Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11
Ο Τελευτίας έπεσε πολύ κουρασμένος για ύπνο. Αρκετά νωρίς, αρνούμενος το δείπνο. Δεν πείναγε (;), ή ίσως δεν ήθελε να ξανασυναντήσει την Ελπινίκη. Έτσι κι αλλιώς, το ξημέρωμα θα έφευγε, πριν ακόμα ξυπνήσει κανείς τους από το σπίτι. Μόνο οι δούλοι θα τον έβλεπαν, αλλά επειδή ήξεραν για το ταξίδι του, θα έκαναν όλες τις ετοιμασίες ήσυχα. Κοίταξε το μεγάλο του άτι, το χάιδεψε, έξυσε στα αυτιά και το στήθος τον Παίωνα και ξάπλωσε πάνω στα ζεστά άχυρα. Έριξε μια ματιά προς το σπίτι, από το άνοιγμα του στάβλου. Τα φώτα ήταν ακόμα ζωηρά και κάποιος λύχνος προχωρούσε από τον πρόδρομο του σπιτιού προς την παστάδα (νυφικό δωμάτιο) και το μέρος της κουζίνας.
«Κάποιος δούλος θα είναι», σκέφτηκε με μελαγχολία, «εκείνη θα κάθεται με τον άντρα της και θα μιλάνε. Ίσως να λένε και για μένα». Έκλεισε τα μάτια, αλλά δεν μπορούσε να ησυχάσει. Το μυαλό του ταξίδευε, έκανε εικόνες, έπλαθε καταστάσεις,… φλεγόταν. Ο Παίωνας ανασηκώθηκε νοιώθοντας την ανησυχία του αφεντικού του. Έχωσε την μουσούδα στα πλευρά. Έμεινε ακίνητος. Και η ώρα πέρναγε. Ο ύπνος δεν ερχόταν, μόνο σκιές που χόρευαν στον ξύλινο τοίχο και το αιώνιο μασούλημα των αλόγων.
Ανακάθισε. Έσφιξε με τα μπράτσα του τα λυγισμένα πόδια, στα γόνατα. Έβγαλε από το ιμάτιο το μικρό αγαλματίδιο της Άρτεμης. Το έτριψε πάνω στο στήθος και έκλεισε τα μάτια προσευχόμενος. Λίγο ύπνο ήθελε, λίγο ατάραχο ύπνο. Μάταια! Κοίταξε ξανά προς το σπίτι. Υπολόγιζε τις κινήσεις των ανθρώπων. Έβλεπε με το νου, τον Αγήνορα να ρεύεται, την γυναίκα του να τον κοιτάζει με εκείνο το σοβαρό της ύφος, τους υπηρέτες να τρέχουν στην κουζίνα και τους δυό νεαρούς γιους του φίλου του, να στέκονται στην άκρη του τραπεζιού, αμίλητοι και ακούνητοι. «Έβλεπε» την Ελπινίκη να κοιτάζει προς την μεριά του στάβλου και ασυναίσθητα ίσιωσε το ιμάτιό του. Χαμογέλασε όταν συνειδητοποίησε την χαζομάρα του. Ξάπλωσε πάλι. Ξαναχάιδεψε τον μεγάλο μαύρο του σκύλο. Έκλεισε τα μάτια. Επιτέλους ο ευεργέτης Μορφέας, τον καταδέχτηκε. Στο σπίτι, τα λυχνάρια είχαν αρχίσει να σβήνουν. Ένα έμενε μόνο αναμμένο, ένα που όλο το βράδυ θα φώτιζε με το λιγοστό του φως ή πιο σωστά, θα γινόταν ο μοναδικός μάρτυρας γεγονότων. Το φεγγάρι ήταν ολοστρόγγυλο, κόκκινο και θολό, σημάδι ότι ερχόταν αέρας.
Ο Τελευτίας γύρισε πλευρό. Το χέρι του χτύπησε στο χώμα. Δεν είχε ακόμα ξημερώσει, αλλά κάτι μέσα του, μετρούσε λες τον χρόνο μέχρι την αναχώρησή του. Δεν κατάλαβε την σκιά που άρχισε να ζωγραφίζεται από το σεληνόφως στο έδαφος και να προχωράει πάνω στα σκεπάσματά του. Δεν ένοιωσε ούτε την κοφτή ανάσα που πλησίαζε. Ούτε ο Παίωνας όμως αντέδρασε, μόνο σήκωσε το κεφάλι για μια στιγμή και ξαναλούφαξε. Η σκιά, γονάτισε πίσω από την γυρισμένη πλάτη του. Ο άντρα τώρα είχε καταλάβει. Άνοιξε τα μάτια, αλλά δεν γύρισε προς την παρουσία. Περίμενε. Ο ψίθυρος που έφτασε στα αυτιά του τον αναστάτωσε:
-«Κοιμάσαι; Πες μου…»
Ένα χέρι ακούμπησε πάνω στον ώμο του. Η μυρωδιά που του ήρθε στα ρουθούνια τον είχε κάνει ανάστατο. Το θρόισμα του χιτώνα, ακουγόταν θεϊκός ήχος στα αυτιά του. Σήκωσε το χέρι να δείξει ότι ήταν ξύπνιος, αφού φοβόταν ότι η φωνή του θα τον πρόδιδε, δεν θα έβγαινε από το στόμα. Και τα δυό χέρια της σκιάς, ήταν τώρα πάνω στο σώμα του. Το ένα χάιδευε την πλάτη και το άλλο το πόδι του. Γύρισε. Το πρόσωπο της Ελπινίκης, έλαμπε μες το σκοτάδι του στάβλου. Τα μάτια της είχαν μισοκλείσει και γυάλιζαν στην ελάχιστη φωτεινότητα του φεγγαριού. Τέντωσε τον δείκτη του χεριού της, μπροστά στα χείλη του, προτρέποντάς τον να κάνει ησυχία. Καβάλησε πάνω στο στήθος του. Έσκυψε. Τον φίλησε με κάψα. Έτρεμε. Η γλώσσα της εισέβαλλε απρόσκλητη στο στόμα του άντρα και περιπλανήθηκε στον ουρανίσκο του και πάνω στα δόντια, ενώ θαρραλέα αντιμετώπισε την δική του γλώσσα. Προσπαθούσε να πιεί το σάλιο του, να γευτεί το δικό του νέκταρ. Εκείνος άπλωσε τα χέρια σε μια προσπάθεια να την σταματήσει. Ήθελε; Μπορούσε; Αντ’ αυτού, την αγκάλιασε από τους ώμους. Τα χέρια του κατέβηκαν στο στήθος, αυτό το στήθος που τον τυραννούσε και κυριαρχούσε στον εγκέφαλό του, αυτές τις μέρες. Της κατέβασε το χιτώνιο μέχρι τη μέση της. «Χούφτωσε» το αντικείμενο του πόθου, στην αρχή βίαια, μετά όμως με απαλότητα, φοβούμενος μην σπάσει το λεπτεπίλεπτο «θαύμα» που κρατούσε. Την ξαναφίλησε στο στόμα. Τα χείλη του ταξίδεψαν στην κοιλιά της, στο στήθος, στους μαστούς, στους ώμους. Έκανε πολύ ώρα να γευτεί τον ιδρώτα της από τον λαιμό. Η γυναίκα είχε κλείσει τα μάτια και απογειωνότανε στην εκδήλωση της επιθυμίας του. Τώρα οι Θεοί, ήταν δίπλα της, ίσως και κάτω της. Τώρα Θεός, ήταν μόνο ο άντρας που μοιραζόταν την χαρά της και τον πόθο της. Έβαλε το χέρι και ανασήκωσε το χιτώνιό του, χάιδεψε τους μηρούς του, ανατρίχιασε στην επαφή με τον «αντρισμό» του. Τον έβαλε στα σωθικά της. Σωθικά που φλέγονταν και είχαν πλημμυρίσει με το «θέλω» της. Κανείς τους δεν κατάλαβε πόση ώρα είχε περάσει. Βαριανάσαιναν ξαπλωμένοι δίπλα – δίπλα πάνω στα άχυρα. Απ’ έξω η απόλυτη σιωπή τους έδινε την αίσθηση της ασφάλειας. Κανένα φως, εκτός από το φεγγάρι και το μικρό λύχνο στην κουζίνα του σπιτιού. Εκείνη γυμνή, δεν ντρεπόταν πια τίποτα. Σκούπισε τον «χυμό» του άντρα από την κοιλιά της με ένα κουρέλι και γύρισε να τον φιλήσει.
-«Πάρε με μαζί σου», του είπε κοιτάζοντάς τον κατευθείαν στα μάτια.
-«Δεν μπορώ», ακούστηκε η φωνή του άντρα λυπημένη. «Ξέρεις πως είναι η ζωή του ταξιδιώτη; Ξέρεις! Πουθενά σπίτι, πουθενά τόπος να σταθείς. Δεν υπάρχει δρόμος που να περπατιέται δεύτερη φορά. Και κίνδυνος παντού. Ακόμα και μέσα στο στήθος». Δεν πίστευε στα λόγια που της έλεγε. Δεν πίστευε ότι θα είχε λόγια γενικότερα, να την απορρίψει. Την ήθελε τόσο! Κι όμως, είπε ότι έπρεπε να πει. «Τον άντρα σου τον σκέφτηκες; Αναλογίστηκες ότι εκτός από συνεργάτης μου είναι και φίλος; Ξέρεις ότι και αυτό που κάναμε, ήταν υπερβολική προδοσία; Ότι και να είναι ο Αγήνορας, πιστεύεις ότι κάτι τέτοιο του αξίζει;»
Η Ελπινίκη, δεν απάντησε. Είχε ακουμπήσει το κεφάλι στο στήθος του και τον άκουγε. Ίσως και να περίμενε αυτή την αντίδραση του άντρα. Ξάπλωσε :
-«Αν σου πω πως σ’ αγαπάω; Μπορεί να σου αλλάξω γνώμη;»
-«Δεν είναι θέμα γνώμης. Είναι μόνο ηθική. Είναι το σωστό. Και έτσι πρέπει να γίνει»
Η γυναίκα δεν είπε άλλη κουβέντα. Στύλωσε το βλέμμα στην οροφή, ή όσο φαινόταν από την οροφή μέσα στο σκοτάδι και έκλαψε. Αυτή η δυνατή, λύγιζε!
-«Μπορώ τουλάχιστον να μείνω για λίγο ακόμα μαζί σου; Μέχρι να ξημερώσει; Έτσι να σε χαρώ λίγο;». Η φωνή της ακούστηκε σαν ικεσία. «Σε θέλω ακόμα, δεν σε χόρτασα»
Ξαναέκαναν έρωτα, με την ίδια ορμή και την ίδια κάψα της πρώτης φοράς. Λες και γνωρίζονταν εκ νέου. Τώρα πια δεν υπήρχαν τα χέρια της και τα χέρια του, το σώμα της και το σώμα του, η ανάσα της και η ανάσα του. Όλα είχαν γίνει ένα. Ένα, που θα έμενε στη θύμησή τους για πάντα.
Ο ήλιος είχε αρχίσει να ξεπροβάλλει από το βάθος του ορίζοντα. Η Ελπινίκη, έδωσε ένα τελευταίο φιλί, που προσπάθησε να το καθυστερήσει όσο πιο πολύ μπορούσε. Σηκώθηκε. Οι πρώτοι θόρυβοι από το σπίτι ακούγονταν. Το κλάμα του μωρού, μπορεί να πρόδιδε την απουσία της. Δεν έπρεπε όσο ο Τελευτίας ήταν ακόμη εκεί. Τον κοίταξε για τελευταία φορά και γύρισε. Απομακρύνθηκε με αργά βήματα. Κάποια σταγόνα βροχής, έπεσε στο πρόσωπό της. Κοίταξε τον ουρανό. Τα σύννεφα είχαν μαζευτεί μαύρα. Απειλητικά. Ο αέρας μύριζε βροχή, υγρασία,… λύτρωση.
Στα μάτια του άντρα, η σιλουέτα που απομακρυνόταν έμοιαζε με την Άρτεμη σε κάποιο αγρό. Ο Τελευτίας δεν άφησε την ώρα να περάσει. Πήγε και ετοίμασε το μεγάλο άλογό του. Δεν ήθελε ούτε να πλυθεί. Το οδήγησε έξω από τον στάβλο. Ο Παίωνας ακολούθησε με το βαρύ του βήμα. Η γυναίκα είχε πια μπει μέσα στο σπίτι. Εκείνος όμως επέμενε να περπατάει με το βλέμμα προς το μέρος της. Ήξερε ότι δεν έπρεπε να την ξαναδεί… δεν το άντεχε. Αποφάσισε να τερματίσει και την συνεργασία του με τον Αγήνορα. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς!
Το μονοπάτι ανηφόριζε σαν μεγάλο φίδι στην πλαγιά του λόφου. Τα αγριόχορτα, μαραμένα, υποκλίνονταν μπροστά του. Το μεγάλο άλογο, φορτωμένο, δεν έχανε την ευκαιρία να αρπάξει κάποιο. Ο άντρας στάθηκε. Ακούμπησε το δισάκι του στο έδαφος, κάθισε κάτω από ένα μεγάλο πλατάνι και έβγαλε ένα κομμάτι ψωμί. Το έφαγε ανόρεχτα. Θα τον «κρατούσε» όμως μέχρι την μεγάλη πόλη. Έκλεισε τα μάτια και αναλογίστηκε την νύχτα που πέρασε!

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10
Όπως το είχε προβλέψει ο Τελευτίας, ο ύπνος ήταν εφιαλτικός. Η μορφή της νέας γυναίκας ήρθε σαν σύννεφο, πολλές φορές στο όνειρό του. Δεν θυμόταν από πότε είχε να δει όνειρο, ή τουλάχιστον να το θυμάται το πρωί. Η κούραση, τόσα χρόνια τον έκανε να κοιμάται βαριά, σαν κούτσουρο κομμένο, δοσμένος μόνο στην απόλυτη ανάγκη.
Έκλεισε τα μάτια του, πού αργά, τα μεσάνυχτα πρέπει να είχαν περάσει. Το μόνο που ακουγόταν στον χώρο ήταν ο θόρυβος από το μάσημα των αλόγων και η αναπνοή  του. Το αεράκι που κάποια στιγμή φύσηξε, μπήκε από την ανοικτή πόρτα του στάβλου και τον δρόσισε, αν και ζεστό. Γύρισε στο πλάι. Έβαλε τα δεξί του χέρι κάτω από το κεφάλι, σαν κλινοστρωμνή (μαξιλάρι). Η μύτη ακούμπησε στον αγκώνα και τον ενόχλησε η ίδια του η ανάσα. Αναστέναξε. Αυτός ο μηρός! Αυτά τα κατάμαυρα μάτια, τα μακριά δάχτυλα, τα μαλλιά, το κορμί… Όλα αυτά που έκαναν το σχεδόν πενηντάχρονο κορμί του να φλέγεται. Δεν άντεξε άλλο. Κατάλαβε ότι όλη την νύχτα θα την πέρναγε στριφογυρίζοντας πάνω στα άχυρα. Σηκώθηκε πριν τα κοκόρια φωνάξουν την βραχνή φωνή τους. Ο Παίωνας, ανακάθισε και κούνησε την ουρά του με χαρά.
Έξω ο ουρανός ήταν ακόμη μαύρος. Μόνο στο βάθος του ορίζοντα κάποιες δειλές λευκές και γκρίζες αχτίδες από τον ζωοδότη ήλιο, έκαναν την εμφάνισή τους. Κάποιος δούλος άδειαζε κάποια πήλινα δοχεία νυκτός, πριν σηκωθεί ο αφέντης από το κρεβάτι. Σήκωσε το χέρι και τον χαιρέτησε. Εκείνος απάντησε πολύ δειλά, ρίχνοντας τα μάτια του στο σπίτι. Του έφερε ένα κύλικα με νερό, ένα ωραίο χάλκινο κύλικα, διακοσμημένο με δυο κεφάλια λιονταριών. Έπλυνε το πρόσωπο και τα χέρια. Έριξε λίγο νερό στις μασχάλες και στο στήθος. Ήταν έτοιμος και περιέργως , πείναγε. Είχε αρχίσει να φωτίζει και το τοπίο που έβλεπε ήταν τόσο ειρηνικό και γαλήνιο, με τις φθινοπωρινές μυρωδιές του και τα πρώιμα κίτρινα και κόκκινα φύλλα των δέντρων. Έξω από το σπίτι, παρατήρησε ένα ξύλινο τραπέζι, φτιαγμένο από χοντροκομμένες σανίδες οξιάς. Κάθισε στο κάθισμα που έβλεπε προς τα αμπέλια. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να πιάσει την ευωδιά του σταφυλιού. Το κλάμα που ακούστηκε από το εσωτερικό του σπιτιού, ήταν δυνατό και διαπεραστικό. «Κάποιος πεινάει», σκέφτηκε φέρνοντας στο μυαλό του το μικρό, νέο επισκέπτη. Χαμογέλασε. Αλλά στην ιδέα ότι η Ελπινίκη θα ήταν ξύπνια, τον έκανε να ανακαθίσει με κάποιο κοκκίνισμα στα μάγουλα. Ευτυχώς που τα γένια του, δεν άφηναν να φανεί η αναστάτωσή του. «Τόσα χρόνια την ξέρω αυτή τη γυναίκα και ποτέ δεν ένοιωσα έτσι. Τι έχω πάθει; Ποιος φταίει; Δία μου, απάλλαξε με απ’ αυτό το μαρτύριο».
Ο δούλος τον πλησίασε αθόρυβα και του άφησε μια κούπα με «κυκεώνα». Του άρεσε αυτό το πιόμα για πρωινό. Αυτό το μείγμα καλού κρασιού με τριμμένο τυρί και κριθάλευρο, ήταν βάλσαμο μετά τον ανήσυχο ύπνο του. Όμως ο μελαχρινός δούλος δεν σταμάτησε εκεί. Είχε διαταγή από τον αφέντη του, να περιποιηθεί τον ταξιδευτή και σε μια άκρατη επίδειξη πλούτου ήταν σίγουρος ότι θα του πρόσφεραν όλα τα καλούδια που μπορούσε. Και έτσι έγινε. Στο τραπέζι, μετά από μερικά λεπτά, βρέθηκαν μια κούπα με κατάλευκο κατσικίσιο γάλα και ένας κάνθαρος με υδρόμελο. Το χλιαρό νερό με το μέλι, ήταν καλό «αφέψημα», για να κρατήσει το στομάχι ήρεμο μετά το πρωινό φαγητό που ακολούθησε. Ψωμί από σιτάρι βουτηγμένο σε ανέρωτο κρασί, ξερά σύκα, αμύγδαλα, καρύδια και ένα μεγάλο κόκκινο κρεμμύδι. Ο Τελευτίας, ήπιε τον «κυκεώνα», το γάλα και έφαγε λίγους ξηρούς καρπούς. Ένιωσε ανανεωμένος. Το κλάμα ξανακούστηκε, όπως και μια βρισιά από το βάθος του σπιτιού. Η Ελπινίκη, έκανε την εμφάνιση της στο άνοιγμα της πόρτας, με το αιώνιο αγέρωχο ύφος της. Του χαμογέλασε και ψιθύρισε κάτι σαν καλημέρα. Γάλα δεν είχε, όμως κρατούσε το μωρό στο στήθος της λες και το θήλαζε. Το ανθρωπάκι ήταν ήρεμο τώρα και έκλεινε τα ματάκια του, σε ένδειξη ευχαρίστησης. Η γυναίκα κάθισε κοντά στον επισκέπτη τους. Τον κοίταξε στα μάτια επίμονα. Δεν είπε άλλη κουβέντα, αν και ο τελευταίος προσπάθησε ν’ ανοίξει μια συζήτηση, ρωτώντας για το βρέφος που κράταγε. Τίποτα. Τον κοίταζε, τόσο βαθιά στα μάτια, που λες και ήθελε να μπει στην ψυχή του. Δεν γύρισε το βλέμμα της ούτε όταν ο δούλος της έφερε το δικό της γάλα και το ψωμί. Το στήθος της φαινόταν καθαρά με την γυαλιστερή ρόγα της να προβάλλει σκληρή και μαύρη, αφού το παιδί, είχε κοιμηθεί στην αγκαλιά της. Ούτε μια ραγάδα ανάμεσα στα δυό στήθη!
Ο Τελευτίας, προσπάθησε να κοιτάξει αλλού, προσπάθησε να δει την εικόνα με το μάτι της μητρικής αναγκαιότητας. Κάτι όμως ανάμεσα στα πόδια του, έδειχνε το αντίθετο. «Γιατί;» , σκέφτηκε «πρέπει να τα τραβάω αυτά;». Από την προηγούμενη νύχτα, αυτή η γυναίκα του είχε γίνει εμμονή. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι έφταιγε εκείνη, αλλά όταν ανακαλύπτεις ότι «φουσκώνεις» έτσι, και μόνο στην θέα της, ότι δεν μπορείς να κοιμηθείς χωρίς να την δεις, τότε ξέρεις ότι ο λόγος  υπάρχει μέσα σου. Μέχρι να βρεθεί η αιτία να εκδηλωθεί. Ίσιωσε τα γένια του. Ένδειξη αμηχανίας. Έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν φλύαρος, τώρα όμως; Δεν ήξερε τι να πει. Η γυναίκα, αγκάλιασε με το αριστερό της χέρι το μωρό, το βόλεψε καλύτερα στο μπούστο της, ανασήκωσε το ιμάτιο της να κρύψει το γυμνό της στήθος. Το άλλο της χέρι, το έτεινε στον άντρα απέναντί της. Εκείνος ανταποκρίθηκε. Οι δυό παλάμες, ακούμπησαν, τα δάχτυλα μπλέχτηκαν και σφίχτηκαν, μέχρι που τα χέρια άσπρισαν. Δεν μίλαγαν, μόνο κοίταγε ο ένας την άλλη. Φάνηκε ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού της. Δεν το άφησε να κυλήσει. Του μίλαγε μόνο με τα μάτια, με την ανάσα και το σφίξιμο του χεριού. Εκείνος κούνησε το κεφάλι αρνητικά. Το έκανε όμως με τόσο δισταγμό, που έδειξε ότι κατά βάθος συμφωνούσε. Ξέμπλεξαν τα χέρια, όταν άκουσαν το τρίξιμο της εξώπορτας.
Ο άντρας που εμφανίστηκε μέσα στο τσαλακωμένο του ιμάτιο, φορούσε ένα χιτώνα λινό πάνω στους ώμους και έδειχνε βιαστικός. Τα χρυσά δαχτυλίδια στα χέρια του, έκαναν μεγάλη αντίθεση με το άπλυτο πρόσωπο και τα γεμάτα τσίμπλες μάτια. Ο Αγήνορας, σήκωσε το χέρι σε χαιρετισμό και βιαστικά έστριψε στο πλάι του σπιτιού. Ακούστηκε πάλι εκείνος ο θόρυβος του τρεχούμενου νερού (;) όπως και οι διάφοροι άλλοι απρεπείς ήχοι. Γύρισε κοντά τους με την ανακούφιση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Κάθισε. Ένας δούλος του έφερε νερό. Πλύθηκε εκεί και μετά έφτυσε μέσα στην μεγάλη λεκάνη. Έκοψε με τα χέρια του ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί και το καταβρόχθισε. Ήπιε και τον «κυκεώνα» του μονορούφι. Ρεύτηκε.
-«Ακόμα αυτό το σκατό  κρατάς; Ακόμα; Το μπάσταρδο! Δώσε το σε κανένα δούλο… άντε»
Η Ελπινίκη δεν κουνήθηκε. Του έδειξε την περιφρόνησή της με την ακινησία της. Γύρισε το βλέμμα της στον Τελευτία, χωρίς να πει τίποτα. Όμως είχε πει πολλά.
-«Λοιπόν, φίλε Τελευτία, σήμερα μπορούμε να πούμε για τιμές. Θα πάμε και μια βόλτα στα αμπέλια…»
Η κουβέντα περιστράφηκε γύρω από τα επαγγελματικά τους. Ο ταξιδιώτης, προσπάθησε να συγκεντρωθεί και να κρατήσει το ενδιαφέρον του στο εμπόριο. Δεν είχε και άλλες επιλογές. Η Ελπινίκη ήταν γυναίκα του «φίλου» του, έπρεπε να την αφήσει στα προβλήματά της, μακριά από τις επιθυμίες της. Μα πως γίνεται αυτό; Πως διώχνεις τον γιό της Αφροδίτης από τα στήθια σου, από το μυαλό σου, από την ψυχή σου;
Όλη η μέρα πέρασε με τις συζητήσεις γύρω από την δουλειά τους, την επίδειξη των χωραφιών του Αγήνορα και ιδιαίτερα των αμπελιών του. Και πράγματι, οι αξίες και οι εκτάσεις της γης του, ήταν μεγάλες. Πήγαν στα δυτικά του σπιτιού. Όλη η παρειά του βουνού, δώρο και αυτό των γονιών της Ελπινίκης, γεμάτη από τα μικρά Θεϊκά φυτά, τα γεμάτα σταφύλια κεχριμπαρένια, έσφυζε από ζωή, καθώς πάνω από δέκα εργάτες, δούλοι μάλλον, μάζευαν σε μεγάλα καλάθια , τον ονομαστό  καρπό των κλημάτων. Οι σταφυλιές, δεξιά και αριστερά, πυκνά φυτεμένες, έδιναν πολύ καρπό και αυτός ήταν ο λόγος, που η φωνή του Αγήνορα ακούστηκε δυνατή: «Σαβοϊιιιι», όπως ήταν πάντα η κραυγή των βακχευόντων. Ο Τελευτίας, τον κοίταξε και γέλασε με αυτήν την ευθυμία του φίλου του. Μπορεί πολλά ανάποδα να είχε, ιδιαίτερα στην συμπεριφορά αγροίκου που επεδείκνυε,  αλλά δεν μπορούσε να μην του αναγνωρίσει την αγάπη του, σε βαθμό λατρείας για την γη του και τα προϊόντα της. Και ιδιαίτερα για το σταφύλι του. Και αυτό του έδινε το «πάτημα», σε καλές οικονομικές διαπραγματεύσεις. Αλλά και ο ταξιδιώτης είχε αγάπη σε αυτό που έκανε. Τον φώναζαν οινέμπορο οι άλλοι στα μέρη του. Και τι μέρη! Χίλιους άνδρες είχε όλους, όλους η Φλύα, γι αυτό και πολλοί την ονόμαζαν Χιλιάνδριο.
Πάντως η συζήτηση με τον Αγήνορα του έκανε καλό. Το μυαλό του έφυγε από αυτό που φοβόταν, ανακατεύτηκε με αριθμούς, ποιότητες, κιλά και μεταφορές, τον κατέλαβε η ενέργεια που βγαίνει από το εμπόριο. Και αυτή η ενέργεια, ήταν και είναι το ίδιο καυτερή με την άλλη της αγάπης. Ποτέ του δεν κατάλαβε γιατί ονόμαζαν άλλο επάγγελμα ως το αρχαιότερο του κόσμου. Αν δεν είναι το εμπόριο αυτό… ποιο θα μπορούσε να είναι; Το πρώτο πράγμα που έκανε ο άνθρωπος από καταβολής κόσμου, ήταν η ανταλλαγή και η εμπορία προϊόντων!
Ο ήλιος μεσουράνησε και η ζέστη καλά κρατούσε. Οι αχτίνες του έκαιγαν το έδαφος, τα φυτά και τους ανθρώπους. Αν δεν φόραγαν πέτασο, θα είχαν σοβαρά προβλήματα. Το σπίτι φάνηκε παράδεισος. Πλησίασαν και κάθισαν όσο πιο αναπαυτικά μπορούσαν στην αυλή, κάτω από την μεγάλη κληματαριά.  Η πρώτη «στάμνος» με το λευκό, νερωμένο κρασί, άδειασε πριν ακόμα το καταλάβουν. Δίπλα μια υδρία αρκετά μεγάλη, με δροσερό νερό και σύκα ολόφρεσκα με αμύγδαλα. Οι δυό δούλοι που είχαν επιφορτιστεί με τις δουλειές του σπιτιού, έτρεξαν να ετοιμάσουν το μεσημεριανό φαγητό το «άριστον». Από το πρωί έψηναν σε μια μεγάλη φωτιά, περασμένο σε σούβλα, ένα μικρό γουρούνι. Τώρα πια είχε καλοψηθεί, το δέρμα του είχε γίνει κατακόκκινο και τραγανιστό και μοσχοβολούσε όλος ο τόπος, κάνοντας τον Αγήνορα να ξεροκαταπιεί. Η Ελπινίκη δεν είχε κάνει την εμφάνισή της ακόμα. Αλλά και το μωρό δεν ακουγόταν, σημάδι ότι η γυναίκα ασχολείτο μαζί του.
Οι δούλοι έφεραν μια μεγάλη λεκάνη με νερό να πλύνουν τα χέρια τους. Τα χώματα έπρεπε να φύγουν από το Αθηναίικο τραπέζι. Ο Αγήνορας δυσφόρησε με αυτό, η πείνα του τον έκανε να είναι ανυπόμονος, αλλά επειδή ήθελε να δείξει την εικόνα του ευγενούς, αναγκάστηκε να πλυθεί. Το ίδιο έκανε και ο φίλος του, αλλά αυτός από συνήθεια. Το χοιρινό κρέας σερβιρίστηκε με τα λαχανικά που είχε μαριναριστεί πριν το ψήσιμο. Ορτύκια και τσίχλες, ψωμί σταρένιο, κρεμμύδια και ελιές συμπλήρωναν το γεύμα. Και φυσικά κρασί, πολύ κρασί και δροσερό μέσα σε ψυκτήρα.
-«Η Ελπινίκη δεν θα έρθει; Δεν θα φάει μαζί μας;», ρώτησε ο Τελευτίας.
-«Ξέρω ‘γω; Ας κάνει ότι θέλει. Πολύ αέρα στα πανιά της έχει σηκώσει τώρα τελευταία και πρέπει να κοπεί αυτό. Ακούς εκεί να έχει και γνώμη! Να θέλει να λέει δηλαδή και τη γνώμη της, για κάθε τι. Ακούς εκεί; Χάλασε ο κόσμος μας πια. Χάλασε, πήραν και οι γυναίκες τα πάνω τους, να δω που θα φτάσουμε! Αλλά δεν φταίνε αυτές, εμείς φταίμε, που επειδή τις αγαπάμε, τις λασκάρουμε την τριχιά»
-«Τι αγαπάς την Ελπινίκη;»
Ο Αγήνορας τον κοίταξε κατάματα. Τα μάτια του δεν βλεφάρισαν καθόλου, αν και πέρασαν πολλές στιγμές. Κάτι δεν τον άφηνε να απαντήσει. Ίσως και ο ίδιος να μην ήταν σίγουρος και ο ίδιος για την απάντησή του. Ίσως και να μέτραγε τη στάση του άλλου…  Η γυναίκα φάνηκε στο άνοιγμα της θύρας. Πάλι είχε το μωρό στην αγκαλιά. Κάθισε ανάμεσά τους. Φρόντισε να κοιτάξει λίγο πιο επίμονα τον Τελευτία, απ’ ότι ήταν το σωστό. Ο άντρας της δεν κατάλαβε τίποτα, αφού της είχε γυρίσει την πλάτη, παρασυρμένος απ’ την προηγούμενη συζήτηση. Ούτε καν της μίλησε. Οι δούλοι έφεραν και σε εκείνη μια κοτύλη με κρασί. Πήρε δυό σύκα και ένα ορτύκι. Έφαγε με τα χέρια, όπως όλοι τους, τρίβοντας το σταρένιο ψωμί σε ψίχουλα και το έδινε λίγο – λίγο στο βρέφος. Ο Τελευτίας είχε σκύψει πάνω στο πιάτο του, προσπαθώντας να την αποφύγει. Δεν ήθελε να της μιλήσει, περισσότερο δε, να την αντικρύσει. Και στην προσπάθειά του αυτή, έδειχνε στην γυναίκα τον πόθο του, χωρίς να το θέλει. Και οι γυναίκες είναι πλάσματα, που αυτά τα καταλαβαίνουν. Το απόγευμα, θα είχε μια τελευταία επιθεώρηση του προϊόντος που θα αγόραζε και με το πρώτο φως της μέρας, θα έφευγε για την Αθήνα. Το φορτίο θα αναχωρούσε με τους δούλους του φίλου του, πριν σκοτεινιάσει το σήμερα. Ήξερε πως με την φυγή του, θα έλυνε το θέμα που τον ταλαιπωρούσε όλη νύχτα και όλη μέρα. Θα περνούσε λίγος καιρός, αλλά κάποια στιγμή θα την ξεχνούσε. Και είχε τόσο όμορφα μάτια!!!

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9
Το αλύχτισμα ακούστηκε ξανά από την αυλή, μόνο που αυτή τη φορά ήταν από λίγο πιο μακριά. Και κάποια κίνηση από το ίδιο σημείο. Ένας από τους δούλους του Αγήνορα κίνησε να δει, μετά από νεύμα του αφεντικού του. Πήρε ένα δαυλό και σε λίγο χάθηκε στο σκοτάδι που είχε πλημμυρίσει τον περίβολο του σπιτιού.
Οι άντρες στο τραπέζι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, χωρίς να δώσουν όμως μεγάλη σημασία σε αυτό. Η Ελπινίκη σηκώθηκε και έφερε ένα πήλινο πιάτο με μελόπιτες και σταφύλια. Χαμογέλασε στον Τελευτία και άφησε μια σειρά από κατάλευκα δόντια, να χαρίσουν μια λάμψη στο πρόσωπο του εμπόρου. Κάθισε δίπλα του και του πρόσφερε το δικό της μαχαίρι. Το άφησε δίπλα στο πήλινο πιάτο του. Εκείνος έκανε να το πιάσει, το χέρι του ακούμπησε τα δάχτυλα της οικοδέσποινας και μια ανατριχίλα ανέβηκε από την μέση του μέχρι το σβέρκο, κάνοντας τις τρίχες να σηκωθούν. Την κοίταξε. Το χαμόγελό της υπήρχε πάντα εκεί, σ’ εκείνο το υπέροχο στόμα, ή αυτό που έβλεπε εκείνος σαν υπέροχο στόμα. Δεν έκανε να τραβήξει την παλάμη της, αλλά λες και καθυστερούσε επίτηδες, για να έχει αυτή την επαφή, καμώθηκε ότι ίσιωνε το πιάτο του. Αλλά δεν τα κατάφερνε, ειδάλλως δεν δικαιολογείται η τόση επιμονή της. Ο μηρός της ακούμπησε στο πόδι του άντρα που σχεδόν κοκκίνισε. Του άρεσε! Ήθελε όσο τίποτα να βάλει την παλάμη του πάνω σε αυτόν τον σκληρό μηρό. Κρατήθηκε, κοίταξε ένοχα τον Αγήνορα και ησύχασε σαν κατάλαβε ότι το βλέμμα του άντρα ήταν στραμμένο στην πόρτα. Χαμογέλασε και εκείνος και αντιλήφθηκε ξαφνικά ότι τα μάτια της γυναίκας είχαν αποκτήσει βάθος πολλών σταδίων. Και κάτι σαν μυστικότητα, ίσως και επιθυμία. Δεν ήταν καλός με τις γυναίκες, άπειρος, αφού όλη του η εμπειρία περιοριζόταν σε «κοινές», στην Απουλία ή στην Καμπανία. Και εκεί δεν χρειαζόταν καμία στρατηγική ή ευγένεια. Μόνο λεφτά. Αυτές οι ιέρειες τον «μεγάλωσαν» σαν άντρα. Αυτές και τα πρόστυχα κόλπα τους.
Ο Αγήνορας σηκώθηκε από το τραπέζι και έκανε να βγει στην αυλή. Εξαφανίστηκε στο άνοιγμα της πόρτας. Σε λίγο ακούστηκε ο ήχος από κατούρημα στο χώμα. Ίσως και κάτι θόρυβοι πολύ πιο απρεπείς.
Η Ελπινίκη κοίταξε ξανά τον Τελευτία και κούνησε το κεφάλι, σαν να του έλεγε: «Είδες;». προσπάθησε ν’ αποφύγει το βλέμμα της, μάταια όμως. Προσπαθούσε να καταπνίξει την φούντωσή του, να κρατήσει τα χέρια πάνω στο τραπέζι και το μυαλό μέσα στο κεφάλι. Δύσκολο, αλλά έπρεπε. Αυτά τα μάτια όμως… τον ενοχλούσαν αφάνταστα. Και ευχάριστα. Γύρισε προς την πόρτα. Ο Αγήνορας έκανε την εμφάνισή του με ένα μεγάλο χαμόγελο στο πρόσωπο. Ένας, σεβαστού μεγέθους λεκές είχε κάνει την εμφάνισή του ανάμεσα στα σκέλια. Τίναξε τα δάχτυλα στον αέρα.
-«Ακόμα αυτό το παλιόσκυλο να γυρίσει;», έψαξε για τον δούλο του. «Ανάθεμα το κεφάλι του».
Έκατσε στο τραπέζι και ρεύτηκε: «Μωρέ γυναίκα, βαριά η συκόπιτα σου. Μου κάθισε !!!! Άντε λοιπόν Τελευτία, άντε άλλο ένα κρασάκι. Με την μελόπιτα πάει καλά. Αν θέλεις να σου φέρουν και δαφνόφυλλα να βάλεις μέσα, Θεϊκό πιόμα»
-«Σε ευχαριστώ, αλλά νομίζω θα σταματήσω εδώ. Βλέπεις η κούραση και η ζέστη, μάλλον με «έριξαν». Νομίζω πως θα αποσώσω αυτή την κούπα που έχω και αν θέλεις να μου δώσεις ένα χώρο να περάσω την νύχτα μου. Θα σου ήμουν ευγνώμων. Έλεγα αύριο να συζητούσαμε λίγο για τον μούστο σου και αν καταλήξουμε κάπου…», γύρισε προς την Ελπινίκη: «… και αν δεν εκμεταλλεύομαι την φιλοξενία σας, να έφευγα μεθαύριο. Ξημερώματα…»
-«Ναι βρε φίλε, μην ανησυχείς. Θα σε βολέψουμε κάπου. Μεγάλο σπίτι έχω, τι λες; Μα την Αθηνά, κάπου θα βολευτείς»
-«Δεν με νοιάζει όπου και να ναι. Στο στάβλο πρέπει να έχεις χώρο»
Στην πόρτα έκανε την εμφάνιση του ο δούλος που είχε φύγει να δει για τον θόρυβο στην αυλή. Έδειχνε αμήχανος και στα χέρια του κρατούσε ένα δέμα. Ένα κομμάτι πανί που … κουνιότανε! Μια κοίταγε τον αφέντη του, μια το δέμα. Μια χαμογελούσε και μια προσπαθούσε να πει κάτι σοβαρός. Δεν τα κατάφερνε καλά.
-«Τι είναι ρε; Τι είναι αυτό που κρατάς; Μίλα βρε ανάθεμα τον γονιό που σ’ έκανε…»
-«Δεν ξέρω αφέντη … το βρήκα κάτω… στα ξύλα στην άκρη του σπιτιού. Παιδάκι είναι, μωρό… αγοράκι… και είναι μικρό, πολύ μικρό…»
-«Τι λες βρε! Για να δω. Άκου μωρό! Και γιατί δεν κλαίει βρε αφού είναι μωρό; Τα μικρά κλαίνε. Μην είναι κανένα κουνάβι; Για φέρτο εδώ…»
-«Μωρό ανθρωπάκι είναι αφέντη… να δες κι εσύ. Και είναι και όμορφο! Να δες…»
Κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που συνέβαινε. Κανείς τους δεν μπορούσε να ψελλίσει κάτι, εκτός του δούλου που σχεδόν έκλαιγε, φοβούμενος την αντίδραση του αφεντικού του. Η Ελπινίκη, σηκώθηκε αλλά έμεινε ακίνητη. Ούτε το ένστικτο της μάνας την έκανε να κινηθεί προς το μικρό ανθρωπάκι. Ο δούλος, τέντωσε τα χέρια του, προσπαθώντας κάπου να το δώσει, μα κανείς τους δεν ήθελε ούτε καν να πλησιάσει. Ο Τελευτίας, βρήκε πρώτος την ανάσα του και συνάμα την μιλιά του. Πήρε το μωρό στην αγκαλιά του και για δεύτερη φορά εκείνη την μέρα, ένιωσε κάτι σαν ζέστη, μια θαλπωρή να τον κυριεύει. Ανασήκωσε το πανί που σκέπαζε το μικρό ανθρωπάκι. Δυο γαλάζια μάτια σε σχήμα αμυγδάλου, τον έβλεπαν κατευθείαν στην καρδιά. Δεν έκλαιγε, αντίθετα χαμογελούσε και έβγαλε ένα ήχο, από αυτούς που τα μωρά κάνουν όταν θέλουν να τρελάνουν τους μεγάλους. Κοίταξε καλύτερα ανάμεσα στα πόδια. Αγόρι. Τα λίγα του μαλάκια είχαν το χρώμα του χρυσού και το δέρμα ήταν λευκό και ροζ. Φαινόταν καλοταϊσμένο και περιποιημένο. Καθαρό λες και μόλις το σήκωσαν από το κρεβατάκι του. Και δεν φοβόταν! Κάποια στιγμή, του χάρισε κι ένα μεγάλο χαμόγελο! Γύρισε τα μάτια του στην Ελπινίκη, και της χάρισε κι εκείνης ένα χαμόγελο.
-«Βάλτο πάνω στο τραπέζι», ακούστηκε η φωνή του Αγήνορα. «Νομίζω ότι δεν πρέπει έτσι εύκολα να το υπολογίζουμε. Ποιος ξέρει ποιού σκλάβου μπάσταρδο είναι. Μάθανε τώρα, κάθε μούλικο που δεν μπορούν να το μεγαλώσουν… τι θέλουν και τα κάνουν;»
Ο Τελευτίας λες και υπάκουσε στην διαταγή του «φίλου» του, απίθωσε το μικρό στο κέντρο του τραπεζιού. Εκείνο πάλι, μέσα στην ομορφιά του, (κάποιος είπε ότι έμοιαζε με τον Θεό Απόλλωνα σε βρεφική ηλικία), κοίταζε όλους αυτούς τους άγνωστους που είχαν μαζευτεί πάνω του. Πρέπει να του φάνηκαν αδιάφοροι, αφού το μικρό του στοματάκι, άνοιξε σε ένα μεγάλο χασμουρητό. Σε λίγα λεπτά, κοιμόταν, χωρίς να νοιάζεται για τους άλλους γύρω του.
-«Και τι κάνουμε τώρα;», ρώτησε η γυναίκα. «Δεν μπορούμε μες την νύχτα να ψάξουμε για τους γονείς του, ούτε και να το πετάξουμε»
-«Εμ, βέβαια. Νύχτα το αφήνουνε, για να μην μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Σου λένε μέχρι να ξημερώσει, θα έχουμε φύγει και άντε να μας βρούνε… έτσι θα το κρατήσουν. Αμ, προτιμώ να το ρίξω στα σκυλιά το μπάσταρδο… ακούς εκεί να μου το φορτώσουν!». Ο Αγήνορας τώρα, ίσως και από την επίδραση του κρασιού, ήταν έξαλλος.
Οι δούλοι είχαν μαζευτεί σε μια γωνιά και παρακολουθούσαν αμίλητοι και φοβισμένοι. Το ίδιο και οι δυό γιοί του μαινόμενου εμπόρου. Μόνο η Ελπινίκη και ο Τελευτίας κρατούσαν το βλέμμα τους πάνω στο μικρό πλασματάκι με κάποια συμπάθεια. Η οικοδέσποινα πήρε την πρωτοβουλία να το σηκώσει και να του χαϊδέψει το σχεδόν καραφλό κεφαλάκι. Ήταν ζεστό, με αυτή την μωρουδιάστικη ζέστη και μύριζε, με την ευαισθησία που μυρίζει το νεογέννητο δέρμα. Το έσφιξε στην αγκαλιά της και γύρισε προς το δωμάτιό της.
-«Που πας; Μπορώ να μάθω για πού το έβαλες με αυτό το τσόγλανο;»
Η γυναίκα σταμάτησε και γύρισε το κεφάλι, τόσο απότομα που τα μαλλιά της ανέμισαν στον αέρα. Δεν είπε κουβέντα, αλλά αν τα μάτια της είχαν μαχαίρια, τώρα ο άντρας της θα κείτονταν σφαγμένος στο δάπεδο. Ξαναγύρισε και έκλεισε την κουρελού που χώριζε το δωμάτιό της από το χώρο που ήταν οι υπόλοιποι. Ο Αγήνορας, δεν είπε άλλη κουβέντα, μόνο έβαλε μια κούπα κρασί, έριξε και λίγο ροδόνερο μέσα και το ήπιε μονορούφι. Καθόταν με την πλάτη προς το δωμάτιο. Καθάρισε με τον βραχίονα τα μούσια του από το κρασί που είχε χυθεί. Νόμισε ότι άκουσε ένα μουρμουρητό, κάτι σαν νανούρισμα. Δεν αντέδρασε. Η ντροπή του, από την «ανταρσία» της γυναίκας, ήταν μεγάλη. Κοίταξε τον φίλο του. Εκείνος έδειξε να μην καταλαβαίνει την ατιμωτική στάση της Ελπινίκης. Τα πράγματα κάπως ηρέμισαν.
-«Εμ, τι να κάνεις φίλε μου, μοίρα σκληρή για το παιδάκι, αλλά καταλαβαίνεις ότι τέτοια πράγματα συμβαίνουν σε σας τους πλούσιους». Ο Τελευτίας προσπαθούσε να τον ησυχάσει και να λήξει το θέμα προς το παρόν εκεί. Και φαίνεται ότι το κόλπο του έπιασε, αφού ο άλλος, στο άκουσμα της λέξης «πλούσιος», τέντωσε όλο περηφάνια τη μέση του.
-«Ναι, έτσι είναι… τι να κάνουμε κι εμείς!», απάντησε. «Άντε τώρα να πιούμε λίγο ακόμα και μη μου ξαναπείς όχι και δικαιολογίες για κούραση και ζέστη. Άστα αυτά και πιες» και με μια γρήγορη κίνηση του γέμισε την κούπα με το κρασί. Του έριξε και δυό δαφνόφυλλα , του πέρασε και το υπόλοιπο από την τελευταία μελόπιτα. Ήπιαν αλλά δεν μιλούσαν. Και όταν δεν μιλάει ο αφέντης , κανείς δεν μιλάει.
Πέρασε την νύχτα του, σε μια γωνιά στον στάβλο, μακριά από τα άλογα που στέκονταν όρθια και κάθε τόσο χλιμίντριζαν ενοχλημένα. Οι σκλάβοι, του είχαν φροντίσει το μεγάλο άτι του. Το καθάρισαν και του έδωσαν να φάει φρέσκο σανό και να πιεί καθαρό δροσερό νερό. Ο Παίωνας είχε ξαπλώσει δίπλα στο αφεντικό του, ακοίμητος φρουρός στο πλευρό του.
Η Ελπινίκη τον επισκέφθηκε άυλη σαν σε όνειρο. «Θεοί, τι ομορφιά είναι αυτή!» σκέφτηκε πριν τον πάρει ο ύπνος. Ήξερε ότι θα την ξανάβλεπε και πάλι μόλις κοιμόταν  και αυτό τον φόβιζε και τον ευχαριστούσε συνάμα. Είχε πολλή ζέστη και άνοιξε το ιμάτιό του. Ένα δασύτριχο στήθος έκανε την εμφάνισή του στο άνοιγμα. Οι μύες του, πέτρινοι από την σκληρή ζωή ξεπρόβαλαν γυαλιστεροί από τον ιδρώτα. Ψηλάφησε ή μάλλον χάιδεψε τους ώμους του, όπως θα έκανε κάποια σύντροφος στο κρεβάτι. Αναλογίστηκε την ασχήμια του. Μελαγχόλησε. Ένιωσε εξαντλημένος και παραδόθηκε στις αγκάλες του Μορφέως.  Αύριο ξεκίναγε μια νέα δύσκολη μέρα!

Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014


Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8
Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Ελπινίκη την έλεγαν. Πολύ μικρότερη του Αγήνορα. Ψηλή και αδύνατη, του πρόσφερε τη θαλπωρή του σπιτιού της. Ο Τελευτίας την κοίταξε με την παλιά του ματιά. Εκείνη τη ματιά του θαυμασμού, όπως τόσες φορές στο παρελθόν. Είχε μεγαλώσει, αλλά παρέμενε αυτό που έλεγε ο άντρας της… πετράδι διαδήματος !
Την χαιρέτησε. Του ανταπέδωσε χωρίς να χαμογελάσει. Τα μάτια της καρφώθηκαν στα δικά του, λες και κάτι έψαχνε να δει. Τι; Μικρές ρυτίδες είχαν κάνει την εμφάνισή τους κάτω από τα τοξωτά της φρύδια, ενώ μικρές σακούλες κούρασης τόνιζαν το οξυγώνιο πρόσωπό της. Ίσια μύτη, Ελληνική! Της έδινε την αίσθηση αυτοκυριαρχίας αλλά και ανωτερότητας. Στα καλοχτενισμένα μακριά μαύρα της μαλλιά, φαίνονταν αρκετά πια καθαρά λευκές ανταύγειες. Κινήθηκε προς το μέρος του. Έδειξε με μια κίνηση το κάθισμα στο ένα άκρο του τραπεζιού, εκεί που συνήθως κάθονταν οι φιλοξενούμενοι. Πρόσφερε μια κούπα με κρασί με τα δικά της χέρια, όχι δίνοντας διαταγή σε κάποιο δούλο. Γεύση Θεών, χρώμα, λες αίμα!
Ψωμί με μεγάλα κομμάτια από ψάρι. Κρεμμύδι, ελιές και συκόπιτα. Λίγο πλιγούρι με βραστά λαχανικά συμπλήρωνε και έδενε το δείπνο. Τα μάτια του Τελευτία ξαναγύρισαν απάνω της. Καθόταν αμίλητη, στητή. Γυναίκα. Λιτή, σοβαρή. Αντίθετα με τον άντρα της.
-«Λοιπόν, τι νέα θ’ ακούσουμε;», η φωνή του Αγήνορα έσπασε τη σιωπή που προς στιγμή επικράτησε. Το βλέμμα των δυό γιών του κόλλησαν στο πρόσωπο του επισκέπτη τους.
-«Δεν νομίζω ότι έχω κάτι νέο να πω. Από σένα περιμένω φίλε μου να μάθω πιο πολύ. Το μόνο που κατέχω, είναι κάποιες σκόρπιες συζητήσεις φτωχών και αμόρφωτων χωρικών, συζητήσεις μάλιστα έντονες και με φόβο θα έλεγα για τις κινήσεις του βάρβαρου»
Ο Αγήνορας, έβαλε το ένα πόδι του πάνω σε κάποιο μικρό κασόνι για να βολευτεί καλύτερα. Άρχισε να τον «τσιμπάει» η συζήτηση.
-«Λένε ότι πέρασε από το νησί της Νάξου. Έκανε μεγάλη καταστροφή εκεί. Έσφαξαν οι αγριάνθρωποι ότι μπορούσαν να σφάξουν. Ότι κινείτο έπεσε κάτω από το σπαθί του Αρταφέρνη των Σάρδεων. Είπαν ότι ο Δάτης γέλαγε πάνω στα πλοία όταν γινόταν η σφαγή»
-«Και τα παιδιά, οι γυναίκες;», ρώτησε ο Τελευτίας, «κι αυτά στο σπαθί;»
-«Όχι όλα τα παιδιά. Όχι τις νέες και όμορφες γυναίκες»
Κοίταξε την Ελπινίκη που το πρόσωπό της είχε πάρει μια στυγνή, πέτρινη έκφραση. Σήκωσε τη κούπα, άφησε το κρασί να κυλήσει στο λαιμό του και σκούπισε με την ανάστροφη της παλάμης του το στόμα.
-«Έστειλαν στα σκλαβοπάζαρα της Ασίας, της πατρίδας τους… και τι δεν έστειλαν! Καράβια ολόκληρα με σκλάβες και παιδιά… καταδικασμένα». Τα μάτια του αντίκρισαν τους δικούς του δούλους και ασυναίσθητα χαμήλωσε την φωνή του.
-«Και όλα αυτά γιατί;»
Ο Αγήνορας γέλασε. Όσο μπορεί κάποιος να γελάσει με ένα τέτοιο θέμα. Οι γιοί του στην άκρη του τραπεζιού, περίμεναν την συνέχεια, λες και ήταν ιστοριούλα, μύθος για αφήγηση και όχι αληθινά γεγονότα. Κάποιος δούλος σκούπιζε κι ενόχλησε. Μετά από μια κοφτή παρατήρηση, συνέχισε:
-«Οι άτιμοι αυτοί;»
-«Οι Πέρσες; Σε αυτούς αναφέρεσαι;»
-«Όχι, αν κι αυτοί είναι άτιμοι! Όμως μιλώ για τους Πεισιστρατίδες, αυτούς τους εξόριστους κακούρ-γους. Και ειδικά για αυτόν τον Ιππία. Το κέρατο το λαδωμένο! Έλληνας σου λέει μετά… ο προδότης… και φωνάζει η πατρίδα πάνω απ’ όλα…! Αυτός δυό φορές κακούργος. Πληγή κι αλάτι θέλει ο άτιμος!»
-«Ε! τι μ’ αυτούς; Αυτοί θέλουν το πόλεμο; Αυτοί ηγούνται;»
-«Όχι βέβαια. Αλλά μετά την καταστροφική εκστρατεία και την παταγώδη αποτυχία του Αρισταγόρα στη  Νάξο, άρχισαν οι εξελίξεις. Φοβήθηκε ο σατράπης της Μιλήτου μη πέσει στη δυσμένεια του μεγάλου βασιλιά, του Δαρείου και χωρίς να το πολυσκεφτεί… άρχισε να χτυπάει τα κρέμβαλα και τα κύμβαλα…!»
Σταμάτησε σαν αλαζόνας  να δει αν τα λόγια του είχαν το αναμενόμενο ενδιαφέρον. Ήταν άνθρωπος που αποζητούσε την απόλυτη προσοχή. Δίψασε για κρασί. Ήπιε. Καθάρισε με λαρυγγισμό το λαιμό του, παρατήρησε ότι οι δούλοι που ήταν υπεύθυνοι για το βραδινό φαγητό, άκουγαν κι εκείνοι με προσοχή. Τέντωσε την πλάτη του, έξυσε με το χέρι τον μηρό του. Η Ελπινίκη διέκρινε την έτσι κι αλλιώς, έντονη αλαζονεία του λόγου του. Χαμογέλασε για πρώτη φορά αυτό το βράδυ, μα δεν μίλησε. Μορφωμένη γυναίκα. Παράξενο. Στα παιδικάτα της, μετά την πλαταγή, (πήλινη κουδουνίστρα), προτιμούσε τον «κάλαμον περιβήναι», το αγορίστικο εκείνο παιχνίδι, που ένα απλό καλάμι μεταμορφωνόταν σε άλογο μάχης. Ποτέ δεν έπαιξε με τις πλαγγόνες της, αυτές που με επιμονή έφερναν στο σπίτι οι γονείς της. Ποτέ της το «νύμφες και κόρες» δεν ήταν στις επιλογές της. Ούτε και συμπάθησε ποτέ της τα ‘νευρόσπαστα», τις πλαγγόνες δηλαδή που κινούνταν λεπτά σκοινάκια. Με τα αγόρια συνέχεια. Τσακωνόταν, έδερνε και την έδερναν, μάτωνε γόνατα και αγκώνες. Να κι ο «στρόμβος», (σβούρα), να και τα πεντάλιθα. Λατρεμένο της παιχνίδι όμως ήταν η «ίυγξ», το μικρό κομμάτι ξύλου με τις τρύπες και το σχοινάκι ανάμεσα. Πόσα και πόσα αγόρια δεν είχε νικήσει σ’ αυτό με την  επιδεξιότητά της!
Γι αυτό και όλα τα αρσενικά της γειτονιάς της, την ήθελαν ισότιμο μέλος της ομάδας τους και για την «σφαίρα» και για το «αστραγαλίζειν» και για την <<<<<<<<’ακινητίδα» και για την «χαλκή μυία». Όταν τα κορίτσια της ηλικίας της προσπαθούσαν με φωνές και μαλλιοτραβήγματα να νικήσουν στον «ασκωλιασμό», εκείνη πάλευε με τα αγόρια στην «απόρραξη», ένα είδος μάχης σώμα με σώμα, για ν’ αναγκάσει τον ηττημένο αντίπαλο να εφαρμόσει τον «εφεδρισμό», το κουβάλημα στην πλάτη δηλαδή του νικητή σε όλο το χωριό.
Όλα αυτά φόβιζαν τους γονείς της. «Αγοροκόριτσο», έλεγαν, «που θα βρει άντρα να την πάρει;», σκέφτονταν. Με προίκα όμως πολλών κτημάτων, όλο και κάποια ελπίδα υπήρχε. Και το όνομα της ελπίδας; Αγήνορας! Αρκετά μεγαλύτερος. Ωραίος άντρας, φτωχός. Τι πιο καλό! Στα δεκαέξι της υποτάχθηκε στην επιθυμία του πατέρα της, κοινώνησε αυτή την εμπορική συμφωνία. Όλα καλά. Γι αυτό και φρόντισαν την εκπαίδευσή της. Βρήκαν και προσέλαβαν τον Ίστιο. Δάσκαλος!
Και Όμηρο έμαθε η Ελπινίκη και μαθηματικά, μέχρι και αστρονομία. Όμως εις μάτην! Με ποιόν να μιλήσει; Ο άντρας της, ίσα – ίσα που ήξερε να γράφει το όνομά του και αυτό με λάθη. Ο γάμος όμως έκανε εκείνο πλούσιο και η κόρη βρήκε την σαρκική απόλαυση. Και μόνο αυτό.
-«Κήρυξε λοιπόν την Μίλητο δημοκρατία», συνέχισε η φωνή του Αγήνορα, «και ζήτησε βοήθεια από εμάς, τους Αθηναίους εννοώ, αλλά και τους δημοκρατικούς της Ερέτριας. Κακή κίνηση από μέρους μας να δεχτούμε, αλλά αδέρφια βλέπεις, κάτω από τον ζυγό του βαρβάρου!»
-«Και η Αξιά, Έλληνες δεν είχε; Συγχωρέσαμε δηλαδή την επίθεση εκεί;»
-«Έλληνες; Ναι κατά μια έννοια, μπορείς να το πεις κι αυτό. Αλλά οι Κάρες, εκτός των Καλυδνίων, λέει ο Όμηρος ότι πολέμησαν με τους Τρώες, στο πλευρό τους, ενάντια σε μας! Άσε που νιώθουν πιο πολύ Ασιάτες, …, από παλιά. Δες το εμπόριό τους! Όχι με μας, αλλά με τους Λέλεγες και τους Καυκάνους… στην Ασία, κατάλαβες;»
Μπορεί να ήταν αμόρφωτος άνθρωπος ο Αγήνορας, αλλά ότι άκουγε, το κάρφωνε στο μυαλό του. Ειδικά αν αφορούσε το εμπόριο. Έτσι και την δουλειά του έκανε με μεγαλύτερη ασφάλεια, αλλά και επίδειξη γνώσεων σε κάποιους γνωστούς.
-«Κακή κίνηση», επανέλαβε, «η αποστολή των πλοίων. Είκοσι δικά μας και πέντε από την Ερέτρια, έφταναν να καταστρέψουν τις Σάρδεις και να αφανίσουν σχεδόν τους Κιμμέριους, αλλά όχι να νικήσουν τον αυτοκρατορικό στρατό. Αριθμούσε χιλιάδες ανδρών!»
Η αφήγηση έμπαινε τώρα στο πιο ενδιαφέρον σημείο της. Οι δούλοι είχαν γονατίσει παρακολουθώ-ντας τα λόγια του αφέντη τους κι εκείνος είχε ξεχαστεί να τους παρατηρήσει. Τα δυο αγόρια είχαν ακουμπήσει  τα πρόσωπά τους στις παλάμες και τους αγκώνες πάνω στο τραπέζι. Άκουγαν, φαντάζονταν, συμμετείχαν. Ονειρεύονταν. Κάπου – κάπου αναστέναζαν. Κάποιο αλύχτισμα που ακούστηκε απ’ έξω δεν ανησύχησε κανένα. Η ανοιχτή λόγω ζέστης πόρτα, άφησε το ζεστό αεράκι να ρίξει χώμα και σκόνες στο ξύλινο πάτωμα, να κάνει τις μικρές φλογίτσες στα κεριά να χορέψουν και να φτιάξουν γίγαντες σκιών στους τοίχους. Κατάνυξη! Κανείς δεν κουνιόταν από τη θέση του. Ο Τελευτίας σήκωσε το κρασί του, κοίταξε την γυναίκα και ξαναγύρισε το βλέμμα στον αφηγητή.
-«Επόμενο να ηττηθεί  ο Αθηναϊκός στρατός. Γυρίσαμε πίσω , αλλά η ντροπή για τον Δαρείο, ήταν μεγάλη. «Οι Σάρδεις καταστράφηκαν», έλεγε συνέχεια. Και αποφάσισε να τιμωρήσει τους Αθηναίους και τους συμμάχους τους. Είχε βάλει και ένα δούλο να του το θυμίζει κάθε πρωί. Έτσι τώρα έρχεται εδώ. Στίφη βαρβάρων έχουν ήδη εξαπολύσει επίθεση και έχουν καταστρέψει τις πόλεις μας στα παράλια της Ασίας. Στόλος μεγάλος έχει συγκεντρωθεί, με όλες τις φυλές πάνω του. Σάκες και Μήδοι, Κιμμέριοι φανατισμένοι και Ακάδες και όποια άλλη Ασιατική φυλή μπορεί να βάλει ο νους σου, ανέβηκαν στα πλοία που κυβερνούν Φοίνικες ναυτικοί. Πλήθος που μπορεί και να μην είχαν ξαναδεί θάλασσα στη ζωή τους. Ορεσίβιοι και σκληροί πολεμιστές οι περισσότεροι. Έρχονται εδώ τώρα. Ήδη κατέστρεψαν την Αξιά και φτάνουν στα δικά μας παράλια. Και αυτή τη φορά ο Ποσειδώνας και η θάλασσά του, τους φέρθηκαν ευγενικά. Τόσος μεγάλος ο στόλος λένε, που το γαλάζιο νερό δεν φαίνεται ανάμεσα στα πλοία»
-«Χάθηκε το Αιγαίο δηλαδή»
-«Κάπως έτσι. Πολλοί λένε ότι αν έδεναν τα σκάφη μεταξύ τους, θα έφταναν μέχρις εδώ, χωρίς να βρέξουν τα πόδια τους»
Έφτιαχνε επίτηδες τέτοιες εικόνες , του άρεσε να δραματοποιεί την αφήγηση πιο πολύ.
-«Και ο Δαρείος τόσο σκληρός, που έδωσε εντολή, ο άσπλαχνος, τίποτα να μην μείνει όρθιο. Να σβήσει την Αθήνα από την ιστορία, να σφαχτούν όλοι οι κάτοικοί της και όποιος γράψει για αυτούς. Να ξεχαστεί από την μνήμη όλων και οι αυριανοί να μην γνωρίζουν τίποτα για αυτή την «καταραμένη» πόλη»
Ανατρίχιασαν όλοι. Δεν άκουγαν πια μια ιστορία, αλλά το προδιαγεγραμμένο τέλος τους. Κι όταν οι Πέρσες έλεγαν Αθήνα, εννοούσαν Αττική. Δηλαδή την καρδιά της Ελλάδας. Δηλαδή τον προμαχώνα αλλά και προστάτη της Ευρώπης. Γιατί αν οι Έλληνες δεν σταματήσουν τον βάρβαρο, τότε ποιος άλλος στρατός υπάρχει;


Τετάρτη 1 Οκτωβρίου 2014

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7
Ο ΑΘΗΝΑΙΟΣ
Μέσα στο θολό πρωινό, με το πέπλο της πάχνης να σέρνεται πάνω στα ξεραμένα αγριόχορτα, την ανατολή του ήλιου να τον τυφλώνει και την ευωδιά του θυμαριού να του ξεσηκώνει την ψυχή του, φορτώθηκε το μικρό του δισάκι στην πλάτη, ταχτοποίησε το κολοκυθένιο παγούρι του σφίγγοντας το ζωνάρι στο παλιό του ιμάτιο και έλεγξε τα σκοινιά που έδεναν το κάρο του με τον γιγάντιο επιβήτορα, το άτι που είχε αγοράσει δυό χρόνια πριν απ’ τον φίλο του τον Φιλόφρωνα από την Φλύα.
Σήκωσε το βλέμμα στο μικρό του σπιτάκι και στα γύρω χωράφια που περίμεναν την νέα σπορά. Ποτέ δεν είχε δικά του χτήματα, εκτός από ένα μικρό αμπελάκι, που του προμήθευε τον ετήσιο οίνο του, σε απόσταση ενός σταδίου ή ακόμα και δέκα διαύλων από τον συνοικισμό. Έμπορος ο Τελευτίας, ποτέ δεν ασχολήθηκε σοβαρά με την γη. Εκείνο που τον ένοιαζε πιότερο, ήταν το κρασί γιατί αυτό εμπορευόταν, μόνο που δεν πουλούσε το δικό του, αφού οι δουλειές του, δεν τον άφηναν να παράγει  καλή ποιότητα.
Το ταξίδι θ’ άρχιζε από τώρα και θα κρατούσε μέχρι να τελειώσει ο χειμώνας. Ήταν από τους λίγους εμπόρους που ταξίδευε χειμωνιάτικα, όλοι οι άλλοι προτιμούσαν τις ζέστες του καλοκαιριού, που ο καιρός και κατά συνέπεια η θάλασσα ήταν καλή. Εκείνος όμως ήθελε τον νέο οίνο και τον πρώτο μούστο που τώρα έβγαζαν οι αμπελουργοί.
Άρχισε να κατηφορίζει το μικρό σκονισμένο, γεμάτο χαλίκια μονοπάτι που οδηγούσε στους δήμους της Αθήνας. Ήδη είχε αφήσει αρκετά πίσω του τον Θορικό και γύρισε το βλέμμα για μια τελευταία ματιά. «Μια στάση στη Βραυρώνα», μονολόγησε, «το τάμα στη Θεά!». Έσφιξε ένα μικρό αγαλματίδιο, ξύλινο, φτιαγμένο από τον ίδιο. «Βοήθα με Αρτέμιδα, βοήθα με».
Χρόνια είχε να δει τον Αγήνορα στους Μυρρινούς. Καλός αμπελουργός, με κόκκινο σταφύλι και καλή κοπριά από τα δικά του πρόβατα. Γευόταν κιόλας τον άλικο χυμό. Χαμογέλασε. Ξεροκατάπιε, δίψασε!
Είχε περάσει τα πενήντα χρόνια της ζωής του. Μόνος του. Χωρίς γυναικεία συντροφιά, χωρίς παιδιά να τον νοιαστούν και να τα νοιαστεί. Λιγομίλητος και μοναχικός άνθρωπος. Ασχημάντρας. Μόνος , λες, χωρίς ένα συγγενή. Μόνο γνωστούς από το εμπόριο. Φίλοι; Όχι, δεν τους έπαιρνε για φίλους. Συνεργάτες; Ίσως. Φίδια επικίνδυνα. Μα αυτή ήταν η ζωή του! Μοναξιά και προφύλαξη. Τρομερό να μη μπορεί να πιστέψει τα λόγια που άκουγε από τους άλλους! Κι αυτό έγινε βίωμα, μονιμότητα, επεκτάθηκε και στους λόγους των συγχωριανών του αλλά και στα γυναικεία χείλη. Ακόμα και στα λόγια των ιερέων. «Έμποροι», έλεγε, «έμποροι όλοι τους». Κι έκλεινε την πόρτα της καρδιάς του, όλο και πιο πολύ κι άλλο κι άλλο, μέχρι που δεν μπορούσε ούτε την παραμικρή αχτίδα χαράς ή αγάπης, ξεγνοιασιάς ή ονείρου να περάσει. Κι αυτό τον έκανε ακόμη πιο άσχημο, ανυπόφορο κι ανεπιθύμητο στους άλλους. Μόνος του, ακόμη και ο ίδιος δεν καταλάβαινε τον λόγο της ύπαρξής του. Ζούσε για να ζει. Λες και ζώο. Ούτε κάποιο πάθος, ούτε καμιά επιθυμία. Αν και έμπορος, δεν ήταν ιδιαίτερα φιλοχρήματος ή τουλάχιστον δεν ήταν το χρήμα που κυριαρχούσε στη ζωή του. Το μόνο που τον ξεκούραζε ή μπορεί και να τον χαροποιούσε ακόμα, ο Παιώνιος, το μαύρο του σκυλί, που έφερε το όνομα του πιο μισητού του αντιπάλου.
«Και τώρα Παιώνιε», φώναξε, «πάμε να πάρουμε καλό κόκκινο κρασάκι!»
Το σκυλί κάτι γρύλλισε, σήκωσε το κεφάλι και άρχισε να τον ακολουθεί.
«Η Ασία μας περιμένει. Αλλά και η Μεσσήνη με την Εύβοια των Λεοντίνων μας περιμένουν. Το ίδιο και οι Συρακούσες και το Πάνορμο!»
Γέλασε. Ήξερε το ταξίδι, όπως γνώριζε και τους κινδύνους της χειμωνιάτικης θάλασσας. Δυό φορές πήγε να χάσει τη ζωή του πριν κάποια χρόνια. Μια όταν ληστές τον χτύπησαν κοντά στη Ραγούσα και την άλλη όταν το πλοίο του, φορτωμένο με υφάσματα και νησιώτικο, υπέροχο Σαμιώτικο κρασί, έπεσε στα βράχια έξω από το Βρινδίσιο στην Απουλία. Δυό φορές είχε χάσει όλο του το εμπόρευμα, αλλά η προνοητικότητα του δεν τον είχε αφήσει χρεωμένο σε πιστωτές. Μόνο που και τις δυό φορές αναγκάστηκε να μείνει μακριά από το σπίτι του, την μια στην Καμπανία, στη Ποσειδωνία την άλλη, στην Δικαιάρχεια, πάνω από χρόνο, μέχρι να βρει τρόπο να γυρίσει στην Ελλάδα. Κι όταν γύρισε και τις δυό φορές, βρήκε το σπίτι του λεηλατημένο. Αυτά έχει η μοναξιά! Κανένας πίσω να φροντίζει. Κανένας… Αναστέναξε και έσφιξε πιο δυνατά το αγαλματίδιο της Άρτεμης στην παλάμη του. Έριξε μια ματιά στον Παιώνιο κι εκείνος ανταπέδωσε. Και γρύλλισε πάλι… «Δόξα στην Άρτεμη», μονολόγησε, «έχω κι εσάς!» και χάιδεψε τη χαίτη του αλόγου του.
Είχε νυχτώσει σαν αντίκρισε το σπίτι του Αγήνορα. Δυό δαυλοί έδειχναν την είσοδο στο κτήμα και κάποιοι, δούλοι μάλλον, που ασχολούνταν με το στοίβαγμα κάποιων μεγάλων καλαθιών πρόσδιδαν ζωή στο τοπίο. Τα καλάθια αυτά, πολύ μεγάλα, χρησιμοποιούνταν για τον τρύγο, αλλά και για τις μεταφορές των αγαθών προς θυσία στα μεγάλα Διονύσια. Αλύχτησαν κάποια σκυλιά, απάντησε ο Παίωνας και η πόρτα του σπιτιού άνοιξε. Μια λωρίδα φωτός σημάδεψε τον δρόμο μέχρι την πύλη και μια σκιά άρχισε να πλησιάζει τον κατασκονισμένο ταξιδιώτη.  Μεταγειτνιών και ακόμη τα πρωτοβρόχια να έρθουν, κάποιες  άλλες σκιές πλησίασαν κι αυτές, μόνο λίγο πιο πίσω. Το χέρι που σηκώθηκε σε χαιρετισμό, έλαμψε κάποια στιγμή. Δαχτυλίδι! Συνήθισαν τα μάτια του Τελευτία στην αντίθεση του φωτός. Σήκωσε και αυτός το χέρι σε ανταπόδοση. Το δεξί, αυτό που επιτάσσει η σωστή αγωγή. Το άλλο κράταγε το θηριώδες άτι. Ο Παίωνας κούνησε την ουρά του και ξάπλωσε στο ξεραμένο χώμα. Περίμενε κάποιο νεύμα.
«Χαίρε φίλε Τελευτία», ακούστηκε η φωνή του Αγήνορα. Πλησίασε, ένας κακομαθημένος άντρας της ίδιας πάνω – κάτω ηλικίας με το κεφάλι ψηλά. Φορούσε ακριβό χιτώνα με χρυσή πόρπη και δερμάτινα σανδάλια. Στα δάχτυλα  λαμποκοπούσαν δαχτυλίδια με διάφορες πέτρες. Τελείως αταίριαστα όλα με το τοπίο. Έδειχνε τα πλούτη του. Αυτός ο πρώην φτωχός αγρότης, μεγάλος τώρα ιδιοκτήτης αμπελιών. Του έκανε εντύπωση αυτή η επίδειξη, αυτή η διαφορά από τους δυό γιούς του που ακολουθούσαν με φτωχικούς χιτώνες, ένα ιμάτιο, μπορεί και το ίδιο όλο το χρόνο, όπως φανέρωνε η εκτεταμένη φθορά, με τα φτηνά σανδάλια από σκοινί και με το κεφάλι ελαφρώς σκυμμένο μπροστά στον πατέρα.
Τα μάτια του Αγήνορα έβλεπαν ίσια στο πρόσωπο του «φίλου» του και το χαμόγελό του έδειξε μια σειρά από σχεδόν λευκά, για την ηλικία του, δόντια:
-«Περιμένω να μου πεις ότι απέκτησες γυναίκα αγαπητέ μου φίλε. Θα το ακούσω ή όχι;»
Ο Τελευτίας μειδίασε. Το αριστερό του χέρι χάιδεψε τα γένια του, κίνηση συνηθισμένη όταν ένιωθε αμηχανία.
-«Υπάρχει γυναίκα να με θέλει;», γέλασε.
-«Αν ήσουν από την Λακεδαίμονα φίλε μου, δεν θα έφταναν τα λεφτά σου να πληρώνεις το ειδικό πρόστιμο του αγαμίου. Αλλά τα λέμε αργότερα, πέρασε μέσα, θα είσαι κουρασμένος».
Δυό δούλοι, υπακούοντας στη σιγανή διαταγή των γιών του Αγήνορα, φρόντισαν για το άλογο και το κάρο. Και για τον Παίωνα, όχι βέβαια χωρίς κάποιο φόβο.