Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016



ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΦΑΛΗΡΕΑΣ
Ο ΙΔΡΥΤΗΣ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ


Ο Δημήτριος ο Φαληρέας είχε μόλις περάσει τα σαράντα όταν το πλοίο που τον έφερνε από την Ελλάδα αγκυροβόλησε στο μεγάλο Ανατολικό Λιμένα της Αλεξάνδρειας, την άνοιξη του 304 π. Χ.
Ήταν ένας εμφανίσιμος άντρας, με κλασσικά χαρακτηριστικά, κατσαρά και μούσι και αλαζονικό γαλάζιο βλέμμα, που έμοιαζε να ζυγίζει τον κόσμο γύρω του. Κοίταξε το νησί του Φάρου που προστάτευε το λιμάνι προς βορρά, τον μακρύ βραχίονα που συνέδεε το νησί με την στεριά, την επιβλητική Πύλη της Σελήνης, τα αστραφτερά μάρμαρα των βασιλικών ανακτόρων, στον Ελληνικό τομέα της πόλης, ακριβώς απέναντι από το σημείο όπου είκοσι πέντε χρόνια αργότερα θα χτιζόταν ο περίφημος Φάρος της Αλεξάνδρειας.
Την προσοχή του τράβηξε για μια στιγμή ένα σώμα στρατιωτών που βάδιζαν στοιχισμένοι προς το πλοίο του. Ήταν η βασιλική φρουρά που είχε σταλεί για να τον συνοδέψει στα ανάκτορα και, μολονότι δεν ήταν παρά λίγοι άνθρωποι, η εμφάνισή τους ήρθε σαν βάλσαμο στην πληγωμένη του περηφάνια του.
Μέχρι πριν από λίγους μήνες ο Δημήτριος ήταν ένας από τους πιο ισχυρούς και πιο επιτυχημένους άντρες του Ελληνικού κόσμου. Ήταν λίγοι εκείνοι που θα μπορούσαν να τον συναγωνιστούν σαν ρήτορα, ποιητή και φιλόσοφο ή να παραβληθούν μαζί του σε ισχύ. Από τα είκοσι οκτώ του χρόνια κυβερνούσε με τρόπο απολυταρχικό την Αθήνα για λογαριασμό του Κάσσανδρου, ενός άλλου στρατηγού του Αλέξανδρου, που είχε γίνει ηγεμόνας της Μακεδονίας.
Γόνος γνωστής και πλούσιας οικογένειας, είχε λάβει εξαιρετική μόρφωση – με αποκορύφωμα το Λύκειο του Αριστοτέλη, όπου είχε την ευκαιρία να συγχρωτιστεί με τις μεγαλύτερες ιδιοφυΐες της εποχής. Συνδυάζοντας πνευματικότητα και πολιτικό αισθητήριο, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι το πρότυπο του φιλόσοφου – βασιλιά που οραματιζόταν ο Πλάτωνας, εάν ο Πολιορκητής δεν είχε προβεί σ’ ένα πραξικόπημα που τον ανάγκασε να καταφύγει στη Θήβα, την πάλαι ποτέ πανίσχυρη πρωτεύουσα της Βοιωτίας, την οποία ο Αλέξανδρος είχε μετατρέψει σε ερείπια λίγα χρόνια νωρίτερα.
Κι εκεί που αναρωτιόταν τι να κάνει, εντελώς απροσδόκητα, είχε φτάσει μια πρόσκληση από τον Πτολεμαίο Α! το Σωτήρα, να επισκεφτεί την Αλεξάνδρεια. Διαισθανόμενος ότι βρισκόταν μπροστά σε κάτι καλό, ο Δημήτριος επιβιβάστηκε στο πρώτο καράβι που σάλπαρε για την Αίγυπτο. Τώρα, καθώς περπατούσε κατά μήκος της προκυμαίας με τους φρουρούς να του ανοίγουν το δρόμο, απομακρύνοντας Έλληνες, Ρωμαίους, Νούβιους εμπόρους και ναυτικούς απ’ όλο τον κόσμο, ένοιωθε πως η διαίσθησή του δεν τον είχε ξεγελάσει. Η πόλη, αν και ηλικίας μόλις είκοσι πέντε ετών, είχε την όψη και την αίγλη παγκόσμιας μητρόπολης. Εδώ, αποφάσισε, το ταλέντο του ως πολιτικού αλλά και ως ανθρώπου των γραμμάτων και των τεχνών θα μπορούσε να αξιοποιηθεί κατά τον καλύτερο τρόπο, εξασφαλίζοντάς του τη θέση που του άξιζε. Και πόσο δίκιο είχε!
Ο οικοδεσπότης του, όπως κι ο ίδιος, ήταν ένας ηγεμόνας αλλά και ένας διανοούμενος που έτρεφε βαθύτατο σεβασμό για οποιονδήποτε είχε σχέση με τον Αριστοτέλη και το Λύκειο – πέρα από το γεγονός ότι συγγένευε εξ αγχιστείας και με τον Κάσσανδρο, πρώην προστάτη του Δημητρίου. Έτσι, δεν χρειάστηκε πολύς καιρός για να βρει ο εξόριστος τύραννος των Αθηνών την αναγνώριση και μια θέση στο ανάκτορο του Πτολεμαίου.
Παραμένει αδιευκρίνιστο αν του δόθηκε και κάποιο κυβερνητικό αξίωμα. Εκείνο πάντως που είναι βέβαιο είναι ότι μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα έγινε ένας ισχυρός άντρας, παρέχοντας τις συμβουλές του τόσο σε θέματα νομικά και εξωτερικής πολιτικής όσο και σε θέματα σχετικά με το νέο σύνταγμα της Πτολεμαϊκής Αιγύπτου.
Ο Δημήτριος ήταν καιροσκόπος κι ένας πολιτικός που μηχανορραφούσε, πάνω απ’ όλα όμως ήταν ένας άνθρωπος των γραμμάτων που θεωρούσε την πνευματική καλλιέργεια πιο σημαντική κι από την ανελέητη διπλωματία εκείνης της εποχής. Και ίσως, νοσταλγώντας το Λύκειο ή την δεκαετία που είχε ζήσει περιτριγυρισμένος από διαπρεπείς φιλοσόφους, ποιητές και ρήτορες της ηλικίας του, πρότεινε στο βασιλιά τη δημιουργία ενός πολιτιστικού και ερευνητικού κέντρου που θα ανταγωνιζόταν εκείνα των Αθηνών, της Περγάμου, και της Κυρήνης και θα αναδείκνυε την πόλη σε επίκεντρο της μάθησης.
Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία αυτού που έμελλε να γίνει το μεγαλύτερο ερευνητικό κέντρο και η πρώτη μεγάλη παγκόσμια βιβλιοθήκη. Στα Μουσείο και την Βιβλιοθήκη που ήταν στεγασμένα στον περίβολο των ανακτόρων, είχαν αρχικά πρόσβαση μόνο οι επισκέπτες του βασιλιά. Πολύ σύντομα όμως – καθώς ο αριθμός των κωδίκων και των παπύρων μεγάλωνε και οι ντόπιοι και ξένοι διανοούμενοι καλούνταν να μελετήσουν εκεί – εξελίχθηκαν σε δημόσιους χώρους, ανοιχτούς σε κάθε είδους σπουδαστές, επιστήμονες και ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών.
Οι φήμες, που με τα χρόνια έγιναν θρύλος, έλεγαν πως σε πρώτη φάση ο Δημήτριος σύστησε στον Πτολεμαίο Α! τη δημιουργία μιας συλλογής από βιβλία για προσωπική του χρήση με θέμα τη βασιλεία και τον τρόπο άσκησης εξουσίας. Και πως μόνο όταν ο τελευταίος έδωσε τη σχετική έγκριση ο δαιμόνιος Έλληνας προχώρησε στο επόμενο βήμα και προσπάθησε να πείσει το βασιλιά για την ανάγκη μιας βιβλιοθήκης αντάξιας ενός Φαραώ, μιας βιβλιοθήκης που θα στέγαζε όλα τα σημαντικά έργα που είχαν ποτέ γραφτεί. Σχέδιο δαπανηρό και φιλόδοξο, δεδομένου ότι συνεπαγόταν την αγορά ή την αντιγραφή πεντακοσίων περίπου χιλιάδων παπύρων.
Ωστόσο ο Πτολεμαίος Α! είχε τα απαραίτητα μέσα και μοχλούς πίεσης για να το πραγματοποιήσει κι έτσι στάλθηκαν αμέσως ειδικοί απεσταλμένοι σε όλα τα κέντρα ακαδημαϊκών σπουδών της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, με εντολή να αγοράσουν, να δανειστούν ή να κλέψουν τα έργα όλων των μεγάλων ποιητών, δραματουργών, φιλοσόφων, επιστημόνων και μαθηματικών. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο Δημήτριος, που είχε εξουσιοδότηση εν λευκώ, δοκίμαζε να αγοράσει ολόκληρες βιβλιοθήκες και, όταν έβλεπε ότι ούτε η δωροδοκία ούτε ο πολιτικός εκβιασμός  έφερναν αποτέλεσμα, δεν δίσταζε να καταφύγει – με τις ευλογίες του κυρίου του – στην απάτη. Όποιο καράβι αγκυροβολούσε στην Αλεξάνδρεια ή σε οποιοδήποτε άλλο Αιγυπτιακό λιμάνι υποβαλλόταν σε εξονυχιστική έρευνα, με σκοπό τον εντοπισμό τυχόν χειρογράφων, τα οποία, εφόσον υπήρχαν, κατάσχονταν από τις Αιγυπτιακές Αρχές και δεν επιστρέφονταν παρά μετά τη λεπτομερή αντιγραφή τους. Αυτά έγιναν γνωστά ως «βιβλία των πλοίων» και ήταν τυχεροί όσοι ιδιοκτήτες κατάφερναν να πάρουν πίσω τα πρωτότυπα…
Η ηθική παραμεριζόταν κι όταν ακόμα επρόκειτο για πρωτότυπα χειρόγραφα του Αισχύλου, του Ευριπίδη και του Σοφοκλή, τα οποία φυλάσσονταν συνήθως στα αρχεία της Αθηναϊκής πολιτείας και δεν δανείζονταν ποτέ. Ο Πτολεμαίος Γ! ο «Ευεργέτης», ακολουθώντας το παράδειγμα του πατέρα και του παππού του, έπεισε την κυβέρνηση των Αθηνών να του εμπιστευτεί τα πολύτιμα χειρόγραφα, καταβάλλοντας ως εγγύηση ένα αστρονομικό ποσό το οποίο και έχασε, όταν αντί για τα πρωτότυπα επέστρεψε τα αντίγραφα.
Είναι γενικά παραδεκτό ότι το πνευματικό δημιούργημα του Δημητρίου πήρε μορφή το 295 π. Χ. Όταν εκείνος πέθανε, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, είχε ήδη εξελιχθεί σε τόπο συνάντησης όλων των μεγάλων πνευμάτων της Αρχαίας Ελλάδας. Δυστυχώ το 286 π. Χ. , εποχή που βρισκόταν στο μεσουράνημά του, ο Δημήτριος, υποκύπτοντας στη ματαιοδοξία και την τάση του για δολοπλοκίες, διέπραξε το ασυγχώρητο λάθος να εμπλακεί σε θέματα διαδοχής του θρόνου.
Ο φίλος του και προϊστάμενος του Πτολεμαίος Α! ο «Σωτήρας» είχε παντρευτεί δυο φορές – αρχικά με την Ευρυδίκη, κόρη του Αντίπατρου και αδελφή του Κάσσανδρου και στη συνέχεια με μια εντυπωσιακά χήρα από την Κυρήνη ονόματι Βερενίκη. Οι δύο κυρίες φαίνεται πως τα πήγαιναν καλά και μάλλον απολάμβαναν το ερωτικό τρίγωνο με το σύζυγό τους, μέχρι τη στιγμή που εκείνος άρχισε να δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση για το γιό της Βερενίκης και να αγνοεί τον γιό της Ευρυδίκης – παρά το γεγονός ότι ήταν μεγαλύτερος και κανονικά θα έπρεπε να τον διαδεχτεί στον θρόνο. Ο Δημήτριος, υποθέτοντας ότι ο βασιλιάς θα άκουγε τελικά τη φωνή της λογικής και θα παρέκαμπτε το νόμιμο διάδοχό του, επιχείρησε να πείσει τον Πτολεμαίο Α! να μην ανακηρύξει συν-Φαραώ τον αγαπημένο του γιό, όπως σχεδίαζε να κάνει.
Προφανώς όμως ούτε οι προσπάθειες του Δημητρίου ούτε οι ικεσίες της Ευρυδίκης καρποφόρησαν και ο εν λόγω νέος ανέβηκε στο βασιλικό θρόνο το 285 π. Χ.
Η υποστήριξη λάθους προσώπου στη κούρσα της διαδοχής σήμανε και την καταδίκη του Δημητρίου. Ο Πτολεμαίος ο Β! ο «Φιλάδελφος», όπως θα γινόταν γνωστός ο νέος Φαραώ, πληροφορήθηκε τη στάση που είχε κρατήσει ο σύμβουλος του πατέρα του και δεν τον συγχώρεσε ποτέ. Και όταν το 282 π. Χ. πέθανε ο Πτολεμαίος Α!, αφήνοντάς τον μόνο κύριο της Αιγύπτου, πήρε την εκδίκησή του. Ο Δημήτριος βρέθηκε ξανά εξόριστος, αλλά αυτή τη φορά για τα καλά, σε μια απομονωμένη κωμόπολη του Δέλτα.
Εκεί, λέει η παράδοση, ο άνθρωπος στον οποίο ο κόσμος χρωστά την πρώτη παγκόσμια βιβλιοθήκη πέθανε από δάγκωμα φιδιού, την ώρα που έπαιρνε τον απογευματινό του ύπνο. Το πιθανότερο όμως είναι να τον δηλητηρίασαν κατόπιν εντολής του Φαραώ.
Από το βιβλίο του DEREK ADIE FLOWER 
«Στις όχθες της σοφίας»
Εκδόσεις Α. Α. ΛΙΒΑΝΗ

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016


ΗΛΙΑΣ ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ
(1925 - 2009)

Σαν σήμερα πριν από 7 χρόνια, εγκατέλειψε αυτό τον κόσμο, ένα υπέροχο μυαλό, ένας μεγάλος δάσκαλος και πατέρας, ένας αφοσιωμένος σύζυγος και πετυχημένος επιχειρηματίας. Από το Λοντάρι (Λεοντάριον) Μεγαλόπολης, αγωνιστής για την λευτεριά αυτού του τόπου στα δύσκολα χρόνια της Γερμανικής κατοχής, έμπορος εν συνεχεία (αυτοδημιούργητος) και λαμπρό μυαλό με οξυδέρκεια αλλά και αποφασιστικότητα.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.

«Σαν γυρνούσες τη σχόλη
χωρολόγος τάχα
ο κόρφος σου ήταν γεμάτος
πρωτάχλαδα κι αυγόσυκα
σταφύλια με κρουστές ρώγες
από τσαμπουρολόγημα στ’ αμπέλια
(μας έλεγες ψέματα πατέρα)
μύγδαλα ο κούκος σου ολόγιομος
στο χέρι ένα μάτσο χλωρά ρεβίθια
πρόβαλες στο ρουμάνι το βράδυ βράδυ
μισός κλαρί μισός κρασοπουλιό
γελαστός με ανάλαφρη περπατησιά
μύριζες ρείκι, θυμάρι, πατερίλα
απόσταγμα της γενιάς σου
δημιούργημα του καιρού σου.
Υστερότερα όταν σκοτείνιαζε
στον απέραντο θόλο της σκέπης μας
η εκτυφλωτική αστροφεγγιά χάραζε
τις καμπύλες των βουνών και των δέντρων
τότε μας έδειχνες την Πούλια
τον ποταμό του Ιορδάνη, το Άστρι
κι όλα τα σημαδιακά αστέρια
έχοντας τη σιγουριά των προπάππων σου
που με άθιχτο το μαχαίρι στην τσέπη τους
παραμέριζαν μ’ ένα μακρύ ραβδί
κάθε εμπόδιο στην ατραπό της ζωής.»
-Δημήτρης Αλεξίου, «Στον πατέρα μου»


PETER STEVENS
(PANDELIS STEFANIDAKIS)
(ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΑΚΗΣ)
24th JULY 1934 - 10th NOVEMBER 2013
Όταν σε παιδική ηλικία άφηνε με λίγα λεφτά το νησί του, την Κάλυμνο, δεν φανταζόταν ότι θα γινόταν ένας από τους πιο διάσημους και πλούσιους Έλληνες της διασποράς. Αγαπημένος από τους συμπατριώτες του και όχι μόνο, εγκατέλειψε αυτόν τον κόσμο με εκείνο το μειδίαμα που τον χαρακτήριζε πάντα, αφήνοντας πίσω του μια τρυφερή - αγαπημένη και άξια οικογένεια. 


Death is nothing at all

Death is nothing at all
i have only slipped away to next room
i am i and you are you
Whatever we were to each other,
That, we still are.

Call me by my old familier name
speak to me in the easy way
which you always used.
Put no didifference into your tone.
Wear no forced air of solemnity or sorrow.

Laught as we always laughet
at the little jokes we enjoyed together.
Play, smile, think of me. Pray for me.
Let my name be ever the household word
that it always was.
Let it be spoken without effect.
Without the trace of a shadow on it.

Life means all that it ever meant
it is the same that it ever was.
There is asolute unbroken continuity.
Why should i be out of mind
bacause i am out of sight?

I am but waiting for you.
For an interval.
Somewhere. Very near.
Just around the corner.

All is well.

Henry Scott Holland


Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ 

ΑΜΑΡΥΣΙΑ
(Αντιγράφω από την εφημερίδα ΑΜΑΡΥΣΙΑ της 16ης Μαρτίου 2016)
ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ
FRANCISCO ADRADOS
ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΟΣ
«Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές, με πλούσια δάνεια από την μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική»
Η Αγγλική γλώσσα έχει 490.000 λέξεις από τις οποίες οι 41.615 λέξεις … είναι από την Ελληνική γλώσσα ! (Βιβλίο Γκίνες)
Στην μαθηματική δομή της, είναι η γλώσσα της πληροφορικής και της νέας γενιάς των εξελιγμένων υπολογιστών, διότι σε αυτήν δεν υπάρχουν όρια. (Μπιλ Γκέιτς).
Η Ελληνική και η Κινέζικη… είναι οι μόνες γλώσσες με συνεχή ζώσα παρουσία από τους ίδιους λαούς και στον ίδιο χώρο εδώ και 4.000 χρόνια. Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές με πλούσια δάνεια από την μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική.
Το πρώτο μεγάλο πλήγμα που δέχτηκε η Ελληνική γλώσσα ήταν η μεταρρύθμιση του 1976 με την κατάργηση των Αρχαίων Ελληνικών και η δια νόμου καθιέρωση της δημοτικής και του μονοτονικού, που σήμερα κατάντησε ατονικό.
Έτερο μεγάλο πλήγμα είναι ότι η … οικογένεια, ο δάσκαλος και ο ιερέας αντικαταστάθηκαν από την τηλεόραση, που ασκεί ολέθρια επίδραση όχι μόνο στην γλώσσα, αλλά και στον χαρακτήρα και στο ήθος. (Αντώνης Κουνάδης, ακαδημαϊκός)
Το CNN σε συνεργασία με την εταιρία υπολογιστών apple ετοίμασαν ένα εύκολο πρόγραμμα εκμάθησης Ελληνικών προς τους Αγγλόφωνους και Ισπανόφωνους των ΗΠΑ. Το σκεπτικό αυτής της πρωτοβουλίας ήταν ότι η Ελληνική εντείνει το ορθολογικό πνεύμα, οξύνει το επιχειρηματικό πνεύμα και προτρέπει τους πολίτες προς την … δημιουργικότητα.
Μετρώντας τις διαφορετικές λέξεις που έχει κάθε γλώσσα, βλέπουμε ότι όλες έχουν από αρκετές χιλιάδες, άρα είναι αδύνατο να υπάρξει γραφή που να έχει τόσα γράμματα όσες και οι λέξεις μιας γλώσσας, γιατί κανένας δεν θα θυμόταν τόσα πολλά σύμβολα. Το ίδιο ισχύει και με τις διαφορετικές συλλαβές των λέξεων (π.χ. α,αβ, βα, βρα, βε, ου) που έχει κάθε γλώσσα. Μετρώντας επίσης τους διαφορετικούς φθόγγους των λέξεων (τους α, β, γ) που έχει η κάθε γλώσσα, βλέπουμε ότι αυτοί είναι σχετικά λίγοι, είναι μόλις 20, δηλαδή οι εξής: α, ε, ο, ου, ι, κ, γ, χ, τα, δ, θ, η, β, φ, μ, ν, λ, ρ, σ, ζ, όμως, αν καταγράφουμε τις λέξεις μόνο ως έχουν φθογγικά, δεν διακρίνονται οι ομόηχες, π.χ. «τίχι» = τείχη, τοίχοι, τύχη, τύχει, «καλί» = καλοί & καλή & καλεί. Επομένως δεν είναι δυνατό να υπάρξει γραφή που να έχει τόσα γράμματα όσοι και οι διαφορετικοί φθόγγοι των λέξεων.
Προ αυτού του προβλήματος οι άνθρωποι κατέφυγαν σε διάφορα τεχνάσματα, για να επιτύχουν την καταγραφή του προφορικού λόγου, κυριότερα των οποίων είναι το Αιγυπτιακό (απ’ όπου κατάγονται οι σημιτικές και πολλές άλλες γραφές0 και το Ελληνικό (απ’ όπου κατάγονται οι Ευρωπαϊκές γραφές).
Το τέχνασμα που επινόησαν οι αρχαίοι Έλληνες προκειμένου να καταφέρουν να καταγράφουν φωνητικά τις λέξεις, ήταν η χρησιμοποίηση από τη μια τόσων γραμμάτων όσοι και οι φθόγγοι των λέξεων, φωνηέντων και συμφώνων, δηλαδή των γραμμάτων : Α (α), Β (β), Γ (γ) και από την άλλη κάποιων ομόφωνων γραμμάτων, δηλαδή των : Ω (ω), & Ο (ο), Η (η), & Υ (υ) & Ι (ι) με τα οποία, βάσει κανόνων, αφενός υποδείχνεται η ετυμολογία (= το μέρος του λόγου ή ο τύπος κ.τ.λ. …) άρα το ακριβές νόημα των λέξεων και αφετέρου διακρίνονται οι ομόηχες λέξεις : τύχη & τείχη & τύχει & τοίχοι, λίπη & λείπει & λύπη.
Παράβαλε π.χ. ότι στην Ελληνική γραφή έχει κανονιστεί να γράφουμε το τελευταίο φωνήεν των ρημάτων με τα γράμματα – ω, ει και των πτωτικών με το – ο, ι, ώστε να διακρίνονται οι ομόηχοι τύποι: καλώ & καλό, καλεί & καλή, σύκο & σήκω, φιλί & φυλή, φιλώ & φύλο. Παράβαλε ομοίως ότι στην Ελληνική γραφή έχει κανονιστεί να γράφουμε τα κύρια ονόματα με κεφαλαίο γράμμα τα κύρια ονόματα και τα κοινά με μικρό, για διάκριση των ομόφωνων λέξεων: νίκη & Νίκη, αγαθή & Αγαθή. 
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ
 Τα Ελληνικά είναι η μόνη γλώσσα στον κόσμο που ομιλείται και γράφεται συνεχώς επί 4.000 τουλάχιστον συναπτά έτη, καθώς ο Arthur Evans διέκρινε τρεις φάσεις στην ιστορία της Μινωικής γραφής, εκ των οποίων η πρώτη από το 2.000 π. Χ. ως το 1650 π. Χ. Μπορεί κάποιος να διαφωνήσει και να πει ότι τα Αρχαία και τα Νέα Ελληνικά είναι διαφορετικές γλώσσες, αλλά κάτι τέτοιο φυσικά και είναι τελείως αναληθές.
Ο ίδιος ο Οδυσσέας Ελύτης είπε: «Εγώ δεν ξέρω να υπάρχει παρά μια γλώσσα, η ενιαία Ελληνική. Το να λέει ο Έλληνας ποιητής, ακόμα και σήμερα, ο ουρανός, η θάλασσα, ο ήλιος, η σελήνη, ο άνεμος, όπως το έλεγαν η Σαπφώ και ο Αρχίλοχος, δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι πολύ σπουδαίο. Επικοινωνούμε κάθε στιγμή μιλώντας με τις ρίζες που βρίσκονται εκεί. Στα Αρχαία!
Ο μεγάλος διδάσκαλος του Γένους Αδαμάντιος Κοραής είχε πει: «Όποιος χωρίς την γνώση της Αρχαίας επιχειρεί να μελετήσει και να ερμηνεύσει την Νέαν, ή απατάται ή απατά». Παρ’ ότι πέρασαν χιλιάδες χρόνια, όλες οι Ομηρικές λέξεις έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα. Μπορεί να μη διατηρήθηκαν ατόφιες, αλλά έχουν μείνει στη γλώσσα μας μέσω των παραγώγων τους. Μπορεί να λέμε νερό αντί για ύδωρ αλλά λέμε υδροφόρα, υδραγωγείο και αφυδάτωση. Μπορεί να μην χρησιμοποιούμε το ρήμα «δέρκομαι» (βλέπω), αλλά χρησιμοποιούμε τη λέξη οξυδερκής. Μπορεί να μην χρησιμοποιούμε την λέξη «αυδή» (φωνή) αλλά παρ’ όλα αυτά λέμε άναυδος και απηύδησα. Επίσης σήμερα δεν λέμε «λωπούς» τα ρούχα, αλλά λέμε την λέξη «λωποδύτης» που σημαίνει «αυτός που βυθίζει το χέρι του μέσα στο ρούχο σου (λωπή) για να σε κλέψει».
ΚΑΘΑΡΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
Η ΓΡΑΜΜΙΚΗ Β!
Η γραμμική Β! είναι κι αυτή καθαρά Ελληνική, γνήσιος πρόγονος της Αρχαίας Ελληνικής. Ο Άγγλος αρχιτέκτονας Μάικλ Βέντρις αποκρυπτογράφησε βάσει κάποιων ευρημάτων τη γραφή αυτή κι απέδειξε την Ελληνικότητά της. Μέχρι τότε φυσικά όλοι αγνοούσαν πεισματικά έστω και το ενδεχόμενο να ήταν Ελληνική. Το γεγονός αυτό έχει τεράστια σημασία καθώς πάει τα Ελληνικά αρκετούς αιώνες ακόμα πιο πίσω στα βάθη της ιστορίας. Αυτή η γραφή σίγουρα ξενίζει, καθώς τα σύμβολα που χρησιμοποιεί είναι πολύ διαφορετικά από το σημερινό Αλφάβητο.
Παρ’ όλα αυτά, η προφορά είναι παραπλήσια, ακόμη και με τα Νέα Ελληνικά. Για παράδειγμα η λέξη «TOKOSOTA» σημαίνει «Τοξότα» (κλητική). Είναι γνωστό ότι «κ» και «σ» στα Ελληνικά μας κάνει «ξ» και με μια απλή επιμεριστική ιδιότητα, όπως κάνουμε και στα μαθηματικά, βλέπουμε ότι η λέξη αυτή εδώ και τόσες χιλιετίες δεν άλλαξε καθόλου.
Ακόμα πιο κοντά στην Νεοελληνική, ο «άνεμος», που στην Γραμμικά Β! γράφεται «ΑΝΕΜΟ», καθώς και «ράπτης», «έρημος» και «τέμενος» που είναι αντίστοιχα στην Γραμμική Β! «RAPTE», «ERMO», «TEMENO» και πολλά άλλα παραδείγματα.
Υπολογίζοντας όμως έστω και με τις συμβατικές χρονολογίες οι οποίες τοποθετούν τον Όμηρο γύρω στο 1.000 π. Χ. έχουμε το δικαίωμα να ρωτήσουμε : Πόσες χιλιετίες χρειάστηκε η γλώσσα μας από την εποχή που οι άνθρωποι των σπηλαίων του Ελληνικού χώρου την πρωτοάρθρωσαν με μονοσύλλαβους φθόγγους, μέχρι να φτάσει στην εκπληκτική τελειότητα της Ομηρικής επικής διαλέκτου, με λέξεις όπως «ροδοδάκτυλος», «λευκώλενος», «ωκύμορος» κτλ.
Ο Πλούταρχος στο «Περί Σωκράτους δαιμονίου», μας πληροφορεί ότι ο Αγησίλαος ανακάλυψε στην Αλίαρτο τον τάφο της Αλκμήνης, της μητέρας του Ηρακλή, ο οποίος τάφος είχε ως αφιέρωμα «πίνακα χαλκούν έχοντα γράμματα πολλά θαυμαστά, παμπάλαια …». Φανταστείτε περί πόσο παλαιάς γραφής πρόκειται, αφού οι ίδιοι οι Αρχαίου Έλληνες την χαρακτηρίζουν «αρχαία». Φυσικά, δεν γίνεται ξαφνικά, «από το πουθενά» να εμφανιστεί ένας Όμηρος και να γράψει δυό λογοτεχνικά αριστουργήματα. Είναι προφανές ότι από πολύ πιο πριν πρέπει να υπήρχε γλώσσα (και γραφή) υψηλού επιπέδου. Πράγματι, από την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία γνωρίζουμε ότι ο Όμηρος δεν υπήρξε ο πρώτος, αλλά ο τελευταίος και διασημότερος μιας μεγάλης σειράς επικών ποιητών, των οποίων τα ονόματα έχουν διασωθεί (Κρεώφυλος, Πρόδικος, Αρκτίνος, Αντίμαχος, Κιναίθων, Καλλίμαχος) καθώς και τα ονόματα των έργων τους (Φορωνίς, Φωκαΐς, Δαναΐς, Αιθιοπΐς , Επίγονοι, Οιδιπόδεια, Θήβαις … ) δεν έχουν όμως διασωθεί τα ίδια τα έργα τους. 




ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ
ΝΕΩΝ ΛΕΞΕΩΝ
Η δύναμη της Ελληνικής γλώσσας βρίσκεται στην ικανότητά της να πλάθεται όχι μόνο προθεματικά η καταληκτικά, αλλά διαφοροποιώντας σε μερικές περιπτώσεις μέχρι και τη ρίζα της λέξης {π.χ. «τρέχω’ και «τροχός» παρ’ ότι είναι από την ίδια οικογένεια αποκλίνουν ελαφρώς στη ρίζα}. Η Ελληνική γλώσσα είναι ειδική στο να δημιουργεί σύνθετες λέξεις με απίστευτων δυνατοτήτων χρήσεις, πολλαπλασιάζοντας το λεξιλόγιο. Το διεθνές λεξικό Webster’s New International Dictionary, αναφέρει: «Η Λατινική και η Ελληνική, ιδίως η Ελληνική, αποτελούν ανεξάντλητη πηγή υλικών για τη δημιουργία επιστημονικών όρων, ενώ οι Γάλλοι λεξικογράφοι Jean Bouffartigue και Anne – Marie Delrieu τονίζουν : «Η επιστήμη βρίσκει ασταμάτητα νέα αντικείμενα ή έννοιες. Πρέπει να τα ονομάσει. Ο θησαυρός των Ελληνικών ριζών βρίσκεται μπροστά της, αρκεί ν’ αντλήσει από εκεί. Θα ήταν πολύ περίεργο να μη βρει αυτές που χρειάζεται.
Ο γάλλος συγγραφέας Ζακ Λακαριέρ, έκθαμβος μπροστά στο μεγαλείο της Ελληνικής είχε δηλώσει σχετικώς: «Η Ελληνική γλώσσα έχει το χαρακτηριστικό να προφέρεται θαυμάσια για την έκφραση όλων των ιεραρχιών με μια απλή εναλλαγή του πρώτου συνθετικού. Αρκεί κανείς να βάλει ένα παν – πρώτο – αρχι – υπέρ ή μια οποιαδήποτε άλλη πρόθεση μπροστά σε ένα θέμα. Κι αν συνδυάσει κανείς μεταξύ τους αυτά τα προθέματα, παίρνει μια ατέλειωτη ποικιλία διαβαθμίσεων. Τα προθέματα εγκλείονται τα μεν στα δε σαν μια σημασιολογική κλίμακα, η οποία ορθώνεται προς τον ουρανό των λέξεων».
Στην Ιλιάδα του ομήρου η Θέτις θρηνεί για ότι θα πάθει ο γιός της σκοτώνοντας τον Έκτορα «διο και δυσαριστοτοκείαν αυτήν ονομάζει». Η λέξη αυτή από μόνη της είναι ένα μοιρολόι: δυς + άριστος + τίκτω (γεννώ) και σημαίνει όπως αναλύει το Ετυμολογικό το Μέγα «που για κακό γέννησα τον άριστο».
Προ ολίγων ετών κυκλοφόρησε στην Ελβετία το λεξικό των ανύπαρκτων λέξεων (Dictionnaire Des Mots Inexistants) όπου προτείνεται να αντικατασταθούν Γαλλικές περιφράσεις με μονολεκτικούς όρους από τα Ελληνικά. Π.χ. androprepe, biopaleste, dysparegorete, ecogeniarche, elpidophore, glossoctonie, philomathee, tachymathie, theopempte κλπ. Περίπου 2.000 λήμματα με προοπτική περαιτέρω εμπλουτισμού.
Η ΑΚΡΙΒΟΛΟΓΙΑ
Είναι προφανές ότι τουλάχιστον όσον αφορά την ακριβολογία, γλώσσες όπως τα Ελληνικά υπερτερούν σαφώς σε σχέση με γλώσσες σαν τα Αγγλικά. Είναι λογικό άλλωστε αν το σκεφτεί κανείς ότι μπορεί πολύ πιο εύκολα να καθιερωθεί μια γλώσσα διεθνής όταν είναι πιο εύκολη στην εκμάθηση, από την άλλη όμως μια τέτοια γλώσσα εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να είναι τόσο ποιοτική.
Συνέπεια των παραπάνω είναι ότι η Αγγλική γλώσσα δεν μπορεί να είναι λακωνική όπως είναι η Ελληνική, καθώς για να μην είναι διφορούμενο το νόημα της εκάστοτε φράσης, πρέπει να χρησιμοποιηθούν επιπλέον λέξεις. Για παράδειγμα η λέξη «drink» ως αυτοτελής φράση δεν υφίσταται στα Αγγλικά, καθώς μπορεί να σημαίνει «ποτό», «πίνω», «πιες» κτλ. Αντιθέτως στα Ελληνικά η φράση «πιες» βγάζει νόημα, χωρίς να χρειάζεται να βασιστείς στα συμφραζόμενα για να καταλάβεις το νόημά της.
Παρένθεση: Να θυμίσουμε εδώ ότι στα Αρχαία Ελληνικά εκτός από Ενικός και Πληθυντικός αριθμός, υπήρχε και Δυϊκός αριθμός. Υπάρχει στα Ελληνικά και η Δοτική πτώση εκτός από τις υπόλοιπες 4 πτώσεις ονομαστική, γενική, αιτιατική και κλητική. Η Δοτική χρησιμοποιείται συνεχώς στον καθημερινό μας λόγο ( π.χ. … βάσει των μετρήσεων, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι…) και είναι πραγματικά άξιον λόγου το γιατί εκδιώχθηκε βίαια από την Νεοελληνική γλώσσα. Ακόμα παλαιότερα, εκτός από την εξορισμένη αλλά ζωντανή Δοτική, υπήρχαν και άλλες τρεις επιπλέον πτώσεις οι οποίες όμως χάθηκαν. Το ίδιο πρόβλημα, σε πολύ πιο έντονο φυσικά βαθμό έχει και η Κινέζικη γλώσσα. Όπως μας λέει και ο Κρητικός δημοσιογράφος Α. Κρασανάκης : «Επειδή οι απλές λέξεις είναι λίγες, έχουν αποκτήσει πάρα πολλές έννοιες για να καλύψουν τις ανάγκες της έκφρασης. Π.χ. «σι» = γνωρίζω, είμαι, ισχύς, κόσμος, όρκος, αφήνω, θέτω, αγαπώ, βλέπω, φροντίζω, περπατάω, σπίτι κ.τ.λ.. «Πα» = μπαλέτο, οκτώ, κλέφτης, κλέβω … «Πάι» = άσπρο, εκατό, εκατοστό, χάνω…
Ίσως να υπάρχει ελαφρά διαφορά στον τονισμό, αλλά ακόμα και να υπάρχει, πως είναι δυνατόν να καταστήσεις ένα σημαντικό κείμενο (π.χ. συμβόλαιο) ξεκάθαρο;
Η ΚΥΡΙΟΛΕΞΙΑ
Στην Ελληνική γλώσσα ουσιαστικά δεν υπάρχουν συνώνυμα, καθώς όλες οι λέξεις έχουν λεπτές εννοιολογικές διαφορές μεταξύ τους. Για παράδειγμα, η λέξη «λωποδύτης» χρησιμοποιείται γι αυτόν που βυθίζει το χέρι του στο ρούχο μας και μας κλέβει, κρυφά δηλαδή, ενώ ο «ληστής» είναι αυτός που μας κλέβει φανερά, μπροστά στα μάτια μας. Επίσης το «άγειν» και το «φέρειν» έχουν την ίδια έννοια. Όμως το πρώτο χρησιμοποιείται για έμψυχα όντα, ενώ το δεύτερο για τα άψυχα.
Στα Ελληνικά έχουμε τις λέξεις «κεράννυμι», «μίγνυμι» και «φύρω» που όλες έχουν το νόημα του «ανακατεύω». Όταν ανακατεύουμε δυό στερεά ή υγρά μεταξύ τους αλλά χωρίς να συνεπάγεται νέα ένωση (π.χ. λάδι με νερό) τότε χρησιμοποιούμε την λέξη «μειγνύω» ενώ όταν ανακατεύουμε υγρό με στερεό τότε λέμε «φύρω». Εξ ου και η λέξη «αιμόφυρτος» που όλοι γνωρίζουμε αλλά δεν συνειδητοποιούμε τι σημαίνει. Όταν οι Αρχαίοι Έλληνες πληγώνονταν στη μάχη, έτρεχε τότε το αίμα και ανακατευόταν με τη σκόνη και το χώμα. Το «κεράννυμι» σημαίνει ανακατεύω δυό υγρά και φτιάχνω ένα νέο, όπως για παράδειγμα ο οίνος και το νερό. Εξ ου και ο «άκρατος» οίνος (δηλαδή καθαρός οίνος) που λέγαν οι Αρχαίοι όταν δεν ήταν ανακατεμένος (κεκραμμένος) με νερό.
Τέλος η λέξη «παντρεμένος» έχει διαφορετικό νόημα από την λέξη «νυμφευμένος», διαφορά που περιγράφουν οι ίδιες οι λέξεις για όποιον τους δώσει λίγη σημασία. Η λέξη «παντρεμένος» προέρχεται από το ρήμα υπανδρεύομαι και σημαίνει τίθεμαι υπό την εξουσία του άντρα ενώ ο άντρας νυμφεύεται, δηλαδή παίρνει νύφη. Γνωρίζοντας τέτοιου είδους λεπτές εννοιολογικές διαφορές, είναι πραγματικά πολύ αστεία μερικά από τα πράγματα που ακούμε στην καθημερινή – συχνά λαθεμένη – ομιλία (π.χ. ο Χ παντρεύτηκε).
Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως «άμιλλα», «θαλπωρή» και «φιλότιμο». Μόνο η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τη ζωή από τον βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνο αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον.


ΓΛΩΣΣΑ
ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ
Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πώς να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιος είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει. Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα γράφεται σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ – διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε.
Επίσης η λέξη «συγκεκριμένος» φυσικά και δεν μπορεί να γραφτεί «συγκεκρυμμένος» καθώς προέρχεται από το «κριμένος» (αυτός δηλαδή που έχει κριθεί και όχι βέβαια από το κρυμμένος, αυτός δηλαδή που έχει κρυφτεί). Άρα το να υπάρχουν πολλά γράμματα για τον ίδιο ήχο (π.χ. η, ι, υ, ει, οι κτλ) όχι μόνο δεν θα έπρεπε να μας δυσκολεύει, αλλά αντιθέτως να μας βοηθάει στο να γράφουμε πιο σωστά, εφόσον βέβαια έχουμε μια βασική κατανόηση της γλώσσας μας. Επιπλέον η ορθογραφία με τη σειρά της μας βοηθάει αντίστροφα στην ετυμολογία αλλά και στην ανίχνευση της ιστορικής πορείας της κάθε μιας λέξης. Και αυτό που μπορεί να μας βοηθήσει  να κατανοήσουμε την καθημερινή μας νεοελληνική γλώσσα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι η γνώση των Αρχαίων Ελληνικών. Είναι πραγματικά συγκλονιστικό συναίσθημα να μιλάς και ταυτόχρονα να συνειδητοποιείς τι ακριβώς λες, ενώ μιλάς και εκστομίζεις την κάθε λέξη ταυτόχρονα να σκέφτεσαι την σημασία της.
Είναι πραγματικά μεγάλο κρίμα να διδάσκονται τα Αρχαία με τέτοιον φρικτό τρόπο στο σχολείο ώστε να σε κάνουν να αντιπαθείς κάτι τόσο όμορφο και συναρπαστικό.
Η ΣΟΦΙΑ
Στην γλώσσα έχουμε το σημαίνον (τη λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δυο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. Σε μια συνηθισμένη γλώσσα όπως τα Αγγλικά, μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και τα αυτοκίνητο cloud και από τη στιγμή που το συμφωνήσουμε και εμπρός να είναι έτσι. Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Γι αυτόν τον λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες. Μάλιστα ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή τη σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πει: «Η θητεία μου στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στη γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στη λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο».
Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». Για παράδειγμα ο «άρχων» είναι αυτός που έχει τη δική του γη (άρα = γη + έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γη / δικό του σπίτι.
Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει (βοή = φωνή + θέω = τρέχω). Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι). Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποία εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για σκέψη. Για παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω’ που σημαίνει μειώνομαι. Και πράγματι ο φθόνος σαν συναίσθημα, σιγά – σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» - ελαττώνει ως ανθρώπους – και μας φθίνει μέχρι και την υγεία μας.
Και φυσικά όταν θέλουμε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει πως το λέμε; Μα φυσικά ‘άφθονο».
Έχουμε την λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Διότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έρθει και στην ώρα του. ωραίο δεν είναι ένα φρούτο ούτε άγουρο ούτε σαπισμένο και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της, αλλά ούτε φυσικά και 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή δεν μπορούμε να το απολαύσουμε. Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποίαν το «Ετυμολογικό Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά. Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις τη δυνατότητα να πας όπου αγαπάς. Πόσο ενδιαφέρουσα ερμηνεία…!
Το «άγαλμα» ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν π.χ. βλέπουμε ένα όμορφο Αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι = ίαση (= γιατρειά). Άρα για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο) η ψυχή μας αγάλλεται και γιατρευόμαστε. Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με τη σωματική μας υγεία.
Παρένθεση: και μια και το έφερε η κουβέντα η Ελληνική γλώσσα, μας λέει και τι είναι άσχημο. Από το στερητικό «α» και την λέξη σχήμα μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι. Για σκεφτείτε το λίγο…
Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη Λατινική λέξη για το άγαλμα (που άλλο από Λατινική δεν είναι). Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το Ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε ως λέξη και το ονόμασαν έτσι γιατί στέκει ακίνητο.
Προσέξτε την τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δυο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα. Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με τη σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο George Orwell στο αθάνατο έργο του ‘1984» απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις.
«Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής, αναπτύσσουν την κρίση», έγραφε ο Mihai Eminescu εθνικός ποιητής των Ρουμάνων. Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μιλάς σωστά σημαίνει να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.


Η ΜΟΥΣΙΚΟΤΗΤΑ
Η Ελληνική φωνή κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν «αυδή». Η λέξη αυτή δεν είναι τυχαία, προέρχεται από το ρήμα «άδω» που σημαίνει τραγουδώ.
Όπως γράφει και ο μεγάλος ποιητής και Ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος: «Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φως θα ελιχθώ προς τα πάνω, όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει. Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους, θα τους μιλήσω Ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε μεταξύ τους με μουσική».
Ο γνωστός Γάλλος συγγραφέας Ζακ Λακαριέρ επίσης μας περιγράφει την κάτωθι εμπειρία από το ταξίδι του στην Ελλάδα: «Άκουγα αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν σε μια γλώσσα που ήταν για μένα αρμονική αλλά και ακατάληπτα μουσική. Αυτό το ταξίδι προς την πατρίδα – μητέρα των εννοιών μας – μου απεκάλυπτε έναν άγνωστο πρόγονο, που μιλούσε μια γλώσσα τόσο μακρινή στο παρελθόν, μα οικεία και μόνο από τους ήχους της. Αισθάνθηκα να τα έχω χαμένα, όπως αν μου είχαν πει ένα βράδυ ότι ο αληθινός μου πατέρας ή η αληθινή μου μάνα δεν ήταν αυτοί που με είχαν αναστήσει».
Ο διάσημος Έλληνας και διεθνούς φήμης μουσικός Ιάνης Ξενάκης είχε πολλές φορές τονίσει ότι: «η μουσικότητα της Ελληνικής είναι εφάμιλλη της Συμπαντικής».
Αλλά και ο Γίββων μίλησε για μουσικότατη και γονιμότατη γλώσσα, που δίνει κορμί στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις και ψυχή στα αντικείμενα των αισθήσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά σύμβολα για νότες, χρησιμοποιούσαν τα ίδια τα γράμματα του αλφαβήτου.
«Οι τόνοι της Ελληνικής γλώσσας είναι μουσικά σημεία που μαζί με τους κανόνες προφυλάσσουν από την παραφωνία μια γλώσσα κατ’ εξοχήν μουσική, όπως κάνει η αντίστιξη που διδάσκεται στα ωδεία ή οι διέσεις και υφέσεις που διορθώνουν τις κακόηχες συγχορδίες», όπως σημειώνει η φιλόλογος και συγγραφεύς Α> Τζιροπούλου – Ευσταθίου.
Είναι γνωστό εξάλλου πως όταν οι Ρωμαίοι πολίτες πρωτάκουσαν στη Ρώμη Έλληνες ρήτορες, συνέρρεαν να αποθαυμάσουν ακόμη και όσοι δεν γνώριζαν Ελληνικά, τους ανθρώπους που «ελάλουν ως αηδόνες».
Δυστυχώς κάπου στην πορεία της Ελληνικής φυλής, η μουσικότητα αυτή ( την οποία οι Ιταλοί κατάφεραν και κράτησαν) χάθηκε, προφανώς στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Να τονίσουμε εδώ ότι οι άνθρωποι της επαρχίας τους οποίους συχνά κοροϊδεύουμε για την προφορά τους, είναι πιο κοντά στην Αρχαιοελληνική προφορά απ’ ότι εμείς οι άνθρωποι της πόλης.

Η Ελληνική γλώσσα επεβλήθη αβίαστα (στους Λατίνους) και χάρη στη μουσικότητά της. Όπως γράφει και ο Ρωμαίος Οράτιος : «Η Ελληνική φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μια γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα».

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

ΗΡΩΕΣ ΤΩΝ ΔΡΟΜΩΝ
Αθήνα του σήμερα, Αθήνα του 2016. Αθήνα της μεγάλης κρίσης, πόλη της αφόρητης πίεσης, το … πάλαι ποτέ κλεινόν άστυ. Κυριακή πρωί και ο ήλιος προσπαθεί να μας πείσει ότι αν και μέσα Φλεβάρη, το καλοκαίρι ήρθε, η διάθεση πρέπει να … «ανέβει» και τα όνειρά μας να είναι αισιόδοξα. Εις μάτην.
Προσπαθώ να πνίξω την μελαγχολία που κοντεύει να γίνει μόνιμη, σε βαθμό σχιζοφρένειας, με εικόνες από την πρωινή αυτή μου βόλτα. Πλάκα, συνοικία των Θεών, καφές στο μικρό καφενεδάκι κοντά στην οδό Ηφαίστου, πρωινές μυρωδιές από τα κεμπάπ του «Θανάση» και του «Σάββα», αλλά και από τις βιολέτες στα παράθυρα που επιμένουν σε μια παλιά Ελλάδα. Οι φωνές των μικροπωλητών, διασκεδάζουν τους έκπληκτους από την ζέστη τουρίστες, η προσπάθεια της συντρόφου μου να μου εξηγήσει ότι υπάρχει ακόμα ελπίδα σε αυτό τον τόπο, ο μικρός μελαμψός ζητιάνος που πουλάει αναπτήρες, στυλό και χαρτομάντιλα… όλα αυτά ένα μικρό χαμόγελο ανεμελιάς, μια μικρή δροσοσταλιά στα πικραμένα χείλη.
«Κι όμως…», σκέφτηκα «… δεν μπορεί όλα να είναι τόσο άσχημα, τόσο στραβά…»
Με την σύντροφο κρεμασμένη σχεδόν στο μπράτσο αποφασίσαμε να κατέβουμε εκείνον τον ζωντανό δρόμο των μικροπωλητών, το κομμάτι της Ερμού από το Μοναστηράκι έως το Θησείο.
«Πάρε καλέ κύριε κουλούρι», η φωνή δεξιά, μου θύμισε την πείνα μου. Κι εκείνο το άρωμά τους! Και το σουσάμι – σκέτη αμαρτία – και η ανεμελιά του σύντομου φαγητού παρέα στο περπάτημα. Δώσαμε το ευτελές ποσό (!) του ενός ευρώ, χαμογελάσαμε λίγο - παιδικά είναι αλήθεια - και συνεχίσαμε το περπάτημα ανάμεσα από τις αγριοφωνάρες και τις παροτρύνσεις των μικροπωλητών και των παλαιοπωλών.
Κι αυτές οι αγριοφωνάρες ήταν βραχνές, γιατί όποιος φωνάζει πιο δυνατά παίρνει και την δουλειά, βραχνιασμένες και σε πολλές περιπτώσεις φανέρωναν αγωνία…
«Σαλέπ’ , καλό σαλέπ’…»
«Λαϊκό λαχείο, λαϊκό λαχείο,…. Αύριο κληρώνει, αύριο…»
«Έλα κυρία μου, εδώ το φρέσκο…. Θεσσαλονίκης λέμε… πάρε, πάρε…»
«Αυτό να πάρεις καλέ, αυτό εκεί, άντε θα σου κάνω καλή τιμή… άντε βρε να μου κάνεις σεφτέ…»
Παζάρια δεξιά κι αριστερά, φωνές και ειρωνείες, πραμάτεια στον δρόμο και στα καπό των παρκαρισμένων αυτοκινήτων, ήλιος και γέλια, χρώματα και τραγούδια από τους πλανόδιους πωλητές παλιών δίσκων και οσμές από τις κινητές καντίνες. Εικόνα παραλογισμού; Ίσως! Εικόνα Παραδείσου; Ίσως!




Καθίσαμε σε ένα μικρό μεζεδοπωλείο για το μεσημεριανό ουζάκι μας. Ξαφνικά η κρίση είχε εξαφανιστεί και γελάγαμε. Συζητήσαμε, χωρίς το κινητό ή το τάμπλετ στο χέρι να μας ειδοποιεί για κάτι. Παίξαμε:
«Λοιπόν …», μου είπε η σύντροφος, πόσα απ’ αυτά τα επαγγέλματα που ξέραμε σαν παιδιά έχουν εξαφανιστεί;»
Η ερώτηση δεν μου άρεσε γιατί αν τα λέγαμε όλα, θα τόνιζα την χωριάτικη καταγωγή μου, κάτι που η αλαζονεία μου δεν μου το επέτρεπε. Έτσι άλλαξα την ερώτηση:
«Θέλεις να πούμε για τους πωλητές των δρόμων;»
«Εννοείς αυτούς που γύρναγαν στους δρόμους να πουλήσουν;»
Συμφωνήσαμε να θυμηθούμε ότι μπορούσαμε όχι μόνο από τα παιδικάτα μας, αλλά και απ’ ότι είχαμε διαβάσει. Και για να έχουμε κι ένα τίτλο, τους ονομάσαμε «ΗΡΩΕΣ ΤΟΥ ΔΡΟΜΟΥ». Πωλητές που εξαφανίστηκαν, αλλά και κάποιοι που ακόμα τρώνε τις σόλες τους στην καυτή πόλη. Η κυρία άρχισε πρώτη:
«Λοιπόν νομίζω ότι στην πρώτη θέση θα πρέπει να βάλουμε τον κουλουρά. Τι λες; Δεν είναι δίκαιο;»




Αν και προσπαθούσα να καταλάβω το είδος της δικαιοσύνης που επικαλέστηκε, συμφώνησα προς χάριν του παιγνιδιού.
«Λατερνατζής…» απάντησα χωρίς δεύτερη σκέψη.







Και για να τονιστεί κιόλας η γνώμη μου, η τύχη το έφερε, να ακουστεί ο μεταλλικός ήχος μιας λατέρνας από το βάθος του δρόμου. Χαμογέλασα και έψαξα για ψιλά.
«Να, λοιπόν, η πραγματικά όμορφη των Αθηνών!!! Η πλουμιστή κυρά με την μεταλλική φωνή…»
Ο σερβιτόρος πλησίασε και άφησε μια μεγάλη ποικιλία με γαρίδες και διάφορα άλλα θαλασσινά. Κανείς από τους δυό μας δεν έκανε κίνηση να πιάσει το πιρούνι του, να γευτεί τα μυρωδάτα μεζεκλίκια. Η προσοχή μας ήταν δοσμένη ολάκερη στην μουσική που εξαπέλυε στον αέρα το «άρωμά» της με το … «κάθε κήπος έχει μια φωλιά για τα πουλιά…». Σιγομουρμουρίσαμε τους στίχους του Μάνου (ένας είναι ο Μάνος!!!!!) και διέκρινα κάτι να γυαλίζει στα μάτια της συντρόφου μου. Μόλις την κοίταξα και ήμουν έτοιμος να της χαϊδέψω το χέρι:
«Καστανάς…», μου είπε απότομα και βιαστικά.




Δεν περίμενα τέτοια γρήγορη αντίδραση, αυτό (για να παινευτώ) ήταν δικό μου γνώρισμα και απάντησα όσο πιο γρήγορα μπορούσα για να ανακτήσω την … κυριαρχία:
«Λούστρος, ναι κυρία μου λούστρος, αμέ και μάλιστα ακόμα και σήμερα υπάρχει αυτό το επάγγελμα», γέλασα με ειρωνικό τρόπο, σιγά μην μου την έφερνε η … γυναίκα!!!






Εκείνη χαμογέλασε που δεν το είχε σκεφτεί πρώτη, πιστεύοντας ότι ήταν ένα συνηθισμένο – χαρακτηριστικό - επάγγελμα πλανόδιων. Έπιασε μια μεγάλη γαρίδα, ήπιε μια γουλιά από το ούζο της και πριν καταπιεί, με εκείνη την χαρακτηριστική χροιά φωνής που σημαδεύει τους μπουκωμένους:
«Σαλεπιτζής κύριε. Για να σε δούμε τώρα!»





Δεύτερη φορά που η σύντροφός μου με αιφνιδίασε κι αυτό όχι λόγω ταχύτητας, αλλά γιατί ανέφερε ένα επάγγελμα που δύσκολα κάποια γυναίκα θα έλεγε. Προσπάθησα να αντιδράσω (διακυβευόταν η φήμη μου!) και κατέφυγα στα εύκολα:
«Παγωτατζής…», είπα, ενώ σκεφτόμουν το επόμενο που θα μπορούσα ν’ αναφέρω


«Μάλιστα, αν κι ευκολάκι αυτό, έτσι;»
Ευκολάκι ναι, αλλά δεν έπαυε να είναι κι ένα από αυτά που ψάχναμε.
«Λοιπόν τι λες για τον νερουλά; Αν και δεν υπάρχει πια, κάποτε ήταν μεγάλη υπόθεση για τους κατοίκους και ειδικά αυτών των πιο φτωχών συνοικιών…»




Είχε δίκιο και μάλιστα μου έδωσε και την έμπνευση:
«Αφού κυρία μου ανέφερες και μάλιστα πολύ σωστά, τους νερουλάδες… πάρε και τους πωλητές πάγου. Θυμάμαι όταν ήμασταν μικρά, μέναμε τότε στην περιοχή του Ταύρου, είχαμε ένα παλιό…»
«Ξέρω, ξέρω … ένα παλιό ξύλινο ψυγείο και η μαμά σου κάθε πρωί αγόραζε κομμάτια πάγου για την ψύξη. Μου το έχεις πει τόσες φορές που το έχω εμπεδώσει πια»






Νόμιζα ότι την μισούσα εκείνη την στιγμή, σκεφτόμουν να την πνίξω και δεν άκουσα αμέσως τα λόγια της. Έπιασα το ποτήρι με το ούζο για να μην πιάσω τον…. τρυφερό λαιμό της και μόλις που άκουσα…
«… γανωτής!», διέκρινα στα μάτια της την λάμψη της περηφάνιας!



Μάλιστα, άλλο ένα επάγγελμα που δεν περίμενα από το στόμα της. Κάτι πιο εξωτικό έπρεπε να βρω τώρα, αλλά τι; Πήρα το μαχαίρι κι άπλωσα λίγη ρώσικη σαλάτα σε μια φέτα ψωμί… και τότε μου ήρθε το επάγγελμα που θεώρησα σπάνιο:
«Τροχατζής…», ανήγγειλα με ύφος εκατό καρδιναλίων. «Τραχατζής…», επανέλαβα μη και δεν το άκουσε.

«Και τι είναι τούτο; Επάγγελμα; Πρώτη φορά το ακούω, δεν είπαμε ότι πρέπει να λέμε αυτά που και οι δυό γνωρίζουμε; Ε, αυτό λοιπόν δεν πιάνει…». Πήγε να φερθεί πονηρή και να μου αφαιρέσει ένα βαθμό, αλλά…
«Τι λες καλέ που θα μου πεις ότι είναι άκυρο. Τροχατζή λέγαμε μικρά, αυτόν που τρόχιζε τα μαχαίρια. Πέρναγε μια φορά την βδομάδα και όλες οι νοικοκυρές έφερναν ότι κοφτερό είχαν, μα μαχαίρι, μα ψαλίδι για τρόχισμα…»
«Α, αυτός είναι ο … πως τον είπες, τροχατζής; Καλά τότε, τον πρόλαβα κι εγώ αυτόν»

Ικανοποιήθηκα με την αποδοχή της. Η αλήθεια βέβαια ήταν ότι ούτε θυμόμουν τον τροχατζή, ούτε και , φυσικά, τον λέγαμε έτσι, αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ το όνομα. Πάντως ήταν σωστό και ο πόντος μου φορτώθηκε στο μεγάλο σακούλι της περηφάνιας μου.
«Να πω κι εγώ τον … γαλατά;»
«Γαμώτο…», σκέφτηκα «… γρήγορα απάντησε».
«Να τον πεις κορίτσι μου, να τον πεις, γιατί όχι; Κι αυτός στους δρόμους γύρναγε και πούλαγε το γάλα από μεγάλα δοχεία με τα κατσαρόλια ή με κάτι που έμοιαζε με βαθιά σέσουλα! Προς το τέλος το έδιναν και σε μπουκάλια γυάλινα που τα κουβαλούσαν με καρότσι.Και μάλιστα κράτησε αυτό το επάγγελμα αρκετά χρόνια, μέχρι που το έφαγε η «ΕΒΓΑ της γειτονιάς μας». Γελάσαμε και οι δυό, λίγο από το παιχνίδι μας, λίγο από το ούζο, λίγο από τον λαμπερό ήλιο.




«Σειρά σου τώρα, άντε να σε δούμε κύριε…»
«Μάλιστα, τι νομίζεις δεν ξέρω;», η αλήθεια ήταν ότι δεν ερχόταν κάτι στο μυαλό. Για να κερδίσω ώρα, άναψα ένα τσιγάρο:
«Τσιγαράδες …» φώναξα λίγο πιο δυνατά απ’ όσο έπρεπε, με αποτέλεσμα να τραβήξω το βλέμμα της ξανθούλας από το διπλανό τραπέζι. Μόνο για την φωνή όμως.
«Τσιγαράδες κυρία μου. Ορέστης Μακρής, τσιγάρα – τσιγάρα… και ξυραφάδες!»









«Τότε να πω κι εγώ για τους ενεχυροδανειστές του δρόμου, τους βιβλιοπώλες του δρόμου και τους εμπόρους λευκών ειδών, που γύρναγαν από πόλη σε χωριό. Θυμάσαι την Βουγιουκλάκη  στον Πίπη; Εκεί που ο Ρίζος έκανε τον πωλητή; Ή τον Σταυρίδη με τον … Βέγγο δεν ήταν;»
Συμφώνησα μαζί της!











Ήθελα να έχω βέβαια ην τελευταία λέξη και δεν την άφησα να πάρει ανάσα. Περίμενα την στιγμή που είχε γεμίσει το στόμα με ένα μεγάλο κομμάτι από τον ξεροψημένο κεφτέ και εξαπέλυσα την τελειωτική επίθεσή μου:
«Βέβαια καλή μου, ξέχασες τους ψωμάδες και δεν εννοώ τους κουλουρτζήδες, τους μανάβηδες με τον γάιδαρο, σε πληροφορώ ότι τον πέτυχα…»
«Εγώ απλά τον παντρεύτηκα και δεν λέω για τον μανάβη…»
Δεν το πολυκατάλαβα στην προσπάθειά μου να πω κι άλλα επαγγέλματα και μάλιστα απόρησα που γελούσε μόνη της.
«… τους πωλητές κοτόπουλων, ακόμη κι αυτούς που άσπριζαν τα δέντρα με ασβέστη, την άκρη των πεζοδρομίων και… αλλά τι είπες; Ποιόν παντρεύτηκες;»


Γελάσαμε με την καρδιά μας. Την έπιασα από τους ώμους και της χάιδεψα το σβέρκο. Η ζωή δεν θέλει πολλά σκέφτηκα μόνο λίγα και καλά. Της έδωσα ένα φιλί πεταχτό (μεγάλοι άνθρωποι είμαστε) και πρόσεξα το βλέμμα της διπλανής ξανθιάς. Σε λίγο φιλούσε τον σύντροφό της με πάθος.
«Αν ήταν η ζήλια ψώρα…», σκέφτηκα!






Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14
ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ
Δεν ήξερε πόση ώρα είχε κοιμηθεί, δεν ήξερε καν τι θα μπορούσε να κάνει εκείνη την ημέρα που ο νέος ήλιος είχε ξεπροβάλλει το ίδιο ζεστός, το ίδιο λαμπρός και βασανιστικός. «Πόσο παράξενη η χθεσινή μέρα…», είπε στρέφοντας τα μάτια στον ουρανό, «… αυτή η ανελέητη βροχή και τώρα τέτοια λάμψη…». Έφερε το χέρι στο μέτωπο και προσπάθησε να δει τον ορίζοντα με τα μεγάλα και απότομα βουνά, την απέραντη, λες, κοιλάδα και την πόλη των Καλαβρύτων να λικνίζεται σαν χορεύτρια στους ατμούς της ατμόσφαιρας. Άκουσε το θρόισμα των δέντρων και περίμενε και κάποιο τιτίβισμα – έστησε κιόλας αυτί – από κάποιο πουλί, αλλά μάταια.
Πίνοντας καφέ – Ελληνικό προτίμησε αυτή την φορά – προσπάθησε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του, σε σειρά τα γεγονότα της προηγούμενης μέρας και τις επόμενες κινήσεις του. Άναψε τσιγάρο – κοίταξε την μάρκα γιατί δεν ήξερε τι μάρκες είχε πάρει από το περίπτερο – έκανε μια γκριμάτσα από την πίκρα του καπνού, έβηξε, τώρα τελευταία έβηχε όλο και πιο πολύ και έφτυσε στο χώμα. Με την άκρη του ματιού αντιλήφθηκε μια λάμψη, στιγμιαία, στην πλευρά του μικρού λόφου που απείχε πολύ λίγο από το σπίτι που βρισκόταν. Έσμιξε τα φρύδια συγκεντρώνοντας το βλέμμα του εκεί, έβγαλε κάθε άλλη σκέψη από το μυαλό και πίεσε τον εαυτό του να καταλάβει ή να ερμηνεύσει αυτό που νόμισε ότι είδε. Τώρα τίποτα δεν αντανακλούσε το φως του ήλιου, τίποτα δεν κινιόταν έξω από τα κλαδιά των δέντρων στον αέρα, τίποτα που να φανερώνει ζωή. Κι όμως κάτι μέσα του, μιλούσε και του έλεγε …
 Τον έπιασε μια επιθυμία να εξερευνήσει τον χώρο εκείνο, έτσι κι αλλιώς δεν είχε και κάτι καλύτερο να κάνει. Ετοιμάστηκε, τράβηξε και τον Παρασκευά με το ζόρι από το μαξιλάρι – τον μόνιμο εχθρό – και οδήγησε το αυτοκίνητο μέχρι εκεί που τον «τράβαγε», θα έλεγε κανείς, η λάμψη.
Όταν έφτασε, ακούμπησε το κεφάλι στο τιμόνι προσπαθώντας να «μετρήσει» την κατάσταση.  Κατέβηκε και αποφάσισε να περπατήσει, μπροστά σε κάποιου είδους ανάχωμα.
Το πρώτο πράγμα που είδε, μετά το ανάχωμα,  ήταν κάπως παράξενο, αλλά όχι τόσο ώστε να προκαλέσει απορίες. Χώματα πεταμένα δεξιά και αριστερά, λες και κάποιος να είχε σκάψει ένα αρκετά βαθύ χαντάκι. Ένα χαντάκι που το μήκος του ήταν περίπου πεντακόσια – πάνω κάτω – μέτρα και πλάτος γύρω στα δύο. Το έδαφος που περπατούσε, ο πάτος δηλαδή του χαντακιού, ήταν πολύ λείο, χώμα που είχε συμπιεστεί με μεγάλη δύναμη, μεγάλη πίεση, ίσως από κάποιο οδοστρωτήρα. Αναρωτήθηκε ποιος θα μπορούσε να διαθέσει τέτοιο χρηματικό ποσό για ένα απλό χαντάκι, να χαλάσει τόση ενέργεια και χρόνο μόνο και μόνο για να περπατήσει προς τα πού (;) στην πλαγιά ενός ασήμαντου λόφου. «Εκτός κι αν δεν είναι ασήμαντος…», σκέφτηκε με την περιέργεια να τον – κυριολεκτικά – τρώει. Περπάτησε όλο το δρομάκι αυτό και στο τέλος του, κατέληγε στην πλευρά του λόφου χωρίς λογική, κατάλαβε ότι το βάθος ήταν πάνω από τρία μέτρα. «Γι αυτό και δεν φαίνεται από πουθενά…», συλλογίστηκε. Εκεί που ο δρόμος τέλειωνε, εκτός από τα βράχια και τους πολλούς φουντωτούς θάμνους και τα πουρνάρια, δεν υπήρχε τίποτε άλλο. Ούτε ένα πλάτωμα, ένα μικρό άνοιγμα που θα μπορούσε κάπου να χρησιμεύει.
Κάθισε και προσπάθησε να σκεφτεί. Ο Παρασκευάς στεκόταν δίπλα του, πειθήνιος στα «θέλω» του Γιώργου και ανάσανε με την γλώσσα πεσμένη στο πλάι του στόματος.
«Τίποτα δεν υπάρχει, τίποτα απολύτως…», σκέφτηκε απογοητευμένος. «Και όμως είμαι σίγουρος ότι η λάμψη προήλθε από δω…», συνέχισε την σκέψη του. Πέταξε το αποτσίγαρο που είχε στο μεταξύ ανάψει – πίστευε ότι αυτό τον έκανε να σκέφτεται πιο σωστά – και αποφάσισε να ξαναρίξει μια ματιά στο σημείο μπροστά του. Βέβαια ο «μικρόβιος», δεν έχασε την ευκαιρία να χώσει την υγρή του μύτη όπου υπήρχε πράσινο και τρύπα. Και αυτό έδωσε αποτελέσματα. Δεν είχε περάσει πολύ ώρα, όταν το γάβγισμά του - που πιότερο με κλαψούρισμα έμοιαζε – ειδοποίησε τον Γιώργο. Εκείνος με λαχτάρα έτρεξε κοντά του, μπροστά σε ένα πελώριο πουρνάρι και άρχισε να σπάει και να μετακινεί τα κλαδιά του, ματώνοντας τις παλάμες και τα μπράτσα από τις ακίδες και τα αγκάθια. Τα νύχια του είχαν γεμίσει χώμα, μικρές πετρούλες πετάγονταν ανεξέλεγκτα δεξιά κι αριστερά χτυπώντας τον πολλές φορές στο πρόσωπο, η ανάσα του είχε γίνει γρήγορη και πολύ πιο κοφτή, ενώ ο ιδρώτας του έτσουζε τα μάτια, θολώνοντας την όρασή του.
Η μεταλλική πόρτα μπροστά του, ήταν λεία και στρογγυλή στο πάνω μέρος, όπως οι πόρτες στα παλιά ιστιοφόρα πλοία και τόσο στιλπνή, που θα έλεγε κανείς ότι μόλις είχε γυαλιστεί από κάποιον χειροδύναμο άνθρωπο. Σε αυτή την στιλπνότητα συνέβαλε και το γεγονός ότι πάνω στο μέταλλο, δεν υπήρχε τίποτα, ούτε κολλημένο, ούτε καρφωμένο. Τίποτα δεν προεξείχε, ούτε φινιστρίνι, ούτε καν χερούλι, λες και δεν ήταν πόρτα, αλλά ένα κομμάτι νίκελ, πεταμένο στο χώμα. Ο Γιώργος προσπάθησε να την τραβήξει, αλλά δεν είχε από που να την πιάσει. Το χέρι του δεν έβρισκε καμιά εγκοπή, ακόμα και όταν έσκαψε το χώμα δίπλα της, φαινόταν το μέταλλο να εισχωρεί αρκετά μέσα. Έβαλε το μυαλό να δουλέψει, προσπαθώντας να ηρεμίσει και τον Παρασκευά που δεν είχε σταματήσει ούτε στιγμή ν’ αλυχτά. Προσπάθησε ξανά, χρησιμοποίησε και μια μεγάλη πέτρα μήπως και την σπάσει, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να την λερώσει με χώματα. Ούτε μια γρατζουνιά δεν της είχε καταφέρει.
Κάθισε και άναψε άλλο ένα τσιγάρο. Το κοίταξε και αποφάσισε από την επόμενη μέρα να το ελαττώσει, η ανάσα του δεν ήταν πια καλή και κουραζόταν εύκολα. Αλλά πόσες φορές δεν είχε πει αυτό το «από αύριο»!
«Μέτρησε»  τον ήλιο και διαπίστωσε ότι είχε μεσουρανήσει. «Μεσημέρι…», σκέφτηκε με κάποια μελαγχολία που δεν είχε καταφέρει τίποτα με αυτήν την πόρτα. Τον έτρωγε και η περιέργεια για τους κατασκευαστές, για την χρησιμότητά της και για το τι μπορούσε να κρύβει πίσω της. Το μυαλό του πήγε σε στρατιωτικούς σκοπούς, αλλά και πάλι, σκέφτηκε «… εδώ; Σε αυτά τα μέρη, τι δουλειά είχε ο στρατός;». Κάτι τον ενοχλούσε εκεί που καθόταν και μετακινήθηκε λίγους πόντους παραπέρα, τίναξε το αποτσίγαρο μακριά – είχε αρχίσει και του έκαιγε τα δάχτυλα – και έψαξε το πακέτο ν’ ανάψει άλλο ένα. «Είπαμε από αύριο η ελάττωση…», σκέφτηκε και χαμογέλασε την ώρα που ρουφούσε την πρώτη «τζούρα».
Ήχος δεν ακούστηκε, ούτε κίνηση, ούτε καν μια μικρή πνοή αέρα, έξω απ’ αυτήν των δέντρων… κι όμως η μεταλλική πόρτα είχε ανοίξει διάπλατα, αποκαλύπτοντας μια μαύρη τρύπα, ένα κατάμαυρο στόμα που οδηγούσε… ;
Ο Γιώργος αναπήδησε λες και τον είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα και σχεδόν κυλίστηκε στο χώμα. Βρήκε την ψυχραιμία του, αν και οι σφίξεις της καρδιάς του παρέμεναν σε υψηλά επίπεδα και πλησίασε το άνοιγμα.  Χάιδεψε το μέταλλο και πάλι, ούτε από την εσωτερική μεριά είδε κάποια συγκόλληση ή χερούλι. Η πόρτα, που είχε πάχος πάνω από δύο μέτρα, είχε ανοίξει από μόνη της, ως δια μαγείας και μάλιστα χωρίς εκείνος να χρειαστεί να κάνει κάτι, λες και κάποιος τον προσκαλούσε στο εσωτερικό. Φοβήθηκε και δείλιασε να πάει παραπέρα. Κοίταξε ολόγυρα. Ο Παρασκευάς είχε, παράξενα, ηρεμίσει και καθόταν στα δυό πίσω πόδια, ακίνητος με τα μάτια καρφωμένα στο μαύρο εκείνο κενό. Μεντεσέδες δεν φαίνονταν στο πλάι και το μέταλλο ήταν συμπαγές και δεν αντηχούσε κανένα ήχο στα χτυπήματά του.
Ξανακοίταξε το μαύρο κενό και προσπάθησε να μαζέψει κουράγιο, μια φωνή μέσα στο κεφάλι, του φώναζε να το εξερευνήσει. Οπισθοχώρησε τρομαγμένος σαν διαπίστωσε ότι το φως του ήλιου δεν εισχωρούσε ούτε πόντο. Λες και μια αόρατη μεμβράνη έκλεινε το χώρισμα. Άπλωσε το χέρι, αλλά δεν ανακάλυψε απολύτως τίποτα, παρά κενό και μόνο κενό. Έκανε ξανά δυό βήματα προς τα πίσω και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο. Φορτώθηκε ένα μεγάλο χοντρό σκοινί, έμοιαζε με ορειβασίας, βρήκε ένα φακό μεγάλης επιφάνειας και έβαλε στην τσέπη δυό μπουκάλια νερό, όπως είχε δει παλιά να κάνουν οι σπηλαιολόγοι στην τηλεόραση. Φόρεσε κι ένα μάλλινο σκουφί για να είναι πλήρης η εικόνα και ξαναγύρισε στην «σπηλιά», όπως την είχε χαρακτηρίσει μέσα του. Κοντοστάθηκε μπροστά στην μεγάλη πόρτα και τον ακίνητο Παρασκευά, προσπαθώντας να αξιολογήσει την κατάσταση. Τι να αξιολογήσει δηλαδή; Μήπως είχε καμιά γνώση; Τουλάχιστον προσπάθησε να ταξινομήσει τις πληροφορίες που διέθετε και τις κινήσεις που έπρεπε κατά σειρά να κάνει.
Έβαλε με κόπο ένα μεγάλο βράχο στο άνοιγμα της πόρτας – φοβόταν μην κλείσει και παγιδευτεί – και άπλωσε το πόδι, αλλά η καρδιά δεν ακολουθούσε. Πάγωσε με το χέρι πάνω στο μέταλλο της πόρτας και σμίγοντας τα φρύδια προσπάθησε μήπως και διακρίνει κάτι με την βοήθεια του φακού. Αλλά όσο δυνατός κι αν ήταν ο φακός, δεν μπορούσε ούτε ένα πόντο να διακρίνει στο εσωτερικό της «σπηλιάς». Το κουράγιο πάντως φαίνεται ότι το διέθετε ο πιο δειλός μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ο «αδάμαστος» (!) Παρασκευάς έδωσε ένα σάλτο και εξαφανίστηκε στο άνοιγμα χωρίς ν’ ακουστεί ούτε ήχος, ούτε γδούπος, ούτε τίποτε άλλο. Ο Γιώργος κατανίκησε τους φόβους του – δεν ήθελε να χάσει και το μοναδικό άλλο έμβιο ον σε αυτόν τον πλανήτη – ξανασήκωσε το πόδι και σφίγγοντας τα δόντια, έκανε το πρώτο αποφασιστικό βήμα.
 Βρέθηκε σε ένα μικρό πλάτωμα και ως δια μαγείας ανακάλυψε ότι το φως του φακού τώρα, έφεγγε και φώτιζε πολλά μέτρα μακριά. Λες και κάτι τώρα άφηνε το φως ελεύθερο. Γύρισε προς την είσοδο και παρατήρησε ότι μπορούσε άνετα να δει καλά έξω, όλες τις λεπτομέρειες αλλά και ν’ ακούσει όλους τους θορύβους που έκανε ο αέρας ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων. Δεν μπήκε καν στον κόπο να καταλάβει. Φώτισε ξανά μπροστά του ψάχνοντας τον μικρό του σκύλο. Δεν τον είδε εκεί που περίμενε, αντίθετα αντίκρισε την αρχή μιας μεγάλης σκάλας. Φώτισε προς τα κάτω, είδε πολλά σκαλιά φτιαγμένα από κάποιο γυαλιστερό υλικό και προσπάθησε να κατέβει, κρατώντας σφιχτά μια κουπαστή που κι αυτή ήταν φτιαγμένη από το ίδιο υλικό. Παράξενο που δεν γλιστρούσε. Τα σκαλιά έδειχναν να έχουν μια ιδιότητα που κρατούσαν τα πόδια σταθερά καρφωμένα πάνω τους. Η θερμοκρασία του χώρου ήταν σε ανεκτά μέχρι και ευχάριστα επίπεδα, σε αντίθεση με την ζέστη έξω. Κούνησε τον φακό και προσπάθησε να διακρίνει λίγα μέτρα πιο πέρα, πιο κάτω, για την ακρίβεια. Η σκάλα φαινόταν πολύ μεγάλη, δεν διακρινόταν το τέλος της, αλλά στα πέντε μέτρα πιο κάτω, πάνω σε ένα πλάτωμά της, ο Παρασκευάς καθόταν ήρεμος στα πίσω του πόδια. Κούνησε την ουρά σαν είδε το «αφεντικό» του και με τα μάτια ήταν σαν να τον προκαλούσε να κατέβει.
Τον χάιδεψε και τον έξυσε απαλά πίσω από τα αυτιά, με το βλέμμα όμως καρφωμένο στο απέραντο κενό μπροστά του. Κούνησε τον φακό πάνω – κάτω και σε όλες τις μεριές εκείνου του «περίεργου» χώρου. Η δέσμη όμως του φωτός δεν αποκάλυψε τίποτα παρά μόνο αυτό … το μαύρο κενό. Προσπάθησε να φωνάξει και έβγαλε μια πολύ δυνατή κραυγή, αλλά καμιά απάντηση, ηχώ, δεν επέστρεψε. Κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να μετρήσει το μέγεθος ατής της σπηλιάς, η περιέργεια όμως τον «έτρωγε» να συνεχίσει την εξερεύνηση, ειδικά που τώρα ένοιωθε μια ασφάλεια με το Παρασκευά στο πλάι του. Κοίταξε προς τα πάνω, είδε ότι το άνοιγμα της πόρτας ήταν όπως το είχε αφήσει και ξεκίνησε να κατεβαίνει τα σκαλιά μπροστά του. Η σκάλα γινόταν απότομη και φοβήθηκε την κούραση, αφού το αγύμναστο σώμα του στηριζόταν πολύ πια στα χέρια. Παραδόξως όμως, αν και κατέβηκε πάνω από διακόσια σκαλιά, καμιά κούραση δεν τον είχε καταλάβει. Και ο μικρός του φίλος έδειχνε να κατεβαίνει ανάλαφρος, λες και κάποιος είχε φτιάξει κάτι… μια μηχανή ίσως που μείωνε το βάρος (;).
Μετά από μισή περίπου ώρα, (είχε αρχίσει μετά το πρώτο πλάτωμα να μετράει τα σκαλιά) και αφού τα υπολόγισε περίπου στα οκτακόσια, ξαναβρήκε ένα πλάτωμα, κάτι σαν πλατύσκαλο και έκατσε να πιεί λίγο νερό. Πότισε και τον «μικρόβιο» και με μια βαριεστημένη κίνησε του χεριού, έριξε το φως του φακού ολόγυρα. Τα τοιχώματα της σπηλιάς δεν διακρίνονταν, αλλά μερικά μέτρα πιο κάτω έδειξε να τελειώνει εκείνη η τεράστια σκάλα. Χαμογέλασε και αφού πήρε μια – δυό βαθιές ανάσες, φορτώθηκε εκ νέου το χοντρό σκοινί που είχε ακουμπήσει δίπλα του και ξεκίνησε για άλλη μια φορά την κατάβαση.
Μόλις πάτησε στην βάση εκείνη που είχε διακρίνει από πιο ψηλά, δεν μπόρεσε να καταλάβει που ακριβώς βρισκόταν. Κανονικά, αν ήταν σε σπηλιά όπως είχε υπολογίσει, θα έπρεπε να πατάει σε χώμα ή σε βράχια ή σε πέτρες ή σε κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Αλλά αυτό που έβλεπε ξεπερνούσε τα όρια της φαντασίας.
Έσκυψε και αντίκρισε ένα πάτωμα φτιαγμένο λες από γυαλί ή κάτι που έμοιαζε με γυαλί. Τόσο στιλπνό υλικό δεν είχε ξαναδεί, λες και το χώμα είχε καεί και λειώσει από μια πολύ δυνατή φωτιά και είχε σταθεροποιηθεί απλωμένο ομοιόμορφα παντού. Έστρεψε το φως του φακού προς το πρόσωπό του αλλά δεν αντίκρισε το είδωλό του κάτω, όπως ήλπιζε ότι θα λειτουργούσε το υλικό. Έτριψε το πόδι του και κατάλαβε ότι δεν γλιστρούσε καθόλου. Το υλικό εκτός από στιλπνό ήταν και τέλεια αντιολισθητικό. Πάτησε γερά – ένα μικρό φόβο μην το σπάσει τον είχε – και έκανε μερικά βήματα προς το βάθος του … μαύρου σκοταδιού μπροστά του. Παρατήρησε ότι κανένας θόρυβος δεν διέκοπτε αυτή την σχεδόν απόλυτη ησυχία, εκτός από το γκρινιάρικο παράπονο του τετράποδου φίλου του.
Γύρισε το φως του φακού δεξιά – αριστερά και δεν είδε πουθενά τα τοιχώματα αυτής της σπηλιάς, ούτε και (φυσικά) καμιά κίνηση. Κοντοστάθηκε και προσπάθησε να πολεμήσει αυτό το συναίσθημα φόβου που είχε αρχίσει να τον κυριεύει. Ποτέ όμως δεν είχε ακολουθήσει την λογική. Αποφάσισε να περπατήσει σε εκείνο τον γυαλιστερό διάδρομο – δεν ήξερε πως αλλιώς να τον πει – κοίταξε τον Παρασκευά που ήταν ήρεμος, σημάδι  ότι δεν υπήρχε κάτι μπροστά τους, κάτι ανησυχητικό και κουνώντας κυκλικά τον φακό, άρχισε με σταθερό βήμα την εξερεύνηση.
Πρέπει να είχε περπατήσει πάνω από πεντακόσια μέτρα όταν ξαφνικά το φως του έπεσε πάνω – δεξιά του – που έμοιαζε με μεγάλο κύβο. Σήκωσε το αχνό φως προς τα πάνω και συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να υπολογίσει το ύψος αυτού του … «κύβου», αφού η οροφή του δεν φαινόταν. Πανικοβλήθηκε και προσπάθησε να σταθεί στα πόδια του που είχαν αρχίσει να τρέμουν. Αλλά δεν ήταν φόβος ακριβώς, αυτό που αισθανόταν, αλλά δέος και … έκπληξη. Κάποτε είχε διαβάσει σε βιβλία επιστημονικής φαντασίας ή και σε κάποιες συνωμοσιολογικές φυλλάδες, είχε δει σε ντοκιμαντέρ για κρυφά εργαστήρια του στρατού ή διαφόρων μυστικών υπηρεσιών, αλλά αυτό που αντίκριζε τώρα με τα ίδια του τα μάτια, αυτό που ένοιωθε με όλες του τις αισθήσεις, ξεπέρναγε και τα πιο τρελά σενάρια. Ειδικά όταν σκεφτόταν ότι ήταν στην Ελλάδα, στην μικρή Ελλάδα που όπως και να το έκανε, δεν μπορούσε να έχει τόσο μεγάλα … «μυστικά». Κάποτε είχε μπει στην 651 ΑΒΥΠ ,  (θυμόταν ακόμη και το σύνθημα: «ΕΦΕΠΟΜΑΙ ΤΟΙΣ ΕΠΙΤΗΔΙΟΙΣ» ) και είχε εντυπωσιαστεί, αλλά καμία σχέση με αυτό που έβλεπε τώρα και που ξεπερνούσε τις πνευματικές του αντοχές.
Ο «κύβος» δεν φαινόταν να έχει κάποια πόρτα ή κάποιο άνοιγμα, όπως τίποτα δεν υπήρχε και πάνω στις πλευρές του – έστω μια μικρή ανωμαλία ή φθορά στο χρώμα του – αν ήταν χρώμα αυτό που ακουμπούσε τώρα με την παλάμη του. Και το χρώμα δεν είχε καμιά διαφορά στον χώρο. Και το πάτωμα και ο «κύβος» στο γκρι το σκούρο, αυτό της θεατρικής απελπισίας.
Προχώρησε ακόμα μερικά βήματα και ανακάλυψε κι άλλους «κύβους», τον ένα δίπλα στον άλλο, λες και ήταν κτίρια μιας παράξενης πόλης. Και όντως σχημάτιζαν μια πόλη έτσι που ήταν παρατεταγμένοι, δημιουργούσαν ένα σύμπλεγμα πανύψηλο και σφιχτά δεμένο, με δρόμους που διέσχιζαν από δυό μεριές κάθε «οικοδομικό τετράγωνο», με κάθετους στύλους που ο Γιώργος δεν μπορούσε με την πρώτη εικόνα να καταλάβει που χρησίμευαν και … όλα πεντακάθαρα! Πουθενά δεν φαινόταν ούτε ένας κόκκος σκόνης ή ένα μικρό χαλίκι ή σκουπίδι. Κι όλα αυτά τόσα μέτρα κάτω από την επιφάνεια της γης.
Προσπάθησε να κλείσει το στόμα που ανακάλυψε ότι άθελά του είχε ανοίξει από την έκπληξη. Ο Παρασκευάς δίπλα του ενδιαφερόταν πιο πολύ με τις γωνιές των «κύβων» – μπορούσε πλέον να τους αποκαλεί κτίρια – ψάχνοντας για μυρουδιές και συγχρόνως αφήνοντας σταγόνες από την δική του οσμή. Παντού το σκοτάδι που το αδύναμο φως του φακού προσπαθούσε να τρυπήσει, έκανε τον χώρο μυστηριακό και κομμάτι από τα σκηνικά ενός κινηματογραφικού θρίλερ νουάρ. Τώρα πια προχωρούσε χωρίς να συνειδητοποιεί που πήγαινε, τι έκανε, λες και τα πάντα τον τραβούσαν προς το βάθος.
Κάποια στιγμή άκουσε κάτι σαν νερό να τρέχει, λες και γάργαρο ποτάμι κυλούσε κάπου εκεί κοντά του. Κοντοστάθηκε. Έριξε το βλέμμα ολούθε γύρω του, δεν μπορούσε να αντιληφθεί την κατεύθυνση του ήχου. Φαινόταν σαν να ερχόταν από παντού, ακόμα κι από πάνω από το κεφάλι του ή κάτω από τα πόδια του. Χωρίς να το καταλάβει χάιδεψε το κεφάλι του Παρασκευά που ανταποκρίθηκε με ένα γλείψιμο στην παλάμη. «Μπορεί …», σκέφτηκε, «… η εκκωφαντική ησυχία να μου το δημιουργεί αυτό». Κάθισε προσπαθώντας να ηρεμίσει τους χτύπους της καρδιάς του που κι αυτούς πλέον τους «άκουγε». Αυτό που ένοιωσε στο στήθος δεν ήταν ο πόνος από το παλιό χτύπημα, αλλά κάτι απροσδιόριστο και πρωτόγνωρο. Τώρα είχε δυναμώσει, μια μέγγενη του έσφιγγε τον θώρακα, φοβήθηκε για έμφραγμα, κάτι σαν μούδιασμα άρχισε να αποδυναμώνει το αριστερό του χέρι, ενώ ζαλίστηκε απότομα. Πήρε βαθιές ανάσες και έσκυψε μπροστά. Πίεσε κρατώντας την τελευταία μεγάλη ανάσα του για μερικά δευτερόλεπτα κι ένοιωσε κάπως καλύτερα. Σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια του – δεν είχε καταλάβει ότι είχαν κυλήσει – και έστρεψε το βλέμμα πάλι σε εκείνο το μεγαλειώδες θέαμα μπροστά του. Απόλυτη ησυχία, απόλυτη σκοτεινιά (εκτός από τα σημεία που φώτιζε ο φακός).
Ξεκουράστηκε περίπου μισή ώρα και άναψε τσιγάρο (!). παρατήρησε ότι ο καπνός σηκωνόταν απόλυτα όρθιος, λες και κάποιο φουγάρο λειτουργούσε αθόρυβα ρουφώντας τα πάντα, ανακυκλώνοντας τον αέρα σε εκείνο τον χώρο, αέρα που ένας Θεός ήξερε από πού μπορεί να έμπαινε. Σίγουρα όχι από κείνο το μικρό άνοιγμα της πόρτας που εκείνος ξεθάψει.
Έτριψε το στήθος του εκεί που ο πόνος είχε αρχίσει να ξεθωριάζει πια, έβγαλε από το μικρό του σακίδιο και ήπιε ένα inderal   φοβούμενος πάλι κάποια ένταση με την καρδιά του και άρχισε ξανά τον δρόμο του προσπαθώντας να … καταλάβει. Δεν είχε κάνει πάνω από πενήντα βήματα όταν αυτό που συνέβη τον τρόμαξε τόσο που αναγκάστηκε να καθίσει με τα πόδια να μην μπορούν να κρατήσουν το βάρος του.
Στο βάθος της «σπηλιάς» μια λάμψη είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή της. Μια λάμψη τόσο γνώριμη, τόσο οικεία… τόσο φυσική. Ξημέρωνε!! Προσπάθησε να καταλάβει αυτό που έβλεπε. Ξημέρωνε, όπως έκανε ο ήλιος πάνω στην επιφάνεια της Γης, όπως είχε συνηθίσει να βλέπει πάνω στα βουνά, μακριά στις θάλασσες, στο βάθος του ορίζοντα. Και τώρα μέσα σε εκείνη την σπηλιά … ξημέρωνε! «Ναι, σαν να προβάλλει ο ήλιος…», σκέφτηκε σχεδόν έντρομος. Και η αλήθεια είναι ότι σε λίγη ώρα – εκείνος παρέμενε γονατιστός όλη αυτό το διάστημα – ένα δυνατό φως ανέβαινε στο βάθος εκείνου του μέχρι πρότινος ολοσκότεινου χώρου. «Δεν μπορεί, σε παραμύθι ζω…», τα λόγια του ακούστηκαν λαχανιασμένα και απότομα στα αυτιά του. Ένα απαλό αεράκι, χάιδεψε το πρόσωπό του και ανακάτωσε τα μαλλιά του. Το περίμενε, δεν ήξερε γιατί αλλά το περίμενε. Όπως και περίμενε πια κάθε καιρικό φαινόμενο της επιφάνειας. Δεν θα του φαινόταν παράξενο αν έπεφτε ακόμα και βροχή.
Έριξε μια πλάγια ματιά στον Παρασκευά. Τον είδε αμέριμνο να έχει ξαπλώσει δίπλα του, λες και δεν υπήρχε καμιά διαφορά για κείνον. Ο Γιώργος συλλογιζόμενος την ηρεμία του μικρού του φίλου, μπόρεσε κι εκείνος να ηρεμίσει. Κι όμως κάτι μέσα του τον προέτρεπε να φύγει, να βγει έξω. Κοίταξε μακριά πίσω του προς την μεριά της σκάλας που οδηγούσε έξω – τώρα φωτιζόταν από κείνο το παράξενο φως – και έμεινε με το στόμα ανοικτό σαν συνειδητοποιούσε σε όλο της το μεγαλείο την εικόνα. Σηκώθηκε κι έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω, ήσυχα και φοβισμένα, λες και προσπαθούσε να μην δείξει την ανησυχία του σε κάποιον τυχαίο θεατή. Ο «ήλιος» είχε ανέβει αρκετά και έλουζε ολόκληρο το μέρος με ένα δυνατό φως. Οι σκιές από τα κτίρια (;) κύβους, μονότονες και ολόισιες έκαναν το δάπεδο να μοιάζει με μια θεόρατη σκακιέρα. Κοίταξε το ρολόι του. έδειχνε μεσημέρι… «μεσημέρι για τον έξω κόσμο…» μονολόγησε, «… ξημέρωμα εδώ». Έτρεξε ξαφνικά προς την έξοδο για απομακρυνθεί το δυνατόν πιο γρήγορα από αυτά τα παράξενα που έβλεπε. Έτρεχε και ο Παρασκευάς, βλέποντας το αφεντικό του. Έφτασαν στην βάση εκείνης της μεγάλης σκάλας με την φοβερή όψη. Ο άντρας σταμάτησε να πάρει μια ανάσα, έριξε μια ματιά προς τα πίσω ασυναίσθητα, διαπίστωσε ότι το φως είχε ανέβει λίγο ακόμα πιο ψηλά, στον ρυθμό που ανέβαινε και ο πραγματικός ήλιος έξω, ενώ τα «κτίρια» φαίνονταν πολύ πιο καθαρά, όχι ότι μπορούσε να διακρίνει καμιά ξεχωριστή λεπτομέρεια, αλλά τουλάχιστον έδειχναν πιο καθαρά.
Προσπάθησε να ανέβει το πρώτο σκαλί και ο γνωστός πόνος στο στήθος (αλλά και στην πλάτη), έκανε την εμφάνισή του, το ίδιο δυνατός και ιταμά προκλητικός προς τις δυνάμεις του.
Τα σκαλιά μπροστά του ήταν πολλά και έπρεπε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του, αν ήθελε να βγει σύντομα έξω. Κάθισε και έσφιξε τη γροθιά του μπροστά στο στέρνο. Πήρε μερικές ακόμα βαθιές ανάσες, μάζεψε κουράγιο και άρχισε ν’ ανεβαίνει. Για κάποιο παράξενο λόγο, δεν κουραζόταν, το βάρος του λες και είχε μειωθεί κάτω και από το μισό. Σε πολύ λίγη ώρα, είχε βρεθεί στο κεφαλόσκαλο και μόνο μερικά μέτρα τον χώριζαν από την πολυπόθητη έξοδο.
Βγήκε και πήρε μια μεγάλης διάρκειας ανάσα. Ο αέρας ήταν ίδιος με αυτόν της σπηλιάς αν εξαιρούσε κάποιος τις χιλιάδες οσμές των φυτών και των λουλουδιών. Το αυτοκίνητο ήταν πάντα εκεί που το είχε αφήσει (ποιος θα το είχε πάρει άλλωστε), το χωμάτινο ανάχωμα και η μεταλλική πόρτα της σπηλιάς να δείχνουν πιο σκούρα, αφού εκεί έξω ήταν πια απόγευμα. Έκανε το σταυρό του ασυναίσθητα, ήπιε μια γουλιά νερό και αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι που είχε περάσει το βράδυ του. Ο μικρός του σύντροφος γάβγισε και πήδηξε στην θέση του συνοδηγού. Το μεγάλο όχημα, ξεκίνησε μουγκρίζοντας δυνατά και οι τροχοί άφησαν ένα σύννεφο σκόνης να σηκωθεί στον αέρα. «Και αύριο μέρα για εξερευνήσεις είναι, δεν πρόκειται να πάει πουθενά…», σκέφτηκε με την εικόνα της σπηλιάς στο μυαλό. Απομακρύνθηκε και κορνάρισε παρατεταμένα στην προσπάθειά του ν’ ακούσει ήχο φτιαγμένο από ανθρώπινα χέρια.
Είχε απομακρυνθεί πολύ (πλησίαζε κιόλας στην απέναντι πλευρά του λόφου), όταν με ένα σύριγμα η μεταλλική πόρτα της σπηλιάς έκλεισε απαλά.