μαντζούνια που έπρεπε να χρησιμοποιήσει για μετά. Στην Θράκη, πριν τον πάρουν οι Αθηναίοι σκλάβο, ήξερε πολλά γιατρικά. Ζούσε από την γεωργία και από τις υπηρεσίες του ως κάποιου είδους γιατρός ή θεραπευτής όπως τον αποκαλούσαν οι συμπατριώτες του. Αλλά οι γνώσεις του ήταν περιορισμένες σε καθημερινές υπηρεσίες. Έτσι δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα για τον κομμένο του τένοντα και την διαλυμένη επιγονατίδα, ενθύμια από την βαρβαρότητα του Αθηναίου αφέντη του. Τώρα επιστράτευε όλες τις γνώσεις του,… να σώσει μια Αθηναία.
Έραψε όλες τις πληγές της, ή όσες θεωρούσε ότι χρειάζονταν τέτοιας περιποίησης. Έμεινε ευχαριστημένος από την δουλειά του και η αλήθεια ήταν ότι τα χέρια του έκαναν δουλειά καλλιτέχνη. Ήξερε ότι το πρόσωπο της άτυχης αυτής, ποτέ δεν θα ήταν το ίδιο. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο. Παρατήρησε ότι το μέτωπό της έκαιγε από πυρετό. «Καλό σημάδι», σκέφτηκε, «το σώμα αντιδρά και γιατρεύεται», συμπλήρωσε. Μ’ ένα πανί βρεγμένο, που έβαλε πάνω στο καθαρό της τώρα μέτωπο, προσπάθησε να την δροσίσει. Ακούστηκε ένας αναστεναγμός, τα μάτια της όμως δεν άνοιξαν. Την χάιδεψε με στοργή και έριξε το βλέμμα στον νεκρό του σύντροφο, που ακόμα δεν είχε μετακινήσει από κει που τον είχε πετάξει. Δεν ένοιωσε καμιά λύπη γι αυτό το φονικό.
Σηκώθηκε με μεγάλη προσπάθεια κι έσυρε το πτώμα έξω, στο πίσω μέρος της καλύβας προς την μεριά των βάλτων. Σκέφτηκε να το πετάξει στα έλη, αλλά συνειδητοποίησε ότι δεν του άξιζε κι αυτό. Στο κάτω – κάτω σκλάβος σαν κι αυτόν ήταν. Το μίσος του προερχόταν από την στάση άλλων, από τα δεσμά του. Αποφάσισε να τον θάψει με τα έθιμα της πατρίδας.
Ο ήλιος είχε βγει για τα καλά και η ζέστη τυραννούσε τώρα τον ανάπηρο άντρα που προσπαθούσε να ανοίξει τον λάκκο, που θα γινόταν ο τάφος του Κτήσιου. Έβαλε ένα κομμάτι πανί στο κεφάλι, αφού δεν είχε πέτασο, το έδεσε σφιχτά, έφτυσε τις παλάμες του και με μια τσάπα που βρήκε στην καλύβα, συνέχισε το σκάψιμο, μέχρι την στιγμή που το μυαλό του σκέφτηκε το μωρό στο κρεβατάκι του.
«Το παιδί», μονολόγησε, «το παιδί!». Γύρισε το βλέμμα προς την καλύβα και στηρίχτηκε στο λοστάρι της τσάπας. Τα μάτια του είχαν γίνει δυό μικρές τρύπες, είχε συνοφρυωθεί και προσπαθούσε στα τριάντα του χρόνια να δει πως μπορούσε να φροντίσει ένα μωρό, να γίνει … μάνα.
Βιαστικά έριξε το άψυχο σώμα στο λάκκο, έβαλε πέτρες και χώμα. Ίσα – ίσα που χώραγε το πτώμα, σε εμβρυακή στάση (κατά το συνήθειο της Θρακικής ταφής), σε αυτή την μικρή και ρηχή τρύπα στο χώμα. Τίναξε τα ρούχα του να φύγουν τα πολλά χώματα και βάζοντας τα χέρια στη μέση, πήγε στην καλύβα να δει τι μπορούσε να κάνει για το μωρό. Έριξε το βλέμμα στην αναίσθητη γυναίκα. Δεν είχε σαλέψει καθόλου, δεν είχε ανοίξει τα μάτια και μόνο κάποιοι μικροί αναστεναγμοί έβγαιναν από τα χείλη της. Της χάιδεψε το μέτωπο και άλλαξε την υγρή κομπρέσα. Την παρατήρησε για λίγα δευτερόλεπτα, μέχρι που θυμήθηκε τα … μητρικά του καθήκοντα.
Έβρεξε λίγο ψωμί με νερό μέχρι να γίνει μαλακό και ζέστανε λίγο κριθάρι με τυρί. Το έκανε πολτό με τα δάχτυλά του. Πλησίασε το μικρό ξανθό χαμόγελο. Και εκεί που ετοιμάστηκε να ικανοποιήσει την πείνα του μωρού, μια μπόχα πλημμύρισε τα ρουθούνια του.
-«Βρε, σκατούλι, τα έκανες; Σκατούλι ε, σκατούλι… και βρωμάνε κιόλας…», μονολόγησε και αποφάσισε να το καθαρίσει. Είχε δει τις γυναίκες στην πατρίδα του πολλές φορές να το κάνουν και νόμιζε ότι θα μπορούσε κι εκείνος. Η υπόθεση καθαρισμού όμως, αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολη δουλειά από ότι νόμιζε. Δεν κατάλαβε κι εκείνος πως βρέθηκε σχεδόν λουσμένος από αυτό το σκούρο παχύρευστο υγρό, που παρήγαγε συνέχεια εκείνος ο λευκός πισινός. Τελικά τα κατάφερε! Το τάισε κιόλας, διαπιστώνοντας ότι είχε ακόρεστη όρεξη, το χτύπησε και στην πλάτη μετά (κι αυτό το είχε δει στην πατρίδα του), το άφησε στο μικρό κρεβατάκι του και βγήκε στην αυλή, αφού ξανάριξε μια ματιά στην Ελπινίκη.
Ο ήλιος τον τύφλωσε, αλλά δεν μπήκε στον κόπο ούτε την παλάμη του να σηκώσει για προστασία. Βιαζότανε τώρα. Από την στιγμή του βιασμού είχαν περάσει πολλές ώρες και ο πυρετός της γυναίκας ανέβαινε συνεχώς. Προχώρησε προς τα νερά του ρυακιού που έτρεχε καμιά εκατοστή μέτρα πιο κάτω. Έβγαλε ένα μικρό μαχαίρι από το ιμάτιο του και γονάτισε στην βρεγμένη γη, χτυπώντας τα χέρια στον αέρα, ν’ απομακρύνει τα σμάρια από κουνούπια. Βρήκε το κίτρινο λουλούδι με το σκληρό μίσχο και έκοψε αρκετά, που τα έβαλε στο μικρό σακουλάκι του. «Ωραία… σπαθόλαδο!», μουρμούρισε, «βαλσαμέλαιο για τις πληγές!», συμπλήρωσε. Έκανε να σηκωθεί, όταν μια αίσθηση λιποθυμίας πλημμύρισε το είναι του. Ο πόνος που ένοιωσε στο γόνατο, τον έκανε να κλαίει. Δεν μπορούσε ν’ αναπνεύσει και η σουβλιά αυτή, του είχε αφήσει μια αίσθηση σαν να χτυπούσε μια καρδιά στην επιγονατίδα του. Ηρέμησε την ανάσα και σκούπισε τον ιδρώτα στο μέτωπο. Στα κουνούπια δεν έδινε σημασία πια κι αυτά, αν και πρωί ακόμα, είχαν βρει την ευκαιρία να του δαγκώσουν τα χέρια. Μάζεψε όση δύναμη βρήκε και σηκώθηκε. Με τα χέρια πάντα στην μέση, το κουνιστό του βήμα, λες και καράβι σε τρικυμία, τον έφερε στα ριζά του διπλανού λόφου. Κοίταξε τριγύρω με προσοχή. Πουθενά δεν φαινόταν ούτε ένας άνθρωπος. Αλλά και τα σπίτια στο βάθος του ορίζοντα, δεν έδειχναν σημάδια ζωής. Προχώρησε λίγο ακόμα το ανηφορικό μονοπάτι του λοφίσκου. Βρήκε στα χαμηλά φλησκούνι που το μάζεψε με προσοχή, μια συκιά που μπόρεσε να αφαιρέσει το άσπρο της δηλητήριο, αλλά και να μαζέψει σύκα. Από μια θεόρατη λεύκα, έβγαλε ένα μεγάλο κομμάτι από τον φλοιό της. Ήξερε την αντιπυρετική δράση της λεύκας αλλά και πως μπορούσε να γίνει φάρμακο για τους κοριούς. Ξαφνικά κατάλαβε ότι ανησυχούσε για το μωρό. Τίναξε το κεφάλι να αποδιώξει την σκέψη, πήρε βαθιά ανάσα ξανακοίταξε στον ορίζοντα και συνέχισε ν’ ανεβαίνει το μονοπάτι. Λίγο πιο πάνω, μάζεψε αλισφακιά, (είδος φασκόμηλου) και μάραθο. Πήρε και τσουκνίδες και λίγο χαμομήλι, που αν και ξεραμένο, μπορούσε να το χρησιμοποιήσει.
Έφτασε στην καλύβα κατά το μεσημέρι. Στο χέρι του, εκτός από το μπαστούνι που έφτιαξε από κάποιο κλαδί στο δρόμο, κρατούσε κι ένα λαγό που είχε σκοτώσει με μια αυτοσχέδια σφεντόνα. Πήγε στην φωτιά και κράτησε για λίγο το μωρό στην αγκαλιά του. Εκείνο τον κοίταζε με τα γαλάζια του ματάκια διάπλατα ανοιχτά και έτεινε το χέρι να του πιάσει την μύτη. Το κούνησε λίγο στην αγκαλιά του, νοιώθοντας να τον πλημμυρίζει μια ζέστη μες τα στήθια. Η γυναίκα ακούστηκε να βογγάει, αλλά παρέμενε ασάλευτη στη θέση της.
Είχε πολλά να κάνει. Φαγητό για το μωρό, σκέφτηκε ότι έπρεπε να βρει γάλα κατεπειγόντως, φαγητό για τον ίδιο, αν και αυτό ήταν το τελευταίο που τον ένοιαζε, να φτιάξει φάρμακο για την πληγωμένη και να την ταΐσει κάτι. « Και νερό… βέβαια νερό!», μονολόγησε σκεπτόμενος ότι δεν της είχε δώσει καθόλου νερό όλη μέρα και θα πρέπει να ήταν πολύ διψασμένη. Και μέσα σ’ όλα, το «σκατούλι», βρώμαγε πάλι, μ’ εκείνη την χαρακτηριστική πρωινή μυρουδιά. Έφτυσε στο πάτωμα, προσποιούμενος ότι ήταν θυμωμένος:
-«Τι θα γίνει κύριε; Σκατούλι; Όλο φαγητό, ύπνο και κακά;», γέλασε μπροστά σ’ εκείνα τα υπέροχα γουρλωτά γαλάζια μάτια. Το χάιδεψε στο κεφάλι και ξανάρχισε την πρωινή δουλειά, με μεγαλύτερη πείρα τώρα. Μεγαλύτερη; Κάπως!
Ξεχάστηκε για λίγο πειράζοντας και περιποιούμενος το μωρό, τον επανέφερε όμως στην σκληρή πραγματικότητα το βλέμμα που έριξε στην γυναίκα. Βιάστηκε να τελειώσει. Πήρε τα βότανα που είχε μαζέψει, τα έβρασε στη φωτιά και τα άλεσε φτιάχνοντας μια αλοιφή, με την οποία επάλειψε τις πληγές της. Ανασήκωσε το κεφάλι της και την ανάγκασε να πιεί τον ζωμό από τον βρασμένο φλοιό της λεύκας. Δεν ήξερε τι άλλο να κάνει. Αποφάσισε να λείψει για λίγο. Μερικές προμήθειες ήταν ακόμα απαραίτητες ίσως και επείγουσες. Και πρώτα απ’ όλα το γάλα, ίσως και , αν ήταν τυχερός, λίγο ψωμί.
Περπατούσε κάπου μισή ώρα, όταν άκουσε μουγκανητά από το βάθος του μονοπατιού, μετά τα πρώτα έλη. Πλησίασε να δει καλύτερα με την ελπίδα να βρει ανθρώπους και το σημαντικότερο , να έχουν ζώα.
Μια μεγάλη καλύβα, κάτι σαν στάνη, φάνηκε μπροστά του μετά από διακόσια μέτρα. Κρύφτηκε σε μια συστάδα από σχίνα, γονάτισε και παρακολούθησε δυό άντρες, σκλάβους αν έκρινε καλά από τα ρούχα που φορούσαν, να γεμίζουν κάποια παχνιά με άχυρο και κριθάρι. Μάζεψε τα κουράγια του και πλησίασε. Δεν προκαλούσε ανησυχία ή φόβο, αφού το περπάτημά του και η όλη του στάση, πιο πολύ γέλιο προκαλούσαν…
-«Χαίρε…», φώναξε δυνατά. Έπρεπε να γίνει αντιληπτός από μακριά, να μην αιφνιδιάσει. Οι δυό άντρες που ήταν σκυμμένοι πάνω στα παχνιά, ανασηκώθηκαν απότομα και σκίασαν τα μάτια να δουν πιο καθαρά. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους :
-«Χαίρε κι εσύ ξένε», απάντησε ο ένας και πλησίασε κοντά του.
-«Ξένος δεν είσαι; Δεν σ’ έχω ξαναδεί εδώ. Πως λέγεσαι; Και από πού είσαι;»
Ο Θεμίστιος είπε το όνομά του και, ψέματα, ανέφερε τις Αφίδνες σαν πόλη του. Δήλωσε ταξιδιώτης για δουλειές και ζήτησε να ξεκουραστεί λίγο και να ξεδιψάσει. Οι δυό δούλοι τον κοίταξαν καχύποπτα, αλλά μη γνωρίζοντας ποιόν είχαν μπροστά τους, του πρόσφεραν μια κούπα με κρασί και λίγο ψωμί κριθαρένιο. Κάθισε να πάρει ανάσα, προσπάθησε να πιάσει κουβέντα μαζί τους και συμφώνησε να τους βοηθήσει με αντάλλαγμα λίγο γάλα, ψωμί και μια κανάτα κρασί. Έτσι το σούρουπο, τον βρήκε να γυρνάει στην Ελπινίκη φορτωμένος με καλούδια που τόσο πολύ τα είχαν ανάγκη. Του είχαν δώσει και κρεμμύδια και λίγο τυρί. Σπάνια γενναιοδωρία για άγνωστο, που τον έκανε να αναρωτηθεί πιο πολύ ακόμα για την συμπεριφορά του Κτήσιου. Δεν ήξερε γιατί ο πρώην σύντροφός του είχε φερθεί έτσι, αναγκάζοντας αυτόν να καταναλώνει επικίνδυνα τον χρόνο του, μετά την δραπέτευση από τον αφέντη. Βέβαια θα μπορούσε να είχε φύγει, χωρίς να δώσει καμιά σημασία στο θύμα της επίθεσης, αλλά κάτι μέσα του, τον έδενε κοντά της.
Άναψε ένα φανάρι, δυνάμωσε το τζάκι που είχε αρχίσει ν’ αδυνατίζει τη φωτιά του και έσκυψε κοντά στην Ελπινίκη. Το χρώμα της είχε επανέλθει στα χλωμά της μάγουλα και ο πυρετός έδειχνε να υποχωρεί. Χαμογέλασε! Ευχαριστήθηκε με τον εαυτό του. Μόνο που τώρα έπρεπε να κάνει αυτό που δεν είχε σκεφτεί. Η αναίσθητη γυναίκα, δεν είχε σηκωθεί καθόλου και όλες οι προσωπικές της ανάγκες …. Είχαν ολοκληρωθεί εκεί που βρισκόταν. Δείλιασε προς στιγμήν. Παρακάλεσε να μην θυμόταν μετά όλα αυτά που έπρεπε να κάνει ή καλύτερα να μην αναγκαστεί να τα ξανακάνει.
Κοίταξε έξω από την πόρτα. Η νύχτα είχε μαυρίσει τα πάντα. Έπεσε για ύπνο δίπλα στην γυναίκα και κοιμήθηκε έναν ανήσυχο και εφιαλτικό ύπνο. Το φανάρι που είχε ανάψει, φώτισε την κίνηση της Ελπινίκης και το βλεφάρισμα των ματιών της, καθώς ξυπνούσε από τον λήθαργο των δυό ημερών.

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015


Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26
Σήκωσε τα μάτια στον σκοτεινό ουρανό, που όμως με τα τόσα αστέρια του και την μεγάλη σελήνη, δεν ήταν και τόσο σκοτεινός. Ο μικρός «μπελάς», είχε αποκοιμηθεί στο μικρό δερμάτινο κουβερτάκι του, δίπλα στη φωτιά. Της παρείχε έτσι την λίγη ώρα ανάπαυσης που τόσο επιθυμούσε η Ελπινίκη. Καθισμένη στο πέτρινο πεζούλι της αυλής, άφησε το σώμα της να ηρεμίσει και το μυαλό της να περιπλανηθεί. Αναρωτήθηκε για τ’ αστέρια στον ουρανό, για το που βρίσκουν τη φωτιά τους, για το σβήσιμό τους το πρωί. Δεν μπορούσε να καταλάβει, αν και είχε ακούσει πολλές ιστορίες γι αυτά. Το μυαλό της δεν μπορούσε να δεχθεί καμία, είτε ήταν θρησκευτική, είτε ας το πούμε, φιλοσοφική. Μια συνήθεια του Τελευτία, ασυναίσθητα είχε γίνει και δική της. Πήρε ένα μικρό ίσιο κλαδί, έσπασε τα αγκάθια του και άρχισε να ζωγραφίζει σχήματα στο χώμα. Έκανε την σελήνη, κάποια αστέρια και αρκετά μακριά κάτι που έμοιαζε με τον ήλιο. Έσκυψε και τα παρατηρούσε στο φως της δάδας που έκαιγε δίπλα της. Σταύρωσε τα χέρια στα πόδια της κι έσκυψε να δει καλύτερα. «Κι αν ο ήλιος τα σβήνει;», σκέφτηκε. «Αν ο ήλιος είναι πιο λαμπερός απ’ αυτά, δεν θα έδειχναν σαν σβηστά;». Σήκωσε το κεφάλι ξανά ψηλά. Τα μάτια της έτσουξαν για λίγο σαν τα έτριψε. Απόρησε για τις σκιές που φαίνονταν στο φεγγάρι. Άρχισε να τις  συνδέει, έτσι ώστε να φτιάχνει εικόνες, πρόσωπα και θεϊκά χαμόγελα, όπως έκανε μικρή με τα σύννεφα. Γέλασε.
Η σιωπή που επικρατούσε τριγύρω της, ήταν εκκωφαντική. Απόλυτη ηρεμία, αν και κάποιο τριζόνι, προσπαθούσε να της κάνει συντροφιά. Ο επίμονος όμως και μονότονος ήχος του, δεν γινόταν πια συνειδητά αντιληπτός. Μια σκέψη της ήρθε στο νου. «Μπορεί και ο Τελευτίας να βλέπει τα ίδια αστέρια με μένα τώρα!». Η διαπίστωση αυτή της ζέστανε για λίγο την καρδιά. Ένοιωσε ένα δεσμό με τον άντρα π’ αγαπούσε. Έναν αστρικό δεσμό, όπως τον ονόμασε μέσα στο μυαλό της. Αναρωτήθηκε τι να κάνει τώρα, χωρίς ν’ ανησυχεί για την υγεία του. Ο άντρας αυτός στα μάτια της, φάνταζε ακατάβλητος από κάθε αρρώστια ή κούραση. Και ήταν φυσικό αυτό, αφού η αγάπη της, σχεδόν τον Θεοποιούσε. Απορροφήθηκε στις σκέψεις της αυτές κι έτσι, ήταν λογικό να μην ακούσει τον θόρυβο, τον ανεπαίσθητο ήχο στο πίσω μέρος της μικρής καλύβας. Ίσως πάλι να τον πέρασε για ήχο της φύσης. Μόνο τα χέρια που τυλίχτηκαν γύρω απ’ τον λαιμό της, την έκαναν ν’ αναπηδήσει απότομα φωνάζοντας. Προσπάθησε με χέρια και πόδια ν’ αντισταθεί, κλωτσώντας όμως στον αέρα και γρονθοκοπώντας το κενό. Τα χέρια έσφιξαν πιο πολύ στο λαιμό της. Τα μάτια της τώρα έβλεπαν κόκκινα στίγματα και η δύναμή της εξασθενούσε όλο και περισσότερο. Δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά και άρχισε σε λίγα δευτερόλεπτα να παραλύει και να παραδίνεται. Λιποθύμησε στα χέρια ενός άντρα, με βρώμικα και κουρελιασμένα ρούχα. Τα χέρια του, γεμάτα μυς, ήταν μέσα στη λάσπη, απόδειξη ότι παρακολουθούσε την γυναίκα έρποντας μέσα στα έλη. Τα δόντια του ήταν σχεδόν σάπια, κάποια μάλιστα έλειπαν από την θέση τους και η αναπνοή του βρώμαγε σαν ψόφιο λέσι. Το στόμα του δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα σάλια που έτρεχαν στο πηγούνι του και έφτυσε όταν μίλησε στον σύντροφό του, που έστεκε παραδίπλα.
-«Καλό μουνί ρε…», του είπε χρησιμοποιώντας μια προκλητική, ιταμή γλώσσα. Έγλειψε τα χείλια του, λες και πεινασμένος που έβλεπε φαγητό μπροστά του. Ο σύντροφός του συμφώνησε με ένα κούνημα του κεφαλιού. Έσκυψαν πάνω στην λιπόθυμη γυναίκα. Ο ένας έπιασε και χάιδευε τα μαύρα μαλλιά της, ενώ ο άλλος έχωσε το χέρι, ξεδιάντροπα ανάμεσα στα πόδια της. Έπιασε το τριχωτό αιδοίο και άγαρμπα έχωσε το μεσαίο του δάχτυλο με βία μέσα στην γυναίκα. Η ζέστη και η υγρασία του κόλπου της, τον φούντωσε. Έκανε τις φλέβες στο λαιμό του να πρηστούν και στο πρόσωπό του σχηματίστηκε μια παράξενη, εξωπραγματική γκριμάτσα. Έγλειψε το δάχτυλό του και άρχισε να αφηνιάζει το μυαλό του.
-«Θα περάσουμε καλά», ψιθύρισε στον πιο ρομαντικό του σύντροφο. Εκείνος πάλι δεν είπε τίποτα, παρά κούνησε ξανά το κεφάλι.
Ο πρώτος έσκισε το χοντρό λινό φόρεμα, άνοιξε τα πόδια της και έσκυψε το πρόσωπό του ανάμεσα στα σκέλια. Έκλεισε τα μάτια με ικανοποίηση όταν συνέλαβε την μυρωδιά της, στη μύτη. Του άρεσε αυτή η ανάμεικτη μυρωδιά. Χάιδεψε τα πόδια και την κοιλιά της, έφτασε στους γλουτούς και τους έσφιξε με όση δύναμη είχε, κάνοντας το δέρμα να κοκκινίσει. Η επιθυμία του, τον είχε κάνει να φέρεται ανεξέλεγκτα πια. Σήκωσε τα χέρια του και τα μύρισε αφήνοντας έναν αναστεναγμό να βγει από τα στήθια του. Έλυσε το κορδόνι από την μέση του και σήκωσε το ιμάτιό του. Ο πόθος του ξεπρόβαλλε σκληρός και έτοιμος για την εισβολή. Έπεσε πάνω στο λιπόθυμο κορμί και τέλειωσε την κάψα του, σε λίγα δευτερόλεπτα. Προσπάθησε για δεύτερη φορά. Λίγο καλύτερα τώρα, μπόρεσε να κρατηθεί περισσότερη ώρα και να το απολαύσει. Μάτωσε το μόριο του, από την αγριότητα της πράξης  και αφέθηκε σε μια άγρια κραυγή. Συνήλθε κάπως και αφουγκράστηκε για λίγο, μην υπάρχει κανείς άλλος στα έλη, εκτός από τον σύντροφό του. Χαμογέλασε από την ησυχία που επικρατούσε.
Ο δεύτερος των εισβολέων, είχε καθίσει παράμερα πάνω σε μια μεγάλη πέτρα και προσπαθούσε να μην έχει συμμετοχή. Κοίταγε και το πρόσωπό του έδειχνε μια υποψία αποστροφής. Κουνούσε νευρικά το πόδι του στο χώμα και τα χέρια του είχαν σφιχτεί γύρω από τα γόνατα του:
-« Άσε την Κτήσιε, έκανες αυτό που ήθελες , … άσε την τώρα. Καλύτερα να φύγουμε…», του είπε ψιθυριστά. Φάνηκε ότι χρειάστηκε αρκετή δύναμη για να μιλήσει στον σύντροφο του. Έστρεψε το βλέμμα του στην αντίθετη μεριά, να μην βλέπει αυτό που γινόταν.
Ο Κτήσιος, τον κοίταξε απορημένος. Ξαφνικά γέλασε:
-«Τι είπες; Να την αφήσω; Γιατί, για ποιο λόγο να την αφήσω; Τι φοβάσαι; Μια γυναίκα είναι, σιγά την αξία ρε. Μπορεί να μην είναι σκλάβα σαν εμάς, αλλά και πάλι μια γυναίκα είναι, χα χα χα. Και δεν βλέπω κανέναν εδώ κοντά να την υπερασπιστεί…», συνέχισε γελώντας. Σηκώθηκε όρθιος και πλησίασε τον άλλο. Τα μάτια του τώρα άστραφταν από την μανία που τον είχε καταλάβει. Σήκωσε το χέρι και κατάφερε ένα δυνατό χαστούκι στον άλλο, που δεν αντιστάθηκε. Ηρέμησε. Κάθισε και αυτός δίπλα του, σταυρώνοντας τα χέρια γύρω από τα πόδια του. Η γυναίκα, με σκισμένα τα ρούχα, λερωμένη με χώμα και τα σωματικά υγρά του άντρα, κείτονταν ξαπλωμένη ανάσκελα μπροστά τους, ακίνητη σαν άγαλμα. Μόνο η κοιλιά της κουνιόταν σε κάθε ανάσα της.
-«Ξεχνάς Θεμίστιε, τι τραβάμε τόσα χρόνια από τους όμοιους της! Ξεχνάς μάλλον πόσα μας έχουν κάνει οι Αθηναίοι ε; Πες μου λοιπόν, γιατί δεν μπορείς να τρέξεις. Πες μου…»
-«Εντάξει, εντάξει, σε καταλαβαίνω, αλλά νομίζω ότι το να κάνουμε τέτοια πράγματα, δίνει δικαιολογία για την συμπεριφορά των Αθηναίων. Δεν είναι ωραίο αυτό που κάνεις…»
-«Τι δεν είναι ωραίο ρε; Που την γάμησα; Γυναίκα δεν είναι; Τα είπαμε αυτά, μην τα ξαναλέμε…»
-«Θα μπορούσε δηλαδή να είναι μάνα…..»
-«Ε, και;»
-«Και η δικιά σου μάνα, γυναίκα δεν είναι; Δεν έχει καμιά αξία;»
-«Ναι ρε, γυναίκα είναι αλλά Θρακιώτισσα, γενιά περήφανη και όχι Αθηναία πόρνη και ψηλομύτα. Ρε αυτές τις ξετσίπωτες μην τις λυπάσαι. Σκέψου τι έχουν κάνει οι Αθηναίοι. Στο λέω και πάλι»
Ο Θεμίστιος δεν απάντησε. Κούνησε το κεφάλι απρόθυμα και άφησε τον άλλο να ξαναπάει κοντά στο ακόμα ζωντανό πτώμα της γυναίκας. Τον είδε να την τραβάει από το πόδι και να προσπαθεί να την βάλλει μέσα στην καλύβα, ενώ η προσπάθεια αυτή τον έκανε να βρίζει χυδαία:
-« Ξεκολιάρα πόρνη…. Δούλους θέλετε ε; Δούλους να σας κάνουν να νοιώθετε σπουδαίοι ε; Καλά σου έκανα μωρή. Και άλλα τόσα έπρεπε να σου κάνω, κι άλλα τόσα και πάλι λίγα θα ήταν…»
Άφησε το σώμα στην αυλή λίγο προτού μπει στην καλύβα, σηκώθηκε και κλώτσησε το αναίσθητο κορμί με μανία. Δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει το μίσος του και σκύβοντας γρονθοκόπησε το όμορφο εκείνο πρόσωπο, που αμέσως γέμισε αίματα και σάλια, χώμα και πέτρες. Σταμάτησε και ανάσανε λαχανιασμένος. Κοίταξε γύρω του. Ο Θεμίστιος ακόμα καθότανε εκεί που ήταν. Μόνο που το βλέμμα του ήταν στραμμένο στον ουρανό τώρα. Χαμογέλασε, γνωρίζοντας την εξουσία που ασκούσε στον σύντροφό του. Ξαναγύρισε την προσοχή του στην Ελπινίκη. Χαμογέλασε χαιρέκακα και άρχισε να την τραβάει πάλι στην μικρή καλύβα. Τα στομαχικά υγρά της γυναίκας έκαναν μια μικρή γραμμή στο χώμα με αίμα και μικρά κομμάτια δέρματος. Τα μάτια της είχαν μελανιάσει και πρηστεί, ενώ οι γραμμές του προσώπου είχαν αλλάξει τόσο που κανείς δεν θα την αναγνώριζε πια.
Την πέταξε πάνω στα άχυρα, σε μια γωνιά. Της έσκισε όλο της το φόρεμα και το αφαίρεσε από πάνω της. Ένα καλλίγραμμο κορμί, γεμάτο μελανιές και γδαρσίματα, φάνηκε μπροστά του. Ο πόθος ανάκατος τώρα με την εκδικητική του μανία τον έκανε να υποφέρει ανάμεσα στα πόδια. Ο πληγωμένος φαλλός του επιθυμούσε και άλλη δράση. Έπεσε σαν ζώο πάνω της και την βίασε για τρίτη φορά, χωρίς να λογαριάσει το βλέμμα του φίλου του που τώρα στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας με μια δάδα στο χέρι, αν και ο μικρός χώρος, φωτιζόταν από την φωτιά στο υποτυπώδες τζάκι.
Η συνουσία κράτησε μερικά λεπτά. Δεν θα μπορούσε περισσότερο, αφού το μαχαίρι του Θεμίστιου, βυθίστηκε βαθιά στο σβέρκο του βιαστή. Τόσο βαθιά, που φάνηκε η ακίδα του μπροστά στον λάρυγγα. Ο Κτήσιος, τίναξε τα πόδια και τα χέρια του και έπεσε μπρούμυτα πάνω στην Ελπινίκη, λούζοντάς την με εκείνο το κατακόκκινο αίμα που παίρνει και ο ήλιος στη δύση του.
Ο Θεμίστιος, δεν κοίταγε τον νεκρό ή την γυναίκα. Το βλέμμα του είχε στραφεί στο βάθος του μικρού δωματίου, κοντά στη φωτιά, εκεί που δυό γαλανά ματάκια τον κοίταγαν αμίλητα. Το στρογγυλό προσωπάκι του μωρού, ήταν σοβαρό, μια όμως σκληρότητα έβγαινε στο βλέμμα του. Σκληρότητα; Μάλλον όχι, πως θα μπορούσε ένα μωρό να έχει σκληρή ματιά; Μα του Θεμίστιου του φάνηκε … σαν να είχε νόημα αυτή η ματιά. Του θύμιζε το βλέμμα των αρχόντων, εκείνο που δεν δεχόταν αντίρρηση στην διαταγή. Έκατσε στις φτέρνες του και σκούπισε τις ματωμένες παλάμες στο ιμάτιο του. Σηκώθηκε και πλησίασε το βρέφος. Κούτσαινε από το ένα πόδι πολύ, τόσο που θα ήταν αδύνατο να ισορροπήσει κάτι στα χέρια του, ένα δίσκο ας πούμε με ένα ποτήρι νερό. Σε κάθε του βήμα, όλο του το σώμα έκανε λες, βουτιά, μια στα δεξιά μια στ’ αριστερά. Ο πόνος φαινόταν καθαρά στο πρόσωπό του, σε κάθε του κίνηση. Κρατούσε την μέση του με ανεστραμμένες τις παλάμες, όπως οι έγκυες γυναίκες. Έφτασε στο μωρό και κάθισε αποκαμωμένος από την λίγη αυτή προσπάθεια. Το κοίταξε στα μάτια και του ήρθαν λυγμοί και δάκρυα:
-«Μάνα, μάνα…» είπε. «Μάνα είναι…», μονολόγησε. «Κι εσύ μάνα μου που είσαι; Θα με συγχωρέσεις που άφησα να γίνει αυτό που έγινε;». Σήκωσε τα χέρια ψηλά!
Άκουσε έναν ανεπαίσθητο θόρυβο. Γύρισε και είδε την χτυπημένη γυναίκα να σαλεύει. Όσο πιο γρήγορα μπορούσε, πήγε κοντά της. Έπιασε το κουφάρι του άντρα και το κύλησε μακριά της. Τα χέρια του, σε αντίθεση με τα πόδια, ήταν πολύ γερά. Ανασήκωσε με τρυφερότητα το κεφάλι της, απομακρύνοντας τα ματωμένα μαλλιά της από το παραμορφωμένο πρόσωπο. Θα μπορούσε ακόμα να την πει ωραία γυναίκα, παρ’ όλα αυτά που την είχαν σημαδέψει. Άκουσε τον βήχα της και την ανασήκωσε να μην πνιγεί από το αίμα που κυλούσε πάνω στο πηγούνι της, φτάνοντας ως το στήθος. Τράβηξε όσο μπορούσε το ιμάτιο της, να της σκεπάσει την γύμνια. Μόνο την δική του γύμνια, αυτής της ψυχής του δεν μπορούσε να σκεπάσει.
«Οι δυνατοί κυβερνάνε με την δύναμη και εμείς οι τιποτένιοι, κυβερνάμε με το πείσμα και την εκδίκηση», σκέφτηκε κοιτάζοντας το πρόσωπό της.
Την σφούγγισε μ’ ένα βρεγμένο πανί και την άφησε να κοιμηθεί πάνω στα γόνατά του.

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015


Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25
Κάτι κρύο κατάλαβε στο χέρι του. Ένα μέταλλο ή κάποιο κρύο υγρό τον ενοχλούσε. Άνοιξε τα μάτια του σε ένα όμορφο δειλινό. Η άκρη μιας ασπίδας κάποιου πολεμιστή, ακουμπούσε πάνω στον δεξί του αγκώνα και τον ενοχλούσε. Ο Τελευτίας ανακάθισε στο έδαφος και έτριψε τα μάτια του. Κατάλαβε την ώρα, από το χρώμα του ήλιου. Δίπλα του ο τόπος έσφυζε από ζωή και κίνηση. Και ήχους. Και μυρωδιές ανθρώπινες, δελεαστικά γνώριμες. Άκουσε κάποιον να βρίζει, έναν άλλο να βήχει με μανία…
-«Κοιμόμουν λοιπόν….», σκέφτηκε χαμογελώντας! Αναρωτήθηκε για το τι μπορεί να «μαγειρέψει» το μυαλό, ειδικά όταν είσαι κουρασμένος. Τεντώθηκε και ανακάλυψε ότι είχαν πιαστεί όλοι του οι μύες. Γύρισε ολόγυρα το βλέμμα του. Κανένας δεν ενδιαφερόταν γι αυτόν. Όλοι οι στρατιώτες είχαν και από κάτι να κάνουν. Άλλος προσπαθούσε να δέσει τα κορδόνια στα σανδάλια του, άλλος γυάλιζε το κράνος του, άλλος προσπαθούσε να λούσει τα μαλλιά του… σηκώθηκε και έκανε να περπατήσει. Στο βάθος του στρατοπέδου, λίγο πιο χαμηλά από κει που στεκόταν, αντίκρισε τη σκηνή των στρατηγών. Απ’ έξω στέκονταν ακίνητοι δυο άντρες με πλήρη πανοπλία και οπλισμό. Θυμήθηκε την σκηνή στο όνειρό του. Του φάνηκε σαν να είδε ακριβώς την ίδια εικόνα. Χαμογέλασε και πήρε μια μεγάλη ανάσα. Ο αέρας του θύμιζε κάτι…. Κάτι πολύ γνώριμο και οικείο. Έψαξε με τα μάτια να δει τα λουλούδια που έδιναν αυτή την ευωδία. Πουθενά όμως δεν αντίκρισε γιασεμιά και κρίνους. Κι όμως, ο τόπος όλος μύριζε αρκετά έντονα. Πήρε τον θώρακά του, απίθωσε στο χώμα το ξίφος του και κρέμασε την ασπίδα στην πλάτη. Φόρεσε το κράνος, υποσχόμενος στον εαυτό του να το διορθώσει κάποια στιγμή. Τα δόρατά του, ήθελαν μικροδιορθώσεις στην ακίδα τους. Θα τα άφηνε στον οπλουργό. Φόρεσε τον θώρακα και σήκωσε το μεγάλο  σπαθί, το πέρασε στην δερμάτινη θήκη και έκανε να κατέβει προς το κέντρο του στρατοπέδου. Αριστερά του κάποιοι στρατιώτες ασκούνταν στη ξιφομαχία υπό το βλέμμα ενός νεαρού λοχαγού, ενώ σε καμιά τριανταριά μέτρα μπροστά του, μια ομάδα από νέους, περίπου διακόσια άτομα σε σειρά, έτρεχαν με ελαφρύ τρεχαλητό, μέσα στη σκόνη που οι ίδιοι δημιουργούσαν, γυμνοί από την μέση και πάνω, με τον ιδρώτα αλλού να γυαλίζει τους μυς τους και αλλού να δημιουργεί ένα στρώμα λάσπης με την σκόνη. Θαύμασε τα κορμιά που έβλεπε, αλλά και δεν μπορούσε να μην σκεφτεί, πόσα απ’ αυτά τα παιδιά θα πέρναγαν τον Αχέροντα. 
Ο ήλιος είχε τώρα κοκκινίσει το απέναντι βουνό. Σκέφτηκε την Ελπινίκη και τον μικρό τους μπελά. Του άρεσε να τον αποκαλεί «μπελά». Την είδε στην φαντασία του να κάθεται έξω, στην μικρή αυλή με το μωρό στην αγκαλιά. Έβλεπε το χρώμα του λιογέρματος να της βάφει τα μαύρα της μαλλιά. Τα χέρια της τώρα είχαν γίνει άλικα, λες και ήταν αλειμμένα με το αίμα του ήλιου. Πόσο ζεστά ένιωθε κάθε φορά που την σκεφτόταν! Πόσο θα ήθελε να είχε φτιάξει μια μηχανή που να μπορεί να της μιλάει από μακριά! Ήξερε ότι κάποτε θα γινόταν κι αυτό, γιατί όπως του είχε πει κάποτε ο πατέρας του, όταν ήταν μικρός, ο άνθρωπος, αρκεί να σκεφτεί κάτι και σίγουρα κάποια στιγμή θα το κάνει. Όσο κι αν δεν θέλουν οι Θεοί και τα δαιμόνια! Ίσιωσε την ασπίδα που είχε αρχίσει να γέρνει στον ώμο του. Τίναξε τα πόδια και με μεγάλη του χαρά διαπίστωσε ότι είχε αρκετές δυνάμεις ακόμα παρά την ηλικία του. Σαν μεγάλος, είχε τα προνόμια από τους αξιωματικούς, να γυμνάζεται μόνος του κι όχι μαζί με τα νέα παιδιά, πολλά εκ των οποίων έπαιρναν εκπαίδευση για πρώτη φορά. Πλησίασε σε ένα δέντρο και πέρασε στο χέρι την ασπίδα, που κάποτε ανήκε σε έναν Αθηναίο, μάλλον ευγενικής καταγωγής, αν έκρινε σωστά, από τα ανάγλυφα στην οθόνη της. Ένα μεγάλο Α με δυό φίδια σταυρωτά. Οι φθορές βέβαια έδειχναν την συμμετοχή της σε μάχες. «Πολύ πιθανό», σκέφτηκε, «ίσως εναντίον των Θηβαίων και Χαλκιδέων, ίσως ακόμη….» και αυτό του άρεσε πιο πολύ, «εναντίον των Περσών , στις Σάρδεις». Χαμογέλασε με την σκέψη του και κοίταξε τον μεγάλο δίσκο. Προχώρησε προς τον μικρό λόφο δεξιά του, προσπαθώντας να ανέβει την ανηφόρα χωρίς να σταματήσει τον βηματισμό του. Ήθελε να μετρήσει τις αντοχές του, τα πόδια του αλλά και τα πνευμόνια. Δεν λαχάνιασε, μόνο αισθάνθηκε μια δυσφορία, τίποτα ανησυχητικό, αλλά κατάλαβε ότι έπρεπε να δουλέψει λίγο ακόμα αν ήθελε να είναι έτοιμος για μάχη. Σήκωσε τα φορτωμένα από όπλα χέρια του στον αέρα και δοκίμασε να κάνει ασκήσεις. Μια, δυό τρείς φορές, χαμογέλασε ικανοποιημένος ανακαλύπτοντας πως μπορούσε πολλές ακόμα. Μακριά από τους άλλους, ένοιωθε καλά. Πήρε μια μεγάλη ανάσα από τον μυρωδάτο αέρα. Η φωνή δίπλα του ακούστηκε καθαρή και δυνατή. 
-«Λοιπόν και οι γέροι θα πολεμήσουν τώρα;»
Γύρισε απότομα , ξαφνιασμένος, αφού δεν είχε προσέξει κανένα να ανεβαίνει μαζί του στο λόφο. Δεξιά του δεν είδε κάποιον. Κοίταξε καλύτερα … δυό άντρες ήταν ξαπλωμένοι κάτω από ένα πουρνάρι και σχεδόν καλυμμένοι, δεν γίνονταν αντιληπτοί. Φορούσαν θώρακα, φαίνονταν πολεμιστές, αλλά ο λευκός χιτώνας που φορούσαν οι Αθηναίοι, απλά δεν ήταν λευκός. Το σκούρο κόκκινο χρώμα που έβλεπε στους ώμους τους, του μαρτυρούσαν την καταγωγή τους. «Λακεδαιμόνιοι…», σκέφτηκε και κατέβασε ασυναίσθητα τα χέρια, σε στάση άμυνας. Οι δυό άντρες χαμογελούσαν, σχεδόν περιφρονητικά. Προσπάθησε να διακρίνει το πρόσωπό τους, μέσα από τις σκιές που δημιουργούσαν τα κλαδιά του πουρναριού. Κάποια στιγμή κατάφερε να διακρίνει και αυτό ήταν ένα μεγάλο σοκ για τον εγκέφαλό του. Τους ήξερε, αλλά ήταν σίγουρος πως δεν τους είχε ξαναδεί στη ζωή του. Τουλάχιστον στην θνητή του ζωή.
-«Ευρυ…. Ευρυάνακτα …. Σε λένε;», ρώτησε με τρόμο στην φωνή.
Ο άντρας στο οποίον απευθυνόταν, συνοφρυώθηκε και ανακάθισε. Έκανε να σηκωθεί, πιάνοντας το μεγάλο του σπαθί. Ο σύντροφός του, τον μιμήθηκε.
-«Και που ξέρεις το όνομά μου Αθηναίε; Ποιός είσαι; Πες μου…»
Κανείς από τους τρείς τους δεν μπορούσε να καταλάβει τι γίνεται. Κοιτούσαν ο ένας τον άλλο , αμήχανοι και απορημένοι.
-«Κι εσύ … πρέπει να είσαι ο Λίχης… έτσι; Από την Σπάρτη ναι;». Κινήθηκε προς το μέρος τους με αργά βήματα σωστά ζυγισμένα, να μη δείχνουν τα πόδια του βιασύνη, να μη δείχνει το σώμα απειλητική ή επιθετική διάθεση. Πλησίασε και επιδεικτικά με θόρυβο, έβαλε το σπαθί που κρατούσε στη θήκη. Αυτή η κίνηση ηρέμησε τους δυό ξένους, που έκαναν την ίδια ακριβώς κίνηση. Έτεινε το χέρι σε χαιρετισμό, ανταποκρίθηκαν. Όμως η απορία δεν είχε φύγει από τα μάτια τους και η απάντηση τους έκαιγε τα σωθικά. Κάθισαν. Τους είπε όλη την ιστορία, το όνειρό του, την συνάντησή τους, για τους νησιώτες που μάλλον θα συναντούσαν και αυτούς, για τον Απόλλωνα που τους υποσχέθηκε καλή και μεγάλη ζωή.
«… και εγώ δεν πίστεψα, απλά όνειρο ήταν, είπα, μέχρι που σας είδα. Και μα τον Δία, είσαστε αληθινοί… όπως στο όνειρο… με σάρκα και οστά!». Σταμάτησε και τους ξανακοίταξε βαθιά στα μάτια. Τον λόγο πήρε ο Ευρυάναξ:
-«Δηλαδή  θα συναντήσουμε και τους νησιώτες, όπως λες! Μια στιγμή γιατί θόλωσε το μυαλό μου…», είδε τον Λίχη που καθόταν λίγο πιο μακριά να κουνάει το κεφάλι καταφατικά, «… ο Θεός σου είπε μια… πώς να την πω… προφητεία; Σου είπε για την μάχη; Για την έκβασή της; Για την ζωή μας;». Το χαμόγελο στα χείλη του Σπαρτιάτη τώρα, ήταν μια  απορημένη και ηλίθια γκριμάτσα. 
-«Ναι, αυτό είδα… αλλά όχι για την έκβαση της μάχης. Όχι αυτό, μόνο για μας κατάλαβα…»
-«Και αυτόν τον Λάφιλο, πως θα τον γνωρίσουμε; Κάποιο χαρακτηριστικό; Εκτός βέβαια αυτόν τον πιτσιρικά δίπλα. Κάτι άλλο;»
Ο Τελευτίας κούνησε τους ώμους του, δείχνοντας ότι δεν ήξερε τίποτα άλλο. Γύρισε το βλέμμα στα ριζά του λόφου:
-«Κάτι μπορεί να μας δείξει ο Θεός…», είπε. Το πίστευε.
Ο ήλιος πια είχε αρχίσει να κρύβεται πίσω από το βουνό της Πεντέλης. Το γκρι χρώμα έβαφε τα σύννεφα  όλο και πιο σκοτεινά. Ο Λίχης άναψε ένα δαυλό και οι τρείς άντρες αποφάσισαν να κατέβουν στα καταλύματά τους. Πήραν το μικρό μονοπάτι και άρχισαν να κατεβαίνουν προσεκτικά, ανάμεσα από τις πέτρες και την αψιθιά. Ο Λίχης επηρεασμένος από την αφήγηση του Αθηναίου, έριχνε το βλέμμα τριγύρω… μήπως και δει τους νησιώτες. Έφτασαν την ώρα του συσσιτίου και κάθισαν να απολαύσουν το κριθαρένιο ψωμί, τις ελιές και το κρεμμύδι. Ήπιαν το κρασί που τους αναλογούσε και συνέχισαν την κουβέντα τους. Τον Ευρυάνακτα τον ενοχλούσε που ο Τελευτίας ήξερε τόσα πολλά γι αυτούς, ενώ εκείνος τώρα τον γνώριζε. Πειθαρχημένος όμως όπως ήταν, δεν έδειξε τίποτα. Γύρισε το βλέμμα προς την άκρη του στρατοπέδου, τρώγοντας με το δεξί χέρι, λερώνοντας τα γένια του με ψίχουλα. Η νύχτα έφτανε στο κατόπι τους, αργά – αργά και τους τύλιγε με το σκοτεινό της πέπλο. Τα μάτια άρχισαν να βαραίνουν και οι δυό Λακεδαιμόνιοι, συνεννοήθηκαν με το βλέμμα για λίγη ανάπαυση. Πρώτος ξάπλωσε ο Λίχης, ενώ ο φίλος του, έμεινε καθισμένος σε μια μεγάλη κοτρώνα, να συνεχίσει την ονειροπόλησή του. Προσπαθούσε να «χωνέψει» τα λεγόμενα του Αθηναίου. Προσπαθούσε να καταλάβει την κατάσταση γύρω του. Εκεί που είχε απλοποιήσει τη θέση του απέναντι των συμπατριωτών του, εκεί στη Σπάρτη, τώρα πάλι κάτι τον ενοχλούσε. Ίσως τώρα για πρώτη φορά να συνειδητοποιούσε, σοβαρά, την παρακοή τους απέναντι στους πάτριους νόμους. Ένα σφίξιμο τον έπιασε στο στομάχι, ένα περίεργο τράβηγμα, σαν αυτό που τον τυραννούσε όταν μικρό παιδί, έπρεπε να περάσει τις δοκιμασίες του μαστιγώματος και της τιμωρίας, στην Σπαρτιατική εκπαίδευση. Δεν φοβόταν, όχι συνειδητά τουλάχιστον, αλλά κάτι σαν υποσχόμενο κακό, ένοιωθε γύρω του. Μάλλον αναστάτωση που προερχόταν από την αβεβαιότητα της αφήγησης του Τελευτία.
Κάποια στιγμή, είδε τα δέντρα να λικνίζονται βαριεστημένα στο λίγο αεράκι της νύχτας. Κοίταξε τον ουρανό. Τόσα πολλά αστέρια, είχε πολύ καιρό να δει. Και τόσο καθαρά! Ξαφνικά του ήρθε στη μύτη μια ευχάριστη μυρουδιά. Μια πολύ έντονη μυρουδιά. 
-« Ία, ….», είπε δυνατά. Κι όμως αυτά τα λουλούδια, δεν υπήρχαν εκεί κοντά. Το είχε ψάξει στον δρόμο. Μα η οσμή ήταν τόσο έντονη, λες και είχε ξαπλώσει σε λιβάδι γεμάτο! Σηκώθηκε όρθιος και προσπάθησε να ρίξει μια ματιά. Απομάκρυνε τον αναμμένο δαυλό από μπροστά του και έκανε άλλη μια προσπάθεια να τρυπήσει το σκοτάδι, που εν τω μεταξύ είχε «πνίξει» το τοπίο. Άρχισε να γελάει, να γελάει δυνατά με βροντερό γέλιο. Δάκρυα ήρθαν στα μάτια του. Με το χέρι που κρατούσε την δάδα, έκανε κινήσεις στους άλλους πίσω από την πλάτη του , να δουν. Δεν είχε γυρίσει τα μάτια προς τους συντρόφους του κι έτσι παραλίγο να βάλει φωτιά σε ένα πανί που κρεμόταν από το διπλανό δέντρο. Το γέλιο του τώρα είχε γίνει βραχνό και η φωνή του αρκετά ένρινη:
-«Εδώ, απ’ εδώ βρε….», φώναξε
Στο βάθος, εκεί που το φως του μόλις φώτιζε, είδε ένα νέο να περπατάει. Ένα νέο ψηλό και αδύνατο, άταρο στο περπάτημα σε σκληρές πέτρες και στα σκοτάδια. Μα εκείνο που τον έκανε να γελάσει, ήταν …. ο πιτσιρικάς που περπατούσε δίπλα του. Τον κράταγε από το χέρι και μίλαγε ή μάλλον γκρίνιαζε ασταμάτητα , με μια ψιλή φωνή, λες και κοριτσιού.
-«Απ’ εδώ… Λάφιλε, απ’ εδώ….», φώναξε και έκανε τον νεαρό άντρα να σταματήσει απορημένος!!!

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24
Ο Λάφιλος μετά από λίγη ώρα είχε αποκτήσει πάλι τις αισθήσεις του. Τον είχαν ξαπλώσει πάνω στο χώμα, στη σκιά ενός μεγάλου δέντρου. Δίπλα του ο Αμεινίας, τον κοίταγε με άγχος, ενώ οι άλλοι τρεις άντρες συζητούσαν παραπέρα. Κανένας βέβαια δεν μπορούσε να καταλάβει ή να εξηγήσει αυτό που συνέβαινε, μόνο αντάλλασαν κάποιες απόψεις ή διαμόρφωναν θεωρίες με βάση τα γεγονότα. Όσο αστείο κι αν ήταν, το να βλέπουν αυτή την ακινησία γύρω τους, τους στρατιώτες σε διάφορες αστείες στάσεις, μάλιστα κάποιος είχε «παγώσει» την ώρα που ουρούσε, με το ένα χέρι να κρατάει το μόριό του και τα ούρα να έχουν κάνει μια γραμμή στον αέρα, τόσο πανικό τους προκαλούσε. Οι άνθρωποι έστεκαν ανήμποροι μπροστά σε όλα αυτά. Η φωνή του νησιώτη ακούστηκε αδύναμη:
-«Ποιοι είσαστε; Που είμαστε; …»
Ο Λίχης σηκώθηκε και πήγε προς το μέρος του, πριν τους πρήξει με τις ερωτήσεις του. Έτεινε το χέρι του και τον βοήθησε αμίλητος πάντα, να σηκωθεί. Τον είδε που στεκόταν σαν ζαλισμένος και κοιτούσε ολούθε γύρω του. Τον πήγε κοντά στους άλλους.
-«Είσαι πιο καλά;», ρώτησε ο Τελευτίας σαν τον είδε να κάθεται σιμά τους. Πήρε καταφατική απάντηση, με μια κίνηση του κεφαλιού. Ο Αμεινίας είχε πλησιάσει και αυτός τώρα.
-«Και τι κάνουμε; Τα έχω βάλει με άντρες αντρειωμένους, πολύ γερούς και τους νίκησα. Έχω παλέψει με βροχή και καταιγίδα. Βγήκα από ενέδρες που πολλοί άλλοι άντρες έχασαν τη ζωή τους, μα κάτι τέτοιο, δεν έχω ματαδεί. Και δεν ξέρω πως πρέπει να παλέψουμε… τι να κάνουμε. Εδώ τα μπράτσα και τα όπλα, η αντρειοσύνη και η σύνεση, δεν έχουν δουλειά. Εδώ είναι έργο Θεών…», είπε με τη βαθιά του φωνή ο Ευρυάναξ. Έσπασε με τα δάχτυλα του αριστερού του χεριού, ένα μικρό κλαδί που κράταγε, δείχνοντας τον εκνευρισμό του.
-«Θα περιμένουμε, δεν μπορούμε κάτι άλλο», του απάντησε ο Αθηναίος. «Μόνο να περιμένουμε,… και είμαστε και πριν από μάχη!»
Ο Αμεινίας τους έβλεπε και προσπαθούσε να «πιάσει» τις κουβέντες τους. Είχε πρόβλημα με την προφορά των ξένων. Του ενός, ήταν ανάλαφρη και γάργαρη, ο λόγος έβγαινε σαν νερό με σταθερή στίξη, σίγουρη. Του άλλου, ήταν βαριά και ένρινη. Κάτι που τον υποβίβαζε στα μάτια του κι ας ήταν πιο τρομακτικός σαν άντρας και στρατιώτης. Με όλη την αφέλειά του ρώτησε:
-«Και ποιος μας λέει ότι μόνο εμείς, ο δικός μας στρατός είναι ακίνητος; Γιατί να μην είναι και οι βάρβαροι; Λέτε να διάλεξαν οι Θεοί μόνο αυτή την πλευρά; Μόνο εμάς;»
Οι άντρες κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Η αλήθεια ήταν ότι κάτι τέτοιο δεν το είχαν σκεφτεί μέχρι τώρα. Ο Λάφιλος χάιδεψε το κεφάλι του μικρού. Αν και είχε περάσει αρκετή ώρα, ο ήλιος έδειχνε ακίνητος, καρφωμένος σε αιώνια δύση λες. Το κόκκινό του χρώμα, δεν είχε αλλάξει καθόλου. Συμφώνησαν να πάνε όλοι μαζί, παρά την αντίρρηση του Λίχη που ήθελε να χωριστούν σε ομάδες, να ψάξουν για άλλους «ζωντανούς». Περπάτησαν καμιά δεκαριά μέτρα. Δεν είδαν από πού ήρθε αυτό το εκτυφλωτικό φως. Τόσο έντονο και εκτυφλωτικό φως, μια σταθερή λάμψη, που τους ανάγκασε να σηκώσουν τα χέρια για προστασία. Δεν μπορούσαν να δουν τίποτα απολύτως σε μεγάλη ακτίνα γύρω τους. Έσκυψαν, όπως θα έκανε οποιοσδήποτε μπροστά σε μια απειλή. Ο Λίχης είχε σηκώσει σε αμυντική στάση το δόρυ και ο Ευρυάναξ, ύψωσε την μεγάλη χάλκινη ασπίδα του. Μαθημένοι στα ξαφνικά του πολέμου, ήταν και οι δυό έτοιμοι για μια αναμέτρηση. Καταλάβαιναν βέβαια ότι αυτό που συνέβαινε, ήταν πέρα από τις ανθρώπινες δυνάμεις, αλλά η εκπαίδευση τους, τους έκανε να αντιδράσουν άμεσα. Ο Αθηναίος, έπεσε στα γόνατα, αμίλητος μα κατά βάση ευχαριστημένος, γιατί ίσως τώρα δινόταν απάντηση σε αυτό που τους συνέβαινε. Προσπάθησε δειλά – δειλά να κοιτάξει προς την κατεύθυνση της λάμψης. Μάταιος κόπος. Μόνο τα μάτια του μπορούσε να κάψει. Είδε όμως τον νεαρό Λάφιλο με τον πιτσιρικά να έχουν ξαπλώσει στο χώμα και σχεδόν να τρέμουν από τον φόβο τους. «Από πού είπε ότι ήρθε;», σκέφτηκε χαμογελώντας από την εικόνα τους. «Ωραίοι και γενναίοι πολεμιστές , μα την Άρτεμη….»
Δεν είχε περάσει πολύ ώρα, όταν η λάμψη άρχισε να αποδυναμώνεται. Τώρα μπορούσαν να σηκώσουν το κεφάλι και τα μάτια τους προς το βάθος του στρατοπέδου. Όχι ότι και τώρα έβλεπαν καθαρά, αλλά τουλάχιστον είχαν μια ευκαιρία να προσπαθήσουν να καταλάβουν. Ο Λίχης έκανε, επιφυλακτικά να σηκωθεί. Σε λίγο θα το μετάνιωνε, αφού κάτι τον τράβηξε πίσω και τον έκανε να γονατίσει και πάλι. Έμεινε εκεί.
Η φωνή που ακούστηκε, δεν έγινε αντιληπτή από τα αυτιά. Μάλλον την «ένιωσαν» μέσα στο κεφάλι, παρά την άκουγαν. Κάτι που ξεκίναγε από τα βάθια του εγκεφάλου, …. τους μιλούσε! Αν και δεν ήταν σίγουροι… Το μόνο σίγουρο ήταν ότι καταλάβαιναν την φωνή. Στο βάθος είδαν μια φιγούρα να πλησιάζει (!!), αχνή μέσα από την έντονη λάμψη, τρεμάμενη από τα παιγνίδια του φωτός και σχεδόν απόκοσμη.
-«Φως…. Ο Απόλλωνας, … αυτός είναι, δεν γίνεται αλλιώς, αυτός είναι…», ακούστηκε η φωνή του Αμεινία.
Όλοι είχαν σμίξει τα φρύδια προσπαθώντας να διακρίνουν τον … Θεό. Μόνο ο Λίχης δεν είχε πεισθεί και κρατούσε το δόρυ σφιχτά στα χέρια του, αν και σε όχι και τόσο επιθετική στάση πια. Η φωνή μέσα τους έγινε ξεκάθαρη τώρα και η φιγούρα σταμάτησε να προχωράει. Πιο πολύ έμοιαζε με σκιάχτρο αγρότη παρά με άνθρωπο. Με σκιάχτρο… φλεγόμενο! Σαν όρθια φωτιά….:
-«Άντρες….», ακούστηκε μια θεσπέσια, απαλή φωνή… «άντρες θνητοί ,… άνθρωποι. Ακούτε την φωνή μου, ακούτε την φωνή που θα σας προστατέψει. Άντρες που εσείς τα λόγια δεν αγαπάτε, τους κυνισμούς της φυλής σας, δεν χρησιμοποιείτε για βλέψεις και ατιμίες. Εσείς που διαφέρετε… όλοι επιθυμούσαν και επιθυμούν να κάνουν ένα καλό και μεγάλο όνομα. Αυτό όμως δεν αρκεί. Χάσανε οι θνητοί τον σκοπό τους, τον προορισμό τους, τον πηγαιμό τους. Χάσανε την σκέψη την ωφέλιμη. Τώρα η δημόσια πλατεία παραμεγάλωσε. Τώρα η φήμη τους, χρειάζεται κραυγές. Η συνέπεια αυτού είναι ότι ακόμη και τα καλύτερα λαρύγγια, αρχίζουν να παραφωνάζουν δυνατά και ότι τα καλύτερα «εμπορεύματα» προσφέρονται από φωνές βραχνιασμένες. Χωρίς κραυγές σε δημόσια πλατεία και χωρίς βράχνιασμα δεν μπορεί, λες, στις μέρες μας να υπάρξει άνθρωπος ή μεγαλοφυΐα. Και να, αλήθεια μια πολύ κακή εποχή για τον αληθινό, τον απόλυτο άνθρωπο: πρέπει να μάθει ακόμα να βρίσκει τη σιωπή του, ανάμεσα σε πολλούς θορύβους και να κάνει τον κουφό ώσπου να απογίνει. Όσο δεν το μαθαίνει, βέβαιο είναι ότι κινδυνεύει ν’ αφανισθεί από ανυπομονησία και … πονοκεφάλους. Γιατί η δούλεψη του μυαλού τους, υπήρξε τόσο γλίσχρα για τους ανθρώπους και δεν τους έκανε να λάμπουν, ο ένας περισσότερο, ο άλλος λιγότερο, ανάλογα με την αφθονία του φωτός τους; Γιατί οι μεγάλοι σας άντρες, να μην έχουν όταν ανατέλλουν και όταν δύουν, μια τόσο ωραία λάμψη όπως έχει το φως, ο ήλιος; Πόσο η ζωή των ανθρώπων θα είχε λιγότερα διφορούμενα, αν ήταν έτσι!»
Οι άντρες δεν είχαν καμιά ιδιαίτερη μόρφωση και σε άλλη περίπτωση τα λόγια αυτά θα τους προκαλούσαν αναστάτωση, μη μπορώντας να τα καταλάβουν, ή, αδιαφορία, αφού δεν είχαν να κάνουν με την καθημερινή τους ζήση. Τώρα όμως, γίνονταν αντιληπτά, όπως αντιληπτός ήταν ο γαλάζιος ουρανός που έστεκε πάνω τους, όπως το κύμα της θάλασσας που έσκαγε πάνω σε κοφτερά βράχια.
-«Γνωρίζω την καρδιά σας, γνωρίζω την ψυχή σας», συνέχισε η φωνή. «Δώσατε το πιο όμορφο δώρο σε εκείνους που σας νοιάζονται, στην ζωή σας την ίδια. Εσύ νησιώτη, έδειξες όλη σου την μεγαλοπρέπεια, όλη την αποφασιστικότητά σου μα και όλο σου το θάρρος, με τις πράξεις σου. Θέλησες ν’ αποδείξεις στον εαυτό σου, θέλησες να μοχθήσεις, μα πάνω απ’ όλα νίκησες τον φόβο σου. Έδειξες αυτό που πρέπει να έδειχναν οι άνθρωποι, έξω από τις ορθολογιστικές σκέψεις τους, την ψυχή που ξεχωρίζει το είδος σου. Αμίλητος, χωρίς τυμπανοκρουσίες, στο απόλυτο σκοτάδι, οδήγησες το παν σου, σε μια κατάσταση, από την οποία μπορεί και να μη βγεις ζωντανός. Ο Αμεινίας ήταν το σημάδι της αγνής σου ψυχής, της λευκότητας των αισθημάτων σου. Η προσοχή στο παιδί, η αγάπη σου γι αυτό, ήταν απόλυτη και πληθωρική. Κι εσείς Λακεδαιμόνιοι, πατήσατε τους νόμους και τις ιταμότητες της πόλης σας, γι ένα και μόνο λόγο. Για την αγάπη στην «Πατρίδα». Όχι αυτή την μικρή πατρίδα, που την βρέχει ο Ευρώτας, αλλά για την άλλη, την μεγάλη, αυτή που σας δίνει το όνομα, την ιστορία, το κύρος, την καταξίωση. Ξέρω ότι στη μάχη, η ευσπλαχνία δεν είναι το χαρακτηριστικό σας. Αλλά η ευσπλαχνία και η δικαιοσύνη, είναι μέσα στη καρδιά σας. Πήρατε τον γιό μου, σαν δικό σας παιδί. Κι ας γνωρίζατε την αντίδραση των άλλων ανθρώπων, απέναντί σας. Τον θρέψατε, τον φροντίσατε, του εξασφαλίσατε μια αγκαλιά. Χωρίς να σκεφτείτε την εγκατάλειψη»
Η «φωνή», έδειχνε ότι ήξερε τα πάντα. Εξιστορούσε την ζωή τους, με κάθε λεπτομέρεια. Ήταν σίγουροι ότι ήξερε τα πάντα από την γέννησή τους μέχρι σήμερα. Ίσως να ήξερε και το αύριο. Ο Λίχης, δεν ήταν συνηθισμένος σε τόσα καλά λόγια και αυτό του προκάλεσε ένα αίσθημα, κάτι σαν ντροπή. Κάθισε στο χώμα και προσπάθησε να συγκεντρωθεί.
-«Κι εσύ Αθηναίε… παράτησες τα πάντα για ένα και μόνο σκοπό. Είχες καταπατήσει τα θέλω σου, για να μην πληγώσεις, κατέστρεφες τον εαυτό σου, για μια μεγάλη ιδέα…. Την φιλία! Μπόρεσες όμως και έδωσες κάτι ακόμη μεγαλύτερο…. Κάτι που μόνο μεγαλόψυχος θα μπορούσε να προσφέρει. Την   αγάπη, την ευτυχία σε άλλον άνθρωπο που δυστυχούσε, που πνιγόταν. Και όταν ο γιός μου, ήρθε να μεγιστοποιήσει την δυσκολία, εσύ δεν δίστασες. Έκανες την μεγαλόπρεπη κίνηση, να τον δεχτείς σαν δικό σου γιό και να του προσφέρεις την απόλυτη στήριξη. Όπως και στην γυναίκα που σε πίστευε τόσα χρόνια. Κι εκείνη, εσένα είχε ανάγκη….»
Ο Τελευτίας, επικέντρωσε το βλέμμα στην φλόγινη φιγούρα που έβλεπε. Αντελήφθη και κάποια άλλη μορφή, δίπλα στην πρώτη. Κι αυτή θολή κι αυτή τρεμόπαιζε στην λάμψη του φωτός. Προσπάθησε να δει καλύτερα. Του φάνηκε σαν κάποιο μικρό παιδί.
-«Ο μικρός μπελάς!», αναφώνησε.
Του φάνηκε ότι είδε ένα χαμόγελο στο πρόσωπο της δεύτερης μορφής. Ναι, ήταν χαμόγελο. Άρχισε να διακρίνει καλύτερα, καθώς ο «μικρός μπελάς» πλησίαζε με αργό βήμα. Τα μαλλιά του ήταν ξανθά, τα μάτια γαλανά, αλλά φαινόταν λίγο μεγαλύτερος σε ηλικία, από το παιδί που είχε αφήσει πίσω στην Ελπινίκη. Και όσο πλησίαζε, του φαινόταν ότι όλο και μεγάλωνε. Πρέπει να το είδαν αυτό και οι Λακεδαιμόνιοι. Παρατήρησε τις νευρικές τους κινήσεις και τα όλο νόημα νεύματά τους. Τώρα πια είχε γίνει ένας ξανθός νεαρός, με κοντά αλλά σγουρά μαλλιά και υπέροχα καταγάλανα μάτια. Σταμάτησε μερικά μέτρα μακριά τους. Σήκωσε το χέρι και τους έδειξε όλους, έναν προς έναν, σαν να μετρούσε. Στάθηκε ακίνητος. Τους παρατηρούσε. Η φωνή του ήταν λεπτή, σαν μικρού παιδιού, μα τόσο ευχάριστη. Μια ευωδία απλώθηκε παντού, μια μυρωδιά από γιασεμί και κρίνο. Ο Απόλλωνας μίλησε μέσα στο μυαλό τους:
-«Ευλογημένοι είστε όλοι σας άντρες. Ευλογημένοι και από τον πατέρα μου…», έδειξε προς την άλλη μορφή που έστεκε ακόμα παράμερα, «αλλά και από μένα τον ίδιο. Θα είμαι πάντα στο πλευρό σας, στια δύσκολες μέρες που έρχονται.

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23
Μπόρεσε να βολευτεί πολύ γρήγορα στο στρατόπεδο που τον έστειλαν. Πάντα ο Τελευτίας προσαρμοζόταν και καταλάβαινε άμεσα  τον γύρω του χώρο. Η εμπειρία από τα πολλά ταξίδια και η συνεχής εμπορική επαγρύπνηση, σε συνδυασμό με την πείρα της ηλικίας του, αποτελούσαν τώρα μεγάλο του όπλο.
Βολεύτηκε σε μια τέντα από πανί και άχυρο και εκεί προσπάθησε να ξεκουράσει το κορμί του. Έλεγξε τα όπλα του και θυμήθηκε να γυαλίσει με λάδι τον δερμάτινο θώρακά του. Ανησυχούσε για την ασπίδα, δεν είχε, αλλά του είχαν πει, ότι κάποιες ασπίδες θα μοιράζονταν από τον στρατό. Ξάπλωσε και έκλεισε τα μάτια, βάζοντας τον βραχίονα, πάνω από τα μάτια του. Προσπαθούσε ν’ απομονώσει τους γύρω ήχους και να κοιμηθεί. Παράξενο πώς, ο Μορφέας αυτή την φορά τον επισκέφτηκε σχεδόν αμέσως. Ούτε οι φωνές μπορούσαν να τον ανησυχήσουν τώρα πια, ούτε ο ήλιος που είχε αρχίσει να εισχωρεί στο ατομικό του «οχυρό», ούτε οι μυρουδιές τόσων πολλών αντρών. Έγειρε στο πλευρό και άφησε το δεξί του χέρι να πέσει στο έδαφος.
Δεν μπόρεσε να υπολογίσει πόση ώρα κοιμήθηκε. Απλά τώρα που ανασήκωσε το κεφάλι, είδε τον ήλιο στο βάθος του ορίζοντα, να γέρνει στη δύση του. «Απόγευμα είναι», σκέφτηκε και προσπάθησε να καταλάβει πόση ώρα είχε κοιμηθεί. Του έκανε εντύπωση η ησυχία. Δεν ακουγόταν τίποτα, από πουθενά. Έτριψε τα μάτια του και στηρίχτηκε στο γόνατο του αριστερού του ποδιού να σηκωθεί. Αφουγκράστηκε πάλι… ησυχία του Άδη! Βγήκε από το άνοιγμα της μικρής του τέντας. Τίποτα δεν κουνιότανε. Όλα λες και ήταν σταματημένα, όλα ακίνητα και μαρμαρωμένα… Γύρισε το βλέμμα παντού γύρω του. Δεν μπορούσε να καταλάβει. Όλα ήταν στη θέση τους. Και οι άνθρωποι και τα πράγματα, όπως τα είχε αφήσει πριν κοιμηθεί. Αλλά… τίποτα δεν κουνιόταν. Λες και ο χρόνος είχε σταματήσει απότομα. Όλα και όλοι σαν αγάλματα! Δεν πίστευε σε αυτό που έβλεπε. Έτριψε τα μάτια. Πάλι όμως, τίποτα δεν κινήθηκε. Ούτε κάποιος ήχος ακουγόταν. Ούτε ήχος της Φύσης, ούτε ήχος ανθρώπου. Περπάτησε να πλησιάσει δυο στρατιώτες που στέκονταν όρθιοι, σε στάση συζήτησης, λίγο πιο κάτω. Λες και έβλεπε αγάλματα ζωγραφισμένα με αληθινά χρώματα. Έτεινε το χέρι και ακούμπησε τις δυο φιγούρες μπροστά του. Δεν ήταν κρύες… δεν ήταν αγάλματα. Ήταν όμως τόσο σκληρές και άκαμπτες… Τρομοκρατήθηκε. Έπιασε μια ασπίδα που ήταν πεσμένη στο χώμα. Δεν δυσκολεύτηκε να την σηκώσει. Το βάρος της του φάνηκε φυσιολογικό. «Άρα», σκέφτηκε, «τα πράγματα είναι αληθινά» και άφησε το αντικείμενο εκεί που ήταν. Προσπάθησε να σπρώξει τον ένα άντρα. Τα κατάφερε σχετικά εύκολα. Τον είδε να πέφτει στο έδαφος, διατηρώντας όμως την στάση που είχε όρθιος. Λες και πέταξε μια μεγάλη κούκλα! Προχώρησε. Διαπίστωσε ότι πραγματικά ο χρόνος πρέπει να είχε σταματήσει, «παγώσει». Κάποιος πρέπει να είχε πετάξει μια πέτρα και αυτή έστεκε τώρα στον αέρα ακίνητη. Πλησίασε και την έπιασε, ήταν στο ύψος του χεριού του. Την κατέβασε, την περιεργάστηκε και την πέταξε στο χώμα. Δεν ήξερε πια τι να πει. Έκανε να κινηθεί προς την κατηφοριά, εκεί που βρισκόταν το μεγάλο πλήθος του στρατού. Παρατήρησε ότι και τα δέντρα ακόμα ήταν ακίνητα και αθόρυβα. Και ο αέρας, δεν φυσούσε. Έτρεξε. Η σκόνη που δημιουργούσε, έμενε ακίνητη στον αέρα, φτιάχνοντας ένα συμπαγές σύννεφο πίσω του. Διένυσε τα διακόσια μέτρα, μέχρι τη μεγάλη τέντα των στρατηγών, σε ελάχιστο χρόνο. Λες και πετούσε! Δεξιά και αριστερά οι στρατιώτες στέκονταν ακίνητοι, αφημένοι σε μια προηγούμενη στάση τους. Τα λάβαρα, ακόμα στον κυματισμό τους, «παγωμένα» και αυτά, πρόδιδαν την σκηνή του στρατηγού της ημέρας. Σταμάτησε απότομα. Κοίταξε πίσω του και αντίκρισε το σύννεφο της σκόνης από την αρχή. Έστεκε στον αέρα, συμπαγής και ασάλευτη, όπως ασάλευτα έστεκαν και κάποια φύλλα δέντρων, που είχε σηκώσει ο αέρας ψηλά, πριν από αυτή την χρονική «παύση». Του ήταν αδύνατο να καταλάβει πια, ξεπερνούσε την οποιαδήποτε φαντασία ανθρώπου, πολύ περισσότερο την φαντασία ενός πενηντάχρονου εμπόρου. Έτριψε και πάλι τα μάτια του. «Δεν μπορεί, κοιμάμαι ακόμη», μουρμούρισε. Όμως όταν χτύπησε τα χέρια του, πόνεσε, αν και κανένας ήχος δεν ακούστηκε. «Κι όμως είμαι ξύπνιος!», συνέχισε. Σήκωσε το κεφάλι ασυναίσθητα προς τον γαλανό ουρανό. Δεν ήξερε τι περίμενε να δει, δεν ήξερε αν ήθελε να προσευχηθεί στους Θεούς. Απλά τα μάτια του, αντίκρισαν τα κουρελιασμένα σύννεφα και έναν ήλιο που δεν μπορούσε να πει ότι έκαιγε, αλλά έλαμπε στη άκρη του ουράνιου θόλου. Προχώρησε προς την μεγάλη σκηνή των στρατηγών. Πέρασε από τους δυο φρουρούς που έστεκαν ακίνητοι σαν δυό κομμάτια πέτρας, παραμέρισε το δέρμα που έκλεινε την είσοδο και μπήκε. Είδε κάποια άτομα να στέκουν όρθιοι μπροστά από ένα πρόχειρο ξύλινο τραπέζι εκστρατείας. Έσκυβαν, σαν να προσπαθούσαν να δουν κάτι. Κάποιοι είχαν «μείνει», με τα δάχτυλα τεντωμένα και τα μπράτσα λυγισμένα στον αέρα. Κοίταξε καλύτερα στο μισοσκόταδο που επικρατούσε. Ένας από τους άντρες αυτούς του φάνηκε γνωστός, του τράβηξε την προσοχή. Πλησίασε. Μπροστά του τώρα στεκόταν στη γνωστή πια παγωμένη κίνηση, ένας άντρας μετρίου αναστήματος που φορούσε χάλκινο θώρακα, ενώ τα μακριά του γένια, άγρια, έκρυβαν πολλές από τις ρυτίδες του σχεδόν γερασμένου προσώπου του. «Να με πάρει…», μονολόγησε, «αυτός είναι από τις Αφίδνες, τον ξέρω…». Σήκωσε το χέρι στο μέτωπο, σε μια προσπάθεια να θυμηθεί. «Ο Καλλίμαχος είναι, ναι, ναι, αυτός είναι … μα τον Δία. Ο μεγάλος Καλλίμαχος, ο Αφιδναίος!». Γέλασε σαν μικρό παιδί, γνωρίζοντας ότι κανένας δεν τον έβλεπε. Έσκυψε βάζοντας το χέρι στη κοιλιά του και με τόνο ειρωνικό: «Χαίρομαι στρατηγέ μου. Στις υπηρεσίες σας στρατηγέ μου…», γέλασε ξανά αυτή την φορά. Πιο πέρα αντίκρισε και άλλα γνωστά του πρόσωπα. Προχώρησε παραπέρα. Κατάλαβε ότι όλοι αυτοί ήταν οι Αθηναίοι στρατηγοί που πρέπει να μιλούσαν μεταξύ τους για το θέμα της μάχης. Και ότι ή μάχη είναι πιο κοντά απ’ ότι φαντάζονταν οι στρατιώτες. «Φτάσανε λοιπόν οι βάρβαροι», σκέφτηκε. Είδε ένα ψηλό και λεπτό άνδρα, που το χέρι του είχε «παγώσει», την ώρα που χάιδευε τα γένια του. «Αυτός δεν είναι ο αριστοκράτης, ο διοικητής της Θράκης; Ναι, αυτός είναι ο … Μιλτιάδης!». Έστεκε ασάλευτος μπροστά στον στρατηγό, λες και θαύμαζε αγάλματα κάποιων μεγάλων ηρώων, σε κάποιο παράξενο μουσείο που είχε στήσει το καπρίτσιο των Θεών. Ήξερε ότι η σύναξη αυτή των τόσων στρατηγών, δεν θα γινόταν αν ο λόγος δεν ήταν τόσο σοβαρός. Άρχισε να φοβάται. Η λογική του έλεγε τώρα ότι η κατάσταση μπορεί και να μην ελεγχόταν. Σκέφτηκε την Ελπινίκη και το μικρό ξανθό ζιζάνιο, που είχε αφήσει πίσω του. Τον έπιασε η θλίψη και αυτή η Ιωνική μοιρολατρία του. Θέλησε να φύγει από εκείνη την σκηνή, ν’ αφήσει τους στρατηγούς στην «συζήτησή» τους. Βγήκε ξανά στο φως του απογεύματος. Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Τίποτα. Όλα ήταν όπως τα είχε αφήσει….
«Τι έγινε στον κόσμο;», αναρωτήθηκε. «Μήπως έχω πεθάνει; Μήπως έχει δίκιο εκείνος ο Εύριπος από την Αθήνα που μου έλεγε, ότι κόσμος δεν υπάρχει, αλλά μόνο είδωλα για να νοιώθουμε εμείς την παρουσία; Την έννοια; Θεοί…. Τι συμβαίνει πια;», αυτό το τελευταίο το είπε δυνατά. Όμως του αποκρινότανε μόνο η σιωπή. Έκανε να πάει προς την άλλη μεριά του μεγάλου στρατοπέδου. Το μετάνιωσε και κάθισε σε μια μεγάλη πέτρα. Έπρεπε να συγκεντρώσει τη σκέψη του. Έβλεπε το μυαλό του να «κατηφορίζει» σε επικίνδυνες ατραπούς. Άρχισε να φωνάζει, πιο πολύ για ν’ ακούσει τη φωνή του, παρά γιατί έλπιζε σε ανταπόκριση. Τίποτα. Δεν μπόρεσε να βρει παρηγοριά ή την λύση στις φωνές. Έπιασε το κεφάλι με τα δυό του χέρια και το κινούσε λες και ήθελε να το ξεκολλήσει απ’ το σώμα. Έπεσε στο ξερό κόκκινο χώμα. Το γεύτηκε στο στόμα. Άρχισε να τον πιάνει η τρέλα του ανεξήγητου, η τρέλα της μοναξιάς…
-«Θα σέρνεσαι πολύ ώρα μέσα στα χώματα; Έτσι είστε εσείς οι Αθηναίοι;»
Ο Τελευτίας πάγωσε στο χώμα. Δεν πίστευε στα αυτιά του, δεν μπορούσε να καταλάβει αν άκουγε πραγματικά λόγια ή το μυαλό του είχε ήδη αρχίσει τα δραματικά του παιχνίδια. Μερικά δευτερόλεπτα ήταν αρκετά, να συνειδητοποιήσει τον γύρω του χώρο αλλά και την πραγματικότητα του ήχου. Γονάτισε απότομα και προσπάθησε να σηκωθεί. Η φωνή ξανακούστηκε:
-«Βλέπω και παππούδες στο στρατό, χα χα χα, άντε και σε λίγο θα βάλουν και γυναίκες οι στρατηγοί σου να πολεμάνε… χα χα χα»
Αν και προσβλητικά τα λόγια, ακούγονταν σαν Θεϊκή μελωδία στα αυτιά του εμπόρου. Προσπάθησε να σηκωθεί για δεύτερη φορά, σπρώχνοντας τα χέρια στο λυγισμένο του πόδι. Μια παλάμη τεντωμένη τον ακούμπησε για βοήθεια. Την έπιασε, του ήρθε να την φιλήσει, αλλά συγκρατήθηκε. Γύρισε τα μάτια στον μόνο άλλο με ζωή άνθρωπο που είχε συναντήσει εκείνο το απόγευμα. Παρακαλούσε να ήταν άνθρωπος.
Αντίκρισε δύο, αντί για έναν, άντρες να στέκουν ακριβώς από πάνω του. Η σκόνη που είχε σηκωθεί από το κύλισμα του, στεκόταν στον αέρα και δεν τον άφηνε να δει καλά. Με τα πολλά σηκώθηκε. Είδε. Δυό πολεμιστές έστεκαν μπροστά του, φορώντας πλήρη εξάρτυση πολέμου. Σκέφτηκε μήπως τους ήξερε, μήπως ήταν σύντροφοί του στη μάχη και πέθαναν όλοι μαζί. Μήπως τώρα συναντιόντουσαν πάλι τα πνεύματά τους να μηρυκάσουν τη σύντομη κοινή ζωή τους. «Και η Ελπινίκη;», σκέφτηκε για πολλοστή φορά. «Και ο μικρός;», απόσωσε τη σκέψη του.
-«Είσαι καλά; Πονάς κάπου;», ακούστηκε πάλι η φωνή του πρώτου στρατιώτη. Ο δεύτερος δεν μίλαγε καθόλου, παρά μόνο κοίταζε τον χώρο ολόγυρα.
Ο Τελευτίας τους περιεργαζόταν, από την κορυφή ως τα νύχια των ποδιών τους. Φορούσαν χάλκινο θώρακα, οπότε έπρεπε να είχαν ευγενική καταγωγή, χάλκινο κράνος με κατεβασμένη την προσωπίδα, να κρύβει όλο το πρόσωπο, χάλκινες κνημίδες που γυάλιζαν στο κόκκινο φως του λιογέρματος, ενώ στους ώμους ένας σκουροκόκκινος μανδύας συμπλήρωνε την αμφίεσή τους. Είδε τα θεόρατα σπαθιά που κρέμονταν από τη μέση τους, ο ένας μάλιστα είχε και ένα μεγάλο τόξο από σκληρό ξύλο, ενώ στα χέρια κράταγαν από δυό δόρατα και μια θεόρατη, επίσης χάλκινη, ασπίδα με ποδιά για τις σαϊτιές των εχθρών.
-«Είμαι ο Ευρυάναξ του Ασβαμαίου και αυτός πίσω, ο όμορφος, χα χα χα, ο Λίχης ο γιός του Κάρμηλου…»
Ο Τελευτίας κοίταξε καλύτερα τους δυό άντρες. Φοβεροί στην εμφάνιση και σίγουρα πολεμιστές. Το μάτι του έπεσε πάνω στις ασπίδες. Είδε το μεγάλο Λ που ανάγλυφα καμάρωνε στο κέντρο της οθόνης.
-«Λακεδαιμόνιοι;», ρώτησε.
Οι άντρες δεν του απάντησαν, μόνο κούνησαν το κεφάλι καταφατικά. Ο δεύτερος απ’ αυτούς, ο Λίχης όπως είχε ειπωθεί το όνομά του, κράταγε απόσταση από τον Αθηναίο και τον συνομιλητή του, με το βλέμμα στραμμένο συνεχώς στο στρατόπεδο. Δεν έδειχνε ανήσυχος για κάτι, αν και δεν φαινόταν να καταλαβαίνει κι αυτός την κατάσταση που επικρατούσε. Σαν, όμως άντρας Λακεδαιμόνιος, ήταν ή τουλάχιστον έπρεπε να δείχνει, άτρομος.
-«Καταλαβαίνεις τίποτα;», ρώτησε ο έμπορος τον Ευρυάνακτα. «Καταλαβαίνεις τι είναι αυτό που μας συμβαίνει; Τι γίνεται; Γιατί δεν κινείται τίποτα;»
Ο Σπαρτιάτης δεν απάντησε και πάλι. Είχε συνοφρυωθεί και έβλεπε την μεγάλη σκηνή των στρατηγών. Τελικά ανασήκωσε τους ώμους. Κάθισε κατάχαμα και άνοιξε το μικρό σάκο που είχε κρεμασμένο στο ζωνάρι και το κάλυπτε ο μανδύας του. Το άνοιξε και έβγαλε ένα μικρό φλασκί με κρασί. Πρόσφερε στον Τελευτία. Ήπιαν και οι δυό, ενώ ο Λίχης αρνήθηκε με ένα νεύμα.
-«Κάτι Θεϊκό γίνεται εδώ», είπε στο τέλος. «Κάτι συμβαίνει που δεν πρέπει να είναι δημιούργημα του κόσμου μας. Γι αυτό μη φοβάσαι….», διέκοψε το λόγο του γελώντας δυνατά. «Έτσι κι αλλιώς κάπως θα πεθάνουμε μια μέρα. Να σου πω,… αν είμαστε νεκροί τώρα,… δεν είναι άσχημα. Μπορούμε να κάνουμε ότι θέλουμε, με πιότερη δύναμη, πιότερη ταχύτητα και χωρίς κανείς να μας ενοχλεί. Έτσι; Λοιπόν, άσε και θα δούμε», γέλασε και πάλι, προκαλώντας σε αυτή την αδιανόητη ευθυμία και τον ακροατή του.
Κάθισαν αρκετή ώρα οι τρεις τους και αποφάσισαν να εξερευνήσουν το στρατόπεδο. Μέσα στις άλλες κουβέντες τους, ο Τελευτίας είπε και γι αυτά που είχε δει μέσα στη σκηνή των στρατηγών.
-«Οπότε ή συνέρχεται ο κόσμος και πολεμάμε ή έχουμε πολεμήσει, δεν θυμόμαστε τίποτα, σκοτωθήκαμε και σε λίγο θα πάρουμε την μεγάλη βάρκα για εκεί κάτω», έδειξε το χώμα και ξαναγέλασε.
Την ώρα που σηκώθηκαν να φύγουν, το μάτι του Αθηναίου, καρφώθηκε στο έδαφος εκεί που ο Λακεδαίμονας είχε δείξει. Ένοιωσε μια ανατριχίλα και στο νου του ήρθε πάλι η Ελπινίκη και το μικρό ξανθό μωρό «τους». Τώρα κι αυτός κράταγε ένα δόρυ που είχε μαζέψει από κάτω, πιθανώς παρατημένο από κάποιον απ’ τους ακίνητους στρατιώτες και το χρησιμοποιούσε σαν μπαστούνι. Άρχισαν να βαδίζουν ανάμεσα από τα παγωμένα ανθρώπινα αγάλματα. Σκέφτονταν, ότι αφού αυτοί «ζούσαν», σίγουρα θα υπήρχαν και άλλοι.
-«Σσσσσσσσσσσσσσσς», ακούστηκε ο Λίχης που προηγείτο. «Ακούστε», είπε χαμηλόφωνα.
Πράγματι, από κάπου ακούγονταν φωνές και ήχοι. Μακριά αλλά καθαρά. Νόμιζαν ότι άκουσαν και ένα κλάμα.
-«Σσσσσσσσσσσσσσσσς», επανέλαβε ο Σπαρτιάτης. Γρήγορα και οι τρεις, ενστικτωδώς, κρύφτηκαν πίσω από ένα μεγάλο θάμνο. Γονάτισαν και τα δάχτυλα του Ευρυάνακτα, άσπρισαν σφίγγοντας το ξύλινο ακόντιο. Έμειναν ακίνητοι, αφουγκραζόμενοι τους ήχους.
Οι θόρυβοι έρχονταν από μακριά, όχι τόσο μακριά όμως που να μην ακούγονται καθαρά τα λόγια:
-«Σκάσε πια, θα δούμε, έχε μου εμπιστοσύνη!»
-«Που είμαστε; Γιατί είναι ακούνητοι οι άνθρωποι και τα δέντρα; Ούτε τα ζώα κουνιούνται. Που είμαστε; Φοβάμαι…»
Οι τρεις φίλοι άκουγαν καθαρά τις λέξεις μια προς μια. Τουλάχιστον ήταν Ελληνικά και όχι βαρβαρική γλώσσα. Σε λίγο είδαν ένα νεαρό που φόραγε πάνινο , λινό θώρακα, να περπατάει, σχεδόν τρικλίζοντας, στο στενό μονοπάτι. Δίπλα του, έσερνε τα βήματά του, ένα …. παιδί. Δεν πρέπει να ήταν πάνω από δέκα χρόνων. Τα ρούχα του ήταν κουρελιασμένα και έδειχνε πολύ ταλαιπωρημένο. Η φωνή του όμως, τσιριχτή και δυνατή, ακουγόταν σε αρκετή απόσταση. Έδειχνε τρομοκρατημένο, ενώ ο νεαρός δίπλα του, φαινόταν να κάνει μεγάλες προσπάθειες να κρατήσει την ψυχραιμία του. Όμως δεν μπορούσε να δώσει τις απαντήσεις, (και ποιος μπορούσε άλλωστε;), που απαιτούσε ο μικρός.
Πλησίαζαν γρήγορα. Ο Ευρυάναξ, αποφάσισε να σηκωθεί όρθιος, να δηλώσει την παρουσία τους. Το έκανε. Ο νέος με το που τον είδε, σχεδόν τρομοκρατήθηκε. Και πώς να μην τρομοκρατηθεί, όταν μέσα σε όλα αυτά τα ανεξήγητα, ένας τρομερός γενειόφορος στρατιώτης, πετάχτηκε μπροστά του, με όλα τα όπλα του στο χέρι… και εκείνο το άγριο βλέμμα στα μάτια.
-«Είμαι ο Λάφιλος», είπε και …. λιποθύμησε!