Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τρίτη, 24 Μαΐου 2016

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Μπορούσε από την αντανάκλαση του τζαμιού να δει καθαρά πίσω του, τις δυό κοπέλες που τον κοίταγαν και χασκογελούσαν με το χέρι στο στόμα, σε μια προσπάθεια να κρύψουν το χαμόγελό τους. Του άρεσε και έκανε ότι δεν αντιλήφθηκε τίποτα, προσπαθούσε να χορτάσει αυτή την εικόνα, γιατί πολύ καιρό τώρα, καμιά δεν του είχε τονώσει το ηθικό τόσο πολύ. Έκανε να προχωρήσει στην διπλανή βιτρίνα και κατάλαβε ότι η μια από τις δυό νεαρές, πρέπει γύρω στα εικοσιπέντε να ήταν πάνω κάτω, έψαχνε να βρει τρόπο να τον πλησιάσει. Παρατήρησε και την φίλη της που την ενθάρρυνε, μέχρι σημείου να την σπρώχνει προς το μέρος του. Ο Γιώργος, φόρεσε το πιο γλυκό του χαμόγελο, γύρισε και είδε τις κοπέλες να παγώνουν σχεδόν. Τις πλησίασε και:
-«Θα θέλατε κάτι;», ρώτησε ευγενικά με εκείνη την φωνή που του είχαν πει ότι μάγευε τον συνομιλητή του.
Τα κορίτσια σάστισαν και κοντοστάθηκαν, μέχρι που η φίλη, επανέλαβε το σπρώξιμο στα πλευρά της άλλης. Εκείνη χαζογέλασε, αυτό απογοήτευσε κάπως τον Γιώργο, τον πλησίασε και έδειξε … σαν ν’ αντίκρισε κάποιο φάντασμα.
-«Λοιπόν; Θα θέλατε κάτι δεσποινίς;», ξαναρώτησε με την ίδια φωνή. Μέσα του κάτι φτερούγισε  χαρούμενα, κάτι τον ξανάκανε αισιόδοξο. Η απάντηση στην ερώτησή του, ήταν ένα τραύλισμα που κάτι ρωτούσε, μάλλον για κάποιον δρόμο. Ο Γιώργος γέλασε πιο εγκάρδια τώρα. Στα τριάντα πέντε του, ήξερε από τέτοιου είδους «καμάκια», μόνο που τα είχε συνηθίσει από την μεριά των αντρών και όχι το αντίθετο. Σήκωσε το δεξί του χέρι και της έδειξε τη βέρα.
-«Δυστυχώς… παντρεμένος…», είπε εξακολουθώντας να γελάει. Η αντίδραση των δυό κοριτσιών, ήταν η αναμενόμενη. Προσπαθώντας να δείξουν… κάτι άλλο, έφυγαν γρήγορα προς την αντίθετη κατεύθυνση με την «φίλη» να γελάει ξεδιάντροπα. Ο Γιώργος κούνησε το κεφάλι και γύρισε στον προορισμό του. Μια γλυκιά γεύση του είχε μείνει στην καρδιά και το μυαλό.
Δίπλα οι φωτεινές βιτρίνες , του κρατούσαν συντροφιά στο περπάτημα του, του άρεσε μετά την δουλειά να κάνει αυτή την διαδρομή στο κέντρο της Αθήνας. Η εταιρία που δούλευε σαν μηχανικός, είχε τα γραφεία της κοντά στο Μοναστηράκι κι εκείνος ανέβαινε την Ερμού μέχρι το Σύνταγμα για να πάρει το μετρό. Χάζευε τους ανθρώπους, τα μαγαζιά, τους μικροπωλητές και τους υπαίθριους μουσικούς. Το καλοκαίρι συνήθιζε να πίνει καφέ στον πεζόδρομο, να παίρνει δυνάμεις πριν αντιμετωπίσει τις δυό μικρές του κόρες στο σπίτι, την γκρίνια της Χαρούλας, που του εξιστορούσε κάθε φορά τις διαβολιές των θηλυκών Βελζεβούληδων που είχε γεννήσει, τους τόσους λογαριασμούς που τελειωμό δεν είχαν και την πεθερά του, χήρα γυναίκα που έμενε μαζί τους, να του χαμογελάει κάθε φορά που έδειχνε απελπισμένος. Οικονομικό πρόβλημα δεν υπήρχε κι ας μην δούλευε η κυρία Χαρά, αφού ο μισθός του ήταν υπέρ το δέον ικανοποιητικός και μπορούσε να συντηρεί ένα αρκετά μεγάλο σπίτι στον Χολαργό, τις ανάγκες της γυναίκας και των παιδιών και κάθε προσωπική του τρέλα. Και η αλήθεια ήταν ότι οι τρέλες του και πολλές ήταν και όχι φθηνές. Του άρεσαν τα νέα μοντέλα των κινητών τηλεφώνων, ότι είχε σχέση με υπολογιστές και … το καλό φαγητό. Τα καλύτερα εστιατόρια, ήξεραν το ζευγάρι πολύ καλά, (ας είναι καλά η πεθερά που κρατούσε τα παιδιά, αλλά και που η σύνταξη του διπλωμάτη «συγχωρεμένου» άντρα της έπεφτε στο σπίτι). Τώρα όμως που ήταν χειμώνας, ήδη ο Δεκέμβρης είχε περάσει την εικοστή μέρα του, αρκούνταν μόνο σε ένα περίπατο.
Τράβηξε το γιακά του παλτού του και τον σήκωσε όρθιο, καθώς μια ξαφνική ριπή κρύου αέρα του πάγωσε το σβέρκο. Είχε από την μια μεριά κρεμασμένη την τσάντα με τον φορητό υπολογιστή, η αλήθεια είναι ότι τον κούραζε αρκετά, ενώ στο άλλο χέρι κρατούσε μια μεγάλη μαύρη ομπρέλα την οποία τώρα που ήταν κλειστή, την χρησιμοποιούσε σαν μπαστούνι μιμούμενος τον αγαπημένο του Τσάρλι Τσάπλιν. Έψαξε την αριστερή του τσέπη, βρήκε λίγο πασατέμπο και τον μασούλησε φτύνοντας τα τσόφλια στον δρόμο. Ακούστηκε ο ήχος ενός κεραυνού και γύρισε το βλέμμα στον ουρανό. Είχε ήδη σκοτεινιάσει, αλλά τα μαύρα σύννεφα φαίνονταν καθαρά και η απειλή τους, τρόμαζε τον περαστικό κόσμο με την καταιγίδα που υπόσχονταν. Και οι πρώτες σταγόνες της βροχής δεν άργησαν, δειλά στην αρχή, αυθάδεις μετά να πέφτουν και να μετατρέπονται σε βροχή, κάθετη, κρύα και δυνατή. Άνοιξε την ομπρέλα και χάρηκε. Του άρεσε η βροχή, τους άρεσαν οι αστραπές. Προχώρησε αργά, την ώρα που όλοι οι διαβάτες έτρεχαν κάτω από τέντες ή μέσα σε στοές να προφυλαχτούν. Σύντομα ο πεζόδρομος, δεξιά και αριστερά είχε αποκτήσει δυό μικρούς χείμαρρους , που παράσερναν όλα τα σκουπίδια και μικρά χαλικάκια από την οικοδομή πιο πάνω. Το παντελόνι του  είχε ήδη βραχεί από τα γόνατα και κάτω, αλλά δεν έδειξε να τον νοιάζει ιδιαίτερα. Συνέχισε με αργό βήμα, λες και διασκέδαζε. Στο μυαλό του ήταν η εικόνα των δυό νεαρών κοριτσιών και το περιστατικό που είχε πριν λίγο συμβεί. Χαμογέλασε την ώρα που όλοι οι άλλοι πεζοί, έβριζαν τον καιρό, την γκαντεμιά τους που βγήκαν τέτοιο απόγευμα έξω, κάποιοι και την κυβέρνηση για τους υπονόμους ίσως … και για την βροχή. Σκέφτηκε και την Χαρά φτάνοντας στο συμπέρασμα ότι αν αφαιρούσε την γκρίνια της, γυναίκα εξάλλου ήταν, το όνομά της την αντιπροσώπευε. Η Χαρά ήταν πραγματικά η χαρά του, ο έρωτάς του και η ξεκούρασή του, η σύντροφός του και ο άνθρωπος που του είχε κάνει και υποστηρίξει με τον καλύτερο τρόπο, το μεγαλύτερο δώρο στη ζωή του. Τις δυό ξανθές αντάρτισσες, σχεδόν αγοροκόριτσα, τις «τσούπρες» του όπως τις έλεγε. Με κλεισμένα τα τέσσερα της χρόνια η Τόνια και απειλώντας τα τρία η Μαιρούλα, ήταν η ψυχή του κομμένη στα δυό. Τα πάντα άρχιζαν από αυτά και τα πάντα τέλειωναν σε αυτά. Και η Χαρούλα του … ο φοβερός και τρομερός αστυφύλακας του σπιτιού. Ένοιωθε πως η ζωή του είχε δώσει όλα όσα θα μπορούσε να δώσει για να κάνει έναν άνθρωπο ευτυχισμένο και ψυχικά πλούσιο.
Έφτασε στο σπίτι γύρω στις εννέα, μούσκεμα σχεδόν από πάνω μέχρι κάτω. Τα δυό ζιζάνια έτρεξαν ακούγοντας το κλειδί της εξώπορτας και αγκαλιάζοντάς τον, χρειάστηκαν να αλλάξουν μαζί του ρούχα. Η Χαρά τον φίλησε στο στόμα με θέρμη και τον αγκάλιασε κάτι που έκανε κάθε βράδυ εδώ και πέντε χρόνια που μοιράζονταν το ίδιο όνομα. Οικογένεια Χριστοπούλου. Το ουζάκι, ήταν δουλειά της πεθεράς, της κυρίας Τόνιας, από κείνη είχε πάρει το όνομα της και η μεγάλη κόρη, που στο πρόσωπο του γαμπρού της, είχε βρει τον προστάτη της κόρης της και την κολώνα της οικογένειας. Ο Γιώργος χάρηκε την στιγμή, έκανε τον σταυρό του, ούτε ο ίδιος το κατάλαβε και κάθισε στο σαλόνι να πιεί το ουζάκι με την πεθερά, μέχρι η σύζυγος να ετοιμάσει κάτι να φάνε. Οι μυρουδιές που πέρναγαν από το μεγάλο πάσο που συνέδεε την κουζίνα με την τραπεζαρία, τον αναστάτωσαν σε σημείο που άρχισε να παρακινεί τις μικρές του κόρες να πιέσουν την μαμά να βιαστεί.  Και οι σπιουνιές έπιασαν τόπο, αφού σε πολύ σύντομο χρόνο, πιρούνιζε το ρολό με αυγά και τις ψητές πατάτες. Δεν θέλησε ν’ ανοίξει τηλεόραση, ποτέ δεν την άνοιγε όσο τα παιδιά ήταν ξύπνια, προτιμούσε να μιλάνε, ακόμα και βλακείες  να λένε, αρκεί το χαζοκούτι να μένει μακριά από την οικογένειά του. Το είχε καταφέρει αρκετά καλά, αφού και αγώνα να είχε, ακόμα και τον αγαπημένο του Παναθηναϊκό να έδειχνε, δεν χάλαγε την συνήθεια αυτή. Άκουγε απ’ έξω την βροχή και του φάνηκε ότι ο θόρυβος που έκανε το νερό, είχε αυξηθεί πολύ, σαν ένας συνεχόμενος αχός. Δεν έδειξε ν’ ανησυχεί κανείς στο τραπέζι, ο μπαμπάς που όλα τα φροντίζει ήταν εδώ και συνέχισαν το φαγητό τους με χαρά. Μιλούσαν για το μεγάλο επίτευγμα της Τόνιας που ολομόναχη είχε ζωγραφίσει ένα καταπληκτικό άλογο στο μεγάλο μπλοκ ζωγραφικής της. Τα χρώματα που είχε χρησιμοποιήσει ήταν ζωηρά και λαμπερά, μα την μεγαλύτερη σημασία είχε το σχήμα του αλόγου, που το απεικόνιζε να τριποδίζει με το κεφάλι όρθιο και μάλιστα πολύ πετυχημένο. Έδειχνε να έχει στο αίμα της το ταλέντο του μπαμπά. Ο Γιώργος χαμογέλασε και το σήκωσε στον αέρα περήφανος, μέχρι που παρατήρησε το θλιμμένο και λίγο συνοφρυωμένο μουτράκι της Μαιρούλας του. Έπιασε και τις δυό από την μέση και τις σήκωσε ψηλά, μοιράζοντας στα ολόλευκα μαγουλάκια πολλά, μα πολλά φιλιά. Ο κρότος που ακούστηκε από τον δρόμο, ήταν σαν έκρηξη βόμβας και τα μικρά σφίχτηκαν πάνω στο στήθος του. Έτρεμαν. Εκείνος τις χάιδεψε απαλά στην πλάτη και σηκώθηκε να δει τι ήταν, υπέθετε ότι ο κεραυνός είχε πέσει πολύ κοντά. Άνοιξε την μπαλκονόπορτα και αντίκρισε μια βροχή που ποτέ του δεν είχε ξαναδεί. Η βεράντα ήταν πλημμυρισμένη από το νερό και οι σχάρες, δεν μπορούσαν να το ρουφήξουν, με αποτέλεσμα να έχει δημιουργηθεί μια μικρή λίμνη. Οι λάμψεις από τις αστραπές και τους κεραυνούς φώτιζαν την νύχτα και η εξωπραγματική εικόνα συμπληρωνόταν από μια απόκοσμη βοή, λες και άκουγε την ανάσα της Φύσης. Γύρισε στο τραπέζι και χαμογελώντας, προσπάθησε να ησυχάσει τους άλλους. Τα γέλια ξαναγύρισαν, αν και λίγο πιο παγωμένα, λίγο πιο τσιγγούνικα. Η γιαγιά, σηκώθηκε να φέρει την υπέροχη πουτίγκα της, Αγγλικού στυλ, που ήταν και το αγαπημένο γλυκό όλων. Και βέβαια άπαντες την τίμησαν. Οι βροντές έξω, συνέχισαν τον τρομακτικό τους χορό και σε κάθε μια, νόμιζε κανείς ότι οι τοίχοι έτρεμαν. Η ώρα είχε πάει δέκα, οπότε ο «αστυφύλακας», είπε την καταραμένη λέξη των παιδιών:
-«Ύπνο…», σηκώθηκε από το τραπέζι, έτοιμη για μάχη με τα διαβόλια της. «Άντε, δοντάκια, χεράκια και ύπνο τώρα….». προς μεγάλη της έκπληξη, οι διαμαρτυρίες ήταν λίγες και ήπιες. Το φιλί στον μπαμπά, έδινε το σήμα για το τέλος της μέρας.
Αποσύρθηκε και η γιαγιά, αφού πρώτα φρόντισε να «μαζέψει» το τραπέζι μη και κουραστεί η κόρη, στο δωμάτιό της και το ζευγάρι κάθισε μόνο του, να δουν τις βραδινές ειδήσεις των δώδεκα. Κατά την προσφιλή του συνήθεια ο Γιώργος έψαξε όλη την μπάντα των καναλιών. Η Χαρά ξαπλωμένη πάνω του, είχε σχεδόν παραδοθεί στις αγκάλες του Μορφέως, τα μάτια της ήταν μισάνοιχτα και δεν άργησε να ταξιδέψει στα όνειρά της. Όλοι οι σταθμοί μετέδιδαν ειδήσεις και ανταποκρίσεις από όλες τις περιοχές της Ελλάδος που αφορούσαν στην καταιγίδα που μαινόταν εδώ και πέντε περίπου ώρες, με αμείωτη ένταση και μοναδική σφοδρότητα, όπως έλεγαν οι συνεντευξιαζόμενοι μετεωρολόγοι. Γι επιβεβαίωση όλων αυτών, ένας τρομακτικό κρότος, μια βροντή που ακούστηκε σαν κανονιά, έσκισε την ηρεμία του σπιτικού. Έκλεισε την τηλεόραση και παρότρυνε την κοιμισμένη γυναίκα του να πάνε στην κρεβατοκάμαρα. Κατευθύνθηκε στο δωμάτιο των παιδιών, άνοιξε την πόρτα και με μεγάλη του χαρά διαπίστωσε πως τα αγγελούδια του, (όταν κοιμόντουσαν ήταν αγγελούδια), είχαν παραδοθεί στον ύπνο τους παρά την μεγάλη αντάρα που μαινόταν έξω. Ξάπλωσε στο πλάι της όμορφης κυράς του και θαύμασε τους γυμνούς μηρούς της που είχαν αποκαλυφθεί, καθώς το νυχτικό είχε ανασηκωθεί. Ανάσκελα, σταύρωσε τα χέρια κάτω από το κεφάλι, στύλωσε τα μάτια στο ταβάνι και αφέθηκε στον ήχο της βροχής και των τρομακτικών κεραυνών. Τα βλέφαρα βάρυναν κι έκλεισαν για να τον ταξιδέψουν στους κόσμους που επιζητούσε ο νους.
Το ξημέρωμα ήταν τελείως αντίθετο από την νύχτα που πέρασε. Ο ήλιος έμπαινε από το τζάμι του παραθύρου και φώτιζε με την λάμψη του το δωμάτιο. Και μάλιστα, χειμωνιάτικα, ζέσταινε αδικαιολόγητα πολύ, τον χώρο. Ο Γιώργος πάτησε το κουμπί που έκλεινε το ξυπνητήρι, το διαβολομηχάνημα που φτιάχτηκε να τυραννάει τους ανθρώπους. Κοίταξε δίπλα του, αλλά η Χαρά έλειπε. «Μάλλον θα ετοιμάζει πρωινό…», σκέφτηκε χαμογελώντας. Φόρεσε τις παντόφλες του καθιστός ακόμα στο κρεβάτι, έτριψε τα μάτια και πήγε στο μπάνιο. Κατούρησε με αναστεναγμό, (αυτό τελικά ήταν που τον ενοχλούσε το βράδυ στον ύπνο του), άνοιξε το νερό στο ντους και άφησε τον εαυτό του στην χαλάρωση που του πρόσφερε το χλιαρό υγρό. Σκουπίστηκε με την μεγάλη πετσέτα που είχε πάνω της το τριφύλλι, το σήμα της αγαπημένης του ομάδας, χτενίστηκε και έβαλε κολόνια, έτοιμος για την ‘καλημέρα’  στην κυρά του. Ένας καφές τώρα, ένας ζεστός καφές θα ήταν το καλύτερο. Στην κουζίνα δεν βρήκε την Χαρά και συνοφρυώθηκε σκεπτόμενος που θα μπορούσε να είχε πάει. «Μάλλον στην βεράντα…», σκέφτηκε, «… είδε τον ήλιο και θα σέρβιρε εκεί». Αλλά και στην βεράντα δεν την βρήκε, ούτε και στο πίσω μπαλκόνι. Άρχισε ν’ ανησυχεί, αλλά όχι σε βαθμό να την ψάξει πιο πολύ. Στην κουζίνα έφτιαξε τον καφέ του σκεπτόμενος να της κρατήσει μούτρα που δεν τον είχε περιποιηθεί, πήρε το φλιτζάνι του και κάθισε στην βεράντα. «Πιθανώς να πετάχτηκε στο μαγαζάκι που πουλούσε σχεδόν τα πάντα, για γάλα…», σκέφτηκε προσπαθώντας να δικαιολογήσει την απουσία της. Όταν όμως η ώρα πέρασε, διαπίστωσε ότι δεν είχε περάσει ούτε ένα αυτοκίνητο από τον δρόμο, δεν είχε ακουστεί κανένας ήχος, παρά μόνο το θρόισμα των δέντρων. Έσκυψε να δει καλύτερα και πραγματικά διαπίστωσε μια ηρεμία στην γειτονιά που τον παραξένεψε. Πήγε στο δωμάτιο των παιδιών. Έλειπαν! Το ίδιο και η πεθερά του! Ήταν μόνος στο σπίτι, μόνος με ένα καφέ στο χέρι και την απορία στο μυαλό. Η σκέψη του πήγε σε άσχημα πράγματα, σε απαγωγή, σε εγκατάλειψη…. Ένιωσε άσχημα. Ντύθηκε και αποφάσισε να τους ψάξει. Δεν θα μπορούσαν να είχαν πάει μακριά. Αποφάσισε να περιμένει λίγο ακόμα μήπως και γυρίσουν, λογίζοντας υπερβολικό τον φόβο του. Προσπάθησε να θυμηθεί αν είχε η Τόνια  καμιά εκδήλωση στο νηπιαγωγείο, αλλά δεν μπόρεσε να φέρει τίποτα στο μυαλό του. Κατάλαβε ότι έπρεπε κάτι να κάνει. Σήκωσε το τηλέφωνο, να ειδοποιήσει στη δουλειά ότι θα αργούσε για λίγο. Κανείς δεν απάντησε, αν και το άφησε να χτυπήσει πολλές φορές. Το έκλεισε και πήγε στην εξώπορτα, κοντοστάθηκε φωνάζοντας την Χαρά, δεν κατάλαβε γιατί το έκανε και κατέβηκε στον κήπο. Έψαξε ολόγυρα με τα μάτια, αλλά μάταια. Δεν υπήρχε κανένα σημάδι της οικογένειας του. Πήγε στο μικρό μαγαζάκι, αυτό που πουλούσε σχεδόν τα πάντα και που ο ιδιοκτήτης το είχε ονομάσει σε κάποια στιγμή ευθυμίας… «Αμάλθεια». Η πόρτα του καταστήματος ήταν ανοικτή μα μέσα δεν υπήρχε κανείς. Φώναξε αλλά απάντηση δεν πήρε από κανένα. Άναψε ένα τσιγάρο και προσπάθησε να καταλάβει τα γεγονότα, να καταλάβει που πήγαν όλοι. Βγήκε ξανά στο δρόμο και διαπίστωσε για άλλη μια φορά, ότι δεν κυκλοφορούσε κανείς, ότι κανένα αυτοκίνητο δεν πέρναγε, αν και αυτή η οδός ήταν αρκετά πολυσύχναστη. Το μαγαζί απέναντι που πουλούσε καφέδες και τοστ δεν είχε ανοίξει ακόμη. Μόνο η μεγάλη σημαία που κρεμόταν πάνω από την πόρτα κινιόταν στις ορέξεις του πρωινού αέρα. Στάθηκε στη μέση της ασφάλτου προσπαθώντας να σκεφτεί προς τα πού μπορεί να είχε πάει η οικογένεια. Αποφάσισε να κατέβει προς την Μεσογείων, ίσως να καταλάβαινε κάτι. Άρχισε να προχωρεί με αργό βήμα, ο ήλιος τον ζέσταινε αρκετά αναγκάζοντάς τον να βγάλει το σακάκι και οι απορίες του μεγάλωναν, αφού στα πρώτα δύο χιλιόμετρα που διένυσε δεν είδε κανένα άνθρωπο, ούτε σκύλο, ούτε γάτα. Στάθηκε σαν χαζός και γύρισε τα μάτια ολόγυρα. Νέκρα παντού, λες και κάποιος είχε κλέψει όλα τα ζωντανά πλάσματα. Σε κάποιο άδειο περίπτερο, είδε ένα μικρό ραδιόφωνο που αντί για μουσική ή κάποια πολιτική εκπομπή μετέδιδε μόνο κάτι σαν ήχο, κάτι σαν γρατσούνισμα, όπως τα ραδιοφωνικά παράσιτα. Σήκωσε το βλέμμα στον ουρανό. Αντελήφθη ότι ούτε πουλί πετάμενο είχε δει. Έκατσε στο ρείθρο του πεζοδρομίου και προσπάθησε να μην … τρελαθεί. Το νηπιαγωγείο δεν ήταν μακριά. Έτρεξε με όση δύναμη είχε να φτάσει…
Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Το νηπιαγωγείο, ένα σύμπλεγμα έξη αιθουσών που έμοιαζαν με μικρές βίλες, με τους τοίχους ζωγραφισμένους σε έντονα χρώματα, έμοιαζε έρημο. Οι πόρτες ολάνοιχτες, οι αυλές άδειες από παιδικές φωνές και τρεξίματα και οι ήρωες του Ντίσνεϊ στους τοίχους, χωρίς την προσοχή των πιτσιρικιών. Μια βρύση είχε παραμείνει ανοικτή και το νερό έτρεχε στην γούρνα της και κατέληγε στο τσιμεντένιο προαύλιο. Ο Γιώργος στάθηκε στη μέση του προαυλίου και έψαξε με το βλέμμα του ολόγυρα. «Μα που είναι  όλοι;», αναρωτήθηκε έντρομος τώρα. «Τι συμβαίνει τέλος πάντων; Τέλειωσαν οι άνθρωποι; Που είναι; Τι συμβαίνει; Κάποια κακόγουστη φάρσα κάνετε;», φώναξε δυνατά με όση δύναμη του έδινε η απελπισία του. Απάντηση βέβαια δεν πήρε από πουθενά. Άρχισε να τρέχει στις αίθουσες και να τις ψάχνει μια προς μια . Πουθενά κανείς. Τα παιγνίδια, τα καθίσματα, τα μαξιλάρια των παιδιών, όλα ήταν στη θέση τους, μα άνθρωπος πουθενά. Το γραφείο του διευθυντή άδειο κι αυτό, όπως και το δωμάτιο του προσωπικού. Τον είχε πιάσει πονοκέφαλος, δεν ήξερε τι να κάνει, που να πάει, τι να υποθέσει. Δεν το χώραγε ο νους του, δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Εκτός κι αν είχε πέσει ατομική βόμβα ή κάτι τέτοιο… αλλά αυτός; Πως είχε μείνει ζωντανός και αλώβητος; Μπήκε και στις τουαλέτες, αλλά κι εκεί… τίποτα. Κάθισε στις φτέρνες του και έσφιξε τους ώμους. Έριξε ένα χαστούκι στο πρόσωπο του, μήπως και κοιμόταν ακόμα, αλλά πόνεσε. Κάτι μέσα του τον προειδοποιούσε για κάτι άσχημο, κάτι αποτρόπαιο. «Δεν μπορεί να εξαφανίστηκαν όλοι…», μονολόγησε με κάποια δόση τρέλας στη φωνή του. Tα μάτια του θόλωσαν από κάποια δάκρυα που ανέβηκαν ξαφνικά από το βάθος της ψυχής του. Τον έπιασε απελπισία.
Βγήκε στον δρόμο και κοίταξε πάνω κάτω. Χωρίς να καταλαβαίνει καλά τι έκανε, άρχισε να φωνάζει τα παιδιά του και την Χαρά. Αφουγκράστηκε για ανταπόκριση. Εις μάτην όμως. Μόνο το θρόισμα των φύλλων των δέντρων του απαντούσε. Άρχισε να περπατάει στην αρχή με αργό βήμα για να καταλήξει να τρέχει σαν τρελός. Μετά από ένα τέταρτο λαχάνιασε και έκοψε την ταχύτητά του, μέχρι που σταμάτησε κάτω από μια μεγάλη ελιά. Προσπάθησε να πάρει ανάσα και ένιωσε ένα οξύ πόνο στο στήθος. Έκλαιγε; Με τις παλάμες του, σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια.
-«Εεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε……………….. κανείς;», φώναξε δυνατά. Προχώρησε και άλλο, μέχρι που φάνηκε η Μεσογείων. «Λεωφόρος είναι…», σκέφτηκε, «… όλο και κάποιον θα δω, να μάθω τι γίνεται. Δεν μπορεί να εξαφανίστηκαν όλοι!...». Άρχισε πάλι να τρέχει, ο δρόμος ερχόταν σε κάθε βήμα και πιο κοντά, η καρδιά του πήγε να σπάσει. Έφτασε και από συνήθεια κοίταξε και από τις δυό μεριές για τυχόν αυτοκίνητο. Το θέαμα τον αποκάρδιωσε. Ο δρόμος ήταν άδειος από ανθρώπους. Κάποια αυτοκίνητα εγκαταλειμμένα στο οδόστρωμα, κάποια είχαν συγκρουστεί και λες και όλα τα είχαν αφήσει με βιασύνη, απερίσκεπτα ή καλύτερα σαν ξαφνικά να είχαν εξαφανιστεί οι οδηγοί τους την ώρα που έτρεχαν στο οδόστρωμα. Έψαξε όλα τα αμάξια που ήταν κοντά του. Δεν βρήκε κανέναν, ούτε ίχνη αίματος, ούτε προσπάθεια να είχε κάνει κάποιος να αμυνθεί. Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε στο βάθος του δρόμου. Η ίδια εικόνα παντού. Κάποιες φωτιές που είχαν αρπάξει, πιθανώς από συγκρούσεις αυτοκινήτων, γέμιζαν τον ουρανό με την μαυρίλα τους. Η μυρωδιά της βενζίνης πλανιόταν στον αέρα σαν θυμίαμα σε ένα παράξενο βωμό. Ο Γιώργος συνέχισε να περπατά ανάμεσα στα αυτοκίνητα, ακόμα και στα στενά δίπλα στον κεντρικό δρόμο. Η κατάσταση ίδια, λες και εξαφανίστηκαν, εξαϋλώθηκαν οι άνθρωποι, απότομα και απροειδοποίητα. Εκείνος όμως; Αυτή την ερώτηση θα την έκανε πολλές φορές στο μέλλον. Τα φανάρια λειτουργούσαν αφού και το ηλεκτρικό ρεύμα λειτουργούσε παντού. Δεν είχε δίπλωμα οδήγησης, κάτι που δεν το ήθελε ποτέ, δεν ήξερε να οδηγεί, όμως τώρα έπρεπε να το κάνει. Ήξερε πως οδηγούν και θέλησε να μπει σ’ ένα αυτοκίνητο, πρώτα όμως έπρεπε να εξακριβώσει αν αυτό συνέβαινε και αλλού. Το κινητό του τηλέφωνο, το είχε ξεχάσει στο σπίτι πάνω στη φούρια του. Έψαξε και σε κάποιο αμάξι, στη θέση του συνοδηγού, βρήκε ένα, το οποίο ήταν ακόμα συνδεδεμένο με τον αριθμό που είχε καλέσει ο κάτοχος του. Προσπάθησε… :
-«Ναι; Είναι κανείς στη γραμμή;…», φώναξε με απελπισία. «… με ακούει κανείς;», ρώτησε προσπαθώντας ν’ ακούσει και τον παραμικρό ήχο. Άδικα. Ήταν νεκρό… Κοίταξε την οθόνη του κινητού και είδε τα λεπτά κλήσης. Η οθόνη έγραφε τέσσερις ώρες και δώδεκα λεπτά. Με το μυαλό του υπολόγισε ότι αυτή η ξαφνική εξαΰλωση, δεν ήξερε πώς να την πει, έπρεπε να είχε γίνει κατά τις πέντε τα ξημερώματα, αφού το ρολόι του τώρα έδειχνε εννέα και τέταρτο. Προχώρησε προς το επόμενο αυτοκίνητο και εδώ είδε μια ένδειξη προ εξαφάνισης των ανθρώπων. Μια γόπα από τσιγάρο πάνω στο κάθισμα, είχε κάνει μια μεγάλη τρύπα στο ύφασμα και μια μακριά μαύρη γραμμή. Του έκανε εντύπωση που οι μηχανές των οχημάτων ήταν σβηστές, ενώ όπως το υπολόγισε, αν είχαν εξαφανιστεί οι άνθρωποι τόσο απότομα, έπρεπε να είχαν μείνει αναμμένες. Γύρισε το κλειδί που ήταν στη μίζα του αυτοκινήτου και η μηχανή ανταποκρίθηκε άμεσα. Με το κινητό αυτό, προσπάθησε να πάρει το γραφείο και μετά την αδερφή του. Πάλι κανείς δεν το σήκωσε. Πέταξε το κινητό με μανία στο κάθισμα. Δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο από το να περπατήσει ανάμεσα στα ακινητοποιημένα οχήματα και να προσπαθήσει να βρει μια ένδειξη ζωής. Αλλά όσο κι αν περπατούσε, δεν έβρισκε τίποτα που να τον ενθαρρύνει. Άρχισε να γελάει, λες και Θεϊκή τρέλα είχε καταλάβει το μυαλό του. «Δεν μπορεί, σε όνειρο είμαι, σε λίγο θα ξυπνήσω, δεν … μπορεί, σε λίγο η Χαρά θα με φιλήσει… τα παιδιά θα τρέξουν να μου πουν καλημέρα… δεν μπορεί να είναι αλήθεια αυτό που ζω, όχι – όχι, εφιάλτης είναι…», μονολόγησε. Μα η ώρα που πέρναγε του αποδείκνυε το αντίθετο. Ο ουρανός εξακολουθούσε να είναι καθαρός και τα νερά από την χθεσινοβραδινή καταιγίδα είχαν στεγνώσει στους δρόμους. Ο αέρας αν και κρύος δεν ήταν δυσάρεστος, τον έκανε να νιώθει ζωντανός. Είδε το μεγάλο νοσοκομείο μπροστά του. Διέκρινε την επιγραφή στην πρόσοψη: «Ερρίκος Ντυνάν», το ήξερε και αποφάσισε να μπει μέσα. Κι εδώ η ίδια ερημιά, ίσως πιο τραγική ακόμα, αφού βρήκε σύριγγες πεσμένες στο πάτωμα με το φάρμακο ακόμα μέσα, κρεβάτια που η κατάσταση των σεντονιών έδειχναν ότι κάποιος ήταν ξαπλωμένος πάνω τους, οροί που έσταζαν στον αέρα σταγόνα – σταγόνα το υγρό τους και μηχανήματα που λειτουργούσαν κανονικά μόνο που οι ενδείξεις τους ήταν μηδενικές. Κατέβηκε στα χειρουργεία, το φως ήταν αναμμένο στους μεγάλους προβολείς και τα εργαλεία ειδικά τα νυστέρια και δυό λαβίδες είχαν καταλήξει στο μάρμαρο του πατώματος. Τα σωληνάκια και τα καλώδια από τα μηχανήματα υποστήριξης ζωής, ακουμπούσαν πάνω στο χειρουργικό τραπέζι, ενώ κάποια κινούνταν αιωρούμενα λίγο πριν ακουμπήσουν στο δάπεδο. Λες και όλοι εξαφανίστηκαν την ώρα κάποιας εγχείρησης.
 Δεν ήξερε τι να πει και τι να υποθέσει πια. Ήρθε στο μυαλό του η εικόνα της μικρής Τόνιας και της παιγνιδιάρας Μαιρούλας του, στην αγκαλιά της μαμάς τους όταν του έλεγαν καληνύχτα την προηγούμενη βραδιά. Γονάτισε και άφησε το σώμα του να παραδοθεί στο κλάμα με ένα τρέμουλο, σαν ψάρι έξω από το νερό. Η απελπισία τον έκανε να βλέπει θολά, κάποια στιγμή νόμισε ότι διέκρινε κάποια κίνηση στην άκρη του διαδρόμου έξω από το χειρουργείο. Σηκώθηκε, σκούπισε τα μάτια και έκανε να τρέξει προς τα εκεί. Παραπάτησε και έπεσε με γδούπο στο δάπεδο, ξανάπεσε άλλες δυό φορές αφού δεν μπορούσε να ελέγξει τα πόδια του. Κι όταν έφτασε επιτέλους στο σημείο εκείνο, το μόνο που είδε, ήταν ένας μεγάλος φίκος που κυμάτιζε τα κλαδιά του στην πνοή του αέρα που έμπαινε από κάποιο ξεχασμένο ανοικτό παράθυρο. Γονάτισε και χτύπησε τα χέρια κάτω. Πόνεσε και αυτό κάπως τον έκανε βρει την αυτοκυριαρχία του. Βγήκε από το νοσοκομείο και έβαλε το χέρι στα μάτια να αποκρούσει κάποια ακτίνα του χειμωνιάτικου ήλιου, που παραδόξως σήμερα, ήταν πολύ δυνατός. Αναρωτήθηκε για πολλοστή φορά, αν υπήρχε άλλος άνθρωπος στην πόλη.
Στον δρόμο, βρήκε ένα αυτοκίνητο, τα κλειδιά ήταν στη μίζα και αποφάσισε να οδηγήσει για πρώτη φορά στη ζωή του. Τι είχε να χάσει; Και να το τράκαρε, δεν φαινόταν κανένας ιδιοκτήτης να του ζητήσει ευθύνες. Κάθισε και προσπάθησε να βολευτεί με την αδεξιότητα του άπειρου. Ήξερε τους βασικούς κανόνες της οδήγησης και δεν άργησε να κάνει τα πρώτα μέτρα. Δεν απέφυγε μια μικροσύγκρουση με ένα αναποδογυρισμένο ημιφορτηγό, αλλά, μετά από πολλά «σβησίματα» της μηχανής, έφτασε στο Σύνταγμα. Εκεί ανακάλυψε ότι τα αυτοκίνητα, άλλα αναποδογυρισμένα, άλλα καμένα, άλλα κάθετα στο οδόστρωμα, έκαναν αδύνατη την κίνηση του. Με τα πόδια, συνέχισε το δρόμο του και έφτασε στο γραφείο μετά από δεκαπέντε λεπτά. Η ολάνοιχτη πόρτα προμήνυε για το θέαμα που επρόκειτο να δει. Το άδειο γραφείο, με πολλά πράγματα πεταμένα πάνω στη χοντρή κόκκινη μοκέτα αποτέλεσμα της δουλειάς της πρωινής καθαρίστριας, τα παράθυρα μισάνοιχτα, ήξερε ότι αυτό ήταν βραδινή συνήθεια της Αγλαΐας, για να ξεμυρίσει όπως  έλεγε από το τσιγάρο και το γραφείο του τακτοποιημένο όπως συνήθιζε εκείνος να το αφήνει. Κάθισε στην καρέκλα του και οι εικόνες της καθημερινότητας πλημμύρισαν το μυαλό του. Η Αγλαΐα με την δερματική αρρώστια  που της γέμιζε το πρόσωπο σπυριά, να κρατάει συνέχεια φακέλους και ρολά με σχέδια, η μικρή Ιουλία, το κορίτσι που μόλις είχε τελειώσει το Πολυτεχνείο και προσελήφθη σαν μαθητευόμενη μηχανολόγος, αλλά το μόνο καθήκον μέχρι τώρα ήταν οι καφέδες και τα αναψυκτικά και καμιά φορά … μια ωραία υποδοχή στους πελάτες, εκμεταλλευομένη το ωραίο χαμόγελο και τα ολόασπρα δόντια της. Πιο μέσα… «έβλεπε» τον κυρ Μιχάλη, έτσι τον αποκαλούσαν όλοι λόγω των εξήντα χρόνων που βάρυναν την πλάτη του, να δουλεύει σκυμμένος πάνω στο σχεδιαστήριο και τον Ευθύμη, τον νεαρό κομπιουτερά που όλη μέρα, όλο και κάτι έκανε με το ποντίκι του, απλά σε δουλειά να βρίσκεται. Έριξε την ματιά του στον μεγάλη σεφλέρα που είχε «κατακτήσει» όλη την ανατολική πλευρά του γραφείου και είχε στρέψει τα φύλλα της στο τετράγωνο παράθυρο. Δεν ήξερε αν όλα και όλους αυτούς τους φίλους και συνεργάτες θα τους ξανάβλεπε ποτέ. Πήγε στο καταψύκτη, αυτόν τον Αμερικάνικου στυλ καταψύκτη με την μεγάλη γαλάζια μπουκάλα από πάνω κι έβαλε ένα ποτήρι νερό να πιεί. Το παγωμένο υγρό κύλησε και ένιωσε την δροσιά του στο στομάχι. Ανακουφίστηκε και προσπάθησε να δει τι έπρεπε να κάνει. Σήκωσε το τηλέφωνο και προσπάθησε να καλέσει κάποιους γνωστούς. Αν και το άφησε να κουδουνίζει αρκετή ώρα, κανείς δεν απαντούσε. «Μα τον βλάκα…», μονολόγησε, «… τι κάνω; Την αστυνομία να πάρω, αμέσως…». Διαπίστωσε ότι ούτε εκεί  το σήκωσε κανείς. Μόνο ο τηλεφωνητής απαντούσε με την μονότονη φωνή του. «Κάτι είναι κι αυτό…», κάθισε και προσπάθησε ν’ απολαύσει την μηχανική φωνή, «… κάποιος μου μιλάει…», γέλασε με αυτό που είπε και άναψε τσιγάρο. Η μικρή στήλη καπνού που ανέβαινε σαν γαλάζιο σύννεφο προς το ταβάνι, ήταν το μόνο που κινιόταν έξω απ’ αυτόν. Λες και έβλεπε κάτι ζωντανό, άρχισε να την κοιτάζει και… και να την ευγνωμονεί!
Το στομάχι του άρχισε να τον ενοχλεί, ένιωθε να καίει και του ήρθε μια τάση για εμετό. Πήγε στην τουαλέτα και έσκυψε πάνω από την λεκάνη, προσπαθώντας ν’ αδειάσει το στομάχι του. Δεν είχε φάει τίποτα από το πρωί και γι αυτό απόρησε, δεν μπορούσε να καταλάβει τι τον πείραξε. «Ίσως το κρύο νερό καταχείμωνο…», σκέφτηκε, ενώ προσπαθούσε. Ο λαιμός του είχε φουσκώσει από την προσπάθεια και τα μάτια του τον έτσουζαν. Κάποια στιγμή κατάφερε να βγάλει ένα κίτρινο υγρό, πικρό σαν κινίνο και λίγο αίμα από τον λαιμό που είχε γδαρθεί. Έπεσε με γδούπο στο πάτωμα, δίπλα από την λεκάνη και έπιασε το κεφάλι του με τα δυό χέρια. Ο πανικός άρχισε για άλλη μια φορά να τον καταβάλλει, να τον πνίγει. Ένιωσε δειλός και ανίσχυρος. Μετά από είκοσι λεπτά περίπου, έριξε μπόλικο νερό στο πρόσωπο και το κρύο τον συνέφερε. Τα δάχτυλα του είχαν ασπρίσει από το σφίξιμο του νιπτήρα και το πρόσωπο που τον αντίκριζε από τον καθρέφτη, δεν μπορεί να ήταν δικό του, ήταν τα μούτρα ενός γέρου. «Κι αν είμαι ο μόνος;», αναρωτήθηκε πιο πολύ για να πάρει απάντηση από τον ίδιο του τον εαυτό: «δεν μπορεί, δεν μπορεί… θα υπάρχουν κι άλλοι… όπως εγώ… δεν μπορεί»
Πήρε ένα μικρό μαγνητοφωνάκι που βρήκε στο γραφείο της Ιουλίας, δεν κατάλαβε κι εκείνος τι το ήθελε και βγήκε στον δρόμο, ρίχνοντας ματιές παντού, αφουγκραζόμενος  για τυχόν ήχους ανθρώπινης προέλευσης. Μάταια! Άρχισε να περπατάει προς την περιοχή του Θησείου, μόνος με τα μοναχικά ερείπια των αρχαίων ναών και την σκιά της  Ακρόπολης. Περπατούσε μες την μέση του δρόμου, λες και προσπαθούσε να καταπατήσει τους νόμους που του είχαν μάθει από μικρό παιδί, οι γονείς, το σχολείο, η κοινωνία. Σταμάτησε στην είσοδο της αρχαίας αγοράς και στύλωσε τα μάτια στο μικρό μονοπάτι που οδηγούσε ψηλά στον Παρθενώνα. «Ε,εεεεεεεεεεεεεεε, ρεεεεεεεεεεεεεεεε…», φώναξε για δεύτερη φορά εκείνη την μέρα. Και πάλι του απάντησε η σιωπή κι ο αγέρας. Κοίταξε τον ήλιο ψηλά στον ουρανό και  τον είδε να χλομιάζει από δυό μεγάλα γκρίζα σύννεφα. Άρχισε να μυρίζει και πάλι βροχή. Περίμενε για λίγο, μέχρι που οι πρώτες σταγόνες άρχισαν να χοροπηδούν στο χώμα δίπλα του. Δεν ήθελε να κρυφτεί σε κάποιο από τα μαγαζιά, ήθελε να μείνει έξω στους δρόμους. Πρόσεξε ότι δεν είχε το παλτό μαζί του, το είχε αφήσει στο γραφείο και έτσι άρπαξε το τραπεζομάντιλο από ένα τραπεζάκι, πετώντας κάτω το τασάκι και την αλατοπιπερίερα. Το φόρεσε σαν μανδύα, προστατεύοντας και το κεφάλι και συνέχισε τον δρόμο του. Βγήκε στην εμπορική οδό, εκεί που ήταν τα καταστήματα με τα ρούχα και τα παπούτσια, βρήκε ένα μαγαζί που πουλούσε είδη ορειβασίας και εκδρομών. Με ένα τούβλο, έσπασε την βιτρίνα, μπήκε μέσα και προσπάθησε να βρει κάτι για την βροχή. Ένιωθε σαν κλέφτης και συνέχεια, έριχνε κλεφτές ματιές προς την πόρτα, ενώ ο συναγερμός χτυπούσε δαιμονισμένα. Το στρατιωτικό παντελόνι, προϊόν κάποιας γνωστής μάρκας του έπεσε καλά στην μέση και για το κόντεμα, χρησιμοποίησε το συρραπτικό μηχάνημα. Πήρε και μπότες και μπουφάν και … απ’ ότι χρειαζόταν. Γελώντας, έκανε τον λογαριασμό από τα καρτελάκια που κρέμονταν απ’ τα ρούχα και είδε ότι το γούστο του τελικά, ήταν πολύ ακριβό. Χαμογέλασε: «ποτέ δεν θα μπορούσα να τα αγοράσω σε άλλη περίπτωση…» μονολόγησε.
Το πρώτο αυτοκίνητο που βρήκε μπροστά του έγινε το μεταφορικό του μέσο. Δεν είχε πια σημασία που πήγαινε, απλά αποφάσισε να ψάξει, όσα πιο πολλά μέρη μπορούσε. Σταμάτησε σε μια διασταύρωση, στη μέση του οδοστρώματος και κοίταξε τον ορίζοντα μπροστά του. Ευτυχώς που τα δέντρα κουνιούνταν στο αέρα και έβλεπε κίνηση, κάποια κίνηση. Έβαλε τα χέρια στην τσέπη του μπουφάν και βρήκε τα τσιγάρα του, άναψε ένα και μέσα από το τζάμι του αυτοκινήτου, προσπάθησε να μετρήσει τις σταγόνες της βροχής, που χτυπούσαν με δύναμη, σχηματίζοντας μικρές κορώνες. Αριστερά του μια εκκλησία, στεκόταν περήφανη ανάμεσα σε μεγάλα πεύκα και ο «χρυσός» σταυρός πάνω στον τρούλο, φαινόταν να τον ειρωνεύεται. Ένιωσε τα δάκρυα να κυλούν στα μάγουλα και τα μάτια του να βλέπουν θολά. Η μικρή Τόνια και η Μαιρούλα του, ήρθαν στο νου του, στην αγκαλιά της Χαράς … του.


Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Δεξιά του είδε κάποια συνεργεία αυτοκινήτων που ειδικεύονταν  σε φορτηγά και λεωφορεία. Τα    εργαλεία των μαστόρων ήταν πεταμένα στο έδαφος και τα καπό των αυτοκινήτων ανοιχτά σαν στόματα νεκρών. Η βροχή είχε ξεπλύνει τα λάδια και τις βαλβολίνες, κάποιες βίδες και μπουλόνια είχαν παρασυρθεί στον δρόμο και τα στουπιά έπλεαν σαν μικρά καραβάκια προς τις σχάρες απορρόφησης υδάτων. Συνειδητοποίησε πόση ομορφιά είχαν κάποιες εικόνες της καθημερινότητας που πριν δεν έδινε σημασία. Βγήκε από το αυτοκίνητο και πλησίασε χωρίς λόγο. Η μυρουδιά από τις βενζίνες και τα λάδια τον συνεπήρε και τον ζάλισε ευχάριστα. Στην άλλη μεριά του δρόμου, τα ερείπια του καμένου εργοστασίου χάρτου, δέσποζε της περιοχής.  Περπάτησε κάμποσα μέτρα μέχρι που έφτασε σε ένα σταθμό του μετρό. Ειρωνικά, οι αυτόματες ηλεκτρικές σκάλες λειτουργούσαν κατεβάζοντας … κάποιους αόρατους ανθρώπους στις γραμμές του τρένου. Χαμογέλασε και κατέβηκε. «Πρέπει να μην έχει κίνηση σήμερα…. Χα χα α χα», σκέφτηκε και γέλασε με την σκέψη του αυτή. Φυσικά ο σταθμός ήταν άδειος και καμιά κίνηση συρμού δεν αναστάτωνε την ησυχία του. Περπάτησε κατά μήκος της αποβάθρας και μια επιθυμία τον κατέλαβε, να κατέβει κάτω, στις γραμμές και να περπατήσει στο τούνελ. Φοβήθηκε λίγο, το πήρε απόφαση και ξεκίνησε. Την ώρα που κατέβαζε το πόδι του στο πρώτο σκαλοπάτι, κυριολεκτικά τρόμαξε… από την ανθρώπινη δραστηριότητα που …
«Παρακαλούνται οι κύριοι επιβάτες να προσέχουν τα προσωπικά τους είδη», ακούστηκε δυνατά μια κοπέλα από τα μεγάφωνα, αρκετά δυνατά αλλά και αρκετά συγκεχυμένα. Στηρίχτηκε με την πλάτη στα τοιχώματα του τούνελ και ένιωσε ένα τρέμουλο στην σπονδυλική του στήλη, μέχρι που κατάλαβε ότι αυτό ήταν ένα ηχογραφημένο μήνυμα που κάποιο μηχάνημα το έπαιζε ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Παρ’ όλα αυτά, εγκατέλειψε την ιδέα της εξερεύνησης του τούνελ και ξαναβγήκε στην επιφάνεια. Το μάτι του έπεσε στην μεγάλη πινακίδα: «Σταθμός Ελαιώνας». Κούνησε το κεφάλι λες και είχε σημασία η τοποθεσία. Ήξερε ότι αν αυτή η κατάσταση εξακολουθούσε, αν τελικά ήταν ο μόνος άνθρωπος (και δεν είχε λόγους να μην το πιστεύει), οι τοποθεσίες και τα όρια δεν θα είχαν κανένα νόημα, καμιά ουσία. Άρχισε να προχωράει στον δρόμο με την μοναξιά του χειμερινού τοπίου. Η βροχή είχε σταματήσει τώρα, αλλά τα μικρά ποταμάκια στην άκρη του οδοστρώματος κύλαγαν τα νερά τους απτόητα. Τα δέντρα, κούναγαν τα γυμνά τους κλαδιά λες και τον χαιρετούσαν στο βάδισμα του, ενώ οι φυλλωσιές από τις νεραντζιές προσπαθούσαν, λες, να του πιάσουν κουβέντα. Λες και τον φώναζαν συνέχεια με το όνομα του. Δεν ήξερε τι να σκεφτεί το ταλαιπωρημένο του μυαλό. Στα σύννεφα έβλεπε τα πρόσωπα των κοριτσιών του, στα δέντρα άκουγε τη φωνή της Χαράς και η αναστατωμένη του καρδιά επιθυμούσε το γέλιο τους. Άρχισε να κρυώνει και κούμπωσε μέχρι τον λαιμό το μπουφάν, φόρεσε και την κουκούλα και έβαλε τα χέρια στην τσέπη να τα ζεστάνει, αναθεματίζοντας  την αβλεψία του να μην πάρει γάντια. Ακούμπησε το πακέτο με τα τσιγάρα και του ήρθε μια λαχτάρα να καπνίσει. Σταμάτησε κοντά σε μια μάντρα, ακούμπησε την πλάτη του, μιμούμενος την στάση του ήρωα των διαφημίσεων στον κινηματογράφο, με το πόδι λυγισμένο στις πέτρες και έψαξε για τον αναπτήρα του. Κάτι σκληρό βρήκε μες την αριστερή τσέπη και το μικρό μαγνητοφωνάκι που είχε πάρει από το γραφείο, βρέθηκε στα χέρια του. Το τσιγάρο κόλλησε σβηστό στα χείλη του και στην προσπάθεια να το πετάξει, τα μάτωσε. Έβαλε σε λειτουργία την μικρή συσκευή και η φωνή της Αγλαΐας ακούστηκε δυνατή και καθαρή, ν’ απαριθμεί σειρά εργασιών της για την ημέρα. Κάτι σαν προσωπικό φωνητικό ημερολόγιο. Γέλασε και αφού άκουσε όλα όσα είχαν γραφεί εκεί, το ξανάβαλε από την αρχή, έτσι για να έχει την φωνή αυτή στα αυτιά του, λίγη ώρα ακόμα. Το έβαλε κι άλλες φορές, έτσι κι αλλιώς δεν είχε τίποτα να κάνει και κάθε φορά γέλαγε και έβρισκε παρηγοριά. Άναψε επιτέλους το τσιγάρο και τράβηξε μια βαθιά ρουφηξιά, τόσο που, ένιωσε τα πνευμόνια του να τσούζουν. Βήχας τον έπιασε και έφτυσε κάτι πικρό. Το στομάχι του είχε αρχίσει να διαμαρτύρεται. Κοίταξε το ρολόι και διαπίστωσε ότι είχε περάσει αρκετή ώρα τώρα το μεσημέρι. Πείναγε.
Το Αιγάλεω, αυτός ο δήμος που ποτέ δεν τον είχε συγκινήσει στο παρελθόν, φάνηκε μπροστά στα μάτια του, με τους βρεγμένους του δρόμους και την θεόρατη πλατεία του με την πέτρινη μεγάλη εκκλησία. Κάποια ταξί παρατημένα, άλλα στην πιάτσα τους, άλλα στην μέση του δρόμου, κάποια αυτοκίνητα και φορτηγά, μερικά από αυτά αναποδογυρισμένα, με το εμπόρευμα στη μέση της ασφάλτου, τον εμπόδιζαν να περπατήσει και αναγκαζόταν να πηγαίνει  πιο πολύ με το πλάι, παρά ευθεία. Μπροστά του ένα σούπερ μάρκετ, θα ήταν καλή επιλογή για τροφή και για λίγο κρασί , αυτό το τελευταίο του βγήκε αυθορμήτως. Οι αυτόματες πόρτες, ανοιγόκλειναν, πιθανώς κάτι είχε χαλάσει στον μηχανισμό τους, λες και τον χαιρετούσαν με την είσοδο του. Πέρασε από τα ταμεία και όχι από την συνηθισμένη είσοδο, άρπαξε λαίμαργα μια φρατζόλα τυποποιημένου ψωμιού από το πρώτο ράφι δεξιά του και πήγε στο τμήμα των αλλαντικών. Σε λίγο, με την προσθήκη και λίγου κίτρινου τυριού, είχε φτιάξει ένα από τα μεγαλύτερα σάντουιτς που θα μπορούσε κανείς να απολαύσει. Βρήκε και ένα μπουκάλι φτηνού κόκκινου κρασιού και ήπιε το μισό μπουκάλι σχεδόν μονορούφι. Ξεδίψασε, αλλά και μια ζαλάδα άρχισε να τον κυριεύει. Με την κοιλιά πια γεμάτη, καθισμένος στο δάπεδο, άναψε τσιγάρο και διαπίστωσε ότι στεκόταν κάτω από την πινακίδα με το χαρακτηριστικό σήμα που απαγόρευε το κάπνισμα στον χώρο. Γέλασε και έπαιξε με τον καπνό, φτιάχνοντας δαχτυλίδια στον αέρα. Πέταξε την γόπα, αφού την έσβησε πάνω σε ένα κομμάτι βουτύρου. Άρχισε να κάνει κάποιες τρελές σκέψεις, τον έπιασε η επιθυμία να βάλει μια φωτιά, αλλά νικήθηκε από την σιέστα.
Το απόγευμα τον βρήκε σχεδόν παγωμένο πάνω στο πάτωμα του καταστήματος. Σηκώθηκε αργά, στηριζόμενος στα ράφια. Κάποιο υποχώρησε και τον έριξε κάτω, ξανασηκώθηκε και αφουγκράστηκε για κάποιο ανθρώπινο ήχο. Τίποτα. Όλα ήταν όπως και πριν, ήσυχα, άδεια και … μελαγχολικά! Στον δρόμο είδε ξανά την μεγάλη εκκλησία και την γεμάτη νεραντζιές πλατεία της. Ήθελε να πάει εκεί, θαύμασε που τα φώτα των δρόμων είχαν ανάψει και μπορούσε να βλέπει καθαρά το μέρος, όμως κάτι τον έκανε να κοντοσταθεί. Στην μεριά που ήταν ο κάδος απορριμμάτων, ακούστηκε ένας θόρυβος. «Γάτα; Λες;», μονολόγησε και έτρεξε όσο πιο γρήγορα μπορούσε να αντικρίσει το μόνο άλλο ζωντανό πλάσμα. Δεν τον ένοιαζε τι θα ήταν, έστω κι ένα μικρό ποντίκι.  Απογοητεύτηκε σαν δεν είδε τίποτα. Με την συστολή, από την πτώση της θερμοκρασίας κάποιο μεταλλικό κουτί είχε χάσει την σταθερότητα του και κατρακύλησε  στο βάθος του κάδου, γεμίζοντας τον απογοήτευση. Αποφάσισε να εξερευνήσει τους δρόμους, έπρεπε και να βρει κάποιο μέρος για την νύχτα. Μάλλον έπρεπε να διαλέξει την διάρρηξη κάποιου από τα χιλιάδες σπίτια μπροστά του.
Περιπλανήθηκε κάμποση ώρα ακόμα, σαν μεσίτης που έλεγχε σπίτια με τις απαιτήσεις του καλοζωισμένου. Πολλά του άρεσαν κι έτσι άρχισε να τα «βαθμολογεί» και να τα βάζει στην σειρά. «Αυτό για σήμερα, αυτό για αύριο, αυτό για μεθαύριο…», μονολόγησε κάπως εύθυμα τώρα, στην προοπτική του να μπορεί να πάει οπουδήποτε χωρίς όρια και εμπόδια. Για την σημερινή νύχτα, είχε βάλει στο μάτι μια μονοκατοικία, αρκετά καλοδιατηρημένη αν και φαινόταν παλιά, με μεγάλο κήπο, φροντισμένο και γεμάτο δέντρα. Βρήκε ένα λοστό και παραβίασε την πόρτα εισόδου πολύ εύκολα. Μπήκε μέσα και άναψε τα φώτα, για να αποκαλυφθεί στα μάτια του, ένα πολύ ζεστό σπίτι με παχιά χαλιά, πίνακες με τοπία στους τοίχους και γενικώς διακόσμηση και καθαριότητα που εκθείαζε τον ιδιοκτήτη του. Άνοιξε την τηλεόραση, μήπως και δει κάτι ζωντανό, από κάπου, έστω και από την άλλη μεριά του κόσμου ακόμα. Στην καλωδιακή, κάποια ντοκιμαντέρ εξηγούσαν πως ζουν και σκοτώνουν τα ζώα στην ζούγκλα, κάποια κανάλια είχαν εκείνο το χαρακτηριστικό τηλεοπτικό «χιόνι» και τα υπόλοιπα, προγράμματα σε «κονσέρβα». Χάζεψε για λίγο βλέποντας τον ένα σταθμό μετά τον άλλο, κουράστηκε και πήγε στην κουζίνα. Κάτι ήθελε να πιεί και οι μπύρες που βρήκε, ήταν βάλσαμο για τα κλονισμένα του νεύρα. Χωρίς να καταλάβει τον λόγο, άρχισε να ψάχνει το σπίτι, άνοιξε τα συρτάρια και τις ντουλάπες σε όλα τα δωμάτια. Μπερδεύτηκε σαν προσπάθησε στο μυαλό του να συνδυάσει την πληθώρα των κεντημάτων με τα πορνό CD, τα ασημένια μαχαιροπίρουνα με τις αφίσες των PINK FLOYD στους τοίχους του πίσω δωματίου. Μια πίπα, αλλά κι ένα πακέτο τσιγάρα, ήταν επάνω στο τραπεζάκι του χολ, δίπλα σε ένα χοντρό κρυστάλλινο τασάκι. Το λογικό συμπέρασμα… μια οικογένεια με ένα γιό πρέπει να ζούσαν εκεί. Του άρεσε αυτό που έκανε, το είδε σαν παιγνίδι του μυαλού και αποφάσισε να το παίζει σε κάθε σπίτι που θα «επισκεπτόταν» στο μέλλον. Ξάπλωσε αφού έβαλε κάτι να δει στο DVD player, μια παλιά ταινία από την δεκαετία του ’60 και επιτέλους… είδε ανθρώπους να μιλούν. Ο Μορφέας τον χάιδεψε απαλά και τον πήρε στην αγκαλιά του! Είχε πολύ χρόνο μπροστά του ακόμα να εξηγήσει, αν θα μπορούσε, να καταλάβει, αν θα μπορούσε ποτέ. Στο όνειρό του, έφερε την Τόνια και την Μαίρη, τους ανακάτεψε τα μαλλάκια, κάτι που έφερε και τις φωνές της μικρής και … τις φίλησε στα δροσερά τους μαγουλάκια. Δεν απόρησε που η Χαρά έλειπε από το όνειρο.

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Η Τόνια τον χάιδεψε με όλη της την παλάμη και ήταν το πιο τρυφερό άγγιγμα που είχε νιώσει ποτέ του. Χαμογέλασε με άπληστη διάθεση και για άλλο ένα χάδι. Κάποιος έσπρωχνε και την μικρή του Μαίρη, την έσπρωχνε να πάει πιο κοντά του, αλλά εκείνη αντιστεκόταν κλαίγοντας. Ακούστηκε μια φωνή, μια άγνωστη φωνή που τον τρόμαξε και στριφογύρισε στον ύπνο του. Το όνειρο κόπηκε και ένιωσε σαν να του κοβόταν η ανάσα. Προσπαθούσε να πάρει αέρα και δεν μπορούσε. Πετάχτηκε όρθιος και κοίταξε ολόγυρα στο δωμάτιο που βρισκόταν. Νόμισε ότι εκείνη η άγνωστη φωνή, αντρική πρέπει να ήταν, εξακολουθούσε ν’ ακούγεται από κάπου πιο μακριά τώρα. Δεν την καταλάβαινε, αλλά τον ενοχλούσε που έμπαινε ανάμεσα στις κόρες του κι αυτόν. Ο πίνακας που ήταν απέναντι, στον τοίχο, έδειχνε ένα ψηλό χιονισμένο βουνό και μια λίμνη με πολύ πράσινα δέντρα και γαλάζιο ουρανό. Δεν μπόρεσε να μην θαυμάσει την ανώτερη κλάση της κακογουστιάς που έβλεπε. Τα έντονα χρώματα της ελαιογραφίας, πρέπει να ήταν ελαιογραφία, η χρυσή κορνίζα και η θεόρατη υπογραφή του ζωγράφου στο κάτω μέρος, του δημιουργούσαν την ανάγκη να τον «κατεβάσει», να τον σκίσει ή ακόμα και να τον κάψει. Πήγε στην κουζίνα και από το ψυγείο πήρε μια μπουκάλα με παγωμένο νερό. Πάντα τον ανακούφιζε το παγωμένο νερό αν και μερικές φορές το στομάχι του διαμαρτυρόταν. Πήγε στο μέσα δωμάτιο και έψαξε ανάμεσα σε στοίβες βιβλίων και από CD μουσικής. Βρήκε ένα πακέτο Αμερικάνικων περιοδικών που αναφέρονταν σε ροκ μουσική, με κάποιους διαβολικά βαμμένους μουσικούς σε μέγεθος αφίσας και διαφόρων ειδών τσιγάρα. Πέντε διαφορετικά πακέτα που το καθένα περιείχε πέντε έως έξη τσιγάρα αλλά και μικρά πουράκια. Άναψε ένα και το κοίταξε με θαυμασμό, αναγνωρίζοντας την καλή ποιότητα του καπνού. Το μάτι του έπεσε σε κάποια περιοδικά πορνό, επιμελώς στοιβαγμένα σε μια άκρη, κάτω από το κρεβάτι. Τα πήρε και έριξε μια ματιά ξεφυλλίζοντας με το ένα χέρι, σταματώντας σε κάποιες ερωτικές στάσεις που του φάνηκαν περίεργες ή ακόμα και άγνωστές του. Γέλασε και συνέχισε την περιήγηση στις γυαλιστερές σελίδες των περιοδικών. Μέσα του κάτι ένοιωσε, κάτι σαν αναστάτωση, σαν … αυνανίστηκε εκεί που ήταν. Όλο το βάρος από την ψυχή του, λες και γλίστρησε στο πάτωμα, μαζί με το σπέρμα. Η καρδιά του είχε αρχίσει να χτυπάει βάναυσα, δυνατά και γρήγορα, λες και ήθελε να βγει από το στήθος του. Το σχεδόν καυτό νερό στο μπάνιο, τον τόνωσε και κάθισε σταυροπόδι να το απολαύσει, μέσα στην μικρή μπανιέρα. Είδε από το παράθυρο τον ουρανό που έπαιρνε εκείνο το γκριζογάλανο, χειμωνιάτικο χρώμα του. Σε λίγο θα φαινόταν και ο ήλιος που θα του χάριζε άλλη μια εικόνα του έρημου κόσμου του.
Η πόλη ήταν ακριβώς ίδια με την προηγούμενη μέρα, με την ίδια ακινησία του, με την ίδια… βουβαμάρα του. Προχώρησε με μια λαχτάρα να οδηγήσει, είχε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση τώρα, νόμιζε ότι είχε γίνει… τουλάχιστον οδηγός αγώνων. Χαμογέλασε στη σκέψη και άρχισε να διαλέγει το κατάλληλο αυτοκίνητο, που θα ανταποκρινόταν στις οδηγικές του ικανότητες. Μια μεγάλη μαύρη κούρσα που ήταν εγκαταλειμμένη στη μέση του δρόμου, του φάνηκε ελκυστική. Όταν έβαλε μπροστά την μηχανή, νόμισε ότι το πόδι του τον έτρωγε να πατήσει το γκάζι. Και το έκανε. Αυτός ήταν ο λόγος, που άλλαξε αυτοκίνητο σε λίγα δευτερόλεπτα. Το μαύρο… «άτι», είχε τσαλακωθεί άσχημα στον απέναντι τοίχο, οι αερόσακοι είχαν ανοίξει και οι πόρτες διάπλατα ανοικτές, το είχαν βάλει πείσμα να μην ξανακλείσουν. Η λύση βρέθηκε στο κίτρινο ταξί, που λίγο πιο μπροστά περίμενε κάθετα σχεδόν στην άσφαλτο. Αυτή την φορά πάτησε ελαφρά το πεντάλ, αφού το ίδιο προσεκτικά άφησε τον συμπλέκτη. Το όχημα αναστέναξε για κάποια δευτερόλεπτα και άρχισε σιγά – σιγά νε μετρά μέτρα στην λεωφόρο.
Χρειάστηκε πάνω από δυό ώρες και ν’ αλλάξει κάμποσα οχήματα, μέχρι να φτάσει ξανά στα γνώριμα του στέκια στον Χολαργό. Κάτι μέσα του τον έτρωγε ότι δεν είχε ψάξει αρκετά για την οικογένεια του. Αλλά δεν ήξερε και τι να κάνει, που να πάει, τουλάχιστον θα ήταν εκεί, θα έκανε ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατό. Προσπάθησε να σκεφτεί από πού να ξαναρχίσει αυτή την δεύτερη έρευνα, να σκεφτεί τα «στέκια» της Χαράς και των παιδιών, το ταχυφαγείο στην άκρη του δρόμου του νηπιαγωγείου, (απόρησε που δεν το είχε σκεφτεί πιο μπροστά), αλλά πρώτα ανέβηκε στο σπίτι. Βρήκε τα πράγματα όπως τα είχε αφήσει ή καλύτερα όπως ατάκτως τα είχε παρατήσει. Προσπάθησε γι άλλη μια φορά να επικοινωνήσει με γνωστούς με το τηλέφωνο, αλλά και πάλι, μόνο ο ήχος της κλήσης ακουγόταν. Τώρα περπατούσε στο δρόμο και έφτασε στο ταχυφαγείο που τα πιτσιρίκια έπρεπε να το είχαν αναστατώσει κανονικά με τις στριγκλιές τους. Η ησυχία όμως που επικρατούσε όμως… ήταν εκκωφαντική. Ρεύμα δεν υπήρχε στο μαγαζί, πιθανόν κάποια φωτιά από τοστ που είχε μείνει στη σχάρα, καταστρέφοντας τα μηχανήματα, είχε κόψει και την παροχή ηλεκτρισμού. Τα ψυγεία άφηναν τα τρόφιμα πια στη μοίρα τους. Βρήκε κάτι να φάει και έφτιαξε καφέ με ένα μικρό καμινέτο, τώρα θα μπορούσε να σκεφτεί πιο σωστά, όσο ακόμα υπήρχε κάποιου είδους λογική σε αυτόν τον κόσμο. Κάθισε σε ένα τραπεζάκι έξω στην μικρή αυλή, δίπλα από μια μεγάλη τσουλήθρα σε σχήμα δράκου και προσπάθησε να ζεσταθεί από τις ακτίνες του χλωμού ήλιου. Η καφεΐνη στο αίμα του, φαίνεται ότι είχε αρχίσει να λειτουργεί γιατί ξαφνικά ένιωσε μια υπερδιέγερση και επιθυμία να κουνηθεί, να κάνει κάτι. «Αλλά τι σημασία έχει το τι να κάνω;», αναρωτήθηκε κοιτώντας τον δρόμο μπροστά του. Θα καταλάβαινε πολύ αργότερα την βαρύτητα της ερώτησης που μόλις είχε κάνει στον εαυτό του. Άναψε την μικρή τηλεόραση που βρήκε στο μικρό αυτόν χώρο και είδε πάλι τα γνωστά τηλεοπτικά «χιόνια». Έσκυψε το κεφάλι και προσπάθησε να κλάψει, αλλά δάκρυ δεν μπορούσε να βγει, λυγμός δεν του ερχόταν. Αντιλήφθηκε ότι το μυαλό του είχε αρχίσει να αποδέχεται την επικρατούσα κατάσταση, να αποδέχεται αυτή την … μοναδικότητα του.
Δυό ώρες πέρασαν χωρίς να έχει αποφασίσει για την επόμενη κίνηση του. Ήθελε να μείνει κι άλλο εκεί, να ψάξει για την οικογένεια, κάτι όμως μέσα του τον παρακινούσε σε φυγή. Και αυτό έκανε για το υπόλοιπο της ημέρας του. Όλο και κάποιο μπακάλικο ή σούπερ μάρκετ θα τον προμήθευε με φαγητό, όλο και κάποιο σπίτι θα ήταν έτοιμο για την βραδινή του διάρρηξη. Περπάτησε τον κατηφορικό δρόμο με τα αυτί του τεντωμένο για κάποιο ανθρώπινο θόρυβο. Με μεγαλύτερη τώρα οδηγική αυτοπεποίθηση, κάθισε στο τιμόνι ενός μικρού φορτηγού, μιας εταιρίας που μετέφερε γάλα και άρχισε να διασχίζει την Μεσογείων οδηγώντας με αργές κινήσεις, σαν μικρό παιδί και μιμούμενος τον θόρυβο της μηχανής με το στόμα. Γέλασε που είχε το κουράγιο να παίζει, αυτός που προ λίγου είχε πέσει σε απελπισία. «Είμαι μόνος σε όλη την πόλη…», φώναξε με λαχτάρα, «… μπορεί και σε όλο τον κόσμο….». Και απάνω στην χαρά του, ακούστηκε πάλι μέσα στο μυαλό του, εκείνη η άγνωστη, ενοχλητική φωνή. Λες και κάποιος πάνω από την οροφή του αυτοκινήτου, του μίλαγε. Κούνησε το κεφάλι και η φωνή σταμάτησε. Ένιωσε πόνο στην μέση και προσπάθησε να ηρεμίσει από την υπερδιέγερση που καταλάβαινε ότι τον είχε κυριεύσει. Σταμάτησε το αυτοκίνητο εκεί που ήταν, στη μέση του δρόμου, ποια η ανάγκη να κάνει στην άκρη και παρατήρησε την βροχή που είχε αρχίσει να πέφτει πάλι. Έβαλε το δάχτυλο στο τζάμι και ακολούθησε την πορεία μιας σταγόνας προς το πλάι. Άρχισε να κρυώνει, το νερό παρατήρησε, δεν ήταν υγρό, είχε μια ελαφρά μορφή πάγου μέσα του, κάτι σαν χιονόνερο. Κοίταξε τον ουρανό σκύβοντας πάνω στο τιμόνι και είδε μεγάλα γκρίζα σύννεφα να πυκνώνουν και το χιονόνερο να πυκνώνει και να γίνεται χιόνι. «Μάλιστα…», μουρμούρισε, «… μάλιστα, τώρα θα δούμε άσπρη μέρα….!». Γέλασε με το αστείο του και κατέβηκε να περπατήσει, χωρίς ομπρέλα αλλά με την κουκούλα του μπουφάν σηκωμένη για προστασία. Ο πόνος στο κεφάλι ήταν έντονος σαν σουβλιά, λες και κάποιος προσπαθούσε με τσεκούρι, να του το ανοίξει στα δύο. Γονάτισε και έσφιξε τα μηλίγγια του, προσπαθώντας να ησυχάσει. Αυτό, ευτυχώς κράτησε μόνο λίγα δευτερόλεπτα. Η φωνή από τα πάνω, ξανακούστηκε, δεν μπορούσε να καταλάβει τι έλεγε, αλλά σίγουρα ήταν ανθρώπινη. Κοίταξε ολόγυρα και φυσικά δεν διέκρινε τίποτα απολύτως. «Λες να τρελαίνομαι;», αναρωτήθηκε έντρομος. Διαφώνησε με τον εαυτό του, μπορούσε να το κάνει αυτό, ακόμα τουλάχιστον και ξεκίνησε το βάδισμα. Τα πεζοδρόμια είχαν αρχίσει να πιάνουν εκείνο το λευκό χνούδι του πρώτου χιονιού καθώς τα σύννεφα έστελναν πιο χοντρές και πυκνές νιφάδες. Το μεγάλο κτίριο μπροστά του, ήταν ένα από αυτά που πάντα ήθελε να επισκεφτεί και τώρα αποφάσισε να μπει ανενόχλητος και χωρίς καμιά ερώτηση. Τον σαγήνευε πάντα η Βουλή των Ελλήνων και αν κάποτε ήθελε να της βάλει φωτιά ή όποια άλλη  άνομη ενέργεια να κάνει, δεν έπαυε να τον συγκινεί. Μπήκε από την κύρια είσοδο, από κει που εισερχόταν ο εκάστοτε πρωθυπουργός και με μια κίνηση του χεριού, σαν να χαιρετούσε αόρατα πλήθη που τον επευφημούσαν, περπάτησε στα μάρμαρα των διαδρόμων του πρώην παλατιού. Τα βήματά του, τον έφεραν στο πρώτο μεγάλο αίθριο του κτιρίου, όπου δεν προλάβαινε να συλλαμβάνει τις εκπληκτικού πλούτου λεπτομέρειες της αίθουσας. Αναρωτήθηκε τι την ήθελαν τόση χλιδή οι Έλληνες βουλευτές. Του θύμιζαν τους βασιλιάδες από τον Όθωνα και μετά, την φαυλότητα των βασιλικών αυλικών, παρά την αφιερωμένη στον λαό δημοκρατική κυβέρνηση. Κούνησε απογοητευμένος το κεφάλι, όχι για την ομορφιά του χώρου, αλλά γιατί τόσα χρόνια ψήφιζε με πίστη τα κόμματα. Μπήκε στην μεγάλη αίθουσα των συνεδριάσεων και κάθισε στην έδρα ή μάλλον στον θρόνο του προέδρου της βουλής. Όλα τα έβλεπε από ψηλά τώρα, όλα τα έβλεπε … μάταια. Σήκωσε το χέρι και έβγαλε ένα μικρό λόγο, δυναμώνοντας το μικρόφωνο στο μέγιστο της ισχύος του. Γέλασε και άρχισε να μιμείται τις κινήσεις αυτοθαυμασμού του Μουσολίνι , αλλά με περισσότερη αυταρέσκεια. Κλώτσησε το έδρανο, με αποτέλεσμα να σπάσει το ξύλο και απαίτησε από τους βουλευτές να χειροκροτήσουν. Και τον χειροκρότησαν όλοι με την καρδιά τους, από κάθε παράταξη. Έτσι πολύ σύντομα έσωσε την πολυπικραμένη Ελλάδα από την καταστροφή που την απειλούσε. Φούσκωσε το στήθος σαν γαλοπούλα και κατέβηκε στο προαύλιο, χωρίς βέβαια να παραλείψει τους πανηγυρικούς χαιρετισμούς του, προς τα αλαλάζοντα πλήθη. «Στις επόμενες εκλογές…», σκέφτηκε, «… εκατόν ένα τοις εκατό θα πάρει το … ΚΟ.ΜΟ.ΕΛ.», το κόμμα που μόλις  είχε δημιουργήσει στο νου του. «Κόμμα μοναχικών Ελλήνων», γέλασε και προχώρησε προς την πλατεία Συντάγματος. Το χιόνι είχε πυκνώσει τώρα και οι μπότες του δεν του πρόσφεραν μεγάλη σταθερότητα στα μάρμαρα της μεγάλης σκάλας. Κοίταξε δεξιά του και βρήκε το καταφύγιο για κείνη την μέρα. Το μεγάλο ξενοδοχείο έστεκε περήφανο και αγέρωχα στην γωνία με την Πανεπιστημίου, τον περίμενε και ήξερε πως όλοι οι υπάλληλοί του ανυπομονούσαν να τον περιποιηθούν. Στάθηκε στη μέση της πλατείας και αφουγκράστηκε. Απογοητεύτηκε από το αναμενόμενο αποτέλεσμα και άφησε το χιόνι να του ασπρίσει τα μαλλιά. Κάπου είχε διαβάσει κάτι τέτοιο, για κάτι που ήταν καλό γιατί άλλαζε χρώμα στα μαλλιά, τα ασήμωνε λέει και δεν φαίνονταν που ήταν άσπρα, του ήρθε το όνομα του Ρίτσου στο μυαλό, δεν ήταν σίγουρος και άφησε την σκέψη κατά μέρους. Τι θα εξυπηρετούσε να θυμόταν τον ποιητή ή τον συγγραφέα; Τι νόημα θα είχαν τώρα πια τέτοια λέξεις, τέτοια λόγια, τέτοια νοήματα; Μπήκε στο ξενοδοχείο, αφού πρώτα χαιρέτισε τον άφαντο «ναύαρχο» και έτριψε τα χέρια να ζεσταθεί, ευλογώντας τα καλοριφέρ που λειτουργούσαν σε όλη τους την ένταση. Πήγε στην ρεσεψιόν και ζήτησε την ακριβότερη και πολυτελέστερη σουίτα. Μπήκε από την μέσα μεριά του μαρμάρινου πάγκου και πήρε ένα ηλεκτρονικό κλειδί. 
«Θα θέλατε την βασιλική σουίτα κύριε Χαριτόπουλε; Θα ήταν τιμή μας…», προσποιήθηκε τον μετρ του ξενοδοχείου.
«Βεβαίως…», απάντησε περνώντας από την άλλη πλευρά, «… και βέβαια είναι τιμή σας!»
Έδιωξε τις δεκάδες των φανταστικών γκρουμ που έτρεξαν να πάρουν τις αποσκευές του και ανέβηκε με τις σκάλες μέχρι τον πέμπτο όροφο. Άνοιξε την πόρτα του δωματίου και το μάτι του έπεσε στο μεγάλο πιάνο. Διάβασε «Bosendorfer» και πλησίασε να παίξει με τα πλήκτρα. Η μουσική, δυστυχώς ήξερε μόνο δυό τρία τραγούδια να παίζει, όρμησε στον χώρο και τον έκανε να μοιάζει πιο όμορφος. Όσο πιο όμορφος μπορούσε, αφού η πολυτέλεια του, ίσως να μην έπαιρνε καλυτέρευση. Το μεγάλο σαλόνι της σουίτας, η τραπεζαρία των δέκα ατόμων και το υπέροχο γραφείο από τικ ξύλο, επέβαλλαν ένα σεβασμό και μια ωριμότητα συμπεριφοράς. Η βιβλιοθήκη και αυτή από το ίδιο ξύλο, όπως άλλωστε όλο το δωμάτιο, ήταν γεμάτη από βιβλία, που όμως ο Γιώργος δεν τα ακούμπησε καν. Η κρεβατοκάμαρα με τα τρία μεγάλα παράθυρα που άφηναν όλο το φως, από ανατολικά και νότια, ανενόχλητο να εισβάλλει στον χώρο, ήταν πραγματικά βασιλικών προδιαγραφών. Πέταξε τα λερωμένα του παπούτσια στην άκρη με δύναμη και βούτηξε, σαν να ήταν στη θάλασσα, πάνω στο θεόρατο κρεβάτι. Έπαιξε με το πάπλωμα και τα σεντόνια, πέταξε και τα μαξιλάρια όσο πιο μακριά μπορούσε και μπρούμυτα, άφησε τον εαυτό του να ταξιδέψει στα όνειρα. Η φωνή που τον ενοχλούσε όλη μέρα, παρουσιάστηκε πάλι χωρίς, για άλλη μια φορά, να βγάλει νόημα από τα λεγόμενά της και πίεσε τους κροτάφους να την διώξει. 

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

Σκέφτηκε να κάνει αυτό το ξενοδοχείο το στρατηγείο, σπίτι του και καταφύγιό του. Ήξερε όμως ότι αυτό δεν θα γινόταν ποτέ, γνώριζε ότι έπρεπε να γυρίσει όσο πιο πολύ μπορούσε την Αθήνα, μετά ποιος ξέρει, ίσως και όλη την Ελλάδα, ίσως ακόμα και τον υπόλοιπο κόσμο. Στις σκέψεις του πια, επικρατούσε η άποψη, ότι τελικά ήταν μόνος, ότι δεν υπήρχε κάποιο άλλο έμβιο ον, εκτός από τα φυτά και τα δέντρα. Δεν θα τα παράταγε όμως έτσι… αμαχητί. Θα έψαχνε, θα έψαχνε παντού, όπου ήταν απαραίτητο για να βρει συνάνθρωπο. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε γίνει και εξαφανίστηκαν όλοι, αλλά όπως αυτός υπήρχε, έτσι θα έβρισκε κι άλλους. Κάπου θα ήταν κρυμμένοι, φοβισμένοι ίσως, στην αρχή της παραφροσύνης. Συλλογιζόταν κάθε πιθανό τρόπο, κάθε λόγο που συνέβη… αυτό που τελικά συνέβη και ζούσε. Απέκλεισε την έκρηξη πυρηνικής ή κάποιας άλλης βόμβας, απέκλεισε λοιμούς και αρρώστιες. Το μόνο που θα μπορούσε να σκεφτεί ήταν… «μπα, αποκλείεται…», συλλογίστηκε χαμογελώντας. Μικρότερος είχε διαβάσει για την στρέβλωση του χώρου ή και του χρόνου, για την δημιουργία σκουληκότρυπας και για παράλληλα σύμπαντα, αλλά τα έβρισκε τόσο φανταστικά που δεν τολμούσε να τα πιστέψει. «Μήπως;», αναρωτήθηκε, «… μήπως είμαι σε άλλο σύμπαν; Βρε μπας και αυτοί οι τρελοφυσικοί είχαν δίκιο; Μπα, δεν μπορεί… αλλά πάλι…». Η σκέψη έμεινε στη μέση, οι απαντήσεις ήταν αδύνατες. Μπορεί να ήταν μηχανικός, μηχανολόγος μηχανικός, αλλά πίστευε στα υλικά και στα πράγματα που αντιλαμβανόταν με τις αισθήσεις, αυτά που ήξερε να τα αντιμετωπίζει στην καθημερινότητα του. Τα θεωρητικά, του φαίνονταν … παραμύθια. 
Κατέβηκε στο δρόμο και πήγε προς την πλατεία Ομονοίας με τα πόδια, χαζεύοντας τις επιγραφές των καταστημάτων και τις προθήκες των κινηματογράφων.  Το χιόνι δεν είχε σταματήσει ούτε στιγμή, οι δρόμοι, αφού δεν τους πατούσαν αυτοκίνητα, είχαν ασπρίσει και άρχιζαν να σχηματίζουν τον επικίνδυνο πάγο τους. Φοβήθηκε να μην γλιστρήσει και περπατούσε αργά και στηριζόμενος στα κάγκελα των πεζοδρομίων. Ένας τραυματισμός τώρα, δεν θα ήταν ότι πιο καλό θα μπορούσε να του συμβεί. Γιατροί πια δεν υπήρχαν, ούτε … όμορφες νοσοκόμες! 
Μπήκε σε ένα εστιατόριο, το πρώτο που βρήκε μπροστά του και προσπάθησε να φάει κάτι. Φοβόταν ότι μετά από λίγο καιρό, τα τρόφιμα θα χαλούσαν και η επιβίωση θα γινόταν δύσκολη. Όσο κι αν τα ψυγεία παντού λειτουργούσαν, τα τρόφιμα κάποια στιγμή…
Ήπιε ένα μπουκάλι κρασί, άναψε το τσιγάρο που κρατούσε αρκετή ώρα στα δάχτυλα και κοίταξε τα μαύρα σκοτάδια έξω από το μαγαζί. Η νύχτα είχε πέσει απότομα και ολόμαυρη. Τα φώτα των δρόμων, είχαν ανάψει στην ώρα τους και έδειχναν τώρα τον χορό των νιφάδων. Η ορατότητα είχε πέσει στα πέντε μέτρα, κάτι τέτοιο δεν είχε ξαναδεί, τα τελευταία χρόνια τουλάχιστον και το κρύο πιρούνιαζε το σώμα του, όσο κι αν η θέρμανση στο μαγαζί λειτουργούσε κανονικά. Μετά από ώρα, αποφάσισε να γυρίσει στο ξενοδοχείο με την πιθανότητα ότι θα μπορούσε να μείνει μέσα για αρκετές μέρες. Θα άφηνε την εξερεύνηση για αργότερα. Από την βιτρίνα ενός μαγαζιού που την έσπασε με μια μεγάλη πέτρα, πήρε ένα χοντρό πλεκτό και ένα ζευγάρι δερμάτινα γάντια. Μπήκε στο ξενοδοχείο και η ζέστη τον χτύπησε στο πρόσωπο, ζεστάθηκε και έβγαλε το μπουφάν. Δεν είχε όρεξη να παίξει με τον … υπάλληλο της ρεσεψιόν, ούτε με τα γκρουμ και ανέβηκε στο δωμάτιό του. Έπεσε στην μεγάλη πολυθρόνα και άναψε την τηλεόραση. Τα αιώνια τηλεοπτικά χιόνια, έκαναν την εμφάνισή τους και προτίμησε ένα καλωδιακό σταθμό που έδειχνε κάποιο ντοκιμαντέρ. Μετά από λίγο βαρέθηκε και διάλεξε μια ταινία από το απόθεμα που βρήκε στο ντουλαπάκι της κρεβατοκάμαρας. Άκουγε επιτέλους ανθρώπινη φωνή και μάλιστα αγαπημένη καθώς είχε διαλέξει Ελληνική ταινία και ο κύριος Πετρόχειλος προσπαθούσε να γίνει από στρίγκλος, αρνάκι, ενώ η Μάρω Κοντού, έδινε ρεσιτάλ ομορφιάς, αφού με το ηθοποιίας … είχε κάποιο πρόβλημα. Λίγο το κρασί, λίγο η ταινία, έκαναν τα βλέφαρα να γέρνουν και μια γλυκιά ζαλάδα είχε αρχίσει να χαϊδεύει τον νου του. Η Τόνια του τον καληνύχτισε για να ακολουθήσει η μουτρωμένη Μαίρη του. Πρόλαβε και είδε την άκρη του χεριού της Χαράς, το πρόσωπό της ήταν θαμπό, αλλά καταλάβαινε ότι ήταν η γυναίκα του. Χαμογέλασε σαν έκλεινε τα μάτια όπως ήταν στην άνετη πολυθρόνα. Άκουσε πάλι εκείνη την φωνή μέσα στο κρανίο, αλλά ένιωθε εξουθενωμένος για να κάνει κάτι. Ο ύπνος τον πήρε απαλά ενώ στην ταινία ο Κωνσταντάρας φώναζε στα «ρεμάλια» του. Το ροχαλητό του ήταν δυνατό και διαπεραστικό. 
Ο Τάκης φάνηκε ξαφνικά από κάποια γωνιά του ονείρου του. Έτσι με την αιώνια μπλε βερμούδα του, την μόνιμα λερωμένη μπλούζα με τα ακαταλαβίστικα λόγια μπροστά και τις άσπρες κάλτσες, να περπατά στους δρόμους της Κυψέλης. Στο βάθος η πλατεία του Αγίου Γεωργίου, φαινόταν θολά με τις μεγάλες ακακίες φουντωμένες. 
-«Πάμε για ένα Αμερικανάκι;»,  άκουσε τη φωνή του. Ο Τάκης ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερος, αλλά τα δυό παιδιά είχαν ταιριάξει απόλυτα μεταξύ τους και σκέφτονταν τις ίδιες σχεδόν σκανταλιές. Δεκατεσσάρων ο Τάκης λοιπόν, δεκατρία ο Γιώργος, το μυαλό τους ήταν συνεχώς στο «Αμερικανάκι» και στα πόδια της Νάντιας, της δεκαοκτάχρονης κόρης του περιπτερά, που τα παχουλά της μπούτια, είχαν γίνει εμμονή των δυό νεαρών. 
-«Ναι, ρε, πάμε, λες να είναι και η Νάντια εκεί; Θα φοράει λες κι εκείνη την κοντή φούστα με τις πιέτες;’
-«Ορέ, τι θα δούμε πάλι!!! Ξέρεις πόσο θέλεις να την τσιμπήσω; Σαν… σαν … «
-«Ξέρω, ξέρω, σαν κολασμένος. Έτσι;», γέλασε με πονηρή ματιά.
-«Αχ, Παναγιά μου, τι θα μπορούσα να της κάνω! Και μόνο που το σκέφτομαι… να κοίτα…» και του έδειξε το μπροστινό μέρος της βερμούδας του. 
Ο Γιώργος γέλασε σαν είδε το φούσκωμα και σαν πιο ντροπαλός, προσπάθησε να κρύψει με τα χέρια του το δικό του. Έσκυψε το κεφάλι και προχώρησε μπροστά προς την πλατεία, δίνοντας υπόσχεση στον εαυτό του, να μην ρίξει ούτε μια ματιά προς το περίπτερο. Σαν έφτασαν, κάθισαν στο παγκάκι να αποφασίσουν ποιο «τέρμα» θα έπαιρνε ο καθένας και ποιος θα έκανε το πρώτο σουτ. Το βογγητό του Τάκη, τον έκανε να γυρίσει και να μείνει ακίνητος σαν μαρμαρωμένος. Η Νάντια είχε σκύψει να πάρει κάτι εφημερίδες από το πεζοδρόμιο, ήξερε βέβαια ότι οι δυό πιτσιρίκοι την «έπαιρναν μάτι» και βέβαια η κοντή, φαρδιά της φούστα, έκανε τα μεγάλα αποκαλυπτήρια. Κάθε φορά που έσκυβε, έριχνε και ένα βλέμμα όλο νόημα, συνοδευόμενο με κοφτό γελάκι προς το μέρος τους, σαν να υποσχόταν κάτι αόριστο αλλά σκανδαλιστικό. Όχι βέβαια ότι είχε στο νου της τα δυό πιτσιρίκια, αλλά το ύφος τους και το ανοικτό τους στόμα στην θωριά της, την διασκέδαζε αφάνταστα. Καλοκαίρι ήταν, πήρε κι ένα παγωτό με ξυλάκι από το ψυγείο της «ΕΒΓΑ» και άρχισε να το γλύφει αργά και βασανιστικά. 
-«Αυτή είναι γυναίκα ε; Πω πω αδερφέ μου, κοίτα τα μπούτια της…», ακούστηκε η φωνή του ξαναμμένου Γιώργου.
-«Ναι μωρέ αδερφέ μου! Δες και τον κώλο της…! Ξέρεις τι μου είπε ο Αντώνης; Ένας φίλος του αδερφού του την πηδάει κάθε μέρα σχεδόν. Και όλοι εδώ οι «μεγάλοι», (όπου μεγάλος ήταν πάνω από είκοσι), την έχουν ξεσκίσει ρε. Άκου με που σου λέω, μεγάλη πουτάνα … άκου με…». Έβαλε το δάχτυλο στη μύτη και την έξυσε, έβγαλε μια μύξα και την πέταξε με τα δάχτυλα μακριά του. Έδεσε τα κορδόνια του, σήκωσε τις κάλτσες ψηλά:
-«Άντε μωρέ θα παίξουμε καμιά ώρα;», ρώτησε όλο βιάση.
Το πρώτο γκολ, το έβαλε ο Τάκης, αφού το μυαλό αλλά και τα μάτια του συμπαίχτη του ήταν ακόμα εκεί… στην κοπέλα που έσκυβε για τις εφημερίδες. Ο ήλιος τους έκαιγε, ο ιδρώτας έτρεχε σαν ποτάμι και οι πατούσες είχαν πάρει φωτιά. Κι εκτός αυτού, ο Γιώργος έχανε με βαρύ σκορ. Όταν πια ανακάλυψαν ότι οι δυνάμεις τους άρχισαν να τους εγκαταλείπουν, κάθισαν στο ένα παγκάκι, άπλωσαν τα χέρια πίσω και προσπάθησαν να πάρουν βαθιές ανάσες. Ο Τάκης πατούσε την μπάλα κι έπαιζε μαζί της κυλώντας την μπρος – πίσω. 
-«Ρε συ, ξέρεις τι είναι το γαμήσι; Ξέρεις πως γαμάνε;»
Ο Γιώργος δεν την περίμενε αυτή την ερώτηση, όχι τώρα τουλάχιστον. Τον έτρωγε το ζήτημα, αλλά δεν είχε ποτέ του τολμήσει να ρωτήσει. Ο κυρ Αρίστος, ο χοντρός του πατέρας δεν είχε ασχοληθεί ποτέ με τα προβλήματα του γιού του, ενώ η αδύνατη και καχεκτική μάνα του, η κυρία του άντρα της, νόμιζε ότι τα προβλήματα φώλιαζαν, μόνο,  στη ψυχή της μεγάλη της κόρη. Το πρόσωπο της μάνας τον έκανε να στριφογυρίσει πάνω στην πολυθρόνα, ν’ αλλάξει στάση και να μισανοίξει τα μάτια. Όμως το όνειρο δεν διακόπηκε. Η μάνα… μια ευγενική αδύνατη μορφή, υποταγμένη κυριολεκτικά στον άντρα της, αδύνατη στο σώμα, αδύνατη και στον χαρακτήρα,  δεν σήκωνε ποτέ φωνή, ούτε σε μας τα παιδιά της, έτρεμε την ζωηράδα μας, την αυθάδεια, την παιδική μας επιθετικότητα. Πάντα με σκυμμένο κεφάλι μπροστά στις αποφάσεις του πατέρα που τον έτρεμε ολόκληρο, ποτέ δεν του πήγαινε κόντρα και γνώμη της ήταν πάντα η δικιά του γνώμη και με λίγες μόνο απολαύσεις από την ζωή.
-«Ναι…», είπε ψέματα, «… ξέρω». Δεν ήξερε, όμως ο εγωισμός του δεν τον άφηνε να πει κάτι άλλο. «Και βέβαια ξέρω, να… όταν ο άντρας βάζει το… πουλί του κάτω στην γυναίκα… άκου εκεί… και βέβαια ξέρω…». Η αμηχανία του όμως φανέρωνε την άγνοιά του και την ασχετοσύνη του, λέξη που χρησιμοποιούσε ο φίλος του,  με το θέμα. 
-«Ρε συ, έχεις δει ποτέ τους γονείς σου να … το κάνουν; Να κάνουν σεξ βρε, τους έχεις δει; Εγώ ένα βράδυ που νόμιζαν ότι κοιμόμουν, έβαλα το μάτι στην κλειδαρότρυπα, πω πω πω τι είδα!!! Θαύματα! Ποια Νάντια και κουραφέξαλα …!»
Ο Γιώργος παραδέχτηκε ότι κάτι τέτοιο δεν το είχε δει ποτέ του. Όμως από κείνη την μέρα αυτή η σκέψη, του τριβέλιζε το μυαλό. Το βράδυ έβλεπε παράξενα όνειρα και την ημέρα δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί σε άλλα πράγματα έξω απ’ αυτό. Δεν άργησε λοιπόν να το πάρει απόφαση και … συγχρόνως να «πάρει» μάτι αυτό που είχε δει και ο φίλος του. Σάββατο βράδυ ήταν, είχαν γυρίσει από το σινεμά, κάθε Σάββατο ο μπαμπάς τους πήγαινε κινηματογράφο, έκανε τον νυσταγμένο και ξάπλωσε γρήγορα – γρήγορα για ύπνο. Όμως … μόνο τον ύπνο δεν σκεφτόταν. Έπρεπε να δει επιτέλους κι αυτός. Όσο πέρναγε η ώρα, ένιωθε τα μάγουλά του να καίνε και όσο οι διάφοροι ήχοι στο σπίτι ησύχαζαν, σημάδι ότι οι γονείς του είχαν ξαπλώσει και η αδερφή του είχε κοιμηθεί, τόσο η αναπνοή γινόταν πιο κοφτή και πιο γρήγορη. Επιτέλους … απόλυτη σιωπή. Μόνο κάποια γελάκια και αναστεναγμοί ακούγονταν από το δωμάτιο της μαμάς και του μπαμπά. Σηκώθηκε και αφουγκράστηκε, όλα καλά και όπως τα είχε φανταστεί. Στις άκρες των δαχτύλων του πλησίασε την κλειστή πόρτα και έβαλε το μάτι στην κλειδαρότρυπα. Ευτυχώς το φως του ηλεκτρικού καντηλιού, όπως πάντα,  ήταν αναμμένο και μπορούσε να δει έστω και αχνά, αλλά κάθετα έβλεπε μόνο την πλάτη του μπαμπά και ότι άλλο μπορούσε να δει κάποιος από το πίσω ενός γυμνού άντρα. Έβαλε το δεξί χέρι στο στόμα μη και του ξεφύγει κανένας ήχος, το άλλο χέρι ήταν γαντζωμένο στο πόμολο και τον έκαιγε στην προσπάθεια να μην σπρώξει την ξύλινη πόρτα  και βολεύτηκε όσο πιο καλά μπορούσε. Τα μάτια στεγνά μέσα στις κόγχες κοίταζαν αχόρταγα και δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από κει, όσο κι αν το ήθελε. Είδε τα χέρια της μαμάς να ξεπροβάλουν πάνω από τους χοντρούς ώμους του κυρ Αρίστου, άκουσε τις κραυγές της, όσο κι αν προσπαθούσε να είναι «πνιχτές», ήταν αρκετά έντονες για να τον αναστατώσουν. Ξαφνικά είδε αίμα να κυλά στην πλάτη του μπαμπά και τα γυναικεία νύχια να έχουν ξεσκίσει την σάρκα του. Κι εκείνος να μην αντιδρά, να μην την βρίζει, να μην την χτυπά. Ότι του έλεγε, η… «αφέντρα» το έκανε και φαινόταν μάλιστα να το απολαμβάνει. Αλλά το πρόσωπό του δεν έδειχνε ικανοποίηση, μόνο κάτι σαν αγωνία και … σαν να έκλαιγε. Και τότε γέλαγε η μαμά! Τώρα αυτή φαινόταν ότι έκανε ότι ήθελε κι εκείνος … υπάκουε πειθήνια. Μέχρι που αυτή η χοντρή πλάτη ακούμπησε στο σεντόνι και το ολόγυμνο σώμα της μαμάς κάθισε πάνω στον άντρα. Τα μελίγγια του Γιώργου τώρα χτυπούσαν σαν τρελά, το αίμα λες και προσπαθούσε να σπάσει τις φλέβες του, ενώ η όραση του είχε θολώσει. Το σώμα της μητέρας του ολόγυμνο μπροστά του, με το δασύ δασάκι ανάμεσα από τα πόδια υγρό από τον ιδρώτα και ανυπόμονο για τον άντρα της , τα στήθια της μεγάλα και λίγο πεσμένα να έχουν γίνει παιχνίδια στα χέρια του πατέρα του και το πεταχτό της προκοιλάκι  ανεβοκατέβαινε τώρα  πάνω στον ξαπλωμένο άντρα. Ήχοι ηδονής και μεγάλης έντασης έβγαιναν από τον αδύνατο λαιμό της, συνοδεύοντας τα μουγκρητά του πατέρα του. Η μικρή αντιλόπη ανταγωνιζόταν το λιοντάρι και έδειχνε να κερδίζει. Το σώμα της μαμάς τώρα είχε κολλήσει στους λαγόνες του χοντρού άντρα, του «θηρίου» όπως τον λέγαμε. Τον χτύπαγε, τον έγδερνε με τα νύχια της, τον δάγκωνε κι αυτός όχι μόνο τα ανεχόταν όλα αυτά, αλλά σαν να του άρεσαν κιόλας. Ανασήκωνε το στήθος του και την φιλούσε με λαχτάρα ενώ κάτι της ψιθύριζε που δεν άκουγε. Αυτή έδινε ακαταλαβίστικες προσταγές, ο άντρας όμως καταλάβαινε και όλο την έσφιγγε, πάλι και πάλι, σαν να προσπαθούσε να την σκάσει με την θέλησή της. Ο Γιώργος προσπάθησε να φύγει, να εγκαταλείψει την πάλη που έβλεπε, αυτό το περίεργο παιχνίδι των μεγάλων, αλλά τα πόδια είχαν παραλύσει. Η μάχη κάτω από το πράσινο φως του καντηλιού, συνεχιζόταν όλο και πιο βίαιη, όλο πιο αβέβαιη. Μέσα στο μισοσκόταδο, το σώμα της μάνας του, του φάνταζε αλλιώτικο. Το πρόσωπό της σαν να είχε ασχημύνει, γκριμάτσες το χαράκωναν, το παραμόρφωναν. Δεν ήταν το γλυκό μητρικό πρόσωπο που έφτανε μια ματιά για να ξεχάσει κάθε παιδική του στενοχώρια, ήταν μια άλλη την ώρα εκείνη, είχε μεταμορφωθεί. Πρώτη φορά μάλιστα, πρόσεξε τα δόντια της. Μόλις την νύχτα εκείνη τα πρωτοπρόσεξε. Άσπρα, μεγάλα και γυαλιστερά σαν να μην τα είχε δει ποτέ μέχρι τότε, ίσως γιατί δεν γελούσε συχνά για να φανούν, ούτε και θύμωνε για να τα τρίζει. Δάγκωνε το αυτί του πατέρα του, κάτι του έλεγε κι εκείνος κολλούσε τα χείλη του στον λαιμό της κι αγκομαχούσε σαν τρένο. Ανάμεσα στο χοροπηδητό της μάνας του και τις γρήγορες, όλο και πιο γρήγορες κινήσεις του κυρ Αρίστου, είδε το όργανό του. Όρθιο, χοντρό σαν μικρό ρόπαλο, να μπαινοβγαίνει στα σκέλια της, έτσι όπως ακριβώς μπαινόβγαινε ο αριστερός δείκτης του Τάκη στην τρύπα που σχημάτιζαν τα δάχτυλα του δεξιού του χεριού, κάθε φορά που ήθελε να του πει πόσο «πουτάνα» ήταν η περιπτερού. 
Είχε ξεραθεί το στόμα του και ο ουρανίσκος του πονούσε. Δεν μπορούσε να καταπιεί το σάλιο του, χωρίς να νιώσει σουβλιές στον λαιμό. Ξάφνου οι γονείς του, λες και τους πυροβόλησαν, έκαναν δυό τρία τινάγματα κι έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλο, μένοντας ακίνητοι σαν πεθαμένοι. Και μονάχα η βαριά τους ανάσα μαρτυρούσε πως ζούσαν ακόμη. «Πόλεμος», σκέφτηκε και επιτέλους βρήκε το κουράγιο να πάρει τα πόδια του και να φύγει από κει, να αποκοπεί από εκείνη την μικρή κλειδαρότρυπα που θα του άλλαζε για πάντα την ζωή. Όταν ξάπλωσε στο κρεβάτι του, ανακάλυψε ότι κάτι τον εμπόδιζε να κοιμηθεί. Ο Μπάτμαν στον απέναντι τοίχο του φαινόταν πάντα τρομακτικός, αλλά σήμερα ωχριούσε μπροστά στην εικόνα του «θηρίου». Πήγε στην τουαλέτα και ξαλάφρωσε. Όμως ο Μορφέας αργούσε στην συνάντησή τους.                                                                                                                      
Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

Ξύπνησε λουσμένος στον ιδρώτα και με το δεξί του χέρι πιασμένο από την στάση που είχε πάνω στην πολυθρόνα. Έκανε όσο πιο ήσυχα μπορούσε, προσπαθώντας ν’ αφουγκραστεί τον χώρο γύρω του. Η σιωπή τον συνόδευε, όπως και δω και λίγες μέρες. Χαμογέλασε στην ανάμνηση του ονείρου και ανακάθισε, κοιτώντας από μακριά, έξω από το παράθυρο του ξενοδοχείου. Δεν κοίταξε το ρολόι του, δεν είχε άλλωστε και σημασία η ώρα, θα μπορούσε να κάνει ότι ήθελε, όποτε ήθελε, όπως ήθελε. Στην τουαλέτα, έριξε νερό στο πρόσωπο του, διάλεξε το κρύο και ακούμπησε με τα δυό χέρια στον νιπτήρα σκύβοντας το κεφάλι. Δεν του άρεσε αυτός που τον παρακολουθούσε στον καθρέφτη. Αυτός ο ρυτιδιασμένος και άσχημος, σχεδόν γέρος αξύριστος άντρας. 
Έψαξε στην κουζίνα και βρήκε κάποια από τα εδέσματα που κάποτε προσέφεραν στους πολύ πλούσιους πελάτες και τα καταβρόχθισε χρησιμοποιώντας τα γυμνά του χέρια. Ξαφνικά τίποτα δεν είχε αξία ή σημασία. Καταλάβαινε ότι έπρεπε να ψάξει για άλλους επιζώντες (;). Χωρίς να καταλαβαίνει το γιατί, άρχισε να ερευνά πάλι όλους τους χώρους του μεγάλου κτιρίου. Άνοιξε όλα τα δωμάτια, ένα προς ένα, τους θαλάμους του προσωπικού αλλά και να αναστατώνει όλους τους κοινόχρηστους διαδρόμους και βεράντες. Βρήκε διάφορα πράγματα που σε άλλες στιγμές θα τον ενδιέφεραν ίσως και να επιθυμούσε, μόνο που τώρα ήταν απλά πράγματα. 
Ο αέρας σαν βγήκε στον δρόμο ήταν παγωμένος και σήκωσε την κουκούλα του μπουφάν, καλύπτοντας όλο το κεφάλι. Το χιόνι εξακολουθούσε να πέφτει, αλλά δεν τον ένοιαζε. Δεν μπορούσε να κάτσει άλλο μέσα στο κτίριο, ήθελε ακόμα και με κίνδυνο της ακεραιότητάς του, να περπατήσει, να αισθανθεί ζωντανός. Η Νάντια εισέβαλλε ξανά στο μυαλό του, ο Τάκης … ο Αη Γιώργης. Στάθηκε όρθιος σε κάποια στιγμή που γλίστρησε και πιάστηκε από το φανάρι που κοκκίνιζε ή πρασίνιζε το πεζοδρόμιο δίπλα. Έβγαλε ένα τσιγάρο και το άναψε. Τα δάχτυλα ακούμπησαν το μικρό μαγνητόφωνο της Ιουλίας. Άκουσε την φωνή της πρώην συναδέλφου του και αυτό του έφερε μεγαλύτερη μελαγχολία. Η καλή του Ιουλία, η κατά συνείδηση (κατ’ επιλογή) γεροντοκόρη του γραφείου! Χαμογέλασε αμήχανα και παρακολούθησε την φωνή από το μηχάνημα να του μιλάει. Κατέβηκε στην κεντρική λαχαναγορά και βρήκε πολλά φορτηγά με διάπλατα ανοικτές τις πόρτες τους, να μην έχουν προλάβει να ξεφορτώσουν και πολλά καφάσια με λαχανικά και φρούτα ήταν πεταμένα, πολλά απ’ αυτά σπασμένα, στην άσφαλτο. Έπιασε ένα μήλο από κάτω και το έφερε στο στόμα του. Υπέθεσε ότι αφού δεν υπήρχε τίποτα ζωντανό έξω από τα φυτά, γιατί να ζουν τα μικρόβια; Το δάγκωσε και πασαλείφτηκε με τα υγρά του φρούτου. Τα γένια του είχαν μεγαλώσει και ήξερε ότι θα άρχιζε το μαρτύριο με την φαγούρα στον λαιμό, όμως δεν ήθελε να περιποιηθεί τον εαυτό του. Δεν έβρισκε κάποιο σοβαρό λόγο να το κάνει. Σκουπίστηκε με την ανάποδη του χεριού και το μανίκι του και συνέχισε την περιπλάνηση του στην άδεια χιονισμένη πόλη του. Τίποτα δεν άλλαζε την εικόνα που είχε σχηματιστεί στον νου του. Ακινησία και απόλυτη ησυχία. «Η κόλαση…», σκέφτηκε μελαγχολικά. Προχώρησε δεν του έμενε τίποτα άλλο να κάνει. Βάδισε  με αργό βήμα, είδε ότι δεν τον άφηνε στην πρότερη ζωή οι υποχρεώσεις του να δει. Μπήκε σε όποιο κτίριο και μέγαρο βρήκε μπροστά του, με την περιέργεια μικρού παιδιού. Ανακάλυψε υπόγειους αλλά και κρυφούς χώρους των μεγάρων, παράνομα στέκια για ναρκωτικά αλλά και τυχερά παιγνίδια. Μάλιστα σε μια αίθουσα, πολύ κάτω από το τελευταίο υπόγειο ενός πάρκινγκ, ένα δωμάτιο είχε ρουλέτα, τραπέζια με χαρτιά ή ζάρια και πολλά ποτά στο μπαρ που κάποιοι δεν πρόλαβαν να απολαύσουν, μέσα στην απόλυτη πολυτέλεια που θα την ζήλευαν και τα διασημότερα καζίνο. Γέλασε με την ανακάλυψη του και έριξε μια ζαριά για να ανακαλύψει ότι έκανε πολύ σοφά που στην ζωή του ποτέ δεν είχε ασχοληθεί με τον τζόγο. Κάπου αλλού, κοντά στην πλατεία Ομονοίας, το δωμάτιο που ανακάλυψε πίσω από ένα σωρό λαμαρίνες κι αυτό σε υπόγειο, είχε ολόκληρα ράφια με όπλα. Περίστροφα και μακρύκανα αυτόματα από την πρώην Σοβιετική Ένωση, ημιαυτόματα Αμερικάνικης προέλευσης και πλήθος από σφαίρες. Με μια πιο προσεκτική ματιά στο μικρό γραφείο στο κέντρο του χώρου, βρήκε προκηρύξεις κάποιας άγνωστης τρομοκρατικής οργάνωσης και μερικά πακέτα με χαρτονομίσματα. Δεν το περίμενε αυτό, αλλά προσπάθησε να χωνέψει ότι πολλά θα έβρισκε που δεν θα τα φανταζόταν καν. Κοίταξε προσεκτικά τα όπλα και αποφάσισε να πάρει ένα, κι ο ίδιος δεν ήξερε τι θα του χρειαζόταν, αλλά η μοναξιά του… 
Το φόρεσε σε μια θήκη στη μέση του και προσπάθησε να μιμηθεί το βάδισμα των καουμπόηδων που τόσες φορές είχε θαυμάσει στις Χολιγουντιανές ταινίες. Ευχαριστήθηκε, αν και το όπλο δεν έμοιαζε των ταινιών και αποφάσισε να συνεχίσει την εξερεύνηση. Μέσα στο απίστευτα πια πυκνό χιόνι, λίγο πιο κάτω, βρήκε μια τράπεζα με την πόρτα ανοικτή και τον συναγερμό να προσπαθεί ν’ ακουστεί, βγάζοντας ένα μούγκρισμα βραχνιασμένου βοδιού, αφού  μάλλον οι μπαταρίες του έπνεαν τα λοίσθια. Παράξενο, αλλά το ρεύμα της τράπεζας έδειχνε να είναι κομμένο…
Έβγαλε το όπλο από την θήκη και πυροβόλησε στον αέρα, μόλις δυό μέτρα μακριά από το γκισέ. Γέλασε, «Θεέ μου, πόσο ήθελα να το κάνω…», μονολόγησε συνεπαρμένος ακόμα από τον ήχο του πυροβολισμού. Πήδηξε πάνω από τον πάγκο του ταμία και πυροβόλησε για δεύτερη φορά, για να εισπράξει ένα σπασμένο φως που έπεσε από την ψευδοροφή, πάνω στον ώμο. Έβρισε. Άνοιξε τα συρτάρια του ταμείου και έβγαλε όλα τα χαρτονομίσματα που βρήκε, τα πέταξε στον αέρα κι εκείνα, προσγειώθηκαν εκεί που κανονικά θα περίμενε σε ουρά ο κόσμος. Στο χρηματοκιβώτιο, στο διπλανό δωμάτιο, βρήκε πολλές δεσμίδες, που κι αυτές ακολούθησαν την μοίρα των προηγούμενων χρημάτων. Ένα μικρό λοφάκι είχε τώρα σχηματιστεί πάνω από το επιδαπέδιο σχέδιο με το σήμα της τράπεζας, στον χώρο υποδοχής. Ο Γιώργος κάθισε στο παγωμένο μάρμαρο, η πόρτα ήταν ακόμα ανοικτή και άναψε τσιγάρο. Τον έπιασε ένας δυνατός βήχας και έφτυσε ξεδιάντροπα ή όσο πιο ξεδιάντροπα μπορούσε χάμω. «Γαμώ τα μουνί που σας πέταγε…», φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε προς την μεριά των γραφείων των διευθυντών και με τον αναπτήρα πήρε ένα χαρτονόμισμα και το άναψε. Το κοίταξε καλά  να γίνεται στάχτη από την γαλαζωπή φλόγα. «Κυρά Μαρία, πείναγες ε;», είπε περισσότερο με το νου παρά με το στόμα και έριξε το χαρτονόμισμα πάνω στον μικρό λοφίσκο μπροστά του. Τα υπόλοιπα χρήματα δεν άρπαξαν φωτιά και αναγκάστηκε να σηκωθεί και να προσπαθήσει πάλι. Ο καπνός που βγήκε μετά από λίγο, ενεργοποίησε το αυτόματο σύστημα πυρόσβεσης, (χρήσιμες που είναι οι αυτόματες μπαταρίες!) και χρειάστηκε να «βουτήξει» κάτω από ένα τραπέζι να μην βραχεί. Θα ήταν ολέθριο με τέτοιο χιόνι έξω. Η φωτιά είχε δυναμώσει τώρα και τον έκανε να χαρεί. Το είχε απωθημένο, είχε τραβήξει πολλά από τις τράπεζες και ανακάλυψε ότι ήταν κοντά στο να τον πιάσει μανία. Έριξε ένα τελευταίο πυροβολισμό, έτσι σαν αποχαιρετιστήριο και βρέθηκε να περπατά πάνω στο χιόνι. Η τετράγωνη πλατεία μπροστά του, ήταν ολόασπρη, άδεια και εντελώς βουβή. Όπως παντού άφαντοι όλοι και τα σκυλιά και τα περιστέρια και οι μετανάστες. Κατέβηκε στο υπόγειο σταθμό του ηλεκτρικού σιδηροδρόμου, περπάτησε στις μεγάλες πλάκες και ανακάτεψε, δεν ήξερε γιατί, τις κουβέρτες  και τα χαρτόνια που κάποτε ήταν τα υπνωτήρια των άστεγων. Αναζήτησε τον καθαρό παγωμένο αέρα και έτρεξε στις εν λειτουργία, ακόμη, κυλιόμενες σκάλες. Πείνασε. Ευτυχώς ακόμα τα εστιατόρια μπορούσαν να τον προμηθεύσουν. Και στο πρώτο που βρήκε, ξέσπασε στο φαί και τις μπύρες. Είδε τον ουρανό και υπολόγισε ότι ήταν πια μεσημέρι, προσπαθούσε να μη δει το ρολόι του, έβγαλε το κινητό τηλέφωνο και προσπάθησε να πάρει … κάπου … οπουδήποτε. Το έκλεισε απογοητευμένος. Κάποιος θόρυβος, τον έκανε να πεταχτεί όρθιος, όμως ο αέρας απλά είχε σπάσει ένα παράθυρο στο πίσω μέρος. 
-«Εεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεεε, ….. άντε … υπάρχει κανείς;….», φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε. Χτύπησε τις γροθιές του πάνω στο μεταλλικό τραπέζι κι άρχισε να κλαίει. Εξαντλήθηκε από την προσπάθεια, σηκώθηκε και αναποδογύρισε ότι έβρισκε μπροστά του. Τον έπιασε μανία καταστροφής, έσπασε το πόδι από ένα τραπέζι και χρησιμοποιώντας το σαν ρόπαλο, διέλυσε τα πάντα, μπουκάλια, πιάτα, ράφια, διακοσμητικά και βιτρίνες. Έκατσε αποκαμωμένος σε μια καρέκλα και προσπάθησε να πάρει ξανά τις ανάσες του. 
Τα φώτα στους δρόμους άναψαν στην συγκεκριμένη ώρα τους, λες και κάποιος Θεός δεν ήθελε να τον αφήσει στο σκοτάδι. Ένα μικρό μηχανηματάκι σαν σκούπα που χρησιμοποιούσε ο Δήμος, είχε διπλώσει πάνω σε ένα φανάρι με τα κίτρινα του φώτα ακόμα να αναβοσβήνουν. Οι νιφάδες του χιονιού στροβιλίζονταν στον νυχτερινό αέρα και έκαναν την εικόνα του δρόμου θολή και απόκοσμη. Ο Γιώργος περπάτησε αργά τώρα προς την μεριά της λεωφόρου Αλεξάνδρας, έτσι άσκοπα, όπως άσκοπα έκανε οτιδήποτε πια. Η ματιά του έπεσε πάνω σε ένα κίτρινο αυτοκίνητο που ήταν κάθετα παρκαρισμένο στην μέση του οδοστρώματος. Πλησίασε και ανακάλυψε πως το εσωτερικό του ήταν σαν ψυγείο. Μπήκε μέσα κι έβαλε μπροστά, χουχούλιασε για λίγο τα χέρια του και πάτησε το γκάζι. Το όχημα στρίγγλισε για κάποια απειροελάχιστη στιγμή, σπινάρισε πάνω στον πάγο του δρόμου και πετάχτηκε σαν κεραυνός μπροστά. Ήθελε να οδηγήσει γρήγορα, όσο πιο γρήγορα γινόταν. Δεν τον ένοιαζε η ζωή του, δεν σκεφτόταν τίποτα. Η αδρεναλίνη του είχε εκτοξευτεί στα ύψη και τα χέρια του σχεδόν έτρεμαν. Παρά τρίχα γλίτωσε την σύγκρουση με το αναποδογυρισμένο λεωφορείο στη «Ζίνα» και συνέχισε με όλη του την ψυχή συνεπαρμένη, στον ανοδικό δρόμο. Προσπάθησε να πάρει την στροφή προς τα Εξάρχεια, τα λάστιχα όμως με τόσο πάγο κάτω, τον απογοήτευσαν. Το αυτοκίνητο δεν μπόρεσε να κρατηθεί στην άσφαλτο και έπεσε με το πλάι, αρκετά ορμητικά, πάνω στις κολώνες μιας τράπεζας. Οι αερόσακοι άνοιξαν και σχεδόν τον έπνιξαν. Για κάποιο λόγο που και ο ίδιος μετά δεν θυμόταν, είχε φορέσει την ζώνη ασφαλείας κι έτσι βρέθηκε να αναστενάζει καθισμένος πίσω από το τιμόνι και τους ξεφούσκωτους αερόσακους. Ένιωσε έναν οξύ πόνο στο αριστερό του χέρι, λες και κάτι τον είχε τρυπήσει, κάτι που σύντομα διαπίστωσε ότι δεν ήταν αλήθεια και ένα τρομερό βάρος στο στήθος, λες και τον διαπέρναγε ηλεκτρικό ρεύμα κάθε λίγα δευτερόλεπτα. Κοίταξε γύρω του και του φάνηκε πολύ δύσκολο να βγει έξω. Οι πόρτες είχαν στραβώσει και το παρμπρίζ, σπασμένο, τον είχε γεμίσει με αυτά τα μικρά κομματάκια γυαλιού. Κούνησε τα πόδια του και τα χέρια του. Κατάλαβε ότι τελικά όλα ήταν εντάξει, εκτός από τους πόνους. Με μεγάλη κούραση και επιμονή, πάντα ήταν επίμονος, σύρθηκε στο κάθισμα του συνοδηγού και άνοιξε την πόρτα. Μια παγωμένη ριπή αέρα και το χιόνι που όρμησε μέσα, του υπενθύμισαν ότι ήταν ακόμα ζωντανός. Θέλησε να ευχαριστήσει τον Θεό, αλλά το μετάνιωσε και έσφιξε τα δόντια να τραβήξει το σώμα έξω. Έπεσε με γδούπο στην άσφαλτο και σύρθηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας μπροστά του. Δοκίμασε και τα κατάφερε να σταθεί όρθιος, χωρίς να πονάνε τα πόδια του και παραβίασε την πόρτα. Με τον ίδιο τρόπο μπήκε και στο πρώτο διαμέρισμα του ισογείου. Η μεγάλη αφίσα του Μπομπ Μάρλεϊ τον υποδέχτηκε με εκείνο το διαπεραστικό του βλέμμα. Έμεινε ξαπλωμένος πάνω στην μοκέτα της εισόδου κι έκλεισε την πόρτα με το πόδι, να μην μπαίνει αέρας. Η θέρμανση δούλευε και άρχισε να συνέρχεται. Ακούμπησε το κεφάλι κάτω , ένοιωθε μια δυσφορία και άφησε τον εαυτό του να πέσει σε ένα βαθύ λήθαργο. Παρακάλεσε να δει τα παιδιά του, κάτι αναστέναξε και αφέθηκε. 
Η ακτίνα του ήλιου που έμπαινε από το παράθυρο, τον ενοχλούσε και τον ξύπνησε κάπως απότομα. Έκανε να σηκωθεί, αλλά οι πόνοι σε όλο του το σώμα, τον κράτησαν για λίγο ακόμα κάτω. Έσφιξε τα δόντια και έκανε άλλη μια προσπάθεια. Ζαλιζόταν, πονούσε και ήθελε να κάνει εμετό. Κατούρησε πάνω του, έβρεξε το παντελόνι και όμως δεν φάνηκε να ενοχλείται. Γονατιστός, έβαλε το χέρι στον καβάλο και εξεπλάγη σαν είδε ότι ήταν στεγνός. Μέσα στο κεφάλι, ακούστηκε και πάλι εκείνη η αντρική, ενοχλητική φωνή, εκείνη η ακαταλαβίστικη φωνή που κράταγε για μερικά δευτερόλεπτα. «Δεν μου φτάνουν οι πόνοι μου, πρέπει ν’ αντιμετωπίσω και την τρέλα…», μουρμούρισε στον εαυτό του, χαμογελώντας αλλά και με γκριμάτσες πόνου. Πήγε στο μπάνιο που ανακάλυψε ότι δεν ήταν και το πιο καθαρό μέρος του σπιτιού και προσπάθησε να γδυθεί. Ένα μπάνιο πίστευε τώρα, θα ήταν ότι έπρεπε. Το ζεστό νερό, δεν τον ανακούφισε από τους πόνους, αλλά αυτή η τάση για εμετό εξαφανίστηκε ως δια μαγείας. Του έκανε εντύπωση που δεν πείναγε, που δεν δίψαγε, αν και ήθελε να πιεί νερό. «Διψάω χωρίς δίψα και πεινάω χωρίς πείνα. Δεν καταλαβαίνω πια τι νοιώθω κι εγώ. Λες να υπάρχω… χωρίς να υπάρχω;», αναρωτήθηκε με κάποιο τρόμο αλλά ανυπομονησία στην φωνή. Έκατσε μες την μπανιέρα, κουλουριάστηκε και άφησε το νερό να τρέχει πάνω στο σώμα του. Έβαλε τα χέρια στο πρόσωπο και τα αναφιλητά τράνταξαν τα στήθια. 
-«Όχι, δεν γίνεται…», φώναξε χτυπώντας τα πλακάκια του τοίχου, «… όχι δεν γίνεται να είναι αλήθεια αυτό. Στην κόλαση είμαι; Πέθανα και είμαι στην κόλαση; Δεν μπορεί να είναι αλήθεια αυτό… βοήθεια Θεέ μου…», συνειδητοποίησε ότι επικαλείτο τον Θεό και άρχισε να κλαίει πιο δυνατά. Πάλι εκείνο το ηλεκτρικό, λες, ρεύμα του διαπέρασε το στήθος και έπεσε μέσα στα νερά μπρούμυτα με τα χέρια κάτω από το σώμα. «Αν υπάρχεις…», κοίταξε ψηλά προς το ταβάνι, «… σταμάτα το. Δεν είναι ανθρωπίνως δυνατό αυτό. Δεν μπορεί ένας Θεός να … κάνει τέτοια βασανιστήρια… σταμάτα το… μα τι έχω κάνει πια; Γιατί ν’ αξίζω μια τέτοια τιμωρία; Λυπήσου με Θεέ μου, δώσε μου έναν νέο θάνατο μες τον θάνατό μου… όχι άλλη μοναξιά…». 
Δεν κατάλαβε πόση ώρα έμεινε εκεί, μέχρι που κάτι άκουσε ή μάλλον νόμισε ότι άκουσε, από κάπου μακριά. Και δεν ήταν εκείνη η ακατάληπτη ενοχλητική φωνή μες το κεφάλι του. 

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

Πονούσαν τα πλευρά του πολύ και μια ζάλη τον έκανε να συμπεριφέρεται σαν μεθυσμένος. Ότι και να ήταν όμως δεν μπορεί να έκανε λάθος για τον θόρυβο που άκουσε. Ένας μικρός ανεπαίσθητος θόρυβος κάπου κοντά του, ή νόμιζε κοντά του. Η απελπισία αλλά και η λαχτάρα του, τον έκαναν να σηκωθεί όρθιος και να στηριχτεί στον τοίχο του μικρού διαδρόμου. Η φωνή μέσα στο κεφάλι, ακούστηκε πάλι με εκείνα τα λόγια που ποτέ δεν μπορούσε να καταλάβει και έπιασε με το ένα χέρι τα μαλλιά του σαν να τα ίσιωνε. Ξανάκουσε εκείνο τον «λεπτό», σιγανό θόρυβο και επιστράτευσε όλες του τις δυνάμεις να το ψάξει. Η μοναξιά του τον έκανε να βρει το κουράγιο που χρειαζόταν αν και τα πλευρά του τον βασάνιζαν με σουβλιές. Έκανε δυό το πολύ τρία βήματα, όταν μια δυνατή λάμψη τον τύφλωσε, λες και κάποιο φως είχε ανάψει μέσα στο κεφάλι του.  Η λάμψη αυτή, πήγαινε πότε από το ένα στο άλλο μάτι κι αυτό συνέβη τρεις με τέσσερις φορές. Φοβήθηκε μήπως τυφλωνόταν, μήπως είχε χτυπήσει στο κεφάλι και τα έτριψε. Η τύφλωση ευτυχώς κράτησε μόνο λίγα δευτερόλεπτα και η όραση επανήλθε στο κανονικό. Μπήκε και στα δύο δωμάτια του μικρού διαμερίσματος, ψάχνοντας όσο πιο εξονυχιστικά μπορούσε τους χώρους. Άκουσε και πάλι εκείνον τον θόρυβο, ίσως λίγο πιο δυνατά τώρα, κάτι μεταξύ γρατσουνίσματος και χτύπου. Πήρε θάρρος γιατί δεν ήταν επαναλαμβανόμενος με την ίδια συχνότητα, ούτε με την ίδια ένταση. Απέκλεισε λοιπόν να ήταν χτύπος από κάποιο μηχάνημα, αλλά μέχρι να αποδειχτεί ότι προερχόταν από έμβιο ον, η απόσταση ήταν μεγάλη. Τότε πρόσεξε, αφού προσπάθησε να αφουγκραστεί όσο καλύτερα μπορούσε, ότι κάτι σαν αέρας που έβγαινε από μικρό στόμιο ακουγόταν όλο και πιο αργά. Σήκωσε το κεφάλι και μύρισε τον αέρα. Φοβήθηκε για διαρροή γκαζιού, αλλά δεν εντόπισε τίποτα. Η αδρεναλίνη του έφτασε στα ύψη όταν άκουσε ξανά τον ήχο να θυμίζει γρατζούνισμα αχνό. Έπεσε στα γόνατα, είχε την εντύπωση ότι ερχόταν από κει και κόλλησε το αυτί του στο μωσαϊκό σαν βεντούζα. Ο θόρυβος ακουγόταν τώρα πιο … ζωντανός. Άρχισε να χτυπάει το πάτωμα με τις παλάμες ανοικτές μέχρι που ο πόνος τον ανάγκασε να σταματήσει. Κόλλησε ξανά το αυτί και προσπάθησε να εστιάσει σε κάποιο σημείο, να προσδιορίσει την κατεύθυνση. Σαν να ακουγόταν κάπως πιο δυνατά τώρα.
-«Κάνε Θεέ μου μην είναι κάποιος σωλήνας σπασμένος, κάποιο παράθυρο στο υπόγειο ή ….», δεν ήξερε τι άλλο να υποθέσει  στην μουρμούρα του. Δεν τόλμησε να παρακαλέσει για άνθρωπο ή ζώο ή οτιδήποτε ζωντανό ον. Η μοιρολατρία του τον είχε νικήσει και αντίθετα από την ακοή του, προσπάθησε να πείσει τον εαυτό του ότι δεν ήταν αυτό που φανταζόταν. Αλλά η παρόρμηση έρχεται από την καρδιά και όχι από την λογική. Βγήκε από το διαμέρισμα και κατέβηκε τις σκάλες που οδηγούσαν στο υπόγειο με την μεγάλη μεταλλική πόρτα. Τράβηξε με λαχτάρα τον σύρτη που την ασφάλιζε και τον έπνιξε η οσμή του πετρελαίου. Ο λέβητας λειτουργούσε σαν να μην είχε περάσει ούτε μια στιγμή από την ημέρα που χάθηκαν οι άνθρωποι και ένα συνεχές βουητό ακουγόταν σαν βόμβος σε όλο τον χώρο. Ήξερε, ήταν πεπεισμένος ότι αυτό που είχε ακούσει, δεν ήταν αυτός ο ήχος, αλλά κάτι πολύ διαφορετικό. Δεν μπορεί να ήταν αυτό, γιατί δεν είχε συνέχεια και τακτή επανάληψη. Παραμέρισε κάτι καδρόνια που του έκλειναν τον διάδρομο και άρχισε να ψάχνει παντού, πάνω κάτω στα ράφια του τοίχου, πίσω από βαρέλια και κούτες παρατημένες και ξεσκισμένες από την υγρασία και την πολυκαιρία, κάτω από καρπέτα λερά και παλιά, παρατημένα από καιρό εκεί. Άνοιξε σακούλες, άνοιξε κιβώτια ξύλινα, ξέσκισε πανιά που κρέμονταν για άγνωστο λόγο από το ταβάνι της αποθήκης, αλλά μάταια. Τίποτα ζωντανό. Ευχήθηκε να δει έστω και μια κατσαρίδα που τόσο σιχαινόταν, μόνο να ήταν ζωντανή και να σάλευε. Κι όμως ο ήχος ξανακούστηκε και παράθυρο δεν υπήρχε να χτυπά αφού ο χώρος ήταν υπόγειος. Κάθισε σ’ ένα ξύλινο κιβώτιο και βάλθηκε να κοιτάζει τα παπούτσια του, ενώ ο πόνος στο δεξί του χέρι, λες και κάτι του τρύπαγε την σάρκα, άρχισε να τον ενοχλεί και πάλι. Το ίδιο και τα πλευρά του. Έτριψε πάνω από τα ρούχα το πονεμένο μέρος και προσπάθησε ν’ ανάψει τσιγάρο. «Τελικά μου φαίνεται πρέπει να το χωνέψω…», σκέφτηκε κοιτώντας από κοντά την καύτρα του  τσαλακωμένου τσιγάρου στο χέρι. «… αιτία κι αιτιατό μαζί, παρόν και μέλλον; Μόνος;», συνέχισε και φύσηξε την στάχτη για να λάμψει περισσότερο. Κι όμως άκουγε ακόμα κάπου κάπου τον ίδιο θόρυβο και δεν μπορούσε να βγάλει από το μυαλό του, ότι δεν ήταν κάτι μηχανικό. Δεν είχε όμως το κουράγιο, ψυχολογικά πεσμένος, να ψάξει πιο πολύ. Έκανε ησυχία ακόμα και από τις σκέψεις του, μήπως και εντοπίσει κάτι. Μάταια! Ο ήχος, ναι μεν συνεχιζόταν σαν πριν, όμως πολύ πιο αργός και χαμηλός, λες και κάποια μπαταρία να άδειαζε. Χαμογέλασε σκεπτόμενος ότι κάποιο παιχνίδι θα ήταν που έπνεε τα λοίσθια κι αυτός το είχε καταντήσει το σημαντικότερο γεγονός της ζωής του. 
Σηκώθηκε να φύγει από κει, αφού οι άκαρπες προσπάθειες του, τον είχαν κάνει να αισθανθεί δυσφορία. Ήταν κι αυτή η απαίσια μυρωδιά του πετρελαίου που προκαλούσε μια αναστάτωση στο στομάχι. Έφτασε στην πόρτα και έριξε μια τελευταία ματιά πίσω του. Με την άκρη του ματιού, έπιασε ή τουλάχιστον νόμισε ότι έπιασε μια μικρή, ανεπαίσθητη κίνηση στο πάτωμα. Η καρδιά του αναπήδησε μες τα στήθια και νόμισε πως κάτι του έσφιξε τα μελίγγια. Γύρισε γρήγορα εκεί που στεκόταν προηγουμένως και έσκυψε πίσω από το μεγάλο κασόνι. Το είχε ξανακάνει και δεν είχε βρει τίποτα μα τώρα ήλπιζε. Η ματιά του δεν συνάντησε τίποτα έξω από το σκοτεινό λερωμένο με σκόνη πάτωμα. Τώρα όμως, μόλις τα μάτια συνήθισαν στην εικόνα, του φάνηκε ότι διέκρινε κάτι μικρά σημάδια, σαν κάποιος ή κάτι είχε ενοχλήσει την ακινησία της σκόνης. Αναγκάστηκε να χωθεί όλος ανάμεσα στα βαριά κασόνια που ένας Θεός ξέρει τι περιείχαν. Σε ένα καρφί έσκισε το μανίκι και ο πόνος στα πλευρά ήταν τόσο οξύς που του κόπηκε η ανάσα. Έβαλε το χέρι σε κάθε κενό που έβρισκε και ψηλαφούσε σχολαστικά. Στην τέταρτη προσπάθεια, η αφή του τον ειδοποίησε για κάτι μαλακό, απαλό και … ζωντανό! Κράτησε την ανάσα προσπαθώντας να ηρεμίσει, οι σφίξεις της καρδιάς πρέπει να είχαν φτάσει στο μέγιστο, έκανε μια μικρή παύση και συνέχισε μετά από λίγο, να βγάλει αυτό είχε πιάσει. Έτρεμε και βιαζόταν, αλλά η λογική του έλεγε να κάνει αργά και απαλά. 
Γεμάτα τσίμπλες, μισόκλειστα και κόκκινα, αυτά τα μικρά ματάκια δεν θα μπορούσαν να τον δουν καλά. Με μια στεγνή μυτούλα, λερωμένο και πάνω από όλα σε μεγάλο βαθμό εξασθενισμένο το μουτράκι που αντίκριζε μπροστά του, μες την χούφτα του δεξιού του χεριού, ήταν ότι συγκλονιστικότερο μπορούσε να του συμβεί. Ένα νεογέννητο σκυλάκι, παρατημένο τόσες μέρες από την μητρική φροντίδα, ακροβατούσε μεταξύ ζωής και θανάτου. Ο Γιώργος δεν ήξερε πως φερθεί, δεν ήξερε τι ένοιωθε έξω από την χαρά του. Κάτι ζωντανό στα χέρια του, κάτι που «ζούσε» και υπήρχε εκτός απ’ αυτόν στον πλανήτη. Το χάιδεψε και του ήρθε να το φιλήσει. Όπως το σήκωσε, το κεφάλι του μικρού σκυλιού, έγειρε στο πλάι σαν να ήταν ψόφιο. Η καρδούλα του όμως χτυπούσε αν και αδύναμα, χτυπούσε, τα μάτια του σάλεψαν και η ανάσα του, βγήκε ζεστή από το μικρό του στοματάκι. 
Το έβαλε μέσα στο μπουφάν, τόσο μικρό ήταν που χώραγε και πήγε πίσω στο διαμέρισμα. Πέταξε από τα ντουλάπια ότι υπήρχε μέχρι που ανακάλυψε ένα κουτί με συμπυκνωμένο γάλα. Βλέποντας την Χαρά να ετοιμάζει για τα παιδιά, καταλάβαινε τι έπρεπε να κάνει. Δεν είχε βέβαια μπιμπερό και έτσι προσπάθησε να ταΐσει το μικρό πλασματάκι με ένα κουταλάκι και μεγάλη προσπάθεια. Επιστράτευσε όλες τις περί σκύλων γνώσεις του και κατάλαβε πως το Μπιγκλάκι, γιατί ένα τέτοιο ήταν, βρισκόταν μόλις ένα βήμα από τον θάνατο. Το τύλιξε σε μια πετσέτα για να το κρατήσει ζεστό και χάρηκε όταν η μικρή γλωσσούλα άρχισε να γλύφει το γάλα. Νόμισε ότι θα μπορούσε να το επαναφέρει, ήταν έτοιμος να κάνει τα πάντα γι αυτό και θυμήθηκε ότι έπρεπε να το ταΐζει κάθε δέκα λεπτά. Αλλά είχε και κάτι καλύτερο να κάνει; Μόνο να νοιάζεται και για κάποιον ή πιο σωστά για κάτι άλλο. 
Το μικρό ζωάκι δεν είχε και πολύ δύναμη να συνεχίσει για πολύ ώρα αυτό που έκανε. Ο Γιώργος επέμενε λες και ήταν παιδί του, λες και ήταν η Τόνια του η εκείνο το μικρό ζιζάνιο η Μαιρούλα του. Με αυτήν την σκέψη η καρδιά του σφίχτηκε. Σκέφτηκε μήπως έπρεπε να επιστρέψει σπίτι του, να ξαναψάξει, ειδικά τώρα που κατάλαβε ότι και άλλα έμβια πρέπει να είχαν επιζήσει(;), απομείνει. Το ζωντανό πάντως που κρατούσε στο χέρι, έδειξε να παραδίνεται σε ύπνο, τα ματάκια του έκλεισαν και γύριζαν πίσω από τα βλέφαρα. Το άφησε να ηρεμίσει. Έτσι κι αλλιώς οι επόμενες ώρες ίσως και οι πρώτες επόμενες μέρες ήταν κρίσιμες και σίγουρα θα ήταν κουραστικές. Έκλεισε κι εκείνος τα μάτια και προσπάθησε να βολευτεί, εκεί , στο πάτωμα κρατώντας πάντα το μικρό σκυλί στην αγκαλιά του. Η άγνωστη φωνή, εκείνη η ακαταλαβίστικη, ξανακούστηκε μέσα στο κεφάλι του, όπως και ο πόνος στα πλευρά του που είχε την εικόνα του κεραυνού. Θα ξυπνούσε πολλές φορές εκείνες τις ώρες, θα τάιζε την «ελπίδα» του, θα την χάιδευε, θα προσπαθούσε να την κρατήσει ζεστή… και όπου θα έβγαζε…
Πρέπει να ήταν μεσημέρι όταν ξύπνησε και η πρώτη ματιά του έπεσε στη μικρή μουσούδα στην παλάμη του. Η ζεστή ανάσα, αν και αδύναμη, τον γέμισε χαρά κι ελπίδα. Τάισε το μικρό στοματάκι για πολλοστή φορά και του φάνηκε, (ή ήθελε να είναι έτσι), ότι η μικρή γλωσσούλα ήταν πιο ζωηρή τώρα. Χαμογέλασε σαν μάνα που βλέπει το μωρό της να τρώει. Ασυναίσθητα το χάιδεψε και έσκυψε φιλώντας το. Τα μικρά ματάκια άνοιξαν και τον κοίταξαν. Πρέπει να ήταν ότι πιο γλυκό και ενθαρρυντικό μπορούσε να νοιώσει. Δάκρυσε και ακούμπησε την πλάτη στον τοίχο, προκαλώντας τον αφόρητο πόνο στα πλευρά του. Το εύθραυστο πλασματάκι, προτίμησε τον ύπνο ξανά παρά τα χάδια του Γιώργου και τις ευαισθησίες του. Κι όμως η μικρή του γλώσσα εξακολουθούσε να γλύφει το κουτάλι με το γάλα. Γέλασε και το έξυσε πίσω από τα αυτιά και το πίσω μέρος του κεφαλιού του. Το έβαλε μέσα σε ένα καλάθι που βρήκε και το σκέπασε με μια λεπτή κουβέρτα, δεν του άρεσε το τρέμουλο που είχε πιάσει το σωματάκι του. Έκανε ένα ζεστό μπάνιο. Βρήκε καφέ και λίγες φρυγανιές σε ένα ντουλάπι, βρήκε και λίγο χυμό πορτοκαλιού και… ανακάλυψε ότι πείναγε πολύ. Έριξε μια ματιά στο καλάθι και όταν διαπίστωσε ότι η κουβερτούλα ανεβοκατέβαινε ρυθμικά, ησύχασε και απόλαυσε το μεσημεριάτικο … πρωινό του. 
Θέλησε να βγει στον δρόμο, είχε πέσει ο ήλιος πια και τα φώτα των δρόμων έφεγγαν αχνά, αλλά η κατάσταση του Παρασκευά, αυτό το όνομα είχε δώσει στο πλασματάκι του από τον Ροβινσώνα Κρούσο,  δεν τον άφηνε να ξεκολλήσει από δίπλα του. Και φυσικά το μικρό ζώο, δεν μπορούσε να βγει στο κρύο. Και τι κρύο! Το χιόνι δεν έλεγε να σταματήσει ούτε στιγμή. Και μέσα από το παράθυρο με την θολούρα των χνώτων να … συννεφιάζουν την όραση, το τοπίο φαινόταν εφιαλτικό. Κάθισε στην βαθιά πολυθρόνα στο σαλόνι και είδε ένα έργο στο cd player. Το σκυλάκι είχε τα μάτια του κλειστά πάνω στην κοιλιά του και τον ζέσταινε. Του φάνηκε να κουνά το μικρό κεφάλι με εκείνα τα δυσανάλογα μεγάλα αυτιά του… σαν να τον ευχαριστούσε. Ο πόνος στα πλευρά, τον «έκοψε» στα δύο και εκείνη η φωνή, πλημμύριζε με ακατανόητες λέξεις το κρανίο. 

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

Δυό μέρες είχαν περάσει που ο Γιώργος δεν είχε ξεμυτίσει από το σπίτι. Η πιο μακρινή του βόλτα, ήταν όταν επισκέφτηκε τα υπόλοιπα διαμερίσματα, παραβιάζοντας σαν κανονικός διαρρήκτης τις πόρτες τους και ενεργώντας σαν εξερευνητής. Δεν ήξερε τι έψαχνε, αλλά η τάση αυτή του ερχόταν αυθόρμητα. Ο μικρός Παρασκευάς, έδειχνε ολοένα και καλύτερα, προσπαθούσε και τα κατάφερνε να στέκεται όρθιος στα πόδια του, αν και μερικές φορές του ήταν αρκετά κουραστικό, καθόταν στα πίσω πόδια και είχε ανασηκώσει την ουρά του. Το πρόβλημα βέβαια με τις αφοδεύσεις του, είχε αρχίσει να γίνεται βασανιστικό, αλλά ποιος θα έμενε για πολύ σε αυτό το σπίτι;
Σήμερα, αν δεν έκανε λάθος πρέπει να ήταν Σάββατο (όχι ότι είχε καμιά σημασία αυτό), θα πήγαινε σε μια μεγάλη γύρα της πόλης, παρέα φυσικά με τον Παρασκευά. Άνοιξε το ραδιόφωνο, ένα μικρό τρανζίστορ που βρήκε στο παράθυρο της κουζίνας και προσπάθησε να βρει κάτι. Πάντα ήλπιζε να ακούσει ανθρώπινη φωνή. Όμως το μόνο που ακουγόταν ήταν αυτά τα γνωστά παράσιτα, τον ήχο από τον θόρυβο του Μπιγκ Μπάγκ. Χαμογέλασε και έριξε μια ματιά προς το μικρό πλασματάκι, που τώρα στεκόταν στα πόδια του και προσπαθούσε να νικήσει ένα μαξιλάρι, με δαγκώματα και τινάγματα του κεφαλιού. Και η μάχη πρέπει να ήταν άγρια, αφού κάθε τόσο ακουγόταν κι ένα αδύναμο γαύγισμα. Κάθισε στην καρέκλα με ένα φλιτζάνι καφέ στο χέρι και άναψε τσιγάρο. Από την ώρα που βρήκε σύντροφο, αυτόν τον μικρό τετράποδο διαβολάκο, γέμισε με ελπίδα και η αισιοδοξία ξαναγύρισε στη καρδιά του. Έτριψε το πονεμένο του πλευρό και τράβηξε μια γερή γουλιά από τον καφέ του. Κάηκε και αναπήδησε στο κάθισμα. Το μάτι του έπεσε στο μικρό παράθυρο. Έξω το χιόνι είχε σταματήσει κι ένας λαμπρός ήλιος είχε κάνει την εμφάνιση του, προσπαθώντας να ζεστάνει τον αέρα. Από το χιόνι τόσων ημερών ο δρόμος είχε εξαφανιστεί, είχε γίνει ένα με το πεζοδρόμιο και γυάλιζε σαν καθρέφτης. Θα περπατούσε όσο πιο πολύ μπορούσε, θα άνοιγε με τον δικό του ξεχωριστό και άκρως άγαρμπο τρόπο, όσα καταστήματα γούσταρε και όποιο διαμέρισμα ήθελε. Περίεργο άτομο καθώς ήταν, θα εξερευνούσε κάθε σπιθαμή της πόλης που θα του προκαλούσε ενδιαφέρον. Μέχρι τώρα, δεν είχε ανακαλύψει κάτι το περίεργο ή κάτι που δεν ήξερε ή φανταζόταν, με μια μικρή μόνο εξαίρεση, εκείνες οι χαρτοπαικτικές ή ότι άλλο ήταν, λέσχες στο κέντρο. Εκείνα τα υπόγεια τα φανταζόταν, αλλά δεν είχε ποτέ του τέτοια εμπειρία. Ξανάβαλε το χέρι στα πλευρά του, τώρα τον πονούσαν λιγότερο και προσπάθησε να πάρει αργά, μια βαθιά ανάσα. Με χαρά είδε ότι στην ανάσα δεν πονούσε και τόσο. Η σκέψη του πήγε σε άλλα πράγματα. Αφού βρήκε το μικρό Μπίγκλ, σίγουρα θα υπήρχαν και άλλα έμβια όντα κάπου. Ίσως και άνθρωποι…
Έφερε στο μυαλό την εικόνα της οικογένειας του, τα παιδιά του, την Χαρά αλλά παράξενο πως και την … γιαγιά Τόνια. Άρχισαν να του λείπουν τα ουζάκια της και οι πολιτικοί τσακωμοί τους. Κούνησε το κεφάλι σαν να συμφωνούσε με την σκέψη του και αποφάσισε να ψάξει για μια κουβέρτα να προστατέψει τον μόνιμα μαξιλαρομαχόμενο Παρασκευά του. Στο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, βρήκε μια δέστρα μωρού, απ’ αυτές που φορούν συνήθως οι άντρες όταν ήθελαν να κάνουν επίδειξη των μωρών τους κι αποφάσισε να την χρησιμοποιήσει. Το ζωντανό βέβαια δεν την δέχτηκε και με μεγάλη χαρά, αλλά στο τέλος υποτάχτηκε στην μοίρα του και βρέθηκε να κοιτά τον δρόμο, από το ύψος του στήθους του αφεντικού του. 
Το χιόνι είχε κλείσει σχεδόν όλους τους δρόμους, όπου κι αν έριχνε την ματιά του, άσφαλτος δεν υπήρχε, αλλά ο ήλιος έδινε ελπίδες με την ζέστη του. Προσπάθησε να περπατήσει  κρατώντας την ισορροπία του από τα φανάρια και τους στύλους των πινακίδων των καταστημάτων. Τώρα είχε ευθύνη και απέναντι στο μουτράκι εκείνο που πρόβαλε φοβισμένο από την δέστρα του στήθους. Δηλαδή, στην αρχή ήταν φοβισμένο, μετά περίεργο και στο τέλος ανυπόμονο. Κατέβηκε όλη την Ιπποκράτους με τα πόδια και έφτασε στην Ακαδημίας προσπαθώντας να αποφασίσει προς τα πού να πάει. «Άντε μικρό μου και μόλις ανοίξει ο καιρός, θα πάμε μακρινό ταξίδι, αν έχω μέχρι τότε κατορθώσει να οδηγώ καλά βέβαια», είπε στο μικρό πλασματάκι που γύρναγε το κεφάλι στο πλάι λες και καταλάβαινε. Ο ήχος που ακούστηκε, τον έκανε να γυρίσει απότομα το κεφάλι και τον πόνεσε το σβέρκο, αλλά και τα πιασμένα του πλευρά. Κάτι μεταλλικό στο βάθος του δρόμου, κάτι απότομο και κοφτό. Μετά την ανεύρεση του Παρασκευά, πάντα ήλπιζε ότι θα έβρισκε και κάποιον άνθρωπο. Τάχυνε όσο μπορούσε το βήμα του, κρατήθηκε από την κολώνα ενός φαρμακείου να μην πέσει για να ανακαλύψει ότι ο θόρυβος προερχόταν από μια μικρή στέγη ενός κιοσκιού με εφημερίδες που μην αντέχοντας το βάρος του χιονιού, είχε καταρρεύσει στο πεζοδρόμιο. Γέλασε αμήχανα και από συνήθεια κοίταξε γύρω του μην είχε γίνει ρεζίλι. Αλλά ρεζίλι, σε ποιόν; Αυτή η σκέψη τον έκανε να γελάσει πιο δυνατά και χάιδεψε τα μεγάλα αυτιά του συντρόφου του. «Έχει τα καλά της και η μοναξιά…» σκέφτηκε. 
Αποφάσισε να πάει τελικά προς τα Εξάρχεια, ένα μέρος που πάντα του άρεσε και τον τραβούσε. Ξαναπήρε τον ανηφορικό δρόμο, αλλά τώρα ανέβαινε την παράλληλη Ασκληπιού. Ποτέ δεν ήθελε να παίρνει τον ίδιο δρόμο δυό φορές. Η πλατεία ήταν ολόλευκη και τα παρατημένα καθίσματα και τραπεζάκια, είχαν «μαζέψει» πάνω από πέντε πόντους χιόνι. Γέλασε όταν είδε ποτήρια με καφέ και πάγο, έτοιμα για … κατανάλωση.
Κάθισε στο εσωτερικό της καφετέριας που συνήθιζε να πηγαίνει παλιά. Άφησε τον Παρασκευά ελεύθερο να τριγυρίζει πάνω στην παχιά μοκέτα και να περιεργάζεται με μανία τα έπιπλα και τις γωνίες με την μύτη και τα μπροστινά του πόδια. Δεν παρέλειπε βέβαια να αφήνει και μικρές σταγόνες από την παρουσία του τριγύρω, σε κάθε σημείο που μπορούσε κανείς να φανταστεί. Όρμησε σε ένα τραπεζάκι και προσπαθούσε να πηδήξει, να πιάσει εκείνο το παρατημένο τοστ, που η μυρουδιά του ζαμπόν τον είχε τρελάνει. Ο Γιώργος πήγε μέσα από την μπάρα και έφτιαξε ένα καφέ παγωμένο. Άναψε τσιγάρο και προσπάθησε να τον απολαύσει, διασκεδάζοντας με τα καμώματα του μικρού του «φίλου». Η φωνή μέσα στο κεφάλι του, τον τάραξε για άλλη μια φορά, αλλά πάλι δεν κατάλαβε τα λόγια που νόμιζε ότι άκουγε. Η ζέστη μέσα στο μαγαζί τον έκανε να χαλαρώσει και άπλωσε τα πόδια πάνω σε μια καρέκλα που τράβηξε σιμά του. «Αυτό είναι ζωή…», σκέφτηκε ρουφώντας το τσιγαράκι του. Γέλασε σαν ο Παρασκευάς στην προσπάθειά του να πιάσει εκείνο το τοστ, πήρε μια μεγαλόπρεπη τούμπα και έσκασε με το κεφάλι στο πάτωμα. Σηκώθηκε αστραπιαία, γρύλισε λίγο σαν να έκλαιγε και όρμησε πάλι στο τραπεζάκι, ανεβαίνοντας με κόπο στην πιο κοντινή καρέκλα. «Πρέπει να είναι περίπου δυό μηνών…», συλλογίστηκε, μαντεύοντας, αφού οι γνώσεις του για τα σκυλιά ήταν πολύ φτωχές. Σε λίγο ο μικρός ζωηρός διαβολάκος, πήγε κοντά του και έκατσε στα πίσω του πόδια και τον κοίταγε σαν να τον παρακαλούσε. Σηκώθηκε και τον χάιδεψε τρυφερά στο κεφάλι, πήγε έπιασε το τοστ και το σήκωσε ψηλά, σε σημείο  όμως που να μπορούσε με ένα πήδημα το σκυλί, να το πιάσει. Εκείνο κούνησε την ουρά του με τόση δύναμη που κουνιόταν και το πίσω μέρος του σώματος, έδωσε ένα σάλτο και άρπαξε  τον νόστιμο μεζέ. Αδιαφόρησε για το «αφεντικό» του και έπεσε με τα μούτρα στο ζαμπόν και το τυρί. Ούτε ματιά δεν έριξε ολόγυρα, όλη του η έννοια ήταν εκείνο το θεσπέσιο τοστ. 
Η ώρα είχε περάσει και ο ήλιος μεσουράνησε, η «φωτιά» του είχε λιώσει κάποια λίγα χιόνια και τώρα νερό έτρεχε από τα πεζοδρόμια, κάνοντας την στρογγυλή πλατεία με τους πράσινους φανοστάτες της, ένα μικρό βάλτο. Άντρας και σκυλάκι, ξαναπήραν τους δρόμους. Ο ένας μπροστά και το άλλο πίσω του να κοιτάζει όλα αυτά τα παράξενα που πρωτοέβλεπε. Ο Γιώργος επίτηδες το άφησε να περπατήσει για λίγο μέχρι που το είδε να σηκώνει ψηλά τα πόδια του, σε αφύσικο περπάτημα, δείγμα ότι είχε αρχίσει να κρυώνει. Η πάνινη θήκη στο στήθος του φίλου του, πρόσφερε ξανά την ζεστασιά του και φυσικά καλύτερη θέα του κόσμου. Στριφογύριζε το κεφάλι τόσο γρήγορα που τα μεγάλα αυτιά πέταγαν στον αέρα σαν μικρού αεροπλάνου, μετά πιο αργά και στο τέλος εκείνη η γλυκιά νύστα τον έκανε να ησυχάσει. 
Όπου υπήρχε ήλιος το κρύο ήταν ανεκτό, μέχρι  που ίδρωνε. Όπου όμως σκιαζόταν το μέρος ο Γιώργος τουρτούριζε και συνέχεια ανησυχούσε για τον μικρό διαβολάκο του. Βρήκε ένα κατάστημα που πουλούσε είδη για κατοικίδια και έψαξε κάτι για την προστασία από το κρύο. Ένα κόκκινο σκυλοπαλτουδάκι στο πάνω ράφι, ήταν στα μέτρα του Παρασκευά. Το πήρε και άρχισε μια σωστή μάχη με το ζώο για να του το φορέσει. Δαγκώματα και νυχιές, τινάγματα και στριφογυρίσματα στον αέρα ήταν η αναμενόμενη άμυνα. Όμως στο τέλος η επιμονή του ανθρώπου υπερίσχυσε και ένα πανέμορφο ζωάκι, απορημένο και κουρασμένο από τον προηγούμενο πόλεμο, περπατούσε τώρα δίπλα του, σταματώντας κάθε λίγο να ξυστεί. «Κουκλί μου εσύ!», του φώναξε και γέλασε. «Κουκλάκι ζωγραφιστό είσαι μικρόβιο…», συνέχισε και περίμενε λες και θα του απαντούσε. Βγήκαν στον δρόμο και βήμα το βήμα, χαζεύοντας την απόλυτα δική τους  πόλη, έφτασαν στην φαρδιά  λεωφόρο. Βρήκε ένα μεγάλο αυτοκίνητο και τον έπιασε η επιθυμία να οδηγήσει. Πως αλλιώς θα μάθαινε εξάλλου; Μπήκε και κάθισε πίσω από το τιμόνι, έβαλε τον φίλο του ασυναίσθητα στο πίσω κάθισμα και ξεκίνησε σπινάροντας τους πίσω τροχούς. Τα αυτοκίνητο γλίστρησε πάνω στον πάγο και το χιόνι, όμως ψύχραιμα το επανέφερε και τράβηξε το πόδι του από το γκάζι. Μούγκρισε για λίγο το όχημα, είχε κάνει λάθος με τις ταχύτητες και  αφέθηκε σε μια διαδρομή πολύ πιο ήρεμη απ’ αυτή που είχε ονειρευτεί ο οδηγός του. Άργησε αρκετά να φτάσει στον Χολαργό, ξανά στο σπίτι του, αλλά τι σημασία είχε τώρα πια η ώρα; Το σχολείο των παιδιών εξακολουθούσε να είναι έρημο και σιωπηλό, το χιόνι δεν είχε κανένα ίχνος  ανθρώπου πάνω του και δεν έκανε τον κόπο ούτε να ρίξει δεύτερη ματιά. Έφτασε στο σπίτι και άφησε τον Παρασκευά να μπει πρώτος στο διαμέρισμα, λες και ήθελε να κάνει έκπληξη στα παιδιά του, που πολύ καιρό λαχταρούσαν ένα κουταβάκι. Κι εκείνο, μπήκε, έριξε πίσω μια ματιά στο αφεντικό του σαν να ζητούσε άδεια, όρμησε κατευθείαν στην κουζίνα, (είχε ξεχάσει το σαλάμι έξω από το ψυγείο όταν είχα φύγει) και κατούρησε όπου βρήκε, χωρίς ο Γιώργος να του κάνει παρατήρηση, αφού δεν είχε καμιά σημασία πια. Το έρημο σπίτι του έφερνε αναμνήσεις και ένιωσε ένα κόμπο στο λαιμό. Πήγε στο δωμάτιο των κοριτσιών του και στάθηκε μπροστά στα δυό κρεβάτια που ακόμα (νόμιζε ότι…) μύριζαν την μυρουδιά τους. Άπλωσε το χέρι και πήρε ένα μάτσο φωτογραφίες από το δεύτερο ράφι, δίπλα στην μεγάλη ντουλάπα. Τις χάιδεψε και σκούπισε κάποιο δάκρυ που έφυγε από τις κόγχες των ματιών του. Η Τόνια του ήταν σαν να τον κοίταγε κατευθείαν στα μάτια, ενώ η μικρή του Μαίρη… «ναι…», σκέφτηκε χαμογελώντας, «… η Μαίρη μου μοιάζει απίστευτα στον Παρασκευά, μόνο τα δικά της την νοιάζουν…», πρόσεξε να μην πει «την ένοιαζαν», και κάθισε πάνω στα στρωσίδια. Ο μικρός διαβολάκος πρέπει να μασουλούσε το σαλάμι, γιατί κάθε τόσο ακούγονταν από την μεριά της κουζίνας γρυλίσματα και αγκομαχητά από προσπάθειες. 
Μπήκε στην μεγάλη κρεβατοκάμαρα και αντίκρισε το διπλό  κρεβάτι με τα σεντόνια και τις κουβέρτες αναστατωμένες, όπως τα είχε αφήσει. Κάτι τον έπιασε και θέλησε να ξεκουραστεί για λίγο. Ξάπλωσε και έτσι ξαπλωμένος, άναψε τσιγάρο κοιτώντας το ταβάνι, όπως τόσες φορές το είχε κάνει στο παρελθόν. Ο καπνός ανέβαινε ίσια πάνω, λίγο γαλαζωπός, λίγο γκρίζος για να διαλυθεί λίγα μέτρα μακριά από την καύτρα.  Ο Παρασκευάς εξακολουθούσε να κάνει θόρυβο και νόμιζε, του ήρθε δηλαδή στο μυαλό μια εικόνα της παλιάς κατάστασης, τότε που η Χαρά ετοίμαζε πρωινό με τον καφέ αχνίζοντας να του «παίρνει» την μύτη. Αφέθηκε σε ένα κλάμα με λυγμούς, με τραντάγματα αδυσώπητα σκληρό. Ένιωσε αφόρητο πόνο στο στήθος και παρακάλεσε τον Θεό, για ένα έμφραγμα. Δεν το εννοούσε βέβαια, αλλά τον είχε τυλίξει η απελπισία πια. Πέταξε το τσιγάρο πάνω στο χαλί του υπνοδωματίου κι άκουσε το τσίριγμα από το κάψιμο του χαλιού. Ένοιωθε μόνος και προδομένος. Προδομένος; Ναι, έτσι είχε μέσα του αυτήν την … έλλειψη. Ούτε καν σκούπισε τα δάκρυα που τώρα κυλούσαν ασταμάτητα από τα μάτια και είχαν μουσκέψει το μαξιλάρι. Μόνο σκεφτόταν και σκεφτόταν, μέχρι που εκείνος ο πόνος, σαν κάψιμο αυτή τη φορά, επανήλθε στο στήθος του με πολύ μεγάλη ένταση. Πήρε βαθιά ανάσα και την κράτησε, σε μια προσπάθεια να τον ηρεμίσει. Μετά από λίγο, όλα, σωματικά τουλάχιστον, ήταν καλά. Στην πόρτα του δωματίου, φάνηκαν τα δυό μεγάλα κανελί αυτιά να πετάγονται δεξιά και αριστερά, σε μια προσπάθεια να ισορροπήσουν το μικρό σώμα του λιχουδιάρικου τετράποδου. Ο Παρασκευάς μπήκε με φόρα στο δωμάτιο και αν δεν ήταν το χαλί, σίγουρα θα είχε γλιστρήσει , με απρόβλεπτα αποτελέσματα. Πλησίασε τον Γιώργο και του έδωσε αυτό που κρατούσε στο μικρό του στόμα. Ένα σαλάμι ολόκληρο, μισομασουλημένο, που το δίχτυ του είχε γίνει εφιάλτης και βάσανο. Ζητούσε βοήθεια και μάλιστα την ζητούσε την καταλληλότερη στιγμή. Ο άντρας δεν μπορούσε παρά να ξεχάσει τα όνειρα και να χαμογελάσει σε αυτήν την αστεία απαίτηση του «μικρόβιού» του. Καθάρισε το κρέας και το έδωσε, τον χάιδεψε κάτι που το ζωντανό ούτε το κατάλαβε και σηκώθηκε να κάνει ένα μπάνιο. «Να είσαι καλά μικρέ μου διαβολάκο, να είσαι καλά … σύντροφε», είπε καθώς απομακρυνόταν.
Ο ήλιος κρύφτηκε πίσω από το βουνό του Αιγάλεω και η νύχτα ξάστερη, αλαζονικά, επιδείκνυε τα μυριάδες άστρα της και την μυστικότητά της. Ο αέρας είχε γίνει πολύ κρύος, σχεδόν παγωμένος, αναγκάζοντας τον Γιώργο να κλειστεί κυριολεκτικά μέσα στο σπίτι. Το γνωστό πρόβλημα με την μπαλκονόπορτα που δεν έκλεινε αρκετά καλά, ήξερε να το τακτοποιεί, εξάλλου τόσα χρόνια είχε μείνει σε αυτό το σπίτι και αγκαλιάζοντας τον μικρό του φίλο, αποφάσισε να απολαύσει την άνεση της αγαπημένης του πολυθρόνας. Άνοιξε το χαζοκούτι και διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε ούτε ίχνος εικόνας. Πήρε ένα βιβλίο από την αρκετά μεγάλη βιβλιοθήκη και προσπάθησε να συγκεντρωθεί. Δεν το είχε διαλέξει, τυχαία το έπιασε και τον ξάφνιασε ο τίτλος: «Η μυστηριώδης νήσος» του Ιούλιου Βερν. Το θυμήθηκε, το είχε διαβάσει μικρός και τον είχε συνεπάρει η πλοκή. Έτσι αποφάσισε να το ξαναδιαβάσει. Η ιστορία έμοιαζε με την δική του, αφού αναφερόταν σε πέντε άντρες που είχαν ναυαγήσει σε ένα έρημο νησί του Ειρηνικού. Κάπως σαν και τον ίδιο δηλαδή, χωρίς έναν άνθρωπο τριγύρω, χωρίς μια υποστήριξη έξω από αυτά που προσέφερε η φύση και γεννούσε το ανθρώπινο μυαλό. Το ξεφύλλισε και οι ασπρόμαυρες εικόνες, εκείνες οι χαρακτηριστικές εικόνες με τις πολλές γραμμές, του έφεραν παράξενα συναισθήματα, όχι στο νου, αλλά στην ψυχή του. Ένας κόμπος ανέβηκε στον λαιμό του, ένα τίναγμα της μνήμης ήταν ικανό να τον αφήσει ακίνητο για αρκετή ώρα, απλώς χαϊδεύοντας το κοιμισμένο πια στους μηρούς του Παρασκευά. Άνοιξε το βιβλίο από την πρώτη σελίδα και άρχισε να μεταφέρεται σιγά σιγά σε εκείνο το νησί, να συναντάει τον Κύρο Σμιθ, τον Γεδεών Σπίλετ, τον ναυτικό Πένκροφτ, τον Ναμπ και τον Χάρμπερτ Μπράουν, αλλά και τον πλοίαρχο Νέμο. Ξανάμαθε πως άναβαν φωτιά από το τίποτα, πως έφτιαξαν γυαλί από το χώμα και τόσα άλλα πράγματα, που για την εποχή που γράφτηκε, ήταν τόσο πρωτοπόρα και … με μεγάλη φαντασία. Σκεπάστηκε με μια κουβέρτα, χαμογέλασε με το χλιαρό ροχαλητό του «φίλου» του και συνέχισε το διάβασμα. Οι ακτίνες του πρωινού ήλιου, τον ενόχλησαν και κοίταξε έξω από το τζάμι της μπαλκονόπορτας. Είχε ξημερώσει χωρίς να το καταλάβει και ο διαβολάκος δεν είχε ανοίξει τα μάτια του, ούτε στιγμή. Όπως έπεσε κουλουριασμένος, έτσι ήταν και τώρα. Ο Γιώργος κατάλαβε ότι τα πόδια του είχαν πιαστεί, από τις τόσες ώρες ακινησίας και θέλησε να τα τρίψει, αλλά φοβόταν, λυπόταν πιο σωστά να ξυπνήσει τον Παρασκευά του. Καταλάβαινε ότι έκανε λάθος που δεν είχε κοιμηθεί, γιατί και να ήθελε τώρα, αν ξυπνούσε το «μικρόβιο», θα ήταν πολύ δύσκολο. Έκλεισε τα μάτια και αποφάσισε να ξεκουραστεί για λίγο, όσο προλάβαινε. 
Στάθηκε τυχερός αφού πέρασε κάπου μισή ώρα, πριν αισθανθεί την ζεστή γλωσσούλα να του γλύφει την μύτη και τα γένια στα μάγουλα. Γένια; Συνειδητοποίησε ότι τα γένια του είχαν μακρύνει αρκετά, αλλά δεν του γεννήθηκε καμιά επιθυμία να ξυριστεί. Δεν έβρισκε τον λόγο άλλωστε. Ίσως λίγο για την φαγούρα κάτω από το πηγούνι. Η μικρή μουσούδα με την γυαλιστερή και υγρή μύτη, είχε κολλήσει στο πρόσωπό του και τα μελαγχολικά μάτια, τον διαπερνούσαν με το αθώο τους βλέμμα. Βρήκε δύναμη να σηκωθεί μα πιο πολύ ν’ απαγκιστρωθεί από κείνα τα ματάκια. Το νερό στο πρόσωπο, κρύο και κρυστάλλινο τον έκανε να νιώσει καλύτερα και να καταπολεμήσει την νύστα του. Παρατήρησε τις μαύρες σακούλες κάτω από τα μάτια και τις ρυτίδες στο πλάι. Με τα δάχτυλα τράβηξε το δέρμα να τις ισιώσει και όπως και με το χτένισμα δεν βρήκε λόγο ν’ αρέσει, αφού κανείς δεν θα υπήρχε να τον δει. Αγκάλιασε τον μικρό του φίλο και κατέβηκε στο βρεγμένο πεζοδρόμιο, έτοιμος για την εξερεύνηση που τόσο καιρό ονειρευόταν.
«Άντε μπέμπη … πάμε να βγάλουμε το … ψωμί μας τώρα» και γέλασε τρίβοντας τα χέρια να τα ζεστάνει. 

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Κοίταξε καλά το ψαλίδι στο χέρι και χαμογέλασε. Χάιδεψε τα γένια του καθώς ο καθρέφτης μπροστά του, έδειχνε έναν γέρο ή πιο σωστά έναν μεσήλικα να τον … ματιάζει. Πέντε μήνες δεν είχε ακουμπήσει ξυράφι στο πρόσωπο και, αν και δεν τον ένοιαζε η εμφάνιση του, δεν υπήρχε λόγος να τον νοιάζει εξάλλου, ήθελε κάτι να κάνει για τον εαυτό του. δεν υπήρχε η δικαιολογία της φαγούρας, αφού τα γένια είχαν μακρύνει και οι τρίχες είχαν μεγαλώσει, αλλά θυμόταν ότι κάθε φορά που ξυριζόταν παλιά, ένοιωθε κάτι σαν ξεκούραση, σαν ανανέωση. Ο Παρασκευάς έδειχνε πιο ψηλός και καθόταν τώρα στα πίσω πόδια, παρακολουθώντας τον φίλο του να στέκεται τόση ώρα μπροστά σε εκείνο το φωτισμένο καθρέφτη. 
Σήκωσε το χέρι και η πρώτη ψαλιδιά, γέμισε τον νιπτήρα μα μια στρώση από τρίχες. Ασυναίσθητα άνοιξε το νερό και προσπάθησε να καθαρίσει. Γέλασε, συνέχισε το ψαλίδισμα, μέχρι που άρχισαν να φαίνονται τα μάγουλα. Από το παράθυρο του μπάνιου, το φως του ήλιου, έμπαινε ζεστό και πολύ φιλικό. Αρχές Ιουνίου και η ζέστη γινόταν ανυπόφορη το μεσημέρι, αν και σε αυτόν τον μήνα, δεν είχε και μεγάλη εμπιστοσύνη. 
Του άρεσε το καθαρό (το σχεδόν καθαρό) πρόσωπό του και αποφάσισε να συνεχίσει με το ξύρισμα. Το ξενοδοχείο που σήμερα τον «φιλοξενούσε», είχε όλα τα απαραίτητα γι αυτό. Κάλυψε το πρόσωπο με ένα πυκνό αφρό και περίμενε κάποια λεπτά. Το ζεστό νερό έτρεχε από την βρύση και δεν μπήκε καν στον κόπο να την κλείσει. Επιτέλους αποφάσισε να βάλει το ξυράφι πάνω του. Με το πρώτο τράβηγμα, ένοιωσε σαν να ξεφορτωνόταν κάτι βαρύ, κάτι που τον έπνιγε. Σταμάτησε και έψαξε τα τσιγάρα του. Τα βρήκε πάνω στο μάρμαρο του νιπτήρα και άναψε ένα με σπίρτα και όχι αναπτήρα, για να απολαύσει την μυρουδιά του καμένου σπίρτου. Άκουσε τον τετράποδο φίλο του να γρυλίζει αλλά δεν έδωσε σημασία. Κοίταξε την ξυρισμένη γραμμή στο μάγουλο και έβαλε την παλάμη πάνω της. Του άρεσε η απαλότητα του δέρματος. Έκλεισε τα μάτια και θυμήθηκε την μικρή του Τόνια, πώς τον χάιδευε μετά από κάθε ξύρισμα. Σφίχτηκε η καρδιά του και ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, ένοιωσε τις φλέβες στο λαιμό να πρήζονται και τα μελίγγια του να τον πονάνε. Ήξερε ότι αυτός ο πόνος στο κεφάλι δεν θα πέρναγε και τόσο γρήγορα. Ξύρισε και το υπόλοιπο πρόσωπο και έδειξε τουλάχιστον δέκα χρόνια νεώτερος. Του άρεσε αυτό, του έδωσε αισιοδοξία και λίγο κέφι. Τώρα είχε φύγει από το μυαλό του η Τόνια και οι αναμνήσεις. Ο Παρασκευάς του θύμιζε ότι πεινούσε και επιβεβαίωσε αυτό με την επίθεσή του στο μικρό μπισκοτάκι που βρήκε στο τραπέζι του καθιστικού. 
Ο Γιώργος δεν μπορούσε να τον αφήσει άλλο νηστικό και διψασμένο. Φόρεσε ένα μπλουζάκι και κατέβηκε, ακολουθούμενος από τον διαβολάκο, στο ισόγειο, στην κουζίνα. Εκεί βρήκε ψωμί και ζαμπόν, πορτοκαλάδα και καφέ για τον ίδιο και ένα κομμάτι καπνιστού μπέικον για το «μικρόβιό» του. Είχε παρατηρήσει ότι τα τρόφιμα δεν χάλαγαν, μέχρι τώρα τουλάχιστον και το δικαιολόγησε… με την έλλειψη κάθε ζωντανού οργανισμού από τον πλανήτη. «Και οι ιοί, ζωντανοί οργανισμοί είναι… και η μούχλα!», σκέφτηκε με κάποια μελαγχολία. 
Στον δρόμο ήταν όλα τα δέντρα ανθισμένα πια και η Συγγρού, έμοιαζε με ένα μακρόστενο κήπο, με τις νεραντζιές και τις μουριές του, γεμάτες με πράσινα φύλλα. «Όλοι οι ζωντανοί οργανισμοί… εκτός από τα φυτά…», σκέφτηκε, συμπληρώνοντας την προηγούμενη σκέψη του. Άρχισε να προχωράει στο μέσον του δρόμου προς την μεριά της θάλασσας. Όπως πάντα τα αυτιά του ήταν τεντωμένα να εντοπίσει κάποιον θόρυβο. Μάταια πάντως, όπως πολύ καλά περίμενε. Βρήκε ένα αυτοκίνητο, μια μεγάλη μπλε λιμουζίνα, κάθετα στον δρόμο και αποφάσισε να την χρησιμοποιήσει. Ο Παρασκευάς δεν ήθελε δεύτερη λέξη, μόλις του άνοιξε την πόρτα, όρμησε και στρογγυλοκάθισε στην θέση του συνοδηγού. 
Σε λίγο, περνώντας ανάμεσα από τα παρατημένα οχήματα σαν να κάνει σλάλομ, σταμάτησε σε μια παραλία με ζεστή από τον ήλιο, άμμο. Η θάλασσα τον καλωσόρισε με την χαρακτηριστική βοή της από τον παφλασμό των κυμάτων. Κάθισε και έκλεισε τα μάτια. Ρούφηξε το ιώδιο και άφησε το διακριτικό αεράκι, να του δροσίσει το πρόσωπο. Τώρα που είχε ξυριστεί, ένοιωθε την αύρα πιο πολύ, την αισθανόταν σαν εκείνο το γυναικείο χάδι, που τόσο του είχε λείψει. Έβαλε τα χέρια στο πρόσωπο και προσποιήθηκε αυτό το χάδι. Δεν του είχε λείψει μόνο αυτό, δεν ήταν μόνο εκείνη η επαφή με το γυναικείο χέρι, αλλά τούτη η φλόγα που βγαίνει από το ερωτευμένο δέρμα της παλάμης, το καυτό και λίγο ιδρωμένο, το τρεμάμενο και διστακτικό. Εκείνο το χάδι της Χαράς του, όταν ακόμα ήταν ένας απλός δεσμός, χωρίς τον γάμο που δολοφονεί με την καθημερινότητά του την ιεροτελεστία της επαφής, την προσμονή και την άκρατη ανάγκη της συντροφιάς. Θυμήθηκε την γνωριμία του με την γυναίκα του. Χαμογέλασε. Έγειρε το κεφάλι πίσω και φαντάστηκε την «Βιολέτα», εκείνο το μικρό μεζεδοπωλείο που ήπιαν το πρώτο τους ουζάκι ή τσίπουρο; Δεν θυμόταν καλά…
Μηρύκασε  τις αναμνήσεις του από κείνα τα χρόνια. Θυμήθηκε το μακροβούτι στην παραλία και το χειροκρότημα που ακολούθησε από τις κοπέλες που κάθονταν στην άμμο. Νέος ήταν, του άρεσε η επίδειξη, καλό το μακροβούτι, … «τσίμπησαν» τα κορίτσια. Σε αυτή την θηλυκοπαρέα βρισκόταν κι εκείνη η ψηλή ξανθιά γαλανομάτα, το όνειρο κάθε άντρα. Δεν πίστεψε ότι θα μπορούσε να κατακτήσει ένα τέτοιο «μανούλι» (όπως έλεγε και ο φίλος του και συμφοιτητής του Μανώλης), γι αυτό και ούτε που πλησίασε την παρέα τους. Σκούπισε τα νερά από τα μαλλιά του και απομακρύνθηκε χωρίς να ρίξει έστω και μια ματιά προς το μέρος των κοριτσιών. Ή νόμιζε ότι δεν είχε ρίξει ούτε μια ματιά. Οι γυναίκες όμως πάντα καταλαβαίνουν, ακόμα κι αυτά που οι άντρες δεν τολμούν να παραδεχτούν. Πήγε στην μικρή ξύλινη καντίνα και παρήγγειλε ένα παγωμένο καφέ. Άναψε τσιγάρο και ξεροκατάπιε όταν είδε την ξανθιά να πλησιάζει. Νόμιζε ότι του είχε ανέβει το αίμα στο κεφάλι και τα χέρια του έτρεμαν ελαφρά.  Είχε ξεχάσει το τσιγάρο και σε λίγο, τίναζε τα δάχτυλα από το κάψιμο. Η ψηλή κοπέλα ακούμπησε στον πάγκο της καντίνας δίπλα του, πολύ κοντά του κι εκείνος ήθελε να κάνει προς τα πίσω, αντίθετα όμως, προσπάθησε να ακουμπήσει πάνω της χωρίς να γίνει προκλητικός και γελοίος. Γύρισε το κεφάλι τάχα αδιάφορα και άφησε το χέρι του να ακουμπήσει το μπράτσο της. 
-«Συγγνώμη…», της είπε όσο πιο ευγενικά μπορούσε. Τραβήχτηκε απότομα και επιδεικτικά μακριά της. Προσπαθούσε να μην την κοιτάξει στα μάτια, ήταν πολύ όμορφη και φοβήθηκε μη χάσει τα λόγια του από αμηχανία, ενώ ταυτόχρονα έψαχνε δικαιολογία να της πει κάτι, να προκαλέσει συζήτηση, να την γνωρίσει. Αντ’ αυτού προτίμησε να το βουλώσει και να στραφεί στον καφέ του. 
-«Εσύ είσαι αυτός ο μεγάλος κολυμβητής που είδα πριν;», ρώτησε μια μελωδική φωνή, μια καθαρή και σταθερή φωνή. Γύρισε το βλέμμα δεξιά του και τα πιο γαλανά μάτια που είχε δει ποτέ του, τον κοίταγαν γελαστά και διεισδυτικά, ενώ τα κατακόκκινα χείλη της, λες… λες… και έσταζαν αίμα και … γλυκά κεράσι. Ευτυχώς που μπορούσε ν’ απαντήσει με ένα ξερό «ναι» και δεν θα μπέρδευε τα λόγια. 
-«Είμαι η Χαρά …», του είπε το ψηλό κορίτσι. Έτεινε το χέρι της σε χαιρετισμό και περίμενε μερικά δευτερόλεπτα μέχρι ν’ ανταποκριθεί ο Γιώργος. Εκείνος, ασυναίσθητα σκούπισε το δικό του και ένοιωσε το ζεστό της δέρμα. Προσπάθησε να βρει την αυτοκυριαρχία του.
-«Χάρηκα… Γιώργος και όσο για καλός κολυμβητής… άστο να πάει…», προσπάθησε να γελάσει. Μέσα στο μυαλό του έψαχνε απεγνωσμένα να βρει κάτι έξυπνο και ωραίο να πει, κάτι κολακευτικό και όχι συνηθισμένο:
-«Είσαι πολύ όμορφη …» ψέλλισε. «Αυτό βρήκα να πω ο βλάκας; Αυτό;», σκέφτηκε απογοητευμένος από τον εαυτό του. Όμως καμιά φορά και τα πιο ασήμαντα πράγματα πιάνουν τόπο. Το κορίτσι γέλασε και έδειξε το γέλιο της να βγαίνει από βαθιά μέσα της και το χειρότερο ήταν ότι τα ολόλευκα δόντια της, την έκαναν ακόμα πιο όμορφη από ότι ήταν. Ο Γιώργος πήρε θάρρος και συνέχισε: 
-«Γελάς όμορφα, σου πάει το γέλιο…»
Η κουβέντα συνεχίστηκε για αρκετή ώρα, ο καφές τελείωσε και οι φωνές των άλλων κοριτσιών έκαναν την Χαρά να πρέπει να φύγει. Ήταν Κυψελιώτισσα και τον κάλεσε να πιούν ούζο την Τετάρτη στην Φωκίωνος Νέγρη. Τηλέφωνο δεν του είχε δώσει, αλλά θα τον περίμενε στην «Βιολέτα» κατά τις επτά. Του έκλεισε το μάτι και ακολούθησε τις φίλες της στις βουτιές τους. Εκείνος παρέμεινε στην μικρή καντίνα, όχι γιατί ήθελε να την δει από μακριά, αλλά επειδή τα πόδια του δεν ακολουθούσαν την προσταγή του μυαλού του να φύγει.
Μετά από δέκα λεπτά η καφεΐνη άρχισε να ρέει στις φλέβες του, σε αρμονική συντροφιά με την νικοτίνη. Το συνηθισμένο εκρηκτικό μίγμα ξύπνησε επιτέλους τους μυς του, βοηθώντας τον να περπατήσει προς το μέρος που είχε τα ρούχα του και απερίσπαστος από τα γύρω του, να ρουφήξει τις τελευταίες εικόνες της ξανθιάς κοπέλας αλλά και τις τελευταίες ακτίνες του πορτοκαλίζοντος ήλιου. Χαμογέλασε κι ένα αίσθημα ευεξίας και πληρότητας τον κατέλαβε μονομιάς. Γύρισε το βλέμμα στους τελευταίους λουόμενους και άρχισε να τους χαζεύει και να μεταφέρεται νοητά στην επόμενη Τετάρτη και στην «Βιολέτα». Το πλαστικό κύπελλο στο χέρι, περιείχε μια τελευταία γουλιά που την ήπιε κάνοντας το καλαμάκι να αντηχήσει εκείνον τον αποκρουστικό συρτό ήχο. Κάθισε αναπαυτικότερα στην άμμο. Η κίνηση στην παραλία, ανθρώπων που έπαιρναν τον δρόμο της επιστροφής, αυξανόταν διαρκώς κι εκείνος αφέθηκε στο κυνήγι προσώπων. Παρατηρούσε σχολαστικά κάθε τους μορφασμό, επιζητώντας να εισβάλλει λαθραία στις σκέψεις τους και η προσωπική του βάση δεδομένων γέμιζε διαρκώς με νέο πολύχρωμο περιεχόμενο. Η παραλία μπροστά του ήταν στολισμένη από παράξενες γυναίκες όλων σχεδόν των φυλών. Είχε μεγάλη αδυναμία στις όμορφες και προσεγμένες γυναίκες όσο κι αν δεν του φαινόταν αυτό, λόγω της δειλίας του απέναντί τους. Θεωρούσε πραγματικό θηλυκό, όποια ήξερε με μαεστρία ν’ αναδεικνύει τα δυνατά σημεία που της χάρισε η φύση. Τοποθετούσε ιεραρχικά το στυλ πιο ψηλά από τα γονίδια. Η τελευταία πινελιά στο βάψιμο, το περιττό αξεσουάρ, η όρθια στάση του στήθους, το σεμνό αλλά αγέρωχο βλέμμα, οι απαλές κινήσεις, το τουρλωτό περπάτημα, το σταύρωμα των ποδιών ακόμα και σε όρθια στάση, ήταν οι απλές λεπτομέρειες που ξεχώριζαν.
Πίστευε ακράδαντα πως οι αληθινές γυναίκες είναι εκπληκτικές ηθοποιοί. Οι ατέλειωτες ώρες πρόβας μπροστά στο ανδρικό κοινό από τα χρόνια της πρώιμης εφηβείας, τις εκτοξεύουν σε επίπεδα ύψιστης υποκριτικής. Θεωρούσε πάντα τον έρωτα σαν μια θεατρική σκηνή, όπου οι γυναίκες ζουν την κάθε τους μέρα σαν πρεμιέρα. Γυναίκα, έλεγε, είναι εκείνη που δεν κοιτάζει ποτέ έναν άντρα, έναν άγνωστο άντρα – θεατή στα μάτια. Αφήνει να κυλήσει ικανό διάστημα, μέχρις ότου εκείνος προσηλωθεί πάνω της επίμονα και διεκδικητικά. Επιλέγει από ένστικτο, σαν κόμπρα, τη στιγμή που θα του ρίξει μία και μοναδική θανατηφόρα ματιά, λίγο πριν αποχωρήσει απ’ το σκηνικό. Ο άνδρας έχοντας περάσει την βασανιστική δοκιμασία της αδιαφορίας, νιώθει το ακαριαίο κοίταγμά της να καρφώνεται σαν κεντρί στην καρδιά του. αποχωρώντας αυτοκρατορικά, έχει ήδη θέσει τους κανόνες της. Εκείνη βασίλισσα στον θρόνο, εκείνος πιστός ιππότης αφιερωμένος στη γοητεία της. Το παιχνίδι συνεχίζεται με απανωτές πολλαπλές δοκιμασίες, μέχρι ν’ αποφασίσει εκείνη να δώσει το οριστικό τέλος. Αρνητικό για το πλήθος των θαυμαστών, θετικό για τον έναν και μοναδικό κατακτητή του απόρθητου κάστρου της. Η πραγματική γυναίκα πριν ταχθεί στο πλευρό του «άρχοντά» της, είναι πεπεισμένη ότι κάνει την ορθότερη επιλογή και δεν αλλάζει γνώμη σχεδόν ποτέ. 
Η σιλουέτα της Χαράς, έλαμπε ακόμα μέσα στο μυαλό του, το περπάτημα εκείνο που σήκωνε την εύθραυστη μέση ψηλά, οι αστράγαλοι με το μικρό αλυσιδάκι που παιχνιδιάρικα την πήραν μακριά του. Μέχρι την Τετάρτη… την Τετάρτη που του φαινόταν τόσο απόμακρη… τόσο βασανιστικά στο βάθος του χρόνου. Αλλά όταν επιτέλους ήρθε αυτή η μέρα, ο γάμος τους απείχε μόνο ένα χρόνο, όσο δηλαδή τους καθυστέρησαν τα τυπικά!
Κοίταξε τον Παρασκευά που πάλι τσακωνόταν με ένα κλαδί στην άμμο. Του πέταξε ένα μικρό πετραδάκι και τον φώναξε, μόνο που το ζώο, έδειχνε να τον αγνοεί παντελώς. Χαμογέλασε και έμεινε να «χαζεύει» την παραλία και τα κύματα. Μπορεί η Χαρά να ερχόταν πάλι και να του έπιανε κουβέντα, να της ακούμπαγε ξανά το χέρι … να την δει άλλη μια φορά. Όμως η άδεια παραλία θα τον μελαγχολούσε και πάλι. Σηκώθηκε και πλησίασε την θάλασσα μέχρι που τα πόδια του βούλιαξαν στην βρεγμένη άμμο. Έβγαλε την ζώνη με το όπλο από την μέση του, τα παπούτσια και τις κάλτσες και βούτηξε φορώντας τα υπόλοιπα ρούχα του. Μέσα στο νερό έβλεπε θολά τον βυθό και του φάνηκε ελκυστικός με την θελκτικότητα που έπλεκε η τρέλα. Θέλησε να μείνει εκεί, με τα κελύφη από τα κοχύλια και τους πράσινους βράχους. Τα μικρά ποδαράκια που έβλεπε στην επιφάνεια του νερού, να χτυπούν την θάλασσα με τόσο αστείο τρόπο, τον έκαναν να συνέλθει. Ανέβηκε και είδε τον διαβολάκο του να τον έχει ακολουθήσει μέσα στα κύματα. Τον έπιασε από την μέση: «Μικρέ μου, δεν θα σε αφήσω…», του είπε βγάζοντάς τον έξω στα ρηχά. Εκείνος τον έγλυφε με την μικρή του γλώσσα, όπου μπορούσε και όπου έφτανε. Μέχρι που εκείνος ο πόνος, ο φριχτός αυτός, του τράνταξε τα στήθια. Γονάτισε στην άκρη της παραλίας προσπαθώντας να σφίξει το κεφάλι με τα χέρια, όταν η ακαταλαβίστικη φωνή ακούστηκε πάλι. Έπεσε στο πλάι και ένοιωσε κάτι σαν ηλεκτρισμό να τον διαπερνά. Είχε αρχίσει ν’ ανησυχεί με αυτά τα συχνά περιστατικά, αλλά τώρα έπρεπε να ξεκουραστεί. Ξάπλωσε στη βρεγμένη άμμο και προσπάθησε να προστατευτεί από τα νερά που πέταγε ο Παρασκευάς σαν στέγνωνε το κορμάκι του. 

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10

Σήμερα έβλεπε την ημέρα πιο όμορφη και πιο γλυκιά. Έτσι χωρίς λόγο, χωρίς κάποια αιτία. Βέβαια η ζέστη είχε αρχίσει από το πρωί και ο αέρας όσο πέρναγε η ώρα βάραινε σαν γινόταν πιο πυκνός. Μόλις είχε ξημερώσει και το προγραμματισμένο ταξίδι του θα άρχιζε σε λίγο. Η πείρα στην οδήγηση τον ωθούσε σε όλο και πιο μακρινά ταξίδια. Φόρτωσε τον Παρασκευά στο μπροστινό κάθισμα του συνοδηγού, πήρε μπόλικο νερό σε μπουκάλια και κάτι να τρώει στην διαδρομή κι αυτός αλλά και ο διαβολάκος του. Μαρσάρισε λίγο πιο πολύ απ’ ότι περίμενε και έβαλε «πλώρη» για την Πελοπόννησο. Του άρεσε εκεί η περιοχή, του άρεσαν τα βουνά της, το τοπίο της με τα καλαμπόκια, αλλά και οι παραλίες της. Στο μυαλό του ήρθαν οι στιγμές του με την Χαρά και εκείνες οι εκδρομές στην Τρίπολη, στα Καλάβρυτα και στην Μεσσηνία. 
Οδηγούσε σιγοσφυρίζοντας κάποιο χαζοχαρούμενο τραγουδάκι, χωρίς να καταλάβει και πιο ακριβώς ήταν, φόρεσε το Αμερικάνικο κασκέτο, αυτό που εκνεύριζε πάντα την γυναίκα του, πήρε εκείνη την ηλίθια, ξέγνοιαστη γκριμάτσα του τουρίστα και βγήκε στο δρόμο που οδηγούσε κατά τον ισθμό της Κορίνθου. Ήπιε μια γουλιά καφέ από το πλαστικό κυπελάκι που κρατούσε στο χέρι και μέσα από το τζάμι του αυτοκινήτου, άρχισε να θαυμάζει τον ήλιο που μπροστά του ξαναγεννιόταν για να φωτίσει άλλη μια μέρα. Στο ρολόι κοίταξε την ώρα, είδε τους δείκτες να δείχνουν οκτώ και τράβηξε το πόδι από το γκάζι, προσπαθώντας να απολαύσει όσο πιο πολύ μπορούσε την διαδρομή. Δεν έβρισκε τον λόγο να βιαστεί, να ταχύνει την διαδρομή. Περιέργως ο μικρός σκύλος είχε λουφάξει στο δερμάτινο κάθισμα, είχε βάλλει την μουσούδα στα τεντωμένα μπροστινά του πόδια και δεν έβγαζε άχνα. Ούτε ένα γρυλλισμό. Πέρασαν τα διυλιστήρια και τα φώτα που ακόμα ήταν αναμμένα στις εγκαταστάσεις έδιναν μια εικόνα ζωής. Πάντως ούτε άνθρωπος, ούτε ζώο υπήρχε ολόγυρα. Στο μυαλό του μπήκε η ιδέα της έρημης επαρχίας, ενός τόπου χωρίς ζωή, χωρίς κάποια αλεπού, σκύλο, μοσχάρι ή πρόβατο. Οι άνθρωποι, ίσως και να μην τον ενδιέφεραν αυτή τη στιγμή. Σίγουρα δεν τον ενδιέφεραν, την επαρχία την είχε συνδέσει με τα ζώα και τα σπαρτά. 
Φάνηκε ο ισθμός και δεξιά του η Ακροκόρινθος με τα υπέροχα τείχη της. Σταμάτησε πάνω στην γέφυρα και κατέβηκε από το αυτοκίνητο, ακούμπησε στην κουπαστή, αλλά η υψοφοβία του τον ζάλισε και δεν έσκυψε παραπάνω. Η θάλασσα αντανακλούσε τις ακτίνες του ήλιου τώρα και σαν τεράστιος καθρέφτης φώτιζε τα σκληρά βράχια της διώρυγας. Απομακρύνθηκε από την άκρη και ασυναίσθητα έψαξε και πιο πολύ οσμίστηκε μήπως και εντόπιζε την τσίκνα από τα σουβλάκια που ήταν παράδοση εκεί. Τίποτα όμως, μόνο φρέσκος αέρας. Χαμογέλασε σαν σκέφτηκε ότι απογοητεύτηκε επειδή ανάσανε μόνο τον φρέσκο αέρα. Βρήκε ένα από τα καταστήματα που κάποτε πουλούσαν αυτά τα περιβόητα σουβλάκια και άναψε κάρβουνα να φτιάξει μόνος του. Ο καπνός που υψώθηκε στον ουρανό, βάλσαμο στις αισθήσεις του, ήταν και το ίχνος του, για κάποιον άλλο «επιζώντα». Έψησε και έφαγε μαζί με το σκυλάκι του, πιο πολλά απ’ όσα είχε ανάγκη το στομάχι του. Η σόδα που ήπιε δεν τον ελάφρυνε καθόλου. 
«Πόσα χιλιόμετρα λες να κάνουμε ακόμα μικρέ;», ρώτησε τον νεαρό του σύντροφο. Ο Παρασκευάς τον κοίταξε με λοξό το κεφάλι και σίγουρα αναρωτιόταν μέσα του τι του έλεγε. Προχώρησαν μέχρι το αυτοκίνητο, άφησε τον εαυτό του να ρευτεί και νωχελικά ξεκίνησαν και πάλι για την καρδιά της Πελοποννήσου. Πέρασε τα διόδια γελώντας που δεν πλήρωνε για άλλη μια φορά και αποφεύγοντας κάποια σταματημένα αυτοκίνητα στη μέση του δρόμου, προσπερνώντας κάποια άλλα που είχαν καεί, έφτασε στην μεγάλη στοά στο Αρτεμίσιο και σταμάτησε στο κέντρο που συνήθως αναπαύονταν οι οδηγοί. Πήρε άλλη μια σόδα από ένα ψυγείο και απόλαυσε την θέα. Ίσως να έμεναν εκεί για σήμερα, να κοιμόταν μάλιστα στο μεγάλο μπαλκόνι που έβλεπε στα βουνά απέναντι, αλλά μια κρύα πνοή αέρα τον έκανε ν’ αλλάξει γνώμη. Πήρε αγκαλιά τον μικρό του φίλο και έκλεισε τα μάτια πάνω σε μια άνετη πολυθρόνα με κόκκινα και μαύρα μαξιλάρια. Λίγη ξεκούραση ζητούσε και προσπάθησε να βολευτεί όσο πιο καλά μπορούσε. Τα πλευρά του τον πόνεσαν λίγο και στριφογύρισε στη θέση του. Ο Παρασκευάς είχε κουλουριαστεί πάνω του και με τη γλώσσα έξω, παρατηρούσε ήρεμα το γύρω χώρο. Λες και έψαχνε τον επόμενο εχθρό για δαγκώματα και γρατζουνιές. 
Ο Μορφέας πήρε γρήγορα τον Γιώργο στην αγκαλιά του και τον πήγε εκεί που ίσως και να μην ήθελε να πάει. Σε αλλοτινές εποχές, στα παιδικάτα του και στην μικρή παρέα του «Βυζαντίου», της μικρής καφετέριας που συγκεντρωνόταν όλη η παλιοπαρέα από το σχολείο.  Και τι δεν είχε ζήσει εκείνο το στενό πατάρι. Ο Γιώργος και ο Αλέκος ο Μαγουλάκιας, ο Πάνος ο Άχρηστος, ο Κώστας ο Καλλιτέχνης, ο Αντώνης ο Τσαγρής και άλλοι φίλοι και συνοδοιπόροι στα όνειρά του, ανταγωνιστές στον έρωτα του και σύντροφοι στις πλάκες, αντίπαλοι στην επιλογή του Σάββατου (ποτέ δεν μπορούσαν να συμφωνήσουν που να πάνε), παραμυθάδες και ονειροπόλοι έφηβοι. Τι αυτοκρατορίες δεν είχαν πλάσει, πόσα από τα μυστήρια του Σύμπαντος δεν είχαν λύσει! Θυμόταν καλά την ημέρα που είχε γνωρίσει την Παναγιώτα, την στρουμπουλή κοκκινομάλλα με τις φακίδες. Εκείνος δεν είχε κλείσει ακόμα τα δεκάξι του χρόνια κι εκείνη στα δεκαεννέα και κάτι. Την φίλαγε και της τσίμπαγε με δύναμη τα μπούτια, χωρίς η κοπέλα να διαμαρτύρεται, χωρίς να τον αποθαρρύνει. Μέχρι που κάποια στιγμή, μπόρεσε να ακουμπήσει με την παλάμη του την … τριχωτή περιοχή ανάμεσα στα πόδια. Ήταν μόνοι τους στο πατάρι, κανείς δεν τους έβλεπε και μπορούσαν να φιλιούνται με όλη τους την άνεση. Και να την χουφτώνει μάλιστα. Βέβαια εκείνος επιθυμούσε να έρθουν και οι άλλοι, τάχα τυχαία και απρόσμενα, να δουν ότι είχε γκόμενα, ιδίως αυτός ο Τάκης που έκανε ότι ήξερε τα πάντα γύρω από τα θηλυκά. Πρώτος έφτασε ο Κώστας ο Καρούσος, ο επονομαζόμενος και Καλλιτέχνης για την μανία που είχε με το σχέδιο, ειδικά με το σχέδιο των πολεμικών αεροπλάνων του Β! παγκοσμίου πολέμου. Στο σχολείο κάθονταν στο ίδιο θρανίο που ο Κώστας το είχε μετατρέψει σε ένα θεόρατο πίνακα ζωγραφικής με αερομαχίες και απεικονίσεις των spitfires της Ραφ. Τους χαιρέτισε και κάθισε στο τραπέζι τους, του ήταν αδιανόητο να σκεφτεί να κάτσει αλλού, να τους αφήσει μόνους τους. Σε λίγο «αρίβαραν» και τα υπόλοιπα μέλη της παρέας. Η Παναγιώτα όμως καιγόταν από τις προηγούμενες θωπείες του… κατ’ όνομα εραστή της και ήθελε κι άλλα. Μάλλον ήθελε κάτι πιο… αποτελεσματικό. Το ζήτησε από τον Γιώργο ψιθυριστά, σχεδόν ακουμπώντας στο αφτί του και περίμενε την απάντησή του. Ο Γιώργος ξεροκατάπιε, το μόνο που ήξερε από σεξ, ήταν ότι είχε δει κρυφά από τους γονείς του, ότι μπορούσε να μάθει από τις φιλολογικές και υπερβολικές συζητήσεις με την παλιοπαρέα και ότι μπορούσε να αντιγράψει από τα πορνό περιοδικά που κατά καιρούς είχαν πέσει στα χέρια του. Κι αυτές οι εικόνες με την … ηθική του μαρκαδόρου, δεν ήταν καθόλου κατατοπιστικές ή διδακτικές. Βέβαια στην τσέπη του είχε λεφτά, ικανά να πληρώσει μια ημιδιαμονή σε ένα ξενοδοχείο, ακόμα και ένα ποτό, αλλά ντρεπόταν να πάει. Από την άλλη ίσως ήταν και ευκαιρία για φιγούρα στους φίλους του. Τράβηξε τον «Καλλιτέχνη» στην άκρη και τον ρώτησε που μπορούσε να βρει ένα ξενοδοχείο να πάνε. Ήξερε, αλλά ήθελε με αυτόν τον τρόπο να το διαδώσει ότι θα πήγαιναν για… 
Η απάντηση που πήρε ήταν αυτή που περίμενε, αφού μόνο  ένας «γαμιστρώνας» (όπως έλεγαν τα ξενοδοχεία αυτά), υπήρχε στην περιοχή. Το HOTEL ROMA, κανείς δεν ήξερε γιατί το έλεγαν έτσι μεταξύ τους, αφού η επιγραφή του έγραφε «ΑΘΗΝΑ». Χαιρέτισαν όχι και τόσο διακριτικά τους υπόλοιπους και έφυγαν με τον Γιώργο έντρομο για αυτό που έμελλε να ακολουθήσει. 
Το ξενοδοχείο ήταν ένα μικρό, αλλά περιποιημένο κτίριο σε ένα ήσυχο δρόμο με ανεπαρκή φωτισμό, κάτι που τον βόλευε. Μπήκαν μέσα και μπροστά στον υπάλληλο υποδοχής, νόμισε πως η καρδιά του θα έσπαγε, τόσο γρήγορα και δυνατά χτυπούσε. Το πρόσωπό του έκαιγε, θα νόμιζε κάποιος ότι είχε πυρετό και η μέση του άρχισε να έχει σπασμούς, σε σημείο να μην μπορεί να κρατηθεί όρθιος, παρά μόνο στηριζόμενος στον πάγκο. Παρακαλούσε τον Θεό μέσα του να μην καταλάβει τίποτα η συνοδός του, αλλά ο ξενοδόχος, να είναι καλά ο άνθρωπος, φέρθηκε με τόση διακριτικότητα, ούτε το βλέμμα δεν γύρισε απάνω του, με χαμηλή φωνή και ευγενικά του έδωσε το κλειδί, πήρε τα λεφτά και γύρισε από την άλλη πλευρά κάνοντας πως είχε δουλειά. «Λες να κατάλαβε κι εκείνος πως είναι η πρώτη μου φορά;», αναρωτήθηκε με ντροπή μεγάλη μέσα του. Ανέβηκε τις μαρμάρινες σκάλες και έπαιρνε ολοένα και περισσότερο θάρρος και αυτοπεποίθηση. Βρέθηκαν μόνοι και άρχισε να την χαϊδεύει, όπου πιο πονηρά μπορούσε να χωρέσει το χέρι του. Όταν έμεινε γυμνή η Παναγιώτα, νόμισε πως ο παράδεισος είχε κατέβει στη γη, νόμισε πως άγγελοι του τραγουδούσαν πάνω από το κεφάλι και όλο το Σύμπαν τον ήθελε ένα γεμάτο δύναμη και αντοχή επιβήτορα. Κι αν η κοπέλα δεν είχε αντιληφθεί από την αρχή ότι ήταν παρθένος, η πολλαπλή συνουσία το έδειχνε αμέσως. Δεν ήξερε αν αυτό που άκουγε μέσα στο κεφάλι του ήταν ο λόγος της ερωμένης του ή η μελωδία του έρωτα. Πάντως αν αυτή ήταν η φωνή, η μουσική του σεξ, ήταν τόσο όμορφη και θελκτική που έγινε αμέσως δούλος της. 
Τα μαξιλάρια της πολυθρόνας έπεσαν κάτω καθώς στριφογύρισε προσπαθώντας να ξεπιαστεί. Άνοιξε για λίγο τα μάτια και άκουσε το γουργουρητό του μικρού ζώου. Θέλησε να ξαναγυρίσει στο όνειρο από κει που το είχε αφήσει, αλλά το όνειρο είχε κάνει πια φτερά και μόνο η τελευταία εικόνα του είχε μείνει, μια εικόνα που δεν θα μπορούσε να ενωθεί πάλι με το συναίσθημα. Προσπάθησε πιο πολύ, έσφιξε τα μάτια, ξανάρχισε να αναμασά τις εικόνες από την στιγμή της εισόδου στο ξενοδοχείο, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να εκνευριστεί και να αντιληφθεί ότι αυτό που έφυγε, έφυγε για πάντα. Ο ύπνος δεν θα ήταν μια εύκολη υπόθεση και σηκώθηκε αργά και προσεκτικά, ζέστανε λίγο νερό και έφτιαξε τσάι, μήπως και ηρεμούσε λίγο. Κοίταξε έξω από τις μεγάλες τζαμαρίες και είδε σκοτεινά, θεόρατα βουνά να ξεπροβάλουν από το βάθος της μικρής κοιλάδας. Σαν δόντια γιγάντιου στόματος λες και απειλούσαν τους ουρανούς. Τα φώτα στους δρόμους είχαν ανάψει, έτσι ήταν προγραμματισμένα και έδιναν τόσο βάθος στο δρόμο που σχημάτιζαν ένα λαμπερό φίδι πολλών χιλιομέτρων ή καλύτερα ένα στόλο γρι – γρι να ψαρεύει. Γέλασε στις σκέψεις του και κάθισε να περιμένει το ξημέρωμα, την χαραυγή. Κοίταξε το ρολόι του, έβγαλε τα παπούτσια να νοιώσει πιο άνετα και άρχισε να διαβάζει το περιοδικό με την ημίγυμνη νεγρούλα στο εξώφυλλο. Τα πρώτα εσώρουχα που είδε στις διαφημίσεις και τα κουτσομπολιά γύρω από γνωστές και άγνωστες στάρλετ, τον έκαναν να αηδιάσει και πέταξε το έντυπο στην άκρη της μεγάλης σάλας. Περπάτησε μέχρι τις τουαλέτες και απάλλαξε τον εαυτό του από τα σουβλάκια που με τόση λαιμαργία είχε καταβροχθίσει. Έπαιξε με το χαρτί υγείας κάνοντας κώνους και τριγωνικά σχήματα, άνοιξε την βρύση να την βλέπει να τρέχει και να ακούει τον ήχο του νερού και βυθίστηκε στην μεγάλη του απογοήτευση. Αυτή που ακολουθεί κάθε… σχιζοφρενή. Φοβήθηκε με αυτή την μετάπτωση των συναισθημάτων του και προσπάθησε να πάρει μια βαθιά ανάσα βγαίνοντας έξω στη βεράντα. Ο αέρας όμως δεν τον βοήθησε, ένας αέρας ζεστός και γεμάτος υγρασία. Ακούμπησε στην κουπαστή και αφέθηκε να χαζέψει στην ομορφιά της φύσης. «Αν υπήρχαν και άνθρωποι…», μονολόγησε, αντικρίζοντας την αδύναμη λευκή γραμμή του ήλιου στον ορίζοντα.
Ο «χασομέρης» Παρασκευάς σηκώθηκε ζαβλακωμένος από τον βαθύ του ύπνο, τέντωσε τα μπροστινά πρώτα και μετά τα πίσω πόδια, άνοιξε το στόμα δείχνοντας τους μικρούς του κυνόδοντες και άρχισε να ουρεί παντού ολόγυρα. Γάβγισε (;) με εκείνη την αδύναμη λεπτή φωνούλα που πιότερο θύμιζε γάτα, άφησε εκτός από τα ούρα και όλη την εκκένωση του εντέρου στο πάτωμα και κοίταξε πεινασμένος τον φίλο του. Τώρα ο «μπαμπάς», έπρεπε να πάρει το όπλο του. Και αποδεικνυόταν συνέχεια ότι ήταν καλός μπαμπάς. 
Η Τρίπολη, σαν μεγάλο χωριό, φάνηκε μπροστά τους κατά το μεσημέρι. Η απέραντη ερημιά και η ησυχία του τόπου, ήταν τόσο εκκωφαντικά σκληρή, όπως βέβαια ήταν παντού στην επαρχία, που ο Γιώργος ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται. Πήγε στην πλατεία Κολοκοτρώνη, ένα μέρος που πάντα του άρεσε, αντίκρισε το άγαλμα του μεγάλου Έλληνα και έψαξε να βρει τα γνωστά του μέρη. Με την Χαρά είχαν καθίσει σε μια υπόγεια ταβέρνα όπου ίσως από την κούραση, ίσως από την τέχνη του μάγειρα, είχαν απολαύσει ένα καταπληκτικό δείπνο πριν από κάποια χρόνια. Θυμόταν που περίπου ήταν, αλλά όσο κι αν έψαξε, δεν μπόρεσε να την βρει. Ίσως και ο χρόνος που είχε περάσει να είχε αλλοιώσει την εικόνα στο μυαλό του, ίσως πάλι να είχε αλλάξει η χρήση του κτιρίου. Απογοητεύτηκε γιατί θα ζούσε κάποιες καλές στιγμές στην ψυχή του από τις αναμνήσεις. Βήμα το βήμα, βρέθηκε στην κεντρική πλατεία της πόλης, μιας πόλης που μόνο ο καθαρός αέρας και το θρόισμα των φύλλων των δεκάδων δέντρων στα πεζοδρόμια, του θύμιζαν την παλιά του επίσκεψη. Όλα είχαν αλλάξει, όλα ήταν διαφορετικά και απόμακρα από το ύφος της Ελληνικής επαρχίας. Οι καφετέριες πνιγμένες στο κόκκινο, το μαύρο και το νίκελ, έστεκαν παράταιρες απέναντι στα ψηλά βουνά του ορίζοντα και τα πουρνάρια στο κέντρο της πλατείας. Ποτήρια και φλιτζάνια, κανάτες που κάποτε είχαν νερό και εκείνα τα ξενόφερτα φακελάκια με τις διαφόρων χρωμάτων ζάχαρες, ήταν σκορπισμένα στα τραπεζάκια ή πεσμένα στο πλακόστρωτο. Η σκόνη βέβαια είχε συσσωρευτεί πάνω τους, σε πολλές περιπτώσεις πάνω από ένα πόντο και κάθε φορά που το αεράκι τα «χάιδευε», ένα μικρό συννεφάκι σκόνης στροβιλιζόταν από πάνω τους. Με το δάχτυλο έγραψε: «Ήμουν εδώ»
Φάγανε το πρωινό τους, άνθρωπος και σκύλος και αφού το τσιγάρο έκαψε τα δάχτυλά του, ο Γιώργος βάδισε προς το μεγάλο ξενοδοχείο. Εκεί θα έμεναν σήμερα, εκεί θα ξεκουράζονταν, εκεί θα έκαναν τα πλάνα τους για το μετά. Ασυναίσθητα μπήκε σε ένα βιβλιοπωλείο και πήρε ένα βιβλίο με την ιστορία της περιοχής και κάποιους χάρτες όλης της Πελοποννήσου. Απλά ήθελε να ξέρει  πως θα πήγαινε εκεί που ήθελε. Και η αλήθεια είναι πως, πολλά μέρη ήθελε να δει και τώρα ήταν ευκαιρία να τα απολαύσει. Η πρώτη εικόνα που είδε ξεφυλλίζοντας, ήταν αυτή με τα πάμπολλα πλατάνια και το κόκκινο χώμα. «Πλανητέρο» μουρμούρισε ορίζοντας έτσι τον επόμενο στόχο τους και προορισμό τους. Αλλά τώρα προέτρεχε η επίσκεψη και η έρευνα του ξενοδοχείου. 

 Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

Προσπάθησε να δει τον ουρανό, σηκώνοντας το κεφάλι όσο πιο πολύ μπορούσε. Άδικος κόπος, αφού τα κλαδιά και τα φύλλα των πλατανιών είχαν πλέξει ένα μονοκόμματο  πρασινοκαφέ μοτίβο που λες και κρεμόταν από τα σύννεφα. Κάπου – κάπου έκανε την εμφάνιση του κι ένα μικρό γαλάζιο τετραγωνάκι. Οι κορμοί γύρω του ήταν πυκνοί και δεν μπορούσες εύκολα να περπατήσεις από τα πεσμένα φύλλα και τα βρύα που είχαν εξαπλωθεί και πάνω στα δέντρα και στις μεγάλες πέτρες. 


Βρεγμένα από την πρωινή δροσιά στο χώμα, έκαναν τον Γιώργο να γλιστρά και τον Παρασκευά να απορεί με τέτοιο έδαφος αφού τα ποδαράκια του δεν σταθεροποιούνταν κάπου. 
Ο άντρας είχε μείνει αμίλητος μπροστά στην ομορφιά της φύσης και σε λίγο ανακάλυψε ότι το σβέρκο του είχε πιαστεί. Περπάτησε μέχρι τις τουριστικές καφετέριες, έφτιαξε ένα καφέ και κάθισε, περνώντας ένα μικρό ξύλινο γεφυράκι, στο πιο κοντινό στο ποτάμι τραπεζάκι. Άκουγε το νερό να ρέει, να παφλάζει και ευχαριστήθηκε που επιτέλους ένας φυσικός ήχος (και δεν ήταν του αέρα), έφτανε στα αφτιά του. Νοστάλγησε το κελάιδισμα των πουλιών τις φωνές των μαμάδων και την γκρίνια των παιδιών για μια μπουκιά φαγητού. Κοίταξε τις δεξαμενές με το νερό στο πλάι, εκεί που κάποτε εξέτρεφαν πέστροφες και σολομούς. Ήταν άδειες και απλώς το νερό έτρεχε μέσα τους. Κάποτε οι  άνθρωποι εκμεταλλεύονταν την ροή και την ενέργεια των υδάτων του Χελμού με τα ιχθυοτροφεία, τους μύλους αλλά και την ιδιαίτερη ομορφιά τους, αφού η περιοχή είχε πάρει τεράστια τουριστική ανάπτυξη. Πέταξε την γόπα του τσιγάρου μέσα στο νερό και την έβλεπε να παρασύρεται σαν μικρό βαρκάκι για πολλά μέτρα. Ήταν ο μόνος άνθρωπος στον κόσμο και το είδε σαν δικαίωμά του να κάνει σκουπίδια. Αυτό τον έκανε να νοιώθει ακόμα πιο ελεύθερος απ’ όση ελευθερία του έδινε και αυτή ακόμα η μοναξιά του. Ο διαβολάκος είχε κάπου εξαφανιστεί και δεν ακουγόταν, μάλλον κάτι μασουλούσε ή με κάποιες ρίζες από πλατάνι έπαιζε. Θέλησε να βρει τις αρχές του ποταμού και έτσι μετά από λίγη ώρα, άρχισε την ανηφόρα προς το πάνω μέρος του δάσους. Το περπάτημα κράτησε περίπου είκοσι λεπτά, δεν ήταν βέβαια και το πιο γρήγορο βάδισμα στον κόσμο και είδε σταγόνες νερού να ξεπροβάλλουν από το χώμα, να κάνουν μικρά ρυάκια και να δημιουργούν μια σχεδόν στρογγυλή λίμνη που η διάμετρός της δεν πρέπει να ξεπερνούσε τα τριάντα μέτρα, γεμάτη με ρείκια και νούφαρα με ρίζες και φύλλα που επέπλεαν. Αν είχε και βατράχια θα ήταν ευτυχισμένος. Διαπίστωσε πάντως ότι το νερό ήταν πολύ παγωμένο και καθαρό.Σήκωσε τα μάτια προς τα πρώτα δέντρα και διέκρινε μια πινακίδα σε εκείνο το απεχθές καφέ χρώμα με τα κίτρινα γράμματα: «Όρος Χελμός και ύδατα Στυγός», ενώ πιο κάτω μια δεύτερη επιγραφή, πληροφορούσε τον τυχόντα διαβάτη ότι η περιοχή ανήκε στο δασαρχείο Καλαβρύτων και στην ένωση Μύλων, Νεροτριβών και Ιχθυοτροφείων του Πλανητέρου. Προχώρησε προς την βορεινή πλευρά της λίμνης, εκεί όπου ένας μικρός καταρράκτης γέμιζε τον αέρα με μια μυρουδιά από φρεσκάδα και αρκετό θόρυβο, που όμως ήταν τόσο ρυθμικός ώστε μετά από λίγο τον ξεχνούσες, δεν τον άκουγες λες και δεν υπήρχε. Στην πετρόχτιστη ταβέρνα με τα μεγάλα και λερωμένα από την σκόνη και την υγρασία τζάμια, βρήκε πέστροφες μέσα σε ένα ψυγείο και αμέσως του μπήκε η ιδέα να ανάψει ξανά κάρβουνα. Ήθελε όμως να είναι προσεκτικός στο φαί, να μην ξαναπεράσει εκείνη την βαρυστομαχιά που του είχε προκαλέσει η λαιμαργία του στην Κόρινθο. Η τσίκνα είχε και τα επακόλουθά της βέβαια. Το γλυκό «νιαούρισμα» του Παρασκευά ακούστηκε σύντομα, καθώς τα αφτιά και τα πόδια του,  πέταγαν στην προσπάθειά του να τρέξει κοντά στο φαγητό. Κάθε τόσο σταματούσε για δευτερόλεπτα οσμιζόμενος τον αέρα, μη τυχόν και χάσει τον δρόμο του. 
Ο Γιώργος χαμογέλασε σαν τον είδε να τρέχει στον ανηφορικό δρόμο, να μπερδεύει τα πόδια και να πέφτει, να ξανασηκώνεται με λαχτάρα και ταχύτατα να φτάνει κοντά στην ψησταριά. Τον είδε να κάθεται στα πίσω πόδια μπροστά του και να τον κοιτάει με το στόμα ανοικτό, την γλώσσα πεσμένη στο πλάι και την μύτη να μυρίζει ανήσυχα. Κατάλαβε πόσο τυχερός ήταν που τον είχε παρέα και πόσο αυτό το μικρό σκυλάκι τον βοήθησε να γλιστρήσει από την αγκαλιά της τρέλας. Μακάρισε για άλλη μια φορά την τύχη του, όταν έβγαλε τα ψάρια από την φωτιά και καθαρίζοντας από τα κόκκαλα ένα το πέταξε στον ανυπόμονο Παρασκευά που με ένα σάλτο το άρπαξε πριν φτάσει στο έδαφος.
«Πεινάς βρε πιτσιρίκο; Πεινάς;», τον ρώτησε με την σοβαρότητα που θα ρώταγε κι ένα παιδί. Και βέβαια δεν πήρε απάντηση, (πόσο λαχταρούσε μια απάντηση), αλλά δεν διέκρινε και κανένα ενδιαφέρον στα λόγια του, από τον λιχούδη σύντροφό του. Γέλασε και προσπάθησε να του δίνει με το «σταγονόμετρο»  τώρα τις μπουκιές. Είχε παρατηρήσει ότι ο μικρός του φίλος είχε λίγο παχύνει τώρα τελευταία. Έκοψε και μια ντομάτα στα τέσσερα, βρήκε κι ένα κρασί, αρκετά «δεύτερο», αλλά παγωμένο πινόταν άνετα και τα έβαλε σε ένα τραπέζι που τοποθέτησε στην άκρη της λίμνης, μέσα στο νερό. «Έχω την καλύτερη θέση στον κόσμο», σκέφτηκε και άρχισε να τρώει τις πέστροφες, που ειλικρινά δεν τις έβρισκε και τόσο νόστιμες. Σήκωσε το ποτήρι με το κρασί και το έτεινε προς τα δέντρα, μπροστά του είχε ένα πλατάνι με πράσινο κορμό από τα αναρριχώμενα φυτά, που η διάμετρος του κορμού του ήταν πάνω από πέντε μέτρα και μια θεόρατη καρυδιά με την φλοίδα σκαμμένη από τον αέρα και τα χρόνια. Τους ευχήθηκε υγεία όπως θα ευχόταν σε ένα φίλο και εκείνα λες και κατάλαβαν, με το φύσημα, το ξαφνικό φύσημα του αέρα, του αντευχήθηκαν. 
Μετά από κάπου μια ώρα και κάμποσα τσιγάρα που είχε πετάξει στη μικρή λίμνη, τον κυρίευσε η τεμπελιά και η νύστα, όμως είχε υποσχεθεί στον εαυτό του, να μην σπαταλήσει άλλο καιρό άσκοπα σε ύπνο. Θυμήθηκε τον Κώστα τον Καρούσο, τον Καλλιτέχνη, που έλεγε ότι ο Μορφέας ήταν αδερφός του Θανάτου. Κούνησε το κεφάλι στην θύμηση και σηκώθηκε να περπατήσει, να ξεμουδιάσει και να συνεχίσει εκείνη την ημερήσια εκδρομή του. Λες και θα έπρεπε την επομένη να γυρίσει στην δουλειά! Όμως ήθελε να έχει ένα πρόγραμμα, μεγάλωσε με ένα πρόγραμμα, θα έβαζε ένα πρόγραμμα, μέχρι να ανακαλύψει πόσες φορές θα το καταπατούσε και καταργούσε στην συνέχεια. 
Το αυτοκίνητο είχε λίγη βενζίνη κι έτσι αποφάσισε να πάρει κάποιο άλλο. Το μόνο που βρήκε όμως με αρκετά καύσιμα, ήταν ένα αγροτικό, ένα μεγάλο αυτοκίνητο που ο Θεός να το έκανε αγροτικό. Υπερπολυτελές αυτοκίνητο, ψηλό και καλογυαλισμένο, πριν ο αέρας το γεμίσει με χώμα και σκόνη, με μαύρα φιμέ τζάμια που έκανε απαγορευτική την θέα προς τα μέσα, η έκφραση του νέου Έλληνα αγρότη, η μεγαλομανία του και η φιγούρα του. Οι μεγάλες μπάρες από νίκελ που είχαν τοποθετηθεί σαν στεφάνι πάνω από την καμπίνα του οδηγού, φώτιζαν σαν φωτοστέφανο από τον ήλιο. Έβαλε μπροστά την μηχανή και ο βαρύς, επιβλητικός ήχος της πρέπει να ακούστηκε αρκετά χιλιόμετρα μακριά. Αναρωτήθηκε πως μπορούσε κάποιος να κάνει αγροτικές δουλειές με αυτό το θηρίο και έβαλε ρότα για το σπήλαιο.
Παίρνοντας τον δρόμο ανάποδα, περνώντας ανάμεσα από καρυδιές και πλατάνια αλλά και ορεινές ελιές, απολάμβανε την ροή και τον ήχο του γάργαρου νερού του Χελμού. Σε κάποιο σημείο μάλιστα σταμάτησε και ούρησε κοντά σε ένα από αυτά τα μικρά (δεν ήξερε πώς να τα πει), εκκλησάκια που ήταν χτισμένα εις μνήμη παλιών ατυχημάτων. Μπήκε μέσα στον στενό χώρο και άναψε το θυμιατό, τράβηξε μια δυνατή ανάσα, ένοιωσε μέχρι το «είναι» του το λιβάνι και έκανε το σταυρό του. Φεύγοντας, δεν παρέλειψε να ανάψει και το μικρό καντήλι, μπροστά από την φωτογραφία κάποιου άτυχου νεαρού ζεύγους. 
Έφτασε σε μια μεγάλη διασταύρωση και διάβασε τις πινακίδες. Δεξιά έλεγε πάνω από ένα μισοξεθωριασμένο τόξο «Σπήλαιο των λιμνών», ενώ αριστερά έδειχνε (εδώ το τόξο ήταν βαμμένο με το χέρι και κόκκινη μπογιά) «Κλειτορία» και από κάτω «Μαζέϊκα», προφανώς οι δυό ονομασίες κάποιου χωριού, η καινούργια και η Πελοποννησιακή παλαιότερη. Ήθελε και στα δυό μέρη να πάει, του άρεσε να εξερευνά τα χωριά και … τα χωράφια, έστριψε όμως δεξιά προς την μεριά των σπηλαίων. Είχε ξαναπάει με την Χαρά, αλλά δεν είχε μπει, δεν τα είχε δει ποτέ του. Τώρα που είχε επιτέλους όσο χρόνο ήθελε, ήταν η ευκαιρία του. Χαμογελώντας γύρισε προς τον Παρασκευά : «συμφωνείς;» τον ρώτησε γελώντας και χαϊδεύοντας τον με το δεξί του χέρι. Το ζωντανό, γρύλισε σαν να είχε καταλάβει και του φάνηκε πως συμφώνησε μαζί του. Σε λίγο είχε φτάσει στην μικρή πέτρινη ταβέρνα, λίγο έξω από την είσοδο του σπηλαίου. Όλα ήταν παρατημένα στην τύχη τους, ποτήρια και πιάτα, άλλα πάνω στα τραπέζια, άλλα στο τσιμεντένιο δάπεδο, μπουκάλια με σκόνη που είχε γίνει πέτρα από τα υγρά που περιείχαν, πετσέτες παντού ολόγυρα, ακόμα και πάνω στα κλαδιά των διπλανών δέντρων. Το μαγαζάκι που πουλούσε διάφορες τυποποιημένες λιχουδιές του τόπου, χυλοπίτες, τραχανά, γλυκά του κουταλιού και ρίγανη, είχε γεμίσει από την πανταχού παρούσα σκόνη και κάποια φυτά απ’ έξω, είχαν εισχωρήσει στο εσωτερικό από την πόρτα που είχε φρακάρει από το νερό του χειμώνα, ορθάνοιχτη και από τα σπασμένα τζάμια των παραθύρων. Μια οσμή, γλυκιά και ευχάριστη πλανιόταν στο μικρό αυτό μαγαζί, μια μυρωδιά λες και κάποιο μπουκάλι με άρωμα είχε σπάσει και δεν είχε προλάβει να εξατμιστεί. Ο Γιώργος κοίταξε καλά τριγύρω και βρήκε πολλά μπουκάλια, ψιλόλιγνα μπουκάλια που είχαν θρυμματιστεί στο δάπεδο. Στην επιφάνεια που σκούπισε με το δάχτυλο, διάβασε «Τεντούρα Αχαΐας». Κατάλαβε έτσι την μυρουδιά και έψαξε για ένα ανέγγιχτο. Το βρήκε και τράβηξε μια γερή γουλιά για να χαρεί ο ουρανίσκος του την κανέλα και το γαρύφαλλο. Έδωσε και στον Παρασκευά μια γουλιά που φάνηκε στην αρχή να τον παραξενεύει η γεύση, αλλά μετά να ζητά και άλλο. «Αυτό μου λείπει τώρα. Ένας σκύλος μεθυσμένος!» σκέφτηκε σηκώνοντας το μπουκάλι ψηλά. Βγήκε παίρνοντας τον διαβολάκο του αγκαλιά, φοβόταν τα σπασμένα γυαλιά και κατευθύνθηκε προς την είσοδο της σπηλιάς. Μια τζαμένια πόρτα με την επιγραφή που εξηγούσε ότι ήταν ο χώρος υποδοχής πριν το σπήλαιο, έκραξε την φωνή της σαν με αρκετή προσπάθεια την άνοιξε. Κι εδώ οι μεντεσέδες είχαν φρακάρει με την πόρτα κλειστή και έτσι φοβούμενος μην κλειστεί μέσα και φυλακιζόταν, δεν ήθελε να την σπάσει,  την στερέωσε διάπλατα ανοικτή, με ένα σύρμα και μια μεγάλη πέτρα. 
Προχώρησε προς τα μέσα και σήκωσε ένα από τα πεσμένα στα πλακάκια της αίθουσας φυλλάδια. Προσπάθησε να το διαβάσει αλλά η υγρασία που υπήρχε όλο τον χειμώνα, είχε αλλοιώσει το κείμενο και έπρεπε να έχει μαντικές ικανότητες για να καταλάβει. Το πέταξε και ήρθε αντιμέτωπος με μια άλλη πόρτα, μεταλλική αυτή την φορά, που προς χαρά του, άνοιξε εύκολα και φάνηκε ο μακρύς διάδρομος που οδηγούσε στο πρώτο από τα σπήλαια. Για καλό και για κακό, στερέωσε κι αυτήν ανοιχτή. Ο Παρασκευάς έδειξε ένα φόβο και κάρφωσε τα πόδια στο έδαφος, αρνούμενος να πάει παραμέσα, αλλά βλέποντας ότι θα έμενε μόνος, αποφάσισε, χωρίς ενθουσιασμό είναι αλήθεια, να ακολουθήσει το αφεντικό του. Γάβγισε σαν να ένοιωσε κάποια παρουσία και όταν μύρισε ότι δεν υπήρχε τίποτα απειλητικό στον χώρο, σήκωσε καμαρωτά την ουρά του και έτρεξε μπροστά. 
Μπήκαν σε ένα σπήλαιο που το ύψος του ήταν τουλάχιστον είκοσι μέτρα, κάπου εκεί και το πλάτος, γεμάτο με σκληρά προϊόντα εκκένωσης  νυχτερίδων. Παντού υπήρχαν σταλακτίτες και σταλαγμίτες, κοιλότητες με νερό και υγρασία που σε έκανε να ανατριχιάζεις. Ο φακός που είχε πάνω του ο Γιώργος δεν χρειάστηκε αφού τα φώτα που είχε τοποθετήσει ο ΕΟΤ, λειτουργούσαν κανονικά, δίνοντας στον χώρο, μια απόκοσμη όψη. Χρώματα και σχήματα, νερό και βράχια μπέρδευαν τις αισθήσεις, απογείωναν την εικόνα, μετέφεραν σε άλλες διαστάσεις το νου και τέλος τον υποδούλωναν στο μεγαλείο της φύσης. Περπάτησε απάνω σε μια μεταλλική γέφυρα και σε διάφορα επίπεδα αντίκρισε και μαγεύτηκε από δεκατρείς διαφορετικές αίθουσες που συνδέονταν με μικρά ανοίγματα και το νερό που έτρεχε από την μια στην άλλη σε ισάριθμους καταρράκτες. Ο Γιώργος στάθηκε γοητευμένος και, λες, μεθυσμένος από το θέαμα, κάτι που δεν έδειξε να απασχολεί τον μικρό του φίλο, που μύριζε τα πάντα και ουρούσε πάνω σε κάθε πέτρα, σε κάθε στροφή. Κατέβασε τα μανίκια του πουκάμισου σαν ένοιωσε την ψύχρα από την υγρασία να διαπερνά το δέρμα του. «Κι έξω έχει κοντά στους τριανταπέντε βαθμούς…», συλλογίστηκε. 
Κοιτώντας το ρολόι του, συνειδητοποίησε ότι είχαν περάσει δυό ώρες σχεδόν εκεί, γύρισε την πλάτη προς το τελευταίο ανεξερεύνητο τμήμα της αίθουσας και άρχισε να περπατάει τον δρόμο της επιστροφής. Ο Παρασκευάς, όπως πάντα προηγείτο μυρίζοντας ξανά τα ίδια σημεία και επιβεβαιώνοντας την παρουσία του με τον αιώνιο τρόπο των σκύλων, ουρώντας παντού. Άξιο απορίας βέβαια, πού έβρισκαν τα σκυλιά τόσα υγρά, για τόσο μεγάλες εκτάσεις. 
Το φως του ήλιου τον τύφλωσε και αναγκάστηκε να καλύψει τα μάτια με την ανάστροφη της παλάμης. Πήγε ξανά προς την ταβέρνα διανύοντας τα τριάντα περίπου μέτρα μέχρι εκεί παίζοντας με τον «μούργο» του (ένα από τα πολλά επίθετα που του είχε δώσει), πότε χαϊδεύοντας τον και πότε πετώντας του μικρά ξυλάκια που μάταια περίμενε να του τα φέρει πίσω. Κάποια στιγμή ένα από τα κλαράκια έπεσε αρκετά μακριά, ανάμεσα σε κάτι θάμνους και πεσμένα φύλλα, σε ένα πουρνάρι και μια αναιμική ελιά. Ο Παρασκευάς για πρώτη φορά το κυνήγησε με μανία παραξενεύοντας τον Γιώργο με αυτή του τη συμπεριφορά. Τον είδε ν’ ανεβαίνει την ξερολιθιά στην άκρη του δρόμου, να χώνεται ανάμεσα στα δέντρα και… να στέκεται ακίνητος , εντελώς ακίνητος με την ουρά τεντωμένη και τα μάτια καρφωμένα σε κάποιο σημείο πίσω από τους θάμνους. Αυτή τη στάση την ήξερε ο Γιώργος, την είχε δει πολλές φορές στο παρελθόν όταν το μικρό ζώο φοβόταν κάτι. Προχώρησε προς τα εκεί και τάχυνε το βήμα, σαν άκουσε κάποιο θόρυβο, κάτι σαν σούρσιμο, σαν κάτι να τρίβεται στο χώμα. Το αλύχτισμα του σκυλιού τον τρόμαξε. Ένα γάβγισμα δυνατό και παρατεταμένο που νόμιζες ότι έβγαινε από την ψυχή του ζώου. Ένας ήχος απειλής και κλάματος συγχρόνως. 
Έφτασε κοντά του και γονάτισε δίπλα του χαϊδεύοντας την μουσούδα και το κεφάλι. Προσπάθησε να διακρίνει αυτό που τον είχε τρομάξει, κοίταξε προσεκτικά προς το μέρος που ακόμα είχε καρφωμένη την ματιά του ο Παρασκευάς, αλλά δεν μπόρεσε να διακρίνει τίποτα περισσότερο από θάμνους και  δέντρα. Όμως το ζώο, δεν έλεγε να ηρεμίσει. Συνέχισε αδιαφορώντας για τα χάδια και τους ψιθύρους του αφεντικού του, λες και δεν τον είχε πάρει είδηση. Ο Γιώργος έσμιξε τα φρύδια προσπαθώντας να διακρίνει αυτό που απασχολούσε τον σύντροφο του, περπάτησε προσεκτικά μερικά βήματα, κρατώντας την ανάσα, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να καλμάρει την καρδιά του που χτυπούσε σαν τρελή. Δεν είχε προλάβει να κάνει πέντε βήματα, όταν μια ακτίνα από λευκό φως τον τύφλωσε, ένοιωσε έναν οξύ πόνο στο στήθος και άρχισε να τρέμει όλο του τα σώμα. Τα δέντρα πήραν να θολώνουν και να γυρνάνε ολόγυρά του, κάτι κρύο άγγιξε και πάγωσε το πάνω μέρος του κεφαλιού. Ο κόσμος άρχισε να αναβοσβήνει  σαν πυροτέχνημα στα μάτια του. Ο πόνος οξύνθηκε, του δάγκωσε το στήθος σαν … κι έπεσε αναίσθητος πάνω στο πουρνάρι. 

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12

Συνήλθε γεμάτος γρατζουνιές και μώλωπες από το πουρνάρι. Έπεσε στο χώμα με τρομερό πονοκέφαλο και σύρθηκε λίγο παραπέρα ξαπλώνοντας πάνω σε κάποια χόρτα και μερικά κίτρινα λουλούδια που δεν ήξερε καν τι ήταν. Προσπάθησε να καταλάβει που ήταν αφού η λιποθυμία τον είχε αποσυντονίσει και ένοιωσε κάτι ζεστό κι ευχάριστο στα μάγουλα. Είδε το μικρό του φίλο να τον γλείφει σαν να προσπαθούσε να τον σηκώσει. Παρ’ όλο τον πόνο, δεν μπορούσε να μην χαμογελάσει και να μην νοιώσει στοργή κι αγάπη για τον τετράποδο διαβολάκο του. 
Δοκίμασε να πατήσει τα πόδια στο έδαφος, στήριξε τα χέρια και με την δεύτερη, βρέθηκε να ανακάθεται και να κουνάει το κεφάλι προσπαθώντας να διώξει την αμυδρή του θολούρα. Είδε μερικά μέτρα μακριά του την πέτρινη ταβέρνα, είδε και αναγνώρισε τον δρόμο προς το σπήλαιο και θυμήθηκε την στάση του Παρασκευά και τους θορύβους που είχε ακούσει. Τινάχτηκε στον αέρα με σκοπό και λαχτάρα να ανακαλύψει αν η ελπίδα του είχε βάση, όμως ο πονοκέφαλος δεν τον άφησε να περπατήσει για πολύ. Τελικά πήγε στην ταβέρνα και έψαξε για κάποιο αναλγητικό, ένα οποιοδήποτε παυσίπονο. 
Σε λίγη ώρα είχε αρχίσει να αισθάνεται καλλίτερα και αποφάσισε εκείνη την εξερεύνηση που ήθελε. Το τετράποδο φιλαράκι του, δεν τον είχε αφήσει ούτε μια στιγμή μόνο του και τώρα τον ακολουθούσε στο σημείο εκείνο που είχε πέσει. Το έδαφος ήταν γεμάτο από ξεραμένα φύλλα, κλαδιά σπασμένα και πέτρες. Τίποτα δεν μαρτυρούσε ότι εκεί κάτι υπήρχε, κάτι ζωντανό, κάτι που να ελπίσει ο Γιώργος. Παρατήρησε όσο πιο προσεκτικά μπορούσε, όμως οι ελπίδες του αποδείχτηκαν φρούδες. Αποφάσισε ότι το σκυλί είχε κάνει λάθος ή ότι απλώς είχε χαρεί για κάποιο λόγο που μόνο εκείνο ήξερε. Στάθηκε όρθιος στη μέση του δρόμου και επεξεργάστηκε και τον χώρο στάθμευσης όπου κάποια αυτοκίνητα σκονίζονταν και στέκονταν σαν ανθρώπινα μνημεία τεχνολογίας,  ολομόναχα μες τον ήλιο. Χωρίς να ξέρει το γιατί, τα μέτρησε, μια συνήθεια παλιά, που είχε από μικρό παιδί. Τα βρήκε δώδεκα, του άρεσε το νούμερο, πάντα του άρεσαν οι άρτιοι αριθμοί και άνοιξε την πόρτα του αγροτικού. Κάθισε στο τιμόνι και ακούμπησε το κεφάλι στο τιμόνι, χτυπώντας κατά λάθος την κόρνα, κάτι που τον τρόμαξε, αναπήδησε και άφησε μια βρισιά να του ξεφύγει. Ο Παρασκευάς καταλαβαίνοντας, όρμησε στο διπλανό κάθισμα και βολεύτηκε σηκώνοντας όσο πιο πολύ μπορούσε το κεφάλι να βλέπει έξω από το παρμπρίζ. 
Το αναλγητικό είχε λειτουργήσει σωστά και ο πονοκέφαλος είχε μειωθεί, αλλά όχι εξαφανιστεί. Ήθελε να πιστεύει ότι θα εξαφανιζόταν με το πέρασμα της ώρας. Κοίταξε άλλη μια φορά προς το σημείο που είχε γαβγίσει ο μικρός του φίλος, παρατηρώντας ότι και το σκυλί κοιτούσε προς την ίδια μεριά, δεν διέκρινε τίποτα παραπάνω απ’ ότι είχε δει προηγουμένως και αποφάσισε να βάλει μπρος την μηχανή. Θα πήγαινε ή προς τα Καλάβρυτα, ανεβαίνοντας όλο το βουνό, αυτό δεν ήταν απ’ τα αγαπημένα του αφού πολλές φορές στην ανηφόρα του «έσβηνε», αλλά σκέφτηκε ότι απ’ όπου κι αν πήγαινε όλο ανηφόρες θα έβλεπε. Ξεκίνησε και πάτησε λίγο περισσότερο το γκάζι, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητο να βήξει, πήδηξε και φυσικά του έσβησε. «Ακόμα και στο ίσιωμα μου σβήνει…», σκέφτηκε γελώντας με το λάθος του. Όταν επιτέλους ξεκίνησε ομαλά, θέλησε να ρίξει μια τελευταία ματιά στο σημείο εκείνο που τν απασχολούσε. Έσκυψε πάνω στο τιμόνι και οδηγούσε αγκαλιάζοντάς το, ψάχνοντας ούτε και ο ίδιος ήξερε τι. Μετά από καμιά πενηνταριά μέτρα, πάτησε το φρένο απότομα, τόσο, που ο Παρασκευάς βρέθηκε κάτω από το κάθισμα γρυλλίζοντας ένα κλαψούρισμα. Στο φρέσκο χώμα δυό ίχνη σαν γραμμές, σαν κάποιος να είχε σύρει κάτι, δυό σκαψίματα του πόντου στο χώμα. Και ήταν αρκετά δυσδιάκριτα, αν κάποιος δεν έψαχνε ειδικά γι αυτά. Βγήκε έξω και τρέχοντας έφτασε κοντά, έσκυψε και τα ψηλάφισε με τα ακροδάχτυλα. Μια έντονη μυρουδιά χώματος, φρέσκια του ήρθε στη μύτη, σημάδι ότι όντως ήταν πρόσφατα τα ίχνη αυτά. Κοίταξε γύρω του προσεκτικά. Τίποτα, εκτός από τα δέντρα, δεν κουνιόταν, τίποτα δεν πρόδιδε ζωή. Κι όμως ήταν σίγουρος ότι τα ίχνη ήταν πρόσφατα, μερικών λεπτών ή ωρών. 
-«Είναι κανείς εδώ…», φώναξε νε όλη την δύναμη των πνευμόνων του. Ζαλίστηκε από την προσπάθεια και την αγωνία και ξαναφώναξε :
-«Είναι κάποιος; Εεεεε, υπάρχει κανείς;», για να του απαντήσει πάλι ο αέρας και μόνο αυτός. 
Ακολούθησε τα ίχνη και από τις δυό πλευρές. Η μια άκρη κοβόταν απότομα στη μέση του διπλανού χωραφιού, λες και κάτι εξαφανίστηκε ή σηκώθηκε στον αέρα και η άλλη, από κει μάλλον που ήταν η αρχή τους, βρισκόταν στο σημείο που ο Παρασκευάς είχε σχεδόν παραφρονήσει, πίσω από τους θάμνους και τα πουρνάρια. Όσο όμως κι αν έψαξε τίποτα άλλο δεν υπήρχε. Απλά και μόνο εκείνες οι δυό πρόσφατες γραμμές στο χώμα. Κάθισε συλλογισμένος, μη ξέροντας τι να υποθέσει, κατάχαμα, άναψε τσιγάρο και  αφαιρέθηκε να παρατηρεί τον ορίζοντα μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι του. Μετά από κανά μισάωρο, κατάλαβε ότι ήταν μάταιο να περιμένει κάτι που δεν ήξερε αν υπήρχε. Έβηξε δυνατά, σηκώθηκε όρθιος, ξαναφώναξε για τελευταία φορά και αφού άναψε μια μικρή φωτιά με χλωρά κλαδιά για να βγάζει καπνό, μπήκε στο αμάξι και ανηφόρισε προς το χιονοδρομικό κέντρο Καλαβρύτων. Ο δρόμος ήταν καλός και η άσφαλτος αν και με λακκούβες σε κάποια σημεία, αποτέλεσμα του χιονιού, ήταν στρωτή και ήπια στην οδήγηση. Στην αρχή η πλάση όλη ήταν γεμάτη από κείνα τα υπεραιωνόβια δέντρα με τις μεγάλες κουφάλες στον κορμό τους, καρυδιές γερασμένες και περήφανες που με τα κλαδιά τους καταπράσινα, σκέπαζαν τον δρόμο. Όμως λίγο πιο πάνω, το τοπίο άλλαζε. Τα δέντρα εδώ ήταν πιο… παραμυθένια. Ολόρθα έλατα καλοζωισμένα, σχημάτιζαν ολόκληρα δάση στις πλαγιές του Χελμού, με τα πράσινα κλωνιά τους απλωμένα προς τον ουρανό, ικέτες σε μια μόνιμη τελετή δοξασίας, ικεσίας και μυσταγωγίας. Έστριψε απότομα το τιμόνι καθώς σε μια κατηφοριά δεν ήταν σωστή η κλίση του δρόμου και παραλίγο να πέσει απάνω στην πινακίδα που ξεχαρβαλωμένη έστεκε σαν ζητιάνος στην άκρη της ασφάλτου και τον πέτρινο τοίχο ενός από τα πρώτα σπίτια του μικρού χωριού που ξεφύτρωσε με μαγικό τρόπο μπροστά του. «Λουσοί», διάβασε και από κάτω «… υψόμετρο 1140 μέτρα». Δεν το είχε ξανακούσει αυτό το χωριό, ή τουλάχιστον νόμιζε ότι δεν το είχε ξανακούσει μέχρι που τα σχεδόν σβησμένα γράμματα στο κάτω μέρος της πινακίδας ανέφεραν : «… Αζανία…» και κάτι άλλο που δεν μπορούσε να διακρίνει. Στο μυαλό του ήρθε ο κυρ Πάνος, εκείνος ο συμπαθέστατος γεροντάκος που … γλυκοκοίταζε την Χαρά του, έτσι του είχε φανεί, μέχρι που κατάλαβε ότι ο παππούς προσπαθούσε να πιάσει απλώς κουβέντα. Τον είχαν συναντήσει τότε που είχαν για πρώτη φορά πάει μαζί στο σπήλαιο των λιμνών και εντυπωσιάστηκαν  που ο κυρ Πάνος το έλεγε σπήλαιο των Καστριών. Είχαν πιάσει κουβέντα εκεί στην ταβέρνα, πίνοντας ροζέ κρασί και τρώγοντας διάφορες πίτες, τυρόπιτα, μανιταρόπιτα και κρεατόπιτα, που με μεγάλη σπουδή ετοίμαζε η γυναίκα του κάπελα. Και ο κυρ Πάνος είχε αποδειχτεί θησαυρός γνώσεων, τουλάχιστον σε ότι αφορούσε την περιοχή. Εκείνος του είχε αναφέρει αυτό το όνομα… «Αζανία». Κούνησε το κεφάλι ευχαριστημένος από τον εαυτό του που μπόρεσε και θυμήθηκε. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πήγε κοντά στον μαντρότοιχο με τα φυτά που ξεπρόβαλαν μέσα από τις πέτρες του. Στη μύτη του ήρθε η χαρακτηριστική μυρωδιά της μυζήθρας και άνοιξε την μικρή ξύλινη πόρτα για να βρεθεί σε ένα κήπο που κάποτε πρέπει να ήταν πολύ περιποιημένος, φαινόταν από την τάξη που είχαν οι άνθρωποί του φυτέψει τα φυτά. Τώρα αυτά είχαν αναπτυχθεί ανεξέλεγκτα και είχαν θεριέψει και τα ζιζάνια, όμως η ομορφιά του κήπου δεν είχε ακόμα χαθεί. Το ξύλο έτριξε σαν άνοιξε την πόρτα του ολόλευκου πέτρινου σπιτιού και βρέθηκε σε μια μεγάλη κουζίνα με φουφού και τζάκι, με μεγάλα βαγένια με κρασί και λεβέτια που ακόμα ήταν κρεμασμένα με νερό, όσο τουλάχιστον δεν είχε εξατμιστεί, πάνω από τις στάχτες του τζακιού.  
Κοίταξε καλά τους τοίχους της μικρής κουζίνας, είδε τα σταυρωτά ξύλα που στήριζαν τα κεραμίδια. Από τον καιρό το ξύλο είχε σκληρύνει τόσο που ήταν πιο σκληρό και από ατσάλι. Διάφορα αγροτικά προϊόντα ήταν κρεμασμένα από κει , αμπελόφυλλα αποξηραμένα και περασμένα ένα – ένα από λεπτό σχοινί, ρίγανη που είχε πια μαδήσει κάνοντας μικρά αρωματικά βουναλάκια στο δάπεδο, πιπεριές όλων των χρωμάτων και φυσικά πέντε – έξη κεφάλια σκληρής άσπρης μυζήθρας. Αυτή η μυρουδιά τον είχε τρελάνει και ήταν τόσο δυνατή που υπερτερούσε ακόμα κι αυτής της ρίγανης. Ο Παρασκευάς βέβαια είχε όπως πάντα ορμήσει πρώτος στον χώρο και έψαχνε με την μύτη κάτι να τρώγεται ή τουλάχιστον κάτι με το οποίο θα μπορούσε να «τσακωθεί». Ο Γιώργος τον χάιδεψε απαλά στο κεφάλι και του τράβηξε το αριστερό αυτί. Άναψε τσιγάρο και κάθισε σε μια ψάθινη καρέκλα στο μικρό μπαλκονάκι, κοιτάζοντας το βουνό με το ελατόδασος στον κοντινό ορίζοντα. Ξαφνικά του ήρθε μια επιθυμία, μια φοβερή επιθυμία να … φάει μακαρόνια άσπρα με τυρί. Και πιο είναι το καλύτερο τυρί; Μα βέβαια η μυζήθρα που την είχε σε αφθονία μπροστά στα μάτια του. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει κιόλας, οπότε αποφάσισε να περάσει εκεί την νύχτα τους. Άκουσε τον μικρό του σκύλο να παλεύει στο μέσα δωμάτιο και μετά να έρχεται σαν να μην έγινε τίποτα, μόνο που από το μουσούδι του κρέμονταν αρκετές κλωστές. «Πάλι κάποιο μαξιλάρι πλήρωσε τις ορέξεις σου ρε μούργο; …», τον ρώτησε για να αντικρύσει το πλάγιο, ένοχο βλέμμα του συντρόφου του. Έβρασε νερό, μακαρόνια δεν βρήκε, αλλά οι χυλοπίτες που ήταν στο ντουλάπι του καθιστικού, θα έκαναν την ίδια δουλειά και τις έριξε στην κατσαρόλα. Τις άφησε κάπου δέκα λεπτά και σέρβιρε τον εαυτό του, στο μπαλκονάκι εκεί που ήταν πιο πριν, τηγάνισε στο πετρογκάζ λίγο λουκάνικο, άνοιξε και ένα μπουκάλι κρασί «Νεμέας», έγραφε στην ετικέτα και αφού «σερβίρισε» το λουκάνικο στον διαβολάκο του, έκατσε να απολαύσει τις γεύσεις και την θέα. 
Με τα δάχτυλα ψηλάφησε τις γρατζουνιές στο πρόσωπο του από το πουρνάρι κι έβαλε το μυαλό του να δουλέψει, να βρει τον τρόπο που έγιναν εκείνες οι χαρακιές. Η προσήλωση στις σκέψεις του αυτές, δεν τον άφησαν να δει εκείνη την ανεπαίσθητη κίνηση στην άκρη του δρόμου που οδηγούσε στην μέση του χωριού, στην μεγάλη πλατεία με τα γέρικα πλατάνια. Η καμπάνα που ακούστηκε αμυδρά δεν τον τάραξε, έτσι κι αλλιώς ο αέρας φυσούσε δυνατά. Συνέχισε το φαγητό του, μέχρι την στιγμή που τα πρώτα αστέρια έκαναν την εμφάνισή τους στον γκρίζο ουρανό. Άναψε ένα μικρό τρανζίστορ που βρήκε πάνω από το τζάκι του μεγάλου, κεντρικού υπνοδωματίου του σπιτιού, αλλά έξω από τα παράσιτα δεν ακούστηκε τίποτα άλλο. Έψαξε σε μια ντουλάπα, βρήκε ένα παλιό και φθαρμένο μπουφάν και το φόρεσε, αφού το βραδάκι που ερχόταν, σε εκείνο το υψόμετρο των χιλίων και βάλε μέτρων, κουβαλούσε και την ψύχρα του. Τι κι αν την ημέρα έσκαγε ο τζίτζικας, το βράδυ ήθελε τη ζέστη του. Άφησε το μπαλκονάκι και την περίφημη θέα του, μπήκε στο σπίτι και προσπάθησε ν’ ανάψει το τζάκι με τα ξύλα που βρήκε στοιβαγμένα με προσανάμματα σε μια άκρη. Ο Παρασκευάς ξάπλωσε δίπλα του και όλο κοιτούσε ένα ξεκοιλιασμένο μαξιλάρι που ήταν πεσμένο στο ξύλινο πάτωμα. Το θύμα του από πριν, όταν ο Γιώργος ασχολείτο με το φαί. Σε λίγο το μικρό ζώο είχε περάσει στην αγκαλιά του αντίστοιχου Μορφέα των σκύλων. 
Η νύχτα ήταν δροσερή και μουγγή, σχεδόν καταθλιπτική αλλά ο ουρανός ήταν καθαρός και το λαμπρό φεγγάρι βρισκόταν χαμηλά προς την δύση. Αν ο Γιώργος καθόταν λίγο ακόμα στο μικρό μπαλκόνι, θα απολάμβανε το φωτεινό ολοστρόγγυλο φεγγάρι και το μεγάλο ασημένιο φίδι στον ορίζοντα που ακολουθούσε την αιώνια πορεία του, ανάμεσα από τα βουνά και τις Πελοποννησιακές κοιλάδες. 
Η μέρα ξύπνησε τον άντρα με τις αχτίδες του ήλιου, να του καίνε το πρόσωπο από κάποιο άνοιγμα στο παράθυρο. Έτριψε το πρόσωπο με τις παλάμες του και ανακάθισε πάνω στο κρεβάτι. Τον πόνεσε λίγο η μέση αφού το στρώμα αποδείχτηκε αρκετά σκληρό και προσπάθησε να δει που βρισκόταν ο «άφαντος» μικρός του φίλος. Άκουσε κάποια γρυλλίσματα από την μεριά της κουζίνας και χαμογέλασε. «Πάλι τσακώνεται ο μπαγάσας», σκέφτηκε ευχαριστημένος όμως που είχε συντροφιά. 
Ο καφές μύρισε ευχάριστα και τον απόλαυσε με την συνοδεία μισού πακέτου τσιγάρων. Δεν είχε τίποτα να κάνει άλλο, από το να συνεχίσει την εξερεύνηση (δεν θα το έλεγε και δουλειά!), έτσι αργά και ράθυμα κατέβηκε στον κήπο να περπατήσει λίγο ξυπόλυτος στο βρεγμένο από την υγρασία χώμα. Ο Παρασκευάς έψαχνε κάτω από κάποιους θάμνους, ένας Θεός ήξερε τι, ο ήλιος έκαιγε το κεφάλι και το κέφι του Γιώργου άρχισε να ανεβάζει την αδρεναλίνη του για νέες εξερευνήσεις. 
Κοίταξε το ρολόι του – μια συνήθεια που δεν μπορούσε να ξεπεράσει – και αποφάσισε να βάλει μπρος το αυτοκίνητο. Διαπίστωσε ότι το τερατώδες αγροτικό είχε αρκετή βενζίνη για πάνω από τριακόσια χιλιόμετρα ακόμα, (αν οι δείκτες έλεγαν την αλήθεια), φόρτωσε μερικά μπουκάλια νερό και τον «παραδόπιστο» Παρασκευά και ξεκίνησε για … που;
Ο δρόμος ήταν ακόμα ανηφορικός και σαν αρχάριο οδηγό τον δυσκόλευε πολύ. Ευτυχώς που οι δρόμοι ήταν άδειοι (ευτυχώς;) και οδηγούσε στο κέντρο μακριά από τους γκρεμούς και τα πουρνάρια. Στην πλατεία του χωριού σταμάτησε και από το έρημο, μοναδικό περίπτερο, πήρε μια κούτα με τσιγάρα, είχε την μάρκα του, δυό αναψυκτικά  και μερικά σακουλάκια με πατατάκια  · αυτά τα μασουλούσε και ο «διαβολάκος» ευχάριστα. Αλλά βέβαια και τι δεν μασουλούσε αυτός!
Ένα μεγάλο πλατάνι στο κέντρο της πλατείας  πρόσφερε αρκετή σκιά και «εκεί θα κάθονταν τα γεροντάκια για τον πρωινό καφέ τους», σκέφτηκε φέρνοντας την εικόνα στο νου. «Μακάρι να έβλεπα έστω κι ένα…»
Ο ανηφορικός δρόμος πέρναγε μέσα από ένα πανέμορφο και επιβλητικό ελατόδασος κάτι που τον έκανε να γελάσει σκεπτόμενος ότι πολύ πιθανόν να ήταν ο μοναδικός στο πλανήτη που μπορούσε ν’ απολαύσει αυτήν, όπως φυσικά και πολλές άλλες, εικόνα. Οδηγούσε λες και ήταν μεθυσμένος από τα έλατα και το κάτι σαν ρετσίνι που μύριζε ολούθε γύρω του. Όταν έφτασε στην κορφή του βουνού, σταμάτησε και κοίταξε την κοιλάδα κάτω του, προς την μεριά εκείνη που είχε περάσει ήδη. Το ύψος προκαλούσε δέος και φόβο, αλλά η ομορφιά σε αποζημίωνε για αυτά.  Είδε τα μικρά λουλούδια στην άκρη της ασφάλτου και γονάτισε να τα χαϊδέψει – κάτι που έκανε αυθόρμητα, χωρίς να το σκεφτεί – παρατήρησε τα χρώματά τους και συλλογίστηκε ότι ίσως να μην τα ξανάβλεπε ποτέ (τουλάχιστον όχι σε τέτοια ποικιλία), αφού τα έντομα δεν υπήρχαν πια για να τα γονιμοποιήσουν (;). Κοίταξε δεξιά του τον δρόμο που τώρα, από και πέρα θα κατηφόριζε. Είδε μια πινακίδα : «ΠΡΟΣ ΧΙΟΝΟΔΡΟΜΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΚΑΛΑΒΡΥΤΩΝ», σε σχήμα βέλους. Ξεκίνησε για εκεί πατώντας πιότερο το φρένο παρά το γκάζι του αυτοκινήτου, αφού η κατηφόρα τραβούσε με μανία λες το βαρύ όχημα. Κάποια μισοτελειωμένα κτίρια αριστερά του, μάλλον ξενώνες για τουρίστες του χειμώνα, βίαζαν αισθητικά το τοπίο, αλλά όπως ανακάλυψε, η Φύση έκανε σωστά την δουλειά της, προσπαθώντας να τα καλύψει με πράσινους κισσούς. Έφτασε στο μνημείο εκτελεσθέντων από τους Γερμανούς κατοίκων των Καλαβρύτων. Ο μεγάλος πέτρινος σταυρός υψωνόταν μέχρι τον ουρανό προσπαθώντας να κρατήσει άσβεστη την μνήμη τους. «Σε ποιους;» αναρωτήθηκε ο Γιώργος. Σταμάτησε και κατέβηκε, έτσι κι αλλιώς δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει. Νόμιζε ότι θα συγκινιόταν αλλά το μόνο που σκέφτηκε ήταν η ματαιότητα όλων αυτών των βιαιοτήτων που είχε μάθει από την ιστορία, σε όλο τον κόσμο. «… Και μια μέρα εξαφανίζονται οι πάντες … και; Τι μένει μετά; Γιατί έγιναν όλα αυτά; Ποιος θα τα μάθει τώρα, ποιόν εξυπηρέτησαν τελικά… μια μέρα εξαφανίζονται όλοι… όλοι… όλοι!»
Η μεγάλη πλατεία στα Καλάβρυτα ήταν γεμάτη από καφετέριες και εστιατόρια. Αναποδογυρισμένες καρέκλες  και τραπέζια, σπασμένα ποτήρια και πιάτα χαρτοπετσέτες που πέταγαν στον αέρα και έμπαιναν σαν πελάτες από τις ανοικτές πόρτες, στα αμέτρητα μικροκαταστήματα που πουλούσαν τοπικά προϊόντα, συνέθεταν την εικόνα που άφησε πίσω του ο «εξαφανισμένος πολιτισμός». 
Η ψυχή του λαχτάρησε έναν δεύτερο καφέ και ο Παρασκευάς επιθυμούσε να τρέξει στους άδειους δρόμους. Άφησε το σκυλί ελεύθερο ν’ αλωνίσει και κάθισε στο πρώτο τραπεζάκι της παλιάς καφετέριας που συνήθιζαν να κάθονται με την Χαρά κάθε που επισκέπτονταν την πόλη. Χτύπησε τα χέρια και έκανε νόημα στον αόρατο σερβιτόρο (ή σερβιτόρα ήτανε;) και χαμογελώντας, καλημέρισε παραγγέλνοντας ένα: «Φραπέ μέτριο με γάλα παρακαλώ». Σηκώθηκε και απάντησε στον εαυτό του, παίζοντας αυτό τον ρόλο στο θέατρο του παραλόγου, μπήκε στην κουζίνα του μαγαζιού και τον έφτιαξε. Άναψε τσιγάρο και αφέθηκε στην ανάμνηση της γυναίκας του, μέχρι που η καύτρα του έκαψε τα δάχτυλα και η στάχτη λέρωσε το παντελόνι. Σφύριξε ένα γρήγορο σκοπό που του είχε έρθει στο μυαλό και έψαξε με τα μάτια τον Παρασκευά. Τον είδε να τραβάει ένα τραπεζομάντηλο από την ταβέρνα πιο κάτω, προσπαθώντας να ισορροπήσει στα μικρά του πόδια, αφού κάθε που φυσούσε ο αέρας το τραπεζομάντηλο γινόταν ιστίο πλοίου και τον πήγαινε εντελώς αντίθετα από την κατεύθυνση που εκείνος  τράβαγε. 
Η ζέστη του ήλιου που έπεφτε κατευθείαν πάνω στους ώμους του, τον έκαψε, τον έκανε ν’ ανατριχιάσει και προσπάθησε να καλυφθεί κάτω από το φύλλωμα του μεγάλου πλάτανου. Σήκωσε το κεφάλι προς τον ουρανό και θαύμασε το ύψος του δέντρου και τα απέραντα, λες και είχαν απλωθεί σ’ όλο τον κόσμο, κλαδιά του. Στη σκιά ένοιωσε κάπως καλύτερα, αλλά το αεράκι τον κρύωσε. «Καλός είμαι…», σκέφτηκε χαμογελώντας, «… από την μια ιδρώνω και ζεσταίνομαι και απ’ την άλλη, κρυώνω. Πανάθεμά με… λες να γέρασα;». Παρατήρησε ότι δεν είχε άλλο καφέ όπως και κανένα τσιγάρο στο χέρι. Αποφάσισε να φτιάξει άλλο ένα ρόφημα, αλλά ζεστό αυτή την φορά, άναψε ένα Rothmans – τώρα παρατηρούσε την μάρκα – και το άφησε στο τασάκι μπροστά του, στερεώνοντάς το καλά στην εγκοπή. Σηκώθηκε και ξαναμπήκε στην καφετέρια. Δεν είχαν περάσει ούτε πέντε λεπτά, όταν άκουσε απ’ έξω τα γαβγίσματα του Παρασκευά. Στην αρχή δεν έδωσε καμιά σημασία, αλλά μετά αναρωτήθηκε τι συνέβαινε, όταν τα γαβγίσματα έγιναν επίμονα και δυνατά. Το σκυλί πρέπει να βρισκόταν σε μεγάλη αναστάτωση, ανάμεσα στις «κραυγές» του, διακρινόταν και κάτι σαν κλάμα. Προσπάθησε να τρέξει, φοβούμενος για τα χειρότερα, αλλά ένας πόνος, ένας πολύ έντονος πόνος στο στήθος, μια μεγάλη και βαθιά μαχαιριά, τον έκανε να κοντοσταθεί και να στηριχτεί στην καρέκλα μπροστά από την μπάρα. Πήρε μια μεγάλη, παρατεταμένη ανάσα, να γεμίσει με οξυγόνο τα πνευμόνια και πήγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε προς την πόρτα, ακούγοντας παραθυρόφυλλα και τζάμια να χτυπούν και να τρίζουν. 
Στον δρόμο, ένας φοβερά δυνατός άνεμος είχε πετάξει τα πάντα στην άκρη. Ο Γιώργος κοίταξε προς το βάθος του πλακόστρωτου δρόμου. Ένα φως, ιδιαίτερα και ασυνήθιστα δυνατό φως, έλαμπε ανάμεσα στα κτίρια και κατέβαινε λες με σταθερό ρυθμό προς την πλατεία. Όμως εκείνο που τον ανησύχησε πιο πολύ, ήταν ο άνεμος που φαινόταν να προέρχεται από κέντρο του φωτός. Ένας άνεμος που σήκωνε τα πάντα ψηλά, πολλά μέτρα ψηλά, σαν να μην είχαν καθόλου βάρος. Πολλές πόρτες από τα μαγαζιά και τα σπίτια, πολλά παραθυρόφυλλα, πολλά τζάμια δεν άντεξαν σε αυτή την πίεση και είχαν «εγκαταλείψει» την θέση τους, αφήνοντας το εσωτερικό των κτιρίων, στο απροστάτευτο.
Ο πόνος στο στήθος, γύρισε με μεγαλύτερη σφοδρότητα, επιμονή και συχνότητα. Κάτι σαν ηλεκτρισμός, τον διαπέρασε σε όλο το κορμί και πριν πέσει λιπόθυμος για άλλη μια φορά σε σύντομο χρονικό διάστημα, είδε τον έντρομο Παρασκευά να τρέχει με όση δύναμη του έδιναν τα μικρά του πόδια, προς το μέρος του. Μετά σκοτείνιασαν τα πάντα και το κούφωμα της πόρτας του φάνηκε να πέφτει με δύναμη πάνω του.

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13

Μπορούσε να νοιώσει το κρύο άγγιγμα του αέρα στο σβέρκο, τον ενοχλούσε αλλά δεν μπορούσε να κουνηθεί λες και είχε παραλύσει ολόκληρο το σώμα. Το μόνο που μπορούσε ήταν να παρακολουθεί χωρίς μιλιά και με τα μάτια κλειστά – προσπάθησε πολλές φορές να τα ανοίξει – ότι γινόταν γύρω του. Άκουσε, (η ακοή λειτουργούσε ακόμη και τον χαροποίησε!), την ανάσα του Παρασκευά, τον φαντάστηκε να κάθεται στα πίσω πόδια του με την γλώσσα να κρέμεται από το στόμα, τον αέρα που φυσομανούσε και όλα τα καθίσματα που άλλαζαν θέση ή έπεφταν με μεγάλο κρότο. Τον ενόχλησαν κάποια φύλλα που ο αέρας «κόλλησε» στο αυτί και το μάγουλό του, αλλά υποτάχτηκε στην προσωρινή (ήλπιζε!) αναπηρία του. Ήθελε να φωνάξει αλλά κατάλαβε ότι κι αυτό ήταν αδύνατο. Εκτός αυτού, τι θα χρησίμευε μια κραυγή; Ποιος θα τον άκουγε; Παραδόθηκε στην σκληράδα του ξύλινου πατώματος, ελπίζοντας ότι γρήγορα θα μπορούσε να σηκωθεί και πάλι. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί του συνέβαιναν τόσα περιστατικά, τέτοιας μορφής, όλο και πιο συχνά, όλο και πιο βαριά. Σιγά – σιγά, άφησε το σώμα να ηρεμίσει. Προσπάθησε να σκεφτεί κάτι ευχάριστο, κάτι που θα τον έκανε να ησυχάσει. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά, ήθελε να τεντώσει το χέρι, να πιάσει τον Παρασκευά. Δεν μπορούσε. Άρχισε να φοβάται.
Αυτό που ένοιωσε στους ώμους και τις πλάτες, το ήξερε. Ήταν το κράτημα ανθρώπινου χεριού, ήταν βοήθεια. «Αν είναι δυνατόν…», σκέφτηκε και οι χτύποι της καρδιάς αυξήθηκαν κατακόρυφα. «Άνθρωποι; Μου δίνουν βοήθεια;», αναρωτήθηκε. Δεν άκουσε όμως άλλο ήχο, ούτε ομιλίες, ούτε καν ένα θόρυβο, ένα σύρσιμο… κάτι. Ακόμα και ο μικρός του σύντροφος δεν έβγαλε άχνα… εκτός κι αν δεν μπορούσε ν’ ακούσει. Αλλά τον άνεμο τον άκουγε καθαρά. Κι όμως…!
Ξύπνησε λες, μετά από ένα βαθύ λήθαργο. Κούνησε προσεκτικά τα χέρια και είδε ότι όλα του τα μέλη, ανταποκρίνονταν σωστά στις διαταγές του εγκεφάλου. Τα δάχτυλα είχαν μουδιάσει λίγο και οι κινήσεις του ήταν προς το παρόν, ασταθείς, αλλά δεν ανησύχησε. Προσπάθησε να καθίσει. Ανακάλυψε ότι βρισκόταν ξαπλωμένος πάνω σε ένα τραπέζι, μακρόστενο και σχεδόν παράταιρο σε χρώμα, με τα υπόλοιπα έπιπλα της καφετέριας. Κατάφερε να συγκεντρώσει την σκέψη του, στο περιστατικό που είχε συμβεί πριν λίγο. Ασυναίσθητα έκανε την συνηθισμένη του κίνηση, κοίταξε δηλαδή το ρολόι του και ανακάλυψε ότι είχαν περάσει αρκετές ώρες. ’Έλπιζε να ήταν ώρες και όχι μέρες. Το στομάχι του όμως δεν διαμαρτυρόταν, οπότε, συμπέρανε, ότι απλώς κάποιες ώρες θα είχαν περάσει. Άκουσε θόρυβο στα δεξιά του και γύρισε το κεφάλι τόσο γρήγορα, σαν ελατήριο που μόλις είχε απελευθερωθεί. Ανάσανε βαθιά και αντίκρισε το βλέμμα του Παρασκευά που κουνούσε την ουρά με μεγάλη ταχύτητα.
Στο βάθος της αίθουσας μια λάμπα που είχε ξεκρεμαστεί από την βάση της, κουνούσε το φως πάνω κάτω δημιουργώντας σκιές και φαντάσματα στους τοίχους. Από την πόρτα έμπαινε δυνατός ο αέρας κουβαλώντας μαζί του κάθε είδους σκουπίδι από τον δρόμο, ανακατεμένο με φύλλα και μικρά κλαδάκια. Η έντασή του είχε πέσει, αλλά δεν έπαυε να είναι ακόμα δυνατός. Ο Γιώργος δεν ήθελε ούτε καν να μπει στον κόπο να την κλείσει, μόνο από το παράθυρο παρακολουθούσε εκείνο το δυνατό φως που του έμοιαζε με ένα πελώριο μάτι αιλουροειδούς. 
Παρατήρησε τον χώρο για άλλη μια φορά. Τίποτα δεν ήταν στην θέση του, τίποτα δεν ήταν όρθιο. Θυμήθηκε την πίεση που ένοιωσε στην πλάτη όταν είχε πέσει και αναρωτήθηκε ποιος μπορεί να ήταν. Θέλησε να ψάξει, η καρδιά του φτερούγισε σαν υπέθεσε την ύπαρξη κι άλλων ανθρώπων. «Αν κάποιος με βοήθησε, αν κάποιος είναι κι αυτός ζωντανός, γιατί εξαφανίστηκε, γιατί έφυγε, γιατί δεν κάθισε να συναντηθούμε…», αναρωτήθηκε προσπαθώντας να διώξει τον ενοχλητικό πονοκέφαλο. Αυτόν που του έσφιγγε τα μηλίγγια. 
Ο Παρασκευάς λες και ανησυχούσε για τον φίλο του, πλησίασε και άρχισε να τον γλύφει στο χέρι. Κουνούσε την ουρά με μεγάλη δύναμη και φόρα μέχρι που, τα οπίσθιά του κουνιούνταν κι αυτά ρυθμικά δεξιά – αριστερά. Ο Γιώργος στηρίχτηκε και βρίσκοντας κουράγιο από την απελπισία της στιγμής, χάιδεψε τον μικρό σκύλο και στηριζόμενος σε όποιο έπιπλο έβρισκε μπροστά του, πλησίασε την πόρτα της καφετέριας. Προσπάθησε να κοιτάξει έξω, έβγαλε το κεφάλι από το άνοιγμα, αλλά το μετάνιωσε σαν διαπίστωσε ότι ο αέρας θα μπορούσε - αν όχι να του το ξεριζώσει -  να τον τραυματίσει με όλα αυτά τα αντικείμενα που πέταγε παντού στους τοίχους των κτιρίων και στους κορμούς των δέντρων. Έψαχνε να δει τι μπορούσε να κάνει, αρκέστηκε να κλείσει την πόρτα και κάθισε στο πάτωμα να σκεφτεί. Ο θόρυβος που ακούστηκε ήταν εκκωφαντικός σαν ένα από τα μεγάλα παράθυρα έσπασε και πέταξε σαν σφαίρες τα μικρά κομμάτια γυαλιού ολούθε στον χώρο. Κάλυψε το κεφάλι και ανακάλυψε ότι θα ήταν ασφαλής μόνο στο υπόγειο, εκεί που δεν υπήρχαν παράθυρα και οι πόρτες ήταν μεταλλικές. Σηκώθηκε και φώναξε τον Παρασκευά να τον ακολουθήσει. Δεν χρειαζόταν και ιδιαίτερη προσπάθεια, αφού το κατατρομαγμένο ζώο, είχε σχεδόν κολλήσει πάνω του. Έφτασε στην σκάλα και … διαπίστωσε πατημασιές πάνω στη χυμένη ζάχαρη στο τρίτο σκαλί.
«Κάποιος υπάρχει εδώ, δεν είναι δυνατόν…», φώναξε δυνατά κοιτώντας προς τα κάτω. Σηκώθηκε και προσπάθησε να ταχύνει τις κινήσεις του. Ο πόνος στην πλάτη ξαναγύρισε, αλλά έσφιξε τα δόντια και άρχισε να κατεβαίνει όσο πιο γρήγορα μπορούσε, ενθαρρυμένος και από το ξαφνικό γάβγισμα του Παρασκευά.
Άκουσε την πρώτη μεταλλική πόρτα, εκεί που μάλλον ήταν η είσοδος της κουζίνας – οι μυρωδιές κάτι τέτοιο μαρτυρούσαν – να κλείνει με θόρυβο, απότομα. Ο αέρας δεν έφτανε εκεί για να την σπρώξει. Προσπάθησε να την ανοίξει φωνάζοντας, ούτε και ο ίδιος αντιλαμβανόταν τις λέξεις που έβγαιναν από το στόμα του, αλλά τα χέρια του δεν είχαν αρκετή δύναμη ή κάτι εμπόδιζε την πόρτα. Έκανε κι άλλες δυό προσπάθειες μέχρι που στο τέλος τα κατάφερε. Όντως μπήκε σε μια μικρή κουζίνα – έτσι κι αλλιώς η καφετέρια πρόσφερε μόνο κρύο φαγητό, δεν την χρειαζόταν μεγαλύτερη – και άναψε το φως. Παραξενεύτηκε που όλα ήταν τακτοποιημένα και σχεδόν καθαρά. Ψυχή ζώσα όμως πουθενά. Ο Παρασκευάς όρμησε σε ένα κομμάτι από ζαμπόν που ήταν στον νικελένιο πάγκο και το καταβρόχθισε με μια μπουκιά, έγλειψε και την γυαλιστερή (!) επιφάνεια και ξαναγύρισε στον φίλο του.
Το φως αναβόσβησε δυό – τρεις φορές, από την καταιγίδα σκέφτηκε, έσπρωξε κάτι καρέκλες με μεταλλικά πιάτα και έψαξε τον χώρο. Κανένα σημάδι ανθρώπινης παρουσίας, κανένας ήχος διαφορετικός, έξω από τον μακρινό, μονότονο σύρσιμο του αέρα που έφτανε από πάνω. 
Έψαξε παντού και το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο. Ακόμα και στις τουαλέτες και στην μικρή αποθήκη. Ανέβηκε αποκαρδιωμένος στην κύρια σάλα του καταστήματος και διαπίστωσε ότι τώρα ο αέρας συνοδευόταν και από μια καταιγιστική βροχή, παγωμένη και απειλητική. Ήδη το μέρος μπροστά από την πόρτα και τα σπασμένα παράθυρα, είχε πλημμυρίσει. Κάθισε μπροστά στην μπάρα, στο βάθος της αίθουσας και περίμενε να κοπάσουν όλα αυτά που αδιανόητα συνέβαιναν τέτοια εποχή και προσπάθησε να φτιάξει ένα καφέ. Ευτυχώς, τα μηχανήματα δούλευαν καλά. Σε ένα στρογγυλό μπολ, βρήκε λίγο κέικ, παραδίπλα μερικά έτοιμα σάντουιτς και μπισκότα. Βόλεψε την πείνα που είχε πια αρχίσει να τον απασχολεί, τάισε και τον φίλο του και αφέθηκε για άλλη μια φορά στις σκέψεις του και τις υποθέσεις για ότι ανεξήγητο του παρουσιαζόταν. Ο καπνός από το τσιγάρο τον συνέφερε αν και στην αρχή τον είχε ζαλίσει. Έπαιξε με τα σπίρτα που είχε βρει πάνω στον πάγκο, δίπλα από το καμινέτο και η ματιά του, στυλώθηκε στον δρόμο έξω. 
Πρέπει να είχε περάσει πάνω από μια ώρα, η μέση του είχε πιαστεί από το κάθισμα, όταν ο αέρας και η βροχή άρχισαν να κοπάζουν. Προχώρησε προς την έξοδο και αποφάσισε να βγει στον δρόμο, αν και ακόμα το νερό από τον ουρανό, έπεφτε κάνοντας τους δρόμους μικρά ποτάμια. Δεν άργησε να γίνει μούσκεμα, τα ρούχα του έσταζαν και τα παπούτσια λες και ήταν μικρές πισίνες. Στηριζόμενος απ’ όπου μπορούσε, έφτασε στο απέναντι μαγαζί με τα παραδοσιακά προϊόντα. Κοίταξε και από τις δυό μεριές στον δρόμο προσπαθώντας να εντοπίσει κάποια κίνηση. Μάταια, όπως συνήθως. Και ξαφνικά, εκεί που τα μαύρα σύννεφα είχαν σκοτεινιάσει σαν νύχτα την μέρα, ο ήλιος βγήκε, λες και κάποιος τον άναψε με ένα κουμπί, ο αέρας σταμάτησε απότομα, η βροχή λες και δεν είχε πέσει ποτέ – έξω από τα σημάδια και το νερό που είχε αφήσει στο χώμα – και η ζέστη ξανάγινε αποπνικτική. Έφερε το χέρι στα μάτια να προστατευτεί και ασυναίσθητα έκανε τον Σταυρό του.
Βρήκε το αυτοκίνητο εκεί που το είχε αφήσει, λίγο στραβά στην άκρη του δρόμου – ακόμα δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί πάρκαρε στην άκρη, σ’ ένα άδειο κόσμο – άνοιξε την πόρτα και παρ’ όλο που βρήκε νερό στο δάπεδο, η μηχανή λειτούργησε με την πρώτη. Χάρηκε! Ο Παρασκευάς, ξέροντας την θέση του, πήδηξε στο κάθισμα του συνοδηγού και περίμενε την νέα περιπέτεια. Σιγά – σιγά, προσπαθώντας να μην χτυπήσουν στις πέτρες και τα κλαδιά των δέντρων που η βροχή είχε πετάξει στην άσφαλτο, έφτασαν στην έξοδο της πόλης. Αριστερά το μεγάλο βενζινάδικο της BP, δέσποζε του τοπίου και έδειχνε μοναδική παραφωνία στο μεγάλο πράσινο βουκολικό πίνακα. Τα δέντρα, παράξενο πως, ήταν στεγνά, όπως και η άσφαλτος, λες και δεν είχε πέσει σταγόνα βροχής. Ο Γιώργος, κατέβηκε από το αυτοκίνητο και έπιασε μια χούφτα χώμα, την έτριψε στο χέρι και έξω από την απόλυτη μυρουδιά – απόλυτη χαρακτήριζε από μικρός την οσμή της Φύσης – δεν ανίχνευσε καθόλου νερό. Το χώμα ήταν στεγνό και μάλιστα τριβόταν εύκολα στο χέρι του.
Ο ήλιος είχε πια αρχίσει να γέρνει στον ορίζοντα, κοίταξε το ρολόι του και είδε τον δείκτη να σημαδεύει το επτά, άναψε τα φώτα του αυτοκινήτου γιατί τέτοια ώρα που έπαιρνε ο ουρανός το γκρι του, δεν μπορούσε να διακρίνει καλά. Προσπάθησε να ξεκινήσει, έβρισε σαν το αυτοκίνητο που πήδηξε μισό μέτρο – είχε ξεχάσει την ταχύτητα μέσα – και έβαλε σκοπό να φύγει όσο πιο γρήγορα μπορούσε από κείνο το μέρος. Το θεώρησε καταραμένο, όσο μπορούσε να είναι καταραμένο κάτι από μόνο του, μέσα σε αυτόν τον χωρίς ζωή πλανήτη. Σήκωσε τα μάτια και… ένα φως έδειχνε να κινείται, απέναντι στο βουνό, λες και κάποιο αυτοκίνητο ανέβαινε τον δρόμο.
Η καρδιά του χτύπησε τόσο δυνατά που νόμισε ότι θα βγει από το στήθος του. Η πίεση μεταμόρφωσε τα μελίγγια του σε μέγγενη και η σπονδυλική στήλη άρχισε να χορεύει ανεξέλεγκτα. Έπιασε τον μοχλό των φώτων και άρχισε να τα αναβοσβήνει με μανία, ενώ το δεξί του χέρι, πάταγε το κουμπί της κόρνας με όλη του την δύναμη. Η αγωνία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του και ο ιδρώτας τον τύφλωνε. Όμως το «αυτοκίνητο» - αν ήταν αυτοκίνητο – δεν έδειξε να ανταποκρίνεται. Ίσα – ίσα που τα φώτα εξαφανίστηκαν, λες και σκόπιμα είχαν σβήσει, ενώ το αεράκι που είχε αρχίσει να ξαναφυσά απαλά, μπορεί να τον ανακούφιζε από την ζέστη, αλλά δεν τον άφηνε ν’ αφουγκραστεί κάποιον ήχο. Έσκυψε το κεφάλι ακουμπώντας το πάνω στο τιμόνι, ενώ το χτυπούσε με τα χέρια του, σε μια κίνηση απελπισίας. Δεν μπορούσε να πιστέψει αυτό που του συνέβαινε. Άκουσε τον μικρό του φίλο να γρυλίζει και τον χάιδεψε. «Έχω τουλάχιστον εσένα … μικρόβιε! Ευτυχώς…».
Ξεκίνησε με κατεύθυνση το σημείο που είδε ή που νόμισε τουλάχιστον ότι είδε το φως. Ο δρόμος ήταν ανηφορικός και απότομος, με αποτέλεσμα ως άπειρος οδηγός, να ταλαιπωρηθεί πολύ. Οι στροφές ήταν σαν ένα θεόρατο φίδι που βρισκόταν απλωμένο σε ολόκληρο το βουνό. Τώρα είχε πέσει και το φως και όμως δεν έβλεπε το φεγγάρι, αν και ο ουρανός δεν είχε κανένα πια σύννεφο. Παραξενεύτηκε αλλά ακόμα πιο παράξενο ήταν η έλλειψη αστεριών, λες και κάποιος γίγαντας – αυτή η εικόνα του ήρθε – τα ξεκρέμασε από το ουράνιο στερέωμα. Τράβηξε το χειρόφρενο και άνοιξε την πόρτα, χωρίς όμως ν’ αφήσει τον Παρασκευά να κατέβει. Παντού σκοτάδι πια και αν δεν υπήρχαν τα φώτα του αυτοκινήτου, θα μπορούσε να υποθέσει ότι είχε βουτήξει σε ένα καζάνι με μαύρη μπογιά. Ακόμα και τα δημόσια φώτα των Καλαβρύτων, δεν υπήρχαν μέσα στο οπτικό του πεδίο. Και δεν ήταν μακριά από την πόλη. Είχε πάψει πια ν’ απορεί, δεν ήθελε να τρελαθεί, αν δεν είχε ήδη, από τις πολλές και συνεχόμενες εκπλήξεις που του συνέβαιναν. 
Έφτασε σε ένα μικρό χωριό – μισοείδε την ταμπέλα – και προσπάθησε να βρει καταφύγιο για την νύχτα. Μια τελευταία ματιά στα γύρω βουνά, ή εκεί που υπέθετε ότι ήταν τα βουνά και το αποτέλεσμα ήταν … απλώς μαύρο! Πήρε βαθιά ανάσα και παραβίασε την ξύλινη πόρτα ενός μικρού σπιτιού στην πλατεία. Έψαξε για φαγητό και … το ηλεκτρικό φως λειτουργούσε κανονικά. Το κατάλαβε με καθυστέρηση ότι …
Βγήκε έξω και έστρεψε τα μάτια στη μεριά που έπρεπε να είναι τα Καλάβρυτα. Και τα είδε! Όλα τα φώτα ήταν αναμμένα και έμοιαζαν σαν πυγολαμπίδες πάνω σε μαύρο ή μάλλον γκρίζο φόντο. Το … φεγγάρι φώτιζε τώρα δυνατά και τα αστέρια με την ξαστεριά, ήταν   αμέτρητα λες και χρυσοποίκιλτο κέντημα στον ουρανό. Ασυναίσθητα έκανε ξανά τον Σταυρό του και έκλαψε πέφτοντας στα γόνατα.
Δεν είδε το φως που κουνιόταν στο βάθος, που έτρεχε στον δρόμο του απέναντι βουνού. Μόνο άκουσε κάτι σαν βόμβο, αδιόρατα, να ταλαιπωρεί τα αυτιά του και το κλάμα του μικρού του φίλου. 

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14

ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ

Δεν ήξερε πόση ώρα είχε κοιμηθεί, δεν ήξερε καν τι θα μπορούσε να κάνει εκείνη την ημέρα που ο νέος ήλιος είχε ξεπροβάλλει το ίδιο ζεστός, το ίδιο λαμπρός και βασανιστικός. «Πόσο παράξενη η χθεσινή μέρα…», είπε στρέφοντας τα μάτια στον ουρανό, «… αυτή η ανελέητη βροχή και τώρα τέτοια λάμψη…». Έφερε το χέρι στο μέτωπο και προσπάθησε να δει τον ορίζοντα με τα μεγάλα και απότομα βουνά, την απέραντη, λες, κοιλάδα και την πόλη των Καλαβρύτων να λικνίζεται σαν χορεύτρια στους ατμούς της ατμόσφαιρας. Άκουσε το θρόισμα των δέντρων και περίμενε και κάποιο τιτίβισμα – έστησε κιόλας αυτί – από κάποιο πουλί, αλλά μάταια. 
Πίνοντας καφέ – Ελληνικό προτίμησε αυτή την φορά – προσπάθησε να βάλει σε τάξη τις σκέψεις του, σε σειρά τα γεγονότα της προηγούμενης μέρας και τις επόμενες κινήσεις του. Άναψε τσιγάρο – κοίταξε την μάρκα γιατί δεν ήξερε τι μάρκες είχε πάρει από το περίπτερο – έκανε μια γκριμάτσα από την πίκρα του καπνού, έβηξε, τώρα τελευταία έβηχε όλο και πιο πολύ και έφτυσε στο χώμα. Με την άκρη του ματιού αντιλήφθηκε μια λάμψη, στιγμιαία, στην πλευρά του μικρού λόφου που απείχε πολύ λίγο από το σπίτι που βρισκόταν. Έσμιξε τα φρύδια συγκεντρώνοντας το βλέμμα του εκεί, έβγαλε κάθε άλλη σκέψη από το μυαλό και πίεσε τον εαυτό του να καταλάβει ή να ερμηνεύσει αυτό που νόμισε ότι είδε. Τώρα τίποτα δεν αντανακλούσε το φως του ήλιου, τίποτα δεν κινιόταν έξω από τα κλαδιά των δέντρων στον αέρα, τίποτα που να φανερώνει ζωή. Κι όμως κάτι μέσα του, μιλούσε και του έλεγε …
 Τον έπιασε μια επιθυμία να εξερευνήσει τον χώρο εκείνο, έτσι κι αλλιώς δεν είχε και κάτι καλύτερο να κάνει. Ετοιμάστηκε, τράβηξε και τον Παρασκευά με το ζόρι από το μαξιλάρι – τον μόνιμο εχθρό – και οδήγησε το αυτοκίνητο μέχρι εκεί που τον «τράβαγε», θα έλεγε κανείς, η λάμψη.
Όταν έφτασε, ακούμπησε το κεφάλι στο τιμόνι προσπαθώντας να «μετρήσει» την κατάσταση.  Κατέβηκε και αποφάσισε να περπατήσει, μπροστά σε κάποιου είδους ανάχωμα.
Το πρώτο πράγμα που είδε, μετά το ανάχωμα,  ήταν κάπως παράξενο, αλλά όχι τόσο ώστε να προκαλέσει απορίες. Χώματα πεταμένα δεξιά και αριστερά, λες και κάποιος να είχε σκάψει ένα αρκετά βαθύ χαντάκι. Ένα χαντάκι που το μήκος του ήταν περίπου πεντακόσια – πάνω κάτω – μέτρα και πλάτος γύρω στα δύο. Το έδαφος που περπατούσε, ο πάτος δηλαδή του χαντακιού, ήταν πολύ λείο, χώμα που είχε συμπιεστεί με μεγάλη δύναμη, μεγάλη πίεση, ίσως από κάποιο οδοστρωτήρα. Αναρωτήθηκε ποιος θα μπορούσε να διαθέσει τέτοιο χρηματικό ποσό για ένα απλό χαντάκι, να χαλάσει τόση ενέργεια και χρόνο μόνο και μόνο για να περπατήσει προς τα πού (;) στην πλαγιά ενός ασήμαντου λόφου. «Εκτός κι αν δεν είναι ασήμαντος…», σκέφτηκε με την περιέργεια να τον – κυριολεκτικά – τρώει. Περπάτησε όλο το δρομάκι αυτό και στο τέλος του, κατέληγε στην πλευρά του λόφου χωρίς λογική, κατάλαβε ότι το βάθος ήταν πάνω από τρία μέτρα. «Γι αυτό και δεν φαίνεται από πουθενά…», συλλογίστηκε. Εκεί που ο δρόμος τέλειωνε, εκτός από τα βράχια και τους πολλούς φουντωτούς θάμνους και τα πουρνάρια, δεν υπήρχε τίποτε άλλο. Ούτε ένα πλάτωμα, ένα μικρό άνοιγμα που θα μπορούσε κάπου να χρησιμεύει.
Κάθισε και προσπάθησε να σκεφτεί. Ο Παρασκευάς στεκόταν δίπλα του, πειθήνιος στα «θέλω» του Γιώργου και ανάσανε με την γλώσσα πεσμένη στο πλάι του στόματος.
«Τίποτα δεν υπάρχει, τίποτα απολύτως…», σκέφτηκε απογοητευμένος. «Και όμως είμαι σίγουρος ότι η λάμψη προήλθε από δω…», συνέχισε την σκέψη του. Πέταξε το αποτσίγαρο που είχε στο μεταξύ ανάψει – πίστευε ότι αυτό τον έκανε να σκέφτεται πιο σωστά – και αποφάσισε να ξαναρίξει μια ματιά στο σημείο μπροστά του. Βέβαια ο «μικρόβιος», δεν έχασε την ευκαιρία να χώσει την υγρή του μύτη όπου υπήρχε πράσινο και τρύπα. Και αυτό έδωσε αποτελέσματα. Δεν είχε περάσει πολύ ώρα, όταν το γάβγισμά του - που πιότερο με κλαψούρισμα έμοιαζε – ειδοποίησε τον Γιώργο. Εκείνος με λαχτάρα έτρεξε κοντά του, μπροστά σε ένα πελώριο πουρνάρι και άρχισε να σπάει και να μετακινεί τα κλαδιά του, ματώνοντας τις παλάμες και τα μπράτσα από τις ακίδες και τα αγκάθια. Τα νύχια του είχαν γεμίσει χώμα, μικρές πετρούλες πετάγονταν ανεξέλεγκτα δεξιά κι αριστερά χτυπώντας τον πολλές φορές στο πρόσωπο, η ανάσα του είχε γίνει γρήγορη και πολύ πιο κοφτή, ενώ ο ιδρώτας του έτσουζε τα μάτια, θολώνοντας την όρασή του.
Η μεταλλική πόρτα μπροστά του, ήταν λεία και στρογγυλή στο πάνω μέρος, όπως οι πόρτες στα παλιά ιστιοφόρα πλοία και τόσο στιλπνή, που θα έλεγε κανείς ότι μόλις είχε γυαλιστεί από κάποιον χειροδύναμο άνθρωπο. Σε αυτή την στιλπνότητα συνέβαλε και το γεγονός ότι πάνω στο μέταλλο, δεν υπήρχε τίποτα, ούτε κολλημένο, ούτε καρφωμένο. Τίποτα δεν προεξείχε, ούτε φινιστρίνι, ούτε καν χερούλι, λες και δεν ήταν πόρτα, αλλά ένα κομμάτι νίκελ, πεταμένο στο χώμα. Ο Γιώργος προσπάθησε να την τραβήξει, αλλά δεν είχε από που να την πιάσει. Το χέρι του δεν έβρισκε καμιά εγκοπή, ακόμα και όταν έσκαψε το χώμα δίπλα της, φαινόταν το μέταλλο να εισχωρεί αρκετά μέσα. Έβαλε το μυαλό να δουλέψει, προσπαθώντας να ηρεμίσει και τον Παρασκευά που δεν είχε σταματήσει ούτε στιγμή ν’ αλυχτά. Προσπάθησε ξανά, χρησιμοποίησε και μια μεγάλη πέτρα μήπως και την σπάσει, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να την λερώσει με χώματα. Ούτε μια γρατζουνιά δεν της είχε καταφέρει.
Κάθισε και άναψε άλλο ένα τσιγάρο. Το κοίταξε και αποφάσισε από την επόμενη μέρα να το ελαττώσει, η ανάσα του δεν ήταν πια καλή και κουραζόταν εύκολα. Αλλά πόσες φορές δεν είχε πει αυτό το «από αύριο»!
«Μέτρησε»  τον ήλιο και διαπίστωσε ότι είχε μεσουρανήσει. «Μεσημέρι…», σκέφτηκε με κάποια μελαγχολία που δεν είχε καταφέρει τίποτα με αυτήν την πόρτα. Τον έτρωγε και η περιέργεια για τους κατασκευαστές, για την χρησιμότητά της και για το τι μπορούσε να κρύβει πίσω της. Το μυαλό του πήγε σε στρατιωτικούς σκοπούς, αλλά και πάλι, σκέφτηκε «… εδώ; Σε αυτά τα μέρη, τι δουλειά είχε ο στρατός;». Κάτι τον ενοχλούσε εκεί που καθόταν και μετακινήθηκε λίγους πόντους παραπέρα, τίναξε το αποτσίγαρο μακριά – είχε αρχίσει και του έκαιγε τα δάχτυλα – και έψαξε το πακέτο ν’ ανάψει άλλο ένα. «Είπαμε από αύριο η ελάττωση…», σκέφτηκε και χαμογέλασε την ώρα που ρουφούσε την πρώτη «τζούρα».
Ήχος δεν ακούστηκε, ούτε κίνηση, ούτε καν μια μικρή πνοή αέρα, έξω απ’ αυτήν των δέντρων… κι όμως η μεταλλική πόρτα είχε ανοίξει διάπλατα, αποκαλύπτοντας μια μαύρη τρύπα, ένα κατάμαυρο στόμα που οδηγούσε… ;
Ο Γιώργος αναπήδησε λες και τον είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα και σχεδόν κυλίστηκε στο χώμα. Βρήκε την ψυχραιμία του, αν και οι σφίξεις της καρδιάς του παρέμεναν σε υψηλά επίπεδα και πλησίασε το άνοιγμα.  Χάιδεψε το μέταλλο και πάλι, ούτε από την εσωτερική μεριά είδε κάποια συγκόλληση ή χερούλι. Η πόρτα, που είχε πάχος πάνω από δύο μέτρα, είχε ανοίξει από μόνη της, ως δια μαγείας και μάλιστα χωρίς εκείνος να χρειαστεί να κάνει κάτι, λες και κάποιος τον προσκαλούσε στο εσωτερικό. Φοβήθηκε και δείλιασε να πάει παραπέρα. Κοίταξε ολόγυρα. Ο Παρασκευάς είχε, παράξενα, ηρεμίσει και καθόταν στα δυό πίσω πόδια, ακίνητος με τα μάτια καρφωμένα στο μαύρο εκείνο κενό. Μεντεσέδες δεν φαίνονταν στο πλάι και το μέταλλο ήταν συμπαγές και δεν αντηχούσε κανένα ήχο στα χτυπήματά του. 
Ξανακοίταξε το μαύρο κενό και προσπάθησε να μαζέψει κουράγιο, μια φωνή μέσα στο κεφάλι, του φώναζε να το εξερευνήσει. Οπισθοχώρησε τρομαγμένος σαν διαπίστωσε ότι το φως του ήλιου δεν εισχωρούσε ούτε πόντο. Λες και μια αόρατη μεμβράνη έκλεινε το χώρισμα. Άπλωσε το χέρι, αλλά δεν ανακάλυψε απολύτως τίποτα, παρά κενό και μόνο κενό. Έκανε ξανά δυό βήματα προς τα πίσω και κατευθύνθηκε προς το αυτοκίνητο. Φορτώθηκε ένα μεγάλο χοντρό σκοινί, έμοιαζε με ορειβασίας, βρήκε ένα φακό μεγάλης επιφάνειας και έβαλε στην τσέπη δυό μπουκάλια νερό, όπως είχε δει παλιά να κάνουν οι σπηλαιολόγοι στην τηλεόραση. Φόρεσε κι ένα μάλλινο σκουφί για να είναι πλήρης η εικόνα και ξαναγύρισε στην «σπηλιά», όπως την είχε χαρακτηρίσει μέσα του. Κοντοστάθηκε μπροστά στην μεγάλη πόρτα και τον ακίνητο Παρασκευά, προσπαθώντας να αξιολογήσει την κατάσταση. Τι να αξιολογήσει δηλαδή; Μήπως είχε καμιά γνώση; Τουλάχιστον προσπάθησε να ταξινομήσει τις πληροφορίες που διέθετε και τις κινήσεις που έπρεπε κατά σειρά να κάνει.
Έβαλε με κόπο ένα μεγάλο βράχο στο άνοιγμα της πόρτας – φοβόταν μην κλείσει και παγιδευτεί – και άπλωσε το πόδι, αλλά η καρδιά δεν ακολουθούσε. Πάγωσε με το χέρι πάνω στο μέταλλο της πόρτας και σμίγοντας τα φρύδια προσπάθησε μήπως και διακρίνει κάτι με την βοήθεια του φακού. Αλλά όσο δυνατός κι αν ήταν ο φακός, δεν μπορούσε ούτε ένα πόντο να διακρίνει στο εσωτερικό της «σπηλιάς». Το κουράγιο πάντως φαίνεται ότι το διέθετε ο πιο δειλός μέχρι εκείνη τη στιγμή. Ο «αδάμαστος» (!) Παρασκευάς έδωσε ένα σάλτο και εξαφανίστηκε στο άνοιγμα χωρίς ν’ ακουστεί ούτε ήχος, ούτε γδούπος, ούτε τίποτε άλλο. Ο Γιώργος κατανίκησε τους φόβους του – δεν ήθελε να χάσει και το μοναδικό άλλο έμβιο ον σε αυτόν τον πλανήτη – ξανασήκωσε το πόδι και σφίγγοντας τα δόντια, έκανε το πρώτο αποφασιστικό βήμα.
 Βρέθηκε σε ένα μικρό πλάτωμα και ως δια μαγείας ανακάλυψε ότι το φως του φακού τώρα, έφεγγε και φώτιζε πολλά μέτρα μακριά. Λες και κάτι τώρα άφηνε το φως ελεύθερο. Γύρισε προς την είσοδο και παρατήρησε ότι μπορούσε άνετα να δει καλά έξω, όλες τις λεπτομέρειες αλλά και ν’ ακούσει όλους τους θορύβους που έκανε ο αέρας ανάμεσα στα κλαδιά των δέντρων. Δεν μπήκε καν στον κόπο να καταλάβει. Φώτισε ξανά μπροστά του ψάχνοντας τον μικρό του σκύλο. Δεν τον είδε εκεί που περίμενε, αντίθετα αντίκρισε την αρχή μιας μεγάλης σκάλας. Φώτισε προς τα κάτω, είδε πολλά σκαλιά φτιαγμένα από κάποιο γυαλιστερό υλικό και προσπάθησε να κατέβει, κρατώντας σφιχτά μια κουπαστή που κι αυτή ήταν φτιαγμένη από το ίδιο υλικό. Παράξενο που δεν γλιστρούσε. Τα σκαλιά έδειχναν να έχουν μια ιδιότητα που κρατούσαν τα πόδια σταθερά καρφωμένα πάνω τους. Η θερμοκρασία του χώρου ήταν σε ανεκτά μέχρι και ευχάριστα επίπεδα, σε αντίθεση με την ζέστη έξω. Κούνησε τον φακό και προσπάθησε να διακρίνει λίγα μέτρα πιο πέρα, πιο κάτω, για την ακρίβεια. Η σκάλα φαινόταν πολύ μεγάλη, δεν διακρινόταν το τέλος της, αλλά στα πέντε μέτρα πιο κάτω, πάνω σε ένα πλάτωμά της, ο Παρασκευάς καθόταν ήρεμος στα πίσω του πόδια. Κούνησε την ουρά σαν είδε το «αφεντικό» του και με τα μάτια ήταν σαν να τον προκαλούσε να κατέβει. 
Τον χάιδεψε και τον έξυσε απαλά πίσω από τα αυτιά, με το βλέμμα όμως καρφωμένο στο απέραντο κενό μπροστά του. Κούνησε τον φακό πάνω – κάτω και σε όλες τις μεριές εκείνου του «περίεργου» χώρου. Η δέσμη όμως του φωτός δεν αποκάλυψε τίποτα παρά μόνο αυτό … το μαύρο κενό. Προσπάθησε να φωνάξει και έβγαλε μια πολύ δυνατή κραυγή, αλλά καμιά απάντηση, ηχώ, δεν επέστρεψε. Κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να μετρήσει το μέγεθος ατής της σπηλιάς, η περιέργεια όμως τον «έτρωγε» να συνεχίσει την εξερεύνηση, ειδικά που τώρα ένοιωθε μια ασφάλεια με το Παρασκευά στο πλάι του. Κοίταξε προς τα πάνω, είδε ότι το άνοιγμα της πόρτας ήταν όπως το είχε αφήσει και ξεκίνησε να κατεβαίνει τα σκαλιά μπροστά του. Η σκάλα γινόταν απότομη και φοβήθηκε την κούραση, αφού το αγύμναστο σώμα του στηριζόταν πολύ πια στα χέρια. Παραδόξως όμως, αν και κατέβηκε πάνω από διακόσια σκαλιά, καμιά κούραση δεν τον είχε καταλάβει. Και ο μικρός του φίλος έδειχνε να κατεβαίνει ανάλαφρος, λες και κάποιος είχε φτιάξει κάτι… μια μηχανή ίσως που μείωνε το βάρος (;).
Μετά από μισή περίπου ώρα, (είχε αρχίσει μετά το πρώτο πλάτωμα να μετράει τα σκαλιά) και αφού τα υπολόγισε περίπου στα οκτακόσια, ξαναβρήκε ένα πλάτωμα, κάτι σαν πλατύσκαλο και έκατσε να πιεί λίγο νερό. Πότισε και τον «μικρόβιο» και με μια βαριεστημένη κίνησε του χεριού, έριξε το φως του φακού ολόγυρα. Τα τοιχώματα της σπηλιάς δεν διακρίνονταν, αλλά μερικά μέτρα πιο κάτω έδειξε να τελειώνει εκείνη η τεράστια σκάλα. Χαμογέλασε και αφού πήρε μια – δυό βαθιές ανάσες, φορτώθηκε εκ νέου το χοντρό σκοινί που είχε ακουμπήσει δίπλα του και ξεκίνησε για άλλη μια φορά την κατάβαση. 
Μόλις πάτησε στην βάση εκείνη που είχε διακρίνει από πιο ψηλά, δεν μπόρεσε να καταλάβει που ακριβώς βρισκόταν. Κανονικά, αν ήταν σε σπηλιά όπως είχε υπολογίσει, θα έπρεπε να πατάει σε χώμα ή σε βράχια ή σε πέτρες ή σε κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Αλλά αυτό που έβλεπε ξεπερνούσε τα όρια της φαντασίας.
Έσκυψε και αντίκρισε ένα πάτωμα φτιαγμένο λες από γυαλί ή κάτι που έμοιαζε με γυαλί. Τόσο στιλπνό υλικό δεν είχε ξαναδεί, λες και το χώμα είχε καεί και λειώσει από μια πολύ δυνατή φωτιά και είχε σταθεροποιηθεί απλωμένο ομοιόμορφα παντού. Έστρεψε το φως του φακού προς το πρόσωπό του αλλά δεν αντίκρισε το είδωλό του κάτω, όπως ήλπιζε ότι θα λειτουργούσε το υλικό. Έτριψε το πόδι του και κατάλαβε ότι δεν γλιστρούσε καθόλου. Το υλικό εκτός από στιλπνό ήταν και τέλεια αντιολισθητικό. Πάτησε γερά – ένα μικρό φόβο μην το σπάσει τον είχε – και έκανε μερικά βήματα προς το βάθος του … μαύρου σκοταδιού μπροστά του. Παρατήρησε ότι κανένας θόρυβος δεν διέκοπτε αυτή την σχεδόν απόλυτη ησυχία, εκτός από το γκρινιάρικο παράπονο του τετράποδου φίλου του.
Γύρισε το φως του φακού δεξιά – αριστερά και δεν είδε πουθενά τα τοιχώματα αυτής της σπηλιάς, ούτε και (φυσικά) καμιά κίνηση. Κοντοστάθηκε και προσπάθησε να πολεμήσει αυτό το συναίσθημα φόβου που είχε αρχίσει να τον κυριεύει. Ποτέ όμως δεν είχε ακολουθήσει την λογική. Αποφάσισε να περπατήσει σε εκείνο τον γυαλιστερό διάδρομο – δεν ήξερε πως αλλιώς να τον πει – κοίταξε τον Παρασκευά που ήταν ήρεμος, σημάδι  ότι δεν υπήρχε κάτι μπροστά τους, κάτι ανησυχητικό και κουνώντας κυκλικά τον φακό, άρχισε με σταθερό βήμα την εξερεύνηση. 
Πρέπει να είχε περπατήσει πάνω από πεντακόσια μέτρα όταν ξαφνικά το φως του έπεσε πάνω – δεξιά του – που έμοιαζε με μεγάλο κύβο. Σήκωσε το αχνό φως προς τα πάνω και συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε να υπολογίσει το ύψος αυτού του … «κύβου», αφού η οροφή του δεν φαινόταν. Πανικοβλήθηκε και προσπάθησε να σταθεί στα πόδια του που είχαν αρχίσει να τρέμουν. Αλλά δεν ήταν φόβος ακριβώς, αυτό που αισθανόταν, αλλά δέος και … έκπληξη. Κάποτε είχε διαβάσει σε βιβλία επιστημονικής φαντασίας ή και σε κάποιες συνωμοσιολογικές φυλλάδες, είχε δει σε ντοκιμαντέρ για κρυφά εργαστήρια του στρατού ή διαφόρων μυστικών υπηρεσιών, αλλά αυτό που αντίκριζε τώρα με τα ίδια του τα μάτια, αυτό που ένοιωθε με όλες του τις αισθήσεις, ξεπέρναγε και τα πιο τρελά σενάρια. Ειδικά όταν σκεφτόταν ότι ήταν στην Ελλάδα, στην μικρή Ελλάδα που όπως και να το έκανε, δεν μπορούσε να έχει τόσο μεγάλα … «μυστικά». Κάποτε είχε μπει στην 651 ΑΒΥΠ ,  (θυμόταν ακόμη και το σύνθημα: «ΕΦΕΠΟΜΑΙ ΤΟΙΣ ΕΠΙΤΗΔΙΟΙΣ» ) και είχε εντυπωσιαστεί, αλλά καμία σχέση με αυτό που έβλεπε τώρα και που ξεπερνούσε τις πνευματικές του αντοχές.
Ο «κύβος» δεν φαινόταν να έχει κάποια πόρτα ή κάποιο άνοιγμα, όπως τίποτα δεν υπήρχε και πάνω στις πλευρές του – έστω μια μικρή ανωμαλία ή φθορά στο χρώμα του – αν ήταν χρώμα αυτό που ακουμπούσε τώρα με την παλάμη του. Και το χρώμα δεν είχε καμιά διαφορά στον χώρο. Και το πάτωμα και ο «κύβος» στο γκρι το σκούρο, αυτό της θεατρικής απελπισίας. 
Προχώρησε ακόμα μερικά βήματα και ανακάλυψε κι άλλους «κύβους», τον ένα δίπλα στον άλλο, λες και ήταν κτίρια μιας παράξενης πόλης. Και όντως σχημάτιζαν μια πόλη έτσι που ήταν παρατεταγμένοι, δημιουργούσαν ένα σύμπλεγμα πανύψηλο και σφιχτά δεμένο, με δρόμους που διέσχιζαν από δυό μεριές κάθε «οικοδομικό τετράγωνο», με κάθετους στύλους που ο Γιώργος δεν μπορούσε με την πρώτη εικόνα να καταλάβει που χρησίμευαν και … όλα πεντακάθαρα! Πουθενά δεν φαινόταν ούτε ένας κόκκος σκόνης ή ένα μικρό χαλίκι ή σκουπίδι. Κι όλα αυτά τόσα μέτρα κάτω από την επιφάνεια της γης. 
Προσπάθησε να κλείσει το στόμα που ανακάλυψε ότι άθελά του είχε ανοίξει από την έκπληξη. Ο Παρασκευάς δίπλα του ενδιαφερόταν πιο πολύ με τις γωνιές των «κύβων» – μπορούσε πλέον να τους αποκαλεί κτίρια – ψάχνοντας για μυρουδιές και συγχρόνως αφήνοντας σταγόνες από την δική του οσμή. Παντού το σκοτάδι που το αδύναμο φως του φακού προσπαθούσε να τρυπήσει, έκανε τον χώρο μυστηριακό και κομμάτι από τα σκηνικά ενός κινηματογραφικού θρίλερ νουάρ. Τώρα πια προχωρούσε χωρίς να συνειδητοποιεί που πήγαινε, τι έκανε, λες και τα πάντα τον τραβούσαν προς το βάθος. 
Κάποια στιγμή άκουσε κάτι σαν νερό να τρέχει, λες και γάργαρο ποτάμι κυλούσε κάπου εκεί κοντά του. Κοντοστάθηκε. Έριξε το βλέμμα ολούθε γύρω του, δεν μπορούσε να αντιληφθεί την κατεύθυνση του ήχου. Φαινόταν σαν να ερχόταν από παντού, ακόμα κι από πάνω από το κεφάλι του ή κάτω από τα πόδια του. Χωρίς να το καταλάβει χάιδεψε το κεφάλι του Παρασκευά που ανταποκρίθηκε με ένα γλείψιμο στην παλάμη. «Μπορεί …», σκέφτηκε, «… η εκκωφαντική ησυχία να μου το δημιουργεί αυτό». Κάθισε προσπαθώντας να ηρεμίσει τους χτύπους της καρδιάς του που κι αυτούς πλέον τους «άκουγε». Αυτό που ένοιωσε στο στήθος δεν ήταν ο πόνος από το παλιό χτύπημα, αλλά κάτι απροσδιόριστο και πρωτόγνωρο. Τώρα είχε δυναμώσει, μια μέγγενη του έσφιγγε τον θώρακα, φοβήθηκε για έμφραγμα, κάτι σαν μούδιασμα άρχισε να αποδυναμώνει το αριστερό του χέρι, ενώ ζαλίστηκε απότομα. Πήρε βαθιές ανάσες και έσκυψε μπροστά. Πίεσε κρατώντας την τελευταία μεγάλη ανάσα του για μερικά δευτερόλεπτα κι ένοιωσε κάπως καλύτερα. Σκούπισε τα δάκρυα από τα μάτια του – δεν είχε καταλάβει ότι είχαν κυλήσει – και έστρεψε το βλέμμα πάλι σε εκείνο το μεγαλειώδες θέαμα μπροστά του. Απόλυτη ησυχία, απόλυτη σκοτεινιά (εκτός από τα σημεία που φώτιζε ο φακός).
Ξεκουράστηκε περίπου μισή ώρα και άναψε τσιγάρο (!). παρατήρησε ότι ο καπνός σηκωνόταν απόλυτα όρθιος, λες και κάποιο φουγάρο λειτουργούσε αθόρυβα ρουφώντας τα πάντα, ανακυκλώνοντας τον αέρα σε εκείνο τον χώρο, αέρα που ένας Θεός ήξερε από πού μπορεί να έμπαινε. Σίγουρα όχι από κείνο το μικρό άνοιγμα της πόρτας που εκείνος ξεθάψει. 
Έτριψε το στήθος του εκεί που ο πόνος είχε αρχίσει να ξεθωριάζει πια, έβγαλε από το μικρό του σακίδιο και ήπιε ένα inderal   φοβούμενος πάλι κάποια ένταση με την καρδιά του και άρχισε ξανά τον δρόμο του προσπαθώντας να … καταλάβει. Δεν είχε κάνει πάνω από πενήντα βήματα όταν αυτό που συνέβη τον τρόμαξε τόσο που αναγκάστηκε να καθίσει με τα πόδια να μην μπορούν να κρατήσουν το βάρος του.
Στο βάθος της «σπηλιάς» μια λάμψη είχε αρχίσει να κάνει την εμφάνισή της. Μια λάμψη τόσο γνώριμη, τόσο οικεία… τόσο φυσική. Ξημέρωνε!! Προσπάθησε να καταλάβει αυτό που έβλεπε. Ξημέρωνε, όπως έκανε ο ήλιος πάνω στην επιφάνεια της Γης, όπως είχε συνηθίσει να βλέπει πάνω στα βουνά, μακριά στις θάλασσες, στο βάθος του ορίζοντα. Και τώρα μέσα σε εκείνη την σπηλιά … ξημέρωνε! «Ναι, σαν να προβάλλει ο ήλιος…», σκέφτηκε σχεδόν έντρομος. Και η αλήθεια είναι ότι σε λίγη ώρα – εκείνος παρέμενε γονατιστός όλη αυτό το διάστημα – ένα δυνατό φως ανέβαινε στο βάθος εκείνου του μέχρι πρότινος ολοσκότεινου χώρου. «Δεν μπορεί, σε παραμύθι ζω…», τα λόγια του ακούστηκαν λαχανιασμένα και απότομα στα αυτιά του. Ένα απαλό αεράκι, χάιδεψε το πρόσωπό του και ανακάτωσε τα μαλλιά του. Το περίμενε, δεν ήξερε γιατί αλλά το περίμενε. Όπως και περίμενε πια κάθε καιρικό φαινόμενο της επιφάνειας. Δεν θα του φαινόταν παράξενο αν έπεφτε ακόμα και βροχή.
Έριξε μια πλάγια ματιά στον Παρασκευά. Τον είδε αμέριμνο να έχει ξαπλώσει δίπλα του, λες και δεν υπήρχε καμιά διαφορά για κείνον. Ο Γιώργος συλλογιζόμενος την ηρεμία του μικρού του φίλου, μπόρεσε κι εκείνος να ηρεμίσει. Κι όμως κάτι μέσα του τον προέτρεπε να φύγει, να βγει έξω. Κοίταξε μακριά πίσω του προς την μεριά της σκάλας που οδηγούσε έξω – τώρα φωτιζόταν από κείνο το παράξενο φως – και έμεινε με το στόμα ανοικτό σαν συνειδητοποιούσε σε όλο της το μεγαλείο την εικόνα. Σηκώθηκε κι έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω, ήσυχα και φοβισμένα, λες και προσπαθούσε να μην δείξει την ανησυχία του σε κάποιον τυχαίο θεατή. Ο «ήλιος» είχε ανέβει αρκετά και έλουζε ολόκληρο το μέρος με ένα δυνατό φως. Οι σκιές από τα κτίρια (;) κύβους, μονότονες και ολόισιες έκαναν το δάπεδο να μοιάζει με μια θεόρατη σκακιέρα. Κοίταξε το ρολόι του. έδειχνε μεσημέρι… «μεσημέρι για τον έξω κόσμο…» μονολόγησε, «… ξημέρωμα εδώ». Έτρεξε ξαφνικά προς την έξοδο για απομακρυνθεί το δυνατόν πιο γρήγορα από αυτά τα παράξενα που έβλεπε. Έτρεχε και ο Παρασκευάς, βλέποντας το αφεντικό του. Έφτασαν στην βάση εκείνης της μεγάλης σκάλας με την φοβερή όψη. Ο άντρας σταμάτησε να πάρει μια ανάσα, έριξε μια ματιά προς τα πίσω ασυναίσθητα, διαπίστωσε ότι το φως είχε ανέβει λίγο ακόμα πιο ψηλά, στον ρυθμό που ανέβαινε και ο πραγματικός ήλιος έξω, ενώ τα «κτίρια» φαίνονταν πολύ πιο καθαρά, όχι ότι μπορούσε να διακρίνει καμιά ξεχωριστή λεπτομέρεια, αλλά τουλάχιστον έδειχναν πιο καθαρά. 
Προσπάθησε να ανέβει το πρώτο σκαλί και ο γνωστός πόνος στο στήθος (αλλά και στην πλάτη), έκανε την εμφάνισή του, το ίδιο δυνατός και ιταμά προκλητικός προς τις δυνάμεις του. 
Τα σκαλιά μπροστά του ήταν πολλά και έπρεπε να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του, αν ήθελε να βγει σύντομα έξω. Κάθισε και έσφιξε τη γροθιά του μπροστά στο στέρνο. Πήρε μερικές ακόμα βαθιές ανάσες, μάζεψε κουράγιο και άρχισε ν’ ανεβαίνει. Για κάποιο παράξενο λόγο, δεν κουραζόταν, το βάρος του λες και είχε μειωθεί κάτω και από το μισό. Σε πολύ λίγη ώρα, είχε βρεθεί στο κεφαλόσκαλο και μόνο μερικά μέτρα τον χώριζαν από την πολυπόθητη έξοδο. 
Βγήκε και πήρε μια μεγάλης διάρκειας ανάσα. Ο αέρας ήταν ίδιος με αυτόν της σπηλιάς αν εξαιρούσε κάποιος τις χιλιάδες οσμές των φυτών και των λουλουδιών. Το αυτοκίνητο ήταν πάντα εκεί που το είχε αφήσει (ποιος θα το είχε πάρει άλλωστε), το χωμάτινο ανάχωμα και η μεταλλική πόρτα της σπηλιάς να δείχνουν πιο σκούρα, αφού εκεί έξω ήταν πια απόγευμα. Έκανε το σταυρό του ασυναίσθητα, ήπιε μια γουλιά νερό και αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι που είχε περάσει το βράδυ του. Ο μικρός του σύντροφος γάβγισε και πήδηξε στην θέση του συνοδηγού. Το μεγάλο όχημα, ξεκίνησε μουγκρίζοντας δυνατά και οι τροχοί άφησαν ένα σύννεφο σκόνης να σηκωθεί στον αέρα. «Και αύριο μέρα για εξερευνήσεις είναι, δεν πρόκειται να πάει πουθενά…», σκέφτηκε με την εικόνα της σπηλιάς στο μυαλό. Απομακρύνθηκε και κορνάρισε παρατεταμένα στην προσπάθειά του ν’ ακούσει ήχο φτιαγμένο από ανθρώπινα χέρια.
Είχε απομακρυνθεί πολύ (πλησίαζε κιόλας στην απέναντι πλευρά του λόφου, όταν με ένα σύριγμα η μεταλλική πόρτα της σπηλιάς έκλεισε απαλά. 

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15

Ο πονοκέφαλος δεν τον άφησε να απολαύσει τον ύπνο του. Κοίταξε το ρολόι και διαπίστωσε ότι και ο κόκορας θα κοιμόταν ακόμα. Βέβαια κόκορας δεν υπήρχε να τον καλημερίσει – του έλειπε αυτή η αίσθηση αν και άνθρωπος της πόλης – ούτε βέβαια και κανένα τριζόνι ή τζιτζίκι να τον υποδεχτεί σε αυτή την καινούργια και κατά πάσα πιθανότητα ζεστή μέρα. 
Κοίταξε από το ανοιχτό παράθυρο προς τον ορίζοντα βλέποντας αχνές τις βουνοκορφές προς την μεριά των Καλαβρύτων. Έτριψε με τα δάχτυλα τα μελίγγια του και αποφάσισε να ψάξει για κάποιο αναλγητικό. Πέρασε πάνω από το σώμα του Παρασκευά, του έκανε εντύπωση το δυνατό ροχαλητό του σκύλου και πήγε στο μικρό μπάνιο. Ήπιε δυό χάπια που βρήκε σε κάποιο ντουλαπάκι με ένα ζωγραφισμένο στο χέρι κόκκινο σταυρό, έριξε μπόλικο νερό στο πρόσωπο – ένιωσε κάπως καλύτερα – και μπήκε στην κουζίνα για τον πρωινό καφέ του. Είχε αποφασίσει να τον πιεί πάλι έξω σε εκείνη την ξύλινη βεράντα, να πάρει λίγη από την πρωινή δροσιά. Βέβαια προτεραιότητα είχε το «breakfast» του διαβολάκου του, του «μικρόβιου» όπως τον αποκαλούσε.
Τηγάνισε λοιπόν κάποια κομμάτια ψωμιού με λάδι και ζαμπόν που βρήκε σε μια άκρη του λευκού ψυγείου και ως δια μαγείας, ο Παρασκευάς είχε ξυπνήσει και στεκόταν δίπλα του κουνώντας με ενθουσιασμό την κοντή του ουρά. Η γλώσσα έτρεχε γύρω από τα χείλη του και την μύτη, μη μπορώντας να συγκρατήσει την ανυπομονησία του, ενώ τα μάτια ήταν καρφωμένα στα χέρια του φίλου του και στο τηγάνι που κρατούσε. 
Οι … «πατρικές» υποχρεώσεις είχαν τελειώσει και ο Γιώργος κάθισε στην άνετη πολυθρόνα στο πιο ανοικτό μέρος της βεράντας. Μετά την πρώτη γουλιά, άναψε τσιγάρο και προσπάθησε να σκεφτεί τα γεγονότα της χθεσινής ημέρας. Ο καπνός που πάντα τον βοηθούσε να σκεφτεί, τώρα έδειχνε «ανίσχυρος σύμμαχος». Προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει αυτά που είχε δει, αν ήταν αλήθεια ή ένα όμορφο όνειρο, αν ήταν κάποια στρατιωτική κατασκευή και σε τι εξυπηρετούσε, ή αν ήταν κάτι … άλλο! Δεν ήθελε να πει ούτε μέσα στο μυαλό του, τι θα μπορούσε να ήταν αυτό το άλλο – φοβόταν μη τρελαθεί, αν δεν είχε αρχίσει ήδη να τρελαίνεται. 
Κάθισε όσο πιο αναπαυτικά μπορούσε στην πολυθρόνα και άπλωσε τα πόδια πάνω στην ξύλινη ποδιά της βεράντας. Πέταξε το αποτσίγαρο και ασυναίσθητα άναψε δεύτερο. Την ώρα που έπινε και την τελευταία γουλιά από τον καφέ, μια βιασύνη και περισσή ενέργεια ένιωσε να κυλά στις φλέβες του. Αποφάσισε να ξαναπάει στο σημείο εκείνο. Τον έτρωγε η περιέργεια αλλά και η ελπίδα! Πήρε βαθιά ανάσα και με χαρά του ανακάλυψε ότι τα αναλγητικά είχαν αρχίσει να κάνουν την δουλειά τους. Σε λίγο θα έπαιρνε τον δρόμο για το μέρος με τα «ούφο» - έτσι είχε χαρακτηρίσει εκείνη την υπόγεια σπηλιά – δίνοντας συγχρόνως, χωρίς να το καταλάβει και την εντύπωση που είχε βαθιά μέσα του δημιουργηθεί. Γέλασε σαν ήρθε στο μυαλό του η εικόνα της Χαράς και οι σίγουρες αντιρρήσεις της για κάθε «επικίνδυνη» εξερεύνηση άγνωστων τοποθεσιών. Θα προσπαθούσε να τον κρατήσει μακριά από κείνη την «σπηλιά» κάτι που εκείνος διακαώς επιθυμούσε. 
Αυτή τη φορά έφτασε στο σημείο της εισόδου, αφού πάλι περπάτησε εκείνο το χωμάτινο ανάχωμα, πιστεύοντας ότι είχε εξοπλιστεί όσο πιο καλά μπορούσε, με νερό και λίγο φαγητό για κείνον και τον «φίλο» του, με το σκοινί που είχε φροντίσει να αφήσει εκεί, με δυό δυνατούς φακούς – ήταν τυχερός που είχε βρει καινούργιες μπαταρίες – με ένα μεγάλο μαχαίρι και, (για καλό και κακό), με το περίστροφο περασμένο στην ζώνη του τζην του. Έψαξε ανάμεσα στους θάμνους να βρει την μεταλλική είσοδο. Ο πόνος στο στήθος τον έπιασε πάλι και μετά από την προσπάθεια που είχε κάνει, προτίμησε να ξεκουραστεί για λίγο, έτσι κι αλλιώς ήταν ακόμη νωρίς και αν τα υπολόγιζε καλά, μέσα στην σπηλιά με την ιδιαίτερη ώρα της, τώρα πρέπει να ήταν νύχτα ακόμα. «Ίσως…», σκέφτηκε χαϊδεύοντας τον μικρό του φίλο που είχε ξαπλώσει δίπλα του, «… να ήταν καλύτερα να έμπαινε σε «σπηλιακή» μέρα. Πρώτα όμως έπρεπε να βρει την είσοδο, που θυμόταν ότι δεν την είχε κλείσει και όμως δεν την έβρισκε τώρα. Ούτε και υπήρχε κανένα σημάδι της χθεσινής του παρουσίας, λες και κάποιος είχε σκουπίσει και καθαρίσει τον χώρο. Τα κλαδιά των δέντρων και οι θάμνοι, φαίνονταν ανέγγιχτοι και γεμάτοι από χώμα που είχαν γεμίσει από τον αέρα. Έλεγξε με το βλέμμα όλη την περιοχή που νόμιζε ή καλύτερα θυμόταν ότι υπήρχε η είσοδος. Και τελικά την βρήκε. Του φάνηκε ότι είχε αλλάξει θέση αλλά αναθεώρησε λόγω της ομοιομορφίας του τοπίου. Πάντως σίγουρα την είχε αφήσει ανοικτή και τώρα ήταν ερμητικά σφραγισμένη σαν την πρώτη φορά. 
Σηκώθηκε και πλησίασε επιφυλακτικά, κόβοντας με το μεγάλο μαχαίρι του τα κλαδιά κάποιων θάμνων, δουλειά που αν και δεν φαινόταν, ήξερε ότι την είχε ξανακάνει την προηγούμενη μέρα. Πάλι δεν μπόρεσε να βρει ένα τρόπο να την ανοίξει, πάλι δεν το κατόρθωσε και πάλι εκείνη άνοιξε μόνη της. Ο Παρασκευάς δεν έδειχνε σημάδια ανησυχίας – σε σημείο να μην κάνει προσπάθεια να οσμιστεί ξανά το ίδιο σημείο – και αποφάσισε με ένα σφίξιμο στην καρδιά, να ξανακατέβει εκείνη την τεράστια σκάλα. 
Έφτασε στο σημείο που είχε σταθεί την τελευταία φορά, ξεκούραστος παρά το κατέβασμα τόσων σκαλιών και με τους δυό φακούς αναμμένους προσπαθούσε να διακρίνει κάτι διαφορετικό, ίσως και κάποιο σημάδι ζωής. Προχώρησε και άλλο δίπλα από κείνους τους σαν κτίρια κύβους, μέχρι που άκουσε τον ήχο νερού να κυλάει. Βιάστηκε να προχωρήσει προς την κατεύθυνση του ήχου αυτού και σκόνταψε πάνω σε ένα μάλλον στρογγυλό σωλήνα στην άκρη του δρόμου αυτού. Το πηχτό σκοτάδι έκρυβε την θέα από τα μάτια του και το φως των φακών, αποδείχτηκε ανίκανο να φωτίσει πάνω από μερικά, τρία ίσως μέτρα το πολύ. Κάθισε στην άκρη και θα περίμενε να «ξημερώσει» σε εκείνο τον παράξενο κόσμο. Χωρίς να το καταλάβει ένας γλυκός ύπνος έκλεισε τα βλέφαρά του και παραδόθηκε σε ένα ήρεμο όνειρο. 
Την λέγανε Ντίνα και την έβλεπε έτσι όπως την ήξερε στα είκοσι της χρόνια. Με υπέροχα μάτια τον πλησίαζε αργά με εκείνο το λικνιστό της βηματισμό και το χαμόγελο στα χείλη. Ήταν… δεν καταλάβαινε που ακριβώς ήταν, νόμιζε στην Πλάκα, ίσως πάλι και στην Κηφισιά, πάντως γελούσε. Η κοπέλα τον πλησίασε κρατώντας μπαλόνια στο ένα χέρι και στο άλλο είχε ένα τσιγάρο αναμμένο. Διέκρινε την μάρκα του τσιγάρου και του έκανε εντύπωση που μπόρεσε να δει το όνομα πάνω στο λευκό χαρτί, αν και τα δάχτυλα της το έκρυβαν: «KENT». 
Η γυναίκα τον πλησίασε κι άλλο, διέκρινε τα δυό, λίγο στραβά δόντια της – του άρεσε αυτό – στο κέντρο του στόματος που της έδιναν μια εικόνα … αέρινη κάθε φορά που μιλούσε. Αλλά τώρα μόνο τον κοίταγε. Τα μαύρα μάτια της λες και σκαλισμένα με σμίλη γλύπτη, τον υπνώτιζαν και τον έκανε να μη μπορεί να κουνηθεί. Η Χαρά ήρθε κι αυτή και μπήκε μπροστά στο βλέμμα του, όμως η Ντίνα έσκυψε στο πλάι να μην χαθεί από το πλάνο του. 
Πήρε ένα μπαλόνι και το κοίταξε καλά, ήταν κόκκινο, άλικο. Η Ντίνα άπλωσε το χέρι και του χάιδεψε το μάγουλο, τα μαλλιά τον λαιμό. Έσκυψε και τον φίλησε. Ένα φιλί που μπήκε μέσα του σαν … ηρωίνη, τον αναστάτωσε και τον έκανε ν’ ανατριχιάσει. Έγραψαν με ένα χέρι λες, το «σ’ αγαπώ» πάνω στο κόκκινο μπαλόνι με μαύρο μαρκαδόρο και ανέβηκαν πάνω σε ένα μικρό τοιχίο. Άφησαν το μπαλόνι στον αέρα κι εκείνος το πήρε ψηλά και το απομάκρυνε, να δουν κι άλλοι τον έρωτά τους. Η Χαρά είχε εξαφανιστεί και στο οπτικό του πεδίο υπήρχε μόνο η Ντίνα και …
«Γιώργο πονάω…» την άκουσε να λέει . «Πονάω πολύ…», η εικόνα της άρχισε να ξεθωριάζει στον αέρα. «Γιώργο … πονάω», πρόλαβε να του πει πριν η εικόνα της γίνει τελείες, διάσπαρτες στον χώρο. Την είδε μετά να ίπταται στο κενό, μόνο που τώρα καθόταν σε αναπηρικό καρότσι. Ένα μαύρο καρότσι που τον μαχαίρωνε κατευθείαν στην καρδιά. Έτεινε το χέρι να την πιάσει, αλλά είχε φύγει. Πήγε να πέσει στον γκρεμό που ξαφνικά απλωνόταν μπροστά του, προσπάθησε να κρατηθεί χωρίς να είναι σίγουρος ότι το ήθελε. Η Χαρά τον τράβηξε πίσω, τον κατέβασε και τον κοίταξε ψυχρά. Αλλά τα μάτια αυτά δεν ήταν τα δικά της… ήταν … ήταν…
Του έδωσε ένα μεγάλο ζεστό χαμόγελο, λες και είχε αναθεωρήσει τις απόψεις της. Δεν τον φίλησε, εκείνος δεν ήθελε, μόνο του έδειξε κατά το βάθος του ορίζοντα ένα ζευγάρι που ο άντρας έσπρωχνε ένα αναπηρικό καρότσι. Αυτό της Ντίνας. Κι εκείνη κάτι έγραφε και έγραφε και έγραφε, κάνοντας τον Γιώργο να χαίρεται (δεν ήξερε γιατί). 
Η εικόνα πια είχε αλλάξει…. Πήρε την Χαρά του – την έλεγε Χαρά του τώρα – και έφτασε στο κέντρο της Αθήνας. Έκανε να τρέξει προς τα δυό του μικρά παιδιά που στέκονταν στη μέση του δρόμου, του έδινε την εντύπωση πως ήταν η Πανεπιστημίου, ενώ αυτοκίνητα πέρναγαν γύρω τους με ιλιγγιώδη ταχύτητα, αλλά όσο κι αν έτρεχε, δεν μπορούσε να κουνηθεί ούτε μισό μέτρο. Κι εκείνα του χαμογελούσαν και η Χαρά του, του χαμογελούσε, αλλά η Ντίνα του ήταν παράλυτη λίγο πιο πέρα… και μόνη … με εκείνο τον άντρα που την φρόντιζε … και με τον γιό της… ευτυχισμένη . Η Ντίνα ήταν μόνη… μόνη κι ευτυχισμένη αλλά… έκλαιγε από τον πόνο και την εγκατάλειψη… ήταν μόνη, όπως κι αυτός ήταν μόνος και εγκαταλελειμμένος … με την Χαρά και τα δυό του παιδιά. Μα ήταν μόνος! Κι εκείνη ήταν μόνη κι έφευγε…
Πετάχτηκε λες και τον χτύπησε κεραυνός. Ένιωσε την καρδιά του να χτυπά πολύ γρήγορα και δυνατά λες και ήθελε να βγει από το στήθος του. Στην σπηλιά ο ήλιος είχε κάνει την εμφάνισή του και είχε κιόλας ανέβει αρκετά ψηλά. Το αναμενόμενο αεράκι, που προκαλούσε αυτή η φωτεινή σφαίρα (;) δρόσισε το σώμα του που ανακάλυψε ότι ήταν μούσκεμα από ιδρώτα. Σηκώθηκε και προσπάθησε να δει όσο πιο μακριά μπορούσε. Ο Παρασκευάς είχε απομακρυνθεί και προσπαθούσε να οσμιστεί κάτι σε εκείνο τον αποστειρωμένο λες χώρο. Και όσο δεν εντόπιζε κάποια οσμή, τόσο επέμενε και γινόταν πιο νευρικός. 
Ο Γιώργος κοίταξε εκεί όπου είχε σκοντάψει πρωτύτερα και ανακάλυψε κάτι σαν σωλήνα να διασχίζει όλο το δάπεδο της σπηλιάς. Λες και τροφοδοτούσε εκείνους τους σιωπηλούς και σκούρους κύβους – κτίρια με κάτι. Άκουσε πάλι τον ήχο του νερού που κυλούσε και θέλησε να τρέξει προς το μέρος του. Τώρα έβλεπε καλά και φοβόταν λιγότερο, ήλπιζε όμως πιο πολύ. 
Δεν άργησε να βρει το νερό και βεβαίως να εκπλαγεί για άλλη μια φορά. Εκεί που νόμιζε ότι τίποτα πια δεν θα μπορούσε να τον αιφνιδιάσει, πάντα κάτι βρισκόταν – κάτι που ξεπερνούσε τα όρια του προσδόκιμου ή ακόμα και του φανταστικού – να εκθέσει την φαντασία του. Μπροστά του τώρα, κυλούσε μια μεγάλη ποσότητα νερού, ένα μεγάλο ποτάμι για την ακρίβεια, που το πλάτος του πρέπει να ξεπερνούσε τα διακόσια ίσως και τα τριακόσια μέτρα. Το μήκος του δεν μπορούσε να το ξέρει, αλλά πρέπει να ήταν αρκετά μεγάλο, γι αυτό και η πρώτη εντύπωση του Γιώργου ήταν ότι έβλεπε μια μικρή (;) θάλασσα. Στεκόταν σε μια ολόισια ακτή φτιαγμένη από ανθρώπινα χέρια – δεν ήθελε να πιστέψει κάτι άλλο – από το ίδιο υλικό που ήταν και το δάπεδο του δρόμου ανάμεσα από τα κτίρια – κύβους. Στα πόδια του το νερό «έσκαγε» το κύμα του και άφηνε μικρές φουσκάλες. Τα νερά ήταν πεντακάθαρα αλλά δεν μπορούσε να ήταν βέβαιος για το βάθος τους αν δεν έμπαινε ο ίδιος μέσα. Κοίταξε ολόγυρα με μεγάλη προσοχή, θα έπαιρνε όρκο ότι κάτι είχε ακούσει στο βάθος της σπηλιάς από την μεριά της απέναντι όχθης, αφουγκράστηκε με όσα περιθώρια του άφηνε ο ήχος του νερού, αλλά δεν μπόρεσε κάτι να εντοπίσει. 
Παρατήρησε ότι μέσα στον χώρο, από την αρχή της σκάλας μέχρι κι εδώ που βρισκόταν τώρα, δεν είχε δει ένα σκουπίδι, ένα κομμάτι χώματος παράταιρα έξω από τις αυστηρές γραμμές που όριζαν τους σχεδόν τέλεια τετραγωνισμένους χώρους, όπως επίσης και κανένα σημάδι πράσινου. Ένα δέντρο ή κάποιον θάμνο ή τουλάχιστον χόρτα στη γη. Ήξερε για τα υπόγεια νερά που κυλούσαν σαν ποτάμια κάτω από την επιφάνεια του εδάφους, ήξερε για λίμνες σε εσωτερικές κοιλότητες του εδάφους, αλλά αυτό που αντίκριζε τώρα…
Ο «ήλιος» έκαιγε πια και είχε μεσουρανήσει, αν μπορούσε να πει ουρανό την αόρατη οροφή της σπηλιάς. Κάθισε και έβγαλε τα παπούτσια του – μια ξαφνική επιθυμία τον είχε πιάσει να βάλει τα πόδια στο νερό, κάτι που έκανε μικρός στο χωριό του πατέρα του – και το ένοιωσε κρύο και λαχταριστό. Τα παιδικάτα του ξανάβγαιναν στην επιφάνεια των αισθήσεων. Ασυναίσθητα έψαξε να βρει μια πέτρα να πετάξει μέσα στο ποτάμι αυτό των … ονείρων του. Μάταια όμως, σε εκείνο το περιβάλλον πέτρα ή κάτι άλλο που θα μπορούσε να πετάξει δεν υπήρχε. Έψαξε πάνω του και σε μια τσέπη του παντελονιού του βρήκε ένα μικρό αναπτηράκι, ξεχασμένο από καιρό και το έσφιξε στη δεξιά του παλάμη.
«Άλλη φορά να κουβαλάω και πετραδάκια μαζί μου…», σκέφτηκε και γέλασε. Ο Παρασκευάς καθόταν δίπλα του κι έδειχνε ήρεμος
«Το βλέπεις αυτό βρε… κόπρε; Θα το ρίξω στο νερό… άκου πως θα κάνει…»
Αυτόματα τέντωσε το χέρι και ο μικρός αναπτήρας εκτοξεύτηκε σε καμπύλη τροχιά στον αέρα. Το «μπλουμ» που ακούστηκε ήταν από τους πιο ευχάριστους ήχους που είχε ακούσει ο Γιώργος ποτέ του. Κι αυτός ο κόσμος πρέπει να είχε πολύ καιρό ν’ ακούσει κάποιον άλλο ήχο έξω από το τρεχούμενο νερό. Χάιδεψε χαρούμενος τον μικρό του φίλο και σηκώθηκε να περπατήσει κατά μήκος του ποταμιού, με τα πόδια πάντα μέσα στο νερό.
Πρέπει να είχαν περάσει πάνω από τρεις ώρες που περπατούσε μέχρι που κατάλαβε ότι τα μεγάλα κτίρια, αυτοί οι μονότονα ίδιοι κύβοι, είχαν αρχίσει να αραιώνουν, σηματοδοτώντας έτσι το τέλος της «πόλης». Αναλογίστηκε πόσο μεγάλη μπορεί να ήταν αυτή η σπηλιά, αναρωτήθηκε από πού έβγαινε αυτό το φως, που ο ίδιος το αποκαλούσε «ήλιο» και πως στηρίζονταν τα τοιχώματα ή πως τροφοδοτείται με φρέσκο αέρα ή … πολλά ή. Τίποτα όμως δεν του έδινε απαντήσεις, οπότε αποφάσισε να δεχτεί τα γεγονότα όπως ήταν.

Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ
ΜΕΤΑΒΑΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16

Κοίταξε την μεγάλη έκταση μπροστά του, καθισμένος σε ένα μικρό – κάτι σαν πέτρα – κύβο, χαϊδεύοντας μηχανικά το κεφάλι του τετράποδου φίλου. Έψαξε τις τσέπες του για τσιγάρο και το άναψε τραβώντας την πρώτη ρουφηξιά με τα μάτια κλειστά, απολαμβάνοντας τον καπνό που του έκαιγε το στήθος. Έβηξε, ένα ξερό βήχα και ένοιωσε τα μάτια του υγρά. Προσπάθησε να βάλει εκ νέου τις σκέψεις του σε τάξη. Δεν μπορούσε να βγάλει και πολλά συμπεράσματα απ’ όλα αυτά που έβλεπε, δεν μπορούσε καν να διανοηθεί το σκοπό αυτής της υπόγειας πόλης (;), το ακατανόητο της κατασκευής της, την χρησιμότητα όλων αυτών των κτιρίων – που κανένα τους δεν είχε πόρτα ή κάποιο παράθυρο.
Εκτός από την ροή του νερού σε εκείνο το ποτάμι μπροστά του, δεν ακουγόταν κανένας άλλος θόρυβος, κανένας άλλος ήχος. Κι ο αέρας που φύσαγε εκεί; Από πού; «Ένας κόσμος μέσα στη Γη!», σκέφτηκε ακόμα μπερδεμένος, ίσως και πιο πολύ τώρα.
Κοίταξε το τσιγάρο στα δάχτυλα, τον Παρασκευά που είχε ακουμπήσει την μουσούδα στα πόδια και πήρε μια βαθιά ανάσα μήπως και εντόπιζε κάποια μυρωδιά. Σκέφτηκε να πάει στα κτίρια, να δει μήπως άνοιγε κάποια πόρτα από μόνη της, όπως είχε γίνει και με την πόρτα της σπηλιάς. Μήπως κάποια κίνηση ή η θερμοκρασία του σώματος ενεργοποιούσε κάποιον αισθητήρα, ένα φωτοκύτταρο, κάτι τέλος πάντων που θα έδινε εντολή ν’ ανοίξει έναν από αυτούς τους κύβους – κτίρια.
Τα πόδια του όμως δεν ακολούθησαν τις σκέψεις του. Ή ίσως οι σκέψεις αυτές να μην ήταν τόσο δυνατές για να διατάξουν τους μυς, πιθανόν – και αυτό ήταν το πιο πιθανό – να είχαν επισκιαστεί από άλλες πιο δυνατές πνευματικές συγκινήσεις. Το όραμα που είχε πριν, το όνειρο αυτό με τις δυό γυναίκες και τα μικρά του παιδιά, εφιάλτης ή απωθημένο, επιθυμία ή … ανάγκη (ίσως και τρέλα), τον είχε συνταράξει, συγκλονίσει και αναστατώσει τόσο, που η πόλη μπροστά του δεν ήταν τίποτα άλλο από μικρά όρθια σημάδια σε γκρίζο θεατρικό σκηνικό. Χωρίς να το αντιληφθεί, βρέθηκε με ένα δεύτερο τσιγάρο στο χέρι. Σήκωσε το βλέμμα και παρατήρησε ότι ο καπνός ανέβαινε ολόισα προς τα πάνω, αν και υπήρχε ένα μικρό, αδύναμο αεράκι. Λες και δεν τον επηρέαζε τίποτα, λες και μια τεράστια ρουφήχτρα τον τράβαγε προς την αόρατη οροφή της σπηλιάς. «Τελικά λες να είμαι ο μόνος άνθρωπος ή πιο καλά το μόνο έμβιο ον – μετά τα φυτά – στον πλανήτη;», αναρωτήθηκε.
Χαμογέλασε σαν ένοιωσε την ζέστη του Παρασκευά στο πόδι του και διόρθωσε: «Λες να είμαστε τα μόνα έμβια όντα στον πλανήτη;»
Το νερό μπροστά του σε εκείνο το ποτάμι (ή όπως την έλεγε «θάλασσα»), σε αντίθεση με πολλά πράγματα στο σπήλαιο αυτό, ακολουθούσε πιστά τους νόμους της φύσης, έτρεχε προς το ίδιο σημείο, έκανε τον ίδιο θόρυβο, τον ίδιο παφλασμό στις όχθες, δημιουργούσε τις ίδιες δίνες και κυματισμούς σε κάθε εμπόδιο που συναντούσε στο διάβα του.
Ο Γιώργος χαμογέλασε στην διαπίστωση αυτή. Κατάλαβε ότι αν δεν συνέβαινε κάτι συγκλονιστικό η αγωνία για τη ζωή αλλά και η πλήξη – όσο κι αν υπήρχε ο «μικρόβιος» - θα τον σκότωναν από μέσα προς τα έξω. Πρώτα θα τον κατακτούσε η τρέλα, η παράνοια, μετά η αδιαφορία (πως μπορείς να είσαι περίεργος σε τέτοιες καταστάσεις με την πάροδο του χρόνου!) και στο τέλος η ματαιότητα και η κούραση.
«Μα τι αλαζονεία!» μίλησε δυνατά χωρίς να βάλει το μυαλό να σκεφτεί. Ο Παρασκευάς ανασήκωσε τη μουσούδα και τον κοίταξε με απορία ζωγραφισμένη στα μάτια, λες και μπορούσε να καταλάβει.
Εκείνο όμως που μπορούσε να αντιληφθεί, ήταν αυτός ο περίεργος μακρόσυρτος ήχος που είχε αρχίσει να ακούγεται σε πολύ χαμηλές συχνότητες, που μόνο ένα σκυλί μπορούσε να ακούσει. Σε λίγο θα ακουγόταν και πιο δυνατά, θα έκανε τον Γιώργο να τρομάξει και να ανατριχιάσει από τον πανικό που θα τον έπνιγε σταδιακά.
Οι πρώτοι κραδασμοί κι ένα μονότονο βουητό, έφτασαν στον εγκέφαλο του μετά από λίγα δευτερόλεπτα. Πρώτα παρατήρησε κάποιες ρυτίδες στην επιφάνεια του νερού και μετά άρχισε το έδαφος κάτω από τα πόδια του να τρέμει απαλά. Κάτι σαν αρχή σεισμού, κάτι σαν ανάσα του εδάφους. Άρχισε να περπατάει αργά προς εκεί που υπολόγιζε πως ήταν η έξοδος της σπηλιάς. Ήξερε ότι είχε πολύ ώρα μπροστά του για να φτάσει μέχρι εκεί. Μετά από μερικά βήματα άρχισε να επιταχύνει για να καταλήξει να τρέχει με όλη του την δύναμη. Ο Παρασκευάς είχε ήδη ξεμακρύνει πηδώντας από την μια πλευρά του «δρόμου» στην άλλη και γυρίζοντας σε τακτά διαστήματα το κεφάλι να δει το αφεντικό του. Κάπου – κάπου έβγαζε έναν ήχο, κάτι σαν κλάμα προειδοποιώντας για κάτι χειρότερο που ακολουθούσε.
Ο Γιώργος δεν μπορούσε να δει καλά μπροστά του, αφού ο ιδρώτας είχε γεμίσει τα μάτια του. Η ανάσα του είχε γίνει πιο κοφτή και γρήγορη προκαλώντας του ένα πόνο, κάτι σαν κάψιμο στο στήθος. Άρχισε να βήχει ελαττώνοντας λίγο την ταχύτητά του, όμως ο ήχος και το τρέμουλο της γης είχαν αρχίσει να γίνονται εντονότερα. Κάποια στιγμή – ας είναι καλά το τσιγάρο – δεν άντεξε άλλο και έπεσε στα γόνατα. Η σκοτοδίνη που του είχε έρθει τον ανάγκασε να σταματήσει εντελώς, να ξαπλώσει και να προσπαθήσει να πάρει ανάσες, βαθιές ανάσες και σφίγγοντας το στήθος με τα χέρια του, να σταματήσει αυτόν τον πόνο – κάτι σαν σουβλιά – που τώρα τον πείραζε και στην πλάτη. Γύρισε το βλέμμα προς την «θάλασσα» και είδε τον μαύρο όγκο να έρχεται αφρίζοντας την κορυφή του. Ένα θεόρατο παλιρροϊκό κύμα, απειλητικά, πλησίαζε προς το μέρος του. Προσπάθησε να σηκωθεί και να τρέξει ξανά, αλλά ο πόνος δεν τον άφησε να κουνηθεί. Ξανάπεσε ακούγοντας το γάβγισμα του φίλου του και, ανίκανος όπως ήταν, παραδόθηκε με την έμφυτη μοιρολατρία του, στην επερχόμενη καταστροφή του τριαντάμετρου τείχους νερού. Λιποθύμησε.
Ο αέρας φυσούσε από νοτιά και ο ήλιος είχε αρχίσει να κατηφορίζει στη Δύση του, χάνοντας την δύναμη του και την λαμπρότητά του. Κάτι σαν θρήνος ακουγόταν να βγαίνει μέσα από τους χαμηλούς θάμνους και το κόκκινο χώμα είχε αρχίσει να λερώνει τα ρούχα του Γιώργου. Εκείνος μόλις είχε συνέλθει και κοιτούσε παντού γύρω του τον χώρο. Στα ρουθούνια του έφτασε μυρωδιά πεύκου και πουρναριού, στα αυτιά του γάβγισμα σκύλου, ενώ τα μάτια, θολά ακόμη, προσπαθούσαν να διακρίνουν ανάμεσα από παραμορφωμένες σκιές. Ήταν ξαπλωμένος πάνω σε κάποιο θάμνο, ο μισός τουλάχιστον, από την μέση και πάνω, λες και κάποιος, πολύ προσεκτικά, τον είχε τοποθετήσει εκεί. Ο Παρασκευάς φαινόταν ανήσυχος και του έγλυφε το δεξί χέρι, αφήνοντας κάτι σαν κλάμα να του ξεφεύγει κάπου – κάπου.
Ανασηκώθηκε με κόπο και απορία στα μάτια. Κοίταξε ερευνητικά γύρω του, αλλά εκτός από πουρνάρια και διάφορους άλλους χαμηλούς θάμνους δεν έβλεπε τίποτα απολύτως. Αναρωτήθηκε ποιος τον είχε σώσει από εκείνο το κύμα της υπόγειας θάλασσας. Έψαξε για ίχνη από πόδια στο σημείο γύρω από τον χώρο που ήταν, αλλά το έδαφος έδειχνε παρθένο, έξω από τις πατημασιές του Παρασκευά. «Σήκω Γιώργο», μονολόγησε προσπαθώντας να αντλήσει – κι αυτός δεν ήξερε από πού – δύναμη. Ένοιωσε ένα κάψιμο στο αριστερό χέρι και παρατήρησε ένα μεγάλο σκίσιμο από τον αγκώνα μέχρι, σχεδόν, την παλάμη. Μα το πιο παράξενο ήταν,… το γεγονός ότι κάποιος (κάποιοι), είχαν περιποιηθεί την πληγή. Μια λευκή παχύρευστη ουσία ήταν απλωμένη κατά μήκος της τομής, απλωμένη με τρόπο που θα την άπλωνε θεραπευτής.
Ξανακοίταξε τριγύρω, μα πάλι δεν διέκρινε τίποτα εκτός από την «πρασινάδα» που κουνιόταν σαν σε χορό σε κάθε φύσημα αέρα. Έτριψε το σβέρκο του και προσπάθησε να τεντώσει τα πόδια του που τα ένοιωθε λίγο μουδιασμένα. Αγκάλιασε τον μικρό τριχωτό του φίλο και σηκώθηκε στηριζόμενος στο κορμό ενός δέντρου. Έριξε μια ματιά προς την είσοδο της σπηλιάς, νόμιζε ότι ήταν κοντά, μέχρι που ανακάλυψε ότι αυτός ή αυτοί που τον είχαν σώσει, τον μετέφεραν αρκετά μακριά από εκείνο το σημείο, κοντά στο αυτοκίνητο, στο τέλειωμα δηλαδή του χωμάτινου αναχώματος.
Αποφάσισε να γυρίσει στο σπίτι που είχε κάνει κατοικία του. Απεγνωσμένα ζητούσε ένα κρύο μπάνιο, έτσι του ήρθε η σκέψη για το ποτάμι που περνούσε έξω από το χωριό, αλλά το διαμαρτυρόμενο στομάχι του, του υπαγόρευε την επιστροφή στο σπίτι άμεσα. Και δεν ήταν μόνος, έπρεπε να σκεφτεί και το στομάχι του λιχούδη Παρασκευά.
Τα φώτα του αυτοκινήτου μετά από ένα τέταρτο της ώρας, φώτισαν τον πέτρινο τοίχο της «κατοικίας» του. Το μπαλκονάκι του τον περίμενε και εκείνος ένοιωθε φοβερά κουρασμένος, μπερδεμένος και αμήχανος.
Αφού ετοίμασε κάτι να φάνε – θαύμασε την πείνα του μικρού του φίλου – έβαλε ένα ποτήρι κρασί που είχε βρει σε κάποιο συρτάρι της κουζίνας και κάθισε στην άνετη καρέκλα σκηνοθέτη, να σκεφτεί (όχι απαραίτητα να καταλάβει), ν’ ατενίσει τα άστρα που είχαν κάνει εν τω μεταξύ την εμφάνισή τους στο γκρίζο χαλί του ουρανού. Κάθε τόσο το μάτι του γύριζε προς την μεριά της σπηλιάς, στην πλαγιά του απέναντι λόφου και όλο (μόλις το συνειδητοποιούσε) προσπαθούσε να τραβήξει το βλέμμα από κει μα και πάλι γυρνούσε στο ίδιο σημείο.
Σκέφτηκε την διάσωσή του, την μεταφορά του όπως είχε ξαναγίνει στην καφετέρια στα Καλάβρυτα, του ήρθε στο μυαλό η υπόγεια εκείνη πόλη και στην εικόνα του παλιρροϊκού κύματος ένοιωσε το δέρμα του ν’ ανατριχιάζει. «Κάποιος υπάρχει εκεί, δεν μπορεί….», σκέφτηκε πιότερο φοβισμένος παρά απορημένος, «… κάποιος που με παρακολουθεί και μπορώ να πω με προστατεύει…».
Σηκώθηκε όρθιος και πλησίασε με το κρασί στο χέρι, την άκρη της μικρής βεράντας. Ήταν πιο μπερδεμένος τώρα. Με όση δύναμη είχαν τα πνευμόνια του φώναξε προς το σκοτάδι που είχε πέσει:
«Ποιος είσαι , που είσαι…»
Η μόνη απάντηση που πήρε ήταν το θρόισμα των δέντρων και ένας κεραυνός που χάραξε τον μαύρο πια ουρανό κάπου χίλια μέτρα μακριά του. Ο αέρας μύριζε βροχή και τα φυτά λες και έβγαζαν τη δικιά τους μυρωδιά, το δικό τους άρωμα να ευχαριστήσουν τα σύννεφα για το επερχόμενο δώρο τους.
Η πρώτη σταγόνα «έσκασε» με αναπάντεχα δυνατό θόρυβο πάνω στην κουπαστή της μικρής βεράντας, πρόδρομος της καταιγίδας που ακολουθούσε. Δεν πέρασαν ούτε τρία λεπτά που η ορατότητα είχε περιοριστεί στα δύο μέτρα και όλα τα αρώματα της Γης ανέβαιναν προς τον ουρανό. Ο Παρασκευάς μαζεύτηκε στο μέσα μέρος της πόρτας, προσπαθώντας να γλιτώσει από το νερό μα πιο πολύ από τους κρότους των κεραυνών και τις λάμψεις των αστραπών. Ο δρόμος μπροστά από το σπίτι είχε γίνει ένα ποτάμι που κουβαλούσε στο διάβα του προς το μεγάλο ρέμα του Πριόλιθου , στην κοιλάδα του Βουραϊκού , κλαδιά, πέτρες, χώματα και πεσμένα φύλλα.
Ο Γιώργος έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να ρουφήξει όσο πιο πολύ μυρωδάτο αέρα μπορούσε. Ένοιωσε καλά και κατέβηκε, παρά τα κλάματα του «μικρόβιου», στο μικρό κήπο του σπιτιού, ανοίγοντας σε μια κινηματογραφική εικόνα, τα χέρια σε σχήμα σταυρού. Άφησε την βροχή να τον μουσκέψει μέχρι που η υγρασία τον «περόνιασε» και θεώρησε ότι είχε ξεπλύνει όλα τα βάρη του. Όταν το βράδυ ξάπλωσε άφησε το παράθυρο ανοιχτό ν’ ακούει τη βροχή, το νερό που έτρεχε και τους κεραυνούς. Το «νανούρισμα» αυτό τον άφησε απαλά στην αγκάλη του Μορφέα. Ο Παρασκευάς είχε κι αυτός παραδώσει πνεύμα κάτω όμως από το κρεβάτι για προστασία.
Η μέρα που ξημέρωσε ήταν μια απλή συνέχεια της περασμένης νύχτας. Ο ουρανός συννεφιασμένος και βαρύς, να σε κάνει ν’ αναρωτιέσαι αν όντως είχε ξημερώσει, ενώ η βροχή είχε μουλιάσει τα πάντα και συνέχιζε τον δικό της ρυθμό, έπεφτε με όση μανία μπορούσε να είχε μαζέψει όλες αυτές τις μέρες της μεγάλης ζέστης. Ένα κρύο αεράκι έκανε τον Γιώργο ν’ ανατριχιάσει και να τρίψει τα μπράτσα του σε μια ασυναίσθητη κίνηση να ζεσταθεί. Έφτιαξε καφέ, βρήκε κι ένα παλιό πουλόβερ – όσο κι αν ήταν καλοκαίρι, χρειαζόταν – και κάθισε στην μικρή βεράντα. Σκέφτηκε ότι θα μπορούσε να έχει στην διάθεσή του ολόκληρο το χωριό ή και τις πόλεις ακόμα κι όμως είχε βολευτεί σε εκείνο το σπιτάκι. Κάτι τον έκανε να το νοιώθει δικό του, ίσως αυτό το μπαλκονάκι, ίσως ο κήπος με τα αρώματά του, ίσως η θέα του. Ο ήχος της βροχής τον ευχαριστούσε και παρατηρούσε με αυτή την μελαγχολικά διάθεση της μοναξιάς, τις ουράνιες σταγόνες να «σκάνε» πάνω στην κουπαστή και στα μπροστινά σανίδια της βεράντας. Χαμογέλασε! Δεν θυμόταν πότε είχε ξαναχαμογελάσει.
Κοίταξε προς την μεριά της σπηλιάς, κάτι τον έτρωγε να ξαναπάει, αλλά μέσα του δεν ήταν σίγουρος αν πράγματι το ήθελε. Έτσι κι αλλιώς σήμερα η βροχή θα τον κράταγε στο σπίτι, δεν είχε καμιά διάθεση να τρέχει μέσα στις λάσπες και αποφάσισε να ασχοληθεί λίγο με τον εαυτό του και τον μικρό του φιλαράκο.
Εκείνο το μαύρο σύννεφο που ερχόταν από το βάθος του ορίζοντα δεν το είχε εντοπίσει, αν και ήταν τυλιγμένο με μια λευκή πάχνη λες και ήταν φωτοστέφανο Άγγελου. Μόνο που κάθε λίγο μεγάλες αστραπές ξεπήδαγαν από το κέντρο του με δυνατά μπουμπουνητά.
Ο Γιώργος έβγαλε το κινητό του από την τσέπη της βερμούδας του και από συνήθεια το κοίταξε, όχι γιατί περίμενε να τον έχει κανείς πάρει τηλέφωνο. Είδε ότι η μπαταρία είχε ειδοποίηση ότι τελειώνει· σκέφτηκε ότι δεν υπήρχε λόγος να το φορτίσει, αλλά ποιος ξέρει; Αν υπήρχε έστω και κάποιος άλλος; Άλλος ζωντανός; Πήγε να το βάλει στην πρίζα και τότε τινάχτηκε πίσω απότομα, τόσο απότομα που βρέθηκε πεσμένος στο έδαφος αγκαλιά με μια ξύλινη καρέκλα. Στην οθόνη του κινητού είχε κάνει την εμφάνισή του ένα μήνυμα….:
«Βοήθεια, βοήθησέ με, βοήθεια…»
Του κόπηκε η ανάσα. Κάποιος άλλος υπήρχε, κάποιος του έδινε ένα σημάδι ζωής και από πάνω του ζητούσε και την βοήθειά του. Κάποιος που ήξερε το νούμερό του, κάποιος που (μάλλον) ήταν γνωστός του. Αυτό τον χαροποίησε διπλά και τον έκανε να έχει ένα σκοπό πια. Προσπάθησε να γράψει μια απάντηση, να ρωτήσει ποιος είναι αφού κανένα νούμερο δεν είχε φανεί στην οθόνη αναγνώρισης, πράγμα που τον παραξένεψε και πάτησε το κουμπί αποστολής – απάντησης. Θα περίμενε όσο χρειαζόταν για αυτή την πολυπόθητη απάντηση, δεν θα πήγαινε πουθενά και φόρτισε το κινητό του στην κεντρικότερη πρίζα του δωματίου για να μπορεί να το ελέγχει συνέχεια.
Οι ώρες πέρναγαν αργά και βασανιστικά, ο Γιώργος βεβαιώθηκε ότι το κινητό του λειτουργούσε σωστά και ότι δεν είχε κατά λάθος ενεργοποιήσει την σίγαση ήχου και προσπάθησε να σκεφτεί. Αλλά όσες φορές κι αν είχε προσπαθήσει να εξηγήσει τα … ανεξήγητα, τόσο μπερδευόταν πιο πολύ.
Το σύννεφο στον ουρανό είχε φτάσει τώρα πάνω από το σπίτι και λες και ξεφύσαγε την ανάσα του με μανία, σήκωσε ψηλά ότι μπορούσε, ξύλα, φύλλα και μικρές πέτρες ακόμα. Κι ένα κομμάτι από τον ξύλινο φράχτη. Και μπόρεσε να γυρίσει προς την αντίθετη κατεύθυνση και το θηριώδες αυτοκίνητο. Και έσπασε τα τζάμια και χτύπησε τις πόρτες. Και έκανε τόσο θόρυβο που δεν μπορούσε κανείς να ακούσει ούτε και τις σκέψεις του ακόμα.
Η απάντηση στο κινητό ήρθε απρόσμενα και ξαφνικά. Δεν άκουσε τον ήχο, μέσα σε τέτοιο θόρυβο τι να ακούσει κανείς, αλλά είδε την λάμψη της οθόνης. Έτρεξε με λαχτάρα και το πήρε στα χέρια του σχεδόν τρέμοντας. Κοίταξε την οθόνη, το μήνυμα:
«Φύγε, φύγε αμέσως, μακριά από το σύννεφο, το μαύρο σύννεφο…».
Δεν κατάλαβε καλά. Αυτός που ζητούσε βοήθεια τώρα, τον προειδοποιούσε! Βγήκε έξω στην μικρή βεράντα και προσπάθησε να σταθεί όρθιος μέσα σε αυτόν τον τρελό αέρα. Ο Παρασκευάς δεν τολμούσε να ξεμυτίσει από την πόρτα. Ο Γιώργος, σήκωσε το βλέμμα στον ουρανό προστατεύοντας τα μάτια του με το χέρι.  Είδε την απειλή, κατάλαβε το νόημα του μηνύματος και χωρίς να σκεφτεί και πολύ, πήρε στην αγκαλιά του τον μικρό του σκύλο και έτρεξε προς την μεριά του αυτοκινήτου. Προσπάθησε να ανοίξει όσο πιο γρήγορα μπορούσε την πόρτα και να βάλει μπροστά την τερατώδη μηχανή. Με δυσκολία τα κατάφερε και πάτησε το γκάζι στο τέρμα, χωρίς να βλέπει που πηγαίνει. Ένοιωσε τους τροχούς να γλιστρούν στο βρεγμένο έδαφος και το μεγάλο όχημα να αγκομαχά στην προσπάθειά του να περάσει πάνω από τις πεσμένες πέτρες του χωμάτινου δρόμου. Με ένα πέταγμα μπόρεσε να ξεκολλήσει κι αυτό ήταν η τελευταία κίνηση που έκανε σε αυτό τον κόσμο, τουλάχιστον σε αυτή την διάσταση.
Το αυτοκίνητο σηκώθηκε από τον αέρα και άρχισε να στροβιλίζεται μερικά μέτρα πάνω από το έδαφος. Μια τεράστια ρουφήχτρα, κάτι σαν κυκλώνας το είχε τυλίξει και παρασύρει μακριά, πάνω στον ουρανό, κάνοντας τους επιβάτες του να ουρλιάζουν από τον φόβο και την αγωνία. Μετά απότομα τα πάντα ηρέμισαν και μια απόλυτη σιωπή έπεσε βαριά στο χώρο. Ο ήλιος ξαναφάνηκε μεγαλόπρεπος και καυτός, τα σύννεφα εξαφανίστηκαν ως δια μαγείας, η γη τελείως στεγνή, λες και δεν είχε προηγηθεί βροχή ή καταιγίδα.
Ο Γιώργος μακάρισε την τύχη του που ήταν ακόμα ζωντανός, ενθυμούμενος την τελευταία εικόνα από το παράθυρο του αυτοκινήτου του, ψηλά στον αέρα, πάνω από είκοσι μέτρα από το έδαφος με τον Παρασκευά να κλαίει με εκείνο τον λυγμό που σπάει καρδιές, σφιγμένος πάνω στα πόδια του. Τώρα βρισκόταν ξαπλωμένος πάνω σε κάτι που έμοιαζε με άμμο παραλίας και όχι με εκείνο το κόκκινο χώμα που βρισκόταν πριν. Παρατήρησε ότι οι θάμνοι που έπνιγαν προηγουμένως το τοπίο, τώρα δεν υπήρχαν, παρά μόνο λίγα δέντρα, κάποια αρμυρίκια  και μια ατμόσφαιρα που μύριζε ιώδιο και αλάτι. Γύρισε το βλέμμα ολόγυρα ψάχνοντας τον Παρασκευά. Τον είδε να κάθεται δίπλα από ένα μεγάλο βράχο και να προσπαθεί, σκάβοντας την σχεδόν λευκή άμμο, κάτι να ανακαλύψει. Μα το μάτι του είδε και κάτι που δεν πίστευε! Ανθρώπους! Πολλούς ανθρώπους που τώρα έρχονταν προς το μέρος του. χάρηκε! Η καρδιά του αναπήδησε στο στήθος. Και πίσω από τους ανθρώπους διέκρινε… θάλασσα. Μια απέραντη εικόνα θάλασσας. Μιας θάλασσας τελείως … καλοκαιρινής, χωρίς ένα κύμα, με γλάρους να πετούν κοντά στην ακτή και με εκείνο το γαλάζιο χρώμα που μόνο το Αιγαίο μπορούσε να έχει.


Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ
Η ΜΕΤΑΒΑΣΗ 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17

«Είστε καλά κύριε Ταγματάρχα;», ακούστηκε μια φωνή πίσω του καθώς προσπαθούσε να σηκωθεί στηριζόμενος στο δεξί του χέρι.
«Θεέ μου… άνθρωποι κι άλλοι άνθρωποι υπάρχουν! Σ’ ευχαριστώ Θεέ μου…», σκέφτηκε στο άκουσμα της φωνής, χωρίς να έχει συνειδητοποιήσει τι του έλεγε εκείνη η φωνή.
Κατόρθωσε να σταθεί όρθιος στα πόδια του και παρατήρησε ότι τα ρούχα του… τα ρούχα του ήταν διαφορετικά από αυτά που θυμόταν την τελευταία φορά. Και … «Ταγματάρχης;». Σε ποιόν μιλούσε αυτή η φωνή; Γύρισε πίσω του και είδε μια κοπέλα, δεν πρέπει να είχε περάσει τα τριάντα, ντυμένη με στρατιωτική στολή παραλλαγής, να τον χαιρετάει με το χέρι στο μέτωπο, σε στάση προσοχής και ένα περίστροφο περασμένο στη μέση της μέσα σε μια δερμάτινη θήκη.
Το μυαλό πια δεν ήξερε τι να πρωτοσυνθέσει απ’ όλα αυτά που αντιμετώπιζε. Το γεγονός ότι μετά από πολλούς μήνες βρήκε επιτέλους κι άλλους ανθρώπους – ή μήπως πιο σωστά αυτοί τον βρήκαν – ότι ήταν στρατιώτες με πλήρη εξάρτυση, λες και πήγαιναν σε μάχη, ότι η κοπέλα μπροστά του τον αποκαλούσε «Ταγματάρχη» και μάλιστα σε στάση προσοχής, ότι έρχονταν και άλλοι από την μεριά της παραλίας – αλήθεια πως βρέθηκε εκεί; - ή ότι κι αυτός φορούσε στρατιωτικά ρούχα εκστρατείας με διακριτικά του βαθμού του Ταγματάρχη;
Ασυναίσθητα και μηχανικά, ανταπέδωσε τον χαιρετισμό και προσπάθησε να ρωτήσει, αλλά κανένας ήχος δεν έβγαινε από το στόμα του. Και η έκπληξή του μεγάλωσε σαν δυό στρατιωτικά αυτοκίνητα τύπου Hummer με τέσσερις στρατιώτες το καθένα και από ένα μεγάλο οπλοπολυβόλο στην οροφή, σταμάτησαν δίπλα του μέσα σε ένα σύννεφο σκόνης. Κατά παράξενο λόγο, όλους τους ένστολους τους … ήξερε! Και μάλιστα και με τα μικρά τους ονόματα. Και την κοπέλα με τα διακριτικά του Δεκανέα, αυτή που του μίλησε πρώτη… την ήξερε. Το όνομά της ήταν … Ράνια. Ναι – ναι, ήταν σίγουρος, την έλεγαν Ράνια. Και αυτό τον λοχία… τον θυμόταν. Γιάννης ! Και τον στρατιώτη δίπλα με τα κιάλια στερεωμένα στο κράνος … ναι, ήταν σίγουρος … Καραγιάννης Εμμανουήλ… καταδρομέας! Λες και ξαναγύρισε από κάποιο μακρινό μέλλον και τους συναντούσε και πάλι! Ή μήπως είχε γυρίσει από το παρελθόν; Αλλά και ο Παρασκευάς φαινόταν να γνωρίζει όλους αυτούς τους ανθρώπους, αφού ούτε γάβγισε, ούτε καν γρύλλισε και μάλιστα έγλειφε όποιο χέρι προσπαθούσε να τον χαϊδέψει.
«Κύριε Ταγματάρχα, μήπως είναι ώρα να επιστρέψουμε; Έτσι κι αλλιώς τα μέρη αυτά είναι ασφαλισμένα με δυο διαφορετικές περιπόλους…», ακούστηκε η φωνή του λοχία. «Έτσι κι αλλιώς δεν θα αργήσει να δύσει ο ήλιος…», συνέχισε και έδειξε αόριστα προς τον ορίζοντα. Ο Γιώργος συμφώνησε, χωρίς να καταλαβαίνει και πολύ καλά τι γίνεται. Ήθελε να ρωτήσει το τι και το που αλλά και το πώς, φοβόταν όμως μη ρεζιλευτεί. Όλοι φαίνεται ότι τον ήξεραν και μάλιστα (μπορεί και λόγω του ανεξήγητου «βαθμού» του), τον σέβονταν και πρόσμεναν τις διαταγές του. Η δεκανέας, αυτή που θυμόταν σαν Ράνια, τον πλησίασε την ώρα που καθόταν στην θέση του συνοδηγού στο μεγάλο Hummer. Δεν στάθηκε σε στάση προσοχής όπως προηγουμένως, αλλά με βλέμμα πολύ πιο διεισδυτικό τον κοίταξε στα μάτια και του έδωσε το κινητό τηλέφωνο του, που του είχε πέσει στην άμμο.
«Θέλετε να ρωτήσετε κάτι κύριε Ταγματάρχα;», τον ρώτησε και ο Γιώργος αντελήφθη ότι κάτι υπήρχε στον τόνο της φωνής, κάτι που μπορεί να σήμαινε ότι … ήξερε.
«Σαν τι δηλαδή να ρωτήσω; Τι θα έπρεπε …»
«Δεν ξέρω κύριε Ταγματάρχα, αλλά φανήκατε αρκετά απορημένος και … συγχυσμένος!»
Ο Γιώργος την κοίταξε σοβαρά στα μάτια και προσπάθησε να καταλάβει. Όμως η δεκανέας δεν του άφηνε πολλά περιθώρια.
«Υπάρχει περίπτωση να μάθω κάτι χωρίς να ρωτήσω; Υπάρχει τέτοια πιθανότητα;»
«Μπορεί κύριε Ταγματάρχα. Πολλές φορές τα πιο … αδιανόητα πράγματα … απλά τα μαθαίνει κανείς. Δεν ρωτάει, δεν του απαντάνε, απλώς … τα μαθαίνει», επανέλαβε.
Ο στρατιώτης δίπλα του έβαλε μπρος τη μηχανή και περίμενε την διαταγή του για αναχώρηση. Ο Γιώργος κοίταξε προς το μέρος του και κούνησε το κεφάλι καταφατικά, ξανακοίταξε την δεκανέα και έκλεισε την πόρτα του οχήματος, προσπαθώντας να καταλάβει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν αλλά και κάποιο κρυφό νόημα στα λόγια της γυναίκας. Το αυτοκίνητο, αναπήδησε στις πολλές λακκούβες της άμμου και πήρε κατεύθυνση προς τον μικρό λόφο, κάπου τρία με τέσσερα χιλιόμετρα ανατολικά από κει που ήταν. Αυτός ο λόφος σε σχήμα αστεριού, έκοβε την παραλία στα δύο και συγχρόνως απομόνωνε την παραλία από την υπόλοιπη ηπειρωτική χώρα (αν μπορούσε κάποιος να το πει έτσι).
Ο στρατιώτης – οδηγός, φαινόταν «σκληρό καρύδι», φορούσε κράνος παραλλαγής, όπως και η στολή του, αλλά στην επωμίδα είχε περασμένο τον πράσινο μπερέ των καταδρομέων. Στα μανίκια διακρινόταν το … «Ο Τολμών Νικά»  μέσα στην μαύρη ασπιδόμορφη τσόχα με το ξίφος και τα γαλανόλευκα φτερά, ενώ στη ζώνη του διακρινόταν το μεγάλο μαχαίρι και μια θήκη με περίστροφο. Δεν μιλούσε καθόλου, παρά μόνο έριχνε συνέχεια κλεφτές ματιές ολόγυρα στην περιοχή που διέσχιζαν και φαινόταν ότι οι αισθήσεις του ήταν σε πλήρη ετοιμότητα για οποιαδήποτε απειλή που μπορούσε να παρουσιαστεί. Αυτή την απειλή δεν μπορούσε να καταλάβει ο Γιώργος! Ποιος απειλούσε, ποιόν και γιατί.
Το στρατόπεδο που πήγαιναν φάνηκε στην κορυφή του λόφου, μέσα από συρματοπλέγματα και μεγάλους σιδερένιους στύλους, με τον βόμβο της γεννήτριας που τροφοδοτούσε με ηλεκτρικό ρεύμα όλα τα παραπήγματα, έντονο. Στο βάθος μεγάλες σκιές – φάνηκαν – απλώνονταν οριζόντια κάπου δύο μέτρα πιο ψηλά από το έδαφος. Ο ουρανός είχε αρχίσει να γκριζάρει και έτσι δεν μπορούσε να διακρίνει τι ακριβώς ήταν αυτές οι μαύρες σκιές, μέχρι που το αυτοκίνητο πλησίασε κοντά, για να καταλάβει τις υψωμένες κάνες των πυροβόλων είκοσι περίπου αρμάτων μάχης και αν δεν έκανε λάθος ήταν … Leopard 2, με το σήμα του Ελληνικού Στρατού στο πλάι. Απόρησε που ανακάλυψε ότι ήξερε τόσα πολλά για τα άρματα αυτά, λες και είχε ασχοληθεί με το αντικείμενο επί πολλά χρόνια. Πιο πίσω διέκρινε οχήματα διαφόρων τύπων, όλα οπλισμένα με βαριά όπλα λες και είχε κηρυχτεί κάποιος πόλεμος. Πολλά είδε σε εκείνη την λίγη ώρα που χρειάστηκε να φτάσουν στο κτίριο που μια πινακίδα ενημέρωνε ότι ήταν το Διοικητήριο και μια άλλη προειδοποιούσε ότι απαγορευόταν κάποιος να πλησιάσει χωρίς ειδική άδεια. Οι δυό στρατιώτες που φρουρούσαν την είσοδο αλλά και αυτοί που επέβαιναν στο τζιπ που γύρναγε όλη μέρα τον χώρο, φαίνονταν έτοιμοι για όλα. Κάμερες παντού έλεγχαν όλες τις σπιθαμές εδάφους μέσα και έξω από τα κτίρια, δίνοντας μια ασφυκτική εικόνα ελέγχου στον… Ταγματάρχη. Αργότερα θα ανακάλυπτε ότι τα μέτρα ασφαλείας ήταν πολύ πιο … εφιαλτικά απ’ όσα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Τώρα πια ήταν σίγουρος ότι βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση, δεν ήξερε με ποιόν εχθρό, δεν ήξερε από πότε, αλλά διαπίστωσε ότι αυτός ήταν αρχηγός του μικρού στρατού, των εφτακοσίων ανδρών, όπως τον πληροφόρησε ένας λοχαγός και εκατόν είκοσι τεσσάρων γυναικών.
Σταμάτησαν στην είσοδο του Διοικητηρίου κι έκανε να ανέβει κάποια μικρά ξύλινα σκαλιά, όταν το μάτι του έπεσε στο πίσω μέρος όπου ένα λευκό ΤΟΛ  με μεγάλο κόκκινο στρατό δέσποζε του χώρου. Σκέφτηκε ότι βιάστηκε να χρησιμοποιήσει την λέξη «δέσποζε», αφού ακόμη πιο πίσω μια θεόρατη έκταση με χιλιάδες στοιβαγμένα βαρέλια και αναχώματα αποθηκών πυρομαχικών, πραγματικά δέσποζε της περιοχής. Ανακάλυψε ότι κι αυτά τα ήξερε, λες και τα είχε δει ή και διαχειριστεί επί μακρόν στη ζωή του.
«Μια ολοκληρωμένη και οργανωμένη στρατιωτική μονάδα…», σκέφτηκε «… και εγώ διοικητής της!»
Ανέβηκε στο γραφείο του κι εκεί τον περίμενε ένας Ανθυπολοχαγός που τον υποδέχτηκε με τον κλασσικό στρατιωτικό χαιρετισμό.
«Αύριο το πρωί κανονίστηκε η συνάντηση…» του είπε και συνέχισε: «… πρέπει να είμαστε εκεί με την ανατολή του ήλιου. Εκείνη την ώρα, έμαθα, θα αρχίσει η επίθεση και πρέπει να είμαστε έτοιμοι. Κανόνισα να πάμε εμείς εκεί…. Ξέρετε …. Για λόγους ασφαλείας. Όλα τα πράγματα εδώ θα τους φαίνονταν … μαγικά… το λιγότερο! Πιστεύετε ότι έπραξα σωστά;»
Ο Γιώργος κούνησε καταφατικά το κεφάλι και με μια κίνηση του χεριού, έδιωξε από το δωμάτιο τον νεαρό Ανθυπολοχαγό. Έμεινε μόνος και έριξε το κεφάλι στους αγκώνες προσπαθώντας να συγκεντρωθεί και να βγάλει κάποια άκρη. Όλοι φαίνονταν να γνωρίζουν, σαν να ήταν από καιρό εκεί, όλοι περίμεναν απ’ αυτόν διαταγές πιστεύοντας ότι κι αυτός ήξερε τα πάντα (;), αλλά ο ίδιος ήταν … ήταν … άσχετος. Ποια συνάντηση, ποια επίθεση, ποια και γιατί ετοιμότητα; Όλα ήταν μπερδεμένα σαν κουβάρι μέσα στο μυαλό του. Πετάχτηκε ξαφνικά όταν ακούστηκε ο ήχος του κινητού του. Το μήνυμα ήταν ίδιο: «Βοήθεια, βοήθησέ με…». Ήξερε ότι κάπου το είχε ξαναδεί αυτό το μήνυμα, αλλά δεν θυμόταν που. Κι όσο το σκεφτόταν πιο πολύ, τόσο ξεθώριαζε η θύμηση αυτή. Προσπάθησε να θυμηθεί τουλάχιστον, πως είχε βρεθεί στην παραλία εκείνη, αλλά κι αυτό, ανακάλυψε, του ήταν δύσκολο. Το χτύπημα στην πόρτα, τον επανέφερε στην πραγματικότητα και στο άνοιγμα αντίκρισε την γνωστή της δεκανέως, η οποία τώρα κρατούσε, χωρίς ιδιαίτερη τρυφερότητα είναι αλήθεια, τον μικρό Παρασκευά. Πραγματικά τον Παρασκευά τον είχε ξεχάσει!
Την κάλεσε να μπει μέσα και της έκανε νόημα να μην τον χαιρετίσει – είχε βαρεθεί αυτή την τυπικότητα του στρατού – και να πλησιάσει κοντά στο γραφείο του. Εκείνη άφησε το ζώο στο πάτωμα, πλησίασε και «έδεσε» τα χέρια πίσω από την πλάτη, με τα πόδια ανοικτά σαν άντρας. Ο Γιώργος θέλησε να γελάσει από την στάση αυτή αλλά συγκρατήθηκε.
«Λοιπόν δεκανέα; Τι θα έπρεπε να μου πεις; Ή καλύτερα τι είναι αυτό που μπορώ κάπως, δεν ξέρω πως, να το μάθω χωρίς να ρωτήσω;»
«Εξακολουθείτε να φαίνεστε αναστατωμένος ή μάλλον συγχυσμένος… κύριε Διοικητά».
Ο Γιώργος κάτι μουρμούρισε, κάτι που ακούστηκε περισσότερο σαν γρύλλισμα και περίμενε από κείνη να μιλήσει. Περίμενε γιατί μάλλον δεν ήξερε τι ερώτηση να κάνει.
«Γνωρίζετε κύριε Διοικητά που είσαστε; Όταν πήγαμε για αναγνώριση το πρωί, εξαφανιστήκατε για δέκα ολόκληρα λεπτά, καταλαβαίνετε … όταν εκείνο το μαύρο σύννεφο κατέβηκε χαμηλά και όταν σας βρήκαμε πάλι, δείχνατε να τα έχετε χαμένα…»
«Δέκα λεπτά; Μόνο δέκα λεπτά είχα χαθεί; Και τι είχε γίνει εκείνα τα δέκα λεπτά;», σκέφτηκε με τρόμο ο Γιώργος.
«… δείχνατε… πώς να το πω… σαν να ήρθατε απ’ άλλο κόσμο. Και όταν ανεβήκατε στο αυτοκίνητο, φάνηκε σαν να θέλατε βοήθεια… κάτι να ρωτήσετε…»
Ο Γιώργος άκουγε με προσοχή τα λόγια εκείνα. Έτσι κι αλλιώς δεν πίστευε ότι θα μπορούσε να βρει βοήθεια, λύση για όλα αυτά που του συνέβαιναν. Θέλησε να ρωτήσει για το ποιος πραγματικά ήταν, τι κατάσταση ήταν αυτή που επικρατούσε, αλλά δεν μπορούσε ένας διοικητής να ρωτάει τέτοιου είδους ερωτήσεις.
Η δεκανέας τον κοίταζε και εκείνη με το διαπεραστικό βλέμμα ενός ανακριτή. Πάντα στην ίδια στάση, περίμενε από τον προϊστάμενό της, την επόμενη κίνηση.
«Κι εκείνο το μαύρο σύννεφο… θέλω να πω… οι καταγραφείς μας πως το κατέγραψαν;», την ρώτησε, μια ερώτηση που και απάντηση μπορεί να έπαιρνε και δεν έδειχνε ότι … μα τω Θεώ… δεν καταλάβαινε γρι.
«Οι καταγραφείς κύριε Ταγματάρχα; Ποιοι καταγραφείς; Αν εννοείτε τα ραντάρ, αυτά το κατέγραψαν σαν μια συμπυκνωμένη μάζα, άγνωστο από τι, μάλλον από υδρατμούς… αλλά τόσο συμπυκνωμένους που καταντάει … πώς να το πω … αδύνατο. Μάλιστα ήταν το ίδιο ακριβώς με εκείνο που παρουσιάστηκε πριν από κάμποσους μήνες, πριν την μεταφορά μας εδώ. Θυμάστε; Πριν βρεθούμε σε αυτή την διάσταση…»
«Α, ναι…», απάντησε ψεύτικα, τάχα σαν γνώστης. «Σαν εκείνο εκεί ε;»
«Μάλιστα. Έχετε κάτι άλλο για μένα; Να προετοιμάσω κάτι για την αυριανή συνάντηση; Κάτι της τελευταίας στιγμής;»
«Όχι – όχι μπορείς να πηγαίνεις»
Έμεινε μόνος του με την αναχώρηση της δεκανέως, μετά από κείνο τον άκρως εκνευριστικό χαιρετισμό της. Ο Παρασκευάς ξάπλωσε πάνω σε ένα μικρό καναπέ και αφέθηκε, λες, στην μελαγχολία των σκύλων. Έξω είχε πια νυχτώσει και τα φώτα του «στρατοπέδου» είχαν ανάψει και φώτιζαν με το φως τους σχεδόν όλο τον λόφο. Από το παράθυρο ο Γιώργος είδε κάποια τρεμάμενα φώτα στο βάθος του ορίζοντα, που έμοιαζαν πιο πολύ με πολλές μικρές φωτιές στην παραλία παρά με φώτα πόλης. Προσπάθησε να ανάψει τσιγάρο και ανακάλυψε ότι το χέρι του έτρεμε ελαφρά. Δεν έδωσε σημασία σε αυτό και κάθισε στο περβάζι του ανοιχτού παράθυρου. Βρισκόταν στον όροφο του «κτιρίου» – έτσι κι αλλιώς μόνο ένα όροφο είχε το «κτίριο» και παρατήρησε το βάδισμα των φρουρών από κάτω. Ο θόρυβος της γεννήτριας ρεύματος ακουγόταν τώρα λίγο πιο «θολός» και απόμακρος. Δεν μπορούσε να καταλάβει και πολλά οπότε θεώρησε άσκοπο και το να σκέφτεται συνέχεια τα ίδια πράγματα. Κάποιος στρατιώτης του έφερε φαγητό σε ένα δίσκο και μερικά κόκκαλα για τον «μικρόβιο». «Αύριο…», σκέφτηκε «… μπορεί να πάρω τις απαντήσεις που ψάχνω». Κοιμήθηκε χωρίς να ξεντυθεί και έπεσε αμέσως σε ένα λήθαργο χωρίς όνειρα.


Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΚΟΣΜΟΣ
ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΣΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18

Θα μπορούσε να ήταν κάτι σαν εφιάλτης όλο αυτό που του συνέβαινε, αλλά ξημερώνοντας η μέρα, διαπίστωσε ότι ήταν πέρα για πέρα αληθινό. Κοίταξε το ρολόι του και ανακάλυψε ότι έλεγε τρεις το πρωί κι εκείνο το εκνευριστικό χτύπημα στην πόρτα συνέχιζε μονότονα να του πειράζει τα νεύρα. Φώναξε κάτι σαν … «… περάστε…» και η πόρτα άνοιξε, φανερώνοντας στο λιγοστό φως του διαδρόμου έναν σαραντάρη περίπου αξιωματικό με τα διακριτικά του Ανθυπασπιστή στον γιακά και με μια στοίβα χαρτιών στα χέρια, να προσπαθεί να μπει στο γραφείο – υπνωτήριό του. Πάλι εκείνος ο χαιρετισμός, τυπικό στρατιωτικό χαρακτηριστικό, το ανόητο χαμόγελο του υφιστάμενου και τα μετρημένα λόγια:
«Καλημέρα κύριε Διοικητά. Πως κοιμηθήκατε; …», και συνέχισε χωρίς να περιμένει απάντηση, «… σας έφερα όλους τους χάρτες της περιοχής και τις χθεσινές διαταγές σας προς τις περιπόλους. Να θυμίσω ότι πρέπει σε μια ώρα να φύγουμε…»
Ο Γιώργος προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει τα λόγια του Ανθυπασπιστή και σηκώθηκε όρθιος ψαχουλεύοντας τα πράγματα του γραφείου για τα τσιγάρα. Τα βρήκε κι ένοιωσε ότι αυτά ήταν τα μόνα αληθινά πράγματα μέχρι εκείνη την στιγμή.
«Πιστεύω ότι θα μπορούσα να έχω ένα καφέ, παρακαλώ…», είπε στον άντρα μπροστά του.
«Βεβαίως κύριε Ταγματάρχα. Σε …», κοίταξε το ρολόι του, «… είκοσι περίπου λεπτά ο μάγειρας θα σας στείλει το πρωινό σας. Θα θέλατε να διατάξετε κάτι;»
Δεν ήθελε τίποτα άλλο να πει, έτσι κι αλλιώς δεν ήξερε γι τι ακριβώς επρόκειτο, πόσο δε μάλλον να δώσει διαταγές. Κούνησε λοιπόν αρνητικά το κεφάλι και κάθισε να μελετήσει τα χαρτιά που του είχε φέρει. Ο Ανθυπασπιστής κινήθηκε προς την πόρτα, χαιρέτισε πάλι έτσι εκνευριστικά όπως το συνήθιζε.
«Δεν μου λες …. Ευθυμίου….», ξαφνικά ανακάλυψε ότι ήξερε το όνομα του στρατιωτικού, «… εκείνη η δεκανέας η … Ράνια… δεν λέγετε; Που είναι; Εννοώ είναι υπηρεσία;»
«Δεν ξέρω κύριε Διοικητά, αλλά μπορώ να δω. Να την ειδοποιήσω μόλις την βρω;»
«Ναι, σε παρακαλώ. Την ήθελα και μάλιστα … τώρα». Για κάποιο ανεξήγητο λόγο ένοιωθε εμπιστοσύνη σε αυτή την γυναίκα, πίστευε ότι μπορούσε ν’ ακουμπήσει πάνω της και να τον βοηθήσει να καταλάβει.
Είχε μείνει μόνος τώρα στο γραφείο και άνοιξε τους χάρτες μπροστά του. Ήξερε να τους διαβάσει και το σπουδαιότερο ήξερε να τους αξιοποιεί μέσα στο μυαλό του. «Και τα ακατανόητα συνεχίζονται…» σκέφτηκε.
Ο πρώτος χάρτης, έδειχνε την παραλία και κάποιους λόφους, ανάμεσά τους και αυτόν που ήταν το «στρατόπεδο», με χρώμα και διαβάθμιση της πυκνότητας του εδάφους. Έδειχνε ένα μικρό έλος που κάποιος το είχε σημαδέψει με κόκκινο μελάνι, ένα χωμάτινο εμπόδιο γεμάτο πέτρες και δέντρα, κάτι σαν μικρό αλσύλλιο  και διαπίστωσε ότι ήταν χάρτης πορείας και έρευνας για τα τεθωρακισμένα. Δεν ήξερε ή δεν θυμόταν τον στόχο, αλλά κάτι του έλεγε ότι η μονάδα πολύ σύντομα θα έμπαινε σε μονοπάτι πολέμου.
Ξεδίπλωσε τον δεύτερο χάρτη. Αυτός είχε λεπτομερέστατες πληροφορίες για κάποια πόλη, για τα σπίτια, τους δρόμους, πληθυσμιακές πληροφορίες και … κάποια αστεία οχυρωματικά έργα διπλά από … τείχη; Κοίταξε ψηλά το χαρτί και είδε την λέξη «ΙΛΙΟΝ». Αυτό και αν τον έκανε να μπερδευτεί πια.
Η Δεκανέας μπήκε στο γραφείο μετά από ένα ελαφρύ χτύπημα στην πόρτα και – δεν την πρόλαβε – τον χαιρέτισε κι εκείνη με τον ίδιο τρόπο. Φαινόταν φρέσκια και ξεκούραστη αν και η ώρα ήταν τρεις και μισή το πρωί. Στάθηκε σε στάση προσοχής με τα πόδια ανοικτά και περίμενε τον διοικητή της να της απευθύνει τον λόγο. Τα μάτια της γύρισαν σε όλο τον χώρο σε μια ανθρώπινη προσπάθεια να αντιληφθεί την κατάσταση του Διοικητή της από το περιβάλλον.
«Από την παραλία βλέπω στο βλέμμα σου κάτι σαν απορία, σαν να θέλεις να μου πεις κάτι. Είναι έτσι ή απλώς μου φαίνεται;», η φωνή του Γιώργου ήταν σταθερή και κοφτή όπως έπρεπε να είναι η φωνή του ανώτερου.
Η Δεκανέας φάνηκε να μετακινεί το βάρος από το ένα πόδι στο άλλο, σημάδι πως κάτι την απασχολούσε. Το κεφάλι της δεν ήταν τόσο «τεντωμένο» τώρα και κοιτούσε τον Ταγματάρχη στα μάτια. Προσπάθησε να μιλήσει αλλά περισσότερο ψέλλισε. Αναγκάστηκε να επαναλάβει με πιο δυνατή φωνή:
«Κύριε Διοικητά, μπορώ να μιλήσω ελεύθερα, έξω από τα όρια της πειθαρχίας;»
Ο Γιώργος την «μέτρησε» αν και καιγόταν να μάθει αυτά που ήθελε να του πει η κοπέλα μπροστά του. Μπορεί έτσι να έπαιρνε τις απαντήσεις που γύρευε.
«Ελεύθερα δεκανέα»
«Κύριε Ταγματάρχα, ξέρετε που βρίσκεστε; Ξέρετε τι έχει συμβεί; Ξέρετε γιατί είμαστε σε κατάσταση ετοιμότητας; Ξέρετε με ποιους έχετε συνάντηση και μάλιστα τόσο πρωί; Όταν σας είδα στην παραλία φαινόσασταν τόσο … χαμένος, τόσο … ζαλισμένος, δεν ξέρω πώς να το πω! Μάλιστα εξαφανιστήκατε για λίγη ώρα χωρίς κανείς από μας να ξέρει που είχατε πάει. Μάλιστα νομίζαμε ότι είχατε πέσει θύμα εχθρών…»
«Εξαφανίστηκα; Τι εννοείς;»
«Θυμάστε πως βρεθήκαμε εδώ; Εννοώ όλο το τάγμα και η ίλη τεθωρακισμένων και τα ελικόπτερα; Ολόκληρο τμήμα μάχιμου στρατεύματος;»
Ο Γιώργος άκουγε και έμενε όλο και πιο πολύ απορημένος και περίεργος για την συνέχεια.
«Μπορείς να συνεχίσεις» παρότρυνε την Δεκανέα.
«Αν θυμάστε εκείνη την καταιγίδα, εκείνη την «σκληρή» καταιγίδα, τα μαύρα σύννεφα και τον αέρα. Τους κεραυνούς, τις αστραπές και τον ηλεκτρισμό της ατμόσφαιρας; Από κείνη την στιγμή θα έλεγε κανείς ότι ο κόσμος που ξέραμε, ο κόσμος που ζούσαμε, έπαψε να υπάρχει. Από την καταπράσινη Καστοριά που ήταν το στρατόπεδο, άγνωστο πως, βρεθήκαμε εδώ, σε μια παραλία… κοντά σε μια πόλη που … κανείς μας δεν γνώριζε. Τίποτα δεν θύμιζε την εποχή μας, την τεχνολογία μας, μέχρι και τις απλές ανέσεις του καιρού μας. Εσείς ο ίδιος προσπαθήσατε να χαρτογραφήσετε την περιοχή. Να…», έδειξε προς το γραφείο του Διοικητή της, «… εκεί είναι οι χάρτες που κάναμε μαζί μετά τις έρευνες των περιπόλων. Τα ελικόπτερά μας φωτογράφισαν πράγματα που μόνο σε σενάριο Επιστημονικής Φαντασίας θα μπορούσαν να εξηγηθούν. Και έμελλε αυτά τα πράγματα να επιβεβαιωθούν με το πέρασμα του καιρού…»
«Δηλαδή; Τι πράγματα επιβεβαιώθηκαν;»
Κατάλαβε ότι αυτή η αυθόρμητη ερώτησή του, πρόδωσε την άγνοιά του ή μάλλον την αμνησία του. Η Δεκανέας χαμογέλασε και προσπάθησε να κρατήσει την σοβαρότητά της.
«Θυμάστε μήπως την εικόνα των κατοίκων της πόλης; Δεν το πιστεύατε! Νομίζατε - και είχατε δίκιο, ότι είχαμε περάσει κάποια πύλη και βρεθήκαμε σε άλλη χρονική στιγμή από την εποχή μας. Το πρώτο που αντικρίσατε κύριε Ταγματάρχα, δεν ήταν τα ρούχα των ανθρώπων, αλλά οι λάμψεις από τα… ακόντια και τις ασπίδες των φρουρών στη κορυφή των τειχών της πόλης αυτής…»
Ο Γιώργος χρειάστηκε να κάτσει σαν εκείνος ο ξαφνικός πόνος στο στήθος τον «μαχαίρωσε» για άλλη μια φορά. Η ανάσα του κόπηκε και προσπάθησε, γέρνοντας το κεφάλι προς τα πίσω να μη λιποθυμήσει. Είδε την στρατιωτίνα να τον πλησιάζει και να τον αρπάζει από τα πέτα του χιτωνίου, ενώ στα αυτιά του έφτανε αμυδρά η φωνή της που τον ρωτούσε για την κατάστασή του.
Συνήλθε και διαπίστωσε με ευχαρίστηση ότι η Δεκανέας δεν είχε καλέσει βοήθεια. Το περιστατικό αυτό μπορούσε, έλπιζε τουλάχιστον, να μείνει μεταξύ τους. Ανακάθισε στην καρέκλα και σκούπισε το πρόσωπο από το νερό που του είχε ρίξει η γυναίκα στο πρόσωπο. Βρήκε τα λογικά του μετά από μερικά δευτερόλεπτα και την κοίταξε λοξά λες και φοβόταν αυτά που θα ακολουθούσαν. Η εικόνα που του είχε περιγράψει η γυναίκα, άγνωστο πως, είχε έρθει τώρα στο μυαλό του, λες και αυτό ήταν το έναυσμα της επαναφοράς της μνήμης του.
«Τρώες ε; Αυτό δεν είπα μόλις τους είδα με τα κιάλια;». Η Δεκανέας κούνησε καταφατικά το κεφάλι, ανακουφισμένη μέσα της που ο Διοικητής της επιτέλους έβρισκε την μνήμη του. Και η αλήθεια είναι ότι την έβρισκε. Έτσι απλά!
«Μάλιστα και τώρα έχουμε συνάντηση με τους Αχαιούς, έτσι δεν είναι;». Δεν περίμενε απάντηση, απλά κοίταξε έξω από το παράθυρο τα τέσσερα Hummer που είχαν σταματήσει κάτω, στην είσοδο του Διοικητηρίου. Ο Ανθυπασπιστής μπήκε πάλι μέσα στο γραφείο:
«Έτοιμος κύριε Διοικητά; Μπορούμε να πηγαίνουμε;» και έκανε στην άκρη να περάσει ο Γιώργος.
Το στρατόπεδο των Αχαιών ήταν σε αναστάτωση με εκατοντάδες φωτιές αναμμένες κατά μήκος της παραλίας και όλοι οι άντρες κάθονταν δίπλα τους, κοιτώντας με απορία τα «άρματα» που κινούνταν χωρίς άλογα. Ο Γιώργος καθισμένος στην θέση του συνοδηγού, παρατηρούσε την Θεϊκή απορία των Αχαιών, μέχρι και τον φόβο τους. Τα Hummer σταμάτησαν μπροστά σε μια μεγάλη σκηνή φτιαγμένη από σκούρο κόκκινο, χοντρό ύφασμα με χρυσά τελειώματα και κρόσσια. Πάνω στην κορυφή αυτής της σκηνής, κυμάτιζε ένα μεγάλο λάβαρο με σχεδιασμένο ένα χρυσό λιοντάρι, στο νυχτερινό αεράκι της θάλασσας. Πολλοί στρατιώτες, στρατιώτες εκείνης της εποχής του πολέμου της Τροίας, με δερμάτινους θώρακες και μεταλλικές ασπίδες, κράνη και κνημίδες, είχαν μαζευτεί κοντά στους ένοπλους φύλακες της σκηνής, να δουν τους περίεργους «ξένους». Τους ξένους αυτούς που δεν είχαν εμφανή όπλα πάνω τους, παρά μόνο κάποια κούφια στρογγυλά ραβδιά κι όμως ένοιωθαν τόσο σίγουροι για τον εαυτό τους. Πολλοί από τους στρατιώτες πίστευαν ότι ήταν Θεοί που είχαν κατέβει να τους βοηθήσουν στο πόλεμό τους ενάντια στην … Τροία. Κάποιοι είχαν ήδη γονατίσει και έκλαιγαν με δάκρυα κατάνυξης και πίστης, άλλοι τους κοίταγαν με το στόμα ανοικτό και μερικοί, πολύ λίγοι, με κάποιο μίσος και ζήλεια.
Ο άντρας που βγήκε από την μεγάλη σκηνή, ενέπνεε τον σεβασμό σε όλους και έδειχνε μια αλαζονική στάση, ακόμα και μπροστά σε αυτούς που θεωρούνταν Θεοί. Μέτριο ύψος, με ηλιοκαμένο δέρμα και σφιχτούς μυς, χάιδευε το μακρύ του γένι με το δεξί χέρι, ενώ ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο έκανε την όψη του λιγότερο σκληρή απ’ ότι - μάλλον εσκεμμένα - ήθελε να δείξει. Δεν πρέπει να είχε περάσει τα σαράντα χρόνια της ζωής του και ο χάλκινος (σαν χρυσός) θώρακας ήταν διακοσμημένος με δυό μεγάλα λιοντάρια που ορθώνονταν στηριγμένα σε ένα δόρυ. Τα μακριά του μαλλιά, πλεγμένα σε μπούκλες, ανέμιζαν στον αέρα. Προχώρησε μπροστά από τους υπόλοιπους που τον συνόδευαν και στάθηκε με τα χέρια στη μέση μπροστά στον «Δια», όπως κάποιος από το πλήθος, είχε αποκαλέσει τον Γιώργο.
«Αν είναι δυνατόν…», σκέφτηκε με δέος ο Ταγματάρχης, «… ό λέων των Μυκηνών! Ο ίδιος ο Αγαμέμνων!!!». Δεν άφησε βέβαια αυτό το δέος του και ο … σεβασμός του να φανούν, ήξερε πολύ καλά το παιγνίδι των εντυπώσεων. Στάθηκε στο σημείο που ήταν, αναγκάζοντας τον άλλο να πλησιάσει.
Ένας άλλος άντρας, ευγενικής καταγωγής κι αυτός, όπως φαινόταν από το ντύσιμό του, πλησίασε μαζί με τον Λέοντα αλλά από το πλάι, προσπαθώντας να καταλάβει τα «κολοβά» όπλα των ξένων. Είχε κι αυτός μακριές πλεξούδες τα μαλλιά του και τα γένια του είχαν φτάσει μέχρι το στήθος του, αλλά μερικές ουλές στο πρόσωπό του, κάποιες εκ των οποίων ήταν αρκετά βαθιές, του έδιναν την όψη πειρατή του δέκατου πέμπτου αιώνα.
Ο Γιώργος γύρισε το κεφάλι προς το μέρος του και παρατήρησε ότι δυό δικοί του στρατιώτες με το χέρι στα οπλοπολυβόλα τους και η Δεκανέας, αυτή που είχε συνομιλήσει στο γραφείο προηγουμένως, πρόσεχαν την παραμικρή κίνηση του άρχοντα – πειρατή. Δεν έκαναν όμως καμιά κίνηση προς το μέρος του κι αν τον απειλούσαν με τα όπλα τους, δεν ήταν καθόλου σίγουροι ότι εκείνος μπορούσε να καταλάβει την απειλή. Δεν θα φοβόταν βέβαια δυό κούφια ραβδιά, αν δεν του έδειχναν τι ήταν ικανά αυτά τα ραβδιά να κάνουν.
Ο «πειρατής» φαινόταν αρκετά έξυπνος, κοιτούσε τα «ραβδιά» μέσα στις κάνες – έστω και από απόσταση – και προσπαθούσε να αντιληφθεί την δύναμή τους. Το ενδιαφέρον βέβαια όλων είχαν τραβήξει τα αυτοκινούμενα αυτά άρματα και τα περίεργα ρούχα των «Θεών».
Ο Γιώργος μίλησε στην Ράνια. Προσπάθησε να μιλήσει σιγά, σχεδόν μέσα από τα δόντια του, χωρίς να πολυκουνήσει τα χείλη:
«Αν κατάλαβα καλά, αυτός είναι … Αγαμέμνων, εκείνος ο Οδυσσέας… και είμαστε … είμαστε χίλια εκατό χρόνια πριν γεννηθεί ο Χριστός;»
Η Δεκανέας ήθελε να χαμογελάσει αλλά σοβαρή, απλά κούνησε το κεφάλι καταφατικά: «Και μην ξεχαστείτε και μιλήσετε για Χριστό… δεν θα καταλάβουν τι τους λέμε!»
Ήταν η σειρά του Γιώργου να γελάσει. Και γέλασε λιτά, κάτι πιο πολύ από χαμόγελο. Πρόσεξε ότι ο Αχαιός βασιλιάς το πήρε σαν προσβολή, αλλά έκανε ότι δεν το πρόσεξε. Χαιρέτισε στρατιωτικά (Θεέ μου πόσο το σιχαινόταν αυτό) και εισέπραξε τον αντίστοιχο αρχαιοελληνικό χαιρετισμό με το χτύπημα της δεξιάς γροθιάς στον θώρακα, στο μέρος της καρδιάς. Δυό γυναίκες ντυμένες (;) με δυό διάφανους χιτώνες, προσέφεραν εκ μέρους του οικοδεσπότη (αυτός ήταν ο Αγαμέμνων), στους «Θεούς», κρασί και σύκα ξεραμένα στον Ασιατικό ήλιο. Τέλειωσαν με όλα αυτά τα εθιμοτυπικά και ο Λέοντας, προσκάλεσε τον Ταγματάρχη και την ακολουθία του – μόνο πέντε άτομα όμως – στην μεγάλη σκηνή. Ο Γιώργος μπήκε σε ένα πραγματικό παλάτι παραμυθιού, με την μεγάλη φωτιά αναμμένη στο κέντρο του «δωματίου» που έφτιαχναν οι σαν κουρελούδες κουρτίνες, μύρισε τα αρωματικά που καίγονταν και έκαναν ευχάριστη την ατμόσφαιρα, οι οσμές από τον ιδρώτα τόσων στρατιωτών που δεν είχαν και την καλύτερη σχέση με το νερό και το σαπούνι, έπρεπε κάπως να καλυφθούν και κάθισε σε ένα ανάκλιντρο με το κρασί στο χέρι. Απέναντί του κάθισαν και οι αρχηγοί των Αχαιών, όλοι μαζί εκτός του Αγαμέμνονα και ενός άλλου, νεαρότερου και όμορφου πολέμαρχου, που στέκονταν πιο μπροστά, όρθιοι και σοβαροί. Όταν ο Λέοντας μίλησε, η Ράνια, έκανε χρέη διερμηνέα - δεν πήγαν χαμένες οι φιλολογικές σπουδές της – αν και ο Γιώργος καταλάβαινε μέσες – άκρες τα λόγια του. παρατήρησε ότι αυτός που είχε λογίσει για τον Οδυσσέα, καθόταν ακόμα πιο πέρα και παρατηρούσε με όση μεγαλύτερη ένταση μπορούσε τους ξένους. Ξαφνικά, διέκοψε τον λόγο του αρχηγού του:
«Έρχεστε από τους ουρανούς; Ή μήπως να πω… από το αύριο;»