Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή 21 Αυγούστου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 47
Πρέπει να σηκώθηκε πάνω από τα τρία μέτρα το νερό μπροστά από το ξύλο της πλώρης. Εκείνο αγκομαχώντας προσπαθούσε να το καβαλήσει σαν άγριο άλογο. Η στριγγιά φωνή της του γλιστερού καταστρώματος και ο αέρας που φυσομανούσε στα τεντωμένα σκοινιά, έκανε τους ναύτες να κοιταχτούν μεταξύ τους, με τον φόβο στα μάτια. Γύρω, το απέραντο μπλε με τα αμέτρητα άσπρα πρόβατα που έρχονταν απειλητικά σιμά τους , δεν έδινε πολλές ελπίδες στους κουρασμένους ναυτικούς. Ο ουρανός είχε γεμίσει σύννεφα, κουρελιασμένα και γκρίζα, πολλά απ’ αυτά σχεδόν μαύρα, ενώ το κρύο πιρούνιαζε τους βρεγμένους άντρες. Δυό μέρες και μια νύχτα, ο αέρας δεν είχε κοπάσει ούτε στιγμή, μάλιστα μπορούσε κάποιος να πει, ότι δυνάμωνε κάθε ώρα που περνούσε. Το μεγάλο εμπορικό σκάφος που γύριζε από το μακρινό ταξίδι του στην Απουλία, όπου είχε ξεφορτώσει την πραμάτεια του, έμοιαζε σαν ένα μικρό καρυδότσουφλο, ή σαν πεσμένο φύλλο μέσα στο άγριο πέλαγος. Τα κύματα και τα ρεύματα του Αιγαίου, το ανεβοκατέβαζαν μια στον αφρό, μια στο βάθος των νερών, με την ευκολία που ο αέρας ταξιδεύει ένα πούπουλο. Κάποιος κεραυνός που χάραξε τον ορίζοντα σαν φωτεινό δέντρο, τους προειδοποιούσε για το κακό που ερχόταν. Ο καπετάνιος, έτρεχε πάνω κάτω στο ξύλο φωνάζοντας διαταγές και βρισιές στους έτοιμους να καταρρεύσουν από την κούραση ναύτες του, ξυπόλητος και μισόγυμνος, αρπάζοντας κάθε σχοινί που έβρισκε μπροστά του, σαν πίθηκος, για να στηριχτεί. Κάπου – κάπου φώναζε και κάποια επιδοκιμαστικά λόγια για θάρρος, για να ακολουθήσουν και πάλι οι αισχρές βρισιές του.
Ο Αμεινίας από την εξάντληση και τους εμετούς, δεν ήξερε που ακριβώς βρισκόταν, δεν καταλάβαινε τι ακριβώς γινόταν γύρω του. Του είχαν δώσει ένα τεντωμένο φλόκο να κρατήσει και να τον τραβάει σε κάθε λάσκο του, αλλά τον είχε αφήσει πολλές φορές για να αδειάσει το στομάχι του, που το μόνο που έβγαζε τώρα πια ήταν ένα πικρό υγρό, στη θάλασσα. Ο φίλος του ο Λάφιλος αγωνιζόταν κι αυτός με τους υπόλοιπους με όποιες γνώσεις ή ικανότητες είχε για τα θαλασσινά. Ένας ναύτης, κάποιος Λύκων από την Ρόδο, έπεσε στη θάλασσα από κάποια άστοχη κίνησή του και τώρα δυό άντρες είχαν σκύψει να τον ανεβάσουν στο σκάφος. Εκείνος χτύπαγε τα πόδια και τα χέρια πανικόβλητος, μέχρι που βρέθηκε κοντά σε ένα σκοινί που του είχαν ρίξει. Λίγο χοντρούλης, δυσκολευόταν να πλησιάσει το πλοίο, αλλά στερέωσε στο χέρι του καλά το σχοινί και αφέθηκε στο τράβηγμα των συντρόφων του. Ακούμπησε τις ξύλινες σανίδες στο πλάι και προσπάθησε να σαλτάρει στο κατάστρωμα. Φωνές κουράγιου ακούστηκαν από τους υπόλοιπους, φωνές που πιο πολύ θάρρος  έδιναν στον εαυτό τους παρά στον Λύκωνα  που προσπαθούσε πια να σηκώσει το σώμα πάνω από την κουπαστή. Καβάλησε το βρεγμένο ξύλο και ο Λάφιλος όρμησε να τον αρπάξει από το χιτώνιο και τους ώμους, όμως η θάλασσα, δεν είχε πει την τελευταία της λέξη. Ένα κύμα μεγάλο σαν σπίτι, έγειρε το πλοίο στο πλάι, υδάτινα χέρια τράβηξαν τον κουρασμένο ναυτικό από το στήθος και τα νερά τον ρούφηξαν στα σωθικά τους. Το τελευταίο πράγμα που θα θυμόταν ο Λάφιλος από τον άτυχο ναύτη, θα ήταν οι απεγνωσμένες προσπάθειες των χεριών να αρπαχτούν … από κάπου. Η θάλασσα έκλεισε πάνω από το σώμα του Λύκωνα και τον οδήγησε στα βάθια της, αφήνοντας την τελευταία ένδειξη ζωής… κάποιες φυσαλίδες!
Δεν υπήρχε χρόνος να σκεφτούν το περιστατικό άλλο. Η ζωή τους κινδύνευε και έπρεπε να βιαστούν, να μαζέψουν ότι μπορούσαν από το σκισμένο πανί, που όποτε τα έδεναν, ο αέρας έκοβε τα χοντρά σχοινιά και το άνοιγε διάπλατα. Και όπου αυτό έγερνε, παράσερνε και το σκάφος, γεμίζοντάς το νερά και φόβους.
Πριν κάποιες μέρες ο Λάφιλος με τον μικρό του συνοδό, είχαν φτάσει στο λιμάνι του Πειραιά, μετά την μεγάλη μάχη ενάντια στον Ασιάτη. Η κατάσταση εκεί ήταν πολύ τεταμένη, πολεμικά πλοία είχαν δέσει ερχόμενα από τον κόλπο της Μουνιχίας, φόρτωναν προμήθειες και στρατιώτες πάνοπλους, πεζοναύτες που είχαν διαταχθεί να προφυλάξουν τα νερά της Αθήνας. Κάθε λίγο και κάποια τριήρης έφευγε με όλη την ταχύτητα των κωπηλατών της προς το ανοικτό πέλαγος και κάποια άλλη ερχόταν για να ενθουσιάσει τον Καλύμνιο Μαραθωνομάχο. Κάποιοι στρατιώτες αναγνώρισαν τον Λάφιλο, κάποιοι που κι αυτοί είχαν έρθει από το πεδίο της μάχης, τον χτυπούσαν φιλικά στον ώμο και τον προσκαλούσαν στα καπηλειά για κρασί. Σε όποια ταβέρνα κι αν πήγαν, ότι ήπιαν και έφαγαν ήταν πάντα κερασμένα από τον κάπελα, το λιγότερο που θα μπορούσε άλλωστε να κάνει για αυτούς τους ήρωες . Κι όταν ο νησιώτης ζήτησε διευκόλυνση να βρει πλοίο, όλοι προθυμοποιήθηκαν να τον βοηθήσουν. Και ήταν δύσκολο πράγμα αυτό, αφού εκτός από τα πλοία του πολέμου, τις περήφανες τριήρεις, κανένα άλλο σκάφος δεν τολμούσε να ανοιχτεί στα βαθιά τέτοια εποχή, τώρα που περίμεναν τους ανέμους από τον νότο. Και ειδικά όταν όλοι σχεδόν οι γλάροι κυνηγούσαν στην στεριά και οι χήνες στην άκρη του μόλου έκρωζαν με χαμηλωμένο το κεφάλι. Σημάδια κακοκαιρίας αυτά, σημάδια καταστροφής!
Ένας νέος γύρω στα δεκαπέντε, άνοιξε την πόρτα του καπηλειού, όπου ο Λάφιλος γελούσε με την παρέα άλλων πέντε ανδρών, αφηγούμενος  κάποια από  τα κατορθώματα της μάχης.
-«Ε, εσύ ο νησιώτης, εσύ δεν είσαι αυτός που ψάχνει για πλοίο; Για τα νησιά εκεί κοντά στην Ασία;»
Ο Λάφιλος γύρισε το κεφάλι και πετάχτηκε όρθιος στη στιγμή. Κοίταξε τον νεαρό με λαχτάρα στα μάτια και ένευσε καταφατικά. Ο Αμεινίας δίπλα του από την χαρά, είχε αρχίσει να του τραβά το χιτώνιο, σαν να του έλεγε…. φεύγουμε.
-«Εκεί στην άκρη του λιμανιού, μετά την ταβέρνα του Πάτωνα του Σκυλομούρη, άκουσα ότι ένα πλοίο, εμπορικό πλοίο που μόλις ήρθε από την Απουλία, θα φύγει για την Ρόδο. Κάπου εκεί δεν θέλεις να πας; Νομίζω ότι κάτι φορτώνει τώρα, αλλά σύντομα θ’ ανοίξει πανιά για τις θάλασσες. Πρέπει να βιαστείς όμως, δεν ξέρω πότε μπορεί να φύγει… άντε τι περιμένεις…»
Ο νησιώτης δεν ήθελε δεύτερη κουβέντα. Χαιρέτισε βιαστικά τους συντρόφους του και βγήκε στο φως του ήλιου, προσπαθώντας να προστατευτεί με την ανάστροφη του χεριού του. Ο Αμεινίας είχε ήδη αρχίσει να τρέχει και έφτασε στην άκρη του λιμανιού, μέχρι που αντιλαμβανόμενος ότι δεν ήξερε που να πάει, σταμάτησε απότομα, γυρίζοντας παρακλητικά το κεφάλι στον φίλο του. Σήκωσε το χεράκι του κι έκανε νόημα να βιαστεί. Ο Λάφιλος, χαμογέλασε και άρχισε να περπατάει πιο γρήγορα. Δεξιά τους μικρές καλύβες, οι πιο πολλές φτιαγμένες πρόχειρα από ξύλα και διάφορα κουρέλια, είχαν μετατραπεί σε ταβέρνες όπου σέρβιραν φτηνό κρασί, νερωμένο και άνοστο, ακόμα πιο φτηνές πόρνες και βρώμικο φαγητό φτιαγμένο στο πόδι. Κάποιοι στρατιώτες με όλο τον οπλισμό τους, προσπαθούσαν να επιβάλλουν κάποιους κανόνες στην γενική αναρχία που επικρατούσε. Έμποροι  που φώναζαν με όλη τη δύναμη των πνευμόνων τους, βράχνιαζαν τους ήχους διαμαρτυρίας για τα πλοία που έμεναν στο λιμάνι δεμένα,  άλλοι που διαφήμιζαν την πραμάτεια που είχαν απλωμένη στους χωμάτινους δρόμους, και άλλοι που τσακώνονταν με πόρνες και νταήδες ή μικροκλέφτες , με ανταγωνιστές και μεθυσμένους. Η γριά που είχε απλώσει φακές στο χώμα, πάνω σε ένα βρώμικο κομμάτι πανιού, προσπαθούσε να απομακρύνει τις μύγες και τις σφήκες που πολιορκούσαν το εμπόρευμα. Παραδίπλα τρεις πάγκοι με ψάρια, βρώμιζαν όλη την περιοχή με την…. «μυρωδιά της θάλασσας», όπως με θράσος διαφήμιζαν οι πωλητές, ενώ τα εντόσθια που καθάριζαν οι βοηθοί, με τα κομμένα κεφάλια των ψαριών, τα νερά που έριχναν για να φανούν φρέσκα, παρά τον φόβο των ραβδοφόρων στρατιωτών, έκαναν το χώμα όλο λάσπη. Σκυλιά και γάτες μοιράζονταν το τοπίο με μεγάλους αρουραίους που ένιωθαν ότι βρίσκονταν σε παραδεισένιους τόπους. Η βρωμιά ήταν ανυπόφορη, αλλά δεν έδειχνε να πειράζει κανέναν, αφού έτσι κι αλλιώς οι περισσότεροι ήταν μεθυσμένοι θαμώνες των καπηλειών. Κάποιος έκανε εμετό στη μέση του δρόμου και αμέσως ένας μικρός στρατός ποντικών όρμησαν να επωφεληθούν. Εκεί, ανάμεσα σε όλη αυτή την «ευχάριστη» εικόνα, κάποιες γριές πόρνες, προσπαθούσαν να πουλήσουν τα κάλλη τους ή να κλέψουν το πουγκί κάποιου «κατεστραμμένου» από το κρασί ναυτικού. Δεν άργησαν να βρουν την ταβέρνα του Πάτωνα, στην άκρη του λιμανιού, μερικά μαγαζιά μόνο πριν τελειώσει ο μόλος. Ήταν ένα κτίσμα φτιαγμένο από πέτρες βρώμικες, με τον ένα τοίχο σχεδόν γκρεμισμένο και επιδιορθωμένο με ξύλα και τρύπια δέρματα. Έξω στην πόρτα, έστεκε και γελούσε με δυό προχωρημένης ηλικίας ιερόδουλες, ένας άντρας πανύψηλος και με μεγάλη κοιλιά, τόσο μεγάλη, που οι δυό φίλοι δεν είχαν ποτέ ξανά δει στη ζωή τους. Τα γένια του ήταν μακριά και απεριποίητα, γεμάτα με λίγδες και ξεραμένα λίπη, ανέδιδαν μια μυρουδιά χαλασμένου, ξινισμένου κρασιού και κάθε τόσο έβαζε το δάχτυλο στα ρουθούνια εναλλάξ, να καθαρίσει … ότι μπορεί να υπήρχε ξεραμένο εκεί.
Τον πλησίασαν και σαν είδαν σε κάποιο χαμόγελό του προς τις γυναίκες, να ξεπροβάλλουν δυό μεγάλοι κυνόδοντες που καβαλούσαν το πάνω χείλος, συνειδητοποίησαν πόσο ταιριαστό ήταν το παρατσούκλι που του είχαν δώσει:
-«Μάλλον γουρουνόφατσα θα τον έλεγα….», ψιθύρισε με ένα μεγάλο χαμόγελο ο Αμεινίας. Ο φίλος του συμφώνησε με κούνημα του κεφαλιού. Όταν τον ρώτησαν για το σκάφος που τους ενδιέφερε, άκουσαν, έκπληκτοι, μια βελούδινη, μελωδική φωνή, να βγαίνει από κείνο το άγριο στόμα. Ο γίγαντας με το καταλερωμένο ιμάτιο, έδειξε τέτοια προθυμία που κανείς δεν θα το περίμενε. Υπομονετικά τους είπε ότι ήξερε για το πλοίο στη στροφή του μόλου, για το πότε είχε ακούσει για απόπλου, για το τι θα κουβαλούσε στα αμπάρια του, για τον καπετάνιο και το πλήρωμα, αφήνοντας κατά μέρος τις δυό πόρνες που ακουμπούσαν ξεδιάντροπα πάνω του.  Τον ευχαρίστησαν και έστρεψαν προς το πλοίο, σηκώνοντας τα μικρά δισάκια τους στον ώμο. Δεν είχαν απομακρυνθεί πολύ, όταν άκουσαν πίσω τους τον άντρα που τους είχε τόσο ευγενικά βοηθήσει:
«Τους βλέπετε αυτούς τους δυό; Ήταν εκεί, κάτω στην παραλία, πολέμησαν τους βάρβαρους…. Οι Θεοί να τους έχουν καλά…»
Οι δυό φίλοι, κοιτάχτηκαν, μισογυρίζοντας το κεφάλι. Χαμογέλασαν και ο Λάφιλος ένιωσε δυό μέτρα ψηλότερος.
Το σκάφος ήταν ένα δικάταρτο σκαρί, φτιαγμένο από ξύλο έλατου και κατά συνέπεια ελαφρύ και ευκίνητο, όπως οι τριήρεις, έδειχνε να μην έχει φορτώσει ακόμα αφού η τρόπιδα ήταν πολύ ψηλά. Βαμμένο στο χρώμα του ώριμου βερίκοκου, με μαύρες γραμμές από την πλώρη μέχρι την πρύμνη, έμοιαζε με … χοντρό δελφίνι, που σε κάθε παφλασμό της θάλασσας, αναστέναζε μια βραχνή φωνή. Η σανίδα που το ένωνε στην πρύμνη του με την στεριά, ανεβοκατέβαινε στο ρυθμό των κυμάτων. Ο Λάφιλος το παρατήρησε αρκετά προσεκτικά, δίνοντας προσοχή, τόσο στο σκάφος το ίδιο, όσο και στο πλήρωμα που ανεβοκατέβαινε συνέχεια κουβαλώντας κάποια κακοραμμένα σακιά και διάφορα άλλα εμπορεύματα, όπως υφάσματα και καλάθια με ελιές, πάνω στο ανοιχτόχρωμο κατάστρωμα. Του φάνηκαν άντρες δυνατοί και καλοδουλευτάδες. Έκανε νόημα στον Λάφιλο να σταθεί εκεί στην άκρη της προκυμαίας και επιχείρησε ν’ ανέβει την μικρή διαβάθρα, μέχρι το σχεδόν χωρίς δόντια στόμα ενός ηλικιωμένου άντρα, φτύνοντας σάλια, τον ρώτησε με αρκετό θράσος για τις προθέσεις του. Ζήτησε να δει τον καπετάνιο:
-«Ορέ καπετάνιο, κάποιος εδώ …. ασχημάντρας, σε ζητάει.», ακούστηκε η βραχνή φωνή του μεσήλικα ναύτη.
Πέρασαν περίπου δυό λεπτά μέχρι που κάποια κίνηση φάνηκε από το καμπανέλι, εκεί που στερεωνόταν   το έκταμα. Κάτω από το μεγάλο σχοινί, στερέωνε σαν έρμα κάποια εμπορεύματα, ένας νέος άντρας. Δεν πρέπει να είχε περάσει τα τριάντα χρόνια του και το μισόγυμνο σώμα του, με ανάγλυφους όλους τους μυς, τις  φλέβες πρησμένες και τα μπράτσα μαυρισμένα από τους τόσους μήνες στην αρμύρα, ενέπνεε εμπιστοσύνη. Στο αριστερό του χέρι, κρατούσε κάτι, σαν κουμπάσος φαινόταν, ενώ οι πατούσες του γυμνές, είχαν σκληρύνει τόσο που δεν καταλάβαινε καμιά από τις σκλήθρες του καταστρώματος. Έφτασε κοντά στον νησιώτη με ένα ανάλαφρο πήδημα πάνω από την ματζαβόλτα δυό μικρών πέτρινων αγκυρών. «Ζύγιασε» τον Λάφιλο για μερικά δευτερόλεπτα, σμίγοντας τα φρύδια και έπαιξε το όργανο που κρατούσε στο χέρι.
-«Ποιος με ζητάει;», ρώτησε με μια αρκετά ένρινη φωνή. Έκανε νόημα στον Καλύμνιο με το χέρι, σαν να του έλεγε «εσύ;» και περίμενε την απάντησή του, ενώ φώναζε σε κάποιους ναύτες του: «ξεμπότσαρε βρε γαϊδουροτόμαρο τις τραβέρσες, άντε βρε…, όχι κοντά στο μπουντέλι βρε ηλίθιε…, και από τα ξάρτια…» , γύρισε σ’ ένα άλλο άντρα: «… άσε ρε φαφούτη την παράλλαξη λεύτερη … που να σου κόψει ο Δίας τ’ αρχίδια βρε…».
Ο Λάφιλος εξήγησε και το ποιος ήταν και το τι ήθελε. Περίμενε αντιρρήσεις από τον ναυτικό, αλλά προς έκπληξή του, είδε ένα χαμόγελο να ζωγραφίζεται στο πρόσωπό του. Τα  ίσια , ολόλευκα δόντια του τον έκαναν αρκετά συμπαθητικό, μέχρι και γοητευτικό. Η αναφορά και μόνο του επισκέπτη στην μάχη κάτω στην παραλία του Μαραθώνα, τον είχε κάνει πρόσχαρο και πρόθυμο στις χάρη που του είχε ζητήσει. Ούτε ναύλο διανοήθηκε να ορίσει.  Έβαλε το χέρι γύρω από τους ώμους του νιόφερτου και τον τράβηξε προς την μεριά της στεριάς, για να βρεθούν μετά από λίγο, σε ένα από τα κακόφημα καπηλειά των ναυτικών, να πίνουν κρασί και να τρώνε κρεμμύδια με ψωμί από κριθάρι. Η πολεμική εμπειρία του νησιώτη, άνοιγε κάθε πόρτα της καρδιάς και της ψυχής όλων.
Η βροχή δυνάμωνε κάθε λεπτό που περνούσε, το μπουρίνι αυτό ήταν κάτι που δεν είχαν ξαναπαντήσει  οι ναύτες άλλη φορά. Από στιγμή σε στιγμή, θα έπρεπε να συναντήσουν την πρώτη από τις Καλυδνίους νήσους, την Λέρο, που ο μεγάλος και βαθύς κόλπος της θα τους προσέφερε ασφάλεια. Εκεί θα μπορούσαν να περιμένουν όσο χρειαζόταν, να κοπάσει ο καιρός. Όμως πρώτα έπρεπε να φτάσουν μέχρι εκεί, να μπουν στον μυχό και να μην μετρήσουν άλλες απώλειες σε πλήρωμα, όπως αυτή του Λύκωνα, αλλά και σε εμπόρευμα. Το ξύλο είχε αρχίσει να τρίζει υπερβολικά, τα σχοινιά όλα λάσκαραν από μόνα τους, αν και βρεγμένα και το σκαρί, χωνόταν πάνω από τρία μέτρα μέσα στο νερό, που άφριζε παντού στο κατάστρωμα. Οι άντρες είχαν, αρκετή ώρα τώρα, ξεπεράσει τα όριά τους και η νύχτα που φαινόταν στον ορίζοντα να έρχεται, τους αποκάρδιωνε τελείως. Κάποια στιγμή, μια ξέρα φάνηκε μπροστά, λες τέρας που με ολάνοιχτο στόμα, προσπαθούσε να τους καταπιεί. Το οιάκιο στα χέρια του καπετάνιου, δεν πρόβαλε μεγάλη αντίσταση, σημάδι πως είχε σπάσει. Και το χειρότερο… φάνηκαν πολύ κοντά τα κοφτερά βράχια, αριστερά του σκάφους. Με διαταγή που ακούστηκε σαν στριγκλιά πάνω από τον εκκωφαντικό θόρυβο, οι ναύτες έβγαλαν τα μεγάλα κουπιά, προσπαθώντας να σπρώξουν το πλοίο μακριά από τα θεόρατα δόντια της ξηράς. Άλλοι κωπηλατούσαν, και άλλοι έσπρωχναν τα βράχια. Πολλά κουπιά έσπασαν σαν κλαδιά δέντρου σε καταιγίδα, άλλα έπεφταν με δύναμη πάνω στο νερό, χωρίς να μπορούν να προσφέρουν τίποτα στην διάσωση του σκάφους. Ο Χάρος, φαινόταν να πετάει με εκείνο το χαιρέκακο χαμόγελό του, από πάνω τους. Κι όλο πλησίαζε! Οι φωνές του καπετάνιου είχαν πια δυναμώσει τόσο, που θα απορούσε κανείς πως έβγαινε από κείνο τον λαιμό! Ένας ναύτης είχε γονατίσει, παρατώντας ότι έκανε, προσπαθώντας να προσευχηθεί, για να δεχτεί μια γερή μπουνιά στο κεφάλι  από τον αεικίνητο καπετάνιο. Ο γιγαντόσωμος υποπλοίαρχος, κάποιος Κήρων που το παρατσούκλι του ήταν «αφτιάς», ευνόητο για ποιο λόγο αν κανείς έβλεπε το κεφάλι του, κρατούσε δυό σχοινιά και προσπαθούσε να τα τεντώσει, να γυρίσει τον φουσκωμένο ημιφλόκο  στα δεξιά του, να απομακρύνει το σκαρί. Τον βοήθησε ο Λάφιλος και άλλοι δυό νεαροί ναύτες, που τα ματωμένα χέρια τους, πρόδιδαν την προσπάθεια που κατέβαλλαν. Το τέλος πια φαινόταν κοντά και η έμφυτη μοιρολατρία των ναυτικών, άρχισε να κερδίζει έδαφος στην καρδιά τους, με την παραίτηση να είναι αμείλικτα κοντά.
Αυτό που πέρασε πάνω απ’ τα κεφάλια τους, δεν ήταν κύμα, ούτε σκουπίδι που έφερε ο αγέρας. Είχε φτερά και ήταν άσπρο, έκρωζε δυνατά μα δεν ήταν γλάρος. Δεν ήταν από τα γνωστά θαλασσοπούλια που κυριαρχούσαν στο Αιγαίο. Ο καπετάνιος το κοίταξε με προσοχή, μέσα στον χαμό που γινόταν γύρω του.  Χαμογέλασε αφήνοντας τα δόντια του να φανούν ακόμα πιο άσπρα ανάμεσα στα γένια του κουρασμένου του προσώπου και σήκωσε το χέρι. «Άλμπατρος…», φώναξε, επιμένοντας να δείχνει προς τον ουρανό, «… σωθήκαμε σύντροφοι, σημάδι των Θεών…. Άλμπατρος…», επανέλαβε με όση δύναμη είχε απομείνει στα πνευμόνια του. Τα είχε δει κάποτε σε ένα ταξίδι του στη Σικελία, εκεί τα έμαθε και του είπαν την τύχη που κουβαλούσαν στην πλάτη τους. Και οι ναύτες ήταν και θα είναι πάντα προληπτικοί, κάθε σημάδι που βλέπουν, προσπαθούν να το ερμηνεύσουν. Κάθε σημάδι βέβαια, ένας έξυπνος καπετάνιος, θα μπορούσε να το εκμεταλλευτεί προς όφελός του. Αυτό επιχείρησε και τώρα ο κυβερνήτης του πλοίου. Αλλά σαν από θαύμα, ο αέρας κόπασε μέσα σε μια στιγμή, λες και κάποιος έκλεισε την ουράνια πόρτα που τον είχε αφήσει ανεξέλεγκτο. Η θάλασσα, δεν άργησε κι αυτή να καλμάρει, να κατεβάσει τα κύματά της και να ξαναγίνει σαν διάφανο γυαλί. Το σκαρί, ακουμπούσε λες και θαλασσοπούλι που ξεκουραζόταν στο νερό. Η ξέρα μπροστά τους, ήταν τώρα εύκολα αντιμετωπίσιμη, με ένα μόνο τίναγμα της αριστερής σειράς των κουπιών. Τα βράχια κι αυτά φαίνονταν ακίνδυνα ίσως και φιλικά, όταν άφηναν το νερό να μουρμουρίζει ανάμεσά τους και να τονίζουν την αιώνια μοναξιά τους.
Οι ναύτες αγκαλιάζονταν με γέλια και χαρά, με φωνές και ικανοποίηση. Πανηγύριζαν σαν μικρά παιδιά που μόλις είχαν κερδίσει κάποιο δώρο. Ο Λάφιλος αγκάλιασε τον Αμεινία, που ακόμα έτρεμε από τον φόβο του κι έκλαιγε από την χαρά του. Ένιωθε φόβο και  ευτυχία μαζί, γελούσε κι έκλαιγε την ίδια στιγμή. Ο Λάφιλος τον έσφιξε δυνατά και το παιδί έδειχνε να ηρεμεί. Προσπάθησε να σκουπίσει τις μύξες και τα νερά που έτρεχαν στο πρόσωπο. Το πλοίο τώρα έπλεε απαλά προσπαθώντας να μπει στον κόλπο της Λέρου, παίρνοντας μια μεγάλη, αργή στροφή, όταν άνοιξαν και πάλι οι ουρανοί και η βροχή άρχισε να πέφτει ορμητική και κάθετα. Όμως η θάλασσα παρέμενε ήσυχη, εκτός από τα άπειρα χτυπήματα των σταγόνων τ’ ουρανού. Οι άντρες σήκωσαν τα χέρια προς τα πάνω, λες και προσπαθούσαν να ξεπλύνουν το αλάτι από το σώμα τους. Κάποιο φως φάνηκε στο μισοσκότεινο βάθος εκεί που η στεριά συναντούσε το νερό, εκεί που πρέπει να ήταν το λιμάνι. Είχε πια νυχτώσει και τα φώτα γίνηκαν δύο, μετά τρία και μετά πολλά. Ακούγονταν και φωνές τώρα, σαν μακρινοί ήχοι, σαν τσιρίγματα, σαν βουίσματα. Έφτασαν στον μόλο, περασμένη ώρα, με τον ουρανό χωρίς ένα άστρο και την βροχή να μην λέει να κοπάσει. Μουσκεμένοι, έδεσαν το πλοίο και αφού ορίστηκε η σειρά των φυλάκων, οι υπόλοιποι, βιαστικά, κατευθύνθηκαν προς το πιο κοντινό καπηλειό. Λίγο κρασί τώρα, ήταν βάλσαμο. Ο καπετάνιος, πλησίασε τον Λάφιλο:
-«Να είσαι τόσο κοντά στον τόπο σου, αλλά και συνάμα τόσο μακριά ε; Αλήθεια πως νιώθεις;»
Κούνησε το κεφάλι πριν του απαντήσει ο Καλύμνιος. Κοίταξε προς τα ανατολικά λες και μπορούσε να δει το νησί του. Το πρόσωπο ήταν σκυθρωπό, σκοτεινό σαν την νύχτα.
-«Πρώτα ευχαριστώ τους Θεούς που είμαστε ζωντανοί και γεροί. Που δεν βουλιάξαμε στα μαύρα βάθια της θάλασσας… και το μέρος μου, αύριο θα το δω. Τόσο καιρό λείπω, τι αξία έχει μια νύχτα παραπάνω; Αλήθεια όμως… κάτι μέσα στην καρδιά μου, χτυπάει δυνατά…»
-«Λαχτάρα το λένε μωρέ… λαχτάρα!»
Γέλασαν και οι δυό, γέλασε και ο μικρός Αμεινίας μαζί τους. Τράβηξαν προς το καπηλειό και το ξημέρωμα  βρήκε τους δυό άντρες  ξαπλωμένους κάτω από την τέντα της πλώρης του πλοίου, τύφλα στο μεθύσι και τον μικρό σύντροφό τους να κοιμάται ανάσκελα με χαμόγελο στα χείλη.

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 46
Μπορούσε λες κάποιος ν’ ακούσει τους χτύπους της καρδιάς του από απόσταση, που χτύπαγε τόσο δυνατά, σαν ταμπούρλο σαν να  σήμαινε επίθεση φάλαγγας. Η ανάσα του κοφτή και γρήγορη, ενώ το φούσκωμα στο στήθος, του προκαλούσε μια τέτοια δυσφορία που αναγκάστηκε να στηριχτεί στον κορμό της τεράστιας βελανιδιάς δίπλα του. «Γέρασα», σκέφτηκε με μια απογοήτευση στα μάτια…, «γέρασα και όλα τώρα μου φαίνονται δύσκολα και σχεδόν ακατόρθωτα. Βουνό…»
Σε μικρή απόσταση από το σημείο που τελικά σταμάτησαν, τα μάτια του Τελευτία αντίκριζαν τα τείχη της Καδμείας με τις μεγάλες πύλες της. Λέγεται ότι η πόλη είχε δεκατέσσερις, αυτό δεν μπορούσε βέβαια να το δει από κει που στεκόταν, περίφημες για την ομορφιά τους και την αρχιτεκτονική τους τελειότητα, συνδεδεμένες με τον μύθο της Νιόβης. Ο Θεμίστιος γονάτισε δίπλα του και του έδωσε το φλασκί με το κρασί. Κοίταξε και αυτός προς την μεριά της πόλης, μισοκλείνοντας τα μάτια και σμίγοντας τα φρύδια. Είχε παρατηρήσει πως, εδώ και λίγο καιρό, η όραση του δεν ήταν πολύ καλή, είχε αρχίσει να θολώνει στις μεγάλες αποστάσεις. Πρόσεξε ένα τεχνούργημα, κάτι σαν μεγάλο άγαλμα στο κέντρο της μικρής κοιλάδας μπροστά τους, που στεκόταν με τα λαμπερά του χρώματα δίπλα στον δρόμο που οδηγούσε στην κεντρική πύλη της πόλης. Προσπάθησε να διακρίνει καλύτερα. Του φάνηκε σαν ανδριάντας, ή σαν άγαλμα, ψηλό, πάνω από τρία μέτρα, με το χέρι του υψωμένο σε περίεργη στάση, λες και έσπερνε σπόρους στη γη από ψηλά. Ανακάθισε για να το προσέξει καλύτερα και πάλι όμως δεν μπόρεσε να διακρίνει πιο καθαρά.
-«Άγαλμα είναι αυτό;», ρώτησε τον Αθηναίο δείχνοντας συγχρόνως με τον δείκτη του δεξιού του χεριού.
-«Ναι, άγαλμα… και περίτεχνα σκαλισμένο απ’ ότι μπορώ να δω»
-«Και τι αναπαριστά; Αγρότη σε σπορά; Γιατί δείχνει σαν να σπέρνει…»
Ο έμπορος γέλασε, γέλασε δυνατά κάνοντας τον ξαπλωμένο Παίωνα να σηκώσει το κεφάλι και να γρυλλίσει. Αλλά μόνο η Ελπινίκη του έδωσε σημασία, χαϊδεύοντας το μεγάλο του κεφάλι.
-«Όχι δεν δείχνει αγρότη. Οι Καδμείοι τιμούν έτσι τον Δευκαλίωνα, τον πρώτο άνθρωπο, μετά τον μεγάλο κατακλυσμό…»
-«Σοβαρά; Κατακλυσμός; Μεγάλος κατακλυσμός; Δηλαδή θέλεις να πεις… ότι εδώ … υπήρχαν νερά; Πνίγηκαν άνθρωποι;», ρώτησε όλο απορία ο Θράκας. Ο Τελευτίας τον κοίταξε και του χαμογέλασε. Γύρισε προς την Ελπινίκη και με μια αργή κίνηση του χεριού, την προσκάλεσε κοντά τους:
-«Λοιπόν κορίτσι μου, θα κάνεις… την τιμή σε αυτόν τον απαίδευτο Βόρειο, να του πεις το παραμύθι του Δευκαλίωνα και της Πύρρας; Αρκετές ανάσες μου λείπουν, έλεγα να ξεκουραστώ για λίγο…», κύρτωσε τους  ώμους του και έβαλε τα δύο του δάχτυλα στο πλάι του λαιμού σαν να προσπαθούσε να μειώσει τους γρήγορους χτύπους της καρδιάς του. Η γυναίκα κάθισε λίγο πιο κοντά τους και με το ένα χέρι εξακολουθούσε να χαϊδεύει το μεγάλο μαλλιαρό κεφάλι του Παίωνα, ενώ το άλλο, ανέμιζε στον αέρα, σαν να έλεγε στον Θράκα, ότι η ιστορία ήταν κάτι σαν … μύθος, πολύ μακρινό και αόριστο.
-«Έχουμε κάτι καλύτερο να κάνουμε τώρα; Η κούραση μας έχει καταβάλλει κι ένα παραμυθάκι λοιπόν θα ήταν ότι πρέπει να ξεκουραστεί και το μυαλό μας. Δεν συμφωνείς;», την ρώτησε ο Θεμίστιος, για να πάρει και την υποστήριξη του Τελευτία με ένα κούνημα του κεφαλιού.
-«Ωραία λοιπόν, ας πούμε το παραμύθι μας… και όπως αρχίζουν όλοι οι μύθοι… κάποτε βασιλιάς εδώ ήταν ο Δευκαλίων, ένας τρανός και δίκαιος βασιλιάς που είχε παντρευτεί την κόρη του Επιμηθέα και της Πανδώρας, την Πύρρα. Το βασιλικό ζευγάρι ήταν δίκαιο και προσπαθούσε να πράξει το πιο σωστό, για τους υπηκόους. Όμως η κακία των ανθρώπων, η ατιμία και η περιφρόνηση προς τους Θεούς, προκάλεσαν την οργή του Δία που αποφάσισε να τους εξαφανίσει από προσώπου γης…»
-« Όλους τους ανθρώπους; Άνδρες , γυναίκες και παιδιά, … χωρίς να λογαριάσει τίποτα; Χωρίς να εξαιρέσει κανέναν;»
-«Όλους εκτός από δύο ανθρώπους. Τον δίκαιο βασιλιά και την πανέμορφη και συμπονετική γυναίκα του. Παρουσιάστηκε, λένε, ένα βράδυ ο Θεός στον ύπνο του Δευκαλίωνα και τον συμβούλεψε να φτιάξει ένα μεγάλο σκάφος, πιο μεγάλο και από τριήρη, με διπλή στρώση ξύλου στο πλάι του, αλλά χωρίς κατάρτι. Ο βασιλιάς άκουσε την Θεία συμβουλή και το έφτιαξε. Μόλις μπήκε μέσα με την Πύρρα, ο Δίας, άνοιξε τους καταρράκτες του ουρανού και πλημμύρισε όλη την Ελλάδα, απ’ άκρου εις άκρο. Οι άνθρωποι άρχισαν να χάνονται, να πνίγονται ένας προς ένα, αφού η βροχή, αν κάποιος μπορεί να πει βροχή αυτό το φαινόμενο, κράτησε εννέα μέρες και εννέα νύχτες. Και όλο αυτό το διάστημα το ζευγάρι, περιπλανιόταν στα αφρισμένα κύματα, προσπαθώντας να κρατηθούν στη ζωή, μέχρι που την δέκατη μέρα, σαν σταμάτησε η Θεομηνία, το πλοιάριό τους, προσάραξε στο όρος Όθρυς. Μέσα σε λίγες ώρες τα νερά τραβήχτηκαν και το ζεύγος πάτησε στο βρεγμένο έδαφος. Έκαναν θυσία αμέσως στον Φύξιο Δία, τον προστάτη των φυγάδων….», παρατήρησε μια ανεπαίσθητη λάμψη στα μάτια του Θράκα στο άκουσμα του Φύξιου Διός, συνέχισε όμως χωρίς να το σχολιάσει, «… και τον παρακάλεσε να τους βοηθήσει. Ο Θεός που ήξερε το πόσο θεοσεβούμενος ήταν ο Δευκαλίων, του έστειλε τον Ερμή, τον αγγελιαφόρο του, να του μεταφέρει την υπόσχεση ότι θα πραγματοποιούσε αμέσως και χωρίς αντίρρηση την πρώτη του επιθυμία. Και βέβαια αυτή δεν ήταν άλλη από το να επανέλθει το ανθρώπινο γένος. Να δώσει ξανά ζωή στους ανθρώπους!
Ο Δίας, είχε υποσχεθεί με όρκο βαρύ και έτσι έπρεπε να κρατήσει τον λόγο του. Τους έστειλε λοιπόν ένα μήνυμα, πάλι με τον Ερμή. Να σκεπάσουν το πρόσωπο με ένα χοντρό πανί, που τα μάτια τους να μην μπορούν να διακρίνουν το φως και να ρίξουν πίσω από την πλάτη τους, τα οστά της μητέρας τους. Ο Δευκαλίων και η Πύρρα, κατάλαβαν αμέσως το μήνυμα. Έκλεισαν με βρεγμένο πανί τα μάτια και άρχισαν να πετούν πάνω από την πλάτη τους καθώς προχωρούσαν, μικρές πέτρες και βότσαλα. Κι όσες έριχνε ο βασιλιάς, γίνονταν άντρες, ενώ όσες έριχνε η σύντροφός του, γυναίκες….»
-«Κι έτσι ξανάγινε ο κόσμος; Από τις πέτρες;»
-«Ναι, έτσι λέει ο μύθος, από τις πέτρες. Γι αυτό όταν πεθαίνει κάποιος τον ξαναβάζουμε στο χώμα. Για να ξαναγυρίσει στο μέρος από όπου ήρθε. Στην μητέρα γη.»
Ο Τελευτίας που τόση ώρα άκουγε σιωπηλός, άρχισε να γελάει με την προσήλωση του Θράκα. Ένας βήχας έντονος τον έκανε να ταραχτεί ολόκληρος και να προκαλέσει ανησυχία στην Ελπινίκη. Σε λίγο ηρέμισε και άρχισε πάλι το γέλιο. Θαύμασε την γυναίκα δίπλα του και της χάιδεψε το χέρι. Ο Θεμίστιος τράβηξε το βλέμμα του μακριά τους, σαν να τον ενοχλούσε αυτή η κίνηση. Κοίταξε πάλι το τεχνούργημα στο βάθος και φαντάστηκε για άλλη μια φορά την ιστορία που είχε μόλις ακούσει, μέχρι που ένα χέρι τον σκούντησε στον μηρό. Γύρισε το κεφάλι και αντίκρισε το χέρι της γυναίκας που του πρόσφερε ένα κομμάτι κριθαρένιο ψωμί, ένα κρεμμύδι και λίγο αποξηραμένα σύκα. Τα πήρε και έφαγε με βουλιμία. Τα πόδια του είχαν αρχίσει να πονάνε και πάλι, αλλά έσφιξε τα δόντια να μην δείξει τίποτα. Κάτι όμως που δεν πέρασε απαρατήρητο από την γυναίκα.
-«Νομίζω ότι είμαστε όλοι πολύ κουρασμένοι. Θα ήταν καλό να ξεκουραστούμε μέχρι το απόγευμα. Έτσι κι αλλιώς η πόλη δεν πρόκειται πουθενά να πάει. Τι λες άντρα μου;», ακούστηκε η φωνή της Ελπινίκης. Ο Αθηναίος χαμογέλασε και τα μάτια του έδειξαν πολύ κουρασμένα και ξαφνικά είχαν λες μεγαλώσει την ηλικία του. Συμφώνησε μαζί της. Έτεινε το χέρι του να έρθει σιμά του. Εκείνη υπάκουσε και βολεύτηκε στο έδαφος δίπλα του. Του έπιασε το χέρι, πλέκοντας τα δάχτυλά της στα δικά του και σφίγγοντάς τα. Ο άντρας της είχε γυρίσει το βλέμμα στο βάθος της πεδιάδας και έδειχνε αφηρημένος, βυθισμένος σε ποιος ξέρει τι μελαγχολικές σκέψεις. Ανταποκρίθηκε με ένα χλιαρό σφίξιμο της παλάμης της.
-«Θέλεις να μοιραστείς μαζί μου αυτό που σκέφτεσαι;», ακούστηκε η φωνή της χαμηλή και σαν να εκλιπαρούσε. Ο Τελευτίας δεν της απάντησε, λες και δεν την άκουσε, λες και δεν καταλάβαινε πως ήταν εκεί μαζί του. Αν και είχε δροσίσει αρκετά ο καιρός, ο μεσημεριάτικος ήλιος εξακολουθούσε να είναι μαρτύριο και η θερμοκρασία του, έκανε τους ταξιδιώτες να ιδρώνουν και να αγκομαχούν. Μα πάνω απ’ όλα, αυτή η αβάσταχτη υγρασία, σε έκανε να βαριανασαίνεις σαν σκυλί.
-«Θα βρέξει το απόγιομα…», της είπε χωρίς να γυρίσει το βλέμμα του. «Θα βρέξει…» επανέλαβε, «… στα σίγουρα. Ο αέρας μυρίζει …. νερό και τα σύννεφα άρχισαν να σκουραίνουν εκεί…», έδειξε με το λεύτερό του χέρι στον ορίζοντα, «… αμ, βέβαια με τέτοια ζέστη που έκανε τις προηγούμενες μέρες!!!». Βούλιαξε πάλι στη σιωπή του.
-«Αυτό σκεφτόσουν αλήθεια; Θέλεις να πιστέψω ότι σκεφτόσουν την βροχή;», άφησε το χέρι του και έστρεψε το βλέμμα της στο χώμα, λες και είχε παραιτηθεί από την προσπάθειά της για συζήτηση. Θα περίμενε τώρα από τον σύντροφό της την επόμενη κίνηση.
Έμειναν έτσι πάνω από πέντε λεπτά, αμίλητοι και ο καθένας στον δικό του κόσμο. Πιο πέρα ο Θράκας είχε ξαπλώσει και είχε παραδοθεί σε ένα λυτρωτικό ύπνο. Τα σύννεφα είχαν αρχίσει να πυκνώνουν και να παίρνουν εκείνο το ουράνιο γκρι χρώμα, κάνοντας φιλότιμη προσπάθεια να επιβεβαιώσουν τον Τελευτία στις προβλέψεις του. Ένα ελαφρύ αεράκι είχε κάνει την εμφάνισή του, γέρνοντας τις κορυφές των ξεραμένων ψηλών χόρτων και κάνοντας τα δέντρα να ψιθυρίζουν κάποιο σκοπό λες αφιερωμένο στη Γαία.
-«Όχι, δεν είναι η βροχή που σκέφτομαι…», ακούστηκε η φωνή του άντρα, ήρεμη και χωρίς ένταση. Η Ελπινίκη σήκωσε τα μάτια και τον κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια. «…. Είναι τόσα άλλα που με κάνουν ν’ ανησυχώ, που με κάνουν να λυπάμαι, να μελαγχολώ και συνάμα να με οικτίρω…», συνέχισε κοιτώντας πάντα το βάθος της πεδιάδας.
-«Νομίζω ότι για την ανησυχία σου, καταλαβαίνω. Για το αύριο, για το ύστερα…. Αλλά αυτά που σε κάνουν να μελαγχολείς και να λυπάσαι;»
-«…Για όλα αυτά που έγιναν μέχρι τώρα. Για μια ζωή , την δική σου εννοώ, που έτσι ασυλλόγιστα την πέταξα κάτω από τα βράχια του πόθου μου…»
-«… αν εννοείς τον Αγήνορα και την ζωή μου μαζί του, καλό θα ήταν να σου θυμίσω ότι ήταν δική μου και μόνο δική μου απόφαση, έτσι; Εκτός βέβαια αν έχεις μετανιώσει τώρα…»
-«Ναι, δική σου απόφαση. Κι εγώ; Εγώ που σε δέχτηκα έτσι χωρίς δεύτερη κουβέντα; Εγώ που σε έκανα να φτάσεις σε αυτή την απόφαση με την στάση μου τότε στον στάβλο; Είμαι άμοιρος ευθυνών; Είμαι το μικρό παιδάκι που παρασύρθηκα από τα κάλλη μιας γυναίκας και τον πόθο μου; Και η λογική, αυτή που θα έπρεπε να μην σου στερήσει την ζωή που είχες, που ήταν; Νιώθω τόσο λίγος… τόσο μικρός μπροστά στα γεγονότα που έγιναν… τόσο γρήγορα…»
Η γυναίκα ανακινήθηκε στην θέση της, με έκδηλα για πρώτη φορά σημάδια εκνευρισμού. Ρυτίδες δημιουργήθηκαν γύρω από τα μάτια της που το μαύρο χρώμα τους, θύμιζε το σκοτάδι της πιο ασέληνης νύχτας. Είχε την εντύπωση ότι κάποια βαριά πέτρα είχε πέσει στο στήθος της. Προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία της. Τελικά μπόρεσε να μιλήσει με σιγανή και ήρεμη φωνή:
-«Δηλαδή… μετάνιωσες;», τον ρώτησε ανήσυχη, κοιτώντας τον διερευνητικά. Έπιασε μια ανεπαίσθητη διαφορά στην ανάσα του, είχε γίνει ελαφρά πιο γρήγορη και κοφτή, σημάδι ότι κάτι πάλευε μέσα του. Η ανησυχία της μεγάλωσε, αφού τώρα πια, ήξερε, δεν θα είχε τίποτα στη ζωή της να κρατηθεί, κανένα να την στηρίξει. Κρεμάστηκε από τα χείλη του, καταβάλλοντας όμως και προσπάθεια να μην δείξει σημάδια δειλίας.
-«Ναι, μετάνιωσα και μάλιστα βαθιά…», ήρθε η απάντηση του άντρα, χωρίς χρώμα στη φωνή, ίσια και σκληρή σαν λεπίδα. Πήρε μια μεγάλη  ανάσα και γύρισε το κεφάλι προς το μέρος της Ελπινίκης που νόμιζε ότι η γη είχε χαθεί κάτω από τα πόδια της, ότι ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει. «… μετάνιωσα που άργησα τόσο να το κάνω, που άφησα τόσα χρόνια να φύγουν, που πέρασα τόσες νύχτες που απλά ονειρευόμουν το κορμί σου και τα μάτια σου, την ανάσα και το απαλό του δέρματός σου. Γι αυτό μετάνιωσα, όπως επίσης και για το ότι νόμιζα ότι ήταν επιπολαιότητα η κίνησή μου αυτή η τελευταία. Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου, ότι έκαμα το καλύτερο και το πιο σωστό. Και για να πεισθώ, πρέπει να βλέπω την χαρά και την ευτυχία στο πρόσωπό σου κορίτσι μου…», (πόσο γλυκό φάνηκε αυτό το ¨κορίτσι μου!¨), «… οπότε καταλαβαίνεις τι μας περιμένει στο κάθε αύριο που θα ξημερώνει ο Δίας. Κάθε στιγμή που θα ζούμε μακριά από την Αθήνα, από τον τόπο μας, ξένοι ανάμεσα σε εχθρικούς ξένους, άοπλοι ανάμεσα σε ξωτικά!»
Η γυναίκα δεν πίστευε σε αυτά τα λόγια που άκουγε, δεν μπορούσε να «χωνέψει», αυτή την μικρή (κατά κάποιο τρόπο), ερωτική εξομολόγηση του λιγομίλητου και σοβαρού συντρόφου της. Τώρα είχε ηρεμίσει και μάλιστα μια ανείπωτη χαρά είχε αρχίσει να την κυριεύει, κάνοντάς την να θέλει να φλυαρήσει κουβέντες σκόρπιες και ευχάριστες, να τον φιλήσει, να τον αγκαλιάσει… αλλά κρατήθηκε. Δεν θα χάλαγε τώρα την εικόνα της Ελπινίκης που ο Αθηναίος ήξερε. Δεν μπορούσε όμως να μείνει ατάραχη έτσι δίπλα του, κάτι την παρακινούσε σε κίνηση. Σηκώθηκε λοιπόν αργά και προσπαθώντας να κρύψει το χαμόγελο που είχε σχηματιστεί στο πρόσωπό της, περπάτησε δυό βήματα μακριά του, έσφιξε τις παλάμες σε γροθιά και τις τίναξε μπροστά από την κοιλιά της, όπου δεν μπορούσε να δει ο άντρας. Ίσιωσε το κορμί:
-«Εκεί κάτω στην παραλία, εκεί που φόραγες το κράνος και κράταγες την ασπίδα, το σπαθί σου πόσους σακάτεψε;»
-«Τι σημασία, τι νόημα έχει αυτό; Εκεί γινόταν μάχη, σκοτώνεις ή σε σφάζουν…»
-«Ναι, αλλά δεν μου απάντησες! Πόσους έστειλες στον Άδη; Πέντε, δέκα, είκοσι;»
-«Κάπου είκοσι με τριάντα, αλλά ακόμη δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις…»
-«Και ήταν όλοι τους νέοι; Παλληκάρια; Και εμπειροπόλεμοι, σκληροί πολεμιστές; Πέρσες;»
-«Ναι, εκλεκτοί πολεμιστές, ορεσίβιοι, σκληροτράχηλοι…»
-«Θα ήθελα να σου πω τι λέγεται για τους άντρες της Ανατολής. Μεγάλα φαράγγια, κομματιάζουν τις χώρες της Ασίας, μεγάλα φαράγγια δίπλα σε θεόρατα και άδενδρα βουνά, που το ύψος τους φτάνει στα ουράνια. Το πεζικό, οι άντρες δηλαδή που είχαν την ατυχία να σταθούν μπροστά σου, σε σένα και στους υπόλοιπους της Αθήνας, αλλά εδώ για σένα μιλάω, κατάγονταν από τα βουνά της Περσίας και της Βακτριανής. Βλέπεις μόνο το ιππικό προέρχεται από τις πεδιάδες, εκεί όπου το άλογο έχει νόημα ύπαρξης. Εκεί λοιπόν στην Ανατολή, στα φαράγγια κυλούν τα νερά τους διάφορά ποτάμια, χωρίζοντας τους πληθυσμούς σε φυλές,  φατρίες, που η μια μισεί την άλλη. Αυτό λοιπόν το φατριακό σύστημα σημαίνει συνεχείς διαμάχες και πολέμους. Τα έθιμά τους, απαγορεύουν σε ένα άντρα να παντρευτεί γυναίκα από την δική του περιοχή. Πρέπει να διαλέξει απ’ αλλού. Αν ο πατέρας της δεν δώσει την συγκατάθεσή του, ο μνηστήρας θα κλέψει την κόρη…»
Ο Τελευτίας είχε απορροφηθεί από τα λόγια της και έδειχνε να παρακολουθεί την ιστορία, σαν παραμύθι. Σταύρωσε τα πόδια του και ακούμπησε την πλάτη στο δέντρο και με το ένα χέρι έπαιζε με το χώμα δίπλα του. Έριξε μια ματιά προς την μεριά του Θράκα και θαύμασε την ευκολία με την οποία μπορούσε να κοιμηθεί. Τον άκουσε να ροχαλίζει και να ευχαριστιέται τα όνειρά του.
-«… τότε το σόι της νύφης κάνει επιδρομή για να την πάρει πίσω. Αυτό γίνεται αιτία για να χύνεται πολύ αίμα, να γράφονται ιστορίες με ηρωικά κατορθώματα, θύμισε μου να σου διηγηθώ κάποια, μιαν άλλη στιγμή, ακόμα και ποιήματα. Έχω ακούσει μελωδίες από ταξιδιώτες απ’ όλο τον κόσμο, φίλοι του Αγήνορα και συνεργάτες του και καμιά δεν έχει μείνει στην μνήμη μου, όσο εκείνες των βουνίσιων. Τα τραγούδια μιλούν για έχθρες και καβγαδάκια ερωτευμένων, για απώλεια, για χωρισμό κι εκδίκηση. Η αγάπη που νιώθει ένας ορεσίβιος για τον τόπο του, είναι παράλογη, άσβεστη. Υπάρχουν άνθρωποι που ευνοήθηκαν από τον Μεγάλο Βασιλιά για να οδηγήσουν τους λαούς τους στη μάχη, που οι περιουσίες τους ξεπερνούν εκείνες των ράτζα, των μεγαλογαιοκτημόνων δηλαδή. Κι όμως το μεγαλύτερο όνειρό τους, είναι να επιστρέψουν στον τόπο τους και να λένε τις ιστορίες τους από τις μάχες γύρω από την φωτιά. Πάρε εμάς τους Αθηναίους. Ας είμαστε από το ίδιο μέρος, ας αγαπάμε την πόλη μας το ίδιο. Σε καιρό ειρήνης δεν θα μπορούσαμε να κοιμηθούμε, θα μηχανευόμασταν διάφορα σχέδια για να κόψουμε ο ένας το κεφάλι του άλλου. Ζούμε σε οχυρωμένες πόλεις με μεγάλα τείχη, για να κρατούν έξω τον εχθρό. Είμαστε καλοί πολεμιστές, αλλά δεν πιστεύω τόσο καλοί, όσο ομιλητές.  Άσχετα αν σε δύσκολες καταστάσεις όπως είναι ένας πόλεμος ας πούμε, θα φερόμασταν σαν ένα άτομο. Πάρε τους Σκύθες που είναι καμπίσιοι. Ζουν πάνω στα άλογά τους, ακολουθώντας τα κοπάδια τους και το εποχικό χορτάρι. Είναι άγριοι, αλλά όχι δυνατοί.
Οι ορεσίβιοι όμως… σκληροί σαν την βρομιά, ύπουλοι σαν τα φίδια, άντρες που μπορεί να τους ανοίξεις την κοιλιά με σιδερένιο δόρυ κι όμως είναι σε θέση να συρθούν μέχρι εκεί που είσαι, να σου ξεριζώσουν την καρδιά και να την φάνε ωμή μπροστά σου. Οι βουνίσιοι είναι περήφανοι. Θα σου βγάλουν το συκώτι, έτσι για πλάκα. Όμως ξέρουν να υπακούουν. Οι πατεράδες τους, τους έχουν διδάξει με το βοϊδοτόμαρο της ζώνης τους…»
-«Προσπαθώ να καταλάβω τι θέλεις να μου πεις. Ξέρω για τους στρατιώτες του Δαρείου, τους αντιμετώπισα, ξέρω πως πολεμούν και τι είναι ικανοί να κάνουν…»
-«Και απ’ αυτούς μέσα σε μερικές ώρες, έστειλες στα Τάρταρα καμιά τριανταριά ε; Εσύ ένας Μαραθωνομάχος να φοβάσαι τώρα τον Αγήνορα και την άγνωστη χώρα των Καδμείων; Νομίζω ότι είναι παρανοϊκό ακόμα και για αστείο να το πεις. Και μένα σύμμαχο….»
Γέλασε, έκανε μια απότομη στροφή γύρω από τον εαυτό της κι έπεσε, κάπως άτσαλα μάλλον, πάνω του. Τον φίλησε στο στόμα με όλη την δύναμη και το πάθος που είχε συσσωρευτεί μέσα της, μετά την προηγούμενη απάντησή του. Έκλεισε τα μάτια και το χέρι της ανασήκωσε το χιτώνιό του.

Παρασκευή 29 Μαΐου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 45
Προσπαθούσε να διακρίνει στο βάθος του δρόμου κάτι που του φάνηκε ότι κινιόταν επιφυλακτικά και με μεγάλη ταχύτητα από θάμνο σε θάμνο. Δεν είχαν φύγει μακριά από την μικρή καλύβα, την προηγούμενη ακόμα μέρα, αλλά αυτή η πληγή στο πόδι καθυστερούσε πολύ τους δυό συντρόφους. Ο Λίχης, έριξε μια τελευταία ματιά πίσω του. δεν ανησύχησε και πολύ, γιατί μετά την αρρώστια του, δεν είχε πολύ μεγάλη εμπιστοσύνη στην παρατηρητικότητά του και ο Ευρυάναξ δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται τίποτα. Όλα τον οδηγούσαν να πιστέψει ότι μάλλον λάθος θα είχε κάνει. Στηρίχτηκε στο μεγάλο του δόρυ που είχε μετατρέψει σε στήριγμα και προσπάθησε να συνεχίσει τον δρόμο του, πίσω από την πλάτη του φίλου του. Προσπαθούσε να σκεφτεί διάφορα ευχάριστα πράγματα για ν’ αντέξει τον πόνο, διαπίστωσε όμως, ότι, ευχάριστα δεν υπήρχαν μέσα στο μυαλό του. Μόνο μάχες και νεκροί έρχονταν μπροστά του, τα σκληρά παιδικά του χρόνια και η απελπισία του να μην μπορεί να πραγματοποιήσει τις επιθυμίες του, υπακούοντας στην σκληρή πειθαρχία της πόλης του. Κι αυτές οι μάχες πια… συνεχόμενες και αιματηρές…
 Τα τελευταία τζιτζίκια για αυτό το καλοκαίρι, προσπαθούσαν να τραγουδήσουν το τελευταίο τους τραγούδι πριν τον χειμερινό τους θάνατο. Το τελευταίο μονότονο, πένθιμο άσμα τους, σαν αποχαιρετισμός στην όμορφη ζήση. «Αυτό είναι…», σκέφτηκε ο Σπαρτιάτης, «… αυτό είναι…. Η ομορφιά της ζήσης! Το χρώμα και το άρωμα των θνητών! Η φτιάξη των πραγμάτων και η ακτινοβολία των ανθρώπινων τεχνουργημάτων!».
Για πρώτη φορά στην λιγόχρονη ζωή του, ο νους είχε τολμήσει να σκεφτεί πέρα από τη συλλογική θέληση, πέρα από το κοινό συμφέρον που διατυμπάνιζε η πόλη του. Τώρα έβλεπε τα καταπιεσμένα «θέλω» του σαν όνειρα που τριβέλιζαν την καρδιά του, την ψυχή του και να τρέχουν μες το αίμα των φλεβών του, σαν μικρά σκουλήκια που έψαχναν να τον καταβροχθίσουν. Πάλι παρατήρησε ότι, μα έτσι, μα αλλιώς το μυαλό έβαζε σε κάθε σκέψη του το … αίμα. Χαμογέλασε και …. Νάτο πάλι, εκείνο το κούνημα των θάμνων πίσω του… και δεν ήταν ο αέρας! Γονάτισε πίσω από μια πράσινη συστάδα πεσμένων κλαδιών και βάτων. Επικέντρωσε το βλέμμα στο σημείο που υποψιάστηκε ότι είδε την αστραπιαία κίνηση. Τίποτα! Και ο Ευρυάναξ προχωρούσε μπροστά του, χωρίς να έχει πάρει κάτι είδηση. Σηκώθηκε πάλι να ακολουθήσει τον σύντροφό του, κουνώντας το κεφάλι μελαγχολικά, φοβούμενος για την πνευματική του υγεία. Προχώρησαν αμίλητοι για περίπου δύο ώρες ακόμα και σαν ο ήλιος μεσουράνησε, έκατσαν σε κάποιες κοτρώνες, κάτω από ένα μεγάλο και φουντωτό πλατάνι, προσπαθώντας να καλυφθούν από τον λαμπερό αστέρα. Έβγαλαν από το μικρό δισάκι που κουβαλούσε ο Λίχης λίγο ψωμί και ελιές, κρεμμύδια και αμύγδαλα.
-«Τι έχεις; Πονάς; Θέλεις να καθίσουμε για σήμερα εδώ; Να ξαποστάσουμε σήμερα;»
-«Όχι, καλά είμαι, πονάει λίγο το πόδι, αλλά όχι και τίποτα σοβαρό… απλά ενοχλεί…»
-«Σε είδα λίγο ανήσυχο, σαν κάτι να σε βασανίζει…»
-«Τίποτα το ιδιαίτερο, απλά να…»
-«Τι να;»
-«Έχω την εντύπωση, από το πρωί, ότι κάποιος… κάτι τέλος πάντων μας ακολουθεί, αλλά μπορεί να είναι και η φαντασία μου… μπορεί να είναι κατάλοιπα από τον πυρετό…»
Ο Ευρυάναξ τον κοίταξε με εκείνη την σκοτεινή του ματιά. Έβαλε μια μπουκιά στο στόμα, έφτυσε στο χώμα και ξερόβηξε. Άπλωσε το χέρι, έπιασε το φλασκί με το κρασί και κατέβασε μια σεβαστή γουλιά που του προκάλεσε ένα σύντομο ρέψιμο. Σκούπισε τα γένια και το μέτωπό του απ’ τον ιδρώτα:
-«Δεν είναι παιγνίδι της φαντασίας σου…», του είπε χαμογελώντας. Ήπιε άλλη μια μεγάλη γουλιά από το δερμάτινο φλασκί. «Μας ακολουθεί κάποιος εδώ και πολλές ώρες κι αν δεν το πρόσεξες καλά, μπορώ να πω… από χθες το βράδυ…», ξανά σκούπισε τα γένια του με την ανάστροφη του χεριού και βάλθηκε να παίζει στρίβοντάς τα με τα δάχτυλά του.
-«Και δεν ανησυχείς; Δεν θέλεις να μάθεις τι γυρεύει; Τι θέλει;»
Ο Ευρυάναξ γέλασε, με ένα γέλιο σύντομο και κοφτό. Τράβηξε άλλη μια γουλιά από το ζεστό κρασί:
-«Γιατί να ανησυχήσω; Και ποιος σου είπε ότι δεν ξέρω τι θέλει;»
Ο έκπληκτος Λίχης προσπαθούσε να καταλάβει. Είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στην κρίση του φίλου του, αλλά τον παραξένευε αυτή η … ηρεμία του. Κανένας Λακεδαίμονας δεν θα κράταγε τέτοια στάση αν καταλάβαινε ότι τον παρακολουθούσαν. Έκανε να τον ρωτήσει μα εκείνος τον πρόλαβε:
-«Και τι έχω να φοβηθώ από ένα κοριτσάκι, είναι δεν είναι δεκαέξι χρονών, που σε λίγο θα λιποθυμήσει από την κούραση; Και είναι και ξένη σ’ αυτόν τον τόπο! Με ρωτάς ακόμα αν ξέρω τι θέλει;»
-«Ποιο είπες; Κοριτσάκι; Εννοείς…»
-«Ναι, εννοώ την μικρή Ασιάτισσα, την Νούσα, έτσι δεν την λένε; Αυτή την ζωντανή αμαρτία, που σε πρόσεχε όσο ο πυρετός σε είχε ρίξει ανήμπορο στο κρεβάτι. Και δεν ξέρω αν μόνο εσένα είχε ρίξει ο πυρετός στο κρεβάτι… βλέπεις οι αδυναμίες δεν κρύβονται…»
Ήπιε πάλι κρασί και γέλασε με το ύφος του φίλου του, με την αμηχανία και την προσπάθειά του να πάρει μια απόφαση. Τίποτα πιο αστείο και πιο διασκεδαστικό, από έναν στρατιώτη σκληροτράχηλο και μοναχικό που έχει πέσει στα δίχτυα του έρωτα.
-«Και είναι … μόνη της; Χωρίς τον πατέρα της; Και πως το κατάλαβες;»
-«Πως το κατάλαβα… μάλιστα. Ρωτάς εμένα πως το κατάλαβα! Μάλλον έπρεπε να αντιστρέψω την ερώτηση και να ρωτήσω εσένα πως δεν το κατάλαβες. Τέλος πάντων… εκείνη είναι, η μικρή … ερωτευμένη με τον σύντροφό μου Λίχη, Περσίδα…. Α, συγγνώμη από τους Φοίνικες κατάγεται!». Τώρα γελούσε δυνατά. Καθάρισε ένα μεγάλο στρογγυλό κρεμμύδι και με ένα χρατς έκοψε με τα δόντια του ένα μεγάλο κομμάτι. Πρόσφερε το άλλο μισό, αλλά ο Λίχης δεν άπλωσε το χέρι να το πάρει, δεν μπορούσε να κατέβει τίποτα κάτω στο στομάχι, που το ένοιωθε δεμένο κόμπο. Έκανε μεγάλη προσπάθεια να μην γυρίσει το κεφάλι προς τα πίσω, να μην δείξει την λαχτάρα του και την αγωνία, για εκείνα τα μαύρα μάτια και τα χυτά μελαχρινά πόδια. Άθελά του όμως χαμογέλασε και το βλέμμα του φάνηκε προς στιγμήν, παγωμένο ή πιο σωστά θολό, σε σκέψεις. Και αυτές ήταν επιτέλους όμορφες. Ο Ευρυάναξ το παρατήρησε και γελώντας σηκώθηκε. Πήγε μερικά μέτρα πιο κάτω, δίπλα σε ένα γέρικο δέντρο και ούρησε, αφήνοντας μικρούς αναστεναγμούς απόλαυσης. Σήκωσε το δεξί του χέρι προς τη μεριά του «κατασκόπου» και χωρίς να γυρίσει το κεφάλι, έκανε νόημα προς την κοπέλα να πλησιάσει, σίγουρος ότι εκείνη παρακολουθούσε κάθε τους κίνηση. Τίποτα δεν σάλεψε στο βάθος του μονοπατιού, καμιά κίνηση που να δείχνει ότι κάποιος παραμόνευε εκεί. Χαμογέλασε! Έκανε τώρα πιο επιτακτική την ίδια χειρονομία. Επιτέλους, ένα μικρό, αδύναμο πλάσμα, σαν μικρό αγριμάκι, πετάχτηκε από τα σχίνα περίπου εκατό μέτρα πιο μακριά. Τα μεγάλα της μάτια, ήταν σίγουρος, κοίταζαν μια τον ένα, μια τον άλλο, προσπαθώντας κι εκείνη με τη σειρά της να καταλάβει την επόμενή της κίνηση. Κοίταγε εκείνες τις υπέροχες πλάτες του καθισμένου ακόμα Λίχη και ήθελε να τρέξει, να πέσει πάνω τους, να τις χαϊδέψει, να τις γρατζουνίσει ακόμα, να τις νιώσει μέσα στις ιδρωμένες της παλάμες. Και τότε ο άντρας γύρισε και την κοίταξε! Λες και Θεϊκή λάμψη είχε ξεπροβάλλει από αυτό το πρόσωπο. Και πόσο την εκνεύριζε αυτός ο μονότονα δυνατός ήχος, από το γέλιο του Ευρυάνακτα!
Κατέπνιξε την επιθυμία της και κάθισε στις φτέρνες. Είδε τον «καλό» της να σηκώνεται και τους μυς στα χέρια και στην κοιλιά του να τεντώνονται, κάτι που την έκανε να μεθύσει αν και δεν είχε πιεί ούτε γουλιά κρασί. Κι όταν εκείνος την πλησίασε και έσκυψε σιμά της, … την πήραν τα κλάματα. Τώρα δεν είχε να δικαιολογηθεί για τίποτα, δεν ένιωθε ότι είχε να μετανιώσει για κάτι. Μπορούσε να απολαύσει αυτό που την περίμενε, με όσα προβλήματα κι αν θα έρχονταν, ένιωθε γίγαντας, τιτάνας τώρα.
Ο άντρας την αγκάλιασε με εκείνο το σαν γρανίτης σκληρό μπράτσο του, την είδε να μισοκλείνει τα μάτια και να σηκώνεται με την παρότρυνσή του. Ο Ευρυάναξ τους είδε να πλησιάζουν κοντά του και συνέχισε το φαγητό του, χωρίς να πει κουβέντα, τι να πει άλλωστε για κάτι που το περίμενε απ’ την αρχή, με ένα μειδίαμα στο πρόσωπο. Επικράτησε απόλυτη σιωπή, υποδήλωση αποδοχής (;), αν και πολλές ερωτήσεις περίμεναν στο στόμα των Σπαρτιατών. Το ψωμί που προσέφεραν στην νέα, εξαφανίστηκε αστραπιαία από την πεινασμένη και ταλαιπωρημένη Νούσα. Τα πόδια της είχαν γεμίσει με αίματα από τις σκληρές και κοφτερές πέτρες και τα αγκάθια, τα σανδάλια της είχαν ξηλωθεί και το κοντό της ιμάτιο είχε γεμίσει τρύπες και σκισίματα. Το δεξί της χέρι είχε μια μεγάλη γρατζουνιά από τον αγκώνα ως την παλάμη που αιμορραγούσε, ευτυχώς όχι πολύ, αν και δεν είχε δείξει ότι την πείραζε. «Γενναίο κορίτσι…», έκανε τη σκέψη ο Λίχης, «… γενναίο και … όμορφο!».
Το βράδυ τους βρήκε γύρω απ’ την φωτιά που νωρίτερα είχαν ανάψει, να μιλούν τώρα, και να προσπαθούν να ζεσταθούν από την δροσιά του Μεταγειτνιώνα. Η Ασιάτισσα εξιστόρησε την δική της ιστορία, από την στιγμή που εκείνοι είχαν φύγει από την καλύβα του Τελευτία. Είπε ότι δεν ήθελε να γυρίσει με τον πατέρα της πίσω στην Ασία, προτιμούσε να είναι εκεί μαζί τους, στην Ελλάδα, να… μετά όμως δεν μπόρεσε να ορθώσει άλλη κουβέντα που να δικαιολογεί την πράξη της αυτή. Με την Δωρική του ειρωνεία ο Ευρυάναξ, την έβγαλε από την δύσκολη θέση:
-«Δηλαδή, αν κατάλαβα καλά, γοητεύτηκες από την … ομορφιά των Ελλήνων, την αντρειοσύνη τους … και την εξυπνάδα και όπως ήταν φυσικό, έκανες αυτή την επιλογή ε; Βέβαια μπορεί και να γοητεύτηκες από ένα μόνο Έλληνα, μόνο από μία ομορφιά και μόνο μία αντρειοσύνη… ε; Και αυτόν τον «κάποιο μόνο Έλληνα» τυχαίνει να τον ξέρω, έτσι; Ας πούμε ότι αυτός ο κάποιος λοιπόν, είναι και φίλος μου, ας πούμε λέω… θα ήταν αρκετός ο λόγος να απαρνηθείς τον πατέρα σου και την πατρίδα σου, αν έχεις πατρίδα με την έννοια που της δίνουμε εμείς»
Η σιωπή της κοπέλας τον έκανε να γελάσει αλλά και εξοργίσει τον Λίχη που δεν του άρεσε να την «στριμώχνει» με πράγματα που δεν θελαν εξηγήσεις. Ανακάτεψε τα κούτσουρα κοιτώντας την έντονη φωτιά, καταπατώντας τον άγραφο νόμο των πολεμιστών, (ποτέ ένας πολεμιστής δεν κοιτάζει την φωτιά, αφού μπορεί να του περιορίσει την όραση) και πρόσθεσε μερικά μικρά κομμάτια ξύλου, που τσίριξαν πετώντας μικρές σπίθες ολόγυρα. Σκέπασε με τον μανδύα του την πλάτη της Νούσας και σταύρωσε τα χέρια αγκαλιάζοντας τα γόνατα του. ο στόχος του ταξιδιού τους, δεν ήταν η Σπάρτη, δεν ήταν η Λακωνία. Δεν θα μπορούσαν να κινηθούν εκεί, να μείνουν εκεί, να ζήσουν μια ζωή εκεί. Στόχος τους ήταν η Κόρινθος και ιδιαίτερα για τον Ευρυάνακτα, στόχος του ή καλύτερα μόνιμη σκέψη του… η Αγαθόκλεια. Τυλίχτηκε με τον πολεμικό κόκκινο μανδύα του και προσπάθησε να κοιμηθεί, αφήνοντας τους δυό άλλους να συνεχίσουν την αναγνώριση των αισθημάτων τους. Ο γκιώνης που καλούσε το ταίρι του και το μικρό τριζόνι τον νανούριζαν με την αναπόληση των παιδικών του χρόνων.
Η φύση είχε ησυχάσει τυλιγμένη με το σκούρο μαύρο – μπλε μανδύα της αφήνοντας τις μικρές αλεπούδες ανενόχλητες στις περιπλανήσεις τους. Η φωτιά κρατούσε συντροφιά και παρηγοριά στους ταξιδιώτες. Όλοι ισχυρίζονταν ότι την άναβαν για προστασία από τα ζώα, προσπαθώντας να κρύψουν την  ανάγκη της παρηγοριάς της και την σιωπηλή μα εκτυφλωτικά λαμπερή παρέα της. Ο Ευρυάναξ ανακινήθηκε στον ύπνο του και έξυσε το μηρό του με δύναμη, τα μαλλιά του και χτύπησε τα μπράτσα σαν να προσπαθούσε να διώξει τα ενοχλητικά κουνούπια. Άνοιξε τα μάτια και έριξε το βλέμμα προς την μεριά της φωτιάς. Οι άλλοι δύο δεν ήταν εκεί που τους είχε αφήσει, αλλά σίγουρα πρέπει να ήταν σε καλή κατάσταση, αν έκρινε σωστά απ’ τα κοφτά και μακρόσυρτα γυναικεία αγκομαχητά, αλλά και την λαχανιασμένη ανάσα του άντρα. Χαμογέλασε και έκλεισε τα μάτια του, επιστρέφοντας στο όνειρό του, με τα δόντια να αντανακλούν την φλόγα της φωτιάς.
Ο ήλιος δεν είχε ακόμα κάνει την εμφάνισή του, κρυμμένος καλά πίσω από τα βουνά του ορίζοντα, όταν ο Ευρυάναξ σηκώθηκε και έτριψε τα μάτια του. Πήρε το μικρό φλασκί από την ρίζα του δέντρου που το είχε ακουμπήσει και ρούφηξε μια μεγάλη γουλιά κρασί. Έριξε και λίγο στο χώμα σαν σπονδή στην έγερση του ήλιου και ανακάθισε με λυγισμένα τα πόδια, περιμένοντας το Θείο φως. Το ελαφρύ αεράκι που κινούσε από τα ύψη των βουνών, του χάιδεψε τα γένια και του δρόσισε το πρόσωπο. Σήκωσε το χέρι και ένιψε το πρόσωπο, με αργές κινήσεις απολαμβάνοντας το νερό που έσταζε στο στήθος. Γύρισε τα μάτια σε όλη την έκταση γύρω του, προσπαθώντας να βρει τον σύντροφο του. Χαμογέλασε και έκανε να σηκωθεί. Το σώμα ανταποκρίθηκε αμέσως με ενθουσιασμό και δύναμη. Πήγε περίπου πενήντα μέτρα πιο βαθιά στο μικρό δάσος, προσπαθώντας να μην σκοντάψει, να μην θορυβήσει. Είδε τα δυό σώματα, του Λίχη και της μικρής Ανατολίτισσας, ενωμένα σε ένα. Ο Σπαρτιάτης ξαπλωμένος ανάσκελα, με μια περίεργη κάμψη στο κορμί, από την ρίζα του πλάτανου και η Νούσα καθισμένη απάνω του, σαν σε άλογο, να ανασαίνει με ήσυχη ανάσα και το πρόσωπο ακουμπισμένο στο τετράγωνο στήθος του εραστή της. Στάθηκε με τα πόδια ανοικτά δίπλα τους. Σκούντηξε με το πόδι τον Λακεδαίμονα και είδε ένα απότομο τίναγμα από μέρους του, με το χέρι να ψάχνει το σπαθί, που με το θηκάρι του, ήταν παρατημένο λίγο πιο δίπλα. Γέλασε δυνατά, ειδικά όταν είδε το κοριτσόπουλο που πετάχτηκε έντρομο, προσπαθώντας να κλείσει το άνοιγμα στο ιμάτιο της. Σκούπισε τα σάλια της που είχαν τρέξει στο μάγουλο με την ανάστροφη της παλάμης της, και σύρθηκε πέρα απ’ τους δυό άντρες καθισμένη στους αστραγάλους της. Σε λίγο βρέθηκαν ξανά κοντά στη φωτιά όλοι, να τρώνε λίγο κριθαρένιο ξερό ψωμί με αμύγδαλα και κρασί. Αμίλητοι, φορτώθηκαν τα υπάρχοντά τους, έσβησαν την φωτιά με χώμα και άρχισαν το μακρύ τους ταξίδι προς την Κόρινθο. Με την άκρη του ματιού του, ο Ευρυάναξ, είδε τον Λίχη να βοηθάει την κοπέλα… χαμογέλασε και κοίταξε τον ουρανό που είχε αρχίσει να γκριζάρει. Χρειάστηκε να κάνει πάνω από δέκα βήματα στο μικρό μονοπάτι, μέχρι να ξεκινήσουν και οι δυό εραστές πίσω του. Εκείνη, τελευταία, δεν έβλεπε που πατούσε. Δεν μπορούσε να τραβήξει τα μάτια από κείνες τις τετράγωνες πλάτες, αλλά και το νου της, από το βράδυ που πέρασε. Μπορεί να πόνεσε, μπορεί να αιμορράγησε, αλλά η ηδονή όταν ήρθε….!!!

Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 44
Κράταγε στα ύψη το ενδιαφέρον της σύναξης με τις ιστορίες της Ανατολής ο γερό Χιράμ και φαίνονταν όλοι μονιασμένοι, σαν μια αγαπημένη οικογένεια. Κάπου – κάπου φαινόταν και το χαμόγελο στο πρόσωπο της Ελπινίκης να είναι πλατύ και να ξέφευγε από τα βάθη της ψυχής της, αλλά γρήγορα επανερχόταν στην πρότερη σοβαρή της κατάσταση. Δυσκολευόταν όμως πολύ και ειδικά όταν άκουγε εκείνο το παραμύθι με το φυλακισμένο πνεύμα μέσα στο λυχνάρι, που μπορούσε να κάνει αλήθεια κάθε ευχή ή κάτι τέτοιο τουλάχιστον. Ή για την κοπέλα που τόσες νύχτες έλεγε διάφορες ιστορίες στον βασιλιά της, για να παρατείνει την ζωή της. Υπέροχα αυτά τα παραμύθια, τους μετέφεραν σε άλλους κόσμους, κόσμους πλούτου και ευκολίας στην ζωή, γεμάτα με αγάπες και έρωτες, μίση και ίντριγκες. Και η γλώσσα του γέροντα, έλεγε λόγια, λόγια γρήγορα και γλυκά, γεμάτα πάθος και ομορφιά. Με την απαλή και βελούδινη φωνή του, κατέβαζε τα σύννεφα από τα ουράνια και τα τύλιγε γύρω από το κεφάλι των ακροατών του. Και η δροσιά της νύχτας ήταν γεμάτη από τις ευωδιές της πλάσης γύρω τους. Μέσα σε όλους όμως κάτι άλλο ήταν αυτό που τους έτρωγε και η κάθε προσπάθεια του γέρου Ασιάτη, δεν μπορούσε να τους κάνει να ξεχαστούν. Όλοι καταλάβαιναν ότι η ώρα των αποφάσεων ήταν μπροστά τους. Ήταν … τώρα. Ο καθένας τους για τον δικό του λόγο, ουσιαστικά, δεν είχε για πατρίδα την Αθήνα. Οι δυό Σπαρτιάτες λόγω της πολιτικής και ηθικής τους παράβασης δεν μπορούσαν να πάνε ούτε στην Λακεδαίμονα, ο Θράκας δεν θα μπορούσε να μείνει ποτέ στην Αττική, με τον φόβο να συλληφθεί και πάλι, κάτι που μπορεί να του κόστιζε την ίδια του την ζωή, ο Λάφιλος με τον μικρό του σύντροφο που αναπολούσαν και οι δυό τους το μικρό τους νησί και τα μάτια της Πασιφάης. Για τον Τελευτία, ο τόπος εδώ ήταν μάλλον αφιλόξενος ίσως κι εχθρικός λόγω της Ελπινίκης και του Αγήνορα και για τους δυό Φοίνικες τον γέρο με την κόρη του, ούτε λόγος να γίνεται για παραμονή τους στην πόλη που πολέμησε ενάντια στους ομοεθνείς τους.
-«… κι έτσι η Χαλιμά, γιατί ξέχασα ν’ αναφέρω το όνομά της, παρέμεινε ζωντανή για…», απότομα διακόπηκε η ιστορία του Χιράμ, όταν τα μάτια του είδαν τον Λίχη να σηκώνεται όρθιος με κάποιο εκνευρισμό. Τον ακολούθησε ο Ευρυάναξ και κάτι είπαν χαμηλόφωνα κάτω από το μεγάλο πλατάνι στηριζόμενοι με το ένα χέρι πάνω στον γέρικο κορμό. Κοίταξαν τους υπόλοιπους για κάποια στιγμή και συνέχισαν την κουβέντα τους για μερικά ακόμα δευτερόλεπτα. Ο Αθηναίος έμπορος, κατάλαβε το περιεχόμενο της συζήτησης αυτής, καταλάβαινε ότι είχε έρθει και η δική του ώρα για αποφάσεις. Έριξε τα μάτια του στην Ελπινίκη και του φάνηκε προς το αγέλαστο και ανέκφραστο αυτό πρόσωπο, του έδινε την συγκατάθεση του.
-«Το ξημέρωμα, πριν οι αλέκτορες φωνίσουν θα φύγουμε! Εγώ, η Ελπινίκη και ο Θεμίστιος. Λόγοι που άλλοι ίσως ξέρουν, άλλοι πάλι όχι, με αναγκάζουν να πορευτώ γι αλλού. Δεν θα ήθελα να πω κάτι παραπάνω, αλλά έχουμε πάρει την απόφασή μας. Και απ’ ότι βλέπω…», έριξε την ματιά του στους δυό Πελοποννήσιους, «…και κάποιοι άλλοι έχουν πάρει την ίδια απόφαση με εμάς. Ίσως και ο Καλύμνιος φίλος μας να έχει την ίδια απόφαση,… αφού τα μάτια της … πως την λέμε; Πασιφάη; Αυτή λοιπόν η κοπελιά, τα μάτια της πιο συγκεκριμένα, τον έχουν … δούλο της…», γέλασε για πρώτη φορά εκείνη την βραδιά και ανακάτεψε τα μαλλιά του κοκκινισμένου νεαρού.
Τα μάτια όλων τώρα, είχαν επικεντρωθεί στον Ασιάτη και την κόρη του. Το πραγματικό πρόβλημα ήταν αυτοί. Ξένοι σε ξένο κι εχθρικό τόπο, χωρίς εφόδια ή λεφτά που η εμφάνισή τους και μόνο θα έκανε το μίσος να πάρει σπαθί στο χέρι και να τους κόψει τον λαιμό. Και όχι άδικα!
-«Με σας, τι θα γίνει; Πέρσες στην Αττική…»
-«Φοίνικες» διέκοψε τον Τελευτία ο γέρο Χιράμ. «Φοίνικες και όχι Πέρσες …»
Ο Αθηναίος τον κοίταξε με απορία, αυτή την απορία που σχηματίζεται στο πρόσωπο των ρητόρων όταν κάποιος τους διακόπτει κατά την ομιλία τους. Ξερόβηξε και συνέχισε:
-«… ναι λοιπόν, με εσάς τους Φοίνικες, τι θα γίνει. Δεν μπορείτε να μείνετε εδώ, σε αυτά τα μέρη. Αμφιβάλλω αν μπορείτε να μείνετε και πουθενά αλλού στην Ελλάδα. Πρέπει να κάνουμε κάτι να ….»
-«Να γυρίσουν στην πατρίδα τους; Στην Ανατολή; Πως;», επενέβη ο Λίχης. Το στόμα του ρωτούσε τον έμπορο, αλλά τα μάτια του ήταν καρφωμένα πάνω στην Νούσα, αντιμετωπίζοντας τα δικά της, που έδειχναν να τον παρακαλούν. Να τον παρακαλούν, να κάνει κάτι, να τους πείσει να μην την διώξουν πέρα, μακριά του.
-«Και γιατί πρέπει να φύγουν; Γιατί πρέπει να βρούμε τρόπους εμείς να γυρίσουν πίσω στο σπίτι τους;», ακούστηκε με θυμωμένη τη φωνή ο Ευρυάναξ. «Δεν φτάνει που ήρθαν εδώ με τον στρατό του ακατανόμαστου βασιλιά τους, δεν φτάνει που απαθείς κατέγραψαν τον σφαγιασμό και τον αφανισμό των άλλων Ελλήνων στην Ίμβρο την Νάξο και όπου πέρασαν, αλλά πρέπει να στενοχωριόμαστε και για την τύχη τους; Πρέπει να φροντίσουμε και για την επιστροφή τους, μη και πάθουν τίποτα, μήπως πρέπει και να γίνουμε και συγγενείς, μέσα στις δυο – τρεις μέρες που τους ξέρουμε; Μα το όνομα του Δία, καμιά δυσκολία δεν θα έβρισκα στο να τους χώσω την παγωμένη λάμα του σπαθιού μου, στο σβέρκο τους. Κι αν πείτε κάτι για την … μικρή, αυτή την μάγισσα με τα σχέδια στα χέρια, να ξέρετε ότι δεν με νοιάζει η ηλικία της, δεν με νοιάζουν τα όμορφα μάτια της όπως κάποιους εδώ…», γύρισε και έριξε μια ματιά στον Λίχη, «… δεν με νοιάζει αν μας είπαν ωραία παραμύθια ή περιποιήθηκαν τους λαβωμένους μας, με μεγάλη μου χαρά θα την έστελνα δώρο στον Άδη…»
Ο Τελευτίας τον άκουγε με προσοχή. Πρόσεχε το ξέσπασμά του, παρατηρώντας κάθε του κίνηση, έτοιμος να επέμβει αν έφτανε λίγο πιο πέρα από τα λόγια. Τον άφησε να πει ότι είχε μέσα του. Σπάνιο για Λακεδαίμονα αυτό το ξέσπασμα, μα πιο πολύ τον αιφνιδίασε αυτό το βλέμμα στον σύντροφό του. Κατάλαβε ότι εκείνο που είχε πειράξει πιότερο τον άγριο αυτόν μαχητή, ήταν η συμπάθεια που έδειχνε ο Λίχης, αυτός ο ορθολογιστής και σοβαρός νέος προς την μικρή Ασιάτισσα. Το έβλεπε σαν προδοσία, το λόγιζε σαν…
-«Δε μου λες Σπαρτιάτη…» πήρε τον λόγο, «… πολέμησες εκεί κάτω, πολέμησες με ζηλευτό τρόπο και φονική επιδεξιότητα, για την πόλη μου, για την Ελλάδα μας. Δεν μπορώ να μην σε ευχαριστώ κι εγώ και όλοι οι πολίτες της Αθήνας, όλοι οι πολίτες που μιλάμε αυτήν την γλώσσα του ήλιου, που λατρεύουμε τους κατοίκους του Ολύμπου. Μα πιο πολύ θα σε ευγνωμονούν, όλοι αυτοί που ταξίδεψαν την ημέρα της μάχης, εκεί στα Τάρταρα, αυτοί που τώρα κατοικούν εκεί, ανάμεσα στις σκιές, ανάμεσα στο μαύρο και το πολύ – πολύ, το γκρι. Κι εσύ μια μέρα, όταν έρθει η ώρα σου, που εύχομαι να είναι πολύ μακριά. Εκεί θα τους βρεις, να σ’ ευχαριστούν για …», η φωνή του κόπηκε απότομα. Έκανε μια μεγάλη παύση…
-«Λοιπόν; Θα μ’ ευχαριστούν γιατί; Μόνο για την πολεμική μου τέχνη; Ή και για κάτι άλλο;»
-«Και για κάτι άλλο. Κάτι πολύ μεγάλο, αδιανόητα μεγάλο για τα ανθρώπινα δεδομένα. Θα σε ευχαριστούν που δεν … πέθαναν! Ναι, ναι… που δεν πέθαναν. Γιατί και οι νεκροί πεθαίνουν κι εξαφανίζονται και διαλύονται στην πρωινή δροσιά και την άχλη του «αύριο», του μετά…»
-«Χα, χα, χα… καλό επιχείρημα μα τον Απόλλωνα… και οι νεκροί πεθαίνουν; Χα, χα, χα… και τώρα τι είναι; Δεν είναι νεκροί;»
Ο έμπορος τον κοίταξε σοβαρός και συνοφρυωμένος:
-«Έτσι πιστεύεις; Ότι πέθαναν; Κάνεις πολύ μεγάλο λάθος, πεθαίνει κάποιος όταν λησμονηθεί, όταν ξεχάσουν ότι υπήρχε, όταν δεν μάθουν ότι κάποτε υπήρξε. Και ο Χιράμ… αυτός ο μισητός «εχθρός», θα τους κρατήσει ζωντανούς. Θα εξιστορήσει την ανδρεία τους, την αυταπάρνησή τους. Θα πει το τι έγινε αυτή την μέρα εκεί…» έδειξε με το χέρι την παραλία του Μαραθώνα, «… θα τρομάξει τους βάρβαρους με την ιστορία των πολεμιστών με τις απαστράπτουσες πανοπλίες, τα μακρά σπαθιά και τα λευκά λοφία στο κράνος. Θα κάνει τους Πέρσες να κλάψουν με τις πράξεις γενναιότητας και φιλοπατρίας, θα τους κάνει να σκεφτούν ότι οι λαοί πρέπει να παλεύουν ενάντια στο αδιανόητο. Κι αν αυτά τα πει ένας δικός τους άνθρωπος, θα είναι πιο εύπεπτα, πιο πιστευτά. Γι αυτό σου λέω, μην αφήσεις το μίσος σου, να σκοτώσει τους ήρωες νεκρούς σου…»
Ο Σπαρτιάτης δεν απάντησε, δεν έβγαλε ούτε κιχ από το στόμα του. Ένοιωθε να πνίγεται από την ίδια του την ανάσα. Ξαφνικά ο αέρας είχε λιγοστέψει τόσο που δεν τον έφτανε… καταλάβαινε το επιπόλαιο λάθος του. Κοίταζε μια τον Χιράμ, μια τον Τελευτία και μια τον Λίχη. Όλοι ανέκφραστοι, περίμεναν λες την απόφασή του:
-«Αθηναίε, ξέρεις να μιλάς τα λόγια πολύ καλά και έχεις την πειθώ σύντροφό σου και φίλη. Και πρέπει να σου πω, ότι σε υπηρετεί πολύ καλά.  Θα βοηθήσω όσο μπορώ, αν και δεν βλέπω να μπορώ και πολλά»
Απομακρύνθηκε από κοντά τους και κάθισε σε μια μεγάλη πέτρα. Είχε νυχτώσει πια και ακούστηκε το χλιμίντρισμα του μεγάλου αλόγου να τους επαναφέρει στην προ της έκρηξης του Ευρυάνακτα κατάσταση.
Η αυγή, τους βρήκε όλους καθισμένους στην αυλή, ασάλευτους και μεθυσμένους από την αγρυπνία. Όλους εκτός από τον μικρό Αμεινία και βέβαια τον Παίωνα, που όχι μόνο είχε πάρει τον ύπνο του, αλλά ο γέρος σκύλος τους είχε κάνει να γελάσουν με το … ροχαλητό του. Οι δυό Πελοποννήσιοι χωρίς κουβέντα σηκώθηκαν και με γρήγορες κινήσεις φορτώθηκαν τα πράγματά τους. Ο Ευρυάναξ, χαιρέτισε με το νεύμα τους άλλους και στάθηκε μπροστά στον έμπορο και την Ελπινίκη. Δεν άπλωσε το χέρι σε χαιρετισμό, δεν του άρεσαν οι χαιρετισμοί.
-«Τιμή μου που σε γνώρισα σοφέ Αθηναίε, τιμή που σε γνώρισα κυρά. Ελπίζω το θέλημα των Θεών να είναι τέτοιο που να ξαναβρεθούμε κάτω από καλύτερες … συνθήκες», γύρισε απότομα και απομακρύνθηκε. «Δεν μπορώ να γυρίσω στην πόλη μου, ούτε ο σύντροφός μου μπορεί, αλλά στην Κόρινθο, υπάρχει μια πιθανότητα, κάποιος να με περιμένει, ή μάλλον κάποια…» πρόσθεσε χωρίς να γυρίσει το κεφάλι.
Ο Λίχης, έτεινε το χέρι στον Λάφιλο:
-«Τώρα πια μπορώ να σε πω … μεγάλο πολεμιστή Καλύμνιε», τον αγκάλιασε και τον χτύπησε φιλικά στην πλάτη με την γροθιά του. Τα μάτια του έπεσαν πάνω στο πρόσωπο της Νούσας. Τα δάκρυα γυάλιζαν στα μελαχρινά μάγουλα του κοριτσιού και η στάση του σώματος, . Απέστρεψε το βλέμμα του, γιατί για πρώτη φορά στη ζωή του, … ένοιωσε … φόβο(;)

Τετάρτη 13 Μαΐου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 43
Δεν ήξερε από πού, ή από ποιόν ν’ αρχίσει. Κοιτούσε τους δυό ταξιδιώτες από την Αίγινα που κοιμόντουσαν στο πάτωμα, σε μια γωνιά του μεγάλου δωματίου, μες τους εμετούς και την μπόχα του κρασιού που αναδύετο από το πρησμένο τους στομάχι. Από την άλλη μεριά, κοίταγε τον χοντρό, καραφλό Αθηναίο, με την μεγάλη χρυσή αλυσίδα να κρέμεται από τον λαιμό του και το θεόρατο δαχτυλίδι στο μεσαίο δάχτυλο του αριστερού του χεριού με την γυαλιστερή πράσινη πέτρα. Χαμογελούσε μηχανικά με το επίσημο, αν και κουρασμένο επαγγελματικό της χαμόγελο. Επικεντρώθηκε πάνω του, ήταν παλιός και από τους πιο καλούς πελάτες της και αντίκρισε το απελπισμένο βλέμμα της Ιλάειρας, της Μακεδόνισσας κοπέλας της, της πλέον πολυζήτητης για την ομορφιά της και την …. ερωτική της καπατσοσύνη. Έσκυψε πάνω από το σχεδόν λιπόθυμο σώμα του μεθυσμένου Αθηναίου και πιάνοντας τα πόδια του, προσπάθησε να τον μετακινήσει από το στήθος της δύστυχης κοπέλας που βαριανάσαινε από το βάρος του.
Πολλές φορές η Αγαθόκλεια, είχε αντιμετωπίσει τέτοιες ακραίες καταστάσεις που λόγω συχνότητας, δεν λογίζονταν πλέον ακραίες. Γι αυτό και οι δυό δούλοι που είχε αγοράσει για τις βαριές δουλειές του «σπιτιού», ήταν γεροδεμένοι και επιβλητικοί άντρες, που θα μπορούσαν να αναλάβουν δράση σε περίπτωση που τα πράγματα ξέφευγαν από τον έλεγχό της. Πάντα όμως αυτοί, ήταν η τελευταία λύση, αφού όλα έπρεπε να τα χειρίζεται με διακριτικότητα και λεπτότητα, πελάτες ήταν, λεφτά της άφηναν, δεν μπορούσε να γίνει … βάναυση. Τραβώντας τα πόδια του Αθηναίου, τα χέρια της γλίστρησαν και πέταξαν τα σανδάλια του κάτω, ενώ εκείνος ανακινιόταν, λες και στον ύπνο του, έβλεπε κάποιο όνειρο. Το χιτώνιο του σηκώθηκε αποκαλύπτοντας δυό χοντρούς και άσπρους μηρούς, με λίγες τρίχες και πολλά κόκκινα σπυριά, αποτέλεσμα των τσιμπημάτων από τα κουνούπια. Προσπάθησε να τραβήξει το ύφασμα προς τα κάτω, να τον σκεπάσει, αλλά μια απότομη κίνηση του εύσωμου άντρα, έφερε το αντίθετο αποτέλεσμα. Το χιτώνιο, σηκώθηκε πιο ψηλά και ένας χοντρός, βρώμικος φαλλός, κοκκινισμένος από την προηγούμενη διασκέδαση, έκανε την εμφάνισή του, προκαλώντας την απέχθεια της Αγαθόκλειας. Τον τράβηξε με όση δύναμη διέθετε και με την βοήθεια της κοπέλας, τον άφησε στην άκρη του ανάκλιντρου και τον σκέπασε με ένα πλεκτό λινό ύφασμα. Τον άφησε να κοιμάται βαριανασαίνοντας, με τα σάλια του να τρέχουν στο πηγούνι.
-«Λοιπόν;», ρώτησε η γυναίκα, «μπόρεσες να δεις τι λεφτά έχει πάνω του; Νομίζω ότι πρέπει να τον διώξουμε λίγο… πιο ελαφρύ για την πόλη του…» και χαμογέλασε όλο σημασία στην νεαρή Ιλάειρα.
Μίλησαν για λίγο τα επαγγελματικά τους θέματα, αφού η μικρή Μακεδόνισσα ήταν περιζήτητη απ’ όλους τους πελάτες και πήγε στο άλλο δωμάτιο, κρατώντας το κεφάλι, προσπαθώντας να ηρεμίσει τον πονοκέφαλό της. Τώρα τελευταία την ταλαιπωρούσε όλο και πιο συχνά, όλο και πιο έντονα. Θολά μπορούσε να ξεχωρίσει τις λεπτομέρειες στον χώρο, σκεπτόμενη πως η δύναμη που είχε βάλει για την μεταφορά του «πελάτη», την είχε καταβάλει. Είδε το μικρό ξανθό μωρούλι στην κούνια του και χαμογέλασε. Δεν ήξερε αν η εικόνα του μωρού ήταν αυτό που της έβαλε το χαμόγελο στο στόμα ή, η ανάμνηση του Ευρυάνακτα, του Σπαρτιάτη που την είχε εντυπωσιάσει από την πρώτη στιγμή που τον είχε δει, πριν πολλά χρόνια. Και ήταν ακόμα ενθουσιασμένη μαζί του, πράγμα που φοβόταν, αφού ήταν αρκετά μεγάλη. Είχε περάσει τα πρώτα τριάντα χρόνια της ζωής της και ήξερε ότι σε αυτήν την ηλικία και μάλιστα μετά από τόσα χρόνια γνωριμίας με ένα άντρα, ασχέτως αν τον έβλεπε αραιά και που, δεν λεγόταν ενθουσιασμός αλλά κάτι άλλο. Κάτι που δεν μπορούσε ούτε να το πει στον εαυτό της.
Κάθισε κοντά στο κρεβατάκι και χάιδεψε το μωρό, με την στοργή της στέρησης, με την στοργή της ιεροδούλου. Από το μυαλό της πέρασαν πολλές σκέψεις, άλλες βασανιστικές, άλλες ευχάριστες. Αλλά όπως γίνεται πάντα, οι άσχημες ήταν που την επηρέασαν. Φοβήθηκε τη στιγμή που θα γύρναγε ο Λακεδαίμονας και θα έχανε το  μικρό από την αγκαλιά της, φοβήθηκε που εκείνη δεν θα είχε ποτέ της ένα δικό της. Απ’ την άλλη χαιρόταν που θα ξανάβλεπε … τον λόγο του ενθουσιασμού της. Τίναξε το κεφάλι να αποδιώξει τις σκέψεις, λες και μύγες που την ενοχλούσαν, αφού έπρεπε να επικεντρωθεί στα προβλήματα του «σπιτιού» της και στους από κραιπάλη «τελειωμένους» της πελάτες. Έδωσε ένα γλυκό φιλί στα κοκκινωπά μαγουλάκια που κράταγε στην αγκαλιά της και βγήκε από το δωμάτιο στον κύριο χώρο υποδοχής. Σκόνταψε σε ένα σάισμα  που ήταν ανασηκωμένο από την μια του άκρη και στηρίχτηκε σε ένα έπιπλο. Αυτό την έκανε να πάρει μισή στροφή γύρω από τον εαυτό της. Τα μάτια, έπεσαν στο δερμάτινο χώρισμα του δωματίου από το οποίο είχε μόλις βγει. Δεν ήξερε τι ήταν αυτό που είδε, δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήταν αυτό που είδε. Μια εκτυφλωτική λάμψη, με μορφή ακτινών ήλιου, σχεδόν διαπερνούσε το κρεμασμένο δέρμα, ενώ στα ρουθούνια της, ένοιωσε μια έντονη ευωδία από ία. Έμεινε για λίγο παγωμένη, χωρίς να μπορεί να κουνηθεί καθόλου, λες και κάποια αόρατη δύναμη την κράταγε καρφωμένη στη θέση της. Τελικά η περιέργειά της νίκησε και έκανε σχεδόν βουτιά να ξαναμπεί στο μικρό δωμάτιο. «Μέτρησε» τον χώρο με τα μάτια, όσο βέβαια την άφηνε το φως να δει. Το μωρό της χαμογελούσε σαν αερικό, πάνω από το μικρό του κρεβάτι. Στεκόταν στον αέρα, με τα χεράκια του ανοικτά σε σταυρό και το μόνιμο χαμόγελο σε εκείνο το υπέροχο προσωπάκι. Νόμισε ότι ο κόσμος χάθηκε κάτω από τα πόδια της. Γονάτισε και ακούμπησε τις δυό παλάμες στα μαλλιά που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν. Ακούστηκε μια γλυκιά και βαθιά φωνή μέσα από το εκτυφλωτικό φως:
-«Σήκω γυναίκα της Κορίνθου όρθια. Δες το μέλλον σου κατάματα, δες το αύριό σου…»
Η Αγαθόκλεια δεν πίστευε στα αυτιά της, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτή η φωνή… όχι, ήταν πολύ για αυτήν! Σήκωσε τα μάτια και είδε… ένα χαμόγελο, δεν ήξερε που το είδε. Το νόμισε… όχι δεν το νόμισε, το είδε… ναι, ναι , το είδε… αλλά όχι σε κάποιο πρόσωπο. Δεν το είδε σαν εικόνα, αλλά… θα έπαιρνε όρκο ότι το είδε ξεκάθαρα… αλλά που; Μήπως το μυαλό είχε αρχίσει να παίζει τα δικά του παιγνίδια; Μα… ήταν σίγουρη, το είχε δει. Και το μωρό; Που ήταν το μωρό; Είχε μείνει μόνο το άδειο κρεβάτι… και τα ρουχαλάκια του, ζεστά ακόμα… και τι σήμαινε αυτό το χαμόγελο που είδε; Το μωρό… το χαμόγελο…. Έπεσε λιπόθυμη!
Το δυνατό αεράκι που φύσηξε στον περιορισμένο χώρο, γεμάτο από τις ευωδίες των ίων, δεν έγινε αντιληπτό από κανέναν άλλο και, παρόλο που στροβιλίστηκε με δύναμη τέτοια που έριξε πολλά πράγματα στο πάτωμα, οι δάδες παρέμειναν αναμμένες, χωρίς μάλιστα να κουνηθούν οι φλόγες τους.  Η κοπέλα που άκουγε στο όνομα Ιλάειρα, ακούστηκε να γελάει από τον διάδρομο, κάποιες άλλες μιλούσαν και τα παράφωνα τραγούδια των «επισκεπτών» που αναζητούσαν την ηδονή, τυραννούσαν τα όποια αυτιά που είχαν το θάρρος να τα ακούσουν.
Αρκετή ώρα αργότερα, η Αγαθόκλεια βρήκε τις αισθήσεις της, πρότεινε τα χέρια και προσπάθησε να σηκωθεί. Διαπίστωσε ότι από την πτώση, είχε πληγωθεί στο μέτωπο, όχι κάτι το σοβαρό, αλλά το αίμα κυλούσε πάνω στα φρύδια της και αναγκάστηκε να το σκουπίσει με ένα κομμάτι πανιού που βρέθηκε πρόχειρο δίπλα της. Ανοιγόκλεισε τα μάτια και συνήθισε στο λιγοστό φως του δωματίου. Έφερε στο μυαλό όλα τα γεγονότα και έτρεξε στο κρεβατάκι του μωρού. Το βρήκε άδειο και παράξενα δεν ήταν τόσο ανήσυχη όσο περίμενε και η ίδια να είναι. Κάθισε να σκεφτεί. Δεν ήθελε να πει τίποτα στις «κοπέλες» της, δεν ήθελε να διηγηθεί την ιστορία αυτή με τις Θεϊκές φωνές και τη λάμψη. Πήγε στην μικρή καμάρα, κάτι σαν ψεύτικο παράθυρο στην μια μεριά του τοίχου και έψαξε το μικρό αγαλματίδιο του Απόλλωνα και του Δία. Άναψε το μικρό φαναράκι και μουρμούρισε μια προσευχή.
Τακτοποίησε το ιμάτιο της και βγήκε στον άνετο χώρο υποδοχής πελατών. Χαμογέλασε και ίσιωσε τα μαλλιά της, μέχρι που το χέρι, άγγιξε την πληγή. Δεν αιμορραγούσε τώρα, αλλά το σημείο αυτό του μετώπου ήταν πρησμένο και εμφανώς κόκκινο. Βρήκε μια κρέμα από λευκή σκόνη κιμωλίας και προσπάθησε να εξαφανίσει το σημάδι. Χαμογέλασε εκ νέου και μίλησε στον πρώτο άντρα που είδε μπροστά της. Έναν Θηβαίο με γαμψή μύτη και μακριά γένια, που πλατάγιαζε την γλώσσα του σε κάθε λέξη που περιείχε ταυ ή λάμδα. Την άρπαξε από την μέση και προσπάθησε να την φιλήσει στο στόμα, αλλά το μόνο που κατάφερε, ήταν ένα πεταχτό φιλί στον ώμο, πριν πέσει άγαρμπα στο ανάκλιντρο δίπλα του. Τον άφησε εκεί, να έχει το χέρι του ανάμεσα στα σκέλια και να ξύνει μετά μανίας τους όρχεις του. Και να ρεύεται.
Κάποιοι βιαστικοί «πελάτες», έκαναν έρωτα με τα κορίτσια της μέσα σε εκείνη την αίθουσα, λες και δεν κρατιόντουσαν να πάνε στα μέσα δωμάτια και βέβαια χωρίς καμιά ντροπή. Έβλεπε τις κοπέλες που προσποιούνταν οργασμό ή επιθυμία και της παρότρυνε για παραπάνω περιποίηση, με ανεπαίσθητα νεύματα. Έπρεπε όλοι οι άντρες να είναι απόλυτα ευτυχισμένοι από το «σπίτι» της, αφού σε αυτό ακριβώς στηριζόταν η επιτυχία της. Περνώντας δίπλα από έναν άλλο μεθυσμένο, ένοιωσε το χέρι του να την αρπάζει με δύναμη. Χαμογέλασε λίγο πιο πλατιά και έσκυψε δίπλα του. Έψαξε με τα μάτια να βρει μια κοπέλα ελεύθερη, αλλά μάταια. Ανασήκωσε το χιτώνιο του και τον αυνάνισε μέχρι την ολοκλήρωση και τον άφησε στην αγκαλιά του Μορφέα. Σκούπισε το χέρι της πάνω του και βιαστικά απομακρύνθηκε, βγαίνοντας στην σιωπηλή αυλή. Πήρε βαθιά ανάσα και αναπόλησε τις στιγμές της με τον Ευρυάνακτα. Έπρεπε να βρει και τι θα του έλεγε, για την εξαφάνιση του μικρού «μπελά». Κάποιο φύλλο που έπεσε από το μεγάλο πλατάνι πήγε και κάθισε στην αγκαλιά της. Της ήρθε στο μυαλό το χαμόγελο που, νόμιζε, ότι είχε δει, ή που είχε νοιώσει. Αναστέναξε και άφησε τον ύπνο να την πάρει εκεί που ήταν με την δροσιά να της σηκώνει τις τρίχες στο σβέρκο.

Πέμπτη 7 Μαΐου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 42
Οι μέρες που κυλούσαν εφιαλτικά για τον Λίχη, φαίνεται ότι έφταναν στο τέλος τους. Ο πυρετός που τον έτρωγε κυριολεκτικά, άρχισε επιτέλους να πέφτει μετά από τέσσερα μερόνυχτα. Τα μάτια του είχαν πάρει ένα κίτρινο χρώμα και το σώμα του, έξω από την ανάσα, δεν έκανε καμιά άλλη κίνηση, αν αφαιρέσει κάποιος, την ώρα που, οι σπασμοί το έκαναν να χορεύει. Ο Θεμίστιος προσπαθούσε σκληρά να φτιάχνει κάθε λίγο φάρμακα για τον πυρετό, αλλά και κατάπλασμα για την πληγή, έχοντας συνέχεια την Νούσα στο πλευρό του, με το καθαρό νερό και τους επιδέσμους. Ο Θράκας παρατήρησε αυτό το κάπως ιδιαίτερο ενδιαφέρον της νεαρής Ανατολίτισσας μα το απέδωσε σε απλή περιέργεια για τους τρόπους ίασης που αυτός εφάρμοζε. Η διαφορά ήταν ότι και τις ώρες που εκείνος δεν ασχολείτο, η κοπέλα πάντα καθόταν δίπλα στον Σπαρτιάτη και πότε του έπιανε το χέρι και πότε του δρόσιζε το μέτωπο με καθαρό νερό. Πολλές φορές μάλιστα την είδε να του περιποιείται και το σώμα όλο, ειδικά όταν ο Λίχης, μη μπορώντας να ελέγξει τον εαυτό του, αφόδευε πάνω του, χωρίς η απαίσια μυρωδιά της αμμωνίας και των κοπράνων να την πτοήσει. Για φαγητό δεν γινόταν λόγος… εκείνη με ένα κουτάλι προσπαθούσε να τον ταΐσει πότε με σούπα που η ίδια ετοίμαζε με χόρτα , πότε λειώνοντας διάφορες τροφές, πολλές φορές, μασώντας τα η ίδια για να τα πολτοποιήσει. Ο Θράκας χαμογέλασε.
Η φωτιά που έκαιγε στην αυλή, έδινε φως στο χώρο, αλλά και λίγη ζεστασιά, αφού αυτό το απόγευμα είχε βρέξει και ο καιρός έδειχνε να χαλάει, με πτώση θερμοκρασίας και πολλά σύννεφα μαζεμένα πάνω από τα βουνά στο βάθος. Ο Τελευτίας έτριψε τα χέρια του και έβαλε κρασί σε όλους, με την Ελπινίκη να σερβίρει κρέας από τον λαγό που είχε πιάσει ο Ευρυάναξ και ψάρια που είχε φέρει ο Λάφιλος. Τουλάχιστον με τις ικανότητές τους, δεν ξέμεναν καθόλου από φαγητό. Προς μεγάλη έκπληξη όλων, η Αθηναία τους παρουσίασε και κάποιες μελόπιτες που είχε φτιάξει από ένα άγριο μελίσσι που είχε ανακαλύψει ο «άντρας» της και κριθάλευρο που είχε αγοράσει με τα τελευταία του νομίσματα, από κάποιο απομακρυσμένο σπίτι, προς την μεριά της Πεντέλης. Το γέλιο άνθισε επιτέλους για πρώτη φορά μετά από τόσες μέρες στα χείλη των ανδρών. Και θα γινόταν ακόμα μεγαλύτερο την ώρα που κουνήθηκε το δέρμα που κάλυπτε την πόρτα της μικρής καλύβας και στο άνοιγμά της, έκανε την εμφάνισή του, ένας ωχρός, αλλά ζωντανός Λίχης, υποβασταζόμενος από την Νούσα, να προσπαθεί να χαμογελάσει και να προχωρήσει κουτσαίνοντας προς το μέρος τους. Ο Αμεινίας με τον παιδικό του ενθουσιασμό, άρχισε να χτυπάει τα χέρια από την χαρά του και τρέχοντας πήρε το δόρυ του Λακεδαίμονα και του το πρόσφερε για στήριγμα. Ο Παίωνας δίπλα στον Αθηναίο έμπορο, σήκωσε το κεφάλι, κούνησε λίγο την ουρά του δείχνοντας την χαρά του και ξαναβούτηξε στις, ποιος ξέρει τι, αναπολήσεις του. Ο Ευρυάναξ, σηκώθηκε σοβαρός και πλησίασε τον σύντροφό του. Έτεινε τα χέρια σε χαιρετισμό, πιάνοντας ο ένας τον βραχίονα του άλλου. Κάποια στιγμή τον άρπαξε άγαρμπα και τον αγκάλιασε με δύναμη, κάνοντας τον άλλο να βογκήσει. Δεν είπαν άλλη κουβέντα, για Σπαρτιάτες αυτή η κίνηση ήταν άκρως υπερβολική εκδήλωση χαράς.
Οι μέρες πέρασαν και ο καιρός είχε ήδη κρυώσει αρκετά, τα πρωτοβρόχια ευχαριστούσαν καθημερινά τους αγρότες και λάσπωναν τα πάντα με την δύναμή τους. Παράξενο πως, κανείς δεν είχε αναρωτηθεί για τους κατοίκους της μικρής καλύβας, κανείς δεν έδειξε να είναι ιδιοκτήτης, κανείς δεν έφερε κάποια ζώα για βοσκή εκεί κοντά. Μα το πιο παράξενο ήταν ότι ο Αγήνορας δεν φαινόταν να έχει ιδιαίτερα ενδιαφερθεί για την Ελπινίκη. Αυτό το τελευταίο, έκανε τον Τελευτία κάπως να ηρεμίσει, όχι ότι δεν το είχε έννοια του, αλλά κάπου είχε χαλαρώσει την προσοχή του. Ο Λίχης πήγαινε αρκετά καλά και αναγνωρίζοντας την μεγάλη προσπάθεια του Θεμίστιου, σαν πληρωμή, ούτε αυτός, ούτε ο Ευρυάναξ τον είχαν ρωτήσει για την καταγωγή του και την παρουσία του κοντά τους. Ο Λάφιλος είχε αρχίσει ν’ αναπολεί το νησί του και την «άγνωστη – διάσημη» Πασιφάη του, ενώ οι δυό Ασιάτες είχαν σχεδόν γίνει μέλη της ομάδας με τον Χιράμ κάθε βράδυ να εξιστορεί ιστορίες από την πατρίδα του, κρατώντας το ενδιαφέρον των υπόλοιπων στα ύψη με την μαγεία της Ανατολής και τις παράξενες συνήθειες των ανθρώπων της. Και όποτε κοίταγε κάποιος τον Λίχη, πάντα έβλεπε και την Νούσα δίπλα του, έτοιμη να τον βοηθήσει σε ότι είχε ανάγκη. Βέβαια πάντα δίπλα και στην Ελπινίκη, ο Θεμίστιος που κάρφωνε το βλέμμα του πάνω της όποτε ο Τελευτίας ήταν απασχολημένος. Μόνο ο Αμεινίας δεν φαινόταν να συμμετέχει σε αυτήν την παρέα, εκτός βέβαια από την ώρα των ιστοριών του Χιράμ, αφού το μυαλό του ήταν να «παίζει» με το μικρό στο κρεβατάκι του. Όλη την υπόλοιπη μέρα, τριγύρναγε στα χωράφια, προσπαθώντας να εξερευνήσει το μέρος ή πήγαινε με τον Λάφιλο για ψάρεμα. Μια τέτοια μέρα ήταν που τον έκανε περήφανο, αφού μπόρεσε και έπιασε τρία μεγάλα ψάρια, περισσότερα από τον Λάφιλο.
Όλο χαρά λοιπόν, προπορευόταν του φίλου του, κατά την επιστροφή στην καλύβα. Προχωρούσε με χοροπηδητά και γέλαγε, κρατώντας την ψαριά του κρεμασμένη στις πλάτες με ένα μεγάλο ίσιο κλαδί. Ήθελε τόσο πολύ να την δείξει στους άλλους και έκανε μάλιστα σκέψεις πώς να δείξει μετριόφρων και συγκρατημένος, μεταδίδοντας το νόημα… «ε, καλά, δεν ήταν και τίποτα!». Έφτασαν μετά από μισή περίπου ώρα, βρήκαν την αυλή άδεια και το σπίτι εξαιρετικά σιωπηλό. Μόνο ο γέρο Χιράμ καθόταν σε μια μεγάλη πέτρα και η Νούσα που πρέπει μάλλον να φρόντιζε τον Σπαρτιάτη της, μέσα στην καλύβα. Ο Λάφιλος έσμιξε τα φρύδια, σε μια γκριμάτσα ανησυχίας και πλησίασε τον Φοίνικα. Θέλησε να τον ρωτήσει, αλλά κάτι στο βλέμμα του άλλου, τον έπεισε ότι θα του μίλαγε χωρίς εκείνος να κάνει την ερώτηση. Κάθισε δίπλα του ανυπόμονος, ενώ μια περίεργη μυρωδιά, μάλλον γιασεμιού, είχε γεμίσει τον αέρα ολόγυρά τους. Τον ευχαρίστησε η οσμή αυτή και προσπάθησε να θυμηθεί που την είχε ξαναμυρίσει. Ο γέρος τον κοίταξε καλά, πήρε μια βαθιά ανάσα:
-«Χάθηκε το μωρό…» του είπε με σιγανή φωνή
-«Τι; Ποιο μωρό; Του Τελευτία; Το… μωρό;», ρώτησε ο νησιώτης ξαφνιασμένος, έκπληκτος.
-«Ναι, το μωρό, αυτό το μωρό. Και κανείς δεν ξέρει πως.. περίεργο ε; Και ο Λίχης και η κόρη μου ήταν μέσα, δίπλα στην κούνια του… και η Ελπινίκη που προσπαθούσε να φτιάξει κάτι, νομίζω φαγώσιμο ή κάτι τέτοιο. Όλα ήταν καλά μέχρι που μια μεγάλη λάμψη, έλουσε όλο τον χώρο. Να φανταστείς ότι κι αυτός ακόμα ο Σπαρτιάτης … τρόμαξε και αν το γεγονός δεν ήταν τόσο σοβαρό, θα γέλαγα με την ανήσυχη και … τρομαγμένη όψη του. Μόλις έσβησε αυτή η λάμψη που κράτησε πολύ λίγο όπως σου είπα, το μωρό είχε γίνει άφαντο. Ούτε ίχνος του. Μόνο τα ρούχα που φόραγε υπήρχαν στο κρεβατάκι του, μόνο. Παράξενο ε;»
Το βλέμμα του νεαρού νησιώτη, δεν έδειχνε τόσο πολύ έκπληξη όπως θα περίμενε κάποιος, παρά σαν να γινόταν μάρτυρας, έστω και εκ του μακρόθεν, ενός σημαντικού γεγονότος που όμως κατά κάποιο τρόπο … περίμενε. Αρκέστηκε μόνο να ρωτήσει:
-«Και ο Τελευτίας τι έκανε; Τι είπε; Έδειξε ανήσυχος;»
-«Όχι ιδιαίτερα και αυτό είναι το περίεργο, το … πώς να το πω… λες και ήταν κάτι που έπρεπε να γίνει. Και δεν είναι από τους ανθρώπους που χάνουν την ψυχραιμία τους μπροστά σε δύσκολες και αναπάντεχες καταστάσεις. Τουλάχιστον έτσι νομίζω, από το λίγο που τον ξέρω»
-«Καλά κάνεις κι έτσι νομίζεις, γιατί έτσι είναι…», απάντησε ο Λάφιλος και χαμογέλασε, για να βάλλει σε σκέψεις τον Χιράμ.
Ο Αθηναίος έμπορος με τον Ευρυάνακτα είχαν πάρει να ψάχνουν τα λιβάδια και τους λόφους γύρω από την μικρή καλύβα. Η αλήθεια ήταν ότι δεν διέθεταν την ιδιαίτερη δραστηριότητα που απαιτούσε το συμβάν, λες και οι δυό περίμεναν την απάντηση και την λύση από κάπου αλλού, από κάπου πιο … μυστηριακά. Ο ήλιος είχε αρχίσει το κόκκινο ταξίδι του προς το βασίλειό του και οι δυό άντρες, αναπαύτηκαν κάτω από ένα μεγάλο πλατάνι. Αυτό που έγινε από κει και πέρα, μόνο οι δυό τους θα το έβλεπαν και θα το κρατούσαν μέσα τους. Τα πάντα γύρω τους ακινητοποιήθηκαν όπως είχε συμβεί στο παρελθόν, στο όνειρο του Τελευτία, οι ήχοι λες και πάγωσαν κι αυτοί και η ίδια παλιά, γνώριμη σιλουέτα από φως στάθηκε μπροστά τους, με την ονειρική άχλη γύρω της. Ο Δίας, παρουσιάστηκε με όλο το μεγαλείο της Θεότητάς του και η στεντόρεια φωνή του, ακινητοποίησε τους δυό συντρόφους. Δίπλα του, το μωρό να περπατάει, να μεγαλώνει λες σε κάθε δευτερόλεπτο, μέχρι που ο Απόλλωνας φάνηκε χαμογελαστός μπροστά τους.
-«Άξιοι άντρες, άξιοι … άνθρωποι. Τιμήσατε την πατρίδα σας, τους δικούς σας ανθρώπους, τους Θεούς σας! Άξιοι άντρες που κλάψατε για τον σύντροφό σας, που δώσατε κάθε ικμάδα της δύναμής σας για την πατρίδα σας και όχι μόνο για την πόλη σας, για την μεγάλη σας Ελλάδα… που καταλάβατε το … ένα έθνος σας! Την προστασία μου θα έχετε, όπως την προστασία δώσατε  ο καθένας σας με τον τρόπο του, στον γιό μου…», έδειξε με το λαμπερό του χέρι τον Απόλλωνα, « … αυτόν που δοκιμάζει τους ανθρώπους. Πορευθείτε στον δρόμο που θα διαλέξετε και να έχετε τον νου στην ευτυχία…»
Η φωτεινές σιλουέτες εξαφανίστηκαν αστραπιαία, όπως ακριβώς είχαν εμφανιστεί. Ο ήχος από το κελάηδημα των πουλιών, επανήλθε στα αυτιά των δυό αντρών και ο αέρας άρχισε να φυσάει και πάλι ανάμεσα στα μαλλιά και τα γένια τους. Τώρα το μόνο παγωμένο και ακίνητο, ήταν το μυαλό τους και το βλέμμα τους. Αργά αργά, κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με άδεια μάτια αμίλητοι. Πήραν τον δρόμο της επιστροφής, αντικρίζοντας το ολοστρόγγυλο φεγγάρι που ανέβαινε από την πλάτη της Πεντέλης.
Η μικρή κοινωνία της «αυλής», προσπαθούσε να αντιμετωπίσει τα συμβάντα των τελευταίων ημερών, τα οποία και λίγα δεν ήταν, αλλά ούτε και απλά. Ο καθένας αξιολογούσε κατά τον δικό του τρόπο, την ιστορία, ή καλύτερα το «όραμα», των δύο αντρών, ο Λάφιλος το πίστευε από την πρώτη στιγμή, μετά την εξομολόγηση πριν την μάχη του Τελευτία στο στρατόπεδο, ο Λίχης και η Ελπινίκη με κάποια καχυποψία και τέλος ο Χιράμ με την Νούσα, με την έμφυτη μοιρολατρία της Ανατολής και την ευπιστία των υποτελών του μεγάλου Βασιλιά. Το τελικό γεγονός όμως, την εξαφάνιση του «μωρού», πάντως το δέχτηκαν όλοι με λίγη περισσότερη αντίδραση από την Ελπινίκη και γιατί το είχε σαν δικό της παιδί – το μητρικό φίλτρο δεν μπορούσε αμαχητί να δεχτεί κάτι τέτοιο – αλλά και γιατί η μόρφωσή της, δεν άφηνε χώρο για εμφανίσεις Θεών και τεράτων. Κι αν δεν μπορούσε να καταλάβει την ίαση σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα του Λίχη ή την αιφνίδια εμφάνιση των δυό Ασιατών, της ήταν σχεδόν αδύνατο να πιστέψει ότι τόσο καιρό, τόσες μέρες, μεγάλωνε και περιποιόταν έναν Θεό. Αλλά όπως ήταν ο χαρακτήρας της, το αντιμετώπισε εσωτερικά της, αγέρωχη και φαινομενικά ήρεμη. Ούτε έκλαψε, ούτε έδειξε ανησυχία ή δυσφορία. Έπρεπε, ήταν υποχρεωμένη να πιστέψει τα λόγια του «άντρα» της. Και πάνω απ’ όλα, έπρεπε να εξηγήσει στον εαυτό της, αυτή την εκτυφλωτική λάμψη…

Δευτέρα 4 Μαΐου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 41
Έγειρε πάνω στο μπράτσο του συντρόφου του να στηριχτεί και άθελά του άρχισε να βήχει. Ένας βήχας έντονος και βαθύς, που νόμισε ότι σκίζονταν τα πνευμόνια του. Ο Ευρυάναξ έβαλε την παλάμη στο μέτωπό του. Έκαιγε, πρέπει ο πυρετός να είχε ανέβει πολύ τις τελευταίες δύο ώρες. Τον βοήθησε να κάτσει στην άκρη ενός μικρού ρυακιού, έβρεξε ένα κομμάτι πανιού που κρατούσε την ασπίδα στην πλάτη και προσπάθησε να δροσίσει τον φίλο του.
-«Καλά είμαι, μόνο … λίγο εξαντλημένος…» του είπε ο Λίχης, «… τίποτα σπουδαίο, … τίποτα σοβαρό….». δεν μιλούσε ο ίδιος, αλλά ο εγωισμός και η ψωροπερηφάνια του. Αυτή που τόσα χρόνια διδασκόταν στις σχολές της Σπάρτης. Ο Ευρυάναξ δεν του έδωσε μεγάλη σημασία, ήξερε ότι έπρεπε να γυρίσουν πίσω στην καλύβα όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Έπρεπε ο Θράκας να περιποιηθεί την πληγή στο πόδι του, η οποία μάλλον του φάνηκε ότι είχε αρχίσει να μυρίζει άσχημα.
-«Άσε τις αηδίες και προσπάθησε να βρεις τα κουράγια σου να γυρίσουμε πίσω γρήγορα…», του απάντησε με έναν σχεδόν επιτακτικό τόνο. «…Ακούς; Δεν μου αρέσει που δεν είπαμε τίποτα στον Θεμίστιο, θεραπευτής είναι κάτι θα μπορέσει να κάνει…»
-«Δεν έχω τίποτα σου λέω…. Να μόνο λίγο τσούζει και ίσως να… ενοχλεί αυτή η βρωμοπληγή… τίποτα… να…», έκανε να πιάσει το πόδι του, να δείξει ότι δεν ήταν τίποτα το σοβαρό. Λιποθύμησε πριν προλάβει να τελειώσει την φράση του…
Ο Λακεδαιμόνιος μάθαινε να κρατάει τον πόνο μέσα του, τις πληγές να τις πνίγει μέσα στον εγωισμό του και την αρρώστια μέσα στο υπέρτατο Είναι του. Προτιμούσε να πεθάνει παρά να παραδεχτεί ότι ο πόνος και η μόλυνση, η κακιά αρρώστια όπως την αποκαλούσαν, τον είχαν νικήσει. Όμως ο Ευρυάναξ, δεν τον συμμεριζόταν σε αυτά τα πιστεύω. Ανησυχούσε για τον φίλο και συμπολεμιστή του. Έσκυψε, φορτώθηκε τον εξοπλισμό του και μετά το λιπόθυμο σώμα, στους τεράστιους ώμους του. Αργά, αλλά σταθερά, πήρε τον δρόμο για την καλύβα. Εκεί ήλπιζε στην βοήθεια του Θράκα. Οι πέτρες κυλούσαν κάτω από τα σανδάλια του, τα χόρτα με την υγρασία της νύχτας γλιστρούσαν και η σελήνη δεν τον βοηθούσε να δει το μονοπάτι, κάνοντάς τον να λοξοδρομήσει αρκετές φορές.
Δεν ήξερε πόση ώρα πέρασε όταν μπόρεσε να δει την φωτιά στην αυλή της μικρής καλύβας. Και ήταν κατόρθωμα που μπόρεσαν τα μάτια του να την δουν, αφού ο ιδρώτας ήταν τόσο αλμυρός που σχεδόν τα έκαιγε. Το σώμα του συντρόφου του, είχε αρχίσει να γίνεται ανυπόφορα βαρύ, σαν μεγάλος βράχος βάζοντας τον ίδιο στην θέση του νικητή του Άδη, του βασιλιά της Εφύρας (Αίγινας), του μυθικού Σίσυφου. Χαμογέλασε παρ’ όλη την κούραση του από αυτή την σκέψη. Άντλησε δυνάμεις από την θέα της φωτιάς και το άκουσμα των ομιλιών μπροστά του και ανέβηκε την τελευταία ανηφόρα βαριανασαίνοντας και σχεδόν μπουσουλώντας. Ο Παίωνας ήταν ο πρώτος που τον υποδέχτηκε για να ακολουθήσει ο μικρός Αμεινίας που έβαλε τις φωνές ειδοποιώντας τους υπόλοιπους, σαν είδε τους δύο άντρες πεσμένους στο χώμα, τον ένα πάνω στον άλλο. Συγχρόνως, μιμούμενος την αντίδραση του παιδιού, ο μεγάλος σκύλος άρχισε να γαυγίζει δυνατά και να κλαίει.
Το δυνατό φως τον έκανε ν’ ανοιγοκλείσει τα μάτια του, αφού η δάδα, ήταν αναμμένη σχεδόν πάνω στο στήθος. Ο Λίχης ένοιωσε χέρια να του πασπατεύουν τον μηρό και συγχρόνως ένας οξύς πόνος, σαν μαχαιριά να τον διαπερνά. Έβηξε δυνατά και κατάλαβε κάτι ζεστό και υγρό να κυλά στο πόδι του.  Δεν ήξερε πως βρέθηκε εκεί και δεν μπορούσε να καταλάβει, αφού το μυαλό όπως και το κορμί του, καιγόταν από τον πυρετό και δεν μπορούσε να περιεργαστεί τα γεγονότα. Είδε ένα γνώριμο κεφάλι, ή μάλλον το πάνω μέρος από ένα γνώριμο κεφάλι, αφού ο Θεμίστιος είχε σκύψει και προσπαθούσε να βρει άκρη με το τραύμα του. Το είχε ανοίξει πιο πολύ απ’ όσο ήταν και είχε αφαιρέσει ένα μεγάλο κομμάτι ξύλο, πέντε περίπου εκατοστών, από το στέλεχος της σαΐτας που τον είχε πληγώσει. Ο Θράκας ήταν ανήσυχος, όχι από την πληγή, αλλά από την μυρωδιά, την μπόχα θα μπορούσε να την πει κανείς. Ήξερε από τέτοια τραύματα και καταλάβαινε τις συνέπειές τους. Ευχήθηκε στους Θεούς, να μην φτάσουν σε τέτοιο σημείο. Έκοψε με το πιο κοφτερό του μαχαίρι, αφού πρώτα το κοκκίνισε στην φωτιά χωρίς και αυτός να ξέρει γιατί το έκαψε, ένα μεγάλο κομμάτι από το κρέας του Σπαρτιάτη, πλημμυρίζοντας το έδαφος της καλύβας με σκούρο καφέ αίμα, προσπαθώντας να περιορίσει την μυρουδιά και ότι σήμαινε αυτή για τον λαβωμένο άντρα. Σήκωσε το κεφάλι στο πρόσωπο του Λίχη και αντίκρισε το πιο θολό βλέμμα που θα μπορούσε ποτέ να δει.  Τον είδε να λιποθυμά ξανά και μέσα του ευχαριστήθηκε που θα συνέχιζε ανενόχλητος την δουλειά του. Γύρισε στα δεξιά του, προς την νεαρή κοπέλα που είχε προσφερθεί να τον βοηθήσει και της ζήτησε να φέρει κι άλλο νερό βρασμένο, να καθαρίσει την πληγή, πριν βάλλει τα βότανά του και την δέσει. Το πόδι είχε πάρει ένα σκούρο χρώμα, σαν το αίμα που είχε κυλίσει στο δάπεδο, ενώ το πρόσωπο του άντρα, ήταν κίτρινο σαν το λεμόνι, όσο μπορούσε να διακρίνει από το φως του δαυλού. Η Νούσα γύρισε φέρνοντας το ζεστό νερό. Μέσα σε αυτό, ο Θεμίστιος έριξε μερικά φύλλα τσουκνίδας και κάποια χόρτα και ρίζες, μέχρι που το χρώμα του νερού έγινε πράσινο. Καθάρισε την πληγή, έβαλε ένα κατάπλασμα που είχε εν τω μεταξύ ετοιμάσει και έδεσε γερά τον μηρό. «Τώρα μόνο η Ήρα και ο Δίας μπορούν να βοηθήσουν…», είπε χαμηλόφωνα, μιλώντας στον εαυτό του.
Βγήκε στην αυλή που περίμεναν οι υπόλοιποι και από το πρόσωπό του κατάλαβαν την κατάσταση του φίλου τους. Κάθισε κοντά τους και μαντεύοντας την ατολμία τους να ρωτήσουν, άρχισε να εξηγεί αυτός. Ο Ευρυάναξ, που εν τω μεταξύ είχε μάθει για την ιστορία του Ασιάτη και της κόρης του, ένοιωθε κάπως αμήχανα μπροστά τους, αλλά η αγωνία του για τον σύντροφό του, δεν τον άφηνε να ασχοληθεί με τίποτα άλλο. Έβλεπε τα χείλη του Θεμίστιου, προσπαθώντας να μην του ξεφύγει τίποτα απ’ ότι θα έλεγε:
-«Τα πράγματα είναι δύσκολα…», είπε εκείνος προσπαθώντας να κοιτάζει μόνο τον Τελευτία και τον Λάφιλο. «Το τραύμα έχει μολυνθεί και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, το μαρτυράει η βρώμα που αποπνέει … που… που…» κόμπιασε να συνεχίσει τις λέξεις.
-«Πρέπει να κοπεί…», ακούστηκε η φωνή του Χιράμ, απόκοσμη και σιγανή, αναγκάζοντας τον Ευρυάνακτα να στρέψει πάνω του το βλέμμα. Ο γέρος δεν σήκωσε τα μάτια, κοιτούσε το χώμα, λες και κατάλαβε ότι ήταν λάθος που μίλησε.
-«Μπορεί… στην χειρότερη περίπτωση… που δυστυχώς δεν είναι μακριά…. να πρέπει να του κόψουμε το πόδι. Αλλά ας ελπίσουμε ν’ αντιδράσει…. στο φάρμακο!»
Το πρόσωπο του Ευρυάνακτα είχε χλομιάσει κάτω από τα γένια του και τα μάτια είχαν γίνει δυό μαύρες χάντρες. Για πρώτη φορά στην ζωή του, ένοιωσε τρόμο και απελπισία. Είχαν μεγαλώσει μαζί με τον Λίχη, είχαν γίνει φίλοι σε δύσκολες στιγμές και τώρα ήταν μπροστά σε μια φριχτή πιθανότητα, μια πραγματικότητα που έπρεπε να βρει τρόπο να την διαχειριστεί και γι αυτόν αλλά και για τον συμπολεμιστή του. Δεν θα τον πείραζε ο θάνατος σε μάχη, αυτό θα ήταν τιμή για οποιονδήποτε Λακεδαιμόνιο, αλλά η αναπηρία σε τέτοιο βαθμό…
Ο Τελευτίας απ’ την μεριά του, έπρεπε να αναθεωρήσει τις απόψεις του για την αναχώρησή τους. Δεν έβλεπε σωστό να εγκαταλείψει έτσι τους συντρόφους του, να τους στερήσει μάλιστα και τον μόνο άνθρωπο που θα μπορούσε να γιατρέψει μια τέτοια πληγή ή ακόμα να κάνει αυτό το … δυσάρεστο καθήκον του ακρωτηριασμού. Κοίταξε την Ελπινίκη και του φάνηκε πως είχε πάρει την σιωπηλή της συγκατάθεση γι αναβολή. Ήθελε να της χαμογελάσει αλλά δεν μπόρεσε να βγάλει τέτοια διάθεση. Ξαφνικά μια βαριά σιωπή είχε πέσει σαν μανδύας πάνω τους. Η κατάσταση του Λίχη θα ξεκαθάριζε πιθανώς την επόμενη μέρα κι αυτό θα έπρεπε να γίνει γιατί μετά δεν θα κινδύνευε μόνο το πόδι, αλλά και η ίδια του η ζωή. Η Ελπινίκη πήγε στο εσωτερικό της καλύβας και έριξε μια ματιά στον παραμιλούντα, από τον πυρετό, ασθενή. Στάθηκε όρθια για λίγο και τον κοίταξε. Το βλέμμα της είχε σκοτεινιάσει και τα μάτια της ολάνοιχτα προσπαθούσαν να σκίσουν το σκοτάδι, να δει καλύτερα, αφού ο δαυλός φώτιζε ένα περιορισμένο μόνο σημείο. Περπάτησε λίγα βήματα και πήρε το μωρό από το μικρό του κρεβατάκι, το σήκωσε και το έβαλε στην αγκαλιά της. Της φάνηκε ότι διέκρινε ένα χαμόγελο στο προσωπάκι του και τα γαλάζια ματάκια του λίγο πιο λαμπερά από το συνηθισμένο. Βγήκε στον εξωτερικό χώρο και ετοίμασε λίγο χυλό. Το τάισε ενώ οι άντρες δεν είχαν βρει ακόμα τη λαλιά τους. Μόνο η Νούσα φαινόταν να σιγομουρμουρίζει κάτι, στη γλώσσα της, κάτι, που δεν θα μπορούσε κανείς να καταλάβει. Την είδε να σηκώνεται και να χάνεται στην πόρτα της μικρής καλύβας. Έστρεψε την προσοχή της στο τάϊσμα του μικρού. Ο Αμεινίας πλησίασε και κάθισε κοντά της, τσιμπώντας το μικρό ελαφρά στα μάγουλα. Παιδί ήταν ο Αμεινίας, δεν θα μπορούσε να καταλάβει ακριβώς την κατάσταση και την ένταση που επικρατούσε. Όλοι φαίνονταν βυθισμένοι στις δικές τους σκέψεις.
Το ξημέρωμα άρχισε να δίνει χρώμα στα βουνά του ορίζοντα. Είχαν αρχίσει να παίρνουν εκείνο το ακόμα κρύο γκρι των πρώτων αχτίδων του ήλιου. Σε λίγο θα γίνονταν πράσινοι όγκοι που θα σκόρπιζαν την ελπίδα του ταξιδιού στους ήρωες της καλύβας. Ενός ταξιδιού, που ακόμα δεν μπορούσε να γίνει. Ο Ευρυάναξ κατέβηκε στο μικρό μονοπάτι και σταμάτησε πίσω από την πρώτη στροφή, κρυμμένος από τα μάτια των άλλων γονάτισε μπροστά σε μια μικρή μυρτιά. Έριξε το βλέμμα ολόγυρα, προσπαθώντας να διακρίνει μέσα από το μισοσκόταδο του πρωινού. Το δεξί του χέρι, έβγαλε ένα μικρό ξύλινο αγαλματίδιο της Ήρας από το ιμάτιο και το εναπόθεσε στο υγρό έδαφος. Έκοψε μερικά κλαδιά από την μυρτιά, έφτιαξε ένα μικρό στεφάνι και το τοποθέτησε δίπλα στο αγαλματίδιο. Πέταξε μια χούφτα χώμα με λίγο ψωμί στον αέρα, έσταξε και λίγο κρασί χάμω και άρχισε να μουρμουρίζει μια προσευχή. Έλπιζε η μεγάλη Θεά να τον άκουγε, να τον βοηθούσε. Ποτέ ξανά δεν είχε παρακαλέσει για κάτι, μα τώρα, πίστευε ότι ο Λίχης είχε ανάγκη κάθε βοήθεια. Ανακάλυψε ότι είχαν δακρύσει τα μάτια του και τα σκούπισε βιαστικά, ψάχνοντας με το βλέμμα ένοχα ολόγυρα. Σπαρτιάτης ήταν, δεν μπορούσε να κλαίει. Ησύχασε αφού κανείς δεν φαινόταν ολόγυρα. Γονατιστός αυτός ο φοβερός πολεμιστής, συνέχισε την προσευχή του. Σήκωσε τα χέρια στον ουρανό σαν ικέτης.
-«Για να δούμε τι συμβαίνει τώρα…», ακούστηκε η φωνή του Θεμίστιου, πίσω στην καλύβα. Μπήκε μέσα παραμερίζοντας το δερμάτινο σκέπασμα της πόρτας. Περίμενε να τον πιάσει η μπόχα του σάπιου, όμως του φάνηκε ότι η μυρουδιά ήταν της ίδιας έντασης με πριν. Έσκυψε πάνω απ’ τον φλεγόμενο από πυρετό Σπαρτιάτη και προσπάθησε να ξετυλίξει τους επιδέσμους από το πόδι. Τίναξε το κεφάλι προς τα πίσω, αλλά δεν του ήρθε καμιά δυσοσμία. Κοίταξε επίμονα, ελπίζοντας ότι τα πράγματα θα μπορούσαν να γίνουν καλύτερα. Η Νούσα πίσω του, τεντώθηκε να δει κι αυτή πάνω από τους τεράστιους ώμους του Θράκα. Κρατούσε ένα μεγάλο κύλικα με ζεστό νερό ανακατεμένο με λίγο κρασί και μερικά πανιά κομμένα σε λωρίδες. Δεν συμμεριζόταν το χαμόγελο που αμυδρά έκανε την εμφάνιση του στο πρόσωπο του Θράκα.
Το χαμόγελο, έγινε γέλιο και θα έφτανε σε σημείο κραυγής ενθουσιασμού, αν δεν υπήρχε κι εκείνος ο πυρετός που κατάτρωγε αυτό το γεμάτο μυς και επουλωμένες πληγές σώμα. Ο Θεμίστιος έδειξε στην κοπέλα δίπλα του, αίμα να τρέχει γύρω από την πληγή και από κάτω και από την επάνω μεριά. Και το χρώμα… είχε το χρώμα του τραύματος, όπως της είπε.
-«Ε και; Αυτό είναι καλό τώρα;», τον ρώτησε με αφέλεια.
-«Ναι, κορίτσι μου, είναι καλό, πολύ καλό. Θα πονάει σε λίγο, δόξα στους Θεούς, … θα πονάει μόλις βγει από τον ύπνο του πυρετού! Δόξα στους μεγάλους Θεούς!!!»
Η Νούσα τον κοίταγε σαν χαζή. Καταλάβαινε ότι τα πράγματα δεν θα γίνονταν πιο άσχημα, αλλά να πανηγυρίζει επειδή θα … πονάει; Ήθελε να τον ρωτήσει, αλλά εκείνος την πρόλαβε:
-«Καταλαβαίνεις ότι το αίμα κυκλοφορεί και το πόδι δεν πεθαίνει. Αυτό μας το δείχνει το αίμα και το άσπρο υγρό που κυλάει αφρίζοντας λόγω των βοτάνων από την πληγή. Και ο … πόνος, ο… υπέροχος αυτός πόνος… το δώρο των Θεών… αυτός που δείχνει ότι κάτι συμβαίνει… αυτός που μας λέει ότι το πόδι είναι ζωντανό και προειδοποιεί …. Ναι, όπως το λέω, προειδοποιεί… μας λέει… μη με κόψετε θα γίνω καλά. Χα χα χα όλα θα πάνε καλά τώρα να δεις…»
Η Ελπινίκη που είχε μπει χωρίς να την καταλάβει κανείς τους, χαμογέλασε συγκρατημένα και βγήκε πάλι στην αυλή, αόρατη και βουβά. Με τα μάτια, φανέρωσε τα νέα στον «άντρα» της. Ο Χιράμ που στεκόταν δίπλα χαμογέλασε κι αυτός και σήκωσε τα μάτια στον ουρανό, μουρμουρίζοντας κάποιες λέξεις που μόνο το Αχούρα μπορούσε ν’ αναγνωρίσει κάποιος. Ο Τελευτίας σηκώθηκε να πάει προς το σπίτι και η κίνησή του αυτή έκανε τον Παίωνα να γκρινιάξει και να κουνήσει την ουρά του θυμωμένα. Ο Θράκας έκανε την εμφάνισή του και τους εξήγησε. Όλα θα μπορούσαν να πάνε καλά, αν έριχνε τον πυρετό κι αν ο Λίχης ξεκουραζόταν. Έψαξε με τα μάτια τον Ευρυάνακτα, δεν τον βρήκε, επιζητούσε την ευγνωμοσύνη του, αφού λόγω… ήταν ο μόνος που φοβόταν. Τότε ξύπνησε και ο Λάφιλος με τον μικρό του σύντροφο. Έτριψε τα μάτια και έμαθε … ότι δεν υπήρχε τίποτα να φάει. Γέλασαν όλοι που το μυαλό του νεαρού ήταν στο φαί, μέχρι να καταλάβει τι του είπαν για τον Λίχη.
Η Νούσα έκανε μια μικρή στρογγυλή σφαίρα με τα πανιά που είχαν απομείνει από την επίδεση του τραύματος και άρχισε να καθαρίζει το ζεστό σώμα. Θα τον δρόσιζε, θα τον ευχαριστούσε με το χλιαρό πλέον νερό. Το χέρι της ανεβοκατέβηκε στα πόδια του Σπαρτιάτη, έφτασε στην κοιλιά και σκαμπανέβασε στους μυς του στήθους του. Ποτέ της δεν είχε δει τόσο γυμνασμένο σώμα, ποτέ της δεν είχε αντικρύσει τόσο όμορφα χαρακτηριστικά προσώπου σε άντρα. Καθάρισε τα γένια του από τους εμετούς της αρρώστιας και από τα μισάνοιχτα χείλη του, φάνηκαν δυό σειρές κατάλευκων δοντιών. Ίσια και όμορφα δόντια,… και αυτή η χαρακιά στο αριστερό του μάγουλο… πόση γοητεία και αντρειοσύνη του χάριζε! Καθάρισε τον μυώδη λαιμό, χάιδεψε τις επουλωμένες πληγές του από παλαιότερες μάχες  και τον φίλησε απαλά τους φουσκωμένους μυς του. Γεύτηκε τον αλμυρό ιδρώτα του και … έκλαψε για τον πυρετό του. Τον ήθελε, τον ποθούσε και γνώριζε ότι μόλις τώρα… η ζωή της θα στιγματιζόταν για πάντα.