Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
Η Τόνια τον χάιδεψε με όλη της την παλάμη και ήταν το πιο τρυφερό άγγιγμα που είχε νιώσει ποτέ του. Χαμογέλασε με άπληστη διάθεση και για άλλο ένα χάδι. Κάποιος έσπρωχνε και την μικρή του Μαίρη, την έσπρωχνε να πάει πιο κοντά του, αλλά εκείνη αντιστεκόταν κλαίγοντας. Ακούστηκε μια φωνή, μια άγνωστη φωνή που τον τρόμαξε και στριφογύρισε στον ύπνο του. Το όνειρο κόπηκε και ένιωσε σαν να του κοβόταν η ανάσα. Προσπαθούσε να πάρει αέρα και δεν μπορούσε. Πετάχτηκε όρθιος και κοίταξε ολόγυρα στο δωμάτιο που βρισκόταν. Νόμισε ότι εκείνη η άγνωστη φωνή, αντρική πρέπει να ήταν, εξακολουθούσε ν’ ακούγεται από κάπου πιο μακριά τώρα. Δεν την καταλάβαινε, αλλά τον ενοχλούσε που έμπαινε ανάμεσα στις κόρες του κι αυτόν. Ο πίνακας που ήταν απέναντι, στον τοίχο, έδειχνε ένα ψηλό χιονισμένο βουνό και μια λίμνη με πολύ πράσινα δέντρα και γαλάζιο ουρανό. Δεν μπόρεσε να μην θαυμάσει την ανώτερη κλάση της κακογουστιάς που έβλεπε. Τα έντονα χρώματα της ελαιογραφίας, πρέπει να ήταν ελαιογραφία, η χρυσή κορνίζα και η θεόρατη υπογραφή του ζωγράφου στο κάτω μέρος, του δημιουργούσαν την ανάγκη να τον «κατεβάσει», να τον σκίσει ή ακόμα και να τον κάψει. Πήγε στην κουζίνα και από το ψυγείο πήρε μια μπουκάλα με παγωμένο νερό. Πάντα τον ανακούφιζε το παγωμένο νερό αν και μερικές φορές το στομάχι του διαμαρτυρόταν. Πήγε στο μέσα δωμάτιο και έψαξε ανάμεσα σε στοίβες βιβλίων και από CD μουσικής. Βρήκε ένα πακέτο Αμερικάνικων περιοδικών που αναφέρονταν σε ροκ μουσική, με κάποιους διαβολικά βαμμένους μουσικούς σε μέγεθος αφίσας και διαφόρων ειδών τσιγάρα. Πέντε διαφορετικά πακέτα που το καθένα περιείχε πέντε έως έξη τσιγάρα αλλά και μικρά πουράκια. Άναψε ένα και το κοίταξε με θαυμασμό, αναγνωρίζοντας την καλή ποιότητα του καπνού. Το μάτι του έπεσε σε κάποια περιοδικά πορνό, επιμελώς στοιβαγμένα σε μια άκρη, κάτω από το κρεβάτι. Τα πήρε και έριξε μια ματιά ξεφυλλίζοντας με το ένα χέρι, σταματώντας σε κάποιες ερωτικές στάσεις που του φάνηκαν περίεργες ή ακόμα και άγνωστές του. Γέλασε και συνέχισε την περιήγηση στις γυαλιστερές σελίδες των περιοδικών. Μέσα του κάτι ένοιωσε, κάτι σαν αναστάτωση, σαν … αυνανίστηκε εκεί που ήταν. Όλο το βάρος από την ψυχή του, λες και γλίστρησε στο πάτωμα, μαζί με το σπέρμα. Η καρδιά του είχε αρχίσει να χτυπάει βάναυσα, δυνατά και γρήγορα, λες και ήθελε να βγει από το στήθος του. Το σχεδόν καυτό νερό στο μπάνιο, τον τόνωσε και κάθισε σταυροπόδι να το απολαύσει, μέσα στην μικρή μπανιέρα. Είδε από το παράθυρο τον ουρανό που έπαιρνε εκείνο το γκριζογάλανο, χειμωνιάτικο χρώμα του. Σε λίγο θα φαινόταν και ο ήλιος που θα του χάριζε άλλη μια εικόνα του έρημου κόσμου του.
Η πόλη ήταν ακριβώς ίδια με την προηγούμενη μέρα, με την ίδια ακινησία του, με την ίδια… βουβαμάρα του. Προχώρησε με μια λαχτάρα να οδηγήσει, είχε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση τώρα, νόμιζε ότι είχε γίνει… τουλάχιστον οδηγός αγώνων. Χαμογέλασε στη σκέψη και άρχισε να διαλέγει το κατάλληλο αυτοκίνητο, που θα ανταποκρινόταν στις οδηγικές του ικανότητες. Μια μεγάλη μαύρη κούρσα που ήταν εγκαταλειμμένη στη μέση του δρόμου, του φάνηκε ελκυστική. Όταν έβαλε μπροστά την μηχανή, νόμισε ότι το πόδι του τον έτρωγε να πατήσει το γκάζι. Και το έκανε. Αυτός ήταν ο λόγος, που άλλαξε αυτοκίνητο σε λίγα δευτερόλεπτα. Το μαύρο… «άτι», είχε τσαλακωθεί άσχημα στον απέναντι τοίχο, οι αερόσακοι είχαν ανοίξει και οι πόρτες διάπλατα ανοικτές, το είχαν βάλει πείσμα να μην ξανακλείσουν. Η λύση βρέθηκε στο κίτρινο ταξί, που λίγο πιο μπροστά περίμενε κάθετα σχεδόν στην άσφαλτο. Αυτή την φορά πάτησε ελαφρά το πεντάλ, αφού το ίδιο προσεκτικά άφησε τον συμπλέκτη. Το όχημα αναστέναξε για κάποια δευτερόλεπτα και άρχισε σιγά – σιγά νε μετρά μέτρα στην λεωφόρο.
Χρειάστηκε πάνω από δυό ώρες και ν’ αλλάξει κάμποσα οχήματα, μέχρι να φτάσει ξανά στα γνώριμα του στέκια στον Χολαργό. Κάτι μέσα του τον έτρωγε ότι δεν είχε ψάξει αρκετά για την οικογένεια του. Αλλά δεν ήξερε και τι να κάνει, που να πάει, τουλάχιστον θα ήταν εκεί, θα έκανε ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατό. Προσπάθησε να σκεφτεί από πού να ξαναρχίσει αυτή την δεύτερη έρευνα, να σκεφτεί τα «στέκια» της Χαράς και των παιδιών, το ταχυφαγείο στην άκρη του δρόμου του νηπιαγωγείου, (απόρησε που δεν το είχε σκεφτεί πιο μπροστά), αλλά πρώτα ανέβηκε στο σπίτι. Βρήκε τα πράγματα όπως τα είχε αφήσει ή καλύτερα όπως ατάκτως τα είχε παρατήσει. Προσπάθησε γι άλλη μια φορά να επικοινωνήσει με γνωστούς με το τηλέφωνο, αλλά και πάλι, μόνο ο ήχος της κλήσης ακουγόταν. Τώρα περπατούσε στο δρόμο και έφτασε στο ταχυφαγείο που τα πιτσιρίκια έπρεπε να το είχαν αναστατώσει κανονικά με τις στριγκλιές τους. Η ησυχία όμως που επικρατούσε όμως… ήταν εκκωφαντική. Ρεύμα δεν υπήρχε στο μαγαζί, πιθανόν κάποια φωτιά από τοστ που είχε μείνει στη σχάρα, καταστρέφοντας τα μηχανήματα, είχε κόψει και την παροχή ηλεκτρισμού. Τα ψυγεία άφηναν τα τρόφιμα πια στη μοίρα τους. Βρήκε κάτι να φάει και έφτιαξε καφέ με ένα μικρό καμινέτο, τώρα θα μπορούσε να σκεφτεί πιο σωστά, όσο ακόμα υπήρχε κάποιου είδους λογική σε αυτόν τον κόσμο. Κάθισε σε ένα τραπεζάκι έξω στην μικρή αυλή, δίπλα από μια μεγάλη τσουλήθρα σε σχήμα δράκου και προσπάθησε να ζεσταθεί από τις ακτίνες του χλωμού ήλιου. Η καφεΐνη στο αίμα του, φαίνεται ότι είχε αρχίσει να λειτουργεί γιατί ξαφνικά ένιωσε μια υπερδιέγερση και επιθυμία να κουνηθεί, να κάνει κάτι. «Αλλά τι σημασία έχει το τι να κάνω;», αναρωτήθηκε κοιτώντας τον δρόμο μπροστά του. Θα καταλάβαινε πολύ αργότερα την βαρύτητα της ερώτησης που μόλις είχε κάνει στον εαυτό του. Άναψε την μικρή τηλεόραση που βρήκε στο μικρό αυτόν χώρο και είδε πάλι τα γνωστά τηλεοπτικά «χιόνια». Έσκυψε το κεφάλι και προσπάθησε να κλάψει, αλλά δάκρυ δεν μπορούσε να βγει, λυγμός δεν του ερχόταν. Αντιλήφθηκε ότι το μυαλό του είχε αρχίσει να αποδέχεται την επικρατούσα κατάσταση, να αποδέχεται αυτή την … μοναδικότητα του.
Δυό ώρες πέρασαν χωρίς να έχει αποφασίσει για την επόμενη κίνηση του. Ήθελε να μείνει κι άλλο εκεί, να ψάξει για την οικογένεια, κάτι όμως μέσα του τον παρακινούσε σε φυγή. Και αυτό έκανε για το υπόλοιπο της ημέρας του. Όλο και κάποιο μπακάλικο ή σούπερ μάρκετ θα τον προμήθευε με φαγητό, όλο και κάποιο σπίτι θα ήταν έτοιμο για την βραδινή του διάρρηξη. Περπάτησε τον κατηφορικό δρόμο με τα αυτί του τεντωμένο για κάποιο ανθρώπινο θόρυβο. Με μεγαλύτερη τώρα οδηγική αυτοπεποίθηση, κάθισε στο τιμόνι ενός μικρού φορτηγού, μιας εταιρίας που μετέφερε γάλα και άρχισε να διασχίζει την Μεσογείων οδηγώντας με αργές κινήσεις, σαν μικρό παιδί και μιμούμενος τον θόρυβο της μηχανής με το στόμα. Γέλασε που είχε το κουράγιο να παίζει, αυτός που προ λίγου είχε πέσει σε απελπισία. «Είμαι μόνος σε όλη την πόλη…», φώναξε με λαχτάρα, «… μπορεί και σε όλο τον κόσμο….». Και απάνω στην χαρά του, ακούστηκε πάλι μέσα στο μυαλό του, εκείνη η άγνωστη, ενοχλητική φωνή. Λες και κάποιος πάνω από την οροφή του αυτοκινήτου, του μίλαγε. Κούνησε το κεφάλι και η φωνή σταμάτησε. Ένιωσε πόνο στην μέση και προσπάθησε να ηρεμίσει από την υπερδιέγερση που καταλάβαινε ότι τον είχε κυριεύσει. Σταμάτησε το αυτοκίνητο εκεί που ήταν, στη μέση του δρόμου, ποια η ανάγκη να κάνει στην άκρη και παρατήρησε την βροχή που είχε αρχίσει να πέφτει πάλι. Έβαλε το δάχτυλο στο τζάμι και ακολούθησε την πορεία μιας σταγόνας προς το πλάι. Άρχισε να κρυώνει, το νερό παρατήρησε, δεν ήταν υγρό, είχε μια ελαφρά μορφή πάγου μέσα του, κάτι σαν χιονόνερο. Κοίταξε τον ουρανό σκύβοντας πάνω στο τιμόνι και είδε μεγάλα γκρίζα σύννεφα να πυκνώνουν και το χιονόνερο να πυκνώνει και να γίνεται χιόνι. «Μάλιστα…», μουρμούρισε, «… μάλιστα, τώρα θα δούμε άσπρη μέρα….!». Γέλασε με το αστείο του και κατέβηκε να περπατήσει, χωρίς ομπρέλα αλλά με την κουκούλα του μπουφάν σηκωμένη για προστασία. Ο πόνος στο κεφάλι ήταν έντονος σαν σουβλιά, λες και κάποιος προσπαθούσε με τσεκούρι, να του το ανοίξει στα δύο. Γονάτισε και έσφιξε τα μηλίγγια του, προσπαθώντας να ησυχάσει. Αυτό, ευτυχώς κράτησε μόνο λίγα δευτερόλεπτα. Η φωνή από τα πάνω, ξανακούστηκε, δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγε, αλλά σίγουρα ήταν ανθρώπινη. Κοίταξε ολόγυρα και φυσικά δεν διέκρινε τίποτα απολύτως. «Λες να τρελαίνομαι;», αναρωτήθηκε έντρομος. Διαφώνησε με τον εαυτό του, μπορούσε να το κάνει αυτό, ακόμα τουλάχιστον και ξεκίνησε το βάδισμα. Τα πεζοδρόμια είχαν αρχίσει να πιάνουν εκείνο το λευκό χνούδι του πρώτου χιονιού καθώς τα σύννεφα έστελναν πιο χοντρές και πυκνές νιφάδες. Το μεγάλο κτίριο μπροστά του, ήταν ένα από αυτά που πάντα ήθελε να επισκεφτεί και τώρα αποφάσισε να μπει ανενόχλητος και χωρίς καμιά ερώτηση. Τον σαγήνευε πάντα η Βουλή των Ελλήνων και αν κάποτε ήθελε να της βάλει φωτιά ή όποια άλλη  άνομη ενέργεια να κάνει, δεν έπαυε να τον συγκινεί. Μπήκε από την κύρια είσοδο, από κει που εισερχόταν ο εκάστοτε πρωθυπουργός και με μια κίνηση του χεριού, σαν να χαιρετούσε αόρατα πλήθη που τον επευφημούσαν, περπάτησε στα μάρμαρα των διαδρόμων του πρώην παλατιού. Τα βήματά του, τον έφεραν στο πρώτο μεγάλο αίθριο του κτιρίου, όπου δεν προλάβαινε να συλλαμβάνει τις εκπληκτικού πλούτου λεπτομέρειες της αίθουσας. Αναρωτήθηκε τι την ήθελαν τόση χλιδή οι Έλληνες βουλευτές. Του θύμιζαν τους βασιλιάδες από τον Όθωνα και μετά, την φαυλότητα των βασιλικών αυλικών, παρά την αφιερωμένη στον λαό δημοκρατική κυβέρνηση. Κούνησε απογοητευμένος το κεφάλι, όχι για την ομορφιά του χώρου, αλλά γιατί τόσα χρόνια ψήφιζε με πίστη τα κόμματα. Μπήκε στην μεγάλη αίθουσα των συνεδριάσεων και κάθισε στην έδρα ή μάλλον στον θρόνο του προέδρου της βουλής. Όλα τα έβλεπε από ψηλά τώρα, όλα τα έβλεπε … μάταια. Σήκωσε το χέρι και έβγαλε ένα μικρό λόγο, δυναμώνοντας το μικρόφωνο στο μέγιστο της ισχύος του. Γέλασε και άρχισε να μιμείται τις κινήσεις αυτοθαυμασμού του Μουσολίνι , αλλά με περισσότερη αυταρέσκεια. Κλώτσησε το έδρανο, με αποτέλεσμα να σπάσει το ξύλο και απαίτησε από τους βουλευτές να χειροκροτήσουν. Και τον χειροκρότησαν όλοι με την καρδιά τους, από κάθε παράταξη. Έτσι πολύ σύντομα έσωσε την πολυπικραμένη Ελλάδα από την καταστροφή που την απειλούσε. Φούσκωσε το στήθος σαν γαλοπούλα και κατέβηκε στο προαύλιο, χωρίς βέβαια να παραλείψει τους πανηγυρικούς χαιρετισμούς του, προς τα αλαλάζοντα πλήθη. «Στις επόμενες εκλογές…», σκέφτηκε, «… εκατόν ένα τοις εκατό θα πάρει το … ΚΟ.ΜΟ.ΕΛ.», το κόμμα που μόλις  είχε δημιουργήσει στο νου του. «Κόμμα μοναχικών Ελλήνων», γέλασε και προχώρησε προς την πλατεία Συντάγματος. Το χιόνι είχε πυκνώσει τώρα και οι μπότες του δεν του πρόσφεραν μεγάλη σταθερότητα στα μάρμαρα της μεγάλης σκάλας. Κοίταξε δεξιά του και βρήκε το καταφύγιο για κείνη την μέρα. Το μεγάλο ξενοδοχείο έστεκε περήφανο και αγέρωχα στην γωνία με την Πανεπιστημίου, τον περίμενε και ήξερε πως όλοι οι υπάλληλοί του ανυπομονούσαν να τον περιποιηθούν. Στάθηκε στη μέση της πλατείας και αφουγκράστηκε. Απογοητεύτηκε από το αναμενόμενο αποτέλεσμα και άφησε το χιόνι να του ασπρίσει τα μαλλιά. Κάπου είχε διαβάσει κάτι τέτοιο, για κάτι που ήταν καλό γιατί άλλαζε χρώμα στα μαλλιά, τα ασήμωνε λέει και δεν φαίνονταν που ήταν άσπρα, του ήρθε το όνομα του Ρίτσου στο μυαλό, δεν ήταν σίγουρος και άφησε την σκέψη κατά μέρους. Τι θα εξυπηρετούσε να θυμόταν τον ποιητή ή τον συγγραφέα; Τι νόημα θα είχαν τώρα πια τέτοια λέξεις, τέτοια λόγια, τέτοια νοήματα; Μπήκε στο ξενοδοχείο, αφού πρώτα χαιρέτισε τον άφαντο «ναύαρχο» και έτριψε τα χέρια να ζεσταθεί, ευλογώντας τα καλοριφέρ που λειτουργούσαν σε όλη τους την ένταση. Πήγε στην ρεσεψιόν και ζήτησε την ακριβότερη και πολυτελέστερη σουίτα. Μπήκε από την μέσα μεριά του μαρμάρινου πάγκου και πήρε ένα ηλεκτρονικό κλειδί.
«Θα θέλατε την βασιλική σουίτα κύριε Χαριτόπουλε; Θα ήταν τιμή μας…», προσποιήθηκε τον μετρ του ξενοδοχείου.
«Βεβαίως…», απάντησε περνώντας από την άλλη πλευρά, «… και βέβαια είναι τιμή σας!»
Έδιωξε τις δεκάδες των φανταστικών γκρουμ που έτρεξαν να πάρουν τις αποσκευές του και ανέβηκε με τις σκάλες μέχρι τον πέμπτο όροφο. Άνοιξε την πόρτα του δωματίου και το μάτι του έπεσε στο μεγάλο πιάνο. Διάβασε «Bosendorfer» και πλησίασε να παίξει με τα πλήκτρα. Η μουσική, δυστυχώς ήξερε μόνο δυό τρία τραγούδια να παίζει, όρμησε στον χώρο και τον έκανε να μοιάζει πιο όμορφος. Όσο πιο όμορφος μπορούσε, αφού η πολυτέλεια του, ίσως να μην έπαιρνε καλυτέρευση. Το μεγάλο σαλόνι της σουίτας, η τραπεζαρία των δέκα ατόμων και το υπέροχο γραφείο από τικ ξύλο, επέβαλλαν ένα σεβασμό και μια ωριμότητα συμπεριφοράς. Η βιβλιοθήκη και αυτή από το ίδιο ξύλο, όπως άλλωστε όλο το δωμάτιο, ήταν γεμάτη από βιβλία, που όμως ο Γιώργος δεν τα ακούμπησε καν. Η κρεβατοκάμαρα με τα τρία μεγάλα παράθυρα που άφηναν όλο το φως, από ανατολικά και νότια, ανενόχλητο να εισβάλλει στον χώρο, ήταν πραγματικά βασιλικών προδιαγραφών. Πέταξε τα λερωμένα του παπούτσια στην άκρη με δύναμη και βούτηξε, σαν να ήταν στη θάλασσα, πάνω στο θεόρατο κρεβάτι. Έπαιξε με το πάπλωμα και τα σεντόνια, πέταξε και τα μαξιλάρια όσο πιο μακριά μπορούσε και μπρούμυτα, άφησε τον εαυτό του να ταξιδέψει στα όνειρα. Η φωνή που τον ενοχλούσε όλη μέρα, παρουσιάστηκε πάλι χωρίς, για άλλη μια φορά, να βγάλει νόημα από τα λεγόμενά της και πίεσε τους κροτάφους να την διώξει.

Πέμπτη 10 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
Δεξιά του είδε κάποια συνεργεία αυτοκινήτων που ειδικεύονταν  σε φορτηγά και λεωφορεία. Τα    εργαλεία των μαστόρων ήταν πεταμένα στο έδαφος και τα καπό των αυτοκινήτων ανοιχτά σαν στόματα νεκρών. Η βροχή είχε ξεπλύνει τα λάδια και τις βαλβολίνες, κάποιες βίδες και μπουλόνια είχαν παρασυρθεί στον δρόμο και τα στουπιά έπλεαν σαν μικρά καραβάκια προς τις σχάρες απορρόφησης υδάτων. Συνειδητοποίησε πόση ομορφιά είχαν κάποιες εικόνες της καθημερινότητας που πριν δεν έδινε σημασία. Βγήκε από το αυτοκίνητο και πλησίασε χωρίς λόγο. Η μυρουδιά από τις βενζίνες και τα λάδια τον συνεπήρε και τον ζάλισε ευχάριστα. Στην άλλη μεριά του δρόμου, τα ερείπια του καμένου εργοστασίου χάρτου, δέσποζε της περιοχής.  Περπάτησε κάμποσα μέτρα μέχρι που έφτασε σε ένα σταθμό του μετρό. Ειρωνικά, οι αυτόματες ηλεκτρικές σκάλες λειτουργούσαν κατεβάζοντας … κάποιους αόρατους ανθρώπους στις γραμμές του τρένου. Χαμογέλασε και κατέβηκε. «Πρέπει να μην έχει κίνηση σήμερα…. Χα χα α χα», σκέφτηκε και γέλασε με την σκέψη του αυτή. Φυσικά ο σταθμός ήταν άδειος και καμιά κίνηση συρμού δεν αναστάτωνε την ησυχία του. Περπάτησε κατά μήκος της αποβάθρας και μια επιθυμία τον κατέλαβε, να κατέβει κάτω, στις γραμμές και να περπατήσει στο τούνελ. Φοβήθηκε λίγο, το πήρε απόφαση και ξεκίνησε. Την ώρα που κατέβαζε το πόδι του στο πρώτο σκαλοπάτι, κυριολεκτικά τρόμαξε… από την ανθρώπινη δραστηριότητα που …
«Παρακαλούνται οι κύριοι επιβάτες να προσέχουν τα προσωπικά τους είδη», ακούστηκε δυνατά μια κοπέλα από τα μεγάφωνα, αρκετά δυνατά αλλά και αρκετά συγκεχυμένα. Στηρίχτηκε με την πλάτη στα τοιχώματα του τούνελ και ένιωσε ένα τρέμουλο στην σπονδυλική του στήλη, μέχρι που κατάλαβε ότι αυτό ήταν ένα ηχογραφημένο μήνυμα που κάποιο μηχάνημα το έπαιζε ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Παρ’ όλα αυτά, εγκατέλειψε την ιδέα της εξερεύνησης του τούνελ και ξαναβγήκε στην επιφάνεια. Το μάτι του έπεσε στην μεγάλη πινακίδα: «Σταθμός Ελαιώνας». Κούνησε το κεφάλι λες και είχε σημασία η τοποθεσία. Ήξερε ότι αν αυτή η κατάσταση εξακολουθούσε, αν τελικά ήταν ο μόνος άνθρωπος (και δεν είχε λόγους να μην το πιστεύει), οι τοποθεσίες και τα όρια δεν θα είχαν κανένα νόημα, καμιά ουσία. Άρχισε να προχωράει στον δρόμο με την μοναξιά του χειμερινού τοπίου. Η βροχή είχε σταματήσει τώρα, αλλά τα μικρά ποταμάκια στην άκρη του οδοστρώματος κύλαγαν τα νερά τους απτόητα. Τα δέντρα, κούναγαν τα γυμνά τους κλαδιά λες και τον χαιρετούσαν στο βάδισμα του, ενώ οι φυλλωσιές από τις νεραντζιές προσπαθούσαν, λες, να του πιάσουν κουβέντα. Λες και τον φώναζαν συνέχεια με το όνομα του. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί το ταλαιπωρημένο του μυαλό. Στα σύννεφα έβλεπε τα πρόσωπα των κοριτσιών του, στα δέντρα άκουγε τη φωνή της Χαράς και η αναστατωμένη του καρδιά επιθυμούσε το γέλιο τους. Άρχισε να κρυώνει και κούμπωσε μέχρι τον λαιμό το μπουφάν, φόρεσε και την κουκούλα και έβαλε τα χέρια στην τσέπη να τα ζεστάνει, αναθεματίζοντας  την αβλεψία του να μην πάρει γάντια. Ακούμπησε το πακέτο με τα τσιγάρα και του ήρθε μια λαχτάρα να καπνίσει. Σταμάτησε κοντά σε μια μάντρα, ακούμπησε την πλάτη του, μιμούμενος την στάση του ήρωα των διαφημίσεων στον κινηματογράφο, με το πόδι λυγισμένο στις πέτρες και έψαξε για τον αναπτήρα του. Κάτι σκληρό βρήκε μες την αριστερή τσέπη και το μικρό μαγνητοφωνάκι που είχε πάρει από το γραφείο, βρέθηκε στα χέρια του. Το τσιγάρο κόλλησε σβηστό στα χείλη του και στην προσπάθεια να το πετάξει, τα μάτωσε. Έβαλε σε λειτουργία την μικρή συσκευή και η φωνή της Αγλαΐας ακούστηκε δυνατή και καθαρή, ν’ απαριθμεί σειρά εργασιών της για την ημέρα. Κάτι σαν προσωπικό φωνητικό ημερολόγιο. Γέλασε και αφού άκουσε όλα όσα είχαν γραφεί εκεί, το ξανάβαλε από την αρχή, έτσι για να έχει την φωνή αυτή στα αυτιά του, λίγη ώρα ακόμα. Το έβαλε κι άλλες φορές, έτσι κι αλλιώς δεν είχε τίποτα να κάνει και κάθε φορά γέλαγε και έβρισκε παρηγοριά. Άναψε επιτέλους το τσιγάρο και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά, τόσο που, ένιωσε τα πνευμόνια του να τσούζουν. Βήχας τον έπιασε και έφτυσε κάτι πικρό. Το στομάχι του είχε αρχίσει να διαμαρτύρεται. Κοίταξε το ρολόι και διαπίστωσε ότι είχε περάσει αρκετή ώρα τώρα το μεσημέρι. Πείναγε.
Το Αιγάλεω, αυτός ο δήμος που ποτέ δεν τον είχε συγκινήσει στο παρελθόν, φάνηκε μπροστά στα μάτια του, με τους βρεγμένους του δρόμους και την θεόρατη πλατεία του με την πέτρινη μεγάλη εκκλησία. Κάποια ταξί παρατημένα, άλλα στην πιάτσα τους, άλλα στην μέση του δρόμου, κάποια αυτοκίνητα και φορτηγά, μερικά από αυτά αναποδογυρισμένα, με το εμπόρευμα στη μέση της ασφάλτου, τον εμπόδιζαν να περπατήσει και αναγκαζόταν να πηγαίνει  πιο πολύ με το πλάι, παρά ευθεία. Μπροστά του ένα σούπερ μάρκετ, θα ήταν καλή επιλογή για τροφή και για λίγο κρασί , αυτό το τελευταίο του βγήκε αυθορμήτως. Οι αυτόματες πόρτες, ανοιγόκλειναν, πιθανώς κάτι είχε χαλάσει στον μηχανισμό τους, λες και τον χαιρετούσαν με την είσοδο του. Πέρασε από τα ταμεία και όχι από την συνηθισμένη είσοδο, άρπαξε λαίμαργα μια φρατζόλα τυποποιημένου ψωμιού από το πρώτο ράφι δεξιά του και πήγε στο τμήμα των αλλαντικών. Σε λίγο, με την προσθήκη και λίγου κίτρινου τυριού, είχε φτιάξει ένα από τα μεγαλύτερα σάντουιτς που θα μπορούσε κανείς να απολαύσει. Βρήκε και ένα μπουκάλι φτηνού κόκκινου κρασιού και ήπιε το μισό μπουκάλι σχεδόν μονορούφι. Ξεδίψασε, αλλά και μια ζαλάδα άρχισε να τον κυριεύει. Με την κοιλιά πια γεμάτη, καθισμένος στο δάπεδο, άναψε τσιγάρο και διαπίστωσε ότι στεκόταν κάτω από την πινακίδα με το χαρακτηριστικό σήμα που απαγόρευε το κάπνισμα στον χώρο. Γέλασε και έπαιξε με τον καπνό, φτιάχνοντας δαχτυλίδια στον αέρα. Πέταξε την γόπα, αφού την έσβησε πάνω σε ένα κομμάτι βουτύρου. Άρχισε να κάνει κάποιες τρελές σκέψεις, τον έπιασε η επιθυμία να βάλει μια φωτιά, αλλά νικήθηκε από την σιέστα.
Το απόγευμα τον βρήκε σχεδόν παγωμένο πάνω στο πάτωμα του καταστήματος. Σηκώθηκε αργά, στηριζόμενος στα ράφια. Κάποιο υποχώρησε και τον έριξε κάτω, ξανασηκώθηκε και αφουγκράστηκε για κάποιο ανθρώπινο ήχο. Τίποτα. Όλα ήταν όπως και πριν, ήσυχα, άδεια και … μελαγχολικά! Στον δρόμο είδε ξανά την μεγάλη εκκλησία και την γεμάτη νεραντζιές πλατεία της. Ήθελε να πάει εκεί, θαύμασε που τα φώτα των δρόμων είχαν ανάψει και μπορούσε να βλέπει καθαρά το μέρος, όμως κάτι τον έκανε να κοντοσταθεί. Στην μεριά που ήταν ο κάδος απορριμμάτων, ακούστηκε ένας θόρυβος. «Γάτα; Λες;», μονολόγησε και έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε να αντικρίσει το μόνο άλλο ζωντανό πλάσμα. Δεν τον ένοιαζε τι θα ήταν, έστω κι ένα μικρό ποντίκι.  Απογοητεύτηκε σαν δεν είδε τίποτα. Με την συστολή, από την πτώση της θερμοκρασίας κάποιο μεταλλικό κουτί είχε χάσει την σταθερότητα του και κατρακύλησε  στο βάθος του κάδου, γεμίζοντας τον απογοήτευση. Αποφάσισε να εξερευνήσει τους δρόμους, έπρεπε και να βρει κάποιο μέρος για την νύχτα. Μάλλον έπρεπε να διαλέξει την διάρρηξη κάποιου από τα χιλιάδες σπίτια μπροστά του.
Περιπλανήθηκε κάμποση ώρα ακόμα, σαν μεσίτης που έλεγχε σπίτια με τις απαιτήσεις του καλοζωισμένου. Πολλά του άρεσαν κι έτσι άρχισε να τα «βαθμολογεί» και να τα βάζει στην σειρά. «Αυτό για σήμερα, αυτό για αύριο, αυτό για μεθαύριο…», μονολόγησε κάπως εύθυμα τώρα, στην προοπτική του να μπορεί να πάει οπουδήποτε χωρίς όρια και εμπόδια. Για την σημερινή νύχτα, είχε βάλει στο μάτι μια μονοκατοικία, αρκετά καλοδιατηρημένη αν και φαινόταν παλιά, με μεγάλο κήπο, φροντισμένο και γεμάτο δέντρα. Βρήκε ένα λοστό και παραβίασε την πόρτα εισόδου πολύ εύκολα. Μπήκε μέσα και άναψε τα φώτα, για να αποκαλυφθεί στα μάτια του, ένα πολύ ζεστό σπίτι με παχιά χαλιά, πίνακες με τοπία στους τοίχους και γενικώς διακόσμηση και καθαριότητα που εκθείαζε τον ιδιοκτήτη του. Άνοιξε την τηλεόραση, μήπως και δει κάτι ζωντανό, από κάπου, έστω και από την άλλη μεριά του κόσμου ακόμα. Στην καλωδιακή, κάποια ντοκιμαντέρ εξηγούσαν πως ζουν και σκοτώνουν τα ζώα στην ζούγκλα, κάποια κανάλια είχαν εκείνο το χαρακτηριστικό τηλεοπτικό «χιόνι» και τα υπόλοιπα, προγράμματα σε «κονσέρβα». Χάζεψε για λίγο βλέποντας τον ένα σταθμό μετά τον άλλο, κουράστηκε και πήγε στην κουζίνα. Κάτι ήθελε να πιεί και οι μπύρες που βρήκε, ήταν βάλσαμο για τα κλονισμένα του νεύρα. Χωρίς να καταλάβει τον λόγο, άρχισε να ψάχνει το σπίτι, άνοιξε τα συρτάρια και τις ντουλάπες σε όλα τα δωμάτια. Μπερδεύτηκε σαν προσπάθησε στο μυαλό του να συνδυάσει την πληθώρα των κεντημάτων με τα πορνό CD, τα ασημένια μαχαιροπίρουνα με τις αφίσες των PINK FLOYD στους τοίχους του πίσω δωματίου. Μια πίπα, αλλά κι ένα πακέτο τσιγάρα, ήταν επάνω στο τραπεζάκι του χολ, δίπλα σε ένα χοντρό κρυστάλλινο τασάκι. Το λογικό συμπέρασμα… μια οικογένεια με ένα γιό πρέπει να ζούσαν εκεί. Του άρεσε αυτό που έκανε, το είδε σαν παιγνίδι του μυαλού και αποφάσισε να το παίζει σε κάθε σπίτι που θα «επισκεπτόταν» στο μέλλον. Ξάπλωσε αφού έβαλε κάτι να δει στο DVD player, μια παλιά ταινία από την δεκαετία του ’60 και επιτέλους… είδε ανθρώπους να μιλούν. Ο Μορφέας τον χάιδεψε απαλά και τον πήρε στην αγκαλιά του! Είχε πολύ χρόνο μπροστά του ακόμα να εξηγήσει, αν θα μπορούσε, να καταλάβει, αν θα μπορούσε ποτέ. Στο όνειρό του, έφερε την Τόνια και την Μαίρη, τους ανακάτεψε τα μαλλάκια, κάτι που έφερε και τις φωνές της μικρής και … τις φίλησε στα δροσερά τους μαγουλάκια. Δεν απόρησε που η Χαρά έλειπε από το όνειρο.

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Το νηπιαγωγείο, ένα σύμπλεγμα έξη αιθουσών που έμοιαζαν με μικρές βίλες, με τους τοίχους ζωγραφισμένους σε έντονα χρώματα, έμοιαζε έρημο. Οι πόρτες ολάνοιχτες, οι αυλές άδειες από παιδικές φωνές και τρεξίματα και οι ήρωες του Ντίσνεϊ στους τοίχους, χωρίς την προσοχή των πιτσιρικιών. Μια βρύση είχε παραμείνει ανοικτή και το νερό έτρεχε στην γούρνα της και κατέληγε στο τσιμεντένιο προαύλιο. Ο Γιώργος στάθηκε στη μέση του προαυλίου και έψαξε με το βλέμμα του ολόγυρα. «Μα που είναι  όλοι;», αναρωτήθηκε έντρομος τώρα. «Τι συμβαίνει τέλος πάντων; Τέλειωσαν οι άνθρωποι; Που είναι; Τι συμβαίνει; Κάποια κακόγουστη φάρσα κάνετε;», φώναξε δυνατά με όση δύναμη του έδινε η απελπισία του. Απάντηση βέβαια δεν πήρε από πουθενά. Άρχισε να τρέχει στις αίθουσες και να τις ψάχνει μια προς μια . Πουθενά κανείς. Τα παιγνίδια, τα καθίσματα, τα μαξιλάρια των παιδιών, όλα ήταν στη θέση τους, μα άνθρωπος πουθενά. Το γραφείο του διευθυντή άδειο κι αυτό, όπως και το δωμάτιο του προσωπικού. Τον είχε πιάσει πονοκέφαλος, δεν ήξερε τι να κάνει, που να πάει, τι να υποθέσει. Δεν το χώραγε ο νους του, δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Εκτός κι αν είχε πέσει ατομική βόμβα ή κάτι τέτοιο… αλλά αυτός; Πως είχε μείνει ζωντανός και αλώβητος; Μπήκε και στις τουαλέτες, αλλά κι εκεί… τίποτα. Κάθισε στις φτέρνες του και έσφιξε τους ώμους. Έριξε ένα χαστούκι στο πρόσωπο του, μήπως και κοιμόταν ακόμα, αλλά πόνεσε. Κάτι μέσα του τον προειδοποιούσε για κάτι άσχημο, κάτι αποτρόπαιο. «Δεν μπορεί να εξαφανίστηκαν όλοι…», μονολόγησε με κάποια δόση τρέλας στη φωνή του. Tα μάτια του θόλωσαν από κάποια δάκρυα που ανέβηκαν ξαφνικά από το βάθος της ψυχής του. Τον έπιασε απελπισία.
Βγήκε στον δρόμο και κοίταξε πάνω κάτω. Χωρίς να καταλαβαίνει καλά τι έκανε, άρχισε να φωνάζει τα παιδιά του και την Χαρά. Αφουγκράστηκε για ανταπόκριση. Εις μάτην όμως. Μόνο το θρόισμα των φύλλων των δέντρων του απαντούσε. Άρχισε να περπατάει στην αρχή με αργό βήμα για να καταλήξει να τρέχει σαν τρελός. Μετά από ένα τέταρτο λαχάνιασε και έκοψε την ταχύτητά του, μέχρι που σταμάτησε κάτω από μια μεγάλη ελιά. Προσπάθησε να πάρει ανάσα και ένιωσε ένα οξύ πόνο στο στήθος. Έκλαιγε; Με τις παλάμες του, σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια.
-«Εεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε……………….. κανείς;», φώναξε δυνατά. Προχώρησε και άλλο, μέχρι που φάνηκε η Μεσογείων. «Λεωφόρος είναι…», σκέφτηκε, «… όλο και κάποιον θα δω, να μάθω τι γίνεται. Δεν μπορεί να εξαφανίστηκαν όλοι!...». Άρχισε πάλι να τρέχει, ο δρόμος ερχόταν σε κάθε βήμα και πιο κοντά, η καρδιά του πήγε να σπάσει. Έφτασε και από συνήθεια κοίταξε και από τις δυό μεριές για τυχόν αυτοκίνητο. Το θέαμα τον αποκάρδιωσε. Ο δρόμος ήταν άδειος από ανθρώπους. Κάποια αυτοκίνητα εγκαταλειμμένα στο οδόστρωμα, κάποια είχαν συγκρουστεί και λες και όλα τα είχαν αφήσει με βιασύνη, απερίσκεπτα ή καλύτερα σαν ξαφνικά να είχαν εξαφανιστεί οι οδηγοί τους την ώρα που έτρεχαν στο οδόστρωμα. Έψαξε όλα τα αμάξια που ήταν κοντά του. Δεν βρήκε κανέναν, ούτε ίχνη αίματος, ούτε προσπάθεια να είχε κάνει κάποιος να αμυνθεί. Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε στο βάθος του δρόμου. Η ίδια εικόνα παντού. Κάποιες φωτιές που είχαν αρπάξει, πιθανώς από συγκρούσεις αυτοκινήτων, γέμιζαν τον ουρανό με την μαυρίλα τους. Η μυρωδιά της βενζίνης πλανιόταν στον αέρα σαν θυμίαμα σε ένα παράξενο βωμό. Ο Γιώργος συνέχισε να περπατά ανάμεσα στα αυτοκίνητα, ακόμα και στα στενά δίπλα στον κεντρικό δρόμο. Η κατάσταση ίδια, λες και εξαφανίστηκαν, εξαϋλώθηκαν οι άνθρωποι, απότομα και απροειδοποίητα. Εκείνος όμως; Αυτή την ερώτηση θα την έκανε πολλές φορές στο μέλλον. Τα φανάρια λειτουργούσαν αφού και το ηλεκτρικό ρεύμα λειτουργούσε παντού. Δεν είχε δίπλωμα οδήγησης, κάτι που δεν το ήθελε ποτέ, δεν ήξερε να οδηγεί, όμως τώρα έπρεπε να το κάνει. Ήξερε πως οδηγούν και θέλησε να μπει σ’ ένα αυτοκίνητο, πρώτα όμως έπρεπε να εξακριβώσει αν αυτό συνέβαινε και αλλού. Το κινητό του τηλέφωνο, το είχε ξεχάσει στο σπίτι πάνω στη φούρια του. Έψαξε και σε κάποιο αμάξι, στη θέση του συνοδηγού, βρήκε ένα, το οποίο ήταν ακόμα συνδεδεμένο με τον αριθμό που είχε καλέσει ο κάτοχος του. Προσπάθησε… :
-«Ναι; Είναι κανείς στη γραμμή;…», φώναξε με απελπισία. «… με ακούει κανείς;», ρώτησε προσπαθώντας ν’ ακούσει και τον παραμικρό ήχο. Άδικα. Ήταν νεκρό… Κοίταξε την οθόνη του κινητού και είδε τα λεπτά κλήσης. Η οθόνη έγραφε τέσσερις ώρες και δώδεκα λεπτά. Με το μυαλό του υπολόγισε ότι αυτή η ξαφνική εξαΰλωση, δεν ήξερε πώς να την πει, έπρεπε να είχε γίνει κατά τις πέντε τα ξημερώματα, αφού το ρολόι του τώρα έδειχνε εννέα και τέταρτο. Προχώρησε προς το επόμενο αυτοκίνητο και εδώ είδε μια ένδειξη προ εξαφάνισης των ανθρώπων. Μια γόπα από τσιγάρο πάνω στο κάθισμα, είχε κάνει μια μεγάλη τρύπα στο ύφασμα και μια μακριά μαύρη γραμμή. Του έκανε εντύπωση που οι μηχανές των οχημάτων ήταν σβηστές, ενώ όπως το υπολόγισε, αν είχαν εξαφανιστεί οι άνθρωποι τόσο απότομα, έπρεπε να είχαν μείνει αναμμένες. Γύρισε το κλειδί που ήταν στη μίζα του αυτοκινήτου και η μηχανή ανταποκρίθηκε άμεσα. Με το κινητό αυτό, προσπάθησε να πάρει το γραφείο και μετά την αδερφή του. Πάλι κανείς δεν το σήκωσε. Πέταξε το κινητό με μανία στο κάθισμα. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο από το να περπατήσει ανάμεσα στα ακινητοποιημένα οχήματα και να προσπαθήσει να βρει μια ένδειξη ζωής. Αλλά όσο κι αν περπατούσε, δεν έβρισκε τίποτα που να τον ενθαρρύνει. Άρχισε να γελάει, λες και Θεϊκή τρέλα είχε καταλάβει το μυαλό του. «Δεν μπορεί, σε όνειρο είμαι, σε λίγο θα ξυπνήσω, δεν … μπορεί, σε λίγο η Χαρά θα με φιλήσει… τα παιδιά θα τρέξουν να μου πουν καλημέρα… δεν μπορεί να είναι αλήθεια αυτό που ζω, όχι – όχι, εφιάλτης είναι…», μονολόγησε. Μα η ώρα που πέρναγε του αποδείκνυε το αντίθετο. Ο ουρανός εξακολουθούσε να είναι καθαρός και τα νερά από την χθεσινοβραδινή καταιγίδα είχαν στεγνώσει στους δρόμους. Ο αέρας αν και κρύος δεν ήταν δυσάρεστος, τον έκανε να νιώθει ζωντανός. Είδε το μεγάλο νοσοκομείο μπροστά του. Διέκρινε την επιγραφή στην πρόσοψη: «Ερρίκος Ντυνάν», το ήξερε και αποφάσισε να μπει μέσα. Κι εδώ η ίδια ερημιά, ίσως πιο τραγική ακόμα, αφού βρήκε σύριγγες πεσμένες στο πάτωμα με το φάρμακο ακόμα μέσα, κρεβάτια που η κατάσταση των σεντονιών έδειχναν ότι κάποιος ήταν ξαπλωμένος πάνω τους, οροί που έσταζαν στον αέρα σταγόνα – σταγόνα το υγρό τους και μηχανήματα που λειτουργούσαν κανονικά μόνο που οι ενδείξεις τους ήταν μηδενικές. Κατέβηκε στα χειρουργεία, το φως ήταν αναμμένο στους μεγάλους προβολείς και τα εργαλεία ειδικά τα νυστέρια και δυό λαβίδες είχαν καταλήξει στο μάρμαρο του πατώματος. Τα σωληνάκια και τα καλώδια από τα μηχανήματα υποστήριξης ζωής, ακουμπούσαν πάνω στο χειρουργικό τραπέζι, ενώ κάποια κινούνταν αιωρούμενα λίγο πριν ακουμπήσουν στο δάπεδο. Λες και όλοι εξαφανίστηκαν την ώρα κάποιας εγχείρησης.
 Δεν ήξερε τι να πει και τι να υποθέσει πια. Ήρθε στο μυαλό του η εικόνα της μικρής Τόνιας και της παιγνιδιάρας Μαιρούλας του, στην αγκαλιά της μαμάς τους όταν του έλεγαν καληνύχτα την προηγούμενη βραδιά. Γονάτισε και άφησε το σώμα του να παραδοθεί στο κλάμα με ένα τρέμουλο, σαν ψάρι έξω από το νερό. Η απελπισία τον έκανε να βλέπει θολά, κάποια στιγμή νόμισε ότι διέκρινε κάποια κίνηση στην άκρη του διαδρόμου έξω από το χειρουργείο. Σηκώθηκε, σκούπισε τα μάτια και έκανε να τρέξει προς τα εκεί. Παραπάτησε και έπεσε με γδούπο στο δάπεδο, ξανάπεσε άλλες δυό φορές αφού δεν μπορούσε να ελέγξει τα πόδια του. Κι όταν έφτασε επιτέλους στο σημείο εκείνο, το μόνο που είδε, ήταν ένας μεγάλος φίκος που κυμάτιζε τα κλαδιά του στην πνοή του αέρα που έμπαινε από κάποιο ξεχασμένο ανοικτό παράθυρο. Γονάτισε και χτύπησε τα χέρια κάτω. Πόνεσε και αυτό κάπως τον έκανε βρει την αυτοκυριαρχία του. Βγήκε από το νοσοκομείο και έβαλε το χέρι στα μάτια να αποκρούσει κάποια ακτίνα του χειμωνιάτικου ήλιου, που παραδόξως σήμερα, ήταν πολύ δυνατός. Αναρωτήθηκε για πολλοστή φορά, αν υπήρχε άλλος άνθρωπος στην πόλη.
Στον δρόμο, βρήκε ένα αυτοκίνητο, τα κλειδιά ήταν στη μίζα και αποφάσισε να οδηγήσει για πρώτη φορά στη ζωή του. Τι είχε να χάσει; Και να το τράκαρε, δεν φαινόταν κανένας ιδιοκτήτης να του ζητήσει ευθύνες. Κάθισε και προσπάθησε να βολευτεί με την αδεξιότητα του άπειρου. Ήξερε τους βασικούς κανόνες της οδήγησης και δεν άργησε να κάνει τα πρώτα μέτρα. Δεν απέφυγε μια μικροσύγκρουση με ένα αναποδογυρισμένο ημιφορτηγό, αλλά, μετά από πολλά «σβησίματα» της μηχανής, έφτασε στο Σύνταγμα. Εκεί ανακάλυψε ότι τα αυτοκίνητα, άλλα αναποδογυρισμένα, άλλα καμένα, άλλα κάθετα στο οδόστρωμα, έκαναν αδύνατη την κίνηση του. Με τα πόδια, συνέχισε το δρόμο του και έφτασε στο γραφείο μετά από δεκαπέντε λεπτά. Η ολάνοιχτη πόρτα προμήνυε για το θέαμα που επρόκειτο να δει. Το άδειο γραφείο, με πολλά πράγματα πεταμένα πάνω στη χοντρή κόκκινη μοκέτα αποτέλεσμα της δουλειάς της πρωινής καθαρίστριας, τα παράθυρα μισάνοιχτα, ήξερε ότι αυτό ήταν βραδινή συνήθεια της Αγλαΐας, για να ξεμυρίσει όπως  έλεγε από το τσιγάρο και το γραφείο του τακτοποιημένο όπως συνήθιζε εκείνος να το αφήνει. Κάθισε στην καρέκλα του και οι εικόνες της καθημερινότητας πλημμύρισαν το μυαλό του. Η Αγλαΐα με την δερματική αρρώστια  που της γέμιζε το πρόσωπο σπυριά, να κρατάει συνέχεια φακέλους και ρολά με σχέδια, η μικρή Ιουλία, το κορίτσι που μόλις είχε τελειώσει το Πολυτεχνείο και προσελήφθη σαν μαθητευόμενη μηχανολόγος, αλλά το μόνο καθήκον μέχρι τώρα ήταν οι καφέδες και τα αναψυκτικά και καμιά φορά … μια ωραία υποδοχή στους πελάτες, εκμεταλλευομένη το ωραίο χαμόγελο και τα ολόασπρα δόντια της. Πιο μέσα… «έβλεπε» τον κυρ Μιχάλη, έτσι τον αποκαλούσαν όλοι λόγω των εξήντα χρόνων που βάρυναν την πλάτη του, να δουλεύει σκυμμένος πάνω στο σχεδιαστήριο και τον Ευθύμη, τον νεαρό κομπιουτερά που όλη μέρα, όλο και κάτι έκανε με το ποντίκι του, απλά σε δουλειά να βρίσκεται. Έριξε την ματιά του στον μεγάλη σεφλέρα που είχε «κατακτήσει» όλη την ανατολική πλευρά του γραφείου και είχε στρέψει τα φύλλα της στο τετράγωνο παράθυρο. Δεν ήξερε αν όλα και όλους αυτούς τους φίλους και συνεργάτες θα τους ξανάβλεπε ποτέ. Πήγε στο καταψύκτη, αυτόν τον Αμερικάνικου στυλ καταψύκτη με την μεγάλη γαλάζια μπουκάλα από πάνω κι έβαλε ένα ποτήρι νερό να πιεί. Το παγωμένο υγρό κύλησε και ένιωσε την δροσιά του στο στομάχι. Ανακουφίστηκε και προσπάθησε να δει τι έπρεπε να κάνει. Σήκωσε το τηλέφωνο και προσπάθησε να καλέσει κάποιους γνωστούς. Αν και το άφησε να κουδουνίζει αρκετή ώρα, κανείς δεν απαντούσε. «Μα τον βλάκα…», μονολόγησε, «… τι κάνω; Την αστυνομία να πάρω, αμέσως…». Διαπίστωσε ότι ούτε εκεί  το σήκωσε κανείς. Μόνο ο τηλεφωνητής απαντούσε με την μονότονη φωνή του. «Κάτι είναι κι αυτό…», κάθισε και προσπάθησε ν’ απολαύσει την μηχανική φωνή, «… κάποιος μου μιλάει…», γέλασε με αυτό που είπε και άναψε τσιγάρο. Η μικρή στήλη καπνού που ανέβαινε σαν γαλάζιο σύννεφο προς το ταβάνι, ήταν το μόνο που κινιόταν έξω απ’ αυτόν. Λες και έβλεπε κάτι ζωντανό, άρχισε να την κοιτάζει και… και να την ευγνωμονεί!
Το στομάχι του άρχισε να τον ενοχλεί, ένιωθε να καίει και του ήρθε μια τάση για εμετό. Πήγε στην τουαλέτα και έσκυψε πάνω από την λεκάνη, προσπαθώντας ν’ αδειάσει το στομάχι του. Δεν είχε φάει τίποτα από το πρωί και γι αυτό απόρησε, δεν μπορούσε να καταλάβει τι τον πείραξε. «Ίσως το κρύο νερό καταχείμωνο…», σκέφτηκε, ενώ προσπαθούσε. Ο λαιμός του είχε φουσκώσει από την προσπάθεια και τα μάτια του τον έτσουζαν. Κάποια στιγμή κατάφερε να βγάλει ένα κίτρινο υγρό, πικρό σαν κινίνο και λίγο αίμα από τον λαιμό που είχε γδαρθεί. Έπεσε με γδούπο στο πάτωμα, δίπλα από την λεκάνη και έπιασε το κεφάλι του με τα δυό χέρια. Ο πανικός άρχισε για άλλη μια φορά να τον καταβάλλει, να τον πνίγει. Ένιωσε δειλός και ανίσχυρος. Μετά από είκοσι λεπτά περίπου, έριξε μπόλικο νερό στο πρόσωπο και το κρύο τον συνέφερε. Τα δάχτυλα του είχαν ασπρίσει από το σφίξιμο του νιπτήρα και το πρόσωπο που τον αντίκριζε από τον καθρέφτη, δεν μπορεί να ήταν δικό του, ήταν τα μούτρα ενός γέρου. «Κι αν είμαι ο μόνος;», αναρωτήθηκε πιο πολύ για να πάρει απάντηση από τον ίδιο του τον εαυτό: «δεν μπορεί, δεν μπορεί… θα υπάρχουν κι άλλοι… όπως εγώ… δεν μπορεί»
Πήρε ένα μικρό μαγνητοφωνάκι που βρήκε στο γραφείο της Ιουλίας, δεν κατάλαβε κι εκείνος τι το ήθελε και βγήκε στον δρόμο, ρίχνοντας ματιές παντού, αφουγκραζόμενος  για τυχόν ήχους ανθρώπινης προέλευσης. Μάταια! Άρχισε να περπατάει προς την περιοχή του Θησείου, μόνος με τα μοναχικά ερείπια των αρχαίων ναών και την σκιά της  Ακρόπολης. Περπατούσε μες την μέση του δρόμου, λες και προσπαθούσε να καταπατήσει τους νόμους που του είχαν μάθει από μικρό παιδί, οι γονείς, το σχολείο, η κοινωνία. Σταμάτησε στην είσοδο της αρχαίας αγοράς και στύλωσε τα μάτια στο μικρό μονοπάτι που οδηγούσε ψηλά στον Παρθενώνα. «Ε,εεεεεεεεεεεεεεε, ρεεεεεεεεεεεεεεεε…», φώναξε για δεύτερη φορά εκείνη την μέρα. Και πάλι του απάντησε η σιωπή κι ο αγέρας. Κοίταξε τον ήλιο ψηλά στον ουρανό και  τον είδε να χλομιάζει από δυό μεγάλα γκρίζα σύννεφα. Άρχισε να μυρίζει και πάλι βροχή. Περίμενε για λίγο, μέχρι που οι πρώτες σταγόνες άρχισαν να χοροπηδούν στο χώμα δίπλα του. Δεν ήθελε να κρυφτεί σε κάποιο από τα μαγαζιά, ήθελε να μείνει έξω στους δρόμους. Πρόσεξε ότι δεν είχε το παλτό μαζί του, το είχε αφήσει στο γραφείο και έτσι άρπαξε το τραπεζομάντιλο από ένα τραπεζάκι, πετώντας κάτω το τασάκι και την αλατοπιπερίερα. Το φόρεσε σαν μανδύα, προστατεύοντας και το κεφάλι και συνέχισε τον δρόμο του. Βγήκε στην εμπορική οδό, εκεί που ήταν τα καταστήματα με τα ρούχα και τα παπούτσια, βρήκε ένα μαγαζί που πουλούσε είδη ορειβασίας και εκδρομών. Με ένα τούβλο, έσπασε την βιτρίνα, μπήκε μέσα και προσπάθησε να βρει κάτι για την βροχή. Ένιωθε σαν κλέφτης και συνέχεια, έριχνε κλεφτές ματιές προς την πόρτα, ενώ ο συναγερμός χτυπούσε δαιμονισμένα. Το στρατιωτικό παντελόνι, προϊόν κάποιας γνωστής μάρκας του έπεσε καλά στην μέση και για το κόντεμα, χρησιμοποίησε το συρραπτικό μηχάνημα. Πήρε και μπότες και μπουφάν και … απ’ ότι χρειαζόταν. Γελώντας, έκανε τον λογαριασμό από τα καρτελάκια που κρέμονταν απ’ τα ρούχα και είδε ότι το γούστο του τελικά, ήταν πολύ ακριβό. Χαμογέλασε: «ποτέ δεν θα μπορούσα να τα αγοράσω σε άλλη περίπτωση…» μονολόγησε.
Το πρώτο αυτοκίνητο που βρήκε μπροστά του έγινε το μεταφορικό του μέσο. Δεν είχε πια σημασία που πήγαινε, απλά αποφάσισε να ψάξει, όσα πιο πολλά μέρη μπορούσε. Σταμάτησε σε μια διασταύρωση, στη μέση του οδοστρώματος και κοίταξε τον ορίζοντα μπροστά του. Ευτυχώς που τα δέντρα κουνιούνταν στο αέρα και έβλεπε κίνηση, κάποια κίνηση. Έβαλε τα χέρια στην τσέπη του μπουφάν και βρήκε τα τσιγάρα του, άναψε ένα και μέσα από το τζάμι του αυτοκινήτου, προσπάθησε να μετρήσει τις σταγόνες της βροχής, που χτυπούσαν με δύναμη, σχηματίζοντας μικρές κορώνες. Αριστερά του μια εκκλησία, στεκόταν περήφανη ανάμεσα σε μεγάλα πεύκα και ο «χρυσός» σταυρός πάνω στον τρούλο, φαινόταν να τον ειρωνεύεται. Ένιωσε τα δάκρυα να κυλούν στα μάγουλα και τα μάτια του να βλέπουν θολά. Η μικρή Τόνια και η Μαιρούλα του, ήρθαν στο νου του, στην αγκαλιά της Χαράς … του.

Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Μπορούσε από την αντανάκλαση του τζαμιού να δει καθαρά πίσω του, τις δυό κοπέλες που τον κοίταγαν και χασκογελούσαν με το χέρι στο στόμα, σε μια προσπάθεια να κρύψουν το χαμόγελό τους. Του άρεσε και έκανε ότι δεν αντιλήφθηκε τίποτα, προσπαθούσε να χορτάσει αυτή την εικόνα, γιατί πολύ καιρό τώρα, καμιά δεν του είχε τονώσει το ηθικό τόσο πολύ. Έκανε να προχωρήσει στην διπλανή βιτρίνα και κατάλαβε ότι η μια από τις δυό νεαρές, πρέπει γύρω στα εικοσιπέντε να ήταν πάνω κάτω, έψαχνε να βρει τρόπο να τον πλησιάσει. Παρατήρησε και την φίλη της που την ενθάρρυνε, μέχρι σημείου να την σπρώχνει προς το μέρος του. Ο Γιώργος, φόρεσε το πιο γλυκό του χαμόγελο, γύρισε και είδε τις κοπέλες να παγώνουν σχεδόν. Τις πλησίασε και:
-«Θα θέλατε κάτι;», ρώτησε ευγενικά με εκείνη την φωνή που του είχαν πει ότι μάγευε τον συνομιλητή του.
Τα κορίτσια σάστισαν και κοντοστάθηκαν, μέχρι που η φίλη, επανέλαβε το σπρώξιμο στα πλευρά της άλλης. Εκείνη χαζογέλασε, αυτό απογοήτευσε κάπως τον Γιώργο, τον πλησίασε και έδειξε … σαν ν’ αντίκρισε κάποιο φάντασμα.
-«Λοιπόν; Θα θέλατε κάτι δεσποινίς;», ξαναρώτησε με την ίδια φωνή. Μέσα του κάτι φτερούγισε  χαρούμενα, κάτι τον ξανάκανε αισιόδοξο. Η απάντηση στην ερώτησή του, ήταν ένα τραύλισμα που κάτι ρωτούσε, μάλλον για κάποιον δρόμο. Ο Γιώργος γέλασε πιο εγκάρδια τώρα. Στα τριάντα πέντε του, ήξερε από τέτοιου είδους «καμάκια», μόνο που τα είχε συνηθίσει από την μεριά των αντρών και όχι το αντίθετο. Σήκωσε το δεξί του χέρι και της έδειξε τη βέρα.
-«Δυστυχώς… παντρεμένος…», είπε εξακολουθώντας να γελάει. Η αντίδραση των δυό κοριτσιών, ήταν η αναμενόμενη. Προσπαθώντας να δείξουν… κάτι άλλο, έφυγαν γρήγορα προς την αντίθετη κατεύθυνση με την «φίλη» να γελάει ξεδιάντροπα. Ο Γιώργος κούνησε το κεφάλι και γύρισε στον προορισμό του. Μια γλυκιά γεύση του είχε μείνει στην καρδιά και το μυαλό.
Δίπλα οι φωτεινές βιτρίνες , του κρατούσαν συντροφιά στο περπάτημα του, του άρεσε μετά την δουλειά να κάνει αυτή την διαδρομή στο κέντρο της Αθήνας. Η εταιρία που δούλευε σαν μηχανικός, είχε τα γραφεία της κοντά στο Μοναστηράκι κι εκείνος ανέβαινε την Ερμού μέχρι το Σύνταγμα για να πάρει το μετρό. Χάζευε τους ανθρώπους, τα μαγαζιά, τους μικροπωλητές και τους υπαίθριους μουσικούς. Το καλοκαίρι συνήθιζε να πίνει καφέ στον πεζόδρομο, να παίρνει δυνάμεις πριν αντιμετωπίσει τις δυό μικρές του κόρες στο σπίτι, την γκρίνια της Χαρούλας, που του εξιστορούσε κάθε φορά τις διαβολιές των θηλυκών Βελζεβούληδων που είχε γεννήσει, τους τόσους λογαριασμούς που τελειωμό δεν είχαν και την πεθερά του, χήρα γυναίκα που έμενε μαζί τους, να του χαμογελάει κάθε φορά που έδειχνε απελπισμένος. Οικονομικό πρόβλημα δεν υπήρχε κι ας μην δούλευε η κυρία Χαρά, αφού ο μισθός του ήταν υπέρ το δέον ικανοποιητικός και μπορούσε να συντηρεί ένα αρκετά μεγάλο σπίτι στον Χολαργό, τις ανάγκες της γυναίκας και των παιδιών και κάθε προσωπική του τρέλα. Και η αλήθεια ήταν ότι οι τρέλες του και πολλές ήταν και όχι φθηνές. Του άρεσαν τα νέα μοντέλα των κινητών τηλεφώνων, ότι είχε σχέση με υπολογιστές και … το καλό φαγητό. Τα καλύτερα εστιατόρια, ήξεραν το ζευγάρι πολύ καλά, (ας είναι καλά η πεθερά που κρατούσε τα παιδιά, αλλά και που η σύνταξη του διπλωμάτη «συγχωρεμένου» άντρα της έπεφτε στο σπίτι). Τώρα όμως που ήταν χειμώνας, ήδη ο Δεκέμβρης είχε περάσει την εικοστή μέρα του, αρκούνταν μόνο σε ένα περίπατο.
Τράβηξε το γιακά του παλτού του και τον σήκωσε όρθιο, καθώς μια ξαφνική ριπή κρύου αέρα του πάγωσε το σβέρκο. Είχε από την μια μεριά κρεμασμένη την τσάντα με τον φορητό υπολογιστή, η αλήθεια είναι ότι τον κούραζε αρκετά, ενώ στο άλλο χέρι κρατούσε μια μεγάλη μαύρη ομπρέλα την οποία τώρα που ήταν κλειστή, την χρησιμοποιούσε σαν μπαστούνι μιμούμενος τον αγαπημένο του Τσάρλι Τσάπλιν. Έψαξε την αριστερή του τσέπη, βρήκε λίγο πασατέμπο και τον μασούλησε φτύνοντας τα τσόφλια στον δρόμο. Ακούστηκε ο ήχος ενός κεραυνού και γύρισε το βλέμμα στον ουρανό. Είχε ήδη σκοτεινιάσει, αλλά τα μαύρα σύννεφα φαίνονταν καθαρά και η απειλή τους, τρόμαζε τον περαστικό κόσμο με την καταιγίδα που υπόσχονταν. Και οι πρώτες σταγόνες της βροχής δεν άργησαν, δειλά στην αρχή, αυθάδεις μετά να πέφτουν και να μετατρέπονται σε βροχή, κάθετη, κρύα και δυνατή. Άνοιξε την ομπρέλα και χάρηκε. Του άρεσε η βροχή, τους άρεσαν οι αστραπές. Προχώρησε αργά, την ώρα που όλοι οι διαβάτες έτρεχαν κάτω από τέντες ή μέσα σε στοές να προφυλαχτούν. Σύντομα ο πεζόδρομος, δεξιά και αριστερά είχε αποκτήσει δυό μικρούς χείμαρρους , που παράσερναν όλα τα σκουπίδια και μικρά χαλικάκια από την οικοδομή πιο πάνω. Το παντελόνι του  είχε ήδη βραχεί από τα γόνατα και κάτω, αλλά δεν έδειξε να τον νοιάζει ιδιαίτερα. Συνέχισε με αργό βήμα, λες και διασκέδαζε. Στο μυαλό του ήταν η εικόνα των δυό νεαρών κοριτσιών και το περιστατικό που είχε πριν λίγο συμβεί. Χαμογέλασε την ώρα που όλοι οι άλλοι πεζοί, έβριζαν τον καιρό, την γκαντεμιά τους που βγήκαν τέτοιο απόγευμα έξω, κάποιοι και την κυβέρνηση για τους υπονόμους ίσως … και για την βροχή. Σκέφτηκε και την Χαρά φτάνοντας στο συμπέρασμα ότι αν αφαιρούσε την γκρίνια της, γυναίκα εξάλλου ήταν, το όνομά της την αντιπροσώπευε. Η Χαρά ήταν πραγματικά η χαρά του, ο έρωτάς του και η ξεκούρασή του, η σύντροφός του και ο άνθρωπος που του είχε κάνει και υποστηρίξει με τον καλύτερο τρόπο, το μεγαλύτερο δώρο στη ζωή του. Τις δυό ξανθές αντάρτισσες, σχεδόν αγοροκόριτσα, τις «τσούπρες» του όπως τις έλεγε. Με κλεισμένα τα τέσσερα της χρόνια η Τόνια και απειλώντας τα τρία η Μαιρούλα, ήταν η ψυχή του κομμένη στα δυό. Τα πάντα άρχιζαν από αυτά και τα πάντα τέλειωναν σε αυτά. Και η Χαρούλα του … ο φοβερός και τρομερός αστυφύλακας του σπιτιού. Ένοιωθε πως η ζωή του είχε δώσει όλα όσα θα μπορούσε να δώσει για να κάνει έναν άνθρωπο ευτυχισμένο και ψυχικά πλούσιο.
Έφτασε στο σπίτι γύρω στις εννέα, μούσκεμα σχεδόν από πάνω μέχρι κάτω. Τα δυό ζιζάνια έτρεξαν ακούγοντας το κλειδί της εξώπορτας και αγκαλιάζοντάς τον, χρειάστηκαν να αλλάξουν μαζί του ρούχα. Η Χαρά τον φίλησε στο στόμα με θέρμη και τον αγκάλιασε κάτι που έκανε κάθε βράδυ εδώ και πέντε χρόνια που μοιράζονταν το ίδιο όνομα. Οικογένεια Χριστοπούλου. Το ουζάκι, ήταν δουλειά της πεθεράς, της κυρίας Τόνιας, από κείνη είχε πάρει το όνομα της και η μεγάλη κόρη, που στο πρόσωπο του γαμπρού της, είχε βρει τον προστάτη της κόρης της και την κολώνα της οικογένειας. Ο Γιώργος χάρηκε την στιγμή, έκανε τον σταυρό του, ούτε ο ίδιος το κατάλαβε και κάθισε στο σαλόνι να πιεί το ουζάκι με την πεθερά, μέχρι η σύζυγος να ετοιμάσει κάτι να φάνε. Οι μυρουδιές που πέρναγαν από το μεγάλο πάσο που συνέδεε την κουζίνα με την τραπεζαρία, τον αναστάτωσαν σε σημείο που άρχισε να παρακινεί τις μικρές του κόρες να πιέσουν την μαμά να βιαστεί.  Και οι σπιουνιές έπιασαν τόπο, αφού σε πολύ σύντομο χρόνο, πιρούνιζε το ρολό με αυγά και τις ψητές πατάτες. Δεν θέλησε ν’ ανοίξει τηλεόραση, ποτέ δεν την άνοιγε όσο τα παιδιά ήταν ξύπνια, προτιμούσε να μιλάνε, ακόμα και βλακείες  να λένε, αρκεί το χαζοκούτι να μένει μακριά από την οικογένειά του. Το είχε καταφέρει αρκετά καλά, αφού και αγώνα να είχε, ακόμα και τον αγαπημένο του Παναθηναϊκό να έδειχνε, δεν χάλαγε την συνήθεια αυτή. Άκουγε απ’ έξω την βροχή και του φάνηκε ότι ο θόρυβος που έκανε το νερό, είχε αυξηθεί πολύ, σαν ένας συνεχόμενος αχός. Δεν έδειξε ν’ ανησυχεί κανείς στο τραπέζι, ο μπαμπάς που όλα τα φροντίζει ήταν εδώ και συνέχισαν το φαγητό τους με χαρά. Μιλούσαν για το μεγάλο επίτευγμα της Τόνιας που ολομόναχη είχε ζωγραφίσει ένα καταπληκτικό άλογο στο μεγάλο μπλοκ ζωγραφικής της. Τα χρώματα που είχε χρησιμοποιήσει ήταν ζωηρά και λαμπερά, μα την μεγαλύτερη σημασία είχε το σχήμα του αλόγου, που το απεικόνιζε να τριποδίζει με το κεφάλι όρθιο και μάλιστα πολύ πετυχημένο. Έδειχνε να έχει στο αίμα της το ταλέντο του μπαμπά. Ο Γιώργος χαμογέλασε και το σήκωσε στον αέρα περήφανος, μέχρι που παρατήρησε το θλιμμένο και λίγο συνοφρυωμένο μουτράκι της Μαιρούλας του. Έπιασε και τις δυό από την μέση και τις σήκωσε ψηλά, μοιράζοντας στα ολόλευκα μαγουλάκια πολλά, μα πολλά φιλιά. Ο κρότος που ακούστηκε από τον δρόμο, ήταν σαν έκρηξη βόμβας και τα μικρά σφίχτηκαν πάνω στο στήθος του. Έτρεμαν. Εκείνος τις χάιδεψε απαλά στην πλάτη και σηκώθηκε να δει τι ήταν, υπέθετε ότι ο κεραυνός είχε πέσει πολύ κοντά. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα και αντίκρισε μια βροχή που ποτέ του δεν είχε ξαναδεί. Η βεράντα ήταν πλημμυρισμένη από το νερό και οι σχάρες, δεν μπορούσαν να το ρουφήξουν, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί μια μικρή λίμνη. Οι λάμψεις από τις αστραπές και τους κεραυνούς φώτιζαν την νύχτα και η εξωπραγματική εικόνα συμπληρωνόταν από μια απόκοσμη βοή, λες και άκουγε την ανάσα της Φύσης. Γύρισε στο τραπέζι και χαμογελώντας, προσπάθησε να ησυχάσει τους άλλους. Τα γέλια ξαναγύρισαν, αν και λίγο πιο παγωμένα, λίγο πιο τσιγγούνικα. Η γιαγιά, σηκώθηκε να φέρει την υπέροχη πουτίγκα της, Αγγλικού στυλ, που ήταν και το αγαπημένο γλυκό όλων. Και βέβαια άπαντες την τίμησαν. Οι βροντές έξω, συνέχισαν τον τρομακτικό τους χορό και σε κάθε μια, νόμιζε κανείς ότι οι τοίχοι έτρεμαν. Η ώρα είχε πάει δέκα, οπότε ο «αστυφύλακας», είπε την καταραμένη λέξη των παιδιών:
-«Ύπνο…», σηκώθηκε από το τραπέζι, έτοιμη για μάχη με τα διαβόλια της. «Άντε, δοντάκια, χεράκια και ύπνο τώρα….». προς μεγάλη της έκπληξη, οι διαμαρτυρίες ήταν λίγες και ήπιες. Το φιλί στον μπαμπά, έδινε το σήμα για το τέλος της μέρας.
Αποσύρθηκε και η γιαγιά, αφού πρώτα φρόντισε να «μαζέψει» το τραπέζι μη και κουραστεί η κόρη, στο δωμάτιό της και το ζευγάρι κάθισε μόνο του, να δουν τις βραδινές ειδήσεις των δώδεκα. Κατά την προσφιλή του συνήθεια ο Γιώργος έψαξε όλη την μπάντα των καναλιών. Η Χαρά ξαπλωμένη πάνω του, είχε σχεδόν παραδοθεί στις αγκάλες του Μορφέως, τα μάτια της ήταν μισάνοιχτα και δεν άργησε να ταξιδέψει στα όνειρά της. Όλοι οι σταθμοί μετέδιδαν ειδήσεις και ανταποκρίσεις από όλες τις περιοχές της Ελλάδος που αφορούσαν στην καταιγίδα που μαινόταν εδώ και πέντε περίπου ώρες, με αμείωτη ένταση και μοναδική σφοδρότητα, όπως έλεγαν οι συνεντευξιαζόμενοι μετεωρολόγοι. Γι επιβεβαίωση όλων αυτών, ένας τρομακτικό κρότος, μια βροντή που ακούστηκε σαν κανονιά, έσκισε την ηρεμία του σπιτικού. Έκλεισε την τηλεόραση και παρότρυνε την κοιμισμένη γυναίκα του να πάνε στην κρεβατοκάμαρα. Κατευθύνθηκε στο δωμάτιο των παιδιών, άνοιξε την πόρτα και με μεγάλη του χαρά διαπίστωσε πως τα αγγελούδια του, (όταν κοιμόντουσαν ήταν αγγελούδια), είχαν παραδοθεί στον ύπνο τους παρά την μεγάλη αντάρα που μαινόταν έξω. Ξάπλωσε στο πλάι της όμορφης κυράς του και θαύμασε τους γυμνούς μηρούς της που είχαν αποκαλυφθεί, καθώς το νυχτικό είχε ανασηκωθεί. Ανάσκελα, σταύρωσε τα χέρια κάτω από το κεφάλι, στύλωσε τα μάτια στο ταβάνι και αφέθηκε στον ήχο της βροχής και των τρομακτικών κεραυνών. Τα βλέφαρα βάρυναν κι έκλεισαν για να τον ταξιδέψουν στους κόσμους που επιζητούσε ο νους.
Το ξημέρωμα ήταν τελείως αντίθετο από την νύχτα που πέρασε. Ο ήλιος έμπαινε από το τζάμι του παραθύρου και φώτιζε με την λάμψη του το δωμάτιο. Και μάλιστα, χειμωνιάτικα, ζέσταινε αδικαιολόγητα πολύ, τον χώρο. Ο Γιώργος πάτησε το κουμπί που έκλεινε το ξυπνητήρι, το διαβολομηχάνημα που φτιάχτηκε να τυραννάει τους ανθρώπους. Κοίταξε δίπλα του, αλλά η Χαρά έλειπε. «Μάλλον θα ετοιμάζει πρωινό…», σκέφτηκε χαμογελώντας. Φόρεσε τις παντόφλες του καθιστός ακόμα στο κρεβάτι, έτριψε τα μάτια και πήγε στο μπάνιο. Κατούρησε με αναστεναγμό, (αυτό τελικά ήταν που τον ενοχλούσε το βράδυ στον ύπνο του), άνοιξε το νερό στο ντους και άφησε τον εαυτό του στην χαλάρωση που του πρόσφερε το χλιαρό υγρό. Σκουπίστηκε με την μεγάλη πετσέτα που είχε πάνω της το τριφύλλι, το σήμα της αγαπημένης του ομάδας, χτενίστηκε και έβαλε κολόνια, έτοιμος για την ‘καλημέρα’  στην κυρά του. Ένας καφές τώρα, ένας ζεστός καφές θα ήταν το καλύτερο. Στην κουζίνα δεν βρήκε την Χαρά και συνοφρυώθηκε σκεπτόμενος που θα μπορούσε να είχε πάει. «Μάλλον στην βεράντα…», σκέφτηκε, «… είδε τον ήλιο και θα σέρβιρε εκεί». Αλλά και στην βεράντα δεν την βρήκε, ούτε και στο πίσω μπαλκόνι. Άρχισε ν’ ανησυχεί, αλλά όχι σε βαθμό να την ψάξει πιο πολύ. Στην κουζίνα έφτιαξε τον καφέ του σκεπτόμενος να της κρατήσει μούτρα που δεν τον είχε περιποιηθεί, πήρε το φλιτζάνι του και κάθισε στην βεράντα. «Πιθανώς να πετάχτηκε στο μαγαζάκι που πουλούσε σχεδόν τα πάντα, για γάλα…», σκέφτηκε προσπαθώντας να δικαιολογήσει την απουσία της. Όταν όμως η ώρα πέρασε, διαπίστωσε ότι δεν είχε περάσει ούτε ένα αυτοκίνητο από τον δρόμο, δεν είχε ακουστεί κανένας ήχος, παρά μόνο το θρόισμα των δέντρων. Έσκυψε να δει καλύτερα και πραγματικά διαπίστωσε μια ηρεμία στην γειτονιά που τον παραξένεψε. Πήγε στο δωμάτιο των παιδιών. Έλειπαν! Το ίδιο και η πεθερά του! Ήταν μόνος στο σπίτι, μόνος με ένα καφέ στο χέρι και την απορία στο μυαλό. Η σκέψη του πήγε σε άσχημα πράγματα, σε απαγωγή, σε εγκατάλειψη…. Ένιωσε άσχημα. Ντύθηκε και αποφάσισε να τους ψάξει. Δεν θα μπορούσαν να είχαν πάει μακριά. Αποφάσισε να περιμένει λίγο ακόμα μήπως και γυρίσουν, λογίζοντας υπερβολικό τον φόβο του. Προσπάθησε να θυμηθεί αν είχε η Τόνια  καμιά εκδήλωση στο νηπιαγωγείο, αλλά δεν μπόρεσε να φέρει τίποτα στο μυαλό του. Κατάλαβε ότι έπρεπε κάτι να κάνει. Σήκωσε το τηλέφωνο, να ειδοποιήσει στη δουλειά ότι θα αργούσε για λίγο. Κανείς δεν απάντησε, αν και το άφησε να χτυπήσει πολλές φορές. Το έκλεισε και πήγε στην εξώπορτα, κοντοστάθηκε φωνάζοντας την Χαρά, δεν κατάλαβε γιατί το έκανε και κατέβηκε στον κήπο. Έψαξε ολόγυρα με τα μάτια, αλλά μάταια. Δεν υπήρχε κανένα σημάδι της οικογένειας του. Πήγε στο μικρό μαγαζάκι, αυτό που πουλούσε σχεδόν τα πάντα και που ο ιδιοκτήτης το είχε ονομάσει σε κάποια στιγμή ευθυμίας… «Αμάλθεια». Η πόρτα του καταστήματος ήταν ανοικτή μα μέσα δεν υπήρχε κανείς. Φώναξε αλλά απάντηση δεν πήρε από κανένα. Άναψε ένα τσιγάρο και προσπάθησε να καταλάβει τα γεγονότα, να καταλάβει που πήγαν όλοι. Βγήκε ξανά στο δρόμο και διαπίστωσε για άλλη μια φορά, ότι δεν κυκλοφορούσε κανείς, ότι κανένα αυτοκίνητο δεν πέρναγε, αν και αυτή η οδός ήταν αρκετά πολυσύχναστη. Το μαγαζί απέναντι που πουλούσε καφέδες και τοστ δεν είχε ανοίξει ακόμη. Μόνο η μεγάλη σημαία που κρεμόταν πάνω από την πόρτα κινιόταν στις ορέξεις του πρωινού αέρα. Στάθηκε στη μέση της ασφάλτου προσπαθώντας να σκεφτεί προς τα πού μπορεί να είχε πάει η οικογένεια. Αποφάσισε να κατέβει προς την Μεσογείων, ίσως να καταλάβαινε κάτι. Άρχισε να προχωρεί με αργό βήμα, ο ήλιος τον ζέσταινε αρκετά αναγκάζοντάς τον να βγάλει το σακάκι και οι απορίες του μεγάλωναν, αφού στα πρώτα δύο χιλιόμετρα που διένυσε δεν είδε κανένα άνθρωπο, ούτε σκύλο, ούτε γάτα. Στάθηκε σαν χαζός και γύρισε τα μάτια ολόγυρα. Νέκρα παντού, λες και κάποιος είχε κλέψει όλα τα ζωντανά πλάσματα. Σε κάποιο άδειο περίπτερο, είδε ένα μικρό ραδιόφωνο που αντί για μουσική ή κάποια πολιτική εκπομπή μετέδιδε μόνο κάτι σαν ήχο, κάτι σαν γρατσούνισμα, όπως τα ραδιοφωνικά παράσιτα. Σήκωσε το βλέμμα στον ουρανό. Αντελήφθη ότι ούτε πουλί πετάμενο είχε δει. Έκατσε στο ρείθρο του πεζοδρομίου και προσπάθησε να μην … τρελαθεί. Το νηπιαγωγείο δεν ήταν μακριά. Έτρεξε με όση δύναμη είχε να φτάσει…

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 50
ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ

Το λιμάνι της Μουνιχίας, δεν είχε αλλάξει από τον παλιό καιρό, τότε που ο Τελευτίας έκανε τα μεγάλα ταξίδια του. Παντού φωνές και πόρνες, ναυτικοί που προσπαθούσαν να μπαρκάρουν σε κάποιο πλοίο, έμποροι που τσακώνονταν συνεχώς και φυσικά οι πανταχού παρόντες στρατιώτες που προσπαθούσαν με τα ραβδιά στο χέρι, να κρατήσουν  την τάξη και να προσφέρουν κάποια αστική προστασία. Τα νερά μετά τις βροχές του μήνα των Ελαφηβολιών (σελήνη Μαρτίου), είχαν κάνει σχεδόν αδιάβατους τους δρόμους, από τις λάσπες και τις πέτρες που είχαν κατεβάσει. Κάποια σπίτια είχαν χάσει μεγάλα κομμάτια από τους τοίχους ή τις μάντρες τους και μάλιστα είχε ακουστεί ότι  άνθρωποι είχαν πνιγεί στον Κεραμικό, όταν το μεγάλο ποτάμι του Θεού Κηφισού είχε πλημμυρίσει όλα τα γύρω χωράφια με κόκκινο από την ιλύ νερό, που κατέβαινε από την Πάρνηθα του Πάνα και τον Βριλησσό, τα ιερά βουνά του Αττικού λεκανοπεδίου.  Κάποιο υπαίθριοι «μάγειρες» του ποδαριού, έψηναν οτιδήποτε ψήνεται σε μικρές «φουφούδες», καλυπτόμενοι κάτω από πρόχειρες αυτοσχέδιες τέντες   και γέμιζαν τον αέρα με χιλιάδες οσμές αλλά και πολύ καπνό. Οι μεγάλες αποθήκες, είχαν ανοίξει τις πόρτες τους και προσπαθούσαν να φορτώσουν κάρα με μουλάρια και άλογα , με όση μεγαλύτερη τάξη μπορούσαν. Ο Τελευτίας με μεγάλο κόπο, αφού η λάσπη έφτανε ως το μέσον της γάμπας, πλησίαζε την μεγάλη γκρίζα αποθήκη, που είχε αφήσει διάφορα προϊόντα  για το ταξίδι που θα ακολουθούσε. Από την προηγούμενη, είχε βρει ένα μεγάλο καράβι με δυό καταστρώματα, διπλό κατάρτι και εκτός από τις τρεις μικρές  καμπίνες για τον καπετάνιο, τον ξυλουργό και τον επόπτη πορείας, διέθετε και υποδομή για μαγείρεμα. Το χρώμα του ήταν σαν  του καπνισμένου πεύκου, τα πανιά του στο χρώμα της κόκκινης ώχρας που είχε τόπους – τόπους ξασπρίσει από τους ανέμους και το αλάτι,  ενώ η κουπαστή του και η πλώρα του, ήταν περίπου δύο μέτρα πιο ψηλή όλων των άλλων που έδεναν κοντά του. Αν και το αγώι ήταν πολύ μεγάλο, περίπου το τριάντα τοις εκατό του κέρδους, ο Τελευτίας, αφού τα υπολόγισε όσο καλύτερα μπορούσε, αποφάσισε ότι θα του έμενε ένα αρκετά μεγάλο ποσό στο τέλος. Αρκεί το ταξίδι να είχε ευτυχή κατάληξη. Τους εμπόρους στην Σικελία, τους γνώριζε καλά, οι διασυνδέσεις του ήταν, όχι πριν από πολύ καιρό, άριστες και δεν είχε λόγο να πιστεύει ότι θα του είχαν κάνει εμπορικές απιστίες. Ο μούστος που είχε μαζέψει από διάφορους παραγωγούς πριν κάποιους μήνες, όταν μπόρεσε να βολέψει σωστά σε ένα μικρό αγρόκτημα την Ελπινίκη, ευωδίαζε την αποθήκη και του άφηνε υπόσχεση για καλά κέρδη. Σε κάποια άλλη γωνιά αποξηραμένα φρούτα όπως σύκα και ροδάκινα με μέλι και αμύγδαλα, σε μεγάλα κιούπια δεμένα πολύ σφιχτά και αναποδογυρισμένα να μην παίρνουν αέρα, ήξερε ότι ήταν περιζήτητα από πλούσιους στην Απολλωνία και την Απουλία και θυμόταν τις μεγάλες παραγγελίες που είχε κατά καιρούς από κει.
Έβαλε τα χέρια στην μέση και τέντωσε το κορμί του, ικανοποιημένος από το θέαμα, συλλογιζόμενος τους κόπους και την ταλαιπωρία όλου του χειμώνα για να τα συγκεντρώσει. Βέβαια τον είχε βοηθήσει και ο Θεμίστιος με πολλή προσωπική δουλειά και αρκετό «τρέξιμο». Ένοιωσε την ευκαιρία στο στήθος να ξαναγίνει αυτός που κάποτε ήταν, ο σεβαστός έμπορος, ο δακτυλοδεικτούμενος Έλληνας πραματευτής. Γύρισε και προχώρησε προς την θάλασσα, η υγρασία και το αεράκι τον έκαναν ν’ ανατριχιάσει αν και είχε διπλοσταυρώσει τον μανδύα του. Σήκωσε το πάνω μέρος και σκέπασε το κεφάλι γιατί τα αυτιά του είχαν αρχίσει να παγώνουν. Κοίταξε το μεγάλο σκάφος και τους νεαρούς ναύτες που ετοιμάζονταν να φορτώσουν τα πράγματά του. Η λάσπη, έδινε μια απόκοσμη σκούρα μορφή σε αυτούς τους άντρες και η βροχή μόλις ξανάρχιζε να ρίχνει τις πρώτες σταγόνες της, πάνω στους ταλαιπωρημένους δρόμους. Η πλώρη που ανεβοκατέβαινε σε κάθε παφλασμό της θάλασσας και το τρίξιμο του βρεγμένου ξύλου ή του μεγάλου σκοινιού, έδιναν μια μελαγχολική νότα στο πολύβουο λιμάνι. Η καρδιά του Τελευτία σκίρτησε και η λαχτάρα του ταξιδιού, έκανε το στομάχι του να καίει. Σκούπισε το νερό της βροχής από το πρόσωπο του με την ανάστροφη της παλάμης, είδε τον γκρίζο ουρανό να απειλεί και γύρισε κατά το καπηλειό του μονόφθαλμου Αριστομένη στο πλάι της μεγάλης αποθήκης. Ένα ποτήρι κρασί με μέλι και κριθαρένιο ψωμί, θα ήταν ότι έπρεπε αυτή την στιγμή.
Η ώρα πέρναγε απελπιστικά αργά για τον Αθηναίο έμπορο. Έβλεπε από το παράθυρο τους βαστάζους που φόρτωναν τα δικά του εμπορεύματα στο σκάφος και μια φλόγα άναψε μέσα του να πάει να τους βοηθήσει. Όμως κάθισε στη θέση του προσπαθώντας να απολαύσει τον κάλυκα με τον Αττικό οίνο. Ο ήλιος είχε πια μεσουρανήσει, όταν ο καπετάνιος του εμπορικού, μπήκε στην ταβέρνα, τινάζοντας τον μανδύα του από την βροχή. Το παράθυρο είχε θολώσει από τα χνώτα και το νερό της βροχής, η κίνηση απλώς ακουγόταν στον δρόμο και οι πελάτες στο καπηλειό είχαν αυξηθεί σημαντικά, προσπαθώντας να βρουν προστασία από το νερό. Πλησίασε στο τραπέζι του Τελευτία και κάθισε σιμά του, ενώ με το χέρι σηκωμένο παρήγγειλε κρασί στον Αριστομένη, που, παρόλο που είχε μόνο ένα μάτι, επόπτευε όλο το μαγαζί με τέλεια και άμεση ανταπόκριση στις παραγγελίες των θαμώνων.
-«Σε λίγο θα είμαστε έτοιμοι να σαλπάρουμε, βέβαια η βροχή είναι κάποιο εμπόδιο… αλλά ηρεμεί την θάλασσα…», είπε με σοβαρό ύφος. Προσπάθησε να δει από το παράθυρο, μα σαν ένιωσε ότι ήταν άδικος κόπος, συνέχισε την κουβέντα του: «… κι ο αέρας καλός είναι και το κύμα μικρό… άντε να δούμε…». Έβγαλε από ένα μικρό πουγκί κάποιους σπόρους σιταριού και δυό μικρές, σε μέγεθος κεφαλής καρφιού, πέτρες που μύριζαν εξωτικό άρωμα. Σε ένα πήλινο πιάτο έβαλε φωτιά σε ένα κομμάτι ύφασμα, κάτι σαν στουπί, έκαψε τους σπόρους και τις πέτρες απελευθερώνοντας μια υπέροχη οσμή στον χώρο, κάτι σαν θυσία στον Ποσειδώνα, σταύρωσε τα χέρια και έμεινε σιωπηλός κοιτώντας τον λεπτό καπνό. Ο έμπορος δεν έβγαλε ούτε κουβέντα κατά την διάρκεια αυτής της σύντομης τελετής, μόνο με το χέρι του, χάιδευε το μικρό ξύλινο άγαλμα της Θεάς Άρτεμης  που είχε πάντα μαζί του.
Η βροχή δυνάμωνε κι άλλο, τώρα είχε γίνει καταρρακτώδης και δυνατή σαν μαστίγιο. Σήκωσαν την πέτρινη άγκυρα και την μικρή σανίδα που τους συνέδεε με την στεριά. Δυό ναύτες έσπρωξαν με τα μακριά κουπιά της τον μόλο και το σκάφος άρχισε αργά – αργά να στρέφει προς το πέλαγο και να ανοίγει το βρεγμένο πανί του. Οι κωπηλάτες το βοήθησαν να ξεκολλήσει από το λιμάνι και λίγες ώρες αργότερα έφταναν την Αίγινα και θα την προσπερνούσαν χωρίς να σταματήσουν, υπό την εποπτεία όμως δυό Αιγινίτικων  τριήρεων. Η πρώτη νύχτα τους βρήκε μεσοπέλαγα και οι γλάροι, παρά την βροχή, ήταν η μόνη τους παρέα. Οι γλάροι και τα κύματα…
------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------
Με τα δυνατά του χέρια, σε αντίθεση με τα σχεδόν άχρηστα πόδια του, σήκωσε το μεγάλο ξύλο, το έβαλε σε μια θεόρατη επίπεδη κοτρώνα, το στερέωσε και άρχισε με ένα μεγάλο πριόνι να το κόβει σε μικρά κομμάτια. Στο τέλος θα χρησιμοποιούσε και τον πέλεκυ να τα τεμαχίσει όσο πιο πολύ μπορούσε, θα τα στοίβαζε και έτσι θα ήταν έτοιμα για το τζάκι. Κοίταξε γύρω του και είδε την βροχή ή καλύτερα το χιονόνερο, να μετατρέπεται σε χιόνι και μάλιστα πυκνό. Από την πατρίδα του, ήταν συνηθισμένος σε τέτοιο θέαμα και του είχε λείψει. Παράτησε τα κούτσουρα και σήκωσε τα χέρια μ’ ένα πλατύ χαμόγελο προς τον ουρανό, ευχαριστώντας μέσα του τον Δία. Αν και το έδαφος δεν είχε ακόμα βαφτεί στο λευκό του χιονιού, η ορατότητα ήταν αρκετά περιορισμένη και ο αέρας παγωμένος. Ο Θεμίστιος άρχισε να βήχει από τις παγωμένες κοφτές και γρήγορες ανάσες του. Δεν άκουσε την Ελπινίκη που πλησίασε αθόρυβα, σαν γάτα, από πίσω του. Μόνο ένιωσε την ανάσα της. Γύρισε και είδε το μελαχρινό πρόσωπό της γελαστό και τα μάτια της καρφωμένα στο λευκό φαινόμενο.
-«Αν η βροχή είναι τα δάκρυα της Ήρας, τότε αυτό…», έδειξε το χιόνι, άνοιξε την παλάμη και έπιασε μερικές νιφάδες που όμως έλιωσαν αμέσως, «… τότε λοιπόν αυτό τι είναι; Μήπως τα δάκρυα του Δία;». Γέλασε και μια σειρά από κάτασπρα δόντια φάνηκαν στο μισάνοιχτο στόμα. Ο  άντρας δεν είπε κουβέντα, γέλασε κι εκείνος, ούτε ο ίδιος ήξερε αν γέλαγε για το χιόνι ή για την Ελπινίκη που τον έκανε πάντα να νιώθει ευχάριστα και πήγε μερικά βήματα μακριά της. Η Αθηναία το πρόσεξε, αλλά δεν του είπε τίποτα. Έμεινε στην θέση της κοιτώντας το λευκό παγωμένο υγρό.
-«Ξέρεις βέβαια ότι νερό είναι κι αυτό! Βροχή! Μόνο που από το κρύο, παγώνει εκεί στα σύννεφα , όπως επάνω στα βουνά…», έσπασε την στιγμιαία αμηχανία του Θράκα.
-«Δηλαδή… εκεί στα σύννεφα μένει η βροχή; Εκεί πάνω;»
-«Τα σύννεφα είναι η βροχή, νερό είναι σαν αυτό που βλέπεις και το λες καπνό, όταν μια κατσαρόλα είναι στη φωτιά…»
-«Δεν σε πιστεύω. Νερό τα σύννεφα! Άκου εκεί, τι άλλο θα μου πεις! Επειδή δεν ξέρω πολλά πράγματα…. Με κοροϊδεύεις μου φαίνεται…»
Η Ελπινίκη χαμογέλασε και δεν του απάντησε, ίσως γιατί κι εκείνη δεν μπορούσε να του το εξηγήσει καλά. Συνέχισε να κοιτάζει τον γκρίζο ουρανό, τις νιφάδες που στροβιλίζονταν σε κάθε πνοή του αγέρα και το τοπίο που σιγά – σιγά φορούσε ένα ολόλευκο πέπλο. Κάπου το είχε ακούσει αυτό για τα σύννεφα και την βροχή, από κάποιο δάσκαλό της, αλλά δεν θυμόταν πώς να το τεκμηριώσει.
-«Αλήθεια μου λες; Τα σύννεφα είναι… νερό;», ακούστηκε ο άντρας να την ρωτάει.
Άναψαν δυνατά το τζάκι, έβαλαν πολλά κούτσουρα, τόσα όσα δεν θα έκαναν κακό στην μικρή καμινάδα. Φάγανε μαζί το κρέας που είχε βράσει η Ελπινίκη με χόρτα και πλιγούρι και η γυναίκα έβαλε ένα κομμάτι ψωμί δίπλα στο ξύλινο αγαλματίδιο του Ερμή, σε κάποια μικρή καμάρα του τοίχου, θυσία για καλό ταξίδι του άντρα της. Σαν ξένους, οι Βοιωτοί τους είχαν φερθεί πολύ καλά, μάλιστα σε πολλές δύσκολες στιγμές τους είχαν βοηθήσει κιόλας με συμβουλές αλλά και είδη σίτισης,( εδώ είχε εξαγοράσει ο Τελευτίας την τιμή του Μαραθωνομάχου), τους είχαν δώσει και ένα αγρόκτημα σε πολύ χαμηλή τιμή για κατοίκηση. Και μάλιστα τα λεφτά είχε αποφασιστεί ότι θα δίνονταν λίγα – λίγα σε βάθος αρκετού χρόνου. Ο Θεμίστιος, τώρα που ο Τελευτίας είχε φύγει για το ταξίδι του στην Σικελία και όπου αλλού είχε πελάτες, ήταν ο δουλευτής του χτήματος και ο πιστός προστάτης της Ελπινίκης, ρόλο που είχε παίξει και στο παρελθόν με μεγάλη επιτυχία. Το σημάδι στο πρόσωπο της γυναίκας, αν και η πληγή είχε επουλωθεί, παρέμενε για να υπενθυμίζει την συνδρομή του Θράκα στην ασφάλειά της. Εκείνος έκανε όλες τις βαριές δουλειές, εκείνος έτρεχε για κυνήγι αλλά και στην πόλη των Θηβών για τις βασικές ανάγκες, μέχρι να έρθει η άνοιξη και να ασχοληθεί με το αμπέλι. Έτσι κι αλλιώς τον χειμώνα οι αγροτικές δουλειές πέφτουν σε δεύτερη ίσως και σε τρίτη μοίρα. Το βράδυ κοιμόταν κατάχαμα πάντα κοντά στο άνοιγμα της πόρτας, προσφέροντας έτσι μεγαλύτερη αίσθηση ασφάλειας στην «κυρά» του, όπως του άρεσε να την αποκαλεί. Αυτό έκανε και τώρα, άπλωσε την μεγάλη φλοκάτη στο έμπα του σπιτιού και γύρισε στο αριστερό πλευρό. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να ηρεμίσει φέρνοντας στο νου, την εικόνα ή μάλλον την ιστορία που ήθελε. Μια ιστορία που δεν υπήρχε περίπτωση να ζήσει στην πραγματικότητα. Μονομιάς η Ελπινίκη παρέλασε μπροστά του, ολόγυμνη σαν την νεράιδα του δάσους που του έλεγε η μάνα του σαν ήταν μωρό, στα παραμύθια της. Του χαμογέλασε και τον χάιδεψε αισθησιακά, τον φίλησε και του είπε σ’ αγαπώ. Ο ύπνος τον πήρε με χαμόγελο στα χείλη και την ψυχή του, ήρεμη και γεμάτη χαρά.

Η βροχή έπεφτε κάθετα στο κατάστρωμα του πλοίου, τα σύννεφα ήταν σχεδόν μαύρα και τα κύματα πάνω από δύο μέτρα. Ο  αέρας σφύριζε ανάμεσα στα άλμπουρα σαν κρώξιμο θαλασσοπουλιών. Έκανε πολύ κρύο και δυό περίπου μήνες που ταξίδευαν, μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού ήταν οι ηλιόλουστες μέρες. Πότε βροχή, πότε χιόνι και πάντα αέρας και κύματα θυμωμένα, να προσπαθούν να καταπιούν το σκάφος. Το εμπόρευμα γερά δεμένο, δεν έδειχνε να κινδυνεύει, όσο το καράβι ήταν ακόμα στην επιφάνεια της θάλασσας. Μόνο το βράδια έδειχνε να κουράζεται ο Ποσειδώνας και να τους αφήνει κι αυτούς να ξεκουραστούν, ηρεμώντας τα νερά και το αγέρι. Αλλά το κρύο δεν έλεγε να μειωθεί. Πολλές φορές τα ξάρτια ήταν γεμάτα με σταλακτίτες και τόσο σφιχτά που οι ναύτες δεν μπορούσαν ούτε να τα λύσουν, ούτε να τα τεντώσουν. Ο Τελευτίας ήταν μαθημένος σε τέτοια ταξίδια, ήξερε τι θα αντιμετώπιζαν και έτσι αρκετά ψύχραιμος παρακολουθούσε όλες τις κινήσεις των ναυτών τυλιγμένος στον γκρίζο μάλλινο μανδύα του. Θαύμαζε τον τρόπο που κινούνταν, που δούλευαν, που έψαχναν την πορεία τους και το βράδυ και την ημέρα, πότε με τα άστρα, με πρωταγωνιστή τον πολικό αστέρα, πότε με τον ήλιο, πότε με τον άνεμο. Η ολκάς έσκιζε τα νερά τσαλαβουτώντας μέσα τους με την χάρη του δελφινιού, ανέβαινε τα κύματα σαν άγριος λύκος που κυνηγούσε τη λεία του και τα χέρια των κωπηλατών όποτε χρειαζόταν, την έκαναν να τρέχει σαν άλογο σε γαλάζιο λιβάδι. Σε ένα μεγάλο κάθετο ραβδί, είχαν στερεώσει σε σχήμα κώνου, ένα πανί για να βλέπουν την κατεύθυνση του αέρα. Και κάθε φορά που ο άνεμος άλλαζε, έτρεχαν και οι ναύτες να ευθυγραμμίσουν τα πανιά, να έχουν την πορεία τους, να υπολογίσουν την ώρα ή το βράδυ, το μεγάλο λαμπρό αστέρι πάντα δεξιά τους. Και όταν η θάλασσα ήταν θυμωμένη, τότε ως δια μαγείας, καμιά φωνή δεν ακουγόταν από τους άντρες, παρά μόνο οι διαταγές του καπετάνιου που εκτελούνταν με θρησκευτική ευλάβεια.
Πέρασαν κι άλλες μέρες, όλες με αγώνα και πόνο, μέχρι που ο νεαρός μούτσος από το κόρον της πλώρης φώναξε με όλη τη δύναμη των πνευμόνων του:
-«Στεριάααααααααα …….. στεριά μπροστά μας ………… στεριάαααααααααααα ………..»
Οι άντρες σταμάτησαν προς στιγμή ότι έκαναν και κοίταξαν μπροστά. Χαμογελούσαν και ζητωκραύγαζαν, κάποιος άρχισε να χορεύει και κάποιος άλλος γονάτισε με μια προσευχή στο στόμα. Μέχρι που οι φωνές του καπετάνιου, τους επανέφεραν σε τάξη και στις επείγουσες δουλειές τους. Κι ο Τελευτίας χαμογέλασε και έκλεισε το μάτι στον καπετάνιο, σαν να του έλεγε ένα μεγάλο μπράβο κι ευχαριστώ. Πήρε δύναμη από την εικόνα της στεριάς μπροστά τους, έσφιξε την γροθιά του και κάθισε πάλι στην γωνιά του, κοιτώντας τον ουρανό και απολαμβάνοντας τον αέρα να του χαϊδεύει τα γένια.


Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 49
Ο Ευρυάναξ, σταμάτησε στην άκρη του δρόμου και κάθισε στις φτέρνες του, παρατηρώντας τα τείχη της πόλης της Κορίνθου, τακτοποιώντας το σπαθί στο πλάι και την ασπίδα του στο έδαφος. Ο Λίχης στεκόταν λίγο πιο πίσω με την Νούσα ακόμα πιο πίσω, να προσπαθεί να πάρει μερικές ανάσες, να ξεκουράσει τα πόδια της που τώρα είχαν ματώσει από την πεζοπορία τόσων ημερών. Το μυαλό τους είχε γεμίσει από τις ίδιες κακές σκέψεις, για το γεγονός ότι τώρα πια δεν θα μπορούσαν να ξαναγυρίσουν στην πατρίδα τους την Σπάρτη. Του Ευρυάνακτα οι σκέψεις ήταν πιο μπερδεμένες, αφού έξω από αυτό, έπρεπε να καθορίσει τα θέλω του μέσα στην καρδιά και την ψυχή του. Η Αγαθόκλεια τις τελευταίες ώρες, όσο δηλαδή κόντευαν στην πόλη, τον απασχολούσε όλο και πιο πολύ, όλο και πιο πιεστικά. Δεν είχε ξανανιώσει αυτό το συναίσθημα άλλη φορά, ούτε για την ίδια αυτή γυναίκα όταν την είχε πρωτογνωρίσει, ούτε για καμιά άλλη στην Λακεδαίμονα. Καταλάβαινε τι του συνέβαινε, δεν ήταν χαζός, έβλεπε και τον Λίχη με την Ανατολίτισσα, τον Λίχη που όσο πειθαρχημένος και αν ήταν, τις τελευταίες ώρες φαινόταν λίγο χαμένος, λίγο απόμακρος από κείνον.
Από την κεντρική πύλη, πολλά κάρα με λογής, λογής εμπορεύματα έμπαιναν στην πλούσια πόλη. Κουβαλούσαν αγροτικά εμπορεύματα, οικοδομικά υλικά ανθρώπους που έψαχναν μια καλύτερη τύχη, ενώ τα καράβια στο λιμάνι ξεφόρτωναν αρώματα και λάδια, κρασί και λινά ή μεταξωτά υφάσματα από την άκρη του κόσμου, παράξενα εξωτικά ζώα και φρούτα, ταξιδιώτες που αναζητούσαν σοφία και μόρφωση, θαλασσινά και ιδέες. Η φήμη που είχε ως μια από τις πιο πλούσιες πόλεις, επιβεβαιωνόταν με την θέαση και μόνο από τον λόφο που ήταν οι τρείς ταξιδιώτες. Ο Ευρυάναξ ανασήκωσε το κεφάλι και με ένα νόημα, συνεννοήθηκε με τον Λίχη να συνεχίσουν την πορεία τους. Η Νούσα φορτώθηκε τον σάκο της, κάποια στιγμή η κούραση την πρόδωσε και ο μεγάλος μπόγος, έπεσε με θόρυβο στο έδαφος. Ο Ευρυάναξ ούτε που γύρισε να κοιτάξει, σε αντίθεση με τον σύντροφό του, που, έσκυψε και την βοήθησε. Μαζί με όλα τα όπλα του και την ασπίδα του, ο Λίχης, πέταξε και τον σάκο της κοπέλας στην πλάτη, έτεινε το χέρι και με μια τρυφερή κίνηση την βοήθησε να περπατήσει.  Σε λίγη ώρα μπήκαν στην πόλη, στην σκιά του φρουρίου της, της ακρόπολής της, που έστεκε σαν φύλακας άγγελος από πάνω της. Οι δρόμοι, αν και γεμάτοι χώμα και σκόνη, ήταν σχετικά καθαροί και οι περαστικοί, κάτοικοι που πήγαιναν στην αγορά για την καθημερινή ενημέρωση στα κουρεία και τα ψαράδικα, φορούσαν αρκετά περιποιημένα ρούχα, οι περισσότεροι στο χρώμα της πόλης, το λευκό με το έντονο κίτρινο. Ακόμα και οι τοίχοι των σπιτιών, φαίνονταν πρόσφατα βαμμένοι στα χρώματα της ώχρας και του μπλε του λουλακιού. Η ατμόσφαιρα μύριζε ένα λεπτό άρωμα λεβάντας και το ιώδιο της θάλασσας συνέτεινε στην καλή διάθεση όλων. Οι τρείς φίλοι προχώρησαν με μεγάλη αυτοπεποίθηση στους στενούς δρόμους, γνωρίζοντας που να πάνε, αφού δεν ήταν η πρώτη φορά που έρχονταν. Δεν άργησαν να δουν το σπίτι που έψαχναν. Δυό σκυλιά τσακώνονταν στην άκρη του δρόμου για ένα κόκκαλο, με τα στόματά τους αφρισμένα από την μανία τους. Το χρώμα της ώχρας φαινόταν να έχει λίγη φθορά από υγρασία στο κάτω μέρος του ανατολικού τοίχου, αλλά η μεγάλη κληματαριά έδινε μια φρεσκάδα και ζωντάνια στην όλη εικόνα. Δυό νέες κοπέλες, μια ξανθιά μάλλον Θρακιώτισσα και μια μελαμψή, άγνωστο να προσδιορίσει κάποιος την καταγωγή της, μιλούσαν με έναν χοντρό άντρα που τα χρυσά του δαχτυλίδια και στα δυό χέρια, προκαλούσαν το μάτι του κάθε διαβάτη και με έναν νεαρό που το κίτρινο ιμάτιο του, «έβγαζε» μάτια. Η ξύλινη εξώθυρα ήταν ανοιχτή και από το εσωτερικό του σπιτιού, ακούγονταν ζωηρές ομιλίες, γέλια και μουσική. Όταν η Αγαθόκλεια, τυχαία, βγήκε στο άνοιγμα, ήταν πολύ σοβαρή, μέχρι και μελαγχολική θα μπορούσε κάποιος να πει, αλλά υπέροχα μακιγιαρισμένη και αγνά… όμορφη. Οι τρεις ταξιδιώτες που έστεκαν στην άκρη, δεν φαίνονταν καθαρά από κάποιον απέναντι, μια έμφυτη συνήθεια των Λακεδαιμόνιων και έτσι η γυναίκα δεν έδωσε μεγάλη σημασία. Κάτι είπε χαμογελώντας στις δυό κοπέλες, οι οποίες παρέσυραν τους «πελάτες» τους στο εσωτερικό. Δυό πιτσιρίκια που πέρασαν τρέχοντας, πέταξαν κάποιες πέτρες προς τον τοίχο, προκαλώντας τα νεύρα της Αγαθόκλειας που κάτι τους είπε για τις μάνες τους, τίναξε τα χέρια στον αέρα σαν να τα έδερνε και σήκωσε το ιμάτιό της να μπει στο «μαγαζί»  της. Έριξε μια τελευταία ματιά πίσω της. Προσπάθησε να κλείσει την πόρτα απλώς σπρώχνοντάς την, αλλά κατάλαβε ότι κάτι την κράταγε ανοικτή. Γύρισε με απορία και είδε ένα αντρικό χέρι, με ένα μεταλλικό φαρδύ βραχιόλι, να κρατά την πόρτα ακίνητη. «Ευρυάνακτα…», φώναξε με λαχτάρα, γνωρίζοντας το πολεμικό βραχιόλι του πρώην εραστή της. Η πόρτα άνοιξε ολότελα και το πρόσωπο του Σπαρτιάτη, χαμογελαστό, φάνηκε ξαφνικά μπροστά της, με την γνωστή άγρια γενειάδα και τα γερακίσια μάτια του. Από πίσω φάνηκε και ο Λίχης, αλλά και μια άγνωστη κοπέλα, τόσο ωραία που το επαγγελματικό ενδιαφέρον της Αγαθόκλειας ενεργοποιήθηκε αμέσως, αλλά καταλαβαίνοντας, ξαναγύρισε τα μάτια στους δυό Σπαρτιάτες. Αγκάλιασε τον Ευρυάνακτα, λες και σκυλί που βλέπει το αφεντικό μετά από πολύ καιρό, τον ψηλάφισε να βρει πληγές και σαν δεν βρήκε τον φίλησε στο στόμα με λαχτάρα. Τους τράβηξε μέσα στο σπίτι και περνώντας ανάμεσα από μεθυσμένους και έκφυλους πελάτες, οι περισσότεροι γέροι με τεράστιες κοιλιές, τους έδειξε ένα δωμάτιο με αρκετή, σχετικά, ησυχία. Τα δυό κρεβάτια εκεί ήταν καθαρά και καλοστρωμένα, δείγμα ότι δεν τα χρησιμοποιούσε για το επάγγελμα, ενώ πάνω σε ένα ξύλινο τραπέζι, καμάρωνε ένας μεγάλος ζωγραφιστός αμφορέας με καλό κρασί, που απ’ ότι κατάλαβε ο Λίχης, δεν ήταν νερωμένο. Τους πρόσφερε και ζεστό κριθαρένιο ψωμί και σύκα και μελόπιτες που τις έφερε μια νόστιμη νεαρή, που δεν πρέπει να είχε ζήσει δεκαπέντε καλοκαίρια στη ζωή της. Ήταν πολύ όμορφη, έκανε την Νούσα να την αγριοκοιτάξει, πολύ έντονα βαμμένη στα μάτια και τα χείλη και το ιμάτιό της ολάνοιχτο στο πλάι, άφηνε να φανούν τα σκληρά σαν πέτρα στήθη της, αλλά και οι καλοσχεδιασμένοι από την Αφροδίτη γλουτοί της. Έφυγε όσο αθόρυβα είχε έρθει, λες και γάτα που αποχωρούσε μπροστά στη μεγάλη συνάντηση της αφεντικίνας της. Κάθισαν όλοι τριγύρω από το τραπέζι, εκτός από την Ασιάτισσα που ξάπλωσε και έκλεισε τα μάτια, παραδιδόμενη στην κούραση της. Σε λίγο, ένα ελαφρύ ρουθούνισμα πρόδιδε την παραίτηση της.
Η Αγαθόκλεια είχε να πει πολλά, αλλά είχε και πολλά να ρωτήσει, να μάθει. Τα νέα της μάχης, είχαν φτάσει πολύ καιρό πριν, στολισμένα με διάφορους μύθους, ανδρείες και λεονταρισμούς των Ελλήνων στρατιωτών και όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, η λαϊκή φαντασία, οργίαζε, φτιάχνοντας ήρωες και ημίθεους. Μίλησαν αρκετή ώρα, τους είπε για την ιστορία με τον μικρό μπελά που της είχαν αφήσει, για τις φήμες της μάχης κι εκείνοι της εξήγησαν όλα όσα ήθελε να ξέρει. Οι θόρυβοι και η μουσική απ’ τα άλλα δωμάτια, λες και δεν υπήρχαν. Η ερώτηση για την Νούσα ήταν η πιο δύσκολη ν’ απαντηθεί ευθέως, αλλά η πανέξυπνη Κορίνθια κατάλαβε χωρίς να κουράσει τον Λίχη.
-«Και τώρα;», ρώτησε τον Ευρυάνακτα, «τώρα τι θα γίνεις; Τι θα κάνεις στη ζωή σου; Γιατί απ’ ότι κατάλαβα … να γυρίσετε στην Σπάρτη, με το έγκλημα της παρακοής των διαταγών και των νόμων… είναι δύσκολο. Λοιπόν;»
Οι δυό άντρες κοιτάχτηκαν λες και προσπαθούσαν να συνεννοηθούν με τα μάτια, για ένα θέμα που και οι δυό το ήξεραν, αλλά ποτέ δεν το είχαν συζητήσει, όχι σοβαρά τουλάχιστον. Ο Ευρυάναξ στραβοκατάπιε:
-«Δεν ξέρω κι εγώ αλήθεια τι θα κάνω. Σκεφτόμουν … να ξενιτευτώ, να φύγω μακριά, δεν ξέρω… νομίζω κι αυτός…», έδειξε τον σύντροφο του με το χέρι, «… κάτι τέτοιο μάλλον λογαριάζει»
-«Κι εδώ στην Κόρινθο καλά είναι, δεν είναι; Ξενιτιά είναι κι εδώ… δεν είναι;», ρώτησε η γυναίκα, «… μακριά από την Λακεδαίμονα… μπορείς να μείνεις όσο θέλεις… χωρίς υποχρεώσεις και τέτοια …»
-«Δηλαδή… μου κάνεις πρόταση να μείνω… εδώ; Μαζί σου; Μη ξεχνάς ποιος είμαι, ένας στρατιώτης που το μόνο που ξέρει είναι να πολεμά και να σκοτώνει. Άλλο τίποτα δεν έχω μάθει…»
-«Πρώτα απ’ όλα η πρόταση είναι αυτή, ναι. Αλλά και για τους τρείς σας, να μείνετε εδώ για πάντα, ή τουλάχιστον για όσο καιρό θελήσετε. Και βέβαια δεν μιλώ για εδώ… εδώ…», έδειξε το σπίτι γύρω της. «Πριν καιρό, αγόρασα, μόνο μην ρωτήσεις πως, ένα ολόκληρο αγρόκτημα, έξω από την πόλη. Έχει σπίτι, έχει και αμπέλια και χωράφια για ότι θέλεις. Είναι καλό χτήμα… θα μπορούσε κάποιος να το κάνει να λάμψει… δουλευτάδες θέλει. Κι αν είσαστε στρατιώτες; Τι μ’ αυτό; Οι αγροτικές δουλειές δεν είναι δύσκολες, αν κάποιος θέλει να τις μάθει. Σκληρές … ναι, αλλά όχι δύσκολες. Μόνο να μπει στο μυαλό σας…»
Η Νούσα αργοσάλεψε μες τον ύπνο της, μια λέξη που κανείς δεν κατάλαβε, βγήκε θολά από το στόμα, ενώ το σάλιο είχε τρέξει στο πλάι πάνω στο κρεβάτι. Ο Λίχης γύρισε το βλέμμα με έκφραση συμπόνιας προς το κορίτσι και χαμογέλασε. Η καρδιά του, ήθελε να σφίξει την μικρή Ασιάτισσα στην αγκαλιά του, κάτι σ’ αυτή την στάση τον έκανε να φουντώσει, αλλά συγκρατήθηκε και συνέχισε να παρακολουθεί την κουβέντα του φίλου του με την Κορίνθια. Το μυαλό του όμως ήταν θολό και μοιρασμένο. Κοίταξε έξω από το παράθυρο και είδε το σκοτάδι να έχει απλώσει τα πέπλα του στην αυλή, η νύχτα θα έκανε τώρα το «σπίτι» πιο θορυβώδες και πιο ζωντανό. Οι αμαρτίες πάντα θέλουν κάποια κάλυψη, την σχετική τους ανωνυμία. Οι άντρες της πόλης, ειδικά αυτοί που τα πλούτη τους έκαναν άπληστους και αλαζόνες, ζητούσαν την χωρίς υποχρεώσεις ηδονή, την ακολασία της μιας μέρας, την επιβεβαίωση του ανδρισμού τους, την νηπενθή απόλαυση. Ακούστηκε κάποιος που έκανε εμετό, κάποιος άλλος που προσπαθούσε με την φάλτσα φωνή του να τραγουδήσει, ενώ ένας τρίτος επιζητούσε την εκτόνωση από τρεις κοπέλες μαζί, τάζοντας χρυσά κέρματα και σκουλαρίκια από φίλντισι. Κι όλα ακούγονταν τόσο δυνατά και τόσο καθαρά, που θα νόμιζε κάποιος ότι δεν υπήρχαν τοίχοι.
Ο Ευρυάναξ κοίταξε μια την Αγαθόκλεια, μια τον σύντροφό του και έκανε μια ανεπαίσθητη κίνηση με το κεφάλι κατά την πόρτα. Η γυναίκα δεν θα μπορούσε να φέρει καμιά αντίρρηση, ήξερε τους Σπαρτιάτες και ειδικά αυτούς τους δύο, ήξερε τι ήθελαν και τι τους ενοχλούσε. Τους είδε να σηκώνονται και ν’ αποχωρούν, τους έβλεπε τσακισμένους απ’ την κούραση αν και αυτοί δεν ήθελαν να το παραδεχτούν. Χαμογέλασε με μια σχεδόν κουρασμένη και πικρή έκφραση. Παρατήρησε την κοπέλα στο κρεβάτι και θαύμασε για άλλα μια φορά την ομορφιά της, τα αμυγδαλωτά μεγάλα μάτια που αν και κλειστά τώρα, σαγήνευαν με το σχήμα τους, τα μαλλιά της, στο χρώμα του πολύτιμου εβένου που σχημάτιζαν ένα κατάμαυρο στεφάνι γύρω από το κεφάλι, τους ξεγυμνωμένους μηρούς που έλαμπαν στο αχνό φως των λυχναριών. Άθελα της, την χάιδεψε, όπως μια μάνα χαϊδεύει την κόρη που θαυμάζει.  Εκείνη πάλι κουνήθηκε γυρίζοντας μπρούμυτα, προσπαθώντας ν’ αποφύγει την ενόχληση. Η πλάτη, χαραγμένη από τα σκοινιά του μπόγου που κουβαλούσε, ανεβοκατέβαινε σε κάθε αναπνοή. Μικροί αναστεναγμοί που έβγαιναν από μέσα της, δήλωναν την κούραση, αλλά και δημιουργούσαν μια … λαχτάρα στην ατμόσφαιρα, με την αθωότητά τους. Το μυαλό της Αγαθόκλειας πήγε στον Λίχη και … «τυχερέ γίγαντα!...», μονολόγησε. Κάθισε στην άκρη του τραπεζιού σε ένα σκαλισμένο σκαμνί, δεν είχε καμιά όρεξη για δουλειά, ειδικά όταν οι ήχοι από το σπίτι έδειχναν ότι όλα πήγαιναν καλά, ότι κανείς δεν θα την χρειαζόταν. Είχε αρχίσει να σκέφτεται μια νέα ζωή, όταν άκουσε την φωνή της νεαρής κοπέλας και συνειδητοποίησε ότι είχε βουλιάξει στις σκέψεις της πολλή ώρα, κάτι που πιστοποιούσε και ότι τα δυό από τα τέσσερα λυχνάρια είχαν ήδη σβήσει γιατί είχε τελειώσει το λάδι τους και τα άλλα δύο, τρεμόπαιζαν την φλόγα τους.
-«Ο… Λίχης;…» ρώτησε η νεαρή φωνή από το κρεβάτι. «Έφυγε;… που είναι ;»
Η απότομη κίνηση ν’ ανασηκωθεί, έδειχναν τον φόβο και τον πανικό που την είχαν καταλάβει. Πάτησε στο πάτωμα με τα πόδια γυμνά και έκανε μια γκριμάτσα πόνου. Η Κορίνθια την κοίταξε χαμογελώντας και προσπάθησε να την ηρεμίσει, εξηγώντας ότι οι Σπαρτιάτες, σπάνια κοιμούνται σε κρεβάτι, αλλά ότι προτιμούν την ανοικτή γη, τον αέρα να φυσάει στο πρόσωπό τους. Η Ασιάτισσα έδειχνε να ηρεμεί, αν και τα μάτια της όλο πήγαιναν στην πόρτα και έσμιγε τα φρύδια μήπως και διακρίνει κάτι μέσα από το παράθυρο. Οι δυό γυναίκες έπιασαν την κουβέντα και για να γνωρίσει η μια την αλλά και γιατί στο βάθος του μυαλού τους ήθελαν να μάθουν η μια από την άλλη για τους άντρες που τους ενδιέφεραν. Η Νούσα να καταλάβει ποιος ήταν ο Λίχης και η Αγαθόκλεια τι έκανε ο Ευρυάναξ από την ημέρα που της άφησε το μωρό. Όταν η συζήτηση έφτασε στο σημείο της πρότασης που έκανε η Κορίνθια στους Λακεδαίμονες, μια φλόγα, μια ελπίδα άναψε στα μαύρα μάτια της κοπέλας. Της άρεσε η ιδέα μιας μόνιμης εγκατάστασης, σε ένα σπίτι, σε ένα τόπο, σε ένα μέλλον με τον άντρα που αγαπούσε.
-«Δεν ξέρεις καλά τον άντρα που έχεις μπλέξει…», είπε απότομα η Αγαθόκλεια. Έκοψε την κουβέντα την ώρα που φαινόταν έτοιμη να μιλήσει έξω από τα δόντια. Την έκοψε γιατί η μικρή Ιόλη, η κοπέλα από το Άργος που της είχε στοιχίσει πολλά λεφτά να την πάρει στην δούλεψή της, μπήκε στο δωμάτιο κουβαλώντας έναν νέο αμφορέα με κρασί και μέλι. Σε ένα πήλινο πιάτο, είχε βάλει κάποια φρούτα, λευκά και μεγάλα μαύρα σταφύλια, σύκα και αμύγδαλα, ψημένα με αλάτι και λεμόνι, κριθαρένιο ψωμί και παστό ψάρι από την θάλασσα του Κορινθιακού κόλπου. Τα κρεμμύδια και τα σκόρδα, καθαρισμένα και λαχταριστά, είχαν μπει στο στόχαστρο της Νούσας, που κάθισε στο τραπέζι με την Αγαθόκλεια. Πείναγε και όλα αυτά της φαίνονταν μια σκέτη μαγεία.
Η Κορίνθια την άφησε να φάει με την ησυχία της, έτσι κι αλλιώς όλα αυτά που ήθελε να της πει και γενικά ήταν και μπορούσαν να περιμένουν. Η νεαρή όρμησε σχεδόν πάνω στα τρόφιμα, γέμισε τα δερματόστικτα χέρια της με τα ζουμιά των σταφυλιών και χωρίς να κάνει προσπάθεια να τα σκουπίσει, άρπαξε τα σύκα και το ψωμί. Σε λίγο η Ιόλη, έφερε και ένα κομμάτι κρέας, ψητό, αρνί περασμένο ακόμα στην κληματόβεργα, αχνιστό και λαχταριστό. Δεν χρειάστηκε την άδεια της Αγαθόκλειας η νεαρή Ασιάτισσα για ν’ απλώσει το χέρι. Κάηκε αλλά το μασούλησε με όση δύναμη διέθεταν τα σαγόνια της. Κάποια στιγμή, όταν το στομάχι της ικανοποιήθηκε, κοίταξε συνεσταλμένα την γυναίκα απέναντί της και ζήτησε χαμηλόφωνα συγγνώμη, ντροπιασμένη από την λαίμαργη στάση της. Της χαμογέλασε και συμμαζεύτηκε πάνω στα στρωσίδια στο κρεβάτι, διπλώνοντας τα πόδια και σταυρώνοντας τα χέρια γύρω απ’ τα γόνατα.
-«Χόρτασες; Ηρέμισε η κοιλιά σου;», ρώτησε η Κορίνθια. Της απάντησε μ’ ένα καταφατικό νεύμα του κεφαλιού κι ένα χλωμό, αδιόρατο χαμόγελο.
-«Ήθελες κάτι να μου πεις; Κάτι για τον Λίχη;»
-«Κάτι για τους Σπαρτιάτες, όχι μόνο για τον Λίχη ή τον Ευρυάνακτα. Γενικά για τους Λακεδαιμόνιους. Γι αυτούς τους ανθρώπους, που δύσκολα μπορεί κάποιος να πει, τι είναι αυτό που αγαπάνε, αυτό που θέλουν να κάνουν. Ξέρεις… νομίζω ότι τελικά μόνο στον πόλεμο και στις μάχες πιστεύουν, αυτές οι τελευταίες είναι οι ερωμένες τους και όχι εμείς … οι άνθρωποι…», ξερόβηξε να καθαρίσει λίγο την φωνή της και συνέχισε σηκώνοντας τον κύλικα με το κρασί και κόβοντας ένα μικρό τσαμπί λευκού σταφυλιού: «… οι μάχες λοιπόν… δες τους πως περπατάνε, πως διασχίζουν τόσο μεγάλες αποστάσεις χωρίς να σταματήσουν για ξεκούραση. Για τον πόλεμο είναι οι καλύτεροι σ’ όλη την Ελλάδα, γι αυτό είναι μεγάλη τους ντροπή, η νίκη των Αθηναίων στον Μαραθώνα. Αλλά ας πούμε μόνο γι αυτούς… ταξιδεύουν βαριά, όχι σαν «ψιλοί», αλλά σαν μαχητές φάλαγγας. Κι όμως σαν μονάδες είναι εξαιρετικοί να χτυπούν τον εχθρό τους ακόμα και σε ενέδρες στα διάσελα, όσο είναι ικανοί και στην πεδιάδα σαν πιόνια μιας οργανωμένης φάλαγγας. Ταξιδεύουν λοιπόν όπως σου είπα βαριά, ντυμένοι με ένα ιμάτιο και μια χλαμύδα πάνω στο σώμα τους, μια χλαμύδα που κάνει χρήση μανδύα και κλινοσκεπάσματος μαζί. Κι αν πρόσεξες, είναι κόκκινες οι χλαμύδες τους, για να μην δει ο εχθρός τυχόν τραυματισμό τους. Αλλά στην πλάτη και στους ώμους, κουβαλούν τα μύρια όσα αντικείμενα. Κατ’ αρχάς την πανοπλία και την ασπίδα, τα σπαθιά και τα μαχαίρια τους… όλο το βάρος είναι στα όπλα. Μερικοί κουβαλούν και τρία ακόντια. Και είναι σκαλισμένα, σαν υπογραφή του μαχητή. Το σκάλισμα κάθε ακοντίου, μπορεί να πάρει και μήνες, ενώ γίνονται θυσίες στο κοντάρι της μελίας ή της κρανιάς, καθώς ακόμα μεγαλώνει στο δέντρο. Η «αλήθεια» είναι η μεγαλύτερη αρετή ενός εκηβόλου όπλου, που σημαίνει ότι πρέπει να είναι εντελώς ίσιο, διότι ένα στρεβλό ακόντιο, δεν θα πετάξει. Κάθε σαΐτα ή βελόνα, όπως τα λένε οι Σπαρτιάτες, μεταφέρεται σ’ ένα σωληνοειδές περίβλημα από δέρμα ελαφιού αλειμμένο στο εσωτερικό του με κερί μέλισσας. Τίποτα δεν τσιγκουνεύονται προκειμένου να προστατέψουν την «αλήθεια» του. Οι Σπαρτιάτες κοιμούνται με τα όπλα τους πολύ περισσότερο από τις γυναίκες τους. Έχω δει άντρες, γιατί πριν ανοίξω…», κοίταξε ολόγυρα το σπίτι , «ταξίδευα με τον στρατό τους, περιπλανώμενη με τους περιπλανώμενους μαχητές, έχω λοιπόν δει άντρες να τυλίγουν τις «βελόνες» τους στους μανδύες τους, ενώ οι ίδιοι τρέμουν απ’ το κρύο, για να μην φουσκώσει το χρώμα από το χιόνι και την υγρασία. Το ακόντιο κάθε άντρα, όπως και το δόρυ του, φέρει το έμβλημά τους, αλλά και το έμβλημα της οικογενείας του. Μετά την μάχη, σαρώνει το πεδίο για να πάρει μόνο τα δικά και κανενός άλλου. Θα πεθάνει αν το κάνει. Ένα ματωμένο κοντάρι από δόρυ ή ακόντιο, παίρνει το όνομά του και όταν έχει προκαλέσει το θάνατο κάποιου, περνάει από τον πατέρα στον γιό. Η τέχνη του πολέμου διδάσκεται από τους δασκάλους της πόλης, γενιά προς γενιά. Όλα τα αγόρια, από μικρά παιδιά, εκπαιδεύονται για χρόνια πριν τους επιτραπεί να ρίξουν ακόντιο ή να στηρίξουν δόρυ στο έδαφος δίπλα απ’ την ασπίδα τους, στο μπόι ανθρώπου. Στο πεδίο, οι Λακεδαίμονες μάχονται στη φάλαγγα σιμά ο ένας στον άλλο, αλλά κατά ζεύγη. Πατέρας και γιός, μεγάλος και μικρός αδερφός – ο μεγαλύτερος είναι αυτός που εκτοξεύει το κοντάρι, ενώ ο μαθητευόμενος τον τροφοδοτεί, εντοπίζει τον εχθρό και τον υποστηρίζει με την ασπίδα και το δόρυ. Είναι σαν τους ομαδικούς κυνηγούς. Χρησιμοποιούν τον άνεμο. Ξέρουν πώς να κρατούν τα κεφάλια των κονταριών τους προς τα κάτω αντίθετα από την κατεύθυνση του αγέρα κι όταν ο άνεμος είναι προς την ίδια κατεύθυνση να οδηγούν το βλήμα τους σαν τους κυνηγούς πουλιών, οι οποίοι πλήττουν το θήραμά τους στη φτερούγα. Ένα ακόντιο ρίχνεται και με σφενδόνη και με περιστροφή, αλλά και με την σκέτη δύναμη του χεριού χωρίς φόρα. Χρειάζεται μεγάλη επιδεξιότητα να πετάξεις ένα ακόντιο έτσι ώστε να μην «ψηλώσει» ή να «ταξιδέψει». Για να καταλάβεις πόσο τέλεια είναι η βολή ενός δασκάλου, το βλήμα του δεν πρέπει ούτε να «κορδώνεται» ούτε να κάνει «ουρά», αλλά «να κρατά το κεφάλι ψηλά» καθώς αναζητά το στόχο του – ένα θέαμα που στα χέρια των Σπαρτιατών είναι πανέμορφο και τρομακτικό συνάμα. Για το σπαθί και την ασπίδα δεν θα σου πω πολλά, αφού αυτά είναι η κύρια δεξιότητά τους, ο χορός του Άδη όπως τον αποκαλούν, ο χορός των μελλοθανάτων. Οι Λακεδαιμόνιοι, σπέρνουν την καταστροφή. Η εμφάνισή τους και μόνο στο πεδίο της μάχης κάνει γενναίους εχθρούς να υποχωρήσουν χωρίς να πολεμήσουν…», σταμάτησε την αφήγησή της βλέποντας την τρομαγμένη έκφραση της Νούσας, που ασυναίσθητα είχε σφιχτεί με τρόμο. Κατάλαβε ότι της είχε δώσει την εικόνα των Σπαρτιατών, του Λίχη, του Ευρυάνακτα και όλων αυτών των αντρών από τις όχθες του Ευρώτα. Τώρα η μικρή καλλονή με τα ωραία μάτια πρέπει να είχε καταλάβει με τι άνθρωπο είχε συνδέσει τη ζωή της. Η Αγαθόκλεια κάθισε δίπλα της στο κρεβάτι και της χάιδεψε τα μαύρα, όλο μπούκλες μαλλιά. Αστραπιαία διέκρινε μια σκληρή λάμψη στα μαύρα μάτια, μια λάμψη αποφασιστικότητας και θάρρους.

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 48
Στο νησί της Αρτέμιδος η μέρα που είχε ξημερώσει ήταν γκρίζα και βροχερή, αν και κάποια στιγμή έκανε μια σοβαρή προσπάθεια να νικήσει ο ήλιος. Γρήγορα όμως τα μαύρα σύννεφα, κατέλαβαν τον ουρανό και μαύρα όπως ήταν πλάκωσαν τις καρδιές των ανθρώπων με μια μελαγχολία. Δεν άργησαν βέβαια να ανοίξουν τις αγκαλιές τους και να εξαπολύσουν μια από τις χειρότερες καταιγίδες. Ο Λάφιλος γύρισε τα μάτια προς τα πάνω, ήξερε φυσικά, ότι με αυτή την βροχή, οι επισκευές θα καθυστερούσαν και αυτό του φαινόταν δυσβάσταχτο βάρος, ειδικά τώρα που το μέρος του, ήταν το διπλανό νησί. Ένιωσε τον μικρό Αμεινία να τρέμει, σημάδι πως είχε μουλιάσει από το νερό, άσχετα αν ήταν συνέχεια κάτω απ’ την μεγάλη τέντα του πλοίου και του χάιδεψε το κεφάλι. Το χέρι του μούσκεψε από τα μαλλιά του φίλου του. Κατάλαβε ότι έπρεπε να κάνει κάτι αν δεν ήθελε ο νεαρός ν’ αρρωστήσει. Τον σκούπισε με ένα πανί που ήταν σχεδόν στεγνό και τον παρότρυνε να κατέβουν, να πάνε σε κάποιο απ’ τα καπηλειά του λιμανιού. Το μάτι του πήρε στην πρύμνα, τον καπετάνιο, πάντα ημίγυμνο και ξυπόλυτο, να δίνει οδηγίες στους ναύτες του, που τον κοιτούσαν χωρίς ιδιαίτερη διάθεση για δουλειά. Τα πάντα ήταν βρεγμένα, σκοινιά, ξύλα, εμπορεύματα και καρδιές. Τα μαλλιά και τα γένια του καπετάνιου, έσταζαν νερό, όταν τους πλησίασε μετά από δέκα περίπου λεπτά. Έτεινε το χέρι και τους πρόσφερε δυό φρούτα, σαν λεμόνια έμοιαζαν, αλλά μέσα ήταν κόκκινα και γλυκά, θυμίζοντας στην γεύση κάτι μεταξύ… κάτι που δεν μπόρεσε να καταλάβει ο Λάφιλος.
-«Θα σας δώσει δύναμη, φάτε τα, είναι αρκετά νόστιμα …», τους είπε χαμογελώντας, ενώ τα μάτια του κοιτούσαν κάποιους ναύτες που σήκωναν ένα κομμάτι ξύλο στο κέντρο του σκάφους.
-«Τι είναι αυτά;», ρώτησε ο Αμεινίας, «δεν τα έχω ξαναδεί, τρώγονται;» συνέχισε περίεργος.
Ο καπετάνιος γέλασε δυνατά δείχνοντας τα λευκά του δόντια. Χάιδεψε το βρεγμένο κεφάλι και άνοιξε τα φρούτα στη μέση, βγάζοντας με τα νύχια την εξωτερική φλούδα.
-«Καλά, Καλύμνιοι είσαστε και δεν ξέρετε τις γκαβάφες;», συνέχισε το γέλιο, παρακολουθώντας πάντα τους βρεγμένους ναύτες γύρω του, που έβριζαν τον καιρό.
Τα γλυκά φρούτα εξαφανίστηκαν αμέσως μέσα στο στόμα των πεινασμένων φίλων. Ο Λάφιλος ρώτησε τον καπετάνιο για τις επισκευές και πότε υπολόγιζε ότι θα μπορούσαν ν’ αναχωρήσουν. Η απάντηση δεν πρέπει να τον ικανοποίησε:
-«Το άσχημο είναι ο καιρός, αυτή η βροχή που δεν λέει, πανάθεμά την να σταματήσει κι αν κρίνω από την μαυρίλα εκεί…», έδειξε με το χέρι προς το βάθος του πελάγου, «… μάλλον δεν θα σταματήσει σύντομα. Μπορεί να βρέχει και σήμερα και αύριο. Και οι μαραγκοί, … δύσκολα δουλεύουν το βρεγμένο ξύλο, δύσκολα να το σηκώσουν, να το στήσουν. Και η φουσκοθαλασσιά … ε, κάνει κι αυτή την ζημιά της!». Έξυσε τα γένια με δύναμη και με τα δυό του δάχτυλα, έσπασε ένα μπιμπίκι στο λαιμό εκεί που άρχιζαν οι τρίχες. Έριξε μια σκληρή βρισιά σε ένα ναύτη με μια μεγάλη ουλή στο πρόσωπο που του έφυγε το σκοινί της μπούμας και πήδηξε έξω από το σκάφος, ξυπόλητος πάνω στα τραχιά χαλίκια, χωρίς καν να νιώσει ενόχληση. Έκανε νόημα στους δυό ταξιδιώτες να τον ακολουθήσουν και πήρε τον δρόμο για το απέναντι καπηλειό. Είχε αρπάξει ένα παλιό βρεγμένο ιμάτιο, που άγνωστο πως βρισκόταν στερεωμένο δίπλα σε ένα κουπί στα πλάγια του σκάφους, το φόρεσε περπατώντας και κοίταξε κλεφτά πίσω του, να δει αν τον ακολουθούσαν οι δυό νησιώτες. Τα νερά και οι λάσπες έκαναν δύσκολο το βάδισμα, όμως εκείνος δεν φαινόταν να πτοείται ή να καθυστερεί τα βήματά του. Άνοιξε το λέσι που το καπηλειό είχε σαν πόρτα, ή, χώρισμα, την στιγμή που ο Αμεινίας, έπαιρνε μια μεγαλόπρεπη βουτιά στα βρομόνερα του δρόμου. Αμίλητος ο μικρός σηκώθηκε και επιτάχυνε όσο μπορούσε το βήμα του. Βρήκαν τον καπετάνιο να κάθεται πάνω σε ένα στενό σκαμνί, με κρασί στο χέρι και ένα κομμάτι ξερό ψωμί, που συνέχεια βουτούσε για να το μαλακώσει, μέσα στον κύλικα. Τους έγνεψε να πλησιάσουν και τους έδειξε δυό άλλα σκαμνιά σιμά του. Κάθισαν και προσπάθησαν να τινάξουν τα βρεγμένα μαλλιά τους, μοιάζοντας με σκυλιά που τινάζουν το τρίχωμα. Μια φωτιά με δυό μόνο ξύλα στην άκρη της κάμαρας, μπορεί να μην ζέσταινε, αλλά σίγουρα «έσπαγε» την υγρασία του χώρου. Το καπηλειό ήταν γεμάτο με άντρες που συζητούσαν με δυνατή φωνή και χειρονομίες, άλλους που κοιτούσαν την θάλασσα απέναντι, που είχε αρχίσει να κουνά ξανά τα σκάφη πάνω , κάτω και τα κατάρτια να κάνουν μετάνοιες σε ένα αόρατο βωμό. Αυτοί οι τελευταίοι, είχαν μια μελαγχολία, ζωγραφισμένη με τις ρυτίδες τους πάνω στο πρόσωπο. Κάπου, κάπου, ακουγόταν και κάποιος αναστεναγμός, ένα βαθύ και παρατεταμένο ξεφύσημα ή κάποιο μουρμουρητό. Στο βάθος κάποιοι πάνω σε ένα ξύλινο τραπέζι, που από τον καιρό είχε μείνει μισό, έπαιζαν με μεγάλο πάθος κάποιο παιγνίδι, τυχερό παιγνίδι κι όλο φώναζαν, έτοιμοι ν’ αρπαχτούν στα χέρια. Οι κατσαρίδες στη γωνιά είχαν πολιορκήσει ένα κομμάτι ψωμί, μέχρι που πολτοποιήθηκαν από την σκληρή πατούσα κάποιου θαμώνα. Ακούστηκαν γέλια, ακούστηκαν αναστεναγμοί, ακούστηκαν απερίγραπτοι θόρυβοι… ο καπετάνιος σήκωσε τον κύλικα με το κρασί και «κατέβασε»  μονορούφι όλο το περιεχόμενο. Περίμενε λίγο, ίσως κάποιες ερωτήσεις από τους δυό ταξιδιώτες, σκούπισε το στόμα με την ανάστροφη της παλάμης του και έκανε να μιλήσει, όμως τον διέκοψε ο κάπελας που πέταξε ένα σκεύος με ψωμί, σύκα και ξερά κρεμμύδια, πάνω στο τραπέζι, που βρισκόταν δυό βήματα παραπέρα. Τους κοίταξε και τους τρείς βλοσυρά, κάτι μουρμούρισε ή μάλλον μούγκρισε μέσα από τα δόντια και έσυρε αργά τα βήματά του στο βάθος της κάμαρας. Ο καπετάνιος χαμογέλασε και άπλωσε το χέρι σε ένα λαχταριστό κόκκινο κρεμμύδι. Το δάγκωσε με δύναμη και ευχαριστήθηκε με την τραγανή μπουκιά. Άρχισε να μιλάει, κάνοντας πολλές κινήσεις με τον δείκτη του χεριού του:
-«Επειδή βρέχει, όπως είπα και πιο πριν, οι επισκευές θα καθυστερήσουν λίγο ή και πολύ ακόμα, μόνο ο Ποσειδώνας ξέρει!», έκανε μια κίνηση σηκώνοντας τα χέρια προς τα πάνω. «Πάντως μόλις τα καταφέρουμε, θα φύγουμε αμέσως και αν αναχωρήσουμε… σε μισή μέρα θα είμαστε στην Ποθαία. Ας σταματήσει όμως πρώτα ο ουρανός τα νερά του»
Ο Λάφιλος δεν απάντησε, κατανοούσε ακριβώς τι του έλεγε ο ναυτικός, μόνο έσκυψε το κεφάλι και προσπάθησε να αφοσιωθεί στο κρασί του και το φαγητό. Ο Αμεινίας, με μπουκωμένο το στόμα δεν ήξερε τι ακριβώς να ρωτήσει, καταλάβαινε ότι το πρόβλημα ήταν μεγάλο, αλλά τα σύκα με την γλύκα τους, τον είχαν συναρπάσει. Στο άνοιγμα της πόρτας φάνηκαν δυό χοντρές γυναίκες με μεγάλα χείλια και φουσκωτά στήθια. Τα βρώμικα ιμάτιά τους, ήταν σηκωμένα για να δείχνουν προκλητικές, μάλιστα της μιας φαινόταν το αιδοίο σχεδόν ξεκάθαρα. Προχώρησαν γύρω από όλες τις παρέες και χάιδευαν όσους από τους θαμώνες, φαινόταν ότι μπορεί να έχουν λεφτά επάνω τους. Πλησίασαν και την παρέα των τριών φίλων και αγκάλιασαν τον καπετάνιο. Εκείνος ανταποκρίθηκε στην γυναίκα που κάθισε στα γόνατά του, την φίλησε με πάθος στο στόμα και έχωσε το χέρι του ανάμεσα στους μηρούς της. Πρέπει να την τσίμπησε δυνατά κοντά στο εφηβαίο γιατί εκείνη φώναξε λίγο, αναπηδώντας πάνω στα πόδια του και κάτι του είπε χαμηλόφωνα στα αυτί. Ο καπετάνιος κούνησε το κεφάλι καταφατικά και της χούφτωσε την περιφέρεια, την ώρα που η γυναίκα, έκανε νόημα στη φίλη της να πλησιάσει. Ο άντρας αγκάλιασε και τις δυό και κάνοντας μια μικρή ειρωνική υπόκλιση στους φίλους του, τις πήρε και απομακρύνθηκε προς την πόρτα: «Μας καλεί η φύση….», φώναξε πάνω από τον ώμο του.
Το απόγευμα η βροχή σταμάτησε απότομα λες και κάποιος έκλεισε τους ασκούς του ουρανού. Ένας χλωμός ήλιος χαμογέλασε στους ανθρώπους, ανίκανος να δώσει όμως αισιόδοξη υπόσχεση. Οι ναύτες ήταν όλοι στα πόστα τους, δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς αφού ο γνωστός, ημίγυμνος καπετάνιος τους, έβριζε και έστελνε διαταγές προς όλες τις κατευθύνσεις. Οι μαραγκοί, κουβαλούσαν και αντικαθιστούσαν σανίδες στα πλαϊνά του σκάφους, ίσιωναν το πάνω μέρος του καταρτιού και προσπαθούσαν να αλλάξουν τα σκοινιά που είχαν σπάσει στην καταιγίδα. Εργαλεία ήταν πεταμένα ολούθε στο κατάστρωμα, σκοινιά και καρφιά, πανιά και κουβάδες μα λίπος. Φωνές από παντού, χτυπήματα σφυριών η μονότονη φωνή της σμίλης, δημιουργούσαν ένα ηχητικό κομφούζιο. Ο Λάφιλος προσπαθούσε να βοηθήσει όσο μπορούσε, αλλά βοσκός ήταν όχι ναυτικός. Η βοήθειά του, μάλλον μπελάς ήταν παρά αυτό που ήθελε να προσφέρει. Οι δουλειές προχωρούσαν γοργά και η νύχτα τους βρήκε σχεδόν έτοιμους. Οι τελευταίες δουλειές τακτοποιούνταν με το φως της μεγάλης φωτιάς στην παραλία. Ο καπετάνιος έδειχνε αρκετά ζωηρός και ανανεωμένος μετά την πρωινή αντρική του εκτόνωση.  Χαμογελούσε και χάιδευε τα γένια του όλο αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία.
Με το πρώτο φως της μέρας, άνοιξαν πανιά και οι κωπηλάτες τράβηξαν, αργά στην αρχή, πιο γρήγορα στη συνέχεια τα κουπιά τους, δίνοντας ρότα στο πλοίο. Η θάλασσα τους έκανε το χατίρι να παραμείνει ήσυχη, σαν γυναίκα που ακόμα κοιμάται σε νυφικό κρεβάτι. Το νερό ήταν λαχταριστό για κάποιον που είχε δέσει τη ζωή του με αυτό. Διάφανο και λεπτό σαν γυαλί, έδειχνε σε μεγάλο βάθος τις πέτρες του βυθού. Είχαν περάσει περίπου τρεις ώρες, όταν στη αριστερή  πλευρά του πλοίου, φάνηκε το νησί της Καλύμνου, με τον ήλιο που εν τω μεταξύ είχε ανέβει αρκετά και έλουζε τα ξερά βουνά της. Το μεσημέρι, με πολύ καλό καιρό, έφτασαν στην Ποθαία, το λιμάνι της Καλύμνου και έδεσαν στον μόλο. Μόνο που δεν φίλησε το χώμα ο Λάφιλος σαν κατέβηκε και τα πόδια του ένιωσαν το πάτριο έδαφος. Ο Αμεινίας έκανε σαν τρελό κατσικάκι, από την φοβερή έκρηξη αδρεναλίνης μέσα του. Έτρεχε από την μια άκρη του λιμανιού στην άλλη, πήδαγε στον αέρα, φώναζε και γελούσε σαν τρελός. Κοντά στα λιμανίσια καπηλειά, είδε τον φίλο του τον Αγάθωνα τον σγουρομάλλη και χάθηκε προς την μεριά του. Ο Λάφιλος  χαμογέλασε, τον άφησε να φύγει και ευχαρίστησε τον καπετάνιο που τους στάθηκε έτσι. Πήρε το δισάκι του στον ώμο και στράφηκε προς το δρόμο του σπιτιού του, σκεπτόμενος την χαρά των δικών του. Έσκυψε το κεφάλι και άφησε το λιμάνι πίσω του. Ο αέρας σήκωσε πολλή σκόνη που έκρυψε το μονοπάτι μπροστά του.
-«Λοιπόν; Ο άντρας που πολέμησε τους βαρβάρους και που η ιστορία θα γράψει το όνομά του με χρυσά γράμματα, γύρισε στον τόπο του;», η φωνή ακούστηκε πίσω του μελωδική κι ευχάριστη. Ερχόταν από την ανηφόρα της «γριάς», όπως την λέγαν στο νησί. Ο Λάφιλος την ήξερε, του έφερνε ωραίες εικόνες στο μυαλό η χροιά αυτής της φωνής. Άφησε ρο δισάκι του να κυλήσει από τον ώμο και να πέσει με ένα γδούπο στο χώμα, σηκώνοντας ένα μικρό συννεφάκι σκόνης. Έκλεισε τα μάτια του και τέντωσε την μέση, που από την αδρεναλίνη, είχε αρχίσει να τρέμει. Φοβήθηκε και χάρηκε μαζί. Με τέτοιο φόβο που δεν είχε νιώσει ούτε στην παραμονή της μάχης. Προσπάθησε να ελέγξει την ανάσα του, τους χτύπους της καρδιάς του και την άκρατη επιθυμία να τρέξει κοντά σε αυτή την φωνή. Δεν χρειάστηκε όμως τίποτα απ’ όλα αυτά, καθώς ένιωσε την φωνή να τον έχει πλησιάσει  και την ανάσα να του καίει το σβέρκο. Δεν άντεξε άλλο. Γύρισε απότομα με τα χέρια ανοικτά και έριξε στην αγκαλιά του, το μόνο στήριγμα που είχε τόσο καιρό στο ταξίδι του, στην περιπλάνησή του, στη μάχη. Η Πασιφάη, γέλασε και δεν αντιστάθηκε καθόλου. Τον έσφιξε με τα ολόλευκα μπράτσα της και κόλλησε τα χείλη της στα δικά του με τέτοια μανία, που αίμα κύλησε στο λαιμό τους. Όμως το μόνο που τους ένοιαζε, ήταν πως οι γλώσσες τους θα μπορούσαν να πάρουν περισσότερα από τον άλλο.