Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 29
Ο Λάφιλος γύρισε πλευρό, μήπως και σταματήσει αυτόν τον θόρυβο. Ένας έντονος ήχος που του τρυπούσε τ’ αυτιά και τον αναστάτωνε, διώχνοντας το νησί του απ’ το μυαλό. Διώχνοντας αυτή την υπέροχη εικόνα που, όλη νύχτα, κυριαρχούσε στο όνειρό του.
Ανακάθισε ζαλισμένος απ’ την απότομη έγερση και προσπάθησε να καταλάβει την προέλευση αυτής της συνεχόμενης ακουστικής καταιγίδας. Είδε τους δυό Σπαρτιάτες να έχουν φορέσει ήδη τις πανοπλίες τους και τον Τελευτία να ζώνεται το μεγάλο του σπαθί.
Η νύχτα ακόμη δεν είχε εγκαταλείψει τα βουνά στον ορίζοντα. Το φεγγάρι φωτεινό και μεγαλόπρεπο έστεκε κρεμασμένο στο μαύρο χάος με τ’ αστέρια, λες κεντήματα σε σκουρόχρωμο βελούδο, να κοροϊδεύουν τους θνητούς με την αλαζονεία της απόστασης.
Οι σάλπιγγες ηχούσαν περισσότερο από δέκα λεπτά, καλώντας όλο το στράτευμα, σε συγκέντρωση, με την μέγιστη δυνατόν τάξη αλλά και την ταχύτητα που έκανε την Αθηναϊκή οπλιτική φάλαγγα έναν φοβερό, φονικό σχηματισμό.
Γύρισε προς τον μικρό Αμεινία. Τον είδε να κοιμάται ακόμα, με τις παλάμες του να προσπαθούν να βουλώσουν τα αυτιά. Τον σκούντηξε απότομα. Ο μικρός έδειξε να ενοχλείται :
-«Άσε με λίγο ακόμα, δεν έχει φέξει… Άσε με…»
Ο Λάφιλος γέλασε με το αστείο μουτράκι του μικρού και αποφάσισε να τον αφήσει ήσυχο να συνεχίσει τον ύπνο του. Έτσι κι αλλιώς η συγκέντρωση ήταν μόνο για τους μάχιμους στρατιώτες. Σηκώθηκε και προσπάθησε ν’ αρματωθεί με την πανοπλία που είχε φροντίσει να τον προμηθεύσει ο Αθηναϊκός στρατός. Φόρεσε τον δερμάτινο θώρακα, με την βοήθεια του Λίχη, πήρε και έδεσε την θήκη με το μεγάλο ξίφος στα αριστερά του, πήρε το δόρυ και το κράνος του. Προσπάθησε να σηκώσει την ασπίδα. Την βρήκε εξαιρετικά βαριά. «Πρωί είναι ακόμα…», σκέφτηκε ελπίζοντας ν’ αποκτήσει τις δυνάμεις του, στη διάρκεια της μέρας. Κοίταξε τον μικρό του σύντροφο που είχε αποκοιμηθεί και πάλι… Ακολούθησε τους υπόλοιπους στο στενό μονοπάτι, προς τον χώρο της συγκέντρωσης. Χιλιάδες δάδες, έκαναν την πεδιάδα να φωτίζει από την τρεμάμενη φωτιά τους. Της έδιναν μια εξωπραγματική εικόνα, με την κίνηση τόσων πολλών στρατιωτών. Ο νησιώτης προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει  το μέγεθος του ανθρώπινου πλήθους. Ποτέ του δεν είχε δει τέτοια και τόσο μεγάλη συγκέντρωση, όλο του το νησί δεν είχε τόσο πληθυσμό. Δεν ήξερε αν είχε έρθει η ώρα για μάχη. Σαν κοτόπουλο πήγαινε όπου τον έσπρωχναν οι άλλοι, ακολουθούσε το δρόμο των άλλων και άρχισε να βρίζει, όπως έβριζαν και οι άλλοι. Δεν ήξερε, καν, όπως και κανένας απ’ τους υπόλοιπους στρατιώτες,  που στην κατάρα ήταν οι βάρβαροι. Νοστάλγησε τον φίλο του τον Άρατο που τον είχαν στείλει στα πλοία, εκεί που περισσότερο ανήκε. «Έκανε το όνειρό του πραγματικότητα…», σκέφτηκε. «Τώρα θα είναι πάνω σε κάποια τριήρη και θα κομπάζει από περηφάνια όταν τελειώσουν όλα αυτά!».
Κάποιος από πίσω τον έσπρωξε δυνατά με την ασπίδα και παραπάτησε, μπόρεσε όμως να κρατήσει την ισορροπία του, στηριζόμενος στο κορμό κάποιου δέντρου. Το βλέμμα του έψαξε τον Τελευτία και τους δυό Σπαρτιάτες, αλλά μάταια. Είχαν χαθεί μέσα στο πλήθος των στρατιωτών, στις ασπίδες, που, καλογυαλισμένες αντανακλούσαν το φως της σελήνης και των δαυλών και στο δάσος των δοράτων, που όρθια, απειλούσαν τα ουράνια. Τα μάτια του έπεσαν στο βάθος, στη μεγάλη σκηνή των στρατηγών. Αν και η απόσταση ήταν αρκετά μεγάλη, μπορούσε να ξεχωρίσει τις από κει προερχόμενες φωνές. Ανησύχησε με την έντασή τους. Σκέφτηκε ότι αυτή η αναστάτωση δεν ήταν μια απλή άσκηση. Μπορούσε να διακρίνει καθαρά, πολλούς αξιωματικούς να περιμένουν διαταγές, περπατώντας νευρικά έξω απ’ την μεγάλη σκηνή, ενώ η φρουρά είχε αυξηθεί δραματικά, με τον τριπλάσιο αριθμό φρουρών.
Τα μεγάλα λάβαρα της Αθηναϊκής πολιτείας, ανέμιζαν με τον χαρακτηριστικό ήχο του λινού πανιού τους, τα χρώματά τους, την περηφάνια τους αλλά και την ετοιμότητά τους στον νυχτερινό αγέρα.
Στην κορυφογραμμή του ορίζοντα, φάνηκε μια λευκή λωρίδα φωτός. Επιτέλους ο νυσταγμένος ήλιος, αποφάσισε να ξαναχαρίσει στους ανθρώπους την ζωοδότρα λάμψη του. Μπόρεσε να δει καλύτερα, ενώ έτρεχε πια, παροτρυνόμενος από τα σκουντήματα και τις σπρωξιές των άλλων, προς το σημείο της παράταξης, έναν άντρα με μεγαλόπρεπο παρουσιαστικό και χάλκινο θώρακα, να βγαίνει από την μεγάλη σκηνή, με τους φρουρούς να παραμερίζουν για να περάσει. Τον χαιρέτισαν, αυτός όμως δεν έδωσε σημασία. Σε λίγο ακολούθησαν και άλλοι. Φαίνονταν αριστοκρατικής καταγωγής, αν έκρινε σωστά, από τον τρόπο που έστεκαν. Κινήθηκαν προς τους άλλους, τους κατώτερους αξιωματικούς και ακολούθησε μια ολιγόλεπτη συζήτηση.
Έφτασε στο χώρο συγκέντρωσης και συναντήθηκε πάλι με τους χαμένους του συντρόφους. Περίμεναν τώρα τις διαταγές των ανωτέρων τους. Εκτός των δυό Σπαρτιατών που γελούσαν παρατηρώντας τους νεαρούς Αθηναίους στρατιώτες που για πρώτη φορά βρίσκονταν σε τέτοια κατάσταση, όλοι οι άλλοι, μεγάλοι και μικροί, έμπειροι ή όχι, ένοιωθαν ένα σφίξιμο στο στομάχι. Αυτή η αβεβαιότητα, του τι πρόκειται να γίνει, τους είχε κάνει ανάστατους.
Δεν άργησε να δοθεί το σύνθημα! Οι σάλπιγγες ήχησαν δυνατά και καθαρά την οξεία τους φωνή. Ένα σάλπισμα μακρόσυρτο στην αρχή, μετά ένα κοφτό και στο τέλος δυό πάλι μακρόσυρτα. Ο Λάφιλος ζήτησε από τον Τελευτία να του εξηγήσει τη σημασία τους.
-«Αυτό το σήμα, σημαίνει σχηματισμό πορείας», του εξήγησε. «Προχωράμε ο ένας πίσω από τον άλλο. Που πάμε; Ποιος ξέρει, θα δούμε. Πάντως φαίνεται ότι ο βάρβαρος είναι κοντά πια. Πάμε λοιπόν για μάχη!». Το πρόσωπό του ήταν τώρα πολύ σοβαρό και ως ένα σημείο σκοτεινό. Μόνο ο Ευρυάναξ αστειευόταν με τον Λίχη, γελούσαν και βρίσκονταν σε εύθυμη γενικώς κατάσταση, λες και πήγαιναν μια βόλτα στα δάση και όχι σε μάχη.
-«Ε ε ε ε… Αθηναίε…», φώναξε ο Ευρυάναξ στον Τελευτία, «φοβάσαι; Πιστεύεις ότι είναι ώρα για φόβους τώρα;»
-«Και γιατί να μην είναι; Κάθε λογικός άνθρωπος θα φοβόταν. Αλλά, άλλο το φοβάμαι, άλλο το δειλιάζω…», του απάντησε ο έμπορος.
-«Δεν ήθελα να σε προσβάλλω… δεν μίλησα για δειλία, αυτό θα ήταν ότι πιο ατιμωτικό θα μπορούσα να σου πω ποτέ… απλά ρώτησα αν φοβάσαι…»
-«Και εγώ σου απάντησα . Μόνο τα ζώα δεν φοβούνται, γιατί δεν καταλαβαίνουν τι τους γίνεται! Εμείς οι άνθρωποι έχουμε την πολυτέλεια του φόβου, την αρχοντιά της πρόγνωσης και της υπόθεσης. Γι αυτό φοβάμαι! Γιατί ακόμα ξέρω να υπολογίζω, πιότερο τα άσχημα και μετά τα καλά. Φοβάμαι, για την τύχη της χώρας μου, για την περηφάνια και την λευτεριά μου, για την κατάντια και την απόγνωση του λαού μου. Φοβάμαι για την ζωή μου, δεν το κρύβω, αλλά και για την ζωή αυτών των νέων παιδιών…», έδειξε με το χέρι του αόριστα τους γύρω του, « που για κάποια ηλίθια ιδέα, για τον εγωισμό κάποιου γελοίου βάρβαρου βασιλιά, θα διαβούν τον Αχέροντα …»
-«Ναι, αλλά αυτό το αίμα, το δικό μας αίμα, ποτίζει τις χρυσές στιγμές της χώρας μας, ποτίζει την λευτεριά και τα ινδάλματα των νέων ανδρών που θα έρθουν. Έτσι το ανάστημά μας, θα γίνει φάρος στην ιστορία και το όνομα μας αθάνατο. Αλλά κάποια στιγμή, όλοι δεν θα πεθάνουμε; Προτιμώ στην μάχη με τον εχθρό, παρά ανάπηρος από γηρατειά … μπροστά σε μια εστία, στην ησυχία της ανυπαρξίας μας…»
-«Μπορεί να είναι έτσι φίλε μου, μπορεί να είναι όπως τα λες. Και σίγουρα κάποια απ’ αυτά που λες είναι αλήθεια. Όμως και άλλα πράγματα είναι αλήθεια. Το αίμα τόσων παιδιών, σήμερα, αύριο ή μεθαύριο, όποτε τελικά γίνει η μάχη, θα γίνει λάσπη μες τα δάση ή στα έλη. Τι θα ποτίσει; Μόνο τα σκουλήκια της γης! Τι άλλο θα ποτίσει; Πόνο, λύπη, απελπισία, ανημποριά και κλάμα, σε όλους τους άλλους πίσω τους. Δάκρυα στις οικογένειες, απόγνωση στις γυναίκες τους και τα παιδιά τους και ανημποριά στις αδερφές να δουν τον κόσμο όμορφο. Και προσπαθώ να μη μιλήσω για να τους γονείς. Αυτούς, σε περίπτωση νίκης, θα τους κρατήσει όρθιους η περηφάνια. Αλλά για λίγο μόνο καιρό. Πόσο νομίζεις ότι μπορεί ένας γονιός ν’ αντέξει όταν θα έχει θάψει το παιδί του; Πόσο θ’ αντέξει ο κόσμος του, να τον βαστάξει… πόσο; Ωραία τα μεγάλα λόγια, αλλά η ζωή είναι αλλιώς, στα ζητάει όλα…»
Οι δυό Λακεδαιμόνιοι δεν απάντησαν. Καταλάβαιναν τον φόβο του, αλλά τα λόγια του, ήταν πολύ μακριά από τα δικά τους πιστεύω. Είχαν την λεπτότητα (!) όμως να μην του ανταπαντήσουν.
Περπατούσαν σε δυάδες, ο ένας πίσω από τον άλλο, σε σχηματισμό πορείας, αμίλητοι και σκεφτικοί. Το να πηγαίνεις σε πόλεμο, όσο θαρραλέος και να είσαι, δεν παύει να σου προκαλεί ένα δέος! Εκτός κι αν κατάγεσαι από την Σπάρτη, εκεί που ο Ευρώτας δημιουργούσε ένα άλλο είδος ανθρώπων.
Ο Τελευτίας άρχισε ν’ ανησυχεί όλο και πιο πολύ τώρα. Ο ήλιος είχε φωτίσει την πλάση κι έβλεπε γνωστά τοπία στο διάβα του. Σε λίγο είχαν αρχίσει τα έλη. Κοίταξε πιο επίμονα… και διαπίστωσε ότι ήταν το μονοπάτι που είχε πάρει κι εκείνος για να έρθει στο μεγάλο στρατόπεδο. «Που πάμε;», αναρωτήθηκε. Τρομοκρατημένος είδε την κεφαλή της στρατιάς, να σταματάει και να παρατάσσεται στην περιοχή που είχε φτάσει με την Ελπινίκη. «Στον Μαραθώνα λοιπόν…», σκέφτηκε και το μυαλό του πήγε στην γυναίκα και τον μικρό μπελά. Ήθελε να πάει να τους βρει, αλλά ήξερε ότι αυτό ήταν αδύνατο. Παρηγορήθηκε με την ιδέα, ότι η σύντροφός του, ήταν πολύ έξυπνη γυναίκα… για να φύγει μακριά την περιοχή της μάχης. Βρήκε πάλι το κουράγιο και ακολούθησε τους συντρόφους του.
Οι αξιωματικοί με όση φωνή τους είχε απομείνει, γαύγιζαν γρήγορα και κοφτά διαταγές. Ο αέρας είχε αρχίσει να φυσά την δροσιά του πάνω στους ιδρωμένους Αθηναίους, λες και ήθελε να τους ανακουφίσει απ’ την ολοήμερη πορεία τους. Στο βάθος η θάλασσα έδειχνε ελαφρώς … νευριασμένη, αλλά κρατούσε τα «προβατάκια» της χαμηλά. Στον ορίζοντα όμως είχε αλλάξει χρώμα, είχε γίνει πιο σκούρα από το συνηθισμένο… Οι άντρες της Αθήνας, έβλεπαν για πρώτη φορά κάτι τόσο μεγαλόπρεπο, τόσο επιβλητικό. Εκατοντάδες πλοία με χρυσά μπόκια και ψηλές καρίνες, πλησίαζαν τις ακτές του Μαραθώνα. Τύμπανα ακούγονταν από τη μεριά τους, τύμπανα που έδιναν το ρυθμό στους κωπηλάτες. Η σημαία του μεγάλου βασιλιά της Περσίας, ανέμιζε στα νερά του Αιγαίου.
Ύβρις!!!

Τρίτη 10 Μαρτίου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 28
Ο νεαρός νησιώτης, είχε αποσβολωθεί ακούγοντας όλα αυτά που του έλεγε ο Τελευτίας. Κάθονταν όλοι μαζί κατάχαμα, γύρω από την φωτιά δίπλα σε ένα πουρνάρι. Η νύχτα τους συνόδευε με την ησυχία της και το αρκετά δροσερό αεράκι της, σε σημείο τέτοιο που ο Αθηναίος είχε τυλιχτεί μες τον μανδύα του. Κάθε τόσο κοίταγε τον μικρό του σύντροφο, κάποια φορά τον Ευρυάνακτα και μετά πάλι τον Τελευτία, αδυνατώντας να ορθώσει λέξη. Δεν ήξερε αν έπρεπε να χαρεί ή να φοβηθεί απ’ αυτά που άκουγε.
-«Έτσι λοιπόν είναι τα πράγματα, λίγο δύσκολο να το παραδεχτείς, αλλά και δύσκολο να εξηγήσεις το πώς ξέραμε το όνομά σου. Έτσι δεν είναι; Μας κοιτάς σαν ψάρι που βγήκε από το νερό…», χρησιμοποίησε μια έκφραση Αθηναίικη που δύσκολα θα την καταλάβαιναν οι άλλοι, «… εννοώ, έτσι που ανοίγεις το στόμα σου, λες και ψάρι έξω απ’ το νερό που προσπαθεί να βρει ανάσα. Αλήθεια είναι όμως! Βλέπεις είναι παράξενα τα παιχνίδια των Θεών!»
Ο μικρός Αμεινίας, σκεφτικός, ακουμπούσε πάνω στον Λάφιλο και τώρα όλο και πιο πολύ. Λαμποκοπούσαν τα μάτια του απ’ την εξιστόρηση αυτή, αλλά το στομάχι του είχε ήδη δεθεί κόμπος.
Από το μονοπάτι, δίπλα τους, ακούστηκε κάποιο γρύλισμα. Ο Λίχης το αντελήφθη πρώτος και σηκώθηκε με το δόρυ στο χέρι. Πάντα έτοιμος για μάχη! Στο φως της δάδας φάνηκε ένα μεγάλο σκυλί, με περήφανη μουσούδα και σάλια να τρέχουν γύρω από τα σαγόνια του. Ο Σπαρτιάτης έκανε μια κίνηση προς το μέρος του προτείνοντας το ξύλινο δόρυ.
-«Μην ανησυχείς Λίχη. Αυτός είναι ο Παίωνας, ο … σύντροφός μου…», δεν μπορούσε να πει ο σκύλος μου, ένοιωθε κάτι περισσότερο γι αυτό το ζώο, « με ακολουθεί χρόνια τώρα. Μόνο που, από την ημέρα που ήρθαμε εδώ, όλο τρέχει στα χωράφια και στα χώματα. Τουλάχιστον δεν με κουράζει με το φαγητό του. Φροντίζει μόνος του γι αυτό…».
Οι δυό Λακεδαιμόνιοι, κάθισαν ήρεμα κάτω και άδραξαν της ευκαιρίας, να ρωτήσουν διάφορα τον Αθηναίο. Εκείνος μίλαγε, απαντούσε, υπέθετε… το βλέμμα του όμως έπεσε πάνω στα μάτια του Παίωνα. Η έμφυτη μελαγχολία του σκυλιού, ήταν ή φαινότανε εντονότερη τώρα. Μέχρι που άκουσε ή νόμιζε ότι άκουσε ακόμα και το κλάμα του. Κάτι δεν του πήγαινε καλά, κάτι άρχισε να τον «τρώει» μέσα του. Τον έπιασε μια δυσφορία, η ανάσα του χωρίς να τι καταλάβει, είχε γίνει πιο γρήγορη, ενώ ο κόσμος γύρω του είχε αρχίσει να θολώνει. Γονάτισε δίπλα στο ζώο και το χάιδεψε. Οι άλλοι κατάλαβαν ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με αυτόν τον παράξενο Αθηναίο.
Ο Τελευτίας σήκωσε τα χέρια και τα σταύρωσε στο στήθος. Ένας οξύς πόνος του τρύπαγε τα σωθικά και αντανακλούσε πίσω, κάτω από την ωμοπλάτη του. Δεν είχε ξανανιώσει στη ζωή του κάτι τέτοιο. Φοβήθηκε, αλλά σε λίγα λεπτά, όλα ξανάγιναν όπως πριν. Αισθάνθηκε να διψάει πολύ. Ήπιε νερό και τέντωσε το χέρι να σηκωθεί. Οι υπόλοιποι τον βοήθησαν, αν και τον προέτρεπαν να ξαπλώσει πάνω στα άχυρα που είχε σαν κρεβάτι. Αρνήθηκε, δικαιολογούμενος πως ήταν καλά. Ούτε ο ίδιος όμως το πίστευε. Ξαφνικά ένας νέος πόνος του τρύπησε το αριστερό χέρι και σε λίγο επεκτάθηκε και στο αριστερό πόδι του. Δεν μπορούσε να στηριχτεί και ένοιωσε να τρέμουν όλα τα μέλη του. Ο Παίωνας, παράξενο, δεν είχε κουνήσει από την θέση του. Ο Τελευτίας αναγκάστηκε να υπακούσει στις συμβουλές των άλλων και ξαπλώνοντας, τον πήρε αμέσως ο ύπνος.
-«Κουράστηκε ο … παππούς σήμερα», παρατήρησε ο Λίχης. «Αφήστε τον να ξεκουραστεί, δεν θα πάθει τίποτα,…. , το είπαν και οι Θεοί εξάλλου! Μην το ξεχνάμε…», γέλασε με τα τελευταία του λόγια.
Οι υπόλοιποι συμφώνησαν σιωπηλά και άφησαν τον έμπορο να ξεκουραστεί. Αποφάσισαν ότι το πιο σωστό θα ήταν να ακολουθήσουν κι αυτοί τον Μορφέα, αρκετές συγκινήσεις είχαν όλη μέρα.
Ο Τελευτίας, βυθίστηκε σ’ ένα βαθύ και απόλυτο ύπνο. Όχι όμως ήσυχο. Έβλεπε παράξενα όνειρα, που τον έκαναν να βογγάει και να στριφογυρίζει πάνω στα άχυρα. Κούναγε τα χέρια να διώξει τις δυσάρεστες εικόνες και το … αίμα που έβλεπε να στάζει πάνω στο κεφάλι του. Είδε μια μάχη. Δεν μπόρεσε να διακρίνει ακριβώς ποια, αλλά σίγουρα ήταν μάχη. Είδε την Ελπινίκη… να πολεμάει, με χέρια και με πόδια, με δαγκώματα και νυχιές. Είδε τον εαυτό του να τρέχει με ένα μεγάλο σπαθί στο χέρι, να βοηθήσει, αλλά όσο κι αν έτρεχε, πάντα βρισκόταν στο ίδιο μέρος. Είδε τον Αγήνορα να γελάει και να ρεύεται πάνω στο τραπέζι, είδε τον Παίωνα να του γλύφει τα πόδια, το σπίτι του, τα χωράφια του, τους παλιούς του συντρόφους στα ταξίδια. Ξανά η γυναίκα που είχε αφήσει απροστάτευτη, ερχόταν ρακένδυτη, όχι – όχι ρακένδυτη αλλά γεμάτη αίματα, με αργό βήμα και τα χέρια τεταμένα… και όσο ερχόταν τόσο απομακρυνόταν, όσο έκανε να τον πλησιάσει, τόσο λες και ο χρόνος την πήγαινε πίσω, πάλι απ’ την αρχή, πάλι απ’ την αρχή. Κι εκείνος πάντα ακίνητος … να τρέχει και να τρέχει κοντά της και όλο να … απομακρύνεται. Κάποια στιγμή είδε τον ουρανό μαύρο, μια στατική, άηχη άβυσσος και ξαφνικά τα βλέμμα του αντίκρισε τόνους χώματος να πέφτουν επάνω του και να τον θάβουν ζωντανό. Του κόπηκε η ανάσα, προσπάθησε με τα νύχια, να σκάψει τον τάφο του, να λευτερωθεί. Όμως δεν μπορούσε. Όλο και περισσότερα χώματα έπεφταν και του πίεζαν τα πνευμόνια, έμπαιναν στο στόμα του και στα ρουθούνια…
Είδε την Ελπινίκη να γελάει και να τον κοιτάει ακίνητη. Δεν είχε μαλλιά, δεν είχε τα υπέροχα μαύρα της μαλλιά. Έμοιαζε με την Μέδουσα… με τα φίδια στο κεφάλι. Προσπάθησε να πάρει αέρα… και αντελήφθη την γυναίκα να τον χαιρετάει και να φεύγει. Τον άφηνε να πεθάνει μόνος του. Την φώναξε…
Τα χέρια του Λίχη, τον ταρακούνησαν και τον έβγαλαν από τους εφιάλτες του. Κοίταξε γύρω του και ξεφύσηξε ανακουφισμένος. Ανασηκώθηκε χωρίς να πει κουβέντα στον Λακεδαιμόνιο. Οι άλλοι κοιμόντουσαν και δεν είχαν καταλάβει τίποτα. Προς στιγμή, ντράπηκε. Κούνησε το κεφάλι του δεξιά – αριστερά και κοίταξε τον άντρα απέναντί του κατάματα. Είδε ανησυχία σε εκείνα τα σκούρα μάτια:
-«Μια χαρά είμαι», τον καθησύχασε. «Μια χαρά νοιώθω. Μη φοβάσαι…»
-«Εφιάλτες ε;», τον ρώτησε ο Σπαρτιάτης. «Προσπάθησε να ηρεμίσεις γιατί το πρωί μας έχουν καλέσει σε συγκέντρωση… όλο το στρατό. Θα μας ειδοποιήσουν οι σάλπιγγες. Άντε κοιμήσου τώρα και θα δεις… όλα θα πάνε καλά»
Ο Τελευτίας συμφώνησε με ένα νεύμα του. Τώρα ο ύπνος αργούσε να έρθει, αν και φοβόταν τα νέα άσχημα όνειρα. Η Ελπινίκη ήταν η τελευταία και μεγαλύτερη απόλαυση σ’ αυτή την ζωή. Θεωρούσε τον εαυτό του αρκετά γέρο, για οποιαδήποτε άλλη χαρά. Η γυναίκα αυτή και το μικρό … ο μικρός «μπελάς»! Ήθελε να σταθεί δίπλα στην σύντροφό του, ήθελε να φερθεί σαν πατέρας κι ας μην ήταν στην αλήθεια. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να ταξιδέψει με την σκέψη στην μικρή καλύβα. Χαμογέλασε και έλπισε αυτή η εικόνα, ν’ αποτρέψει τους εφιάλτες του.
Ο Ευρυάναξ, κοιμόταν ελαφρά όπως είχε μάθει τόσα χρόνια να κάνει. Ήταν μέρος της στρατιωτικής παιδείας. Λένε ότι όλοι οι Λακεδαιμόνιοι κοιμούνται σαν λαγοί. Με το ένα μάτι δηλαδή, ανοικτό. Το παραμικρό μπορούσε να τους κάνει να πεταχτούν όρθιοι με φονικό όπλο στο χέρι και μυαλό καθαρό για δράση. Έτσι λένε! Όταν ο σύντροφός του έσκυψε πάνω απ’ τον αναστατωμένο Αθηναίο, άνοιξε τα μάτια του. Κατάλαβε αμέσως την κατάσταση, αλλά δεν κουνήθηκε καθόλου. Δεν ήθελε να δείξει ότι είχε αντιληφθεί το άγχος και την ανησυχία του Τελευτία. Στα δικά του πιστεύω, ο άντρας πρέπει να κρύβει τις αδυναμίες του. Εκτός αυτού, δεν θεώρησε σημαντικό έναν εφιάλτη. Άφησε να περάσουν περίπου δέκα λεπτά και γύρισε πλευρό. Είχε και τις δικές του αναπολήσεις και αυτές ήθελε να είναι ευχάριστες. Σκέφτηκε την Αγαθόκλεια και το «σπίτι» στην Κόρινθο. Χαμογέλασε με ικανοποίηση που θυμόταν ακόμα καθαρά το πρόσωπό της. Τώρα ήθελε να κάνει έρωτα μαζί της. Απελπισμένα. Μπορούσε να δει την συνεύρεση μαζί της, χωρίς ηθικούς φραγμούς, χωρίς να φοβάται τα βλέμματα των άλλων. Γυμνή πάνω στο κρεβάτι της, πάνω στο μικρό τραπέζι του δωματίου υποδοχής, μόνη αλλά και με άλλες κοπέλες σε ανήθικες στάσεις και χάδια. Ασυναίσθητα άνοιξε τα μάτια και κοίταξε μη τον βλέπει κανείς, πνιγμένος από αναστολές. Μα τα όνειρα ποιος άλλος να τα αντιληφθεί. Ξανάκλεισε τα μάτια να συνεχίσει την ονειροπόληση. Προσπάθησε να συνεχίσει από το ίδιο σημείο που είχε μείνει. Το έκανε , απολαμβάνοντας τη στιγμή. Μπορούσε να κάνει τα πάντα. Όλος ο κόσμος ήταν τώρα δικός του, ολόδικός του. Χούφτωνε μαστούς και γλουτούς, χάιδευε δέρματα αρωματισμένα με τα καλύτερα αρώματα και πασαλειμμένα με αιθέρια έλαια. Διείσδυσε σε όλους τους κόλπους και όχι μόνο των πολλών γυναικών που ήταν ξαπλωμένες δίπλα του. Μπορούσε να …. Το κλάμα που ακούστηκε όμως τον επανέφερε  στην φυσική του σεμνότητα. Κάπου από κάποιο άλλο δωμάτιο, μακριά από το όργιο που φανταζόταν, ένα μωρό έκλαιγε με δύναμη, ζητώντας …
Του χάλασε την φαντασίωση. « Το μωρό», σκέφτηκε «το μικρό μωράκι…» αυτό που είχε δώσει στην Αγαθόκλεια να το φυλάει. Άνοιξε τα μάτια και ανακάθισε. Κοίταξε τον Λίχη και του έκανε νόημα να αλλάξουνε σκοπιά. «Σαν δεν ντρέπομαι», συλλογίστηκε, «να κάνω τέτοιες σκέψεις!». Έφτυσε στο χώμα δίπλα του, σήκωσε το δόρυ του και την ασπίδα και πήγε να αντικαταστήσει τον σύντροφό του. Όταν πήρε την θέση του, κάτω από το μεγάλο πουρνάρι, (από κει μπορούσε ν αντιληφθεί οποιαδήποτε κίνηση σε μεγάλη ακτίνα), στήριξε έναν νέο δαυλό για να βλέπει καλύτερα, άρχισε να σκαλίζει στον κορμό το όνομα της Θάλειας. Σαν να ζητούσε συγγνώμη για τις άνομες σκέψεις του!
Γύρισε τα μάτια στην πλάτη του Λίχη που απομακρυνόταν. Τον εντυπωσίασαν οι ώμοι του, που στο λιγοστό φως έδειχναν τεράστιοι. «Καλή σου νύχτα φίλε», ψιθύρισε μέσα από τα δόντια του. «Καλή σου νύχτα πιστέ και σοφέ μου σύντροφε!»

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27
Το μαύρο του ουρανού είχε αρχίσει να παίρνει σταχτί χρώμα. Σε λίγο θα ξεπρόβαλαν οι χρυσές ακτίνες του ήλιου  πάνω από τα βουνά. Η μέρα ερχόταν να αποκαλύψει τις ανομίες που έκρυβε η μεγάλη της αδερφή, η νύχτα. Οι μεγάλοι μαύροι γίγαντες, οι σκιές των βουνών, άρχισαν να σαλεύουν στην χωμάτινη αυλή, μπροστά από την μικρή καλύβα. Σε λίγο θα εξαφανίζονταν και ο χώρος θα μαρτυρούσε την μεγάλη αγριότητα. Ήδη το αίμα της γυναίκας είχε αρχίσει να φαίνεται στην σκόνη. Η πρωινή υγρασία είχε την μπόχα του θανάτου και της βιαιότητας.
Η Ελπινίκη, δεν είχε κουνηθεί όλο το βράδυ. Μόνο κάποια αγκομαχητά έβγαιναν από το στόμα, πολύ σιγανά και πολύ αργόσυρτα. Το σώμα είχε τιναχτεί μια – δυό φορές καθώς οι πόνοι διαπερνούσαν και αυτό το σχεδόν ακόμα, λιπόθυμο κορμί. Το δεξί της χέρι, ανασηκώθηκε μια φορά κατά την διάρκεια της νύχτας, αλλά ξέπνοο, έπεσε με δύναμη στο πάτωμα της καλύβας. Δεν το είχε προσπαθήσει ξανά. Δεν είχε τόση δύναμη.
Ο Θεμίστιος, την είχε μεταφέρει κοντά στη φωτιά κι όλο το βράδυ, προσπαθούσε να την περιποιηθεί. Ήταν το καλύτερο και το λιγότερο που μπορούσε να κάνει. Βρήκε ένα σκοινί φτιαγμένο από λινάρι. Το έβρασε με λίγο νερό και αλάτι για να σφίξει περισσότερο και άρχισε μετά να το διαλύει, χωρίζοντάς το σε λεπτές ίνες. Τις ίσιωσε με το δάχτυλο. Έψαξε στο μικρό σακούλι του και βρήκε μια σακοράφα φτιαγμένη από οστό προβάτου και άρχισε να ράβει τις πληγές της γυναίκας. Ευχαρίστησε τους Θεούς που δεν θα καταλάβαινε τον πόνο εκείνη. Πριν την ράψει όμως, καθάρισε με βραστό νερό τις πληγές της, τις αποστείρωσε με λίγο κρασί, ήπιε και ο ίδιος για να βρει κουράγιο και σκεφτόταν τα μαντζούνια που έπρεπε να χρησιμοποιήσει για μετά. Στην Θράκη, πριν τον πάρουν οι Αθηναίοι σκλάβο, ήξερε πολλά γιατρικά. Ζούσε από την γεωργία και από τις υπηρεσίες του ως κάποιου είδους γιατρός ή θεραπευτής όπως τον αποκαλούσαν οι συμπατριώτες του. Αλλά οι γνώσεις του ήταν περιορισμένες σε καθημερινές υπηρεσίες. Έτσι δεν μπόρεσε να κάνει τίποτα για τον κομμένο του τένοντα και την διαλυμένη επιγονατίδα, ενθύμια από την βαρβαρότητα του Αθηναίου αφέντη του. Τώρα επιστράτευε όλες τις γνώσεις του,… να σώσει μια Αθηναία.
Έραψε όλες τις πληγές της, ή όσες θεωρούσε ότι χρειάζονταν τέτοιας περιποίησης. Έμεινε ευχαριστημένος από την δουλειά του και η αλήθεια ήταν ότι τα χέρια του έκαναν δουλειά καλλιτέχνη. Ήξερε ότι το πρόσωπο της άτυχης αυτής, ποτέ δεν θα ήταν το ίδιο. Αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο. Παρατήρησε ότι το μέτωπό της έκαιγε από πυρετό. «Καλό σημάδι», σκέφτηκε, «το σώμα αντιδρά και γιατρεύεται», συμπλήρωσε. Μ’ ένα πανί βρεγμένο, που έβαλε πάνω στο καθαρό της τώρα μέτωπο, προσπάθησε να την δροσίσει. Ακούστηκε ένας αναστεναγμός, τα μάτια της όμως δεν άνοιξαν. Την χάιδεψε με στοργή και έριξε το βλέμμα στον νεκρό του σύντροφο, που ακόμα δεν είχε μετακινήσει από κει που τον είχε πετάξει. Δεν ένοιωσε καμιά λύπη γι αυτό το φονικό.
Σηκώθηκε με μεγάλη προσπάθεια κι έσυρε το πτώμα έξω, στο πίσω μέρος της καλύβας προς την μεριά των βάλτων. Σκέφτηκε να το πετάξει στα έλη, αλλά συνειδητοποίησε ότι δεν του άξιζε κι αυτό. Στο κάτω – κάτω σκλάβος σαν κι αυτόν ήταν. Το μίσος του προερχόταν από την στάση άλλων, από τα δεσμά του. Αποφάσισε να τον θάψει με τα έθιμα της πατρίδας.
Ο ήλιος είχε βγει για τα καλά και η ζέστη τυραννούσε τώρα τον ανάπηρο άντρα που προσπαθούσε να ανοίξει τον λάκκο, που θα γινόταν ο τάφος του Κτήσιου. Έβαλε ένα κομμάτι πανί στο κεφάλι, αφού δεν είχε πέτασο, το έδεσε σφιχτά, έφτυσε τις παλάμες του και με μια τσάπα που βρήκε στην καλύβα, συνέχισε το σκάψιμο, μέχρι την στιγμή που το μυαλό του σκέφτηκε το μωρό στο κρεβατάκι του.
«Το παιδί», μονολόγησε, «το παιδί!». Γύρισε το βλέμμα προς την καλύβα και στηρίχτηκε στο λοστάρι της τσάπας. Τα μάτια του είχαν γίνει δυό μικρές τρύπες, είχε συνοφρυωθεί και προσπαθούσε στα τριάντα του χρόνια να δει πως μπορούσε να φροντίσει ένα μωρό, να γίνει … μάνα.
Βιαστικά έριξε το άψυχο σώμα στο λάκκο, έβαλε πέτρες και χώμα. Ίσα – ίσα που χώραγε το πτώμα, σε εμβρυακή στάση (κατά το συνήθειο της Θρακικής ταφής), σε αυτή την μικρή και ρηχή τρύπα στο χώμα. Τίναξε τα ρούχα του να φύγουν τα πολλά χώματα και βάζοντας τα χέρια στη μέση, πήγε στην καλύβα να δει τι μπορούσε να κάνει για το μωρό. Έριξε το βλέμμα στην αναίσθητη γυναίκα. Δεν είχε σαλέψει καθόλου, δεν είχε ανοίξει τα μάτια και μόνο κάποιοι μικροί αναστεναγμοί έβγαιναν από τα χείλη της. Της χάιδεψε το μέτωπο και άλλαξε την υγρή κομπρέσα. Την παρατήρησε για λίγα δευτερόλεπτα, μέχρι που θυμήθηκε τα … μητρικά του καθήκοντα.
Έβρεξε λίγο ψωμί με νερό μέχρι να γίνει μαλακό και ζέστανε λίγο κριθάρι με τυρί. Το έκανε πολτό με τα δάχτυλά του. Πλησίασε το μικρό ξανθό χαμόγελο. Και εκεί που ετοιμάστηκε να ικανοποιήσει την πείνα του μωρού, μια μπόχα πλημμύρισε τα ρουθούνια του.
-«Βρε, σκατούλι, τα έκανες; Σκατούλι ε, σκατούλι… και βρωμάνε κιόλας…», μονολόγησε και αποφάσισε να το καθαρίσει. Είχε δει τις γυναίκες στην πατρίδα του πολλές φορές να το κάνουν και νόμιζε ότι θα μπορούσε κι εκείνος. Η υπόθεση καθαρισμού όμως, αποδείχτηκε πολύ πιο δύσκολη δουλειά από ότι νόμιζε. Δεν κατάλαβε κι εκείνος πως βρέθηκε σχεδόν λουσμένος από αυτό το σκούρο παχύρευστο υγρό, που παρήγαγε συνέχεια εκείνος ο λευκός πισινός. Τελικά τα κατάφερε! Το τάισε κιόλας, διαπιστώνοντας ότι είχε ακόρεστη όρεξη, το χτύπησε και στην πλάτη μετά (κι αυτό το είχε δει στην πατρίδα του), το άφησε στο μικρό κρεβατάκι του και βγήκε στην αυλή, αφού ξανάριξε μια ματιά στην Ελπινίκη.
Ο ήλιος τον τύφλωσε, αλλά δεν μπήκε στον κόπο ούτε την παλάμη του να σηκώσει για προστασία. Βιαζότανε τώρα. Από την στιγμή του βιασμού είχαν περάσει πολλές ώρες και ο πυρετός της γυναίκας ανέβαινε συνεχώς. Προχώρησε προς τα νερά του ρυακιού που έτρεχε καμιά εκατοστή μέτρα πιο κάτω. Έβγαλε ένα μικρό μαχαίρι από το ιμάτιο του και γονάτισε στην βρεγμένη γη, χτυπώντας τα χέρια στον αέρα, ν’ απομακρύνει τα σμάρια από κουνούπια. Βρήκε το κίτρινο λουλούδι με το σκληρό μίσχο και έκοψε αρκετά, που τα έβαλε στο μικρό σακουλάκι του. «Ωραία… σπαθόλαδο!», μουρμούρισε, «βαλσαμέλαιο για τις πληγές!», συμπλήρωσε. Έκανε να σηκωθεί, όταν μια αίσθηση λιποθυμίας πλημμύρισε το είναι του. Ο πόνος που ένοιωσε στο γόνατο, τον έκανε να κλαίει. Δεν μπορούσε ν’ αναπνεύσει και η σουβλιά αυτή, του είχε αφήσει μια αίσθηση σαν να χτυπούσε μια καρδιά στην επιγονατίδα του. Ηρέμησε την ανάσα και σκούπισε τον ιδρώτα στο μέτωπο. Στα κουνούπια δεν έδινε σημασία πια κι αυτά, αν και πρωί ακόμα, είχαν βρει την ευκαιρία να του δαγκώσουν τα χέρια. Μάζεψε όση δύναμη βρήκε και σηκώθηκε. Με τα χέρια πάντα στην μέση, το κουνιστό του βήμα, λες και καράβι σε τρικυμία, τον έφερε στα ριζά του διπλανού λόφου. Κοίταξε τριγύρω με προσοχή. Πουθενά δεν φαινόταν ούτε ένας άνθρωπος. Αλλά και τα σπίτια στο βάθος του ορίζοντα, δεν έδειχναν σημάδια ζωής. Προχώρησε λίγο ακόμα το ανηφορικό μονοπάτι του λοφίσκου. Βρήκε στα χαμηλά φλησκούνι που το μάζεψε με προσοχή, μια συκιά που μπόρεσε να αφαιρέσει το άσπρο της δηλητήριο, αλλά και να μαζέψει σύκα. Από μια θεόρατη λεύκα, έβγαλε ένα μεγάλο κομμάτι από τον φλοιό της. Ήξερε την αντιπυρετική δράση της λεύκας αλλά και πως μπορούσε να γίνει φάρμακο για τους κοριούς. Ξαφνικά κατάλαβε ότι ανησυχούσε για το μωρό. Τίναξε το κεφάλι να αποδιώξει την σκέψη, πήρε βαθιά ανάσα ξανακοίταξε στον ορίζοντα και συνέχισε ν’ ανεβαίνει το μονοπάτι. Λίγο πιο πάνω, μάζεψε αλισφακιά, (είδος φασκόμηλου) και μάραθο. Πήρε και τσουκνίδες και λίγο χαμομήλι, που αν και ξεραμένο, μπορούσε να το χρησιμοποιήσει.
Έφτασε στην καλύβα κατά το μεσημέρι. Στο χέρι του, εκτός από το μπαστούνι που έφτιαξε από κάποιο κλαδί στο δρόμο, κρατούσε κι ένα λαγό που είχε σκοτώσει με μια αυτοσχέδια σφεντόνα. Πήγε στην φωτιά και κράτησε για λίγο το μωρό στην αγκαλιά του. Εκείνο τον κοίταζε με τα γαλάζια του ματάκια διάπλατα ανοιχτά και έτεινε το χέρι να του πιάσει την μύτη. Το κούνησε λίγο στην αγκαλιά του, νοιώθοντας να τον πλημμυρίζει μια ζέστη μες τα στήθια. Η γυναίκα ακούστηκε να βογγάει, αλλά παρέμενε ασάλευτη στη θέση της.
Είχε πολλά να κάνει. Φαγητό για το μωρό, σκέφτηκε ότι έπρεπε να βρει γάλα κατεπειγόντως, φαγητό για τον ίδιο, αν και αυτό ήταν το τελευταίο που τον ένοιαζε, να φτιάξει φάρμακο για την πληγωμένη και να την ταΐσει κάτι. « Και νερό… βέβαια νερό!», μονολόγησε σκεπτόμενος ότι δεν της είχε δώσει καθόλου νερό όλη μέρα και θα πρέπει να ήταν πολύ διψασμένη. Και μέσα σ’ όλα, το «σκατούλι», βρώμαγε πάλι, μ’ εκείνη την χαρακτηριστική πρωινή μυρουδιά. Έφτυσε στο πάτωμα, προσποιούμενος ότι ήταν θυμωμένος:
-«Τι θα γίνει κύριε; Σκατούλι; Όλο φαγητό, ύπνο και κακά;», γέλασε μπροστά σ’ εκείνα τα υπέροχα γουρλωτά γαλάζια μάτια. Το χάιδεψε στο κεφάλι και ξανάρχισε την πρωινή δουλειά, με μεγαλύτερη πείρα τώρα. Μεγαλύτερη; Κάπως!
Ξεχάστηκε για λίγο πειράζοντας και περιποιούμενος το μωρό, τον επανέφερε όμως στην σκληρή πραγματικότητα το βλέμμα που έριξε στην γυναίκα. Βιάστηκε να τελειώσει. Πήρε τα βότανα που είχε μαζέψει, τα έβρασε στη φωτιά και τα άλεσε φτιάχνοντας μια αλοιφή, με την οποία επάλειψε τις πληγές της. Ανασήκωσε το κεφάλι της και την ανάγκασε να πιεί τον ζωμό από τον βρασμένο φλοιό της λεύκας. Δεν ήξερε τι άλλο να κάνει. Αποφάσισε να λείψει για λίγο. Μερικές προμήθειες ήταν ακόμα απαραίτητες ίσως και επείγουσες. Και πρώτα απ’ όλα το γάλα, ίσως και , αν ήταν τυχερός, λίγο ψωμί.
Περπατούσε κάπου μισή ώρα, όταν άκουσε μουγκανητά από το βάθος του μονοπατιού, μετά τα πρώτα έλη. Πλησίασε να δει καλύτερα με την ελπίδα να βρει ανθρώπους και το σημαντικότερο , να έχουν ζώα.
Μια μεγάλη καλύβα, κάτι σαν στάνη, φάνηκε μπροστά του μετά από διακόσια μέτρα. Κρύφτηκε σε μια συστάδα από σχίνα, γονάτισε και παρακολούθησε δυό άντρες, σκλάβους αν έκρινε καλά από τα ρούχα που φορούσαν, να γεμίζουν κάποια παχνιά με άχυρο και κριθάρι. Μάζεψε τα κουράγια του και πλησίασε. Δεν προκαλούσε ανησυχία ή φόβο, αφού το περπάτημά του και η όλη του στάση, πιο πολύ γέλιο προκαλούσαν…
-«Χαίρε…», φώναξε δυνατά. Έπρεπε να γίνει αντιληπτός από μακριά, να μην αιφνιδιάσει. Οι δυό άντρες που ήταν σκυμμένοι πάνω στα παχνιά, ανασηκώθηκαν απότομα και σκίασαν τα μάτια να δουν πιο καθαρά. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους :
-«Χαίρε κι εσύ ξένε», απάντησε ο ένας και πλησίασε κοντά του.
-«Ξένος δεν είσαι; Δεν σ’ έχω ξαναδεί εδώ. Πως λέγεσαι; Και από πού είσαι;»
Ο Θεμίστιος είπε το όνομά του και, ψέματα, ανέφερε τις Αφίδνες σαν πόλη του. Δήλωσε ταξιδιώτης για δουλειές και ζήτησε να ξεκουραστεί λίγο και να ξεδιψάσει. Οι δυό δούλοι τον κοίταξαν καχύποπτα, αλλά μη γνωρίζοντας ποιόν είχαν μπροστά τους, του πρόσφεραν μια κούπα με κρασί και λίγο ψωμί κριθαρένιο. Κάθισε να πάρει ανάσα, προσπάθησε να πιάσει κουβέντα μαζί τους και συμφώνησε να τους βοηθήσει με αντάλλαγμα λίγο γάλα, ψωμί και μια κανάτα κρασί. Έτσι το σούρουπο, τον βρήκε να γυρνάει στην Ελπινίκη φορτωμένος με καλούδια που τόσο πολύ τα είχαν ανάγκη. Του είχαν δώσει και κρεμμύδια και λίγο τυρί. Σπάνια γενναιοδωρία για άγνωστο, που τον έκανε να αναρωτηθεί πιο πολύ ακόμα για την συμπεριφορά του Κτήσιου. Δεν ήξερε γιατί ο πρώην σύντροφός του είχε φερθεί έτσι, αναγκάζοντας αυτόν να καταναλώνει επικίνδυνα τον χρόνο του, μετά την δραπέτευση από τον αφέντη. Βέβαια θα μπορούσε να είχε φύγει, χωρίς να δώσει καμιά σημασία στο θύμα της επίθεσης, αλλά κάτι μέσα του, τον έδενε κοντά της.
Άναψε ένα φανάρι, δυνάμωσε το τζάκι που είχε αρχίσει ν’ αδυνατίζει τη φωτιά του και έσκυψε κοντά στην Ελπινίκη. Το χρώμα της είχε επανέλθει στα χλωμά της μάγουλα και ο πυρετός έδειχνε να υποχωρεί. Χαμογέλασε! Ευχαριστήθηκε με τον εαυτό του. Μόνο που τώρα έπρεπε να κάνει αυτό που δεν είχε σκεφτεί. Η αναίσθητη γυναίκα, δεν είχε σηκωθεί καθόλου και όλες οι προσωπικές της ανάγκες …. Είχαν ολοκληρωθεί εκεί που βρισκόταν. Δείλιασε προς στιγμήν. Παρακάλεσε να μην θυμόταν μετά όλα αυτά που έπρεπε να κάνει ή καλύτερα να μην αναγκαστεί να τα ξανακάνει.
Κοίταξε έξω από την πόρτα. Η νύχτα είχε μαυρίσει τα πάντα. Έπεσε για ύπνο δίπλα στην γυναίκα και κοιμήθηκε έναν ανήσυχο και εφιαλτικό ύπνο. Το φανάρι που είχε ανάψει, φώτισε την κίνηση της Ελπινίκης και το βλεφάρισμα των ματιών της, καθώς ξυπνούσε από τον λήθαργο των δυό ημερών.

Πέμπτη 5 Μαρτίου 2015


Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26
Σήκωσε τα μάτια στον σκοτεινό ουρανό, που όμως με τα τόσα αστέρια του και την μεγάλη σελήνη, δεν ήταν και τόσο σκοτεινός. Ο μικρός «μπελάς», είχε αποκοιμηθεί στο μικρό δερμάτινο κουβερτάκι του, δίπλα στη φωτιά. Της παρείχε έτσι την λίγη ώρα ανάπαυσης που τόσο επιθυμούσε η Ελπινίκη. Καθισμένη στο πέτρινο πεζούλι της αυλής, άφησε το σώμα της να ηρεμίσει και το μυαλό της να περιπλανηθεί. Αναρωτήθηκε για τ’ αστέρια στον ουρανό, για το που βρίσκουν τη φωτιά τους, για το σβήσιμό τους το πρωί. Δεν μπορούσε να καταλάβει, αν και είχε ακούσει πολλές ιστορίες γι αυτά. Το μυαλό της δεν μπορούσε να δεχθεί καμία, είτε ήταν θρησκευτική, είτε ας το πούμε, φιλοσοφική. Μια συνήθεια του Τελευτία, ασυναίσθητα είχε γίνει και δική της. Πήρε ένα μικρό ίσιο κλαδί, έσπασε τα αγκάθια του και άρχισε να ζωγραφίζει σχήματα στο χώμα. Έκανε την σελήνη, κάποια αστέρια και αρκετά μακριά κάτι που έμοιαζε με τον ήλιο. Έσκυψε και τα παρατηρούσε στο φως της δάδας που έκαιγε δίπλα της. Σταύρωσε τα χέρια στα πόδια της κι έσκυψε να δει καλύτερα. «Κι αν ο ήλιος τα σβήνει;», σκέφτηκε. «Αν ο ήλιος είναι πιο λαμπερός απ’ αυτά, δεν θα έδειχναν σαν σβηστά;». Σήκωσε το κεφάλι ξανά ψηλά. Τα μάτια της έτσουξαν για λίγο σαν τα έτριψε. Απόρησε για τις σκιές που φαίνονταν στο φεγγάρι. Άρχισε να τις  συνδέει, έτσι ώστε να φτιάχνει εικόνες, πρόσωπα και θεϊκά χαμόγελα, όπως έκανε μικρή με τα σύννεφα. Γέλασε.
Η σιωπή που επικρατούσε τριγύρω της, ήταν εκκωφαντική. Απόλυτη ηρεμία, αν και κάποιο τριζόνι, προσπαθούσε να της κάνει συντροφιά. Ο επίμονος όμως και μονότονος ήχος του, δεν γινόταν πια συνειδητά αντιληπτός. Μια σκέψη της ήρθε στο νου. «Μπορεί και ο Τελευτίας να βλέπει τα ίδια αστέρια με μένα τώρα!». Η διαπίστωση αυτή της ζέστανε για λίγο την καρδιά. Ένοιωσε ένα δεσμό με τον άντρα π’ αγαπούσε. Έναν αστρικό δεσμό, όπως τον ονόμασε μέσα στο μυαλό της. Αναρωτήθηκε τι να κάνει τώρα, χωρίς ν’ ανησυχεί για την υγεία του. Ο άντρας αυτός στα μάτια της, φάνταζε ακατάβλητος από κάθε αρρώστια ή κούραση. Και ήταν φυσικό αυτό, αφού η αγάπη της, σχεδόν τον Θεοποιούσε. Απορροφήθηκε στις σκέψεις της αυτές κι έτσι, ήταν λογικό να μην ακούσει τον θόρυβο, τον ανεπαίσθητο ήχο στο πίσω μέρος της μικρής καλύβας. Ίσως πάλι να τον πέρασε για ήχο της φύσης. Μόνο τα χέρια που τυλίχτηκαν γύρω απ’ τον λαιμό της, την έκαναν ν’ αναπηδήσει απότομα φωνάζοντας. Προσπάθησε με χέρια και πόδια ν’ αντισταθεί, κλωτσώντας όμως στον αέρα και γρονθοκοπώντας το κενό. Τα χέρια έσφιξαν πιο πολύ στο λαιμό της. Τα μάτια της τώρα έβλεπαν κόκκινα στίγματα και η δύναμή της εξασθενούσε όλο και περισσότερο. Δεν μπορούσε να σκεφτεί καθαρά και άρχισε σε λίγα δευτερόλεπτα να παραλύει και να παραδίνεται. Λιποθύμησε στα χέρια ενός άντρα, με βρώμικα και κουρελιασμένα ρούχα. Τα χέρια του, γεμάτα μυς, ήταν μέσα στη λάσπη, απόδειξη ότι παρακολουθούσε την γυναίκα έρποντας μέσα στα έλη. Τα δόντια του ήταν σχεδόν σάπια, κάποια μάλιστα έλειπαν από την θέση τους και η αναπνοή του βρώμαγε σαν ψόφιο λέσι. Το στόμα του δεν μπορούσε να συγκρατήσει τα σάλια που έτρεχαν στο πηγούνι του και έφτυσε όταν μίλησε στον σύντροφό του, που έστεκε παραδίπλα.
-«Καλό μουνί ρε…», του είπε χρησιμοποιώντας μια προκλητική, ιταμή γλώσσα. Έγλειψε τα χείλια του, λες και πεινασμένος που έβλεπε φαγητό μπροστά του. Ο σύντροφός του συμφώνησε με ένα κούνημα του κεφαλιού. Έσκυψαν πάνω στην λιπόθυμη γυναίκα. Ο ένας έπιασε και χάιδευε τα μαύρα μαλλιά της, ενώ ο άλλος έχωσε το χέρι, ξεδιάντροπα ανάμεσα στα πόδια της. Έπιασε το τριχωτό αιδοίο και άγαρμπα έχωσε το μεσαίο του δάχτυλο με βία μέσα στην γυναίκα. Η ζέστη και η υγρασία του κόλπου της, τον φούντωσε. Έκανε τις φλέβες στο λαιμό του να πρηστούν και στο πρόσωπό του σχηματίστηκε μια παράξενη, εξωπραγματική γκριμάτσα. Έγλειψε το δάχτυλό του και άρχισε να αφηνιάζει το μυαλό του.
-«Θα περάσουμε καλά», ψιθύρισε στον πιο ρομαντικό του σύντροφο. Εκείνος πάλι δεν είπε τίποτα, παρά κούνησε ξανά το κεφάλι.
Ο πρώτος έσκισε το χοντρό λινό φόρεμα, άνοιξε τα πόδια της και έσκυψε το πρόσωπό του ανάμεσα στα σκέλια. Έκλεισε τα μάτια με ικανοποίηση όταν συνέλαβε την μυρωδιά της, στη μύτη. Του άρεσε αυτή η ανάμεικτη μυρωδιά. Χάιδεψε τα πόδια και την κοιλιά της, έφτασε στους γλουτούς και τους έσφιξε με όση δύναμη είχε, κάνοντας το δέρμα να κοκκινίσει. Η επιθυμία του, τον είχε κάνει να φέρεται ανεξέλεγκτα πια. Σήκωσε τα χέρια του και τα μύρισε αφήνοντας έναν αναστεναγμό να βγει από τα στήθια του. Έλυσε το κορδόνι από την μέση του και σήκωσε το ιμάτιό του. Ο πόθος του ξεπρόβαλλε σκληρός και έτοιμος για την εισβολή. Έπεσε πάνω στο λιπόθυμο κορμί και τέλειωσε την κάψα του, σε λίγα δευτερόλεπτα. Προσπάθησε για δεύτερη φορά. Λίγο καλύτερα τώρα, μπόρεσε να κρατηθεί περισσότερη ώρα και να το απολαύσει. Μάτωσε το μόριο του, από την αγριότητα της πράξης  και αφέθηκε σε μια άγρια κραυγή. Συνήλθε κάπως και αφουγκράστηκε για λίγο, μην υπάρχει κανείς άλλος στα έλη, εκτός από τον σύντροφό του. Χαμογέλασε από την ησυχία που επικρατούσε.
Ο δεύτερος των εισβολέων, είχε καθίσει παράμερα πάνω σε μια μεγάλη πέτρα και προσπαθούσε να μην έχει συμμετοχή. Κοίταγε και το πρόσωπό του έδειχνε μια υποψία αποστροφής. Κουνούσε νευρικά το πόδι του στο χώμα και τα χέρια του είχαν σφιχτεί γύρω από τα γόνατα του:
-« Άσε την Κτήσιε, έκανες αυτό που ήθελες , … άσε την τώρα. Καλύτερα να φύγουμε…», του είπε ψιθυριστά. Φάνηκε ότι χρειάστηκε αρκετή δύναμη για να μιλήσει στον σύντροφο του. Έστρεψε το βλέμμα του στην αντίθετη μεριά, να μην βλέπει αυτό που γινόταν.
Ο Κτήσιος, τον κοίταξε απορημένος. Ξαφνικά γέλασε:
-«Τι είπες; Να την αφήσω; Γιατί, για ποιο λόγο να την αφήσω; Τι φοβάσαι; Μια γυναίκα είναι, σιγά την αξία ρε. Μπορεί να μην είναι σκλάβα σαν εμάς, αλλά και πάλι μια γυναίκα είναι, χα χα χα. Και δεν βλέπω κανέναν εδώ κοντά να την υπερασπιστεί…», συνέχισε γελώντας. Σηκώθηκε όρθιος και πλησίασε τον άλλο. Τα μάτια του τώρα άστραφταν από την μανία που τον είχε καταλάβει. Σήκωσε το χέρι και κατάφερε ένα δυνατό χαστούκι στον άλλο, που δεν αντιστάθηκε. Ηρέμησε. Κάθισε και αυτός δίπλα του, σταυρώνοντας τα χέρια γύρω από τα πόδια του. Η γυναίκα, με σκισμένα τα ρούχα, λερωμένη με χώμα και τα σωματικά υγρά του άντρα, κείτονταν ξαπλωμένη ανάσκελα μπροστά τους, ακίνητη σαν άγαλμα. Μόνο η κοιλιά της κουνιόταν σε κάθε ανάσα της.
-«Ξεχνάς Θεμίστιε, τι τραβάμε τόσα χρόνια από τους όμοιους της! Ξεχνάς μάλλον πόσα μας έχουν κάνει οι Αθηναίοι ε; Πες μου λοιπόν, γιατί δεν μπορείς να τρέξεις. Πες μου…»
-«Εντάξει, εντάξει, σε καταλαβαίνω, αλλά νομίζω ότι το να κάνουμε τέτοια πράγματα, δίνει δικαιολογία για την συμπεριφορά των Αθηναίων. Δεν είναι ωραίο αυτό που κάνεις…»
-«Τι δεν είναι ωραίο ρε; Που την γάμησα; Γυναίκα δεν είναι; Τα είπαμε αυτά, μην τα ξαναλέμε…»
-«Θα μπορούσε δηλαδή να είναι μάνα…..»
-«Ε, και;»
-«Και η δικιά σου μάνα, γυναίκα δεν είναι; Δεν έχει καμιά αξία;»
-«Ναι ρε, γυναίκα είναι αλλά Θρακιώτισσα, γενιά περήφανη και όχι Αθηναία πόρνη και ψηλομύτα. Ρε αυτές τις ξετσίπωτες μην τις λυπάσαι. Σκέψου τι έχουν κάνει οι Αθηναίοι. Στο λέω και πάλι»
Ο Θεμίστιος δεν απάντησε. Κούνησε το κεφάλι απρόθυμα και άφησε τον άλλο να ξαναπάει κοντά στο ακόμα ζωντανό πτώμα της γυναίκας. Τον είδε να την τραβάει από το πόδι και να προσπαθεί να την βάλλει μέσα στην καλύβα, ενώ η προσπάθεια αυτή τον έκανε να βρίζει χυδαία:
-« Ξεκολιάρα πόρνη…. Δούλους θέλετε ε; Δούλους να σας κάνουν να νοιώθετε σπουδαίοι ε; Καλά σου έκανα μωρή. Και άλλα τόσα έπρεπε να σου κάνω, κι άλλα τόσα και πάλι λίγα θα ήταν…»
Άφησε το σώμα στην αυλή λίγο προτού μπει στην καλύβα, σηκώθηκε και κλώτσησε το αναίσθητο κορμί με μανία. Δεν μπόρεσε να ικανοποιήσει το μίσος του και σκύβοντας γρονθοκόπησε το όμορφο εκείνο πρόσωπο, που αμέσως γέμισε αίματα και σάλια, χώμα και πέτρες. Σταμάτησε και ανάσανε λαχανιασμένος. Κοίταξε γύρω του. Ο Θεμίστιος ακόμα καθότανε εκεί που ήταν. Μόνο που το βλέμμα του ήταν στραμμένο στον ουρανό τώρα. Χαμογέλασε, γνωρίζοντας την εξουσία που ασκούσε στον σύντροφό του. Ξαναγύρισε την προσοχή του στην Ελπινίκη. Χαμογέλασε χαιρέκακα και άρχισε να την τραβάει πάλι στην μικρή καλύβα. Τα στομαχικά υγρά της γυναίκας έκαναν μια μικρή γραμμή στο χώμα με αίμα και μικρά κομμάτια δέρματος. Τα μάτια της είχαν μελανιάσει και πρηστεί, ενώ οι γραμμές του προσώπου είχαν αλλάξει τόσο που κανείς δεν θα την αναγνώριζε πια.
Την πέταξε πάνω στα άχυρα, σε μια γωνιά. Της έσκισε όλο της το φόρεμα και το αφαίρεσε από πάνω της. Ένα καλλίγραμμο κορμί, γεμάτο μελανιές και γδαρσίματα, φάνηκε μπροστά του. Ο πόθος ανάκατος τώρα με την εκδικητική του μανία τον έκανε να υποφέρει ανάμεσα στα πόδια. Ο πληγωμένος φαλλός του επιθυμούσε και άλλη δράση. Έπεσε σαν ζώο πάνω της και την βίασε για τρίτη φορά, χωρίς να λογαριάσει το βλέμμα του φίλου του που τώρα στεκόταν στο άνοιγμα της πόρτας με μια δάδα στο χέρι, αν και ο μικρός χώρος, φωτιζόταν από την φωτιά στο υποτυπώδες τζάκι.
Η συνουσία κράτησε μερικά λεπτά. Δεν θα μπορούσε περισσότερο, αφού το μαχαίρι του Θεμίστιου, βυθίστηκε βαθιά στο σβέρκο του βιαστή. Τόσο βαθιά, που φάνηκε η ακίδα του μπροστά στον λάρυγγα. Ο Κτήσιος, τίναξε τα πόδια και τα χέρια του και έπεσε μπρούμυτα πάνω στην Ελπινίκη, λούζοντάς την με εκείνο το κατακόκκινο αίμα που παίρνει και ο ήλιος στη δύση του.
Ο Θεμίστιος, δεν κοίταγε τον νεκρό ή την γυναίκα. Το βλέμμα του είχε στραφεί στο βάθος του μικρού δωματίου, κοντά στη φωτιά, εκεί που δυό γαλανά ματάκια τον κοίταγαν αμίλητα. Το στρογγυλό προσωπάκι του μωρού, ήταν σοβαρό, μια όμως σκληρότητα έβγαινε στο βλέμμα του. Σκληρότητα; Μάλλον όχι, πως θα μπορούσε ένα μωρό να έχει σκληρή ματιά; Μα του Θεμίστιου του φάνηκε … σαν να είχε νόημα αυτή η ματιά. Του θύμιζε το βλέμμα των αρχόντων, εκείνο που δεν δεχόταν αντίρρηση στην διαταγή. Έκατσε στις φτέρνες του και σκούπισε τις ματωμένες παλάμες στο ιμάτιο του. Σηκώθηκε και πλησίασε το βρέφος. Κούτσαινε από το ένα πόδι πολύ, τόσο που θα ήταν αδύνατο να ισορροπήσει κάτι στα χέρια του, ένα δίσκο ας πούμε με ένα ποτήρι νερό. Σε κάθε του βήμα, όλο του το σώμα έκανε λες, βουτιά, μια στα δεξιά μια στ’ αριστερά. Ο πόνος φαινόταν καθαρά στο πρόσωπό του, σε κάθε του κίνηση. Κρατούσε την μέση του με ανεστραμμένες τις παλάμες, όπως οι έγκυες γυναίκες. Έφτασε στο μωρό και κάθισε αποκαμωμένος από την λίγη αυτή προσπάθεια. Το κοίταξε στα μάτια και του ήρθαν λυγμοί και δάκρυα:
-«Μάνα, μάνα…» είπε. «Μάνα είναι…», μονολόγησε. «Κι εσύ μάνα μου που είσαι; Θα με συγχωρέσεις που άφησα να γίνει αυτό που έγινε;». Σήκωσε τα χέρια ψηλά!
Άκουσε έναν ανεπαίσθητο θόρυβο. Γύρισε και είδε την χτυπημένη γυναίκα να σαλεύει. Όσο πιο γρήγορα μπορούσε, πήγε κοντά της. Έπιασε το κουφάρι του άντρα και το κύλησε μακριά της. Τα χέρια του, σε αντίθεση με τα πόδια, ήταν πολύ γερά. Ανασήκωσε με τρυφερότητα το κεφάλι της, απομακρύνοντας τα ματωμένα μαλλιά της από το παραμορφωμένο πρόσωπο. Θα μπορούσε ακόμα να την πει ωραία γυναίκα, παρ’ όλα αυτά που την είχαν σημαδέψει. Άκουσε τον βήχα της και την ανασήκωσε να μην πνιγεί από το αίμα που κυλούσε πάνω στο πηγούνι της, φτάνοντας ως το στήθος. Τράβηξε όσο μπορούσε το ιμάτιο της, να της σκεπάσει την γύμνια. Μόνο την δική του γύμνια, αυτής της ψυχής του δεν μπορούσε να σκεπάσει.
«Οι δυνατοί κυβερνάνε με την δύναμη και εμείς οι τιποτένιοι, κυβερνάμε με το πείσμα και την εκδίκηση», σκέφτηκε κοιτάζοντας το πρόσωπό της.
Την σφούγγισε μ’ ένα βρεγμένο πανί και την άφησε να κοιμηθεί πάνω στα γόνατά του.

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015


Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25
Κάτι κρύο κατάλαβε στο χέρι του. Ένα μέταλλο ή κάποιο κρύο υγρό τον ενοχλούσε. Άνοιξε τα μάτια του σε ένα όμορφο δειλινό. Η άκρη μιας ασπίδας κάποιου πολεμιστή, ακουμπούσε πάνω στον δεξί του αγκώνα και τον ενοχλούσε. Ο Τελευτίας ανακάθισε στο έδαφος και έτριψε τα μάτια του. Κατάλαβε την ώρα, από το χρώμα του ήλιου. Δίπλα του ο τόπος έσφυζε από ζωή και κίνηση. Και ήχους. Και μυρωδιές ανθρώπινες, δελεαστικά γνώριμες. Άκουσε κάποιον να βρίζει, έναν άλλο να βήχει με μανία…
-«Κοιμόμουν λοιπόν….», σκέφτηκε χαμογελώντας! Αναρωτήθηκε για το τι μπορεί να «μαγειρέψει» το μυαλό, ειδικά όταν είσαι κουρασμένος. Τεντώθηκε και ανακάλυψε ότι είχαν πιαστεί όλοι του οι μύες. Γύρισε ολόγυρα το βλέμμα του. Κανένας δεν ενδιαφερόταν γι αυτόν. Όλοι οι στρατιώτες είχαν και από κάτι να κάνουν. Άλλος προσπαθούσε να δέσει τα κορδόνια στα σανδάλια του, άλλος γυάλιζε το κράνος του, άλλος προσπαθούσε να λούσει τα μαλλιά του… σηκώθηκε και έκανε να περπατήσει. Στο βάθος του στρατοπέδου, λίγο πιο χαμηλά από κει που στεκόταν, αντίκρισε τη σκηνή των στρατηγών. Απ’ έξω στέκονταν ακίνητοι δυο άντρες με πλήρη πανοπλία και οπλισμό. Θυμήθηκε την σκηνή στο όνειρό του. Του φάνηκε σαν να είδε ακριβώς την ίδια εικόνα. Χαμογέλασε και πήρε μια μεγάλη ανάσα. Ο αέρας του θύμιζε κάτι…. Κάτι πολύ γνώριμο και οικείο. Έψαξε με τα μάτια να δει τα λουλούδια που έδιναν αυτή την ευωδία. Πουθενά όμως δεν αντίκρισε γιασεμιά και κρίνους. Κι όμως, ο τόπος όλος μύριζε αρκετά έντονα. Πήρε τον θώρακά του, απίθωσε στο χώμα το ξίφος του και κρέμασε την ασπίδα στην πλάτη. Φόρεσε το κράνος, υποσχόμενος στον εαυτό του να το διορθώσει κάποια στιγμή. Τα δόρατά του, ήθελαν μικροδιορθώσεις στην ακίδα τους. Θα τα άφηνε στον οπλουργό. Φόρεσε τον θώρακα και σήκωσε το μεγάλο  σπαθί, το πέρασε στην δερμάτινη θήκη και έκανε να κατέβει προς το κέντρο του στρατοπέδου. Αριστερά του κάποιοι στρατιώτες ασκούνταν στη ξιφομαχία υπό το βλέμμα ενός νεαρού λοχαγού, ενώ σε καμιά τριανταριά μέτρα μπροστά του, μια ομάδα από νέους, περίπου διακόσια άτομα σε σειρά, έτρεχαν με ελαφρύ τρεχαλητό, μέσα στη σκόνη που οι ίδιοι δημιουργούσαν, γυμνοί από την μέση και πάνω, με τον ιδρώτα αλλού να γυαλίζει τους μυς τους και αλλού να δημιουργεί ένα στρώμα λάσπης με την σκόνη. Θαύμασε τα κορμιά που έβλεπε, αλλά και δεν μπορούσε να μην σκεφτεί, πόσα απ’ αυτά τα παιδιά θα πέρναγαν τον Αχέροντα. 
Ο ήλιος είχε τώρα κοκκινίσει το απέναντι βουνό. Σκέφτηκε την Ελπινίκη και τον μικρό τους μπελά. Του άρεσε να τον αποκαλεί «μπελά». Την είδε στην φαντασία του να κάθεται έξω, στην μικρή αυλή με το μωρό στην αγκαλιά. Έβλεπε το χρώμα του λιογέρματος να της βάφει τα μαύρα της μαλλιά. Τα χέρια της τώρα είχαν γίνει άλικα, λες και ήταν αλειμμένα με το αίμα του ήλιου. Πόσο ζεστά ένιωθε κάθε φορά που την σκεφτόταν! Πόσο θα ήθελε να είχε φτιάξει μια μηχανή που να μπορεί να της μιλάει από μακριά! Ήξερε ότι κάποτε θα γινόταν κι αυτό, γιατί όπως του είχε πει κάποτε ο πατέρας του, όταν ήταν μικρός, ο άνθρωπος, αρκεί να σκεφτεί κάτι και σίγουρα κάποια στιγμή θα το κάνει. Όσο κι αν δεν θέλουν οι Θεοί και τα δαιμόνια! Ίσιωσε την ασπίδα που είχε αρχίσει να γέρνει στον ώμο του. Τίναξε τα πόδια και με μεγάλη του χαρά διαπίστωσε ότι είχε αρκετές δυνάμεις ακόμα παρά την ηλικία του. Σαν μεγάλος, είχε τα προνόμια από τους αξιωματικούς, να γυμνάζεται μόνος του κι όχι μαζί με τα νέα παιδιά, πολλά εκ των οποίων έπαιρναν εκπαίδευση για πρώτη φορά. Πλησίασε σε ένα δέντρο και πέρασε στο χέρι την ασπίδα, που κάποτε ανήκε σε έναν Αθηναίο, μάλλον ευγενικής καταγωγής, αν έκρινε σωστά, από τα ανάγλυφα στην οθόνη της. Ένα μεγάλο Α με δυό φίδια σταυρωτά. Οι φθορές βέβαια έδειχναν την συμμετοχή της σε μάχες. «Πολύ πιθανό», σκέφτηκε, «ίσως εναντίον των Θηβαίων και Χαλκιδέων, ίσως ακόμη….» και αυτό του άρεσε πιο πολύ, «εναντίον των Περσών , στις Σάρδεις». Χαμογέλασε με την σκέψη του και κοίταξε τον μεγάλο δίσκο. Προχώρησε προς τον μικρό λόφο δεξιά του, προσπαθώντας να ανέβει την ανηφόρα χωρίς να σταματήσει τον βηματισμό του. Ήθελε να μετρήσει τις αντοχές του, τα πόδια του αλλά και τα πνευμόνια. Δεν λαχάνιασε, μόνο αισθάνθηκε μια δυσφορία, τίποτα ανησυχητικό, αλλά κατάλαβε ότι έπρεπε να δουλέψει λίγο ακόμα αν ήθελε να είναι έτοιμος για μάχη. Σήκωσε τα φορτωμένα από όπλα χέρια του στον αέρα και δοκίμασε να κάνει ασκήσεις. Μια, δυό τρείς φορές, χαμογέλασε ικανοποιημένος ανακαλύπτοντας πως μπορούσε πολλές ακόμα. Μακριά από τους άλλους, ένοιωθε καλά. Πήρε μια μεγάλη ανάσα από τον μυρωδάτο αέρα. Η φωνή δίπλα του ακούστηκε καθαρή και δυνατή. 
-«Λοιπόν και οι γέροι θα πολεμήσουν τώρα;»
Γύρισε απότομα , ξαφνιασμένος, αφού δεν είχε προσέξει κανένα να ανεβαίνει μαζί του στο λόφο. Δεξιά του δεν είδε κάποιον. Κοίταξε καλύτερα … δυό άντρες ήταν ξαπλωμένοι κάτω από ένα πουρνάρι και σχεδόν καλυμμένοι, δεν γίνονταν αντιληπτοί. Φορούσαν θώρακα, φαίνονταν πολεμιστές, αλλά ο λευκός χιτώνας που φορούσαν οι Αθηναίοι, απλά δεν ήταν λευκός. Το σκούρο κόκκινο χρώμα που έβλεπε στους ώμους τους, του μαρτυρούσαν την καταγωγή τους. «Λακεδαιμόνιοι…», σκέφτηκε και κατέβασε ασυναίσθητα τα χέρια, σε στάση άμυνας. Οι δυό άντρες χαμογελούσαν, σχεδόν περιφρονητικά. Προσπάθησε να διακρίνει το πρόσωπό τους, μέσα από τις σκιές που δημιουργούσαν τα κλαδιά του πουρναριού. Κάποια στιγμή κατάφερε να διακρίνει και αυτό ήταν ένα μεγάλο σοκ για τον εγκέφαλό του. Τους ήξερε, αλλά ήταν σίγουρος πως δεν τους είχε ξαναδεί στη ζωή του. Τουλάχιστον στην θνητή του ζωή.
-«Ευρυ…. Ευρυάνακτα …. Σε λένε;», ρώτησε με τρόμο στην φωνή.
Ο άντρας στο οποίον απευθυνόταν, συνοφρυώθηκε και ανακάθισε. Έκανε να σηκωθεί, πιάνοντας το μεγάλο του σπαθί. Ο σύντροφός του, τον μιμήθηκε.
-«Και που ξέρεις το όνομά μου Αθηναίε; Ποιός είσαι; Πες μου…»
Κανείς από τους τρείς τους δεν μπορούσε να καταλάβει τι γίνεται. Κοιτούσαν ο ένας τον άλλο , αμήχανοι και απορημένοι.
-«Κι εσύ … πρέπει να είσαι ο Λίχης… έτσι; Από την Σπάρτη ναι;». Κινήθηκε προς το μέρος τους με αργά βήματα σωστά ζυγισμένα, να μη δείχνουν τα πόδια του βιασύνη, να μη δείχνει το σώμα απειλητική ή επιθετική διάθεση. Πλησίασε και επιδεικτικά με θόρυβο, έβαλε το σπαθί που κρατούσε στη θήκη. Αυτή η κίνηση ηρέμησε τους δυό ξένους, που έκαναν την ίδια ακριβώς κίνηση. Έτεινε το χέρι σε χαιρετισμό, ανταποκρίθηκαν. Όμως η απορία δεν είχε φύγει από τα μάτια τους και η απάντηση τους έκαιγε τα σωθικά. Κάθισαν. Τους είπε όλη την ιστορία, το όνειρό του, την συνάντησή τους, για τους νησιώτες που μάλλον θα συναντούσαν και αυτούς, για τον Απόλλωνα που τους υποσχέθηκε καλή και μεγάλη ζωή.
«… και εγώ δεν πίστεψα, απλά όνειρο ήταν, είπα, μέχρι που σας είδα. Και μα τον Δία, είσαστε αληθινοί… όπως στο όνειρο… με σάρκα και οστά!». Σταμάτησε και τους ξανακοίταξε βαθιά στα μάτια. Τον λόγο πήρε ο Ευρυάναξ:
-«Δηλαδή  θα συναντήσουμε και τους νησιώτες, όπως λες! Μια στιγμή γιατί θόλωσε το μυαλό μου…», είδε τον Λίχη που καθόταν λίγο πιο μακριά να κουνάει το κεφάλι καταφατικά, «… ο Θεός σου είπε μια… πώς να την πω… προφητεία; Σου είπε για την μάχη; Για την έκβασή της; Για την ζωή μας;». Το χαμόγελο στα χείλη του Σπαρτιάτη τώρα, ήταν μια  απορημένη και ηλίθια γκριμάτσα. 
-«Ναι, αυτό είδα… αλλά όχι για την έκβαση της μάχης. Όχι αυτό, μόνο για μας κατάλαβα…»
-«Και αυτόν τον Λάφιλο, πως θα τον γνωρίσουμε; Κάποιο χαρακτηριστικό; Εκτός βέβαια αυτόν τον πιτσιρικά δίπλα. Κάτι άλλο;»
Ο Τελευτίας κούνησε τους ώμους του, δείχνοντας ότι δεν ήξερε τίποτα άλλο. Γύρισε το βλέμμα στα ριζά του λόφου:
-«Κάτι μπορεί να μας δείξει ο Θεός…», είπε. Το πίστευε.
Ο ήλιος πια είχε αρχίσει να κρύβεται πίσω από το βουνό της Πεντέλης. Το γκρι χρώμα έβαφε τα σύννεφα  όλο και πιο σκοτεινά. Ο Λίχης άναψε ένα δαυλό και οι τρείς άντρες αποφάσισαν να κατέβουν στα καταλύματά τους. Πήραν το μικρό μονοπάτι και άρχισαν να κατεβαίνουν προσεκτικά, ανάμεσα από τις πέτρες και την αψιθιά. Ο Λίχης επηρεασμένος από την αφήγηση του Αθηναίου, έριχνε το βλέμμα τριγύρω… μήπως και δει τους νησιώτες. Έφτασαν την ώρα του συσσιτίου και κάθισαν να απολαύσουν το κριθαρένιο ψωμί, τις ελιές και το κρεμμύδι. Ήπιαν το κρασί που τους αναλογούσε και συνέχισαν την κουβέντα τους. Τον Ευρυάνακτα τον ενοχλούσε που ο Τελευτίας ήξερε τόσα πολλά γι αυτούς, ενώ εκείνος τώρα τον γνώριζε. Πειθαρχημένος όμως όπως ήταν, δεν έδειξε τίποτα. Γύρισε το βλέμμα προς την άκρη του στρατοπέδου, τρώγοντας με το δεξί χέρι, λερώνοντας τα γένια του με ψίχουλα. Η νύχτα έφτανε στο κατόπι τους, αργά – αργά και τους τύλιγε με το σκοτεινό της πέπλο. Τα μάτια άρχισαν να βαραίνουν και οι δυό Λακεδαιμόνιοι, συνεννοήθηκαν με το βλέμμα για λίγη ανάπαυση. Πρώτος ξάπλωσε ο Λίχης, ενώ ο φίλος του, έμεινε καθισμένος σε μια μεγάλη κοτρώνα, να συνεχίσει την ονειροπόλησή του. Προσπαθούσε να «χωνέψει» τα λεγόμενα του Αθηναίου. Προσπαθούσε να καταλάβει την κατάσταση γύρω του. Εκεί που είχε απλοποιήσει τη θέση του απέναντι των συμπατριωτών του, εκεί στη Σπάρτη, τώρα πάλι κάτι τον ενοχλούσε. Ίσως τώρα για πρώτη φορά να συνειδητοποιούσε, σοβαρά, την παρακοή τους απέναντι στους πάτριους νόμους. Ένα σφίξιμο τον έπιασε στο στομάχι, ένα περίεργο τράβηγμα, σαν αυτό που τον τυραννούσε όταν μικρό παιδί, έπρεπε να περάσει τις δοκιμασίες του μαστιγώματος και της τιμωρίας, στην Σπαρτιατική εκπαίδευση. Δεν φοβόταν, όχι συνειδητά τουλάχιστον, αλλά κάτι σαν υποσχόμενο κακό, ένοιωθε γύρω του. Μάλλον αναστάτωση που προερχόταν από την αβεβαιότητα της αφήγησης του Τελευτία.
Κάποια στιγμή, είδε τα δέντρα να λικνίζονται βαριεστημένα στο λίγο αεράκι της νύχτας. Κοίταξε τον ουρανό. Τόσα πολλά αστέρια, είχε πολύ καιρό να δει. Και τόσο καθαρά! Ξαφνικά του ήρθε στη μύτη μια ευχάριστη μυρουδιά. Μια πολύ έντονη μυρουδιά. 
-« Ία, ….», είπε δυνατά. Κι όμως αυτά τα λουλούδια, δεν υπήρχαν εκεί κοντά. Το είχε ψάξει στον δρόμο. Μα η οσμή ήταν τόσο έντονη, λες και είχε ξαπλώσει σε λιβάδι γεμάτο! Σηκώθηκε όρθιος και προσπάθησε να ρίξει μια ματιά. Απομάκρυνε τον αναμμένο δαυλό από μπροστά του και έκανε άλλη μια προσπάθεια να τρυπήσει το σκοτάδι, που εν τω μεταξύ είχε «πνίξει» το τοπίο. Άρχισε να γελάει, να γελάει δυνατά με βροντερό γέλιο. Δάκρυα ήρθαν στα μάτια του. Με το χέρι που κρατούσε την δάδα, έκανε κινήσεις στους άλλους πίσω από την πλάτη του , να δουν. Δεν είχε γυρίσει τα μάτια προς τους συντρόφους του κι έτσι παραλίγο να βάλει φωτιά σε ένα πανί που κρεμόταν από το διπλανό δέντρο. Το γέλιο του τώρα είχε γίνει βραχνό και η φωνή του αρκετά ένρινη:
-«Εδώ, απ’ εδώ βρε….», φώναξε
Στο βάθος, εκεί που το φως του μόλις φώτιζε, είδε ένα νέο να περπατάει. Ένα νέο ψηλό και αδύνατο, άταρο στο περπάτημα σε σκληρές πέτρες και στα σκοτάδια. Μα εκείνο που τον έκανε να γελάσει, ήταν …. ο πιτσιρικάς που περπατούσε δίπλα του. Τον κράταγε από το χέρι και μίλαγε ή μάλλον γκρίνιαζε ασταμάτητα , με μια ψιλή φωνή, λες και κοριτσιού.
-«Απ’ εδώ… Λάφιλε, απ’ εδώ….», φώναξε και έκανε τον νεαρό άντρα να σταματήσει απορημένος!!!