Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 9 Νοεμβρίου 2016

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18

«Θα μπορούσε να είναι κι έτσι…», είπε η Ποθητή. «Πολλά λέγουσι, αλλά….»
Σήκωσε τα μανίκια της ρόμπας της γιατί είχαν πέσει από το δίπλωμα και κόλλαγε η ζύμη πάνω τους. Είχε ζέστη και οι γυναίκες απολάμβαναν την συντροφιά η μια της άλλης, κάνοντας συλλογικά τις δουλειές τους. Τα εφτάζυμα είχαν αναλάβει η Ποθητή με την αδερφή της και τα γλυκά, ειδικά τα «φοινίκια», η Κυράννα με την κόρη της την Καλοτίνα. Όταν θα ετοιμαζόντουσαν όλα, θα τα μοίραζαν.
«Έτσι είναι όπως τα λέγω», απάντησε η Κυράννα. «Θα σου τα πω άλλη μια να ξεστρίψει το μυαλό σου να τα καταλάβεις…»
Η Καλοτίνα χαμογέλασε, θα άκουγε την ίδια ιστορία για πολλοστή φορά. Κάθε Χριστούγεννα, η μάνα της την έλεγε και κάθε φορά η Ποθητή, ίσως για να της πάει κόντρα και μόνο, έκανε ότι δεν την πίστευε.
«Που λες, όταν η Μεγαλόχαρη είχε τους πόνους της γέννας, είχε πεθυμιά και ζήτησε ένα χουρμά. Φοίνικα όπως τον λέγανε. Έτρεξε ο Ιωσήφ και της έφερε. Η Παναγιά τον έφαγε με μεγάλη χαρά, τον λαχταρούσε τόσο, πριν όμως προφτάσει να βγάλει το κουκούτσι από το στόμα ένας πολύ δυνατός πόνος, την έκανε να φωνάξει Ω! οπότε κι αυτή η κραυγή έμεινε χαραγμένη σε κάθε κουκούτσι του φοίνικα – χουρμά. Σε ανάμνηση λοιπόν αυτού, γίνονται τα φοινίκια κάθε Χριστούγεννα…», γέλασε σαν είδε την έκφραση των άλλων γυναικών και άρχισε να τις ευλογεί κοροϊδευτικά, σαν παπάς, κάνοντας το σχήμα του σταυρού στον αέρα.

Η μεγάλη μέρα της Γέννησης του Κυρίου έφτανε και οι γυναίκες του νησιού είχαν τις φούριες τους. Γλυκά, εφτάζυμα, λάτρα και ασπρίσματα, έπρεπε να γίνουν, να φανούν οι αρετές τους και να υποδεχτούν με τιμές το «θείο βρέφος». Οι άντρες ετοίμαζαν τις φωτιές για τα γλέντια, τα κρέατα και τα ψάρια, τα κρασιά, τα τσίπουρα και τα ούζα. Κάπου – κάπου φρόντιζαν και κάποιες επιδιορθώσεις σε μερεμέτια του σπιτιού. Ο κυρ Δημητρός είχε βάλει τον Μέμο να καθαρίσει με ένα σκληρό πινέλο, τα ψηφιδωτά στις βεράντες, προκαλώντας βέβαια την γκρίνια του και μια στραβομουτσουνιά. Και όταν έβλεπε τους φίλους του από κάτω να περνάνε με την βάρκα, τώρα που ο καιρός είχε πάλι ηρεμίσει από τους δυνατούς αέρηδες τόσων ημερών, η καρδιά του καιγόταν να πάει για ψάρεμα.

«Όλα εγώ τα κάμω, όλο μένα βάζεις …», είπε για να εισπράξει μια σβερκιά από τον πατέρα του.
«Άντε βρε Κώτικο μποχάλι, δούλευε και μη γκρινιάζεις μέρες που ‘ναι»
Ο Κλεάνθης είχε βαλθεί να καθαρίσει τον καφενέ του, μην έρθουν τα Χριστούγεννα, μην έρθει ο νέος χρόνος και μείνουνε λερά, «… και οι καλικάντζαροι ετούτα λαχταρούνε…», όπως του είχε πει και ο Σκαρένιος, σε μια στιγμή δεισιδαιμονικής κατάληψής του. Γέλασε σαν σκέφτηκε το Γιαννιό και βέβαια μαζί με αυτόν και τον «Κουρέλι». Κοίταξε προς την εκκλησία και έκανε τον σταυρό του στο άκουσμα της καμπάνας που καλούσε τους πιστούς για την μετάληψη.
Είχε ζητήσει από δυο γυναίκες να τον βοηθήσουν (επ’ αμοιβή) και τώρα τις έβλεπε που είχαν, με ανασηκωμένα τα μανίκια τους, βγάλει όλες τις καρέκλες και τα τραπέζια του μαγαζιού στην αυλή, έριχναν νερά, έτριβαν σαπούνι και διάφορα άλλα υλικά στο πάτωμα που μόνο οι νοικοκυρές ξέρουν, καθάριζαν τοίχους και παραθυρόφυλλα, πάγκους και νεροχύτες. Ευχαριστιόταν ο Κλεάνθης σαν μύριζε την καθαριότητα των γυναικών. Κάποιοι πελάτες που είχαν έρθει για το πρωινό τους καφεδάκι, να φύγουν από τα πόδια των γυναικών τους σήμερα παραμονή των Χριστουγέννων, στάθηκαν άτυχοι.
«Μωρέ Κλεανθιό, να φύγω από την κερά ήθελα, αλλά κι εδώ τα ίδια μαθές; Λες και η γυναίκα με ακολουθεί με την λάτρα της» και γέλασαν καλοκάγαθα.
Ο Κλεάνθης στήριξε την πλάτη στη κολώνα της μικρής κληματαριάς, καθισμένος σε ένα ξύλινο σκαμνάκι, Τούρκικο με χειροποίητα σκαλίσματα. Άναψε τσιγάρο και προσπάθησε να χαρεί την πρώτη ρουφηξιά. Τον έπιασε βήχας και τα μάτια του δάκρυσαν.
«Ε, βρε Κλεάνθη …», άκουσε πίσω του μια φωνή. Μια γνώριμη φωνή, που για άγνωστο λόγο του δημιουργούσε μια επιθυμία, μια ζέστη.
«Ίντα έγινε μαθές; Λάτρες έχεις σήμερις;»
Γύρισε το κεφάλι χαμογελώντας. Ο κυρ Βασίλης το «Μαραγκούλι», ερχόταν από την πλατεία, συνοδεύοντας την κόρη του. Την Υπαπαντή. Κι εκείνη του χαμογελούσε. «Γλυκό πρόσωπο, γλυκό χαμόγελο, γλυκιά εμφάνιση…», σκέφτηκε ο άντρας. Χαιρέτισε κι εκείνος με τη σειρά του.
«Καλημέρα κυρ Βασίλη, καλημέρα ‘Παπαντή, ίντα κάμετε πρωινιάτικα από τα μέρη μας; Να σας κεράσω κάτι;», είπε με τα μάτια όμως κολλημένα στην όμορφη κόρη. «Ελάτε περάστε… κάτι θα πάρετε, δεν ημπορεί…»
Ο κυρ Βασίλης, πρόσεξε το βλέμμα του Κλεάνθη και χαμογέλασε. Χαζός δεν ήταν, απλά τώρα μπορούσε να εξηγήσει την επιμονή της κόρης του να τον συνοδεύσει στην πλατεία, που είχε να συζητήσει για κάποια θέματα με ένα πελάτη του, προφασιζόμενη ότι ήθελε να αγοράσει κάτι που δεν κατάλαβε από το εμπορικό του Γιάννη του «Μάγκα». Επιπλοποιός ο κυρ Βασίλης, τεχνίτης άξιος και μερακλής, είχε φτιάξει τα καλύτερα έπιπλα για όλων των ειδών τα βαλάντια, για όλα σχεδόν τα σπίτια στο νησί. Είχε βάλει και τον γιό του στη δουλειά, ενώ η κόρη του η Υπαπαντή, ήταν ακόμη μαθήτρια στο Σχολαρχείο.
«Μπα… καλύτερα γιέ μου να συνεχίσουμε, να κάμεις κι εσύ τη δουλειά σου, άνω κάτω είσαι μαθές, να τελειώνω κι εγώ και η κόρη μου τα ψώνια της, να πάμε σπίτι να στολιστούμε για την εκκλησιά. Περνάνε γρήγορις οι ώρες και … Παραμονή είναι, υπάρχουν πολλά που πρέπει να τελειώσουν»
«Α, όχι ‘πιμένω κυρ Βασίλη. Μισή ώρα μονάχα, έτσι για καλημέρισμα…» και σηκώθηκε να πάει προς την κουζίνα, αφού πρώτα λευτέρωσε ένα τραπέζι και τρεις καρέκλες, να κάτσουν.
Σκέφτηκε ότι επέμεινε πολύ και με ένταση. Το μετάνιωσε που φέρθηκε έτσι, σαν να έδειχνε τι ήταν αυτό που ήθελε. Από την άλλη, δεν ήταν και τόσο κακό που έδειξε αυτό που ήθελε, αρκεί να το καταλάβαινε το σωστό άτομο. Απλά το είχαν καταλάβει και οι δυό.
Μόλις έφερε τους καφέδες στον στρογγυλό δίσκο με την ξεβαμμένη διαφήμιση, ακούστηκαν κάποια χτυπήματα σε τενεκέδες. Παιδικές φωνές ακούστηκαν που πλησίαζαν και στη στροφή της εκκλησίας φάνηκε μια ομάδα από πιτσιρίκια, το μεγαλύτερο επτά ή οκτώ χρονών και το μικρότερο τριών, να κατεβαίνει το δρόμο. Δυο – τρία ήταν ξυπόλυτα, με τα παπούτσια τους περασμένα στον λαιμό, δεν άντεχαν την υπόδηση, φορώντας όμως καθαρά ρούχα.
«Αύτη είναι η ημέρα όπου ήρθ’ ο Λυτρωτής από Μαριάμ μητέρα εκ Παρθένου γεννηθείς. Άναρχος αρχήν λαμβάνει και σαρκούται ο Θεός ο αγέννητος γεννάται εις την φάτνην τάπεινός Άγγελοι το νέον λέγουν εις ποιμένας και βοσκούς ο αστήρ, το θαύμα δείχνει εις τους μάγους και σοφούς».
Όλοι άφησαν τις δουλειές που έκαναν για να απολαύσουν αυτή τη παιδική χορωδία που φάλτσα προσπαθούσε να πει τα κάλαντα. Όχι μόνο για τα λεφτά ή τα φοινίκια και κουρκουμπίνια ή κουραμπιέδες, αλλά και για το μεγαλείο του Χριστού. Κάποια από τα παιδιά, τα πιο μικρά, δεν ήξεραν τα λόγια και απλά ανοιγόκλειναν το στόμα ή φώναζαν μόνο τις καταλήξεις, προκαλώντας το γέλιο.
Η θάλασσα ήταν ήρεμη και ο ήλιος αρκετά ζεστός, σα να ήταν άνοιξη. Τα μανίκια είχαν σηκωθεί και τα πουκάμισα των νέων αντρών είχαν ξεκουμπωθεί στο στήθος. Ο Κλεάνθης γύρισε το βλέμμα του στην Υπαπαντή και πρόσεξε την κίνηση των ματιών της, στην απελπισμένη προσπάθειά της, να μη φανεί ότι τον κοίταγε αρκετή ώρα. Χαμογελούσε σκύβοντας το κεφάλι της, στέλνοντας όμως ένα ενθαρρυντικό μήνυμα στον νέο που την ενδιέφερε. Και τον μήνυμα αυτό ήταν εκκωφαντικά ξεκάθαρο. Χαμογέλασε και ο Κλεάνθης, πήρε κουράγιο και είδε την μέρα, την όμορφη αυτή μέρα, ακόμα πιο όμορφη και αισιόδοξη.
Της πρόσφερε το ποτήρι με το «υποβρύχιο», αυτό από το Μπουντρούμ που ζητούσε ο Γιάννης ο «Σκάρτος», το καϊμάκι, που το λόγιζε γλυκό σαν τη ματιά της. Εκείνη το πήρε και κατά λάθος (;), άγγιξε το χέρι του. Κάτι σαν ηλεκτρισμός τον διαπέρασε και το τράβηξε γρήγορα και απότομα. Ευτυχώς ο κυρ Βασίλης δεν είχε καταλάβει τίποτα, ή έτσι τουλάχιστον νόμιζε.
Τόσα χρόνια πια, από το ατύχημά του μέχρι σήμερα, δεν είχε βλέψεις σε καμιά κοπέλα. Σε όλες άρεσε, ωραίος άντρας ήταν, αλλά αυτό το χωλό πόδι ήταν το εμπόδιο για μια σχέση, πόσο μάλλον για ένα γάμο. Ο αθέλητος ρατσισμός εκδηλωνόταν χωρίς μάσκα, χωρίς ντροπές, χωρίς προσχήματα. Ούτε να το ονειρευτεί δεν μπορούσε. Πολλές φορές, όπως όλοι οι άνθρωποι, όποτε έκλεινε τα μάτια, φανταζόταν τον εαυτό του υγιή, να περπατάει στα μαράσια και τα κορίτσια να κρυφοκοιτούν πίσω από τα μισόκλειστα παντζούρια. Να τον ορέγονται, να τον θέλουν, να λειώνουν γι αυτόν κι εκείνος αγέρωχος να συνεχίζει το περπάτημά του, χαμογελώντας με τα «θέλω» τους.
Σκεφτόταν να έχει όποια θέλει, να φιλά νεανικά χείλη, να χαϊδεύει κοριτσίστικα κορμιά, ν’ ανακατώνει κατάμαυρα στιλπνά μαλλιά. Τα χρόνια όμως πέρασαν και τα όνειρα έμειναν όνειρα κι εκείνος με πόδι που σερνόταν και τον καθυστερούσε, δίνοντας μια κωμική χροιά στο περπάτημα ενός, κατά τα άλλα, ωραίου άντρα.
 Μέχρι που και τα όνειρα στέρεψαν, τον κούρασαν, δεν είχαν πια νόημα. Οι κόσμοι της ομορφιάς μέσα του γκρεμίστηκαν, οι τύψεις τον κυρίευσαν σαν ήθελε πάλι τις εικόνες, έγινε ράκος αχάιδευτο και μόνο, να αφυπνίζεται από την αναπηρία, κάθε που είχε ελπίδα. Οι ουτοπίες του έφυγαν, πήγαν μακριά, ψηλά και πέρα από τον δικό του ήλιο.
Ο κόσμος του όλος είχε περιοριστεί σε μια στέρφα οικογένεια, ευτυχώς που η Νικολέτα έσπασε αυτό το ομιχλώδες τοπίο με την μικρή της επανάσταση, σε μια αναπηρία του ίδιου του του αντρισμού ακόμα, κατά τους Αθηναίους δημοσιογράφους και την μικρή μίζερη και γεροντική κοινωνία του καφενέ του. Όταν ακούς τις παλιές ιστορίες των γερο ναυτικών, τις περασμένες δόξες των ανάπηρων «μηχανικών» και τους ξεπερασμένους πια, ηρωισμούς των γερο ψαράδων, ο χρόνος σε παίρνει πίσω, σε παίρνει σε εκείνα τα παλιά τα χρόνια, γίνεσαι γέρος από την νεότητά σου ακόμα, γίνεσαι ένας νεκρός που ακόμα δεν το ξέρεις, περιμένοντας στωικά την τελευταία ανάσα.
Μέχρι που έρχεται αυτή, η Υπαπαντή, νέα και όμορφη και φρέσκια σαν πρωινή ηλιαχτίδα και σου θυμίζει ότι ζεις, ότι είσαι νέος και όμορφος, ότι ενδιαφέρεις και μπορείς να δημιουργήσεις. Σου παίρνει την μιζέρια και την θλίψη από το μυαλό, σε κάνει  ικανό για τρέλες και καμώματα που δεν θα είχες διανοηθεί, σου δίνει  ελπίδες και σε ξαναγεννά. Δεύτερη φορά σαν μάνα, σαν Πλάστης. Με τι δικαίωμα; Ποιος της είπε να το κάνει αυτό; Γιατί πρέπει να τον τυραννήσει τώρα που είχε πάρει την μεγάλη του απόφαση να μπαρκάρει;
Η ελπίδα είναι βάρος στη ψυχή όποιου αποφασίσει την απώλεια, την απομόνωση, το τέλος. Είχε τη ζωή του στα χέρια του και μόνο, κι αν κάτι του συνέβαινε, λίγοι συγγενείς θα μπορούσαν να τον κλάψουν. Τώρα όμως ήταν υπόλογος και στην καρδιά του την ίδια. Ήταν υπόλογος στην αγάπη, στην ομορφιά, στη ζήση. Δεν μπορούσε να βλάψει μόνο τον ίδιο τον Κλεάνθη, αλλά και κάτι που, έξω από αυτόν, θα μπορούσε να ήταν κομμάτι του -  ήταν κομμάτι του - θέλοντας και μη.
Κοίταξε ξανά την κοπέλα, τώρα κι αυτή είχε σηκώσει τα μάτια της στο πρόσωπό του και ήταν σοβαρή. Και αμίλητη. Θεέ μου, πόσα πολλά έλεγε αυτή σιωπή, αυτή η παρατεταμένη ματιά, εκείνα τα χείλη που δεν σάλευαν και απλά άχνιζαν τις επιθυμίες τους. Να μπορούσε να την πάρει στα χέρια του, να την αγκαλιάσει, να την σφίξει στο στήθος του, να νοιώσει την αναπνοή της πάνω του, στο δέρμα του. Και με τη στάση του, της έδινε να καταλάβει τα εσώψυχά του.
«Να πααίνουμε κι εμείς Κλεάνθη μου…», ακούστηκε σαν κεραυνός η φωνή του κυρ Βασίλη και τον έβγαλε από τις σκέψεις του. «Πέρασε η ώρα και ακόμη εδώ είμαστε και οι δουλειές έχουσι το κακό συνήθειο να θέλουν χέρια. Άντε το λοιπό, θα τα πούμε το βράδυ στην ‘κκλησιά»
 Τους είδε να απομακρύνονται πατέρας και κόρη, δίπλα – δίπλα, προς την μεριά της μεγάλης πλατείας. Την είδε που προσποιούμενη ότι μιλάει στον κυρ Βασίλη, τον κοίταξε πάνω από τον ώμο της και σήκωσε ελαφρά το χέρι σε χαιρετισμό. Χαμογέλασε και την χαιρέτισε κι εκείνος όσο πιο διακριτικά και συνωμοτικά μπορούσε. Αυτή η κρυφή επικοινωνία τους, έδινε χαρά και φτερά και στους δυο τους. Το μέλλον γραφόταν τώρα μπροστά τους, είχε επιτέλους ο Κλεάνθης κάτι, που μπορούσε να διαχειριστεί μόνος του, κάτι που – όπως έβλεπε να εξελίσσονται τα πράγματα – περνούσε από τα χέρια του και, ίσως, μόνο απ’ αυτά.

«Όμορφος είμαι μαθές; Ε, κόρη μου; περήφανη για τον πατέρα σου;», είπε ο κυρ Δημητρός στην Καλοτίνα, σαν του ίσιωνε την γραβάτα του. Φορούσε το μαύρο του ριγέ κουστούμι και ένα κατάλευκο πουκάμισο. Το λευκό του μουστάκι ήταν περιποιημένο και τα μαλλιά του ισιωμένα με κρέμα περιποίησης.
«Κούκλος πατέρα… μα τι, καρτζές θες να κάψεις μαθές στην ‘κκλησιά;»
Ο Κυρ Δημητρός γέλασε με τα σχόλια της κόρης του, αλλά και πραγματικά ευχαριστημένος από την εικόνα του στον καθρέφτη. Η Κυράννα κούναγε περιφρονητικά το κεφάλι της στα καμώματα του άντρα της και προσπαθούσε να στερεώσει μια καρφίτσα στο πέτο της ζακέτας της. Γέλασε, έβαλε από λαιμαργία ένα φοινίκι στο στόμα και το κατάπιε σχεδόν αμάσητο. Περπατούσε πάνω – κάτω στη κουζίνα και φρόντιζε και την τελευταία λεπτομέρεια. Περίμεναν την Νικολέτα με τον Σέμο, για να πάνε όλοι μαζί στην εκκλησία του Αι Νικόλα για την λειτουργία των Χριστουγέννων. Κόντευε έντεκα η ώρα και ακόμη το ζευγάρι δεν είχε κάνει την εμφάνισή του.
«Είναι έγγυα …», μουρμούρισε, «… ε, μπειράζει…».
Οι καμπάνες όμως χτυπούσαν εδώ και αρκετή ώρα. Αυτό μεγάλωνε τον εκνευρισμό της μάνας, που προσπαθούσε να βρει τρόπο να εκτονωθεί, κάτι έξω από γκρίνια, ήμερα που ήταν. Κοίταξε την Καλοτίνα της. «Όμορφη κόρη…», σκέφτηκε με μια λάμψη στα μάτια. «Όμορφη και καλοσυνάτη …», συνέχισε την σκέψη της, «… και νοικοκυρά. Όλα τα καλά έχει πάνω της. Κάμε Θεέ μου να βρεθεί ένα καλό παλικάρι και γι αυτήν, να… σαν της Νικολέτας…»
«Μάνα, έτοιμη μαθές; Βάλε καημένη λίγο κοκκινάδι στο στόμα, γίνου πιο … πώς να το πω, πιο γλυκιά…», βρήκε μια άστοχη λέξη.
Της έδωσε ένα κοκκινάδι από την τσάντα της και έβγαλε μια πούδρα από το συρτάρι του κομό, εκεί που είχε τα λίγα καλλυντικά της. Η Κυράννα στάθηκε πειθήνια στις παροτρύνσεις της κόρης της και σε λίγο θαύμαζε το είδωλό της στον καθρέφτη, για ν’ ακούσει και τα συχαρίκια του άντρα της. Κορδώθηκε σαν σκεπάρνι (όχι γύφτικο πάντως) και έστρωσε τα μαλλιά της. Το σφύριγμα θαυμασμού του Κλεάνθη που μόλις είχε βγει από το δωμάτιο «των αντρών», της τόνωσε την ματαιοδοξία της.
«Κούκλος είσαι Κλεάνθη μου, κούκλος! Στην ‘κκλησιά θα είσαι ο πιο όμορφος. Άντε τα κορίτσια να παρακολουθήσουν την λετουργιά», του επέστρεψε τον θαυμασμό του.
«Δεν τον νοιάζουν οι κοπελούες τον αδερφό μου. Μια τον νοιάζει μόνο. Έτσι αδέρφι;»
Χαμογέλασε και του έκλεισε το μάτι. Έξυπνη κοπέλα η Καλοτίνα, δεν της είχε ξεφύγει το ενδιαφέρον για την Υπαπαντή. Και στον γάμο της αδερφής της, αλλά και από λόγια τις υπόλοιπες μέρες. Κι εκείνη, σαν πειραχτήρι που ήταν, όλο έφερνε την συζήτηση γύρω από αυτήν. Πότε έλεγε ότι ήταν καλό κορίτσι, πότε θα πέρναγε από το σπίτι της, πότε ότι είχε δανειστεί κάτι, ένα βιβλίο ας πούμε, από κείνην. Και βέβαια μελετούσε την στάση, ή μάλλον την στενάχωρη αμηχανία του αδερφού της.
Το χτύπημα της πόρτας τους έκανε να γυρίσουν το βλέμμα προς τα κει.
«Επιτέλους, ήρθασι…», είπε η Κυράννα κι έτρεξε, προλαβαίνοντας την Καλοτίνα, να ανοίξει.
«Καλώς τα παιιά μου. Καλώς τα μου», σχεδόν φώναζε, «… καλώς και τα τρία μου…» και βάλθηκε να χαϊδεύει τη κοιλιά της κόρης της. «Περάστε, κατεβείτε με προσοχή …» και έδειξε τα τρία σκαλάκια της εισόδου. Τους φίλησε και έβαλε την κόρη του να καθίσει.
«Κάτσε βρε μάνα, ακόμα δεν φούσκωσα. Μην κάνεις έτσι, μη με χαϊδεύεις τόσο, θα κακομάθω…»
«Να κακομάθεις φρεγάτα μου…», επενέβη ο Σέμος. «Να κακομάθεις… εγώ είμαι εδώ» και της έπιασε τρυφερά το χέρι.
«Αν είμεθα έτοιμοι να πααίνουμε…», μίλησε τώρα ο κυρ Δημητρός, «… άντες και αργήσαμε. Αλήθεια εκείνο το κόρνιο, το γουρλί… που είναι, ακόμα να ετοιμαστεί;»
Ο Μέμος φάνηκε από το δωμάτιο πηδώντας στο ένα πόδι, προσπαθώντας να δέσει τα κορδόνια του παπουτσιού του: «Ίντα με βρίζεις βρε πατέρα; Ίντα θέλεις; Τώρα δεν ήρθασι και οι νιόπαντροι; Εγώ μαθές θα φταίω για όλα;»
«Άντες να πηγαίνουμι…», επανέλαβε η Κυράννα.
Στην εκκλησία έκανε πολύ ζέστη και οι πόρτες ήταν ανοικτές. Φύσαγε Σοροκάδα που έφερνε σκόνη και ψηλές θερμοκρασίες, για τέτοιο μήνα, από την Αφρική. Ο γυναικωνίτης ψηλά ήταν γεμάτος από νωρίς και οι νεώτερες και οι άγαμες κοπέλες, μπροστά – μπροστά, ακουμπούσαν στην κουπαστή, να μπορούν να έχουν θέα προς όλους τους εκκλησιαζόμενους από κάτω. Προς όλους; Όχι βέβαια, ποια ενδιαφερόταν για τους γερο ναυτικούς ή για τον «Μαρκούτσο» και τον Κωνσταντή ή τον «Σκάρτο» ή τον «Τρούπα», ο οποίος, παρεμπιπτόντως είχε ντυθεί την μαύρη τήβεννο του ψάλτη και στεκόταν με ένα χαζό χαμόγελο δίπλα στον αριστερό ψάλτη και ανοιγόκλεινε το στόμα. Τα μάτια έπεφταν στα νέα παλικάρια, στους «μηχανικούς» ιδιαίτερα και στα αγόρια του Νικηφόρειου γυμνασίου για τις πιο νέες.
Η οικογένεια της Υπαπαντής καθόταν κάτω και αριστερά με τον κυρ Βασίλη στητό να ακούει και να ψέλνει μαζί. Δίπλα του η κυρα Θεμελίνα και ο γιός του σε απόλυτη ευθεία λες και είχαν παραταχθεί σε στρατιωτικό σχηματισμό. Κάθε τόσο η κόρη γύρναγε το κεφάλι προς την πόρτα, τάχα αδιάφορα, μα στην πραγματικότητα περιμένοντας τον Κλεάνθη. Όσο δεν τον έβλεπε, κάτι μέσα της την «έτρωγε», κάποιος πόνος στο στομάχι την έκανε να κάνει βήματα, μια μπρος μια πίσω. Ο πατέρας της, έκανε νόημα με τα μάτια να ησυχάσει και ένα ανεπαίσθητο χαμόγελο φάνηκε κάτω από το μακρύ του μουστάκι και στην άκρη των ματιών του. Κοίταξε διακριτικά κι αυτός προς την πόρτα. Αυτό που έτρωγε την κόρη του, μόλις είχε φτάσει. «Τώρα θα ηρεμίσει λίγο …», σκέφτηκε και το χαμόγελό του έγινε πιο μεγάλο.
Ο Κλεάνθης μπήκε στην εκκλησία πίσω από τις δυό του αδερφές παρέα με τον Σέμο. Τα μάτια του λες και είχαν προγραμματιστεί μόνα τους, διέτρεξαν την εκκλησία και γρήγορα εντόπισε το βλέμμα της Υπαπαντής. Εκείνη ανοιγόκλεισε τα μάτια με μια κίνηση του κεφαλιού, σαν να του έλεγε: «γιατί άργησες;» και φάνηκε να κάνει ένα βήμα πιο πίσω. Της χαμογέλασε κάτι που έγινε αντιληπτό από τη Καλοτίνα (πόσο ήξερε να διαβάζει τον αδερφό της!) και μετά γύρισε το βλέμμα προς τους παπάδες που τώρα έραιναν τον κόσμο με αγιασμό. Έκανε τον σταυρό της και κάτι μουρμούρισε, τα χείλη της τουλάχιστον αυτό έδειξαν, έπιασε την πλάτη της μπροστινής της καρέκλας και με το χέρι, έκανε αέρα στο πρόσωπό της.
Η Μαρία η Λισγάρινα, ήταν μια ψηλή και θεωρητική γυναίκα από την Λέρο, που είχε παντρευτεί Καλύμνιο σφουγγαρέμπορο. Επειδή οι δουλειές του άντρα της ήταν στην Αυστραλία, είχαν μετακομίσει εκεί, στο Σύδνεϋ. Αλλά η αγάπη του Σκεύου του Λισγάρη για το νησί του, τον έκανε κάθε δεύτερο ή τρίτο  χρόνο, το Πάσχα ή τα Χριστούγεννα, να επιστρέφει. Ήθελε αυτή την επαφή με τον κόσμο του, με τους δικούς του ανθρώπους, με τη δική του γη. «Οι θάλασσες εκεί είναι λερές…», έλεγε κάθε που μιλούσε για την ξενιτειά του, «… εδώ είναι καθάριες και γαλάζιες και έχουν ανθρώπους καλούς να τις δουλεύουν…».
Η Μαρία λοιπόν, κουράστηκε εκεί στον ξένο τόπο, δίπλα στον άντρα της, αλλά τελικά είχε δει πολλά χρήματα στα χέρια της. Έγινε μεγάλη και τρανή κι έτσι σήκωσε και την μύτη της, πάνω από τους ώμους. Όσο απλός και καταδεκτικός ήταν ο Σκεύος, τόσο απρόσιτη η γυναίκα του. Κάτι το οποίο σχολιάστηκε από τις «γαλιάντρες» της Καλύμνου. Και τι δεν είπαν για αυτήν! Και τι γέλια δεν έριχναν από πίσω της. Αλλά και η ίδια η Λισγάρινα έδινε αφορμές γι αυτό με τα καμώματά της. Έπρεπε να δείξει τα πλούτη της στις απλές νησιώτισσες, να δείξει την ανωτερότητά της, το ότι ήταν σχεδόν αγράμματη δεν έπαιζε κανένα ρόλο στην επίδειξή της, να κάνει τη φιάκα της. Και έτσι φορούσε την γούνα που είχε. Μια άσπρη, πανέμορφη γούνα από Ρώσικη ερμίνα, που την κρατούσε ζεστή. Αλλά όταν φυσάει Σοροκάδα, όταν οι περισσότεροι κόντευαν να λιποθυμήσουν από την ζέστη σε αυτόν τον κλειστό χώρο με τα λιβάνια και τις ψαλμωδίες, όταν ο ίδιος ο παπάς είχε δώσει εντολή να ανοίξουν όλες οι πόρτες, ε, τότε δικαιολογημένα το μολύβι των ματιών στο πρόσωπο της γουνοφορεμένης Μαρίας, να τρέξει και να κυλήσει σαν μαύρο δάκρυ στο μάγουλο. Ιδρώτας γυάλιζε στο μέτωπο, τα μάτια είχαν κοκκινίσει, αλλά η γούνα – γούνα και φυσικά τα κουτσομπολιά – κουτσομπολιά και τα γέλια – γέλια.

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2016

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17

«Σκατόκαιρος μαθές… λες και θέλει η ρημάδα να μας καταπιεί…», έβγαλε τον καημό του, βλέποντας τη θάλασσα, ο καπετάν Λούτσος, αυτός που πάντα γκρίνιαζε για τη θάλασσα, για τους αέρηδες και τις βροχές. Και η αλήθεια είναι ότι τώρα, που ήταν μερικές μέρες πριν παραμονή Χριστουγέννων η θάλασσα προσπαθούσε να κατακτήσει την στεριά, να καταπιεί το νησί, στέλνοντας στρατιές κυμάτων καταπάνω του, προσπαθώντας να σπάσει τους βράχους του κυματοθραύστη του λιμανιού, αλλά και τα τσιμέντα και την άσφαλτο της μεγάλης πλατείας.
Πάνω στο κτίριο του παλιού Επαρχείου, τα κύματα σήκωναν το ανάστημά τους στα τρία μέτρα, λες και το νησί ήταν καράβι που ταξίδευε στο πέλαγο. Παντού, στους δρόμους, στα μικρά παρκάκια που με κόπο είχε φτιάξει ο δήμαρχος, στα χωμάτινα πεζοδρόμια, το νερό έκανε μικρές λιμνούλες και το αλάτι στις άκρες φαινόταν άσπρη κηλίδα, κάθε φορά που ο ήλιος μπορούσε να διαπεράσει τα σύννεφα.
«Ευτυχώς που δε βρέχει… για φαντάσου κι αυτό…», συμπλήρωσε ο «Μαρίδας» ο Γιάννης. Παλιός ναυτικός κι αυτός είχε δει και δει στα τόσα χρόνια με τα καράβια. Ακόμα και με τα «ποστάλια»73 η ζωή του ήταν γεμάτη πιότερο από κύματα παρά από τα χάδια της γυναίκας του, όπως έλεγε ο ίδιος γελώντας.
Ο Γιάννης ο «Μαρίδας», ήταν γύρω στα εξήντα, αλλά φαινόταν πολύ μεγαλύτερος με τις τόσες βαθιές ρυτίδες στο πρόσωπο και στο σβέρκο, που είχε προκαλέσει η σκληρή ζωή της θάλασσας. Ο ήλιος και το αλάτι, ο φόβος του ωκεανού και η απουσία από το νησί του για τόσους και τόσους μήνες και μάλιστα τόσο συχνά, τον είχαν λυγίσει και ψυχολογικά. Παντρεμένος με την Βακίνα του Στεφάκη, έκαναν μαζεμένα τέσσερα παιδιά μέσα σε διάστημα τριών χρόνων, τα πρώτα ήταν δίδυμα και η χαρά της ζωής είχε σταματήσει εκεί.
Τον άρπαξαν τα καράβια, τα ταξιδιάρικα που κουβαλούσαν σίδερο και σιτηρά από την Αργεντίνα, κασσίτερο από την Ιρλανδία, Ρούσικα ξύλα και σίκαλη και Αμερικάνικα αυτοκίνητα και μηχανήματα σε όλο τον κόσμο. Τον πήραν τα ποστάλια που έρχονταν και πήγαιναν στον Πειραιά αλλά και τα άλλα, που έφταναν στην Αλεξάνδρεια και στο Νοβαροσίσκ74. Κάποτε είχε δουλέψει και στο «Πατρίς», αλλά και στο «Ελπίς» και είχε δει και την Αυστραλία από το Σύδνεϋ. Είχε μεταφέρει όνειρα κι ελπίδες, εμπορεύματα και ανθρώπους, είχε δει θάλασσες ξωτικές και παράξενες, με πρωτόγνωρα χρώματα και καιρούς, είχε φοβηθεί κύματα τριαντάμετρα και πειρατές από την Ασία και την Πολυνησία. Έκρυψε μετανάστες φτωχούς, παράνομους και απελπισμένους, χασίς και «φούντα» ακατέργαστη, τσιγάρα και οινόπνευμα.
Τα είχε δει όλα στη ζωή του, τα είχε νοιώσει όλα στο πετσί του, δεν είχε καταλάβει όμως την …ζωή του. Το αντιλήφθηκε όταν εκείνος ο νεαρός που του μίλησε στην τελευταία επιστροφή του (από ένα ταξίδι με φορτηγό στην Κίνα), του είπε ότι ήταν ο γιός του. Το μικρό Αργάλι του, τώρα είχε γίνει ο νεαρός Γιώργος.
Έκοψε τα ταξίδια, έκοψε τη θάλασσα και έβγαλε μια σύνταξη να μπορεί να ζει. Τώρα έβλεπε τη θάλασσα ή από την στεριά ή από την βάρκα του, όταν πήγαινε για ψάρεμα.
«Λοιπόν, θα τα φορτώσουμε;», είπε ο «Μαρίδας» στον Σέμο. «Είπα στον Φίλια να φέρει το καρότσι να τα πάρει. Για κοίτα παιί μου αν έχει έρθει το αργοκάϊκο…»


Ο Σέμος χαμογέλασε και άνοιξε την πόρτα του μαγαζιού, έριξε ματιές προς όλες τις μεριές και εντόπισε τον Φίλια στην γωνία να πίνει από ένα μπουκάλι, κρασί ή κάτι τέτοιο. «Πάλι τύφλα θα έρθει πρωί – πρωί. Και ποιός τον ακούει τον κυρ Γιάννη…», σκέφτηκε με χαμόγελο.
Γύρισε στο μαγαζί. «Έρχεται είπε» και έκανε να βγάλει το πακέτο με τα δίχτυα προς τον δρόμο. Ο κυρ Γιάννης απόσωσε τον καφέ του και σηκώθηκε να πληρώσει, βγάζοντας ένα ρολό με χαρτονομίσματα από την τσέπη του. Ο Χαλκίτης, το αφεντικό του Σέμου και ιδιοκτήτης του μαγαζιού, έτεινε το χέρι, πήρε τα χαρτονομίσματα με μια έκφραση απληστίας στο πρόσωπο και στο χαμόγελό του. Σήμερα καλά πήγε η δουλειά και ο έμπορος ήταν ευχαριστημένος. Κοίταξε τον Σέμο και τον είδε που με κόπο προσπαθούσε να σηκώσει το εμπόρευμα, να το φορτώσει στο καρότσι του Φίλια που είχε ήδη φτάσει έξω από την πόρτα. Κούνησε το κεφάλι και κάθισε στο μικρό ξύλινο γραφείο του, πήρε ένα μολύβι κι άρχισε τους υπολογισμούς του.
Ο κυρ Γιάννης έφυγε και ο αέρας, έκλεισε με θόρυβο την πόρτα. Το ηλεκτρικό έκανε κάποιες διακοπές προκαλώντας τα σχόλια και την γκρίνια ξανά του καπετάν Λούτσου και ένα σύντομο μούγκρισμα από τον Χαλκίτη. Ο Σέμος προσπάθησε να κατεβάσει και κάποια πράγματα που είχε παραγγείλει ο καπετάνιος, κάτι σημαντήρες και «καμπάνια», κάτι μεσινέζες μεγάλης διαμέτρου και καμάκια.
«Για μεγάλα ψάρια πας καπετάνιε;», είπε στον καθήμενο γερο ναυτικό.  «Για ξιφίες;»
«Μπα, όχι για τώρα. Που να βγεις Χειμωνιάτικα γιέ μου. Αλλά και τα μαύρα σημάια μου χαλάσαν και τα σήμαντρα τραβήξαν νερά και σκουριάσαν πια. Γι αυτό δεν βιάζουμε, βλέπεις για σφουγγάρια εν μπορούμε πλιο, να είν καλά το καλάρισμα…», γέλασε και κοίταξε τον σκυμμένο στα χαρτιά του, Χαλκίτη.
Ήπιε την τελευταία γουλιά από τον καφέ, που είχε κεράσει το μαγαζί και σηκώθηκε όρθιος στηριζόμενος στο μαύρο του μπαστούνι με την ασημένια κεφαλή βρυχώμενου λέοντα στο χερούλι.
«Κυρ Λευτέρη…», του είπε ο Σέμος, «… πότε τα θέλεις μαθές; Να βιαστώ για όχι;»
Αφού διευκρίνισαν τα του χρόνου παράδοσης αλλά και του τόπου, ο καπετάν Λευτέρης Μπούμας ο «Λούτσος», έφυγε σέρνοντας τα βήματά του κόντρα στο δυνατό μαϊστράλι. Σήκωσε το γιακά του χοντρού μάλλινου παλτού του και κράτησε με το χέρι, το ναυτικό του κασκέτο. Σε λίγο είχε εξαφανιστεί στην άκρη του δρόμου.
Ο Σέμος τακτοποιούσε κάποια πράγματα στα ράφια και σκεφτόταν την επόμενη παραγγελία που έπρεπε να εκτελέσει. Το κατάστημα ήταν ένα από αυτά τα κλασσικά εμπορικά μαγαζιά των νησιών, γεμάτο από λογής – λογής εμπορεύματα που είχαν σχέση με το επάγγελμα των ναυτικών. Και για ψαράδες και για το σφουγγάρι. Θα μπορούσε κανείς να βρει εκεί, από καλάμια ψαρέματος και δίχτυα, μέχρι σκάφανδρα και φορέματα κατάδυσης. Από σημαδούρες και καμάκια, μέχρι σιδεροπάπουτσα και σκαντάλια. Σχοινιά και προστατευτικά υφάλων, μέχρι κάνιστρα, βαρέλια και μαρκούτσα. Από μηχανές κολαούζα, μέχρι ανταλλακτικά μηχανότρατας.
 Το μόνο που ξεχώριζε απ’ όλη εκείνη την πανσπερμία εμπορεύματος και ήταν σωστά τοποθετημένο στα ράφια, ήταν τα τσιγάρα. Γιατί ο Χαλκίτης, είχε και το πρατήριο τσιγάρων του νησιού, αντιπροσωπεύοντας κατά κύριο λόγο τον «Παπαστράτο». Σε μια σειρά φαινόταν μια ολόκληρη σειρά από κόκκινα πακέτα με το δεκάρι σε άσπρο χρώμα, δίπλα οι άσσοι, παραδίπλα το εφτάρι. Υπήρχαν και εξωτικά τσιγάρα με το όνομα «Bayron» ή «Ρήγας», με σήμα το αντίστοιχο τραπουλόχαρτο. Ο Χαλκίτης δεν κάπνιζε και συνέχεια τσακωνόταν με τον αδερφό του που είχε καταντήσει ένα σκέτο «φουγάρο» και περπατούσε, μιλούσε, έτρωγε ακόμα, με ένα τσιγάρο στο χέρι, κάνοντας την ατμόσφαιρα σε κάθε χώρο που ήταν να βρωμάει. Κι όμως το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας τους, το όφειλαν στα τσιγάρα.
Έτσι, με πελάτες και μαζέματα πέρασε η μέρα. Τα φώτα στους δρόμους άναψαν, η θάλασσα ηρέμησε αφού μαλάκωσε ο αέρας και τα πρώτα τραγούδια είχαν αρχίσει να ακούγονται από τις ταβέρνες και τα καφενεία της πλατείας. Ο Σέμος κοίταξε, άθελά του, το μεγάλο ξύλινο ρολόι – εκρεμμές στο τοίχο της αποθήκης. Ο Χαλκίτης το πρόσεξε, απορίας άξιο πως έβλεπε ενώ ήταν σκυμμένος στα χαρτιά του, δεν είπε τίποτα και απλά χαμογέλασε. Από την ημέρα που ο υπάλληλός του είχε παντρευτεί, το μάτι του συνέχεια έτρεχε στο ρολόι.
«Λοιπόν, Σέμο, όλα εντάξει; Οι παραγγελίες για αύριο έτοιμες;»
«Όχι κύριε Γιώργο, θα τις κάμω τώρα, μην ανησυχείτε, όλα θα είναι στην ώρα τους»
« Ο Μέσης θα τα κάμει75», του είπε, «… και μπορούν να γίνουν το πρωί. Άντε τώρα να πας στην κυρά σου, βγήκε σήμερις το χρήμα, το μεροκάματο. Άντε γιέ μου, μη κάνεις τέτοια όμορφη κυρά να περιμένει άλλο»
Ο Σέμος ευχαρίστησε χαμογελώντας και αφού ρώτησε δυό φορές, αν ήθελε να κάνει τις παραγγελίες σήμερα, παρακαλώντας μέσα του να αρνηθεί το αφεντικό του, έβγαλε την γαλάζια του ρόμπα και φόρεσε το πανωφόρι του. Καληνύχτισε.
Το μαϊστράλι καλά κρατούσε, αν και η έντασή του τώρα είχε μειωθεί. Η θάλασσα, συνέχιζε την επίθεσή της, αλλά έδειχνε πολύ κουρασμένη και ίσως και νυσταγμένη. Πιο πολύ κουνούσε τις βάρκες για παιγνίδι, παρά σκόπευε να «καταλάβει» το νησί σήμερα. Και οι μεγάλοι στρατηγοί κάποια στιγμή τα παρατούν, μέχρι να πάρουν νέες δυνάμεις τα στρατεύματα. Κοίταξε μακριά, στο πέλαγος κατά τη μεριά της Κω. Άσπρα στίγματα εκεί θα έκαναν εφιαλτική το ταξίδι για όποιον θα το επιχειρούσε.
«Στεριά και πάλι στεριά», σκέφτηκε σαν είδε αυτή την εικόνα. Του άρεσε η θάλασσα, νησιώτης ήταν, αλλά από μακριά. Να κάνει μπάνιο, να ψαρεύει… αλλά μέχρι εκεί. Δεν του πήγαινε η δουλειά της. Κι ας είχε πατέρα καπετάνιο (το παράπονο του καπετάν Αριστείδη) κι ας είχε πάνω από τρεις μηχανικούς στην οικογένειά του. Έβαλε το χέρι στην τσέπη να ζεσταθεί. Κάποια νομίσματα κουδούνισαν και τα έβγαλε έξω να τα μετρήσει. «Εικοσιπέντε δραχμές…», είπε.





Μπήκε στο μαγαζί του κυρ Μιχάλη του Βούρου να πάρει δυό πάστες που τόσο της άρεσαν της Νικολέτας του. Χαμογέλασε και μόνο που άνοιξε την πόρτα του ζαχαροπλαστείου, σαν μύρισε το άρωμα της βανίλιας. Πήρε δυό πάστες αμυγδάλου, μια γι αυτόν, μια για την κυρά του. Σκέφτηκε την χαρά της, σκέφτηκε το γέλιο της, μα πάνω απ’ όλα σκέφτηκε την υπόσχεσή του: «θα κάνω τα πάντα να είσαι ευτυχισμένη αγάπη μου», εκεί στο Νικηφόρειο, πέρα στα χωράφια.
Βγήκε πάλι στον δρόμο. Είχε ακούσει ότι στην Αθήνα, οι άντρες έπαιρναν λουλούδια στις κοπέλες του, αλλά εδώ στο νησί, τέτοια πολυτέλεια δεν υπήρχε. Προχώρησε λίγο ακόμα και σταμάτησε στην στροφή του Επαρχείου, προσπαθώντας να προφυλαχτεί από ένα ξαφνικό κύμα που έσκασε στα βράχια, λες και ελεύθερος σκοπευτής που τον είχε εντοπίσει.
Γέλασε από την τρομάρα που πήρε. Έβαλε το χέρι στην τσέπη και ξαναμέτρησε τα λεφτά του. Τα βρήκε λίγα. Μπροστά του ήταν τώρα το άλλο, το δεύτερο ζαχαροπλαστείο του νησιού, αυτό του Μιχαλαρά, το ξακουστό για τα γαλακτομπούρεκά του. Μέτρησε για δεύτερη φορά τα λεφτά του, λες και θα μπορούσαν με κάποιο τρόπο ν’ αυγατίσουν. Η ίδια απογοήτευση. Τελικά, πήρε την απόφασή του. Μπήκε στο μαγαζί και ζήτησε ένα μόνο γαλακτομπούρεκο. Για την Νικολέτα του μόνο. Για κείνη που της άξιζαν όλα της Γης τα καλά. Να της προσφέρει γλύκα και σιρόπι.



Στο δρόμο άρχισε να τραγουδά, δεν ήξερε τι, δεν είχε σημασία τι τραγουδούσε, δεν είχε σημασία σε ποιόν το τραγουδούσε. Ήξερε πως θα το έπαιρνε ο αέρας και θα το σήκωνε ψηλά στον ουρανό. Μπορεί και στο φεγγάρι, μπορεί και παραπέρα, να μάθουν τα αστέρια την αγάπη του. Και ποιος ξέρει… κάποια μέρα ή κάποια νύχτα μπορεί να το ξανάφερναν πίσω, στο νησί του, στο νου της Νικολέτας του. Θα είναι τότε σαν να της τραγουδούν τα ουράνια, ο Θεός ο ίδιος.
Έφτασε σπίτι και του ήρθε η μυρωδιά από ψάρι ψητό. Και από φρέσκο ψωμί. Και από «φύλλα». Ανακάλυψε ότι πείναγε σαν … σκυλόψαρο. Θα μπορούσε να φάει ένα ταψί ολόκληρο και μια φραντζόλα ψωμί και… και…
Άνοιξε και είδε την πλάτη της γυναίκας του, με τα λυτά, μακριά, μαύρα της μαλλιά να έχουν κατέβει μέχρι την περιφέρειά της και να τονίζουν το λευκό της χρώμα στην πλάτη. Εκείνη γύρισε απότομα, η καρδιά της σκίρτησε στα βήματά του και το πρόσωπό της ξαφνικά φωτίστηκε από την ασημένια σκόνη της λαχτάρας. Του χαμογέλασε και πήγε κοντά του. Το φιλί της ήταν το φάρμακο για την κούραση του, για την ολοήμερη απουσία του.
«Ο Διάολος σε κυβερνά…», της είπε σαν έκλεινε τα μάτια του και αφηνόταν στα καπρίτσια της γλώσσας της. Τα πακέτα, έπεσαν από τα χέρια του, μετατρέποντας τα γλυκά σε μια άμορφη μάζα, κάτι που ανακάλυψαν όταν σηκώθηκαν από το κρεβάτι, μετά από καμιά ώρα.
Η Νικολέτα μόλις άνοιξε τα πακέτα, γέλασε με την καρδιά της, φέρνοντας το χέρι στο στόμα. Και το γέλιο της ήταν νερό που κελάρυζε. Όμοιο με το φίλεμα της θάλασσας, ίδιο με την προσευχή στην Παναγιά, απολαυστικό σαν δροσιά στον άρρωστο. Ο Σέμος την πλησίασε μισόγυμνος και την αγκάλιασε από τους ώμους, την φίλησε στον λαιμό και τσίμπησε απαλά τις ρώγες του στητού της στήθους.
«Κι εγώ τι σου έχω;», είπε εκείνη με βραχνή φωνή, έκδηλα «αναμμένη» για δεύτερη φορά εκείνο το βράδυ.
Έβγαλε ένα μεγάλο ταψί με ψάρι, και το τοποθέτησε πάνω στο λευκό τραπεζομάντιλο του ξύλινου τραπεζιού της κουζίνας. Ένας Σκάρος ανάμεσα σε χοντροκομμένες πατάτες, όπως ακριβώς του άρεσαν, πλαισιωμένος με στρογγυλά κομμάτια ντομάτας και θρούμπη. Κι ελιές και κρεμμύδι και κάπαρη. Και σε λίγο ένα καρβέλι τραγανό και αχνιστό ψωμί, έκανε την εμφάνισή του. Ο Σέμος για δεύτερη φορά, κόντευε να χάσει τα λογικά του. Έκανε το σταυρό του και χωρίς να περιμένει δεύτερη κουβέντα, όπως κάνουν τα μικρά παιδιά, φούσκωσε τα μάγουλά του προκαλώντας ξανά τα γέλια του αγγέλου του.
«Σιγά καημένε, θα πνιγείς…» και του έφερε μια γυάλινη καράφα με κόκκινο μυρωδάτο κρασί.
Τον κοίταγε επίμονα και αυτό τον έκανε να σταματήσει τον ξέφρενο ρυθμό του. Έβαλε το πιρούνι στην άκρη του πιάτου του και σήκωσε το ποτήρι να πιεί μια γουλιά από το κρασί. Πλατάγισε την γλώσσα και της έκλεισε το μάτι. Παρατήρησε ότι η κοπέλα είχε πάρει ένα σοβαρό και συνάμα συνωμοτικό ύφος.
 Συνοφρυώθηκε. Τα μάτια του πήγαν στα χέρια της που τα είχε σταυρώσει σαν σε προσευχή πάνω στο τραπέζι. Φορούσε μια λεπτή ζακέτα πάνω από το ολότελα γυμνό της σώμα και σε κάθε κίνησή της, το αιδοίο της αποκαλυπτόταν, αναστατώνοντάς τον. «Το κάνει επίτηδες…», σκέφτηκε ο Σέμος και ξαφνικά του κόπηκε η όρεξη για φαγητό. «Κάτι θέλει να μου πει…»
Παρατήρησε καλύτερα το πρόσωπό της, ναι, σαν ήρωας μπόρεσε να τραβήξει το βλέμμα του από το σαν νεογέννητου γυμνό σώμα της και είδε δυό μικρές σταγόνες να κυλούν στα μάγουλα. Νόμισε ότι ο κόσμος του γύρισε τ’ ανάποδα. Σταμάτησε ότι κι αν έκανε.
«Ίντα είναι γοργόνα μου; Ίντα έχεις μαθές; Κάτι σου συνέβηκε; Έκαμα κάτι εγώ να σε μαυρίσω; Έλα πε μου…»
Η κοπέλα γέλασε με λυγμούς, κάτι που μόνο οι γυναίκες μπορούν να κάνουν. Έπιασε τα χέρια του και τα έσφιξε μέχρι που τα δάχτυλά της άσπρισαν.
«Ναι, άντρα μου, κάτι έκαμες…»
«Ίντα έκαμα να το φτιάσω μαθές. Κι ότι ήταν αυτό, δεν το ήθελα γοργόνα μου. Πε μου και συγχώρα με. Θα το φτιάσω…»
«Σσσσς…. Ότι έκαμες δεν μπορείς τώρα πια να το φτιάσεις. Μόνο πε μου ότι θα είσαι καλός από δω και πέρα…»
«Πάντα ήμουνα καλός και στην ψυχή μου στ’ ορκίζομαι, στην Παναγιά το λέω, θα είμαι πάντα καλός και θα σε αγαπάω φρεγάτα μου…»
«Και … πατέρας;»
Κόντευε να ξημερώσει. Ο ήλιος φάνηκε στην άκρη του ορίζοντα και φώτισε τα πρόσωπά τους που έκλαιγαν. Αγκαλιασμένοι, σαν ένα σώμα, σε μια ανάσα, σε ένα δάκρυ, σε μια ελπίδα.
Ο σκάρος στο ταψί είχε κρυώσει πια και οι πατάτες είχαν γίνει σαν σόλες παπουτσιών. Μόνο το κρασί έσταζε σταγόνα – σταγόνα από την άκρη του τραπεζιού και την σπασμένη καράφα.

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2016

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16

«Μέρα μέρωσε…», που λέει και το τραγούδι.
Σάββατο, σε λίγες ώρες η Νικολέτα θα ανέβαινε τα σκαλιά του Αι Νικόλα, θα αποχαιρετούσε την ζωή με τους γονείς της και θα άρχιζε μια νέα με τον αγαπημένο της Σέμο. Νέο σπίτι, νέα ζωή, νέες συνήθειες αλλά και νέα βάρη στους λεπτεπίλεπτους ώμους της.
Από το πρωί το σπίτι βρισκόταν σε αναστάτωση. Οι γειτόνισσες και οι φίλες, η μάνα και η αδερφή, είχαν μαζευτεί και έκαναν τις τελευταίες προετοιμασίες. Δεν είχαν πολύ ώρα μπροστά τους και έπρεπε να είναι γρήγορες, αν και απόλαυσαν τον πρωινό καφέ που τους κέρασε η Κυράννα, με το ραχάτι τους. Ο κακόμοιρος ο κυρ Δημητρός δεν ήξερε που να πάει, που να σταθεί, τι να κάνει. Πήρε τον καφέ και έτρεξε στο καταφύγιό του, την βεράντα. Καλό καιρό είχε, δεν φυσούσε, γιατί να μην αφήσει τις γυναίκες στην ησυχία τους, ή μάλλον στη φούρια τους; Σε λίγο θα του έκαναν παρέα και τα δυο του αγόρια γιατί κι αυτά εκεί θα τα έστελνε η κυρά του. Και δεν λάθεψε!
Πρώτος έκανε την εμφάνισή του ο Κλεάνθης με τις μπότες στο χέρι. Αυτού τον καφέ θα τον έφερνε η Καλοτίνα. Κάθισε στον μεγάλο ξύλινο καναπέ, δίπλα στον πατέρα του και έξυσε βαριεστημένα το κεφάλι του.
«Ωραία μέρα θα μας κάμει…», είπε για να εισπράξει το χαμόγελο του κυρ Δημητρού. «Καλά να είναι η αδερφή μας, μέχρι και ο καιρός συμφωνεί με αυτό τον γάμο. Για φαντάσου να έβρεχε, πως θα πήγαινε στην εκκλησιά;». O πατέρας του κούνησε το κεφάλι συμφωνώντας. Τις ίδιες σκέψεις είχε κάνει κι αυτός.
Ο Μέμος, πήγαινε και δεν πήγαινε! Σχεδόν σκουντουφλούσε στα έπιπλα του σαλονιού, ξυνόταν και χασμουριόταν συνέχεια και το παντελόνι του το είχε απλά σηκώσει, μη γίνει ρεζίλι στις γυναίκες που αλώνιζαν μέσα. Έπεσε κι αυτός στον καναπέ και απρόσεκτος όπως ήταν, χτύπησε το μικρό δάχτυλο του ποδιού στην γωνία του επίπλου, κάτι που τον έκανε να βγάλει μια δυνατή κραυγή και μια βρισιά.
«Μέρα που ‘ναι σήμερις κι εσύ βλαστημάς μαθές;», του έκανε την παρατήρηση ο κυρ Δημητρός. Προληπτικός άνθρωπος, φοβόταν τις βρισιές και τις βλαστήμιες, ειδικά σήμερα που γινόταν ο πρώτος γάμος της οικογένειας.
Η Καλοτίνα έφερε σε ένα δίσκο τους καφέδες των αδερφών της και δυό πιάτα που είχε ετοιμάσει, στο ένα τηγανητό ψωμί με ζάχαρη και στο άλλο, φέτες ψωμί πάλι, με λειωμένη ντομάτα και τυρί. Τα ακούμπησε στην στέρνα (μάζευαν το νερό της βροχής) και έφυγε βιαστικά να πάει με τις υπόλοιπες γυναίκες. Πρόλαβε όμως κι έστειλε σε όλους τους «άντρες της ζωής της», όπως τους έλεγε, το καλύτερό της χαμόγελο.
Ο πατέρας άναψε τσιγάρο και ακολούθησε ο Κλεάνθης. Τράβηξαν μια ρουφηξιά, αμίλητοι, αγναντεύοντας απλά την θάλασσα. Κάποιο βαρκάκι με σηκωμένο τον φλόκο του και πορεία προς το πέλαγος, έκανε το τοπίο να μοιάζει με πίνακα ζωγραφικής. Η πρωινή ομίχλη θόλωνε το μαράσι του Αι Στέφανου απέναντι και ο καπνός που έβγαινε από την χωματερή, που έκαιγαν τα σκουπίδια, στην άκρη του νησιού, δημιουργούσε ένα μυστηριακό και επιβλητικό τοπίο. Οι τρεις άντρες ήπιαν τον καφέ τους και έφαγαν τις νοστιμιές της αδερφής τους με μεγάλο κέφι, αφού τα ποτά της προηγούμενης νύχτας, τους είχαν ανοίξει την όρεξη. Κάποια στιγμή ο κυρ Δημητρός έπιασε το χέρι του Κλεάνθη κι έφερε το δάχτυλό του στο στόμα να σωπάσει:
«Άκου…», του είπε, «… άκου, χαίρεται η αδερφή σου, χαίρεται και η μάνα σου»
Από το σπίτι ερχόταν τώρα η φωνή της «χορωδίας» των γυναικών. Στόλιζαν την νύφη και τραγουδούσαν. Και για να περνάει η ώρα και επειδή η διάθεση ήταν πολύ ευχάριστη, αλλά και για να της δώσουν κουράγιο:
«… στο ν’ίσσο του περιβολιού και στης ροτζάς τ’αέρι
ήκατσα κι ηπερίμενα για να ενούμε ν’ταίρι
Όμορφη που ‘σαι νύφφη μας, μελαχρινή κομμάτι
μμάτζα σα τριαντάφυλλα, που ‘ναι πο τζο στο μ’μάτι
Νύφφη τη μ’μάνα του γαμπρού α τη γ’καλημερίζεις
που σου ‘θρεψε βασιλικό να το’σεις να μυρίζεις.
Νύφφη χανάλλι του γαμπρού τα λούσα και οι λίρες.
Χανάλλι σ’σου κι ο άτζελος που τζάλεξες και πήρες.
Ας ευχηθούμε ν’του γαμπρού να ζήσει α εράσει
Α βζει στο γ’γύρο με κρασί το γ’κόσμο α κεράσει
Ας πούμε και της νύφφης μας, γιατί της κακοφάνει,
α πάρει τα γλυκίσματα το γ’κόσμο α γλυκάνει
Ας πούμε στα πετθερικά αμίλλα το χολιάσου
και μεζελίκια μπόλικα στο γ’κόσμο α μοιράσου…»

Η φωνή της Καλοτίνας ξεχώριζε. Ήταν πιο δυνατή, πιο κεφάτη και πιο φρέσκια. Ο κυρ Δημητρός συγκινήθηκε και έκανε να σφουγγίσει τα μάτια που είχαν αρχίσει να υγραίνονται. Κάτι είπε που δεν ακούστηκε, πιο πολύ για να μην φανεί η συναισθηματική του φόρτιση.
«Θα πρέπει να πηγαίνω τώρα…», είπε ο Κλεάνθης. «Νομίζω κι εσύ θα πρέπει να έρθεις μαζί μου», απευθύνθηκε στον μικρό του αδερφό. «Θα φροντίσω να γυρίσω όσο πιο νωρίς μπορέσω, να ντυθώ, να γίνω όμορφος κι εγώ…», συμπλήρωσε, χτυπώντας με νόημα το χωλό του πόδι δυνατά.
Τώρα είχαν αρχίσει να έρχονται και οι στενοί συγγενείς. Έφερναν για κανίσια67, ξίσματα και μισογάλουνα ή γαλούνια κρασί. Κάποιοι από τους καλεσμένους κουβαλούσαν κουραμπιέδες, μπακλαβάδες, γαλακτομπούρεκα, διάφορες πάστες και ξηροτήγανα.
Θα κάθονταν στο σπίτι μέχρι την ώρα που θα έπαιρναν τη νύφη για την εκκλησία. Είχε μέλλον δηλαδή αυτή η κατάσταση, κάτι που έκανε τον Κλεάνθη να θέλει να φύγει πιο γρήγορα για τον καφενέ του. Κι ο πατέρας έπρεπε να φύγει, να πάει στην αγορά, να συνεννοηθεί με τους οργανοπαίχτες για τις τελευταίες λεπτομέρειες, με τον κυρ Αποστόλη τον Καλικάντζαρο για το γλέντι που θα γινόταν στην μεγάλη αλάνα δίπλα από την ταβέρνα του και βέβαια, από τον Αι Νικόλα, να τα πει με τον παπά, για να στείλει τον Χριστόδουλο τον Κούρο ή Κουρέλι να βοηθήσει στο σπίτι με τις αγιαστούρες (όλα αυτά που είχαν σχέση με την εκκλησία τα έλεγε αγιαστούρες).



Κούρος ή Κουρέλι
Ο πρώτος πελάτης στο καφενείο παράγγειλε βυσσινάδα μαζί με τον καφέ του για να ευχηθεί στον Κλεάνθη «την ώρα την καλή». Με νερό δεν ήθελε να πει γλυκιά κουβέντα.
Παρασύρθηκε και ο Γιαννιός ο Σκαρένιος και μαζί με τον καφέ, είπε να του φέρει και ένα «υποβρύχιο», αλλά… «…να είναι καϊμάκι Κλεανθιό, να πιάσει η ζάχαρη, να πιάσει κι η ευκή μαθές, από εκείνα τα καλά καϊμάκια που φέρνεις από το Μπουντρούμ βρε…». Περίμενε να του ανάψει και τον ναργιλέ, κάθισε σταυροπόδι και έβγαλε λεφτά να πληρώσει.
Ο Γιαννιός ο Σκαρένιος, πιο γνωστός σαν «Σκάρτος», ήταν συνάδελφος των γνωστών «Διόσκουρων», Κωνσταντή και Θανάση. Συνάδελφος βέβαια ως προς την τρέλα και τις παλαβομάρες. Η δική του η τρέλα ήταν να μιλάει μόνος του όλη την ημέρα, με φανταστικούς φίλους και αγγέλους που έστελνε αυτοπροσώπως ο ίδιος ο Θεός (καμιά φορά και η Παναγία), εξηγούσε και άκουγε τις θείες φωνές, έκανε υποθέσεις και όλο έτρεχε για μεγάλες νομικές διαμάχες, δικαστικές «Οδύσσειες» όπως έλεγε και ο δάσκαλος περιπαιχτικά, στα μεγαλύτερα δικαστήρια του πλανήτη. Τώρα, το ότι ποτέ δεν είχε φύγει από το νησί (δεν λογαριάζεται εκείνη η φορά που είχε πάει στη Λέρο), δεν έπαιζε κανένα ρόλο. Το μυαλό του, μια ήταν στο Παρίσι και έλυνε δικαστική υπόθεση στο «Μεγάλο Γαλλικό Δικαστήριο», μια στο Μιλάνο, μια στην Νέα Υόρκη, μια στο Λονδίνο. Εκεί στο τελευταίο μάλιστα, του είχε αναθέσει μια υπόθεση και η ίδια η Βασίλισσα της Αγγλίας.
«Και τι υπόθεση ήταν αυτή ρε Σκάρτε;», τον ρωτούσαν με την ανάλογη σοβαρότητα οι υπόλοιποι, για να πάρουν άμεσα την απάντηση: «για κάποια χτήματα βρε στις Σκωτίες και στις Ουαλλίες…».
Ποτέ δεν είχε λεφτά επάνω του, ούτε πουθενά αλλού βέβαια και ήταν κι αυτός συντηρούμενος από τους συμπατριώτες του. Βλέπετε,  η «καζούρα», έχει και το αντίτιμό της. Ο αδερφός του, ήταν πράγματι δικηγόρος στην Αθήνα και μάλιστα καλός και του έστελνε χρήματα κάθε δεύτερη βδομάδα, αλλά μυστηριωδώς πως, αυτά χάνονταν και βέβαια ο «Σκάρτος» δεν ήξερε τίποτα. Γι αυτό και προξένησε μεγάλη απορία το γεγονός ότι σήμερα πλήρωσε τον Κλεάνθη.
Παρέα του Σκάρτου, ήταν ένα άλλο «λουλούδι» του νησιού. Κοντός, με πολύ μεγάλη μύτη, πεταχτά αυτιά και φωνή σαν κλάξον αυτοκινήτου, ο Μανόλης ο «Τρούπας», κοντά στα πενήντα πέντε, περπατούσε πάντα ένα βήμα πίσω από τον φίλο του κι έκανε όλο ερωτήσεις για ότι έβλεπε. Ρωτούσε ότι μπορεί κανείς να φανταστεί, δεν περίμενε απάντηση, την έδινε μόνος του και ευχαριστούσε για αυτό όποιον έβλεπε μπροστά του, ξαφνιάζοντας πολλές φορές τους ανυποψίαστους διαβάτες, που δεν τον είχαν προσέξει. Το «Τρούπας» (το πραγματικό του όνομα ήταν Βαλσαμίδης), του το κόλλησε ο Καθοπούλης ο γιατρός, γιατί είχε μόνιμα μια τρύπα στο παντελόνι του, στον καβάλο, κάτω από τα κουμπιά μπροστά, γιατί τον βόλευε όπως έλεγε στο κατούρημα.
«Βγάνω την μ’ …α μου όξω και το κουννί68 από το κάτουρο πάει μακριά μαθές…», έλεγε, «… και λιλλιρίζω69 πλιό».
Έκανε λοιπόν την εμφάνισή του και «Τρούπας» από την γωνιά του δρόμου κι έψαξε με τα μάτια τον φίλο και συνοδοιπόρο του. Χάρηκε σαν τον είδε, ένα χαμόγελο απλώθηκε στο πρόσωπό του σαν μικρού παιδιού και τάχυνε το βήμα του.
«Γεια σου Γιάννη, γεια σου Κλεάνθη…», είπε, «… όλα κάμουσι καλά;», ρώτησε σαν καθόταν πίσω από τον Σκαρένιο. «Ίντα πίεις εκεί Γιάννη, α, καφέ και «’ποβρύχιο» μαθές; Έχουμι γιορτή;»
«Βρε, κόφτες που να σε κόψει η θρούμπα, εν έχουμι τον γάμο της Νικολέτας;»
«Ποιάς Νικολέτας; Α, της αδερφής του!», κι έδειξε τον Κλεάνθη που προσπαθούσε να μην γελάσει. «Και πότες είναι; Α, σήμερις! Ναι», συνέχισε ρωτώντας και απατώντας ταυτόχρονα μόνος του.
Όσοι ήρθαν εκείνη την μέρα για τον καφέ τους, ήταν χαμογελαστοί και με την καλύτερη ευχή στο στόμα. Αγαπούσαν τον Κλεάνθη, τον κυρ Δημητρό και όλη την οικογένειά τους. Όλοι πήραν και κάτι γλυκό, για να πιάσει η ευχή και όλους τους κέρασε χαλβά, για τις χαρές. Και όσοι θέλαν μπορούσαν να έρθουν στο τραπέζι το γαμήλιο, να φάνε και να πιούνε, να τραγουδήσουν και να χορέψουνε.
Το μάτι του «Σκάρτου» και του «Τρούπα», άστραψαν στο άκουσμα αυτής της ανακοίνωσης. Σιγά μην έλειπαν αυτοί από το γλέντι. Θα έβαζαν και τα καλά τους ρούχα, για να κάνουν «εντύπωση στις κοπελούες…», που έλεγε και ο Θανάσης Το «Μαρκούτσο», ο φίλος του Κωνσταντή.



Το σπίτι πια είχε γίνει τόσο φασαριόζικο και γέμισε από τα «κανίσκια» και τα «ξίσματα» που ακόμα και η μέχρι εκείνη την στιγμή, ψύχραιμη Καλοτίνα, είχε αρχίσει να δυσανασχετεί και να «πνίγεται». Κόσμος από την γειτονιά όλη, έρχονταν να δουν τα προικιά, να καλημερίσουν να δώσουν την ευχή τους, να αντικρύσουν την νύφη «λεύτερη» για τελευταία φορά.
Στους καναπέδες, σεντόνια και ριχτάρια, κουβέρτες και παπλώματα, μεταξωτές «μεσσάλες»70 και μαξιλάρες. Φρεσκοπλυμένα όλα και σιδερωμένα από τους συγγενείς και φίλους με ιδιαίτερη φροντίδα και σπουδή. Στα τραπέζια υπήρχε πληθώρα από γλυκά, μεγάλα ψωμιά καλοζυμωμένα με όλα τα μυρωδικά και στολισμένα με λουλούδια, με πουλιά με στεφάνια και με το όνομα της νύφης και του γαμπρού, όλα καμωμένα με ζυμάρι και αλειμένα με αυγό να γυαλίζουν.
Δίπλα τα απαραίτητα γαλόνια με κρασί, κόκκινο και ροζέ, μαύρο και λευκό, τα εφτάζυμα με γλυκάνισο και τα κουλούρια με τον δυόσμο, ενώ στον μεγάλο καναπέ υπήρχαν πολλές «σουπσέρες» γεμάτες κουραμπιέδες, «γυριστές»71 και μπακλαβάδες.
Η Νικολέτα λες και είχε κολλήσει μπροστά στον καθρέφτη, δεχόταν τα συχαρίκια με χαμόγελο και πολλά φιλιά και κάθε τόσο ρωτούσε την αδερφή της αν θα άρεσε στον καλό της. Η Κυράννα έτρεχε μια από δω – μια από κει, έδινε γλυκά, χαιρετούσε και φίλαγε συγγενείς, αγκάλιαζε φίλους. Κάτι όμως έλειπε από την γνωστή, αυταρχική γυναίκα. Οι Τσουκαλαήνες που κάθονταν κοντά στην πόρτα, κάτι σαν επιτροπή υποδοχής, εντόπισαν πρώτες την κακοδιαθεσία της μάνας και βέβαια δεν το άφησαν ασχολίαστο. Και μάλιστα πικρόχολα:
«Α δεις που δε της κάμει ο γαμπρός μαθές… α δεις που ε τον θέλει…», είπε η Ποθητή για να συμφωνήσει με ένα νεύμα του κεφαλιού της κι ένα χαμόγελο η αδερφή της. Μετά γύρισαν την προσοχή τους στην Σεβαστή και τα … καμώματά της… «… που έκαμε, σα δε ντρέπεται, πλάτες στη Νικολέτα… άκου πράματα μαθές… να βγαίνει στα χωράφια και να χαϊδολογιέται…»
«Τώρα θα ξουρίζεται…», είπε η μια αδερφή στην άλλη «… και θα ομορφαίνει για την πουλάδα του. Την πεντάμορφή του…»

«Γαμπρέ μου διαλύζουσου με αργυρή διαλύστρα
και πήρες κόρη όμορφη σαν την Ευαγγελίστρα
Όμορφος που ναι ο γαμπρός σαν του Χριστού το δίσκο
στέκουμαι και παρατηρώ, ψηγάδι δε του βρίσκω»

της είπε η Καλοτίνα και πιάστηκαν χέρι – χέρι, γελώντας με την καρδιά τους.
Η ώρα περνάει γρήγορα και το κατάλαβαν σαν ο Κλεάνθης κατέβηκε τα σκαλάκια της εισόδου. Χαμογελούσε, τώρα είχε πια λόγο να το κάνει, χαιρετούσε έναν – έναν όποιον έβρισκε μπροστά του, σφίγγοντας με θέρμη το χέρι και φιλούσε στο μάγουλο όλες τις κοπέλες. Δεν του διέφυγε το βλέμμα, το πονηρό βλέμμα που του έριξε η Υπαπαντή του Βασίλη του Μαγκλή του «Μαραγκούλη», που καθόταν στην άκρη της κουζίνας και άφησε να τον πλησιάσει τελευταία. Το φιλί της δεν ήταν σαν των άλλων κοριτσιών. Πιο ζεστό και πιο «ζουμερό», με τα χείλη της να λειτουργούν σαν βεντούζα πάνω στο μάγουλο του.
Κοκκίνισε η κοπέλα, κοκκίνισε κι αυτός, γύρισε το βλέμμα του τάχα αδιάφορα στους υπόλοιπους συγκεντρωμένους, αλλά έπιασε την καρδιά του να χτυπά δυνατά και γρήγορα. Είδε την Καλοτίνα που τον κοιτούσε με ένα ειρωνικό χαμόγελο, στα μάτια και όχι στο στόμα και κατέβασε το κεφάλι. Σε μια μεριά του τραπεζιού, βρήκε ένα μπουκάλι με κόκκινο κρασί και ήπιε, ευχόμενος δυνατά στην Νικολέτα στην άλλη άκρη του δωματίου, να τον ακούσουν όλοι.
Πήγε στο σαλόνι και έριξε μια ματιά προς την θάλασσα από την ανοικτή μπαλκονόπορτα. Γέλασε και το γέλιο του έκρυβε κάτι σαν κακία ή σαν τάση για εκδίκηση. Από την μια ο γάμος της αδερφής του, από την άλλη η απάντηση που είχε πάρει από τον γεροκαπετάνιο, η ματιά και το φιλί της Υπαπαντής, έκαναν τον κόσμο του καλύτερο και πιο όμορφο. Άνοιξε τα χέρια και έκανε μια στροφή γύρω από τον εαυτό του, σα να χόρευε ζεϊμπέκικο χορό, άφησε το άχτι να βγει από μέσα του και «έπιασε’ να γελάει σαν τρελός. Ευτυχώς που δεν τον πήραν είδηση οι καλεσμένοι (είχε σχεδόν βγει στην βεράντα), εκτός από την Κυράννα που τον παρακολουθούσε από την ώρα που είχε έρθει.
Η γυναίκα έκανε τον σταυρό της, κάτι ψέλλισε και συνέχισε τις πάμπολλες δουλειές της. Σήμερα ήταν η μέρα της Καλοτίνας και του Σέμου και όλα έπρεπε να κυλήσουν καλά, ομαλά και χαρούμενα. Κι έτσι θα γινόταν. Το ένοιωθε υποχρέωση απέναντι στην κόρη της.
Η Νικολέτα επέμεινε (;) να φορέσει το «καββάδι»72, αλλά και το λευκό τσεμπέρι, να κρατήσει τα πατροπαράδοτα έθιμα του νησιού.
Όμορφη που ναι η νύφη μας που ναι λαμπροφορούσα
έχει το σώμα λυγερό που πρέπουν του τα λούσα
Νύφη μου άστρο τ΄ ουρανού, κορώνα του Λεβάντη
που σαν το άστρο της αυγής το πρόσωπο σου λάμπει
ακούστηκαν τώρα οι κοπέλες που την έντυναν και την ζήλευαν για την καλή της τύχη.
Σε λίγο θα ακούγονταν οι καμπάνες της εκκλησίας, το «Κουρέλι», είχε ήδη έρθει με τον δίσκο του ναού που θα έβαζαν τα στέφανα και από στιγμή σε στιγμή θα κατέφθανε και ο γαμπρός με το δικό του σόι, τα νταούλια και οι τσαμπούνες να φύγουν όλοι, να τους πάνε πομπή, μπρος η νύφη με τον πατέρα της και πίσω ο γαμπρός με τους δικούς του.
Η αγωνία άρχισε να κατακτά την καρδιά της Νικολέτας, κάτι δεν πρέπει να είχε γίνει καλά, κάτι έχει ξεχαστεί. Και προσπαθούσε να σκεφτεί, αλλά δεν έβρισκε τίποτα να είναι αφημένο στη τύχη του. «Ο μπαμπάς…», σκέφτηκε, «… ετοιμάστηκε; Ο Κλεάνθης; Ο Μέμος; Η Καλοτίνα; Η Μαμά;». Έριξε μια ματιά προς το σαλόνι. Ο κυρ Δημητρός φαινόταν πανέτοιμος και ο Κλεάνθης ετοιμαζόταν πυρετωδώς. Τον είδε που είχε το ξυράφι στο χέρι και προσπαθούσε μπροστά στον καθρέφτη της «κομμότας» του σαλονιού, να ξυριστεί. Γέλασε που τον είδε με τους αφρούς, να σκουπίζει το χέρι στο παντελόνι του, λες και η πετσέτα μπροστά του ήταν διακοσμητικό στοιχείο.
 «Ο Μέμος;», σκέφτηκε. «Που είναι το καλοθρεμμένο αυτό;». Κοίταξε καλά προς το δωμάτιο των «αντρών» και τον είδε να προσπαθεί να κουμπώσει το πουκάμισό του. «Όλα εντάξει το λοιπό…», σκέφτηκε. «Όλα καλά θα πάουσι…».
Το χτύπημα στην πόρτα την έκανε να αγχωθεί. «Ήρθαν…», σκέφτηκε σχεδόν με τρόμο. Κάποιος ή κάποια άνοιξε την πόρτα και ο Θανάσης το «Μαρκούτσο», μπήκε μέσα και με την ψευδή προφορά του, λες και βαριόταν ν’ ανοίξει τα χείλια του όταν μιλούσε, χαιρέτισε το πλήθος των συγγενών, σαν αυτοκράτορας που χαιρετά τον λαό του. Έπεσε με τα μούτρα στους κουραμπιέδες και τα ξεροτήγανα, έβαλε στο στόμα τρία – τέσσερα κομμάτια, μέχρι να του βάλλει τις φωνές η Κυράννα.
Σε λίγα λεπτά ήρθε και ο γαμπρός. Πίσω του η κυρα Ελπινίκη και ο καπετάν Αριστείδης, οι κοντινοί συγγενείς και ακούστηκαν από την αυλή οι οργανοπαίχτες που είχαν αρχίσει ήδη το γλέντι και την χαρά.
Ο Σέμος έτρεξε στην Νικολέτα, ρίχνοντας ένα καλησπέρισμα σε όλους βιαστικά, λες και δεν υπήρχαν, αν και το σπίτι ασφυκτιούσε από τόσο κόσμο. Στάθηκε αμήχανα μπροστά της και έμεινε για μερικά δευτερόλεπτα άφωνος με το στόμα, κάτι να προσπαθεί να πει. Τελικά κατάφερε να μουρμουρίσει:
«Παναία μου… ομορφάτζα. Τι κούκλα που είσαι Νικολετί μου! Και … είσαι δική μου;».
 Φάνηκε ότι τα πόδια του δεν τον κρατούσαν και από στιγμή σε στιγμή θα έβαζε τα κλάματα, κάτι που είδε ο κυρ Δημητρός και πλησίασε. Απίθωσε το χέρι στον ώμο του νέου και τον χτύπησε ελαφρά δυό φορές:
«Είδες τι κορίτσι παίρνεις Σέμο μου; Βλέπεις τι χελιδόνα, τι περιστέρα; Μα κι εκείνη τον αετό εδιάλεξε μαθές, το παλικάρι της καρτζάς της…»
Ο Σέμος χαμογέλασε και απόφυγε το ρεζιλίκι του κλάματος. Φίλησε τον πεθερό του και απομακρύνθηκε από την νύφη, έτσι έπρεπε, θα την είχε δικιά του για μια ζωή πια, αγκάλιασε τον Κλεάνθη και τον Μέμο, που επιτέλους ήταν έτοιμη και φίλησε το χέρι της Κυράννας. Το ίδιο έκανε και η Νικολέτα στα δικά της πεθερικά. Μόνο η Καλοτίνα ήταν μακριά, στη άλλη άκρη της κουζίνας και της έστειλε ένα φιλί στον αέρα.
Από την πόρτα του σπιτιού μπήκαν και οι δυό νεαροί παπάδες με ένα ψάλτη κι δυο παπαδάκια με κάτι σαν εξαπτέρυγα, κεράστηκαν κι αυτοί με γλυκά και τσίπουρο, εκτός από τα παιδιά, για να έχουν γλυκιά φωνή.
«Ήρθαν κι οι αγιαστούρες», είπε χαμογελώντας ο κυρ Δημητρός, δείχνοντας στον Κλεάνθη το «παπαδαριό», όπως το αποκαλούσε.
Τώρα ήταν όλοι έτοιμοι. Πήρε ο πατέρας τη νύφη από το μπράτσο, στήθηκε λες κι έβγαζε φωτογραφία, φτιάχνοντας το μουστάκι του, ακολούθησε ο μεγάλος αδερφός με την Καλοτίνα και από πίσω η Κυράννα με τον Μέμο.
Βγήκαν στον δρόμο όλο χαμόγελα και μουσικές από τους οργανοπαίχτες που τους περίμεναν.

Μέρα μέρωσε, τώρα η αυγή χαράζει
τώρα τα πουλιά, τώρα τα χελιδόνια
τώρα οι πέρδικες, τώρα οι περδικοπούλες
τώρα κελαϊδούν, τώρα λαλούν και λένε
Ξύπνα αφέντη μου, ξύπνα καλέ μου αφέντη
Ξύπνα αγκάλιασε κορμί κυπαριοσσένιο
Και άσπρονε λαιμό
Άσπρονε λαιμό και μπράτσα σα το χιόνι.

Η γειτονιά γέμισε με τις μελωδικές φωνές των κοριτσιών, τις άγριες σαν καρακάξας των μεγάλων γυναικών και των φάλτσων ανδρών. Πάντως ο ρυθμός του τραγουδιού φαινόταν και τα λόγια ήταν ξεκάθαρα.
Μετά βγήκε και ο γαμπρός, περιστοιχισμένος από τον κυρ Αριστείδη και τη μάνα του, ακολουθούμενος κι εκείνος από το δικό του σόι. Πιο πίσω, φίλοι και φίλες ανάκατα και από τα δυό σόγια, συγγενείς και γνωστοί για την βαβούρα του γάμου και στο τέλος, φυσικά, σχεδόν όλοι οι τρελοί του νησιού.
«Εγώ τη Μαριώ… με άλογο θα τη πάω…», ακούστηκε η φωνή του Θανάση του «Μαρκούτσου» που μιλούσε στον Κωνσταντή, τραβώντας συγχρόνως το μανίκι του. συμφώνησε ο «Ψηλολέλεκας», χαμογέλασε και τον έσπρωξε προς τον Μιχάλη τον Καμπούρη ή «Μάμμα», τον άνθρωπο που είχε ένα γάιδαρο για την δουλειά του, το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί εκείνη την ώρα ο Κωνσταντής, πιο κοντά σε άλογο.
«Να… μαθές, ο «Μάμμας», θα σε πάει, εσύ από κάτου κι η Μαριώ πάνω σου…» και γέλασε.
Προχώρησε όλη η πομπή μέχρι τα σκαλιά του Αι Νικόλα, ο παπάς τους περίμενε στο πλατύσκαλο με δυό διακόνους και σταμάτησε ξαφνικά η μουσική.
Ο γαμπρός πλησίασε και φίλησε το χέρι του κυρ Δημητρού, σταυρωτά τη Νικολέτα και χαμογέλασε σε όλους με πλατύ χαμόγελο και μάτια αστραφτερά. Από κείνη την ώρα η κοπέλα «ξέφυγε» από την οικογένειά της. Οι παπάδες και ο ψάλτης που ακολουθούσαν άρχισαν να ψάλλουν είπαν το «Άξιον Εστί», είπαν και το «Την ωραιότητα της Παρθενίας σου» και η πομπή άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά προς τον ευλογούντα παπά.

«Τώρα πια τελείωσε κόρη μου…», της είπε η Κυράννα καθώς φιλούσε την κόρη της,  στο κεφάλι του τραπεζιού, στην αλάνα μπροστά από την ταβέρνα του Αποστόλη του Καλικάντζαρου. Δίπλα της ο γαμπρός που γελούσε και τεντωνόταν σαν «γύφτικο σκεπάρνι».
 Δεξιά σε κάποιες καρέκλες είχαν καθίσει οι μουσικοί, τσαμπούνα και βιολί, ούτι και τουμπάκι, λύρα και κιθάρα, με τους τραγουδιστάδες στη μέση, να δίνουν όλη την ικμάδα των δυνάμεων τους.
Ο «Σκάρτος» με τον «Τρούπα», άρχισαν να χορεύουν, ή τουλάχιστον έκαναν κάτι που έμοιαζε με χορό, ενώ ο κόσμος ακόμα δεν είχε καθίσει. Ήρθαν τα κρασιά και τα τσίπουρα, τα ούζα και οι ρακές. Τα πρώτα ποτήρια τσουγκρίστηκαν στον αέρα, οι πρώτες ευχές ακούστηκαν, τα πρώτα κακαρίσματα απλώθηκαν στο ευχάριστο αεράκι που έφερνε η θάλασσα. Φύλλα (ντολμάδες) και μακαρούνες με κόκκινη σάλτσα, κρέας μοσχαρίσιο άφθονο και πατάτες γιαχνί, χοιρινό με πράσα και μερμιτζέλι, εφτάζυμα και σπινιάλα, έκαναν την εμφάνισή τους γρήγορα, να χορέψουν τα «νηστικά αρκούδια», όπως έλεγε ο κυρ Αποστόλης με χαμόγελο.
Και χόρεψαν και ξελαρυγγιάστηκαν από το τραγούδι και μέθυσαν και γέλασαν με τα καμώματα των γνωστών τρελών και ευχαριστήθηκε η καρδιά όλων. Και το ζευγάρι πήρε στο χέρι το ποτήρι και τσούγκρισαν με τον καθένα ξεχωριστά και αντευχήθηκαν στους ανύπαντρους και παρασύρθηκαν από τους «αρχοντικούς» ίσους και τις σούστες και τον «χορό της Παναγιάς» που ευλογεί την εγκυμοσύνη και ήπιε και γέλασε και μοίρασε φιλιά κι αγκαλιές.
Η περασμένη ώρα δεν ήταν πρόβλημα για κανένα, εκτός από κάποια πιτσιρίκια που είχαν ήδη αποκοιμηθεί πάνω στις αγκαλιές των μανάδων τους ή σε κάποιες καρέκλες δίπλα τους, σκεπασμένα με ότι ήταν πρόχειρο. Και ο καιρός βοηθούσε στο γλέντι. Καιρός γλυκός σαν να ερχόταν άνοιξη και όχι Χριστούγεννα, με αεράκι σχεδόν ζεστά και μυρωδάτο με το ιώδιο της θάλασσας και την θρούμπη από το βουνό.
Σε λίγο θα ξημέρωνε, ο ήλιος θα φώτιζε τα βουνά της Κω και θα έφερνε τους χαιρετισμούς του από το πέλαγος. Οι μουσικοί, χωρίς διάλειμμα συνέχιζα την χαρά μέχρι που απότομα έκαναν παύση και κοίταξαν προς την θάλασσα. Ίσως να ήταν η ώρα, ίσως να ήταν η πολύ χαρά, ίσως το αλκοόλ που πια έτρεχε άφθονο στις φλέβες τους, ίσως ο … πόνος… έκανε το βιολί να αρχίσει το κλάμα μόνο του.
Μακρόσυρτα σαν μοιρολόι η πρώτη πενιά, έκανε τους μέχρι εκείνη την ώρα χαρούμενους γλεντζέδες, ν’ ανατριχιάσουν και να σκύψουν ελαφρά το κεφάλι. Άρχισε και το ούτι τώρα, να συνοδεύει την μελωδία, σε λίγο και η λύρα. Ο «χορός του μηχανικού» είχε αρχίσει να πάλλει τις καρδιές.
Ο Κλεάνθης σηκώθηκε όρθιος αμέσως λες και το περίμενε από ώρα. Μαζί του σηκώθηκαν και όλα τα παλικάρια από το τραπέζι κι έκαναν τον κύκλο του χορού. Ο Κλεάνθης κρέμασε το τσιγάρο στα χείλη του, η στάχτη κρεμόταν και άρχισε τον χορό με τα μάτια κλειστά και τον θαυμασμό της Υπαπαντής με το βουρκωμένο βλέμμα.




Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2016

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15
Λάβαρο Καλύμνου


«Αρή Νικολέτα, ίντα αρή θα κάμεις με τις νταντέλες; Τζάμπα μαθές καθόμουν και τις ξήλωνα; Ή μήπως είμαι ξίστα64 για τα φτιασίματα; Αμ, θέλουσι να κάμουν πιτιλλιές65δώθε και κείθε και όλο με τη βελόνα στο χέρι, όλο με (γ)καρφίτσες και κλωστές και την ομορφάδα δεν μ’ αφήνεις μαθές να την τελειώνω», ακούστηκε η φωνή της Μαρίας της Τσουκαλαήνας.
Η Νικολέτα στεκόταν όρθια, φορούσε το λευκό της νυφικό και δυό μοδίστρες ήταν, σκυμμένη η μια, γονατιστή η άλλη, μπροστά της, προσπαθούσαν να διορθώσουν τυχόν ατέλειες. Σε μια βδομάδα, το άλλο Σάββατο, ήταν ο γάμος και είχε τόσα πράγματα να τελειώσει. Η Τσουκαλαήνα διαμαρτυρόταν που δεν την άφηνε να βάλει τις δαντέλες στο κάτω και στο πίσω μέρος του νυφικού. Δαντέλες που είχε ξηλώσει από ένα παλιό της φόρεμα για να τις προσθέσει, να «γεμίσει το νυφικό», να το κάνει πιο όμορφο. Και τι δαντέλες ήταν αυτές! Ιταλικές, από την Νάπολη, χειροποίητες και πανάκριβες, που τις είχε φέρει ο καπετάν Νικόλας ο Βαλεντίνος, λαθραία μέσα στη βαλίτσα του Ιταλού επίτροπου (άγνωστο πως τα είχε καταφέρει), πριν πολλά χρόνια. Όμως είχαν πλυθεί καλά – καλά με λουλάκι και έτσι τώρα το λευκό τους, έλαμπε σαν διαμάντι στον ήλιο.
Αυτές, ήταν και το δώρο των Τσουκαλαήνων για το γάμο.
Κάποια στιγμή, μια κουρασμένη και με μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια, Κυράννα, πλησίασε την κόρη της. Έκανε μια δυό παρατηρήσεις στις μοδίστρες, θαύμασε τις δαντέλες, ευχαρίστησε την Μαρία και κάθισε σαν εξουθενωμένη στον μικρό ξύλινο καναπέ που ήταν στην άκρη του τοίχου.
Από την ημέρα που ο μεγάλος της γιός, ανακοίνωσε την απόφασή του να ξαναπάει στα σφουγγάρια, η Κυράννα είχε γίνει άλλος άνθρωπος. Έκλαψε πικρά και η ζωντάνια που την χαρακτήριζε την είχε σχεδόν εγκαταλείψει. «Ο χτυπημένος δεν ξαναπάει στη θάλασσα…», έλεγε. «Μόνο σκάσιμο θα βρει στα βάθια της…».
Η Καλοτίνα σερβίριζε τους τελευταίους χαλβάδες και τους καφέδες στις γυναίκες που είχαν μαζευτεί από το ξημέρωμα και πήγε στο παράθυρό της, να δει τον κόσμο που περπατούσε για τις πρωινές δουλειές του. Είδε πρόσωπα που τα έβλεπε σχεδόν κάθε μέρα, τίποτα το περίεργο σε αυτό, έτσι κι αλλιώς τι το παράξενο θα μπορούσε να συμβεί σε αυτό το μικρό νησί; Κάποιος πιτσιρικάς είχε αγκαλιά ένα μικρό κουταβάκι και το χάιδευε σαν περπατούσε προς την πλατεία, η κυρα Λαούαινα ακουμπούσε στο μπαστούνι της και στεκόταν κάθε λίγο να πάρει ανάσες και να τυλίξει το «ατίθασο» τσεμπέρι της, γύρω από το κεφάλι. Τα αδύνατα σαν καλαμάκια πόδια της, έτρεμαν σε κάθε βήμα της και έδειχναν τόσο στραβά με τις μαύρες κάλτσες, που έμοιαζαν με παρενθέσεις. «Πάλι στην εκκλησιά πααίνει…», σκέφτηκε η Καλοτίνα.
 Και η αλήθεια ήταν ότι η κυρα Λαούαινα κάθε μέρα, τέτοια ώρα, ανηφόριζε τα σκαλιά του Αι Νικόλα. Κάθε μέρα, εδώ και δεκαπέντε χρόνια, άναβε ένα καντηλάκι στην άκρη του τέμπλου, στη μνήμη του Νικόλα, του άντρα της που είχε «φύγει» στο σφουγγάρι. Τον έφεραν σκασμένο από την Λιβύη. Τον είχε θρηνήσει όλο το «μαράσι» γιατί ήταν καλός και συμπονετικός άνθρωπος. Για όλους είχε μια καλή κουβέντα και για όλους, ένα χαμόγελο. Η κυρα Λαούαινα είχε δυό γιούς. Και οι δυό λείπανε στην Αμερική, κάπου στην Καλιφόρνια της είχαν πει σε ένα γράμμα τους και ασχολούνταν με εστιατόρια ή κάτι τέτοιο. Σε κάθε γράμμα τους, έστελναν και μερικά δολάρια, λίγα, έτσι για να λένε ότι θυμούνται την μάνα. Κατά τ’ άλλα, ζούσε με την μικρή σύνταξη του άντρα της, που έφτανε ίσα – ίσα για φαγητό και το ηλεκτρικό.
Το σπίτι της όμως ήταν πάντα καθαρό και περιποιημένο, παστρικιά γυναίκα, άσπριζε με ασβέστη, κάθε άνοιξη, μόνη της, με μια μεγάλη βούρτσα τους τοίχους και την αυλή. Κάποια στιγμή έμαθε, της το είπε ο ταχυδρόμος που της διάβαζε τα γράμματα – η ίδια ήταν αγράμματη – ότι είχε και τρία εγγόνια. Δυό αγόρια και ένα κορίτσι. Δεν θα τα έβλεπε ποτέ – πίστευε – αφού η «… Αμέρικα δεν είναι και κοντά…», όπως έλεγε. Είχε και ραδιόφωνο, ένα μικρό που της είχε χαρίσει κάποτε η Κυράννα, να ακούει τις ειδήσεις, να μαθαίνει τι γίνεται στον κόσμο. Βέβαια αυτό πιο πολύ έπαιζε παράσιτα, παρά εκπομπές, αλλά δεν την πολυένοιαζε, ήταν η παρέα της, ο μικρός της φίλος.
Λίγο πιο κάτω, είδε τη μπροστινή ρόδα της μηχανής του Μιχάλης του Μπόϊ. Το παρατσούκλι αυτό του το είχε κολλήσει η Ποθητή για να τονίσει το ύψος του. Στην Κάλυμνο, που ο μέσος όρος ύψους των ανδρών ήταν αρκετά χαμηλός, όποιος πέρναγε τους εκατόν ογδόντα πόντους, ήταν δακτυλοδεικτούμενος.
 «Να ‘σου και ο Μπόϊς…», είπε χαμηλόφωνα στον εαυτό της η Καλοτίνα. «Πάλι θα την ξεσκονίζει, πάλι θα την λάμπει…». Γέλασε και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της, ή μάλλον προσπάθησε να πιεί, για να διαπιστώσει ότι μόνο το κατακάθι της ερχόταν στα χείλη. Σηκώθηκε και έβαλε φωτιά στην γκαζιέρα, να κάνει δεύτερο καφέ. Το μάτι της όμως πήρε την κίνηση που μπορεί να της άλλαζε την διάθεση.
Λίγο πιο κάτω, εκεί που ο δρόμος έκανε στροφή προς το Τελωνείο, φάνηκαν οι δυό τρελοί. Μπροστά ο Κωνσταντής, πίσω ο Θανάσης, έσερναν το βαρέλι με τις ρόδες και κλώτσαγαν όποια πέτρα έβλεπαν στο διάβα τους. Κάθε τόσο ο ψηλός Κωνσταντής φώναζε: «Γκολ, ίντα να πιάσεις μωρέ…», για να πάρει την ίδια ακριβώς απάντηση από πίσω, κάθε φορά: «Σιγά μη μπήκε μαθές. Εν το γλέπεις που πήγε στο δοκάρι; Ίντα, τυφλός είσαι; Που μου ΄μαθες και φουτμπόλι κι εσύ!» και λέγοντας αυτά, ρίχνει μια κλωτσιά σε ένα μεγαλούτσικο λιθάρι, με όλη τη δύναμη των εκατόν τριάντα και βάλε κιλών. Το άτιμο αυτό, σηκώθηκε στον αέρα, έκανε μια καμπύλη διαδρομή και πήγε κατευθείαν στο παράθυρο του Βούρου του ζαχαροπλάστη. Σπάει το τζάμι, μπαίνει μέσα στο σπίτι με ταχύτητα, ακούγεται κι ένα «ωχ, μάνα μου», από μέσα και οι δυό τρελοί το βάζουν στα πόδια, σέρνοντας πάντα το βαρέλι πίσω τους. Με την πλατυποδία του ο Κωνσταντής έτρεχε σαν αλαφιασμένη πάπια, ενώ ο χοντρός ο Θανάσης, φούσκωνε και ξεφούσκωνε τα μάγουλα, κατακόκκινος και ιδρωμένος προσπαθώντας να απομακρυνθεί από το παράθυρο που άνοιγε.
«Να, βρε κερατά, να…» δυό χέρια που φασκέλωναν κι ένα κεφάλι με κίτρινο τσεμπέρι φάνηκαν στο άνοιγμα του σπασμένου παράθυρου. Μια γυναίκα σε έξαλλη κατάσταση τους φώναζε και τους καταριόταν με όλη τη δύναμη της φωνής της. «Να, βρε μπάσταρδε…. Ντι που να όψεσαι… που να μην έεις χαΐρι και προκοπή…. Που να σε ώ με το φ’ φούστουλλα…»και οι κατάρες δεν είχαν τελειωμό.
 Τώρα οι δυό νεαροί είχαν φτάσει κοντά στο σπίτι του Κουκουβά και σταμάτησαν να πάρουν αέρα. Ακούμπησαν στον φρεσκοβαμμένο τοίχο και γέμισαν τα ρούχα τους με αυτή την ψιλή σκόνη του ασβέστη. Δεν τους ένοιαξε, το μόνο που ήθελαν ήταν να πάρουν ανάσα.
Οι μύξες από τα ρουθούνια του Θανάση, άρχισαν να κυλούν στα κόκκινα μάγουλά του και με την ανάποδη του χεριού του, τις σκούπισε.
«Θα μας σκάσεις με τις ‘αομάρες σου ρε…», είπε ο Κωνσταντής στον σκυφτό από την κόπωση Θανάση.
«Ναι, αλλά το δικό μου ήταν γκολ, το δικό σου … πήε στον αύριστο…»
«Τι λέγεις μωρέ που να λωλατθείς και να πάρεις τα όρη. Το δικό μου ήταν πέρα για πέρα γκολάρα…. Σαν αυτά που βάνει ο Πετσάνας66…» κι έκανε την κίνηση στον αέρα να δείξει πως….
«Μωρέ που να βγάλου ν’ οι σιλιαέρφοι τα μμάτζια σου μπας και δεις καλύτερα… να έτσι τα βάνει ο Πετσάνας…» κι έκανε αυτός τη δική του κίνηση.
Λόγο στον λόγο οι δυό φίλοι πιάστηκαν στα χέρια, ο ένας τον λαιμό του άλλου, όπως τα μικρά παιδιά στις αλάνες, κυλίστηκαν στις πέτρες και τα χώματα, σκίσαν τα ρούχα, ενώ το βαρέλι κύλησε στην κατηφόρα και σταμάτησε πάνω σε ένα τοίχο, ρίχνοντας ένα μεγάλο κομμάτι σοβά χάμω.
Κάποια στιγμή έφτασε το τέλος του καβγά, από το φτέρνισμα του Θανάση, που γέμισε σάλια το πρόσωπο του … άλλου μπαλαδόρου.
«Με τις γειές σου τζαολόσπερμα…», του ευχήθηκε ο Κωνσταντής.
«Ναι, πε μου ένα νούμερο, … ένα ριτθμό μαθές…»
Ο φίλος του ήξερε τον έρωτα του Θανάση για κάποια κοπέλα από την ενορία της Υπαπαντής, με το όνομα Μαρία και προσπάθησε να πει ένα νούμερο που δεν θα «έβγαινε» το Μ.
«Καλά το λοιπό…. Θα πω το … τρία…’
«Το τρία; Καλά…» και άρχιζε να μετράει και με τη βοήθεια των δαχτύλων του, «… α… βου… γου… α, η Μαρία μ’ αγαπάει»
Οι δυο φίλοι γέλαγαν έτσι, έπαιρναν τις σκούπες στο χέρι και τράβαγαν αγκαλιασμένοι τον δρόμο τους. Είχαν καιρό και πολλές ευκαιρίες να τσακωθούν. Τώρα πείναγαν και ας ήταν πρωί, κάποιος θα τους έδινε ένα καφέ και μια κριθαροκουλούρα να φάνε.
Η Καλοτίνα που τα έβλεπε όλα αυτά, είχε ξεχάσει τον καφέ στη φωτιά και χύθηκε, λερώνοντας το στεφάνι της γκαζιέρας. Έτρεξε, αλλά το μισό υγρό είχε χυθεί στα πλακάκια της κουζίνας. Σκούπισε και αποφάσισε να φτιάξει καινούργιο. Η Κυράννα, απλά σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε, δεν είπε τίποτα και ξαναγύρισε τα μάτια στην ετοιμασία του νυφικού και στην Νικολέτα που έστεκε όρθια μπροστά στον καθρέφτη. Άλλες φορές, κανείς δεν θα γλίτωνε την Καλοτίνα από τις βρισιές και την μουρμούρα της μάνας της, για την ζημιά. Τώρα όμως…


Ο Κλεάνθης άφησε τον μικρό του αδερφό στο μαγαζί και πήγε στο λιμάνι. Κοίταξε τα σφουγγαράδικα που ήταν δεμένα και κουνιόντουσαν στους ρυθμούς της θάλασσας. Ο καιρός ήταν καλός και ο ήλιος ζέσταινε και τα μάτια αλλά και τις καρδιές των νησιωτών. Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν, αλλά ο καιρός εξακολουθούσε να είναι γλυκός. Πέρασαν βέβαια κάποιες δύσκολες μέρες με πολλή βροχή και αρκετό κρύο, αλλά μια εβδομάδα περίπου τώρα, μπορούσε κανείς να κυκλοφορήσει με μια ζακέτα και όχι βαριά ρούχα. Η θάλασσα ήρεμη ευνοούσε και το ψάρεμα και τα ταξίδια κι οι ονειροπόλοι, μπορούσαν να κάνουν ανενόχλητοι τα όνειρά τους κοντά στο αλμυρό νερό και τα βότσαλα των παραλιών.
Διάβασε μια πρόχειρα γραμμένη με το χέρι αφίσα στην πόρτα του Δημαρχείου, που μίλαγε για τις Χριστουγεννιάτικες εκδηλώσεις στον Ναυτικό Όμιλο αλλά και «Μπροστά» και περίμενε στηρίζοντας το ένα πόδι, σε μια τσιμεντένια δέστρα του λιμανιού, τον φίλο του, τον Μίττακα τον Χλέπο. Είχαν δώσει τα χέρια για μια βάρκα, ο Κλεάνθης ήθελε να την αγοράσει για λογαριασμό του Μέμου, να πηγαίνει για την τρέλα του, το ψάρεμα. Η βάρκα ήταν μια παλιά, σε καλή κατάσταση και ο Μίττακας την έδινε σε καλή τιμή, για να την ξεφορτωθεί, αφού ο ταρσανάς του είχε «βγάλει» καινούργια.
Δεν κατάλαβε τον καπετάνιο που πλησίασε αθόρυβα από πίσω του. Ένοιωσε το άγγιγμά του στον ώμο και γύρισε απότομα. Το γνωστό πρόσωπο του καπετάν Άτσα του χαμογελούσε.
«Λοιπόν Κλεανθιό; Ρεμβάζεις;», του είπε με πρόσχαρη φωνή.
Ο άντρας του εξήγησε τι ήταν αυτό που έκανε εκεί και μάλιστα, επειδή ο Μίττακας είχε αργήσει, τον προσκάλεσε για ένα τσίπουρο στην ταβέρνα απέναντί τους. Άλλο που δεν ήθελε ο γεροκαπετάνιος, βρέθηκαν να πίνουν το ένα ποτήρι μετά το άλλο. Και όταν έφτασε ο Μίττακας – γερό ποτήρι κι αυτός – οι πότες έγιναν ασυγκράτητοι. Τα ποτηράκια έγιναν καραφάκια, που με τη σειρά τους μεταμορφώθηκαν με μαγικό τρόπο σε μπουκάλια. Οι μεζέδες άφηναν μια στοίβα από λερωμένα πιάτα πάνω στο τραπέζι και το κέφι των τριών είχε ανέβει κατακόρυφα.
Κάποια στιγμή ο Κλεάνθης έδωσε στον Μίττακα ένα πακέτο από κίτρινο χαρτί με τα λεφτά που είχαν συμφωνήσει με τον φίλο του και έδωσαν τα χέρια. Η «Τσαχπίνα», είχε αλλάξει ιδιοκτήτη και βέβαια αυτό σήκωνε κέρασμα, δηλαδή άλλο ένα μπουκάλι τσίπουρο.
Ο κόσμος είχε αρχίσει να γυρίζει, το ταβάνι… δεν το έβλεπαν, ήταν πολύ θολά εκεί που ήταν το άτιμο και ο κόσμος είχε γίνει λίγο πιο όμορφος. Δεν συζητούσαν, όσο δηλαδή μπορούσαν να αρθρώσουν τις λέξεις, τίποτα σοβαρό ή τουλάχιστον τίποτα το επείγον. Για τη θάλασσα, για τα ψάρια, για τα σφουγγάρια και τα ταξίδια. Έλεγε ο ένας, συμπλήρωνε ο δεύτερος, συμφωνούσε ο τρίτος.
Η ώρα πέρασε και οι τρεις άντρες δεν είχαν πάρει χαμπάρι ότι έξω είχε σκοτεινιάσει. Ο Κλεάνθης είχε αφήσει την τύχη του δικού του μαγαζιού, στα χέρια του Μέμου και σαν το θυμήθηκε, γέλασε με κακία για την απελπιστική κατάσταση στην οποία θα είχε πέσει ο αδερφός του, από την δουλειά. Το είπε και στους άλλους και γέλασαν λες και έβλεπαν την εικόνα μπροστά τους, με τον Μέμο ιδρωμένο, να τρέχει από τραπέζι σε τραπέζι και να βρίζει τον απόντα αδερφό του.
Ο καπετάν Άτσας κάποια στιγμή, σαν είδε ότι δεν μπορούσε άλλο, σηκώθηκε και προσπάθησε να σταθεί όρθιος.
«Επ, γεροκαπετάνιε…», είπε στον εαυτό του, «… ίσα το κορμί, έρχονται θύελλες και καταιγίδες…» και γέλασε.
Έκανε μερικά βήματα προς την πόρτα, θυμήθηκε ότι δεν είχε πληρώσει το μερτικό του και ξαναγύρισε στο τραπέζι. Άφησε κάποια νομίσματα, όσα νόμιζε ότι άξιζε το τσίπουρο που είχε κατεβάσει και γύρισε στον Κλεάνθη.
«Σήμερις είναι Σάββατο… χικ… έτσι;», του είπε. «Τη Δευτέρα το… λοιπό… χικ… θα πας με τον Μιτσέ τον Καρβουνιάρη… θα σε περιμένει… χικ… στα Θέρμα…», άπλωσε το χέρι να κρατηθεί από την καρέκλα και το μόνο που κατάφερε ήταν να την ρίξει κάτω, «… θα πάτε για βούτθους. Έτσι;… χικ… χικ… θα πάτε για «σεφτέ» και ξεμύξασμα…. Χικ. Θα κάνετε … συνέχεια μέχρι…  Μόλις γυρίσω … θα είσαι … χικ ο πρώτος που θα … θα…. Χικ… α, ναι τσουρμάρει… θα… χικ… πάρει κοντράτο για φέτο χικ… χικ… μισό χρόνο. Έτσι;… χικ …»
Ο Κλεάνθης δεν κατάλαβε καλά και με την πρώτη. Περίμενε μερικά δευτερόλεπτα και τότε άρχισε να συνειδητοποιεί τι του είπε ο καπετάνιος. Κούνησε το κεφάλι δεξιά – αριστερά, το τίναξε λες και μπορούσε να διώξει έτσι την ζάλη και τον ρώτησε:
«Δηλαδή… ίντα μου λες καπετάνιο; Έρχομαι… χικ… μαζί σου; Με … χικ … θες;»
«Θα έρθεις με μεσιανό καΐκι… αυτό που θα … φέρει τα πρώτα. Να… είσαι έτοιμος … τότες», του είπε μιλώντας αργά για να είναι σίγουρος γι αυτά που έλεγε. « Αύγουστο θα γυρίσει … να φέρει σφουγγάρι και να πάρει νερό…. Θα είσαι ο πρώτος… στο κοντράτο…. Και θα μας βρεις στη… στη…» έξυσε το κεφάλι του μήπως και θυμηθεί «… όπου είμαστε …. Τέλος πάντων. Έτσι;»
Το καλύτερο δώρο που μπορούσε κανείς να κάνει στον Κλεάνθη ήταν αυτό. Η διάθεση του μονομιάς έφτιαξε και ένοιωσε κάτι μέσα του να του τρώει τα σωθικά. Τον καπετάνιο, δεν τον πείραζε το χωλό του πόδι, δεν τον πείραζε τίποτα και τον έπαιρνε μαζί του. Τώρα θα μπορούσε να αποδείξει τι και ποιος ήταν. Ο «Μηχανικός»!
Ξέχασε και την βάρκα και τον Μίττακα, είπε ένα βιαστικό «γειά» και έφυγε προς την μεριά του δικού του μαγαζιού. Ήθελε να τρέξει, (μετά από πολύ καιρό), αλλά τότε το πόδι του αλλά και το τσίπουρο τον ειδοποίησαν ότι δεν μπορούσε. Αρκέστηκε να περπατήσει γρήγορα, όσο πιο γρήγορα μπορούσε και με το χέρι του έκανε σα να χτύπαγε τον αέρα (την κακή του μοίρα άραγε;), μέχρι που σταμάτησε στο άγαλμα του Ποσειδώνα, στην γωνιά του δρόμου, εκεί που η πλατεία συναντούσε την μικρή πλατεία του λιμανιού.
Στηρίχτηκε και με τα δυό του χέρια στον τοίχο ενός σπιτιού και άδειασε τα σωθικά του στο χώμα. Κάπως συνήλθε, όμως ήθελε να βγάλει και άλλο από μέσα του. Έβηξε και σκύβοντας ανάγκασε το στομάχι του σε εμετό. Καλύτερα τώρα! Προσπάθησε να πάρει ξανά τον δρόμο του, είδε τα φώτα του καφενέ του από μακριά α γυαλίζουν και έψαξε κάπου να κάτσει. Ένας κορμός δέντρου από αρμυρίκι, το μισό σχεδόν μέσα στο νερό, έκανε μια καμπύλη στον κορμό του και του πρόσφερε κάθισμα. Στήριξε τις παλάμες στα γόνατα και γύρισε το βλέμμα στη θάλασσα.
«Σου έρχομαι πτάνα…», είπε και έπιασε τον εαυτό του να έχει δακρύσει. Σκούπισε τα δάκρυα, δυό μέτρα άντρας ήτανε και ίσιωσε την πλάτη του. Με το γερό του πόδι σχημάτισε στην άμμο ένα σταυρό.
«Παναία μου…» είπε.

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14

Η καρδιά του Κλεάνθη ήθελε τόσο πολύ να χαρεί, ν’ αφοσιωθεί στη στιγμή, στη χαρά της ημέρας, αλλά δεν μπορούσε. Ένοιωθε να πνίγεται, να λειώνει μέσα στα στήθια του ο πραγματικός του εαυτός, αυτός που μπορούσε να είναι περήφανος. Έβγαινε ένα ανθρωπάκι προς τα έξω, ένα μικρό και ασήμαντο, δειλό ανθρωπάκι που, ίσως και να είχανε δίκιο οι καλαμαράδες της Αθηναϊκής εφημερίδας, να μην πίστευε στις ίδιες του τις ιδέες.
Και δυστυχώς, σε αυτή την θλίψη, είχε παρασύρει τους ανθρώπους π’ αγαπούσε. Όσους τουλάχιστον είχαν την ατυχία να το καταλάβουν αυτή τη στιγμή.
Η Κυράννα, είχε μοιράσει την ψυχή της, ανάμεσα στη χαρά της Νικολέτας της και την θλίψη του, την καρδιά της το μυαλό της αλλά και τη λειτουργία της. Πόσο θα ήθελε να ζήσει τη βραδιά της κι αυτή, χωρίς να σκέφτεται το κακό. «Πόσο…», σκέφτηκε, «… μικραίνουν οι στιγμές σαν ξυπνήσει το τέρας του πόνου». Γίνεται βραχνάς, γίνεται σφιχτό ζωνάρι που δεν σ’ αφήνει να πάρεις ανάσα, όταν ο αρραβώνας της «μικρής» γέμιζε με καθαρό οξυγόνο τις ψυχές.
Άρχισε να παρατηρεί και την Καλοτίνα, που αμίλητη πια καθόταν δίπλα στον αδερφό της με τα χέρια αφημένα σχεδόν παράλυτα, στο πλάι, σε μια εικόνα εγκατάλειψης. Την έπιασε ζαλάδα, κάτι θόλωσε στη ματιά της.
Η τσαμπούνα φώναζε το τσιριχτό της ήχο, το τουμπάκι συμφωνούσε μαζί της και το βιολί έκλαιγε στα χέρια του επιδέξιου του Μήτσου του Βεργή, αλλά το μυαλό της είχε απομονωθεί. Λες και τίποτε δεν μπορούσε να περάσει από τα αυτιά της. Γύρισε το κεφάλι δεξιά – αριστερά, είδε κάποιους ανθρώπους όρθιους, μάλλον χόρευαν, μάλλον γέλαγαν, μάλλον τραγουδούσαν. Δεν ήξερε πια. Σα να κοίταγε μέσα από το σκάφανδρο των «αγαπημένων της μηχανικών». Μέσα από κείνο το φινιστρίνι με τα κάθετα σίδερα. Το τοπίο του βυθού της, ήταν εκείνο το σαλόνι, εκείνο το θολό τώρα πια σαλόνι, που φαινόταν απελπιστικά σκοτεινό.
Οι «σκύλοι», παραμόνευαν πίσω απ’ τα βράχια. «Φως…», ψιθύρισε, «… λίγο φως ακόμα». Σκοτείνιαζε. Ο βυθός της έπαιρνε το μαύρο της νύχτας.
Γύρισε τα μάτια στην Νικολέτα και τον Σέμο. Έψαχνε ελπίδα, έψαχνε κουράγιο. Το μυαλό της όμως αρνιόταν να τα δεχτεί. «Αδικώ τα παιδιά μου», σκέφτηκε. Μα δεν μπορούσε να ξεχάσει το βλέμμα του Κλεάνθη της. Λιγόστεψε ο αέρας! Ο κολαουζέρης της, είχε ξεχαστεί, η Βαρβάρα την πρόδιδε, οι βυθοί την τράβαγαν και σφουγγάρια δεν υπήρχαν.
Σηκώθηκε ξανά. Με αργά βήματα ακούμπησε στο μάρμαρο του νεροχύτη. Σε μια πράξη αυτοάμυνας, να κρυφτεί, χαμογέλασε προς τους καλεσμένους και έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της. Κάπως συνήλθε, όμως είχε παρασύρει και τον κυρ Δημητρό σ’ αυτήν την έκστασή της. Ο άντρας της είχε σηκωθεί βλέποντάς την να μη νοιώθει καλά και πήγε κοντά της.
«Φρεγάτα μου…», είπε ανήσυχος, «… ίντα έχεις; Ε σε γλέπω καλά. Θες μαθές να ξαπλώσεις λιγάκι; Ίντα σε πείραξε; Η χαρά, για το κρασί;», στα μάτια του φαίνονταν τα μαύρα σύννεφα της ανησυχίας.
Του έκανε νόημα με το χέρι ότι όλα ήταν καλά. Βρήκε και το κουράγιο να χαμογελάσει.
«Η χαρά της κόρης μου…», είπε. «Το παιί μας δίνουμε … και είναι το πρώτο που θα κάμει δικό του σπιτικό. Η χαρά το λοιπό…»
Δεν ήταν πολύ πειστική, αλλά ο κυρ Δημητρός βολεύτηκε σ’ αυτό και γύρισε στον συμπέθερο, τον καπετάν Αριστείδη και στο ποτήρι του τσίπουρου.
«Όλα καλά…», είπε, «… μάνα είναι, συγκινιέται μαθές…» και κατέβασε μονορούφι το πιοτί. Ο άλλος τον μιμήθηκε και σε λίγο τραγουδούσαν το «Μελαχρινάκι», ευχόμενοι για πολλοστή φορά.
Και η μέρα δεν έλεγε να ‘ρθει. Ο αρραβώνας λες και δεν είχε τέλος. Και η Κυράννα, δεν ήξερε. Πόσο την σκότωνε αυτό! Μια που ρώτησε την Καλοτίνα, δεν πήρε απάντηση, μόνο θλιμμένα μάτια την κοιτούσαν
«Αχ, ο μισεμός είναι καημός…»
τραγουδούσε για άλλη μια φορά το μαζεμένο ανθρώπινο κοπάδι, σαν κάτι να ήθελε να πει. Κάτι να προσδιορίσει στην στεναχώρια της Κυράννας.
«Όχι Θεέ μου …», μονολόγησε εκείνη και κοίταξε τον Κλεάνθη.



Με όσες δυνάμεις του απέμεναν από το γλέντι του αρραβώνα, ίσως και με τη βοήθεια της υπερδιέγερσης που πάντα κάποιος νοιώθει μετά από τη λήψη σημαντικών αποφάσεων, ο Κλεάνθης άνοιξε το καφενείο, με το πρώτο, σχεδόν, φως της ημέρας. Ίσως κανείς να μην περίμενε ότι μια τέτοια μέρα θα άνοιγε, αλλά ο άντρας ένοιωθε πιο καλά μόνος του εκεί, στον δικό του χώρο. Ανάμεσα στα τραπέζια και τα ποτά, έβαζε τον εαυτό του να σκεφτεί καλύτερα και να πάρει μη βεβιασμένες αποφάσεις.
Κοίταξε τις καρέκλες που έπρεπε να βγουν στην αυλή. Η μια πάνω στην άλλη στοιβαγμένες σαν ξύλινα σκιάχτρα, έκοβαν το μαγαζί στα δύο. Χαμογέλασε και χάιδεψε την ξύλινη πλάτη τους. Του μύρισε το ψαθί τους, μια μυρωδιά γνώριμη και φιλική. Σήκωσε τις πρώτες και τις μετέφερε στην αυλή.
«Μαγαζάκι μου…», είπε με κάποια μελαγχολία, «… τόσα χρόνια … τι έχεις ακούσει από χαρές και πόνους…»
Σε λίγο το είχε τακτοποιήσει όπως έπρεπε για την καθημερινή ρουτίνα. Κανείς δεν είχε έρθει ακόμα και βρήκε την ευκαιρία να κάνει τον δικό του καφέ. Κάθισε στην αυλή. Τον χαιρέτισαν κάποιες γυναίκες που πήγαιναν στον Αι Νικόλα και είδε τα πιτσιρίκια που έτρεχαν στα καΐκια με τα τσιμέντα. Όλο φωνές και φασαρία, αναστάτωναν αυτούς που ήθελαν να κοιμηθούν λίγο παραπάνω. Ένας χωροφύλακας, φρουρός στο τελωνείο, προσπάθησε να τα διώξει με κλωτσιά, αλλά χτύπησε τον αέρα και πήρε μια αστεία στροφή γύρω από τον εαυτό του, κάνοντας την «μαρίδα» να σκάσει στα γέλια και να τον πειράζουν τρέχοντας.
«Άμε τε στο ανάτθεμα…», ακούστηκε η φωνή του
«Άμε στο τρισανάτθεμα…», απαντούσαν τα διαβολάκια.
«Να, βρε κόρνια, μπασταρδομούλαρα…. Να» και τα μούτζωνε
«Να και σε σένα, ε μπα να κουρέβζεσαι με το μαντροψάλιο… που να φας τη μ’ μούκχαλη…»
Και οι βρισιές καλά κρατούσαν, μέχρι που τα παιδιά απομακρύνθηκαν. Ο Κλεάνθης επιτέλους χαμογέλασε σαν από απέναντι ο χωροφύλακας του έδειξε με το χέρι, λες και του έλεγε: «τα βλέπεις τα σκασμένα … θράσος!»
Άναψε το τσιγάρο που κρατούσε στο χέρι αρκετή ώρα και τράβηξε μακρόσυρτα μια γουλιά καφέ. Έκλεισε τα μάτια να απολαύσει το ζεστό υγρό στο στόμα, στον ουρανίσκο του. Η φωνή του καπετάν Ατσά που τον καλημέριζε ζητώντας του συγχρόνως και τον καφέ του, τον επανέφερε στον αληθινό κόσμο.
Ο καπετάν Ατσάς ήταν από το «Χωριό». Θαλασσόλυκος σωστός με δέρμα σκασμένο από το αλάτι και τον ήλιο του πελάγους. Πέντε καράβια, σφουγγαράδικα, είχε στη δούλεψή του. Και τα πέντε έφερναν «ματζιά» πολλά και φήμη πιότερη. Από τα παιδικάτα του στα καΐκια και στις βάρκες, ήξερε το αρμυρό νερό καλύτερα από τον καθένα. Είχε δουλέψει και σαν «μηχανικός» και σαν κολαουζέρης και σιγά – σιγά έβγαλε τα δικά του πλοία, δυό «μεζάρικα» και τρία «βαθυτικά» κι έγινε κι αυτός καπετάνιος. Είχε το χάρισμα να διαβάζει καλά τον βυθό, να μαντεύει σωστά για μεγάλα σφουγγάρια και τον ακολουθούσε η φήμη ότι φέρνει γερούς τους «μηχανικούς» του. Τσουρμάριζε νωρίς και έδινε καλά «πλάτικα» από Νοέμβρη καμιά φορά και από Οκτώβρη, με το που γύριζε από το προηγούμενο ταξίδι του.
«Τι χαμπάρια καπετάνιε;», τον ρώτησε σαν έψηνε τον καφέ του. «Όλα καλά;»
Ο καπετάνιος ίσιωσε την τραγιάσκα του λες και την ξανάβαζε από την αρχή, κούνησε το χέρι με το κομπολόι στον αέρα και προσπάθησε να βολευτεί καλά στην καρέκλα του.
«Όλα καλά Κλεανθιό, όλα … δόξα τω Θεώ. Μόνο η «Αργυρούλα» μου ήθελε λίγο περιποίηση, την χτύπησε βράχι και λίγο την «σάλεψε» στα πλευρά. Καλαφάτισμα έτσι κι αλλιώς το ήθελε. Άντε και λίγα ξύλα. Για αυτό κατέβηκα. Θα πάω στον ταρσανά να δω ίντα γίνεται»
«Έπαθε ζημιά δηλαδή;»
«Μπα, μη σκεφτείς τίποτις το φοβερό. Λίγα χτυπήματα… και την κουμάνταρε και ο Σακελλάρης να φανταστείς. Αλλά δεν τα ήξερε καλά τα νερά στο Μαρόκο και χτύπησε σε ξέρα κρυφή. Δεν την είχε το «χαρτί»59 και μουζούρεψε λιγάκι»
«Και θα μείνει καιρό μέσα;»
«Κοίτα να δεις. Τσίτθες60θέλει αλλά τρούλλα61, όσο νάναι θα πάρει μερικούς μήνους. Και τα άλλα όμως θέλουσι την μαγκιά τους. Κάτι εδώ, κάτι εκει, ξύλο έχουσι κι αυτό θέλει το χάδι του. Το καλαφάτισμά του, την ομορφιά του», χαμογέλασε σαν να μίλαγε για τα παιδιά του.
Καλός άνθρωπος ο καπετάνιος, δεν αδικούσε τους ναυτικούς του, δεν τους κούραζε παράλογα, δεν ήταν σκύλος με τους κολαουζέρηδές του. Το μόνο του παράπονο ήταν από την ζωή που δεν του χάρισε παιδιά. Μόνος με την κυρά, «… δυό ξερόκλαδα στη ζήση είμαστε …», έλεγε κάθε φορά με παράπονο. Στέρφα η κυρά Νομική δεν του είχε χαρίσει τον πολυπόθητο γιό, ούτε … άντε… και μια κόρη.
 Μα την αγαπούσε και κάθε φορά προσπαθούσε να της κρύψει τον πόνο του. Ποτέ δεν της είχε κάνει ούτε ένα παράπονο. Κι όταν εκείνη τον έβλεπε τα βράδια να κοιτάζει την θάλασσα, τον χάιδευε σαν να του ζητούσε συγγνώμη.
Τώρα που τα χρόνια είχαν περάσει, αντί να του περνάει ο καημός, φούντωνε σαν πυρκαγιά μέσα στα στήθια του. Και έλειπε μήνες στη θάλασσα, βλέποντας για δικά του παιδιά όλα αυτά τα παλικάρια που βουτούσαν. Και χαιρόταν σαν του γελούσαν, σαν έφερναν μεγάλο «σφαγμένο» πάνω στη γέφυρα.
 Και τον Κλεάνθη, τον είχε πάρει από καλό μάτι. Τον συμπαθούσε και το έδειχνε με το να πίνει εκεί τον καφέ του, αρκετά μακριά από τον ταρσανά, κάθε φορά που κατέβαινε στην Πόθια.
Ο Κλεάνθης κάθισε δίπλα του και άναψε τσιγάρο, προσφέροντας κι ένα στον γεροκαπετάνιο. Ο ναυτικός το αρνήθηκε και έστριψε ένα δικό του. Δικαιολογήθηκε ότι δεν άλλαζε καπνό, μην αρχίσει να βήχει.
«Καπετάνιε σε ήθελα… ήθελα δηλαδή κάτι από σένα»
«Ίντα θες γιέ μου; Τι μπορεί ένας γέρος να κάμει που δεν μπορείς εσύ;» και γέλασε.
«Καπετάνιε, σε θέλω σοβαρά. Σε θέλω για τσούρμο. Για μπάρκο»
Ο καπετάν Ατσάς, έκανε ότι δεν κατάλαβε. Ίσιωσε μηχανικά το γείσο της τραγιάσκας του και φάνηκε ένα τρέμουλο στο χέρι. Πήρε μια βαθιά ρουφηξιά από το άφιλτρο τσιγάρο του και κοίταξε κατάματα τον Κλεάνθη.
«Ίντα θες να πεις μαθές; Τι μπάρκο; Τι τσουρμάρισμα; Ξέρεις ότι έχω τελειώσει με το τσούρμο, έχεις κανένα δικό σου που θέλει να τσουρμάρει; Τα «πλάτικα» δοθήκανε πλιο…»
«Ναι, κάποιον έχω που θέλει να ορτσάρει μαζί σου. Κι αν σου πω, πως δεν θέλει πλάτικο; Θα το σκεφτόσουν να τον πάρεις μαζί σου; Ότι βγάλει, τόσα του δίνεις. Ένα προς ένα. Θα τον έπαιρνες;»
«Και ποιός είναι τούτος που δεν θέλει κοντράτο και «πλάτικο»;»
«Θα τον πάρεις καπετάνιε; Αυτό μόνο πε μου…»
«Που να ξέρω παιί μου. Πρέπει να τον δω. Είναι καλός; Έχει κάνει καθόλου «ξεμύξασμα»; Για «μηχανικός» λες έτσι; Ξέρει από «καγγαβί»; Και γιατί δε θέλει «πλάτικο», συμβαίνει τίποτις;»
«Τίποτα δεν συμβαίνει καπετάνιε. Τίποτα. Και από σφουγγάρι ξέρει καλά. Έχει βούτθους πολλούς και καλούς. Θα τον έπαιρνες;»
Ο παμπόνηρος γεροκαπετάνιος σταμάτησε απότομα να μιλάει. Τον κοίταξε ίσα μέσα στα μάτια με ένα βλέμμα σκεφτικό και σκοτεινό σαν χειμωνιάτικο σύννεφο. Είχε καταλάβει τι ήθελε να του πει ο Κλεάνθης.
«Το λοιπό καπετάνιε, θα μου πεις;»
Την συζήτηση διέκοψαν εκείνη τη στιγμή δυό ναύτες που είχαν έρθει γελώντας στο μαγαζί και με δυνατές φωνές χαιρέτισαν τους δυο συζητητές. Ζήτησαν καφέ και καμιά κριθαροκουλούρα, γιατί μόλις είχαν έρθει από ταξίδι με το ψαράδικο του καπετάν Γιάννη του Καρπάθιου και πείναγαν.
«Πήγε καλά το δίχτυ παιδιά;», ρώτησε ο γεροκαπετάνιος, για να πάρει καταφατική απάντηση.
«Πολύ ψάρι καπετάνιε, πολύ ψάρι. Και καλό, σκαθάρια και φαγκριά και χάνοι και λουφάρτζα και σουλούτθες και κοβζοί…. να μην … έχουν τελειωμό. Καλά πήγε»
Ο Κλεάνθης, αν και ήθελε πολύ να συνεχίσει την προηγούμενη κουβέντα με τον καπετάνιο, σηκώθηκε, ασυναίσθητα σκούπισε τα χέρια στην ποδιά του και πήγε αμίλητος στο μαγαζί να ετοιμάσει. Έφτιαξε με τη χόβολη τους καφέδες, πρόσεξε τα κάρβουνα να μην «πέσουν» και ξαναβγήκε στην παρέα. Οι τρεις τελικά κάθονταν μαζί σα μια παρέα. Λες και ο καπετάν Άτσας δεν ήθελε να συνεχίσει την κουβέντα τους. Δεν είπε τίποτα, μόνο άφησε τα πράγματα και ξαναγύρισε προς το εσωτερικό του καφενείου.
«Δεν θέλει…», σκέφτηκε με μια μελαγχολία. «Ας είναι έτσι…»
Κόσμος ήρθε. Όσοι ήξεραν του ευχήθηκαν για την αδερφή του τα καλύτερα και όσοι δεν ήξεραν έμαθαν και βέβαια όλοι μαζί ζήτησαν κέρασμα. Και ο Κλεάνθης για λίγο ξεχάστηκε και έφτιαξε το χαμόγελο του, παρασύρθηκε από τα συχαρίκια των πελατών του και αφοσιώθηκε στο καθημερινό του καθήκον.
Από μακριά φάνηκε και ο Μέμος με την Νικολέτα και τον μέλλοντα (;) γαμπρό του. Το αρραβωνιασμένο ζεύγος θα πήγαινε στην αγορά, ήταν υποχρέωση του γαμπρού, ακριβώς την επόμενη του αρραβώνα, να πάρει φόρεμα στην κοπέλα του κι ένα ψιλό ζακετάκι. Κι ένα ζευγάρι παπούτσια. Ήταν το έθιμο.
Ο Μέμος ερχόταν να βοηθήσει όπως συνήθιζε τον αδερφό του, μόνο που πρώτα θα περνούσε από τον φίλο του τον Νικήτα, να πάρει τα χτεσινά χταπόδια. Για τον μεσημεριανό μεζέ του ούζου. Οι δυό τους είχαν «ανεβάσει» καμιά εικοσαριά μεγάλα χταπόδια και λόγω του αρραβώνα, θα τα χτύπαγε και θα τα έτριβε ο Νικήτας.
Πέρασαν πρώτα από το καφενείο, ήπιαν μια – δυό γουλιές – για το καλό – τσίπουρο και συνέχισαν το δρόμο τους, άυπνοι μα γελαστοί και χαρούμενοι. Οι συγγενείς είχαν μείνει πίσω στο σπίτι και θα συνέχιζαν για άλλη μια μέρα το γλέντι.
Οι πελάτες του μαγαζιού τώρα είχαν αυξηθεί και ο Κλεάνθης φώναξε τον Μέμο, να τον βοηθήσει. Μα εκείνος έγνεψε με το κεφάλι πως δεν μπορούσε για την ώρα: «Τα χταπόια….», φώναξε.
Ο καπετάν Άτσας κοίταξε λοξά τον Κλεάνθη, αλλά προσπαθούσε να αποφύγει το βλέμμα του κάθε φορά που γύριζε το κεφάλι προς το μέρος του. Κάποια στιγμή αφοσιώθηκε στην κουβέντα των άλλων. Όλοι είχαν γίνει μια παρέα, σαν ο Βαλσαμίδης ο σπανός, (το παρατσούκλι του το είχαν κολλήσει για ευνόητους λόγους), είχε αρχίσει τα γουλιασμένα62.
«Θα’ μουν δώδεκα χρονώ…», έλεγε ο σπανός, «… και μέναμε στη Πόθια. Όποτε έβρισκα την ευκαιρία, έπαιρνα τον δρόμο για τον αγαπημένο μου Βαθύ και έμενα με την μεγάλη μου αερφή την Ελένη, που τότες έμενε στον καφενέ του Ζαΐρη, του πεθερού της.
Μια βραδιά μας ξύπνησε ο δάσκαλος ο Φελλάς μαζί με την πεθερά του, γιατί φοβόταν να ‘ρτει μοναχός του και μάλιστα λέγανε πως ήθελε συντροφιά ακόμη και σαν έβγαινε την νύχτα για ανάγκη του. Με ξύπνησαν λοιπόν για να πάω στη Νομικούαινα, να ξυπνήσω τον καφετζή, τον πάρβα Γιάννη το Γατάνι και να μου δώσει οινόπνευμα για να πάρουν βεντούζες και να τρίψουν την άρρωστη πρωτοκόρη τους.
Από ντροπή να ομολογήσω τον φόβο μου και από σεβασμό γιατί υπήρξε δάσκαλός μου, δέχτηκα να πάω.
Για να πας όμως στον Πλάτανο ο δρόμος περνούσε από τον Μαύρο Κήπο και το Στένωμα, δηλαδή από τα πιο στοιχειωμένα μέρη του Βαθύ. Πάμπολλες ιστορίες είχαμε ακούσει στα πησπερίσματα και προ παντός τις νύχτες στο λετρί, όταν νυχτοξημερώνονταν για να ‘λέσουν ελιές …».
 Μαύρες σκρόφες, μαυροφόρες, ασπροφόρες, καβαλάρηδες κ.α. έπαιρναν μέρος στις ιστορήσεις.
«Όσο πλησίαζα προς το Μαύρο Κήπο τόσο και μεγάλωνε ο φόβος. Με σταυρούς, άγιος ο Θεός, δόξα πατρί, πατερημούς και πιστεύους, έκαμα κουράγιο και ξεπέρασα το κακό πέρασμα, χωρίς να γυρίσω αριστερά μου και χωρίς να βγάλω μιλιά. Η δοξασία ήτο ότι μπορούσε να στραβώσει ο λαιμός σου, να ξεραθείς σα τη γυναίκα του Λωτ και να σου πάρουν τη φωνή σου τα στοιχειά. Έφτασα στον προορισμό μου, ξύπνησα τον Πάρβα Γιάννη, αγόρασα το σπίρτο και γύρσα πίσω. Όταν πλησίασα προς το στένωμα μ’ ήπιασε ένας φόβος και μια τρομάρα, που στάθηκε αδύνατο να προχωρήσω. Μπήκα αριστερά στ’ αμπέλια, έκαμα ένα μεγάλο γύρο και βγήκα πάλι στον δρόμο, αφού ξεπέρασα τις κακοτοπιές και πήγα στου Φελλά και αμέσως τράβηξα για το σπίτι. Φαίνεται πως δεν φαινόμουν καθόλου καλά και η Ελένη μου ‘καμε βραστικό, μου ‘βαλε μέσα και λίγο κονιάκ, για να συνέλθω και να πάω για ύπνο»
Οι δυό ναύτες δίπλα του σταυροκοπήθηκαν και μέσα τους πρέπει να είπαν κάποια προσευχή. Ο γεροκαπετάνιος, απλώς μειδίασε και στραβοκοίταξε τον σπανό, αλλά στα κρυφά, δεν παρέλειψε να κάνει κι εκείνος τον σταυρό του.
Τον λόγο είχε πάρει τώρα ένας γέρος ναυτικός κι αυτός από το χωριό που κάπνιζε τον ναργιλέ του καθισμένος σταυροπόδι:
«Εγώ…» άρχισε τονίζοντας το «εγώ», «… όταν ήμουν οκτώ – εννιά χρονώ, μέναμε στης Καλίτσαινας, κοντά στην Παναγιά τη Θωμάαινα63και σε καμιά πετριά διάστημα στης Μελάϊνας, έμενε ο φίλος και συνομήλικός μου Πέτρος Κυπραίος. Ένα απόγευμα ακούσαμε φωνές κι έτρεξα να δω τι γίνεται. Όταν μπήκα στο κατώφλι βλέπω τον Πέτρο ξαπλωμένο ανάσκελα καταμεσής του σπιτιού, αναίσθητο και αφροί να τρέχουν από το στόμα του. Τρέξαμε στο Μετόχι, νομίζω με τον αδερφό του τον Στέφανο και φωνάξαμε τον παπά.
Ύστερις από τον αγιασμό και τα ξόρκια, όταν ο Πέτρος συνήλθε μας διηγήθηκε ότι, όπως ερχόταν από το Μετόχι, σε ένα σημείο του Κλαστανιού, άκουσε θόρυβο πίσω του και όταν γύρισε το κεφάλι του είδε να τον ακολουθεί ένας καβαλάρης. Κοντοστάθηκε ο Πέτρος για να προσπεράσει ο καβαλάρης, κοντοστάθηκε κι εκείνος, ξεκίνησε ο Πέτρος, ξεκινά κι εκείνος, επιταχύνει το βήμα του ο Πέτρος, το ίδιο κι εκείνος, το βάζει στην τρεχάλα ο Πέτρος, τρεχάλα κι ο καβαλάρης και όταν έφτασε στο σπίτι τους, μόλις πέρασε το κατώφλι έπεσε κάτω χωρίς να προλάβει να πει λέξη.
Στο σημείο που λέει ότι είδε τον καβαλάρη, σε μια σχισμάδα του βουνού, δεξιά, δίπλα σε μια βελανιδιά, είχαν κάψει τα ρούχα του γερο Χαράλαμπου του Κοπανέζου, που τον είχαν βρει αποθαμένο στο σπήλιο του αμπελιού του και γι αυτό θεωρούσαμε το μέρος στοιχειωμένο…»
Στα γέλια των υπόλοιπων ο γερο ναυτικός με τον ναργιλέ έδειξε να μένει ατάραχος. Πήρε μια δυνατή ρουφηξιά από τον καφέ του και συνέχισε:
«Στην οικογένεια αυτή και άλλα μέλη της έλεγαν πως είδαν στοιχειά. Ένας από τους αδερφούς του Πέτρου, ο Στέφανος ή ο Νικόλας, στο πηγάδι του Βουτσανιού, ηγγίστηκε από το ζώπιο του πηγαδιού.
Η αδερφή της μάνας τους η Ευφημία η Υψελλιά, η μαμμή, πήγαινε από το Βαθύ στη Πόθια και σε ένα μέρος, μετά την Πάνω Πηγή, βρήκε ένα μωρό παιί. Το σήκωσε στα χέρια της, έβαλε μερικές φωνές για τη μάνα του μωρού, μήπως είχε πάει για ανάγκη της και, όταν δεν πήρε απάντηση, συνέχισε το δρόμο της με το παιί στην αγκαλιά.
Όσο προχωρούσε η Υψελλιά, τόσο και ένοιωθε το παιί να βαραίνει, ώσπου έφτασε στο σημείο να μην αντέχει το βάρος του. Αναγκάστηκε να το ακουμπήσει χάμω για να ξεκουραστεί και μόλις το ακούμπησε κάτω το παιί, μεταμορφώνεται σε πειρασμό, αφήνει μια πορδή και τραβά ίσα κάτω τη λαγκαδιά, που από τότε πήρε το όνομα της «Υψελλιάς το λαγκάϊ»…»
Ο Κλεάνθης δεν μπορούσε να πιστέψει αυτά τα πράγματα, αυτές τις ιστορίες. Κάτι όμως μέσα του αναστατωνόταν, θέλοντας και μη και γι αυτό προτιμούσε να μην τις ακούει. Όμως αν, έστω και μια λέξη ακούσει κάποιος από αυτές τις διηγήσεις, «κολλάει» και δεν φεύγει μέχρι το τέλος. Είδε με την άκρη του ματιού του τον Μέμο να επιστρέφει και κατάλαβε ότι με την δουλειά και τα «γουλιασμένα», η ώρα είχε περάσει. Ήθελε να ξεκολλήσει αλλά τώρα τον λόγο τον είχε πάρει ο μπαρμπα Γιάννης ο Θεολόγος από τις Μυρτιές, που ήταν γνωστός για την ευφράδειά του και την πειστικότητά του. Όλοι γύρισαν το βλέμμα τους στα χείλη του.
«Προ κάμποσα χρόνια, εν εθυμούμαι πλιο πόσα, κάποιος χωριανός μηχανικός, όταν έφτασαν στη Κάλυμνο από το ταξίδι, θα ‘ταν κοντά μεσάνυχτα… δεν είχε την υπομονή να περιμένει το ξημέρωμα και ξεκίνησε μοναχός του για το Χωριό.
Σ’ όλο το δρόμο μέχρι το γιοφύρι στη Πλατζόστρατα δεν αντάμωσε ψυχή. Από μακριά βλέπει τον Ηλία τον Ξεπαραλυμένο και του φώναξε να τον περιμένει. Ο Ηλίας κοντοστάθηκε και παντούριζε, σαν να τα είχε κοπανήσει για καλά. Πήγαιναν δίπλα – δίπλα και του μιλούσε ο μηχανικός, αλλά δεν έπαιρνε μιλιά. Όταν έφτασαν στον μύλο του Φραγκούλια, ο Ηλίας σαρτάρησε τον τοίχο και ο μηχανικός, νομίζοντας πως πήγε για ανάγκη του, τον περίμενε. Όταν είδε πως αργούσε του φώναξε και όταν δεν πήρε απάντηση έφυγε και πήγε στο σπίτι του. Χτύπησε την πόρτα, ξύπνησε και του άνοιξε η γυναίκα του και μετά τα καλωσορίσματα, τον ρώτησε γιατί δεν περίμενε να ξημερώσει, μόνο πήρε το δρόμο μοναχός του τέτοια ώρα. Εκείνος της λέει ότι κοντά τον μισό δρόμο είχε παρέα τον Ηλία.
Η γυναίκα σαν τ’ άκουσε, άρχισε να σταυροκοπιέται και να τρέμει. Ο άντρας τα ‘χασε για το ξαφνικό πάθημα της γυναίκας του και προσπάθησε να τη συνεφέρει. Όταν καμιά φορά γαλήνεψε η γυναίκα κοιμήθηκαν και το πρωί του φανέρωσε ότι πριν κάμποσο καιρό, ένα πρωί, βρήκαν σκοτωμένο τον Ηλία στο γεφύρι της Πλατζόστρατας»
Νέα σταυροκοπήματα απ’ όλους και ειδικά από τους δυό ναύτες του ψαράδικου. Όλοι άναψαν νέο τσιγάρο και άρχισαν να γελούν από αμηχανία ίσως και φόβο.
Ο καπετάν Ατσάς σηκώθηκε και πήγε στην άκρη της αυλής. Πλησίασε τον Κλεάνθη και τον κοίταξε για άλλη μια φορά βαθιά στα μάτια.
«Αν αυτός ο φίλος σου είναι πραγματικά καλός, θα συμβούλευα να μην βιάζεται. Ας κάνει μερικούς βούτθους και για την άλλη χρονιά … γλέπουμι. Ως τότε όμως ας … προσέχει τον καφενέ του. Παλικάρι είναι, ας περιμένει μέχρι τον άλλο χρόνο…» και κλείνοντας το μάτι του με νόημα, γύρισε την πλάτη και πήρε τον δρόμο για τον ταρσανά.