Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 10 Μαΐου 2016

ΠΤΩΣΗ
1945
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5
Η ΕΞΟΔΟΣ

Μετά τον θάνατο του Χίτλερ, μέσα κι έξω από το Καταφύγιο είχαν πλέον απομείνει σχεδόν 800 στρατιώτες, από τους οποίους οι 80 περίπου ήταν μέλη της RSD. Δεδομένου ότι το τέλος έφτανε, ο υποστράτηγος Μόνκε αποφάσισε ότι είχε έρθει η ώρα να μελετήσει τις λεπτομέρειες της απόδρασής τους. Έτσι, κατένειμε τους επιζώντες σε δέκα ομάδες και όρισε για την καθεμία διαφορετικό χρόνο αναχώρησης και διαδρομή. Οι στρατηγοί Κρεμπς και Μπουργκντόρφ, όπως και ο λοχαγός Σέντλεν είχαν αποφασίσει να τερματίσουν τη ζωή τους. Τέλος, ο στρατηγός Βαϊτλινγκ υποσχέθηκε να μην υπογράψει καμιά συνθήκη παράδοσης πριν από την αυγή της Τετάρτης 2 Μαΐου, εξασφαλίζοντας τις πέντε νυχτερινές ώρες για να υλοποιήσουν την απόδρασή τους.
Η έξοδος άρχισε στις 23,00 το βράδυ. Η πρώτη ομάδα με επικεφαλής τον Μόνκε αριθμούσε 20 άτομα, στα οποία συμπεριλαμβάνονταν και οι τέσσερις γραμματείς του Χίτλερ. Η ομάδα αφού διέσχισε τον υπόγειο χώρο στάθμευσης, βγήκε ακριβώς κάτω από το μπαλκόνι της παλαιάς Καγκελαρίας. Η Τράουντλ Γιούνγκε περιγράφει στις αναμνήσεις της : «Ακόμα κι εμείς, οι γυναίκες, παίρνουμε από ένα όπλο η κάθε μια. Μας λένε να μην πυροβολήσουμε εκτός και υπάρξει ανάγκη. Μετά μας δίνουν πιο πρακτικά ρούχα. Πρέπει να περάσουμε από την άλλη μεριά, στο στρατόπεδο πίσω από το Καταφύγιο. Πρέπει να διασχίσουμε το χειρουργείο. Ποτέ δεν είχα δει πτώμα στη ζωή μου. Και πάντα με φόβιζε η εικόνα του αίματος. Τώρα με άδειο βλέμμα κοιτάζω δυο νεκρούς φαντάρους, σε άθλια κατάσταση πάνω σε φορείο. Ο καθηγητής Χάαζε δεν μας ρίχνει ούτε μια ματιά τη στιγμή που μπαίνουμε. Ιδρωμένος και απορροφημένος, ακρωτηριάζει ένα πόδι. Παντού υπάρχουν κουβάδες με αίμα και ανθρώπινα μέλη. Το πριόνι τρίζει καθώς ανοίγει δρόμο προς το κόκκαλο. Δεν βλέπω, δεν ακούω τίποτα, οι εικόνες δεν αγγίζουν πια τη συνείδησή μου¨.
Στη συνέχεια η ομάδα προχώρησε μέσα από τις σήραγγες του υπόγειου σιδηροδρόμου κι έφτασε στον σταθμό της Φρίντριχστράσσε. Εκεί όμως δέχτηκαν πυρά Σοβιετικού πυροβολικού και επικράτησε πανικός. Κάποιοι έχασαν το προσανατολισμό τους, οι περισσότεροι όμως κατάφεραν κι έφτασαν στην γέφυρα Βαϊντεντάμερ. Το βόρειο τμήμα της όμως ήταν κλειστό λόγω ενός αντιαρματικού εμποδίου αλλά και πυκνών Σοβιετικών πυρών. Αφού αποσύρθηκαν τότε στο νότιο άκρο της, συνάντησαν μέσα στα φλεγόμενα ερείπια μια ομάδα Γερμανικών αρμάτων. Συγκεντρώθηκαν γύρω τους και ξεκίνησαν πάλι. Αυτή τη φορά με τη βοήθεια των τεθωρακισμένων διέσχισαν τη γέφυρα και βρέθηκαν στη βόρεια όχθη του Σπρέε. Φθάνοντας όμως στην Τσίγκεστράσσε, ένα Σοβιετικό αντιαρματικό έπληξε το προπορευόμενο άρμα. Η ισχυρή έκρηξη ζάλισε τον Μπόρμαν και τον δρ Στούμπφεγγερ, ενώ τραυμάτισε τον Άξμαν που ακολουθούσε από κοντά. Μετά απ’ αυτό υποχώρησαν όλοι προς τη γέφυρα Βαϊντεντάμερ.
Δυό Γερμανικά «Τίγρης ΙΙ» έδωσαν την τελευταία απελπισμένη μάχη τους μπροστά στη γέφυρα Σούλενμπούργκερ. Το ένα απ’ αυτά, με αρχηγό πληρώματος τον ανθυπίλαρχο Όσκαρ Σέφερ, επλήγη από τους Σοβιετικούς. Το άρμα ανεφλέγη αμέσως, δυό άντρες του πληρώματος σκοτώθηκαν και οι υπόλοιποι διέφυγαν με τραύματα. Ο ίδιος ο Σέφερ υπέστη βαριά εγκαύματα και οδηγήθηκε στον πλησιέστερο σταθμό επιδέσεως τραυμάτων.
Η Γιούνγκε περιγράφει την οδύσσειά της: «Για ώρες σερνόμαστε σε υπόγεια, σε φλεγόμενα κτίρια, σε παράξενους σκοτεινούς δρόμους! Κάπου σε ένα άδειο υπόγειο ξεκουραζόμαστε και κοιμόμαστε μια – δυο ώρες. Μετά συνεχίζουμε, μέχρι που να μας κόψουν το δρόμο τα ρωσικά άρματα. Κανένας μας δεν είχε βαρύ οπλισμό. Μόνο πιστόλια έχουμε πάνω μας. Έτσι περνάει η νύχτα και το πρωί επικρατεί ησυχία. Οι πυροβολισμοί σταμάτησαν. Ακόμα δεν έχουμε δει κανένα Ρώσο στρατιώτη. Στο τέλος φτάνουμε σε ένα παλιό κελάρι μιας ζυθοποιίας (σ.σ. της ζυθοποιίας Wiegand), που χρησιμοποιείται σαν καταφύγιο. Εδώ είναι ο τελευταίος σταθμός. Απ’ έξω υπάρχουν Ρωσικά άρματα και είναι πια μέρα. Παρ’ όλα αυτά μπαίνουμε στο καταφύγιο χωρίς να γίνουμε αντιληπτοί. Κάτω, ο Μόνκε και ο Γκούνσε κάθονται σε μια γωνία και προσπαθούν να γράψουν. Ο Χέβελ κάθεται σε μια βάση από σανίδες, κοιτάει το ταβάνι και σωπαίνει. Δεν θέλει να συνεχίσει. Δυο στρατιώτες φέρνουν τον πληγωμένο Ρατενχούμπερ μέσα. Δέχτηκε μια σφαίρα στο πόδι, έχει πυρετό και παραμιλάει. Ένας γιατρός τον περιποιείται και τον βάζει πάνω σε ένα ράντζο. Εκείνος βγάζει το όπλο του, το απασφαλίζει και το τοποθετεί δίπλα του. Δεν έχω καμιά διάθεση να προχωρήσω άλλο, αλλά η κυρία Κρίστιαν κι άλλες με πιέζουν, με ταρακουνούν και στο τέλος τις ακολουθώ. Τα κράνη και τα πιστόλια τα αφήνουμε εκεί. Βγάζουμε τα στρατιωτικά σακάκια. Αποχαιρετούμε τους άντρες δια χειραψίας και φεύγουμε».
(Paul Joseph Goebbels, 29 Οκτωβρίου 1897 - 1 Μαΐου 1945)
Ο Μπόρμαν, ο Στούμπφεγγερ, ο Άξμαν και οι άλλοι ακολούθησαν τις ράγες του επιφανειακού σιδηροδρόμου. Στο σταθμό Λέρτερ ο Μπόρμαν και ο Στουμπφέγγερ αποφάσισαν να κατευθυνθούν ανατολικά. Ο Άξμαν επέλεξε να στραφεί δυτικά, συνάντησε όμως Σοβιετικούς στρατιώτες και αναγκάσθηκε να επιστρέψει στον σταθμό και να ακολουθήσει τον δρόμο διαφυγής των δυο συντρόφων του. Λίγη ώρα αργότερα, τους βρήκε πίσω από την γέφυρα. Ήταν ξαπλωμένοι ανάσκελα… νεκροί. Ο Άξμαν δεν παρατήρησε σημάδια έκρηξης και υπέθεσε πως οι δυο άντρες πυροβολήθηκαν στην πλάτη. Συνέχισε την πορεία του και αφού απέδρασε από την φλεγόμενη πρωτεύουσα διέφυγε με περιπετειώδη τρόπο στα Βαυαρία. Εκεί κατάφερε και έμεινε κρυμμένος για έξη μήνες μαζί με άλλους στρατιωτικούς μέχρι και τη σύλληψή του από μια Αμερικάνικη περίπολο. Ο πιλότος Μπάουρ διέφυγε, έχοντας μαζί του ένα μικρό πίνακα του Μεγάλου Φρειδερίκου, δώρο του Χίτλερ. Έχασε όμως το ένα του πόδι του από έκρηξη βλήμματος και, όταν συνήλθε, βρισκόταν σε ένα Σοβιετικό νοσοκομείο. Μεταφέρθηκε μαζί με τον λοχία Ρόχους Μις σε φυλακές υψίστης ασφαλείας έξω από την Μόσχα όπου ανακρίθηκαν και ξυλοκοπήθηκαν βάναυσα για πολλά χρόνια.
Ο ναύαρχος Φος, ο θαλαμηπόλος του Χίτλερ, ο Λίνγκε, ο ταγματάρχης Γκούνσε και πολλοί άλλοι αιχμαλωτίστηκαν και πέρασαν τα επόμενα δέκα χρόνια της ζωής τους στις Σοβιετικές φυλακές. Οι τελευταίοι αιχμάλωτοι αποφυλακίστηκαν το 1955 και επέστρεψαν σε κακή κατάσταση στη Δυτική Γερμανία.
Ο οδηγός Κέμπκα, οι γραμματείς του Χίτλερ, Κρίστιαν, Γιούνκε και Κρύγκερ, έφθασαν στους Δυτικούς συμμάχους. Άλλοι όπως ο Χέβελ ή ο συνταγματάρχης των SS Πέτερ Χουγκλ αυτοκτόνησαν ή σκοτώθηκαν κατά την προσπάθειά τους κατά την προσπάθειά τους να διαφύγουν. Πολλών, τέλος, τα ίχνη χάθηκαν, όπως της μαγείρισσας του Χίτλερ, Μαντσιάλυ και του δεύτερου πιλότου του, συνταγματάρχη των SS, Μπαίτς.


ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ ΓΚΑΙΜΠΕΛΣ

Μετά τον θάνατο του Χίτλερ, ο Γκαίμπελς συνειδητοποίησε και το δικό του τέλος. Αφού συνομίλησε λίγο με τον γιατρό των SS Κούντς, κλείστηκε στο γραφείο του στο Καταφύγιο συζητώντας με τον Νάουμαν. Είχε πάρει την απόφαση (;) να δολοφονήσει τα παιδιά του και ύστερα να αυτοκτονήσει μαζί με την σύζυγό του. {Πάντως πολλοί ιστορικοί που έχουν ασχοληθεί ενδελεχώς με τα του Β! Παγκοσμίου πολέμου, ισχυρίζονται ότι η την δύναμη της δολοφονίας των έξη μικρών παιδιών, την είχε η Μάγδα Γκαίμπελς την οποία βέβαια και επέβαλε στον αδύναμο (απέναντί της) άντρα της. Πάντα η Μάγδα έλεγε ότι δεν είχε νόημα τα παιδιά να ζουν σε ένα κόσμο χωρίς Χίτλερ}.
Ύστερα από λίγο ο Κούντς έμεινε μόνος του με την Μάγδα. Εκείνη του είπε πως ο θάνατος του Φύρερ τους είχε κάνει να πάρουν την απόφασή τους. Τη νύχτα οι πολιορκημένοι θα προσπαθούσαν να σπάσουν τον κλοιό και να διαφύγουν προς την Δύση. Η οικογένεια Γκαίμπελς θα πέθαινε πριν την έναρξη της επιχείρησης. Μετά τον πόλεμο ο Κούντς κατέθεσε ότι προσπάθησε να μεταπείσει τη Μάγδα να στείλει τα παιδιά σε ένα νοσοκομείο και να τα θέσει υπό την προστασία του Ερυθρού Σταυρού. Η Μάγδα όμως ήταν ανένδοτη. «Αφού μιλήσαμε για περίπου είκοσι λεπτά… «, διηγείται, «… ο Γκαίμπελς επέστρεψε στο γραφείο του και μου είπε: Γιατρέ θα σας ήμουν ευγνώμων αν βοηθούσατε την γυναίκα μου να σκοτώσει τα παιδιά». Ο Κούντς επανέλαβε εκ νέου την πρόταση για να σωθούν τα παιδιά. «Αυτό είναι αδύνατον…», είπε ο Υπουργός Προπαγάνδας. «Είναι τα παιδιά των Γκαίμπελς». Ύστερα βγήκε από το δωμάτιο. Ο Κούντς έμεινε μόνος με την Μάγδα Γκαίμπελς, η οποία ανέκφραστη  έριχνε πασιέντζες για περίπου μια ώρα.
Λίγο αργότερα ο Γκαίμπελς επέστρεψε ανήσυχος: «Οι Ρώσοι μπορεί να φτάσουν από στιγμή σε στιγμή και να εμποδίσουν το σχέδιο μας…», είπε η Μάγδα, «… για αυτό πρέπει να βιαστούμε και να κάνουμε αυτό που πρέπει».
Johanna Maria Magdalena "Magda" Goebbels
Βιαστικά η Μάγδα οδήγησε τον γιατρό στο υπνοδωμάτιο των παιδιών και πήρε μια σύριγγα γεμάτη μορφίνη από ένα ράφι. Ο λοχίας Μις που βρισκόταν πολύ κοντά εκείνη τη στιγμή, στο τηλεφωνικό κέντρο, κατέθεσε αργότερα:
«Εκείνη την ημέρα είχα αναλάβει καθήκοντα στο τηλεφωνικό κέντρο γύρω στις 20,00 μ.μ. Τα τρία μικρότερα παιδιά των Γκαίμπελς έκαναν φασαρία στο κατώτερο καταφύγιο παίζοντας με μια μπάλα. Τους έδωσα μερικά αναψυκτικά. Τώρα που ο Φύρερ ήταν νεκρός, το μεγαλύτερο τμήμα του κατώτερου καταφυγίου ήταν πια άδειο και τα παιδιά το χρησιμοποιούσαν για γήπεδο. Ύστερα από λίγο έφυγαν».
Γύρω στις 17,00 ο Μις είδε την Μάγδα με τα τρία μεγαλύτερα παιδιά. Φορούσε ένα μακρύ βαθυγάλανο φόρεμα με άσπρο γιακά, άσπρα μανικέτια και άσπρα γάντια. Το πρόσωπο της ήταν χλωμό. Μάζεψε όλα τα παιδιά στο δωμάτιο που βρισκόταν ακριβώς απέναντι από του Μις. Ο τελευταίος αφηγείται:
«Όλα τα παιδιά ήταν τώρα ντυμένα με λευκά νυχτικά. Ήταν η ώρα που συνήθως πήγαιναν για ύπνο. Πέντε από τα παιδιά κάθονταν σε καρέκλες, η Χάιντι όμως είχε σκαρφαλώσει με τα τέσσερα στο τραπέζι. Υπέφερε από αμυγδαλίτιδα και γύρω από τον λαιμό της ήταν τυλιγμένο ένα κασκόλ. Η Χέλγκα, η ψηλότερη, μεγαλύτερη και εξυπνότερη, έκλαιγε σιγανά. Νομίζω πως υποπτευόταν αμυδρά την καταστροφή που έμελλε να έρθει. Ήταν ξεκάθαρα το κορίτσι του μπαμπά της, χωρίς ν’ αγαπά ιδιαίτερα τη μητέρα της. Η κυρία Γκαίμπελς, ως συνήθως, έπαιζε τον ρόλο της προσηλωμένης μητέρας. Χτένισε προσεκτικά τα μακριά μαλλιά των πέντε κοριτσιών, κατόπιν, βούτηξε το τσουλούφι του Χέλμουτ. Στη συνέχεια, φίλησε το κάθε παιδί με μεγάλη τρυφερότητα, όπως έκανε κάθε βραδιά την διάρκεια της τελευταίας εβδομάδας. Όλα αυτά τα παρακολούθησα με ανησυχία. Είχα κατατρομάξει. Η συνείδησή μου με βασανίζει μέχρι σήμερα…»
Κατόπιν, χωρίς να πει αντίο, η κυρία Γκαίμπελς στράφηκε προς την πόρτα, ανέβηκε την ελικωτή σκάλα και χάθηκε στο ανώτερο Καταφύγιο μαζί με τα παιδιά της. Η Χάιντι, που ήταν η μικρότερη και κάπως πειραχτήρι, στράφηκε πίσω προς τον λοχία και του είπε: «Μις, είσαι ένα ψάρι». Η μικρή Χάιντι γέλασε δυνατά.

Το πτώμα του Γκαίμπελς όπως βρέθηκε από τους Σοβιετικούς στρατιώτες
Η αδελφή της η Χέλγκα σε αντίθεση, έσερνε τα πόδια της και η μητέρα της αναγκαζόταν να την σπρώχνει. «Μην ανησυχείτε παιδιά…», τους είπε, «… ο γιατρός θα σας κάνει ένα εμβόλιο που πρέπει να κάνουν όλα τα παιδιά και οι στρατιώτες».
Ο Κουντς άρχισε να τους χορηγεί ενέσεις μορφίνης για να τα αναισθητοποιήσει. Ύστερα βγήκε από το δωμάτιο. «Έπειτα απ’ αυτό…», είπε ο γιατρός στους Σοβιετικούς ανακριτές του, «… πήγα ξανά στο μπροστινό δωμάτιο και είπα στην κυρία Γκαίμπελς ότι έπρεπε να περιμένουμε περίπου δέκα λεπτά μέχρι να κοιμηθούν τα παιδιά. Κοίταξα το ρολόι μου και είδα ότι ήταν 8,40 μ.μ.».
Ο Κουντς ισχυρίστηκε ότι δεν άντεχε να δώσει δηλητήριο στα παιδιά που κοιμούνταν. Η Μάγδα Γκαίμπελς του είπε να βρει τον συνταγματάρχη Στούμπφεγκερ, τον προσωπικό γιατρό του Χίτλερ. Μαζί με αυτόν άνοιξε τα στόματα των παιδιών, έβαλε μια αμπούλα με δηλητήριο ανάμεσα στα δόντια τους και πίεσε τα σαγόνια τους. Ωστόσο, όπως αναφέρει ο Αμερικανός λοχαγός της κατασκοπείας, Τζέημς Ο’ Ντόνελ, αυτή η πολλαπλή παιδοκτονία δεν εξελίχθηκε τόσο ομαλά όσο είχε σχεδιαστεί. Η μεγαλύτερη κόρη Χέλγκα, βρέθηκε αργότερα με έντονες μελανιές στο πρόσωπο. Αυτό δείχνει ότι η μορφίνη μπορεί να μην επέδρασε πολύ καλά και ότι ίσως πάλεψε με τους δυό ενήλικες που προσπαθούσαν να της ανοίξουν το στόμα.
Το πόρισμα της αυτοψίας των Σοβιετικών γιατρών, μια εβδομάδα αργότερα, σημείωνε λακωνικά πως η Χέλγκα Γκαίμπελς είχε «αρκετές κατάμαυρες μελανιές». Πιθανόν αυτές οι μελανιές να προκλήθηκαν την ώρα που το τρομοκρατημένο κορίτσι πάλευε για την ζωή του. Αφού τελείωσαν όλα, ο Στούμπφεγκερ έφυγε και ο Κουντς κατέβηκε στο γραφείο του Γκαίμπελς με τη Μάγδα. Ο Γκαίμπελς βημάτιζε πάνω – κάτω νευρικός. «Όλα τελείωσαν με τα παιδιά…», του είπε εκείνη , «… τώρα πρέπει να σκεφτούμε τους εαυτούς μας».
Τις τελευταίες στιγμές του ζευγαριού στο Καταφύγιο διηγείται ο Άρθουρ Άξμαν, αρχηγός της Χιτλερικής Νεολαίας: «Έφτασα στο κατώτερο καταφύγιο από το πόστο διοίκησής μου στην οδό Βιλχελμστράσε γύρω στις 6,30 την Τρίτη 1η Μαΐου. Ήθελα να αποχαιρετίσω τους δυο Γκαίμπελς. Βρήκα το ζευγάρι να κάθεται στο μακρόστενο τραπέζι συνεδριάσεων με τον Βέρνερ Νάουμαν, τον Χανς Μπάουρ, τον Βάλτερ Χέβελ, τον στρατηγό Κεμπς και τρείς ή τέσσερις άλλους. Ο Γκαίμπελς σηκώθηκε για να με χαιρετίσει. Σύντομα καταπιάστηκε με ζωηρές αναμνήσεις από την εποχή των οδομαχιών μας στο Βέντινγκ του Βερολίνου, το διάστημα από το 1928 έως το 1933. Θυμήθηκε πως είχαμε τσακίσει τους Βερολινέζους κομμουνιστές και τους σοσιαλιστές, αναγκάζοντάς τους να υποταχθούν υπό την μελωδία του εμβατηρίου «Χορστ Βέσελ».
Είπε πως ένα από τα μεγαλύτερα κατορθώματα του καθεστώτος του Χίτλερ ήταν πως είχε κερδίσει σχεδόν ολοκληρωτικά τους γερμανούς εργάτες προς όφελος του εθνικού συμφέροντος. Πήραμε τους εργάτες και τους κάναμε πατριώτες, είπε, κάτι στο οποίο ο Κάιζερ είχε αποτύχει παταγωδώς. Αυτό, συνέχιζε να επαναλαμβάνει, ήταν ένας από τους πραγματικούς θριάμβους του κινήματος. Εμείς οι Εθνικοσοσιαλιστές ήμασταν ένα μη μαρξιστικό, αλλά ταυτόχρονα επαναστατικό κόμμα, αντικαπιταλιστικό, αντιστασιακό και παράλληλα αντίθετο στην αντίδραση. Αυτό θα ήταν κάποτε η πραγματική ετυμηγορία της Ιστορίας, αν επιτρεπόταν ξανά στους γερμανούς να ξαναγράψουν την ιστορία τους. Διάφοροι ανόητοι άνθρωποι σαν τον Καγκελάριο Μπρούνινγκ μας έχουν αποκαλέσει ‘καφέ Μπολσεβίκους» και τα αστικά τους ένστικτα δεν ήταν εσφαλμένα. Ο Κόκκινος Μπολσεβικισμός είναι Ασιάτης, όπως βλέπουμε και μαρτυρούμε τώρα στους δρόμους του Βερολίνου. «Ε, ας τα αφήσουμε όλα αυτά στους αργυραμοιβούς και στους μεσίτες τους, που ουρλιάζουν στο σαπισμένο χρηματιστήριο του παγκόσμιου καπιταλισμού. Το πρόβλημα τώρα είναι δικό τους». Ωστόσο, δεν είπε κουβέντα για την οικογένειά του. Η Μάγδα Γκαίμπελς καθόταν εκεί χωρίς να λέει πολλά, με το κεφάλι ψηλά. Κάπνιζε αρειμανίως και σιγόπινε σαμπάνια. Δεν ρώτησα για τα παιδιά, γιατί κάποιος, ο Μπάουρ ή ο Χέβελ, μου είχε ψιθυρίσει ότι το θέμα είχε ήδη λήξει». Ο τελευταίος άνθρωπος που είδε ζωντανό τον Γκαίμπελς ήταν ο Ρόχους Μις. Ο Μις ζει σήμερα στο Βερολίνο σε προχωρημένη ηλικία κι έχει δώσει αμέτρητες συνεντεύξεις για τις τελευταίες ημέρες που πέρασε στο Καταφύγιο: «Πρέπει να ήταν γύρω στις 7,00 μμ γιατί ο ήλιος βρισκόταν ήδη πίσω από τον ψηλό τοίχο της Καγκελαρίας του Ράιχ. Οι σκιές του σούρουπου έπεφταν ήδη στον κήπο. Ήταν ένα παράξενο ηλιοβασίλεμα. Οι αχτίδες του ήλιου προσπαθούσαν να λάμψουν μέσα από ένα βαρύ, απειλητικό σύννεφο αποπνικτικού νέφους και μαύρου καπνού που σκοτείνιαζε την πόλη. Άρχισα να αναρωτιέμαι για πόσο διάστημα ήμουν υποχρεωμένος να παραμείνω στον πίνακα. Ο Φύρερ ήταν νεκρός. Ολόκληρη την ημέρα είχαμε μόνο τρεις ή τέσσερις εισερχόμενες κλήσεις. Άκουσα φήμες πως η διαφυγή είχε σχεδιαστεί για αργότερα εκείνο το βράδυ. Όμως δεν ήμουν σίγουρος, γιατί είχα ακούσει τις ίδιες διαδόσεις και για την προηγούμενη νύχτα. Όταν βγήκα στον κήπο της Καγκελαρίας, το μόνο πρόσωπο που είδα ήταν ο δρ Γκαίμπελς. Τώρα ήταν Καγκελάριος του Ράιχ και από αυτή την άποψη, υποθέτω, ήταν το νέο μου αφεντικό. Ήταν μόνος του, χωρίς τους συνήθεις υπασπιστές του. Κι απλώς περιφερόταν άσκοπα. Κάπνιζε ένα τσιγάρο. Αποφάσισα να του εξηγήσω το μικρό μου πρόβλημα και να ζητήσω την συμβουλή του. Μου είπε ότι δεν υπήρχε λόγος να συνεχίσω να χειρίζομαι τον τηλεφωνικό πίνακα». Στη συνέχεια τον ρώτησε: «Καμιά σημαντική κλήση για μένα λοχία;». «Ναι, μια από το Γκαουλάιτουνγκ, μια από τον στρατηγό Βάιντλινγκ και μια τρίτη από τον αντισυνταγματάρχη Ζάιμπερτ (ο οποίος διοικούσε τον τομέα Ζ).
«Δεν είναι τόσο σημαντικές. Ο πόλεμος έχει χαθεί. Στην πραγματικότητα δεν σε χρειαζόμαστε πια Μις. Ίσως δεν θα ήταν άσχημη ιδέα αν πήγαινες και πολεμούσες με τα στρατεύματα του στρατηγού Ράουχ. Προβάλλουν καλή αντίσταση στο Σαρλότενμπουργκ. Λοχία σου εύχομαι ότι καλύτερο». Κατόπιν τον χαιρέτισε δια χειραψία, κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ πριν. Ο Γκαίμπελς όμως, είχε χάσει την επαφή με τις στρατιωτικές εξελίξεις. Ο στρατηγός Ράουχ με λιγότερους από 500 καταπονημένους άντρες, μαχόταν ήδη στο Πότσνταμ, είκοσι χιλιόμετρα νοτιοδυτικότερα. Ο υπουργός Προπαγάνδας, τον οποίο είδε ο Μις συμπτωματικά, πρέπει να έψαχνε το σημείο όπου σκόπευε να αυτοκτονήσει, όχι μέσα στο καταφύγιο όπως ο Χίτλερ, αλλά έξω, στο ύπαιθρο, κοντά στον ορυμαγδό της μάχης. Ο λοχαγός Γκούντερ Σβέγκερμαν, ο ανώτερος υπασπιστής του κι ο σοφέρ Ραχ φρόντισαν να βρουν κάνιστρα βενζίνης, καθώς μετά την καύση των πτωμάτων του Χίτλερ και της Εύας Μπράουν, η βενζίνη ήταν σε έλλειψη. Οι δυό υπασπιστές εντόπισαν τελικά έξη κάνιστρα και τα έφεραν στο κάτω μέρος της σκάλας εξόδου κινδύνου του Καταφυγίου. Ήταν πολύ επικίνδυνο να τα αφήσουν στην κορυφή, όπου θα ήταν εκτεθειμένη στις εκρήξεις των οβίδων.
Ο γάμος του Γκαίμπελς με την Μάγδα

Στις 10,15 μμ, ο Γκαίμπελς εισήλθε στο δωμάτιο της Μάγδας. Λίγο νωρίτερα είχε χαιρετίσει τους τελευταίους θαμώνες του Καταφυγίου. Δεν παραπονέθηκε και ήταν ήρεμος περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Η Τράουντλ Γιούνγκε διηγείται: «Ώστε είχε έρθει η ώρα. Όλοι του δίνουμε το χέρι και τον αποχαιρετούμε. Σε μένα εύχεται με σφιγμένο χαμόγελο να πάνε όλα καλά. Ίσως καταφέρετε να ξεφύγετε», μου λέει ήσυχα και εγκάρδια. Αλλά εγώ κουνάω το κεφάλι μου σαν να αμφιβάλλω γι αυτό. Ο εχθρός μας έχει περικυκλώσει εντελώς. Στην Πότσντάμερ Πλατς υπάρχουν Ρωσικά άρματα μάχης …». Στην συνέχεια ο Γκαίμπελς παρέδωσε στον Σβέγκερμαν τη φωτογραφία που είχε με το αυτόγραφο του Χίτλερ σε ασημένια κορνίζα. Στο πλατύσκαλο ήταν ο στρατηγός Μόνκε και ο Ολντς, ο κατώτερος υπασπιστής του Γκαίμπελς. Τα τελευταία λόγια του «αρχιερέα» του Εθνικοσοσιαλισμού έκρυβαν μια δόση ειρωνείας. «Τουλάχιστον εσείς, καλοσυνάτοι άνθρωποι, δεν θα χρειαστεί να κουβαλήσετε τα σώματά μας πάνω με όλα αυτά τα σκαλιά». Η Μάγδα ήταν ανέκφραστη και το πρόσωπό της θύμιζε νεκρική μάσκα. Ο στρατηγός Μόνκε έδωσε την τελευταία λακωνική περιγραφή του ζεύγους Γκαίμπελς, ως αυτόπτης μάρτυρας. «Πήγε στον καλόγερο του μικρού δωματίου που είχε για γραφείο και φόρεσε το καπέλο του, το κασκόλ και την χλαίνη της στολής του. Με αργές κινήσεις φόρεσε τα δερμάτινα γάντια του εφαρμόζοντας προσεκτικά όλα τα δάχτυλά του. Κατόπιν πρόσφερε σαν καβαλιέρος το δεξί του μπράτσο στη γυναίκα του. Ήταν σιωπηλοί τώρα, όπως ήμασταν κι εμείς, οι τρεις θεατές. Αργά αλλά σταθερά, ακουμπώντας ελαφρά ο ένας στον άλλον, ανέβηκαν τα σκαλιά και βγήκαν στην αυλή». Η νύχτα είχε πέσει στο Βερολίνο και ο ουρανός φωτιζόταν από τις εκρήξεις και τη φωτιά που ξερνούσαν τα όπλα. Ήταν λίγο πριν από τις 21,00 και στη βάση των τσιμεντένιων σκαλοπατιών που οδηγούσαν έξω από το Καταφύγιο, οι Γκαίμπελς προσπέρασαν σιωπηλά τα κάνιστρα βενζίνης που θα τους έκαιγαν. Στο κεφαλόσκαλο συνάντησαν έναν λοχαγό των SS που βρισκόταν σε αναμονή για την περίπτωση που θα χρειαζόταν μια χαριστική βολή. Θα ήταν ο αυτόπτης μάρτυς των αυτοκτονιών που ακολούθησαν. Ο Γιόζεφ και η Μάγδα Γκαίμπελς εφάρμοσαν προσεκτικά την εγκεκριμένη από τον καθηγητή Χάαζε, μέθοδο του Καταφυγίου, τον συνδυασμό δηλαδή πυροβολισμού και δηλητηρίου. Η Μάγδα προχώρησε πρώτη. Δάγκωσε την κάψουλα της κι έπεσε στο έδαφος. Ο σύντροφός της την πυροβόλησε στο πίσω μέρος του κεφαλιού της. Το χρυσό έμβλημα του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, η καρφίτσα που της είχε χαρίσει ο Αδόλφος Χίτλερ ως αποχαιρετιστήριο δώρο, μια μέρα πριν από τον θάνατό του, έλαμψε για λίγο στον Βερολινέζικο ουρανό. Λίγα δευτερόλεπτα μετά, ο Γκαίμπελς δάγκωσε την δική του κάψουλα, τοποθέτησε το πιστόλι στον δεξιό του κρόταφο, ένα Walter P-36 και πάτησε την σκανδάλη. Ο αξιωματικός των SS που δεν χρειάστηκε να παρέμβει, φώναξε τον λοχαγό Σβέγκερμαν να φροντίσει την βιαστική αποτέφρωση. Όταν ο Ραχ και ο Σβέγκερμαν βγήκαν στον κήπο, βρήκαν τους Γκαίμπελς να κείτονται στο έδαφος. Οι δυό άντρες περιέλουσαν τα πτώματα με βενζίνη και στη συνέχεια έβαλαν φωτιά. Ήταν σαν τους νεκρούς βασιλείς των Βίκινγκς που τους έκαιγαν μετά την νεκρική τελετή. «Με δυό τρόπους μπορεί κανείς να κρίνει έναν άντρα σε αυτόν τον κόσμο…», είχε πει ο Χίτλερ ήδη από το 1927, «… από την γυναίκα που θα παντρευτεί κι από τον τρόπο που θα πεθάνει». Ασυναίσθητα ο Χίτλερ είχε προσδώσει την πιο ταιριαστή επιτύμβια περιγραφή στον προφήτη του. Ο υπουργός Προπαγάνδας πέθανε μέσα σε ένα Βαγκνερικό φινάλε, με τον τρόπο που ταίριαζε στον χαρακτήρα του και τον φανατισμό της ιδεολογίας του.
Ο Γκαίμπελς με τα παιδιά του



ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Για όσους σήμερα αναρωτιούνται και θα αναρωτιούνται στο μέλλον, αν ο Χίτλερ μπορούσε να είχε κερδίσει τον πόλεμο εφόσον του είχε επιβληθεί το 1939, η απάντηση ανήκει στη σφαίρα της αβεβαιότητας. Αν και η προσωπική γνώμη του γράφοντος είναι ξεκάθαρη: Η Ναζιστική Γερμανία δεν θα μπορούσε να επιβληθεί ποτέ, ούτε στην Ευρώπη πολλώ δε μάλλον στον κόσμο (που ήταν και το όνειρο των πρωτεργατών της «Εθνικοσοσιαλιστικής Κοσμοθεωρίας», αφού το αίσθημα της ελευθερίας είναι βαθιά ριζωμένο στο μυαλό, στην καρδιά και την ψυχή των λαών. Ακόμα κι αν είχε καταλάβει την Μόσχα τον χειμώνα του 1941 (ήταν πολύ κοντά σε αυτό το επίτευγμα, αρκεί να είχε ακούσει τους στρατηγούς του Γκουντέριαν και Φον Πάουλους) και μπορούσε να ξεσηκώσει τον Αραβικό κόσμο, υπήρχαν τόσα δευτερεύοντα προβλήματα κι ένας παράγοντας που πάντα υποτιμούσε ο Γερμανός ηγέτης, ένας παράγοντας που πολύ εύστοχα ο Έλληνας πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς ανέφερε σε ανύποπτο χρόνο: «Στο τέλος η Αγγλία θα κερδίσει τον πόλεμο επειδή έχει στο πλευρό της, τις δημοκρατίες». Άλλωστε και ο Ναπολέων κατέλαβε την Μόσχα, υπέστη όμως βαρύτατη ήττα – συντριβή στο Βατερλό.
Ο Χίτλερ όμως βάδιζε τον δρόμο του με την σιγουριά του αιθεροβάμονα, την κατεύθυνση του υπνοβάτη. «Είμαι περήφανος… «, έλεγε, «… γιατί με εξέλεξε η Θεία Πρόνοια για να οδηγήσω τον Γερμανικό λαό ανάμεσα από τα τρομερά αυτά γεγονότα. Θα ενώσω αδιάσπαστα το όνομά μου και τη ζωή μου, με την μοίρα του Γερμανικού λαού».
Εκτός από τον Μωάμεθ, είναι αμφίβολο αν υπήρξε άλλος άνθρωπος στην Ιστορία, που να είχε σε τέτοιο σημείο πεισθεί ότι ήταν σταλμένος από την Θεία Πρόνοια και που να ίδρυσε μια τάξη, μια επανάσταση, μια θρησκεία, μια αυτοκρατορία.
Το τέλος του Χίτλερ στα Βερολίνο ήταν αυτό που ο ίδιος από καιρό προετοίμασε, σκηνοθέτησε και τελικά υλοποίησε, ακολουθώντας τη ρήση του τελευταίου πιστού Γιόζεφ Γκαίμπελς: «… στους σκληρούς καιρούς που έρχονται τα παραδείγματα και οι πράξεις θυσίας θα είναι περισσότερο σπουδαία από τους ανθρώπους…». έπεσε όπως αυτός σχεδίασε και ονειρεύτηκε για την περίπτωση που η επανάστασή του θα αποτύγχανε: μέσα στη βοή και τον ορυμαγδό της μάχης, μέσα στις ριπές των πολυβόλων και στους ερειπωμένους τοίχους της πρωτεύουσας του «χιλιόχρονου» Ράιχ, που δεν έμελλε να διαρκέσει παρά μόνο δώδεκα μόλις χρόνια. Ακόμα και στις πιο δύσκολες και σκοτεινές ώρες της ζωή του ο Χίτλερ, ετοίμαζε ν’ αφήσει στις νεώτερες γενιές και στην Ιστορία το ύστατο και σπουδαιότερο τεκμήριο του ανεξάντλητου μίσους που έτρεφε για τους Εβραίους, την πολιτική του διαθήκη: «Δεν είναι αλήθεια ότι εγώ ή οποιοσδήποτε άλλος στη Γερμανία θέλησε τον πόλεμο του έτους 1939. Τον πόλεμο τον θέλησαν και τον προκάλεσαν οι πολιτικοί που ήταν Εβραϊκής καταγωγής ή εξυπηρετούσαν Εβραϊκά συμφέροντα. Εγώ έκανα πολλές προτάσεις για τον περιορισμό των εξοπλισμών (και οι μεταγενέστεροι δεν θα μπορούν να το παραγνωρίζουν αυτό επ’ άπειρον) ώστε να είναι δυνατόν να θεωρούμαι υπαίτιος αυτού του πολέμου. Ούτε επιθύμησα μετά από τον ατυχή Α! Π.Π. την κήρυξη ενός δεύτερου πολέμου εναντίον της Αγγλίας και της Αμερικής. Θα περάσουν αιώνες, αλλά από τα ερείπια των πόλεων και των μνημείων μας θα αναδίδεται αιωνίως το μίσος εναντίον του υπεύθυνου λαού, στον οποίο οφείλουμε όλα αυτά: τον διεθνή Ιουδαϊσμό και τους υποστηρικτές του».
Την 1η Σεπτεμβρίου 1939 ο Αδόλφος Χίτλερ δήλωνε υπό τις επευφημίες των βουλευτών του στο βήμα του Ράιχσταγκ: «Από σήμερα δεν είμαι παρά ο πρώτος στρατιώτης του Γερμανικού Ράιχ. Φορώ για άλλη μια φορά τη στολή αυτή, που για εμένα είναι η πιο ιερή και η πιο ακριβή. Θα τη βγάλω όταν νικήσουμε ή θα πεθάνω με αυτήν». Πεντέμισι χρόνια αργότερα θα άφηνε την τελευταία του πνοή μέσα στο μισογκρεμισμένο καταφύγιο του με την ίδια στολή, όπως προφητικά είχε προβλέψει. Με τον θάνατό του θα έπεφτε η σημαία της Εθνικοσοσιαλιστικής Επανάστασης (!).
Ένας Άγγλος ιστορικός είχε πει για αυτόν τον λόγο πριν ξεσπάσει η καταιγίδα του Β! Π.Π. :
«Ο Αδόλφος Χίτλερ προσέφερε στον λαό του αυτό το κάτι για το οποίο ζούσε και πέθαινε αδερφωμένα πέραν του ατομικού συμφέροντος. Κι αυτό ακριβώς είναι το επικίνδυνο…».

Τρίτη 26 Απριλίου 2016

Η ΠΤΩΣΗ
1945
   ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
ΤΕΛΟΣ – ΑΥΤΟΚΤΟΝΙΑ
Η 29η Απριλίου ξημέρωσε, μουντή, συννεφιασμένη και κρύα. Όπως κρύες και μαύρες ήταν οι καρδιές των Βερολινέζων.
Στις 9 το πρωί, στο καταφύγιο,  ζήτησε ο Μόνκε τον Γκούνσε στα τηλέφωνο. Φαινόταν αναστατωμένος και είχε τους λόγους του. Οι Σοβιετικοί ήταν στο Halleschen και στις αρχές της Wilhelmstrasse διεξάγονταν σκληρές μάχες. Ο Γκούνσε με τη σειρά του ενημέρωσε για τις εξελίξεις τον Χίτλερ και ο τελευταίος έριξε μια γρήγορη ματιά στον χάρτη. Η Καγκελαρία δεν απείχε πλέον παρά 1200 – 1300 μέτρα. Το μεγαλύτερο τμήμα του απέραντου και δασωμένου Tiergarden βρίσκονταν τώρα σε Σοβιετικά χέρια.
Κατά το μεσημέρι εμφανίστηκε στο καταφύγιο ο καθηγητής Βέρνερ Χάαζε από ένα πρόχειρο νοσοκομείο. Ο Χίτλερ διέταξε τον Χάαζε να δοκιμάσει μια κάψουλα με δηλητήριο στην αγαπημένη του σκυλίτσα Μπλόντυ. Άνοιξαν με το ζόρι τα σαγόνια του σκύλου κι έσπασαν μέσα τους μια αμπούλα με λαβίδα. Το σκυλί γρύλισε για λίγο και ύστερα σωριάστηκε άψυχο στο διάδρομο. Ο Χίτλερ έκανε ένα μορφασμό επιδοκιμασίας και μοίρασε αμπούλες στους ανθρώπους του Επιτελείου του, ζητώντας συγγνώμη που δεν μπορούσε να τους προσφέρει καλύτερο αποχαιρετιστήριο δώρο.
Λίγο μετά, αφού βεβαιώθηκε για τον θάνατο της Μπλόντυ, ο Χίτλερ, κλείστηκε στο θάλαμο εργασίας του. Στο τηλεφωνικό κέντρο εκείνη την ώρα βρισκόταν ο Μόνκε και ο Ταγματάρχης Γκούνσε. Κάθονταν αμίλητοι, έπιναν καφέ και κονιάκ έχοντας μπροστά τους την τελευταία στρατιωτική αναφορά. Οι Σοβιετικοί είχαν φτάσει στο Tiergarden και δεν απείχαν παρά 800 τώρα μέτρα από την Καγκελαρία. Παντού αναγγέλονταν μάχες σώμα με σώμα. Κάποια στιγμή στην πόρτα του τηλεφωνικού κέντρου εμφανίστηκε μια λεπτή φιγούρα. Ήταν ο δρ. Γκαίμπελς. Πλησίασε κουτσαίνοντας τους δυό άντρες και πρόσφερε τσιγάρα. Ύστερα τους κοίταξε στα μάτια και τους ρώτησε με σιγανή, σχεδόν σβηστή  φωνή: «Λοιπόν, τι νομίζετε αγαπητοί μου; θα μπορούσα να κοιμηθώ για λίγο αυτή την νύχτα; Ή θα φτάσουν κιόλας οι Ρώσοι;».
Κανένας δεν είχε όρεξη να πει τίποτα. Λίγα μέτρα παραπέρα ο Χίτλερ απόλαυσε την τελευταία αγαπημένη του συνήθεια, το βραδινό τσάι. Μαζί του βρισκόταν η Εύα Μπράουν, η Κρίστιαν Σρέντερ, ο Τράουντλ Γιούγκε και η δεσποινίς Μαντσιάλι. Κατά τις 5 το πρωί ο Χίτλερ έμεινε μόνος του. Ήταν οι τελευταίες στιγμές του και στο μυαλό του είχε τις προετοιμασίες για την επικείμενη τελετή. Ο Γκούνσε αφηγήθηκε αργότερα τα γεγονότα εκείνης της ημέρας:
«Όταν μπήκα (σ. σ. στο κατώτερο καταφύγιο) και κατευθύνθηκα προς τη γνωστή τουαλέτα, τη βρήκα κατειλημμένη από τον καθηγητή Χάαζε και τον λοχία Τόρνοβ, τον κτηνίατρο και εκπαιδευτή των σκύλων του Χίτλερ. Ο Χάαζε κρατούσε στα  χέρια του μια αμπούλα ή ένα φιαλίδιο κι ένα ζευγάρι λαβίδες. Είχα ακούσει νωρίτερα εκείνο το βράδυ τον Χίτλερ να λέει πως ήθελε να δοκιμάσει το δηλητήριο, επειδή του το είχε δώσει ο Χίμλερ «και κανείς δεν μπορούσε πι να είναι σίγουρος για τον Χίμλερ». Η Μπλόντυ το σκυλί του Χίτλερ, δηλητηριάστηκε στην τουαλέτα. Το είδα να συμβαίνει. Ο Τόρνοβ την ανάγκασε να ανοίξει το στόμα της και ο Χάαζε έχωσε το χέρι του μέσα, σπάζοντας την αμπούλα με τις λαβίδες. Το δηλητήριο κυανιδίου έδρασε σχεδόν ακαριαία. Λίγο αργότερα, εμφανίστηκε ο Χίτλερ και πήγε στην τουαλέτα για να βεβαιωθεί πως η Μπλόντυ ήταν νεκρή. Δεν είπε λέξη και δεν εκδήλωσε κανένα συναίσθημα. Αμέσως μετά εξαφανίστηκε στα γραφείο του…»

Παλιές ευτυχισμένες μέρες του ζεύγους Χίτλερ

Ο λοχίας Τόρνοβ είχε πιεί αρκετά πριν σκοτώσει την Μπλόντυ και τα υπόλοιπα σκυλιά που ζούσαν στα καταφύγιο. Με το πιστόλι του πυροβόλησε τα τέσσερα κουταβάκια της Μπλόντυ που είχαν γεννηθεί λίγες εβδομάδες πριν και επιπλέον τα σκυλιά της Γκέρντας Κρίστιαν, της Εύας και το δικό του.
Η νύχτα, αν αφαιρέσει κάποιος τους κρότους από τους πυροβολισμούς τους δρόμους και τις οβίδες που έπεφταν κοντά στο καταφύγιο, πέρασε πολύ πιο ήρεμοι για τους κατοίκους του καταφυγίου. Οι πολλές διαταγές είχαν σχεδόν πάψει, η κίνηση είχε περιοριστεί στη μικρή τραπεζαρία (όπου όλοι οι υπαξιωματικοί και στρατιώτες είχαν σχεδόν αδειάσει τα αποθέματα κρασιού) και το τηλέφωνο χτυπούσε σποραδικά.
Καθώς ξημέρωνε η 30η Απριλίου, οι φρουροί του Φύρερμπούνκερ διατάχθηκαν να πάρουν συσσίτιο για όλη μέρα, αφού δεν θα τους επιτρεπόταν ξανά να περάσουν τον διάδρομο του καταφυγίου. Πριν από το μεσημεριανό γεύμα, ο Χίτλερ κάλεσε τον Γκούνσε και του εξήγησε προσεκτικά τι ακριβώς έπρεπε να κάνει με το πτώμα της Εύας Μπράουν και το δικό του. Ο Κέμπκα, ο οδηγός του Χίτλερ, είχε ήδη ειδοποιηθεί από την προηγούμενη μέρα να στείλει μερικά μεταλλικά δοχεία με βενζίνη από το γκαράζ της νέας Καγκελαρίας. Στη συνέχεια ο Χίτλερ γευμάτισε με τις δυο γραμματείς του, καθώς και με την διαιτολόγο του, Κονστάντς Μαντσιάλι. Παρόλο που ο Χίτλερ φαινόταν απόλυτα ήρεμος, οι κουβέντες στο τραπέζι ήταν λιγοστές.
Ύστερα η Εύα παρακάλεσε τον Χίτλερ να αποχαιρετίσουν για τελευταία φορά όλες τις γυναίκες που βρίσκονταν στα Καταφύγια της Καγκελαρίας. Απρόθυμα και με μάτια θαμπά ο Χίτλερ τις συγκέντρωσε σε έναν από τους διαδρόμους και τις χαιρέτισε λέγοντας χαμηλόφωνα λίγες λέξεις και ευχές στην καθεμία. Μια από τις νοσοκόμες άρχισε να κλαίει υστερικά και είπε στον Χίτλερ ότι θα τους οδηγούσε στο τέλος στη Νίκη, αλλά αυτός την διέκοψε απότομα λέγοντας: «Πρέπει αγαπητή μου ο καθένας να αποδέχεται τη μοίρα του σαν άντρας». Το πρωί της 20ης Απριλίου είχε αποφασίσει να πεθάνει λίγο μετά τις τρείς το μεσημέρι. Αφού πλήθυκε για τελευταία φορά, φόρεσε το πουκάμισό του σε πράσινο της ελιάς, το παντελόνι και τα μαύρα του παπούτσια. Όταν τελείωσε ο αποχαιρετισμός, ο Χίτλερ και η Εύα αποσύρθηκαν στα ιδιαίτερά τους.
Ο Γκούνσε παρέμεινε φρουρός μπροστά στον θάλαμο του Χίτλερ. Όπως είπε αργότερα, ήταν τα δέκα πιο βασανιστικά λεπτά της ζωής του, όταν ξαφνικά εμφανίστηκε σαν μαινόμενη Βαλκυρία η Μάγδα Γκαίμπελς. Με υψωμένες τις γροθιές και δάκρυα στα μάτια χτύπησε με δύναμη την πόρτα του θαλάμου. Αμήχανος ο Γκούνσε κατέβασε τα χέρια της και είπε στον Χίτλερ ότι η κυρία Γκαίμπελς επιθυμούσε να τον δει. Όταν λίγο μετά ο Χίτλερ άνοιξε την πόρτα, η Μάγδα έπεσε κλαίγοντας στα πόδια του. Για μερικά δευτερόλεπτα ο Χίτλερ την κοίταξε θλιμμένα, χάιδεψε τα ξανθά της μαλλιά και ύστερα σύρθηκε στον καναπέ του θαλάμου του. Η Μάγδα έμεινε πάλι μόνη, κλαίγοντας υστερικά και σφίγγοντας τα ιδρωμένα της χέρια.

Εύα Μπράουν

Οι πρωταγωνιστές του τελευταίου δράματος έμειναν πάλι μόνοι. Ο Χίτλερ διέθετε δυο περίστροφα. Το μεγαλύτερο και το πιο ισχυρό ήταν ένα Walther διαμετρήματος 7,65, που είχε στο αμπέχονο του. Ένα μικρότερο πιστόλι, το Walther 6,35 ήταν κρυμμένο σε μια δερμάτινη θήκη που ήταν ραμμένη στο εσωτερικό των παντελονιών του, κοντά στη δεξιά τσέπη. Πιθανόν να ήταν μια απλή προφύλαξη σε περίπτωση που μπλόκαρε το βαρύτερο όπλο με το οποίο ήταν λιγότερο εξοικειωμένος. Κατόπιν κάθισε στην άκρη του στενού καναπέ, έβγαλε από το αμπέχονο του δυό φιαλίδια με δηλητήριο, ακούμπησε το ένα στο τραπέζι ανάμεσα στο πιστόλι και το βάζο και κατάπιε το άλλο.
Η Εύα Μπράουν κάθισε στην άλλη άκρη του καναπέ. Η απόσταση που χώριζε το ζευγάρι ήταν μόλις μισό μέτρο. Η Εύα είχε αφήσει στο πάτωμα τα καστόρινα σκαρπίνια της και είχε μαζέψει τα πόδια της κάτω από το νεανικό της κορμί. Είχε δυό παρόμοιες κάψουλες. Ακούμπησε την μια στο ίδιο μικρό στρογγυλό τραπεζάκι ενώ δίπλα της τοποθέτησε το δικό της όπλο. Με αργές κινήσεις άφησε δίπλα του το μεταξωτό φουλάρι και έβαλε την δεύτερη κάψουλα στο στόμα της. Η Εύα θυμόταν τα τελευταία λόγια του καθηγητά Χάαζε: «Δάγκωσε απλά βιαστικά την κάψουλά σου, τη στιγμή που θα ακούσεις τον πυροβολισμό». Πιθανόν η Εύα να μην ακολούθησε τις οδηγίες του γιατρού για να μην κλονιστεί η αποφασιστικότητά της όταν θα έβλεπε τον σύντροφο της νεκρό.
Γύρω στις 3,30 μ.μ. άρχισε η μακάβρια τελετή. Παίρνοντας το μαύρο του όπλο ο Χίτλερ, το ακούμπησε στον δεξί του κρόταφο που είχε πια γκριζάρει. Κατόπιν, ψύχραιμα, πίεσε την σκανδάλη και ταυτόχρονα δάγκωσε την κάψουλα του. Καθώς ο Χίτλερ βρισκόταν σε κακή φυσική κατάσταση, η πράξη αυτή απαιτούσε ξεκάθαρα μια ύστατη και απόλυτη συγκέντρωση δύναμης και θέλησης. Ο Χίτλερ το έπραξε. Άλλωστε ποτέ δεν υπήρξε δειλός.

Σοβιετικοί αξιωματικοί πάνω από τα πτώματα της οικογένειας Γκαίμπελς

Το πιστόλι που κάπνιζε ακόμα, γλίστρησε από το δεξί του χέρι και έπεσε στο χαλί, δίπλα στα πόδια του. Μια απόκοσμη μυρωδιά από πικραμύγδαλο απλώθηκε στο μικρό δωμάτιο και τύλιξε τον πιο διάσημο άντρα του Β! Π.Π. Ο Χίτλερ ήταν πια νεκρός. Αφού πέρασαν μερικά λεπτά, ο Λίνγκε άνοιξε την πόρτα. Οι δυνατές αναθυμιάσεις έκαναν τα μάτια του να τσούξουν. Ο Λίνγκε δεν είχε την δύναμη να συνεχίσει μόνος του. Στράφηκε στον Μπόρμαν και η μικρή ομάδα των τελευταίων πιστών εισέβαλλαν στο θάλαμο του Χίτλερ. Η εικόνα που αντίκρισαν ήταν φρικτή. Η Εύα Μπράουν βρισκόταν στην άκρη του γαλανόλευκου καναπέ και φαινόταν να κοιμάται. Το σώμα του Χίτλερ είχε γείρει αν κι εξακολουθούσε να βρίσκεται πάνω στον καναπέ. Από τον δεξί του κρόταφο κυλούσε ένα ρυάκι πηχτού αίματος που έπεφτε στο χαλί. Ένα μικρό λευκό βάζο Δρέσδης, στο οποίο μόλις εκείνο το πρωινό είχαν τοποθετήσει τουλίπες θερμοκηπίου και λευκούς νάρκισσους, είχε αναποδογυρίσει σκορπώντας το νερό του βρέχοντας το γαλάζιο φόρεμα της Εύας. Για ένα – δυό λεπτά κανένας τους δεν είχε το κουράγιο να πράξει οτιδήποτε, μέχρι τη στιγμή που ο γιγαντόσωμος Γκούνσε συνήλθε και είπε στον Λίνγκε να μεταφέρει στην άκρη τις δυό καρέκλες και το τραπέζι, με σκοπό να απλώσουν δυο μάλλινες στρατιωτικές κουβέρτες στο πάτωμα. Πίσω του ο Άξμαν και ο Γκαίμπελς παρακολουθούσαν αμίλητοι. Κατόπιν ο Λίνγκε έφυγε από το δωμάτιο για να καλέσει δυό άντρες των SS που περίμεναν στο δωμάτιο των φυλάκων. Ήταν οι υπαξιωματικοί Λίντολφ και Ράισερ.
Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο γιατρός, συνταγματάρχης Στούμπφεγκερ. Ψύχραιμα εξέτασε τα δυό πτώματα και αποφάνθηκε πως ο Αδόλφος Χίτλερ και η Εύα Χίτλερ - Μπράουν ήταν νεκροί. Ύστερα οι δυό άντρες των SS σκέπασαν τη σωρό του Χίτλερ με μια κουβέρτα για να προφυλάξουν το αιματοβαμμένο κρανίο του από τα βλέμματα των θεατών. Η σωρός του ζύγιζε γύρα στα 80 κιλά και το μόνο που φαινόταν ήταν το μαύρο σιδερωμένο παντελόνι της απλής στολής του. Στη συνέχεια τον μετέφεραν μαζί με τον Λίνγκε από τα στενά σκαλιά της εξόδου κινδύνου προς τον κήπο της Καγκελαρίας.
Τη μεταφορά του μικρότερου και αρκετά ελαφρύτερου σώματος της Εύας Μπράουν ανέλαβε ο Μάρτιν Μπόρμαν. «Έμοιαζε γαλήνια στον θάνατο», είπε ο Λίνγκε. Καθώς άρχισαν να ανεβαίνουν τα σκαλιά, έφτασε ξαφνικά ο Κέμπκα για να ενημερώσει τον Γκούνσε ότι τα μπιτόνια με την βενζίνη είχαν βρεθεί. Οι δυό τους στη συνέχεια πήραν τη σωρό της Εύας και τον Μπόρμαν και την παρέδωσαν στους άντρες των SS. Ήταν λίγο πριν τις 4μ.μ. και η μικρή ομάδα ετοιμάστηκε για την τελευταία τελετή. Το πτώμα της Εύας τοποθετήθηκε πλάι στον Χίτλερ, όχι πολύ μακριά από την έξοδο του Καταφυγίου.

Ο περιβόητος γαλανόλευκος καναπές

Τα χείλη της είχαν σουρώσει από το δηλητήριο. Τα δυό σώματα περιλούσθηκαν με βενζίνη από τα μεταλλικά δοχεία. Ο Γκαίμπελς, ο Μπόρμαν και οι παρόντες στρατηγοί κοίταξαν περίλυποι την ώρα που ένας αναμμένος δαυλός από στουπί μετάδωσε τη φωτιά. Ένας στιγμιαίος Σοβιετικός βομβαρδισμός ανάγκασε τους παρευρισκόμενους να αναζητήσουν προστασία κάτω από το τσιμεντένιο υπόστεγο της εξόδου του «Μπούνκερ». Σύντομα όμως ξαναγύρισαν και χαιρέτισαν Χιτλερικά τον νεκρό αρχηγό τους. Ο Γκούνσε πέταξε ακόμα ένα στουπί πάνω στα πτώματα και στάθηκε προσοχή. Ο Χιτλερικός χαιρετισμός ανταποδόθηκε από την άλλη πλευρά του ταφικού ορύγματος από τον Συνταγματάρχη των SS Σέντλε, τον διοικητή της προσωπικής φρουράς του «Φύρερ» και δυό αξιωματικούς των SS. Η τελετή διεκπεραιώθηκε με αυστηρό και τυπικό τρόπο χωρίς επικήδειους και Ναζιστικά λάβαρα. Παρόλο που τα ένστολα μέλη του προσωπικού στο Καταφύγιο είχαν λάβει οδηγία να παραμείνουν στις θέσεις τους ή στα καταλύματα τους, υπήρξαν τρεις παρείσακτοι που κατάφεραν συμπτωματικά να παρακολουθήσουν το μεγαλύτερο μέρος του μακάβριου θεάματος στον κήπο της Καγκελαρίας.
Ο πρώτος ήταν ο λοχίας της RSD του Ρατενχούμπερ, Έριχ Μάνσφελντ. Ο Μάνσφελντ βρισκόταν σ’ ένα τσιμεντένιο παρατηρητήριο στην άκρη του κήπου. Βλέποντας μέσα από μια πολεμίστρα μια μεγάλη στήλη μαύρου καπνού και την κουστωδία των Ναζί αξιωματούχων, παράκουσε τις διαταγές κι έτρεξε προς τα κει. Την ώρα που ο Μάνσφελντ πλησίασε την πομπή, ο Γκούνσε με το όπλο στο χέρι, του είπε να επιστρέψει τρέχοντας στο πόστο του. ωστόσο, μια περίπου ώρα αργότερα, ο Μάνσφελντ επισκέφθηκε ξανά τα πτώματα. Καίγονταν ακόμη, αλλά η φλόγα είχε μειωθεί.
Ένας δεύτερος μάρτυρας της μακάβριας τελετής ήταν ο λοχίας Χίλκο Πόπεν που έκανε περιπολία κοντά στην παλιά Αίθουσα Μωσαικών της Νέας Καγκελαρίας του Ράιχ, γύρω στα 100 – 150 μέτρα μακριά από το Καταφύγιο. Παρακολούθησε την πομπή με τα κιάλια του και μπόρεσε να διακρίνει το πρόσωπο της Εύας Μπράουν. Είδε επίσης τρεις άντρες των SS να αφήνουν προσεκτικά τις σωρούς σε ένα ρηχό όρυγμα κοντά στην έξοδο του Καταφυγίου.
Ο λοχίας Χέρμαν Καρνάου ήταν ο τρίτος άντρας που παρακολούθησε την κηδεία. Ο Καρνάου, όπως και οι υπόλοιποι φύλακες που δεν είχαν υπηρεσία, είχε λάβει διαταγές από έναν αξιωματικό των SS ν’ απομακρυνθεί από το Καταφύγιο. Παράκουσε όμως τις διαταγές και πλησίασε στον κήπο διασχίζοντας την σήραγγα από την Καγκελαρία. Την ώρα που πλησίαζε τον τσιμεντένιο πύργο που ήταν το πόστο του Μάνσφελντ, είδε έκπληκτος ένα ξαφνικό ξέσπασμα φωτιάς και μαύρου καπνού. Τότε παρατήρησε κρυμμένος πίσω από τον πύργο, τα φλεγόμενα πτώματα. Το θέαμα ήταν «άκρως αποκρουστικό» καθώς το κεφάλι του Χίτλερ ήταν γεμάτο αίματα. Όταν οι υπόλοιποι μάρτυρες επέστρεψαν κάτω στο Καταφύγιο, ακολούθησε και ο Καρνάου από την έξοδο κινδύνου.
Η 30η Απριλίου σημάδεψε την ζωή της Τράουντλ Γιούνγκε για πάντα. Γράφει στις αναμνήσεις της: «Κάθομαι σε ένα μικρό πάγκο μπροστά στο στρογγυλό τραπέζι στο κεφαλόσκαλο. Βλέπω ένα μπουκάλι Σταινχέγκερ και δίπλα του υπάρχει ένα άδειο ποτήρι. Βάζω λίγο και πίνω από αυτό το δυνατό αλκοόλ. Το ρολόι μου δείχνει ότι είναι λίγο μετά τις τρεις το μεσημέρι. Τώρα έγινε λοιπόν!
Δεν ξέρω πόση ώρα κάθομαι εδώ. Οι άντρες τρέχουν δίπλα μου και δεν το παρατήρησα. Τότε εμφανίζεται η μεγαλόσωμη φιγούρα του Γκούνσε να ανεβαίνει τη σκάλα. Μυρίζει βενζίνη. Το πρόσωπο του έχει ένα χρώμα σταχτί, τα χαρακτηριστικά του έχουν χάσει κάθε ίχνος νεανικότητας. Κάθεται δίπλα μου με όλο το βάρος του, αρπάζει το μπουκάλι με το μεγάλο του βαρύ χέρι που τρέμει. «Εκτελέστηκε και η τελευταία διαταγή του Φύρερ … το πτώμα του κάηκε¨, λέει σιγανά. Δεν απαντώ, δεν λέω τίποτα. Κάτω στην άκρη του διαδρόμου, η πόρτα του Χίτλερ είναι ανοιχτή. Αυτοί που μετέφεραν τα πτώματα δεν μπόρεσαν να την κλείσουν. Πάνω στο τραπέζι υπάρχει το μικρό ρεβόλβερ της Εύας, δίπλα ένα ροζ μαντίλι από τούλι και πάνω στο πάτωμα, δίπλα στην καρέκλα της κ. Χίτλερ, βλέπω να γυαλίζει το χάλκινο περίβλημα της αμπούλας με το δηλητήριο. Μοιάζει με άδειο κραγιόν. Πάνω στην επένδυση του καναπέ, που είναι άσπρος και γαλανός, βλέπω το αίμα : το αίμα του Χίτλερ».
Σοβιετικός στρατιώτης στο ιδιαίτερο γραφείο του Χίτλερ στο "κάτω" καταφύγιο
Ο θαλαμηπόλος του Χίτλερ, Χάιντς Λίνγκε αφηγείται τα σχετικά: «Ήξερα τι έπρεπε να γίνει. Είχα τις διαταγές του Φύρερ που έπρεπε να εκτελεστούν, είτε ήταν ζωντανός, είτε νεκρός. Μου είχε εμπιστοσύνη. Κι εδώ, στο Βερολίνο, ο χρόνος κυλούσε πολύ γρήγορα για όλους μας. Έτσι πίεσα τον εαυτό μου να μπω ήρεμος στο δωμάτιο. Εκεί, σχεδόν όρθιο, σε καθιστή θέση πάνω σε ένα καναπέ, ήταν το πτώμα του Αδόλφου Χίτλερ. Μια μικρή τρύπα, στο μέγεθος ενός Γερμανικού ασημένιου μάρκου, φαινόταν στο δεξιό κρόταφο του και στο μάγουλό του έσταζε αίμα. Φορούσε μια στολή που την είχα ετοιμάσει προσεκτικά πριν από λίγες ώρες. Δεν ήταν καθόλου τσαλακωμένη.
Ένα περίστροφο, ένα Βάλτερ 7,65, ήταν στο πάτωμα όπου είχε πέσει από το δεξί χέρι του Χίτλερ. Ένα μέτρο πιο πέρα ήταν ένα άλλο όπλο διαμετρήματος 6,35. Ο Φύρερ εννοούσε να μην κάνει λάθος. Ο θάνατος έπρεπε να είναι ακαριαίος.
Το πτώμα της Εύας Μπράουν, της μόνης γυναίκας που έπαιξε ρόλο στη ζωή του Χίτλερ κατά τα χρόνια που τον ήξερα, ήταν δίπλα του. Πιστεύω ότι η Εύα Μπράουν είχε πεθάνει λίγα λεπτά πριν από τον Φύρερ. Κανένα σημάδι δεν φαινόταν στο πρόσωπό της. Ήταν σαν να είχε αποκοιμηθεί. Είχε καταπιεί ένα χάπι με δηλητήριο, ένα από τα δώδεκα που είχε προμηθευτεί ο Χίτλερ από ένα στρατιωτικό γιατρό για τέτοια ακριβώς περίσταση. Προοριζόταν για τις γυναίκες του προσωπικού του περιβάλλοντος και για την γυναίκα του Γκαίμπελς, κυρίως όμως για την Εύα Μπράουν.
Νωρίτερα εκείνη την ημέρα ο κύριος μου είχε διατάξει να σκοτώσουν τον Αλσατό σκύλο του. Το όνομά του ήταν Μπλόντυ και ο καθηγητής Χάαζε, πρώην προσωπικός γιατρός του Χίτλερ, είχε κληθεί στο Καταφύγιο για να δώσει το δηλητήριο στο ζώο. (Σ.Σ. Εδώ ο Λίνγκε κάνει λάθος· η Μπλόντυ δηλητηριάστηκε το προηγούμενο βράδυ)
Ο λοχίας Ρόχους Μις θυμάται την 30ην Απριλίου: «Η ματιά μου έπεσε πρώτα πάνω στην Εύα. Καθόταν με διπλωμένα τα πόδια στον καναπέ. Το κεφάλι της ήταν γερμένο στον ώμο του Χίτλερ. Κάτω από τον καναπέ βρίσκονταν τα παπούτσια της. Δίπλα της ήταν ο νεκρός Χίτλερ. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά με το βλέμμα στο κενό».
Ο Χάιντς Λίνγκε αμέσως μετά την επιστροφή του (1955) από την αιχμαλωσία εξομολογήθηκε: «Τον Απρίλιο του 1946 με πήγαν σιδηροδρομικώς στο Βερολίνο και με έκλεισαν στις Ρωσικές φυλακές της Μαγκνταλένενστράσε. Εκεί είδα τον Γκούνσε, τον υπασπιστή του Χίτλερ και τον Μπάουρ, τον πιλότο του. Έπειτα από εξονυχιστική ανάκριση με οδήγησαν μόνο μου στο υπόγειο καταφύγιο όπου πέθανε ο Χίτλερ.
Μπροστά σε καμιά δωδεκαριά ανώτερους Ρώσους αξιωματικούς είπα και έδειξα ότι ήξερα για τα τελευταία λεπτά της ζωής του Χίτλερ. Νομίζω ότι ένας από τους Ρώσους αξιωματικούς ήταν ο Στρατάρχης Σοκολόφσκυ. Ισχυροί προβολείς είχαν τοποθετηθεί στα διαμερίσματα του Χίτλερ, ώστε όλα να μπορούν να διακρίνονται καθαρά.
Το χαλί δεν υπήρχε και τα περισσότερα έπιπλα ήταν σπασμένα. Ο καναπές, όμως, που είχε καθίσει ο Χίτλερ για να αυτοκτονήσει, ήταν ακόμα εκεί. Ήταν κατεστραμμένος και σχισμένος, έμεινε όμως αρκετό από το σκέπασμα του ώστε να μπορέσω να δείξω τα ίχνη αίματος. Έδειξα επίσης ίχνη αίματος στο πάτωμα.
Αναγκάστηκα να καθίσω για να δείξω πως βρήκα τον Χίτλερ μετά την αυτοκτονία του και πως καθόταν η Εύα Μπράουν αφού δηλητηριάστηκε. Μου έκαναν αλλεπάλληλες ερωτήσεις που όλες αποσκοπούσαν φανερά να ανακαλυφθεί αν έλεγα ψέματα. Μα δεν μπόρεσαν να με μπερδέψουν ούτε μια φορά, γιατί τους έλεγα μόνο την αλήθεια και νομίζω ότι με πίστεψαν. Κατόπιν με έβγαλαν έξω από το υπόγειο καταφύγιο για να τους δείξω που ήταν ακριβώς το σημείο όπου είχα χύσει βενζίνη στα πτώματα του Χίτλερ και της Εύας Μπράουν και τα έκαψα. Μόνο κατά προσέγγιση μπόρεσα να τους πω ποια ήταν η περιοχή όπου νόμιζα ότι είχε σκαφτεί τάφος για τα δυό πτώματα».
Σχετικά με την αποτέφρωση της σορού του Χίτλερ και της συντρόφου του, ο Λίνγκε συνεχίζει:
«Τύλιξα τα δυό πτώματα στις χοντρές κουβέρτες, πολύ προσεκτικά, ώστε κανένας να μη μπορεί να δει το πρόσωπο του Χίτλερ. Δυο Ες Ες με βοήθησαν να μεταφέρω το πτώμα του Χίτλερ σ’ ένα ανοικτό χώρο. Την Εύα Μπράουν τη μετάφερε έξω ο ταγματάρχης Γκούνσε, προσκολλημένος στο προσωπικό επιτελείο του Χίτλερ. Θυμάμαι ακόμη καλά ότι η Εύα Μπράουν φορούσε ένα σκούρο μπλε φόρεμα με κουκκίδες, ανοιχτά καφέ Ιταλικά παπούτσια και νάιλον κάλτσες. Στο χέρι της ήταν το μόνο κόσμημα που φορούσε τακτικά, ένα πλατινένιο ρολόι στολισμένο με διαμάντια. Ήταν δώρο του Χίτλερ πριν από πολλά χρόνια και το αγαπούσε.


Έφεραν ύστερα την βενζίνη. Έχυσα αρκετά δοχεία πάνω στα πτώματα με την βοήθεια του Γκούνσε και άλλων αξιωματικών. Σε λίγο, στο βουητό των κανονιών προστέθηκε ο ξηρός κρότος των πολυβόλων. Ήξερα ότι δεν είχα καιρό για χάσιμο. Δυσκολεύτηκα να ανάψω σπίρτα γιατί φυσούσαν ρεύματα από τα καιγόμενα γύρω κτίρια και τα σπίρτα έσβηναν. Γύρισα στην είσοδο του Καταφυγίου και έκανα ένα δαυλό με εφημερίδες. Μόλις τον πλησίασα στις βρεγμένες με βενζίνη κουβέρτες, άναψε μια τεράστια φλόγα. Έκαιγε με πυρακτωμένη λάμψη, ήταν μια εκτυφλωτική επικήδεια πυρά. Αλλά, έσβησε τόσο γρήγορα, όσο άναψε. Θυμήθηκα την επιθυμία του Χίτλερ να μείνει τίποτε άλλο παρά μόνο στάχτη. Ακόμη και την φοβερή εκείνη στιγμή αναρωτιόμουν, καθώς πάλευα με το δύσκολο πρόβλημα μου, γιατί δεν είχε σκεφτεί να χρησιμοποιήσει βραδυφλεγή παραφίνη, που θα ήταν το καλύτερο μέσο καταστροφής. Μαζί με τα άλλα μέλη του μικρού ομίλου που παρακολουθούσε, άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι δεν θα μπορούσαμε ποτέ να μεταβάλουμε σε στάχτη τα πτώματα. Η στολή του Χίτλερ είχε καταστραφεί όπως και το απλό φόρεμα της Εύας Μπράουν. Ο Φύρερ, όπως και η γυναίκα του, ήταν ακόμη δυνατόν να αναγνωριστούν».
Ότι απέμεινε από τις δυο σορούς βρέθηκε και μεταφέρθηκε αρχικά από τους Σοβιετικούς στην έδρα της Γερμανικής Αντικατασκοπίας στο Βερολίνο – Μπουχ. Στη συνέχεια, μέσα σε ξύλινα κιβώτια μεταφέρθηκαν στο Φίνοβ και τελικά στο Μαγδεμβούργο. Πολύ αργότερα, τον Μάρτιο του 1970, το Πολιτικό Γραφείο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης, απεφάσισε να «εξαφανίσει» τα ανεπιθύμητα υπολείμματα. Τη νύχτα της 5ης Απριλίου 1970 τα οστά του Χίτλερ και της συντρόφου του αποτεφρώθηκαν ολοκληρωτικά εκτός από ένα μέρος του κρανίου του Χίτλερ. Οι στάχτες τους ρίχθηκαν με άκρα μυστικότητα στον ποταμό που διασχίζει την πόλη του Μαγδεμβούργου.

Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

1945
Η ΠΤΩΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Ο ΠΥΡΓΟΣ ΑΠΟ ΤΡΑΠΟΥΛΟΧΑΡΤΑ ΣΤΟ ΒΙΣΤΟΥΛΑ

Οι εκτιμήσεις του στρατηγού Gehlen για την Σοβιετική δύναμη δεν ήταν καθόλου υπερβολικές. Αν μη τι άλλο, ήταν αρκετά κατώτερες για τους τομείς που απειλούνταν περισσότερο. Ο Κόκκινος Στρατός αριθμούσε 60700,000 άνδρες σε ένα μέτωπο που εκτεινόταν από τη Βαλτική μέχρι την Αδριατική. Ο αριθμός αυτός ήταν υπερδιπλάσιος από αυτόν που είχε στην διάθεσή της η Βέρμαχτ και οι σύμμαχοί της όταν εισέβαλαν στη Σοβιετική Ένωση, τον Ιούνιο του 1941. Η πεποίθηση του Χίτλερ εκείνο το καλοκαίρι, ότι ο Κόκκινος Στρατός βρισκόταν στα πρόθυρα της κατάρρευσης, είχε αποδειχθεί ο πιο καταστροφικά λανθασμένος υπολογισμός στην Ιστορία.
«Είμαστε χαμένοι…», παραδεχόταν ένας Γερμανός λοχίας τον Ιανουάριο του 1945, «… αλλά θα πολεμήσουμε μέχρι τελικής πτώσης». Οι σκληραγωγημένοι από τις μάχες άντρες του Ανατολικού Μετώπου πίστευαν ότι θα πρέπει να μείνουν όλοι στις θέσεις τους μέχρις εσχάτων. Οποιαδήποτε άλλη λύση φαινόταν αδύνατη ύστερα απ’ όλα όσα είχαν προηγηθεί. Γνώριζαν πολύ καλά τι είχε γίνει στις κατεχόμενες από τους Γερμανούς περιοχές και ήξεραν ότι ο Κόκκινος Στρατός επρόκειτο να εκδικηθεί. Η αιχμαλωσία σήμαινε καταναγκαστική εργασία μέχρι θανάτου στα στρατόπεδα εργασίας στη Σιβηρία, όπου οι αιχμάλωτοι θα χρησιμοποιούνταν σαν «Stalinpferd», δηλαδή σαν «υποζύγιο του Στάλιν». «Δεν πολεμούσαμε πλέον για το Χίτλερ, τον Εθνικοσοσιαλισμό ή το Τρίτο Ράιχ», έγραψε ένας βετεράνος της μεραρχίας Grossdeutschland από την Αλσατία, «ούτε για τις αρραβωνιαστικιές, τις μητέρες ή τις οικογένειές μας που βρίσκονταν παγιδευμένες στις κατεστραμμένες από τις βόμβες πόλεις. Πολεμούσαμε από σκέτο φόβο… πολεμούσαμε για τους εαυτούς μας για να μη πεθάνουμε σε κάποια τρύπα γεμάτη με λάσπη και χιόνι, πολεμούσαμε σαν αρουραίοι».

Γερμανική φωλιά οπλοπολυβόλων στην όχθη του Βιστούλα

Κανείς δεν μπορούσε να λησμονήσει εύκολα τις καταστροφές της προηγούμενης χρονιάς και, κυρίως, την περικύκλωση και καταστροφή της Ομάδας Στρατιών του Κέντρου. Οι αξιωματικοί της εθνικοσοσιαλιστικής ηγεσίας, μιας Ναζιστικού τύπου απομίμησης των Σοβιετικών κομισάριων, επιχείρησαν να τονώσουν το ηθικό του μέσου Γερμανού στρατιώτη, του λεγόμενου Landser, με υποσχέσεις αλλά και με την απειλή εκτέλεσης για όποιον λιποτακτήσει ή οπισθοχωρήσει χωρίς να έχει λάβει διαταγές επί τούτου. «Δεν χρειάζεται να φοβάστε τη Ρωσική επίθεση…», τους έλεγαν. «Αν ο εχθρός αρχίσει να επιτίθεται, τα τεθωρακισμένα μας θα είναι εδώ σε τέσσερις ώρες». Οι πιο έμπειροι στρατιώτες, όμως, γνώριζαν πολύ καλά τι είχαν ν’ αντιμετωπίσουν.
Παρ’ όλο που οι αξιωματικοί του επιτελείου του Γκουντέριαν στο Τσόσεν είχαν σχηματίσει μια ακριβή ιδέα για την ημερομηνία της επίθεσης, η πληροφορία αυτή δεν φαινόταν να είχε γίνει γνωστή στη πρώτη γραμμή. Ο δεκανέας Alois K…, της 304ης Μεραρχίας Πεζικού, που συνελήφθη ξαφνικά από μια Σοβιετική περίπολο για «άγρα πληροφοριών», είπε στου αξιωματικούς της Υπηρεσίας Πληροφοριών του 1ου Ουκρανικού Μετώπου ότι οι Γερμανοί περίμεναν κατ’ αρχήν την επίθεση πριν τα Χριστούγεννα και πως, στη συνέχεια, τους είχαν πει ότι η επίθεση θα πραγματοποιούνταν στις 10 Ιανουαρίου, επειδή υποτίθεται ότι ήταν η ημερομηνία των γενεθλίων του Στάλιν.
Στις 9 Ιανουαρίου, μετά από μια ταχεία περιοδεία στα τρία κύρια ανατολικά μέτωπα – της Ουγγαρίας, του Βιστούλα και της Ανατολικής Πρωσίας – ο στρατηγός Γκουντέριαν, συνοδευόμενος από τον υπασπιστή του, ταγματάρχη βαρόνο Freytag von Loringhoven επισκέφτηκε για μια ακόμη φορά το Χίτλερ στο Ziegenberg. Του παρουσίασε τις τελευταίες εκτιμήσεις για τη δύναμη του εχθρού, βάσει της συλλογής πληροφοριών του Gehlen, καθώς και των πληροφοριών του Αρχηγού της Λουφτβάφε, Πτεράρχου Seidermann. Η από αέρος αναγνώριση εδάφους έδειχνε ότι στο μέτωπο του Βιστούλα και της Ανατολικής Πρωσίας είχαν συγκεντρωθεί 8,000 Σοβιετικά αεροπλάνα. Ο Γκαίρινγκ διέκοψε τον Αρχηγό του Γενικού Επιτελείου. «Φύρερ μου, μην τα πιστεύεται αυτά», είπε. «Αυτά δεν είναι πραγματικά αεροπλάνα. Είναι απλά δολώματα». Ο Κάιτελ σε μια δουλοπρεπή επίδειξη αποφασιστικότητας, χτύπησε τη γροθιά του στο τραπέζι. «Ο Στρατάρχης του Ράιχ έχει δίκιο», δήλωσε.

Γερμανοί στρατιώτες αιχμάλωτοι ταλαιπωρημένοι οδηγούνται στα μετόπισθεν για να συναντήσουν τη μοίρα τους στα στρατόπεδα εργασίας στη Σιβηρία

Η συνάντηση συνεχίστηκε σαν κακόγουστη φάρσα. Ο Χίτλερ επανέλαβε την άποψή του ότι οι υπολογισμοί της Υπηρεσίας Πληροφοριών ήταν «απολύτως ηλίθιοι» και πρόσθεσε ότι ο άνθρωπος που συνέλεξε τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να κλειστεί σε ψυχιατρικό άσυλο. Ο Γκουντέριαν ανταπάντησε θυμωμένα ότι εφόσον και ο ίδιος τα υποστήριζε απόλυτα, ήταν τρελός. Ο Χίτλερ αρνήθηκε ασυζητητί το αίτημα των Στρατηγών Harpe από το μέτωπο του Βιστούλα και Reinhardt  από την Ανατολική Πρωσία να αποσύρουν τα περισσότερο εκτεθειμένα στρατεύματά τους σε πλέον κατάλληλες αμυντικές θέσεις. Επέμεινε επίσης ότι οι 200,000 Γερμανοί στρατιώτες που είχαν παγιδευτεί στη χερσόνησο της Κουρλανδίας  (το δυτικό τμήμα της Λετονίας), θα έπρεπε να παραμείνουν στις θέσεις τους για να υπερασπιστούν τα σύνορα του Ράιχ και να μην εκκενώσουν την περιοχή διαφεύγοντας από τη θάλασσα. Ο Γκουντέριαν, αηδιασμένος από την «στρουθοκαμηλική στρατηγική» του επιτελείου του Φύρερ, ετοιμάστηκε να φύγει.
«Το Ανατολικό Μέτωπο», είπε ο Χίτλερ ξαφνικά, επιχειρώντας να τον καλοπιάσει, «δεν είχε ποτέ ως τώρα στη διάθεσή του μια τόσο δυνατή εφεδρεία. Κι αυτό είναι δικό σου έργο. Σ’ ευχαριστώ γι αυτό».
«Το Ανατολικό Μέτωπο…», απάντησε ο Γκουντέριαν, «… είναι σαν πύργος από τραπουλόχαρτα. Αν σπάσει σε κάποιο σημείο, όλο το υπόλοιπο θα καταρρεύσει». Η ειρωνεία είναι ότι ο Γκαίμπελς το 1941 είχε χρησιμοποιήσει την ίδια ακριβώς παρομοίωση για τον Κόκκινο Στρατό.
Ο Γκουντέριαν επέστρεψε στο Τσόσεν με «πολύ άσχημη διάθεση». Αναρωτήθηκε αν η έλλειψη φαντασίας του Χίτλερ και του Γιόντλ οφειλόταν στο γεγονός ότι και οι δυο προέρχονταν από περιοχές του Ράιχ – την Αυστρία και την Βαυαρία – που δεν απειλούνταν. Ο Γκουντέριαν ήταν Πρώσος. Η πατρίδα του ήταν στα πρόθυρα της καταστροφής και ίσως να χανόταν για πάντα. Ο Χίτλερ, προκειμένου ν’ ανταμείψει το μεγάλο αρχηγό των τεθωρακισμένων του για τις επιτυχίες του στις αρχές του πολέμου, του είχε προσφέρει το απαλλοτριωμένο κτήμα του Deipenhof στο Warthegau, στην περιοχή της Δυτικής Πολωνίας την οποία είχαν καταλάβει και ενσωματώσει στο Γ! Ράιχ οι Ναζί. Τώρα, όμως, η επικείμενη επίθεση κατά μήκος του Βιστούλα απειλούσε και αυτή του την ιδιοκτησία. Η σύζυγός του ήταν ακόμη εκεί και δε θα μπορούσε να φύγει παρά μόνο την τελευταία στιγμή, αφού οι επικεφαλής του Ναζιστικού Κόμματος στην περιοχή την παρακολουθούσαν στενά.

Νεκρός Γερμανός πυροβολητής μέσα στο κατεστραμμένο άρμα του κατά την "επέλαση" του Κόκκινου Στρατού στον ποταμό Βιστούλα

Μόλις είκοσι τέσσερις ώρες αργότερα, το επιτελείο του Γκουντέριαν στο Τσόσεν έλαβε την επιβεβαίωση ότι η επίθεση θα άρχιζε σε λίγες ώρες και όχι μέρες. Οι σκαπανείς του Κόκκινου Στρατού καθάριζαν τα ναρκοπέδια τη νύχτα και τα Σώματα Τεθωρακισμένων προωθούνταν προς τα προγεφυρώματα. Ο Χίτλερ διέταξε οι εφεδρείες των τεθωρακισμένων της περιοχής του Βιστούλα να προωθηθούν κι αυτές, παρά τις προειδοποιήσεις ότι κάτι τέτοιο θα τις έφερνε σε απόσταση βολής για τα όπλα του Σοβιετικού πυροβολικού. Κάποιοι ανώτεροι αξιωματικοί άρχισαν να αναρωτιούνται αν ο Χίτλερ επιθυμούσε υποσυνείδητα να χάσει τον πόλεμο.
Ο Κόκκινος Στρατός φρόντιζε να επιτίθεται κάτω από κακές καιρικές συνθήκες. Οι Γερμανοί βετεράνοι, εξοικειωμένοι με αυτή την τακτική συνήθιζαν να αποκαλούν τις συνθήκες αυτές «καιρό για Ρώσους». Τα Σοβιετικά στρατεύματα γνώριζαν πολύ καλά ότι είχαν ένα σαφές πλεονέκτημα στις χειμερινές εχθροπραξίες, στην παγωνιά ή στη λάσπη. Το συγκριτικά χαμηλό ποσοστό γάγγραινας και κρυοπαγημάτων του Ρωσικού Στρατού οφειλόταν στο γεγονός ότι χρησιμοποιούσαν σκληρούς, λινούς επιδέσμους αντί για κάλτσες. Οι μετεωρολογικές προβλέψεις είχαν προειδοποιήσει για έναν «παράξενο χειμώνα». Μετά το βαρύ κρύο του Ιανουαρίου προβλέπονταν «δυνατές βροχές και χιονόνερο». Ανακοινώθηκε η διαταγή: «Όλες οι δερμάτινες μπότες πρέπει να επιδιορθωθούν».
Παρ’ όλο που ο Κόκκινος Στρατός είχε βελτιωθεί σε πολλούς τομείς – τα βαριά του όπλα, ο επαγγελματισμός των σχεδιασμών του, το καμουφλάζ και ο έλεγχος των επιχειρήσεων είχαν συχνά αιφνιδιάσει τους Γερμανούς – κάποιες αδυναμίες εξακολουθούσαν να υπάρχουν. Η χειρότερη ανάμεσά τους ήταν η παντελής έλλειψη πειθαρχίας, η οποία έμοιαζε απίστευτη σε ένα τόσο απολυταρχικό καθεστώς. Μέρος του προβλήματος οφειλόταν στην περίεργη διχόνοια που βασίλευε μεταξύ των νεαρών αξιωματικών.
Πραγματικά, ήταν δύσκολη η ζωή των δεκαεφτάχρονων και δεκαοχτάχρονων ανθυπολοχαγών του πεζικού. «Εκείνη την εποχή…», έγραφε ο συγγραφέας και πολεμικός ανταποκριτής Konstantin Simonov, « …οι νέοι ενηλικιώνονταν μέσα σε ένα χρόνο, ένα μήνα ή ίσως και κατά την διάρκεια μιας μάχης». Φυσικά, πολλοί ήταν εκείνοι που δεν επιβίωσαν σε αυτή τη μια μάχη. Αποφασισμένοι να αποδείξουν ότι ήταν άξιοι να διοικούν τους βετεράνους που είχαν κάτω από τις διαταγές τους – μερικοί από τους οποίους ήταν τόσο μεγαλύτεροί τους που θα μπορούσαν να ήταν πατεράδες τους – έδειχναν παράτολμο θάρρος και το πλήρωναν.
Η απειθαρχία πήγαζε επίσης και από τον απάνθρωπο τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι οι ανώτεροί τους συμπεριφέρονταν στους στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού. Σημαντικό ρόλο έπαιζαν φυσικά και οι αδυναμίες και τα ισχυρά σημεία του πολύπλοκου εθνικού τους χαρακτήρα. «Ο Ρώσος Πεζικάριος…», περιγράφει κάποιος συγγραφέας, ‘… είναι σκληραγωγημένος, χωρίς απαιτήσεις, απερίσκεπτος και πεπεισμένος μοιρολάτρης… Αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά του τον κάνουν ασύγκριτο!». Το ημερολόγιο ενός απλού στρατιώτη κάποιας μεραρχίας τυφεκιοφόρων μας προσφέρει μια σύνοψη των συνεχών αλλαγών της διάθεσης των συντρόφων του. «Πρώτη κατάσταση χωρίς ανωτέρους του γύρω του: Γκρινιάζει. Εξαπολύει απειλές και κάνει επίδειξη. Έχει την τάση να κλέψει ή να πιαστεί με κάποιον στα χέρια για ασήμαντο λόγο. Είναι προφανές ότι η ζωή του στρατιώτη δεν του πέφτει εύκολη. Δεύτερη κατάσταση, ο στρατιώτης παρουσία ανωτέρων του : Υποτακτικός και λιγομίλητος. Συμφωνεί πρόθυμα με όσα του λένε. Πιστεύει εύκολα σε υποσχέσεις. Είναι υπερήφανος όταν κάποιος τον επαινεί και βιάζεται να θαυμάσει την αυστηρότητα των αξιωματικών, τους οποίους κοροϊδεύει πίσω από την πλάτη τους. Τρίτη κατάσταση, όταν ο στρατιώτης συνεργάζεται ή στην διάρκεια της μάχης : Εδώ είναι ήρωας. Δεν θα αφήσει το συμπολεμιστή του ανυπεράσπιστο στον κίνδυνο. Πεθαίνει ήσυχα, σαν να είναι και αυτό μέρος της δουλειάς του».
Το φρόνημα των πληρωμάτων των τεθωρακισμένων του Κόκκινου Στρατού ήταν ιδιαίτερα καλό. Έχοντας χάσει το ηθικό τους, όπως και η Σοβιετική αεροπορία, κατά το πρώτο μέρος του πολέμου, άρχισαν να απολαμβάνουν κύρος ηρώων. Ο Vasily Grossman, ένας άλλος συγγραφέας και πολεμικός ανταποκριτής, θεωρούσε τώρα τους «τεθωρακισμένους» εξίσου εξ ίσου εντυπωσιακούς με τους ελεύθερους σκοπευτές στο Στάλινγκραντ. Εντυπωσιασμένος, τους περιέγραφε ως «ιππείς, πυροβολητές και μηχανικούς, όλα σε ένα». Ωστόσο η μεγαλύτερη δύναμη του Κόκκινου Στρατού πήγαζε από την φλογερή γνώση ότι βρισκόταν επιτέλους σε απόσταση βολής από το Ράιχ. Οι καταπατητές της Μητερούλας Ρωσίας επρόκειτο να ανακαλύψουν την πραγματική σημασία του ρητού «ότι σπείρεις θα θερίσεις».
Σοβιετικοί στρατιώτες του 1ου Λευκορωσικού Μετώπου προελαύνουν
Το βασικό σχέδιο της επίθεσης είχε αποφασίσει σε γενικές γραμμές στα τέλη Οκτώβρη του 1944. Επικεφαλής της Stavka του Σοβιετικού Γενικού Επιτελείου, ήταν ο Στάλιν, που είχε αυτοπροαχθεί σε Στρατάρχη μετά την μάχη του Στάλινγκραντ. Η πρόθεση του Στάλιν ήταν να διατηρήσει τον απόλυτο έλεγχο. Επέτρεπε στους διοικητές μια κάποια ελευθερία κινήσεων, την οποία ζήλευαν οι Γερμανοί ομόλογοί τους και σε αντίθεση με τον Χίτλερ, άκουγε προσεκτικά τα επιχειρήματα της αντίθετης άποψης. Δεν είχε, παρ’ όλα αυτά, καμία πρόθεση να επιτρέψει να πάρουν αέρα τα μυαλά των διοικητών του Κόκκινου Στρατού καθώς πλησίαζε η στιγμή της νίκης. Εγκατέλειψε τη συνήθη πρακτική του διορισμού «αντιπροσώπων της Stavka” για να επιβλέπουν τις επιχειρήσεις. Ανέλαβε ο ίδιος το ρόλο αυτό, παρ’ όλο που δε σκόπευε προς το παρόν ούτε καν να πλησιάσει τη γραμμή του μετώπου.
Ο Στάλιν αποφάσισε επίσης να ταρακουνήσει λίγο τις διοικήσεις – κλειδιά. Δεν τον ένοιαζε αν αυτό θα κατέληγε σε ζήλιες και «ασυμφωνίες». Η βασική αλλαγή που έκανε ήταν να αντικαταστήσει τον Στρατάρχη Konstantin Rokossovsky, που βρισκόταν επικεφαλής του 1ου Λευκορωσικού Μετώπου, της κύριας ομάδας στρατιών επί του άξονα προώθησης προς το Βερολίνο. Ο Rokossovsky, ένας ψηλός, κομψός και ευπαρουσίαστος αξιωματικός του ιππικού, διέφερε σημαντικά από τους περισσότερους Ρώσους διοικητές, οι οποίοι κατά το πλείστον ήταν κοντοί, με χοντρό λαιμό και ξυρισμένο κεφάλι. Επίσης διέφερε και για ένα ακόμη λόγο. Ο Konstantin Rokossovsky, ήταν κατά το ήμισυ Πολωνός και εγγονός και δισέγγονος Πολωνών αξιωματικών του ιππικού. Αυτό τον έκανε επικίνδυνο στα μάτια του Στάλιν. Το μίσος του Στάλιν για την Πολωνία άρχισε την εποχή του Σοβιετοπολωνικού Πολέμου του 1920, όταν είχε κατηγορηθεί εν μέρει για την καταστροφική ήττα του Κόκκινου Στρατού κατά την επίθεση στη Βαρσοβία.
Ο Rokossovsky εξοργίστηκε όταν έμαθε ότι επρόκειτο να μετατεθεί στο 2ο Λευκορωσικό Μέτωπο προκειμένου να διοικήσει τις στρατιές που θα επιτίθονταν στην Ανατολική Πρωσία. Αντικαταστάτης του θα ήταν ο Στρατηγός Γκεόργκι Ζούκοφ, ο γεροδεμένος και απίστευτα σκληρός διοικητής που είχε αναλάβει την άμυνα της Μόσχας το Δεκέμβριο του 1941. «Γιατί αυτή η ατίμωση;’, απαίτηση να μάθει ο Rokossovsky. «Γιατί μετακινούμαι από τον κύριο άξονα σε έναν δευτερεύουσας σημασίας;». Ο Rokossovsky υποπτευόταν πως ο Ζούκοφ, τον οποίο θεωρούσε φίλο του, τον είχε υπονομεύσει, αλλά η αλήθεια είναι ότι ο Στάλιν δεν ήθελε να καρπωθεί την δόξα της κατάληψης του Βερολίνου ένας Πολωνός. Ήταν φυσικό ο Rokossovsky να θεωρείται ύποπτος. Εξάλλου, είχε συλληφθεί κατά την διάρκεια των εκκαθαρίσεων που είχαν γίνει στον Κόκκινο Στρατό το 1937. Οι ξυλοδαρμοί από τους πιστούς μπράβους του Μπέρια που απαιτούσαν ομολογίες προδοσίας ήταν αρκετοί για να κάνουν ακόμα και την πιο ισορροπημένη προσωπικότητα ελαφρώς παρανοϊκή. Και ο Rokossovsky γνώριζε ότι ο Λαυρέντι Μπέρια, ο επικεφαλής της Μυστικής Αστυνομίας NKVD και ο Viktor Abakumov, ο αρχηγός της αντικατασκοπίας SMERSH, τον παρακολουθούσαν στενά. Ο Στάλιν δεν είχε αφήσει περιθώριο στον Rokossovsky να πιστεύει ότι οι κατηγορίες του 1937 δεν εκκρεμούσαν πλέον εναντίον του. είχε αποφυλακιστεί υπό όρους. Η παραμικρή απερισκεψία που θα έκανε ως διοικητής, θα ήταν αρκετή για να τον στείλει πίσω στην NKVD. «Ξέρω πολύ καλά τι είναι ικανός να κάνει ο Μπέρια», είπε ο Rokossovsky στο Ζούκοφ κατά την διάρκεια της αλλαγής θέσεων. «Έχω περάσει από τις φυλακές του». θα χρειαζόταν να περάσουν οκτώ χρόνια προτού οι Σοβιετικοί στρατηγοί εκδικηθούν τον Μπέρια.
Ο ποταμός Βιστούλας σήμερα
Οι δυνάμεις του 1ου Λευκορωσικού Μετώπου και του 1ου Ουκρανικού Μετώπου, που ήταν συμπαραταγμένες απέναντι στη Γερμανική γραμμή μετώπου κατά μήκος του Βιστούλα, δεν ήταν απλώς περισσότερες, ήταν συντριπτικά μεγαλύτερες. Στα νότια του Ζούκοφ, το 1ο Ουκρανικό Μέτωπο του Στρατάρχη Κόνιεφ θα επιτίθετο κατευθείαν στα δυτικά προς το Μπρεσλάου. Η κύρια δύναμη του μετώπου θα ριχνόταν στη μάχη από το προγεφύρωμα του Santomierz, το σημαντικότερο οχυρό στη δυτική όχθη του Βιστούλα. Σε αντίθεση με τον Ζούκοφ, ωστόσο, ο Κόνιεφ προτίθετο να χρησιμοποιήσει τις δυο τεθωρακισμένες στρατιές του προκειμένου να διασπάσει τις γραμμές του εχθρού από την πρώτη κιόλας μέρα.
Όπως διηγείται ο γιός του Μπέρια, ο Κόνιεφ είχε «μικρά μάτια όλο κακία, ένα ξυρισμένο κεφάλι που έμοιαζε με κολοκύθα και την έκφραση ενός απολύτως αυτάρεσκου ανθρώπου». Ήταν μάλλον ο αγαπημένος στρατηγός του Στάλιν και ένας από τους ελάχιστους ανώτερους διοικητές τον οποίο ακόμα και ο Στάλιν θαύμαζε για την σκληρότητά του. ο Στάλιν τον είχε προαγάγει σε Στρατάρχη της Σοβιετικής Ένωσης μετά την συντριβή του θύλακα του Κορσούν, νότια του Κιέβου, μόλις ένα χρόνο νωρίτερα. Αυτή υπήρξε μια από τις πλέον απάνθρωπες μάχες ενός πολύ σκληρού πολέμου. Ο Κόνιεφ είχε διατάξει τα αεροπλάνα του να ρίξουν εμπρηστικές βόμβες στην μικρή πόλη της Σαντέροβκα για να αναγκάσει τους Γερμανούς που είχαν καταφύγει εκεί να βγουν έξω στη χιονοθύελλα. Στις 17 Δεκεμβρίου 1944 και καθώς οι Γερμανοί πάλευαν να σπάσουν τον κλοιό που είχε στηθεί γύρω τους, ο Κόνιεφ έθεσε σε εφαρμογή την παγίδα του. τα τεθωρακισμένα του εφόρμησαν προς τη Γερμανική φάλαγγα που υποχωρούσε πολυβολώντας την και συνθλίβοντας τους στρατιώτες της κάτω από τις ερπύστριες. Καθώς οι Γερμανοί σκόρπιζαν προσπαθώντας να ξεφύγουν μέσα από το πυκνό χιόνι, οι τρεις μεραρχίες ιππικού του Κόνιεφ άρχισαν να τους κυνηγούν. Οι Κοζάκοι τους σκότωναν ανελέητα με τις σπάθες τους, προφανώς πελεκώντας ακόμα και χέρια υψωμένα σε παράδοση. Περίπου 20,000 Γερμανοί σκοτώθηκαν εκείνη την ημέρα.
Ήταν 5 μ. μ. ώρα Μόσχας, στις 12 Ιανουαρίου 1945, όταν άρχισε η επίθεση στον Βιστούλα με το 1ο Ουκρανικό Μέτωπο του Κόνιεφ να εφορμά από το προγεφύρωμα του Sandomierz. Το χιόνι έπεφτε πυκνό και η ορατότητα ήταν σχεδόν μηδενική εκείνη την μέρα. Μόλις οι Λόχοι Αιχμαλώτων, διέσχισαν δια της βίας τα ναρκοπέδια, τα Τάγματα Τυφεκιοφόρων εγκαταστάθηκαν στην πρώτη γραμμή. Στη συνέχεια άρχισε ο βομβαρδισμός από το σύνολο του πυροβολικού, στον οποίο χρησιμοποιήθηκαν περίπου 300 πυροβόλα ανά χιλιόμετρο, δηλαδή ένα κάθε τρία με τέσσερα μέτρα. Η άμυνα των Γερμανών συντρίφτηκε. Οι περισσότεροι από τους αμυνόμενους, κάτωχροι και τρομαγμένοι, παραδόθηκαν. Ένας γρεναδιέρος αξιωματικός των τεθωρακισμένων, παρακολουθώντας από τα μετόπισθεν, περιέγραψε το θέαμα που αντίκριζε στον ορίζοντα σαν μια «πύρινη καταιγίδα», προσθέτοντας ότι ήταν «σαν ο ουρανός να είχε πέσει στη γη». Οι Γερμανοί αιχμάλωτοι από την 16η Στρατιά Τεθωρακισμένων υποστήριξαν ότι όταν άρχισε ο βομβαρδισμός, ο διοικητής τους, ο υποστράτηγος Muller, έφυγε με το αυτοκίνητό του προς την πόλη Kielce, εγκαταλείποντάς τους.
Τα πληρώματα των Σοβιετικών τεθωρακισμένων είχαν γράψει διάφορα συνθήματα πάνω στους πύργους των αρμάτων: «Εμπρός για τη φωλιά των φασιστών» και «Εκδίκηση και θάνατος στους Γερμανούς κατακτητές». Η αντίσταση που αντιμετώπισαν τα Τ-34 και τα βαριά άρματα μάχης τύπου Stalin καθώς προέλαυναν, στις 2 μ. μ. ήταν ελάχιστη. Τα άρματα, καλυμμένα με πάγο, ήταν καλά καμουφλαρισμένα για το χιονισμένο τοπίο που εκτεινόταν μπροστά τους, παρ’ όλο που σε λίγο θα βαφόταν καφέ από την λάσπη που είχαν δημιουργήσει οι οβίδες.

Γερμανικό άρμα αμύνεται στις όχθες του Βιστούλα

Οι κύριοι στόχοι της 3ης Στρατιάς Τεθωρακισμένων του Στρατηγού Rybalko και της 4ης Στρατιάς Τεθωρακισμένων του Στρατηγού Lelyushenko, εκτός από το Μπρεσλάου, ήταν οι βιομηχανικές περιοχές της Σιλασίας. Όταν ο Στάλιν ενημέρωνε στη Μόσχα τον Κόνιεφ, είχε δείξει στο χάρτη την περιοχή κυκλώνοντάς την με το δάχτυλο και λέγοντας μια μόνο λέξη: «Χρυσός». Δεν χρειαζόταν κανένα παραπάνω σχόλιο. Ο Κόνιεφ γνώριζε ότι ο Στάλιν ήθελε να καταληφθούν άθικτα τα εργοστάσια και τα ορυχεία.
Το πρωί μετά την επίθεση του Κόνιεφ από το προγεφύρωμα του Sandomierz, το 3ο Λευκορωσικό Μέτωπο του Στρατηγού Chernyakhovsky, άρχισε την επίθεση στην Ανατολική Πρωσία. Την επόμενη μέρα, στις 14 Ιανουαρίου, οι δυνάμεις του Rokossovsky επιτέθηκαν στην Ανατολική Πρωσία, ξεκινώντας από τα προγεφυρώματα του ποταμού Νάρεβ. Το 1ο Λευκορωσικό Μέτωπο του Ζούκοφ άρχισε την επίθεσή του κατά των δυο προγεφυρωμάτων του Βιστούλα, το Magnuszew και το Pulawy. Ένα λεπτό στρώμα χιονιού κάλυπτε το έδαφος και μια πυκνή ομίχλη κράτησε μέχρι το μεσημέρι. Στις 8:30 π.μ. το 1ο Λευκορωσικό Μέτωπο ξεκίνησε με εικοσιπέντε λεπτά «καταιγιστικού πυρός». Τα προωθημένα τάγματα τυφεκιοφόρων, υποστηριζόμενα από αυτοκινούμενα πυροβόλα εφόδου, ανέτρεψαν τις πρώτες γραμμές του εχθρού που βρισκόταν απέναντι. Στη συνέχεια η 8η Στρατιά Φρουρών και η 5η Στρατιά Κρούσης, με την υποστήριξη βαρέως πυροβολικού, έσπασαν την Τρίτη γραμμή του μετώπου. Το κύριο κώλυμα πέραν αυτής, ήταν ο ποταμός Πίλικα. Το σχέδιο του Ζούκοφ ήταν οι μεραρχίες τυφεκιοφόρων να καταλάβουν τα αβαθή περάσματα του ποταμού, προκειμένου να βοηθήσουν τις ταξιαρχίες των τεθωρακισμένων που ακολουθούσαν να τον διαβούν.
Η ταξιαρχία της 2ης Τεθωρακισμένης Στρατιάς Φρουρών του Bogdanov  που προωθούνταν στα δεξιά ήταν μια από τις πρώτες που διέσχισαν τον Πίλικα. Η 47η Τ.Τ. Φρουρών ως επικεφαλής σχηματισμός είχε προσκολλημένες πολλές μονάδες υποστήριξης, όπως μηχανικού, αυτοκινούμενου πυροβολικού, αυτοκινούμενου αντιαεροπορικού πυροβολικού και ένα τάγμα οπλοπολυβόλων που μετακινούνταν με φορτηγά. Τις δυο επόμενες μέρες η Ταξιαρχία προήλασε βόρεια, εξολοθρεύοντας στο δρόμο τις φάλαγγες των Γερμανών που επιχειρούσαν να διαφύγουν και συντρίβοντας επιτελικά αυτοκίνητα με τις ερπύστριες.
Το 1ο Ουκρανικό Μέτωπο του στρατηγού Κόνιεφ βομβαρδίζει τις Γερμανικές θέσεις

Αργά το απόγευμα της Δευτέρας 15 Ιανουαρίου, «λόγω της σημαντικής προέλασης στα ανατολικά», ο Χίτλερ έφυγε από την «Αετοφωλιά» για να επιστρέψει στο Βερολίνο με το ειδικό του τρένο. Ο Γκουντέριαν ζητούσε επίμονα την επιστροφή του εδώ και τρεις μέρες. Αρχικά ο Χίτλερ είχε πει ότι το Ανατολικό Μέτωπο πρέπει να ξεκαθαρίσει μόνο του την κατάσταση, αλλά τελικά συμφώνησε να διακόψει κάθε δραστηριότητα στα δυτικά και να επιστρέψει. Χωρίς να συμβουλευτεί τον Γκουντέριαν ή τις δυο ομάδες Στρατού που εμπλέκονταν, είχε μόλις δώσει διαταγές στα συγκροτήματα της Grossdeutschland να μετακινηθούν από την Ανατολική Πρωσία προς το Kielce, για να υποστηρίξουν το μέτωπο του Βιστούλα ακόμα κι αν αυτό σήμαινε να βγουν εκτός υπηρεσίας για τουλάχιστον μια εβδομάδα.
Το σιδηροδρομικό ταξίδι του Χίτλερ προς το Βερολίνο διήρκεσε 19 ώρες. Δεν είχε παραμελήσει τελείως τα οικογενειακά του. Είπε στον Μάρτιν Μπόρμαν να παραμείνει προς το παρόν στο Ομπερσάλτσμπεργκ, προκειμένου ο ίδιος και η σύζυγός του να κρατήσουν συντροφιά στην Εύα Μπράουν και την αδερφή της.

Τετάρτη 20 Απριλίου 2016

ΠΤΩΣΗ
1945
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Η επίθεση στις Αρδέννες που ξεκίνησε στις 16 Δεκεμβρίου 1944, μέθυσε τους οπαδούς του Χίτλερ αναπτερώνοντας το ηθικό τους. Ο τροχός, είχε επιτέλους γυρίσει. Η πίστη στον Φύρερ και στα Wunder – waffen όπως τα V-2, τους είχε τυφλώσει και δεν μπορούσαν να διακρίνουν την πραγματικότητα.
Μεταφορά πυραύλου V-2 

Η ώρα της εκτόξευσης ενός V-2 με στόχο το Λονδίνο

 Κυκλοφορούσαν φήμες ότι η 1η Αμερικανική Στρατιά είχε περικυκλωθεί πλήρως και είχε αιχμαλωτιστεί χάρη σε κάποιο αναισθητικό αέριο. Πίστευαν ότι κρατούσαν τον κόσμο στα χέρια τους και ότι θα έπαιρναν εκδίκηση για όσα είχε υποφέρει η Γερμανία. Οι βετεράνοι υπαξιωματικοί έμοιαζαν να είναι οι πιο πικραμένοι απ’ όλους. Το Παρίσι θα ανακαταλαμβανόταν μέσα στις επόμενες μέρες, έλεγαν ο ένας στον άλλο με χαιρεκακία. Πολλοί μετάνιωναν που η  ηγεσία τους δεν είχε καταστρέψει από οίκτο την Γαλλική πρωτεύουσα τον προηγούμενο χρόνο, ενώ το Βερολίνο είχε καταστραφεί ολοσχερώς από τους βομβαρδισμούς. Αγαλλίαζαν στη σκέψη ότι η Ιστορία μπορούσε να διορθωθεί.

Αμερικανικό άρμα μάχης M36 Jackson κατά τη διάρκεια της αντεπίθεσης των συμμάχων ενώ διασχίζει το χιονισμένο πεδίο των Αρδεννών - See more at: http://www.pronews.gr/portal/o/29896#sthash.gjPE4G8h.dpuf

Το Γενικό Επιτελείο του Γερμανικού Στρατού δε συμμεριζόταν τον ίδιο ενθουσιασμό για την επίθεση στα δυτικά. Οι αξιωματικοί του φοβούνταν ότι ο στρατηγικός αιφνιδιασμός του Χίτλερ εναντίων των Αμερικανών στις Αρδέννες θα αποδυνάμωνε το Ανατολικό Μέτωπο την κρίσιμη στιγμή. Το σχέδιο ήταν σε κάθε περίπτωση υπερβολικά φιλόδοξο. Αιχμή του δόρατος της επιχείρησης ήταν η 6η Στρατιά Τεθωρακισμένων των SS του  Oberstgruppenfuhrer Sepp Dietrich και η 5η Στρατιά Τεθωρακισμένων του Στρατηγού Hasso von Manteuffel. Ωστόσο, η έλλειψη καυσίμων μείωνε κατά πολύ τις πιθανότητες να επιτύχουν τον αντικειμενικό τους σκοπό: την Αμβέρσα, όπου βρισκόταν η κεντρική βάση ανεφοδιασμού των Δυτικών Συμμάχων.

Στρατιώτες της 1ης Αμερικανικής Στρατιάς ενώ προσπαθούν να ζεσταθούν στον βαρύ χειμώνα του 1944-45 στο δάσος των Αρδεννών - See more at: http://www.pronews.gr/portal/o/29896#sthash.gjPE4G8h.dpuf

Ο Χίτλερ ήταν προσκολλημένος στο όνειρο της θεαματικής αλλαγής των τυχών του πολέμου και του εξαναγκασμού των Ρούσβελτ και Τσώρτσιλ σε συνθηκολόγηση. Είχε απορρίψει αποφασιστικά κάθε πρόταση για ανοίγματα προς την Σοβιετική Ένωση, γεγονός που δεν οφειλόταν μόνο στο γεγονός ότι ο Στάλιν ενδιαφερόταν αποκλειστικά για την καταστροφή της ναζιστικής Γερμανίας αλλά και σε ένα άλλο θεμελιώδες εμπόδιο: ήταν εξαιρετικά ματαιόδοξος. Δεν μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό του να επιδιώξει την ειρήνη όσο η Γερμανία ηττάτο. Μια νίκη στις Αρδέννες ήταν ζωτικής σημασίας από κάθε άποψη. Η πεισματώδης όμως άμυνα των Αμερικανών, ιδίως στην Μπαστόν και η γιγαντιαία κινητοποίηση των Συμμαχικών αεροπορικών δυνάμεων, μόλις καθάρισε ο ουρανός, ανέκοψε την ορμή της επίθεσης μέσα σε μια εβδομάδα.
Την παραμονή των Χριστουγέννων, ο Στρατηγός Χάιντς Γκουντέριαν, αρχηγός της Ανώτατης Διοίκησης του Στρατού, της OKH πήγε με την μεγάλη επιτελική Μερσεντές του στο στρατηγείο του Φύρερ στα δυτικά.

Γερμανοί SS προσπαθούν να μετακινήσουν εμπόδια από τον δρόμο. Οι άνδρες αυτοί, δεν δίστασαν να εκτελέσουν εν ψυχρώ, Αμερικανούς στρατιώτες και Βέλγους πολίτες, χωρίς καν κάποια φτηνή δικαιολογία. Ειδικότερα, οι πολίτες που διέμεναν σε πόλεις που είχαν απελευθερωθεί από τους Γερμανούς τους προηγούμενους μήνες, συγκέντρωσαν την οργή των φανατικών Ναζί και υπήρξαν πολλές οργανωμένες εκτελέσεις σε χωριά και οικισμούς.

Έχοντας εγκαταλείψει τη «Φωλιά του Λύκου», στην Ανατολική Πρωσία, στις 20 Νοέμβρη του 1944, ο Χίτλερ είχε μετακινηθεί στο Βερολίνο για μια μικρή επέμβαση στο λαιμό. Στη συνέχεια, στις 10 Δεκεμβρίου, το βράδυ, επιβιβάστηκε στο τεθωρακισμένο τρένο του κι εγκατέλειψε την πρωτεύουσα. Προορισμός του ήταν ένα ακόμα μυστικό και καμουφλαρισμένο συγκρότημα μέσα στο δάσος κοντά στο Ziegenberg, που απείχε λιγότερο από 40 χιλιόμετρα από την περιοχή της Φρανκφούρτης επί του ποταμού Μαίην. Λεγόταν «Αετοφωλιά» και ήταν το τελευταίο από τα στρατηγεία του· όλα έφεραν ονόματα που μόνο μια παιδιάστικη φαντασία θα μπορούσε να τους δώσει.
Ο Γκουντέριαν , ένας μεγάλος θεωρητικός του πολέμου των τεθωρακισμένων, γνώριζε από την αρχή τους κινδύνους μιας τέτοιας επιχείρησης, αλλά η γνώμη του δεν μετρούσε και πολύ. Παρ’ όλο που το Ανατολικό Μέτωπο ανήκε στην περιοχή ευθύνης της OKH, δεν της είχε δοθεί ποτέ τέτοια ελευθερία κινήσεων. Η OKW, η Ανώτατη Διοίκηση της Βέρμαχτ (όλων δηλαδή των ενόπλων δυνάμεων), ήταν υπεύθυνη για τις επιχειρήσεις εκτός του Ανατολικού Μετώπου. Και οι δυό διοικήσεις είχαν τις βάσεις τους λίγο νοτιότερα του Βερολίνου, σε γειτονικά υπόγεια συγκροτήματα, στο Τσόσεν.
Ο Γκουντέριαν, παρ’ όλο που ήταν ευερέθιστος όπως και ο Χίτλερ, είχε μια τελείως διαφορετική οπτική των πραγμάτων. Δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του για να κάνει υποθέσεις περί διεθνούς στρατηγικής, τη στιγμή που η χώρα απειλούνταν και από τα δυό μέτωπα. Βασιζόταν περισσότερο στο ένστικτό του ως στρατιώτης προκειμένου να προσδιορίσει το σημείο του μέγιστου κινδύνου. Και δεν υπήρχε αμφιβολία για το ποιο ήταν αυτό. Ο χαρτοφύλακάς του περιείχε την ανάλυση του Στρατηγού Reinhard Gehlen, του επικεφαλής της Στρατιωτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών για το Ανατολικό Μέτωπο. Ο Gehlen υπολόγιζε ότι γύρω στις 12 Ιανουαρίου ο Κόκκινος Στρατός θα εξαπέλυε μαζική επίθεση από την γραμμή του ποταμού Βιστούλα. Η υπηρεσία του υπολόγιζε ότι ο εχθρός υπερείχε 11 προς 1 στο πεζικό, 7 προς 1 στα τεθωρακισμένα και 20 προς 1 στο πυροβολικό και στην αεροπορία.
Όταν ο Γκουντέριαν μπήκε στην αίθουσα συσκέψεων της «Αετοφωλιάς» βρήκε εκεί τον Χίτλερ, τους επιτελείς του καθώς και τον Χάινριχ Χίμλερ, των επικεφαλής των SS, ο οποίος μετά την συνομωσία του Ιουλίου είχε γίνει και Διοικητής του Εφεδρικού Στρατού. Κάθε μέλος του Στρατιωτικού Επιτελείου του Χίτλερ είχε επιλεχτεί για την αδιαμφισβήτητη αφοσίωση του. ο Στρατάρχης Κάιτελ, ο επιτελάρχης της OKW, ήταν γνωστός για την πομπώδη δουλοπρέπεια του προς τον Χίτλερ. Οι οργισμένοι αξιωματικοί τον αποκαλούσαν «γκαραζιέρη του Ράιχ» ή «πιστό γάιδαρο». Ο Υποστράτηγος Γιόντλ, ο οποίος είχε ανέκφραστο και σκληρό πρόσωπο, ήταν ικανότερος του Κάιτελ, αλλά σπάνια εναντιωνότανε στις καταστροφικές προσπάθειες του Χίτλερ να ελέγχει και το τελευταίο τάγμα. Το Φθινόπωρο του 1942 είχε κινδυνέψει να καθαιρεθεί επειδή τόλμησε να αντιμιλήσει στον κύριό του. Ο Στρατηγός Burgdorf, ο επικεφαλής στρατιωτικός υπασπιστής του Φύρερ και επικεφαλής της Διεύθυνσης Προσωπικού, ο οποίος ήλεγχε όλες τις μεταθέσεις, είχε αντικαταστήσει τον αφοσιωμένο Στρατηγό Schmundt, που είχε τραυματιστεί θανάσιμα από την βόμβα στη «Φωλιά του λύκου». Ο Burgdorf ήταν εκείνος που μετάφερε το δηλητήριο στο Στρατάρχη Ρόμελ μαζί με το τελεσίγραφο να αυτοκτονήσει.
Χρησιμοποιώντας τα στοιχεία της Υπηρεσίας Πληροφοριών του Gehlen, ο Γκουντέριαν σκιαγράφησε την προετοιμασία του Κόκκινου Στρατού για μια τεράστια επίθεση στα ανατολικά. Προειδοποίησε ότι η επίθεση θα άρχιζε μέσα σε τρεις εβδομάδες και ζήτησε, αφού η επίθεση στις Αρδέννες είχε ήδη ανακοπεί, να αποσυρθούν όσο το δυνατόν περισσότερες μεραρχίες, προκειμένου να αναδιοργανωθεί το μέτωπο του Βιστούλα. Ο Χίτλερ τον διέκοψε. Τέτοιου είδους υποθέσεις για την δύναμη του εχθρού ήταν παράλογες, ανακοίνωσε. Οι Σοβιετικές μεραρχίες πεζικού δεν είχαν ποτέ περισσότερους από 7,000 άνδρες η καθεμία. Τα σώματα τεθωρακισμένων τους δεν είχαν σχεδόν κανένα τανκ. «Πρόκειται για τη μεγαλύτερη απάτη από τον καιρό του Τζένγκις Χαν μέχρι σήμερα», φώναξε εκνευρισμένος. «Ποιος είναι υπεύθυνος για όλες αυτές τις βλακείες;».
Ο Γκουντέριαν αντιστάθηκε στον πειρασμό να απαντήσει πως και ο ίδιος ο Χίτλερ μιλούσε για Γερμανικές «στρατιές» τη στιγμή που είχαν το μέγεθος ενός σώματος στρατού και για «μεραρχίες πεζικού» που δεν είχαν παρά τη δύναμη ενός τάγματος. Αντ’ αυτού υπεραμύνθηκε των υπολογισμών του Gehlen. Με τρόμο διαπίστωσε ότι ο Στρατηγός Γιόντλ υποστήριξε ότι η επίθεση στα δυτικά θα έπρεπε να συνεχιστεί με μεγαλύτερη ένταση. Μιας και αυτό ήταν ακριβώς η επιθυμία του Χίτλερ, ο Γκουντέριαν υποχώρησε. Ήταν ακόμα πιο εξοργιστικό για εκείνον να πρέπει να ακούσει στο δείπνο την οριστική απόφαση του Χίτλερ, ο οποίος απολάμβανε το νέο του ρόλο ως στρατιωτικού ηγέτη. Ανάμεσα στα άλλα καθήκοντά του, είχε γίνει και Διοικητής του Σώματος Στρατού του Άνω Ρήνου. «Ξέρετε, αγαπητέ μου Στρατηγέ …», είπε στον Γκουντέριαν, «… ειλικρινά δεν πιστεύω πως οι Ρώσοι θα επιτεθούν. Όλα αυτά είναι μια τεράστια μπλόφα».

Γερμανοί στρατιώτες μεταφέρουν το πτώμα συναδέλφου τους στο χιονισμένο δάσος των Αρδεννών, μετά την αντεπίθεση των Αμερικανών

Ο Γκουντέριαν δεν είχε άλλη επιλογή παρά να επιστρέψει στο επιτελείο του ΟΚΗ, στο Τσόσεν. Εν τω μεταξύ, οι απώλειες στα δυτικά αυξάνονταν. Η επίθεση στις Αρδέννες και οι δευτερεύουσες επιχειρήσεις της, στοίχισαν στους γερμανούς την απώλεια 80,000 ανδρών. Επιπλέον, σπαταλήθηκε για τις επιθέσεις αυτές μια μεγάλη ποσότητα από τα διαρκώς μειούμενα αποθέματα καυσίμων τους. Ο Χίτλερ αρνιόταν να παραδεχτεί πως η μάχη των Αρδεννών ήταν παρόμοια με τη «Σφαγή του Κάιζερ» - την τελευταία μεγάλη Γερμανική επίθεση του Α! Παγκοσμίου Πολέμου. Απέρριπτε επίμονα κάθε παραλληλισμό με το 1918. Γι αυτόν το 1918 συμβόλιζε μονάχα το «πισώπλατο μαχαίρωμα» από τους επαναστάτες, το οποίο ανέτρεψε τον Κάιζερ και ταπείνωσε τη Γερμανία με μια εξευτελιστική ήττα. Εν τούτοις, ο Χίτλερ είχε και μερικές στιγμές διαύγειας. «Ξέρω πως ο πόλεμος έχει χαθεί…», είπε αργά ένα βράδυ στο σμήναρχο Nicolaus von Below, τον υπασπιστή του της Λουφτβάφε· «… η υπεροχή του εχθρού είναι τεράστια». Συνέχισε, όμως, να ρίχνει το φταίξιμο των συνεχών καταστροφών σε άλλους. Όλοι τους ήταν «προδότες», ειδικά οι αξιωματικοί του στρατού. Υποπτευόταν ότι ήταν πολλοί περισσότεροι εκείνοι που είχαν δει με θετικό μάτι την αποτυχημένη απόπειρα δολοφονίας του, αλλά παρ’ όλα αυτά είχαν δεχτεί, με περισσή χαρά, μετάλλια και παράσημα από τον ίδιο. «Δεν θα παραδοθούμε ποτέ», είπε. «Μπορεί να πέσουμε αλλά θα πάρουμε έναν ολόκληρο κόσμο μαζί μας».
Τρομοκρατημένος από την καινούργια καταστροφή που διαφαινόταν απειλητική στο Βιστούλα, ο Γκουντέριαν επισκέφθηκε την «Αετοφωλιά» στο Ziegenberg άλλες δυο φορές. Τα πράγματα χειροτέρεψαν όταν άκουσε πως ο Χίτλερ, χωρίς να τον προειδοποιήσει, μετάφερε τεθωρακισμένα τμήματα των SS από το μέτωπο του Βιστούλα στην Ουγγαρία. Ο Χίτλερ, πεπεισμένος ως συνήθως ότι μόνο εκείνος μπορούσε να αποφανθεί για θέματα στρατηγικής, είχε αποφασίσει ξαφνικά σε αυτή την περιοχή με την αιτιολογία ότι οι πετρελαιοπαραγωγικές περιοχές έπρεπε να ανακαταληφθούν. Για την ακρίβεια, ήθελε να διασπάσει τις γραμμές του εχθρού και να μπει στη Βουδαπέστη, η οποία είχε περικυκλωθεί από τον Κόκκινο Στρατό την παραμονή των Χριστουγέννων.
Η επίσκεψη του Γκουντέριαν την ημέρα της Πρωτοχρονιάς συνέπεσε με την ετήσια «παρέλαση» όλων των προσωπικοτήτων του καθεστώτος και των επιτελαρχών, που συνέρρεαν προκειμένου να υποβάλλουν αυτοπροσώπως στο Φύρερ τις «ευχές τους για μια επιτυχημένη νέα χρονιά». Το ίδιο πρωί η Επιχείρηση ΒΟΡΕΙΟΣ ΑΝΕΜΟΣ, η κύρια επικουρική ενέργεια για τη συνέχιση της επίθεσης των Αρδεννών άρχισε στην Αλσατία. Η ημέρα αποδείχτηκε καταστροφική για τη Λουφτβάφε. Ο Γκαίρινγκ, με μια μεγαλειώδη κίνηση χαρακτηριστικής ανευθυνότητας, διέταξε 1,000 αεροπλάνα να επιτεθούν σε στόχους εδάφους στο Δυτικό Μέτωπο. Η προσπάθεια του αυτή να εντυπωσιάσει τον Χίτλερ οδήγησε στην τελειωτική καταστροφή της Λουφτβάφε, δίνοντας στους συμμάχους απόλυτη κυριαρχία στον αέρα.
Την ίδια μέρα, ο Κεντρικός Γερμανικός Ραδιοφωνικός Σταθμός μετάδωσε την πρωτοχρονιάτικη ομιλία του Χίτλερ. Δεν έγινε καμιά αναφορά στις μάχες στα δυτικά, γεγονός που υπαινισσόταν ι παραδόξως ειπώθηκαν λίγα για τα Wunderwaffen. Ένας αριθμός ακροατών πίστεψε ότι η ομιλία ήταν ηχογραφημένη ή ψεύτικη. Ο Χίτλερ δεν είχε εμφανιστεί δημόσια για πολύ καιρό και είχαν αρχίσει να κυκλοφορούν απίθανες φήμες. Μερικοί υποστήριζαν ότι είχε τρελαθεί τελείως και ότι ο Γκαίρινγκ βρισκόταν σε κάποια μυστική φυλακή επειδή είχε προσπαθήσει να δραπετεύσει στην Σουηδία.
Κάποιοι Βερολινέζοι, φοβούμενοι τι θα έφερνε ο νέος χρόνος, δεν τόλμησαν καν να τσουγκρίσουν τα ποτήρια τους όταν έφτασε η ώρα για την πρόποση «Καλή χρονιά!». Η οικογένεια Γκαίμπελς δεξιώθηκε τον σμήναρχο Hans – Ulrich Rudel, τον άσσο των «στούκας» και τον πλέον παρασημοφορημένο αξιωματικό της Λουφτβάφε. Ως ένδειξη λιτότητας, το δείπνο τους περιελάμβανε μονάχα πατατόσουπα.
Οι διακοπές της Πρωτοχρονιάς τελείωσαν στις 3 Ιανουαρίου το πρωί. Η Γερμανική αφοσίωση στη δουλειά και το καθήκον παρέμενε ακλόνητη, όσο δύσκολες κι αν ήταν οι συνθήκες. Οι περισσότεροι δεν είχαν πολλά πράγματα να κάνουν στο γραφείο ή στο εργοστάσιο λόγω της έλλειψης πρώτων υλών και εξαρτημάτων, αλλά παρ’ όλα αυτά ξεκίνησαν για την δουλειά τους με τα μέσα συγκοινωνίας ή ακόμα και με τα πόδια, περνώντας μέσα από τα χαλάσματα. Για μια ακόμη φορά, είχαν γίνει θαύματα με την επισκευή των γραμμών του μετρό και του προαστιακού τρένου, παρ’ όλο που λίγα βαγόνια δεν είχαν σπασμένα τζάμια. Τα εργοστάσια και τα γραφεία ήταν κι αυτά παγωμένα, λόγω των σπασμένων τζαμιών και των ελάχιστων καυσίμων για θέρμανση που είχαν απομείνει. Όσοι υπέφεραν από κάποιο κρυολόγημα ή γρίπη έπρεπε απλώς να το παλέψουν. Δεν υπήρχε λόγος να προσπαθήσουν να επισκεφτούν γιατρό, εκτός κι αν ήταν σοβαρά άρρωστοι. Σχεδόν όλοι οι Γερμανοί γιατροί είχαν στρατευθεί. Τα τοπικά ιατρεία και νοσοκομεία εξαρτιόνταν σχεδόν αποκλειστικά από τους ξένους. Ακόμα και το κεντρικό Πανεπιστημιακό νοσοκομείο του Βερολίνου, το Charite, απασχολούσε γιατρούς από περισσότερες από έξι διαφορετικές χώρες, όπως Δανούς, Περουβιανούς, Ρουμάνους, Ουκρανούς και Ούγγρους.
Η μόνη βιομηχανία που έμοιαζε να ανθεί ήταν η πολεμική, τη διεύθυνση της οποίας είχε ο προσωπικός αρχιτέκτονας του Χίτλερ – «το παιδί Θαύμα» - ο Άλμπερτ Σπέερ. Στις 13 Ιανουαρίου, σε ένα στρατόπεδο στο Kramrnitz, λίγο έξω από το Βερολίνο, ο Σπέερ μίλησε στους διοικητές των Σωμάτων Στρατού, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία της επικοινωνίας μεταξύ των διοικητών του μετώπου και των πολεμικών βιομηχανιών. Ο Σπέερ, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους ναζιστές υπουργούς, δεν προσέβαλλε τη νοημοσύνη του ακροατηρίου του. Περιφρόνησε τους ευφημισμούς για την κατάσταση που επικρατούσε και δεν απέφυγε να αναφέρει τις «καταστροφικές απώλειες» που είχε υποστεί η Βέρμαχτ μέσα στους τελευταίους οχτώ μήνες.

"Σκλάβοι" σε εργοστάσιο παραγωγής όπλων 

Υποστήριξε ότι το πρόβλημα δεν ήταν οι βομβαρδισμοί των Συμμάχων. Μόνο τον Δεκέμβριο, η Γερμανική βιομηχανία είχε παραγάγει 218,000 τουφέκια. Το νούμερο αυτό ήταν σχεδόν το διπλάσιο της μέσης μηνιαίας παραγωγής που είχε επιτευχθεί το 1941, της χρονιάς που η Βέρμαχτ είχε εισβάλλει στη Σοβιετική Ένωση. Η παραγωγή αυτόματων όπλων είχε σχεδόν τετραπλασιαστεί και η παραγωγή αρμάτων μάχης ήταν σχεδόν πενταπλάσια. Τα Δεκέμβριο του 1944 είχαν παραγάγει 1840 άρματα μάχης μέσα σε ένα μήνα, περισσότερα από τα μισά απ’ αυτά που είχαν παραχθεί ολόκληρο το 1941. Σε αυτά περιλαμβάνονταν και πολύ πιο βαριά οχήματα. «Το σημαντικότερο πρόβλημα», τους προειδοποίησε ο Σπέερ, ήταν η έλλειψη καυσίμων. Παραδόξως, δεν αναφέρθηκε παρά ελάχιστα στα αποθέματα πυρομαχικών. Δεν είχε νόημα να παράγονται όλα αυτά τα όπλα αν η παραγωγή πυρομαχικών αδυνατούσε να ανταποκριθεί ανάλογα.

Γραμμή παραγωγής Γερμανικών μαχητικών αεροσκαφών (Me - 109) το 1943

Ο Σπέερ μίλησε για περισσότερα από σαράντα λεπτά κάνοντας αδιάκοπα αναφορές στις στατιστικές του με γαλήνιο επαγγελματισμό. Φρόντισε να μην αναφέρει το γεγονός ότι οι μεγάλες ήττες, τόσο στο Δυτικό όσο και στο Ανατολικό Μέτωπο, είχαν σαν αποτέλεσμα την έλλειψη των πάσης φύσεως όπλων της Βέρμαχτ. Εξέφρασε την ελπίδα ότι μέχρι την άνοιξη του 1946, τα Γερμανικά εργοστάσια θα μπορούσαν ίσως να φτάσουν σε ένα επίπεδο παραγωγής της τάξης των 100,000 αυτόματων όπλων τον μήνα. Το γεγονός ότι όλα αυτά βασίζονταν σε μεγάλο βαθμό στην καταδυνάστευση των σκλάβων εργατών από τα SS δεν αναφέρθηκε φυσικά. Ο Σπέερ παρέλειψε επίσης να αναφέρει και τις απώλειές τους – χιλιάδες σκοτώνονταν κάθε μέρα – ενώ οι περιοχές από τις οποίες στρατολογούνταν όλο και λιγόστευαν. Ακριβώς εκείνη την στιγμή, τα Σοβιετικά Στρατεύματα που αριθμούσαν περισσότερους από τέσσερα εκατομμύρια άνδρες, οι οποίοι είχαν συγκεντρωθεί στην Πολωνία, κατά μήκος του ποταμού Βιστούλα, αλλά και νοτίως των ανατολικών συνόρων της Πρωσίας, εξαπέλυαν την επίθεση που ο Χίτλερ είχε χαρακτηρίσει ως απάτη.