Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2016

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

«Νόμιζα πως τα κοπελούϊα που τους κάμουσι πρόταση γάμου, κλαίουσι. Μα εδώ να, βλέπουμι γέλια και χαρές ε;», είπε ο κυρ Χριστόφορος ο Τσιμπίδας, προσπαθώντας μάταια με το χέρι του να διώξει εκείνο το σύννεφο τσίπουρου, μπροστά από τα μάτια του και το νου του. «Άντε βρε Κλεανθιό, άντε βάλε μας άλλο ένα, άντε βρε να δω την πέρδικά μου, την κερά μου δελφίνι αντίς για φάλαινα μαθές. Άντες γιόκα μου…», προσπάθησε να κρατηθεί ίσιος (δύσκολο!) πάνω στη καρέκλα. «Άντες βρε… τώρα π’ έχεις και χαρές!», συνέχισε και σήκωσε το ποτήρι του στον αέρα.
«Νομίζω ότι αρκετά ήπιες κυρ Χριστόφορε. Γοργόνα θα τη δεις, άντε, τέρμα το πιοτί. Ώρα για το σπίτι, άντε και μένεις στον Αι Στέφανο, τόση ώρα δρόμο έχεις μπροστά σου…», απάντησε ο Κλεάνθης και χαμογέλασε. Σηκώθηκε και έκανε μια προσπάθεια να σηκώσει τον γεροναυτικό, αλλά μάταια. Κάθε που τον τράβαγε από τις μασχάλες, εκείνος σήκωνε τους ώμους, χωρίς αντίσταση και έμοιαζε με ένα άβουλο σακί από πατάτες, μέχρι που τα χέρια του Κλεάνθη, γλίστραγαν και το αποτέλεσμα, ήταν μια τρύπα στο νερό.
«Άει πανάθεμά σε καπετάνιε. Και πως θα ξεμπλέξω από σένα τώρα», του είπε, «… έτσι που έγινες». Το τσιγάρο στο στόμα, είχε αρχίσει να του καίει τα χείλη.
«Έλα… μωρέ … ένα μικρό καρφαρά… καριφ… καραφάκι ακόμα βρε…», κατάφερε να συλλαβίσει ο ναυτικός.
Οι δυό γυναίκες, έβλεπαν τον αδερφό τους να παλεύει με τον κυρ Χριστόφορο και αποφάσισαν να τον βοηθήσουν. Και σαν από θαύμα, μόλις του μίλησαν, εκείνος έκανε την πρώτη προσπάθεια να σηκωθεί από μόνος του. Δεν τα κατάφερε. Ούτε με τη δεύτερη κι ας τον βοηθούσαν και οι τρεις τους. Με την τέταρτη όμως στάθηκε όρθιος, στραβογωνιασμένος βέβαια, αλλά όρθιος.
Πήρε το δρόμο για το σπίτι του, σταμάτησε σε κάποια γωνία λίγο πιο κάτω – τα αδέρφια τον είδαν να σκύβει, πιθανώς έβγαζε το περιεχόμενο του στομαχιού του στο χώμα του πεζοδρομίου – και συνέχισε τον σαν σε χορευτικούς ρυθμούς δρόμο του.
«Τώρα τα που… λιά… τώρα τα χελιδόνια…. Τώρα οι… πέρδικες… συχνολαλούν και … λένε…»40 ακούστηκε από μακριά να σβήνει μαζί με την εικόνα του ναυτικού.
Ο Κλεάνθης γέλασε με τα καμώματα του γεροναυτικού. Γύρισε στις αδερφές του:
«Και τώρα; Τώρα τι κάνουμε μικρή μου; Εντάξει εμείς, … ας πούμε μας κατάφερες… έτσι Καλοτίνα;», εισέπραξε το καταφατικό κούνημα του κεφαλιού της μεγάλης του αδερφής, «… άντες… εντάξει και με τον Μέμο, αδιάφορος για όλα είναι, αλλά με τον πατέρα; Κι ας πούμε εντάξει και με κείνον… με την Κυράννα; Θυμάσαι το βλέμμα της τις προάλλες που τόλμησες να της φέρεις αντίρρηση για… εκείνη … ξέρεις την κουβέντα που είχατε. Εκείνη την ημέρα που μάθαμε για τον Χαλίκο!»
«Θα την καταφέρει κι αυτήν», ακούστηκε σοβαρή η φωνή της Καλοτίνας. «Δεν έχω δει αγάπη να νικιέται. Όχι ακόμα τουλάχιστο. Αν τα παιδιά αγαπιούνται και αν είναι σίγουρα γι αυτό, τότε όλα θα πάνε καλά. Δεν μπορεί να τυραννάει η αγάπη τους αχάιδευτους και να μη βοηθάει τους ερωτευμένους! Το κόστος μπορεί να είναι μεγάλο, μπορεί το φορτίο να είναι βαρύ, αλλά στο τέλος θα νικήσουν. Αλλά είπαμε… αρκεί να είναι σίγουροι γι αυτό που θέλουσι…»
Ο Κλεάνθης κούνησε το κεφάλι σαν σκεφτόταν τα λόγια της μεγάλης του αδερφής. Κι αυτός το πίστευε αυτό. Και στους αχάιδευτους ανθρώπους, ήταν εκτός από την Καλοτίνα και αυτός. Καταλάβαινε τι σήμαινε έρωτας, αγάπη, πόθος. Έπρεπε λοιπόν να βοηθήσει όπως μπορούσε. Το όφειλε στον εαυτό του, αλλά και στις δυό κοπελούες του.
Θα περίμεναν μερικές μέρες, θα κατέστρωναν μαζί κάποιο σχέδιο, κάποιο τρόπο να το ξεφουρνίσει η «μικρή». Και τότε… ο Θεός βοηθός! Βέβαια αυτά υπολόγιζαν, το τι θα έφερνε η ζωή, ήταν άλλο.
Ο Κλεάνθης άρχισε να μαζεύει το μαγαζί. Δεν είχε παράπονο, η μέρα είχε πάει καλά. Οι κοπέλες ήταν μέσα στη κουζίνα και μάζευαν, έπλεναν και συζητούσαν όπως μόνο οι γυναίκες ξέρουν να τα λένε. Δεν ήταν και λίγο αυτό που τους είχε ανακοινώσει η Νικολέτα.
Στην πρόταση που έκανε ο Κλεάνθης, να πάρει δηλαδή στο καφενείο τον Σέμο, να μη δουλεύει ο «γαμπρός» (συνειδητοποίησε ότι τον είπε «γαμπρό») του σε ξένα χέρια, ήρθε αντιμέτωπος με την, σαν τείχος, αντίρρηση της Νικολέτας.
«Ο Σέμος…», του είπε, «… θέλει μόνος του να παλέψει. Θέλει μόνος του να τα καταφέρει. Έχει γερά χέρια και θέληση για δουλειά» και η κουβέντα σταμάτησε εκεί.
Σαν πήγαν σπίτι, κατά τις εννιά και μισή, ένοιωθαν και οι τρεις κάπως… σαν ένοχοι. Τρεις συνωμότες στην ευτυχία. Δεν άλλαξαν τις βραδινές συνήθειές τους. Ετοίμασαν οι δυο κόρες το φαγητό, ο Κλεάνθης συζήτησε λίγο με τον πατέρα του τον κυρ Δημητρό για κάποιο θέμα που έγραφε η εφημερίδα και ο Μέμος, φλυαρούσε συνέχεια για τον μεγάλο ροφό που είχε πιάσει. Και με το δίκιο του άλλωστε, ροφός εικοσιπέντε κιλών με αγκίστρι… ε, δεν έπιανε κανείς κάθε μέρα!
Στη διάρκεια του φαγητού, η Κυράννα σέρβιρε και τα μικρά κομμάτια από το μουούρι που της είχε δώσει η Μέλπω του Άστρα. Όλοι έβγαλαν ένα επιφώνημα θαυμασμού στην θέα του. Σε όλους άρεσε και δύσκολα το έφτιαχναν λόγω της πολυπλοκότητάς του.
Τα μάτια της εύσωμης γυναίκας, από ένστικτο θα έλεγε κανείς, πήγαιναν στα παιδιά της. Μια στο αρσενικό το μεγάλο, μια στη μια κόρη, μια στην άλλη. Κάτι έπιασε στην ατμόσφαιρα, κάτι ανησυχητικό και επιθυμούσε διακαώς να μάθει. Δεν της πήγαιναν τα μυστικά. Ειδικά μέσα στην οικογένειά της. Και όλα έγιναν ακόμη πιο ανησυχητικά και «βαριά», σαν η Νικολέτα, κάποια στιγμή, απέφυγε να διασταυρώσει το βλέμμα της με το δικό της. Θέλησε να ρωτήσει, μα έκρινε ότι η υπομονή θα ήταν καλύτερος φίλος της. Ξανακοίταξε την μικρή της κόρη και αντιμετώπισε την ίδια αντίδραση.
«Καλά μαρή, που θα πάει… κάτι μου κρύβεις, αλλά θα το μάθω…», σκέφτηκε.
 Ήταν έξυπνη γυναίκα η Κυράννα και τέτοια πράγματα δεν της ξέφευγαν. Αλλά τα πράγματα έγιναν ακόμα πιο περίπλοκα σαν είδε την ίδια αντίδραση και από τα άλλα της παιδιά. Εκτός του Μέμου.
«Α…, μάλιστα. Κάτι ξέρουν και τα τρία και δεν μου το λένε. Και ο Μέμος; Καλά αυτός είναι εκτός μυστικού μάλλον. Για να δούμε τι είναι αυτό το … μυστικό!!!»
Γύρισε το βλέμμα της προς τον κυρ Δημητρό. Τον είδε αφοσιωμένο όπως πάντα στο φαγητό του, εκείνη τη στιγμή ξεκοκάλιζε ένα κομμάτι ψάρι, με τα μάτια καρφωμένα πάνω στην λευκή, τρυφερή σάρκα. Κάθε τόσο άφηνε και κάποιο επιφώνημα χαράς κι επιδοκιμασίας.
«Άντρας να σου πετύχει Παναία μου! Τίποτα δεν επήρε χαμπάρι πλιο …», σκέφτηκε βγάζοντας από μέσα της κάτι σαν αηδία. Ποτέ κανείς δεν κατάλαβε αν η Κυράννα είχε αγαπήσει τον άντρα της. Από προξενιό είχαν παντρευτεί και είχαν ζήσει μια ήρεμη, χωρίς εντάσεις ζωή. Άβουλος εκείνος, ικανή για δέκα άντρες αυτή, προσάρμοσαν την ζωή τους σε μια ευθεία, απόλυτη ευθεία, χωρίς παρεκκλίσεις από την ρουτίνα και την καθημερινότητα. Έκαναν έξη παιδιά. Το ένα, το πρώτο τους αγοράκι, το έχασαν μόλις πέντε μήνες μετά την γέννα. Με αεροβάφτισμα ο γιατρός, το είχε ονομάσει Δροσάκι και συνέτεινε στην, για κάποιους μήνες θλίψη του ζεύγους και την μερική απομάκρυνση μεταξύ τους. Μπόρεσαν όμως και συνήλθαν νωρίς, φάνηκε η αγάπη ή ότι άλλο κι αν ήταν αυτό, να επιστρέφει και μετά από ένα χρόνο, να σου και ο κουνενές ο μεγάλος. Ο Κλεάνθης τους.
Τα άλλα ήρθαν χωρίς κανείς να καταλάβει πως. Κάθε λίγο και λιγάκι η Κυράννα έμενε γκαστρωμένη. Η Καλοτίνα, ένα άλλο αγοράκι, που γεννήθηκε δυστυχώς νεκρό, η Νικολέτα και επιτέλους ο δεύτερος γιός, ο Μέμος, που ήρθε να απαλύνει τον πόνο του κυρ Δημητρού μετά από δυό κορίτσια. Κάπου εκεί σταμάτησαν. Όχι μόνο το γεννοβόλημα αλλά… γενικώς σταμάτησαν. Ο άντρας κοιμόταν σε ένα κρεβάτι στο σαλόνι και η Κυράννα στο δωμάτιό τους με τα δυό μικρότερα παιδιά. Και η ζωή κυλούσε ήσυχα και χωρίς εντάσεις. Μόνο το ατύχημα του Κλεάνθη τάραξε τα νερά, αλλά κι αυτό για λίγους μήνες. Ο άνθρωπος σαν συνηθίζει την κακομοιριά ή την ατυχία, συμβιβάζεται και την κάνει ρουτίνα.
Τράβηξε τα μάτια της από τον άντρα και τα έστρεψε πάλι προς την μικρή της κόρη. Στιγμιαία έπιασε μια κίνηση του κεφαλιού, μια ανεπαίσθητη κίνηση, κάτι σαν να έλεγε «ναι» στον Κλεάνθη.
«Μάλιστα… εδώ είμαστε. Κάτι σοβαρό υπάρχει στο μυαλό τους. Τι κάνουμε τώρα;», σκέφτηκε. «Να τους ξεμπροστιάσω ή να περιμένω κάποια άλλη στιγμή;»
Αποφάσισε να περιμένει, αν και η φούντωση μέσα της την έκανε να πνίγεται. Ήταν φανερό πως κάτι πολύ σπουδαίο είχαν τα παιδιά της και μάλιστα πρέπει να αφορούσε κι εκείνη και μάζευαν θάρρος. Τελικά, αποφάσισε να τα πάρει με το καλό, να τα διευκολύνει στην εξομολόγησή τους
«Πάρε κόρη μου», είπε στην Νικολέτα, «λίγο ακόμη ψάρι. Πάρε. Δεν παχαίνει, μη φοβούσαι, δεν κάνει κακό, σα φρούτο είναι μαθές. Αλλά τι λέω… χοντρή εσύ; Φοβάσαι μη παχύνεις; Μα εσύ κόρη μου, είσαι σαν τσίρος… έξω και δεν αρέσεις εκεί που θες ν’ αρέσεις…», είχε ρίξει την πετονιά με το δόλωμα, «… αλλά και πάλι, ίντα λέγω. Εσύ θα άρεσες και σε πρίγκιπες ακόμη!»
Η Νικολέτα δεν απάντησε, μόνο αντίκρισε το ειρωνικό χαμόγελο της Καλοτίνας απέναντί της. Και το κοίταγμα του Κλεάνθη.
«Ναι, μαμά…», απάντησε χωρίς να στρέψει το βλέμμα προς την Κυράννα. «Ναι και σε πρίγκιπα…»
«Εξόν και δεν είναι πρίγκιπας … ο ξέρεις… ποιος. Έτσι δεν είναι;», ρώτησε ύπουλα η εύσωμη γυναίκα. «Εψές που λες, πρέπει να ήταν εννιά η ώρα, την στιγμή που πήγαινα τη τέσα με το λίπος κάτω για να τη πάρει ο Μανολιός από τα σφαγεία, κάνει ωραίο σαπούνι ο κερατάς, με ηφώναξε η Ποθητή. Η Τσουκαλαήνα, η γλωσσού. Κάτι μου ‘πε και ήθελα να σε ρωτήσω, ίντα είναι αλήθεια και ίντα ψόματα»
«Ωχ ρε μάνα», είπε ο Κλεάνθης, «ασχολιόμαστε τώρα και με τις Τσουκαλαήνες; Αμάν πλιο. Τρώμε τώρα. Μη χαλάμε το φαγί μας με αυτές. Γλωσσούδες είναι, το είπες και μόνη σου»
«Νομίζω ότι η κόρη μου πρέπει κάτι να μου απαντήσει, σε αυτό που θέλω να ρωτήσω. Γι αυτό κόφτεις εσύ ψηλολέλεκα. Αν δεν τα πούμε τώρα, πότες μαθές;»
«Και τι σου ‘παν οι Τσουκαλαήνες μάνα;», ρώτησε η Νικολέτα.
«Κάτι για κάποιο Σέμο. Η Ποθητή μου είπε, ότι κάποιος σε είδε, πέρα στο «Νικηφόρειο», μαζί του. Και όλο τάτσι – μίτσι – κότσι  ήσασταν. Για πε μου λοιπόν. Ίντα τρέχει; Ελπίζω ότι θα μου πεις πως ήταν ψόμα αυτό. Έτσι;»
«Και θα με πιστέψεις αν σου το πω;»
«Και βέβαια όχι. Αλλά θα βρω αυτόν που σε είδε και θα δεις. Όλα θα μου τα μαρτυρήσει. Θα σου τον κάμω εγώ…»
«Ότι δηλαδή η κόρη σου μιλούσε με κάποιον νεαρό; Αυτό θα σου πει; Ε, και;», ρώτησε η Καλοτίνα. «Τόσο κακό θα ήταν κάτι τέτοιο αν είχε γίνει;»
Ο κυρ Δημητρός κατάλαβε ότι επρόκειτο να γίνει ένας μικρός οικογενειακός πόλεμος και προσπάθησε να επέμβει:
«Για πε μου βρε Νικολετάκι μου, ίντα λέει η μάνα σου; Είναι αλήθεια μαθές όλα αυτά; Ήσουν με … αυτόν τον πως τον λένε, εκεί, στο γυμνάσιο;»
«Κι αν ήμουν;»
Η Κυράννα είχε αρχίσει να κοκκινίζει. Συνηθισμένο φαινόμενο σε κάθε τους συζήτηση. Μισοσηκώθηκε και το γυρισμένο μανίκι από την ρόμπα της, ξετυλίχτηκε και μπήκε μέσα στο ζουμί του πιάτου της. Χτύπησε το χέρι στο τραπέζι, ξαφνιάζοντας τον κακομοίρη τον κυρ Δημητρό και είπε με δυνατή, βραχνή φωνή:
«Η δική μου η κόρη, στις ερημιές με αυτόν τον ομορφονιό; Να χαριεντίζεται, να γελά και να τα χα χα χα και να οι αγκαλιές και τα χάδια, ε; Αυτά που κοροϊδεύω, αυτά θα λουστώ; Να μας πιάσει στο στόμα της αυτή…», έδειξε προς το σπίτι της Ποθητής, «… και να γίνουμε βούκινο σ’ όλο το νησί;». Τώρα είχε γίνει κατακόκκινη και οι φλέβες της στον λαιμό είχαν πρηστεί. Ο κυρ Δημητρός που καθόταν δίπλα της έκανε μια κίνηση να την ηρεμίσει, αλλά σαν να είχες βάλει κάποιο νάνο να μετακινήσει βουνό, ξανακάθισε με το στόμα ανοικτό στη θέση του, παραδομένος. Κοίταξε τα πρόσωπα όλων, τον νευριασμένο Κλεάνθη του, την Καλοτίνα που ήρεμα παρακολουθούσε την – ας πούμε – κουβέντα που γινόταν, τον Μέμο που σαν χαζός συνέχιζε το φαγητό του κρυφογελώντας σκυμμένος στο πιάτο του και φυσικά τις δυο γυναίκες που δεν θ’ αργούσαν (για την Κυράννα μιλάμε), να φτάσουν και στα έργα. Έκρινε λοιπόν καλύτερο το να επιστρέψει στο φαγητό του, λες και δεν τον αφορούσε το ζήτημα.
Η μάνα είχε κάνει ήδη ένα βήμα προς τα μπρος, προς τη μεριά της μικρής της κόρης, αναγκάζοντας τον Κλεάνθη να είναι σε ετοιμότητα, μισοσηκωμένος και την Νικολέτα να έχει πάρει αμυντική στάση, έτοιμη κι αυτή ανά πάσα στιγμή, να πεταχτεί όρθια προς το μέρος της κάμαρας. Και ακόμα δεν είχε πει τίποτα. Σκεφτόταν την αντίδραση της Κυράννας όταν θα της έλεγε. Μπορεί και να την σκότωνε. Αλλά… ευτυχώς ο Κλεάνθης, ήξερε και θα την προστάτευε. Αυτήν ή τα μαλλιά της τουλάχιστον.
Και η Κυράννα προχώρησε, αλλά σταμάτησε μόνο στις φωνές.
«Μωρή τζόλου41, πορνικαλού42, ξεδιάντροπο παλιογύναικο…», άρχισε να της λέει ενώ ταυτόχρονα δίπλωνε το βρεγμένο μανίκι της ρόμπας της γεμίζοντας την παλάμη με λαδολέμονο, κλώτσαγε την καρέκλα της και γενικά έδειχνε ότι είχε βγει εκτός εαυτού.
«Που θα με πεθάνεις με τα καμώματά σου… που καταραμένη η ώρα που σε έκανα μαρή. Πτάνα μαρή θα καταντίσεις;…».
 Το πάνω κουμπί της ρόμπας της άνοιξε και το κατακόκκινο στέρνο φάνηκε που ανεβοκατέβαινε γρήγορα, σαν προσπαθούσε να πάρει ανάσα.
 «Πτάνα…», ξανάπε, «… που θα σε δείχνουν όλοι με το δάχτυλο… Τι μου ‘καμες βρωμοθήλυκο, άτιμο παιδί που φαρμάκι που ‘δωκες όλο το γάλα που σε βύζαξα…»
«Μπάστα ρε μάνα…», είπε ο Κλεάνθης σε άπταιστα Ελληνοϊταλικά. «Τόσες κατάρες πλιο, ίντα;. Εν τ’ αγαπάς το παιΐ  σου; Και τι έκαμε μαθές; Κάποιος, κάποτε, κάπου την είδε να μιλάει με τον μικρό τον… Σέμο. Ε, και; Δηλαδή τι θες; Άντε και της μίλησε, να στη ζητήσει και σε γάμο;». Ο πανέξυπνος Κλεάνθης είχε βρει την ευκαιρία να αναγκάσει την μάνα σε … επιθυμία.
«Ο τίμιος ο άντρας αυτό θα έκανε μωρέ. Αλλά είπαμε ο τίμιος, γλέπεις όμως κανένα τίμιο εδώ; Μόνο για τα φιλιά και τα χάδια την ήθελε. Ελπίζω μόνο γι αυτά…»
«Και ποιος ρε μάνα σου είπε ότι ο … αυτός ο νεαρός τέλος πάντων…»
«Ο Σέμος», επενέβη η Νικολέτα
«Ναι, γεια σου… ο Σέμος, ποιος το λοιπό σου είπε ότι δεν είναι τίμιος;»
«Ίντα θες να μου πεις βρε κρεμανταλά; Σιγά μη μας τη ζητήσει κιόλα. Αυτό μας έλειπε, ο ξυπόλυτος να σηκώσει το βλέμμα στη κόρη μου. Κόρη της Κυράννας είναι…»
«Και του Δημητρού…», ακούστηκε η φωνή του πατέρα που μόλις είχε βγάλει το πειρούνι από το στόμα. «Και δική μου κόρη είναι Κυράννα, όχι μόνο δική σου»
«Τέλος πάντων και των δυό μας, αλλά αυτά είναι γυναικεία πράματα και λόγο έχουν μόνο οι γυναίκες…»
«Έτσι νομίζεις; Δεν άκουσα την Νικολέτα να βγάζει κουβέντα. Μόνο συ κι ο γιός μας ο μεγάλος μιλάτε. Έτσι είναι τα γυναικεία;», σήκωσε το χέρι και αγκάλιασε την μικρή του κόρη που καθόταν δίπλα του, ενώ με το άλλο έστριψε το λεπτό του μουστάκι. «Νομίζω ότι εδώ λόγος πέφτει μόνο στον πατέρα. Κάτσε το λοιπό και προσπάθησε να ακούσεις τις δικές μου αποφάσεις…», η επανάσταση των σκλάβων είχε αρχίσει.
 Ο κυρ Δημητρός ανελάμβανε τις ευθύνες του, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του. Έκανε μια κίνηση με το χέρι του σαν της έλεγε κάτσε κάτω. Γύρισε το πρόσωπο στην Νικολέτα:
«Θέλει να σε ζητήσει μικρό μου; Θέλει να σε πάρει κυρά του;»
Η κοπέλα ήθελε να φιλήσει τον πατέρα της, άρχισε να κλαίει και είδε τον αδερφό της αλλά και τη μάνα να κάθονται ο ένας με χαμόγελο και η άλλη νευριασμένη, στις θέσεις τους. Η Καλοτίνα κρατούσε την ίδια στάση, μόνο που κάπου – κάπου, κάτι σκούπιζε από τα μάτια της.
Κούνησε καταφατικά το κεφάλι στον πατέρα της. Του έπιασε το χέρι και ξανακούνησε πιο ζωηρά το κεφάλι τώρα, κάνοντας ακόμα πιο έξαλλη την μάνα. Πιο έξαλλη γιατί και άκουγε ότι άκουγε και έβλεπε ότι έβλεπε, αλλά και γιατί τώρα δεν της επιτρεπόταν να μιλήσει.

Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2016

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

«Σ’ αγαπώ», η φωνή του Σέμου ήταν λίγο βραχνή και συγχρόνως εύθραυστη. Οι λέξεις έβγαιναν με δυσκολία από το στόμα του και τα μάτια του ήταν στραμμένα συνεχώς στο έδαφος ή πιο σωστά στις πέτρες της πεζούλας που καθόντουσαν με την Νικολέτα. Το άρωμα της Σεβαστής (είχε δανείσει στην Νικολέτα ένα βαρύ άρωμα που της είχε φέρει ο αδερφός της από την Γαλλία και που η Νικολέτα είχε βάλει με το κιλό), το πρόσωπο της αγαπημένης του να κάθεται στη πεζούλα, ο ήλιος και η μυρωδιά των συκιών δίπλα, τον έκαναν να νοιώθει ζαλάδα και μια τάση λιποθυμίας. Ίσως όμως να μην ήταν μόνο αυτά. Ίσως να ήταν και τα λόγια που είχαν ειπωθεί μεταξύ τους.
«Ώστε έτσι το λοιπό; Τόσο πολύ το θέλεις;», ακούστηκε η φωνή της κοπέλας.
Ο Σέμος κούνησε το κεφάλι καταφατικά χωρίς να την κοιτάξει στα μάτια. Το χέρι του ήταν πάνω στους ώμους της και πίεζε κι αυτό στην λήψη της απόφασης από την Νικολέτα.
«Ωραία… ας γίνει έτσι… και ότι βρέξει. Ο Κλεάνθης έχει ανοιχτό μυαλό, θα καταλάβει… να δεις… θα συμφωνήσει…», ξανάπε χωρίς ανάσα η κοπέλα.
«Σ’ ευχαριστώ αγαπούλα μου. Να ξέρεις… βασίλισσα θα σ’ έχω, θα δουλέψω δυο και τρεις δουλειές… τι λέω όσες δουλειές χρειάζεται για να είσαι… είσαι…», το λεξιλόγιο του Σέμου δεν ήταν και πολύ μεγάλο, «… βασίλισσα» κατάφερε επιτέλους να τελειώσει την πρότασή του.
Την αγκάλιασε και της έδωσε ένα μεγάλο φιλί στο στόμα, ένα φιλί που μάτωσε τα χείλη και κάπως μπόρεσε να σβήσει τον πόθο τους.
Χώρισαν με γέλια και η Νικολέτα έφυγε τρέχοντας, προσπαθώντας να μην πληγώσει τα πόδια της με τα αγκάθια του αγρού. Κάποιες πέτρες που βρέθηκαν μπροστά της, την έκαναν να στραβοπατήσει, αλλά όχι και να σταματήσει την τρεχάλα της. Η αγάπη της ήταν τόσο μεγάλη για τον Σέμο, που όλος ο κόσμος είχε μαζευτεί, συρρικνωθεί στο πρόσωπό του. Και την ήθελε τώρα για… γυναίκα του. Για σύντροφό του.
«Μαζί πάντα μέχρι να μας χωρίσει ο θάνατος…», μονολόγησε σαν πηδούσε ένα μικρό θάμνο με αγκάθια, ο μόνος που κατάφερε να της σκίσει λίγο το φόρεμα στην άκρη, δεξιά, εκεί που είχε ενωθεί η δαντέλα. Έμενε μόνο να το πει στη Κυράννα, τον πατέρα της δεν τον φοβόταν. Ούτε τα αδέρφια της. Μάλιστα πίστευε και ειδικά για τον μεγάλο, τον Κλεάνθη, ότι θα συμφωνούσε με την πρώτη και μάλιστα θα την βοηθούσε στα σχέδιά της. Η Καλοτίνα; Μμμ… αδερφή της ήταν, θα συμφωνούσε κι αυτή. Για τον Μέμο, δεν ανησυχούσε. Αυτός ενδιαφερόταν για το ψάρεμα την καλοπέραση και τους φίλους του. Ίσως να μην καταλάβαινε καν την σοβαρότατη σημασία της κατάστασης.
Μόνο η μάνα με τις μεγαλοιδέες της… μόνο αυτή φοβόταν. Κι αυτή ήταν ο μπαμπούλας της οικογένειας. Αν άκουγε ότι ο Σέμος την ήθελε για γυναίκα του… ε, ρε τι θα γινόταν μες στο σπίτι. Μέχρι την Κω και την Λέρο θα τους άκουγαν. Και τι να της πει; Η Κυράννα ήθελε ένα «μηχανικό», έναν άντρα που να βγάζει πολλά λεφτά. Ποτέ δεν θα αγαπούσε τον γαμπρό της, εδώ καλά – καλά δεν αγάπησε τον άντρα της, θα τον ανεχότανε όμως αν είχε μονέδες. Και ο κακομοίρης ο Σέμος… υπάλληλος στο μαγαζί του Χαλκίτη, να ετοιμάζει από το πρωί ίσαμε το βράδυ τα «καγγαβιά»37 , τα «γυαλιά»38, τις μπάρες39, τα δίχτυα, και τα φορέματα των βουτηχτάδων. Και τα λεφτά που έπαιρνε; Ψίχουλα. Ο Χαλκίτης φημιζόταν για την τσιγγουνιά του. Και αυτός και ο αδερφός του ο μικρότερος. Μάλιστα οι κακές οι γλώσσες λέγανε, φήμη που κυκλοφόρησαν οι Τσουκαλαήνες, ότι τα δυο αδέρφια δεν παντρεύτηκαν ποτέ στη ζωή τους, αν και είχαν περάσει τα πενήντα τους, από την τσιγγουνιά τους. Βέβαια αυτό δεν ήταν πολύ μακριά από την πραγματικότητα, αν και θεωρούνταν από τους πλουσιότερους του νησιού, αλλά και των Δωδεκανήσων.
 Η Ποθητή έλεγε ότι στο σπίτι τους είχαν ένα μεγάλο σεντούκι, σαν αυτά που ανήκαν στους πειρατές, που ήταν γεμάτο με χρυσές Αγγλικές λίρες. Χιλιάδες λίρες. Χρυσές! Και όλες δικές τους! Και κυκλοφορούσαν με τα ίδια ρούχα όλο το χειμώνα. Και το καλοκαίρι… άλλαζαν. Αλλά κι εκείνα τα φορούσαν όλο το καλοκαίρι.
Με αυτές τις σκέψεις στο μυαλό ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι είχε φτάσει στην Πόθια, δεν είχε καταλάβει πως ή ποιο δρόμο είχε πάρει, αλλά τα σπίτια που έβλεπε μπροστά της ήταν τα σπίτια κοντά στη μικρή πλατεία και το μαγαζί του αδερφού της.
Κοντοστάθηκε και προσπάθησε να ισιώσει τα ρούχα της, να τα ξεσκονίσει με το χέρι και να στρώσει τα μαλλιά της. Πήρε βαθιές ανάσες προσπαθώντας να ρίξει τους παλμούς της καρδιάς της, που από την συγκίνηση και το τρέξιμο είχε τρελαθεί. Άρχισε να περπατά σιγά, κοιτώντας ολόγυρα. Δεν ήξερε γιατί, αλλά φοβόταν τους ανθρώπους ή μάλλον τη γλωσσοφαγιά τους.
Είδε το καφενείο και τον ιδρωμένο Κλεάνθη να προσπαθεί να τα βγάλει πέρα με τους πελάτες. Φόρεσε το καλό της χαμόγελο και αποφασιστικά προχώρησε προς το μέρος του.
«Μα Παναία μου χαρά!», ακούστηκε η φωνή του Κλεάνθη. «Κι οι δυο αδερφάδες μου ήρθασι να με βοηθήσουσι… μα χαρά! Άντες μικρή σουσουράδα, άντες και δεν τους προλαβαίνω πλιο τους μεθύστακες…». Γέλασε και μια γοητεία ξεπήδησε από το πρόσωπό του. Ήταν ωραίος άντρας ο Κλεάνθης και αρχοντικός. Ψηλός και με σώμα γυμνασμένο από την θάλασσα… αν δεν είχε κι εκείνο το χωλό πόδι…
Από το ανοιχτό πουκάμισό του ξεπρόβαλαν οι τρίχες του στήθους του κι ένα μικρό χρυσό σταυρουδάκι, το βαφτιστικό του σταυρουδάκι. Λεβέντης με όλη τη σημασία της λέξης. Πολλές γυναίκες τον ήθελαν, αλλά σταματούσαν σε εκείνο το καταραμένο πόδι.
«θες βοήθεια το λοιπό αδέρφι; Και τι είμαι εγώ; Δεν είπαμε ότι μπορώ να σε βοηθήσω όποτε θελήσεις; Μα… για να δω… αυτή δεν είναι η Καλοτίνα; Να το λοιπό, όλη η οικογένεια ενωμένη. Έτσι δεν είναι Κλεάνθη; Δεν πρέπει να είναι πάντα ενωμένη η οικογένεια; Σε όλα; Και στα καλά αλλά και στα δύσκολα;»
Ο Κλεάνθης την κοίταξε λίγο απορημένος. «Ναι», της απάντησε, «… ενωμένη σε όλα. Και στα καλά … και στα δύσκολα», επανέλαβε αργά, παρατηρώντας μια αλλιώτικη Νικολέτα. Μια Νικολέτα με λάμψη στα μάτια της. Δεν έδωσε περισσότερη σημασία και γύρισε στην πελατεία.
Η ώρα με την δουλειά πέρασε αρκετά γρήγορα. Οι δυο Αθηναίοι δεν είχαν κουνήσει ρούπι από το τραπέζι τους, αν και το ρολόι έδειχνε επτά το απόγευμα. Βέβαια το να κουνηθούν ήταν κομμάτι δύσκολο στην κατάσταση που βρίσκονταν. Μετά την κατανάλωση τόσου τσίπουρου, «αν το μάθεις το ρημάδι, καταλαβαίνεις γιατί ο Θεός είναι καλός», έλεγε ο παλιός καπετάνιος ο Γιάννης ο Μαγκλής, το κορμί θέλει να κοιμηθεί αγκαλιά με τα όνειρά του και τις επιθυμίες της ζωής. Και ο καπετάν Γιάννης, τα ήξερε αυτά, το τιμούσε το τσίπουρο… ήταν Θεοσεβούμενος άνθρωπος!
Ο Κλεάνθης πήγε κοντά τους γεμάτος περιέργεια να διαβάσει αυτά που είχαν γράψει στο τετράδιό τους, αλλά σαν είδε ότι το είχαν μέσα στο σακίδιό τους, δεν έκανε καμιά προσπάθεια να το «κλέψει». Το μόνο του μέλημα τώρα ήταν, που θα έβρισκε κάποιον να μεταφέρει τους δυο αυτούς νέους στο ξενοδοχείο τους, στο μοναδικό δηλαδή ξενοδοχείο που διέθετε το νησί. Για καλή του τύχη όμως, έξω από το μαγαζί, άκουσε το τρίξιμο του κάρου του Κουκουβά.
«Κυρ Νίκο…», φώναξε προς τον αχθοφόρο, «… κυρ Νίκο, κάμε μου μια χάρη. Έλα από δω, έχω δυό φέσια στο μαγαζί και … ξέρεις Αθηναίοι είναι, δεν το αντέχουν το πιοτί. Έλα να τους πας μέχρι το ξενοδοχείο μαθές», συνέχισε.
Με τη βοήθεια των δυό αδερφών του, ο Κλεάνθης φόρτωσες τους δημοσιογράφους στο κάρο, τους άκουσε να τραγουδούν μισοκοιμισμένοι «… τώρα η ξενιτειά σε χαίρεται…» και έδωσε στον κυρ Νικόλα τρεις δραχμές να τους κουβαλήσει.
Γύρισε στο μαγαζί που τώρα ήταν σχεδόν άδειο από κόσμο και σαν πελάτης, παράγγειλε στην Καλοτίνα ένα καφέ βαρύ γλυκό, όπως εκείνη μόνο ήξερε να φτιάχνει.
Η Νικολέτα πετάχτηκε όρθια: «Όχι – όχι, εγώ θα τον κάμω τον καφέ. Για τον μεγάλο μου αδερφό, εγώ – εγώ» και πήγε χωρίς άλλη κουβέντα στην μικρή κουζίνα.
«Τσούπρα, πολύ πρόθυμη σε βλέπω σήμερο. Κάτι θέλεις εσύ, δεν μπορεί κάτι θέλεις. Τόση προθυμία πλιο! Και ξέρεις… δε λαθεύω εγώ μικρή μπαγαμπόντισσα!», της είπε ο Κλεάνθης.
Το πρόσωπο της Νικολέτας είχε αλλάξει χρώμα. Είχε γίνει τόσο κόκκινο που έμοιαζε με παπαρούνα της άνοιξης. Ευτυχώς, κανείς δεν μπορούσε να δει τίποτα άλλο έξω από την πλάτη της.
Ο καφές ήταν καλός, όχι σαν της Καλοτίνας, αλλά τέλος πάντων καλός. Τα τρία αδέρφια, είχαν καθίσει σε ένα τραπέζι, κάτω από την λάμπα που κρεμόταν, σκορπίζοντας το άρρωστο φως της πάνω τους. Λίγοι πελάτες υπήρχαν τώρα και έτσι μπορούσαν να ηρεμίσουν λίγο.
«Λοιπόν;», άρχισε ο αδερφός, «… τι είναι αυτό που σε απασχολεί δεσποσύνη; Γιατί δεν μπορεί, κάτι σε απασχολεί»
Οι δυό αδερφές κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Μπορούσαν να συνεννοηθούν με τα μάτια, αλλά τώρα η Καλοτίνα, αδυνατούσε να «διαβάσει» την αδερφή της. Ήξερε, όπως και ο αδερφός της, ότι κάτι την «έτρωγε», αλλά δεν μπορούσε να το φανταστεί αυτό που θα άκουγε σε λίγο.
«Λοιπόν;», επανέλαβε ο Κλεάνθης. «Τόσο σπουδαίο είναι αυτό που θέλεις να μας πεις;»
Επικράτησε σιωπή λίγων δευτερολέπτων, τέτοια που έκανε τα δυό αδέρφια να αντιληφθούν την σοβαρότητα της κατάστασης. Κοίταξαν και τα δυο την Νικολέτα, που σε αντίθεση αυτή, προσπαθούσε να κοιτάξει οπουδήποτε αλλού εκτός από το μέρος τους.
Τα μάτια της «μικρής» τους αδερφής, πέταγαν ολόγυρα, στα τραπέζια, στην πόρτα του μαγαζιού, στους λίγους θαμώνες με τα κόκκινα από το τσίπουρο μάτια, στο πάτωμα. Η στάση του σώματός της έδειχνε ότι δεν μπορούσε να βολευτεί πουθενά. Τελικά, κοιτώντας αδιάφορα μια παλιά φωτογραφία που κοσμούσε τον τοίχο του καφενείου:
«Θέλω να παντρευτώ. Αυτό και μόνο αυτό. Έτσι απλά…»
«Έτσι απλά; Χα χα χα … ας γελάσω…», είπε ο Κλεάνθης χωρίς να δίνει μεγάλη σημασία στα λόγια της «μικρής», σε αντίθεση με την Καλοτίνα που την κοίταζε διερευνητικά. «Και δεν μου λες … κυρά, τον έχεις έτοιμο τον νυμφίο;»
Και βέβαια τα δυο αδέρφια δεν περίμεναν την απάντηση που πήραν. Αν όχι και τα δυό, τουλάχιστον ο Κλεάνθης, δεν μπορούσε ποτέ να το περιμένει. Η Καλοτίνα… ήταν άλλο. Ήταν γυναίκα και αδερφή…
«Ναι, υπάρχει κάποιος που … ενδιαφέρεται…», η Νικολέτα δυσκολευόταν να συνεχίσει, «… που με θέλει για γυναίκα του. Κάποιος τέλος πάντων… που τον ξέρω καιρό και … μ’ αγαπάει…»
Ο Κλεάνθης με την επιπολαιότητα του φύλου του σε τέτοια θέματα και τον σνομπισμό της ηλικίας του, ήταν βλέπεις ο πιο μεγάλος και την αδερφή του δεν την έπαιρνε και πολύ στα σοβαρά, έμεινε για περίπου ένα λεπτό αμίλητος, προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει τι είχε μόλις ακούσει. Δεν ήταν εύκολο να πιστέψει στα αυτιά του. Τα ηνία είχε αναλάβει η Καλοτίνα:
«Αλήθεια λες μαθές; Κάποιος σε θέλει για γυναίκα του; Σου το είπε δηλαδή;»
«Ναι», απάντησε η Νικολέτα. «Υπάρχει κάποιος που με θέλει για γυναίκα του. Μα το είπα πριν. Ποιο είναι το παράξενο; Τι μου λείπει εμένα δηλαδή…»
«Το μυαλό…», ακούστηκε η βαριά πλέον φωνή του Κλεάνθη. «Το μυαλό σου λείπει…»
«Και γιατί παρακαλώ μου λείπει το μυαλό; Από πού το κατάλαβες εσύ κύριε πολύξερε;»
Ο αδερφός γέλασε, αυτό του έδινε πάντα χρόνο να σκεφτεί, άπλωσε τα χέρια και της χάιδεψε το κεφάλι. Το είχε περάσει, σε αντίθεση με την Καλοτίνα, κάτι σαν αστείο, κάτι που στερείτο σοβαρότητας και σημασίας. Μια απαίτηση μικρού παιδιού. Θα μπορούσε να του έλεγε ότι ήθελε, ας πούμε … παγωτό ή ένα ακριβό Γαλλικό άρωμα ή ένα φόρεμα από την πρωτεύουσα. Έτσι κι αυτό. Κατά την ίδια λογική του είπε ότι ήθελε να παντρευτεί. «Μπα…», σκέφτηκε, «… δεν υπάρχει λόγος να το συζητάμε καν. Μέχρι το βράδυ θα το έχει ξεχάσει…». Έκανε να σηκωθεί, να πάει μέχρι την κουζίνα, είχε δουλειά να κάνει και οι δουλειές δεν γίνονται μόνες τους, μέχρι που άκουσε την σοβαρή φωνή της Καλοτίνας:
«Και ποιος είναι αυτός που σε θέλει το λοιπό; Τον ξέρουμε μαθές;»
Ο Κλεάνθης κάθισε πάλι. Αυτό ήθελε να το ακούσει, ήταν πολύ περίεργος να μάθει τον λεγάμενο.
Η Νικολέτα ξεροκατάπιε λες και ένας κόμπος είχε σταθεί στο λαιμό της και δεν την άφηνε ν’ αναπνεύσει. Μάλλον μάζευε κουράγιο για την συνέχεια και μόλις το βρήκε:
«Ο Σέμος, ο γιός του καπετάν Αριστείδη. Αυτός που δουλεύει στο μαγαζί του Γιώργου του Χαλκίτη…»
«Και ίντα μαρή έχεις με αυτόν; Σε είδε από τη βιτρίνα και σε λιμπίστηκε; Το αμούστακο αυτό; Ο Γλίτσας που βλέπει τη θάλασσα και σκιάζεται;», ακούστηκε ο Κλεάνθης. «Άντε μαρή, κόφτεις που θέλεις και παντρολογήματα…»
«Δεν είναι έτσι τα πράματα Κλεάνθη. Δεν είναι έτσι. Με τον Σέμο, βγαίνουμε μέρα παρά μέρα εδώ και δυό χρόνια. Τον ξέρω και με ξέρει πολύ καλά. Πάρα πολύ καλά…», αυτό το τελευταίο το είχε τονίσει. «Είναι καλό παιδί και … τον αγαπάω. Και μ’ αγαπάει…»
Η Καλοτίνα μόνο άκουγε και δεν μιλούσε πια. Άφηνε τον αδερφό της να κάνει όλες τις δύσκολες ερωτήσεις και μετά ίσως να ερχόταν η ώρα της.
«Σε χάλασε μαρή; Το κωλόπαιδο σε χάλασε; Πε μου να ξέρω, αδερφός είμαι, πρέπει να ξέρω…»
«Όχι, βάστα βρε Κλεάνθη. Δεν με χάλασε, ακόμα κορίτσι είμαι. Αμάν πια, αμέσως … σε χάλασε. Όλο στο κακό ο νους σου…»
Η Καλοτίνα είχε ακούσει αυτό που ήθελε, χωρίς να κάνει εκείνη την ερώτηση. Πίστευε την αδερφή της, την θεωρούσε ανάξια να πει ψέματα. Τώρα ήταν η σειρά της:
«Και σου είπε ο Σέμος… έτσι δεν τον λένε; … να μιλήσεις στον πατέρα; Σου είπε πως θέλει να σε πάρει;»
«Ναι, σήμερα μου είπε να ετοιμάσω τον μπαμπά, όλη την οικογένεια δηλαδή, για αυτόν… θα έρθει να με ζητήσει. Το συζήτησε με τον πατέρα του κι εκείνος συμφώνησε. Του έδωκε την ευκή του. Θέλει να έρθει στο σπίτι μας…»
«Να σε ζητήσει; Δηλαδή προχωρημένα τα πράγματα έτσι;», είπε ο Κλεάνθης.
Παρά την έκπληξη, η αλήθεια ήταν, ότι ακόμα και η ίδια η Νικολέτα είχε εκπλαγεί από την ταχύτητα των γεγονότων αλλά και από το θάρρος της, η κοπέλα μπόρεσε να «πάρει» τα αδέρφια της με το μέρος της.  Το πρόβλημα, το ήξερε, δεν θα ήταν ποτέ τα δυό της αδέρφια, ούτε και ο Μέμος, ο μικρός. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα τους έκανε συμμάχους της. Την αγαπούσαν όπως τους αγαπούσε και αυτή η αγάπη θα ήταν ο μεγάλος αρωγός στις επιθυμίες  της. Το πρόβλημα δεν θα ήταν ούτε καν ο καλοκάγαθος πατέρας. Ο πατέρας που είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στις επιλογές και στην ικανότητα των παιδιών του. Εκτός αυτού η μόνιμη ρήση του: «πετυχημένος γονιός είναι ο αχρείαστος γονιός», έπρεπε να βρει την εφαρμογή της επιτέλους και στην μικρή του κόρη.  Το πρόβλημα θα ήταν σίγουρα η Κυράννα, η μάνα δηλαδή, με τα μυαλά της και τις εμμονές της.
Εκείνη που πίστευε ότι πετυχημένος γάμος δεν είναι ο γάμος της αγάπης, αλλά ο γάμος του χρήματος. «Αν ο άντρας βγάζει πολλές μονέδες», έλεγε, «… τότε και η αγάπη θα έρθει και η στοργή και όλα τα άλλα». Γι αυτό κι επέμενε, οι κόρες της… η κόρη της… όποια τέλος πάντων… έπρεπε να πάρει «μηχανικό». «Αυτοί βγάζουσι τα λεφτά…», δεν έλεγε;

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2016

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6


Το μάνταλο είχε σκουριάσει και η σκουριά, σαν καφεκίτρινη μύξα είχε πέσει πάνω στο παλιό, μεγάλο λουκέτο, είχε μπει στον ομφαλό και κάθε φορά που ο Κλεάνθης προσπαθούσε να το ανοίξει, άκουγε ένα μεταλλικό συριγμό. Τι κι αν είχε λαδώσει λουκέτο και μάνταλο, τι κι αν είχε προσπαθήσει με μεταλλική βούρτσα να τα καθαρίσει, φαίνεται ότι η ζημιά είχε ήδη γίνει και μάλλον οι μέρες του λουκέτου ήταν μετρημένες.
Πάνω στην προσπάθειά του λοιπόν, ανάμεσα στις βρισιές που έριχνε ο Κλεάνθης, ακούστηκε από πίσω του, μια λεπτή, καλλιεργημένη φωνή:
«Καλημέρα, … καλημέρα κύριε … Κλεάνθη. Έτσι δεν σας λένε;»
Ο άντρας παράτησε την προσπάθεια που έκανε, είχε επιτέλους ακουστεί το πολυπόθητο «κλικ» του λουκέτου, γύρισε πίσω του και αντίκρισε τα χοντρά μυωπικά γυαλιά του νεαρού δημοσιογράφου, που είχε δει στο καφενείο του, να μεταφέρει στο τετράδιό του τις ιστορίες των παλιών ναυτικών.
«Ίντα… καλημέρα μαθές. Ναι, Κλεάνθη…», προσπάθησε να απαντήσει αλλά και να καλημερίσει ταυτόχρονα. Χαμογέλασε κι άφησε το σκυλόδοντο να φανεί. Κάτι σαν γοητεία ξεπήδησε από το αξύριστο πρόσωπό του.
Γύρισε την πλάτη ξανά στον ξένο, δεν μπορούσε κι αλλιώς και τράβηξε δυνατά το μάνταλο. Μετά έσπρωξε σιωπηλά την ξύλινη πόρτα με το θολό τζάμι, «πάλι καθάρισμα θέλει», είπε και έβαλε τις τάβλες στη πίσω πλευρά της πόρτας, μέσα σε μια ξύλινη βάση στην άκρη των τραπεζιών.
«Πρωινός – πρωινός μαθές. Ίντα που συμβαίνει…», είπε στον ξένο, «… αϋπνίες είχες; Λαχτάρισες ένα καφεδάκι; Κάτσε το λοιπό και σε πέντε λεπτά θα σου το φέρω. Να κάτσε εκεί…», έδειξε ένα τραπεζάκι κοντά στο παράθυρο που έβλεπε όλο το λιμάνι, «… και θα σου φτιάξω εγώ ένα καϊμάκι!!!! Να το δαγκώσεις. Να, εκεί…» και τίναξε το ψαθί μιας καρέκλας.
Ο δημοσιογράφος, πειθήνια, κάθισε στο τραπέζι που του έδειξε. Έβγαλε το τετράδιό του και μερικά μολύβια, τα ακούμπησε με τάξη, ακριβώς παράλληλα μεταξύ τους, πάνω στο μέταλλο του στρογγυλού τραπεζιού. Μετά έψαξε την τσέπη και, πάλι παράλληλα με τα μολύβια, τοποθέτησε ένα πλακέ πακέτο τσιγάρα, ένα κόκκινο πακέτο με το πρόσωπο μιας μοιραίας γυναίκας στην επιφάνειά του. Με τον ίδιο τρόπο, «έστησε» και τον αναπτήρα παραδίπλα. Ικανοποιήθηκε με το αποτέλεσμα, έτριψε τα  χέρια του με ικανοποίηση και ένα μικρό χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπό του.
 Κάτι όμως εξακολουθούσε να τον ενοχλεί. Έβγαλε ένα λευκό μαντήλι από την τσέπη του σακακιού του και βάλθηκε να τρίβει τα γυαλιά του, με αργές, τελετουργικές λες κινήσεις. Μετά από αυτό, φάνηκε όλα να του πηγαίνουν καλά. Επανέλαβε το χαμόγελό του και περίμενε τον Κλεάνθη με τον πολλά υποσχόμενο καφέ του.
«Λοιπόν; Πως είναι ο πρώτος καφές κύρ…», τον ρώτησε ο Κλεάνθης που είχε κάτσει σε μια καρέκλα σιμά του.
«Γεώργιος…», του απάντησε ο διοπτροφόρος νέος. «Γεώργιος είναι το όνομά μου…» και έσκυψε το κεφάλι, λες και ντρεπόταν για το όνομά του. «Και… όπως ξέρεις είμαι δημοσιογράφος σε μια εφημερίδα…. Την «Ακρόπολη», αλλά τα είπαμε προχθές αυτά…»
«Ναι, τα είπαμε και … καλοπεράσαμε μπορώ να πω, ε;»
«Τω όντι, καλοπεράσαμε. Φταίει βέβαια και εκείνο το διάφανο πιοτί… το τσίπουρο, η καλή παρέα και βέβαια όλες αυτές οι ιστορίες των θαλασσινών…»
Ο Κλεάνθης, Καλύμνιος ήταν, ένοιωσε την επιθυμία για λίγο «δούλεμα», βλέποντας αυτόν τον λεπτεπίλεπτο ανθρωπάκο μπροστά του.
«Τω όντι…», επανέλαβε με ένα ειρωνικό χαμόγελο στο στόμα… Χρόνια είχε να ακούσει αυτή την έκφραση, «να δεις ποιος την είχε πει παλιά,…. Α, ναι το Σκαλούνι, ο μουσικός», σκέφτηκε και μεγάλωσε το χαμόγελό του.
«Λοιπόν; Περιμένεις πάλι την … παρέα ή ήρθες μόνο για καφέ;», συνέχισε τον λόγο του.
Ο νεαρός δημοσιογράφος, ανακινήθηκε πάνω στην καρέκλα του και ίσιωσε την λεπτή γραβάτα που φορούσε, με τα μακριά του δάχτυλα. Γύρισε το κεφάλι δεξιά – αριστερά, όπως κάνουν αυτοί που ψάχνουν διαφυγή και τελικά του έδειξε το τετράδιο μπροστά του.
«Α, μάλιστα, την παρέα περιμένεις το λοιπό», είπε ο Κλεάνθης και άναψε τσιγάρο, προσφέροντας ένα και στον ξένο. Εκείνος το πήρε και, ξαφνικά, σήκωσε τα μάτια του στον κάπελα, τον κοίταξε κατ’ ευθείαν:
«Όχι», του είπε. «Δεν ήρθα για την παρέα και μάλιστα ίσως μέσα μου, να μην θέλω να έρθει η παρέα ή τουλάχιστον ν’ αργήσει να έρθει»
«Μάλιστα, τότες για τον καφέ μου ήρθες, έτσι;»
Ο νεαρός είχε κατεβάσει πάλι τα μάτια πάνω στον καφέ του και είχε ακουμπήσει το χέρι στο τραπέζι, με τέτοιο τρόπο που ο καπνός του τσιγάρου, κιτρίνιζε τα δάχτυλά του.
«Για σένα ήρθα κυρ Κλεάνθη. Για σένα…»
«Για μένα; Καλό κι αυτό. Γιατί για μένα; Τι ενδιαφέρον παρουσιάζει ένας κάπελας, ένας καφετζής, που αναγκάζει τον δημοσιογράφο να έρχεται πρωινιάτικα, αξημέρωτα σχεδόν και να φέρνει το τεφτέρι του στο μαγαζί του;»
«Τον ταβερνιάρη; Τίποτα…»., απάντησε το «δείγμα άντρα» που τον είχε  χαρακτηρίσει ο Λευτέρης ο Γκινής . «Τον ταβερνιάρη τίποτα, τον σφουγγαρά που τα παρατάει όμως;»
Το πρόσωπο του Κλεάνθη μονομιάς συννέφιασε, λες και κάποιος είχε πατήσει ένα κουμπί. Κοίταξε τον ξένο και τον «ζύγισε».
«Μικροκαμωμένος και ανθρωπάκι, αλλά η γλώσσα του… δηλητήριο οχιάς», σκέφτηκε με κάποια κακία σε αυτή τη σκέψη.
«Ίντα θες να πεις; Ποιος τα παράτησε; Τη θάλασσα δεν την παρατάς, αυτή σε διώχνει σα δεν σε θέλει άλλο για εραστή. Και τότες, ή σε τρώει ή σ’ αποδιώχνει όπως σου είπα…»
«Κοίτα να δεις Κλεάνθη…», είχε αφήσει το κυρ πια, «…δεν ήρθα εδώ για να τσακωθούμε…», η φωνή του νεαρού είχε γίνει εκπληκτικά καθαρή, δείχνοντας πως βρισκόταν στο δικό του πεδίο μάχης και λίγο πιο απότομη. Ο άνθρωπος μεταμορφώθηκε απότομα, από «ανθρωπάκι» σε ανελέητο πολεμιστή. «Μίλησα στο νησί με πολλούς. Όχι ιδιαίτερα για σένα, αλλά όταν ανέφερα το μαγαζί σου, επειδή εδώ τυχαία είχα πρωτομπεί, όλοι μου έλεγαν το ίδιο πράγμα. Πως δηλαδή ήσουν  ένας από τους καλύτερους βουτηχτές…»
Ο Κλεάνθης ακούγοντας αυτό, έδειξε να ηρεμεί από τα νεύρα που τον είχαν κυριεύσει, άναψε ένα δεύτερο τσιγάρο από την καύτρα του πρώτου και με ένα βήχα προσπάθησε να συγκεντρωθεί στα λόγια του συνομιλητή του.
«… αλλά ότι από… δειλία…. προσπαθώ να δώσω μια μονολεκτική περιγραφή στα λόγια τους … άφησες την θάλασσα. Ότι τάχα, δεν έχεις πάθει μεγάλη ζημιά, ότι …απλά φοβήθηκες…» και λέγοντας αυτά τα τελευταία λόγια ζάρωσε στην θέση του περιμένοντας το ξέσπασμα του καφετζή.
Το ξέσπασμα όμως δεν ήρθε. Ο Κλεάνθης ήταν ακίνητος, ακουμπισμένος στους αγκώνες του, πάνω στο τραπέζι και τον κοίταζε κατάματα. Τα μάτια του, θα έλεγε κανείς, είχαν γίνει μαύρες κουκκίδες, σαν μαύρες ελιές και φαινόταν σαν είχε αποκτήσει ξαφνικά μεγάλες «σακούλες» κάτω από τα μάτια. Δεν έδειχνε να παίρνει καν ανάσα και ο καπνός από το τσιγάρο, ανέβαινε ολόισιος προς το ταβάνι. Αν έπεφτε καρφίτσα στο πάτωμα θα έκανε εκκωφαντικό θόρυβο, με την ησυχία που επικρατούσε στο χώρο. Ο ήλιος είχε σηκωθεί αρκετά στον ουρανό και μια αχτίδα του είχε πέσει πάνω στο ποτήρι με το νερό που μεταμορφώθηκε  σε ουράνιο τόξο στην επιφάνεια του τραπεζιού. Το δεξί χέρι του δημοσιογράφου, ξαφνικά, είχε βαφτεί με τα χρώματα της Ίριδος.
«Έτσι ε; Δειλός είμαι τώρα;», είπε ο Κλεάνθης, προσπαθώντας με όση ψυχραιμία διέθετε, να «χωνέψει», την μαχαιριά που μόλις είχε δεχτεί. Και ήταν βαθιά η μαχαιριά. Είχε φτάσει στο κόκκαλο, στην ψυχή του, στην αρχή της ίδιας του της ύπαρξης…
Σηκώθηκε και πήγε προς το βάθος του μαγαζιού, εκεί που ήταν ο πάγκος, μεταξύ της αίθουσας με τα τραπέζια και της κουζίνας. Στάθηκε και άπλωσε τα χέρια σε στάση αναμονής, νιώθοντας το βλέμμα του δημοσιογράφου, καρφωμένο στην πλάτη του. Κούνησε δεξιά –αριστερά το σκυμμένο κεφάλι του, σαν να μη πίστευε αυτό που μόλις είχε ακούσει. Έπιασε να λύνει το μπροστομούνι36 και το πέταξε πάνω σε μια καρέκλα δίπλα του.
«Ώστε  φοβούμαι ε;», μονολόγησε χωρίς να κοιτάξει καν τον ξένο. Η προφορά του τώρα, η Καλύμνικη προφορά του, είχε βαρύνει πολύ, λες και αυτό που είπε, βγήκε από πολύ βαθιά μέσα του. «Έτσι ε;»
Ξαφνικά γύρισε προς τη μεριά του Αθηναίου και τον κοίταξε άγρια. Άρχισε να γελάει, στην αρχή σιγά, σαν να είχε ακούσει κάποιο αστείο και μετά πιο δυνατά μέχρι που έφτασε σε επίπεδο υστερίας και γέλιο τρελού. Η άμυνά του μπροστά στα λόγια, όχι του μικροσκοπικού δημοσιογράφου – όχι αυτά δεν τον πείραζαν, θα μπορούσε εύκολα να τον διαολοστείλει – αλλά στα λόγια των συμπατριωτών του, είχε αρχίσει να λειτουργεί. Και το πρώτο στάδιο βέβαια ήταν το γέλιο· μέχρι τουλάχιστον να μπορέσει να διασταυρώσει τα λεγόμενα.
Πλησίασε κοντά στον ξένο και κάθισε πάλι δίπλα στον έντρομο πλέον συνομιλητή του.
«Άκου καλαμαρά, θα σου πω κι εγώ την ιστορία μου. Όχι όπως την λεν οι άλλοι, αλλά από πρώτο χέρι, από το δικό μου στόμα. Να δούμε ποιος είναι ο δειλός και ποιος όχι. Γιατί στο νησί μας, δεν είναι ανάγκη να είσαι γενναίος ή δειλός, αλλά τι λένε οι άλλοι για σένα. Αν σε πουν δειλό, τότε ότι κι αν ήσουν θα μείνεις δειλός στα μάτια τους. Και η ζωή σου θα στιγματιστεί με αυτό τον χαρακτηρισμό για πάντα. Και απ’ ότι ξέρεις, ελπίζω δηλαδή να ξέρεις, κανείς δεν χρωστάει καλό σε αυτόν τον κόσμο. Και να ξέρεις: και το καρφί να βγει, η τρύπα μένει. Αλλά κι εγώ φαίνεται ήμουν τυφλός και κουφός μαθές. Να λένε τέτοια για μένα και να μην το καταλάβω!»
Σηκώθηκε και πήγε προς την πόρτα του μαγαζιού. Την έκλεισε με μια μικρή στριγκλιά εκ μέρους της και κλείδωσε. Σήμερα δεν θα έβγαζε τα τραπεζάκια έξω, όχι, τουλάχιστον προς το παρόν, μέχρι να «εξηγηθεί» με εκείνον τον δημοσιογράφο. Γύρισε και ανάβοντας ένα τσιγάρο, άρχισε να του λέει την ιστορία του.
Η μόνη επέμβαση του Αθηναίου, ήταν όταν ρωτούσε την ερμηνεία κάποιων λέξεων που χρησιμοποιούσε ο Κλεάνθης, που με τόσο πάθος και ίσως θυμό, είχε παρασυρθεί στην εξιστόρηση των γεγονότων που τον οδήγησαν στην παραίτησή του από τα σφουγγάρια.
Και του τα είπε όλα με το νι και με το σίγμα. Κάθε λεπτομέρεια που μπορούσε να θυμηθεί για τις απεγνωσμένες προσπάθειες του καπετάν Μιτσέ, του κολαουζέρη αλλά και του ίδιου να φτιάξουν το «δάγκωμα» της μηχανής. Και το πόσο μάταιο ήταν τελικά, αν και η ζημιά που του είχε κάνει η μηχανή, δεν ήταν από τις πολύ μεγάλες, σε σύγκριση με των άλλων, μεγαλύτερων σε ηλικία «μηχανικών».
Του είπε για την ομορφιά του βυθού, για την μανία της «πτάνας» της θάλασσας, για την μοναξιά της βουτιάς, για την αγωνία της «ψαριάς» και για την αμοιβή με τα γλέντια στο νησί και τις όμορφες κοπέλες που έβλεπαν τους νιους της θάλασσας σαν ξερολούκουμα.
Και ο δημοσιογράφος όλο και έγραφε, όλο και ενδιαφερόταν περισσότερο λέξη τη λέξη που έβγαινε από το στόμα του Κλεάνθη. Είχε καταγράψει και άλλες ιστορίες από το νησί, μα τούτη, αν και δεν ήταν πλούσια όπως οι άλλες, των πιο έμπειρων «μηχανικών», είχε κάτι που ξεχώριζε. Είχε το πάθος του νέου ανθρώπου, που ήθελε αλλά δεν μπορούσε να το κάνει, που είχε ερωτευτεί την γαλάζια θάλασσα κι εκείνη τον είχε απορρίψει, που ήθελε την επιβεβαίωση των συμπατριωτών του και εκείνοι τον κατηγορούσαν.
 Του άρεσαν τέτοια θέματα και θα προσπαθούσε να ανάψει τον αφηγητή του με κάθε δυνατό τρόπο, με κάθε λέξη που μπορούσε να σκαρφιστεί. Και κατάλαβε ότι αυτό δεν ήταν δύσκολο με τον Κλεάνθη. Είχε βρει το κουμπί του και πανεύκολα τώρα το γύριζε κατά το δοκούν. Δεν τον ένοιαζε αν θα έκανε κακό στο μυαλό και την ψυχή (αν το έκανε), του κάπελα, αρκεί να έβγαζε την ιστορία που ήθελε.
Και ο Κλεάνθης είχε δαγκώσει το αγκίστρι και τώρα θα μπορούσε ακόμα και να κατηγορήσει κάποιους για να υπερασπιστεί τον εαυτό του.
«Αυτό θα είναι καλό…», σκέφτηκε ο δημοσιογράφος με κάποια κακία στο μυαλό του. «Μπορεί να έχει πολύ ζουμί αυτή η κουβέντα»
Μα η ώρα πέρασε και κλεισμένοι στο μαγαζί, παρά τα χτυπήματα στην πόρτα των καθημερινών θαμώνων, μόνοι τους οι δυό συνομιλητές, προσπαθούσαν ο ένας να εξηγήσει και ο άλλος καταλάβει αλλά και να εκμαιεύσει ότι μπορούσε. Ο Κλεάνθης δεν κατηγόρησε κανένα, δεν έριξε ευθύνες σε κανένα και πιο πολύ δεν ρώτησε να μάθει ποιος ή ποιοι τον είχαν χαρακτηρίσει… έτσι όπως τον είχαν χαρακτηρίσει. Ούτε τη λέξη δεν μπορούσε να σκεφτεί.
Τέλειωσε την αφήγησή του και ένοιωσε εξαντλημένος, εξουθενωμένος. Κοίταξε τον νεαρό Αθηναίο και έκανε ένα νόημα, σαν να του έλεγε ότι είχε τελειώσει η συνάντησή τους, η συνομιλία τους.
Πήγε στην πόρτα και την άνοιξε. Δεν πέρασε πολύ ώρα και δυο – τρεις άντρες μπήκαν με φωνές και γέλια στο εσωτερικό του μαγαζιού. Νόμισε ότι, με την άκρη του ματιού του, είδε, την αδερφή του την μικρή, την Νικολέτα στην άκρη του δρόμου, αλλά δεν έδωσε περισσότερη σημασία. Κάπου θα πήγαινε και αυτό το κάπου, θα πρέπει να ήταν η αγορά.
Πήρε τις παραγγελίες από τους καθιστούς πλέον θαμώνες και τις ετοίμασε. Τα μάτι του όμως ήταν πάνω στον δημοσιογράφο. Τον έβλεπε που έγραφε μετά μανίας στο τετράδιό του, σαλιώνοντας κάθε τόσο το μολύβι του, χωρίς να ενδιαφέρεται για τους άλλους δίπλα του. Χαμογέλασε. Πίστεψε πως είχε δώσει τις εξηγήσεις που έπρεπαν σε αυτόν τον γραφιά. Μάλλον σε αυτούς τους γραφιάδες, αφού τώρα είχε έρθει κι ο έτερος καλαμαράς – φίλος του και συνεργάτης του. Οι δυό, τώρα, Αθηναίοι, είχαν μια αρκετά ζωηρή συζήτηση που είχε καταλήξει μάλλον σε διαφωνία, απ’ όσο μπορούσε να καταλάβει ο Κλεάνθης από τις κινήσεις των χεριών τους. Δεν μπορούσε να καταλάβει όμως, τι μπορεί να ήταν αυτό που τους χώριζε, αλλά η δουλειά του μαγαζιού, έτυχε σήμερα να μην έρθει ο αδερφός του ο Μέμος, δεν τον άφηνε να το σκεφτεί.
Οι παραγγελίες τώρα είχαν αλλάξει. Ο καφές είχε γίνει ούζο και τσίπουρο, αυτό απαιτούσε και μεζέ. Και εντάξει με το ούζο, λίγες ελιές μερικές ντομάτες κομμένες σε μικρές φετούλες και λίγο αγγούρι, έφταναν και με το παραπάνω. Τα ζόρια όμως ερχόντουσαν με τα τσίπουρα, γιατί αυτά ήθελαν τηγάνι. Οι μεζέδες του τσίπουρου ήταν τα λουκάνικα, το σαγανάκι και διάφορα άλλα που γέμιζαν με ευωδιές το μαγαζί. Κοίταξε την ώρα στο μεγάλο ρολόι του τοίχου με την ξεβαμμένη διαφήμιση κάποιας μπύρας και είδε ότι είχε μεσημεριάσει. Τώρα δεν είχε πια καθόλου καιρό για σκέψεις, οι δημοσιογράφοι είχαν χαθεί από τους καπνούς των τσιγάρων, της κουζίνας και τους υπόλοιπους θαμώνες του καφενείου. Το ραδιόφωνο έπαιζε σιγά ένα τραγούδι της θάλασσας που ήταν πολύ αγαπητό, ενώ φάλτσες φωνές συνόδευαν τον τραγουδιστή, προσπαθώντας να καταστρέψουν το … «άσμα».
Η Καλοτίνα μπήκε από την πόρτα, τυλιγμένη με το φως του ήλιου, σαν οπτασία, σαν νεράιδα. Πάντα ήταν ωραία κοπέλα και ήταν απορίας άξιο που δεν είχε παντρευτεί ακόμα. «Μεγαλοκοπέλα», την ανέβαζαν, «γεροντοκόρη» την κατέβαζαν οι γυναίκες του νησιού, ενώ οι άντρες την λυπόνταν.  «Κρίμα το κορίτσι…», έλεγαν, «… αλλά ποιος ξέρει τι απογοήτευση μπορεί να έχει περάσει». Άλλοι πάλι ήταν σίγουροι, αυτό βέβαια βοηθήθηκε και από τις κουτσομπόλες του νησιού, ότι ξέρανε και τον νεαρό που την είχε προδώσει, μερικοί είχαν φτάσει να λένε ότι ήταν σφουγγαράς από άλλο νησί, ίσως την Σύμη και είχε «σκάσει» στην Μπαρμπαριά. Αν κάποιος υιοθετούσε την άποψη της εγκατάλειψης, υπήρχε και κάποιο όνομα, ενός Αθηναίου δικηγόρου ή γιατρού, που της είχε υποσχεθεί γάμο, την «χάλασε» και μετά την παράτησε στους πέντε δρόμους. Κι έτσι «χαλασμένη», ποιος άντρας να την πάρει τώρα;
Το γεγονός πάντως ήταν ότι η Καλοτίνα ήταν σεμνή και αξιοπρεπής, όμορφη γυναίκα που απ’ όπου περνούσε τράβαγε πάνω της τα αντρικά βλέμματα, νοικοκυρά και δουλευταρού, όσες λίγες. Και τώρα, από ανία θα έλεγε κανείς, από αντίληψη για τις ανάγκες του αδερφού της, είχε φτάσει στο καφενείο να βοηθήσει. Έτσι κι αλλιώς η Κυράννα δεν την χρειαζόταν άλλο και ο Μέμος είχε βγει για ψάρεμα. Τα ψάρια που θα έφερνε – πάντα έφερνε πολλά ψάρια – θα τα ετοίμαζε ο ίδιος, ξελέπισμα και καθάρισμα δηλαδή και το μόνο που θα έμενε για το βράδυ, θα ήταν ένα απλό ψήσιμο ή, αν ήταν μικρά, ένα απλό τηγάνισμα. Έτσι το να μείνει κλεισμένη στο σπίτι, δεν ήταν η πρώτη της επιλογή.
Οι άντρες του καφενείου, γύρισαν το κεφάλι και την κοίταξαν, οι νεότεροι με λαχτάρα και οι γεροντότεροι με θαυμασμό. Καθώς περνούσε, ο καπνός των τσιγάρων έφτιαχνε στροβίλους πίσω από την πλάτη της δίνοντας ένα είδος μυστηρίου στο βάδισμά της. Ο Κλεάνθης, δεν μπορούσε να μη την θαυμάσει κι αυτός, ήταν περήφανος για τις αδερφές του και ειδικά για την Καλοτίνα «του», όπως την έλεγε, αν και στην ψυχή του, υπήρχε μια λύπη που την έβλεπε μόνη της σε αυτόν τον κόσμο.
Η γυναίκα, φίλησε τον αδερφό της σταυρωτά (ποτέ δεν κατάλαβε την ανάγκη που την έκανε να τον φιλάει κάθε που τον έβλεπε) και χαμογελώντας, πήρε ένα μπροστομούνι από την κουζίνα και έπιασε το τηγάνι ή για την ακρίβεια… τα τηγάνια. Στο ένα ετοίμαζε τις μαρίδες, στο δεύτερο κάποιες κατακόκκινες γαριδούλες και στο τρίτο ένα λουκάνικο κομμένο σε στρογγυλές φέτες με πιπεριά και μάραθο. Ο Κλεάνθης πηγαινοερχόταν, μια να σερβίρει τα ποτά με τους μεζέδες, μια να εισπράξει, μα πιο πολύ να ετοιμάσει το σπινιάλο κόβοντας κρεμμύδι και ανοίγοντας αχινούς.
Οι μυρωδιές είχαν πλημμυρίσει το τόπο, οι αγριοφωνάρες των ναυτικών και η μουσική του ραδιοφώνου, τα ποτά και η ζέστη, είχαν κάνει τους δυο Αθηναίους να ξεκόψουν από την ιστορία τους, από τα τετράδιά τους. Δεν είχαν πια όρεξη για ιστορίες της θάλασσας, αλλά να βγάλουν από μέσα τους εκείνη την «ψαρόβαρκα». «Θα πάρω μια ψαρόβαρκα … το μωρό μου… θα πάρω μια ψαρόβαρκα…. να πάω να βγω… στη Σάμο». Μετά ήρθε και το «… όπου ραί… μελαχρινό μου, όπου ραίζεις τες καρτζιές και κάνες τες κομμάτζια και με τα μαύρα μάτζια…» για να μπουν τα μικρά τετράδιά τους στο μαύρο, φθαρμένο τσαντάκι – σακίδιό  τους.
Ο Κλεάνθης χαμογέλασε, η δουλειά πήγαινε καλά και επιτέλους είχε βοηθό, έστω για σήμερα μόνο. Κοίταξε τους δημοσιογράφους και αναγκάστηκε να ρίξει μια άγρια ματιά σε αυτόν που του είχε συστηθεί σαν «Γεώργιος», γιατί το βλέμμα του ήταν κολλημένο στα οπίσθια της αδερφής του. Τον επανέφερε στη θέση του και συγχρόνως επανέφερε το χαμόγελο στα χείλη του.

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Η Ποθητή πρέπει να είχε περάσει προ πολλού τα πενήντα και το έδειχνε και στην εμφάνιση, αλλά και, κυρίως, στην νοοτροπία. Και στις συνήθειες φυσικά. Σε αντίθεση με την αδερφή της, την Μαρία, ήταν πιο εύσωμη, με πολύ λίπος συσσωρευμένο στο πρόσωπο που τώρα δεν ήταν στιλπνό από το «τράβηγμα» του πάχους, αλλά γεμάτο ρυτίδες και δίπλες κάτω από το σαγόνι. Φορούσε μια σκούρα ρόμπα από το πρωί ίσαμε το βράδυ, μια σκούρα ρόμπα με μικρά σημαδάκια, μπορεί να ήταν βούλες ή και αστεράκια, μπορεί και οτιδήποτε άλλο, (κανείς δεν κατάλαβε ποτέ), μαύρα κλειστά μαλακά παπούτσια, σαν αυτά που φοράνε οι καλόγριες και το μαντίλι στο κεφάλι, το παραδοσιακό κίτρινο τσεμπέρι, που δεν άφηνε να φανούν τα μαλλιά της. Μπορεί να ήταν μαύρα, μπορεί και να είχαν ασπρίσει από τα χρόνια, μπορεί να ήταν μακριά, μπορεί και κοντοκομμένα. Ακόμα και το καλοκαίρι, όταν πήγαινε στη θάλασσα για μπάνιο, με εκείνη την κελεμπία για μαγιό, το τσεμπέρι δεν το εγκατέλειπε ποτέ. Πάσχιζε να το συγκρατήσει με τσιμπιδάκια και επειδή τα έβαζε συνέχεια στο στόμα της, νόμιζες ότι η ομιλία της είχε επηρεαστεί από αυτά.
Με το που τελείωνε τις πρωινές της δουλειές, σε συνεργασία με την Μαρία, έπαιρνε το χαμηλό ξύλινο σκαμνάκι της και καθόταν στην χωρίς κάγκελα υπερυψωμένη αυλή της που έβλεπε όλο το δρόμο. Προσπαθούσε να μάθει τα πάντα για όλους, γι αυτόν, γι αυτήν, για κείνον, για κείνη, για τον άλφα, για τον βήτα. Κι αν οι πληροφορίες της δεν ήταν αρκετές, τότε τις έφτιαχνε, τις δημιουργούσε η ίδια. Και βέβαια πρόσθετε στοιχεία και από άλλες ιστορίες ή μόνο από το μυαλό της.
Μετά το μεσημεριανό φαγητό, καθόταν δίπλα της και η αδερφή της, με γκρίζα ρόμπα αυτή και γκρίζο τσεμπέρι, βοηθώντας στη διάδοση των ειδήσεων σε όλο το μαράσι του Αι Νικόλα. Σηκωνόταν όρθια και με τη δυνατή φωνή της φώναζε με όλη τη δύναμή της, βάζοντας το χέρι στο αυτί, σε μια προσπάθεια, μάλλον, καλού συντονισμού:
«Μαρή Θεμελίνα… τα ‘μαθες για τον…».
Κι αν ο καιρός ήταν καλός, μπορούσε κάποιος να την ακούσει μέχρι την πλατεία, σε απόσταση ενός και βάλε χιλιομέτρου.
Οι δυό αδερφές ζούσαν μόνες τους στο πατρικό τους σπίτι και από την ημέρα που ο τελευταίος από τους γονείς, ο κυρ Γιώργος το «Αργάλι», ο Τσουκαλάς, πέθανε, είχαν για μονάκριβη παρηγοριά αλλά και συντροφιά, η μία την άλλη. Και το κουτσομπολιό βέβαια. Στο νησί τις ήξεραν σαν τις «Τσουκαλαήνες» ή τα «κορίτσια (!) της γωνίας» και όλοι προσπαθούσαν, ανεπιτυχώς, να μην πέσουν στο στόμα τους.
Πάντα λοιπόν είχαν να πουν κάτι για κάποιον και φυσικά αυτό το κάτι δεν ήταν και το καλύτερο. Το σημερινό θέμα ήταν ο Μικές του Τρικίλλη, που, κατά τα λεγόμενά τους, εθεάθη σε μια ερημική περιοχή, προς τα Θέρμα, μετά τα μεσάνυχτα συνοδεία κάποιας «κυρίας». Μην ξεχνάμε ότι η «κυρία» αυτή, δεν μπορούσε να είναι άλλη, από την γνωστή Μαρία, (επίθετο δεν είπαν, μη και την εκθέσουν), αλλά το όνομά της είχε γίνει θέμα στο καθημερινό τους μαγκαζίνο, κάποια στιγμή πριν τρία χρόνια.
«Βέβαια, δεν την είδα καθαρά… αλλά πια μπορεί να ήταν…», είπε η Ποθητή στην παρέα που είχε μαζευτεί στην αυλή της και καθάριζαν φασολάκια και μπάμιες· «… τα ξέρουμε αυτά, ξέρουμε και την … κυρία, παστρικιά μαθές …κι εύκολη…»
«Μα είσαι σίγουρη βρε Ποθητή ότι ήταν αυτή; Μη και της βγάζεις το όνομα χωρίς λόγο;»
«Μα είσαι στα σωστά σου μαρή Καλλιόπη; Χωριό που φαίνεται…»
«Είδες την μαθές, στα μούτρα;»
«Μπα, πρέπει να την δω κατάμουτρα για να καταλάβω πλιο; Δεν ξέρω την κορμοστασιά; Έξω και θέλεις να πεις κάτι τις άλλο, ότι λαθεύω ή λέγω ψόματα. Αρή Μαρία έτσι δεν είναι;»
Η αδερφή της κούνησε το κεφάλι καταφατικά και χαμογέλασε πονηρά κάνοντας να φανεί το κενό στη θέση του κυνόδοντα. Ίσιωσε το τσεμπέρι και προσπάθησε να το δέσει λίγο πιο σφιχτά κάτω από το πηγούνι της.
«Καλέ… να και η Νικολέτα του Δημητρού. Που πηγαίνει πρωί – πρωί; Κρατάει και ψάθινο καλάθι… μπα… η κορδέλα στο λαιμό της έλειπε… να δείτε που δεν πάει για ψώνια. Αλλά τι θέλω και μιλάω εγώ; Έτσι μου βγαίνει το όνομα…»
«Και που λες να πηγαίνει μαρή Ποθητή; Έχει κανένα παλικάρι που την περιμένει; Πρωινιάτικα;»
«Αρή, κόφτεις, εγώ δεν μίλησα για τίποτις. Οι άλλες λένε… εγώ όχι»
«Ωραία και τι λένε οι άλλες δηλαδή;», η φωνή της Θεμελίνας του Τσούμα φάνηκε πολύ περίεργη και λίγο αγχώδης.
«Τίποτις που να σας ενδιαφέρει. Όλο να κουτσομπολεύετε ξέρουτε…»
«Καλά ντε. Αν δεν ξέρεις δεν πειράζει…. Θα μάθουμε από την Ρίνα…»
«Εγώ δεν ξέρω μαρή; Επειδή δεν θέλω να πω; Όλα τα ξέρω και για την Καλοτίνα και για την Νικολέτα και για όλους… και για να σου αποδείξω τα λόγια μου… θα σου πω ένα όνομα μόνο». Άφησε ένα μικρό μουγκρητό να βγει από το στόμα της, ξεροκατάπιε και συνέχισε με την ίδια έξαψη: «Ξέρεις πλιο τον μικρό που δουλεύει στου Χαλκίτη; Τον Σέμο του καπετάν Αριστείδη, που λένε ότι φοβήθηκε να πάει στη θάλασσα με τον πατέρα του; Άντρας να σου πετύχει μαθές…», κοντοστάθηκε να δει τις αντιδράσεις, « Έτσι … για να δεις ότι ξέρω…»
Προκαλούσε πάντα συζητήσεις στη παρέα, «… τι;…  βουβές θα στεκόμαστε μαθές;», έλεγε συνήθως και τις κατηύθυνε εκεί που εκείνη ήθελε. Ένοιωθε πάντα επιθυμία για συζήτηση, της άρεσαν οι συζητήσεις. Στη συζήτηση η σκέψη αναγκάζεται συνεχώς να κάνει απροσδόκητες παρεκκλίσεις και πονηριές. Διαστρεβλώνεται, διαστρέφεται για να αρέσει ή για να εκνευρίζει, χάνει κατά βάναυσο τρόπο την πιστότητά της. Αυτή ήταν η δύναμή της.
 Η μοναχική σκέψη αντίθετα είναι κυρίαρχη, μένει στο σώμα και δεν υποκύπτει σε κανέναν και σε τίποτα. Ακόμα και όταν αγωνίζεται κανείς με τις δικές του σκέψεις, παραμένει ακέραιος. Η ίδια ήθελε να την αφήνουν στην ησυχία της με τις σκέψεις της, αλλά οι άλλες να υπακούν στις δικές της. Στην πραγματικότητα όμως δεν είχε κάποια ιδιαίτερη επιθυμία να σκέφτεται. Πίστευε ότι οι σκέψεις φθείρουν τον άνθρωπο.
Η Νικολέτα περπατούσε στον δρόμο αργά, όπως άρμοζε σε μια «καθώς πρέπει κόρη». Κοίταξε πίσω της προς την μεριά της Ποθητής και της αδερφής της, ανακάλυψε ότι οι δυό γυναίκες είχαν ακόμη θέα προς το μέρος της και κάτι άσχημο είπε, ευτυχώς από μέσα της.
Σε πέντε λεπτά, ξανακοίταξε. Ευχαριστήθηκε. Το σπίτι της συγχωρεμένης της δασκάλας, την έκρυβε τώρα. Σκέφτηκε λίγο την δασκάλα, κοίταξε το σπίτι μπροστά της και για άλλη μια φορά θαύμασε την άριστη και επιβλητική κατασκευή του. Από μικρή το θαύμαζε. Όλο πέτρα και μάλιστα καλοδιατηρημένη, με μεγάλα παράθυρα που θα άφηναν το φως να γεμίζει άπλετα τον χώρο. «Αχ, κακομοίρα δασκάλα. Και πως «έφυγες»! Άκου εκεί με λουκούμι! Να πνιγείς με λουκούμι! Τι μοίρα κι αυτή!», σκέφτηκε και άθελά της ένα χαμόγελο άνθισε στο πρόσωπό της.
Δίπλα ακριβώς ήταν τα ερείπια ενός σπιτιού, που είχε βομβαρδιστεί στον πόλεμο. Η συκιά που είχε φυτρώσει μέσα στο χώρο που πρέπει κάποτε να ήταν το σαλόνι του, είχε θεριέψει και μύριζε υπέροχα, με εκείνη την γλυκιά μυρωδιά του καλοκαιριού. Πόσες φορές δεν είχε κοιμηθεί μεσημεριάτικα κάτω από την σκιά της. Αλλά όλα αυτά, σαν ήταν παιδί.
Τάχυνε το βήμα της και κατηφόρισε μέχρι το σπίτι της Θάλειας και της Νικολέτας του Χατζηγιώργη, λίγο πριν το τελωνείο και την μεγάλη αποβάθρα του λιμανιού. Έκοψε πάλι ταχύτητα, έτσι κι αλλιώς σε λίγο θα πέρναγε από το καφενείο του Κλεάνθη και δεν ήθελε κανείς να την δει βιαστική. Πολλά μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου.
Από τον ναυτικό όμιλο και την παραλία, τα Κασόνια όπως την έλεγαν ή τα Χαλίκια, ακούγονταν φωνές και κάποιες μουσικές από ραδιοφωνάκι. Άνθρωποι έκαναν μπάνιο στη θάλασσα που έδειχνε τόσο ήρεμη και λαχταριστή, που κάποιο αόρατο χέρι, λες και σε τράβαγε μέσα της.
 Δυό πιτσιρίκια, όχι πάνω από πέντε χρονών, παραλίγο να πέσουν πάνω της, καθώς κυνηγιόνταν, ξυπόλυτα με ένα βρακί για μαγιό, πάνω στην καυτή άσφαλτο. Κατάμαυρα σαν νεγράκια, με το μαλλί κολλημένο από το αλάτι, όλο φώναζαν και έβριζαν «βλάκα» και «βλαμμένο», το ένα το άλλο. «Είσαι και φαίνεσαι κι από τη μύτη κρέμεσαι ρε»… την έκαναν να γελάσει.
Τώρα η πρώτη πλατεία, κάτω από τον Άγιο Νικόλαο, «μεγάλη η χάρη του», είπε κάνοντας τον σταυρό της, απλωνόταν μπροστά της. Δεξιά η θάλασσα με τα καΐκια που λες και τα έβλεπε πάντα εκεί στο ίδιο σημείο, χρόνια τώρα και αριστερά τα ουζερί και τα ξενυχτάδικα για τους ταξιδιώτες, ακριβώς απέναντι από το Ιταλικό κτήριο του Λιμεναρχείου και του Τελωνείου. Κάπου εκεί ήταν και το μαγαζί, το καφενείο του αδερφού της. Έπρεπε λοιπόν να περάσει για μια καλημέρα. Θα την ρώταγε που πήγαινε πρωινιάτικα και ετοίμασε μια γρήγορη δικαιολογία στο μυαλό της. Ευτυχώς που η φίλη της η Σεβαστή έμενε μακριά, στην Υπαπαντή κι έτσι μπορούσε να δικαιολογήσει αρκετή ώρα. Αλλά έπρεπε να περάσει κι από την Σεβαστή να την δασκαλέψει, αν τυχόν την ρωτούσαν τίποτα.
Το καφενείο ήταν κλειστό, αν και τα παραθυρόφυλλα έλειπαν και κάποιοι ήταν απ’ έξω και περίμεναν, αλλά αυτό, παρόλο που είδε τον Κλεάνθη να φεύγει αξημέρωτα, δεν την ανησύχησε. Μπορεί ο αδερφός της να είχε κάπου πεταχτεί, ίσως στην αγορά ή σε κάποια άλλη δουλειά. Την βόλευε κιόλας. Δεν θα έδινε περιττές και ψεύτικες απαντήσεις.
Λοξοδρόμησε, αποφασίζοντας να μην πάει από τη μεριά του μαγαζιού και έφτασε στη στροφή, με το άγαλμα του σφουγγαρά, πριν την μεγάλη πλατεία. Κοντοστάθηκε να πάρει ανάσα, όχι ότι είχε κουραστεί, απολάμβανε αυτή την διαδρομή, αλλά ήθελε να σκεφτεί πώς να κόψει δρόμο. Αυτή την βδομάδα είχε πάρει ένα μονοπάτι, το ίδιο δυό φορές και θεώρησε συνετό να το πάρει και τρίτη. Όποιος την έβλεπε θα έβαζε με το μυαλό του…
Διάλεξε λοιπόν να περάσει από τα μεγάλα δέντρα που έλεγαν τα πιτσιρίκια την περιοχή με τα αρμυρίκια, να ανέβει προς το σπίτι της κυρά Μάμαινας που πουλούσε ροδόνερο και να κατέβει από την «πιάτσα», την ανηφόρα των κάρων, προς το «Νικηφόρειο» γυμνάσιο. Λίγο πιο πέρα, προς τη μεριά της θάλασσας, στο δρόμο που πήγαινε στο Καντούνι, ο Σέμος θα την περίμενε. Και η ψυχή της λαχταρούσε να πετάξει, να τρέξει σαν τον άνεμο να δει τον καλό της. Να πέσει στην αγκαλιά του έστω για πέντε λεπτά, να τον φιλήσει κα να τον δει να κοκκινίζει ανήσυχος, καθώς το βλέμμα του θα έψαχνε για ανεπιθύμητους ολόγυρα.
Πόσο δίκιο είχε τελικά η Ποθητή!!!
«Τι τρέλα κι αυτή», σκέφτηκε η γυναίκα, «… πρωινιάτικα να συναντηθούμε, με τον ήλιο να τα μαρτυράει όλα πλιο!». Σήκωσε τα μάτια στον ουρανό και είδε τον ήλιο αρκετά «προχωρημένο». Η ζέστη είχε αρχίσει να γίνεται αρκετά ενοχλητική και ανακάλυψε ότι δεν είχε βάλει άρωμα. «Δεν πειράζει συλλογίστηκε, θα μου δώσει η Σεβαστούλα. Ας είναι καλά!»
Ένας παππούς που ερχόταν σέρνοντας ένα μικρό γαϊδουράκι φορτωμένο με κάποιου είδους χόρτα ή άχυρα, την χαιρέτισε καθώς περνούσε:
«Καλή σου μέρα κόρη μου, καλή και τυχερή μαθές να σου είναι» και κούνησε το χέρι του.
«Καλή μέρα να έχεις κι εσύ παππού»
Το σπίτι της Σεβαστείς τώρα φαινόταν αρκετά κοντά. Έτρεξε. Ήξερε ότι ήταν νωρίς ακόμη για την συνάντησή της με τον Σέμο, οπότε αποφάσισε να τα «πούνε» λίγο με την φίλη της.

Παρασκευή 12 Αυγούστου 2016

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Η Ευτέρπη ήταν από τις καλύτερες ανεφαντούδες32 του νησιού. Από τρία παλιοκούρελα σου ‘φτιαχνε αριστουργήματα. Ήταν ονομαστά τα ψιλά χραμάκια33 που έφτιαχνε. Αυτά ήθελαν ιδιαίτερο κόπο να γίνουν και ιδιαίτερη επιδεξιότητα και η Ευτέρπη ήταν μοναδική στην τέχνη της. Είχε πολλά μάθει από την σχωρεμένη την «παλιά» της. Η Καλοτίνα την αγαπούσε και κατά κάποιο λόγο, αν και ήταν μικρότερή της, την σεβόταν. Πολλές φορές κοιτούσε στον τοίχο την «πάντα» στον τοίχο που της είχε φτιάξει πριν δύο χρόνια. Αν και τώρα ζήλευε (καλοπροαίρετα) την τύχη της, πάντα μιλούσε για αυτήν με τα καλύτερα λόγια.
Ο Σάββας ο Καθοπούλης δεν είχε κόρη παρά μόνο τρεις γιούς. Δυό απ’ αυτούς ήταν μεγάλοι και ο Μανολιός του ήταν το μικρό του, έτσι «μικρό» τον αποκαλούσε, γιατί του τον χάρισε ο Θεός αργά. Και ο Μανόλης ήταν έξη ή επτά χρονών όταν τον Σάββα τον χτύπησε η μηχανή. Ακόμα θυμόταν ο «μικρός», όταν φέρανε τον πατέρα του χτυπημένο. Πήγε να πεθάνει από το κλάμα. Κι εκείνος και η μάνα του και από τότε πόνεσε τον πατέρα, κόλλησε πάνω του και προσπαθούσε πάντα να τον ικανοποιεί σε κάθε του «θέλω».
Ο αρραβώνας έγινε θέμα στο νησί. Κι αυτό γιατί το δαχτυλίδι δεν το έβαλαν στο σπίτι της νύφης, όπως ήταν το έθιμο, αλλά στο σπίτι του γαμπρού. Ο Μανόλης που λάτρευε τον πατέρα του και τον ήθελε μαζί του σε αυτή του την μεγάλη χαρά, αλλά δεν ήθελε να τον ταλαιπωρήσει στην κατάστασή του, ούτε να τον κάνει να νοιώσει άσχημα σέρνοντάς τον ανήμπορο στους δρόμους, άλλαξε το έθιμο! Έτσι ξεκίνησε με το φουσάτο του και τα πλούσια δώρα, αλλά χωρίς την μάνα και τον πατέρα του, πήγε στο σπίτι της νύφης, έγιναν εκεί οι χαιρετισμοί και τα καλορίζικα και, αμέσως μετά, πήγαν όλοι μαζί στο σπίτι του γαμπρού, όπου εκεί ο καπετάν Σάββας και η καπετάνισσα τους περίμεναν με τα καλά τους, στη μεγάλη σάλα του σπιτιού κι εκεί έβαλαν τις χρυσές τους βέρες και αντάλλαξαν τα δώρα.
Όταν τελείωσαν τα δώρα, τα κεράσματα και τα τραπεζώματα, ο καπετάν Σάββας αγκάλιασε την Ευτέρπη, την «κορούλα» του, όπως την έλεγε τώρα και ζήτησε από τον γιό του να την συνοδέψει στο σπίτι της και να συνεχιστεί εκεί το γλέντι. « Εγώ είμαι λίγο κουρασμένος και θα σας αφήσω», είπε. Και ξερόβηξε δυνατά, για να μη πάρουν είδηση το κόμπιασμά του.
Βέβαια το γεγονός διαδόθηκε την άλλη μέρα παντού στο νησί. Οι κουτσομπόλες, τα τοπικά πρακτορεία ειδήσεων δηλαδή, είχαν φροντίσει γι αυτό. Βούιζε ο τόπος, όλοι κάτι έλεγαν, οι επόμενοι πρόσθεταν και πρόσθεταν κι έτσι έφτασε το γεγονός να μεγαλώσει τόσο που γινόταν, αντί για χαρά, κατακριτέο γεγονός.
«Τα ‘μαθες αρή; Ο αρραβώνας στο σπίτι του Μανόλη. Άκου πράγματα, φωτιά θα ρίξει να μας κάψει…», φώναζαν οι Τσουκαλαήνες34, που είχαν φτάσει τα πενήντα και δεν είχαν ακόμα γνωρίσει χάδι άντρα στη ζωή τους.
«Αμ, έτσι είναι! Έτσι χαλνά ο κόσμος μαθές! Και τι παίρνει δηλαδή; Μια ποντικομαμμή που κυλιόταν με τον ένα και τον άλλο στις κουμούλες, πέρα στο λιμάνι», συμπλήρωναν οι κόρες του Βεργή του γυμνασιάρχη που ακόμα και ο ήλιος πρόσεχε να μην πέσει πάνω τους.
«Κι είδες τα βζα της; Τα ένα πιο μεγάλο απ’ το άλλο. Σαν … σαν άρρωστη ‘γελάδα…» και ξεσπούσαν σε γέλια, ικανοποιημένες με την χολή που ξέρναγαν.
Η Καλοτίνα, μέσα της χαιρόταν για τους δυό νέους που άρχισαν, κατά πως όλα έδειχναν, την νέα τους ζωή. Και την Ευτέρπη αγαπούσε, αλλά και τον Μανολιό τον συμπαθούσε, γιατί ήταν ένα νέο, ωραίο, σοβαρό παιδί που δεν φοβόταν την δουλειά. Μέσα της, τους ευχήθηκε τα καλύτερα. Ένοιωσε ένα πήδημα στην καρδιά και κάθισε στον μεγάλο καναπέ να πάρει μια ανάσα. Ήταν μόνη της και ανησύχησε σαν ένοιωσε μια αστάθεια, τα πόδια της αλλού τα ήθελε και αλλού πήγαιναν, ζαλάδα και μια θολούρα στα μάτια. Πήρε την στάμνα και έβαλε λίγο νερό να πιεί. Έπλυνε και το πρόσωπο, αλλά η ζάλη δεν έλεγε να την αφήσει. Με προσπάθεια στηρίχτηκε στο περβάζι του παράθυρου και κοίταξε λίγο θολά, τον δρόμο, τον δικό της δρόμο. Έσφιξε τα δόντια και τότε άκουσε την πόρτα ν’ ανοίγει και στο κατώφλι της αντίκρισε την μάνα της φορτωμένη με ψωμί από τον ξυλόφουρνο. Η μυρωδιά του ψωμιού την έκανε να συνέλθει προς στιγμή και ανακάλυψε ότι το στομάχι της γουργούριζε. Και οι άλλοι δεν είχαν έρθει ακόμα για φαγητό. Ούτε καν η Νικολέτα η ο Μέμος.
Προσπάθησε να βοηθήσει τη μάνα της με τα βάρη και ανακάλυψε ότι μπορούσε να περπατήσει καλά. Σταυροκοπήθηκε: «Πάει, πέρασε… από την πείνα θα ήταν μάλλον…», σκέφτηκε. Έβαλε τα πράγματα στη θέση τους και έκοψε μια γωνιά από το καρβέλι. Μοσχομύριζε τόσο που έκανε την Κυράννα να χαμογελάσει με την όρεξη της κόρης της. Ακούστηκαν τα βήματα που στάθηκαν στην πόρτα και ο πατέρας της έκανε την εμφάνισή του, με το καπελάκι του στο χέρι, το μπαστούνι στο άλλο και τα αιώνια γυαλιά του στα μάτια λες και ήταν καρφωμένα στο πρόσωπο. Η Καλοτίνα πολλές φορές είχε αναρωτηθεί, πώς μπορούσε να δει, τόσο μαύρα που ήταν.
Έστρωσε το τραπέζι σαν μαζεύτηκαν όλοι. Η Νικολέτα τους μίλαγε συνέχεια για το ραφτάδικο που δούλευε, για την μοδίστρα που έκανε τόσο ωραία φορέματα και τα Ιταλικά μεταξωτά για το χατίρι της Θάλειας της Λησγάρενας, που το έφερε ο άντρας της από την Βεγγάζη πέρυσι και σκεφτόταν όλο τον χρόνο τι να το κάνει. Κι όσο μίλαγε η Νικολέτα, τόσο γέλαγε η μάνα της, για το προκομμένο κορίτσι που έκανε.
«Με τέτοια χέρια πλιό, να δεις άντρα που θα σου λάχει μαθές…», της είπε βάζοντας με το χέρι δυό ντολμαδάκια μαζεμένα στο στόμα.
«Σφουγγαράς να μην είναι μάνα… σφουγγαράς να μην είναι…», της απάντησε εκείνη.
«Πως τα μιλάς έτσι μαθές; Τι πάει να πει, να μην είναι μηχανικός; Αυτοί είναι άνθρωποι που βγάζουσι λεφτά… κι αν είναι τέτοιος … βασίλισσα θα σ’ έχει. Ζωή και κότα θα περάσεις μαζί του…», σταμάτησε ξαφνικά να τρώει, γύρισε το βλέμμα σε όλους γύρω της και μετά ξανακοίταξε την μικρή της κόρη, «… έξω και δεν μου λες κάτι. Έξω κι έχεις κανένα στο υπόψι. Είναι έτσι; Κάποιος σε κορτάρει;»
Η Νικολέτα δεν απάντησε αμέσως, παρά σκυμμένη στο πιάτο της με το ψάρι, δεν μπόρεσε να κρύψει το κοκκίνισμα στο πρόσωπο και τα δάχτυλα που χτυπούσαν ρυθμικά το τραπέζι. Η Κυράννα τώρα την κοίταγε χωρίς να μασάει κάτι (παράξενο αυτό για την «γεμάτη» μάνα) και περίμενε την απάντηση της κόρης της. Τα μάτια της πέταγαν φλόγες και η ανάσα της είχε γίνει βαθιά και απότομη.
«Όχι βρε μάνα, μη πάει το μυαλό σου εκεί. Απλά φοβούμι τους μηχανικούς. Αυτοί αγαπάνε πιότερο την θάλασσα και τον κίντυνο, παρά τη γυναίκα τους...»
Η Κυράννα ησύχασε, ή τουλάχιστον έδειξε ότι ησύχασε, άφησε τις μασέλες της να δουλέψουν κανονικά με τα φαγητά και έριξε μια τελευταία κλεφτή ματιά προς την κόρη της, σαν να ήθελε με το τελευταίο κοίταγμα, να βεβαιωθεί.
«Και πότε λέτε να γίνει η στέψη; Σύντομα;», έσπασε τη σιωπή η Καλοτίνα ρωτώντας όλους στο τραπέζι, χωρίς να κοιτάζει κανένα ιδιαίτερα. Για μερικά δευτερόλεπτα δεν ακούστηκε κανενός η φωνή. Λες και όλοι σκέφτονταν την ερώτησή της. Η μάνα της ανέλαβε να εξηγήσει και να αναφέρει όλα όσα είχε ακούσει αυτές τις μέρες:
«Σύντομα μαθές. Σύντομα… ξέρω ότι ο Μανολιός ‘τοιμάζεται να στείλει τα ρούχα του και τα προικιά του στο σπίτι της νύφης μάλλο αυτή τη βδομάδα. Και αν δείτε το φουσάτο των στενών συγγενών του να καταφτάνουν, να ξέρετε ότι «το χαιρετός», θα είναι σύντομα. Κι αμέσως κατόπι… η στέψη. Μάλιστα εδώ στον Αι Νικόλα (έκανε τον σταυρό της…), μεγάλη η χάρη του, θα γενεί…»
Κανείς δεν βρήκε τίποτε να προσθέσει ή να διορθώσει την Κυράννα στα λόγια της. Έτσι κι αλλιώς δεν ήταν από τις γυναίκες που σήκωναν και πολλές αντιρρήσεις στα λεγόμενά τους. Μόνο τον Κλεάνθη λογάριαζε, επειδή εκείνος δεν λογάριαζε τίποτα, ακόμα και τον φοβόταν κι ας είχε αποδείξει τόσα χρόνια τι καλός γιός ήταν. Μα τώρα ο «μεγάλος» της δεν ήταν εδώ κι έτσι το πεδίο ήταν ελεύθερο. Μπορούσε να φέρεται όπως ήθελε και όσο σκληρά ήθελε σε όλους, συμπεριλαμβανομένου και του άντρα της, εκείνου του λεπτού και ευγενικού, χαμηλών τόνων κυρ Δημητρού, ο οποίος προτιμούσε να πάει για μεσημεριανό ύπνο, την «σιέστα» του, όπως την έλεγε, για να αποφύγει την γυναίκα του και την γλώσσα της.
Ο χτύπος στη πόρτα, τον έκανε να σταματήσει την στροφή που είχε αρχίσει να παίρνει προς το κρεβάτι του. Δυνατός, σαν κάποιος να χτύπαγε με τη μπουνιά το πορτόφυλλο, τόσο που νόμιζε κάποιος ότι θα άνοιγε από στιγμή σε στιγμή, χωρίς καμιά βοήθεια. Η Νικολέτα έτρεξε και τράβηξε τον σύρτη μη πέσει το ξύλο. Ο καπετάν Μικές μπήκε παραπατώντας.
«Ορέ Μιτσέ, ίντα κάνεις εκεί; Θα γκρεμίσεις μαθές τη θύρα;  Τι τρέχει; Ίντα έγινε μαθές;»
Ο καπετάνιος κατέβηκε φουριόζος τα τρία μικρά σκαλιά της εισόδου και κυριολεκτικά «χύθηκε» πάνω στην πιο κοντινή καρέκλα μπροστά του. Όλοι τον κοιτούσαν με αγωνία και απορία. Ήξεραν ότι κάτι καλό δεν μπορούσε να βγει από κείνο το στόμα, όταν το σώμα έκανε έτσι…
«Ο Μιχάλης βρε… ο Χαλίκος … κακό μαντάτο…»
«Τι έγινε μωρέ…», ρώτησε ο κυρ Δημητρός με την αγωνία ζωγραφισμένη στα μάτια του. «… τι έπαθε μωρέ ο Μιχάλης; Λέγε βρε μπεκρούλιακα…»
«Απόθανε, ετούτο έπαθε. Τον έσκασε η Βαρβάρα κι αυτόν, έτσι λένε …»
«Ποιος το λέει μωρέ αυτούνο; Ποιανού κερατά λόγια είναι; Λέγε μωρέ και μη μας σκας…»
«Ήρθε το ποστάλι του Κουρούνη και είπε ο καπετάνιος ότι αυτά είναι λόγια του Υπουργείου. Πήραν, λέει ενημέρωση από το προξενείο κάτω… στη Μπεγγάζη και έχουμι δυό σκασμένους. Ο ένας είναι δικός μας, ο Μιχάλης ο Χαλίκος και ο άλλος ένα κοπέλι από την Σύμη. Πρώτη του βολά λέει κατέβαινε οργιές και έμεινε εκεί…»
«Χτυπημένοι μωρέ ή σκασμένοι;»
«Σκασμένοι κυρ Δημητρό, σκασμένοι. Πάλι θα κλάψει το νησί … και ο Μιχάλης ήταν και παλιός και μαγγιόρος , δεν το καταλαβαίνω. Λέγουσι πως θα τον φέρουνε μαθές, δεν θα τον παραχώσουσι στην Μπαρμπαριά. Εδώ στο νησί, να τον ψάλλει παπάς δικός μας…»
Η Καλοτίνα άκουγε τους άντρες που μιλούσαν και ασυναίσθητα, κοίταξε έξω από το παράθυρό της. Έβλεπε την ίδια καθημερινή κίνηση, τα ίδια άτομα να κάνουν τις ίδιες δουλειές.
«Το έμαθε κανείς άλλος αυτό καπετάνιε; Μα τι λέγω! Ο καπετάν Κουρούνης τώρα θα το έχει διαλαλήσει παντού. Απορώ που είναι ακόμη ψύχραιμοι όλοι τους!», είπε διακόπτοντας την συζήτηση του πατέρα της με τον καπετάν Μικέ.
«Όχι, δεν το διάδωσε ακόμη πολύ. Ήθελε να πάει να το πει ο ίδιος στην κυρά του πρώτα, να την συλλυπηθεί και μετά θα πήγαινε από του Κλεάνθη, να το βγάλει βούκινο. Εγώ το ήκουσα τυχαία και έτρεξα να σας το πω…»
Ο καπετάνιος και ο κυρ Δημητρός ήτανε παλιοί φίλοι. Περίπου της ίδιας ηλικίας, πέρασαν τα παιδικάτα τους μαζί στην Μικρά Ασία. Πετρουμιανός ήταν κι αυτός, ήρθαν στην Ελλάδα μαζί, στη Κάλυμνο, κατοίκησαν κοντά. Ο ένας στράφηκε στο εμπόριο, ο άλλος στη θάλασσα, αλλά πάντα αχώριστοι στη ζωή και στη διασκέδαση. Και τον καπετάνιο, τον είχε στεφανώσει με την Υπαπαντή ο κυρ Δημητρός. Ένωσαν και αίματά τους με συγγένεια, κάτι που πάντα επιθυμούσαν και οι δυό.
«Για πε μου τώρα τι έγινε, που έγινε και πάνω απ’ όλα… πως έγινε;». Η φωνή του κυρ Δημητρού ήταν τώρα τόσο σοβαρή που νόμιζες ότι ακουγόταν να έβγαινε από εξομολογητήριο. Η Καλοτίνα ξανακοίταξε έξω από το παράθυρο, πρόσεξε την Θεμελίνα που κουβαλούσε προζύμι και δάφνη, είδε τον Μιχάλη τον Μαρούκο με τον Νικήτα τον Κουκουβά, να είναι φορτωμένοι με μεγάλες καλαθούνες για καθετή και τον «φίλο» της τον γερό Νιανιό, ξυπόλυτο με τα «χτυπημένα» χταπόδια στο χέρι. Δεν θέλησε να γυρίσει το βλέμμα στον καπετάν Μικέ, όσο εκείνος θα έλεγε τα καθέκαστα για τον Μιχάλη τον Χαλίκο. Χωρίς να το καταλάβει, αντίκρισε τα μάτια της μάνας της και παρατήρησε ότι η σκληρή και αγέρωχη Κυράννα, είχε δάκρυα που προσπαθούσε όσο μπορούσε να τα κρύψει.
«Όταν έφυγε το Πάσχα ο Μιχαλιός, λέει ο καπετάν Κουρούνης, άφησε όλα του τα λεφτά στην κυρά να τα τιμονεύσει. Λέει ότι μόνο δυό – τρεις χρυσές είχε μαζί του και ζήταγε όλο και πιο πολλούς βούτθους από τον κολαουζέρη. Κι εκείνος ήταν μετά τον καπετάνιο ο υπεύθυνος για κουππάες35 και μηχανικούς… για όλους. Όμως πρώτα έπρεπε να προσέχει τους μηχανικούς, πρώτα δηλαδής αυτούς που κατεβαίνουν στο βυθό και μετά τους άλλους. Έπρεπε να βλέπει τις μπουρμπουλήθρες τους, να μετρά τα γράδα τους, πόσα νερά είναι κάτω, πόσα λεφτά πρέπει να τους κάνεις. Και ο Μιχάλης, λέει ο καπετάν Κουρούνης, ζητούσε όλο μόλα, γιατί είχε βρει σφουγγάρι καλό και είχε ανάγκη την μονέδα. Κι ο κολαουζέρης τον άφησε πάνω από μια. Όμως ήταν βαθιά και δεύτερη και τρίτη δεν του έπρεπε. Ο καπετάνιος δεν ήταν παρών, έτσι ειπώθηκε σαν το λιμεναρχείο έστειλε για ανάκριση γιατί ο Μιχάλης χτυπήθηκε και έσκασε. Λένε ότι ο κολαουζέρης δεν ήταν τόσο άξιος στη δουλειά του…»
«Ποιος ήταν ο κολαουζέρης; Καλύμνιος μαθές; Δικός μας;»
Ο καπετάν Μικές, ανασήκωσε τους ώμους και σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπο.
«Εν ξέρω μαθές. Λέγουσι πως είναι Πατηνιός, τον έχουνε από πέρυσι βοηθό και φέτο σαν πρώτο κολαούζο. Τι να είπω πλιο… όλα πήγασι στραβά, συμφωνημένα  να το φάει η θάλασσα το παλικάρι. Για το άλλο το παιί το Συμιακό, εν έμαθα πολλά. Αλλά δυό βολές σε δυό μέρες… ε πάει πολύ. Κι ας είχαν αλλάξει κολαουζέρη. Αλλά νομίζω ότι ο μικρός έπαθε ‘νακοπή στο νερό μέσα. Δεν τον κράταγε η καρδιά ως φαίνεται…»
Η Νικολέτα είχε χλομιάσει και τα χέρια της τρέμανε σαν σταμάτησε την εξιστόρηση ο καπετάν Μικές. Γύρισε το βλέμμα στη μάνα της:
«Φέρνουσι μονέδες το λοιπό οι μηχανικοί ε; Άντες τώρα στη γυναίκα του να τα πεις μάνα. Να κρατήσει τις μονέδες να τον θυμάται τον Μιχάλη. Τι μου λες…»

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

«Ακούτε τον ραδιοφωνικό σταθμό των Ενόπλων δυνάμεων. Και τώρα ένα μουσικό πρόγραμμα…»
Το μικρό ραδιόφωνο με τα άσπρα κουμπιά, πάνω στο πράσινο ράφι με το διχτάκι και τους αστερίες σαν διακόσμηση, προσπαθούσε να διασκεδάσει τους θαμώνες του καφενέ, μέσα από μακρόσυρτα παράσιτα και εκνευριστικούς ραδιοφωνικούς θορύβους. Κάποια στιγμή ο Κλεάνθης προσπάθησε να «καθαρίσει» τον ήχο του γυρνώντας ότι κουμπί έβλεπε, αλλά αποδείχτηκε μάταιος κόπος. Στα τραπέζια είχαν μαζευτεί οι γνωστοί του θαμώνες, κάτι γέροι ναυτικοί που ίσως και να μην καταλάβαιναν την ηλικία τους, όλοι σχεδόν παλιοί σφουγγαράδες και κολαούζοι και οι περισσότεροι απ’ αυτούς κρατούσαν μπαστούνια ή πατερίτσες.
Έκαναν αρκετή φασαρίες και προσπαθούσαν όλοι να ακουστούν πάνω από τους άλλους, με αποτέλεσμα να ανεβάζουν συνεχώς όλο και πιο πολύ την ένταση της φωνής. Ο Κλεάνθης, χωρίς ιδιαίτερη βιασύνη, πήγαινε καφέδες και τσίπουρα, από το ένα τραπέζι στο άλλο, έφτιαχνε μεζέδες και έκοβε ψωμί, με την βοήθεια του Τόλη του Φιάκα, ενός δεκαπεντάχρονου παιδιού, που, δεν χρειαζόταν κάποιος να έχει δίπλωμα γιατρού, για να καταλάβει ότι το μυαλό του δεν λειτουργούσε στα σωστά του. Κάθε τόσο, σκόνταφτε και στα πόδια κάποιας καρέκλας, δίνοντας το έναυσμα για γέλιο στους παλιούς ναυτικούς και να του φωνάζουν περιπαιχτικά: «Σκαλούνι βρε Φιάκα. Εν τω γλέπεις μαθές;»
Σήμερα πάντως, υπήρχαν και δυό νέα πρόσωπα στο μαγαζί. Κάθονταν σε μια άκρη, κοντά στα τζάμια που έβλεπαν στο λιμάνι, δυό νεαροί, λεπτοί και καλοντυμένοι, μάλιστα ο ένας φόραγε και γραβάτα, μια  στενή μονόχρωμη γραβάτα πάνω σε ένα ταλαιπωρημένο λευκό ( ο Θεός να το κάνει λευκό ), πουκάμισο με μαλακό γιακά. Το κουστούμι του ήταν στενό και στους αγκώνες φθαρμένο, αλλά σε καλή, γενικώς, κατάσταση. Έπαιζε με ένα μολύβι, κάτι έγραφε στο επίσης ταλαιπωρημένο μπλε τετράδιο με τα γυριστά από την χρήση άκρα των φύλλων του και συνομιλούσε με τον φίλο του. Είχαν παραγγείλει καφέ «Τούρκικο» γλυκό, αλλά από το βλέμμα τους, καταλάβαινε κάποιος, ότι δεν τον απολάμβαναν. Τα μάτια τους έψαχναν κάτι άλλο. Όλο κοίταζαν τον Κλεάνθη, κάτι έλεγαν μεταξύ τους και ξαναγύρναγαν τα μάτια στον κάπελα.
Ο άντρας δεν άργησε να καταλάβει την πρόθεσή τους να του μιλήσουν και έτσι τους πλησίασε με ερωτηματικό ύφος. Όλοι μέσα στο μαγαζί, τους είχαν προσέξει και φυσικά όλοι καίγονταν από την επιθυμία να μάθουν «από πού κράταγε η σκούφια τους». Ο Κλεάνθης τους πλησίασε και τους ρώτησε αν ήθελαν κάτι άλλο. Προσκαλέστηκε στο τραπέζι τους, εκείνος κοίταξε τον Φιάκα και δέχτηκε. Μάλιστα έφερε και τον καφέ του, να τον αποτελειώσει εκεί. Του πρόσφεραν τσιγάρο, το άναψε και τους ρώτησε:
«Ξένοι; Πρώτη βολά στο νησί μας μαθές;»
Οι υπόλοιποι θαμώνες συνέχιζαν την συζήτησή τους, λίγο πιο χαμηλόφωνα τώρα, με τα μάτια στραμμένα με περιέργεια στο τραπέζι των «ξένων». Σε λίγο θα ήξεραν και μάλλον θα αδιαφορούσαν, συνεχίζοντας τα δικά τους.
Ο Κλεάνθης, με την απλοϊκότητα του νησιώτη, έμαθε ότι ήταν δημοσιογράφοι… ή κάτι τέτοιο τουλάχιστον και πως έγραφαν ένα κείμενο για μια Αθηναϊκή εφημερίδα. Είχαν έρθει με το «Μιαούλης» εψές και έψαχναν να μείνουν κάπου, αλλά και να γράψουν διάφορες θαλασσινές ιστορίες, αφού το θέμα τους ήταν: «Το κυνήγι του βυθού». Και που αλλού θα μπορούσαν να καταλάβουν το επάγγελμα αυτό, έξω από την Κάλυμνο, το νησί των σφουγγαράδων. Και που αλλού θα μπορούσαν να βρουν καλύτερη ευκαιρία για να ακούσουν ιστορίες, από τον «Βυθό», τον καφενέ του Κλεάνθη.
Τα νέα μεταδόθηκαν αστραπιαία σε όλο το μαγαζί, στα αυτιά όλων και στις καρδιές τους που αναπήδησαν αφού κατάλαβαν να πουν τις ιστορίες τους, να τις μάθει όλος ο κόσμος και πέρα στην άκρη της Ελλάδας, μακριά από το νησί τους. Να πουν τον πόνο τους, το παράπονό τους και τις αλήθειες του μόχθου.
Χωρίς να το καταλάβουν και οι ίδιοι πως, μαζεύτηκαν σχεδόν γύρω από το τραπέζι των ξένων. Ο Σκεύος ο Χατχηγιώργης, ο Γιαννιός ο Τριαντάφυλλος ο Ψαροφαομένος (γιατί τον παππού του, τον είχε φάει σκυλόψαρο στη βουτιά), ο Πέτρος ο Κουμάντας (τον έλεγαν Κουμάντα γιατί ήταν κολαουζέρης), ο Γιάννης ο Στεφανιδάκης ο Μάγκας, ο Λευτέρης ο Γκιννής ο Τσίφτης και  όλοι οι άλλοι, παλιοί και αλατοταϊσμένοι άνθρωποι της θάλασσας. Και φυσικά ο καθένας θέλησε να μιλήσει στους ξένους για τα δικά του. Να πει την ιστορία του. Οι δυό Αθηναίοι, κέρασαν τσίπουρο όλο το μαγαζί, κάτι που έγινε δεκτό με χαρά.
«Εσύ παππού…», ρώτησε αυτός με την γραβάτα, «… βουτηχτής ήσουν;», τον πιο κοντινό του γέρο.
Ο γέρο Γκιννής χαμογέλασε και ακούμπησε το πηγούνι του στην μπαστούνα που κρατούσε.
«Ναι γιέ μου. Και μηχανικός και καπετάνιος μετά. Απ’ όλα ήμουν…»
«Δηλαδή; Ξεκίνησε από βουτηχτής και μετά πήρες δικό σου σκάφος…», ρώτησε ο ίδιος νεαρός σημειώνοντας στο τετράδιό του
«Οχτώ χρόνων, ο πατέρας μου έσκασε με το σκάφανδρο…», άρχισε ο θαλασσόλυκος να λέει, «… και τον έχωσαν στην άμμο της Αφρικής. Κι εκεί μείνασι τα κόκκαλα του για πάντα. Σε ηλικία δώδεκα ετών, βλέποντας τις ανάγκες της οικογένειάς μου, που δεν είχαμε πατέρα να μας προστατέψει, μπήκα στα σφουγγαράδικα ως ναυτάκι. Έμαθα καλά τη δουλειά, μεγάλωσα κι έγινα δυνατός και όταν πήγα στο στρατό μετά πάλευα σαν παλαιστής, παίρνοντας κύπελλα. Σχεδόν όλα μου τα χρόνια δούλευα με τον θείο μου, της μάνας μου τον αδερφό, τον Παντελή τον Γκιννή. Ανέλαβα τη θέση του κουμάντου – κολαουζέρη και καπετάνιος στο ένα μηχανοκάικο του συγκροτήματος και εξελίχτηκα σαν ένας από τους καλύτερους στη δουλειά αυτή. Ήξερα τη θάλασσα, τα σημάδια του καιρού, με χάρτη και μπούσουλα, δεν έχανα ποτέ τον προορισμό μου, έπαιρνα μακρινές πορείες και πήγαινα πάντα ακριβώς, χωρίς να χάνω τη ρότα μου και τα έβγαζα πέρα, πρώτος καπετάνιος. Ιδίως γνώριζα άριστα τα σημάδια του βυθού, πως ν’ ανακαλύβω μέρη με πολλά σφουγγάρια. Από πάνω από το καΐκι να ανιχνεύω έως τριάντα οργιές, βλέποντας το χρώμα της θάλασσας, τους βράχους, τα φύκια. Με αυτό το σύστημα έστελνα τους δύτες μου στον βυθό με σιγουριά, ότι θα βγάλουν πολλά σφουγγάρια.
Ο καπετάνιος – ιδιοκτήτης, βρισκόταν στην μπρατσέρα με το πλήρωμα, επιβλέποντας την δουλειά, την επεξεργασία σφουγγαριών και κάθε βράδυ πηγαίνοντας εκεί του έδινα αναφορά τι σφουγγάρια βγάλαμε. Είχαμε και χρονιά που το συγκρότημα ήταν και εβδομήντα άτομα. Τα καΐκια ήταν μαγγιόρα και κάθε δεκαπέντε μέρες μονοιάζανε πολλά σφουγγάρια κι έκαναν πάνω στη μπρατσέρα λιάστρια24, οι άνθρωποι της κουβέρτας.
Για να βγάζουν οι δύτες πολλά σφουγγάρια αναγκαζόμουν να τους πιέζω κι αυτό για να ευχαριστήσω τον καπετάνιο, που εκείνος με τη σειρά του, αν οι άνθρωποι στο μηχανοκάικο δε βγάζανε σφουγγάρια, ξεσπούσε πάνω μου, θεωρώντας με υπεύθυνο. Έτσι, πολλές βολές τα πληρώματα τα έβαζαν με τα κουμάντα. Οι καπεταναίοι ήταν αυστηροί και σκληροί. Ο ένας πίεζε τον άλλο. Το μαγγιόρο μηχανοκάικο είχε δεκατέσσερις μηχανικούς, το μεζάρικο οκτώ. Κάθε χρόνο, τις περισσότερες βολές, φεύγαμε Μεγαλοβδόμαδο ή και Μεγάλο Σάββατο. Έσφαζα το αρνί, σταύρωνα με το σφουγγάρι, με το αίμα του την πόρτα του σπιτιού μου και φεύγαμε, αφήνοντας τέτοια Άγια Μέρα, τη γυναίκα και τα παιδιά μας να κάνουσι Πάσχα μοναχοί τους κι εμείς πηγαίναμε στην Νερά και τη Τέλεντο, μονάχοι σαν εξόριστοι. Εκεί κάναμε Πάσχα. Οι καπεταναίοι όμως έκαναν Πάσχα στα σπίτια τους, μας εδίνασι βασιλική διαταγή να φύγουμε κι αυτό για να μη ζητούν λεφτά οι δύτες και τα πίνουν κρασί στις ταβέρνες. Τους δύτες, τους καθοδηγούσα στο βυθό, ανάλογα τις δυνάμεις και τις δυνατότητες του καθενός…»
Ακούστηκαν μερικές επιδοκιμασίες που βεβαίωναν την αλήθεια των λόγων του Κυρ Λευτέρη του Γκιννή και μερικές μουρμούρες από τους ανθρώπους που ήξεραν πολύ καλά το θέμα αυτό. Ο «Τσίφτης», έβηξε λίγο, καθάρισε το λαιμό του και συνέχισε:
«… κάθε βράδυ στη μπρατσέρα, όταν καθίζαμε να φάμε το μοναδικό γεύμα της ημέρας, ο καπετάν Γκιννής, ο θείος μου, ήταν μερακλής κι άρχιζε το τραγούδι. Τον Ντιρλαντά, το Γιαλέσα, εκείνος τραγουδούσαμε, εμείς χτυπούσαμε παλαμάκια στο ρυθμό και τραγουδούσαμε όλο το τσούρμο μαζί, με κέφι. Αυτό είχε επίδραση στη ψυχολογία όλων και απέδιδαν πολύ στη δουλειά τους, βγάνοντας πολλά σφουγγάρια. Ήταν δύσκολη, κουραστική δουλειά, αλλά μάθαμε αυτό τον τρόπο ζωής και μέχρι τώρα μαθές, φτιάχνω καβουρμά και τον τηγανίζω με τα αυγά και τον τρώω κι ενώ είμαι τόσο χρονών, δεν έχω ξεχάσει το συνήθειο ότι τρώγαμε το βράδυ και σήμερα μόλις βραδιάσει, όλη τη νύχτα μπαινοβγαίνω στη κουζίνα και τρώω. Μου έμεινε συνήθειο από την σφουγγαροδουλειά», και λέγοντας αυτό το τελευταίο γέλασε με την καρδιά τους μέχρι που τα μάτια του κοκκίνισαν και δάκρυσαν, όπως δάκρυσαν και των άλλων δίπλα του.
Σήκωσε το χέρι και με το ποτήρι γεμάτο ρακή, χαιρέτισε όλους. Και ήταν χαιρετισμός από καρδιάς.
«Άντε και πολύ νωρίς αρχίσαμε το πιοτί. Να δούμε που θα μας βγάλει σήμερα αυτό, να δούμε τι θα ακούσουμε από την Μαριώ το μεσημέρι…», συμπλήρωσε και το ήπιε μονορούφι με ένα τίναγμα του κεφαλιού προς τα πίσω.
Ο νεαρός δημοσιογράφος, δεν σήκωσε το κεφάλι από το τετράδιό του. Σημείωνε με μανία με το μολύβι του το οποίο κάπου – κάπου το σάλιωνε και προσπαθούσε να θυμηθεί όλα τα ειπωμένα από το γέρο ναυτικό. Μόλις αντιλήφθηκε την φασαρία που ακουγόταν τώρα γύρω του, σήκωσε το κεφάλι έκπληκτος. Οι ναυτικοί είχαν γελαστά πρόσωπα, τα ποτήρια στο χέρι, μόνο ο Αθηναίος έπινε ακόμα καφέ και …
Βρέ ντιρλαντά, ντιρλανταντά, βρε ντιρλαντά και τέζα όλοι
και πώς θα πάρουμε την Πόλη, ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά
Από την πόλη την καλή ήρθε μια σκούνα με πανί.

Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά, ω ντιρλαντά και δεν τελειώνει
βρε ντιρλαντά με ζαχαρώνει,
Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά, να το χαρώ που με κοιτά
Ω ντιρλαντά βρε λεβεντόνια, βρε και της Μπαρμπαριάς γλαρόνια.

Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά, ω ντιρλαντά βρε και βραδιάζει
βρε κι η κουβέρτα αναστενάζει
Βρε και ο μάγερας φωνάζει, ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά
Βρε ντιρλαντά και τέζα όλοι και πώς θα πάρουμε την Πόλη.

Από την πόλη την καλή, ήρθε μια σκούνα με πανί
Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά, αχ η Μαρία του Μηνά
Επάνω στ’ άσπρο της ποδάρι θα πάω να δέσω παλαμάρι.

Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά, ω ντιρλαντά θα δέσω κόμπο
βρε στον λαιμό τους των αρχόντων
Να πέφτει ο κόμπος στο κοπάλι, στην Κατερίνα του τσαγκάρη
Βρε θα τη βάλω μες στην πλώρη και θα της κάμω γιο και κόρη.

Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά, ω ντιρλαντά και σεις λεβέντες
βρε θα σας δώσω εγώ βιολέτες
Θα δώσω σ’ όλους από δύο βρε και του Γιώργη δε του δίνω
Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά, ω ντα ντα ντα, ντιρλανταντά
Ω ντιρλαντά, ντιρλανταντά...
… ακούστηκε το τραγούδι από όλες τις γεροντικές και βραχνές φωνές του καφενέ. Ακόμα και ο Κλεάνθης, συγκινημένος είχε αρχίσει να τραγουδά, να σκουπίζει τα μάτια, κόκκινος από πιοτί και συγκίνηση, μπρος στα έκπληκτα μάτια και τα ανοιχτά (ηλιθίως ανοιχτά) στόματα των δυο Αθηναίων. Σηκώθηκε και πήρε το μπουκάλι με το τσίπουρο, πέρασε από κάθε τραπέζι και ξαναγέμισε τα ποτήρια. «Κερνάω παιδιά…», είπε με κομμένη την ανάσα. Φώναξε τον Φιάκα να μαζέψει τα φλιτζάνια του καφέ των δυό δημοσιογράφων και τους έβαλε, με το ζόρι σχεδόν, να πιούν το τσίπουρο του νησιού του. Ήθελαν δεν ήθελαν τα ανθρωπάκια, το κατέβασαν μονορούφι, βήχοντας στο τέλος από την κάψα του πιοτού.
Προσπάθησαν να μπουν στο κλίμα της παρέας, προσπάθησαν να τραγουδήσουν το επόμενο τραγούδι, αλλά το μόνο που κατάφεραν ήταν να επαναλαμβάνουν τις καταλήξεις και το ρεφρέν. Πάντως έδειχναν (το τσίπουρο;) να έχουν κι αυτοί το ίδιο κέφι με τους ναυτικούς:
E, γιάλεσα γιαλέσα,
αγάντα γιαλέσα
γιαλέσα ε, γιαλέσα,
αγάντα γιαλέσα
γιαλέσα βρε λεβέντες, σας κόψω γω βιολέντες
βρε όλων όπο ένα δύο
βρε της Μαρίκας δε της δίνω
γιαλέσα λεβεντόνια,
της Mπαρμπαριάς γλαρόνια
γιαλέσα ε, γιαλέσα,
Kόρη και νιός ’ρωτεύουνταν από το παραθύρι
ο νιός τση ζήτα το φιλί κι η κόρη δαχτυλίδι
γιαλέσα ε, γιαλέσα,
- Mήπως νομίζεις το φιλί πως καταγής κυλιέται;
Ασήμι ν-εζυγίζετο και μάλαμα πουλιέται.
Kι ο νιός από τη λύπη του στο σπίτι του πηγαίνει
γιαλέσα ε, γιαλέσα,
- Στρώσε μάνα την κλίνη μου κι ο γιούκας σου ποθαίνει.
- Tι μού ’χεις γιούκα μου και κλαις και βαριονεστενάζεις;
Γιατροί μπαίνουν, γιατροί βγαίνουν δε βρίσκουν την αιτία
κι ένα μικρό γιατρόπουλο από την Ελβετία
όσ' έπιασε το χέρι του...
γιαλέσα ε, γιαλέσα,
Έτσι έφτασε το μεσημέρι και ακόμα δεν είχαν μιλήσει οι άλλοι θαλασσόλυκοι καπεταναίοι και μηχανικοί. Και πόσο πολύ το ήθελαν! Ο Ψαροφαομένος ο Γιαννιός, σηκώθηκε όπως μπορούσε και άνοιξε τα χέρια σε σταυρό, προσπαθώντας να κάνει τους άλλους να σταματήσουν τα τραγούδια και τις χαρές. Σαν Ψαροφαομένος, ενέπνεε τον σεβασμό στους άλλους κι έτσι τα πνεύματα ησύχασαν και έγινε πάλι σιωπή στο μαγαζί. Πήρε το λόγο κοιτώντας τον δημοσιογράφο:
«Γράφεις το λοιπό γιέ μου για ιστορίες από τον βυθό; Λέγεις για τους μηχανικούς και το ψάρεμα του σφουγγαριού; Να σου πω το λοιπό κι εγώ μια ιστορία, όχι μόνο να την γράφεις στη ‘φημερίδα σου, αλλά να την λες στα εγγόνια σου, όταν κάμεις. Με λένε Γιάννη μα το παράνομά μου είναι Ψαροφαομένος. Τον παππού μου, τον έφαε το ψάρι όπως κατέβαινε στο βυθό. Πέρασε από το στόμα του καρχαρία και βρέθηκε στην κοιλιά του νοιώθοντας μεγάλη βράση, αλλά ευτυχώς τον ξέρασε και πέρασε με τα ποδάρια του πάλι από το στόμα του ψαριού. Αλλά τα σκουρόφερε, γιατί τα κοφτερά του δόντια και τα σπάραχνα καταξέσκισαν τις σάρκες του. όμως, ευτυχώς που η γάσα στο χέρι δεν κόπηκε, να φύγει η σκανταλόπετρα και μπόρεσαν να τον τραβήξουν γρήγορα απάνω, πριν τον φάει κανονικά το σκυλόψαρο. Στο νοσοκομείο της Αθήνας τον φώναξε ο βασιλιάς Γεώργιος στα ανάκτορα, του έδωσε χαρτί ότι είναι ο νέος Ιωνάς και του είπε να γυρίζει μ’ αυτό να τον βλέπουν με εισιτήριο. Θα ήμασταν πλούσιοι τώρα, αλλά οι παλαιοί είχαν φιλότιμο. «Περίγελο θα γίνω;» του είπε και δεν δέχτηκε. Ο παππούς μου είχε τρεις αδερφές λεύτερες, αταχτοποίητες. Αυτός ήθελε να παντρευτεί την παλιά25 μου. Του λέει η μάνα του: «Περίμενε να σάξουμε τις αερφές σου και μετά παντρέψου», όμως εκείνος απάντησε: «Άμα περιμένω τόσο καιρό, θα μου την πάρει άλλος» και την παντρεύτηκε παρά την θέληση των γονιών του και ειδικά της μάνας του. Εκείνη τον καταράστηκε: «Το ψάρι να σε φάει και να σε ξεράσει». Γι αυτό ευχή του γονιού αγόρασε και σε βουνό ανέβα. Η παλιά μου μετά έβαζε νερό και αλάτι και τα σκόρπιζε να διαλυθεί η κατάρα. Τον είδα όταν ήμουνα δεκατριών χρονών. Το σώμα του ήταν καταφαομένο». Σταμάτησε την αφήγησή του και σήκωσε το ποτήρι του προκαλώντας και τους άλλους να κάνουν το ίδιο. Κάτι σαν μνημόσυνο λάμβανε μέρος, αλλά αυτό συνέβαινε σχεδόν κάθε μέρα, μόνο που τώρα δεν αναμασούσαν τις ιστορίες τους μεταξύ τους. Κάποιος άγνωστος τις άκουγε, τις μάθαινε και μάλιστα θα τις διέδιδε σ’ όλο τον κόσμο. Και αυτό τους άρεσε. Ένοιωθαν ότι έφευγαν από τα στενά όρια του νησιού τους, από την θάλασσα που τους έπνιγε μέρα με την μέρα, ότι αν και η πολιτεία δεν τους θυμόταν, κάποιοι θα έβλεπαν τον πόνο τους και οι ψυχές των πεθαμένων αλλά και τα βάσανα των ζωντανών, θα έβρισκαν διέξοδο και αναγνώριση. Και πάνω απ’ όλα… έπρεπε να τα πουν, να τους θαυμάσουν οι άλλοι, να θαυμάσουν και οι ίδιοι τον εαυτό τους.
Ο Γιάννης ο Μαγκλής ήταν παλιός σφουγγαράς και τα μάτια του είχαν δει τόσα πολλά, που αν τα έλεγε θα μπορούσε να μιλά για αιώνες. Τράβηξε την καρέκλα του, κάποιοι από σεβασμό έκαναν χώρο δίπλα στο τραπέζι των … δημοσιογράφων ή ότι άλλο ήταν αυτοί οι τύποι και σήκωσε το ποτήρι του με την ρακή, στο πρόσωπο σχεδόν του νεαρού με την γραβάτα. «Να είστε καλά παιάτσια μου που φροντίζετε να μάθει ο ντουνιάς τα καμώματά μας. Να είστε καλά και η πένα σας να βγάλει φωτιά και κύμα, να κάψει και να πνίξει όλους αυτούς τους … πως τους λέτε… καλαμαράδες στα υπουργεία στην Αθήνα, που έχουν ξεχάσει το νησί μας και τον μόχθο μας…». Ήπιε το πιοτί του χωρίς ανάσα και σκούπισε το στόμα και τα γένια με το χέρι.
«Να υποθέσω καπετάνιο, ότι κι εσύ σφουγγαράς ήσουνα ε;»
«Ναι, να το ‘ποθέσεις. Αλλά όχι καπετάνιος, μόνο μηχανικός. Αυτό που είπες … σφουγγαράς ή δύτης. Ξεκίνησα από δεκαοχτώ χρονώ σ’ αυτό το επάγγελμα με το σύστημα σκαντάλι, με καπετάνιο τον Μανώλη τη Ρούμα. Πήγα και με τον Μικέ, τον αδερφό του, τα Τοπάκια και τον Παρθένη από το χωριό και με τα αδέρφια τα Πετρουμιανά26, από δω από τον Αι Νικόλα. Εκείνα τα χρόνια ήταν τίμια, όλα καθαρά…», χτύπησε το ποτήρι στο τραπέζι και ο Κλεάνθης βιάστηκε να φωνάξει τον Φιάκα να φέρει καινούργιο μπουκάλι, «… ότι βγάζαμε τα μοιράζαμε ούλα, με μερδικό ήμασταν. Μετά πήγα με σκάφανδρο και μουτσούνα φερνέζ27. Κι έπαψε η ομόνοια σε αυτό το επάγγελμα. Μεταξύ όλων μας μπήκε η ζήλια, το κοντρέστο28, ποιος θα βγάλει περισσότερα να γενεί ο πιο μαγγιόρος. Έτσι άρχισαν οι θανάτοι και οι αναπηρίες.
Με περικεφαλαία πήγα με τον Σιδέρη τον Σκεύο. Πήγα και αυτόνομο με τις μποτίλιες με τον Γόνατο. Οι μποτίλιες είχαν διακόσιες ατμόσφαιρες αγέρα. Έπρεπε να έχεις τα μάτια δεκατέσσερα. Να ρουφάς πολύ το οξυγόνο μέσα. Εγώ κρατούσα την ανάσα μου και στα είκοσι μέτρα, έκαμα στο βυθό δυό και βάλε ώρες. Ότι και να σου τύχαινε έλεγχες μόνος σου τον εαυτό σου. Μια βολά στη βούτθα μου βλέπω στα σαράντα μέτρα άνθρωπο να μου γνέφει με τα χέρια με αγωνία. Φορούσε μουτσούνα φερνές και δεν του ερχόταν αγέρας από πάνω από το σωλήνα. Είχε πάθει ζημιά η μπόμπα που έστελνε τον αγέρα κάτω. Μέχρι να ανέβει στην επιφάνεια θα έσκαζε. Πάω κοντά του και του δίνω να αναπνεύσει οξυγόνο και αρχινώ ανεβαίνοντας και οι δυό, μια εγώ μια εκείνος και καταφέραμε να βγούμε στην επιφάνεια.
Η μηχανή με χτύπησε δυό βολές δυνατά. Τη μια με τον Γόνατο και τον αδερφό του στη Μπεγγάζη. Κατέβηκα και άργησα να βγω πάνω. Όταν ανέβηκα με είχε μαγκώσει η μηχανή. Ζαλίστηκα κι έπεσα χάμω. Με έβαλαν κάτω και έκαμα οξυγόνο και κάθε μέρα συνέχιζα ρηχά – ρηχά και συνήλθα. Άλλη μια βολά, παραμονή της Παναγιάς ξαναχτυπήθηκα αλλά σοβαρά, βαριά. Ήμουνα με τον Κουκουβά. Πήγαινα μαζί του τέσσερα χρόνια συνέχεια. Μου έκαναν οξυγόνο, αλλά το πρόβλημα συνέχιζε. Με βγάλανε με ένα ναύτη στην αμμουδιά, μου έκανε λάκκους στην άμμο και με έχωνε μέσα. Έτσι ανοίγανε τα αγγεία μου και κυκλοφόραε το αίμα. Μόνο το κεφάλι μου φαινότανε. Μου έκαμε και γυμναστική και τριψίματα με λάδι. Εκάτσαμε εκεί μόνοι μας δέκα μέρες και γίνηκα καλά και ξαναμπήκα στο καΐκι. Ο καπετάνιος είχε φοβηθεί και μου λέει, δίνοντάς μου το κλειδί του μπαούλου του: «Άνοιξε το μπαούλο μου, πιάσε το ναυτολόγιο σου και τριακόσιες λίρες, θα σε στείλω στη Κάλυμνο. Αφού τη γλίτωσες, φύγε, πάενε στα παιδιά σου». Εγώ διαμαρτυρήθηκα, ότι θέλω να μείνω μέχρι το τέλος του Σεπτάμβρη για να βγώ στη Ντέρνα, να ψωνίσω στα παιδιά και τη γυναίκα μου, αλλά ο καπετάνιος μου λέει: «Φύγε. Δώσε μου το κλειδί του μπαούλου σου κι εγώ θα στο γεμίσω και θα στο φέρω στη Κάλυμνο». Κι έτσι κι έγινε. Με πήγε στο προξενείο και με απόλυσε και πήγα αεροπορικώς Αθήνα και με καράβι Κάλυμνο. Κι όταν ήρθαν, μου έφερε στο σπίτι γεμάτο το μπαούλο μου και χάρεψα τα παιϊά μου και τη γυναίκα μου. Κάθε βράδυ μαζί με τη γυναίκα μου, περπατούσαμε από το χωριό, πηγαίναμε «μπροστά29» κι έγινα εντελώς καλά. Τώρα βέβαια με την αλλαγή του καιρού το πόδι μου νετινάζεται μόνο του. Άλλοι βέβαια σ’ αυτή τη δουλειά χάσανε τη ζωή τους…» έκανε τα σταυρό του και μετά δείχνοντας με το χέρι κάπου αόριστα προς το μέσα μέρος του καφενέ, «… ή μέινανε ανάπηροι.


Όταν βουτούσα κάτω στο βυθό, πολλές βολές έβλεπα νεκροκεφαλές. Οι Αιγινιώτες τους έβαζαν σε τσουβάλια με πέτρες και τους σαούρωναν στο βυθό τους νεκρούς τους. Εμείς τους θάβαμε στην άμμο. Μια βολά του Αι Γιαννιού, είκοσι εννέα Αυγούστου, ο καπετάνιος, επειδή ήταν η γιορτή μου, μου είπε να μη δουλέψω εκείνη την ημέρα και βγήκα στο Ασπρονήσι με τη βάρκα να ψαρέψω σκάρους. Και όπως βγήκα στο νησί για την ανάγκη μου, πήγα να πιάσω πέτρα να σκουπιστώ και ήταν κουφά. Όλο το μέρος ήταν τάφοι σφουγγαράδων. Τους χώνανε και φεύγανε πολλούς έφαγε αυτή η δουλειά. Φταίγανε και τα μυαλά μας που κάναμε του κεφαλιού μας και όλο φόρα, φόρα κολαούζο ζητούσαμε, όταν ο κολαουζέρης μας χτυπούσε να ανέβουμε απάνω. Εμείς για να πιάσουμε σφουγγάρια δεν καταλαβαίναμε τίποτα. Εγώ σήκωνα μαζαρόλια30, ήμουν βαθύτης και μαγγιόρος, άλλοι όμως δεν αντέχανε και ο κολαουζέρης πρέπει να ξέρει τη δύναμη του καθενός και να μην παραβιάζει τις δυνατότητές τους. Γιατί ενώ κάποιοι δεν αντέχανε, τους έστελνε βαθύτερα κι έτσι την πάθαιναν.
Τώρα για την τροφοδοσία εμείς οι δύτες μια βολά το βράδυ τρώγαμε και πολλές βολές βρίσκαμε και ψωμούχες στην σκουτέλα31. Πεινούσαμε. Το λάδι που μας βάζανε στο φαί, λιγοστό. Οι καπεταναίοι ψωνίζανε ότι έλεγε το κοντράτο, αλλά αφήνανε τα περισσότερα στα σπίτια τους, να φάνε τα παιδιά τους και τα κόβανε από το μερδικό μας. Εγώ, βέβαια, κρατούσα μαζί μου δολάρια και τις σχόλες, όταν έβγαινα στη στεριά, ψούνιζα φαγιά, αλλά έβλεπα και τους άλλους που δεν είχαν και τους έδινα. Το νερό με τα αρμυρά και τον καβουρμά που τρώγαμε ‘νάβαμε. Μια βολά σηκώνομαι τη νύχτα να πιώ νερό από την βαρέλα. Μου λέει του καπετάνιου ο αδερφός: «Γιάννη διψώ, βάλε μου ένα κατσαρόλι νερό». Πιάνω το κατσαρόλι, κλέφτη το λέγανε, γιατί παίρνει νερό από την βαρέλα. Το γεμίζω και του το δίνω. Κι όπως το έπινε φωνάζει: «Τι είναι αυτό στο στόμα μου;».  Νάβει το τσακουμάκι και τι να δούμε; Ήταν τραμπουλιασμένος ποντικός.
Άλλη μια φορά βγήκαμε στον όρμο της Καρκούρας να πάρουμε νερό από ένα πηγάδι. Μόλις φτάνουμε βλέπουμε έναν Αράπη να ξεπλύνεται με τον κουβά πάνω από το πηγάδι και τις λέρες και τις βρωμιές του να ξαναμπαίνουν μέσα στο πηγάδι. Τι θέλαμε να κάνουμε; Περιμέναμε να φύγει και κάτσαμε μια μισή ώρα, να κατακάτσει η βρώμα, νεσύραμε νερό, γεμίσαμε τις βαρέλες και το πήραμε. Βρωμιά, ξεβρωμιά, τι να κάνουμε; Να κοριζάσουμε; Το ήπιαμε.
Πάνω στα καΐκια, άμα δουλεύαμε, όλα καλά. Άμα δεν βρίσκαμε σφουγγάρια, γκρινιάζαμε όλοι μας. Με τους καπεταναίους καλά τα πηγαίναμε. Τα κουμάντα ήταν παράξενοι, ήταν ρουφιάνοι του καπετάνιου.
Πάντως δουλεύαμε τόσους μήνες, αλλά λίγες φορές πήραμε ρέστα. Οι καπεταναίοι πουλούσαν δέκα τα σφουγγάρια λέγανε σε συνεννόηση με τους εμπόρους τα μισά και όπως δουλεύαμε με το σύστημα λίγες φορές παίρναμε ρέστα. Βέβαια κι εμείς ήμασταν ανοικοκύρευτοι. Με το να φοβούμαστε ότι μπορεί να σκάσουμε ή να πομείνουμε ανάπηροι, τους τελευταίους μήνες όλο χορούς, γλέντια και φιάκες ήμασταν. Και τα λεφτά που παίρναμε - γιατί–εγώ ήμουν μαγγιόρος και έπαιρνα καλά λεφτά – φεύγανε από δω κι από κει. Και τόσα χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά δεν έκαμα ούτε ένα σπίτι. Όταν πήρα σύνταξη κι έφτιαξα στο Βαθύ ένα καφενείο και δούλευα τότε σαν καφετζής, να όπως ο Κλεάνθης καλή ώρα, τότε έφτιαξα σπίτι. Αυτή ήταν η ζωή μας σαν σφουγγαράδες».
Σταμάτησε τόσο απότομα να μιλάει λες και ήθελε να σταματήσει τις ανάμνησες που τώρα είχαν αρχίσει να τον βασανίζουν. Κάθισε αμίλητος παραπέρα από τους άλλους και φάνηκε να κλείνει τα μάτια για λίγο. Ίσως είχε κουραστεί. Ίσως να μελετούσε τους παλιούς του φίλους. Οι δημοσιογράφοι προσπαθούσαν να τελειώσουν το γραπτό τους και δεν τον κοίταζαν. Μόνο ο Κλεάνθης τον πλησίασε και ο Γιάννης ο Μάγκας. Θέλησαν να τον κανακέψουν, καταλάβαιναν τι τράβαγε μέσα του ο άνθρωπος. Πριν τον ακουμπήσουν όμως τον άκουσαν να ψιθυρίζει:
«Σχώρα με βρε Σκεύο… καλή αντάμωση να ‘χουμε…»

Δευτέρα 1 Αυγούστου 2016

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Η ώρα περνάει πολύ γρήγορα όταν δεν θέλεις να περάσει, όταν παρακαλάς τα όνειρά σου, ακόμα και ξύπνιος, να κρατήσουν πολύ. Η θάλασσα τώρα είχε γίνει κατάμαυρη και ένα αεράκι, πελάγους αεράκι, δρόσιζε το πρόσωπο της Καλοτίνας. Ίσιωσε με το χέρι τα μαύρα της μαλλιά που είχαν αρχίσει να την ενοχλούν στα μάτια και αφουγκράστηκε το ροχαλητό της οικογένειας. Η μάνα της κοιμόταν στο πάτωμα, στη μπαλκονόπορτα, μισή μέσα στο σαλόνι και μισή έξω στη βεράντα. Χοντρή γυναίκα, σε αντίθεση με τον άντρα της τον κυρ Δημητρό που ήταν αδύνατος σαν τσίρος, ζεσταινόταν και έσκαγε με την ζέστη του Αυγούστου. Η Κυράννα χρόνια κοιμόταν έτσι, δεν μπορούσε τα κρεβάτια και τα μαλακά στρώματα.
Το νησί είχε ησυχάσει, στους δρόμους δεν ακουγόταν ούτε ο παραμικρός ήχος, εκτός από τη μεριά του λιμανιού που, αχνά, μερικές φωνές και ήχοι μεταλλικοί σηκώνονταν δειλά στον αέρα. Η Καλοτίνα συνήθιζε να ξενυχτά, ο ύπνος δεν την έπιανε εύκολα και καθισμένη στη θέση της, μπορούσε να δει την αυλή, τον δρόμο και την πλατεία, μέχρι το μικρό λιμάνι του νησιού. Χαμογέλασε ένα μελαγχολικό χαμόγελο και σηκώθηκε να πάει στην κουζίνα. Άνοιξε το ξύλινο ψυγείο πάγου και έβγαλε μια γαβάθα σκεπασμένη με άσπρο πετσετάκι. Ξεσκέπασε το σκεύος και το άρωμα από τα παγωμένα φραγκόσυκα απλώθηκε στον χώρο. Διάλεξε μερικά, έριξε πάνω τους και λίγη ρακί, προτιμήσεις είναι αυτές, κάθισε πάλι στη θέση της και απόλαυσε το φρούτο κλείνοντας τα μάτια με ηδονή.
«Όλα καλά, μόνο άντρα να είχαμε και τι άλλο πλιο στο κόσμο! Ας είναι όμως… έχω τη ‘γεια μου…»
Οι φωνές τώρα στο λιμάνι είχαν δυναμώσει και άρχισαν να ακούγονται και κάποιες μηχανές από «λάντζες17» να γουργουρίζουν κοντά στα βράχια του λιμενοβραχίονα. Γύρισε το βλέμμα στο πέλαγος κι αντίκρισε φώτα να στρίβουν από τα βράχια, από την μεριά του Σταυρού, από την μεριά των Θέρμων. Πρέπει να ήταν κοντά στα ξημερώματα και το «Μιαούλης», έφτανε από τον Πειραιά. Βουουου, ακούστηκε η σφυρίχτρα του να χαιρετάει το νησί. Μια καμπανούλα πάνω στο πλοίο ήχησε, κάποιες φωνές … «βίρα ρε…», διάφοροι καραβίσιοι ήχοι  και πολλοί άνθρωποι μαζεμένοι στο κατάστρωμα να κοιτούν με λαίμαργο και συγκινημένο βλέμμα το νησί τους. Το πλοίο έριξε άγκυρα στα ανοικτά, όσο πιο κοντά μπορούσε στο φάρο του λιμανιού. Σφύριξε άλλη μία φορά.
Οι λάντζες μετά από λίγο άρχισαν την βραδινό τους ταξίδι. Πλησίασαν το καράβι στο πλευρό, εκεί που είχαν κατέβει οι ξύλινες σκάλες του. Η θάλασσα ήταν ήσυχη και δεν δυσκολεύτηκαν οι μούτσοι να τις συγκρατήσουν κοντά. Οι πρώτοι ταξιδιώτες άρχισαν να κατεβαίνουν προσεκτικά, άλλοι με βαλίτσες στο χέρι, άλλοι με τα μωρά τους αγκαλιά και να επιβιβάζονται. Με το που πάταγαν στο ξύλο της λάντζας, άκουγαν το καλωσόρισμα από τους καπεταναίους, αλλά έστω και για μια στιγμή το βλέμμα τους γύριζε στον σκούρο όγκο του νησιού, του νησιού τους, λες και δεν πίστευαν ότι είχαν φτάσει. Όλος ο καημός της επιστροφής έβγαινε από τα μάτια τους, σε πολλούς σαν δάκρυ και σε άλλους σαν αναστεναγμός. Οι ταξιδιώτες και οι ναυτικοί στις λάντζες ήταν σχεδόν όλοι γνωστοί, μικρό νησί η Κάλυμνος κι έτσι πολλοί αγκαλιάζονταν και φιλιούνταν.
«Γεια σου Νικολή…», « …γεια σου βρε Μιτσέ…», « … Μαριώ καλώς ήρθες …», «… γεια σου Κατίνα…», «… ίντα κάνεις μαθές;», «… μα πλιο … η Κατερίνα είσαι;». Δεν μπορεί κανείς να περιγράψει τη χαρά της επιστροφής των ταξιδιωτών, τη λαχτάρα για τον τόπο τους, ανακατεμένα όλα με την αγρύπνια από το πολύωρο ταξίδι και την κούραση, πασπαλισμένα με αναμνήσεις και … κάτι άλλο, αυτό το κάτι, που μόνο οι Καλύμνιοι μπορούσαν να νοιώσουν!
Η Καλοτίνα ένοιωσε και τη δικιά της καρδιά να σκιρτά από χαρά. Έμπαινε στη θέση του κάθε ταξιδιώτη, αλλά και του καθένα που τον δεχόταν. Δεν άργησαν να ακουστούν τα καρότσια στο δρόμο που κουβαλούσαν πράγματα και ταξιδιώτες, με τους φλύαρους αχθοφόρους να μιλάνε ακατάπαυστα. Ακούστηκαν και πόρτες κοντά στο σπίτι ν’ ανοίγουν:
«Α Παναία μου … ο Στέφος … το παιί μου… α Παναία μου. Καλώς το μου, καλώς το μου… α Παναία μου. Αρη Γιαννούλα ααα … το παιί, αρή… ήρθε ο γιός μου… αρή σήκω. Καλώς τον γιόκα μου … χαρά που μούδωκες παιί μου….», οι φωνές έφταναν, αδιαφορώντας για το προχωρημένο της νύχτας, από το διπλανό σπίτι του κυρ Αντώνη του Γερακιού. Η Καλλιόπη είδε ξαφνικά τον γιό της, είχε πάνω από πέντε χρόνια να τον δει και παραλίγο να πάθει ανακοπή. Ευτυχώς που η ανύπαντρη αδερφή της η Γιαννούλα, που κι αυτή σαν γιό τον είχε, μπόρεσε αν και αγουροξυπνημένη να την συγκρατήσει. Μόνο τα δάκρυα των δυό τους δεν μπορούσε να σταματήσει.
«Μα χαρά παιάτσι μου που θα λάβει ο πατέρας σου! Μα το παιί μου, το αστέρι μου, που ήκανα χρόνους πολλούς να το θωρήσω. Μα γιόκα μου… παιί μου. Αγκάτθι στην καρδιά μου ήταν το φευγιό σου μαθές. Μα το παιί μου… αλλά ήταν κατεβασσά, το είδα ψες … το παιί μου κορίζαε να ιδεί το σπιτικό του, το τόπο του. Έτσι γιέ μου να βυζακώνεις στον τόπο σου. Μα το παιί μου…». Δεν ήξερε  τι έλεγε. Μια στην αγκαλιά του Στέφου, μια στα χέρια  της Γιαννούλας, έκλαιγε, φώναζε, ήθελε να μιλήσει μα δεν ήξερε τι να πει, σταυροκοπιόταν και φίλαγε τον γιό της, που υπέμενε μα καρτερία την υστερική συμπεριφορά της.
« Να στείλουμε τον Καβουκλή με την μηχανή στο Καντούνι να ‘δοποιήσει τον πατέρα σου… να έρθει. Αχ, γιατί δεν μας ‘δοποίαες τον ερχομό σου;»
Η Καλοτίνα τα άκουγε όλα αυτά και χαμογελούσε συμμετέχοντας στη χαρά των γειτόνων της. Κάτι όμως μέσα της την έτρωγε. Θα ήθελε πολύ και εκείνη να υποδεχτεί κάποιον, αλλά ποιόν; Δεν είχε κανένα ξενιτεμένο, ουσιαστικά δεν είχε κανένα απολύτως. Εκτός από τα αδέρφια της και τους γονείς…
«Δεν κοιμάσαι ή σε ξύπνησαν οι φωνές της Καλλιόπης;», άκουσε την φωνή του Κλεάνθη. «Πω πω… πως φωνάει μαθές. Ούλο τον κόσμο  ξυπνάει. Θέλεις να φτιάσεις καφέ; Ξημερώνει σε λίγο και δεν νομίζω να μου κολλήσει άλλο ύπνος»
«Ναι, γιατί όχι. Θέλεις να φας και κάτι;»
Ο Κλεάνθης δεν απάντησε, παρά κούνησε το κεφάλι συμφωνώντας και προσπάθησε να στρώσει τα μαλλιά του. Κοίταξε προς τη μεριά του σπιτιού του κυρ Γερακιού και χαμογέλασε.
«Καλώς τον δέχτηκε είπε. Άντε και μια χαρά στο μαράσι μας κι ένα χαμόγελο… αν ζήσει δηλαδή μέχρι το ξημέρωμα η Καλλιόπη»
«Ναι, να δούμε και μια χαρά επιτέλους. Όπως το μολόγησες Κλεάνθη μου»
Ο άντρας κάθισε στην καρέκλα κοντά της και ακούμπησε τους αγκώνες στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι. Έτριψε το πρόσωπό του όπως όταν πλένεται κάποιος και την κοίταξε από πίσω σαν ήταν σκυμμένη στο μικρό καμινέτο οινοπνεύματος.
«Τα ‘μαθες ε;»
«Τι να μάθω; Έγινε κάτι;»
«Ναι. Ο Στέφανος ο Πιζάνιας έστειλε προξένι στο σπίτι του Σάββα του Καθοπούλη και ζήτησε τον Μανόλη του Σάββα γαμπρό του, για την θυγατέρα του την Ευτέρπη. Τα μιλήσανε και τα συμφωνήσανε. Να δεις που αύριο – μεθαύριο θα ξεσπάσουν τα προξένεια»
«Τι λες! Πότε κιόλας; Έγινε η μπρόβα;»
«Έγινε την προηγούμενη Κυριακή στην αυλή της εκκλησίας κι έμαθα ότι οΠιζάνιας ήδωσε χωράφσια, περβόλια, σπίτι, στοίβη ίσαμε κειά πάνω … και πάνω από χίλιες χρυσές λίρες στο γαμπρό κι εκείνος ησύντασσε. Θα έχουμε αρραβωνιάσματα»
Η Καλοτίνα άκουγε τώρα χωρίς να μιλάει. Ο νους της πήγαινε σε εικόνες που φοβόταν ότι η ίδια δεν θα μπορούσε ποτέ να τις ζήσει.
«Μα πως τόλμησε η κακόσοη η Μαριώ να στείλει προξένι για το γιό του καπετάν Σάββα», είπε στο τέλος δείχνοντας ένα πνίξιμο να την κυριεύει.
«Να δεχτεί αμέσως το προξένι, χωρίς μπρόβα και μιλήματα! Ηγάπαντη σου λέω. Την ήθελε τη νύφη το Μανολιό…»
Και ξαφνικά η Καλοτίνα σιώπησε λες και είχε δαγκώσει τη γλώσσα της. Ο αδερφός της δεν σήκωσε το κεφάλι να την κοιτάξει, παρά έμεινε σκυμμένος πάνω από το φλιτζάνι με τον καφέ. Είχε κρυώσει αλλά δεν τον ένοιαζε. Άναψε ένα τσιγάρο από τα στριφτά που έφτιαχνε κάθε απόγευμα, να περνάει η ώρα του και πέταξε το τσακμάκι στο τραπέζι δείχνοντας κάποιον εκνευρισμό. Έριξε τη ματιά του στις μεγάλες μπαούλες που κρύβονταν τα προικιά των αδερφάδων του και φάνηκε σαν να κούνησε το κεφάλι απογοητευμένος. Η αδερφή του σηκώθηκε, μάζεψε το μπρίκι και το έβαλε στο μεγάλο κουβά με το νερό. Θα το έπλενε αργότερα, τώρα δεν είχε όρεξη. Κοίταξε έξω από το παράθυρο και είδε τον ήλιο να προβάλλει πάνω από το Βαθύ18. Μια άχλη κάλυπτε το φαλακρό βουνό απέναντι κι έφτανε μέχρι το μαράσι του Αϊ Στέφανου. Το «Μιαούλης» τώρα φαινόταν σαν μια μικρή άσπρη κουκκίδα μέσα στο πέλαγος, κοντά στην Κω. Δεν ξεχώριζε από τα κύματα που είχε σηκώσει ο πρωινός θαλασσινός αέρας.
Πέρασαν δέκα περίπου λεπτά και ακούστηκε το σούρσιμο από τις χοντρές πατούσες της Κυράννας από το σαλόνι. Ήρθε στην κουζίνα και καλημέρισε τα δυό της παιδιά.
«Ίντα φωνές ήτονε αυτές το βράδυ; Από δίπλα ήτονε; Ήρθε κανείς μαθές;», ρώτησε την ώρα που έβαζε το μεγάλο αυτή τη φορά μπρίκι να κάνει για όλους καφέ.
Τα δυό αδέρφια της εξήγησαν τα γεγονότα στο σπίτι  του Γερακιού. «Αρή Καλοτίνα το καπράτσι19 εν τω έπλυνες μαθές; Μόνο κράτσες20 εν έχει μέσα…», ήταν η αδιάφορη απάντηση της μάνας. Βέβαια δεν ήταν έτσι ακριβώς, αλλά ήταν ο τρόπος της Κυράννας ν’ αλλάξει κουβέντα. Συμπλήρωσε όμως: «… θα πάω να την ‘πισκεφτώ την Καλλιόπα να της πω τα μπράβα που γύρισε ο Στέφος της…».
Σέρβιρε τους έτοιμους καφέδες στα ζεσταμένα φλιτζάνια, έβαλε και λίγη μαρμελάδα φραγκόσυκο σε ένα μεγάλο πιάτο να βουτήξουν τις κριθαροκουλούρες τους, καθάρισε τέσσερις ντομάτες, τις έκοψε στα τέσσερα, έβαλε και λίγη θρούμπη που είχε μαζέψει από το βουνό ο μικρός της γιός, ο Μέμος και τους φώναξε όλους στην κουζίνα να πάρουν δύναμη, να ετοιμαστούν για την εκκλησιά. Η Καλοτίνα άναψε το πήλινο θυμιατό και η μυρωδιά από το θυμίαμα μοσχοβόλησε σε όλο το δωμάτιο. Σταύρωσε ένα – ένα τα μέλη της οικογένειας, που σηκώθηκαν όρθια κάνοντας το σταυρό τους και μετά περιπλανήθηκε σε όλο το σπίτι με τον καπνό να ευλογεί για υγεία και ευτυχία.
Ο Κλεάνθης σηκώθηκε πρώτος να ντυθεί. Γι αυτόν η εκκλησία δεν ήταν μέλημα, το μαγαζί του ήταν. Έπρεπε ν’ ανοίξει τον καφενέ να σκουπίσει το ξύλο του πατώματος, να σφουγγαρίσει και να βάλει τα πράγματα που είχε παρατήσει την προηγουμένη στα τραπέζια ανάκατα, στη θέση τους. Οι παλιοί ναυτικοί, τα «ναυάγια» όπως τους αποκαλούσε, συμπεριλαμβανομένου και του σακάτη εαυτού του, θα πήγαιναν πρωί – πρωί για τον καφέ τους και άλλοι, πρωί – πρωί για την ρακή τους.   Ο χρόνος που δεν είχες τι να κάνεις ήταν πολύς και αργός.
Οι αναμνήσεις έτρεφαν αυτούς τους ανθρώπους και οι εξιστορήσεις των περιπετειών τους, σχολειό για τον προσεκτικό ακροατή. Μέχρι που για κάποια αδικαιολόγητη αιτία φτάνανε στις φωνές και προκαλούσαν το γέλιο με τις βρισιές τους στον Κλεάνθη. Αλλά δεν τους μίλαγε για ησυχία. Γιατί άλλωστε;
Φόρεσε τα ρούχα του και κάθισε στον μεγάλο καναπέ της κουζίνας για τις μπότες. Χάιδεψε το μαύρο δέρμα με ένα πανί να το γυαλίσει, έφτυσε κιόλας, πρόσεξε να μην έχουν σκόνη ακόμα και στις ραφές, (άλλη μια ιδιοτροπία του), μέχρι που το χέρι γλίστρησε στο τακούνι του αριστερού υποδήματος. Σταμάτησε ξαφνιασμένος λες και ήταν η πρώτη φορά που το έκανε. Ψηλάφισε με τα ακροδάχτυλα τις τρύπες από τα καρφιά, εκεί που κάποτε είχε καρφώσει τις λίρες του και σταμάτησε. Μέσα του πάλευε το θεριό της θάλασσας με την ρουτίνα της καθημερινότητας της στεριάς. Μέσα του πάλευε ο άντρας με τα αποκαΐδια της ψυχής του. Δεν μίλησε. Σηκώθηκε απότομα και βιαστικά, φίλησε σταυρωτά τη Καλοτίνα, παλιά του συνήθεια και σήκωσε το χέρι για ένα «γεια» στους υπόλοιπους σαν ανέβαινε τα δυό μικρά σκαλοπάτια προς την έξοδο. Έκλεισε την πόρτα πίσω του απαλά. Σε λίγο ακούστηκαν τα βήματά του στα πεζοδρόμιο. Τα τακούνια δεν κουδούνιζαν πια, αλλά το τακ – τακ ακουγόταν δυνατά, χωρίς διακοπές από το χωλό πόδι.
Σε λίγο είχε φτάσει στον καφενέ του. σήκωσε το σκουριασμένο και σκονισμένο ρολό που κάλυπτε τα τζάμια και ξεκλείδωσε την πόρτα. Έτριξε και χρειάστηκε λίγο σπρώξιμο με τον ώμο. Η μυρωδιά από το αλκοόλ, τον χτύπησε στη μύτη. Χαμογέλασε, αυτή ήταν πια η ζωή του. Πήγε στον πάγκο του και με την πετσέτα καθάρισε λίγο. Σε ένα μικρό ποτηράκι έχυσε λίγη ρακή από το μπουκάλι με το μακρόστενο μεταλλικό στόμιο. Ήπιε μια γουλιά σαν να το δοκίμαζε και μετά χωρίς καθυστέρηση, σήκωσε το κεφάλι και το κατέβασε στο λαρύγγι μονομιάς. Πρωί ήταν αλλά φάνηκε ότι το χρειαζόταν για να πάρει δυνάμεις. Τακτοποίησε τις καρέκλες και έβγαλε κάποια μεταλλικά στρογγυλά τραπέζια στο πεζοδρόμιο που ήταν αρκετά φαρδύ σαν αυλή. Έβαλε τα χέρια στη μέση και σήκωσε το βλέμμα προς το τελωνείο και τον στενό λιμενοβραχίονα που ήταν γεμάτος με μπάλες από κεραμίδια, τούβλα και άλλα οικοδομικά υλικά που κάποιο καΐκι είχε φέρει από τη Κω. Τα τρεχαντήρια ήταν δεμένα το ένα δίπλα στο άλλο και τα κατάρτια τους έμοιαζαν με δάσος που το κάθε «δέντρο» του κουνιόταν στο δικό του ρυθμό και κατεύθυνση, ανάλογα με τις ορέξεις της θάλασσας.
Του άρεσε το θέαμα και προσπάθησε να το απολαύσει, μέχρι να μπει ο πρώτος πελάτης. Οι πιτσιρικάδες έτρεχαν πάνω στο τσιμέντο γύρω από τα καΐκια και προσπαθούσαν να κλέψουν αν μπορούσαν κάτι που ίσως και να τους ήταν χρήσιμο, καμιά λινάτσα, κανένα χοντρό σκοινί ή καμιά «γάσα21», να παίξουνε τους κλέφτες και τους χωροφύλακες. Πολλές φορές σιγοντάριζαν τα σκάφη που κουβαλούσαν φρούτα και λαχανικά, έκλεβαν κανένα σταφύλι από τα καφάσια και έτρεχαν με φωνές, τρώγοντάς το χωρίς καν να το πλύνουν. Η ξυπολυσιά και το πλύσιμο των φρούτων δεν ταίριαζαν.
Ένας ναύτης προσπαθούσε να καθαρίσει ξύνοντας με μια φαλτσέτα την «κόμουζα22» σε ένα χαμηλό τρεχαντήρι και κάθε τόσο τράβαγε νερό από την θάλασσα με ένα κουβά και το έριχνε πάνω στο «μπουλμέ23». Το μικρό σκάφος είχε γίνει ψαράδικο πια, περνούσε τον καιρό του στα νησάκια της περιοχής πιάνοντας με δίχτυα και καθετές, από χταπόδια και μικρόψαρα, μέχρι σκαθάρια και σκάρους. Το είχαν δυό αδέρφια, ο ναύτης που καθάριζε και ένας άλλος που ερχόταν στο σκάφος με πατερίτσες, σέρνοντας και τα δυό του πόδια, χτυπημένος και αυτός όπως τόσοι άλλοι, από την μηχανή. Πουλούσαν τα ψάρια και έτσι προσπαθούσαν να ζήσουν την οικογένειά τους. Ο Κλεάνθης κούνησε το κεφάλι του. Ήξερε ότι σε λίγο θα έρχονταν κι αυτοί στο μαγαζί του για ένα ποτήρι κρασί, να ξεχάσουν τον πόνο και τη φτώχεια τους.
Μπήκε στον καφενέ και έβαλε καινούργια ταινία στο φως, να κολλάνε οι μύγες. Η πόρτα ήταν ανοικτή και δεν άκουσε τον Σκεύο τον Χατζηγιώργη που μπήκε, μέχρι που η φωνή του γέρο καπετάνιου ( «μηχανικός» ήταν αλλά όλοι τον φώναζαν καπετάνιο», τον καλημέρισε:
«Καλημέρα Κλεάνθη, ίντα κάμεις μαθές;»
«Καλημερίζω τον Σκεύο τον καπετάνιο. Κάθισε μαθές, να εκεί που έχει φως»
Ο «καπετάνιος», άφησε τις πατερίτσες του πλαγιασμένες στη διπλανή καρέκλα, έβγαλε ένα πακέτο με τσιγάρα, από τα μικρά, με τα δέκα τσιγάρα μέσα, άναψε ένα και κοίταξε τον καπνό που υψωνόταν γαλάζιος και ανάλαφρος, προς το ταβάνι. Ο Κλεάνθης παρατήρησε πως ο «καπετάνιος» είχε ακόμα καρφωμένες τις λίρες στα τακούνια, αλλά δεν κουδούνιζαν, όπως δεν περπατούσαν και τα πόδια του. Τον είχε κι αυτόν φάει η «Βαρβάρα» η άτιμη.
«Να φέρω το καφεδάκι σου κυρ Σκεύο;»
«Ναι παιζάτσι μου ΄φερτον να ανοίξει το μάτι. Να ξυπνήσουμε Κυριακάτικα…»
Μετά γύρισε το βλέμμα προς το λιμάνι, σαν να περίμενε τους φίλους του, ή κάποιον καπετάνιο να τον πάρει σε ταξίδι. Τι κι αν τα χρόνια του βάραιναν τους ώμους, η ψυχή του λαχταρούσε τα πελάγη και τον «βούτθο23».  Ακούμπησε τον αγκώνα στην διπλανή καρέκλα και βολεύτηκε όσο πιο καλά μπορούσε
«Σήκω και δεν σου πρέπουσι του τάφου τα λιβάνια,
Μονάχα σου ταιριάζουσι του γάμου τα στεφάνια.
Πάγαινε Μιχάλη κι ας γενεί το χώμα σου λιβάνι.
Να ‘νοίξει ο Παράδεισος και μέσα να σε βάλει.

Δεν κλαίμε Θέμελη που πόθανες
Γιατί ποθαίνουν κι άλλοι
Μον’ κλαίμε κι οδυρόμαστε
Που σε σαούρωσαν μέσα εις το τσουβάλι.

Χωρίς παπά, χωρίς σταυρό και μνήμα
Κι είν’ μεγάλη η πίκρα μας κι είναι βαρύ το κρίμα

Ας σ’ έφερναν και σένανε, Θέμελη στα Λινάρια
Ως φέρασι τον κύρη σου και κλαίγαν τα πουντάρια
Ο «καπετάνιος» σιγοτραγούδαγε και το μυαλό του ταξίδευε στους παλιούς του φίλους, εκείνους τους συντρόφους του στην Μπαρμπαριά. Και ήταν μελωδική η φωνή του, αγγελική κι ας έσπαγε κάθε λίγο από τα κλάμα. Και το κλάμα αυτό δεν φαινόταν με δάκρυα, ήταν μέσα του, χρόνια τώρα, από τότε που η θάλασσα του πήρε την υγειά του. «Φίδι» που σέρνεται στην άμμο, έλεγε τον εαυτό του και σαύρα άχρηστη που βασάνιζε την οικογένειά του.
Ο Κλεάνθης έφτασε με τον καφέ και τον άφησε στο τραπεζάκι.