Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟΥ
ΧΙΤΛΕΡ












Στις 16 Απριλίου 1945 ο Σοβιετικός στρατός εξαπέλυε την τελική του έφοδο για την κατάληψη της «καρδιάς» του Γ΄ Ράιχ, του Βερολίνου. Τις τελευταίες εβδομάδες η ατμόσφαιρα στην Γερμανική πρωτεύουσα είχε εξελιχθεί σε ένα μείγμα κόπωσης, φρικτής προαίσθησης και απόγνωσης. Περισσότεροι από 3.000.000 Βερολινέζοι ανέμεναν την τρομερή τους μοίρα, ωστόσο ανάμεσά τους υπήρχαν κι εκείνοι που θα έδιναν την τελευταία τους μάχη με φανατισμό και πίστη στην «τελική νίκη». 
Λίγο πριν την Σοβιετική επίθεση, ο Σουηδός Στρατιωτικός ακόλουθος ανέφερε στον προϊστάμενο του στη Στοκχόλμη ότι ο « καλοπροαίρετος von Tippelskirch μας προσκάλεσε για μία ακόμη φορά στο Mellensee. Πήγα περισσότερο από περιέργεια, παρά για κάποιον άλλο λόγο. Δεν περίμενα ν’ ακούσω τίποτε το ενδιαφέρον μιας και όλα αλλάζουν τώρα, από την μια στιγμή στην άλλη. Το βράδυ ήταν τραγικό. Η ατμόσφαιρα ήταν απελπιστική. Οι περισσότεροι Γερμανοί δεν επεχείρησαν καν να υποκριθούν και να κρατήσουν τα προσχήματα, αλλά εξέθεταν την κατάσταση όπως είχε ακριβώς. Κάποιοι μέθυσαν αναζητώντας παρηγοριά στο αλκοόλ».
Kurt von Tippelskirc 
Ένας άλλος μάρτυρας εκείνων των ημερών, ο Λεόν Ντεγκρέλ, αρχηγός των Βαλλώνων SS, θυμάται: «Το ξενοδοχείο Άντλον λειτουργούσε ακόμα παρά τις βόμβες και τις οβίδες που έπεφταν καταμεσίς των δρόμων. Στο λαμπρά φωτισμένο εστιατόριο, σερβιτόροι με σμόκιν και maître d’ hotel με φράκο συνέχιζαν με επισημότητα και απάθεια να σερβίρουν βασιλικά πορφυρές φέτες από kohlrabi μέσα στα τεράστια πιάτα για τις κρατικές περιστάσεις. Όλα βρίσκονται σε τάξη, διακριτικώς, δίχως μια διαπεραστική λέξη ή ένα σημάδι βιασύνης. Αύριο ή μεθαύριο το κτίριο ήταν πιθανόν να γινόταν παρανάλωμα του πυρός. Ή αλλιώς κάποιος πλατυπόδαρος βάρβαρος θα έμπαινε ορμητικά μέσα στη χρυσοποίκιλτη αίθουσα. Αλλά η bon ton ήταν ακόμα bon ton.
Ήταν εντυπωσιακό. Η συμπεριφορά του Γερμανικού λαού, η αυτοκυριαρχία τους και η αυτοπειθαρχία τους, μέχρι και στις πιο ήσσονος σημασίας μικρές λεπτομέρειες και ως την τελευταία στιγμή, θα είναι μια ευγενής ανάμνηση του ανθρώπινου είδους για όλους εκείνους που έζησαν το τέλος του Γ’ Ράιχ. Ούτε το ελάχιστο σημάδι πανικού φάνηκε στο Βερολίνο κατά την κατάρρευση. Παρ’ όλα αυτά ποιός θα μπορούσε ακόμα να έχει αμφιβολίες για το αποτέλεσμα της μάχης; Οι αμυντικές οχυρώσεις στα προάστια ήταν αστείες. Οι δυνάμεις πεζικού ήταν μηδαμινές. Ο αριθμός των αρμάτων μάχης ήταν ασήμαντος. Γύρισα οδηγώντας από την βομβαρδισμένη πόλη τη νύχτα εκείνη. Πήγα μάλιστα τόσο μακριά ως το Πότσνταμ. Ούτε ένα ίχνος λεηλασίας. Ούτε μια φωνή πανικού. Οι ηλικιωμένοι άντρες του Volkssturm και τα αγόρια της Χιτλερικής νεολαίας περίμεναν για τον εχθρό, με τα πάντσερφάουστ στα χέρια τους, τόσο σοβαροί όσο οι σπουδαίοι Τεύτονες Ιππότες.
Εκπαίδευση τωνVolkssturm σε Panzerfaust 

Το πρωί το ηλεκτρικό ρεύμα κόπηκε και τα τηλέφωνα έπαψαν να λειτουργούν. Εκατοντάδες εχθρικών αεροπλάνων πέταξαν πάνω από τις στέγες αφήνοντας πολλαπλές λευκές γραμμές. Οβίδες έπεφταν από παντού. Οι χιλιάδες των Σοβιετικών όπλων του πυροβολικού δημιουργούσαν μια παρανοϊκή φασαρία. Τα άρματα μάχης βρυχήθηκαν στα προπύλαια της πόλης. Φυγάδευσα τους άντρες μου.
Στη μία η ώρα το απόγευμα άφησα το Άντλον. Ένας από τους Γερμανούς φίλους μου, ένας σοβαρά ανάπηρος άντρας (ο οποίος είχε δεχτεί είκοσι μια σφαίρες στο σώμα, στη Μόσχα το 1941), είχε έλθει να με αποχαιρετήσει κάτω από το πυρ των πολυβόλων. Συνοδευόταν από κάποιες γοητευτικές κοπέλες από το Βερολίνο, κατάφορτες με τις ποιητικές εσοδείες της Άνοιξης. Διακόσμησαν όλη την πρόσοψη του μικρού μου Φολκσβάγκεν με κόκκινες τουλίπες και εκατοντάδες πορφυρών πανσέδων με χρυσαφένιο κέντρο. Χαμογελούσαν, απλές και θαρραλέες. Το Ράιχ εξανεμιζόταν, το Βερολίνο έπεφτε, οι χειρότεροι εξευτελισμοί περίμεναν την κάθε μια από κείνες, αλλά με ζήλο, λεπτεπίλεπτες και όμορφες, εξακολουθούσαν να φέρνουν άνθη».
Λίγο πριν τα τελευταία γενέθλια του Χίτλερ, η Γερμανία ήταν πια κομμένη στα δύο. Μόνο μια στενή λωρίδα γης χώριζε πλέον τους Αμερικάνους που είχαν φτάσει στον Έλβα, από τους Σοβιετικούς που ήταν ήδη στον Νάϊσε και απειλούσαν τη Δρέσδη και το Βερολίνο. Ύστερα από ένα καταστροφικό βομβαρδισμό, που έκαψε στις αρχές Μαρτίου του 1945 το μεγαλύτερο τμήμα της Καγκελαρίας του Ράιχ, ο Χίτλερ αποφάσισε να διευθύνει την άμυνα του Βερολίνου από το τεράστιο καταφύγιο που είχε χτιστεί κάτω από την Καγκελαρία.



Το καταφύγιο ήταν οπλισμένο με σκυρόδεμα και αποτελείτο από δυο ορόφους χτισμένους δεκαπέντε μέτρα κάτω από τη γη, προστατευμένο από ένα παχύ στρώμα χάλυβα. Στα κάτω καταφύγιο ο Χίτλερ χρησιμοποιούσε οκτώ δωμάτια σε διαστάσεις σιδηροδρομικού βαγονιού, από τα δεκαοχτώ που είχε συνολικά το καταφύγιο. Μια πόρτα στην αριστερή μεριά οδηγούσε στο δωμάτιο του Χίτλερ και της Εύας Μπράουν. Η σύντροφος του Φύρερ είχε την κρεβατοκάμαρά της, μια τουαλέτα κι ένα καμαρίνι. Ο Χίτλερ διέθετε ένα  δωμάτιο ύπνου κι ένα γραφείο. Υπήρχε ακόμα μια αίθουσα αναμονής κι ένα μικρότερο δωμάτιο με χάρτες που χρησίμευε για μικρές συσκέψεις. Το καταφύγιο διέθετε τεχνητό φωτισμό, θέρμανση από αέριο γκαζιού και κλιματισμό.
Εκτός από το καταφύγιο του Φύρερ, είχαν κατασκευαστεί κι άλλα υπόγεια καταφύγια μέσα στο συγκρότημα των κυβερνητικών κτιρίων. Υπήρχε το καταφύγιο της Καγκελαρίας του Κόμματος όπου διέμενε ο Μάρτιν Μπόρμαν και το επιτελείο του μαζί με τους υπόλοιπους αξιωματικούς υπηρεσίας και τους φρουρούς των SS, καθώς και ένα τρίτο κατφύγιο όπου ζούσε το προσωπικό της Καγκελαρίας.
Στο Fuhrerbunker (καταφύγιο του Φύρερ), θα παιζόταν εκείνες τις βροχερές μέρες του Απριλίου του 1945, η τελευταία σκηνή του Ναζιστικού μελοδράματος. Στριμωγμένος ο Χίτλερ μέσα στα στενά όρια της υπόγειας κάμαρας του, αναρωτιόταν για τα λάθη και τις επιλογές του στις αρχές του πολέμου. Ο Χίτλερ είχε πραγματικά, το 1940 τις μεγαλύτερες πιθανότητες να επιβάλλει στην Ευρώπη τους δικούς του νόμους. Ωστόσο κι αυτός με τη σειρά του, όπως παλαιότερα και ο Ναπολέων, συσσώρευσε τόσα πολλά λάθη, ώστε ευτυχώς για τους αντιπάλους του η ζυγαριά έκλινε. Ρίχνοντας τις λεγεώνες του πολύ αργά εναντίον των ορδών του Στάλιν, έσφαλε από υπερβολική αισιοδοξία και δεν φρόντισε να προετοιμάσει καν μια  χειμερινή εκστρατεία. Ο «στρατηγός χειμώνας» του σκότωσε  περισσότερους στρατιώτες από τον Ζούκωφ και τον Κόνιεφ.
Την ατμόσφαιρα του καταφυγίου εκείνες τις τελευταίες μέρες την περιγράφει στις αναμνήσεις του ένας νεαρός υπαξιωματικός της Βέρμαχτ που ήταν αποσπασμένος στο υπόγειο αρχηγείο του Φύρερ για να ετοιμάζει επιτελικούς χάρτες.

Georgy Constantinovich Joucov 1896-1974 - Στρατάρχης τού Σοβιετικού Στρατού


Ivan Stepanovich Konev (Russian: Ива́н Степа́нович Ко́нев)Στρατηγός του Σοβιετικού Στρατού

Ο Γκέρχαρντ Μπολτ αναφέρει: «Είναι 4 μ. μ. και οι περισσότεροι από αυτούς που πρόκειται να πάρουν μέρος στη σύσκεψη, έχουν συγκεντρωθεί στον προθάλαμο. Στέκονται ή κάθονται μαζί κατά ομάδες, κουβεντιάζουν και τρώνε σάντουιτς πίνοντας πραγματικό καφέ ή κονιάκ. Ο Αρχηγός μου κάνει νόημα να πλησιάσω για να με συστήσει. Περιστοιχίζεται από τον στρατάρχη Κάιτελ,

(Wilhelm Bodewin Johann Gustav Keitel, 22 Σεπτεμβρίου 1882 - 16 Οκτωβρίου 1946) ήταν Στρατάρχης του Γ' Ράιχ και αρχηγός της OKW (OberKommando Wehrmacht = Ανώτατη Στρατιωτική Διοίκηση)

τον στρατηγό Γιόντλ,

Alfred Jodl

τον ναύαρχο της μεγάλης αρμάδας Ντένιτς και τον Μπόρμαν.

Ο Μάρτιν Μπόρμαν (Martin Bormann, 17 Ιουνίου 1900 – 2 Μαΐου 1945) ήταν Γερμανός ηγέτης, επιφανές μέλος των Ναζί. Επικεφαλής της Καγγελαρίας ως εκπρόσωπος του κόμματος και ιδιαίτερος γραμματέας του Αδόλφου Χίτλερ, ο Μπόρμαν κατά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου είχε καταφέρει να αναρριχηθεί στη θέση του δεύτερου τη τάξει στο Ράιχ, αμέσως ύστερα από τον ίδιο τον Χίτλερ.

 Δίπλα τους είναι συγκεντρωμένοι οι υπασπιστές τους. Σε μια γωνιά κοντά σε ένα τραπέζι πάνω στο οποίο βρίσκεται το τηλέφωνο, ο Χίμλερ μιλάει στον Φέγκελαιν,


Hans Georg Otto Hermann Fegelein (30 October 1906 – 28 April 1945)

τον στρατηγό των SS και μόνιμο εκπρόσωπο του Χίμλερ στον Χίτλερ. Ο Φέγκελαιν είναι νυμφευμένος με μια αδερφή της Εύας Μπράουν, της μέλλουσας συζύγου του Χίτλερ. Όλη του η στάση επιδεικνύει κιόλας την αλαζονική σιγουριά ενός κουνιάδου του αρχηγού του Γερμανικού Ράιχ. Ο Κολντερμπρούνερ, (Ernst Kaltenbrunner), ο τρομερός αρχηγός της Ασφάλειας του Ράιχ, στέκεται μόνος του παράμερα διαβάζοντας ένα έγγραφο.

Ernst Kaltenbrunner

O Dr. Jur. Ερνστ Κάλτενμπρουνερ (Ernst Kaltenbrunner, 4 Οκτωβρίου 1903 - 16 Οκτωβρίου 1946)[1] ήταν Αυστριακός νομικός και πολιτικός, αρχηγός των SS στη χώρα του. Έφτασε έως το βαθμό του αντιστρατήγου των SS (Obergruppenführer). Διετέλεσε επικεφαλής του πανίσχυρου Κεντρικού Γραφείου Ασφαλείας του Ράιχ (Reichssicherheitshauptamt - RSHA) από το 1943 κι είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη του Χίτλερ. Μετά την κατάρρευση του ναζιστικού καθεστώτος δικάστηκε στη Δίκη της Νυρεμβέργης και καταδικάστηκε σε θάνατο με απαγχονισμό.


Ο Λόρεντς, ο μόνος υπαρχηγός Τύπου του Ράιχ παρά τω Χίτλερ, συνομιλεί με τον συνταγματάρχη Τσάντερ, τον αναπληρωτή του Μπόρμαν. Ο στρατάρχης του Ράιχ, Γκαίρινγκ κάθεται σε ένα στρογγυλό τραπέζι στο κέντρο του προθάλαμου, μαζί με τους επιτελάρχες του, τους στρατηγούς Κόλερ και Κρίστιανς. Ο εξέχων υπασπιστής του Χίτλερ. Στρατηγός Μπούργκντορφ, διασχίζει τώρα τον προθάλαμο και χάνεται μέσα στο γραφείο. Λίγο μετά εμφανίζεται στο άνοιγμα της πόρτας: «Ο Φύρερ ζητά την παρουσία σας!». Ο Γκαίρνγκ προπορεύεται και όλοι οι άλλοι ακολουθούν κατά σειρά αξιώματος.

Hermann Wilhelm Göring

Ο Χίτλερ στέκεται μόνος στο κέντρο του τεράστιου δωματίου, στραμμένος προς τον προθάλαμο. Οι άνδρες πλησιάζουν με τη σειρά κι εκείνος τους χαιρετά όλους σχεδόν με χειραψία, σιωπηλά, χωρίς καμιά κουβέντα καλωσορίσματος. Κάπου – κάπου μόνο κάνει κάποια ερώτηση και παίρνει την απάντηση «μάλιστα Φύρερ» ή «όχι Φύρερ». Εγώ παραμένω όρθιος δίπλα στην πόρτα και περιμένω για όσα μέλλουν να συμβούν. Σίγουρα πρόκειται για μια από τις πιο σημαντικές στιγμές της ζωής μου. Ο στρατηγός Γκουντέριαν μιλά με τον Χίτλερ προφανώς για μένα, καθώς κοιτάζει προς το μέρος μου.

Heinz Wilhelm Guderian

 Ο Γκουντέριαν μου κάνει νόημα να πάω κοντά στον Χίτλερ. Εκείνος κάνει μερικά συρτά βήματα προς το μέρος μου, αργά και με πολύ κυρτωμένους τους ώμους του. απλώνει το δεξί του χέρι και με κοιτάζει με ένα παράξενο διαπεραστικό βλέμμα. Η χειραψία του είναι αδύναμη και άτονη, χωρίς σθένος. Το κεφάλι του έχει ένα ελαφρύ τρέμουλο. Αυτό μου χτύπησε ακόμα περισσότερο αργότερα, όταν είχα την ευκαιρία να τον παρατηρήσω. Ο αριστερός του βραχίονας κρέμεται χαλαρά και η παλάμη του τρέμει αρκετά. Στα μάτια του υπάρχει μια απροσδιόριστη λάμψη, που δημιουργεί μια τρομερή και εντελώς αφύσικη εντύπωση. Το πρόσωπό του και ιδιαίτερα τα σημεία γύρω από τα μάτια δίνουν την εντύπωση της πλήρους εξάντλησης. Όλες οι κινήσεις του φανερώνουν έναν άνθρωπο που πάσχει από γεροντική άνοια».


Ο Μέγας Ναύαρχος (Grossadmiral) Καρλ Ντένιτς (Karl Dönitz, 16 Σεπτεμβρίου 1891 - 24 Δεκεμβρίου 1980) ήταν ο ηγέτης του στόλου υποβρυχίων (Befehlshaber der Unterseeboote) της Ναζιστικής Γερμανίας κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΓΕΝΕΘΛΙΑ ΤΟΥ ΧΙΤΛΕΡ

Την Παρασκευή 20 Απριλίου ήταν τα γενέθλια του Χίτλερ. Τα περισσότερα υπουργεία στα Βερολίνο είχαν ήδη εκκενωθεί, ενώ τα φορτηγά μεταφοράς είχαν προκαλέσει συμφόρηση στις οδικές αρτηρίες. Τυλιγμένος σε ένα γκρίζο μανδύα, με τον γιακά ανασηκωμένο, ο Χίτλερ ανέβηκε την στριφογυριστή σκάλα του «μπούνκερ» ως τον κήπο της Καγκελαρίας. Πίσω του ακολουθούσε ο πιστός του Γκαίμπελς.
Η ατμόσφαιρα στην Γερμανική πρωτεύουσα ήταν πηχτή από την σκόνη και τον καπνό εκατοντάδων πυρκαγιών. Μια μικρή παράταξη νεαρών ανδρών των SS και ροδαλών αγοριών της Χιτλερικής Νεολαίας περίμεναν την παρασημοφόρησή τους για την γενναιότητα που επέδειξαν στο πεδίο της μάχης. Ένας φωτογράφος της Wochenschau (Εβδομαδιαία Επικαιρότητα), αποθανάτισε τη σκηνή, καθώς ο Χίτλερ βάδιζε κατά μήκος της παράταξης κι ενώ ο αρχηγός της Hitlerjungend, Άξμαν επαινούσε τους νεαρούς μαχητές.
ARTHUR AXMANN




 Ο Χίτλερ ζήτησε συγγνώμη που δεν μπορούσε να μιλήσει πολύ δυνατά, προσπάθησε να χαμογελάσει και υποσχέθηκε ότι η τελική νίκη θα ήταν δική τους. Παρόντες στη θλιβερή αυτή σύναξη ήταν ακόμη ο Γκαίρινγκ και ο Χίμλερ. Αφού τελείωσε η επιθεώρηση, ο Χίτλερ αποσύρθηκε στο δωμάτιο συσκέψεων όπου δέχτηκε τους κυριότερους υπουργούς του και τους Νταίνιτς, Κάιτελ και Γιόντλ. Ήταν λίγο μετά τις 4 μ. μ. και ο Χίτλερ αντάλλαξε χειραψία με όλους. Με τον Καιτέλ ήταν ιδιαίτερα φιλικός. «Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ», του είπε. «Δεν θα ξεχάσω ποτέ ότι με έσωσες τότε με την συνωμοσία και ότι μ’ έβγαλες έξω από το Ράστενμπουργκ. Αυτές ήταν οι σωστές αποφάσεις και οι σωστές ενέργειες για τότε». Συγκινημένος ο Καιτέλ έκανε ένα υπαινιγμό ότι ήταν καιρός να φύγει ο Φύρερ από το Βερολίνο για να συνεχίσει την αντίσταση στη Νότιο Γερμανία. Ο Χίτλερ τον διέκοψε απότομα λέγοντας: «Καιτέλ ξέρω τι θέλω, θα πολεμήσω μπροστά από το Βερολίνο, μέσα στο Βερολίνο και πίσω από το Βερολίνο!».
Η σύσκεψη άρχισε αμέσως. Τα νέα ήταν ανησυχητικά. Από την προηγούμενη μέρα, η 9η Γερμανική στρατιά είχε αρχίσει να διασπάται, όπως ακριβώς είχε φοβηθεί ο Στρατηγός Μπούσε (Gen. Teodor Busan). Η υποχώρηση κατά μήκος και των πλευρών της Εθνικής οδού, κατέρρευσε σύντομα μέσα στον τρόμο και το χάος. Αν  δεν πετύχαινε η αντεπίθεση του Σέρνερ, η τελευταία κύρια οδός προς τον νότο θα αποκοπτόταν μέσα σε λίγες ώρες.



 Ο Χίτλερ συμφώνησε τότε στον διαχωρισμό της διοίκησης του Ράιχ. Ο Ναύαρχος Νταίνιτς κι ένα μέρος του Επιτελείου του OKW  θα έφευγαν για την Βόρεια Γερμανία, οι υπόλοιποι θα διοικούσαν τη χώρα από τον Νότο.  Ο ίδιος άφησε την εντύπωση ότι θα ακολουθούσε έγκαιρα. Ο σμήναρχος φον Μπέλοβ (von Bilov), ένας από τους υπασπιστές του Φύρερ στο υπόγειο καταφύγιο, είπε αργότερα στον Σπέερ πως οι περισσότεροι και ιδιαίτερα ο Μάρτιν Μπόρμαν, εξακολουθούσαν να προσπαθούν απελπισμένα να πείσουν τον Χίτλερ πως έπρεπε ν’ αναχωρήσει για το Μπερχτεσγκάντεν. Ωστόσο, ο πρώτος που θα έφευγε για τον Νότο εκείνη την μέρα θα ήταν ο Γκαίρινγκ με μία φάλαγγα φορτηγών που μετέφεραν την περιουσία του. Ο Ρόχους Μις, ο τηλεφωνητής του καταφυγίου θυμόταν πως εκείνη την μέρα ήταν τόσα πολλά τα τηλεφωνήματα που δέχτηκε ο Χίτλερ από ολόκληρη την Γερμανία, που αναγκάστηκε να μείνει στο τηλεφωνικό κέντρο και μετά το τέλος της υπηρεσίας του. Στο «μπούνκερ» εκείνη την μέρα έφτασε ακόμα μια επιστολή από ένα παλιό σύντροφο του Φύρερ που εκπροσώπησε τον Χίτλερ σε κάποιες δίκες που έγιναν κατά τα έτη 1920 – 23. Ο δικηγόρος Β. φον Τσέτσβιτς από το Μόναχο απευθύνθηκε στον Χίτλερ με την ελπίδα της τελικής νίκης. Η επιστολή έγραφε:
«Φύρερ μου
Η 20η Απριλίου έρχεται αυτή τη φορά σε μια περίοδο που η δοκιμασμένη και αποδεδειγμένη δύναμη της θέλησης σας για την συνέχεια του Αγώνα απαιτεί την ίδια δύναμη από όλους εμάς τους συντρόφους. Είμαστε όλοι μας πεπεισμένοι ότι με την πεφωτισμένη ηγεσία σας ο εχθρός στην κρίσιμη και αποφασιστική αυτή στιγμή θα εκδιωχθεί από την γερμανική πατρίδα μας. Εύχομαι ο Θεός να σας διατηρεί υγιή για την επίτευξη των ευγενών σκοπών σας! Ζήτω η Νίκη! (Sieg Heil).
Ο πιστός σας Β. φον Τσέτσβιτς.
Τέτοιου είδους όμως επιστολές έμπρακτης και απόλυτης αφοσίωσης εκείνες τις ημέρες ήταν πολύ σπάνιες. Στο βιβλίο των επισκεπτών της Καγκελαρίας κατά την ημέρα των τελευταίων γενεθλίων του Φύρερ μόνο τρεις ξένοι διπλωμάτες υπέγραψαν. Ο εκπρόσωπος της Αφγανικής κυβέρνησης, ο πρόεδρος της Ταϋλάνδης, κι ένας Ιάπωνας αξιωματικός του Ναυτικού, ακόλουθος στην Ιαπωνική πρεσβεία.
Την επόμενη μέρα, Σάββατο 21 Απριλίου, ο Χίτλερ διέταξε να πραγματοποιηθεί αντεπίθεση από τις μονάδες του στρατηγού Στάϊνερ στα νότια της πόλης. «Κάθε αξιωματικός, ο οποίος κρατά πίσω του τους άντρες του, θα το πληρώσει με τη ζωή του», είπε στους αξιωματικούς που έλαβαν μέρος στη σύσκεψη. Η πίστη του Χίτλερ σε μια δυνατότητα τροπής των πραγμάτων, υπήρξε αμετάβλητη. Η πίστη αυτή στον εαυτό του, είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο υπερβολής που όταν κάποτε, ενώ σφύριζε ένα κλασσικό σκοπό, η γραμματέας του, του επεσήμανε κάποιο λάθος στη μελωδία, ο Χίτλερ της απάντησε: «Το λάθος δεν είναι δικό μου, είναι του συνθέτη».
Αυτή η παρανοϊκή, υπερφυσική και απόκοσμη πίστη στο πεπρωμένο του, τον οδήγησε σε πολλές μοιραίες αποφάσεις κατά το παρελθόν. Για τον Στρατάρχη Κάιτελ ήταν ένας ξεχωριστός άνθρωπος, ανώτερος ίσως από τον Βίσμαρκ και τον Φρειδερίκο τον Μεγάλο. Πολύ αργότερα στην Νυρεμβέργη κι ενώ ανέμενε την εκτέλεσή του, απεκάλυψε στον Αμερικανό ψυχίατρο Λίον Γκόλντεσον, (Leon Goldensohn),


Leon Goldensohn

 ότι αναμφισβήτητα ο Χίτλερ ήταν «ένας άνθρωπος προικισμένος με εξώκοσμη δύναμη θέλησης, ο οποίος όποτε έβαζε κάτι στο μυαλό του, έπρεπε να το πετύχει. Ο Χίτλερ είχε προσωπική γοητεία, λάτρευε τα παιδιά, κατακτούσε τις γυναίκες. Σε πολιτικά ζητήματα δεν σταματούσε μπροστά σε τίποτα, μπροστά σε κανένα εμπόδιο. Κατά τα άλλα όμως είχε τρυφερά κι ευγενικά αισθήματα. Όσο ανελέητος ήταν στις πολιτικές του επιδιώξεις, τόσο ανθρώπινα ευαίσθητος ήταν για τα αισθήματα του απλού λαού, για την ζωή του απλού ανθρώπου». Ένας άνθρωπος σαν τον Χίτλερ δεν θα μπορούσε να έχει διαφορετικό τέλος απ’ αυτό που ο ίδιος προετοίμασε και σκηνοθέτησε. Όπως είπε ο Γκαίρινγκ στον Γκόλντενσον, στις 27 Μαΐου 1946, σε καμία περίπτωση δεν θα χαρακτήριζε την πράξη του σαν πράξη δειλίας. «Μπορείτε να φανταστείτε έναν άνθρωπο, σαν τον Χίτλερ κλεισμένο στη φυλακή; Ο Χίτλερ ήταν το πνεύμα και το σύμβολο της Γερμανίας. Δεν πέρασαν τον Κάϊζερ Γουλιέλμο από δίκη μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και ούτε δικάζουν τώρα τον Αυτοκράτορα Χιροχίτο στην Ιαπωνία. Αν όμως ο Χίτλερ ήταν ζωντανός, θα τον είχαν πιθανόν δικάσει». Ο Γκαίρινγκ ήταν πεπεισμένος ότι ολόκληρη η ζωή του Χίτλερ ήταν αφιερωμένη στο Γερμανικό έθνος κι αντιπαθούσε τους λιποτάκτες τύπου Σπέερ ή Σίραχ που απέδειξαν πόσο χολερικοί ήταν στην Νυρεμβέργη.
Η πρώτη σοβιετική οβίδα «προσγειώθηκε» στο Βερολίνο στις 11.30 της 20ης Απριλίου, στην πλατεία Χέρμαν, αποτελώντας το δώρο των γενεθλίων των Σοβιετικών προς τον «Φύρερ». Στο μεταξύ οι Σοβιετικοί, οι οποίοι δεν είχαν έτσι και αλλιώς τέτοιου τύπου φιλοσοφικές ανησυχίες, συνέχιζαν ακάθεκτοι να προελαύνουν, λες και δεν ένιωθαν τίποτα από την τραγικότητα και την ιερότητα της στιγμής των τελευταίων γενεθλίων του «Φύρερ».
Το αρχηγείο της Ανωτάτης Διοίκησης στο Τσόζεν θα καταλαμβάνονταν από λεπτό σε λεπτό από τις σοβιετικές δυνάμεις. Ο επικεφαλής του λόχου στρατηγείου επικοινώνησε με τον Κρεμπς και του ζήτησε την άδεια να εγκαταλείψει το αρχηγείο, αφού πρώτα καταστρέψει τα αρχεία και το υλικό.
Ο Κρεμπς όμως του αρνήθηκε την άδεια.
Έπρεπε να ενημερώσει πρώτα τον «Φύρερ» και να δώσει εκείνος την διαταγή υποχώρησης ενός λόχου. Τελικά η διαταγή υποχώρησης δόθηκε στις 13.00, 8 ολόκληρες ώρες μετά το πρώτο τηλεφώνημα. Ως τότε βέβαια είχαν χαθεί τα 4/5 των ανδρών του λόχου. Το γεγονός εντασσόταν στα πλαίσια της φανατικής αντίστασης που έπρεπε να προβληθεί, έστω και χωρίς ουσιαστικό, πρακτικό αντίκρισμα.
Σοβιετικό πυροβολικό εν δράσει 

Η 9η Γερμανική Στρατιά, ηττημένη και καταπονημένη, η οποία τηρούσε το ενώπιον του Βερολίνου μέτωπο, στις 16 Απριλίου, δεν ήταν σε θέση να κρατήσει πλέον τις θέσεις της.

Ο διοικητής της ομάδα στρατιών του Βιστούλα, στην οποία εντασσόταν η στρατιά, στρατηγός Χαϊνρίτσι, επικοινώνησε επίσης με τον Κρεμπς ζητώντας του να πείσει τον Χίτλερ να εγκρίνει την υποχώρηση της στρατιάς σε νέες θέσεις εγγύτερα του Βερολίνου.
Στο διάστημα μεταξύ 20 και 23 Απριλίου πραγματοποιήθηκαν 20 πτήσεις από το πολιορκημένο Βερολίνο προς την ελεύθερη Γερμανία. Με ένα από τα αεροσκάφη μεταφέρονταν η γκαρνταρόμπα της Εύα Μπράουν, της υπέροχα έξυπνης άριας , μετέπειτα συζύγου του Χίτλερ.



Δυστυχώς για αυτήν, το αεροσκάφος κατέπεσε. Αγωνιώντας για την τύχη της γκαρνταρόμπας της η Εύα , έγραψε στην αδερφή της Γκρετλ, την εξής απίστευτη επιστολή : « Έφτασε ο Άρντ (υπηρέτης του Χίτλερ που ταξίδευε με το μοιραίο αεροσκάφος) με την επιστολή μου και τις βαλίτσες μου ; Εδώ ακούσαμε ότι το αεροσκάφος καθυστέρησε.
Ελπίζω ο Δρ. Μορέλλ (γιατρός του Χίτλερ, ο οποίος ταξίδευε με άλλο αεροσκάφος) να φτάσει σε εσάς ασφαλής με τα κοσμήματα μου. Θα ήταν πραγματικά τρομερό αν χανόταν»!

Ο ΧΙΤΛΕΡ ΧΑΝΕΙ ΤΟΝ ΕΛΕΓΧΟ

Την Κυριακή 22 Απριλίου 1945, ο Γκαίμπελς μαζί με την γυναίκα του Μάγδα και τα έξη παιδιά τους μετακόμισαν οριστικά στο υπόγειο καταφύγιο του Χίτλερ. Τρεις μέρες νωρίτερα η Μάγδα Γκαίμπελς τηλεφώνησε στη βίλλα τους στο Σβανενβέρντερ και έδωσε εντολή στην τροφό των παιδιών της να μαζέψει τα πράγματά τους και να φέρει τα παιδιά στην Γερμανική πρωτεύουσα. Η γιαγιά των παιδιών και μητέρα της Μάγδας, Αυγούστα, τα αποχαιρέτισε κλαίγοντας. Θα ήταν η τελευταία φορά που τα έβλεπε.


Στη μεσημεριανή σύσκεψη της 22ας Απριλίου, ο Χίτλερ έχασε κάθε έλεγχο της κατάστασης. Για μερικά λεπτά παράμεινε σιωπηλός, μετά σύρθηκε αργά και σωριάστηκε με θόρυβο στην καρέκλα του. Μόλις είχε ενημερωθεί ότι ο Στάινερ δεν είχε ακόμα κινηθεί και οι Σοβιετικοί είχαν διασπάσει στον Βορρά τον περιμετρικό αμυντικό δακτύλιο. Για πρώτη φορά δήλωσε ανοικτά ότι ο πόλεμος είχε χαθεί. Ο Κάιτελ, ο Γιόντλ, ο Κρεμπς και ο Μπούργκντορφ συγκλονίστηκαν. Το πρόσωπό του Χίτλερ ήταν κάτασπρο σαν κιμωλία, ωστόσο συνέχισε τον μονόλογο του. θα προτιμούσε, είπε, αντί να πέσει στα χέρια των Ρώσων, να αυτοκτονούσε με μια σφαίρα στο κεφάλι. Οι στρατηγοί του δοκίμασαν να τον πείσουν πάλι να φύγει για το Μπέρχτεσγκάντεν, αλλά εκείνος είχε πάρει ήδη την απόφασή του: θα παρέμενε για να διευθύνει την άμυνα της κυκλωμένης πρωτεύουσας. Διέταξε τον Κάιτελ τον Γιοντλ και τον Μπόρμαν να φύγουν προς τον Νότο, αλλά εκείνοι αρνήθηκαν. Όποιος ήθελε όμως μπορούσε να εγκαταλείψει το καταφύγιο, ανάμεσά τους και οι γυναίκες. Τέλος ζήτησε από όλους να εγκαταλείψουν το δωμάτιο και να τον αφήσουν μόνο.
Για τον Ρόχους Μις η 22α Απριλίου ήταν σημαδιακή. Όταν οι στρατηγοί βγήκαν έξω εξαντλημένοι, οι υπασπιστές έτρεξαν να μάθουν νέα. Εκείνη τη στιγμή τηλεφώνησε ο Διοικητής της Προσωπικής Φρουράς του Χίτλερ, Φραντς Σέντλε στον Μις: «Σε λίγες ώρες θα πετάξει ένα αεροπλάνο για τον Νότο. Αν ενδιαφέρεστε μπορώ να κρατήσω μια θέση για την γυναίκα σας». Ο τηλεφωνητής του Χίτλερ δεν περίμενε περισσότερο. Άφησε ένα συνάδελφο στο τηλεφωνικό κέντρο και με ένα αυτοκίνητο πήγε στο Ρούντοβ. Οι δρόμοι της πρωτεύουσας ήταν άδειοι και στο Ρούντοβ δεν βρήκε κανένα. Ο Μις υπέθεσε πως η γυναίκα του Γκέρντα και η μόλις ενός έτους κόρη του Μπριγκίτα, θα βρίσκονταν στο καταφύγιο της συνοικίας. Όταν τις βρήκε στοιβαγμένες με τους άλλους πολίτες, ανακουφίστηκε. Λίγα λεπτά αργότερα απογοητεύθηκε. Η Γκέρντα αρνήθηκε να τον ακολουθήσει, η μικρή Μπριγκίτε είχε υψηλό πυρετό και έπρεπε να την φροντίσει. Άλλωστε δεν θα μπορούσε να αφήσει τους γονείς της στο Βερολίνο μόνους. Παρόλες τις απεγνωσμένες εκκλήσεις του Μις στη γυναίκα του, η Γκέρντα παρέμεινε αμετάπειστη. Απογοητευμένος ο Μις θα επέστρεφε μόνος στο κατφύγιο και θα ενημέρωνε τον διοικητή του : «Η οικογένειά μου θα μείνει στο Βερολίνο». Ο Σέντλε δεν ρώτησε περισσότερα, ήταν απασχολημένος με την προετοιμασία της λίστας των επιβατών του αεροπλάνου. Στη θέση της Γκέρντας Μις, θα ταξίδευε ένας από τους αγαπημένους υπηρέτες του Χίτλερ, ο Βίλυ Άρντ.
Στο μεταξύ ο Χίτλερ είχε βγει από το δωμάτιό του και ζήτησε από τον ταγματάρχη Όττο Γκούνσε να φέρει τον ανώτερο υπασπιστή του, συνταγματάρχη Γιούλιους Σάουμπ. Ο Σάουμπ είχε αντικλείδι για το χρηματοφυλάκιο του γραφείου του και μαζί καταπιάστηκαν να ξεδιαλέξουν τα ιδιωτικά έγγραφα που είχε μέσα. Μερικά απ’ αυτά ο Χίτλερ τα κράτησε και τα εμπιστεύθηκε στον Σάουμπ. Τα υπόλοιπα μεταφέρθηκαν στον κήπο της Καγκελαρίας από τον Σάουμπ και δυό υπηρέτες και κάηκαν σε κλίβανο αποτέφρωσης. Όταν ο Σάουμπ επέστρεψε βρήκε τον Χίτλερ να χαϊδεύει το Walther πιστόλι που είχε πάρει από το χρηματοφυλάκιο μαζί με τα χαρτιά. Ο Σάουμπ αποχώρησε νοιώθοντας ασυναίσθητα πως ίσως είχε φτάσει η στιγμή της αυτοκτονίας του Χίτλερ.
Την 22α Απριλίου θυμάται και η Traudl Junge πολύ έντονα: «Οι πόρτες στον χώρο συνεδριάσεων του Χίτλερ είναι κλειστές. Μέσα γίνεται μια έντονη συζήτηση. Η συνάδελφός μου κυρία Κρίστιαν, η γραμματέας του Μάρτιν Μπόρμαν δεσποινίς Κρούγκερ κι εγώ καθόμαστε στην κουζίνα του διαιτολόγου του Χίτλερ και πίνουμε δυνατό καφέ. Μιλάμε περί ανέμων και υδάτων για να ξεπεράσουμε τον φόβο που μας έχει κυριεύσει. Η καθεμιά προσπαθεί ν’ αντιμετωπίσει την κατάσταση με τον δικό της τρόπο. Καμιά δεν σκέφτεται το μεσημεριανό φαγητό, παρόλο που θα έπρεπε να έχουμε φάει εδώ και μια ώρα. Η αγωνία οδηγεί ξανά τα βήματα μας μέχρι την αίθουσα συνεδριάσεων. Ακούμε φωνές. Ο Χίτλερ φωνάζει, αλλά δεν καταλαβαίνουμε τι λέει. Ο Μάρτιν Μπόρμαν βγαίνει έξω αναστατωμένος και δίνει στην δεσποινίδα Κρούγκερ κάποιες σελίδες, με την εντολή να τις δακτυλογραφήσει αμέσως. Για ένα λεπτό, τώρα που ανοίγει η πόρτα, βλέπουμε τις στολές των αξιωματικών που είναι σκυμμένοι πάνω από τον χάρτη του Βερολίνου. Η σύσκεψη μοιάζει να είναι σε αδιέξοδο.


Ο Χίτλερ ήταν τώρα πεπεισμένος για την ήττα του. Λίγες μέρες νωρίτερα (2 Απριλίου), είχε προβλέψει: «Εάν τελικά είμαστε καταδικασμένοι να νικηθούμε σε αυτόν τον πόλεμο, η ήττα μας θα αποβεί ολοσχερής. Οι εχθροί μας έχουν διακηρύξει τους στόχους τους κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην επιτρέπεται να διατηρούμε ψευδαισθήσεις σχετικά με τους σκοπούς τους. Εβραίοι, μπολσεβίκοι, καθώς και η αγέλη από τα τσακάλια που τους ακολουθούν, γαβγίζοντας στα ίχνη τους, γνωρίζουμε ότι κανένας δεν θα καταθέσει τα όπλα προτού καταστρέψουν και εξοντώσουν ολοσχερώς την Εθνικοσοσιαλιστική Γερμανία, πριν την καταντήσουν ένα αξιοθρήνητο σωρό ερειπίων. Σε μια ανελέητη σύγκρουση σαν αυτή που τώρα διανύουμε, σε ένα πόλεμο κατά τον οποίο δυο διαμετρικά αντίθετες κοσμοθεωρίες συγκρούονται μεταξύ τους, η λύση είναι δυνατό να δοθεί μόνο με την πλήρη καταστροφή είτε της μιας είτε της άλλης πλευράς. Πρόκειται για ένα αγώνα ο οποίος πρέπει να ενταθεί, εξ αμφοτέρων των πλευρών, έως ότου εξαντληθούν ολοκληρωτικά. Από την πλευρά μας γνωρίζουμε ότι θα αγωνιστούμε μέχρι να πετύχουμε την τελική νίκη ή μέχρι να απολεσθεί και η τελευταία ρανίδα του αίματός μας».
Ακόμα κι εκείνες τις μέρες της θλίψης όμως, ένα από τα αρχικά χαρακτηριστικά του Χίτλερ έμεινε, ωστόσο, αμετάβλητο: η περιβόητη επίδραση του βλέμματος του. κάποιος υπασπιστής του, που τον είδε λίγες μόνο μέρες πριν αυτοκτονήσει, περιέγραψε στους ανακριτές του μετά τον πόλεμο ότι παρόλο που έμοιαζε «άρρωστος, καταπονημένος, γερασμένος… μόνο στα μάτια του υπήρχε μια απερίγραπτη λάμψη… και το βλέμμα του ήταν αλλόκοτα διαπεραστικό».
Εκείνη την Κυριακή, 22 Απριλίου, λίγο πριν από την μεσημεριανή σύσκεψη, ο Χίτλερ όρισε επίσημα την κυβερνητική περιοχή, που περιελάμβανε την Καγκελαρία του Ράιχ και το καταφύγιο, υπό την ηγεσία του υποστράτηγου Βίλχεμ Μόνκε. Ο τριαντάχρονος Μόνκε ήταν ο τελευταίος διοικητής της επίλεκτης φρουράς του Χίτλερ. Γνωρίζονταν από το 1933 και ο Χίτλερ του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Τα λόγια του Χίτλερ αποτυπώθηκαν στο μυαλό του σκληροτράχηλου υποστράτηγου: «Στρατηγέ Μόνκε, είσαι ένας επαγγελματίας στρατιώτης και ήδη φέρεις την μεγαλύτερη διάκριση που μπορεί να κερδίσει ένας Γερμανός στρατιώτης στο πεδίο της μάχης (το Σταυρό του Ιππότη). Η ζωή μου τώρα είναι στα χέρια σου. Γνωριζόμαστε από το 1933. Ως στρατιώτης προς στρατιώτη, έχω να σου ζητήσω ένα τελευταίο πράγμα καθώς σου δίνω την διοίκηση του Τσιταντέλε…». Ο Χίτλερ συνέχισε με σταθερή φωνή: «Ειλικρινά ήλπιζα να καταφέρω να παραμείνω ζωντανός και μέσα στο Βερολίνο τουλάχιστον μέχρι τις 5 Μαΐου. Υπάρχουν ιστορικοί λόγοι. Παρόλα αυτά, σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να διακινδυνέψω να με συλλάβουν ζωντανό. Μόλις καταλάβεις ότι η στρατιωτική κατάσταση είναι τέτοια που δεν θα μπορέσεις ν’ αντέξεις πάνω από εικοσιτέσσερις ώρες, πρέπει να μου το αναφέρεις αμέσως, αυτοπροσώπως. Θα υποστώ τις συνέπειες. Είναι μια προσωπική παράκληση. Ταυτόχρονα, είναι μια διαταγή».
Ο Μόνκε που πάντα ήταν ολιγόλογος, χαιρέτησε στρατιωτικά και στάθηκε προσοχή. Ο Χίτλερ του έδωσε το χέρι και ανταπέδωσε τον χαιρετισμό. Ο Μόνκε θα έδινε με αξιοπρέπεια την τελευταία μάχη για την υπεράσπιση της γερμανικής πρωτεύουσας. Με τους εναπομείναντες 2000 βετεράνους άντρες του, οχυρώθηκε στην πλατεία Πότσνταμ. Στο μεταξύ ο Γιόντλ είπε στον Χίτλερ ότι η 12η στρατιά του στρατηγού Βενκ θα μπορούσε να σταματήσει να μάχεται τους Αμερικάνους και να κατευθυνθεί σε βοήθεια του Βερολίνου. Ο Χίτλερ αναθάρρησε. Αμέσως διέταξε τον στρατάρχη να συντονίσει τις κινήσεις τις 12ης με την 9η Στρατιά, η οποία προσπαθούσε να διασπάσει την περικύκλωσή της. Ο Κάιτελ εγκατέλειψε το κρησφύγετο του Χίτλερ έχοντας μαζί του σάντουιτς, σοκολάτες και μισό μπουκάλι κονιάκ. Κατευθύνθηκε νοτιοδυτικά της πρωτεύουσας αποφεύγοντας με πολύ τύχη τα Σοβιετικά άρματα. Τις πρώτες πρωινές ώρες της 23ης Απριλίου έφτασε στο στρατηγείο του Βενκ. Ο τελευταίος άκουσε θλιμμένα τις εκκλήσεις του Κάιτελ για την ανάγκη να σωθεί ο Χίτλερ, ωστόσο περισσότερο τον ενδιέφερε ν’ ανοίξει ένα διάδρομο από τον ποταμό Έλβα μέχρι το Βερολίνο για να επιτρέψει στους άμαχους και τους στρατιώτες να διαφύγουν.
Στις 23 Απριλίου ο ραδιοφωνικός σταθμός της Πράγας, που ήταν ακόμη σε Γερμανικά χέρια, υποστήριζε ότι η απόφαση του Χίτλερ να παραμείνει στην πρωτεύουσα του Ράιχ, έδωσε μια «Ευρωπαϊκή σημασία στη μάχη». Το τελευταίο λίγη σημασία είχε για τους έγκλειστους στο «fuhrerbunker». Οι Σοβιετικοί είχαν ήδη απλωθεί στις παρυφές του Βερολίνου και το πρωί εκείνης της Δευτέρας, τηλεφώνησε στο καταφύγιο ο στρατηγός Χέλμουτ Βάϊντλινγκ, διοικητής του LVI Σώματος Τεθωρακισμένων. Ο στρατηγός Κρέμπς στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής του απάντησε ότι είχε καταδικαστεί σε θάνατο από τον Χίτλερ για «δειλία και ανικανότητα». Θορυβημένος ο Βάϊντλινγκ και επιδεικνύοντας εκπληκτικό θάρρος, παρουσιάστηκε το ίδιο απόγευμα στον Χίτλερ. Αυτός εντυπωσιάστηκε τόσο από κείνον ώστε αποφάσισε να του αναθέσει τη διοίκηση της άμυνας του Βερολίνου. Το απόγευμα εκείνης της Δευτέρας έφτασε και ο Σπέερ στο Βερολίνο. Το σημαντικότερο κίνητρο για να επιστρέψει ήταν ο αποχαιρετισμός του με τον Αδόλφο Χίτλερ. Όπως παραδέχτηκε αργότερα ο ίδιος: «Είχα φύγει από το πάρτι των γενεθλίων του μόλις τρεις μέρες πριν, όπως και οι περισσότεροι υπουργοί, χωρίς ούτε μία χειραψία, ούτε ένα τυπικό αντίο. Όλοι μας απλώς εξαφανιστήκαμε. Ήταν βάρος στη συνείδηση μου και ήθελα να επανορθώσω».
Ο Σπέερ πέταξε με ένα αεροπλάνο μέχρι το Γκάτοβ κι από κει με ένα μικρότερο Fieseler Storch προσγειώθηκε στην Πύλη του Βρανδεμβούργου. Καθώς έμπαινε λίγη ώρα αργότερα στην Καγκελαρία του Ράιχ, ο Σπέερ παρατήρησε τις ζημιές που είχαν προκληθεί από τους Σοβιετικούς βομβαρδισμούς. Λίγο αργότερα συνάντησε τον Γκαίμπελς. Ο τελευταίος με λόγια που δεν σήκωναν αντίρρηση, του είπε ότι τόσο η Μάγδα όσο κι ο ίδιος ήταν αποφασισμένοι να δώσουν ένα τέλος στη ζωή τους σε εκείνη την ιστορική πόλη. Ο Σπέερ εντυπωσιάστηκε από την ψυχραιμία του μικρόσωμου Ρηνανού, αφού δεν φαινόταν τίποτα που να έδειχνε ότι ο άνθρωπος εκείνος σε λίγα εικοσιτετράωρα θα αυτοκτονούσε. Όταν ο Σπέερ θέλησε να δει την Μάγδα, ένας γιατρός των SS του είπε ότι η κυρία Γκαίμπελς ήταν στο κρεβάτι αδύναμη, καθώς υπέφερε από την καρδιά της. Ο Σπέερ επέμενε να την δει για λίγο επειδή θα αναχωρούσε από το Βερολίνο. Ήταν η τελευταία τους φορά. «Θα επιθυμούσα να της μιλήσω προσωπικά, αλλά ο Γκαίμπελς περίμενε ανυπόμονα στον προθάλαμο. Η Μάγδα ήταν ξαπλωμένη σε ένα απλό κρεβάτι, χλωμή κι απρόσωπη, φαινόταν ότι υπέφερε από την σκέψη ότι πλησίαζε η ώρα του βίαιου θανάτου των παιδιών της. Μιλούσε σιγά, σχεδόν ξεψυχισμένα. Ο Γκαίμπελς ήταν δίπλα μου, έτσι αναγκαστικά το αντικείμενο της συνομιλίας περιορίστηκε γύρω από την κατάσταση της υγείας της. Μόνο στο τέλος της κουβέντας μας αποτυπώθηκε αυτό που πραγματικά ένοιωθε: «Πόσο ευτυχισμένη είμαι…», είπε, «… που τουλάχιστον ο Χάραλντ θα μείνει στη ζωή». Ήμουν κι εγώ αμήχανος και δεν βρήκα καθόλου λέξεις να εκφραστώ, αλλά τι μπορούσε κάποιος να πει σε μια τέτοια περίσταση; Αποχαιρετιστήκαμε σιωπηλοί».


Αργά το βράδυ η Εύα Μπράουν παρακάλεσε τον Μις να ενημερώσει τον Σπέερ που βρισκόταν στο Ανώτερο Καταφύγιο, πως ήθελε να τον δει. Οι δυό τους διατηρούσαν πάντοτε μια ζεστή φιλική σχέση και γνώριζαν πως ήταν η τελευταία τους φορά. Εκείνη την νύχτα σκοτώθηκε ο πεθερός του λοχία Ρόχους Μις. Ένα Σοβιετικό βλήμα τον σκότωσε ακαριαία λίγο πιο έξω από την πόρτα του σπιτιού του.

ΤΟ ΒΕΡΟΛΙΝΟ ΣΤΙΣ ΦΛΟΓΕΣ

Από τις 23 Απριλίου ο βομβαρδισμός της πρωτεύουσας του Ράιχ ήταν ασταμάτητος. Στο Καταφύγιο, που κατά διαστήματα τρανταζόταν από τις βολές του πυροβολικού που βομβάρδιζε το συγκρότημα των υπουργείων, η νευρικότητα των ενοίκων αυξανόταν. Έξω στην πόλη, οι περισσότεροι Γερμανοί δεν φοβόντουσαν τον θάνατο γιατί ήταν ήδη στην κόλαση.
Ένας Βερολινέζος, ο Κλάους Φούρμαν, περιέγραψε στο ημερολόγιό του την ατμόσφαιρα τρόμου που είχε απλωθεί στην Γερμανική πρωτεύουσα: «Ο πανικός είχε κορυφωθεί στην πόλη. Ορδές στρατιωτών που βρίσκονταν στο Βερολίνο λιποτακτούσαν και πυροβολούνταν επί τόπου ή απαγχονίζονταν στο πιο κοντινό δέντρο. Λίγοι απ’ αυτούς κρέμονταν από ένα δέντρο αρκετά κοντά στο σπίτι μας, φορώντας μόνο τα εσώρουχά τους. Στο στήθος τους υπήρχε μια ταμπέλα που έγραφε : «Προδώσαμε τον Φύρερ». Οι Λυκάνθρωποι κόλλαγαν στα σπίτια χαρτιά με την ανακοίνωση : «Παλιοδειλοί και ηττοπαθείς, τους έχουμε όλους στις λίστες μας!». Οι Ες Ες πήγαιναν σε υπόγειους σταθμούς, διάλεγαν ανάμεσα στα πλήθη που είχαν καταφύγει εκεί, λίγους άντρες που δεν τους άρεσαν οι φάτσες τους και τους εκτελούσαν επί τόπου. Το μέτωπο ήταν λίγους δρόμους πιο πέρα. Στην απέναντι γωνιά του δρόμου, διαγώνια από το σπίτι μας είχε πάρει θέση η Waffen-SS Βαλωνίας. Αχαλίνωτοι, απελπισμένοι άνδρες που δεν είχαν τίποτα να χάσουν και που μάχονταν μέχρι και την τελευταία τους σφαίρα. Ένοπλοι νεαροί της Χιτλερικής Νεολαίας ήταν ξαπλωμένοι πλάι σε άνδρες του Λευκού Ρωσικού Στρατού του στρατηγού Βλασώφ.

Σοβιετικοί στρατιώτες παίρνουν θέση μπροστά από ένα φλεγόμενο κτίριο στην Frankfurter Allee σε φωτογραφία που τραβήχτηκε τον Μάιο του 1945 στο Βερολίνο

Οι συνεχείς αεροπορικές επιθέσεις των τελευταίων μηνών είχαν καταρρακώσει το ηθικό μας, τώρα όμως που σφύριζαν πάνω από τα κεφάλια μας οι πρώτες βόμβες, άρχισε να υποχωρεί η τρομερή αυτή πίεση. Η κατάσταση δεν μπορούσε να τραβήξει για πολύ ακόμα, ότι κι αν έκαναν η Waffen-SS της Βαλωνίας και της Γαλλίας ή η φανατική Χιτλερική Νεολαία με τα αντιαεροπορικά πυροβόλα τους των 2 εκ. Το τέλος πλησίαζε και το μόνο που είχαμε να κάνουμε ήταν να προσπαθήσουμε να επιβιώσουμε σε αυτή την τελική φάση.
Αυτό όμως δεν ήταν καθόλου απλό. Όλα είχαν εξαντληθεί. Το μοναδικό νερό που είχαμε στη διάθεσή μας, βρισκόταν στο κελάρι ενός σπιτιού μερικά τετράγωνα μακριά. Για να βρεις ψωμί έπρεπε να σταθείς σε μια ουρά πίσω από εκατοντάδες ανθρώπους, που παρουσίαζαν ένα αλλόκοτο θέαμα με τα ατσάλινα κράνη τους, έξω από τον φούρνο στις 3 π. μ.
Την τελευταία στιγμή οι μαγαζάτορες που είχαν συσσωρεύσει με ζήλο τα αποθέματά τους, μην ξέροντας για πόσο ακόμα θα τους επιτρεπόταν να τα διαθέτουν, άρχισαν τώρα να τα πουλούν. Πολύ αργά! Για ένα πακετάκι καφέ ή για ένα τέταρτο του κιλού λουκάνικα, χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Μια ομοβροντία από βόμβες μεγάλου διαμετρήματος έκαναν κομμάτια εκατοντάδες γυναίκες που περίμεναν στον χώρο της αγοράς. Νεκρές και τραυματισμένες μαζί φορτώθηκαν σε κάρα και μεταφέρθηκαν κάπου μακριά, οι γυναίκες που επέζησαν συνέχισαν να περιμένουν, υπομονετικές, παραιτημένες, σκυθρωπές μέχρι να τελειώσουν τα άθλια ψώνια τους. Κανένας δεν έπαιρνε πλέον στα σοβαρά τις επίσημες ανακοινώσεις της Βέρμαχτ, αν και ο Ραδιοφωνικός σταθμός Βερολίνου συνέχιζε να τις μεταδίδει μέχρι και τις 24 Απριλίου. Ένα μικρό φύλλο χαρτιού, η τελευταία εφημερίδα του Γκαιμπελικού τύπου, η Der Panzerbar, ανακοίνωσε το «ξήλωμα» του Γκαίρινγκ και η μεταφορά της έδρας της κυβέρνησης στο Φλάνσμπουργκ.

Σοβιετικά άρματα μάχης στα ερείπια του πάλαι ποτέ όμορφου Βερολίνου, τον Μάιο του 1945

Βγαίναμε από το υπόγειο για ολοένα μεγαλύτερα διαστήματα και συχνά δεν μπορούσαμε να καταλάβουμε αν ήταν μέρα ή νύχτα. Οι Ρώσοι πλησίαζαν, προχωρούσαν μέσα από τα υπόγεια τούνελ του σιδηροδρόμου, οπλισμένοι με φλογοβόλα, οι προκεχωρημένοι ακροβολιστές τους είχαν πάρει θέσεις αρκετά κοντά μας και τα βλήματά τους εξοστρακίζονταν απ’ τα απέναντι σπίτια. Εξαντλημένοι Γερμανοί στρατιώτες έμπαιναν μέσα και εκλιπαρούσαν για νερό. Ήταν ακόμα παιδιά στην ηλικία. Θυμάμαι κάποιον με χλωμό τρεμάμενο πρόσωπο που είπε: «θα τα καταφέρουμε, θα πάμε βορειοδυτικά». Οι πρώτες γυναίκες εγκατέλειπαν τα βόρεια τμήματα της πόλης και μερικές ζητούσαν κλαίγοντας καταφύγιο στο υπόγειό μας, λέγοντάς μας ότι οι Ρώσοι λεηλατούσαν όλα τα σπίτια απάγοντας τους άντρες και βιάζοντας όλες τις γυναίκες και τα κορίτσια».
Λίγο μετά την άφιξη της οικογένειας Γκαίμπελς αναχώρησαν για το Μπερχεσγκάντεν σαράντα περίπου έγκλειστοι του Καταφυγίου. Ανάμεσά τους ήταν και οι δυό γραμματείς του Χίτλερ, Γιοχάνα Βόλφ και Κρίστα Σρλεντερ, ο υπασπιστής του Ναυτικού στον Χίτλερ, ναύαρχος Καρλ Γιέσκο φον Πουτκάμερ, ο αδελφός του Μάρτιν Μπόρμαν, Άλμπερτ και άλλοι..
Οι αναχωρήσεις ξεκίνησαν με τη δύση του ήλιου και ολοκληρώθηκαν τα μεσάνυχτα. Ο προσωπικός πιλότος του Χίτλερ, Χανς Μπάουρ, διεύθυνε προσωπικά την όλη επιχείρηση έχοντας διαθέσιμα δέκα μεταγωγικά αεροπλάνα στο αεροδρόμιο Γκάτοβ. Τα περισσότερα ήταν φορτωμένα με προσωπικά είδη, φακέλους και αρχεία. Μέχρι τα μεσάνυχτα της Κυριακής 22ας Απριλίου εννιά από τα δέκα αεροπλάνα είχαν αναχωρήσει με επιτυχία για το Μόναχο.
Το τελευταίο όμως αεροπλάνο, ένα Ju – 352 που πιλοτάριζε ο βετεράνος επισμηναγός Φρίντριχ Γκούντφλινγκερ δεν έφτασε ποτέ στον προορισμό του. Συντρίφτηκε στο Μπόρνερσντορφ, ένα μικρό χωριό κοντά στη Δρέσδη και όλοι οι επιβάτες του εκτός από έναν, σκοτώθηκαν ακαριαία. Ο Χίτλερ ξέσπασε σε κλάματα όταν έμαθε πως σε εκείνο το αεροπλάνο είχε επιβιβαστεί ο λοχίας Βίλυ Άρντ, ένα εικοσάχρονο μέλος του προσωπικού και συχνά συνάδελφος του Μις στο τηλεφωνικό κέντρο του Καταφυγίου.
Ο θάνατος του Άρντ δεν ήταν ο μόνος λόγος για τον οποίο ο Χίτλερ αντέδρασε στα νέα με τόση αναστάτωση. Πάνω στο αεροσκάφος, υπήρχαν δέκα κιβώτια με όλα τα στενογραφημένα πρωτότυπα από τις Επιτραπέζιες Ομιλίες για τα έτη 1943 – 45. Σύμφωνα με τον Μις, ζύγιζαν τουλάχιστον μισό τόνο και προφανώς όλα αυτά τα έγγραφα κάηκαν ολοσχερώς. Πολύ αργότερα ανακαλύφθηκαν ορισμένα αποσπάσματα, λιγότερα από το 1/10 του αρχικού όγκου των Επιτραπέζιων Ομιλιών του Χίτλερ και των στρατηγών του και εκδόθηκαν μετά τον πόλεμο.
Μετά την αναχώρηση των σαράντα προσώπων του περιβάλλοντος του Χίτλερ, η τελευταία πράξη του δράματος στο Καταφύγιο, ήταν έτοιμη να ξεκινήσει. Καθώς είχε πέσει το σκοτάδι, μια απόκοσμη σιωπή κάλυψε την τραγική πόλη που την διασπούσαν μόνο σποραδικές βολές των Σοβιετικών. Ένα πυκνό σάβανο καπνού έστεκε μετέωρο πάνω από το Βερολίνο και οι ψηλότερες άκρες του είχαν μια χρυσοκίτρινη απόχρωση από το φως που αντανακλούσαν οι φωτιές που έκαιγαν στα χαλάσματα. 


Τρίτη 5 Απριλίου 2016

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ
1

Πόσες φορές, σαν μικρά παιδιά, δεν κοιτάξαμε κρυφά κάποιες σελίδες με γυμνές γυναίκες – στην εποχή μου βέβαια γυμνό ήταν και λογιζόταν ο ασκέπαστος μηρός – με την προσμονή της ενηλικίωσής μας; Πόσες φορές δεν κατηγορήσαμε «εύκολες» κοπέλες με την (κατά βάση) Ιταλική εκδοχή της λέξης πόρνη; Πόσες φορές όμως δεν καταλαγιάσαμε τις ορμόνες μας σε οίκους ανοχής και περιφερόμενες, «πλανόδιες» όπως τις έλεγε ο φίλος μου ο Κώστας, γυναίκες με ένα μικρό σχετικά οικονομικό αντίτιμο;
Η πορνεία ζει και βασιλεύει εδώ και χιλιάδες χρόνια και οι ίδιες οι πόρνες έχουν περάσει από πολλά στάδια εκτίμησης ανά τους αιώνες. Άλλοτε εντελώς περιθωριοποιημένες, άλλοτε χαίρουν μεγάλης εκτίμησης και, φυσικά, ο καλύτερος τρόπος για να τα πληροφορηθούμε όλα αυτά είναι μέσα από την λογοτεχνία.

Πόρνες, ιερόδουλες, ιέρειες της Αφροδίτης, κοινές, ελευθερίων ηθών… πουτάνες. Όπως και να τις πεις, η έννοια είναι μία. Γυναίκες που προσέφεραν έναντι χρημάτων (και όχι μόνο), το κορμί τους, την ερωτική τους εμπειρία και σε πολλές περιπτώσεις την συντροφιά τους, σε όλους σχεδόν τους άντρες από την αρχή του χρόνου του ανθρώπου. Αν και διαφωνώ ότι αυτό είναι το αρχαιότερο επάγγελμα – το πρώτο που έκανε ο άνθρωπος ήταν να ανταλλάξει αγαθά, να εμπορευθεί δηλαδή – το δέχομαι για να μπορώ να προσδώσω ένα χρονικό βάθος και μια αέναη ανθρώπινη ανάγκη.
Ποιες ή τι, ήταν λοιπόν οι πόρνες; Τι ρόλο έπαιξαν στην ιστορία του ανθρώπινου είδους, στην ανάπτυξη, στην δικαιοσύνη (κι ας μη γελάνε κάποιοι με αυτό), στην παγίωση των ανθρώπινων σχέσεων;
«Διαθέτουμε πόρνες για την απόλαυσή μας, παλλακίδες για να μας παρέχουν καθημερινή φροντίδα και συζύγους για να μας παρέχουν νόμιμα τέκνα και για να αποτελούν τους πιστούς φύλακες του οίκου μας», αναφέρει ο Ψευδοδημοσθένης τον 4ο ΠΧ αιώνα. Και ο Πλάτων αναφέρει τις «εταιρίστριες» στο «συμπόσιο» του.
Πόρνες λοιπόν, {πόρνη (από το πέρνημι = πωλώ, εκποιώ)}, από τις φτωχές δούλες στην αρχαία εποχή που η αμοιβή τους ήταν η επιβίωση και τίποτα άλλο, ρακένδυτες σκλάβες ή φτωχές γυναίκες που μετάδιδαν αρρώστιες, τις πλούσιες εταίρες (Λαΐς) και άλλες μορφωμένες συνοδούς, μέχρι κατασκόπους (Μάτα Χάρι) και κινηματογραφικές ηρωίδες («νύχτες της Καμπίρια»), από γυναίκες μεγάλων ανδρών (Ασπασία), μέχρι ερωμένες (;) ιερέων αλλά και σύντροφοι Ιερών προσώπων (Μαγδαληνή) .
Jean Béraud (1849-1935) La Madeleine chez le Pharisien, 1891 Huile sur toile, 95,5 x 127 cm Paris, musée d’Orsay © RMN-Grand Palais (musée d'Orsay) / Hervé Lewandowski 

[1] Η Μαρία Μαγδαληνή, που υποτίθεται ότι μετανόησε και έπλυνε τα πόδια του Χριστού με μύρο, δεν υπήρξε ποτέ πόρνη, αλλά ήταν μια ευσεβής γυναίκα. Τη χαρακτήρισε ιερόδουλη μισή χιλιετία μετά, ο Πάπας Γρηγόριος Α΄...

Διαβάστε όλο το άρθρο: http://www.mixanitouxronou.gr/i-maria-magdalini-pou-ipotithete-oti-metanoise-ke-epline-ta-podia-tou-christou-me-miro-den-ipirxe-pote-pornialla-itan-mia-efsevis-gineka-tin-charaktirise-ierodouli-misi-chilietia-meta-o-papas-gr/

Βέβαια ο Χριστιανισμός προσπαθεί να συνδέσει την «αμαρτία» με την αγιότητα για να καταδείξει την προς όλους αγάπη του Θεού, βάζοντας όμως αυτόματα την πορνεία στα «καταραμένα επαγγέλματα», οι άνθρωποι (κατά βάση οι γυναίκες)  που συνδέονταν με αυτήν … δακτυλοδεικτούμενοι και ρυπαροί. 
Η πρώτη καταγραφή πόρνης, η πρώτη λογοτεχνική πόρνη δηλαδή, βρίσκεται στο τεσσάρων χιλιάδων Βαβυλωνιακό έπος Γκιλγκαμές. 
Πρόκειται για μια κασιντού ή χαριμτού, ιερή πόρνη δηλαδή, η οποία στέλνεται σε έναν αγριάνθρωπο, τον Ενκίντου, για να τον σαγηνεύσει, πράγμα το οποίο και πετυχαίνει. 


(Μαρία Μαγδαληνή : Τιτσιάνο 1531)
Μεγάλες εταίρες, κατέγραψε η ιστορία, επαγγελματίες που δημιούργησαν τα δικά τους κινήματα ή ακόμα κυβέρνησαν ολόκληρες χώρες. Και βέβαια η πρώτη που έρχεται στο μυαλό δεν είναι άλλη από την Ασπασία, την σύντροφο και στήριγμα του Περικλή. 



Ίσως ακόμα και η «περίφημη» Θεοδώρα το πρόσωπο πίσω από το έργο του Ιουστινιανού. Η όμορφη Κύπρια εταίρα πολυτελείας, με τον αρκουδιάρη πατέρα που κατάφερε να γίνει αυτοκράτειρα του Βυζαντίου. Γυναίκα που ανέβηκε εκεί, στηριζόμενη στην ομορφιά της αλλά και την ευχάριστη και ανάλαφρη συντροφιά της.  


Βέβαια στην αρχαία εποχή και δεν μιλάμε μόνο για τις «πολιτισμένες» χώρες, (Ελλάδα – Ρώμη κλπ), ο ρόλος της πόρνης ήταν απλά και μόνο η σωματική ικανοποίηση των αναγκών των ανδρών, γυναίκες σκλάβες συνήθως που εξαναγκάζονταν σε αυτό, χωρίς πληρωμή με μοναδικό κέρδος ότι θα μπορούσαν να ζήσουν για άλλη μια μέρα. Δυσνόητοι οι ρόλοι τους, (πόρνη δολοφόνησε τον Αττίλα!), αδιευκρίνιστες και οι συνθήκες διαβίωσής τους. Πάντως πολλές φορές κατηγορήθηκαν για «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας» - βαρύγδουπο αυτό – με την μετάδοση ασθενειών ή και με τη συμμετοχή τους στην αποκάλυψη διαφόρων κρατικών μυστικών εκμεταλλευόμενες τις υψηλές τους γνωριμίες. 
Στην αρχαιοελληνική γραμματεία έχουμε πολλές αναφορές στις λεγόμενες εταίρες, οι οποίες μάλλον είχαν την εκτίμηση της κοινωνίας. Την καλύτερη πηγή πληροφόρησης για την εκπαίδευση των αρχαιοελληνίδων εταίρων, τη βρίσκουμε στους Εταιρικούς Διαλόγους του Λουκιανού. Είναι ένα κείμενο πολύ ενδιαφέρον και κατατοπιστικό. Από την εισαγωγή της συγκεκριμένης έκδοσης ας δούμε το παρακάτω διαφωτιστικό γλωσσάρι:
Εταίρα: κυριολεκτικά η σύντροφος. Θηλυκό του «εταίρος» (το οποίο προέρχεται από το έτης =οικείος)
Χαμαίτυπη: η εργαζόμενη σε χαμαιτυπείο, ασήμαντη γυναίκα – πόρνη.
Πανδοσία: η εις πάντας διδόμενη
Χαλίμα: η χαλιμάς, γυνή μεθύουσα. Από το ρήμα χαλάω = χαλαρώνω, λύω (πρβλ. χαλαρά ήθη)
Στεγίτης: η κοινή πόρνη (πρβλ. το σημερινό σπιτωμένη)
Περίπολις: η περί τας οδούς πλανώμενη, κοινή πόρνη του δρόμου.
Ιερόδουλος: κυριολεκτικώς σημαίνει δούλος ιερού, ναού. Ο όρος καθιερώθηκε επί των δημοσίων εταίρων στον ναό της Αφροδίτης στην Κόρινθο.


Προφανώς για να υπάρχουν τόσες λέξεις για το συγκεκριμένο επάγγελμα, ήταν αρκετά διαδεδομένο…
Στη σύγχρονη λογοτεχνία έχουμε φυσικά μια πληθώρα ηρωίδων αυτού του επαγγέλματος, άλλοτε σαν κεντρικές ηρωίδες του βιβλίου, άλλοτε σαν δευτερεύουσες φιγούρες.
 Διασημότερη νομίζω είναι η Νανά του Ζολά.



Τροτέζες, «κορίτσια της χαράς» ή «πεταλούδες της νύχτας», όπως και αν τις αποκαλέσει κανείς, οι γαλλίδες πόρνες συντηρούν εδώ και αιώνες μια μυθολογία που ενέπνευσε λογοτέχνες σαν τον Ονορέ ντε Μπαλζάκ και ζωγράφους σαν τον Του λούζ – Λοτρέκ. Όμως δεν παύει η πραγματικότητα  να είναι πολύ σκληρή και να απέχει πολύ απ’ αυτήν την ειδυλλιακή εικόνα.


Henri de Toulouse Lautrec (1864-1901) Femme tirant son bas, 1894 Huile sur toile, 58 x 46 cm Paris, musée d’Orsay © RMN-Grand Palais (musée d'Orsay) / Hervé Lewandowski

ΤΟ ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
Προς αυτό το κόκκινο φανάρι κι αυτόν τον αδιάκριτο αριθμό
Μέσα στην νύχτα των κάτω συνοικιών
Όπου οι νεαροί σοσιαλιστές μιλούν με ευχέρεια για ένα ζαλισμένο τύπο
Σ’ ένα βρωμερό ρινγκ, ανάμεσα σε τερπνά σκουπίδια
Είναι απαραίτητο, αν η μοίρα μας πρέπει να πραγματοποιηθεί
Σύμφωνα με τον έξυπνο ρυθμό που τα βιβλία μας της επιβάλλουν
Να αναζητήσουμε άλλα φώτα από εκείνα του Ηλίου και της Σελήνης
Βόρεια φώτα για διαμέρισμα καλά περιορισμένο.
Εκεί ανάμεσα στα κορίτσια ενός ευχάριστου διανοητικού εμπορίου
Με το παντελόνι γυρισμένο πάνω στις μεταξωτές κάλτσες
Θ’ ακούσουμε, με ευχαρίστηση που ανανεώνεται,
το μπάντζο που περνάει
και το βιολί του συντρόφου του να γεμίζουν την κόκκινη αίθουσα.
Ενός «οίκου» που δεν υπάρχει:
Ένας οίκος ευχαρίστησης τελείως φανταστικός
Αυτός που καθένας από μας έχει στο εύθραυστο κεφάλι του.
Και που μια ημέρα θα διαπιστώσουμε πλήρως τα τρομακτικά του αποτελέσματα.
«Pierre Mac Orlan, L’ Inflation sentimentale»
Ας ρίξουμε μια ματιά και στο βιβλίο της Laure Adler που έχει ασχοληθεί ιδιαιτέρως διεξοδικά με το θέμα:
«Χάβρη, 6 Ιουνίου 1874»
«Κυρία, έχω ακούσει να μιλούν για τον οίκο σας και, θέλοντας να έρθω σ’ εσάς, προσφέρομαι. Είμαι δεκαπεντέμισι ετών. Είμαι χαριτωμένη, με ωραία μαλλιά, όμορφα δόντια, καλοσχηματισμένη, με ολόλευκο δέρμα και χωρίς να έχω ούτε μια κηλίδα στο σώμα και αν θέλετε να στείλετε κάποιον από το ταχυδρομικό ατμόπλοιο του Μπορντώ για να πληροφορηθεί αν οι πληροφορίες που σας δίνω για μένα είναι ακριβείς. Δεν έχω ασπρόρουχα και χρειάζομαι 300 φράγκα προτού φύγω. Αν σας κάνω, αφού πάρετε τις πληροφορίες σας, στείλτε κάποιον για να με πάρει από το σπίτι μου και να με οδηγήσει στο δικό σας»



Υπάρχουν ωστόσο και άλλες – οι μαρκησίες των υψηλών πεζοδρομίων, αυτές που βρίσκονται στην κορυφή της ιεραρχίας των συντηρούμενων γυναικών: τις αποκαλούν ακόλαστες και από την ακολασία τους αντλούν την δύναμή τους. Πυργοδέσποινες που πλήττον, αστές που δεν τις καταλαβαίνουν, εκκεντρικές θεατρίνες κατέχουν το παιγνίδι των διαρκών μεταμορφώσεων και των συνταρακτικών εντυπώσεων, την προτίμηση της νύχτας, την αίσθηση της ανάλωσης, την επιστήμη της εγκατάλειψης και την τέχνη του να ξοδεύουν χρήματα.
 Επιδεικνύουν τη δύναμη του φύλου τους και ζουν αυτή την εξουσία σαν μια απόλαυση, μια διεύρυνση του εαυτού τους. Κάνουν να μοιάζει σαν να αποπλανούν ενώ πουλιούνται, αλλά και η πιο κολοσσιαία περιουσία δεν θα μπορέσει ποτέ να τις χορτάσει. Το χρήμα κυλάει στα χέρια τους – αδύνατον να τις ορίσει ή να τις ικανοποιήσει και ποτέ δεν θα έχουν αρκετά. Διαθέτουν το σώμα τους, την ομορφιά τους, τα νιάτα τους, την εμπειρία τους σαν κεφάλαιο – και η κρυμμένη αλλά βαθιά περιφρόνηση για τους εραστές πελάτες τους είναι το πιο αποτελεσματικό τους όπλο: Δεν αρκεί να πληρώσει κανείς για να μπορέσει να κατέχει. Αλλά πρέπει κατ’ αρχάς να πληρώσει. Να πληρώσει το ιδιαίτερο ξενοδοχείο, τις άμαξες, τα ρούχα, τις εσπερίδες. Ξοδεύουν, καταβροχθίζουν, καταστρέφουν – οι εταίρες αυτής της κλάσεως παραχωρούνται για λίγο ως βραβεία, μετακινούνται σαν μοιρασμένα έπαθλα ή σαν τρόπαια δανεικά προορισμένα να κοσμήσουν μια πατρογονική εταζέρα όσο διαρκεί η περίσταση, χωρίς ποτέ να τις παραλαμβάνει ένα τελικός νικητής. Επιδίδονται. Μόνο. Σε καμώματα, κυκλοθυμικές κρίσεις, καπρίτσια. Ποτέ δεν παραδίδονται, δεν αποδίδονται, δεν υποκύπτουν. Ανυπότακτες στον άνδρα τον οποίο έχουν ανάγκη ως οικονομική πηγή, παραμένουν ασύλληπτες. Προσφέρουν στους εραστές τους, το απρόσμενο, την ανισορροπία, την ανατροπή – καθοδηγούμενες από τα ένστικτά τους, προσφέρονται σε όποιον θέλουν, όταν το θέλουν.


Henri Gervex (1852-1929) Madame Valtesse de la Bigne, 1879 Huile sur toile, 205 x 120,2 cm Paris, musée d’Orsay © RMN-Grand Palais (musée d'Orsay) / Hervé Lewandowski

Η Άντλερ εμβαθύνει στην ψυχολογία της πόρνης επιλέγοντας από το έξοχο δειγματολόγιο της Γαλλικής λογοτεχνίας μια αριστουργηματική τριπλέτα – τη Νανά του Ζολά, την Εστέρ (τη λεγόμενη τορπίλη) του Μπαλζάκ (από τις Λαμπρότητες και Αθλιότητες Εταιρών) και τη Μαργαρίτα Γκωτιέ του υιού Δουμά (την Κυρία με τας Καμελίας, φυσικά). Υπάρχουν και άλλες – ολόκληρο το έργο του Μπωντλαίρ διατρέχεται απ’ αυτές, στοιχειώνεται, τρέμει.

CAUSERIE
Vous etes un beau ciel d'automne, clair et rose!
Mais la tristesse en moi monte comme la mer,
Et laisse, en refluant, sur ma levre morose
Le souvenir cuisant de son limon amer.

- Ta main se glisse en vain sur mon sein qui se pame
Ce qu'elle cherche, amie, est un lieu saccage
Par la griffe et la dent feroce de la femme.
Ne cherchez plus mon coaur; les betes l'ont mange?
ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ
Είσαι όμορφη σα ρόδινο του φθινοπώρου δείλι!
μα η λύπη ως κύμα μέσα μου φουσκώνει σκοτεινό,
κι αφήνει σαν πισωδρομά στ' αράθυμά μου χείλη,
της θύμησης της πιο πικρής τον κατασταλαγμό.

- Μάταια γλυστρά το χέρι σου στου στήθους μου τα ψύχη·
καλή μου, εκείνο που ζητάει ρημάδι εγίνη πια,
απ' της γυναίκας τ' άγριο το δόντι και το νύχι.
Μη την καρδιά μου ψάχνεις πια, τη φάγαν τα θεριά...


Laure Adler, «Η καθημερινή ζωή στους οίκους ανοχής της Γαλλίας (1830 – 1930)»


Constantin Guys (1802-1892) Hommes attablés en compagnie de femmes légèrement vêtues Recto, encre brune, lavis gris, plume, 19 x 26,5 cm Paris, Musée d’Orsay © RMN-Grand Palais (Musée d’Orsay) / Christian Jean

Ζαν Πωλ Σαρτρ – «Η αξιοσέβαστη πόρνη»

Η Αξιοσέβαστη Πόρνη είναι ένα σύντομο θεατρικό έργο του Jean-Paul Sartre γραμμένο το 1946. Παρουσιάζει την ιστορία μιας πόρνης, σε μια ανήσυχη περίοδο της αμερικανικής ιστορίας, μια εποχή έντονων φυλετικών διακρίσεων. Το μονόπρακτο πραγματεύεται την απώλεια της ελευθερίας μέσα σε έναν σκληρό κόσμο, ένα θέμα που κυριαρχεί στη λογοτεχνική σταδιοδρομία του Sartre.


Tolstoj Lev Nikolaevic
"Η Ανάσταση"
Ρωσία, τέλη του δέκατου ένατου αιώνα. Μια πόρνη, η Κατερίνα Μάσλοβα, κατηγορείται για φόνο. Στη δίκη της παρίσταται ως ένορκος ο πρίγκιπας Ντμίτρι Ιβάνοβιτς Νεχλιούντοφ. Ήταν αυτός που, νεαρή ακόμη, την είχε αποπλανήσει και την είχε εγκαταλείψει έγκυο στο παιδί τους, τον μικρό Μίτιενκα. Η κατηγορούμενη καταδικάζεται σε τέσσερα χρόνια καταναγκαστικά έργα στη Σιβηρία. Ο Νεχλιούντοφ, κατατρεγμένος από τις Ερινύες, ακολουθεί την Κατερίνα στην εξορία και στο μαρτύριό της. 
Η τραγική ιστορία της Κατερίνας Μάσλοβα δίνει την ευκαιρία στον Τολστόι να εξαπολύσει τα φαρμακερά βέλη του με στόχο τους θλιβερά παρηκμασμένους θεσμούς – από την οικογένεια έως τη δικαιοσύνη – μιας Ρωσίας που καταρρέει στο λυκόφως του 19ου αιώνα. 
Στην Ανάσταση κορυφώνονται και εκφράζονται οι ηθικοί στοχασμοί, οι πνευματικές ανησυχίες και οι πολιτικές ιδέες που καλλιέργησε ο Τολστόι προς το τέλος της ζωής του, όταν άρχισε να αναθεωρεί τη σχέση του με το κράτος, καταδίκασε το δεσποτισμό, την εξαθλίωση των φτωχών αγροτών και το φεουδαλισμό ως πυρήνα του τσαρικού καθεστώτος. Και παρότι εξακολουθούσε να θεωρεί τον εαυτό του χριστιανό, δε φοβήθηκε να στηλιτεύσει την υποκρισία της επίσημης Εκκλησίας. 



  Η Ανάσταση είναι ένα κλασικό μυθιστόρημα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Ένα αριστουργηματικό βιβλίο που στην εποχή του (1899) ξεπέρασε σε πωλήσεις το Πόλεμος και ειρήνη και την Άννα Καρένινα. Το τελευταίο σπουδαίο έργο του Λέοντα Τολστόι.

Ναστάσια Φιλίπποβνα (ΗΛΙΘΙΟΣ – ΝΤΟΣΤΟΓΙΕΦΣΚΙ)
«Ένα περήφανο πρόσωπο, τρομερά περήφανο – να 'ναι άραγε καλή; Αχ αν είχε καλή καρδιά! Όλα θα ‘χαν σωθεί!».
Στον «Ηλίθιο» ο Ντοστογιέφσκι απεικονίζει στο πρόσωπο του πρίγκιπα Μίσκιν τον εξωκοσμικό, τον πραγματικά υπέροχο, τον απόλυτα καλό, σαν Χριστό, άνθρωπο. «Βεβαιώθηκα απόλυτα», του λέει ο γιατρός του, «πως είστε ένα παιδί, δηλαδή ολότελα παιδί». Που «πάει στους ανθρώπους κι ίσως – ίσως να μην ξέρει τίποτα, μα θα ‘ναι με όλους ευγενικός κι ειλικρινής, κι ας τον θεωρήσουν μικρό παιδί, ας τον θεωρήσουν ηλίθιο», έναν ηλίθιο που πιστεύει πως «η συμπόνια είναι ο κυριότερος και ίσως ο μοναδικός νόμος της ζωής της ανθρωπότητας» και πως «τον κόσμο θα τον σώσει η ομορφιά». Πλάι του, η αντιθετική μορφή του Ραγκόζιν – άξεστος, σκοτεινός, με χαμόγελο βάναυσο και βλέμμα σκληρό, παραδομένος στα δυνατά άρρωστα πάθη του. Δεν θα μιλήσω γι αυτούς. Ούτε για την απέχθεια του συγγραφέα για τη θανατική ποινή, για την πίστη του στην Ορθοδοξία και στη ρωσική ψυχή, για την παρουσίαση της διαφθοράς και της υποκρισίας της «υψηλής κοινωνίας», για την εντύπωση που του έκανε η «Αποκαθήλωση» του Χανς Χολμπάιν που «μπορεί να κάνει ένα άνθρωπο να χάσει την πίστη του», για τις φοβερές κρίσεις της επιληψίας του και για το κρίσιμο λεπτό πριν απ’ αυτές, όπου «ουκ έσται χρόνος».
Θα μιλήσω για τη Ναστάσια Φιλίπποβνα. Το κορίτσι που στα δώδεκα του χρόνια χάνει την οικογένειά του, μεγαλώνει απομονωμένο διαβάζοντας σ’ ένα χωριάτικο σπίτι με μουσικά όργανα και πινέλα και μεταμορφώνεται σε μια πανέμορφη γυναίκα, με μόρφωση, ευφυΐα κι αγάπη για τη μουσική και το μπαλέτο, που της αρέσει η πολυτέλεια χωρίς να υποτάσσεται σ’ αυτήν, που θα ζωγράφιζε το Χριστό μονάχο του με πρόσωπο μελαγχολικό και την οποία ο άνθρωπος που είχε αναλάβει την ανατροφή της μεταχειρίζεται σαν παλλακίδα του. Μια γυναίκα «ασυνήθιστης ομορφιάς» – μια ομορφιά «εκτυφλωτική, ανυπόφορη, μια ομορφιά χλωμού προσώπου, με σχεδόν βουλιαγμένα μάγουλα και φλογισμένα μάτια, παράξενη ομορφιά!» Μια γυναίκα συνάμα υπεροπτική, «προσβλημένη κι ιδιόρρυθμη, που η περηφάνια της φτάνει σε τέτοιο βαθμό μανίας, που προτιμάει να δείξει μια φορά την περιφρόνησή της με την άρνηση, παρά να κατακτήσει άφταστα μεγαλεία». Μια βαθιά διχασμένη γυναίκα. «Λες κι υπήρχαν σ’ αυτό το πρόσωπο μια απέραντη περηφάνια και περιφρόνηση, σχεδόν μίσος, και ταυτόχρονα κάτι το εύπιστο, κάτι το καταπληκτικά απλόκαρδο».
Σ’ αυτό το πρόσωπο συναντιούνται κι ενώνονται παντοτινά οι μοίρες του Ραγκόζιν και του πρίγκηπα Μίσκιν.
Ο πρώτος την ποθεί, την διεκδικεί και την ακολουθεί σαν καταραμένος. Μπροστά της στέκεται «δειλά και σαστισμένα, χλωμιάζει κι η καρδιά του χτυπά δαιμονισμένα, λες κι έχει χάσει ολότελα τα λογικά του». Είναι έτοιμος να κάνει τα πάντα για να είναι μαζί της, για να φωνάξει μια στιγμή: «Είναι δικιά μου! Όλα δικά μου! Ρήγισσα! Πάει, τέλειωσε!», την ικετεύει να τον παντρευτεί, της τάζει πως θα τ’ αλλάξει όλα, υπομένει κάθε ταπείνωση με μια αγάπη παθιασμένη κι απύθμενη που «δεν ξεχωρίζει απ’ το μίσος».

Για τον πρίγκηπα Μίσκιν, το πρόσωπο της Ναστάσιας Φιλίπποβνα αποκάλυπτε πόσο αυτή είχε υποφέρει, «είχε κάτι το βασανιστικό». Δεν του γεννούσε πόθο. «Αυτό το πρόσωπο γεννάει πόνο, σου αρπάζει και σου σφίγγει όλη την ψυχή σου». Γι αυτό και «δεν την αγαπούσε με έρωτα αλλά με οίκτο». Ήθελε να την προσέχει, να τη σώσει, να την αναστήσει. Στα όνειρά του την έβλεπε να τον κοιτάζει «με δάκρυα που λάμπανε στα μεγάλα ματόκλαδα» κι οι μέρες που πέρασε μαζί της προσπαθώντας «να διαλύσει το σκοτάδι της» ήταν «φριχτές». Γιατί εκτός από οίκτο, αναγνωρίζοντας τα συμπτώματα της τρέλας της, ο πρίγκιπας Μίσκιν ένιωθε γι αυτήν φρίκη. «Αν αγαπούσε μια γυναίκα περισσότερο από καθετί στον κόσμο και την έβλεπε ξαφνικά αυτή τη γυναίκα αλυσοδεμένη, πίσω απ’ σιδερένια κάγκελα, κάτω απ’ το μαστίγιο του φύλακα – τότε, μια τέτοια εντύπωση θα έμοιαζε αρκετά με κείνο που ένιωθε».

Η ίδια μοιρασμένη ανάμεσα στους δύο, ανάμεσα στα δύο εγώ της. Παραδίδεται σαν από πυρετό στο Ραγκόζιν, στα πιο ακατέργαστα ένστικτά της και στον εαυτό της που πιο πολύ σιχαίνεται. Κι αποζητεί τον πρίγκηπα Μίσκιν για να νιώσει και να γαληνέψει τους κραδασμούς και τα θραύσματα της ψυχής της, σαν κάποιον που ονειρευόταν μικρή, «καλόν, τίμιο, πονετικό και το ίδιο χαζούλη που θα ‘ρχόταν ξάφνου να της πει: Δεν φταίτε σεις, Ναστάσια Φιλίπποβνα, και γω σας αγαπώ». Εγκαταλείπει διαρκώς τον ένα για τον άλλο και ξαναγυρίζει κοντά τους. Στο Ραγκόζιν την έλκει η ταπείνωση, η τιμωρία, ο θάνατος. «Γι αυτό ακριβώς με παντρεύεται», θα πει ο ίδιος, «Με παντρεύεται επειδή περιμένει να την σφάξω». Από τον πρίγκηπα Μίσκιν φεύγει για να μην τον καταστρέψει. Την παραμονή του γάμου τους, την βρίσκει κλειδωμένη στην κρεβατοκάμαρα να κλαίει απελπισμένα και υστερικά. «Τι κάνω! Τι κάνω! Τι πάω να σου κάνω!», ξεφώνισε αγκαλιάζοντας του σπασμωδικά τα πόδια.

Κι οι τρεις, απόλυτα συνεπείς στις αντιφάσεις τους, πορεύονται συνειδητά, σαν να μην έχουν άλλη επιλογή, στο πιο σκληρό, στο πιο αληθινό, στο πιο δικό τους πεπρωμένο. Ο πρίγκηπας Μίσκιν αφήνει την Αγλαΐα Ιβάνοβνα, με την οποία είναι ερωτευμένος, όταν αντικρίζει «εκείνο το πρόσωπο που το σφράγιζε η απόγνωση και η τρέλα και το οποίο είχε διαπεράσει για πάντα την καρδιά του». «Είναι ποτέ δυνατό! Μα αυτή... είναι τόσο δυστυχισμένη!» θα ψιθυρίσει και θα μείνει «να χαϊδεύει το μικρό της κεφαλάκι και να σέρνει απαλά τα χέρια στα μάγουλά της, παρηγορώντας την και λέγοντας της να ησυχάσει σαν να ‘ταν μωρό». Κι αυτή, που πέρασε νύχτες παραφροσύνης τρέμοντας πως ο Ραγκόζιν θα τη σκοτώσει, «χλωμή σαν πεθαμένη» του Ραγκόζιν το βλέμμα θα ξεχωρίσει μες στο πλήθος και θα τρέξει σαν τρελή κοντά του φωνάζοντας του «Σώσε με!». Κι αυτός θα βυθίσει ένα μικρό μαχαίρι ίσα κάτω απ’ τ’ αριστερό της στήθος, ίσα στην καρδιά.

«- Ραγκόζιν! Πού είναι η Ναστάσια Φιλίπποβνα;» ψιθύρισε ξάφνου ο πρίγκηπας. «- Να μην τους αφήσουμε να μας την πάρουν.» «-Όχι, όχι, για τίποτα στον κόσμο! Όχι, όχι, όχι!». Τους βρήκαν μαζί, το Ραγκόζιν «πού και πού να μουρμουρίζει δυνατά, απότομα, ασυνάρτητα, να ξεφωνίζει και να γελάει», και τον πρίγκιπα Μίσκιν «να απλώνει το χέρι του τρεμάμενο και να αγγίζει και να χαϊδεύει απαλά το κεφάλι του», ο ένας να τραβά για τα κάτεργα της Σιβηρίας κι ο άλλος να χάνεται οριστικά στην απέραντη θλίψη.

Εκείνη κείτεται «πίσω απ’ την κουρτίνα που δεν ακούγεται το παραμικρό θρόισμα, η παραμικρή ανάσα, κάτω από το άσπρο σεντόνι». Πανέμορφη και περήφανη, ζητιάνα της αγάπης κι ακατάδεκτη, δειλή κι ανήμπορη να αγαπήσει, πεισματικά αναποφάσιστη κι αμετάκλητα διχασμένη, ολότελα μόνη, έχοντας προδώσει μια για πάντα την ψυχή της.

Ίσως, λέω, αν συναντούσε στο ίδιο πρόσωπο το φως και το σκοτάδι, αν μπορούσε να το αναγνωρίσει, αν το άντεχε... Ίσως όλα να ‘χαν σωθεί. Ίσως κι όχι. 




  (Τα αποσπάσματα στο κείμενο είναι σε μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου από τις εκδόσεις Γκοβόστη )

Δευτέρα 4 Απριλίου 2016

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΓΚΑΝΑΣ
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΙΑΝΝΑΤΟΥ
Αγαπημένη μου αξαέρφη
Νομική.
Α παραξενευτείς θέλεις που θα λάβεις γράμμα μου ύστερις ‘πο τόσα χρόνια που βρίσκομαι τα πέρα στην Αμερική. Εν ηξέρω  ίντα που ‘παθα ούλον τούτο τον καιρό και βλέπω σε κάθε βράδυ στον ύπνο και τθυμούμαι ούλα τα παλιά μας, τότες που ‘μαστε μικρές κοπελούες κι ηπαίζαμεν τις αμάες και τους βόλους μαζί με τα κοπέλλια της γειτονιάς μας και κείνα πάλι ηπαίζασι τις αλιντές και ηέμιζε η αυλή της Παναγιάς μας που το κοπελλομάντρι κι ηκυνήα μας ο παπάς ο κακόμοιρος κι ήλεέ μας και πειρασμούς … Τθυμάσαι τα μαθέ κι εσύ;
Εγώ, Νομική μου, εν ημπορώ α μερέψω τα πέρα τόσα χρόνια. Ούλα στραβά μου φαίνονται. Τα σπίτζια τους; Ουρανοξύστες ίσαμε τον ουρανό, α ξεστρουμπουλίζεται ο λαιμός σου α μετράς πατώματα. Που ‘ναι μόνο της Κουντούρας το σπιτάκι με τα ξεροτρύχαλα γύρω – γύρω και τις φραγκοσυκιές;
Μα χαρά πλιο τα φραγκόσυκα!
Όταν ηκοτσινίαζασι κι ηπααίναμε με τον γαζουνά και ηρίχναμέν τα κάτω κι ηγεμίζαμε τζελιά κι απίκιο ητριβγούμαστο με τον άμμο α ξεκολλήσουσι. Νάτσα πλιο, καλή μου αξαέρφη, ερκουνταί μου στο μυαλό και φουντώνω που τον καμό μου κατιλέω ‘πο μέσα μου:
Μπάρε μου α με αξιώσει θέλει ο Θεός α γυρίσω πίσω στο νησάκι μας, α μη ‘πομείνω τα πέρα και (γ)ενώ Κολόμπος και τα καχκαρώσω;
Νομική μου, α σου πω την αμαρτία μου; Ημετάνοιωσα που εν επήρα τον Παντελή τότες που με ΄θελε κι ηπροτίμησα τον Αμεριγκάνο, α ‘ρτω τα πέρα που θα ‘τον η ζωή μου πσο όμορφη. Ηθάμπωσε με πλιο το χρουσό ρολόι και τα χρουσά γόντζια κι επήραν τα μυαλά μου αέρα και νάμμαι τώρα κυρία Αμεριγκάνα.
Α σε ρωτήσω μαθέ θέλω και μην το πεις πίετις. Είναι ακόμα νάτσα όμορφος ο Παντελής; Με την κατσαρή μπόρκα; Ρωτά σε μπάρε μου καμμιά βολά για μένα; Εν θα ξεχάσω πλιο το μπόιν του και τον χορόν του. όταν ήσερνε τον ίσσο κι ηλάαζέ με λοξά και ‘γω ηκοτσίνιζα που την ντροπή μου κι ηκατέβαζα τα μάτζια μου α μη με καταλάβουσι και μου βζει το όνομα. Νάτσα κόμα στην ηλικία που ‘μια, βλέπω τον στον ύπνον μου και λιλλιρίζει το συκώτι μου, που τη λαχτάρα και λέω :
«Μπάρε μου α τον είχα ‘γω άντρα μου, ικόμου άντρα; Πσο καλά που τον ήρπαξε η Σεβαστή η Πίκαινα, μακάρι ήτον και μορφονιά. Σκέτθο πετσοκόλλι με τα στραβά παάρζα, που όταν ηπορπάταε ηχάρεις κι ήτον μαούνα που κουνιούντο που την μιαν μπάντα και που την άλλη. Έι καμάρι που θα ‘σει ο Παντελής! Μακάρι εν του ρέχασιν οι όμορφες κοπελλούες». Ας είναι.
Και ‘γω το καλό μου εν τω ‘χω. Πάω κάθε Κυριακή στην εκκλησσά α λειουτουρζηθώ, μα ο Θεός ας μ συγχωρέσει, εν ημπορώ α βλέπω φτους τους παπάες τους με τα ξουρισμένα σβέργα και ούλο υποκρισία. Συσσαίνιμαί τους. Είναι μηέ οι δικοί μας παπάες που εν έχουσι ποφανερωμό! Ομορφσά! Ο παπα Ηλίας ο Καθοπούλης, ο παπα Ποσειδός, ο παπα Κακιάς, ο παπα Τρικοίλης. Τθυμούμαι τους πλιο και κλαίω. Ζούσι μαθέ ακόμα; Αν ζούσι, ο Θεός α τους έσει καλά. Αν πάλι ηπεθάνασι, α μυρίσει το κοκχαλάκιν τους και που ‘ναι θαμμένοι, γιατί ήτον καλοί ανθρώποι, όσι σαν και φτους που ‘ναι σαν καρακόζιες της Αποκριάς.
Φήνω σε πλιο Νομική μου και φίλησέ μου τους ούλους στο χωρζό. Α, πε της Βακίνας ότι εν τη ξέχασα, με εν ηβρέθηκεν ‘κόμα καένας καλός γαμπρός α της τον προξενέψω. Τα πέρα οι Αμεριγκάνοι είναι σαν τα ραμολιμέντα. Ίντα πα τους κάνει. Εγώ πλιο που τον εϊκόν μου καμό που άντρα έχω κι άντρα εν έχω μπριν τόσα χρόνια, εν τθέλω α πάρω κι άλλη στον λαιμό μου. αλιμαίνει μόνο λιάκι ‘κόμα κι έσει ο Θεός.
Και πάλι τα σαιρετίσματά μου σε όλους.
Σε φιλώ η αξαέρφη σου
Σεβαστή.


ΤΑ ΚΑΛΑ ΤΗΣ ΚΑΛΥΜΝΟΥ

Πέμπτη 31 Μαρτίου 2016



ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΦΑΛΗΡΕΑΣ
Ο ΙΔΡΥΤΗΣ ΤΗΣ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗΣ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ


Ο Δημήτριος ο Φαληρέας είχε μόλις περάσει τα σαράντα όταν το πλοίο που τον έφερνε από την Ελλάδα αγκυροβόλησε στο μεγάλο Ανατολικό Λιμένα της Αλεξάνδρειας, την άνοιξη του 304 π. Χ.
Ήταν ένας εμφανίσιμος άντρας, με κλασσικά χαρακτηριστικά, κατσαρά και μούσι και αλαζονικό γαλάζιο βλέμμα, που έμοιαζε να ζυγίζει τον κόσμο γύρω του. Κοίταξε το νησί του Φάρου που προστάτευε το λιμάνι προς βορρά, τον μακρύ βραχίονα που συνέδεε το νησί με την στεριά, την επιβλητική Πύλη της Σελήνης, τα αστραφτερά μάρμαρα των βασιλικών ανακτόρων, στον Ελληνικό τομέα της πόλης, ακριβώς απέναντι από το σημείο όπου είκοσι πέντε χρόνια αργότερα θα χτιζόταν ο περίφημος Φάρος της Αλεξάνδρειας.
Την προσοχή του τράβηξε για μια στιγμή ένα σώμα στρατιωτών που βάδιζαν στοιχισμένοι προς το πλοίο του. Ήταν η βασιλική φρουρά που είχε σταλεί για να τον συνοδέψει στα ανάκτορα και, μολονότι δεν ήταν παρά λίγοι άνθρωποι, η εμφάνισή τους ήρθε σαν βάλσαμο στην πληγωμένη του περηφάνια του.
Μέχρι πριν από λίγους μήνες ο Δημήτριος ήταν ένας από τους πιο ισχυρούς και πιο επιτυχημένους άντρες του Ελληνικού κόσμου. Ήταν λίγοι εκείνοι που θα μπορούσαν να τον συναγωνιστούν σαν ρήτορα, ποιητή και φιλόσοφο ή να παραβληθούν μαζί του σε ισχύ. Από τα είκοσι οκτώ του χρόνια κυβερνούσε με τρόπο απολυταρχικό την Αθήνα για λογαριασμό του Κάσσανδρου, ενός άλλου στρατηγού του Αλέξανδρου, που είχε γίνει ηγεμόνας της Μακεδονίας.
Γόνος γνωστής και πλούσιας οικογένειας, είχε λάβει εξαιρετική μόρφωση – με αποκορύφωμα το Λύκειο του Αριστοτέλη, όπου είχε την ευκαιρία να συγχρωτιστεί με τις μεγαλύτερες ιδιοφυΐες της εποχής. Συνδυάζοντας πνευματικότητα και πολιτικό αισθητήριο, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι το πρότυπο του φιλόσοφου – βασιλιά που οραματιζόταν ο Πλάτωνας, εάν ο Πολιορκητής δεν είχε προβεί σ’ ένα πραξικόπημα που τον ανάγκασε να καταφύγει στη Θήβα, την πάλαι ποτέ πανίσχυρη πρωτεύουσα της Βοιωτίας, την οποία ο Αλέξανδρος είχε μετατρέψει σε ερείπια λίγα χρόνια νωρίτερα.
Κι εκεί που αναρωτιόταν τι να κάνει, εντελώς απροσδόκητα, είχε φτάσει μια πρόσκληση από τον Πτολεμαίο Α! το Σωτήρα, να επισκεφτεί την Αλεξάνδρεια. Διαισθανόμενος ότι βρισκόταν μπροστά σε κάτι καλό, ο Δημήτριος επιβιβάστηκε στο πρώτο καράβι που σάλπαρε για την Αίγυπτο. Τώρα, καθώς περπατούσε κατά μήκος της προκυμαίας με τους φρουρούς να του ανοίγουν το δρόμο, απομακρύνοντας Έλληνες, Ρωμαίους, Νούβιους εμπόρους και ναυτικούς απ’ όλο τον κόσμο, ένοιωθε πως η διαίσθησή του δεν τον είχε ξεγελάσει. Η πόλη, αν και ηλικίας μόλις είκοσι πέντε ετών, είχε την όψη και την αίγλη παγκόσμιας μητρόπολης. Εδώ, αποφάσισε, το ταλέντο του ως πολιτικού αλλά και ως ανθρώπου των γραμμάτων και των τεχνών θα μπορούσε να αξιοποιηθεί κατά τον καλύτερο τρόπο, εξασφαλίζοντάς του τη θέση που του άξιζε. Και πόσο δίκιο είχε!
Ο οικοδεσπότης του, όπως κι ο ίδιος, ήταν ένας ηγεμόνας αλλά και ένας διανοούμενος που έτρεφε βαθύτατο σεβασμό για οποιονδήποτε είχε σχέση με τον Αριστοτέλη και το Λύκειο – πέρα από το γεγονός ότι συγγένευε εξ αγχιστείας και με τον Κάσσανδρο, πρώην προστάτη του Δημητρίου. Έτσι, δεν χρειάστηκε πολύς καιρός για να βρει ο εξόριστος τύραννος των Αθηνών την αναγνώριση και μια θέση στο ανάκτορο του Πτολεμαίου.
Παραμένει αδιευκρίνιστο αν του δόθηκε και κάποιο κυβερνητικό αξίωμα. Εκείνο πάντως που είναι βέβαιο είναι ότι μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα έγινε ένας ισχυρός άντρας, παρέχοντας τις συμβουλές του τόσο σε θέματα νομικά και εξωτερικής πολιτικής όσο και σε θέματα σχετικά με το νέο σύνταγμα της Πτολεμαϊκής Αιγύπτου.
Ο Δημήτριος ήταν καιροσκόπος κι ένας πολιτικός που μηχανορραφούσε, πάνω απ’ όλα όμως ήταν ένας άνθρωπος των γραμμάτων που θεωρούσε την πνευματική καλλιέργεια πιο σημαντική κι από την ανελέητη διπλωματία εκείνης της εποχής. Και ίσως, νοσταλγώντας το Λύκειο ή την δεκαετία που είχε ζήσει περιτριγυρισμένος από διαπρεπείς φιλοσόφους, ποιητές και ρήτορες της ηλικίας του, πρότεινε στο βασιλιά τη δημιουργία ενός πολιτιστικού και ερευνητικού κέντρου που θα ανταγωνιζόταν εκείνα των Αθηνών, της Περγάμου, και της Κυρήνης και θα αναδείκνυε την πόλη σε επίκεντρο της μάθησης.
Το αποτέλεσμα ήταν η δημιουργία αυτού που έμελλε να γίνει το μεγαλύτερο ερευνητικό κέντρο και η πρώτη μεγάλη παγκόσμια βιβλιοθήκη. Στα Μουσείο και την Βιβλιοθήκη που ήταν στεγασμένα στον περίβολο των ανακτόρων, είχαν αρχικά πρόσβαση μόνο οι επισκέπτες του βασιλιά. Πολύ σύντομα όμως – καθώς ο αριθμός των κωδίκων και των παπύρων μεγάλωνε και οι ντόπιοι και ξένοι διανοούμενοι καλούνταν να μελετήσουν εκεί – εξελίχθηκαν σε δημόσιους χώρους, ανοιχτούς σε κάθε είδους σπουδαστές, επιστήμονες και ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών.
Οι φήμες, που με τα χρόνια έγιναν θρύλος, έλεγαν πως σε πρώτη φάση ο Δημήτριος σύστησε στον Πτολεμαίο Α! τη δημιουργία μιας συλλογής από βιβλία για προσωπική του χρήση με θέμα τη βασιλεία και τον τρόπο άσκησης εξουσίας. Και πως μόνο όταν ο τελευταίος έδωσε τη σχετική έγκριση ο δαιμόνιος Έλληνας προχώρησε στο επόμενο βήμα και προσπάθησε να πείσει το βασιλιά για την ανάγκη μιας βιβλιοθήκης αντάξιας ενός Φαραώ, μιας βιβλιοθήκης που θα στέγαζε όλα τα σημαντικά έργα που είχαν ποτέ γραφτεί. Σχέδιο δαπανηρό και φιλόδοξο, δεδομένου ότι συνεπαγόταν την αγορά ή την αντιγραφή πεντακοσίων περίπου χιλιάδων παπύρων.
Ωστόσο ο Πτολεμαίος Α! είχε τα απαραίτητα μέσα και μοχλούς πίεσης για να το πραγματοποιήσει κι έτσι στάλθηκαν αμέσως ειδικοί απεσταλμένοι σε όλα τα κέντρα ακαδημαϊκών σπουδών της Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, με εντολή να αγοράσουν, να δανειστούν ή να κλέψουν τα έργα όλων των μεγάλων ποιητών, δραματουργών, φιλοσόφων, επιστημόνων και μαθηματικών. Σε ορισμένες περιπτώσεις ο Δημήτριος, που είχε εξουσιοδότηση εν λευκώ, δοκίμαζε να αγοράσει ολόκληρες βιβλιοθήκες και, όταν έβλεπε ότι ούτε η δωροδοκία ούτε ο πολιτικός εκβιασμός  έφερναν αποτέλεσμα, δεν δίσταζε να καταφύγει – με τις ευλογίες του κυρίου του – στην απάτη. Όποιο καράβι αγκυροβολούσε στην Αλεξάνδρεια ή σε οποιοδήποτε άλλο Αιγυπτιακό λιμάνι υποβαλλόταν σε εξονυχιστική έρευνα, με σκοπό τον εντοπισμό τυχόν χειρογράφων, τα οποία, εφόσον υπήρχαν, κατάσχονταν από τις Αιγυπτιακές Αρχές και δεν επιστρέφονταν παρά μετά τη λεπτομερή αντιγραφή τους. Αυτά έγιναν γνωστά ως «βιβλία των πλοίων» και ήταν τυχεροί όσοι ιδιοκτήτες κατάφερναν να πάρουν πίσω τα πρωτότυπα…
Η ηθική παραμεριζόταν κι όταν ακόμα επρόκειτο για πρωτότυπα χειρόγραφα του Αισχύλου, του Ευριπίδη και του Σοφοκλή, τα οποία φυλάσσονταν συνήθως στα αρχεία της Αθηναϊκής πολιτείας και δεν δανείζονταν ποτέ. Ο Πτολεμαίος Γ! ο «Ευεργέτης», ακολουθώντας το παράδειγμα του πατέρα και του παππού του, έπεισε την κυβέρνηση των Αθηνών να του εμπιστευτεί τα πολύτιμα χειρόγραφα, καταβάλλοντας ως εγγύηση ένα αστρονομικό ποσό το οποίο και έχασε, όταν αντί για τα πρωτότυπα επέστρεψε τα αντίγραφα.
Είναι γενικά παραδεκτό ότι το πνευματικό δημιούργημα του Δημητρίου πήρε μορφή το 295 π. Χ. Όταν εκείνος πέθανε, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, είχε ήδη εξελιχθεί σε τόπο συνάντησης όλων των μεγάλων πνευμάτων της Αρχαίας Ελλάδας. Δυστυχώ το 286 π. Χ. , εποχή που βρισκόταν στο μεσουράνημά του, ο Δημήτριος, υποκύπτοντας στη ματαιοδοξία και την τάση του για δολοπλοκίες, διέπραξε το ασυγχώρητο λάθος να εμπλακεί σε θέματα διαδοχής του θρόνου.
Ο φίλος του και προϊστάμενος του Πτολεμαίος Α! ο «Σωτήρας» είχε παντρευτεί δυο φορές – αρχικά με την Ευρυδίκη, κόρη του Αντίπατρου και αδελφή του Κάσσανδρου και στη συνέχεια με μια εντυπωσιακά χήρα από την Κυρήνη ονόματι Βερενίκη. Οι δύο κυρίες φαίνεται πως τα πήγαιναν καλά και μάλλον απολάμβαναν το ερωτικό τρίγωνο με το σύζυγό τους, μέχρι τη στιγμή που εκείνος άρχισε να δείχνει ιδιαίτερη προτίμηση για το γιό της Βερενίκης και να αγνοεί τον γιό της Ευρυδίκης – παρά το γεγονός ότι ήταν μεγαλύτερος και κανονικά θα έπρεπε να τον διαδεχτεί στον θρόνο. Ο Δημήτριος, υποθέτοντας ότι ο βασιλιάς θα άκουγε τελικά τη φωνή της λογικής και θα παρέκαμπτε το νόμιμο διάδοχό του, επιχείρησε να πείσει τον Πτολεμαίο Α! να μην ανακηρύξει συν-Φαραώ τον αγαπημένο του γιό, όπως σχεδίαζε να κάνει.
Προφανώς όμως ούτε οι προσπάθειες του Δημητρίου ούτε οι ικεσίες της Ευρυδίκης καρποφόρησαν και ο εν λόγω νέος ανέβηκε στο βασιλικό θρόνο το 285 π. Χ.
Η υποστήριξη λάθους προσώπου στη κούρσα της διαδοχής σήμανε και την καταδίκη του Δημητρίου. Ο Πτολεμαίος ο Β! ο «Φιλάδελφος», όπως θα γινόταν γνωστός ο νέος Φαραώ, πληροφορήθηκε τη στάση που είχε κρατήσει ο σύμβουλος του πατέρα του και δεν τον συγχώρεσε ποτέ. Και όταν το 282 π. Χ. πέθανε ο Πτολεμαίος Α!, αφήνοντάς τον μόνο κύριο της Αιγύπτου, πήρε την εκδίκησή του. Ο Δημήτριος βρέθηκε ξανά εξόριστος, αλλά αυτή τη φορά για τα καλά, σε μια απομονωμένη κωμόπολη του Δέλτα.
Εκεί, λέει η παράδοση, ο άνθρωπος στον οποίο ο κόσμος χρωστά την πρώτη παγκόσμια βιβλιοθήκη πέθανε από δάγκωμα φιδιού, την ώρα που έπαιρνε τον απογευματινό του ύπνο. Το πιθανότερο όμως είναι να τον δηλητηρίασαν κατόπιν εντολής του Φαραώ.
Από το βιβλίο του DEREK ADIE FLOWER 
«Στις όχθες της σοφίας»
Εκδόσεις Α. Α. ΛΙΒΑΝΗ

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016


ΗΛΙΑΣ ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ
(1925 - 2009)

Σαν σήμερα πριν από 7 χρόνια, εγκατέλειψε αυτό τον κόσμο, ένα υπέροχο μυαλό, ένας μεγάλος δάσκαλος και πατέρας, ένας αφοσιωμένος σύζυγος και πετυχημένος επιχειρηματίας. Από το Λοντάρι (Λεοντάριον) Μεγαλόπολης, αγωνιστής για την λευτεριά αυτού του τόπου στα δύσκολα χρόνια της Γερμανικής κατοχής, έμπορος εν συνεχεία (αυτοδημιούργητος) και λαμπρό μυαλό με οξυδέρκεια αλλά και αποφασιστικότητα.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει.

«Σαν γυρνούσες τη σχόλη
χωρολόγος τάχα
ο κόρφος σου ήταν γεμάτος
πρωτάχλαδα κι αυγόσυκα
σταφύλια με κρουστές ρώγες
από τσαμπουρολόγημα στ’ αμπέλια
(μας έλεγες ψέματα πατέρα)
μύγδαλα ο κούκος σου ολόγιομος
στο χέρι ένα μάτσο χλωρά ρεβίθια
πρόβαλες στο ρουμάνι το βράδυ βράδυ
μισός κλαρί μισός κρασοπουλιό
γελαστός με ανάλαφρη περπατησιά
μύριζες ρείκι, θυμάρι, πατερίλα
απόσταγμα της γενιάς σου
δημιούργημα του καιρού σου.
Υστερότερα όταν σκοτείνιαζε
στον απέραντο θόλο της σκέπης μας
η εκτυφλωτική αστροφεγγιά χάραζε
τις καμπύλες των βουνών και των δέντρων
τότε μας έδειχνες την Πούλια
τον ποταμό του Ιορδάνη, το Άστρι
κι όλα τα σημαδιακά αστέρια
έχοντας τη σιγουριά των προπάππων σου
που με άθιχτο το μαχαίρι στην τσέπη τους
παραμέριζαν μ’ ένα μακρύ ραβδί
κάθε εμπόδιο στην ατραπό της ζωής.»
-Δημήτρης Αλεξίου, «Στον πατέρα μου»


PETER STEVENS
(PANDELIS STEFANIDAKIS)
(ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΣΤΕΦΑΝΙΔΑΚΗΣ)
24th JULY 1934 - 10th NOVEMBER 2013
Όταν σε παιδική ηλικία άφηνε με λίγα λεφτά το νησί του, την Κάλυμνο, δεν φανταζόταν ότι θα γινόταν ένας από τους πιο διάσημους και πλούσιους Έλληνες της διασποράς. Αγαπημένος από τους συμπατριώτες του και όχι μόνο, εγκατέλειψε αυτόν τον κόσμο με εκείνο το μειδίαμα που τον χαρακτήριζε πάντα, αφήνοντας πίσω του μια τρυφερή - αγαπημένη και άξια οικογένεια. 


Death is nothing at all

Death is nothing at all
i have only slipped away to next room
i am i and you are you
Whatever we were to each other,
That, we still are.

Call me by my old familier name
speak to me in the easy way
which you always used.
Put no didifference into your tone.
Wear no forced air of solemnity or sorrow.

Laught as we always laughet
at the little jokes we enjoyed together.
Play, smile, think of me. Pray for me.
Let my name be ever the household word
that it always was.
Let it be spoken without effect.
Without the trace of a shadow on it.

Life means all that it ever meant
it is the same that it ever was.
There is asolute unbroken continuity.
Why should i be out of mind
bacause i am out of sight?

I am but waiting for you.
For an interval.
Somewhere. Very near.
Just around the corner.

All is well.

Henry Scott Holland


Τρίτη 22 Μαρτίου 2016

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ 

ΑΜΑΡΥΣΙΑ
(Αντιγράφω από την εφημερίδα ΑΜΑΡΥΣΙΑ της 16ης Μαρτίου 2016)
ΕΠΙΦΥΛΛΙΔΕΣ
FRANCISCO ADRADOS
ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΟΣ
«Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές, με πλούσια δάνεια από την μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική»
Η Αγγλική γλώσσα έχει 490.000 λέξεις από τις οποίες οι 41.615 λέξεις … είναι από την Ελληνική γλώσσα ! (Βιβλίο Γκίνες)
Στην μαθηματική δομή της, είναι η γλώσσα της πληροφορικής και της νέας γενιάς των εξελιγμένων υπολογιστών, διότι σε αυτήν δεν υπάρχουν όρια. (Μπιλ Γκέιτς).
Η Ελληνική και η Κινέζικη… είναι οι μόνες γλώσσες με συνεχή ζώσα παρουσία από τους ίδιους λαούς και στον ίδιο χώρο εδώ και 4.000 χρόνια. Όλες οι γλώσσες θεωρούνται κρυφοελληνικές με πλούσια δάνεια από την μητέρα των γλωσσών, την Ελληνική.
Το πρώτο μεγάλο πλήγμα που δέχτηκε η Ελληνική γλώσσα ήταν η μεταρρύθμιση του 1976 με την κατάργηση των Αρχαίων Ελληνικών και η δια νόμου καθιέρωση της δημοτικής και του μονοτονικού, που σήμερα κατάντησε ατονικό.
Έτερο μεγάλο πλήγμα είναι ότι η … οικογένεια, ο δάσκαλος και ο ιερέας αντικαταστάθηκαν από την τηλεόραση, που ασκεί ολέθρια επίδραση όχι μόνο στην γλώσσα, αλλά και στον χαρακτήρα και στο ήθος. (Αντώνης Κουνάδης, ακαδημαϊκός)
Το CNN σε συνεργασία με την εταιρία υπολογιστών apple ετοίμασαν ένα εύκολο πρόγραμμα εκμάθησης Ελληνικών προς τους Αγγλόφωνους και Ισπανόφωνους των ΗΠΑ. Το σκεπτικό αυτής της πρωτοβουλίας ήταν ότι η Ελληνική εντείνει το ορθολογικό πνεύμα, οξύνει το επιχειρηματικό πνεύμα και προτρέπει τους πολίτες προς την … δημιουργικότητα.
Μετρώντας τις διαφορετικές λέξεις που έχει κάθε γλώσσα, βλέπουμε ότι όλες έχουν από αρκετές χιλιάδες, άρα είναι αδύνατο να υπάρξει γραφή που να έχει τόσα γράμματα όσες και οι λέξεις μιας γλώσσας, γιατί κανένας δεν θα θυμόταν τόσα πολλά σύμβολα. Το ίδιο ισχύει και με τις διαφορετικές συλλαβές των λέξεων (π.χ. α,αβ, βα, βρα, βε, ου) που έχει κάθε γλώσσα. Μετρώντας επίσης τους διαφορετικούς φθόγγους των λέξεων (τους α, β, γ) που έχει η κάθε γλώσσα, βλέπουμε ότι αυτοί είναι σχετικά λίγοι, είναι μόλις 20, δηλαδή οι εξής: α, ε, ο, ου, ι, κ, γ, χ, τα, δ, θ, η, β, φ, μ, ν, λ, ρ, σ, ζ, όμως, αν καταγράφουμε τις λέξεις μόνο ως έχουν φθογγικά, δεν διακρίνονται οι ομόηχες, π.χ. «τίχι» = τείχη, τοίχοι, τύχη, τύχει, «καλί» = καλοί & καλή & καλεί. Επομένως δεν είναι δυνατό να υπάρξει γραφή που να έχει τόσα γράμματα όσοι και οι διαφορετικοί φθόγγοι των λέξεων.
Προ αυτού του προβλήματος οι άνθρωποι κατέφυγαν σε διάφορα τεχνάσματα, για να επιτύχουν την καταγραφή του προφορικού λόγου, κυριότερα των οποίων είναι το Αιγυπτιακό (απ’ όπου κατάγονται οι σημιτικές και πολλές άλλες γραφές0 και το Ελληνικό (απ’ όπου κατάγονται οι Ευρωπαϊκές γραφές).
Το τέχνασμα που επινόησαν οι αρχαίοι Έλληνες προκειμένου να καταφέρουν να καταγράφουν φωνητικά τις λέξεις, ήταν η χρησιμοποίηση από τη μια τόσων γραμμάτων όσοι και οι φθόγγοι των λέξεων, φωνηέντων και συμφώνων, δηλαδή των γραμμάτων : Α (α), Β (β), Γ (γ) και από την άλλη κάποιων ομόφωνων γραμμάτων, δηλαδή των : Ω (ω), & Ο (ο), Η (η), & Υ (υ) & Ι (ι) με τα οποία, βάσει κανόνων, αφενός υποδείχνεται η ετυμολογία (= το μέρος του λόγου ή ο τύπος κ.τ.λ. …) άρα το ακριβές νόημα των λέξεων και αφετέρου διακρίνονται οι ομόηχες λέξεις : τύχη & τείχη & τύχει & τοίχοι, λίπη & λείπει & λύπη.
Παράβαλε π.χ. ότι στην Ελληνική γραφή έχει κανονιστεί να γράφουμε το τελευταίο φωνήεν των ρημάτων με τα γράμματα – ω, ει και των πτωτικών με το – ο, ι, ώστε να διακρίνονται οι ομόηχοι τύποι: καλώ & καλό, καλεί & καλή, σύκο & σήκω, φιλί & φυλή, φιλώ & φύλο. Παράβαλε ομοίως ότι στην Ελληνική γραφή έχει κανονιστεί να γράφουμε τα κύρια ονόματα με κεφαλαίο γράμμα τα κύρια ονόματα και τα κοινά με μικρό, για διάκριση των ομόφωνων λέξεων: νίκη & Νίκη, αγαθή & Αγαθή. 
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ
 Τα Ελληνικά είναι η μόνη γλώσσα στον κόσμο που ομιλείται και γράφεται συνεχώς επί 4.000 τουλάχιστον συναπτά έτη, καθώς ο Arthur Evans διέκρινε τρεις φάσεις στην ιστορία της Μινωικής γραφής, εκ των οποίων η πρώτη από το 2.000 π. Χ. ως το 1650 π. Χ. Μπορεί κάποιος να διαφωνήσει και να πει ότι τα Αρχαία και τα Νέα Ελληνικά είναι διαφορετικές γλώσσες, αλλά κάτι τέτοιο φυσικά και είναι τελείως αναληθές.
Ο ίδιος ο Οδυσσέας Ελύτης είπε: «Εγώ δεν ξέρω να υπάρχει παρά μια γλώσσα, η ενιαία Ελληνική. Το να λέει ο Έλληνας ποιητής, ακόμα και σήμερα, ο ουρανός, η θάλασσα, ο ήλιος, η σελήνη, ο άνεμος, όπως το έλεγαν η Σαπφώ και ο Αρχίλοχος, δεν είναι μικρό πράγμα. Είναι πολύ σπουδαίο. Επικοινωνούμε κάθε στιγμή μιλώντας με τις ρίζες που βρίσκονται εκεί. Στα Αρχαία!
Ο μεγάλος διδάσκαλος του Γένους Αδαμάντιος Κοραής είχε πει: «Όποιος χωρίς την γνώση της Αρχαίας επιχειρεί να μελετήσει και να ερμηνεύσει την Νέαν, ή απατάται ή απατά». Παρ’ ότι πέρασαν χιλιάδες χρόνια, όλες οι Ομηρικές λέξεις έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα. Μπορεί να μη διατηρήθηκαν ατόφιες, αλλά έχουν μείνει στη γλώσσα μας μέσω των παραγώγων τους. Μπορεί να λέμε νερό αντί για ύδωρ αλλά λέμε υδροφόρα, υδραγωγείο και αφυδάτωση. Μπορεί να μην χρησιμοποιούμε το ρήμα «δέρκομαι» (βλέπω), αλλά χρησιμοποιούμε τη λέξη οξυδερκής. Μπορεί να μην χρησιμοποιούμε την λέξη «αυδή» (φωνή) αλλά παρ’ όλα αυτά λέμε άναυδος και απηύδησα. Επίσης σήμερα δεν λέμε «λωπούς» τα ρούχα, αλλά λέμε την λέξη «λωποδύτης» που σημαίνει «αυτός που βυθίζει το χέρι του μέσα στο ρούχο σου (λωπή) για να σε κλέψει».
ΚΑΘΑΡΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ
Η ΓΡΑΜΜΙΚΗ Β!
Η γραμμική Β! είναι κι αυτή καθαρά Ελληνική, γνήσιος πρόγονος της Αρχαίας Ελληνικής. Ο Άγγλος αρχιτέκτονας Μάικλ Βέντρις αποκρυπτογράφησε βάσει κάποιων ευρημάτων τη γραφή αυτή κι απέδειξε την Ελληνικότητά της. Μέχρι τότε φυσικά όλοι αγνοούσαν πεισματικά έστω και το ενδεχόμενο να ήταν Ελληνική. Το γεγονός αυτό έχει τεράστια σημασία καθώς πάει τα Ελληνικά αρκετούς αιώνες ακόμα πιο πίσω στα βάθη της ιστορίας. Αυτή η γραφή σίγουρα ξενίζει, καθώς τα σύμβολα που χρησιμοποιεί είναι πολύ διαφορετικά από το σημερινό Αλφάβητο.
Παρ’ όλα αυτά, η προφορά είναι παραπλήσια, ακόμη και με τα Νέα Ελληνικά. Για παράδειγμα η λέξη «TOKOSOTA» σημαίνει «Τοξότα» (κλητική). Είναι γνωστό ότι «κ» και «σ» στα Ελληνικά μας κάνει «ξ» και με μια απλή επιμεριστική ιδιότητα, όπως κάνουμε και στα μαθηματικά, βλέπουμε ότι η λέξη αυτή εδώ και τόσες χιλιετίες δεν άλλαξε καθόλου.
Ακόμα πιο κοντά στην Νεοελληνική, ο «άνεμος», που στην Γραμμικά Β! γράφεται «ΑΝΕΜΟ», καθώς και «ράπτης», «έρημος» και «τέμενος» που είναι αντίστοιχα στην Γραμμική Β! «RAPTE», «ERMO», «TEMENO» και πολλά άλλα παραδείγματα.
Υπολογίζοντας όμως έστω και με τις συμβατικές χρονολογίες οι οποίες τοποθετούν τον Όμηρο γύρω στο 1.000 π. Χ. έχουμε το δικαίωμα να ρωτήσουμε : Πόσες χιλιετίες χρειάστηκε η γλώσσα μας από την εποχή που οι άνθρωποι των σπηλαίων του Ελληνικού χώρου την πρωτοάρθρωσαν με μονοσύλλαβους φθόγγους, μέχρι να φτάσει στην εκπληκτική τελειότητα της Ομηρικής επικής διαλέκτου, με λέξεις όπως «ροδοδάκτυλος», «λευκώλενος», «ωκύμορος» κτλ.
Ο Πλούταρχος στο «Περί Σωκράτους δαιμονίου», μας πληροφορεί ότι ο Αγησίλαος ανακάλυψε στην Αλίαρτο τον τάφο της Αλκμήνης, της μητέρας του Ηρακλή, ο οποίος τάφος είχε ως αφιέρωμα «πίνακα χαλκούν έχοντα γράμματα πολλά θαυμαστά, παμπάλαια …». Φανταστείτε περί πόσο παλαιάς γραφής πρόκειται, αφού οι ίδιοι οι Αρχαίου Έλληνες την χαρακτηρίζουν «αρχαία». Φυσικά, δεν γίνεται ξαφνικά, «από το πουθενά» να εμφανιστεί ένας Όμηρος και να γράψει δυό λογοτεχνικά αριστουργήματα. Είναι προφανές ότι από πολύ πιο πριν πρέπει να υπήρχε γλώσσα (και γραφή) υψηλού επιπέδου. Πράγματι, από την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία γνωρίζουμε ότι ο Όμηρος δεν υπήρξε ο πρώτος, αλλά ο τελευταίος και διασημότερος μιας μεγάλης σειράς επικών ποιητών, των οποίων τα ονόματα έχουν διασωθεί (Κρεώφυλος, Πρόδικος, Αρκτίνος, Αντίμαχος, Κιναίθων, Καλλίμαχος) καθώς και τα ονόματα των έργων τους (Φορωνίς, Φωκαΐς, Δαναΐς, Αιθιοπΐς , Επίγονοι, Οιδιπόδεια, Θήβαις … ) δεν έχουν όμως διασωθεί τα ίδια τα έργα τους. 




ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ
ΝΕΩΝ ΛΕΞΕΩΝ
Η δύναμη της Ελληνικής γλώσσας βρίσκεται στην ικανότητά της να πλάθεται όχι μόνο προθεματικά η καταληκτικά, αλλά διαφοροποιώντας σε μερικές περιπτώσεις μέχρι και τη ρίζα της λέξης {π.χ. «τρέχω’ και «τροχός» παρ’ ότι είναι από την ίδια οικογένεια αποκλίνουν ελαφρώς στη ρίζα}. Η Ελληνική γλώσσα είναι ειδική στο να δημιουργεί σύνθετες λέξεις με απίστευτων δυνατοτήτων χρήσεις, πολλαπλασιάζοντας το λεξιλόγιο. Το διεθνές λεξικό Webster’s New International Dictionary, αναφέρει: «Η Λατινική και η Ελληνική, ιδίως η Ελληνική, αποτελούν ανεξάντλητη πηγή υλικών για τη δημιουργία επιστημονικών όρων, ενώ οι Γάλλοι λεξικογράφοι Jean Bouffartigue και Anne – Marie Delrieu τονίζουν : «Η επιστήμη βρίσκει ασταμάτητα νέα αντικείμενα ή έννοιες. Πρέπει να τα ονομάσει. Ο θησαυρός των Ελληνικών ριζών βρίσκεται μπροστά της, αρκεί ν’ αντλήσει από εκεί. Θα ήταν πολύ περίεργο να μη βρει αυτές που χρειάζεται.
Ο γάλλος συγγραφέας Ζακ Λακαριέρ, έκθαμβος μπροστά στο μεγαλείο της Ελληνικής είχε δηλώσει σχετικώς: «Η Ελληνική γλώσσα έχει το χαρακτηριστικό να προφέρεται θαυμάσια για την έκφραση όλων των ιεραρχιών με μια απλή εναλλαγή του πρώτου συνθετικού. Αρκεί κανείς να βάλει ένα παν – πρώτο – αρχι – υπέρ ή μια οποιαδήποτε άλλη πρόθεση μπροστά σε ένα θέμα. Κι αν συνδυάσει κανείς μεταξύ τους αυτά τα προθέματα, παίρνει μια ατέλειωτη ποικιλία διαβαθμίσεων. Τα προθέματα εγκλείονται τα μεν στα δε σαν μια σημασιολογική κλίμακα, η οποία ορθώνεται προς τον ουρανό των λέξεων».
Στην Ιλιάδα του ομήρου η Θέτις θρηνεί για ότι θα πάθει ο γιός της σκοτώνοντας τον Έκτορα «διο και δυσαριστοτοκείαν αυτήν ονομάζει». Η λέξη αυτή από μόνη της είναι ένα μοιρολόι: δυς + άριστος + τίκτω (γεννώ) και σημαίνει όπως αναλύει το Ετυμολογικό το Μέγα «που για κακό γέννησα τον άριστο».
Προ ολίγων ετών κυκλοφόρησε στην Ελβετία το λεξικό των ανύπαρκτων λέξεων (Dictionnaire Des Mots Inexistants) όπου προτείνεται να αντικατασταθούν Γαλλικές περιφράσεις με μονολεκτικούς όρους από τα Ελληνικά. Π.χ. androprepe, biopaleste, dysparegorete, ecogeniarche, elpidophore, glossoctonie, philomathee, tachymathie, theopempte κλπ. Περίπου 2.000 λήμματα με προοπτική περαιτέρω εμπλουτισμού.
Η ΑΚΡΙΒΟΛΟΓΙΑ
Είναι προφανές ότι τουλάχιστον όσον αφορά την ακριβολογία, γλώσσες όπως τα Ελληνικά υπερτερούν σαφώς σε σχέση με γλώσσες σαν τα Αγγλικά. Είναι λογικό άλλωστε αν το σκεφτεί κανείς ότι μπορεί πολύ πιο εύκολα να καθιερωθεί μια γλώσσα διεθνής όταν είναι πιο εύκολη στην εκμάθηση, από την άλλη όμως μια τέτοια γλώσσα εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να είναι τόσο ποιοτική.
Συνέπεια των παραπάνω είναι ότι η Αγγλική γλώσσα δεν μπορεί να είναι λακωνική όπως είναι η Ελληνική, καθώς για να μην είναι διφορούμενο το νόημα της εκάστοτε φράσης, πρέπει να χρησιμοποιηθούν επιπλέον λέξεις. Για παράδειγμα η λέξη «drink» ως αυτοτελής φράση δεν υφίσταται στα Αγγλικά, καθώς μπορεί να σημαίνει «ποτό», «πίνω», «πιες» κτλ. Αντιθέτως στα Ελληνικά η φράση «πιες» βγάζει νόημα, χωρίς να χρειάζεται να βασιστείς στα συμφραζόμενα για να καταλάβεις το νόημά της.
Παρένθεση: Να θυμίσουμε εδώ ότι στα Αρχαία Ελληνικά εκτός από Ενικός και Πληθυντικός αριθμός, υπήρχε και Δυϊκός αριθμός. Υπάρχει στα Ελληνικά και η Δοτική πτώση εκτός από τις υπόλοιπες 4 πτώσεις ονομαστική, γενική, αιτιατική και κλητική. Η Δοτική χρησιμοποιείται συνεχώς στον καθημερινό μας λόγο ( π.χ. … βάσει των μετρήσεων, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι…) και είναι πραγματικά άξιον λόγου το γιατί εκδιώχθηκε βίαια από την Νεοελληνική γλώσσα. Ακόμα παλαιότερα, εκτός από την εξορισμένη αλλά ζωντανή Δοτική, υπήρχαν και άλλες τρεις επιπλέον πτώσεις οι οποίες όμως χάθηκαν. Το ίδιο πρόβλημα, σε πολύ πιο έντονο φυσικά βαθμό έχει και η Κινέζικη γλώσσα. Όπως μας λέει και ο Κρητικός δημοσιογράφος Α. Κρασανάκης : «Επειδή οι απλές λέξεις είναι λίγες, έχουν αποκτήσει πάρα πολλές έννοιες για να καλύψουν τις ανάγκες της έκφρασης. Π.χ. «σι» = γνωρίζω, είμαι, ισχύς, κόσμος, όρκος, αφήνω, θέτω, αγαπώ, βλέπω, φροντίζω, περπατάω, σπίτι κ.τ.λ.. «Πα» = μπαλέτο, οκτώ, κλέφτης, κλέβω … «Πάι» = άσπρο, εκατό, εκατοστό, χάνω…
Ίσως να υπάρχει ελαφρά διαφορά στον τονισμό, αλλά ακόμα και να υπάρχει, πως είναι δυνατόν να καταστήσεις ένα σημαντικό κείμενο (π.χ. συμβόλαιο) ξεκάθαρο;
Η ΚΥΡΙΟΛΕΞΙΑ
Στην Ελληνική γλώσσα ουσιαστικά δεν υπάρχουν συνώνυμα, καθώς όλες οι λέξεις έχουν λεπτές εννοιολογικές διαφορές μεταξύ τους. Για παράδειγμα, η λέξη «λωποδύτης» χρησιμοποιείται γι αυτόν που βυθίζει το χέρι του στο ρούχο μας και μας κλέβει, κρυφά δηλαδή, ενώ ο «ληστής» είναι αυτός που μας κλέβει φανερά, μπροστά στα μάτια μας. Επίσης το «άγειν» και το «φέρειν» έχουν την ίδια έννοια. Όμως το πρώτο χρησιμοποιείται για έμψυχα όντα, ενώ το δεύτερο για τα άψυχα.
Στα Ελληνικά έχουμε τις λέξεις «κεράννυμι», «μίγνυμι» και «φύρω» που όλες έχουν το νόημα του «ανακατεύω». Όταν ανακατεύουμε δυό στερεά ή υγρά μεταξύ τους αλλά χωρίς να συνεπάγεται νέα ένωση (π.χ. λάδι με νερό) τότε χρησιμοποιούμε την λέξη «μειγνύω» ενώ όταν ανακατεύουμε υγρό με στερεό τότε λέμε «φύρω». Εξ ου και η λέξη «αιμόφυρτος» που όλοι γνωρίζουμε αλλά δεν συνειδητοποιούμε τι σημαίνει. Όταν οι Αρχαίοι Έλληνες πληγώνονταν στη μάχη, έτρεχε τότε το αίμα και ανακατευόταν με τη σκόνη και το χώμα. Το «κεράννυμι» σημαίνει ανακατεύω δυό υγρά και φτιάχνω ένα νέο, όπως για παράδειγμα ο οίνος και το νερό. Εξ ου και ο «άκρατος» οίνος (δηλαδή καθαρός οίνος) που λέγαν οι Αρχαίοι όταν δεν ήταν ανακατεμένος (κεκραμμένος) με νερό.
Τέλος η λέξη «παντρεμένος» έχει διαφορετικό νόημα από την λέξη «νυμφευμένος», διαφορά που περιγράφουν οι ίδιες οι λέξεις για όποιον τους δώσει λίγη σημασία. Η λέξη «παντρεμένος» προέρχεται από το ρήμα υπανδρεύομαι και σημαίνει τίθεμαι υπό την εξουσία του άντρα ενώ ο άντρας νυμφεύεται, δηλαδή παίρνει νύφη. Γνωρίζοντας τέτοιου είδους λεπτές εννοιολογικές διαφορές, είναι πραγματικά πολύ αστεία μερικά από τα πράγματα που ακούμε στην καθημερινή – συχνά λαθεμένη – ομιλία (π.χ. ο Χ παντρεύτηκε).
Η Ελληνική γλώσσα έχει λέξεις για έννοιες οι οποίες παραμένουν χωρίς απόδοση στις υπόλοιπες γλώσσες, όπως «άμιλλα», «θαλπωρή» και «φιλότιμο». Μόνο η Ελληνική γλώσσα ξεχωρίζει τη ζωή από τον βίο, την αγάπη από τον έρωτα. Μόνο αυτή διαχωρίζει, διατηρώντας το ίδιο ριζικό θέμα, το ατύχημα από το δυστύχημα, το συμφέρον από το ενδιαφέρον.


ΓΛΩΣΣΑ
ΔΙΔΑΣΚΑΛΟΣ
Το εκπληκτικό είναι ότι η ίδια η Ελληνική γλώσσα μας διδάσκει συνεχώς πώς να γράφουμε σωστά. Μέσω της ετυμολογίας, μπορούμε να καταλάβουμε ποιος είναι ο σωστός τρόπος γραφής ακόμα και λέξεων που ποτέ δεν έχουμε δει ή γράψει. Το «πειρούνι» για παράδειγμα, για κάποιον που έχει βασικές γνώσεις Αρχαίων Ελληνικών, είναι προφανές ότι γράφεται με «ει» και όχι με «ι» όπως πολύ άστοχα γράφεται σήμερα. Ο λόγος είναι πολύ απλός, το «πειρούνι» προέρχεται από το ρήμα «πείρω» που σημαίνει τρυπώ – διαπερνώ, ακριβώς επειδή τρυπάμε με αυτό το φαγητό για να το πιάσουμε.
Επίσης η λέξη «συγκεκριμένος» φυσικά και δεν μπορεί να γραφτεί «συγκεκρυμμένος» καθώς προέρχεται από το «κριμένος» (αυτός δηλαδή που έχει κριθεί και όχι βέβαια από το κρυμμένος, αυτός δηλαδή που έχει κρυφτεί). Άρα το να υπάρχουν πολλά γράμματα για τον ίδιο ήχο (π.χ. η, ι, υ, ει, οι κτλ) όχι μόνο δεν θα έπρεπε να μας δυσκολεύει, αλλά αντιθέτως να μας βοηθάει στο να γράφουμε πιο σωστά, εφόσον βέβαια έχουμε μια βασική κατανόηση της γλώσσας μας. Επιπλέον η ορθογραφία με τη σειρά της μας βοηθάει αντίστροφα στην ετυμολογία αλλά και στην ανίχνευση της ιστορικής πορείας της κάθε μιας λέξης. Και αυτό που μπορεί να μας βοηθήσει  να κατανοήσουμε την καθημερινή μας νεοελληνική γλώσσα περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, είναι η γνώση των Αρχαίων Ελληνικών. Είναι πραγματικά συγκλονιστικό συναίσθημα να μιλάς και ταυτόχρονα να συνειδητοποιείς τι ακριβώς λες, ενώ μιλάς και εκστομίζεις την κάθε λέξη ταυτόχρονα να σκέφτεσαι την σημασία της.
Είναι πραγματικά μεγάλο κρίμα να διδάσκονται τα Αρχαία με τέτοιον φρικτό τρόπο στο σχολείο ώστε να σε κάνουν να αντιπαθείς κάτι τόσο όμορφο και συναρπαστικό.
Η ΣΟΦΙΑ
Στην γλώσσα έχουμε το σημαίνον (τη λέξη) και το σημαινόμενο (την έννοια). Στην Ελληνική γλώσσα αυτά τα δυο έχουν πρωτογενή σχέση, καθώς αντίθετα με τις άλλες γλώσσες το σημαίνον δεν είναι μια τυχαία σειρά από γράμματα. Σε μια συνηθισμένη γλώσσα όπως τα Αγγλικά, μπορούμε να συμφωνήσουμε όλοι να λέμε το σύννεφο car και τα αυτοκίνητο cloud και από τη στιγμή που το συμφωνήσουμε και εμπρός να είναι έτσι. Στα Ελληνικά κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Γι αυτόν τον λόγο πολλοί διαχωρίζουν τα Ελληνικά σαν «εννοιολογική» γλώσσα από τις υπόλοιπες «σημειολογικές» γλώσσες. Μάλιστα ο μεγάλος φιλόσοφος και μαθηματικός Βένερ Χάιζενμπεργκ είχε παρατηρήσει αυτή τη σημαντική ιδιότητα για την οποία είχε πει: «Η θητεία μου στην Αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση. Στη γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα στη λέξη και στο εννοιολογικό της περιεχόμενο».
Όπως μας έλεγε και ο Αντισθένης «Αρχή σοφίας, η των ονομάτων επίσκεψις». Για παράδειγμα ο «άρχων» είναι αυτός που έχει τη δική του γη (άρα = γη + έχων). Και πραγματικά, ακόμα και στις μέρες μας είναι πολύ σημαντικό να έχει κανείς δική του γη / δικό του σπίτι.
Ο «βοηθός» σημαίνει αυτός που στο κάλεσμα τρέχει (βοή = φωνή + θέω = τρέχω). Ο Αστήρ είναι το αστέρι, αλλά η ίδια η λέξη μας λέει ότι κινείται, δεν μένει ακίνητο στον ουρανό (α + στήρ από το ίστημι που σημαίνει στέκομαι). Αυτό που είναι πραγματικά ενδιαφέρον, είναι ότι πολλές φορές η λέξη περιγράφει ιδιότητες της έννοιας την οποία εκφράζει, αλλά με τέτοιο τρόπο που εντυπωσιάζει και δίνει τροφή για σκέψη. Για παράδειγμα ο «φθόνος» ετυμολογείται από το ρήμα «φθίνω’ που σημαίνει μειώνομαι. Και πράγματι ο φθόνος σαν συναίσθημα, σιγά – σιγά μας φθίνει και μας καταστρέφει. Μας «φθίνει» - ελαττώνει ως ανθρώπους – και μας φθίνει μέχρι και την υγεία μας.
Και φυσικά όταν θέλουμε κάτι που είναι τόσο πολύ ώστε να μην τελειώνει πως το λέμε; Μα φυσικά ‘άφθονο».
Έχουμε την λέξη «ωραίος» που προέρχεται από την «ώρα». Διότι για να είναι κάτι ωραίο, πρέπει να έρθει και στην ώρα του. ωραίο δεν είναι ένα φρούτο ούτε άγουρο ούτε σαπισμένο και ωραία γυναίκα δεν είναι κάποια ούτε στα 70 της, αλλά ούτε φυσικά και 10 της. Ούτε το καλύτερο φαγητό είναι ωραίο όταν είμαστε χορτάτοι, επειδή δεν μπορούμε να το απολαύσουμε. Ακόμα έχουμε την λέξη «ελευθερία» για την οποίαν το «Ετυμολογικό Μέγα» διατείνεται «παρά το ελεύθειν όπου ερά» = το να πηγαίνει κανείς όπου αγαπά. Άρα βάσει της ίδιας της λέξης, ελεύθερος είσαι όταν έχεις τη δυνατότητα να πας όπου αγαπάς. Πόσο ενδιαφέρουσα ερμηνεία…!
Το «άγαλμα» ετυμολογείται από το αγάλλομαι (ευχαριστιέμαι) επειδή όταν π.χ. βλέπουμε ένα όμορφο Αρχαιοελληνικό άγαλμα η ψυχή μας αγάλλεται. Και από το θέαμα αυτό επέρχεται η αγαλλίαση. Αν κάνουμε όμως την ανάλυση της λέξης αυτής θα δούμε ότι είναι σύνθετη από αγάλλομαι = ίαση (= γιατρειά). Άρα για να συνοψίσουμε, όταν βλέπουμε ένα όμορφο άγαλμα (ή οτιδήποτε όμορφο) η ψυχή μας αγάλλεται και γιατρευόμαστε. Και πραγματικά, γνωρίζουμε όλοι ότι η ψυχική μας κατάσταση συνδέεται άμεσα με τη σωματική μας υγεία.
Παρένθεση: και μια και το έφερε η κουβέντα η Ελληνική γλώσσα, μας λέει και τι είναι άσχημο. Από το στερητικό «α» και την λέξη σχήμα μπορούμε εύκολα να καταλάβουμε τι. Για σκεφτείτε το λίγο…
Σε αυτό το σημείο, δεν μπορούμε παρά να σταθούμε στην αντίστοιχη Λατινική λέξη για το άγαλμα (που άλλο από Λατινική δεν είναι). Οι Λατίνοι ονόμασαν το άγαλμα, statua από το Ελληνικό «ίστημι» που ήδη αναφέραμε ως λέξη και το ονόμασαν έτσι γιατί στέκει ακίνητο.
Προσέξτε την τεράστια διαφορά σε φιλοσοφία μεταξύ των δυο γλωσσών, αυτό που σημαίνει στα Ελληνικά κάτι τόσο βαθύ εννοιολογικά, για τους Λατίνους είναι απλά ένα ακίνητο πράγμα. Είναι προφανής η σχέση που έχει η γλώσσα με τη σκέψη του ανθρώπου. Όπως λέει και ο George Orwell στο αθάνατο έργο του ‘1984» απλή γλώσσα σημαίνει και απλή σκέψη. Εκεί το καθεστώς προσπαθούσε να περιορίσει την σκέψη των ανθρώπων, καταργώντας συνεχώς λέξεις.
«Η γλώσσα και οι κανόνες αυτής, αναπτύσσουν την κρίση», έγραφε ο Mihai Eminescu εθνικός ποιητής των Ρουμάνων. Μια πολύπλοκη γλώσσα αποτελεί μαρτυρία ενός προηγμένου πνευματικά πολιτισμού. Το να μιλάς σωστά σημαίνει να σκέφτεσαι σωστά, να γεννάς διαρκώς λόγο και όχι να παπαγαλίζεις λέξεις και φράσεις.


Η ΜΟΥΣΙΚΟΤΗΤΑ
Η Ελληνική φωνή κατά την αρχαιότητα ονομαζόταν «αυδή». Η λέξη αυτή δεν είναι τυχαία, προέρχεται από το ρήμα «άδω» που σημαίνει τραγουδώ.
Όπως γράφει και ο μεγάλος ποιητής και Ακαδημαϊκός Νικηφόρος Βρεττάκος: «Όταν κάποτε φύγω από τούτο το φως θα ελιχθώ προς τα πάνω, όπως ένα ποταμάκι που μουρμουρίζει. Κι αν τυχόν κάπου ανάμεσα στους γαλάζιους διαδρόμους συναντήσω αγγέλους, θα τους μιλήσω Ελληνικά, επειδή δεν ξέρουνε γλώσσες. Μιλάνε μεταξύ τους με μουσική».
Ο γνωστός Γάλλος συγγραφέας Ζακ Λακαριέρ επίσης μας περιγράφει την κάτωθι εμπειρία από το ταξίδι του στην Ελλάδα: «Άκουγα αυτούς τους ανθρώπους να συζητούν σε μια γλώσσα που ήταν για μένα αρμονική αλλά και ακατάληπτα μουσική. Αυτό το ταξίδι προς την πατρίδα – μητέρα των εννοιών μας – μου απεκάλυπτε έναν άγνωστο πρόγονο, που μιλούσε μια γλώσσα τόσο μακρινή στο παρελθόν, μα οικεία και μόνο από τους ήχους της. Αισθάνθηκα να τα έχω χαμένα, όπως αν μου είχαν πει ένα βράδυ ότι ο αληθινός μου πατέρας ή η αληθινή μου μάνα δεν ήταν αυτοί που με είχαν αναστήσει».
Ο διάσημος Έλληνας και διεθνούς φήμης μουσικός Ιάνης Ξενάκης είχε πολλές φορές τονίσει ότι: «η μουσικότητα της Ελληνικής είναι εφάμιλλη της Συμπαντικής».
Αλλά και ο Γίββων μίλησε για μουσικότατη και γονιμότατη γλώσσα, που δίνει κορμί στις φιλοσοφικές αφαιρέσεις και ψυχή στα αντικείμενα των αισθήσεων. Ας μην ξεχνάμε ότι οι Αρχαίοι Έλληνες δεν χρησιμοποιούσαν ξεχωριστά σύμβολα για νότες, χρησιμοποιούσαν τα ίδια τα γράμματα του αλφαβήτου.
«Οι τόνοι της Ελληνικής γλώσσας είναι μουσικά σημεία που μαζί με τους κανόνες προφυλάσσουν από την παραφωνία μια γλώσσα κατ’ εξοχήν μουσική, όπως κάνει η αντίστιξη που διδάσκεται στα ωδεία ή οι διέσεις και υφέσεις που διορθώνουν τις κακόηχες συγχορδίες», όπως σημειώνει η φιλόλογος και συγγραφεύς Α> Τζιροπούλου – Ευσταθίου.
Είναι γνωστό εξάλλου πως όταν οι Ρωμαίοι πολίτες πρωτάκουσαν στη Ρώμη Έλληνες ρήτορες, συνέρρεαν να αποθαυμάσουν ακόμη και όσοι δεν γνώριζαν Ελληνικά, τους ανθρώπους που «ελάλουν ως αηδόνες».
Δυστυχώς κάπου στην πορεία της Ελληνικής φυλής, η μουσικότητα αυτή ( την οποία οι Ιταλοί κατάφεραν και κράτησαν) χάθηκε, προφανώς στα μαύρα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Να τονίσουμε εδώ ότι οι άνθρωποι της επαρχίας τους οποίους συχνά κοροϊδεύουμε για την προφορά τους, είναι πιο κοντά στην Αρχαιοελληνική προφορά απ’ ότι εμείς οι άνθρωποι της πόλης.

Η Ελληνική γλώσσα επεβλήθη αβίαστα (στους Λατίνους) και χάρη στη μουσικότητά της. Όπως γράφει και ο Ρωμαίος Οράτιος : «Η Ελληνική φυλή γεννήθηκε ευνοημένη με μια γλώσσα εύηχη, γεμάτη μουσικότητα».