Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6
Ο Ποσειδώνας τους φέρθηκε καλά στο ταξίδι και κράτησε την θάλασσα ήρεμη και απαλή σαν λάδι. Κανένα κύμα δεν σηκώθηκε να τους εμποδίσει και έτσι την επόμενη μέρα, την ώρα που ο ήλιος μεσουρανούσε, το σκάφος τους έμπαινε στο λιμάνι του Πειραιά. Ουσιαστικά έμπαινε σχεδόν μόνο του, αφού παρά τις φωνές του Άρατου, οι ναύτες πιότερο «χάζευαν» τα μεγάλα τείχη του λιμανιού, παρά έκαναν την δουλειά τους. Κάποιος που ο Λάφιλος με τον Αμεινία τον φώναζαν γουρούνι, λόγω των κιλών του κι ενός μόνιμου βρυχηθμού που έκανε όταν μιλούσε, σαν να ήταν πάντα λαχανιασμένος, αλλά και του τρόπου που έτρωγε, είχε ακουμπήσει τους αγκώνες, στην κουπαστή και με το στόμα ανοιχτό, παρακολουθούσε τα μεγάλα αυτά τείχη που πέρναγαν δίπλα τους. Μπήκαν επιτέλους από το κεντρικό άνοιγμα μαζί με άλλα τέσσερα σκάφη, κάτω από το άγρυπνο λες, πέτρινο βλέμμα των δυό σκαλισμένων σε μάρμαρο λιονταριών που έστεκαν σε κίονες δεξιά και αριστερά της εισόδου.  Η πόλη στο βάθος έλαμπε στον ήλιο και η βουή έφτανε μακριά, σαν μελίσσι που είχε μόλις ξυπνήσει. Έμποροι που από το πρωί έδιναν και έπαιρναν τιμές για προϊόντα που ακόμη δεν είχαν ξεφορτώσει απ’ τα καράβια, φώναζαν με όλη τους την δύναμη σ’ ένα προχειροστημένο πλειστηριασμό, με εργάτες απ’ όλες τις μεριές του λιμανιού, που φορτωμένοι με σακιά, ξύλινα κιβώτια ή πήλινους αμφορείς, δημιουργούσαν ροές σαν του νερού που κυλά σε ανώμαλο έδαφος. Οι ναύτες του Άρατου εκτός από έναν ή δύο, πρώτη φορά έβλεπαν τόσο μεγάλο λιμάνι κι αν αυτό της Αίγινας τους φάνηκε θεόρατο, τότε τι να πουν γι αυτό που τώρα αντίκριζαν , αυτό που με πρόχειρους υπολογισμούς, πρέπει να ήταν το λιγότερο πέντε φορές μεγαλύτερο. Τόσο μεγάλο που το είχαν χωρίσει σε τομείς, απ’ ότι μπορούσαν να καταλάβουν, αφού όλα τα εμπορικά καράβια πήγαιναν στο κέντρο, τα βοηθητικά δυτικά, ενώ στο ανατολικό μέρος έδεναν τα πλοία που αντιπροσώπευαν την στρατιωτική δύναμη της Αθήνας. Άλλα από αυτά τα τελευταία, είχαν ρίξει την άγκυρά τους λίγο πιο ανοικτά στο λιμάνι, άλλα ήταν δεμένα στις δέστρες του ανατολικού μόλου, άλλα είχαν συρθεί στην άμμο, για να στεγνώσουν από το θαλασσινό νερό που έτρωγε τα ξύλα τους ή να επιδιορθωθούν κάποιες μικροβλάβες στα έμβολά τους ή στα πλαϊνά. Αυτά ήταν οι τριήρεις, σαν κι αυτή που είχαν δει  στην Αίγινα, μόνο που εδώ ήταν πολλές μαζεμένες σαν κοπάδι δελφινιών π’ αναπαυόταν στον ήλιο του μεσημεριού. Πάντα στρατιώτες οπλισμένοι με ασπίδα, θώρακα περικεφαλαία ξίφος και ακόντιο, επιθεωρούσαν όποιον ήθελε να πλησιάσει τα σκάφη.
-«Πω πω τριήρεις!!!! Πολλές έτσι, πάρα πολλές… τι να φοβηθείς μετά από αυτό το θέαμα; Εκτός κι αν είσαι ο βάρβαρος», ακούστηκε η φωνή του Αμεινία.
Ο Άρατος γέλασε στα λόγια του μικρού. Γύρισε το βλέμμα του και τον κοίταξε, έτσι όπως ήταν εκστασιασμένος από το θέαμα. Ήξερε πολύ καλά πως λειτουργούσαν τα μάτια και το μυαλό του πιτσιρικά, τι όνειρα έκανε βλέποντας αυτή την λεπτεπίλεπτη δύναμη.
-«Πολλές ε;», τον ρώτησε
-«Ουου, μάνα μου πολλές δεν λες τίποτα… πωπωπω… και όμορφες!»
-«Πολλές δεν είναι. Αρκετές ναι, αλλά όχι πολλές»
-«Όχι πολλές; Μα τι λες τώρα, αν τις βάλεις στη σειρά…. Θα φτάσουμε στην Κάλυμνο περπατώντας…»
Ο Άρατος δεν μπορούσε παρά να γελάσει σε αυτή την τελευταία πρόταση του μικρού.
-«Κι αν σου έλεγα ότι αυτό που βλέπεις είναι ένα πολύ μικρό κομμάτι του Αθηναϊκού στόλου, τι θα απαντούσες; Ξέρεις πόσα καράβια τέτοια έχει η Αθήνα; Πάνω από διακόσια, αλλά δεν είναι εδώ…»
-«Πάνω από διακόσια; Και πόσο είναι αυτό; Πολύ;  Πιο πολλά δηλαδή από αυτά εδώ; Υπάρχουν τόσα πλοία;»
-«Διακόσια είναι δέκα φορές πιο πολλά απ’ αυτά που βλέπεις. Αλλά οι Αθηναίοι έχουν άλλο λιμάνι για τον πολεμικό τους στόλο. Άλλο που το λένε Φάληρο…»
-«Φάληρο; Τι όνομα είναι αυτό;»
-«Το όνομα του παλιού ήρωα του Φάληρου του γιού του Άλκωνα… εγγονός δηλαδή του Ερεχθέα. Για κοίτα εκεί ψηλά, εκεί στο βουνό, τι βλέπεις;»
-«Τι βλέπω; Ένα βουνό, κι ένα τείχος ίσως κι ένα ναό. Ε. τι;»
-«Αυτό είναι το κάστρο που οι Αθηναίοι στρατιώτες βλέπουν όλη τη θάλασσα μέχρι την Αίγινα. Και επειδή τιμούν τους ήρωές τους, το ονόμασαν Μουνιχία, από τον ήρωα Μούνιχο. Και δίπλα είναι ο ναός της Αρτέμιδος, της προστάτιδας του Πειραιά και του Φαλήρου»
-«Πω πω πόσα ξέρεις καπετάνιε!», ακούστηκε μια φωνή από πίσω.
Εκτός από το μυαλό του μικρού, οι τριήρεις ήταν μυθικά σκάφη και στο μυαλό του Λάφιλου. Και να που τώρα τις έβλεπε για δεύτερη φορά δίπλα του και μάλιστα τόσες πολλές και ακούγοντας και τα λόγια του Άρατου, αναρωτιόταν αν οι Αθηναίοι μπορούσαν να φτιάξουν κι άλλες, αν τα δέντρα της Αττικής επαρκούσαν για ναυπήγηση περισσότερων. Κι ας ήξερε ότι αυτές που έβλεπε , όπως είπε ο Άρατος, δεν ήταν παρά ένα πολύ μικρό μόνο μέρος του στόλου. Και δεν ήταν άστοχη η εικόνα δελφινιού που έδιναν αυτά τα πλοία. Μακρόστενα λες, λεπτεπίλεπτα, είχαν το σχήμα των δελφινιών, με την φονική όμως δύναμη των Τιτάνων. Ήξερε ο Λάφιλος, ότι όταν οι κωπηλάτες βουτούσαν τα κουπιά στο νερό, κανένα άλλο σκάφος δεν μπορούσε να τα συναγωνιστεί σε ταχύτητα κι ευελιξία. Και όταν αποφάσιζαν να χτυπήσουν, αυτό το μεταλλικό έμβολο στην πλώρη μπορούσε να κομματιάσει κάθε πλευρό ξύλινο, να βουλιάξει οποιοδήποτε σκάφος όσο μεγάλο κι αν ήταν, μέσα σε λίγα λεπτά, χωρίς οι Αθηναίοι να κινδυνέψουν ιδιαίτερα. Ένα ζωγραφισμένο μάτι, δεξιά και αριστερά της πρώρας, που η όψη του σίγουρα θα είχε γίνει κακό όνειρο σε παλιούς εχθρούς, συνέτεινε στην ομοιότητα με το θαλάσσιο κύτος. Και πάνω στη γέφυρα, οπλίτες της θάλασσας, πεζοναύτες όπως άρεσε στους Αθηναίους να τους αποκαλούν, μπορούσαν χάρη στη σκληρή τους εκπαίδευση και τον εξελιγμένο οπλισμό τους να αποτελειώσουν τον αντίπαλο, σε μια μάχη καταστρωμάτων. Και πόσες νίκες δεν πρόσθεσαν αυτά τα πλοία στο κλέος της Αθήνας!!! Πόσα μακρινά εδάφη δεν έδιναν τα προϊόντα τους αλλά και φόρους στους Αθηναίους εξαιτίας των πλοίων αυτών και των πεζοναυτών τους!
Άξαφνα ακούστηκε κάποιο τύμπανο να χτυπά αργά και ρυθμικά. Γύρισαν όλοι τα μάτια τους προς τα κει που ερχόταν ο ήχος. Προς ένα πλοίο. Μια τριήρης είχε βουτήξει τα κουπιά στο νερό, κάποιοι ναύτες της προσπαθούσαν συντονισμένοι να ανοίξουν το μεγάλο τετράγωνο πανί, ενώ ο καπετάνιος με μια άγρια και βαριά φωνή, έδινε διαταγές για ελιγμούς μέσα στο λιμάνι. Εκατόν εβδομήντα πέντε κουπιά υπό τους ήχους του τυμπάνου, ανεβοκατέβαιναν σαν ένα, δείχνοντας την σωστή εκπαίδευση των κωπηλατών. Σε λίγα λεπτά το πλοίο είχε ελιχθεί ανάμεσα στα άλλα σκάφη και τώρα ξεμάκραινε με ταχύτητα να βγει στ’ ανοιχτά και στην πορεία των πανιών του, αφού οι άντρες που κωπηλατούσαν χρειάζονταν μόνο για ελιγμούς στα λιμάνια ή σε μάχες για εμβολισμό. Δεν άργησε να γίνει ένα μικρό σημάδι στον ορίζοντα.
Εν τω μεταξύ ο Άρατος είχε δέσει το σκάφος στο κέντρο του λιμανιού. Κατέβηκε και πλησίασε κάποιον έμπορο που έδειξε ενδιαφέρον για το αγώι του. Κάτι είπαν και ο έμπορος φάνηκε να συμφωνεί. Μετά ο καπετάνιος πήρε τον δρόμο για την πόλη. Ο Λάφιλος του φώναξε και τον έκανε να κοντοσταθεί. Κατέβηκε στο νοτισμένο χώμα της αποβάθρας.
-«Λοιπόν, μόνος σου θα πας στην πόλη; Έλεγα να έρθω μαζί σου»
-«Πάω να βρω τον διοικητή. Συμφώνησα να πουλήσουμε το κρασί και τα υπόλοιπα εμπορεύματα, κάποιοι ναύτες να πάνε το πλοίο πίσω και εμείς να δηλώσουμε την βοήθειά μας στον στρατό. Ο έμπορος που με είδες να μιλά, μου είπε ότι είναι μεγάλος ο κίνδυνος πια, αφού οι αγγελιαφόροι λένε ότι ο βάρβαρος πέρασε τα στενά του Εύξεινου και κατεβαίνει με τα πλοία του φορτωμένα με στρατό και μίσος. Σε μερικές μέρες, είκοσι εικοσιπέντε το πολύ θα έχει έρθει σιμά μας. Και είναι τόσοι πολλοί που δεν σταματούν  με τίποτα. Κι ο βασιλιάς τους, τους έταξε λεηλασία πραγμάτων και ανθρώπων και σφαγές. Και καταλαβαίνεις τι κίνητρο είναι η λεηλασία μιας πόλης σαν την Αθήνα! Έφτασε βλέπεις η ώρα και στην πόλη, δέκα στρατηγοί, προσπαθούν να καταστρώσουν σχέδια μάχης»
-«Μην αργούμε τότε, πάμε να βρούμε τον φρούραρχο»
Προχώρησαν μέσα από τα στενά σοκάκια του λιμανιού, τα γεμάτα σκουπίδια και ανακατεμένο χώμα. Ένας κουτσός που περπατούσε με την βοήθεια ενός κλαδιού δέντρου, τους ζήτησε ελεημοσύνη. Τα σμιχτά του φρύδια, τα σάπια δόντια μέσα στο γεμάτο σάλια στόμα, έδιναν μια αποκρουστική εικόνα κάποιου που θύμιζε άνθρωπο. Το σώμα του ήταν τυλιγμένο με ένα καταβρώμικο, κομματιασμένο πανί, μαύρο από την βρωμιά. Μύριζε απαίσια, ιδρώτας ούρα και απλυσιά είχαν γίνει ένα στον αέρα γύρω του. Όταν αρνήθηκαν να του δώσουν λίγα λεφτά, τους έβρισε χυδαία, με λέξεις που ο Λάφιλος άκουγε για πρώτη φορά στη ζωή του. Και βέβαια, αν και δεν ήξερε τι σήμαιναν, ποτέ του δεν θα ρώταγε. Προσπέρασαν και κάποια καπηλειά που το φως του ήλιου δεν έφτανε μέσα τους, αλλά η μπόχα της βρωμιάς και της κρασίλας, έδειχναν το επίπεδο των υπηρεσιών τους. Κάποιος κοιμόταν στην άκρη του δρόμου και σε κάθε ανάσα του, η σκόνη σηκωνόταν από τα ρουθούνια. Πολλές γυναίκες μπαινόβγαιναν σε ένα σπίτι, που κάποια στιγμή πρέπει να είχαν προσπαθήσει να το βάψουν με ώχρα. Έντονα βαμμένες με κεράσι και μπλε, στολισμένες με όσα πήλινα κοσμήματα πρέπει να είχαν στο σπίτι τους, χαμογελούσαν, έκαναν άσεμνες χειρονομίες, έβγαζαν την γλώσσα πάνω στα χείλη τους σε μια προσπάθεια πρόκλησης, αποκαλύπτοντας σάπια δόντια ή κενά ούλα. Και όλο γέλαγαν, λες και τα προβλήματά τους είχαν εξαφανιστεί. Τα ψηλά τους παπούτσια, κάτι σαν κόθορνοι, τις έδειχναν πιο ψηλές από ότι θα μπορούσε κάποια γυναίκα να είναι. Και σίγουρα πιο έκφυλες.
Μετά από περπάτημα δεκαπέντε λεπτών και αφού πέρασαν από πολλά ψηλά σπίτια, έφτασαν σε ένα οίκημα που ξεχώριζε από το κόκκινο , κεραμιδί θα το περιέγραφε καλύτερα κάποιος , χρώμα του. Στην είσοδο, δυό στρατιώτες με πλήρη εξάρτηση, στέκονταν όρθιοι, στητοί, ελέγχοντας όποιον ήθελε να μπει. Δώσανε εξηγήσεις για τον σκοπό της επίσκεψής τους και συνάντησαν ένα λοχαγό που προσφέρθηκε να τους ενημερώσει. Τους είπε ότι έπρεπε να πάνε στην Αθήνα και να πουν τα ίδια στον φρούραρχο της πόλης. Ενδιαφέρθηκε να μάθει πόσα άτομα ήταν και ενθουσιάστηκε αφού καμιά τριανταριά στρατιώτες θα προστίθεντο στο στρατό τους. Απογοητεύτηκε όμως από το επίπεδο της εκπαίδευσης τους. Οι δυό νέοι, γύρισαν στο πλοίο και αποφάσισαν ν’ αναχωρήσουν την επομένη το πρωί.
Ξύπνησαν πριν ο ήλιος σηκωθεί. Πολλές δουλειές της τελευταίας στιγμής, έπρεπε να γίνουν πριν την άνοδό τους στην πόλη των Αθηναίων, πολλές διαταγές να δοθούν και πολλές φροντίδες για το ταξίδι στην μεγάλη πόλη. Ο Αμεινίας αν και παιδί, είχε σηκωθεί από τους πρώτους κι ετοίμαζε τον μπόγο με τα χρειαζούμενα που θα έπαιρνε μαζί του. Ο Λάφιλος, σηκώθηκε από τις φωνές του Άρατου στους ναύτες, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του και ετοιμάστηκε σε πολύ λίγο χρόνο. Ήπιε μια κούπα με κρασί και έφαγαν όλοι ψωμί με κρεμμύδια και ελιές που έβγαλαν από κάποιο πιθάρι που είχε γλυκό κόκκινο ξύδι. Η μυρουδιά του πλοίου, κάτι ανάμεσα σε θαλασσινή αύρα και εμετό από κρεμμύδι και κρασί, έκανε τον Λάφιλο ν’ ανακατευτεί. Κατέβηκε γρήγορα την ξύλινη σκάλα που συνέδεε το σκάφος με την στεριά, προχώρησε λίγα βήματα μακρύτερα και με το πρόσωπο προς την θάλασσα, πήρε βαθιά ανάσα. Καλό του έκανε! Κοίταξε γύρω του μες το γκρίζο του πρωινού. Κάποιοι ναύτες από άλλα πλοία, είχαν ήδη αρχίσει να ετοιμάζουν τους μπόγους για ξεφόρτωμα. Οι αχθοφόροι ήταν ακόμα λίγοι στον μόλο, αλλά του έκανε εντύπωση ότι υπήρχαν πόρνες στα πόστα τους. Κάποια ιερόδουλος που μάλλον είχε περάσει την τέταρτη δεκαετία της ζωής της, έστεκε στην άκρη της ακτής και είχε βάλει τα πόδια στο νερό. Κουνούσε το κεφάλι της πέρα δώθε σαν κατάρτι πλοίου σε φουσκοθαλασσιά και γέλαγε σαν να σκεφτόταν την νύχτα που πέρασε ή σαν να έκλαιγε με γέλια. Το πρόσωπό της ήταν σκαμμένο από τον χρόνο και με ότι αλοιφή περιποίησης κι αν είχε βάλει, δεν μπορούσε να κρύψει αυτές τις βαθιές ρυτίδες. Το στόμα της μεγάλο με λεπτά χείλια, βαμμένα στο κόκκινο του ηλιοβασιλέματος με χυμό κερασιού, άνοιγε σε εκείνο το παράξενο γέλιο και άφηναν να φανούν τα λιγοστά δόντια που της είχαν απομείνει. Τα μάτια της τα είχε βάψει γύρω - γύρω με κάποια μαύρη μπογιά που περισσότερο την έκαναν να μοιάζει με αποκρουστική ερινύα, παρά με θελκτική γυναίκα που θα έδινες τον οβολό σου, έστω κι ένα οβολό, για να περάσεις την νύχτα σου μαζί της. Τα χέρια απλωμένα στους μηρούς της, έμοιαζαν με χέρια ανθρώπου που έκανε σκληρή χειρωνακτική εργασία, με τις φλέβες να πετούν σ’ όλο το μήκος του βραχίονα και να μπλέκονται σε κουβάρι στο εσωτερικό του μπράτσου.
Γύρισε κι αντίκρισε τον Λάφιλο. Έμεινε να τον κοιτάζει χωρίς να μιλάει, μέχρι που ο Άρατος κατέβηκε από το πλοίο και πλησίασε τον σύντροφό του. Έκανε μια κίνηση προς την μεριά της πόρνης, σαν να έδιωχνε κάποιο σκυλί, προσπαθώντας να την διώξει πριν εκείνη προλάβει να τους μιλήσει.
-«Λοιπόν Καλύμνιε, έτοιμος να δεις την Ιερή πόλη; Την μεγάλη;». Γέλασε με το καταφατικό, γεμάτο ανυπομονησία κούνημα του κεφαλιού του φίλου του. Τον έπιασε απ’ τους ώμους και τον τράβηξε αντίθετα από το μέρος που καθόταν η γυναίκα. Ο Αμεινίας που είχε εν τω μεταξύ κατέβει φορτωμένος με τον μπόγο του ταξιδιού, πλησίασε κοντά τους χτυπώντας τα πόδια από λαχτάρα σαν μικρό πουλάρι. Οι τρεις τους τράβηξαν τον δρόμο μέσα από το λιμάνι και την μυρωδιά της μούχλας των σοκακιών, μιλώντας δυνατά και χαρούμενα σαν να πήγαιναν σε γιορτή ή γάμο. Οι ναύτες θα περίμεναν μέχρι ο καπετάνιος τους να γυρίσει, περιποιούμενοι το σκάφος. Η πόρνη τους κοίταζε μέχρι που χάθηκαν μετά τα πρώτα σπίτια και άρχισε να χαμογελάει σε  κάποιο μεσόκοπο ναύτη που έτυχε να περνάει δίπλα της. Ο ήλιος άρχισε να βάφει την θάλασσα με τα χρώματα της ελπίδας!

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2014

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Έτριζε το ξύλο σε κάθε κούνημα του νερού. Κάπου – κάπου η πλώρα χτύπαγε πάνω στα χαλίκια δίπλα στον μόλο, κάνοντας τον μακρόσυρτο συριγμό της, θρήνο. Αέρας είχε σηκωθεί από νωρίς και ερχόταν τώρα από την ανατολική πλευρά του νησιού, από εκεί που ήταν οι αποθήκες των σφουγγαριών.  Κάποιοι μεθυσμένοι ναυτικοί κοντοστέκονταν  και παρακολουθούσαν με θολό το βλέμμα τους, τον Άρατο με τους άντρες του να κουβαλάνε σακιά και αμφορείς με νερό και κρασί στο σκάφος τους. Ο αέρας που φύσαγε τους έκανε να παραπατούν και στα χαλίκια μα πιο πολύ στη στενή σανίδα, την διαβάθρα, που συνέδεε το σκάφος με την στεριά. Έκανε και τις φωνές των φαντασμάτων να ακούγονται από τα βάθια του πελάγου, εφιαλτικά απομεινάρια πνιγμένων θαλασσινών.
Τα μεσάνυχτα είχαν περάσει αρκετή ώρα όταν ο καπετάνιος στράφηκε να ρίξει μια τελευταία ματιά στη μικρή πλατεία με τα καπηλειά. Το βλέμμα του, δεν συνάντησε τίποτα που να άξιζε της προσοχής του. Μόνο σκοτάδι και κάποιους δαυλούς μπροστά από τα ναυτικά στέκια – καταγώγια είδε, κάποια σκυλιά που αλυχτούσαν τη φωνή τους και σκουπίδια που ο αέρας  τα έκανε να συναγωνίζονται λες , σε αγώνα δρόμου. Μια κουκουβάγια ακούστηκε μέσα στο μαύρο της νύχτας, μια αχνή κραυγή που έκανε τους ναύτες να αλληλοκοιταχθούν και να γελάσουν, γιατί σε αντίθεση με τους στεριανούς, το είχαν για καλό σημάδι.
Ο Άρατος ανέβηκε στο πλοίο. Έλυσε την μικρή σανίδα, τον ομφάλιο λώρο με την στεριά κι έδωσε το παράγγελμα της αναχώρησης. Γύρισε πάλι προς το λιμάνι…. Και πάλι τίποτα. Μέχρι τέλους προσπαθούσε να εκπληρώσει την υπόσχεση που είχε δώσει στον φίλο του τον Τιμοκράτη. Τα έβαλε με τον εαυτό του που πίστεψε στο ανήσυχο πνεύμα του Λάφιλου. Κούνησε το κεφάλι του με απογοήτευση και έστρωσε την μικρή κουβέρτα που είχε περάσει στους ώμους του, πήρε στο αριστερό χέρι την αγκοίνη, (το σκοινί που δένει το κατάστρωμα με το πάνω μέρος του καταρτιού), και έπιασε με το δεξί το διάκι . Φώναξε στους άντρες του να βιράρουν και να ανοίξουν την γάμπια. Ο γιαλούσης έλυσε τα σκοινιά από τις δέστρες και  με ένα άνετο σάλτο ανέβηκε στο σκάφος. Το καμπανέλι άρχισε να γεμίζει με τους σταυρόκομπους του πρυμάτσου (τα σκοινιά της πρύμνης). Το ρεμέντζο ( το χοντρό σκοινί που δένει το σκάφος με τη στεριά), είχε κι αυτό μαζευτεί πια σε κουλούρα στο κατάστρωμα, κάνοντας τους ναύτες να πηδούν για να το αποφύγουν. Κάποιος που είχε την ευθύνη του γέμου (του φορτίου), έλεγχε το καργάρισμά του, με μικρές κραυγές θυμού, σε κάθε επιδιόρθωση. Η γάμπια άνοιξε με ένα παφλασμό σαν της θάλασσας, σαν σκάσιμο κύματος, τα σκοινιά έτριξαν τα καμπανέλια και το σκαρί άρχισε αργά και νωχελικά να ξαπολάει στη θάλασσα, ενώ από την πλώρη ακούστηκε αβάρα για να αποφύγουν τις φυκιάδες μετά το άνοιγμα στη βαθιά θάλασσα. Ο αέρας φυσούσε σταθερά, όχι πολύ δυνατός αλλά με αυτή την ταχύτητα θα μπορούσαν σε λίγες μέρες , τρεις ή τέσσερις, να φτάσουν στο λιμάνι της Αίγινας. Και από κει στον Πειραιά και στην μεγάλη Αθήνα.
Στο βάθος του ορίζοντα φαινόταν το περίγραμμα της Κω. Το φεγγάρι κρεμασμένο λες με αόρατη κλωστή, ανάμεσα στα δυό νησιά, χάραζε φωτεινό μονοπάτι στη θάλασσα, ενώ κάποιο δελφίνι αρκετά κοντά, πήδηξε στο νερό κάνοντας το παιχνίδι του με τους ανθρώπους. Το σκάφος συνέχιζε στην ρότα του γύρω από τα βράχια της στεριάς  μέχρι να «πιάσει» Λέρο και μετά νησί το νησί, να φτάσει στον προορισμό του, προσέχοντας τις ξέρες και τις φυκιάδες. Δυό ναύτες ήταν σχεδόν κρεμασμένοι έξω από το σκάφος, με δαδιά στα χέρια, να προσέχουν μέχρι το πελαγίσιο ξάνοιγμα. Τα κουπιά μαζεμένα στα πλαϊνά του κύτους, αχρείαστα προς το παρόν, αφού δεν χρειάζονταν ελιγμούς, γίνανε στήριγμα στις πλάτες των ναυτών. Η μυρωδιά από τα αντρικά σώματα, το ιώδιο της θάλασσας και βρεγμένου ξύλου, έδιναν αυτή την αγωνία της περιπέτειας. Στην πλώρη μέσα σε λινά χοντροκομμένα και ραμμένα με σακοράφα δέματα, σπαθιά, δόρατα και δερμάτινες ασπίδες, που με μεγάλη μυστικότητα είχαν μεταφερθεί εκείνο το βράδυ. Σαράντα άντρες όλοι κι όλοι, σκληραγωγημένοι στα βάσανα της θάλασσας, πίσω από ένα καπετάνιο έξυπνο και πονηρό, τολμηρό και γενναίο. Άντρες που ξεκίναγαν ταξίδι για πόλεμο.
Η φωνή ακούστηκε δυνατά σαν βροντή μες το σκοτάδι. Οι ναύτες που πρόσεχαν τη γραμμή πλεύσης, σήκωσαν τα μάτια προς τα βράχια. Ο Άρατος έτρεξε και πιάστηκε από την μπροστινή αντένα του σκαριού. Προσπάθησε να τρυπήσει την νύχτα, γουρλώνοντας τα μάτια, φέρνοντας το δάχτυλο στο στόμα να σιωπήσουν όλοι. Του φάνηκε ότι κάτι είδε και εστίασε εκεί. Οι ναύτες πήγαν όλοι στη δεξιά πλευρά του σκάφους κάνοντάς το να γύρει απότομα με τριγμούς. Δυό φιγούρες ανάμεσα στα βράχια, μέχρι τα γόνατα στο νερό, κουνούσαν κάτι μάλλον λευκού χρώματος, σαν μανδύας φαινότανε, ψηλά στον αέρα. Ο καπετάνιος γνώρισε την φιγούρα που κρατούσε το πανί. Χάρηκε με αυτό που είδε, τον Λάφιλο να παίρνει αυτή την απόφαση, μόνο που δεν περίμενε και το εντεκάχρονο αγόρι μαζί τους. Έδωσε διαταγή να μαζέψουν τη γάμπια στη μέση της και να βιράρουν τις δεξιές «χάντρες» της. Κόντραρε με το πηδάλιο και δυό κουπιά το τραβέρσο και γύρισε την μπούμα συνέχεια στο κύμα. Ήρεμα το σκάφος, έφτασε τα έξη με εφτά μέτρα από τα βράχια. Οι δυό φιγούρες από την ακτή είχαν αρχίσει να κολυμπούν χρησιμοποιώντας ένα δέμα που κουβάλαγαν σαν σχεδία. Κάποιο σκοινί έπεσε από το εμπορικό σκαρί και ο Λάφιλος έσπρωξε τον Αμεινία ν’ ανέβει πρώτος τα δύο μέτρα, μέχρι την κουπαστή. Οι ναύτες τους βοήθησαν με τον μπόγο και οι δυό τους τώρα στέκονταν μπροστά στον Άρατο.
-«Λοιπόν το αποφάσισες;», ρώτησε ο καπετάνιος.
-«Όχι τώρα. Πρέπει να το είχα αποφασίσει από τότε που έφυγε ο Τιμοκράτης, από τότε μόνο που δεν το ήξερα και εγώ ο ίδιος. Τώρα έστω και με λίγο «σπρώξιμο», βεβαιώθηκα».
-«Ωραία λοιπόν, το παιδί όμως τι το ήθελες μαζί σου; Δεν πάμε για διασκέδαση, μπορεί και να μην γυρίσουμε ποτέ στα «άγια χώματα», αυτό το σκέφτηκες; Ότι μπορεί δηλαδή να το οδηγήσεις στον όλεθρό του;»
-«Αν περάσουν οι βάρβαροι το στρατό των Ελλήνων, νομίζεις ότι θα γλυτώσει ακόμη κι αν μείνει εδώ; Θα του παρατείνω την ζωή για λίγο ακόμη; Στην Ελλάδα θα έχει κάπου να πάει, ακόμα κι αν χαθούμε όλοι εμείς!»
«Και δεν είμαι μικρός έτσι; Έχω περάσει έντεκα καλοκαίρια στη ζωή μου που λέει και ο κύριος απ’ εδώ», ακούστηκε η παιδική φωνή, δείχνοντας τον Λάφιλο.
Ο Άρατος χαμογέλασε, κοίταξε τον μικρό και του έδειξε μια φλοκάτη που ήταν πεσμένη στην πρύμνη για να κοιμηθεί. Πρόσφερε λίγο ψωμί με ελιές και κρεμμύδια στους νιόφερτους μαζί με μια κανάτα με νερό.
-«Άσε που απειλούσε να με μαρτυρήσει αν δεν τον έπαιρνα μαζί μου. Δεν ξέρεις τι κέρατο είναι. Πανέξυπνο και εργατικό παιδί, αλλά και μεγάλος εκβιαστής»
-«Δηλαδή, έφυγες κρυφά; Δεν το ξέρουν οι δικοί σου; Χα χα, μα τον Δία, το λέει η καρδούλα σου. Χα χα… όρε στενοχώρια που θα πάρουν οι δικοί σου μόλις σηκωθούν το πρωί. Δεν θα ξέρουν που είσαι, θα νομίζουν ότι έπεσες σε κανένα γκρεμό, ή ότι σ’ έφαγε κανένας λύκος. Χα χα χα… ωραίο χουνέρι τους σκάρωσες!»
-«Μην ανησυχείς, άφησα σημείωμα στην πόρτα της στάνης, μην ανησυχείς»
-«Μπα, δηλαδή ξέρεις γράμματα; Ξέρεις να γράφεις και να διαβάζεις;»
-«Ναι ήμουν τυχερός σε αυτό το σημείο στη ζωή μου. Μου έμαθε ο φίλος μου ο Ιόλαος, λίγα πράγματα βέβαια, άντε και λίγα από τον πατέρα μου, όσα ήξερε και αυτός, ικανά να διαβάσω ένα μικρό κείμενο, ή να καταλάβω τις ιστορίες των ηρώων. Μου έμαθαν και αριθμητική!! Να μετράω μέχρι και χιλιάδες, να προσθέτω, ν’ αφαιρώ, να πολλαπλασιάζω και λίγο να διαιρώ»
-«Μπράβο, χρήσιμα όλα αυτά. Εγώ μόνο αριθμητική ξέρω και να γράφω το όνομά μου. Αλλά δοξάζοντας τον Ποσειδώνα, τα καταφέρνω καλά στο εμπόριο, στη ζωή μου»
Ο Λάφιλος κοίταξε ολόγυρά του μέσα στο σκάφος. Είδε τους ναύτες να έχουν γυρίσει στις δουλειές τους, προσπαθώντας να επαναφέρουν την αρχική τους ρότα και ταχύτητα. Οι φλέβες στα μπράτσα και τον λαιμό φούσκωναν από την προσπάθεια να τεντώσουν τα σκοινιά, τα γυμνά πόδια γλιστρούσαν και κοντράριζαν συγχρόνως στο υγρό κατάστρωμα, ενώ οι φωνές τους αναμειγνύονταν με βρισιές κάθε που ο αέρας χαλούσε τις προσπάθειές τους.
-«Πες μου τι μπορώ να κάνω στο πλοίο. Να βγάλω το αγώι. Και το δικό μου και του Αμεινία»
-«Δηλαδή, τι ξέρεις να κάνεις; Τι ναυτικά πράγματα ξέρεις; Να κωπηλατείς, να ορτσάρεις τα πανιά;»
-«Τι είναι αυτό; Ελληνικά μου μιλάς τώρα;»
-«Πω – πω ούτε τις λέξεις δεν καταλαβαίνεις. Πόσο μάλλον να βοηθήσεις… άσε ξεκουράσου τώρα και το ξημέρωμα κάτι θα βρω να σου δώσω να κάνεις»
Ο ήλιος ξεκίνησε το ταξίδι του, μέσα σ’ ένα αέρα δυνατό, πολύ πιο δυνατό από της νύχτας. Το σκαρί δεν είχε απομακρυνθεί πολύ, μόλις είχε περάσει το λιμάνι της Λέρου και τα κύματα γίνονταν επικίνδυνα ψηλά. Μαύρα σύννεφα άρχισαν να μαζεύονται στον ουράνιο θόλο, μαύρα και τα μαντάτα στις καρδιές του Άρατου και των ναυτών του. Το σκάφος σηκωνόταν ψηλά με κάθε κύμα και μετά έπεφτε ξανά στο νερό με πάταγο, κάνοντας τον Λάφιλο να νομίζει ότι από στιγμή σε στιγμή θα κοβόταν στα δυό. Μα το χειρότερο ήταν, όταν η θάλασσα χτύπαγε στο πλάι. Έγερνε τόσο που νόμιζες ότι το κατάρτι θα ακουμπούσε στο νερό. Οι ναύτες έδεσαν τα κουπιά, έλεγξαν τους αμφορείς και ότι άλλο μπορούσε να πέσει στη θάλασσα και άρχισαν να μαζεύουν το πανί. Ο Αμεινίας είχε σκύψει έξω από το καράβι και άδειαζε ότι είχε το στομάχι του μέσα. Αν και ο αέρας είχε δυναμώσει πολύ περισσότερο από την ώρα που άρχισε τους εμετούς, η μυρωδιά από το κρεμμύδι που είχε φάει την προηγούμενη νύχτα, τον τρέλαινε και τον αναγούλιαζε σε βαθμό απελπισίας. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι έβγαζε πια, αφού όλο το στομάχι του πρέπει να είχε αδειάσει από ώρα. Μόνο κάτι γλοιώδες πικρό έφτανε στο στόμα του.
Και ο Λάφιλος ένιωθε άσχημα, βλέποντας κιόλας τον μικρό του φίλο, κρατούσε το στόμα κλειστό με δυσκολία. Απορούσε με τους ναύτες που δούλευαν, έτρεχαν από την μια μεριά του σκάφους στην άλλη, τράβαγαν κι έδεναν σκοινιά, κάρφωναν σπασμένα ξύλα, χωρίς να καταλαβαίνουν τίποτα από την θαλασσοταραχή και το νερό που τους έλουζε κυριολεκτικά.
Ο Άρατος κρατούσε τι διάκι του πηδαλίου με τα δυό του χέρια, όσο πιο σταθερά μπορούσε, μουσκεμένος από την κορυφή του κεφαλιού του έως τα νύχια των ποδιών του, φώναζε διαταγές και προσπαθούσε να καθορίσει κάθε τόσο την ρότα. Τα τεντωμένα σκοινιά έτριζαν, σαν ν’ αλυχτούσαν σκυλιά. Αυτό που οι ναυτικοί έλεγαν «σκυλιά της θάλασσας». Οι αμφορείς, άρχισαν να τρίζουν επικίνδυνα, ενώ σπόροι σταριού έπλεαν πάνω στο νερό που είχε πλημμυρίσει το μπροστινό αμπάρι, από κάποιο σκισμένο σακί. Μεταλλικός ήχος ανατριχιαστικά οξύς ακούστηκε απ’ την πλώρη, καθώς η μεταλλική επικάλυψη της καρίνας είχε σκιστεί κατά μήκος, από άγνωστο λόγο.
-«Όλα καλά», ακούστηκε η φωνή του καπετάνιου. «Όλα καλά, μόνο το κάλυμμα είναι, μόνο αυτό. Άντε ρε τεμπέληδες, τραβήξτε την αρπάγη και τον μίτο παιδιά, άντε να τελειώνουμε, πιο δυνατά βρε… γυναίκες είσαστε;»
Η καταιγίδα σταμάτησε τόσο απότομα όσο είχε έρθει. Μόνο μια δυνατή βροχή είχε απομείνει από την αντάρα του Ποσειδώνα και τα μαύρα σύννεφα που έκρυβαν τον ήλιο. Ακούγονταν τα κύματα και τα χτυπήματα από τα σφυριά των μαραγκών που προσπαθούσαν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν να επισκευάσουν τις ζημιές. Οι υπόλοιποι ναύτες που δεν είχαν κάποια επείγουσα δουλειά να κάνουν, ξάπλωσαν στα πλαϊνά του σκαριού να ξεκουραστούν, αφήνοντας την βροχή να τους χτυπά σαν ευεργεσία. Ο Αμεινίας δεν είχε συνέλθει από τους τόσους εμετούς και χλωμός σαν Ροδίτικο νόμισμα, καθόταν στις φτέρνες του σφίγγοντας τα χέρια γύρω από τα γόνατα.
-«Είδες;», είπε ο Λάφιλος, « το ταξίδι δεν είναι κάποια ευχάριστη εμπειρία ή ξεκούραση. Τώρα θα δεις και τα υπόλοιπα… γιατί δεν έχεις δει τίποτα ακόμα. Λένε πως ο Ικάριος πόντος είναι από τις πιο θυμωμένες θάλασσες που υπάρχουν, έτσι δεν είναι καπετάνιε; Έχω δίκιο;»
Ο Άρατος δεν απάντησε, μόνο γύρισε το κεφάλι και χαμογέλασε σαν επιβεβαίωση.
Μέρες κράτησε το ταξίδι, μέρες που άλλοτε πάλευαν με τον Ποσειδώνα και άλλοτε που απολάμβαναν την ηρεμία της Άρτεμης.  Μέρες που ο αέρας τους πήγαινε πιο κοντά στον προορισμό τους και μέρες που οι κωπηλάτες κατέβαλλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες να κρατήσουν την ρότα. Μέχρι που κάποιο ξημέρωμα φάνηκε στον ορίζοντα η κορυφογραμμή των βουνών της όμορφης Αίγινας. Έπιασαν λιμάνι κοντά στο μεσημέρι και τους φάνηκε πελώριο μπροστά σε αυτά που μέχρι τώρα ήξεραν. Πάνω από είκοσι σκάφη ήταν δεμένα σε δυό ελικοειδείς βραχίονες που εισχωρούσαν σαν φίδια στην θάλασσα. Σκάφη διαφόρων ειδών και από διάφορες χώρες. Ένα Κυπριακό, ξεφόρτωνε σακιά με γύψο, χάβαρα (είδος μυδιών), και χαλκό, κάνοντας τους εκφορτωτές να τρέχουν πάνω – κάτω στις αποθήκες με φωνές και βρισιές. Δίπλα ήταν δεμένο ένα πελασγικό πενηντάκωπο σκαρί με ωραίες πορφυρές γραμμές ζωγραφισμένες στα πλαϊνά του που το έκαναν να μοιάζει με σαΐτα που έφυγε από γιγάντιο  τόξο. Μεγάλες καλαθούνες γεμάτες μαύρες και μικρές πράσινες ελιές, περίμεναν τους εργάτες να τις ξεφορτώσουν, ενώ δυό έμποροι κανόνιζαν τις τιμές. Το Κορινθιακό σκάφος παραδίπλα, είχε αρχίσει ν’ αδειάζει από την σταφίδα που κουβαλούσε, χρησιμοποιώντας τους δικούς του ναύτες.

Αυτή η εικόνα στα μάτια του Λάφιλου και του Αμεινία, φάνηκε μαγική. Ζέστη, φωνές, κόσμος, εκατοντάδες σακιά με προϊόντα, εκατοντάδες αμφορείς με κρασί από κάθε γωνιά του κόσμου, από την Σάμο με το γλυκόπιοτο μαύρο νέκταρ της, μέχρι το Ετρουσκικό ξινό λευκό, στοιβαγμένα όλα πάνω στο χώμα του λιμανιού, μπροστά από μεγάλες αποθήκες με ξύλινες βαριές πόρτες. Μα το βλέμμα μαγεύτηκε από κάτι άλλο, κάτι μαγικό και μυθικό που είδαν…
Δεν είχε δέσει στον μόλο, αλλά ανοικτά στην είσοδο του λιμανιού, είχε ρίξει άγκυρα μην αφήνοντας κανένα να πλησιάσει δίπλα του. Στο κατάρτι που τώρα είχε μαζεμένα τα πανιά του, κυμάτιζε το Αθηναϊκό σήμα, το πιο γνωστό λάβαρο που υπήρχε στον Ελληνισμό. Ένα κομμάτι τριγωνικού πανιού με λευκό, πράσινο και κίτρινο χρώμα σε παράλληλες λωρίδες. Η Αθηναϊκή τριήρης, το σύμβολο της δύναμης της Ελλάδος, της ανωτερότητάς της απέναντι στους βαρβάρους, έστεκε εκεί, με τις τρείς σειρές των κουπιών της σε πλήρη ετοιμότητα για ελιγμό ή αναχώρηση ή μάχη ανά πάσα στιγμή, ατένιζε λες με υπεροψία το λιμάνι και την κίνηση των εμπόρων, την μεγάλη Αίγινα την ίδια.
-«Να, αυτή που βλέπεται είναι η περίφημη και ξακουστή τριήρης», είπε ο Άρατος. «Το πλοίο των Θεών όπως λένε!». Ο θαυμασμός του ήταν έκδηλος στα λόγια του, στο βλέμμα του, αλλά και στον τρόπο ομιλίας του. «Δείτε τους στρατιώτες πάνω της! Κοιτάξτε πόσο περήφανοι είναι! Μέσα στις γυαλιστερές χάλκινες πανοπλίες τους, λες ότι περιφρονούν και ειρωνεύονται τους πάντες… Αθηναίοι … λένε ότι ήρθαν να ζητήσουν βοήθεια από τους Αιγινήτες. Πρέπει να έφερε διαπραγματευτές από την Αθήνα, δεν βλέπω πουθενά τον κυβερνήτη, ούτε τον κελευστή. Μόνο κωπηλάτες και λίγους οπλίτες»
Ο Λάφιλος κοίταζε το πλοίο με αυτόν τον θαυμασμό του ανώριμου και αμόρφωτου κτηνοτρόφου. Αν και νησιώτης, οι γνώσεις του ήταν λίγες γύρω από τα ναυτικά και ιδιαίτερα τα πολεμικά πλοία. Τα μόνα που ήξερε γι αυτά, προέρχονταν από τις αφηγήσεις του Ιόλαου και βέβαια καταλάβαινε κι ο ίδιος ότι αυτά, στις ιστορίες του φίλου του, ήταν καράβια, άλλων, παλιών εποχών και καμία σχέση δεν είχαν ή δεν μπορεί να είχαν εκείνα τα χοντροκομμένα σκαριά με αυτό το αιθέριο που έβλεπε μπροστά του, με αυτό το «δελφίνι», που ήταν έτοιμο να ξεχυθεί στα πελάγη. Θα μπορούσε να κοιτάζει αυτή την πλωτή πολεμική μηχανή, για ώρες. Θα μπορούσε με την φαντασία του να την βλέπει να ναυμαχεί, με τους αλαζόνες στρατιώτες της να σπέρνουν τον όλεθρο και την καταστροφή στον αντίπαλο. Πάντα η αλαζονεία έθελγε τους ανθρώπους, πόσο μάλλον όταν αυτή συνοδεύεται από τέτοια και τόση ομορφιά. Την ονειροπόλησή του την διέκοψε ένα τράβηγμα στο χέρι. Ο Αμεινίας κοιτώντας κι αυτός το πολεμικό μπροστά τους, του έκανε σήμα με αυτό το τράβηγμα. 
-«Έχεις ξαναδεί τέτοιο σκαρί αφεντικό; Μπορεί ανθρώπινο χέρι να έχει κάνει κάτι τέτοιο; Πω πω , σχήμα, λεπτότητα και αρμονία και συνάμα δύναμη και αμείλικτη ωμότητα! Πραγματικά πλοίο των Θεών, καλά το λένε έτσι. Γιατί μόνο οι Θεοί θα μπορούσαν να το φτιάξουν έτσι! Κοίτα αυτό το μπροστινό του με το μέταλλο, τον σίδηρο μπροστά του… να δεις πως το λένε…»
-«Έμβολο. Αυτό είναι το μεταλλικό έμβολο, το όπλο του για να χτυπά τα εχθρικά σκάφη. Και βάστα να μην είσαι πάνω στο στόχο του… οι Θεοί να σε φυλάνε…»
«Ναι, αυτό το …έμβολο, σκέφτεσαι τι τρόμο θα προκαλεί όταν το βλέπεις να σε πλησιάζει; Σκέψου αφεντικό, είσαι στρατιώτης ή ναύτης  του εχθρού και γυρνώντας το κεφάλι βλέπεις αυτό το σκαρί, με το τρομερό του έμβολο, να έρχεται με όλη του την δύναμη και ταχύτητα από το πλάι, ίσα κατά πάνω στην δική σου ευθεία… πω πω μανούλα μου!»

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Η εικόνα πάντα ίδια, τα βράχια να σκίζουν τα κύματα, τα τζιτζίκια να σκούζουν ολημερίς και ο ήλιος να καίει ανελέητα τα θυμάρια. Στην ίδια πέτρα όπως κάθε μέρα ο Λάφιλος να παίζει την φλογέρα του με τον μελαγχολικό, άτονο σκοπό. Δίπλα του ο Αμεινίας με σκυφτό το κεφάλι, σκάλιζε με την άκρη ενός κλαδιού διάφορα σχήματα στο κόκκινο χώμα. Έκανε κύκλους, τον ένα μέσα στον άλλο, γραμμές που τέμνονταν και τρίγωνα που και μόνα τους αλλά και όλα μαζί, δεν σήμαιναν τίποτα. Κάπου – κάπου, χάλαγε τα σχέδια σέρνοντας το πόδι του, για ν’ αρχίσει απ’ την αρχή. Κάποιο απ’ τα σκυλιά γαύγισε δυνατά, κάνοντας και τους δυο, να γυρίσουν το κεφάλι με ανήσυχο βλέμμα, αλλά αποδείχτηκε καπρίτσιο του ζώου και όχι κάποιος κίνδυνος ή απρόσμενη άφιξη. Μόνο που στα μάτια του Λάφιλου μπήκαν οι εικόνες των κυμάτων που αναστέναζαν πάνω στα βράχια, στο βάθος του γκρεμού. Όχι το κύμα που χτυπάει στην σκληρή επιφάνεια, αλλά οι εικόνες της επιστροφής τους στην θάλασσα. Λες και του φώναζαν: « έλα κι εσύ, ταξίδι κάμε μαζί μας, μακρινό και όμορφο. Δες τόπους, ανθρώπους άλλους, πράγματα που δεν έχεις φανταστεί… μην μένεις εκεί στα βρόχια του καθημερινού σου τίποτα, μην πεθάνεις χωρίς να έχεις ζήσει, χωρίς να έχεις φτιάξει, χωρίς να έχεις αφήσει …. Καβάλα τα δελφίνια του Αιγαίου, πήγαινε στις μεγάλες πόλεις, στους μακρινούς ορίζοντες, στις μεγάλες αξίες».
- Τώρα θα κοιμάσαι με τα μάτια ανοικτά; Θα σου βγάλουν «κουτσουλά» πως είσαι αλαφροΐσκιωτος κι ονειροπαρμένος….
 Η φωνή του πιτσιρικά τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Το χέρι του σηκώθηκε να σκουπίσει μια σταγόνα ιδρώτα από το μέτωπο, κάνοντας τον μικρό, ενστικτωδώς να σηκώσει τα δικά του για να προφυλάξει το κεφάλι από την επερχόμενη σφαλιάρα. Όμως προς έκπληξή του, η αντίδραση ήταν τελείως διαφορετική. Ο Λάφιλος του χαμογέλασε και χάιδεψε τα μαλλιά του.
- «Κάτσε», του είπε. «Θα ήθελες να κάνεις κάποια στιγμή, ένα μεγάλο ταξίδι; Να δεις νέα πράγματα;»
- «Αμέ, αλλά για πού; Θα ήθελα να πάω να δω την Λέρο, αλλά πως; Και στην Ανεμούσα που είπε ο ξένος… κι εκεί θα ήθελα να πάω. Πρέπει να είναι όμορφη και έχει και σφουγγάρια, να δεις που θα έχει και πολλά στρείδια και αχινούς, να τους κάνεις με λεμόνι και λάδι. Μ μμμμ… γιατί λένε πως εκεί που έχει σφουγγάρια, υπάρχουν και τα υπόλοιπα καλούδια».
Ο Λάφιλος γέλασε με τον αυθορμητισμό και την λαχτάρα του μικρού.
- «Δεν μιλάω για την Λέρο, λέω για κάπου αλλού, πιο μακριά, πολύ πιο μακριά απ’ εδώ»
- «Δηλαδή; Για πού; Πιο μακριά από την Ανεμούσα;»
- « Ναι, τι θα έλεγες για την Αθήνα; Σου πέφτει λίγο μακριά;»
Προς στιγμή φοβήθηκε ότι κάτι έπαθε ο πιτσιρίκος. Τον έβλεπε που είχε μείνει με το στόμα ανοικτό, τα μάτια γουρλωμένα και ακίνητα και οι λέξεις λες και είχαν καρφωθεί στα χείλη του. Προσπαθούσε να ψελλίσει κάτι.
- «Α … α … Αθήηηηηηη….. να; Ποια Αθήνα; Την κανονική; Αυτή που έχει το ναό της Αθηνάς; Αυτή με την ακρόπολή της; Με τον ναό του Ηφαίστου και του Δία;»
- «Ναι, για αυτή λέω. Την Αθήνα του Κραναού, του Κέκροπα και του Σόλωνα»
- «Και θα πάμε; Μαζί;»
- «Έτσι λέω… μαζί»
- «Δηλαδή εσύ κι εγώ; Εγώ κι εσύ;»
Το καράβι που έφερε το πτώμα του Φιλοκλή, έδεσε στον μεσαίο μόλο του λιμανιού. Κόσμος πολύς μαζεμένος, είχε αρχίσει τον μονότονο αχό. Τέσσερις άντρες σήκωναν μια ξύλινη πόρτα που πάνω της είχαν τοποθετήσει τυλιγμένο σε σεντόνι το άψυχο σώμα. Τα γυμνά κορμιά τους, γεμάτα αλάτι και ιδρώτα από την προσπάθεια, έμοιαζαν με γλυπτούς παραστάτες σε τάφο. Μόλις πάτησαν την σανίδα που κατέβαινε το σκάφος, η γυναίκα και οι κόρες του νεκρού, κίνησαν προς το μέρος τους. Ακαθόριστες κραυγές και λαρυγγισμοί πλανιόνταν πάνω στο λιμάνι. Οι τρεις γυναίκες χίμηξαν ν’ αρπάξουν τη σωρό κόντρα στην προσπάθεια των ναυτών που προσπαθούσαν να ισορροπήσουν πάνω στο στενό ξύλο. Τα νύχια των γυναικών, μπήγονταν στους γυμνούς μηρούς, στους μύες των ποδιών, πληγώνοντας τα νεαρά κορμιά, κάνοντας το αίμα να κυλά ως τους αστραγάλους. Και αυτοί δεν μιλούσαν, δεν αναστέναζαν, δεν αντιδρούσαν! Τα δάκρυα, τα κλάματα, οι θρήνοι και η σκόνη, γέμιζαν τις ψυχές και τα μυαλά. Η μεγάλη γυναίκα, ικέτευε τους νέους, ν’ αφήσουν το νεκρό στο έδαφος. Τράβαγε τα μαλλιά της και χτυπούσε το στήθος, έσκιζε τα ρούχα της, λες και ήθελε να λευτερωθεί από τον πόνο. Κι εκείνοι, αμίλητοι, συνέχιζαν το δρόμο τους προς το ιερό του Ποσειδώνα. Οι κόρες, σχεδόν άυλες, σχεδόν διάφανες, έκλαιγαν με ρόγχο και ανημποριά. Ο πόνος παρέσυρε και τους υπόλοιπους που γνώριζαν και τις δικές τους πιθανότητες ζωής – θανάτου, σε αυτό το επάγγελμα. Ο ήλιος σα να γελούσε με αυτά που έβλεπε και αύξανε την ζέστη του, να κάνει ανυπόφορη τη στιγμή. Ίσως πάλι και να τιμούσε με τον δικό του τρόπο τον νεκρό.
Ο Λάφιλος ένιωσε την μάταιη στιγμή. Δεν μπορούσε να κλάψει αν και έβλεπε ότι όλοι είχαν δάκρυα στα μάτια, άντρες και γυναίκες, μικροί και μεγάλοι. Προχώρησε μακριά από το καράβι που είχε γίνει και δικαιολογημένα το κεντρικό σκηνικό της ημέρας. Θέλησε να περπατήσει μήπως και έπαιρνε λίγο αέρα. Αναζήτησε την σκιά, κάτω από κάποιο απ’ τα λιγοστά δέντρα, ίσως και καμιά πνοή δροσιάς από το πέλαγος. Δίπλα του κάποιοι άντρες, πιο ψύχραιμοι από τους υπόλοιπους, ανέλυαν κατά τη δική τους γνώμη, τα λάθη του Φιλοκλή που οδήγησαν στο χαμό του. Ένας ακόμη, που του φάνηκε και γνωστός, γύρω στα είκοσι πέντε, πλησίασε στην παρέα. Άκουγε, δεν μιλούσε, κοίταγε δεν έδειχνε, καταλάβαινε γιατί ήξερε. Μόνο το Λάφιλο που στεκόταν παραπέρα, παρατηρούσε με προσοχή. Λες και προσπαθούσε να διαβάσει το πρόσωπό του, να ξεκλειδώσει το βλέμμα του. Άφησε τους άλλους να φιλολογούν και τον πλησίασε.
-«Εσύ δεν είσαι ο γιός του Πυστίλου;», τον ρώτησε μισοκλείνοντας τα μάτια για να αποφύγει τον έντονο ήλιο.
Ο Λάφιλος εξεπλάγη. Κάπου τον ήξερε αλλά δεν γνώριζε από πού. Απάντησε καταφατικά με ένα στεγνό «ναι». Το μυαλό του προσπαθούσε να συνέλθει από την πρότερη εικόνα του λιμανιού και να σκεφτεί.
-«Εγώ είμαι ο Άρατος. Από δω, από την Ποθαία. Έχω αυτό το σκάφος που βλέπεις στον ανατολικό μόλο, αυτό με τα γαλαζωπά πανιά….»
Ο νέος έριξε το βλέμμα του στο πλοίο που του έλεγε ο ξένος. Αντίκρισε ένα πραγματικά όμορφο σκαρί, καλοστρωμένο για θάλασσα και φουρτούνα, για γρηγοράδα και φόρτωση. Τα γαλάζια του πανιά, αν και μαζεμένα, έδιναν μια αίσθηση ελαφρού ταξιδιάρικου θαλασσοπουλιού. Μια μόνο σειρά κουπιών σε κάθε πλευρά κι ένα καλοσχηματισμένο άσπρο μάτι με μαύρη ίριδα στην πλώρη, του έδιναν μια εικόνα κοντά στις περίφημες Αθηναϊκές τριήρεις, έστω και με πολύ φαντασία. Στο κέντρο της μπούμας, στον μπροστινό καταπέλτη, υπήρχε γαντζωμένη μια μεγάλη τροχαλία, πάνω σ’ ένα βίντσι που έδειχνε τον σκοπό του πλοίου: Ένα γρήγορο ελαφρύ εμπορικό σκάφος!
- «Ωραίο σκαρί Άρατε και καλοτάξιδο μου φαίνεται, αν και δεν έχω μεγάλη πείρα από πλεούμενα. Αλλά γιατί μου το δείχνεις; Δεν είμαι έμπορος για να με νοιάζουν τα ταξίδια, ούτε μαντατοφόρος να τρέχω στα πελάγη. Λοιπόν;»
Ο θαλασσινός τον έπιασε από τον αγκώνα και προσπάθησε να τον τραβήξει παραπέρα. Με το μάτι εντόπισε ένα καπηλειό που όλοι οι θαμώνες του είχαν σηκωθεί όρθιοι να δουν τον χαμό που γινόταν στο λιμάνι. Τράβηξε τον νεαρό βοσκό σε μια άκρη και κάθισαν παραγγέλνοντας μια κανάτα κρασί στον κάπελα, που σκούπισε βαριεστημένα το κούτσουρο που χρησιμοποιούσε για τραπέζι. Απ’ έξω, οι κλαυθμοί και το μοιρολόι έφταναν στον ουρανό και στα βάθη του πελάγου, να συγκινήσουν τον Ποσειδώνα. Η ζέστη είχε γεμίσει τον αέρα με μύγες που κάθε λίγο τσιμπούσαν όσο πιο δυνατά γινόταν, τα χέρια και τα πόδια των παρευρισκομένων.
- «Άκου Λάφιλε. Αναρωτήθηκες που σε ξέρω. Θα σου θυμίσω. Είσαι καρδιακός και παιδικός φίλος του Τιμοκράτη. Έτσι δεν είναι; Μου μίλησε για σένα ο φίλος σου. Τότε που έψαχνε καράβι για εμπόριο, είχαμε μιλήσει να πηγαίναμε μαζί. Μια ατυχία όμως, ένα σπάσιμο στο κουμπάσο του καταρτιού, χάλασε την συμφωνία. Σε καμιά δεκαριά μέρες, θα είμαι έτοιμος να ξανοιχτώ στα πελάγη. Λέω να πάω στην Αθήνα…»
- «Μα δεν είναι αργά τώρα, δηλαδή σε δέκα μέρες που λες να ταξιδέψεις; Αρχίζουν να φυσούν οι θαλασσινές ετησίες (μελτέμια), και όπως λέγει κι ο πατέρας μου : «Όταν τα χωράφια είναι γυμνά από στάχυα και όταν ο Ήλιος με τον Λέοντα και τον Τήμο εμφανίζονται για πρώτη φορά μαζί στον ουρανό, τότε οι ετησίες σφυρίζοντας πέφτουν ορμητικά στο απέραντο πέλαγος. Τότε τα ταξίδια ούτε και με κουπιά είναι ευνοϊκά και είναι οι στιγμές που μου αρέσουν τα μεγάλα καράβια. Γιατί κι αυτά «τρώνε» την περηφάνια τους στις ορέξεις του Θαλασσοθεού» . Και μα τον Δία, δεν βλέπεις που τα αστέρια τις νύχτες είναι πιο δυνατά και πιο καθαρά, ο ουρανός την μέρα πιο γαλανός; Αυτό σημαίνει ότι οι ετησίες έρχονται. Ποιος λοιπόν ο λόγος να φύγεις τώρα, αφού ναι μεν θα φτάσεις στην Αθήνα, αλλά δεν θα μπορέσεις να γυρίσεις, τουλάχιστον μέχρι τον Θευδαίσιο (Ιανουάριος), για να μην πω μέχρι τον Πεδαγείτνιο (Φεβρουάριος) ή και τον Βαδρόμιο (Μάρτιος), τότε δηλαδή, αν θα μπορέσεις μέσα στο το καταχείμωνο»
- «Να γυρίσω; Και μάλιστα γρήγορα; Χα χα χα χα…. Μα την θεά ¨Αρτεμη, έχεις δίκιο να μην ξέρεις Λάφιλε, έχεις δίκιο. Δεν φεύγω για να γυρίσω, όχι σύντομα τουλάχιστον. Νομίζεις πραγματικά, ότι ο φίλος σου έφυγε για εμπόριο; Νομίζεις ότι κυνήγαγε το χρήμα; Χα χα χα χα… , μα τους Θεούς, πολύ τον αδικείς αν αυτό πιστεύεις. Αλλά κι εσύ όλη μέρα με τα πρόβατα, λογικό να μην μαθαίνεις τα νέα. Για πόλεμο πηγαίνει ο φίλος σου, για πόλεμο και δόξα! Δεν έμαθες ότι οι βάρβαροι κατεβαίνουν λεφούσια να χτυπήσουν; Δεν έμαθες για το μίσος που τρέφουν για εμάς τους Έλληνες και ειδικότερα για τους Αθηναίους; Γι αυτό και οι τελευταίοι, έστειλαν απανταχού στην Ελλάδα μαντάτο, όπου κι αν βρίσκεται Έλληνας να βοηθήσει στον πόλεμο που έρχεται. Βέβαια εδώ στο μέρος μας, απεσταλμένος δεν ήρθε, μικρό μέρος βλέπεις, τι να βοηθήσει; Αλλά έστω και δυό και τρεις και δέκα αν πάνε, βοήθεια δεν είναι και αυτή; Ξέρω την ερώτηση που έχεις μέσα στο μυαλό σου. Την ξέρω. Τι θα γίνει με τις Καλυδνίους νήσους, αφού πρώτα εδώ θα χτυπήσουν τα στίφη. Κακό να το σκεφτείς. Ίσως και το μοιρολόι που ακούς έξω, να μην είναι μόνο για τον νεκρό σφουγγαρά, αλλά για όλους εμάς που μπορεί η μοίρα να σταθεί αδυσώπητη. Κανένας δεν θέλει να μιλήσει γι αυτό, αλλά όλοι φοβούνται το χειρότερο. Κι αν μείνουμε εδώ, εμείς οι πιο νέοι, τι θα κάνουμε; Λίγοι είμαστε, χωρίς σοβαρά, καλά όπλα, ανεκπαίδευτοι θαλασσινοί και κτηνοτρόφοι όπως του λόγου μου και του λόγου σου. Στην πρώτη κρούση θα μας σφάξουν… αν όμως πάμε με τους Αθηναίους, με τον στρατό που ετοιμάζουν, μπορεί και να έχουμε κάποια ελπίδα να δοξαστούμε. Ωραίοι Έλληνες! Αυτοί είναι άνθρωποι μορφωμένοι, με μεγάλη πείρα στους πολέμους, με νέους που συνέχεια γυμνάζονται και στο σώμα και στον νου. Με στρατηγούς ικανούς, με όπλα άριστα και πνεύμα δεμένο με τον Θησέα και τον Ηρακλή. Ανίκητους τους λογαριάζει ο υπόλοιπος Ελληνισμός, ακόμα και οι Λακεδαιμόνιοι τους φοβούνται, όσο φοβάται ένας Λακεδαιμόνιος δηλαδή, και τους ασπάζονται σε θέματα στρατιωτικής τακτικής. Ίσως ο βάρβαρος, να μην υπολογίσει το μικρό μας νησί και το προσπεράσει, έτσι αδιάφορα. Ίσως και όχι πάλι. Όπως και να είναι όμως, η μεγάλη μάχη δεν θα δοθεί εδώ ή σε κάποιο μικρό νησί του πελάγου. Η μεγάλη σύγκρουση, θα πάρει μέρος σε μεγάλη πεδιάδα, κοντά στην Αθήνα, εκεί όπου μπορούν οι στρατοί, να εξολοθρεύσουν ο ένας τον άλλο».
Ο Λάφιλος τον άκουγε με προσοχή και βρήκε τον εαυτό του τελείως απροετοίμαστο για τέτοια μαντάτα. Κάτι βέβαια είχε ακούσει από κάποιες διάσπαρτες κουβέντες που έκαναν οι γέροντες, αλλά ποτέ δεν είχε συνειδητοποιήσει την τραγικότητα ή το σύντομο της κατάστασης.
Ένιωσε ένα ρεύμα αέρα πίσω του και σχεδόν ανατρίχιασε. Γύρισε και κοίταξε προς το πέλαγος. Κύματα σαν μικρά προβατάκια σε γαλάζιο λιβάδι, είχαν κάνει την εμφάνισή τους, μέχρι έξω, κοντά στο λιμάνι. Τα δεμένα σκάφη είχαν αρχίσει να χορεύουν στο νερό, με ήσυχες νωχελικές φιγούρες, μια πάνω, μια κάτω, σκύβοντας τα κατάρτια τους, πότε δεξιά, πότε αριστερά τραβώντας με παράξενους θαλασσοτριγμούς τα σκοινιά των μόλων. Ο Αμεινίας πλησίασε και κάθισε δίπλα τους, αμίλητος και συνοφρυωμένος. Έξυνε το πόδι του με μανία, εκεί που κάποια μύγα είχε βρει πεδίο δράσης, σε βαθμό να το ματώσει. Μια κοίταζε τον μικρό του αφέντη, μια τον ξένο. Κάτι είχε πάρει το αυτί του όταν στεκόταν παράμερα και δεν του άρεσε, κάτι για πολέμους και καταστροφές. Ήξερε από τις διηγήσεις του Ιόλαου, τα κακά και άσχημα των πολέμων και η παιδική του φαντασία τα μεγάλωνε εκατό φορές πιο πάνω.
- «Άρχισαν κιόλας οι ετήσιες», είπε ο Άρατος κοιτάζοντας κι εκείνος την ταραγμένη θάλασσα. «Πρέπει να ετοιμάζομαι για αναχώρηση πολύ πιο γρήγορα απ’ ότι υπολόγιζα. Μη με βρουν οι αέρηδες μακριά από γη, μη με σκεπάσει ο Ποσειδώνας με νερό. Λοιπόν Λάφιλε, τι λες; Θέλεις να δοκιμάσεις τις δυνάμεις σου μακριά απ’ εδώ; Να έρθεις μαζί μου στην Αθήνα και στη δόξα; Πολύ θα χαιρόταν ο φίλος σου ο Τιμοκράτης αν το μάθαινε! Πολύ περισσότερο αν σε έβλεπε μπροστά του!»
Δεν ήξερε τι να σκεφτεί όμως. Του ήρθαν όλα τόσο απότομα, τόσο εκνευριστικά καλόηχα μα και τόσο ξένα από την καθημερινότητά του. Ντράπηκε που, με τόσες σκέψεις, γεμάτες ντροπή και απόγνωση για την κατάσταση της παραμονής του στο νησί, φάνηκε ανέτοιμος γι αποφάσεις.
«Τι να κάνω», σκέφτηκε. «Πως ν’ αποφασίσω για κάτι τόσο ονειρεμένο και τρομακτικό συνάμα;»
Ο Αμεινίας τον κοίταζε με προσμονή, ανυπόμονα και την ίδια στιγμή καρτερικά. Έβλεπε στο πρόσωπο του νέου προσπαθώντας να μαντέψει την απόφασή του, πριν ακόμη την πει, από κάποια σύσπαση ή τυχαίο βλεφαρισμό. Τίποτα όμως. Ο Λάφιλος δεν έδειχνε καμία αντίδραση, λες και δεν είχε ακούσει τίποτα. Μόνο τα δάχτυλα του ζερβού του χεριού, έπαιζαν πάνω στο γόνατό του. Πρέπει να πέρασαν αρκετά λεπτά, που κανείς τους δεν έβγαλε κουβέντα από το στόμα, που κανείς δεν κουνήθηκε. Οι θρήνοι από το λιμάνι είχαν ξεθωριάσει, αφού το πλήθος, είχε αρχίσει την ανηφόρα για το χωριό. Πρόθεση, εκφορά, ταφή και περίδειπνο. Όλη η ιεροτελεστία έπρεπε να τηρηθεί για τον αγνό άντρα. Εναπόθεση της σωρού στη νεκρική κλίνη και θρηνωδία των οικείων του, μα πρώτα έπρεπε το σώμα να πλυθεί από τα αμαρτήματα της ζωής του, ν’ αρωματιστεί από τις κόρες του, να του φορέσουν το λευκό μακρύ μανδύα του που κράταγε χρόνια κρυμμένο για αυτή τη στιγμή, να του βάλουν λουλούδινο στεφάνι στα καλοχτενισμένα μαλλιά. Μετά θα τον ξενυχτήσουν οι δικοί του, με τα μοιρολόγια της απελπισίας τους και πρωί – πρωί, θ’ αρχίσει, βουβά, η μεταφορά του νεκρού από το σπίτι, στον τόπο της ταφής του.
Μόνο σκόνη είχε μείνει στον αέρα. Σκόνη και μύγες. Ο Άρατος σηκώθηκε από το τραπέζι πίνοντας την τελευταία γουλιά από το κρασί του. Κοίταξε τον συνομιλητή του, που τόση ώρα περίμενε για απάντηση και έφυγε. Μόνο πριν απομακρυνθεί γύρισε και του ψιθύρισε:
- «Αν μετανιώσεις, θα με βρεις σε δυό νύχτες από τώρα στο μόλο. Μεσάνυχτα, αν βέβαια ο Αίολος το θελήσει, θ’ ανοίξω πανιά. Μεσάνυχτα και σιωπηλά. Γεια σου τώρα»

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

Δύτης με σκαντάλι

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Ο Λάφιλος πρόσεξε το ονειροπόλο βλέμμα του μικρού κι ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Αν και η διάθεσή του κάθε άλλο από χαρούμενη ήταν, κάτι μέσα του, τον έκανε να τον πειράξει. Ανέβηκε στη μεγάλη πέτρα που σηματοδοτούσε την είσοδο του κτήματος, άνοιξε τα χέρια σε σταυρό και με βαριά φωνή που να θυμίζει κάτι το απόκοσμο, άρχισε να λέει:
«Λοιπόν μικρέ και ανόητε σκυλομούρη Αμεινία, κατάλαβες επιτέλους ότι Εγώ, ο μέγιστος των Θεών, ο πατέρας των ανθρώπων και εξουσιαστής των πάντων, σου δίνω την βραδινή σου μαγεία, ανάβοντας όλους αυτούς τους δαυλούς στα ουράνια;»
Ο μικρός γύρισε τα μάτια πάνω του και χαμογέλασε. Του άρεσε αυτή η μικρή θεατρική απόδοση του Λάφιλου.
«Και γιατί παρακαλώ, τα ανάβεις;», ρώτησε ο νεαρός με τάχα σοβαρό ύφος.
«Για να μπορούν οι άνθρωποι να βλέπουν που πηγαίνουν την νύχτα και να μην πέφτουν ο ένας πάνω στον άλλο, να μην σκουντουφλάνε και σπάνε τα μούτρα του! Κατάλαβες;»
«Εγώ κατάλαβα Δία μου, αλλά μια – δυό ερωτήσεις ακόμα θα ήθελα να τις κάνω»
«Και ποιες είναι αυτές, ανόητε ποντικομούρη;»
«Πρώτον, αφού λες ότι σ’ ενδιαφέρει να βλέπουν οι άνθρωποι, γιατί νυχτώνεις τον ουρανό; Και, κάτι ακόμα, … αν οι άνθρωποι δεν βλέπουν την νύχτα, η φωτιά γιατί υπάρχει; Μόνο για να ψήνουμε το φαί και για την ζέστη; Και τα λυχνάρια φωτιά δεν έχουν; Αμ … νομίζω και για να βλέπουμε! Οπότε οι φωτιές στον ουρανό, αυτές που τις λένε άστρα, είναι περιττές, … δεν συμφωνείς, ω εσύ Ευάνεμε και Κελαινεφή Ζεύ; Και κάτι τελευταίο, … δεν ξέρω αν θα ήταν κακό μια νύχτα χωρίς φως, αν, λέω αν, δύο άνθρωποι έπεφταν ο ένας πάνω στον άλλο. Ας πούμε για παράδειγμα, αν ο γιός του αφέντη μου, ο γλυκός και ευγενικός Λάφιλος, έπεφτε ας πούμε πάνω … σε ποιόν να πούμε …. να στην Πασιφάη…. θα ήταν κακό; Τι λες λοιπόν εσύ γι αυτό , Επιτήμωρα Δία μου;»
Ο Λάφιλος κοίταζε τον μικρό του συνομιλητή με το στόμα ανοικτό. Πανέξυπνος, σκέτο σαΐνι που θα έλεγε κατά την προσφιλή του έκφραση και ο Τιμοκράτης, τον είχε στριμώξει με ερωτήσεις και υποθέσεις που δεν είχε ποτέ ασχοληθεί να δώσει απαντήσεις, ή με «καρφιά», γύρω από τα προσωπικά του. Πήδηξε κάτω από την πέτρα κι έριξε μια ξεγυρισμένη καρπαζιά στο ξανθό κεφαλάκι. Πάντα αυτό έκανε όταν δυσκολευόταν κι αυτό το κεφαλάκι είχε άμοιρες καρπαζιές δεχτεί. Κάθισε δίπλα του και γύρισε κι εκείνος το βλέμμα στον ουρανό. «Ίσως και ο Τιμοκράτης να κοιτάζει τώρα το ίδιο άστρο με μένα», συλλογίστηκε μισοκλείνοντας τα μάτια. «Μόνο που εκείνος τόλμησε», συμπλήρωσε.
Δεν κατάλαβε πόση ώρα είχε περάσει, όταν ακούστηκε φασαρία από το σπίτι του Φιλοκλή, του γείτονα που πάντα πρόστρεχε σε βοήθεια του πατέρα του, είτε για δουλειές, είτε για να αδειάσουν κανένα κανάτι από κρασί, ή το λευκό πιοτί των θαλασσινών, αυτό που μόνο οι άντρες των ωκεανών μπορούσαν να κατεβάσουν στα λαρύγγια τους. Σηκώθηκε ανήσυχος και κίνησε κατά τον γείτονα. Ο Αμεινίας είχε τρέξει πρώτος και τώρα χτύπαγε την εξώπορτα και αυτό τον έκανε να κινηθεί κι αυτός πιο γρήγορα, ενώ από το σπίτι του ακουγόταν ο πατέρας του, που έτρεχε κι αυτός με την κάπα του ριγμένη στους ώμους, όπως – όπως. Οι φωνές από το σπίτι του Φιλοκλή, δυνάμωναν και είχαν μετατραπεί σε θρήνο πια. Του φάνηκε ότι πέρασε ένας αιώνας μέχρι να τρέξει τα τριάντα μέτρα που απείχε. Μπήκε μέσα, με τον Αμεινία μπροστά του και τον πατέρα του να τρέχει ξωπίσω του. Στο κέντρο του σπιτιού, η γυναίκα του γείτονα τράβαγε τα μαλλιά της, κλαίγοντας στην αγκαλιά των δυό κοριτσιών της κι ενός ξένου άντρα, όχι μεγαλύτερου από πενήντα χρόνων, με πρόσωπο τραβηγμένο από την αλμύρα της θάλασσας, καμένο από τους ήλιους και τους ανέμους του πελάγους. Φαινόταν άντρας σκληρός και δοκιμασμένος στα δύσκολα, όμως τα μάτια τώρα ήταν γεμάτα δάκρυα και πόνο. Κρατούσε στην αγκαλιά του την γυναίκα και τα βλέμμα του ήταν καρφωμένο στο μικρό παράθυρο που έδειχνε στον δρόμο.
«Τον χάσαμε Πυστίλε, τον χάσαμε… ωιμέ Ποσειδώνα Κυανοχαίτη, μου τον πήρες, μου τον πήρες τον άντρα τον καλοσυνάτο, το στήριγμα της ζωής μου. Ω, Λαρνάκιε αδερφέ του Δία, την κατάρα μου να έχεις…»
¨Σιώπα γυναίκα, σιώπα. Μην τα βάνεις με τους Θεούς. Θεοί είναι, δεν ξέρεις… ανάγκη τους έχεις, σταμάτα το λοιπόν τις κατάρες…», της απάντησε ο ξένος. Με το χέρι του προσπάθησε να της κλείσει το στόμα, ενώ εκείνη πάλευε με τον τρόμο της και την απόγνωση. Ο Πυστίλος στάθηκε κοντά της και σκύβοντας, της χάιδεψε το πρόσωπο, ανίκανος να αρθρώσει έστω και μια λέξη. Κοίταξε τον ξένο και άρχισε να καταλαβαίνει στο περίπου τα συμβάντα. Όταν μετά από αρκετή ώρα η γυναίκα εξαντλημένη από το κλάμα και τον πόνο ηρέμισε, προσπάθησε να μάθει και να καταλάβει τα γεγονότα από τον άγνωστο.
Κάθισαν στο μικρό τραπέζι, οι τρείς άντρες, αφήνοντας την φροντίδα της παραπαίουσας γειτόνισσας στις κόρες της. Ο ξένος, έξυσε τα αξύριστα μάγουλά του, έτριψε τα κοκκινισμένα μάτια του, πήρε μια κούπα που είχε λίγο νερό και το ήπιε μονορούφι. Φαινόταν ανίκανος να εξηγήσει εκείνη τη στιγμή με λεπτομέρειες τα γεγονότα, όμως έπρεπε να τα πει, να μάθουν και οι άλλοι, αλλά και για να τα βγάλει από μέσα του, ν’ αδειάσει την ψυχή του. Κοίταξε κατάματα τον Λάφιλο, μετά τον πατέρα του και ξερόβηξε. Εκείνη την στιγμή, μπήκαν αλαφιασμένοι από την ξεχασμένη ανοικτή πόρτα, ο Εξηκεστίδης με την γυναίκα του την Λευκονόη, προσπαθώντας και αυτοί να καταλάβουν. Η γυναίκα, άφησε τους άντρες μόνους να μιλήσουν. Ο Εξηκεστίδης, κάθισε στο τραπέζι περιμένοντας εξηγήσεις. Όλοι κοίταζαν με αγωνία, τον αμίλητο ξένο.
«Με λένε Αντίχορο και είμαι από το μικρό νησί της Λέρου. Καπετάνιος σε καλό σκαρί του σφουγγαριού. Πολλές φορές συναντηθήκαμε με τον Φιλοκλή, αφού κι αυτός κατέβαινε με το σκαντάλι στα νερά της Ανεμούσας (Κάρπαθος). Πάντα του ήταν παράτολμος και κυνηγούσε το μεγαλύτερο σφουγγάρι. Κι όλοι εμείς απ’ τα άλλα πλεούμενα, του φωνάζαμε να μην κάνει της κούτρας του τα τρελά, ότι κι αυτός είναι άνθρωπος και μπορεί να τον χτυπήσει η κακιά η αρρώστια του νερού. Όμως αυτός τίποτα! Όλο και πιο βαθιά πάενε με την μια ανάσα και μάλιστα με δυό σκαντάλια στα χέρια, για μεγαλύτερο βάρος, για πιο γρήγορα. Μέχρι που πριν μέρες, δεν ξανανέβηκε. Πέντε άντρες τον ψάξανε κάτω στα σκούρα νερά, ένας από κάθε πλοίο που ψάρευε το σφουγγάρι εκεί, αλλά τίποτα. Μόνο κατά το λιόγερμα ακούσαμε μακρινή φωνή, από σκαρί στα ρηχά του νησιού να μας φωνάζει. Αέρας έγινε το κουπί στα χέρια των δικών του και όταν έφτασαν εκεί, μόνο το μελανιασμένο κουφάρι με το δέρμα στη μέση, βρήκαν, φουσκωμένο σαν τσαμπούνα κι αίμα ξεραμένο στα ρουθούνια. Ούτε τα σκαντάλια, ούτε τις μαχαίρες αποκόλλησης βρήκαν. Μείναν εκεί οι ναύτες να τον περιμαζέψουν, να τον ετοιμάσουν μην και τον δει η κυρά του σαν σκέτο τομάρι, αλλά άνθρωπο. Εγώ που τον ήξερα, συμφωνήσαμε να προστρέξω, να το ανακοινώσω. Μαύρο καθήκον και θλιβερά ταπεινό. Φίλο χάνεις, συγγενείς αντιμετωπίζεις, πόνο με πόνο, αλλά κάποιος πρέπει να το κάμει κι ετούτο. Αύριο θα έχουν έρθει και οι δικοί του με το κουφάρι και αλήθεια τρέμω τη στιγμή, που κόρες και γυναίκα θα το αντικρύσουν».
Ο Λάφιλος δεν μιλούσε, σε αντίθεση με τον πατέρα του που όλο ρώταγε τον ξένο για πληροφορίες, μόνο κάρφωσε τα μάτια στο πάτωμα και σκεφτόταν. «Και τι έκανε στη ζωή του ο Φιλοκλής; Μήπως έδωσε κάτι στην οικογένειά του; Μήπως έζησε κάτι έξω από το μικρό του νησί; Δυό κόρες που η αγωνία του καθημερινού αγώνα για λίγο φαί, θα τις άφηνε τώρα ορφανές, ανύπαντρες κοπέλες, χωρίς προίκα, χωρίς προστάτη, με μια μάνα που ξαφνικά, φορτώθηκαν στην πλάτη τους. Κι εγώ; Τα ίδια; Με τα ζωντανά κάθε μέρα να πηγαίνω στη βοσκή, χωρίς να δω μακρινούς τόπους, χωρίς άλλες παραστάσεις έξω από τα βράχια και τα ξερά βουνά του νησιού;»
Γύρισε το βλέμμα ολόγυρα στο δωμάτιο, ενώ στα αυτιά του, έφταναν λες από μακρινό όνειρο, ο θρήνος της γυναίκας και οι χαμηλόφωνες κουβέντες των ανδρών. Κοίταγε, χωρίς να βλέπει. Σταμάτησε τα μάτια του, στο πρόσωπο του Αμεινία. Το μικρό παιδί τον κοίταγε επίμονα, διεισδυτικά, λες και του έλεγε: «Ξέρω τι σκέφτεσαι». Πρώτη φορά το παιδικό του πρόσωπο ήταν τόσο σοβαρό και ανέκφραστο.
Η ώρα πέρασε, ο ξένος αποκαμωμένος απ’ το ταξίδι και το καθήκον, έφαγε λίγο ψωμί και ελιές, που του πρόσφερε η μια κόρη και έπεσε στο πάτωμα σε μια γωνιά να ξανασάνει, όπως είπε ο ίδιος. Εκεί τον βρήκε και ο ύπνος να τον αλαφρώσει. Το σχεδόν σιωπηλό μοιρολόι των γυναικών, στο μεταξύ είχε έρθει και η γυναίκα του Πυστίλου, η Διογένεια, τον νανούρισε. Οι άντρες σηκώθηκαν να φύγουν, αφού η μέρα είχε ήδη χαράξει, τα ζώα περίμεναν και δεν ξέρουν από θρήνους και χαμούς και οι δουλειές που υπήρχαν, δεν έπαιρναν καθυστέρηση. Θα πήγαιναν στο λιμάνι της Ποθαίας αργότερα όταν θα έβλεπαν το πλοίο που έφερνε το πτώμα του παλιού τους φίλου, στο πέλαγο. Μέχρι τότε όμως…
«Να έρθω μαζί σου σήμερα; Δεν έχω άλλες δουλειές να κάμω στο σπίτι και η κυρά, μάλλον δεν θα έρθει. Μη κάθομαι κι εγώ μόνος… ε, τι λες;»
Η φωνή του πιτσιρικά ήταν τόσο σταθερή, που ουσιαστικά δεν τον ρωτούσε, απλά του ανακοίνωνε την απόφασή του. Ο Λάφιλος δέχτηκε την πρόταση του μικρού, απλά, κουνώντας το κεφάλι καταφατικά.

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Η νύχτα τον βρήκε να σέρνει τα βήματα του στο χώμα, στο μέρος που μαζεύονταν όλοι οι νέοι τα βράδια. Πλίθινα σπίτια χτισμένα κυκλικά, δίπλα το ένα στο άλλο, άφηναν έναν ελεύθερο χώρο με δυό δέντρα καταμεσής, για να συγκεντρώνονται τα αγόρια να ψυχαγωγούν τις ώρες τους, πριν την συγκέντρωση στο οικογενειακό τραπέζι. Τίποτα πιο πολύ από δυό μεγάλα λιθάρια σαν καθίσματα και άφθονο κοκκινόχωμα, συμπλήρωναν το σκηνικό. Κι εκείνοι μαζεμένοι, καθισμένοι όπου μπορούσαν στο ακόμη ζεστό έδαφος, έπιναν από μικρούς αμφορείς το ανακατεμένο με μέλι και νερό, ντόπιο κρασί, πείραζαν ο ένας τον άλλο, μετάδιδαν τα νέα της ημέρας, πολλές φορές χωρίς επιτυχία, αφού η υπερβολή και το ψέμα ήταν το κύριο στοιχείο της ενημέρωσης. Αλλά το σπουδαιότερο, ήταν οι αφηγήσεις, σε ύφος παραμυθιού, αρχαίων ιστοριών και θρύλων. Και βέβαια, όποιος είχε το χάρισμα της καλής αφήγησης, κατείχε σπουδαία θέση στην παρέα.
Ο καλύτερος όλων, ήταν ο Ιόλαος, συνομήλικος του Λάφιλου και του Τιμοκράτη, που η γλυκιά και λυρική φωνή του, η φαντασία και το σπινθηροβόλο βλέμμα του, τον είχαν κατατάξει στην κορυφή της τοπικής νεανικής κοινωνίας. Όλοι ήθελαν να τον έχουν από κοντά, να παίρνουν την πιο καλή θέση δίπλα του όταν άρχιζε να μιλάει, να τον παροτρύνουν να τους προσέξει την ώρα της αφήγησης με τα μάτια του. Κι εκείνος δεν χάλαγε χατίρι! Με όλους ήταν καλοσυνάτος, με όλους είχε πάρε δώσε, για όλους είχε μια καλή κουβέντα να πει. Σαν σωστός ηγέτης! Και σήμερα είχε αρχίσει την αφήγηση της πιο αγαπημένης ιστορίας όλων. Μίλαγε για τον μεγάλο, τον αθάνατο βασιλιά των Θεσσαλών Μυρμιδόνων! Που είχε ταξιδέψει με τα μαύρα του πλοία στις ακτές της αφιλόξενης Ασίας, στα παράλια της Τροίας. Για τον βασιλιά που δεν άφηνε μόνους τους στρατιώτες του στη μάχη, αλλά που πρώτος αυτός έπεφτε πάνω στις λόγχες και τα δόρατα των βαρβάρων, να δώσει το παράδειγμα! Ο γεννημένος για τα πολύ δύσκολα, για να καταφέρνει τα ακατόρθωτα! Να δείχνει την ικανότητα των ανθρώπων στους Θεούς! Για τον μεγάλο Αχιλλέα… τον ήρωα των ηρώων. Αυτόν που κανένας στον κόσμο δεν μπορούσε ν’ αντιμετωπίσει, πόσο μάλλον να τον νικήσει! Που όλοι τον φοβούνταν και τον έτρεμαν. Ως ακόμη και ο Ανταίος αλλά και ο Μέγας Λέων των Μυκηνών, ο βασιλιάς και αρχιστράτηγος των Ελλήνων ο γενναίος Αγαμέμνων, απέφευγαν την σύγκρουση μαζί του.
Ποτέ η αφήγηση δεν είχε φτάσει στον τσακωμό του Αχαιού με τον Μυρμιδόνα, όπως και ποτέ δεν είχε αναφερθεί ο θάνατος του ήρωα. Ο Ιόλαος, ήξερε πολύ καλά που να σταματήσει και πως! Δεν ήταν ανάγκη να απογοητεύσει το ακροατήριό του, που κυριολεκτικά κρεμόταν από τα χείλη του σε αυτή την χιλιοειπωμένη ιστορία. Και γιατί να στεναχωρηθούν οι ταλαιπωρημένοι από την ολοήμερη εργασία «φίλοι» του;
Όταν ο Λάφιλος έφτασε, η εξιστόρηση είχε πάρει φωτιά στο στόμα του Ιόλαου:
«… και ο χρησμός του μαντείου, έλεγε καθαρά πως όποιος από τους καληκνίμηδες Έλληνες πατούσε πρώτος τα ανίερα χώματα της Τροίας, θα έπεφτε νεκρός αμέσως από βαρβαρικό δόρυ. Κι έτσι κανένας από τους στρατιώτες δεν ήθελε να πηδήξει από τα πλοία. Όχι γιατί ήταν δειλοί, όχι – όχι αυτό, αλλά άλλο να πολεμήσεις με δέκα άντρες ταυτόχρονα και άλλο να πας κατευθείαν στον θάνατο, χωρίς μάχη. Και κανείς δεν ήθελε να πεθάνει έτσι άδοξα. Τότε ξέρετε τι σκαρφίστηκε ο παμπόνηρος βασιλιάς; Χα χα… έκανε ότι θα πηδήξει πρώτος, αδιαφορώντας και αψηφώντας τον θάνατο. Και όντως πήδηξε πρώτος, μόνο που πριν ακουμπήσουν τα πόδια του στην λευκή άμμο της παραλίας, πέταξε την ασπίδα κάτω κι έτσι προσγειώθηκε χωρίς να πατήσει το έδαφος. Κάποιος στρατιώτης από το διπλανό πλοίο, νομίζοντας ότι ο Αχιλλέας ήταν ο πρώτος, ακολούθησε, πήδηξε και αυτός αμέσως και φυσικά βρήκε τον θάνατο από βαρβαρικό τόξο, ίσως και δόρυ!»
Γέλια ξέσπασαν από τους υπόλοιπους. Στα μάτια τους φαινόταν ο θαυμασμός αλλά και η λαχτάρα των νιάτων. Φαινόταν όμως κι η ανακούφιση, που ο Αχιλλέας δεν είχε σκοτωθεί. Ανακούφιση, για εκατοστή φορά, αφού τόσες φορές είχαν ακούσει την ίδια περιπέτεια.
Ο Ιόλαος γύρισε το βλέμμα του αργά γύρω στον χώρο. Του άρεσε αυτό που έβλεπε! Στο μυαλό του προσπαθούσε να δημιουργήσει την επόμενη εικόνα που θα διηγείτο… σε αυτό το σημείο πάντα άλλαζε την αφήγησή του. Μια έκανε τον ήρωα του, άγριο και οργισμένο, άλλοτε μόνο, ορμητικό και υπερπροστατευτικό για τους συντρόφους του και άλλες φορές έναν υπερήφανο και αλαζόνα αρχηγό. Παραδόξως, αυτά τα τελευταία χαρακτηριστικά, άρεσαν πιο πολύ στο ακροατήριό του. Επέλεξε λοιπόν κάτι απ’ όλα αυτή τη φορά. Κράτησε τον αλαζόνα, αλλά τον συνδύασε με αγριότητα και άκρατη τόλμη.
Ο Λάφιλος κάθισε σε μια γωνιά, μακριά από τον αφηγητή κα την φωτιά που έκαιγε στο κέντρο της αγοροπαρέας. Δεν έκλεισε τα μάτια ακούγοντας την αφήγηση, μπορούσε όμως να ονειρευτεί κι έτσι. Κι αυτή η στενοχώρια που του έκαιγε τα σωθικά, τον έκανε θηρίο ανήμερο. Αυτό το «πλάκωμα» στην καρδιά, τον ταξίδεψε πάνω απ’ το Αιγαίο, τις ακτές της Ασίας και τον έφτασε στα τείχη της μεγαλόπρεπης Τροίας. Συνεπαρμένος απ’ την φωνή του Ιόλαου, φόρεσε την πανοπλία του Αχιλλέα, σήκωσε την ολόχρυση στρογγυλή ασπίδα και μέσα από το κράνος με την μεγάλη αλογοουρά, είδε το χέρι του να κραδαίνει το κοντόλαμο σπαθί του, στους εκστασιασμένους και ανίκανους ν’ αντιδράσουν εχθρούς. Και ήταν τόσο έντονη αυτή η φαντασίωσή του, που μέχρι και πόνο ένιωσε όταν η φαντασία έβαλε Τρωικό βέλος να τον πληγώνει στο δεξί του πόδι.
Δυό παιδιά, που δεν πρέπει να είχαν περάσει τα δέκα τους χρόνια, μονομαχούσαν δίπλα του, κρατώντας για ξίφη δυό κομμένα κλαδιά. Οι φωνές τους ήταν αυτές που τον επανέφεραν στην πραγματικότητα. Κοίταξε ολόγυρα σαν να προσπαθούσε να μετρήσει τον χώρο. Ο αφηγητής, συνέχιζε να εξιστορεί τον μύθο του, συνεπικουρούμενος απ’ τα ξεφωνητά έξαψης του συνεπαρμένου ακροατηρίου του.
Οι πιτσιρικάδες εξακολουθούσαν την μονομαχία τους, προσπαθώντας αρκετή ώρα, να συμφωνήσουν στο ποιος ήταν ποιος. Ποιος ο Τρώας και ποιος ο Έλληνας. Ποιος ο Έκτορας και ποιος ο Αχιλλέας. Και ήταν τόσο έντονη η διαφωνία τους, που, η μονομαχία τους είχε αρχίσει να γίνεται αληθινός τσακωμός και συμπλοκή με δυνατές ξυλιές στα μπράτσα και στα πόδια. Ο Λάφιλος τα αγριοκοίταξε. Μετά σηκώθηκε και χωρίς να πει κουβέντα, άρχισε ν’ απομακρύνεται από την παρέα, παίρνοντας τον δρόμο για το σπίτι. Δεν μπορούσε να ακούει άλλο για ήρωες, δεν μπορούσε να παρασταίνει στο μυαλό του άλλο τον ήρωα. Ήξερε ότι στην πραγματικότητα, δεν ήταν. Και αυτό είχε αρχίσει να διαδίδεται απ’ τα απάνθρωπα σκληρά πιτσιρίκια σ’ όλο το νησί. Και ήταν αδυσώπητα τα άτιμα! Σκέφτηκε την Πασιφάη, με εκείνη την σκέψη που τον τυραννούσε. Κι αν αυτή τον έλεγε δειλό; Κι αν δεν ήθελε να τον ξαναδεί;
Δεν κατάλαβε πότε έφτασε στο σπίτι. Ο Αμεινίας, ο μικρός που ο πατέρας του ο Πύστιλος τον είχε στην δούλεψή του για τα θελήματα, είχε ήδη αρμέξει τα ζωντανά, τα είχε περιποιηθεί και καθόταν τώρα στο πεζούλι του κήπου, αγναντεύοντας τα μαγικά σημάδια στον νυχτερινό ουρανό. Ορφανός, χωρίς τίποτα στη ζωή του, είχε αποδειχθεί ένα φιλότιμο και εργατικό παιδί, με μόνο του όνειρο να κάνει το αφεντικό του χαρούμενο, να γεμίσει το στομάχι του και να καταλάβει, ποιος ανάβει κάθε βράδυ τα φώτα αυτά που έβλεπε στον ουρανό. Όσες φορές κι αν ο Λάφιλος του είπε ότι τα άναβε ο νεφεληγερέτης, ο αργικέραυνος Δίας, αυτός δεν το δεχόταν