Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14
Ο ΛΑΚΕΔΑΙΜΟΝΑΣ
Το αριστερό του χέρι, δεν το ένοιωθε πολύ καλά, ή πολύ δυνατό. Η κούραση τον είχε σχεδόν καταβάλει, δεν απείχε πολύ από την κατάρρευση. Το έτριψε με δύναμη, φροντίζοντας να μην τον δει κάποιος. Δεν ήθελε να δείξει αδυναμία. Στο βάθος του δρόμου, δυο – τρεις σύντροφοί του, προχωρούσαν κορδωμένοι σαν τόξα στα χέρια χειριστή, προσέχοντας να μιλούν σε χαμηλούς τόνους. Έτσι κι αλλιώς το να φωνάζεις στο δρόμο, θεωρείτο απρέπεια στην πόλη τους. Όπως και να δείχνεις τις αδυναμίες σου, όποιες κι αν ήταν αυτές, είτε σωματικές είτε όχι. Το σπαθί του τον ενόχλησε όταν κάθισε στα σκαλιά του ναού της Άρτεμης. Οι μεγάλες πόρτες από ξύλο πεύκου, ήταν κλειστές και το μόνο που έδειχνε παρουσία ανθρώπου στο εσωτερικό του ναού, ήταν αυτός ο παράξενος καπνός και η μυρωδιά των θυσιών. Ο ναός ήταν τόσο λιτός, τόσο απέριττα στολισμένος, που θα μπορούσε κάποιος να τον περάσει για απλό σπίτι. Μα όλα στη Σπάρτη ήταν απλά και αστόλιστα. Οι Λακεδαιμόνιοι απεχθάνονταν κάθε επίδειξη, κάθε πολυτέλεια, κάθε υπερβολή. Μόνο τους μέλημα, η νεολαία τους και η σφιχτή οργάνωση της πόλης τους. Γι αυτό και η φροντίδα τους ήταν ο στρατός τους και η απόλυτη υποταγή στους σκληρούς τους νόμους.
Ο Ευρυάναξ ήταν ένα από τα παιδιά που είχε όμως τώρα πια, μετρήσει πάνω από είκοσι πέντε καλοκαίρια στη ζωή του. Από τα παιδικάτα του, ανήκε στην πόλη – κράτος και όχι στους γονείς του, όπως και κάθε άλλο αρσενικό παιδί στη Σπάρτη. Στο κοινόβιο έμαθε να είναι έφηβος, άντρας, πολεμιστής. Εκεί μπολιάστηκε και με τις «αθάνατες» ιδέες και αξίες του κράτους. Ένα κράτος που αποσκοπούσε στην σκληραγωγία εκτός της υπακοής. Από τα επτά του χρόνια είχε κοπεί ο ομφάλιος λώρος με τους δικούς του. Οι γονείς, ήταν μόνο για να τον γεννήσουν και να τον μεγαλώσουν με τις ιδέες της πόλης μέχρι οικογένεια να γίνει το κοινόβιο και οι σύντροφοί του στη μάχη. Μάλιστα κανένα παιδί, εδώ και χρόνια, δεν ανατράφηκε με σπάργανα και χάδια. Οι ικανότητες πρέπει να φαίνονται στις μάχες και όχι στις γαλιφιές, στις φιλοσοφίες και τα θεατρικά της Αθήνας. Το χέρι πρέπει να λιώνει την πέτρα και όχι να γράφει ιστορίες σε παπύρους, το σώμα πρέπει να σκληραίνει από τις κακουχίες και όχι να γίνεται μαλθακό από την καλοπέραση και τις διασκεδάσεις στα καπηλειά. Και ο λόγος πρέπει να χρησιμοποιείται για να εξηγεί και να διατάζει και όχι για να αφηγείται και να κομπορρημονεί. Τα γράμματα που έμαθε ο Ευρυάναξ, ήταν λίγα και απαραίτητα για την καθημερινή ζωή. Οτιδήποτε άλλο, ήταν υπερβολή. Είχε μάθει όμως μουσική και χορό, αφού ο χορός ήταν απαραίτητο στοιχείο στην ισορροπία κατά την διάρκεια της μάχης. Ήταν λιτός και συγκρατημένος, με ακρίβεια και συντομία όχι μόνο στο λόγο, αλλά και σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του. Τώρα στα είκοσι πέντε του, είχε πάρει και την άδεια να νυμφευτεί. Και έπρεπε να το κάνει μέχρι τα τριάντα, ειδάλλως θα πλήρωνε φόρο αγαμίας. Έπρεπε η πόλη να αποκτήσει απογόνους. Οι Λακεδαίμονες είχαν μείνει λίγοι και οι είλωτες, που γεννούσαν σαν κουνέλια, όπως έλεγε ο φίλος του ο Λίχης, είχαν τον πενταπλάσιο πληθυσμό. Και αυτό θα μπορούσε να είναι απειλή για το αύριο.
Σηκώθηκε αέρας από το βάθος του δρόμου. Έτσι που ήταν χτισμένη η πόλη, ο παραμικρός αέρας, διέσχιζε το κέντρο και μπορούσε να γίνει αιτία για σύννεφα σκόνης. Άκουσε θόρυβο κοντά του και είδε τον φίλο του να πλησιάζει μες την ζέστη του φθινοπωρινού ηλιοβασιλέματος. Κάθισε σιμά του.
-«Την είδες;», ρώτησε κοφτά ο Ευρυάναξ.
Ο φίλος του κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Έβγαλε το κράνος με την κάθετη αλογοουρά και το απίθωσε στο χώμα. Η σκόνη τον έκανε να μισοκλείσει τα μάτια που ήταν ήδη κόκκινα από την εξάντληση. Ολοήμερη εκπαίδευση και μάλιστα εκπαίδευση στα άκρα, έκανε τους άντρες «πτώματα» τις νύχτες. Κάποτε μάλιστα ο Ευρυάναξ αστειευόμενος, είχε πει ότι αν ήταν είλωτας θα έκανε επίθεση στη Σπάρτη το βράδυ. Τότε θα ήταν αδύνατο να την υπερασπιστεί ο κουρασμένος στρατός.
Ο Λίχης, κούνησε το χέρι και έδειξε προς την μεριά των λόφων.
-«Το πρωί φόρτωνε φρύγανα τους σκλάβους, εκεί, πέρα από την μεγάλη πέτρα»
-«Σου μίλησε;»
-«Μπα…»
Οι δυο άντρες παρέμειναν σιωπηλοί για αρκετή ώρα. Η κοπέλα για την οποία λέγανε ήταν η Θάλεια. Γειτόνισσα και των δυο στα παιδικά τους χρόνια. Όχι ιδιαίτερα ψηλή, μελαχρινή με μακριά μαλλιά που τα έπλεκε πίσω από το κεφάλι σε μια παράξενη χοντρή κοτσίδα, έξυπνη και προκομμένη, είχε γίνει η δεύτερη τη τάξη μετά τον γέρο πατέρα της στο σπίτι. Η μάνα της είχε πεθάνει πριν τρεις χειμώνες και η Θάλεια είχε αναλάβει όλες τις δουλειές του σπιτιού. Από την αδερφή της την Αρίσβη, είχε ένα ανίψι που κι αυτό το μεγάλωνε εκείνη. Η Αρίσβη υπέφερε από ένα συνεχόμενο βήχα που την έκανε να φτύνει αίμα και κανένας θεραπευτής δεν μπορούσε να την βοηθήσει. Ο άντρας της Αρίσβης είχε σκοτωθεί σε κάποια μάχη στη Μεσσηνία, αλλά λόγω ηρωισμού, όλη η οικογένεια είχε τον σεβασμό της πόλης. Το μικρό, δεν θα αργούσε να κλείσει τα επτά του χρόνια και σε λίγο θα τον έπαιρνε η πόλη στις αγκάλες της. Στις σκληρές της αγκάλες. Και η Θάλεια θα έμενε με την «ντροπή» της ανύπαντρης. Χωρίς ένα γιό να παραδώσει στην πόλη της. Χωρίς να μπορεί να γράψει το δικό της κομμάτι στην ένδοξη (;) ιστορία της πόλης.
-«Είδες τον Αθηναίο; Στους πέντε;»
-«Ναι, τον είδα. Σκληρό κορμί και γυμνασμένο. Μου έκανε εντύπωση που είναι Αθηναίος. Πιο πολύ με δικό μας μοιάζει. Πάντως στάθηκε ολόρθος και περήφανα μπροστά στους πέντε και ας ζητούσε βοήθεια. Τέτοια περηφάνια! Και οι σοφοί τον θαύμαζαν, το είδα στις εκφράσεις τους. Ήμουν στη φρουρά και τους άκουσα να διατάζουν κάποιους δούλους, να του προσφέρουν οτιδήποτε μπορούσε να τον κάνει να νοιώσει άνετα. Μεγάλη τιμή για ξένο. Εκείνος όμως αρνήθηκε! Το μόνο που ζήτησε, μια γρήγορη απάντηση. Για να την μεταφέρει στην πόλη του. Οι βάρβαροι πλησιάζουν»
-«Και του έδωσαν τελικά απάντηση;»
-«Όχι ακόμα, τώρα συζητάνε μόνοι τους. Αλλά στοίχημα πάω δυο πεσσούς, ότι θα βρουν δικαιολογία να αρνηθούν»
-«Μάλιστα. Λες και οι Αθηναίοι δεν είναι Έλληνες!»
Οι δυο φίλοι σώπασαν και γύρισαν το βλέμμα στον δρόμο, στο βάθος εκεί που τα σπίτια «έκλειναν» την πόλη. Ο αέρας είχε δυναμώσει αλλά δεν φαινόταν να τους πειράζει ιδιαίτερα. Το μυαλό τους δεν ήταν εκεί. Μπορεί στη Θάλεια να είχε μείνει ο Ευρυάναξ, μπορεί στον αλαζονικό Αθηναίο ο Λίχης. Πάντως κάτι έδειχνε να τους ενοχλεί.
-«Κάρνεια!», είπε ξαφνικά ο Ευρυάναξ. «Να δεις που τα Κάρνεια θα είναι η αιτία!»
-«Μπορεί, δεν ξέρω ακόμα, δεν είμαι σίγουρος αν θα αρνηθούν, αλλά αν ναι, τότε θα ήταν μια καλή δικαιολογία. Ποιος θα μπορούσε να παρακούσει αρχαίες συνήθειες και ιερές αξίες. Ναι, θα ήταν μια καλή δικαιολογία. Έτσι κι αλλιώς οι Αθηναίοι εχθροί μας δεν είναι;»
-«Είναι; Γιατί; Δεν είναι Έλληνες; Μπορεί να είναι Ίωνες και όχι Δωριείς σαν και μας, αλλά ίδια φάρα είμαστε. Και όταν κινδυνεύει ο ένας, σίγουρα ο κίνδυνος πλησιάζει και τον άλλο. Στο δάσος σαν πιάσει φωτιά, δεν καίγεται μόνο το μπροστινό δέντρο, αλλά σιγά – σιγά όλα. Μέχρι που ερημώνει ο τόπος. Μέχρι που το πράσινο τοπίο, γίνεται ένας σωρός από πέτρες και χώμα. Και αν οι βάρβαροι περάσουν από την Αθήνα, αν η άμυνα των Αθηναίων πέσει, τότε θα έρθει και η σειρά της δικής μας πόλης. Το προπύργιο δεν θα υπάρχει να σταματήσει το κύμα των Ασιατών. Και εκείνη την ώρα, ποιος θα έρθει για βοήθεια; Θα πεθάνουμε ανόητα μετά. Και δεν με φοβίζει ο θάνατος, τιμή για μένα και περηφάνια για τους δικούς μου, αν πεθάνω μαχόμενος. Αλλά θα υπάρχουν δικοί μου άνθρωποι μετά; Θα υπάρχει η Σπάρτη μετά; Βέβαια το να τους δεχτούμε σαν «κύριούς» μας, ελπίζω ότι δεν το σκέφτεται κανείς. Λοιπόν Λίχη, έχω άδικο που μιλάω έτσι; Θα είναι ντροπή μας αν τους αφήσουμε μόνους τους. Και στην περίπτωση που οι Αθηναίοι νικήσουν; Ξέρεις τι θα πει ο Ελληνισμός; Ότι ήμασταν δειλοί, ή μνησίκακοι, ή αδιάφοροι. Και εντάξει να μας κατηγορήσουν, η Σπάρτη μπορεί να αντέξει μια τέτοια κατηγορία, αλλά το να πουν ότι οι Αθηναίοι μόνοι τους νίκησαν; Εκεί το κλέος το δικό μας; Θα καταρρακωθεί. Οι Ίωνες θα λογίζονται για πρώτη δύναμη!»
Ο Λίχης τον κοίταζε αμίλητος. Για τα μέτρα των Λακεδαιμόνιων, είχαν μιλήσει πολύ, αλλά και είχαν σκεφτεί αντίθετα με την θέληση των εφόρων, ακόμα πιο πολύ. Μόνο που τα λόγια που ακούστηκαν ήταν σοφά. Ήταν, δυστυχώς, αληθινά. Και η πολιτική, το μόνο που δεν ξέρει, είναι η αλήθεια και η σοφία. Οι δυό άντρες μίλαγαν με την ψυχή του Έλληνα, την καρδιά του καθολικού πατριώτη.
Το χέρι με το τρίψιμο, είχε μαλακώσει τον πόνο του, μα το θέμα που συζητούσε με τον φίλο του, τον στενοχωρούσε πολύ. Δεν είχε διάθεση γι άλλη κουβέντα και σηκώθηκε να περπατήσει.
-«Θα έρθεις στον στρατώνα; Αν και θα ήθελα να δεις τι γίνεται με την απάντηση των εφόρων»
Έφυγε αφήνοντας τον Λίχη μόνο να σκέφτεται τα λόγια του. Σηκώθηκε κι αυτός μετά από λίγο και έστρεψε το βήμα του προς την αγορά. Ήθελε να ξαναδεί τον Αθηναίο, ήθελε να μάθει, τι θα γίνει. Τώρα ήθελε να πολεμήσει ενάντια στον βάρβαρο. Κόσμος ήταν μαζεμένος έξω από το πρυτανείο και συζητούσε. Η έκκληση της Αθήνας είχε γίνει γνωστή και όλοι ήταν περίεργοι:
-«Η Αθήνα έχει την ανάγκη μας…»
-«Έλα ντε…»
-«Ποιος είναι ο απεσταλμένος; Δικός μας;»
-«Όχι βρε ανόητε. Αθηναίος είναι και παρακαλάει σαν σκυλί…»
-«Ε, όχι και σαν σκυλί, εγώ δεν τον είδα έτσι…»
-«Παρατήστε τους αλαζόνες στη μοίρα τους…»
-«Άκουσα πως τον λένε Φειδιππίδη και είναι στρατιώτης ημεροδρόμος. Πάει τα μαντάτα δηλαδή τρέχοντας όπου πρέπει και κάνει μεγάλες αποστάσεις…»
-«Βρε δεν πα να είναι ότι θέλει, καμιά βοήθεια σε αυτούς…»
Τα λόγια έδιναν και έπαιρναν. Οι περισσότεροι ήταν ενάντια στην αποστολή βοήθειας. Κοντόφθαλμοι τοπικιστές, δεν μπορούσαν να καταλάβουν την αναγκαιότητα της σύσφιξης των σχέσεων και των Ελληνικών στρατών κατά κοινού εχθρού. Ο Λίχης, σκέφτηκε τα λόγια του φίλου του για μια ακόμα φορά. Διέκρινε τώρα το δίκιο του φίλου του, διέκρινε όμως και την ηλιθιότητα να πλανάται πάνω από τον χώρο. Έσπρωξε να πάει πιο μπροστά, να ακούσει καλύτερα. Ένας κήρυκας, με μια μικρή υδρία στο χέρι γεμάτη κρασί, προσπαθούσε να ανέβει σε μια μεγάλη πελεκημένη πέτρα, εκεί όπου γίνονταν όλες οι ανακοινώσεις για τις αποφάσεις των εφόρων. Με την βοήθεια δυό νεώτερων ανδρών, κατάφερε τελικά να σταθεί όρθιος. Καθάρισε τη φωνή του:
-«Άντρες Λακεδαιμόνιοι», φώναξε με όλη του τη δύναμη και αυτόματα  επικράτησε νεκρική σιγή στο ακροατήριο. «Άντρες Λακεδαιμόνιοι», ξαναφώναξε, ευχαριστημένος από την δύναμη της φωνής του. «Όπως όλοι γνωρίζεται, σήμερα έφτασε από την Αθήνα, αγγελιαφόρος, ζητώντας την βοήθεια της πόλης μας και ειδικά του στρατού μας, ενάντια στην απειλή που έρχεται από την Ασία. Οι Σπαρτιάτες, ποτέ μας δεν δειλιάσαμε μπροστά σε κίνδυνο, μπροστά σε μάχη. Πάντα το ιδανικό μας ήταν η ελευθερία και η ανεξαρτησία…»
Τα λόγια του κήρυκα ήταν πολλά για μια ανακοίνωση μιας απόφασης των εφόρων. Το κοινό παρακολουθούσε, κρεμασμένο από τα χείλη του. Μόνο στον Λίχη τα λόγια ακούστηκαν κούφια. Καταλάβαινε την συνέχεια. Απογοητεύτηκε από αυτό που ακολούθησε.
-«… γι αυτό και  πάντα τα υπερασπιζόμασταν. Καταλαβαίνουμε την ανάγκη της Αθήνας, καταλαβαίνουμε και την πολύτιμη βοήθειά μας για την νίκη. Τι θα πούμε όμως στους Θεούς; Τώρα που η μεγάλη μας γιορτή απαιτεί να μην σηκώσουμε τα όπλα; Πώς θα θυσιάσουμε στον Κάρνειο Απόλλωνα, πώς θα ικετέψουμε την προστασία του, αν πάρουμε τα όπλα στα χέρια και καταλύσουμε τα έθιμα τόσων χρόνων; Κατάρα θα πέσει πάνω μας, κατάρα στην πόλη μας. Η απάντηση λοιπόν που δόθηκε στον Αθηναίο, είναι ότι η πόλη του δεν πρέπει να νοιώθει μόνη της, θα έχει όλη μας την στρατιωτική και όχι μόνο βοήθειά μας, μόνο που πρέπει να περιμένει το τέλος της εορτής».
Αυτά είπε ο κήρυκας και σταμάτησε απότομα. Ένα βουητό ακούστηκε από το μαζεμένο πλήθος, βουητό που έμοιαζε με επιδοκιμασία. Ο κήρυκας, έχυσε λίγο κρασί από την μικρή υδρία για να δείξει το οριστικό της απόφαση των εφόρων και κατέβηκε από το βήμα. Ο Λίχης δεν ήθελε να πιστέψει στην φτηνή δικαιολογία. Ας λέγανε καθαρά ότι δεν θέλανε να βοηθήσουν τους Αθηναίους, καλύτερα έτσι. Πήρε τον δρόμο για τον στρατώνα, περπατώντας μέσα στην σκόνη του δρόμου.

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2014

    Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13

Τώρα πια η υπόσχεση στη Θεά, το τάμα, έπρεπε νε περιμένει. Δεν μπορούσε να πάει προς τα κει. Το είχε πει στον Αγήνορα και σίγουρα εκείνος θα είχε στείλει ανθρώπους του σε κείνα τα μέρη. Το μπλέξιμο τώρα ξεδίπλωνε όλες τις άσχημες πτυχές του και όπως πίστευε ο Τελευτίας, θα υπήρχαν πολλές ταλαιπωρίες ακόμα. Έβαλε το χέρι στη μέση του, εκεί που είχε δεμένο το πουγκί με τα χρήματά του. Το χάιδεψε, όχι γιατί αγαπούσε το περιεχόμενο, αλλά γιατί προσπαθούσε να υπολογίσει τώρα την υπόλοιπη ζωή τους. Έπρεπε να είναι προσεκτικός. Τα λεφτά που είχε δώσει στον κρασέμπορο, ήταν αρκετά και σίγουρα το εμπόρευμα θα είχε γυρίσει πίσω. Το λιγότερο που θα μπορούσε να κάνει ο Αγήνορας.
-«Θα πάμε προς τον Μαραθώνα, ή στις Αφίδνες. Δεν μπορούμε αλλού, μόνο εκεί. Όλο κάπου θα βρούμε να μείνουμε… και κάτι πρέπει να φάμε. Πεινάς;»
Η Ελπινίκη κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Πείναγε πια αρκετά. Το λιγοστό φαγητό του πρωινού, δεν θα μπορούσε να την κρατήσει αρκετά ακόμα. Ξανακούνησε το κεφάλι, δίνοντας περισσότερη έμφαση στο «ναι». Είδε τον άντρα να χαμογελάει. Πλησίασε και έπιασε τα μαλλιά της, όσο απαλά μπορούσε. Χάιδεψε και το μωρό στο σχεδόν άτριχο ξανθό του κεφαλάκι. Εκείνο χαμογέλασε κοιτάζοντάς τον κατάματα με τα μεγάλα, εξωπραγματικά θα έλεγε κάποιος, μεγάλα ματάκια του. Ο άντρας προσπάθησε να θυμηθεί πότε έκλαψε το μικρό για τελευταία φορά. «Μωρέ, τι είναι τούτο το παιδί;», σκέφτηκε συνοφρυωμένος.
Έκανε νόημα με το χέρι του στην Ελπινίκη να κάτσει. Σήμανε ησυχία με δάχτυλο του, τεντωμένο μπροστά στα χείλη του. Η γυναίκα βολεύτηκε όπως μπορούσε πιο καλά και πιο ήσυχα κάτω από ένα δέντρο. Κάποιος θάμνος, την έκρυβε από το βλέμμα όποιου περαστικού. Αν και Μεταγειτνιών, τα μάραθα μύριζαν έντονα και από κάπου ερχόταν το γλυκό άρωμα της ρίγανης.
Ο Τελευτίας πήρε το τόξο του και τα βέλη από τον σάκο που είχε δεμένο στο μεγάλο άτι. Χάιδεψε τον Παίωνα και του έδειξε το δρόμο μπροστά. Υπήρχαν πολλά άγρια κατσίκια στο βουνό, ίσως και κανένα γουρούνι. Έπρεπε να κυνηγήσει, να φάνε. Χάθηκε από τα μάτια της γυναίκας πολύ γρήγορα πηδώντας από βράχο σε βράχο με την ικμάδα μικρού παιδιού. Η Ελπινίκη χάρηκε βλέποντας την ευλυγισία του και την αποφασιστικότητά του. Ήξερε μέσα της ότι είχε διαλέξει σωστά.
Δεν είχε περάσει πάνω από μια ώρα, όταν ο μεγάλος σκύλος, φάνηκε στην ανηφόρα. Πιο πίσω ο άντρας με ένα χαμόγελο στο στόμα, σήκωνε ψηλά στον ουρανό έναν αρκετά μεγάλο γκρίζο λαγό, πηγμένο στο αίμα από το βέλος που είχε στις ωμοπλάτες. Η γυναίκα απίθωσε το παιδί κάτω, πάνω σε κάποιο λινό ύφασμα που εν τω μεταξύ είχε φτιάξει σαν κρεβατάκι και πλησίασε. Τον κοίταξε με λιγούρα. Μάζεψε κάποια ξύλα, όσο ο Τελευτίας έγδερνε το θήραμα. Η φωτιά, τους έδωσε μια αίσθηση γλυκιά και οικογενειακή. Μια θαλπωρή μέσα στα βρεγμένα χόρτα του ξέφωτου, αλλά και μια καταπληκτική μυρωδιά από το ψημένο κρέας. Τα στομάχια είχαν αρχίσει να γουργουρίζουν. Κρεμμύδια και ελιές, λίγοι ξηροί καρποί και ψωμί ξερό, μαλακωμένο μέσα σε ανόθευτο κρασί, συμπλήρωσαν το γεύμα. Ένοιωσαν πιο δυνατοί. Η γυναίκα μάσησε λίγο κρέας, το πολτοποίησε και το έδωσε στο μωρό. Εκείνο πάλι χαμογελούσε. Και έτρωγε άπληστα και ασταμάτητα.
-«Μωρέ όρεξη που έχει! Καλά δεν είναι πολύ μικρό για τέτοια τροφή;»
-«Η αλήθεια είναι πως … ναι. Αλλά τι να πω! Όταν το βλέπω να τρώει έτσι… τι να πω, το χαίρομαι το άτιμο, το χαίρομαι! Λες και ήρθε την κατάλληλη στιγμή να μας γεμίσει τις καρδιές με ζέστη. Και είναι τόσο όμορφο!»
-«Ναι, είναι τόσο όμορφο. Απορώ πως το άφησαν έτσι…»
-«Το άφησαν; Λες να το άφησαν;»
-«Και τότε πως βρέθηκε στην αυλή σας, αν δεν το άφησαν όπως λες;»
-«Υπάρχουν και Θεοί Τελευτία, υπάρχουν και Θεοί. Μη το ξεχνάς. Και εκείνοι ξέρουν… υπάρχουν και Θεοί»
Ο άντρας, δεν μπορούσε να εξηγήσει τα λόγια της. Πίστευε στους Θεούς και στην δύναμή τους και στην σοφία τους. Τις κουβέντες της όμως δεν μπορούσε να κατανοήσει. Η Ελπινίκη τώρα έπαιζε με το μικρό ανθρωπάκι, γελώντας και βγάζοντας μικρές, κοφτές, άναρθρες κραυγές. Χτυπούσε τα χεράκια του μωρού και εκείνο γελούσε. Έβαζε το πατουσάκι του ολόκληρο στο στόμα της και εκείνο γελούσε. Το γαργάλαγε στο λαιμουδάκι του και τα πλευρά και εκείνο γελούσε. Τους έβλεπε ο πενηντάχρονος έμπορος και γέλαγε κι αυτός. Είχε ξεχάσει τα πάντα, όλα τα προβλήματα που είχε περάσει στη ζωή του, αλλά και αυτά που θα έρχονταν. Μόνο καταράστηκε την ζήση του, που μέχρι τώρα δεν είχε αυτή την θαλπωρή, αυτή την αγάπη, αυτή την αγνότητα. «Τώρα βαδίζω στα μονοπάτια τα καλά, όσο κι αν είναι πλέον γεμάτα προβλήματα και αναποδιές», σκέφτηκε κοιτώντας την γυναίκα με το παιδί. « Εκεί που ζούσα, όπως ζούσα δεν υπήρχε φως. Τότε και εκεί, πέθαινα σε ένα πέλαγο θλίψης, σκοτεινό χωρίς φως, στο απόλυτο σκοτάδι. Τώρα ακούω δίπλα μου, σιμά μου, γέλια και παιχνίδια με χαρά. Από δυό υπάρξεις που στηρίζονται σε μένα. Κι εγώ, ίσως, σε αυτούς. Κάθε φορά τις ίδιες διαδρομές, περπατούσα αχρείαστος, κοιτώντας επίμονα το χώμα, αμίλητος και ανούσιος. Τριγύρω… τίποτα, όλα άδεια και κενές κουβέντες, εμπορικές υπερβολές και στείρες λέξεις. Πρόσωπα κενά, μάτια κενά, ψυχές κενές. Τώρα δεν είμαι μόνος, έχω κάποιων την έννοια, την φροντίδα. Γύρναγα στο σπίτι, κλείδωνα την πόρτα… έκλαιγα παρέα με το κενό μου. Τώρα θα με περιμένουν τα χαμόγελα, τα γέλια, τα κλάματα, οι κακουχίες. Όλα όσα συνθέτουν αυτό το άπιαστο μέχρι τώρα όνειρό μου… οικογένεια! Και ας μην είναι με την σωστή άποψη οικογένεια, είναι όμως αγάπη…!». Κοίταξε ξανά το μικρό και την Ελπινίκη. Χαμογέλασε. Είδε στα μάτια της γυναίκας κάποια έκφραση που δεν ήθελε να την ξαναδεί, σαν να του έλεγε «ευχαριστώ». Γύρισε το βλέμμα του, στην άλλη μεριά. Στην κορυφή του απέναντι λόφου είδε μια ομάδα ανθρώπων να περπατούν. Πετάχτηκε σαν να τον είχε χτυπήσει κεραυνός. Έτρεξε και έσβησε τη λίγη φωτιά που είχε απομείνει, ρίχνοντας χώμα με το πόδι του. «Φεύγουμε», φώναξε, «φεύγουμε τώρα αμέσως. Κατάρα…»
Μάζεψαν τα λιγοστά πράγματα που είχαν απλώσει στο έδαφος. Έδεσε το μωρό στις πλάτες του και τράβηξε το άλογο από το περασμένο στο λαιμό του, σχοινί. Η Ελπινίκη, σε δευτερόλεπτα, ήταν έτοιμη και ακολουθούσε.
-«Τώρα πια, μόνο προς Μαραθώνα μπορούμε να πάμε. Ελπίζω εκεί στα έλη, να σταματήσουν να μας ακολουθούν. Μόνο που θέλει προσοχή, έτσι;»
Η γυναίκα κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Αν και ήταν αγχωμένη με την εμφάνιση αυτής της ομάδας πάνω στο βουνό, παρ’ όλα αυτά, ένοιωθε μια χαρά και μια σιγουριά, ακολουθώντας τον Τελευτία. Τα δυνατά πόδια του, οι τεντωμένοι μυς του, αλλά και οι μεγάλες του πλάτες, την σαγήνεψαν για άλλη μια φορά. Άλλαξε ώμο στον μπόγο που είχε κρεμασμένο και χαμογέλασε με τις σκέψεις της.
Είχε νυχτώσει για τα καλά, όταν το πρώτο φως του χωριού φάνηκε μπροστά τους μετά το πέρασμα του λόφου των νεράιδων. Ο άντρας σταμάτησε και της έδειξε κάποια σπίτια στην πεδιάδα μπροστά τους.
-«Αυτός είναι ο Μαραθώνας. Δηλαδή το χωριό του Μαραθώνα. Βλέπεις εκεί κάτω μια μεγάλη πεδιάδα; Βλέπεις και μια μαυρίλα, … εκεί… στη δύση; Αυτά είναι τα περιβόητα έλη της περιοχής… έχουν πνιγεί πολλοί άνθρωποι εκεί. Πολλοί που νόμιζαν ότι ήξεραν καλύτερα… φαντάσου τώρα τι κουνούπι υπάρχει το καλοκαίρι! Λες και είναι καταραμένος τόπος. Αλλά και βλογημένος συνάμα! Πολύ πλούσια γη, με μεγάλα χωράφια. Και βγάζει τα πάντα»
-«Η κατάρα και η ευχή μαζί. Έτσι; Σαν τα νομίσματα, από τη μια η γλαυξ και από την άλλη… Κάπως έτσι δεν είναι και όλα τα πράγματα στη ζωή;»
Ο Τελευτίας συμφώνησε με τα λόγια της. Η μόρφωσή της ήταν γνωστή και δεν περίμενε από κείνη κάτι λιγότερο από μια βαθιά απάντηση. Την αγκάλιασε από τους ώμους και την έσφιξε πάνω του. Ένοιωσε καλά. Και εκείνη ένοιωσε όμορφα. Και επιτέλους ακούστηκε το κλάμα του μωρού.
-«Μπα, κλαίει; Μα τους Θεούς… είναι η δεύτερη ή η τρίτη φορά που ακούω το κλάμα του!»
-«Θα πεινάει… πέρασαν ώρες που είναι νηστικό». Πήρε το μικρό από τις πλάτες του άντρα. Σήκωσε το ιμάτιό της, καθάρισε με το χέρι την μαύρη της ρόγα και το άφησε να ξεγελαστεί με τον θηλασμό, μέχρι ο σύντροφός της να ετοιμάσει κάτι. Γάλα δεν είχε, αλλά και το αγγελούδι, δεν διαμαρτυρήθηκε.
Ξαπόστασαν για λίγο, έφαγαν για να έχουν δυνάμεις και σηκώθηκαν να κατέβουν το υπόλοιπο του λόφου. Πέρασαν δίπλα από κάποιο χορταριασμένο ναό, της εξήγησε ότι ήταν αφιερωμένος στον Πάνα, μπήκαν στο μικρό δασάκι που τους χώριζε από την πεδιάδα. Τα βράχια ήταν σκληρά και το χώμα λιγοστό τώρα. Πιο πολλές οι πέτρες, που τους πόναγαν τα πόδια. Η Ελπινίκη δεν διαμαρτυρήθηκε ακόμα κι όταν το αίμα άρχισε να βάφει τα δερμάτινα υποδήματά της.
-«Πρέπει να βρούμε κάπου να περάσουμε την νύχτα. Καταλαβαίνεις ότι δεν μπορούμε να ζητήσουμε βοήθεια από κανένα, γιατί θα κάνουμε γνωστή την παρουσία μας. Ας δούμε τι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε. Κάποια στάνη άδεια ή κανένα μακρινό υποστατικό»
Προχώρησαν προς την Δύση, εκεί που τα έλη θα έκαναν την παρουσία των ανθρώπων μικρότερη. Προχωρούσαν με κόπο και κάθε λίγο το άλογο, τίναζε το κεφάλι, διαμαρτυρόμενο. Ο Παίωνας, προσπαθούσε να ξεκολλήσει από τα νερά και τις λάσπες, ενώ οι άνθρωποι στηριζόμενοι σε δυο μεγάλα κλαδιά, με δυσκολία πάταγαν σε στέρεο έδαφος.
Οι Θεοί κάποια στιγμή τους χαμογέλασαν! Ένα μικρό σχεδόν ετοιμόρροπο κτίσμα έστεκε μπροστά τους θεοσκότεινο και θλιβερό. Για κείνους όμως φάνταζε παλάτι. Ο Τελευτίας μπήκε μέσα και έψαξε τους χώρους, δίνοντας το μωρό στην ζεστή αγκαλιά της γυναίκας. Δυο χώροι ξεχωριστοί, ο ένας γεμάτος άχυρα που μάλλον φιλοξενούσε ζώα, ήταν στεγνός και σχετικά άνετος. Εκεί αποφάσισε να στρώσουν τα δέρματα για την νύχτα. Επειδή φαινόταν εγκαταλελειμμένο καιρό, έψαξε ανάμεσα στα άχυρα και στους ξύλινους τοίχους για φίδια και σκορπιούς. Δεν βρήκε, εκτός από ένα μικρό μαύρο σκορπιό σε κάποια γωνιά. Τον σκότωσε και προσπάθησε να ανάψει φωτιά. Θα κρατούσε οτιδήποτε ανεπιθύμητο μακριά.  Η Ελπινίκη φρόντισε τον μικρό της άγγελο και κάθισε κατάχαμα κοντά του. Με ένα πανί, σκούπισε τα λασπωμένα του πόδια. Αυτό τον έκανε να νοιώσει καλά και μια γλυκιά ανατριχίλα ανέβηκε στην σπονδυλική του στήλη. Έκλεισε τα μάτια, προσπαθώντας να σκεφτεί, αναλογιζόμενος αν αυτό είναι η ευτυχία. Η γυναίκα έφερε ένα πήλινο με νερό, από κάποια πηγή που έρεε κοντά στο «σπίτι».
-«Τουλάχιστον δεν θα πεθάνουμε από δίψα», της είπε σε μια προσπάθεια να την κάνει να χαμογελάσει. Και τα κατάφερε!
-«Από τίποτα δεν θα πεθάνουμε», του απάντησε. «Είμαστε γεροί και δυνατοί. Και είμαστε μαζί! Γιατί θέλουμε να είμαστε μαζί!»
Την κοίταξε. Είχε βρέξει τώρα το πανί της και του έτριβε τις ξεραμένες λάσπες στα πόδια. Έκλεισε πάλι τα μάτια, προσπαθώντας να αιχμαλωτίσει την σκηνή. Σε λίγο το χέρι της ανέβηκε στους μηρούς του. Εκείνος δεν διαμαρτυρήθηκε, ούτε και όταν άγγιξε τον ανδρισμό του. Το περίμενε! Κάποια στιγμή ένοιωσε ζεστασιά και υγρασία στο «μόριό» του. Όταν την κοίταξε είδε το πρόσωπό χωμένο στα σκέλια του και την ηδονή σαν κύμα της θάλασσας να τον παρασέρνει σε πελάγη μακρινά και Θεϊκά. Έκαναν έρωτα σαν την πρώτη φορά. Δεν μπορούσε να χορτάσει το σώμα της, δεν μπορούσε να χορτάσει την δύναμή του! Κοιμήθηκε πάνω στο στήθος του, γυμνή και ήρεμη σαν το μωρό παραδίπλα. Μια αχτίνα του ήλιου έκαψε το πρόσωπό του και τον ξύπνησε. Δεν κουνήθηκε για να την κρατήσει και άλλο πάνω του. Ευχήθηκε να μην τελειώσει ποτέ αυτή η στιγμή!

Παρασκευή 10 Οκτωβρίου 2014

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12
Η αναιμική ψιχάλα, είχε αρχίσει να γίνεται πιο σκληρή και δυνατή. Έμοιαζε πιο πολύ με βροχή τώρα. Ο Τελευτίας ήξερε, βλέποντας τα σύννεφα ότι θα εξελισσόταν  σε καταιγίδα. Γνώριζε τις Αττικές καταιγίδες, που η σφοδρότητά τους, αλλά και η διάρκεια που είχαν ήταν ονομαστές. Έβγαλε ένα σκέπασμα από τον σάκο του αλόγου και σκέπασε το ζωντανό, από τα καπούλια μέχρι το κεφάλι. Εκείνο τίναξε την χαίτη, σαν να έλεγε ευχαριστώ και συνέχισε να μασουλάει το βρεγμένο χορτάρι. Ο άντρας τράβηξε κοντά του τον Παίωνα. Κάθισε ξανά στη ρίζα του πλάτανου, φόρεσε τον πέτασο και προσπάθησε να διαλέξει μια θέση που να την καλύπτουν όσα περισσότερα φύλλα. Κάποια αστραπή κοντά στους λόφους, έκανε το μεγάλο άτι να χλιμιντρίσει ανήσυχο. Κάθε σταγόνα βροχής, έφτιαχνε μια μικρή λακουβίτσα στο χώμα. Σε λίγο, το χώμα άρχισε να κυλάει, παρασέρνοντας φύλλα και ρίζες, σκουπίδια και μικρές πέτρες, χόρτα και ξύλα. Ο ταξιδιώτης ξανακοίταξε τον ουρανό. Το μαύρο του, έκανε την μέρα να μοιάζει με νύχτα, τα σύννεφα είχαν χάσει το φημισμένο τους λευκό και έμοιαζαν με ρακένδυτους ζητιάνους που σέρνονταν από βουνό σε βουνό.
Τώρα ο Δίας είχε εξαπολύσει τα άρματα της βροχής, τα κεραύνια βέλη του χτυπούσαν τα βουνά και την πεδιάδα. Όλα είχαν σκοτεινιάσει πια. Κοίταξε στο βάθος του ορίζοντα, προς τον προορισμό του. Το όρος Βριλησσός, (Πεντέλη), ούτε που φαινόταν! Χαμογέλασε γιατί ήξερε τι είχε να τραβήξει. Έφαγε το υπόλοιπο από το ψωμί του και αποφάσισε να περιμένει λίγο να κοπάσει η θεομηνία. Έπιασε κρύος αέρας και τον ανάγκασε να σκεπαστεί με ένα δέρμα προβάτου, που κρατούσε και την βροχή μακριά από το χιτώνιό του. Άλλαξε τα σανδάλια που φορούσε με δερμάτινα υποδήματα που του έφταναν μέχρι τη μέση της γάμπας. Βολεύτηκε όσο καλύτερα μπορούσε. Δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει, έξω από το να περιμένει. Και μπορεί να περίμενε αρκετά…
Το μυαλό του χαλάρωσε. Αλλά αυτό το χαλάρωμα έμελλε να του γίνει πόνος. Το όραμα της γυναίκας, ξανάρθε μπροστά του. Κούνησε το κεφάλι… την είδε να κρατάει το μικρό ανθρωπάκι στην αγκαλιά της και να προσπαθεί να τον φτάσει. «Άτιμο κεφάλι», μουρμούρισε, «ότι θέλεις κάνεις». Η γυναίκα τον πλησίασε κι άλλο. Φορούσε μια μακριά κάπα και είχε σηκώσει την κουκούλα να σκεπάσει το κεφάλι της. Τα μαλλιά της είχαν πέσει μουσκεμένα μπροστά στο πρόσωπό της, και τα πόδια της ήταν γεμάτα λάσπες. Ο Τελευτίας χτύπησε με την παλάμη το κεφάλι του, να σταματήσει το όνειρο. Έκλεισε τα μάτια να διώξει το όραμα. Σφίχτηκε τόσο που οι φλέβες του στο λαιμό πρήστηκαν. Το άγγιγμα στον ώμο όμως δεν ήταν της φαντασίας του. Το πρόσωπο του «οράματος», δεν διακρινόταν καθαρά. Η κουκούλα σχεδόν το έκρυβε. Το μωρό στην αγκαλιά, ήταν κουκουλωμένο κι αυτό , μόνο το ένα του χεράκι φαινόταν. Ο Τελευτίας δεν ήξερε τι πίστευε. «Δεν είναι όνειρο», αναλογίστηκε. «Δεν μπορεί να κοιμάμαι όρθιος!». Έπιασε το χέρι της. Ήταν από σάρκα. Και κρύο από την βροχή και τον αέρα.
-«Εσύ!», της είπε στο τέλος.
Η οπτασία του χαμογέλασε. Έσκυψε κοντά του, βρέχοντάς τον με το νερό που κυλούσε από πάνω της.
-«Εγώ. Δεν με περίμενες; Τόσο λίγο νομίζεις πιστεύω αυτά που σου έλεγα; Ή έχεις την εντύπωση ότι θα μπορούσα να ζήσω μ’ εκείνον; Ή το παιδί; Τι κι αν δεν είναι δικό μου, μωρό είναι…»
-«Αναλογίζεσαι τι έχεις κάνει; Σκέφτεσαι καθόλου τις συνέπειες της πράξης σου; Θεοί … αν είναι δυνατόν! Λυτοί και δεμένοι θα έχουν ξαποληθεί τώρα πίσω σου να σε βρουν. Κι εσένα κι εμένα. Γιατί λογικά ο Αγήνορας θα υπέθεσε, ότι είσαι μαζί μου. Ω, Θεοί!!!»
Η γυναίκα χαμογέλασε και κάθισε δίπλα του, πάνω σε μια αρκετά μεγάλη πέτρα. Τύλιξε το μωρό όσο πιο καλά μπορούσε, ίσιωσε το χοντρό της πανωφόρι και κοίταξε τα υποδήματά της. Δεν γύρισε το βλέμμα της σε εκείνον.
-«Δεν με θέλεις; Δεν θέλεις να έρθω μαζί σου; Δεν έχω τίποτα άλλο στον κόσμο, έξω από σένα κι ας γνωρίζω τόσο λίγο. Κι ας σε έχω δει μόνο κάποιες φορές στη ζωή μου. Γνωρίζω όμως τι άνθρωπος είσαι! Θα με αφήσεις μόνη μου;»
-«Έχεις καταλάβει τι νοιώθω για σένα. Για να κάνουμε ότι κάναμε, … πρέπει να ξέρεις. Όμως…»
-«Δεν μπορώ πια να γυρίσω πίσω. Και δεν μπορώ και δεν θέλω. Το μόνο που επιθυμώ είναι να βρίσκομαι κοντά σου, μαζί σου, δίπλα σου. Με όλες τις συνέπειες αυτής μου της κίνησης»
Ο Τελευτίας δεν ήξερε πια τι να πει. Είναι μια από τις στιγμές που θέλεις τόσα πολλά να πεις, τόσα πολλά που στο τέλος καταντάς ανίκανος να μιλήσεις. Κοίταξε τον ουρανό τώρα που η καταιγίδα είχε ξεσπάσει. Η ορατότητα από το πολύ νερό, είχε περιοριστεί στα πέντε μέτρα. Ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να αποφύγει την γυναίκα. Και το μωρό της. Άλλο κι αυτό πάλι! Θα φορτωνότανε ,μια γυναίκα που δεν ήταν δική του και ένα παιδί που κι αυτό δεν ήταν δικό του, αλλά ούτε και δικό της. Γύρισε το βλέμμα προς τα βουνά. Δεν φαινόταν σχεδόν τίποτα, εκτός από κάποιες αμυδρές γαλάζιες σκιές στον ορίζοντα. Της έδωσε λίγο ψωμί και μερικές ελιές. Έβγαλε και λίγο κατσικίσιο γάλα από ένα παγούρι για το μικρό. Εκείνη έφαγε με βουλιμία. Για να φύγει γρήγορα από το σπίτι της, δεν είχε πάρει τίποτα μαζί της. Το νερό δυνάμωνε και οι αστραπές τώρα ήταν συνεχόμενες. Κάποιο δέντρο παραδίπλα, δέχτηκε την επίθεση ενός κεραυνού και έκανε να πάρει φωτιά, όμως η δυνατή βροχή δεν το επέτρεψε. Όλα είχαν κριθεί πια και ο άντρας το καταλάβαινε.
-«Πρέπει να φύγουμε τώρα. Όσο κρατάει η καταιγίδα. Θα είναι πιο δύσκολο να μας ακολουθήσουν, έτσι θα έχουμε κάποιο πλεονέκτημα…»
Η Ελπινίκη τον κοίταξε στα μάτια. «Ευχαριστώ», του είπε και έκανε να σηκωθεί, μα τα πόδια της την πρόδωσαν. Ήταν κουρασμένη. Με την δεύτερη προσπάθεια τα κατάφερε. Φοβήθηκε μη το αντιληφθεί ο Τελευτίας. Δεν είχε λόγο να τον κάνει να μετανιώσει πιο πολύ. Ήξερε τι του φόρτωνε και έφτανε αυτό. Έδεσε το παιδί στον κόρφο της, προσπάθησε να το σκεπάσει όσο πιο πολύ μπορούσε, να το προστατέψει από την βροχή. Σήκωσε την κουκούλα της κάπας της και στάθηκε όρθια και ακίνητη. Τα μάτια της έλαμπαν πάλι, με μια καινούργια όμως λάμψη. Την λάμψη που έχουν τα μάτια των καλλιτεχνών όταν αρχίζουν νέο έργο, των φιλοσόφων όταν βρίσκουν απαντήσεις και των ταξιδιωτών όταν αρχίζουν το ταξίδι για τον πόθο τους. Ο έμπορος είχε ήδη τραβήξει το άλογο και με την παρέα του Παίωνα, τσαλαβουτούσε στα νερά του μονοπατιού, αρκετά μέτρα μπροστά. Τον ακολούθησε, προσπαθώντας να κρατήσει την ισορροπία της μες τις λάσπες. Σε λίγο δεν φαίνονταν, η απόσταση και η βροχή είχαν εξαφανίσει τις σιλουέτες τους.
Ο δρόμος αποδείχτηκε πολύ δύσκολος με τόσο νερό. Γλίστραγαν κάθε δυό βήματα, ακόμα και το μεγάλο άτι, έδειχνε να υποφέρει. Πολλές φορές το μονοπάτι χανόταν από τα μάτια τους, για να παρουσιαστεί απρόσμενα και εντελώς ξαφνικά μερικά από κάμποσα μέτρα. Η Ελπινίκη είχε δώσει το μωρό στον σύντροφό της, φοβούμενη μια πτώση και κράταγε το σχοινί που ήταν περασμένο γύρω από τον λαιμό του αλόγου. Έτσι και στηριζότανε και δεν ανησυχούσε για το μικρό της ανθρωπάκι. Κάπου – κάπου ο Τελευτίας, την κράταγε από το μπράτσο. Ήταν δυνατός άντρας και μπορούσε να την βοηθάει όποτε χρειαζόταν, να κρατάει το μωρό, είχε προνοήσει βέβαια να το δέσει από το λαιμό του, αλλά και να ανοίγει τον δρόμο μέσα από τα χόρτα και τα δέντρα των βουνών.
Έφτασαν κάποια στιγμή σε ένα ξέφωτο, αρκετά μικρό να μην φαίνεται από μακριά. Ο άντρας ένιωσε ασφαλής. Ήξερε ότι ο Αγήνορας θα ήταν στο κατόπι του. Σάρωσε μα τα μάτια το τοπίο. Η βροχή είχε σχεδόν σταματήσει και τώρα ο ουρανός έδειχνε το γαλάζιο του, αφήνοντας τον ήλιο να στεγνώσει το χώμα. Η ανάγκη για ξεκούραση τον έκανε να σταματήσει κάτω από ένα μεγάλο πεύκο. Πιο δίπλα μια μικρή πηγή, κυλούσε τα παγωμένα της νερά μέσα σε ένα μικρό ρυάκι. Ο Τελευτίας έσκυψε και ήπιε νερό. Παραδόξως, με τόση βροχή, ανακάλυψε ότι διψούσε πολύ. Έκανε νόημα στη γυναίκα να πιεί και εκείνη. Δεν μιλούσαν, συνεννοήθηκαν με τα μάτια και τις κινήσεις του κεφαλιού. Μετά της έδωσε το μωρό, έβγαλε ένα φλασκί από το μεγάλο πάκο που είχε δεμένο στο άλογο. Είχε κι άλλο γάλα μαζί του. Έλπιζε να βρουν κάπου λίγο κατσικίσιο. Η Ελπινίκη, μάσησε λίγο ψωμί, το πολτοποίησε και συμπλήρωσε το γεύμα του μικρού. Εκείνο, παράξενο, αλλά δεν είχε κλάψει σε όλη τη διαδρομή κι ας έπεφταν αστραπές και ας έβρεχε κι ας γλίστραγε η γυναίκα που το κράταγε αλλά και ο Τελευτίας. Έδειχνε πραγματικά ατάραχο. Το πρόσεξε ο άντρας και συνοφρυώθηκε κοιτάζοντάς το. Θα μπορούσε, αν ήταν μεγαλύτερο και καταλάβαινε, να το πει … ατρόμητο.
«Να λοιπόν που θα μας βγει Ηρακλής», σκέφτηκε και δεν μπόρεσε να μην χαμογελάσει. Συνειδητοποίησε, ότι δεν είχαν μιλήσει με την Ελπινίκη, όσες ώρες ταξίδευαν. Ούτε αυτός αλλά ούτε και εκείνη του είχε απευθύνει έστω και μια φορά τον λόγο. Ήταν υπάκουη και προσπαθούσε να μην γίνεται και άλλο βάρος. «Ίσως είναι καλύτερα έτσι», σκέφτηκε, «δείχνει όμως αγάπη για μένα, ή τρομερή επιθυμία να φύγει από τον Αγήνορα;». Την κοίταξε καλύτερα. Είχε τα μάτια της καρφωμένα στο μωρό που κρατούσε στην αγκαλιά της και προσπαθούσε να τελειώσει ένα κομμάτι τυρί που της είχε δώσει. Ένοιωσε να φουντώνει η επιθυμία μέσα του. Όχι σεξουαλική, αλλά μια γλυκιά ερωτική, αυτή που σε κάνει να θέλεις να αγκαλιάσεις και φιλήσεις κάποιον. Τίναξε το κεφάλι του για να διώξει τις σκέψεις αυτές. Κάθισε απέναντί της και ακούμπησε σκυφτός τους βραχίονες πάνω στους μηρούς του.
-«Ξέρεις σε τι κατάσταση είμαστε; Ξέρεις τι μπορεί να κάνει ο άντρας σου αν μας βρει, αν μας πιάσει;»
Εκείνη κούνησε το κεφάλι καταφατικά. Ήθελε να του πει ευχαριστώ και ότι λυπόταν που τον έβαλε σε τέτοιο κίνδυνο, αλλά προτίμησε να παραμείνει σιωπηλή. Τι σημασία θα είχε αν του το έλεγε με λόγια; Τι θα άλλαζε; Η μήπως δεν καταλάβαινε τι υποχρέωση του είχε τώρα πια. Ήξερε, ότι και αυτός την αγαπούσε, το είχε δείξει όταν «βρέθηκαν» στο στάβλο και όταν την κοίταζε τόσο επίμονα. Και όταν κάποιος αγαπάει, τότε και δέχεται αυτά, αλλά και θα έλεγε γελοίο και περιττό το «ευχαριστώ» της.
-«Πρέπει να ξεχάσω την Φλύα πια. Ξέρει που μένω, εκεί θα έρθει πρώτα να σε βρε». Σήκωσε το κεφάλι του και οσμίστηκε τον αέρα. «Μην ξεχνάς, ότι για μια γυναίκα έγινε ένας πόλεμος. Ένας ολόκληρος πόλεμος! Στην Τροία!», γέλασε και άφησε μια βαθιά ανάσα. Με τα δάχτυλα χάιδεψε το μικρό αγαλματίδιο της θεάς. «Και ήθελα να πάω για το τάμα!!! Και κλέβω την γυναίκα φίλου μου! Τέλος πάντων. Ας δούμε τώρα τι θα γίνει».
Γύρισε το βλέμμα στην γυναίκα. Η στάση της δεν είχε αλλάξει. Το μωρό όμως τον κοίταγε γελώντας άηχα. Είχε σηκώσει το χεράκι του προς το μέρος του και ανοιγόκλεινε την παλάμη, σαν να του έλεγε να το πάρει αγκαλιά.
-«Κάτσε εκεί μικρή σαύρα. Καλά είναι εκεί, έχεις αγκαλιά ζεστή και … αγαπησιάρα…». Αυτό το τελευταίο το είπε πιο πολύ για τον εαυτό του και για να το ακούσει η Ελπινίκη.

Πέμπτη 9 Οκτωβρίου 2014


Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11
Ο Τελευτίας έπεσε πολύ κουρασμένος για ύπνο. Αρκετά νωρίς, αρνούμενος το δείπνο. Δεν πείναγε (;), ή ίσως δεν ήθελε να ξανασυναντήσει την Ελπινίκη. Έτσι κι αλλιώς, το ξημέρωμα θα έφευγε, πριν ακόμα ξυπνήσει κανείς τους από το σπίτι. Μόνο οι δούλοι θα τον έβλεπαν, αλλά επειδή ήξεραν για το ταξίδι του, θα έκαναν όλες τις ετοιμασίες ήσυχα. Κοίταξε το μεγάλο του άτι, το χάιδεψε, έξυσε στα αυτιά και το στήθος τον Παίωνα και ξάπλωσε πάνω στα ζεστά άχυρα. Έριξε μια ματιά προς το σπίτι, από το άνοιγμα του στάβλου. Τα φώτα ήταν ακόμα ζωηρά και κάποιος λύχνος προχωρούσε από τον πρόδρομο του σπιτιού προς την παστάδα (νυφικό δωμάτιο) και το μέρος της κουζίνας.
«Κάποιος δούλος θα είναι», σκέφτηκε με μελαγχολία, «εκείνη θα κάθεται με τον άντρα της και θα μιλάνε. Ίσως να λένε και για μένα». Έκλεισε τα μάτια, αλλά δεν μπορούσε να ησυχάσει. Το μυαλό του ταξίδευε, έκανε εικόνες, έπλαθε καταστάσεις,… φλεγόταν. Ο Παίωνας ανασηκώθηκε νοιώθοντας την ανησυχία του αφεντικού του. Έχωσε την μουσούδα στα πλευρά. Έμεινε ακίνητος. Και η ώρα πέρναγε. Ο ύπνος δεν ερχόταν, μόνο σκιές που χόρευαν στον ξύλινο τοίχο και το αιώνιο μασούλημα των αλόγων.
Ανακάθισε. Έσφιξε με τα μπράτσα του τα λυγισμένα πόδια, στα γόνατα. Έβγαλε από το ιμάτιο το μικρό αγαλματίδιο της Άρτεμης. Το έτριψε πάνω στο στήθος και έκλεισε τα μάτια προσευχόμενος. Λίγο ύπνο ήθελε, λίγο ατάραχο ύπνο. Μάταια! Κοίταξε ξανά προς το σπίτι. Υπολόγιζε τις κινήσεις των ανθρώπων. Έβλεπε με το νου, τον Αγήνορα να ρεύεται, την γυναίκα του να τον κοιτάζει με εκείνο το σοβαρό της ύφος, τους υπηρέτες να τρέχουν στην κουζίνα και τους δυό νεαρούς γιους του φίλου του, να στέκονται στην άκρη του τραπεζιού, αμίλητοι και ακούνητοι. «Έβλεπε» την Ελπινίκη να κοιτάζει προς την μεριά του στάβλου και ασυναίσθητα ίσιωσε το ιμάτιό του. Χαμογέλασε όταν συνειδητοποίησε την χαζομάρα του. Ξάπλωσε πάλι. Ξαναχάιδεψε τον μεγάλο μαύρο του σκύλο. Έκλεισε τα μάτια. Επιτέλους ο ευεργέτης Μορφέας, τον καταδέχτηκε. Στο σπίτι, τα λυχνάρια είχαν αρχίσει να σβήνουν. Ένα έμενε μόνο αναμμένο, ένα που όλο το βράδυ θα φώτιζε με το λιγοστό του φως ή πιο σωστά, θα γινόταν ο μοναδικός μάρτυρας γεγονότων. Το φεγγάρι ήταν ολοστρόγγυλο, κόκκινο και θολό, σημάδι ότι ερχόταν αέρας.
Ο Τελευτίας γύρισε πλευρό. Το χέρι του χτύπησε στο χώμα. Δεν είχε ακόμα ξημερώσει, αλλά κάτι μέσα του, μετρούσε λες τον χρόνο μέχρι την αναχώρησή του. Δεν κατάλαβε την σκιά που άρχισε να ζωγραφίζεται από το σεληνόφως στο έδαφος και να προχωράει πάνω στα σκεπάσματά του. Δεν ένοιωσε ούτε την κοφτή ανάσα που πλησίαζε. Ούτε ο Παίωνας όμως αντέδρασε, μόνο σήκωσε το κεφάλι για μια στιγμή και ξαναλούφαξε. Η σκιά, γονάτισε πίσω από την γυρισμένη πλάτη του. Ο άντρα τώρα είχε καταλάβει. Άνοιξε τα μάτια, αλλά δεν γύρισε προς την παρουσία. Περίμενε. Ο ψίθυρος που έφτασε στα αυτιά του τον αναστάτωσε:
-«Κοιμάσαι; Πες μου…»
Ένα χέρι ακούμπησε πάνω στον ώμο του. Η μυρωδιά που του ήρθε στα ρουθούνια τον είχε κάνει ανάστατο. Το θρόισμα του χιτώνα, ακουγόταν θεϊκός ήχος στα αυτιά του. Σήκωσε το χέρι να δείξει ότι ήταν ξύπνιος, αφού φοβόταν ότι η φωνή του θα τον πρόδιδε, δεν θα έβγαινε από το στόμα. Και τα δυό χέρια της σκιάς, ήταν τώρα πάνω στο σώμα του. Το ένα χάιδευε την πλάτη και το άλλο το πόδι του. Γύρισε. Το πρόσωπο της Ελπινίκης, έλαμπε μες το σκοτάδι του στάβλου. Τα μάτια της είχαν μισοκλείσει και γυάλιζαν στην ελάχιστη φωτεινότητα του φεγγαριού. Τέντωσε τον δείκτη του χεριού της, μπροστά στα χείλη του, προτρέποντάς τον να κάνει ησυχία. Καβάλησε πάνω στο στήθος του. Έσκυψε. Τον φίλησε με κάψα. Έτρεμε. Η γλώσσα της εισέβαλλε απρόσκλητη στο στόμα του άντρα και περιπλανήθηκε στον ουρανίσκο του και πάνω στα δόντια, ενώ θαρραλέα αντιμετώπισε την δική του γλώσσα. Προσπαθούσε να πιεί το σάλιο του, να γευτεί το δικό του νέκταρ. Εκείνος άπλωσε τα χέρια σε μια προσπάθεια να την σταματήσει. Ήθελε; Μπορούσε; Αντ’ αυτού, την αγκάλιασε από τους ώμους. Τα χέρια του κατέβηκαν στο στήθος, αυτό το στήθος που τον τυραννούσε και κυριαρχούσε στον εγκέφαλό του, αυτές τις μέρες. Της κατέβασε το χιτώνιο μέχρι τη μέση της. «Χούφτωσε» το αντικείμενο του πόθου, στην αρχή βίαια, μετά όμως με απαλότητα, φοβούμενος μην σπάσει το λεπτεπίλεπτο «θαύμα» που κρατούσε. Την ξαναφίλησε στο στόμα. Τα χείλη του ταξίδεψαν στην κοιλιά της, στο στήθος, στους μαστούς, στους ώμους. Έκανε πολύ ώρα να γευτεί τον ιδρώτα της από τον λαιμό. Η γυναίκα είχε κλείσει τα μάτια και απογειωνότανε στην εκδήλωση της επιθυμίας του. Τώρα οι Θεοί, ήταν δίπλα της, ίσως και κάτω της. Τώρα Θεός, ήταν μόνο ο άντρας που μοιραζόταν την χαρά της και τον πόθο της. Έβαλε το χέρι και ανασήκωσε το χιτώνιό του, χάιδεψε τους μηρούς του, ανατρίχιασε στην επαφή με τον «αντρισμό» του. Τον έβαλε στα σωθικά της. Σωθικά που φλέγονταν και είχαν πλημμυρίσει με το «θέλω» της. Κανείς τους δεν κατάλαβε πόση ώρα είχε περάσει. Βαριανάσαιναν ξαπλωμένοι δίπλα – δίπλα πάνω στα άχυρα. Απ’ έξω η απόλυτη σιωπή τους έδινε την αίσθηση της ασφάλειας. Κανένα φως, εκτός από το φεγγάρι και το μικρό λύχνο στην κουζίνα του σπιτιού. Εκείνη γυμνή, δεν ντρεπόταν πια τίποτα. Σκούπισε τον «χυμό» του άντρα από την κοιλιά της με ένα κουρέλι και γύρισε να τον φιλήσει.
-«Πάρε με μαζί σου», του είπε κοιτάζοντάς τον κατευθείαν στα μάτια.
-«Δεν μπορώ», ακούστηκε η φωνή του άντρα λυπημένη. «Ξέρεις πως είναι η ζωή του ταξιδιώτη; Ξέρεις! Πουθενά σπίτι, πουθενά τόπος να σταθείς. Δεν υπάρχει δρόμος που να περπατιέται δεύτερη φορά. Και κίνδυνος παντού. Ακόμα και μέσα στο στήθος». Δεν πίστευε στα λόγια που της έλεγε. Δεν πίστευε ότι θα είχε λόγια γενικότερα, να την απορρίψει. Την ήθελε τόσο! Κι όμως, είπε ότι έπρεπε να πει. «Τον άντρα σου τον σκέφτηκες; Αναλογίστηκες ότι εκτός από συνεργάτης μου είναι και φίλος; Ξέρεις ότι και αυτό που κάναμε, ήταν υπερβολική προδοσία; Ότι και να είναι ο Αγήνορας, πιστεύεις ότι κάτι τέτοιο του αξίζει;»
Η Ελπινίκη, δεν απάντησε. Είχε ακουμπήσει το κεφάλι στο στήθος του και τον άκουγε. Ίσως και να περίμενε αυτή την αντίδραση του άντρα. Ξάπλωσε :
-«Αν σου πω πως σ’ αγαπάω; Μπορεί να σου αλλάξω γνώμη;»
-«Δεν είναι θέμα γνώμης. Είναι μόνο ηθική. Είναι το σωστό. Και έτσι πρέπει να γίνει»
Η γυναίκα δεν είπε άλλη κουβέντα. Στύλωσε το βλέμμα στην οροφή, ή όσο φαινόταν από την οροφή μέσα στο σκοτάδι και έκλαψε. Αυτή η δυνατή, λύγιζε!
-«Μπορώ τουλάχιστον να μείνω για λίγο ακόμα μαζί σου; Μέχρι να ξημερώσει; Έτσι να σε χαρώ λίγο;». Η φωνή της ακούστηκε σαν ικεσία. «Σε θέλω ακόμα, δεν σε χόρτασα»
Ξαναέκαναν έρωτα, με την ίδια ορμή και την ίδια κάψα της πρώτης φοράς. Λες και γνωρίζονταν εκ νέου. Τώρα πια δεν υπήρχαν τα χέρια της και τα χέρια του, το σώμα της και το σώμα του, η ανάσα της και η ανάσα του. Όλα είχαν γίνει ένα. Ένα, που θα έμενε στη θύμησή τους για πάντα.
Ο ήλιος είχε αρχίσει να ξεπροβάλλει από το βάθος του ορίζοντα. Η Ελπινίκη, έδωσε ένα τελευταίο φιλί, που προσπάθησε να το καθυστερήσει όσο πιο πολύ μπορούσε. Σηκώθηκε. Οι πρώτοι θόρυβοι από το σπίτι ακούγονταν. Το κλάμα του μωρού, μπορεί να πρόδιδε την απουσία της. Δεν έπρεπε όσο ο Τελευτίας ήταν ακόμη εκεί. Τον κοίταξε για τελευταία φορά και γύρισε. Απομακρύνθηκε με αργά βήματα. Κάποια σταγόνα βροχής, έπεσε στο πρόσωπό της. Κοίταξε τον ουρανό. Τα σύννεφα είχαν μαζευτεί μαύρα. Απειλητικά. Ο αέρας μύριζε βροχή, υγρασία,… λύτρωση.
Στα μάτια του άντρα, η σιλουέτα που απομακρυνόταν έμοιαζε με την Άρτεμη σε κάποιο αγρό. Ο Τελευτίας δεν άφησε την ώρα να περάσει. Πήγε και ετοίμασε το μεγάλο άλογό του. Δεν ήθελε ούτε να πλυθεί. Το οδήγησε έξω από τον στάβλο. Ο Παίωνας ακολούθησε με το βαρύ του βήμα. Η γυναίκα είχε πια μπει μέσα στο σπίτι. Εκείνος όμως επέμενε να περπατάει με το βλέμμα προς το μέρος της. Ήξερε ότι δεν έπρεπε να την ξαναδεί… δεν το άντεχε. Αποφάσισε να τερματίσει και την συνεργασία του με τον Αγήνορα. Δεν μπορούσε να γίνει αλλιώς!
Το μονοπάτι ανηφόριζε σαν μεγάλο φίδι στην πλαγιά του λόφου. Τα αγριόχορτα, μαραμένα, υποκλίνονταν μπροστά του. Το μεγάλο άλογο, φορτωμένο, δεν έχανε την ευκαιρία να αρπάξει κάποιο. Ο άντρας στάθηκε. Ακούμπησε το δισάκι του στο έδαφος, κάθισε κάτω από ένα μεγάλο πλατάνι και έβγαλε ένα κομμάτι ψωμί. Το έφαγε ανόρεχτα. Θα τον «κρατούσε» όμως μέχρι την μεγάλη πόλη. Έκλεισε τα μάτια και αναλογίστηκε την νύχτα που πέρασε!

Τετάρτη 8 Οκτωβρίου 2014

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10
Όπως το είχε προβλέψει ο Τελευτίας, ο ύπνος ήταν εφιαλτικός. Η μορφή της νέας γυναίκας ήρθε σαν σύννεφο, πολλές φορές στο όνειρό του. Δεν θυμόταν από πότε είχε να δει όνειρο, ή τουλάχιστον να το θυμάται το πρωί. Η κούραση, τόσα χρόνια τον έκανε να κοιμάται βαριά, σαν κούτσουρο κομμένο, δοσμένος μόνο στην απόλυτη ανάγκη.
Έκλεισε τα μάτια του, πού αργά, τα μεσάνυχτα πρέπει να είχαν περάσει. Το μόνο που ακουγόταν στον χώρο ήταν ο θόρυβος από το μάσημα των αλόγων και η αναπνοή  του. Το αεράκι που κάποια στιγμή φύσηξε, μπήκε από την ανοικτή πόρτα του στάβλου και τον δρόσισε, αν και ζεστό. Γύρισε στο πλάι. Έβαλε τα δεξί του χέρι κάτω από το κεφάλι, σαν κλινοστρωμνή (μαξιλάρι). Η μύτη ακούμπησε στον αγκώνα και τον ενόχλησε η ίδια του η ανάσα. Αναστέναξε. Αυτός ο μηρός! Αυτά τα κατάμαυρα μάτια, τα μακριά δάχτυλα, τα μαλλιά, το κορμί… Όλα αυτά που έκαναν το σχεδόν πενηντάχρονο κορμί του να φλέγεται. Δεν άντεξε άλλο. Κατάλαβε ότι όλη την νύχτα θα την πέρναγε στριφογυρίζοντας πάνω στα άχυρα. Σηκώθηκε πριν τα κοκόρια φωνάξουν την βραχνή φωνή τους. Ο Παίωνας, ανακάθισε και κούνησε την ουρά του με χαρά.
Έξω ο ουρανός ήταν ακόμη μαύρος. Μόνο στο βάθος του ορίζοντα κάποιες δειλές λευκές και γκρίζες αχτίδες από τον ζωοδότη ήλιο, έκαναν την εμφάνισή τους. Κάποιος δούλος άδειαζε κάποια πήλινα δοχεία νυκτός, πριν σηκωθεί ο αφέντης από το κρεβάτι. Σήκωσε το χέρι και τον χαιρέτησε. Εκείνος απάντησε πολύ δειλά, ρίχνοντας τα μάτια του στο σπίτι. Του έφερε ένα κύλικα με νερό, ένα ωραίο χάλκινο κύλικα, διακοσμημένο με δυο κεφάλια λιονταριών. Έπλυνε το πρόσωπο και τα χέρια. Έριξε λίγο νερό στις μασχάλες και στο στήθος. Ήταν έτοιμος και περιέργως , πείναγε. Είχε αρχίσει να φωτίζει και το τοπίο που έβλεπε ήταν τόσο ειρηνικό και γαλήνιο, με τις φθινοπωρινές μυρωδιές του και τα πρώιμα κίτρινα και κόκκινα φύλλα των δέντρων. Έξω από το σπίτι, παρατήρησε ένα ξύλινο τραπέζι, φτιαγμένο από χοντροκομμένες σανίδες οξιάς. Κάθισε στο κάθισμα που έβλεπε προς τα αμπέλια. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να πιάσει την ευωδιά του σταφυλιού. Το κλάμα που ακούστηκε από το εσωτερικό του σπιτιού, ήταν δυνατό και διαπεραστικό. «Κάποιος πεινάει», σκέφτηκε φέρνοντας στο μυαλό του το μικρό, νέο επισκέπτη. Χαμογέλασε. Αλλά στην ιδέα ότι η Ελπινίκη θα ήταν ξύπνια, τον έκανε να ανακαθίσει με κάποιο κοκκίνισμα στα μάγουλα. Ευτυχώς που τα γένια του, δεν άφηναν να φανεί η αναστάτωσή του. «Τόσα χρόνια την ξέρω αυτή τη γυναίκα και ποτέ δεν ένοιωσα έτσι. Τι έχω πάθει; Ποιος φταίει; Δία μου, απάλλαξε με απ’ αυτό το μαρτύριο».
Ο δούλος τον πλησίασε αθόρυβα και του άφησε μια κούπα με «κυκεώνα». Του άρεσε αυτό το πιόμα για πρωινό. Αυτό το μείγμα καλού κρασιού με τριμμένο τυρί και κριθάλευρο, ήταν βάλσαμο μετά τον ανήσυχο ύπνο του. Όμως ο μελαχρινός δούλος δεν σταμάτησε εκεί. Είχε διαταγή από τον αφέντη του, να περιποιηθεί τον ταξιδευτή και σε μια άκρατη επίδειξη πλούτου ήταν σίγουρος ότι θα του πρόσφεραν όλα τα καλούδια που μπορούσε. Και έτσι έγινε. Στο τραπέζι, μετά από μερικά λεπτά, βρέθηκαν μια κούπα με κατάλευκο κατσικίσιο γάλα και ένας κάνθαρος με υδρόμελο. Το χλιαρό νερό με το μέλι, ήταν καλό «αφέψημα», για να κρατήσει το στομάχι ήρεμο μετά το πρωινό φαγητό που ακολούθησε. Ψωμί από σιτάρι βουτηγμένο σε ανέρωτο κρασί, ξερά σύκα, αμύγδαλα, καρύδια και ένα μεγάλο κόκκινο κρεμμύδι. Ο Τελευτίας, ήπιε τον «κυκεώνα», το γάλα και έφαγε λίγους ξηρούς καρπούς. Ένιωσε ανανεωμένος. Το κλάμα ξανακούστηκε, όπως και μια βρισιά από το βάθος του σπιτιού. Η Ελπινίκη, έκανε την εμφάνιση της στο άνοιγμα της πόρτας, με το αιώνιο αγέρωχο ύφος της. Του χαμογέλασε και ψιθύρισε κάτι σαν καλημέρα. Γάλα δεν είχε, όμως κρατούσε το μωρό στο στήθος της λες και το θήλαζε. Το ανθρωπάκι ήταν ήρεμο τώρα και έκλεινε τα ματάκια του, σε ένδειξη ευχαρίστησης. Η γυναίκα κάθισε κοντά στον επισκέπτη τους. Τον κοίταξε στα μάτια επίμονα. Δεν είπε άλλη κουβέντα, αν και ο τελευταίος προσπάθησε ν’ ανοίξει μια συζήτηση, ρωτώντας για το βρέφος που κράταγε. Τίποτα. Τον κοίταζε, τόσο βαθιά στα μάτια, που λες και ήθελε να μπει στην ψυχή του. Δεν γύρισε το βλέμμα της ούτε όταν ο δούλος της έφερε το δικό της γάλα και το ψωμί. Το στήθος της φαινόταν καθαρά με την γυαλιστερή ρόγα της να προβάλλει σκληρή και μαύρη, αφού το παιδί, είχε κοιμηθεί στην αγκαλιά της. Ούτε μια ραγάδα ανάμεσα στα δυό στήθη!
Ο Τελευτίας, προσπάθησε να κοιτάξει αλλού, προσπάθησε να δει την εικόνα με το μάτι της μητρικής αναγκαιότητας. Κάτι όμως ανάμεσα στα πόδια του, έδειχνε το αντίθετο. «Γιατί;» , σκέφτηκε «πρέπει να τα τραβάω αυτά;». Από την προηγούμενη νύχτα, αυτή η γυναίκα του είχε γίνει εμμονή. Προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι έφταιγε εκείνη, αλλά όταν ανακαλύπτεις ότι «φουσκώνεις» έτσι, και μόνο στην θέα της, ότι δεν μπορείς να κοιμηθείς χωρίς να την δεις, τότε ξέρεις ότι ο λόγος  υπάρχει μέσα σου. Μέχρι να βρεθεί η αιτία να εκδηλωθεί. Ίσιωσε τα γένια του. Ένδειξη αμηχανίας. Έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν φλύαρος, τώρα όμως; Δεν ήξερε τι να πει. Η γυναίκα, αγκάλιασε με το αριστερό της χέρι το μωρό, το βόλεψε καλύτερα στο μπούστο της, ανασήκωσε το ιμάτιο της να κρύψει το γυμνό της στήθος. Το άλλο της χέρι, το έτεινε στον άντρα απέναντί της. Εκείνος ανταποκρίθηκε. Οι δυό παλάμες, ακούμπησαν, τα δάχτυλα μπλέχτηκαν και σφίχτηκαν, μέχρι που τα χέρια άσπρισαν. Δεν μίλαγαν, μόνο κοίταγε ο ένας την άλλη. Φάνηκε ένα δάκρυ στην άκρη του ματιού της. Δεν το άφησε να κυλήσει. Του μίλαγε μόνο με τα μάτια, με την ανάσα και το σφίξιμο του χεριού. Εκείνος κούνησε το κεφάλι αρνητικά. Το έκανε όμως με τόσο δισταγμό, που έδειξε ότι κατά βάθος συμφωνούσε. Ξέμπλεξαν τα χέρια, όταν άκουσαν το τρίξιμο της εξώπορτας.
Ο άντρας που εμφανίστηκε μέσα στο τσαλακωμένο του ιμάτιο, φορούσε ένα χιτώνα λινό πάνω στους ώμους και έδειχνε βιαστικός. Τα χρυσά δαχτυλίδια στα χέρια του, έκαναν μεγάλη αντίθεση με το άπλυτο πρόσωπο και τα γεμάτα τσίμπλες μάτια. Ο Αγήνορας, σήκωσε το χέρι σε χαιρετισμό και βιαστικά έστριψε στο πλάι του σπιτιού. Ακούστηκε πάλι εκείνος ο θόρυβος του τρεχούμενου νερού (;) όπως και οι διάφοροι άλλοι απρεπείς ήχοι. Γύρισε κοντά τους με την ανακούφιση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Κάθισε. Ένας δούλος του έφερε νερό. Πλύθηκε εκεί και μετά έφτυσε μέσα στην μεγάλη λεκάνη. Έκοψε με τα χέρια του ένα μεγάλο κομμάτι ψωμί και το καταβρόχθισε. Ήπιε και τον «κυκεώνα» του μονορούφι. Ρεύτηκε.
-«Ακόμα αυτό το σκατό  κρατάς; Ακόμα; Το μπάσταρδο! Δώσε το σε κανένα δούλο… άντε»
Η Ελπινίκη δεν κουνήθηκε. Του έδειξε την περιφρόνησή της με την ακινησία της. Γύρισε το βλέμμα της στον Τελευτία, χωρίς να πει τίποτα. Όμως είχε πει πολλά.
-«Λοιπόν, φίλε Τελευτία, σήμερα μπορούμε να πούμε για τιμές. Θα πάμε και μια βόλτα στα αμπέλια…»
Η κουβέντα περιστράφηκε γύρω από τα επαγγελματικά τους. Ο ταξιδιώτης, προσπάθησε να συγκεντρωθεί και να κρατήσει το ενδιαφέρον του στο εμπόριο. Δεν είχε και άλλες επιλογές. Η Ελπινίκη ήταν γυναίκα του «φίλου» του, έπρεπε να την αφήσει στα προβλήματά της, μακριά από τις επιθυμίες της. Μα πως γίνεται αυτό; Πως διώχνεις τον γιό της Αφροδίτης από τα στήθια σου, από το μυαλό σου, από την ψυχή σου;
Όλη η μέρα πέρασε με τις συζητήσεις γύρω από την δουλειά τους, την επίδειξη των χωραφιών του Αγήνορα και ιδιαίτερα των αμπελιών του. Και πράγματι, οι αξίες και οι εκτάσεις της γης του, ήταν μεγάλες. Πήγαν στα δυτικά του σπιτιού. Όλη η παρειά του βουνού, δώρο και αυτό των γονιών της Ελπινίκης, γεμάτη από τα μικρά Θεϊκά φυτά, τα γεμάτα σταφύλια κεχριμπαρένια, έσφυζε από ζωή, καθώς πάνω από δέκα εργάτες, δούλοι μάλλον, μάζευαν σε μεγάλα καλάθια , τον ονομαστό  καρπό των κλημάτων. Οι σταφυλιές, δεξιά και αριστερά, πυκνά φυτεμένες, έδιναν πολύ καρπό και αυτός ήταν ο λόγος, που η φωνή του Αγήνορα ακούστηκε δυνατή: «Σαβοϊιιιι», όπως ήταν πάντα η κραυγή των βακχευόντων. Ο Τελευτίας, τον κοίταξε και γέλασε με αυτήν την ευθυμία του φίλου του. Μπορεί πολλά ανάποδα να είχε, ιδιαίτερα στην συμπεριφορά αγροίκου που επεδείκνυε,  αλλά δεν μπορούσε να μην του αναγνωρίσει την αγάπη του, σε βαθμό λατρείας για την γη του και τα προϊόντα της. Και ιδιαίτερα για το σταφύλι του. Και αυτό του έδινε το «πάτημα», σε καλές οικονομικές διαπραγματεύσεις. Αλλά και ο ταξιδιώτης είχε αγάπη σε αυτό που έκανε. Τον φώναζαν οινέμπορο οι άλλοι στα μέρη του. Και τι μέρη! Χίλιους άνδρες είχε όλους, όλους η Φλύα, γι αυτό και πολλοί την ονόμαζαν Χιλιάνδριο.
Πάντως η συζήτηση με τον Αγήνορα του έκανε καλό. Το μυαλό του έφυγε από αυτό που φοβόταν, ανακατεύτηκε με αριθμούς, ποιότητες, κιλά και μεταφορές, τον κατέλαβε η ενέργεια που βγαίνει από το εμπόριο. Και αυτή η ενέργεια, ήταν και είναι το ίδιο καυτερή με την άλλη της αγάπης. Ποτέ του δεν κατάλαβε γιατί ονόμαζαν άλλο επάγγελμα ως το αρχαιότερο του κόσμου. Αν δεν είναι το εμπόριο αυτό… ποιο θα μπορούσε να είναι; Το πρώτο πράγμα που έκανε ο άνθρωπος από καταβολής κόσμου, ήταν η ανταλλαγή και η εμπορία προϊόντων!
Ο ήλιος μεσουράνησε και η ζέστη καλά κρατούσε. Οι αχτίνες του έκαιγαν το έδαφος, τα φυτά και τους ανθρώπους. Αν δεν φόραγαν πέτασο, θα είχαν σοβαρά προβλήματα. Το σπίτι φάνηκε παράδεισος. Πλησίασαν και κάθισαν όσο πιο αναπαυτικά μπορούσαν στην αυλή, κάτω από την μεγάλη κληματαριά.  Η πρώτη «στάμνος» με το λευκό, νερωμένο κρασί, άδειασε πριν ακόμα το καταλάβουν. Δίπλα μια υδρία αρκετά μεγάλη, με δροσερό νερό και σύκα ολόφρεσκα με αμύγδαλα. Οι δυό δούλοι που είχαν επιφορτιστεί με τις δουλειές του σπιτιού, έτρεξαν να ετοιμάσουν το μεσημεριανό φαγητό το «άριστον». Από το πρωί έψηναν σε μια μεγάλη φωτιά, περασμένο σε σούβλα, ένα μικρό γουρούνι. Τώρα πια είχε καλοψηθεί, το δέρμα του είχε γίνει κατακόκκινο και τραγανιστό και μοσχοβολούσε όλος ο τόπος, κάνοντας τον Αγήνορα να ξεροκαταπιεί. Η Ελπινίκη δεν είχε κάνει την εμφάνισή της ακόμα. Αλλά και το μωρό δεν ακουγόταν, σημάδι ότι η γυναίκα ασχολείτο μαζί του.
Οι δούλοι έφεραν μια μεγάλη λεκάνη με νερό να πλύνουν τα χέρια τους. Τα χώματα έπρεπε να φύγουν από το Αθηναίικο τραπέζι. Ο Αγήνορας δυσφόρησε με αυτό, η πείνα του τον έκανε να είναι ανυπόμονος, αλλά επειδή ήθελε να δείξει την εικόνα του ευγενούς, αναγκάστηκε να πλυθεί. Το ίδιο έκανε και ο φίλος του, αλλά αυτός από συνήθεια. Το χοιρινό κρέας σερβιρίστηκε με τα λαχανικά που είχε μαριναριστεί πριν το ψήσιμο. Ορτύκια και τσίχλες, ψωμί σταρένιο, κρεμμύδια και ελιές συμπλήρωναν το γεύμα. Και φυσικά κρασί, πολύ κρασί και δροσερό μέσα σε ψυκτήρα.
-«Η Ελπινίκη δεν θα έρθει; Δεν θα φάει μαζί μας;», ρώτησε ο Τελευτίας.
-«Ξέρω ‘γω; Ας κάνει ότι θέλει. Πολύ αέρα στα πανιά της έχει σηκώσει τώρα τελευταία και πρέπει να κοπεί αυτό. Ακούς εκεί να έχει και γνώμη! Να θέλει να λέει δηλαδή και τη γνώμη της, για κάθε τι. Ακούς εκεί; Χάλασε ο κόσμος μας πια. Χάλασε, πήραν και οι γυναίκες τα πάνω τους, να δω που θα φτάσουμε! Αλλά δεν φταίνε αυτές, εμείς φταίμε, που επειδή τις αγαπάμε, τις λασκάρουμε την τριχιά»
-«Τι αγαπάς την Ελπινίκη;»
Ο Αγήνορας τον κοίταξε κατάματα. Τα μάτια του δεν βλεφάρισαν καθόλου, αν και πέρασαν πολλές στιγμές. Κάτι δεν τον άφηνε να απαντήσει. Ίσως και ο ίδιος να μην ήταν σίγουρος και ο ίδιος για την απάντησή του. Ίσως και να μέτραγε τη στάση του άλλου…  Η γυναίκα φάνηκε στο άνοιγμα της θύρας. Πάλι είχε το μωρό στην αγκαλιά. Κάθισε ανάμεσά τους. Φρόντισε να κοιτάξει λίγο πιο επίμονα τον Τελευτία, απ’ ότι ήταν το σωστό. Ο άντρας της δεν κατάλαβε τίποτα, αφού της είχε γυρίσει την πλάτη, παρασυρμένος απ’ την προηγούμενη συζήτηση. Ούτε καν της μίλησε. Οι δούλοι έφεραν και σε εκείνη μια κοτύλη με κρασί. Πήρε δυό σύκα και ένα ορτύκι. Έφαγε με τα χέρια, όπως όλοι τους, τρίβοντας το σταρένιο ψωμί σε ψίχουλα και το έδινε λίγο – λίγο στο βρέφος. Ο Τελευτίας είχε σκύψει πάνω στο πιάτο του, προσπαθώντας να την αποφύγει. Δεν ήθελε να της μιλήσει, περισσότερο δε, να την αντικρύσει. Και στην προσπάθειά του αυτή, έδειχνε στην γυναίκα τον πόθο του, χωρίς να το θέλει. Και οι γυναίκες είναι πλάσματα, που αυτά τα καταλαβαίνουν. Το απόγευμα, θα είχε μια τελευταία επιθεώρηση του προϊόντος που θα αγόραζε και με το πρώτο φως της μέρας, θα έφευγε για την Αθήνα. Το φορτίο θα αναχωρούσε με τους δούλους του φίλου του, πριν σκοτεινιάσει το σήμερα. Ήξερε πως με την φυγή του, θα έλυνε το θέμα που τον ταλαιπωρούσε όλη νύχτα και όλη μέρα. Θα περνούσε λίγος καιρός, αλλά κάποια στιγμή θα την ξεχνούσε. Και είχε τόσο όμορφα μάτια!!!

Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2014

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9
Το αλύχτισμα ακούστηκε ξανά από την αυλή, μόνο που αυτή τη φορά ήταν από λίγο πιο μακριά. Και κάποια κίνηση από το ίδιο σημείο. Ένας από τους δούλους του Αγήνορα κίνησε να δει, μετά από νεύμα του αφεντικού του. Πήρε ένα δαυλό και σε λίγο χάθηκε στο σκοτάδι που είχε πλημμυρίσει τον περίβολο του σπιτιού.
Οι άντρες στο τραπέζι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους, χωρίς να δώσουν όμως μεγάλη σημασία σε αυτό. Η Ελπινίκη σηκώθηκε και έφερε ένα πήλινο πιάτο με μελόπιτες και σταφύλια. Χαμογέλασε στον Τελευτία και άφησε μια σειρά από κατάλευκα δόντια, να χαρίσουν μια λάμψη στο πρόσωπο του εμπόρου. Κάθισε δίπλα του και του πρόσφερε το δικό της μαχαίρι. Το άφησε δίπλα στο πήλινο πιάτο του. Εκείνος έκανε να το πιάσει, το χέρι του ακούμπησε τα δάχτυλα της οικοδέσποινας και μια ανατριχίλα ανέβηκε από την μέση του μέχρι το σβέρκο, κάνοντας τις τρίχες να σηκωθούν. Την κοίταξε. Το χαμόγελό της υπήρχε πάντα εκεί, σ’ εκείνο το υπέροχο στόμα, ή αυτό που έβλεπε εκείνος σαν υπέροχο στόμα. Δεν έκανε να τραβήξει την παλάμη της, αλλά λες και καθυστερούσε επίτηδες, για να έχει αυτή την επαφή, καμώθηκε ότι ίσιωνε το πιάτο του. Αλλά δεν τα κατάφερνε, ειδάλλως δεν δικαιολογείται η τόση επιμονή της. Ο μηρός της ακούμπησε στο πόδι του άντρα που σχεδόν κοκκίνισε. Του άρεσε! Ήθελε όσο τίποτα να βάλει την παλάμη του πάνω σε αυτόν τον σκληρό μηρό. Κρατήθηκε, κοίταξε ένοχα τον Αγήνορα και ησύχασε σαν κατάλαβε ότι το βλέμμα του άντρα ήταν στραμμένο στην πόρτα. Χαμογέλασε και εκείνος και αντιλήφθηκε ξαφνικά ότι τα μάτια της γυναίκας είχαν αποκτήσει βάθος πολλών σταδίων. Και κάτι σαν μυστικότητα, ίσως και επιθυμία. Δεν ήταν καλός με τις γυναίκες, άπειρος, αφού όλη του η εμπειρία περιοριζόταν σε «κοινές», στην Απουλία ή στην Καμπανία. Και εκεί δεν χρειαζόταν καμία στρατηγική ή ευγένεια. Μόνο λεφτά. Αυτές οι ιέρειες τον «μεγάλωσαν» σαν άντρα. Αυτές και τα πρόστυχα κόλπα τους.
Ο Αγήνορας σηκώθηκε από το τραπέζι και έκανε να βγει στην αυλή. Εξαφανίστηκε στο άνοιγμα της πόρτας. Σε λίγο ακούστηκε ο ήχος από κατούρημα στο χώμα. Ίσως και κάτι θόρυβοι πολύ πιο απρεπείς.
Η Ελπινίκη κοίταξε ξανά τον Τελευτία και κούνησε το κεφάλι, σαν να του έλεγε: «Είδες;». προσπάθησε ν’ αποφύγει το βλέμμα της, μάταια όμως. Προσπαθούσε να καταπνίξει την φούντωσή του, να κρατήσει τα χέρια πάνω στο τραπέζι και το μυαλό μέσα στο κεφάλι. Δύσκολο, αλλά έπρεπε. Αυτά τα μάτια όμως… τον ενοχλούσαν αφάνταστα. Και ευχάριστα. Γύρισε προς την πόρτα. Ο Αγήνορας έκανε την εμφάνισή του με ένα μεγάλο χαμόγελο στο πρόσωπο. Ένας, σεβαστού μεγέθους λεκές είχε κάνει την εμφάνισή του ανάμεσα στα σκέλια. Τίναξε τα δάχτυλα στον αέρα.
-«Ακόμα αυτό το παλιόσκυλο να γυρίσει;», έψαξε για τον δούλο του. «Ανάθεμα το κεφάλι του».
Έκατσε στο τραπέζι και ρεύτηκε: «Μωρέ γυναίκα, βαριά η συκόπιτα σου. Μου κάθισε !!!! Άντε λοιπόν Τελευτία, άντε άλλο ένα κρασάκι. Με την μελόπιτα πάει καλά. Αν θέλεις να σου φέρουν και δαφνόφυλλα να βάλεις μέσα, Θεϊκό πιόμα»
-«Σε ευχαριστώ, αλλά νομίζω θα σταματήσω εδώ. Βλέπεις η κούραση και η ζέστη, μάλλον με «έριξαν». Νομίζω πως θα αποσώσω αυτή την κούπα που έχω και αν θέλεις να μου δώσεις ένα χώρο να περάσω την νύχτα μου. Θα σου ήμουν ευγνώμων. Έλεγα αύριο να συζητούσαμε λίγο για τον μούστο σου και αν καταλήξουμε κάπου…», γύρισε προς την Ελπινίκη: «… και αν δεν εκμεταλλεύομαι την φιλοξενία σας, να έφευγα μεθαύριο. Ξημερώματα…»
-«Ναι βρε φίλε, μην ανησυχείς. Θα σε βολέψουμε κάπου. Μεγάλο σπίτι έχω, τι λες; Μα την Αθηνά, κάπου θα βολευτείς»
-«Δεν με νοιάζει όπου και να ναι. Στο στάβλο πρέπει να έχεις χώρο»
Στην πόρτα έκανε την εμφάνιση του ο δούλος που είχε φύγει να δει για τον θόρυβο στην αυλή. Έδειχνε αμήχανος και στα χέρια του κρατούσε ένα δέμα. Ένα κομμάτι πανί που … κουνιότανε! Μια κοίταγε τον αφέντη του, μια το δέμα. Μια χαμογελούσε και μια προσπαθούσε να πει κάτι σοβαρός. Δεν τα κατάφερνε καλά.
-«Τι είναι ρε; Τι είναι αυτό που κρατάς; Μίλα βρε ανάθεμα τον γονιό που σ’ έκανε…»
-«Δεν ξέρω αφέντη … το βρήκα κάτω… στα ξύλα στην άκρη του σπιτιού. Παιδάκι είναι, μωρό… αγοράκι… και είναι μικρό, πολύ μικρό…»
-«Τι λες βρε! Για να δω. Άκου μωρό! Και γιατί δεν κλαίει βρε αφού είναι μωρό; Τα μικρά κλαίνε. Μην είναι κανένα κουνάβι; Για φέρτο εδώ…»
-«Μωρό ανθρωπάκι είναι αφέντη… να δες κι εσύ. Και είναι και όμορφο! Να δες…»
Κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που συνέβαινε. Κανείς τους δεν μπορούσε να ψελλίσει κάτι, εκτός του δούλου που σχεδόν έκλαιγε, φοβούμενος την αντίδραση του αφεντικού του. Η Ελπινίκη, σηκώθηκε αλλά έμεινε ακίνητη. Ούτε το ένστικτο της μάνας την έκανε να κινηθεί προς το μικρό ανθρωπάκι. Ο δούλος, τέντωσε τα χέρια του, προσπαθώντας κάπου να το δώσει, μα κανείς τους δεν ήθελε ούτε καν να πλησιάσει. Ο Τελευτίας, βρήκε πρώτος την ανάσα του και συνάμα την μιλιά του. Πήρε το μωρό στην αγκαλιά του και για δεύτερη φορά εκείνη την μέρα, ένιωσε κάτι σαν ζέστη, μια θαλπωρή να τον κυριεύει. Ανασήκωσε το πανί που σκέπαζε το μικρό ανθρωπάκι. Δυο γαλάζια μάτια σε σχήμα αμυγδάλου, τον έβλεπαν κατευθείαν στην καρδιά. Δεν έκλαιγε, αντίθετα χαμογελούσε και έβγαλε ένα ήχο, από αυτούς που τα μωρά κάνουν όταν θέλουν να τρελάνουν τους μεγάλους. Κοίταξε καλύτερα ανάμεσα στα πόδια. Αγόρι. Τα λίγα του μαλάκια είχαν το χρώμα του χρυσού και το δέρμα ήταν λευκό και ροζ. Φαινόταν καλοταϊσμένο και περιποιημένο. Καθαρό λες και μόλις το σήκωσαν από το κρεβατάκι του. Και δεν φοβόταν! Κάποια στιγμή, του χάρισε κι ένα μεγάλο χαμόγελο! Γύρισε τα μάτια του στην Ελπινίκη, και της χάρισε κι εκείνης ένα χαμόγελο.
-«Βάλτο πάνω στο τραπέζι», ακούστηκε η φωνή του Αγήνορα. «Νομίζω ότι δεν πρέπει έτσι εύκολα να το υπολογίζουμε. Ποιος ξέρει ποιού σκλάβου μπάσταρδο είναι. Μάθανε τώρα, κάθε μούλικο που δεν μπορούν να το μεγαλώσουν… τι θέλουν και τα κάνουν;»
Ο Τελευτίας λες και υπάκουσε στην διαταγή του «φίλου» του, απίθωσε το μικρό στο κέντρο του τραπεζιού. Εκείνο πάλι, μέσα στην ομορφιά του, (κάποιος είπε ότι έμοιαζε με τον Θεό Απόλλωνα σε βρεφική ηλικία), κοίταζε όλους αυτούς τους άγνωστους που είχαν μαζευτεί πάνω του. Πρέπει να του φάνηκαν αδιάφοροι, αφού το μικρό του στοματάκι, άνοιξε σε ένα μεγάλο χασμουρητό. Σε λίγα λεπτά, κοιμόταν, χωρίς να νοιάζεται για τους άλλους γύρω του.
-«Και τι κάνουμε τώρα;», ρώτησε η γυναίκα. «Δεν μπορούμε μες την νύχτα να ψάξουμε για τους γονείς του, ούτε και να το πετάξουμε»
-«Εμ, βέβαια. Νύχτα το αφήνουνε, για να μην μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Σου λένε μέχρι να ξημερώσει, θα έχουμε φύγει και άντε να μας βρούνε… έτσι θα το κρατήσουν. Αμ, προτιμώ να το ρίξω στα σκυλιά το μπάσταρδο… ακούς εκεί να μου το φορτώσουν!». Ο Αγήνορας τώρα, ίσως και από την επίδραση του κρασιού, ήταν έξαλλος.
Οι δούλοι είχαν μαζευτεί σε μια γωνιά και παρακολουθούσαν αμίλητοι και φοβισμένοι. Το ίδιο και οι δυό γιοί του μαινόμενου εμπόρου. Μόνο η Ελπινίκη και ο Τελευτίας κρατούσαν το βλέμμα τους πάνω στο μικρό πλασματάκι με κάποια συμπάθεια. Η οικοδέσποινα πήρε την πρωτοβουλία να το σηκώσει και να του χαϊδέψει το σχεδόν καραφλό κεφαλάκι. Ήταν ζεστό, με αυτή την μωρουδιάστικη ζέστη και μύριζε, με την ευαισθησία που μυρίζει το νεογέννητο δέρμα. Το έσφιξε στην αγκαλιά της και γύρισε προς το δωμάτιό της.
-«Που πας; Μπορώ να μάθω για πού το έβαλες με αυτό το τσόγλανο;»
Η γυναίκα σταμάτησε και γύρισε το κεφάλι, τόσο απότομα που τα μαλλιά της ανέμισαν στον αέρα. Δεν είπε κουβέντα, αλλά αν τα μάτια της είχαν μαχαίρια, τώρα ο άντρας της θα κείτονταν σφαγμένος στο δάπεδο. Ξαναγύρισε και έκλεισε την κουρελού που χώριζε το δωμάτιό της από το χώρο που ήταν οι υπόλοιποι. Ο Αγήνορας, δεν είπε άλλη κουβέντα, μόνο έβαλε μια κούπα κρασί, έριξε και λίγο ροδόνερο μέσα και το ήπιε μονορούφι. Καθόταν με την πλάτη προς το δωμάτιο. Καθάρισε με τον βραχίονα τα μούσια του από το κρασί που είχε χυθεί. Νόμισε ότι άκουσε ένα μουρμουρητό, κάτι σαν νανούρισμα. Δεν αντέδρασε. Η ντροπή του, από την «ανταρσία» της γυναίκας, ήταν μεγάλη. Κοίταξε τον φίλο του. Εκείνος έδειξε να μην καταλαβαίνει την ατιμωτική στάση της Ελπινίκης. Τα πράγματα κάπως ηρέμισαν.
-«Εμ, τι να κάνεις φίλε μου, μοίρα σκληρή για το παιδάκι, αλλά καταλαβαίνεις ότι τέτοια πράγματα συμβαίνουν σε σας τους πλούσιους». Ο Τελευτίας προσπαθούσε να τον ησυχάσει και να λήξει το θέμα προς το παρόν εκεί. Και φαίνεται ότι το κόλπο του έπιασε, αφού ο άλλος, στο άκουσμα της λέξης «πλούσιος», τέντωσε όλο περηφάνια τη μέση του.
-«Ναι, έτσι είναι… τι να κάνουμε κι εμείς!», απάντησε. «Άντε τώρα να πιούμε λίγο ακόμα και μη μου ξαναπείς όχι και δικαιολογίες για κούραση και ζέστη. Άστα αυτά και πιες» και με μια γρήγορη κίνηση του γέμισε την κούπα με το κρασί. Του έριξε και δυό δαφνόφυλλα , του πέρασε και το υπόλοιπο από την τελευταία μελόπιτα. Ήπιαν αλλά δεν μιλούσαν. Και όταν δεν μιλάει ο αφέντης , κανείς δεν μιλάει.
Πέρασε την νύχτα του, σε μια γωνιά στον στάβλο, μακριά από τα άλογα που στέκονταν όρθια και κάθε τόσο χλιμίντριζαν ενοχλημένα. Οι σκλάβοι, του είχαν φροντίσει το μεγάλο άτι του. Το καθάρισαν και του έδωσαν να φάει φρέσκο σανό και να πιεί καθαρό δροσερό νερό. Ο Παίωνας είχε ξαπλώσει δίπλα στο αφεντικό του, ακοίμητος φρουρός στο πλευρό του.
Η Ελπινίκη τον επισκέφθηκε άυλη σαν σε όνειρο. «Θεοί, τι ομορφιά είναι αυτή!» σκέφτηκε πριν τον πάρει ο ύπνος. Ήξερε ότι θα την ξανάβλεπε και πάλι μόλις κοιμόταν  και αυτό τον φόβιζε και τον ευχαριστούσε συνάμα. Είχε πολλή ζέστη και άνοιξε το ιμάτιό του. Ένα δασύτριχο στήθος έκανε την εμφάνισή του στο άνοιγμα. Οι μύες του, πέτρινοι από την σκληρή ζωή ξεπρόβαλαν γυαλιστεροί από τον ιδρώτα. Ψηλάφησε ή μάλλον χάιδεψε τους ώμους του, όπως θα έκανε κάποια σύντροφος στο κρεβάτι. Αναλογίστηκε την ασχήμια του. Μελαγχόλησε. Ένιωσε εξαντλημένος και παραδόθηκε στις αγκάλες του Μορφέως.  Αύριο ξεκίναγε μια νέα δύσκολη μέρα!