Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ (ΑΡΘΟΥΡ ΚΛΑΡΚ)

ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ
(το τέλος της παιδικής ηλικίας)
ΑΡΘΟΥΡ ΚΛΑΡΚ

ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Η ΓΗ ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ

 Το ηφαίστειο που είχε γίνει αιτία να αναδυθεί η Ταράουα από τα βάθη του Ειρηνικού, κοιμόταν εδώ και μισό εκατομμύριο χρόνια. Κι όμως , σκέφτηκε ο Ράϊνχολντ, σε λίγο καιρό το νησί θα λουζόταν μέσα σε φωτιές πιο δυνατές από κείνες που συνόδευαν την γέννηση του. Έριξε μια ματιά προς το χώρο εκτοξεύσεως και το βλέμμα του στάθηκε στην πυραμίδα, τις σκαλωσιές που περίζωναν ακόμη το «Κολόμβος». Εξήντα μέτρα πάνω από το έδαφος, η πλώρη του πλοίου αντανακλούσε τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου που έδυε. Αυτή ήταν μια από τις τελευταίες νύχτες του πλοίου. Σύντομα θα έπλεε στην αιώνια λιακάδα του διαστήματος. Ήταν αρκετά ήσυχα εκεί κάτω από τις φοινικιές, ψηλά στην βραχώδη ραχοκοκαλιά του νησιού. Ο μόνος ήχος που ερχόταν απ’ το εργοτάξιο, ήταν ο σποραδικός κρότος κάποιου συμπιεστή, ή η μακρινή κραυγή κάποιου εργάτη. Ο Ράϊνχολντ είχε συμπαθήσει αυτό το δασάκι με τους φοίνικες και σχεδόν κάθε σούρουπο ερχόταν εκεί για να εξετάσει τη μικρή νησιώτικη αυτοκρατορία του. Η σκέψη ό,τι όλα αυτά θα διαλύονταν όταν το «Κολόμβος» θα τιναζόταν με απίστευτη ορμή μέσα απ’ τις γιγάντιες φλόγες, ξεκινώντας για το αστρικό ταξίδι του, του έφερνε λύπη. Ένα μίλι πέρα απ’ τον ύφαλο, το «Τζαίημς Φόρεσταλ» είχε ανάψει τους προβολείς του και ερευνούσε τα σκοτεινά νερά. Ο ήλιος τώρα είχε χαθεί εντελώς κι η τροπική νύχτα έπεφτε γρήγορα. Ο Ράϊνχολντ αναρωτήθηκε, λίγο ειρωνικά, αν απ’ το αεροπλανοφόρο περίμεναν να βρουν Ρώσικα υποβρύχια τόσο κοντά στην ακτή. Η σκέψη της Ρωσίας του έφερε όπως πάντα στο νου τον Κόνραντ και εκείνο το εφιαλτικό πρωινό της άνοιξης του 1945. Πάνω από τριάντα χρόνια είχαν περάσει, αλλά η ανάμνηση εκείνων των ημερών, όταν το Ράιχ συντριβόταν κάτω από τα κύματα πούρχονταν από ανατολή και δύση, ήταν ακόμα ζωηρή στη μνήμη του. Ακόμα έβλεπε τα κουρασμένα γαλανά μάτια του Κόνραντ και τα ξανθιά γένια στο αξύριστο πηγούνι του, καθώς έδιναν τα χέρια και χώριζαν , σ’ εκείνο το ερειπωμένο χωριό της Πρωσίας, ενώ το κύμα των προσφύγων κυλούσε ακατάπαυστα δίπλα τους. Ήταν ένας χωρισμός που συμβόλιζε όλα όσα είχαν συμβεί στον κόσμο από τότε: το χάσμα ανάμεσα στην Ανατολή και στη Δύση. Κι ο Κόνραντ είχε διαλέξει το δρόμο προς την Μόσχα. Ο Ράϊνχολντ τότε τον νόμισε για βλάκα, τώρα όμως, δεν ήταν και τόσο σίγουρος γι αυτό. Τριάντα ολόκληρα χρόνια πίστευε πως ο Κόνραντ ήταν νεκρός. Πριν από μια εβδομάδα, όμως, ο συνταγματάρχης Σάντμεγιερ της Υπηρεσίας Τεχνικών Πληροφοριών, του είχε ανακοινώσει τα νέα. Δεν συμπαθούσε τον Σάντμεγιερ και ήταν βέβαιος ό,τι η αντιπάθεια αυτή ήταν αμοιβαία. Αλλά κανείς από τους δυό δεν άφηνε το γεγονός αυτό να επιδράσει στη δουλειά τους. «Κύριε Χόφμαν», είχε αρχίσει ο συνταγματάρχης, με το πιο επίσημο ύφος του, «μόλις έλαβα μερικές ανησυχαστικές πληροφορίες απ’ την Ουάσιγκτον. Είναι φυσικά, άκρως απόρρητες, αλλά αποφασίσαμε να τις ανακοινώσουμε στους τεχνικούς, ώστε ν’ αντιληφθούν την ανάγκη της ταχείας ενέργειας». Σταμάτησε για να κάνει εντύπωση, πράγμα όμως που άφησε τον Ράϊνχολντ αδιάφορο. Κατά κάποιον τρόπο ήξερε ήδη τι θα επακολουθούσε. «Οι Ρώσοι έχουν φτάσει σχεδόν στο ίδιο επίπεδο μ’ εμάς. Διαθέτουν ένα είδος πυρηνικού προωθητικού υλικού που είναι ίσως πιο αποτελεσματικό από τα δικά μας και κατασκευάζουν ένα σκάφος στις ακτές της λίμνης Βαϊκάλης. Δεν ξέρουμε πόσο έχουν προχωρήσει, αλλά η Υπηρεσία Πληροφοριών πιστεύει ό,τι υπάρχει πιθανότητα εκτόξευσης εντός του έτους. Γνωρίζεται τι σημαίνει αυτό». Ναι, σκέφτηκε ο Ράϊνχολντ, το ξέρω. Η κούρσα άρχισε και πιθανόν να μην την κερδίσουμε. «Ξέρετε ποιος διευθύνει την ομάδα τους;» Είχε ρωτήσει , χωρίς στ’ αλήθεια να περιμένει απάντηση. Προς μεγάλη του όμως έκπληξη, ο Σάντμεγιερ έσπρωξε προς το μέρος του ένα δακτυλογραφημένο χαρτί – πάνω – πάνω ήταν γραμμένο το όνομα «Κόνραντ Σνάϊντερ». «Γνωρίζατε αρκετούς απ’ αυτούς τους ανθρώπους στο Πεενεμούντε , έτσι δεν είναι;», ρώτησε ο Σάντμεγιερ. «Αυτό πιθανόν να μας διαφωτίσει κάπως για τον τρόπο εργασίας τους. Θα ήθελα να με κατατοπίζατε για όσο το δυνατόν πιο πολλούς απ’ αυτούς, για τις ειδικότητες , τις δυνατότητές τους και τα λοιπά. Ξέρω ό,τι ζητώ πάρα πολλά , ύστερα από τόσα χρόνια, αλλά προσπαθήστε όσο μπορείτε». «Ο Κόνραντ Σνάϊντερ είναι ο μόνος που αξίζει», είχε απαντήσει ο Ράϊνχολντ. «Ήταν ένα λαμπρό μυαλό, οι άλλοι είναι απλώς ικανοί μηχανικοί. Ένας Θεός ξέρει τι έχει κάνει σε τριάντα χρόνια. Και μην ξεχνάτε ό,τι κατά πάσα πιθανότητα αυτός ξέρει που έχουμε φτάσει εμείς, ενώ εμείς δεν ξέρουμε τίποτα γι αυτόν. Κι αυτό τον φέρνει σε πλεονεκτική θέση». Δεν τα είπε αυτά για να επικρίνει την Υπηρεσία Πληροφοριών, αλλά, για μια στιγμή, φάνηκε ό,τι ο Σάντμεγιερ θα το έπαιρνε για προσβολή. Κατόπιν ο συνταγματάρχης κούνησε τους ώμους του. «Έχει όμως και τα καλά του το σύστημα αυτό. Εσείς ο ίδιος το έχετε παραδεχτεί. Η ελεύθερη ανταλλαγή πληροφοριών έχει σαν αποτέλεσμα την ταχύτερη πρόοδο, έστω κι αν έτσι προδίδονται μερικά μυστικά μας. Σίγουρα στο Ρωσικό Κέντρο Ερευνών, το ένα τμήμα θα έχει μυστικά από το άλλο. Εμείς θα τους δείξουμε πως η Δημοκρατία μπορεί να φτάσει πρώτη στη Σελήνη». Η Δημοκρατία… τρίχες ! σκέφτηκε ο Ράϊνχολντ, αλλά ήταν αρκετά φρόνιμος για να μην εξωτερικεύσει τη σκέψη του. Ένας Κόνραντ Σνάϊντερ άξιζε όσο ένα εκατομμύριο ονόματα σ’ ένα εκλογικό κατάλογο. Και τι θα είχε κατορθώσει ο Κόνραντ μέχρι τώρα μ’ όλα τα μέσα της Ε.Σ.Σ.Δ. στη διάθεση του! Πιθανόν αυτή τη στιγμή, το σκάφος του, να είχε εγκαταλείψει τη γη και να ταξίδευε στο διάστημα. Ο ήλιος που είχε εγκαταλείψει την Ταράουα ήταν ακόμη ψηλά πάνω από την λίμνη Βαϊκάλη, όταν ο Κόνραντ Σνάϊντερ και ο βοηθός Κομισάριος επί των πυρηνικών ερευνών επέστρεφαν αργοπερπατώντας απ’ το σημείο δοκιμών των κινητήρων. Τα αυτιά τους βούιζαν ακόμα, αν και κάθε ήχος , σ’ όλη τη λίμνη, είχε σταματήσει εδώ και δέκα λεπτά. «Γιατί αυτή η λυπημένη έκφραση:», ρώτησε ξαφνικά ο Γρηγόριεβιτς. «Τώρα θα πρέπει να είσαι ευχαριστημένος. Σε ένα μήνα θα ταξιδεύουμε κι οι Γιάνκηδες θα σκάνε από το κακό τους». «Όπως πάντα, είσαι αισιόδοξος», είπε ο Σνάϊντερ. Παρ’ όλο που ο κινητήρας λειτουργεί κανονικά, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά όπως τα λες. Είναι αλήθεια πως δεν μπορώ να προβλέψω κανένα σοβαρό εμπόδιο τώρα, αλλά ανησυχώ με τις αναφορές που μας έρχονται για την Ταράουα. Σου έχω πει πόσο ικανός είναι ο Χόφμαν κι έχει εκατομμύρια δολάρια στη διάθεση του. Εκείνες οι φωτογραφίες του σκάφους του δεν είναι πολύ καθαρές , αλλά φαίνεται σα να είναι σχεδόν έτοιμο. Και ξέρουμε ό,τι δοκίμασε τους κινητήρες του πριν πέντε εβδομάδες».
«Μην ανησυχείς», είπε χαμογελώντας ο Γρηγόριεβιτς. Η μεγάλη έκπληξη θα είναι γι αυτούς. Μην ξεχνάς ό,τι δεν ξέρουν τίποτα για μας».
Ο Σνάϊντερ αναρωτήθηκε αν αυτό ήταν αλήθεια, απεφάσισε όμως ό,τι θα ήταν φρονιμότερο να μην εκφράσει τις αμφιβολίες του. Αυτό ίσως να έκανε τον Γρηγόριεβιτς να αρχίσει νέες έρευνες κι αν ανακάλυπταν καμιά διαρροή πληροφοριών, θα ήταν δύσκολο ν’ απαλλάξει τον εαυτό του απ’ τις υποψίες.
Ο σκοπός τον χαιρέτισε καθώς ξαναμπήκε στο Διοικητήριο. Υπάρχουν εδώ, σκέφτηκε, τόσοι στρατιώτες όσοι και τεχνικοί. Αλλά έτσι δούλευαν οι Ρώσοι κι εφόσον οι στρατιώτες δεν τον εμπόδιζαν στη δουλειά του δεν είχε λόγο να παραπονιέται. Στο σύνολο τους – με ορισμένες δυσάρεστες εξαιρέσεις – τα γεγονότα είχαν εξελιχθεί όπως περίπου περίμενε. Μόνο το μέλλον θα έδειχνε αν αυτός ή ο Ράϊνχολντ είχε κάνει την καλύτερη εκλογή.
Είχε αρχίσει κιόλας να γράφει την αναφορά του, όταν τον διέκοψε ένα πανδαιμόνιο από κραυγές. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητος στο γραφείο του και αναρωτιόταν τι μπορούσε να είναι αυτό που γινόταν αιτία να παραβιάζεται η αυστηρή πειθαρχία του στρατοπέδου. Μετά σηκώθηκε και πλησίασε στο παράθυρο… και για πρώτη φορά στη ζωή του ένοιωσε τι θα πει απόγνωση.
Τα αστέρια έλαμπαν στον ουρανό όταν ο Ράϊνχολντ κατηφόρισε τον μικρό λόφο. Έξω στο πέλαγος, το «Φόρεσταλ» σάρωνε ακόμη τα νερά με τα φωτεινά του πλοκάμια, ενώ πέρα στην ακτή οι σκαλωσιές γύρω από το «Κολόμβος», έμοιαζαν με κατάφωτο Χριστουγεννιάτικο δέντρο. Μόνο η πλώρη του σκάφους που προεξείχε, φάνταζε σα μαύρη σκιά πάνω στ’ άστρα.
Ένα ραδιόφωνο από την πτέρυγα των κοιτώνων έπαιζε δυνατά μουσική χορού κι ασυναίσθητα τα πόδια του Ράϊνχολντ κινήθηκαν γρηγορότερα ακολουθώντας τον ρυθμό. Είχε φτάσει στο στενό δρόμο που περνούσε δίπλα απ’ την αμμουδιά, όταν κάποια ακαθόριστη αίσθηση, κάτι σα μια κίνηση που μισοείδε, τον έκανε να σταθεί. Γεμάτος απορία, έφερε την ματιά του ένα γύρο, απ’ τη στεριά στη θάλασσα κι ύστερα πάλι στη στεριά. Μετά κοίταξε τον ουρανό.
Τότε ο Ράϊνχολντ Χόφμαν κατάλαβε, όπως και ο Κόνραντ Σνάϊντερ την ίδια στιγμή, ό,τι είχε χάσει το παιγνίδι. Και κατάλαβε ό,τι το είχε χάσει, όχι για λίγες εβδομάδες ή μήνες όπως φοβόταν, αλλά για χιλιάδες χρόνια. Οι πελώριες σκιές που έτρεχαν ανάμεσα στα άστρα, πολλά μίλια πάνω από το κεφάλι του, πιο πολλά απ’ όσα μπορούσε να σκεφτεί, ήταν τόσο πολύ ανώτερες από τον μικρό «Κολόμβο», όσο ανώτερος ήταν εκείνος σε σύγκριση με τα μονόξυλα της παλαιολιθικής εποχής. Για ένα λεπτό που του φάνηκε αιώνας, ο Ράϊνχολντ παρατηρούσε, όπως παρατηρούσε κι όλος ο κόσμος, τα μεγάλα σκάφη που κατέβαιναν με την καταθλιπτική μεγαλοπρέπεια τους, μέχρις ότου τελικά άκουσε τον μακρινό συριγμό που προκαλούσε το πέρασμά τους μέσα απ’ τον λεπτό αέρα της στρατόσφαιρας.

Δεν αισθάνθηκε καμιά λύπη, καθώς έβλεπε το έργο μιας ζωής να χάνεται. Είχε αγωνιστεί για να πάει τους ανθρώπους στ’ άστρα και τη στιγμή που είχε σχεδόν πετύχει, τα άστρα είχαν έλθει στους ανθρώπους. Ήταν η στιγμή που η ιστορία κράτησε την αναπνοή της, και το παρόν χωρίστηκε απ’ το παρελθόν, όπως ένα παγόβουνο ξεκολλά απ’ τους παγωμένους βράχους και ξεκινά το ταξίδι του στο πέλαγο μοναχό του και περήφανο. Όλα όσα είχαν κατορθώσει οι περασμένες γενιές ήταν ένα τίποτα τώρα. Μια σκέψη αντηχούσε αδιάκοπα στο μυαλό του Ράϊνχολντ: Η ανθρώπινη φυλή δεν ήταν πια μόνη.

ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Ο γενικός γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών στεκόταν ακίνητος στο μεγάλο παράθυρο, κοιτάζοντας κάτω την κίνηση της 43ης οδού. Μερικές φορές αναρωτιόταν αν ήταν σωστό για οποιονδήποτε άνθρωπο να εργάζεται τόσο ψηλά πάνω από τους συνανθρώπους του. Η αμεροληψία ήταν πολύ καλή, αλλά μπορούσε πολύ εύκολα να γίνει αδιαφορία. Ή μήπως προσπαθούσε απλώς να εξηγήσει ορθολογιστικά την αντιπάθεια του για τους ουρανοξύστες που δεν είχε μειωθεί καθόλου τα είκοσι χρόνια που ζούσε στην Νέα Υόρκη;
Άκουσε την πόρτα που άνοιξε πίσω του αλλά δεν γύρισε το κεφάλι του καθώς ο Πιέτερ Βαν Ράϊμπεργκ μπήκε στο δωμάτιο. Επακολούθησε η καθιερωμένη παύση καθώς ο Πιέτερ κοίταξε αποδοκιμαστικά τον θερμοστάτη γιατί λεγόταν πάντα σαν αστείο ότι στο Γενικό Γραμματέα άρεσε να ζει μέσα σε ένα ψυγείο. Ο Στόρμγκρεν περίμενε μέχρι που ο βοηθός του ήλθε δίπλα του στο παράθυρο και μετά τράβηξε το βλέμμα του από το γνωστό αλλά πάντα ελκυστικό πανόραμα.
«Έχουμε αργήσει», είπε. «Ο Γουέϊνραϊτ θα έπρεπε να ήταν εδώ πριν πέντε λεπτά».
«Μόλις είχα νεώτερα από την αστυνομία. Τον ακολουθεί μια αρκετά μεγάλη πομπή και έχουν αναστατώσει την κυκλοφορία. Θα πρέπει να φτάσει από στιγμή σε στιγμή».
Ο Βαν Ράϊμπεργκ σταμάτησε και μετά πρόσθεσε απότομα:
«Είσαι ακόμη σίγουρος ότι ήταν καλή ιδέα να τον δεις;»
«Φοβάμαι ότι τώρα είναι λίγο αργά για να υποχωρήσω. Εξ άλλου συμφώνησα – αν και όπως ξέρεις, η ιδέα δεν ήταν δικιά μου από την αρχή».
Ο Στόρμγκρεν είχε πάει στο γραφείο του και έπαιζε νευρικά με το περίφημο πρες – παπιέ του από ουράνιο. Δεν ήταν νευριασμένος, απλώς αναποφάσιστος. Ήταν όμως ευχαριστημένος που ο Γουέϊνραϊτ είχε αργήσει γιατί αυτό θα του έδινε ένα μικρό ηθικό πλεονέκτημα όταν θα άρχιζε η συνομιλία. Τέτοια μικρά πράγματα έπαιζαν στις ανθρώπινες σχέσεις μεγαλύτερο ρόλο απ’ ότι θα ήθελε ένας που έδινε μεγάλη σημασία στη λογική και στην ορθή κρίση.
«Έφθασαν» είπε ξαφνικά ο Βαν Ράϊμπεργκ, κολλώντας το πρόσωπό του στο παράθυρο. «Έρχονται από την Λεωφόρο, είναι πάνω από τρεις χιλιάδες, θα έλεγα».
Ο Στόρμγκρεν πήρε το σημειωματάριό του και ξαναπήγε δίπλα στον βοηθό του. Μισό μίλι μακριά ένα μικρό αλλά αποφασισμένο πλήθος πλησίαζε σιγά – σιγά προς το μέγαρο Μέγαρο της Γραμματείας. Κρατούσε πλακάτ με συνθήματα που δεν διαβάζονταν λόγω της αποστάσεως αλλά ο Στόρμγκρεν ήξερε πολύ καλά τι έλεγαν. Σύντομα μπόρεσε να ακούσει το μονότονο ανεβοκατέβασμα των ρυθμικών κραυγών τους που ξεχώριζαν πάνω από τον θόρυβο της κυκλοφορίας. Αισθάνθηκε ένα ξαφνικό κύμα αηδίας να τον κυριεύει. Σίγουρα ο κόσμος θα έπρεπε να είχε από πλήθη που έκαναν πορείες και οργισμένα συνθήματα.
Το πλήθος είχε φτάσει τώρα μπροστά στο κτίριο: θα πρέπει να ήξεραν ότι τους παρακολουθούσε γιατί εδώ κι εκεί σφιγμένες γροθιές υψώθηκαν, κάπως αδέξια, προς τον ουρανό. Δεν απειλούσαν όμως αυτόν, αν και η χειρονομία γινόταν, χωρίς αμφιβολία, για να την δει ο Στόρμγκρεν. Όπως ένας νάνος θα απειλούσε ένα γίγαντα, έτσι κι αυτές οι οργισμένες γροθιές στρέφονταν προς τον ουρανό πενήντα χιλιόμετρα πάνω από το κεφάλι του, ενάντια στο γυαλιστερό ασημένιο σύννεφο που ήταν η ναυαρχίδα του στόλου των Επικυριάρχων.
Και κατά πάσα πιθανότητα, σκέφτηκε ο Στόρμγκρεν, ο Καρέλλεν παρακολουθούσε την όλη υπόθεση και διασκέδαζε αφάνταστα, γιατί η συγκέντρωση αυτή δεν θα γινόταν ποτέ αν δεν την είχε προκαλέσει ο ίδιος ο Επόπτης.
Αυτή ήταν η πρώτη φορά που ο Στόρμγκρεν είχε συναντήσει τον αρχηγό της Ενώσεως για την Ελευθερία. Είχε πάψει ν’ αναρωτιέται αν η ενέργεια του ήταν σωστή, γιατί τα σχέδια του Καρέλλεν ήταν συχνά πολύ περίπλοκα για να τα καταλάβει ένα ανθρώπινο μυαλό. Και το χειρότερο αποτέλεσμα που μπορούσε να προβλέψει ο Στόρμγκρεν δεν θα προκαλούσε καμιά θετική ζημιά. Αν είχε αρνηθεί να δει τον Γουέϊνραϊτ, η Ένωση θα χρησιμοποιούσε το γεγονός σαν επιχείρημα εναντίον του.
Ο Αλεξάντερ Γουέϊνραϊτ ήταν ένας ψηλός, καλοφτιαγμένος άντρας που πλησίαζε τα πενήντα. Ήταν όπως ήξερε ο Στόρμγκρεν, απόλυτα τίμιος και γι αυτό διπλά επικίνδυνος. Όμως, η φανερή αυτή ειλικρίνειά του σε δυσκόλευε να τον αντιπαθήσεις, οποιαδήποτε κι αν ήταν η γνώμη που θα μπορούσε να έχει κανείς για τα ιδανικά που αντιπροσώπευε και για μερικούς από τους οπαδούς που είχε προσελκύσει.
Ο Στόρμγκρεν δεν έχασε καθόλου καιρό ύστερα από τις σύντομες και κάπως νευρικές συστάσεις που έκανε ο Βαν Ράϊμπεργκ.
«Υποθέτω», άρχισε, «ότι ο κύριος σκοπός της επισκέψεώς σας, είναι να καταθέσετε μια επίσημη διαμαρτυρία κατά του σχεδίου της Ομοσπονδίας. Σωστά;»
Ο Γουέϊνραϊτ συγκατένευσε αργά – αργά.
«Αυτός είναι ο βασικός μου σκοπός κύριε Γραμματεύ. Όπως γνωρίζετε, τα τελευταία πέντε χρόνια προσπαθούμε να κάνουμε την ανθρωπότητα να ξυπνήσει και να αντιληφθεί τον κίνδυνο που αντιμετωπίζει. Το έργο αυτό είναι δύσκολο γιατί η πλειονότητα του κόσμου φαίνεται ικανοποιημένη ν’ αφήνει τους Επικυρίαρχους να κυβερνούν τον κόσμο όπως τους αρέσει. Παρ’ όλα αυτά όμως, πάνω από πέντε εκατομμύρια πατριώτες, σε κάθε χώρα, έχουν υπογράψει την διαμαρτυρία μας»
«Ο αριθμός αυτός δεν είναι τόσο εντυπωσιακός μπροστά στα δυόμιση δισεκατομμύρια»
«Είναι ένας αριθμός που δεν μπορεί ν’ αγνοηθεί. Και σε κάθε άτομο που έχει υπογράψει, αντιστοιχούν άλλα πολλά που έχουν σοβαρές αμφιβολίες για την σκοπιμότητα, για να μην αναφέρουμε την ορθότητα του σχεδίου αυτού για την Ομοσπονδία. Ακόμα και ο Επόπτης Καρέλλεν, μ’ όλη του τη δύναμη, δεν μπορεί να σβήσει χίλια χρόνια ιστορίας με μια μολυβιά»
«Και ποιος γνωρίζει τι δύναμη έχει ο Καρέλλεν;» απάντησε ο Στόρμγκρεν. «Όταν ήμουν μικρός, η Ομοσπονδιακή Ευρώπη ήταν ένα όνειρο, όταν όμως έγινα άνδρας, είχε γίνει πραγματικότητα. Και αυτό πριν έλθουν οι Επικυρίαρχοι. Ο Καρέλλεν απλώς τελειώνει το έργο που αρχίσαμε εμείς»
«Η Ευρώπη ήταν μια πολιτιστική και γεωγραφική ενότητα. Ο κόσμος δεν είναι, αυτή είναι η διαφορά»
«Για τους Επικυρίαρχους», απάντησε σαρκαστικά ο Στόρμγκρεν, « η Γη πιθανώς είναι πολύ πιο μικρή απ’ ότι φαινόταν η Ευρώπη στους πατέρες μας και ο τρόπος που σκέπτονται, νομίζω ότι είναι πιο ώριμος από τον δικό μας»
«Δεν λέω ότι βασικά αντιτίθεμαι στην Ομοσπονδία σαν τον τελικό σκοπό, αν και πολλοί από τους υποστηρικτές μου πιθανόν να μην συμφωνούν. Αλλά πρέπει να γίνει από μέσα, όχι να επιβληθεί απ’ έξω. Πρέπει να φτιάξουμε μόνοι μας το πεπρωμένο μας. Πρέπει να σταματήσουν πλέον οι επεμβάσεις στις ανθρώπινες υποθέσεις»
Ο Στόρμγκρεν αναστέναξε. Όλα αυτά τα είχε ακούσει εκατοντάδες φορές πριν, και ήξερε ότι μπορούσε μόνο να δώσει την παλιά απάντηση την οποία η Ένωση για την Ελευθερία είχε αρνηθεί να δεχτεί. Είχε εμπιστοσύνη στον Καρέλλεν ενώ αυτοί δεν είχαν. Αυτή ήταν η βασική διαφορά και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα.
«Επιτρέψτε μου να σας κάνω μερικές ερωτήσεις», είπε. «Μπορείτε να αρνηθείτε ότι οι Επικυρίαρχοι έφεραν στη Γη ασφάλεια, ειρήνη και ευημερία;»
«Αυτό είναι αλήθεια. Μας πήραν όμως την ελευθερία μας. Ο άνθρωπος δεν ζει…»
«… μόνο με ψωμί. Ναι, το ξέρω, αλλά αυτή είναι η πρώτη φορά στην ιστορία που όλοι οι άνθρωποι είναι σίγουροι ότι έχουν εξασφαλίσει αυτό τουλάχιστον. Εν πάση περιπτώσει, ποια ελευθερία χάσαμε σε σύγκριση μ’ αυτήν που μας έδωσαν οι Επικυρίαρχοι, για πρώτη φορά, στην ανθρώπινη ιστορία;»
«Την ελευθερία να ρυθμίζουμε τις ζωές μας με την βοήθεια του Θεού».
Επιτέλους, σκέφτηκε ο Στόρμγκρεν, φθάσαμε στην ουσία του θέματος. Βασικά η σύγκρουση είχε θρησκευτικές βάσεις, όσο κι αν τις μεταμφίεζαν. Ο Γουέϊνραϊτ ποτέ δεν άφηνε να ξεχάσεις ότι ήταν κληρικός. Αν και δεν φορούσε πια το κολάρο του πάστορα, πάντα κάτι σου έδινε την εντύπωση πως εξακολουθούσε να υπάρχει.
«Τον περασμένο μήνα» τόνισε ο Στόρμγκρεν, «εκατό επίσκοποι, καρδινάλιοι και ραβίνοι υπέγραψαν μια κοινή δήλωση ότι υποστηρίζουν την πολιτική του Επόπτου. Οι θρησκείες του κόσμου είναι εναντίον σας».
Ο Γουέϊνραϊτ κούνησε το κεφάλι του σε μια οργισμένη άρνηση.
«Πολλοί από τους αρχηγούς είναι τυφλοί. Έχουν διαφθαρεί από τους Επικυρίαρχους. ‘όταν αντιληφθούν τον κίνδυνο, ίσως να είναι πάρα πολύ αργά. Η ανθρωπότητα θα έχει χάσει την πρωτοβουλία της και θα έχει γίνει μια φυλή σκλάβων».
Σώπασαν για μια στιγμή. Μετά ο Στόρμγκρεν είπε:
«Σε τρεις μέρες θα ξανασυναντηθώ με τον Επόπτη. Θα του εξηγήσω τις αντιρρήσεις σας, εφόσον καθήκον μου είναι να αντιπροσωπεύω τις απόψεις του κόσμου. Αυτό όμως δεν πρόκειται να αλλάξει τίποτε, μπορώ να σας βεβαιώσω γι αυτό».
«Υπάρχει κι ένα άλλο ζήτημα» είπε αργά ο Γουέϊνραϊτ. «Έχουμε πολλές αντιρρήσεις σχετικά με τους Επικυρίαρχους, πάνω απ’ όλα όμως απεχθανόμαστε την μυστικότητά τους. Είστε ο μόνος άνθρωπος που έχει μιλήσει με τον Καρέλλεν κι όμως ούτε εσείς τον έχετε δει ποτέ. Είναι λοιπόν παράξενο ότι έχουμε ενδοιασμούς για τα κίνητρά του;»
«Παρ’ όλα όσα έκανε για την ανθρωπότητα;»
«Ναι! Παρά το γεγονός αυτό. Δεν ξέρω τι μας πειράζει περισσότερο. Η παντοδυναμία του Καρέλλεν ή η μυστικότητά του. Αν δεν έχει τίποτα να κρύψει, γιατί δεν φανερώνεται ποτέ; Την επόμενη φορά που θα μιλήσετε μαζί του κύριε Στόρμγκρεν, θα του κάνετε την ερώτηση αυτή;»
Ο Στόρμγκρεν έμεινε σιωπηλός. Δεν υπήρχε τίποτε που θα μπορούσε να πει πάνω σε αυτό, τίποτε, τουλάχιστον, που θα έπειθε τον άλλο. Μερικές φορές απορούσε αν είχε πείσει και τον εαυτό του στην πραγματικότητα.
Η επιχείρηση ήταν φυσικά, από την δική τους άποψη, μια πολύ μικρή επιχείρηση, αλλά για την Γη ήταν το πιο μεγάλο γεγονός που είχε συμβεί ποτέ. Χωρίς καμιά προειδοποίηση τα μεγάλα πλοία έφθασαν σαν χείμαρρος από τα άγνωστα βάθη του διαστήματος. Αναρίθμητες φορές μυθιστορήματα είχαν περιγράψει μια τέτοια μέρα, αλλά κανείς ποτέ δεν πίστεψε ότι θα συνέβαινε κάποτε στην πραγματικότητα. Τώρα είχε επιτέλους συμβεί. Οι σιωπηλές λαμπερές σιλουέτες που αιωρούνταν πάνω από κάθε χώρα ήταν το σύμβολο μιας επιστήμης που ο άνθρωπος δεν είχε ελπίδες να φτάσει για αιώνες. Για έξη μέρες έπλεαν ακίνητες πάνω από τις πόλεις του, χωρίς να δείχνουν ότι ήξεραν την ύπαρξή του. Δεν ήταν όμως ανάγκη να το δείξουν. Δεν ήταν δυνατόν να ήταν απόλυτα τυχαίο το γεγονός ότι είχαν σταματήσει επάνω ακριβώς από την Νέα Υόρκη, το Λονδίνο, το Παρίσι, τη Μόσχα, την Ρώμη, το Καίηπ Τάουν, το Τόκυο, την Καμπέρα…
 Πριν ακόμα περάσουν αυτές οι μέρες που πάγωσαν την καρδιά, αρκετοί άνθρωποι είχαν ανακαλύψει την αλήθεια. Αυτή δεν ήταν η πρώτη, δειλή επαφή μιας φυλής που δεν ήξερε τίποτα για τον άνθρωπο. Μέσα σε αυτά τα σιωπηλά, ακίνητα πλοία, αυθεντίες της ψυχολογίας μελετούσαν τις αντιδράσεις της ανθρωπότητας. Όταν η καμπύλη της έντασης θα έφτανε στο αποκορύφωμά της, θα ενεργούσαν.
Και την έκτη ημέρα, ο Καρέλλεν, ο Επόπτης της Γης, ανακοίνωσε την ύπαρξη του στη Γη με μια ραδιοφωνική εκπομπή που κάλυψε κάθε συχνότητα. Μίλησε Αγγλικά τόσο τέλεια, ώστε η συζήτηση που προκάλεσε στις δύο πλευρές του Ατλαντικού κράτησε μια ολόκληρη γενεά. Το περιεχόμενο όμως του λόγου ήταν πιο συγκλονιστικό από τον τρόπο που εκφράστηκε. Με οποιαδήποτε κριτήρια κι αν το έκρινε κανείς, ήταν έργο υπέρτατης μεγαλοφυΐας, που έδειχνε πλήρη και απόλυτη κατοχή των ανθρωπίνων πραγμάτων. Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι η ευρυμάθεια και η δεξιοτεχνία του, οι δελεαστικές ενδείξεις μιας γνώσεως που ήταν ακόμη απρόσιτη, ήταν όλα προμελετημένα για να πείσουν την ανθρωπότητα ότι βρισκόταν εμπρός σε μια ακαταμάχητη πνευματική δύναμη. Όταν τελείωσε ο Καρέλλεν, τα κράτη της Γης κατάλαβαν ότι η αβέβαιη ανεξαρτησία τους είχε τελειώσει. Οι τοπικές, εσωτερικές κυβερνήσεις, θα διατηρούσαν τις εξουσίες τους, αλλά στο ευρύτερο πεδίο των διεθνών σχέσεων η πρωτοβουλία των τελικών αποφάσεων είχε ξεφύγει από τα ανθρώπινα χέρια. Οι αντιρρήσεις – οι διαμαρτυρίες – όλα ήταν μάταια.
Ήταν δύσκολο να περιμένει κανείς ότι όλα τα κράτη του κόσμου θα υποτάσσονταν χωρίς αντίσταση σε μια τέτοια μείωση των εξουσιών τους. Κι όμως η ενεργητική αντίσταση παρουσίαζε σοβαρές δυσχέρειες, γιατί η καταστροφή των σκαφών των Επικυριάρχων, στην περίπτωση που θα ήταν δυνατή, θα εξαφάνιζε και τις πόλεις που βρίσκονταν κάτω τους. Παρ’ όλα αυτά μια μεγάλη δύναμη, έκανε την απόπειρα. Ίσως οι υπεύθυνοι είχαν την ελπίδα ότι θα «πετύχαιναν με ένα σμπάρο δυό τρυγόνια» γιατί ο στόχος του ατομικού βλήματός τους βρισκόταν πάνω από την πρωτεύουσα ενός γειτονικού αλλά όχι φιλικού κράτους.
Καθώς το είδωλο του μεγάλου πλοίου γέμιζε την οθόνη της τηλεοράσεως στο μυστικό δωμάτιο ελέγχου, ο μικρός όμιλος αξιωματικών και τεχνικών που παρακολουθούσε θα πρέπει να αισθάνθηκε πολλές δυνατές συγκινήσεις. Αν πετύχαιναν, ποιες θα ήταν οι ενέργειες των υπόλοιπων πλοίων; Θα μπορούσαν να καταστραφούν κι αυτά και να αφήσουν έτσι την ανθρωπότητα ν’ ακολουθήσει ξανά το δρόμο της μόνη; Ή ο Καρέλλεν θα έπαιρνε μια τρομερή εκδίκηση απ’ αυτούς που του επιτέθηκαν;
Η οθόνη έμεινε απότομα κενή καθώς το βλήμα καταστράφηκε μόλις ήρθε σε επαφή. Αμέσως η προβολή συνεχίστηκε από μια εναέρια μηχανή λήψεως που βρισκόταν πολλά μίλια μακριά. Στο κλάσμα του δευτερολέπτου που μεσολάβησε, η πύρινη σφαίρα θα έπρεπε να είχε κιόλας σχηματιστεί και να γέμιζε τον ουρανό με την ηλιακή φλόγα της.
Κι όμως δεν έγινε τίποτα απολύτως. Το μεγάλο πλοίο παρέμεινε ακίνητο, άθικτο, λουσμένο στο φως του ήλιου, εκεί στην άκρη του διαστήματος. Όχι μόνο δεν μπόρεσε η βόμβα να το αγγίξει, αλλά ούτε κανείς μπόρεσε ποτέ να αντιληφθεί τι ακριβώς συνέβη στο βλήμα. Εκτός απ’ αυτό, ο Καρέλλεν δεν έκανε τίποτα εναντίον των υπευθύνων, ούτε καν έδειξε ότι κατάλαβε την επίθεση. Τους αγνόησε περιφρονητικά και τους άφησε ν’ αγωνιούν για μια εκδίκηση που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκε. Ήταν μια συμπεριφορά πολύ περισσότερο αποτελεσματική και αποκαρδιωτική από κάθε άλλη πράξη αντιποίνων. Η υπεύθυνη κυβέρνηση κατέρρευσε τελείως μέσα σε λίγες εβδομάδες και ύστερα από ένα ξέσπασμα αμοιβαίων κατηγοριών.
Παρουσιάστηκαν επίσης και μερικές περιπτώσεις παθητικής αντιστάσεως στην πολιτική των Επικυριάρχων. Συνήθως ο Καρέλλεν τις αντιμετώπιζε με το ν’ αφήνει τους ενδιαφερόμενους να κάνουν ότι ήθελαν μέχρι ν’ ανακαλύψουν οι ίδιοι ότι το μόνο που κατάφερναν ήταν να βλάψουν τους εαυτούς τους με την άρνηση τους για συνεργασία. Μόνο μια φορά έλαβε άμεσα μέτρα εναντίον μιας κυβερνήσεως που αντιδρούσε.
Για περισσότερα από εκατό χρόνια, η Δημοκρατία της Νοτίου Αφρικής ήταν το επίκεντρο κοινωνικών αναταραχών. Πολλοί καλοπροαίρετοι και από τις δυό πλευρές, προσπάθησαν να επιτύχουν μια προσέγγιση, αλλά μάταια – οι φόβοι και οι προκαταλήψεις ήταν πολύ βαθιά ριζωμένες για να επιτρέψουν την συνεργασία. Οι εναλλασσόμενες κυβερνήσεις διέφεραν μόνο ως προς τον βαθμό της αδιαλλαξίας τους. Η χώρα ήταν διαποτισμένη με το δηλητήριο του μίσους και τις συνέπειες ενός εμφυλίου πολέμου.
Όταν φάνηκε πια καθαρά ότι δεν μπορούσε να γίνει καμιά προσπάθεια να τελειώσουν οι διακρίσεις, ο Καρέλλεν έκανε μια προειδοποίηση. Απλώς προσδιόρισε μια ημέρα και ώρα. Τίποτα άλλο. Επεκράτησε ανησυχία, όχι όμως και φόβος ή πανικός γιατί κανείς δεν πίστευε ότι οι Επικυρίαρχοι θα έκαναν καμιά ενέργεια βίας ή καταστροφής που θα στρεφόταν χωρίς διάκριση εναντίον αθώων και ενόχων.
Και είχαν δίκιο. Το μόνο που συνέβη ήταν μόλις ο ήλιος διέσχισε τον μεσημβρινό του Καίηπ Τάουν, έσβησε. Το μόνο που έμεινε ορατό ήταν ένα χλωμό, πορφυρό ίχνος που δεν έδινε ούτε φως, ούτε ζέστη. Έξω στο διάστημα, το φως του ήλιου είχε πολωθεί κάπως από δυό διασταυρούμενα πεδία, ώστε να μην περνά καμιά ακτινοβολία. Η περιοχή που καλύπτονταν έτσι είχε διάμετρο πεντακόσια χιλιόμετρα και ήταν τέλειος κύκλος.
Η επίδειξη κράτησε τριάντα λεπτά. Ήταν αρκετά. Την επόμενη μέρα η κυβέρνηση της Νοτίου Αφρικής ανακοίνωσε ότι θα αποδίδονταν πάλι πλήρη πολιτικά δικαιώματα στη λευκή μειονότητα.

Εκτός απ’ αυτά τα μεμονωμένα περιστατικά, η ανθρώπινη φυλή είχε δεχθεί τους Επικυρίαρχους σαν κάτι φυσικό. Σ’ ένα εκπληκτικά σύντομο χρονικό διάστημα, το αρχικό σοκ είχε περάσει και ο κόσμος συνέχισε τη ζωή του ξανά. Η μεγαλύτερη αλλαγή που θα μπορούσε να παρατηρήσει ένας σύγχρονος Ριπ Βαν Γουίνκλ θα ήταν μια κρυφή αναμονή, καθώς η Ανθρωπότητα περίμενε να φανερωθούν οι Επικυρίαρχοι και να βγουν από τα γυαλιστερά πλοία τους. Ύστερα από πέντε χρόνια, περίμενε ακόμη. Αυτό, σκέφτηκε ο Στόρμγκρεν, ήταν η αιτία όλης της φασαρίας.

ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Είχε σχηματιστεί ο συνηθισμένος κύκλος των περιέργων και οι μηχανές λήψεως ήταν έτοιμες καθώς το αυτοκίνητο του Στόρμγκρεν μπήκε μέσα στο πεδίο προσγειώσεως. Ο Γενικός Γραμματέας αντάλλαξε μερικές τελευταίες λέξεις με τον βοηθό του, πήρε τον χαρτοφύλακά του και διέσχισε το πλήθος.
Ο Καρέλλεν δεν τον είχε αφήσει ποτέ να περιμένει πολύ. Ένα ξαφνικό «Ω!!» ακούστηκε από τους περίεργους και μια ασημένια σφαίρα γέμισε με τρομερή ταχύτητα τον ουρανό. Ένα ξαφνικό ρεύμα αέρος τύλιξε τον Στόρμγκρεν καθώς το μικροσκοπικό σκάφος σταμάτησε καμιά πενηνταριά μέτρα μακριά του, αιωρούμενο απαλά μερικά εκατοστά πάνω από το έδαφος, σαν να φοβόταν μήπως μολυνθεί από την Γη. Καθώς ο Στόρμγκρεν προχώρησε αργά προς το μέρος του, είδε το γνωστό σκύρωμα του μονοκόμματου μεταλλικού σκάφους και σε μια στιγμή φάνηκε το άνοιγμα που τόσο είχε απασχολήσει τους καλύτερους επιστήμονες της γης. Το πέρασε και μπήκε στο μοναδικό, απαλά φωτισμένο δωμάτιο του πλοίου. Το άνοιγμα έκλεισε μόνο του σαν να υπήρχε κάποτε, κλείνοντας έξω κάθε ήχο και εικόνα. Ξανάνοιξε ύστερα από πέντε λεπτά. Δεν είχε αισθανθεί καμιά κίνηση, αλλά ο Στόρμγκρεν ήξερε ότι βρισκόταν πενήντα χιλιόμετρα ψηλά πάνω από την Γη, βαθειά μέσα στο πλοίο του Καρέλλεν. Βρισκόταν στο κόσμο των Επικυριάρχων. Τριγύρω του αυτοί εκτελούσαν τα μυστηριώδη καθήκοντα τους. Είχε πλησιάσει κοντύτερα σ’ αυτούς από κάθε άλλο άνθρωπο κι όμως δεν ήξερε τίποτα  περισσότερο για την φυσική τους διάπλαση απ’ ότι ήξεραν τα εκατομμύρια κάτω στη Γη.
Η μικρή αίθουσα διασκέψεων στο τέλος του μικρού συνδετικού διαδρόμου ήταν άδεια, εκτός από ένα μοναχικό κάθισμα και το τραπέζι κάτω από την οθόνη στον τοίχο. Όπως ήταν σχεδιασμένη, δεν του έλεγε τίποτα για τα πλάσματα που την είχαν κατασκευάσει. Η οθόνη ήταν άδεια τώρα, όπως ήταν πάντα. Μερικές φορές στα όνειρά του ο Στόρμγκρεν έβλεπε ότι ξαφνικά λειτουργούσε και του αποκάλυπτε το μυστικό που βασάνιζε όλο τον κόσμο. Το όνειρο όμως ποτέ δεν γινόταν πραγματικότητα· πίσω απ’ αυτό το σκοτεινό παραλληλόγραμμο βρισκόταν το απόλυτο μυστήριο. Πίσω του κρυβόταν όμως και δύναμη και σοφία, μια απέραντη και ανεκτική κατανόηση για την ανθρωπότητα και, το πιο απρόσμενο, μια καλοδιάθετη συμπάθεια για τα μικρά πλάσματα που σέρνονταν στον πλανήτη κάτω τους.
Από την κρυφή γρίλια βγήκε αυτή η ήρεμη, αβίαστη φωνή που ο Στόρμγκρεν την ήξερε τόσο καλά αν και ο κόσμος την είχε ακούσει μόνο μια φορά στην ιστορία του. το βάθος και η έντασή της έδιναν το μόνο στοιχείο που υπήρχε για την φυσική διάπλαση του Καρέλλεν, γιατί έδιναν την ακαταμάχητη εντύπωση μεγάλου μεγέθους. Ο Καρέλλεν ήταν μεγαλόσωμος – ίσως πολύ μεγαλύτερος από έναν άνθρωπο. Ήταν αλήθεια ότι μερικοί επιστήμονες, αφού ανέλυσαν την μαγνητοφώνηση του μοναδικού λόγου που είχε βγάλει, είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η φωνή προερχόταν από μια μηχανή. Αυτό ήταν κάτι που ο Στόρμγκρεν δεν μπόρεσε ποτέ να πιστέψει.
«Ναι, Ρίκκι, άκουσα την μικρή συνάντηση που είχες. Πως σου φάνηκε ο κύριος Γουέϊνραϊτ;»
«Είναι ένας έντιμος άνθρωπος, αν και πολλοί από τους υποστηρικτές του δεν είναι. Τι θα κάνεις μ’ αυτόν; Η Ένωση, αυτή καθ’ αυτή, δεν είναι επικίνδυνη, αλλά μερικοί από τους εξτρεμιστές της διακηρύσσουν ανοιχτά την χρήση βίας. Αναρωτιέμαι αν θα έπρεπε να βάλω φρουρά στο σπίτι μου. ελπίζω όμως ότι δεν θα παρουσιασθεί ανάγκη».
Ο Καρέλλεν άλλαξε θέμα με τον τρόπο του, που ήταν συχνά εκνευριστικός.
«Οι λεπτομέρειες για την Παγκόσμια Ομοσπονδία έχουν ανακοινωθεί εδώ κι ένα μήνα. Παρουσιάστηκε καμιά ουσιαστική αύξηση στο επτά τοις εκατό που δεν με εγκρίνει, ή στο δώδεκα τοις εκατό που δεν έχει γνώμη;»
«Όχι ακόμη. Αυτό όμως δεν έχει σημασία. Αυτό που με ανησυχεί είναι ένα γενικό αίσθημα, ακόμη κι ανάμεσα στους υποστηρικτές σου, ότι είναι πια καιρός να τελειώσει αυτή η μυστικότητα».
Ο αναστεναγμός του Καρέλλεν ήταν τεχνικά τέλειος κι όμως του έλειπε η πειστικότητα.
«Αυτά είναι και τα δικά σου αισθήματα, δεν είναι;»
Η ερώτηση ήταν τόσο ρητορική, ώστε ο Στόρμγκρεν δεν νοιάστηκε ν’ απαντήσει:
«Αναρωτιέμαι αν αντιλαμβάνεσαι πραγματικά», συνέχισε ζωηρά, «πόσο δύσκολη γίνεται η δουλειά μου απ’ αυτές τις καταστάσεις».
«Ούτε και η δική μου γίνεται εύκολη», απάντησε ο Καρέλλεν κάπως έντονα. «Θα ήθελα ο κόσμος να πάψει να με θεωρεί σαν δικτάτορα και να αντιληφθεί ότι δεν είμαι παρά ένας δημόσιος υπάλληλος που προσπαθώ να εφαρμόσω μια αποικιακή πολιτική, στον καθορισμό της οποίας δεν είχα καμία ανάμειξη».
Αυτή ήταν, σκέφτηκε ο Στόρμγκρεν, μια πολύ ελκυστική περιγραφή. Απορούσε όμως κατά πόσο ήταν αλήθεια.
«Δεν μπορείς τουλάχιστον να μας δώσεις μια εξήγηση για την αιτία της μυστικότητας αυτής; Γιατί δεν την καταλαβαίνουμε, μας ενοχλεί και δίνει αφορμή σε συνεχείς διαδόσεις».
Ο Καρέλλεν γέλασε, με το πλούσιο, δυνατό γέλιο του, που ήταν τόσο έντονο ώστε να μοιάζει με ανθρώπινο.
«Και τώρα τι λένε ότι είμαι; Εξακολουθεί ακόμη να επικρατεί η θεωρία ότι είμαι ένα ρομπότ; Μα την αλήθεια, προτιμώ να είμαι ένας σωρός από ηλεκτρονικές λυχνίες παρά κάτι σαν σαρανταποδαρούσα – ναι, την είδα την γελοιογραφία στον χθεσινό «Κήρυκα» του Σικάγου. Σκέπτομαι να ζητήσω το πρωτότυπο».
Ο Στόρμγκρεν δάγκωσε τα χείλη του νευριασμένος. Μερικές φορές, σκέφτηκε, ο Καρέλλεν δεν παίρνει καθόλου στα σοβαρά το καθήκον του.
«Αυτό είναι σοβαρό», είπε επιτιμητικά.
«Αγαπητέ μου Ρίκκι», του απάντησε ο Καρέλλεν, «μόνο το γεγονός ότι δεν παίρνω στα σοβαρά την ανθρώπινη φυλή μου επιτρέπει να διατηρήσω μερικά ίχνη από την κάποτε σημαντική διανοητική δύναμη που είχα».
Χωρίς να το θέλει ο Στόρμγκρεν χαμογέλασε.
«Αυτό όμως δεν με βοηθά και πολύ έτσι; Είμαι αναγκασμένος να ξανακατέβω εκεί κάτω και να πείσω τους συνανθρώπους μου ότι, αν και δεν αποκαλύπτετε τους εαυτούς σας, όμως δεν έχετε τίποτα να κρύψετε. Δεν είναι εύκολη δουλειά. Η περιέργεια είναι ένα από τα ισχυρότερα ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Δεν είναι δυνατόν να την παραγνωρίζεις συνεχώς».
«Απ’ όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίσαμε όταν ήρθαμε στη Γη, αυτό ήταν το περισσότερο δύσκολο», παραδέχτηκε ο Καρέλλεν. «Έχετε εμπιστευθεί στην κρίση μας για άλλα πράγματα – σίγουρα θα μπορέσετε να μας έχετε εμπιστοσύνη και γι αυτό».
«Εγώ σε πιστεύω», είπε ο Στόρμγκρεν. «Όχι όμως ο Γουέϊνραϊτ, ούτε οι υποστηρικτές του. Μπορείς στα αλήθεια να τους κατηγορήσεις ότι δίνουν λανθασμένη εξήγηση στην απροθυμία σας να αποκαλυφθήτε στον κόσμο;»
Έγινε σιωπή για λίγο. Μετά ο Στόρμγκρεν άκουσε αυτόν τον αδύναμο ήχο, (ή μήπως ήταν τρίξιμο;) που θα μπορούσε να είχε γίνει καθώς ο Επόπτης άλλαζε θέση στο κάθισμά του.
«Ξέρεις φυσικά γιατί ο Γουέϊνραϊτ και οι παρόμοιοί του με φοβούνται, δεν είναι έτσι;», ρώτησε ο Καρέλλεν. Η φωνή του ήταν τώρα σοβαρή, σαν τον ήχο ενός μεγάλου αρμονίου που αντηχούσε μέσα σε ένα μεγάλο καθεδρικό ναό. «Θα βρεις ανθρώπους σαν κι αυτόν σ’ όλες τις θρησκείες του κόσμου. Ξέρουν ότι αντιπροσωπεύουμε την λογική και την επιστημονική γνώση και όσο κι αν πιστεύουν, φοβούνται ότι θα ανατρέψουμε τους Θεούς τους. Όχι βέβαια με κάποια ηθελημένη πράξη μας, αλλά, περισσότερο με έναν έμμεσο τρόπο. Η επιστήμη μπορεί να καταστρέψει τη θρησκεία όπως μπορεί και να την αγνοήσει και να αποδείξει λανθασμένες τις βασικές αρχές στις οποίες στηρίζεται. Κανείς ως τώρα, απ’ ότι ξέρω, δεν απέδειξε την μη ύπαρξη του Δία ή του Θωρ, αλλά οι πιστοί τους είναι τώρα ελάχιστοι. Οι διάφοροι Γουέϊνραϊτ φοβούνται κι αυτοί ότι γνωρίζουμε την αλήθεια για την καταγωγή της θρησκείας τους. Αναρωτιούνται, πόσο καιρό άραγε παρακολουθούμε την ανθρωπότητα. Είδαμε άραγε τον Μωάμεθ όταν έκανε την Εγείρα ή τον Μωυσή όταν έδινε στους Εβραίους τους νόμους τους; Γνωρίζουμε όλα τα ψέματα που περιέχουν οι ιστορίες στις οποίες πιστεύουν;»
«Τα ξέρετε αλήθεια;», ψιθύρισε ο Στόρμγκρεν, σαν να μιλούσε μόνος του.
«Αυτός Ρίκκι, είναι ο φόβος που τους βασανίζει, αν και ποτέ δεν θα το παραδεχτούν ανοιχτά. Πίστεψέ με, δεν μας κάνει καμιά ευχαρίστηση να καταστρέψουμε την πίστη των ανθρώπων, αλλά δεν είναι δυνατόν όλες οι θρησκείες να είναι σωστές – και το ξέρουν. Αργά ή γρήγορα ο άνθρωπος θα μάθει την αλήθεια. Αλλά η ώρα αυτή δεν ήρθε ακόμα. Ως προς την μυστικότητα μας, που, όπως σωστά είπες, χειροτερεύει την κατάσταση – είναι κάτι που δεν βρίσκεται στο δικό μας έλεγχο. Όπως κι εσύ, λυπάμαι κι εγώ που υπάρχει για την απόκρυψη αυτή, αλλά οι λόγοι είναι σοβαροί. Θα προσπαθήσω όμως να αποσπάσω μια δήλωση από τους ανωτέρους μου, η οποία πιθανόν να σε ικανοποιήσει και να εξευμενίσει την Ένωση για την Ελευθερία. Τώρα, αν θέλεις, μπορούμε να μπούμε στα θέματα της ημερήσιας διατάξεως και να αρχίσουμε την καταγραφή».
«Λοιπόν;», ρώτησε ανήσυχος ο Βαν Ράϊμπεργκ, «πέτυχες τίποτα;»
«Δεν ξέρω», είπε κουρασμένα ο Στόρμγκρεν πετώντας τα χαρτιά του πάνω στο τραπέζι. Κάθισε βαριά στο κάθισμά του. «Ο Καρέλλεν αυτή τη στιγμή συμβουλεύεται τους ανωτέρους του, οποιοιδήποτε κι οπουδήποτε είναι αυτοί. Δεν μπόρεσε να μου δώσει καμιά υπόσχεση».
«Να σου πω», είπε ξαφνικά ο Πιέτερ, «μόλις σκέφτηκα κάτι. Τι λόγους έχουμε να πιστεύουμε ότι υπάρχει κάποιος ανώτερος από τον Καρέλλεν; Αν υποθέσουμε ότι όλοι οι Επικυρίαρχοι, όπως τους λέμε, βρίσκονται εδώ στη Γη μέσα στα πλοία τους; Ίσως να μην έχουν αλλού πουθενά να πάνε αλλά μας το κρατούν κρυφό».
«Είναι μια έξυπνη θεωρία», είπε χαμογελώντας ο Στόρμγκρεν. «Αλλά έρχεται σε αντίθεση με τα λίγα που ξέρω – ή νομίζω ότι ξέρω – για την ιστορία του Καρέλλεν».
«Και ποια είναι αυτά τα λίγα;»
«Λοιπόν, συχνά αναφέρεται στη θέση του εδώ σαν κάτι το προσωρινό, που τον εμποδίζει να συνεχίσει την πραγματική του εργασία, που είναι νομίζω, κάτι που σχετίζεται με τα μαθηματικά. Μια φορά του ανέφερα το απόφθεγμα του Άκτον, που λέει ότι η εξουσία διαφθείρει και ότι η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα. Ήθελα να δω την αντίδραση του σε αυτό», γέλασε με αυτό το γέλιο του που είναι σαν να βγαίνει απ’ τα έγκατα μιας σπηλιάς και είπε:
«Δεν υπάρχει περίπτωση να συμβεί κάτι τέτοιο με μένα. Πρώτον διότι, όσο πιο σύντομα τελειώνω την δουλειά μου εδώ, τόσο πιο σύντομο θα μπορέσω να γυρίσω στον τόπο μου, που απέχει πολλά έτη φωτός από εδώ. Και δεύτερον διότι, η εξουσία μου είναι κάθε άλλο παρά απόλυτη. Είμαι απλώς ένας Επόπτης». Φυσικά μπορεί να τα έλεγε αυτά για να με παραπλανήσει. Δεν μπορώ να είμαι ποτέ απόλυτα βέβαιος γι αυτό».
«Είναι αθάνατος, έτσι;»
«Ναι, σύμφωνα με τα δικά μας κριτήρια, αν και υπάρχει κάτι στο μέλλον που φαίνεται ότι φοβάται. Δεν μπορώ όμως να φανταστώ τι είναι. Κι αυτά είναι όσα ξέρω γι αυτόν».
«Δεν είναι πολύ πειστικά. Η θεωρία μου είναι ότι ο μικρός τους στόλος έχει χαθεί στο διάστημα και ψάχνει για νέα πατρίδα. Δεν θέλει να μάθουμε πόσο λίγοι είναι στην πραγματικότητα αυτός και οι σύντροφοί του. ίσως όλα τα άλλα πλοία να είναι αυτόματα και να μην υπάρχει κανείς μέσα τους. Είναι απλώς μια εντυπωσιακή πρόσοψη».
«Εσύ», είπε ο Στόρμγκρεν, «φαίνεται ότι διαβάζεις πάρα πολύ επιστημονική φαντασία».
Ο Βαν Ράϊμπεργκ χαμογέλασε, λίγο αμήχανα.
«Η εισβολή από το διάστημα δεν έγινε ακριβώς όπως την περιμέναμε, σωστά; Η θεωρία μου όμως εξηγεί το γιατί ο Καρέλλεν δεν φανερώνεται ποτέ. Δεν θέλει να μάθουμε ότι δεν υπάρχουν άλλοι Επικυρίαρχοι».
Ο Στόρμγκρεν κούνησε το κεφάλι του διαφωνώντας.
«Η εξήγησή σου, όπως συνήθως, είναι πολύ έξυπνη για να είναι η σωστή. Αν και μπορούμε να μαντέψουμε μόνο την ύπαρξή του, πρέπει πίσω από τους Επικυρίαρχους να υπάρχει ένας μεγάλος πολιτισμός – και ένας πολιτισμός που γνωρίζει τον άνθρωπο από πολύ παλιά. Ο ίδιος ο Καρέλλεν θα πρέπει να μας μελετούσε αιώνες τώρα. Πάρε για παράδειγμα την γνώση του της Αγγλικής. Με δίδαξε πώς να την μιλώ ιδιωματικά».
«Μήπως ποτέ ανακάλυψες κάτι που δεν το ξέρει;»
«Μα, ναι, πολύ συχνά, αλλά μόνο σε ασήμαντα ζητήματα. Νομίζω ότι έχει μια απόλυτα τέλεια μνήμη, αλλά είναι μερικά πράγματα που δεν έκανε ποτέ τον κόπο να μάθει. Για παράδειγμα: Τα Αγγλικά είναι η μόνη γλώσσα την οποία καταλαβαίνει τελείως, αν και τα δύο τελευταία χρόνια έμαθε αρκετά Φιλανδικά απλώς και μόνο για να με πειράξει. Και τα Φιλανδικά δεν είναι μια γλώσσα που μαθαίνεται τόσο γρήγορα. Μπορεί και απαγγέλει από μνήμης ολόκληρα αποσπάσματα από το εθνικό μας έπος την «Καλέβαλα», ενώ εγώ, ντρέπομαι που το λέω, ξέρω μόνο λίγους στίχους. Ξέρει επίσης τις βιογραφίες όλων των εν ζωή πολιτικών και μερικές φορές μπορώ να προσδιορίσω τις πηγές που χρησιμοποίησε. Η γνώση του της ιστορίας και της επιστήμης φαίνεται τέλεια. Ξέρεις πόσα μάθαμε ως τώρα απ’ αυτόν. Κι όμως, αν τα πάρεις ένα – ένα, δεν νομίζω ότι τα πνευματικά του χαρίσματα είναι πολύ πέρα από τα όρια της ανθρώπινης δυνατότητας. Κανένας όμως άνθρωπος δεν θα μπορούσε να κάνει όλα μαζί τα πράγματα που κάνει εκείνος».
«Σε αυτό το συμπέρασμα περίπου έχω καταλήξει κι εγώ», συμφώνησε ο Βαν Ράϊμπεργκ. «Μπορεί να συζητούμε συνέχεια γύρω από τον Καρέλλεν, αλλά στο τέλος ξαναγυρίζουμε πάντα στην ίδια ερώτηση – γιατί στην οργή δεν φανερώνεται ο γεροδιάβολος; Μέχρι να το αποφασίσει, εγώ θα συνεχίζω να κάνω θεωρίες και η Ένωση για την Ελευθερία να δημιουργεί φασαρίες».
Ύψωσε το βλέμμα του αγανακτισμένος προς το ταβάνι.
«Μια σκοτεινή βραδιά, κ. Επόπτη,  ελπίζω ένας δημοσιογράφος θα ανέβει μα μια ρουκέτα στο πλοίο και θα μπει από την πίσω πόρτα με την φωτογραφική του μηχανή. Αυτή θα είναι επιτυχία!».
Αν είχε ακούσει την συνομιλία τους αυτή ο Καρέλλεν, δεν το έδειξε. Όμως, βέβαια, ποτέ δεν έδειχνε τίποτα.


ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

Τον πρώτο χρόνο του ερχομού τους η επίδραση της παρουσίας των Επικυριάρχων στο ρυθμό της ανθρώπινης ζωής ήταν μικρότερη απ’ ότι θα περίμενε κανείς. Η σκιά τους ήταν παντού, αλλά δεν ήταν καθόλου ενοχλητική. Αν και υπήρχαν πολύ λίγες μεγάλες πόλεις στη Γη που οι άνθρωποι δεν έβλεπαν κάποιο από τα ασημένια σκάφη να γυαλίζει στο στερέωμα, ύστερα από λίγο καιρό η παρουσία τους έγινε κάτι φυσικό, σαν τον ήλιο, το φεγγάρι ή τα σύννεφα. Κατά πάσα πιθανότητα οι περισσότεροι άνθρωποι είχαν μια αμυδρή μόνο γνώση του ότι η σταθερή ανάπτυξη του βιοτικού τους επιπέδου οφειλόταν στους Επικυρίαρχους. Όταν έβρισκαν καιρό να το σκεφτούν – πράγμα που γινόταν πολύ σπάνια – αντιλαμβάνονταν ότι τα σιωπηλά αυτά πλοία είχαν φέρει την ειρήνη σ’ όλο τον κόσμο, για πρώτη φορά στην ιστορία και τα ευγνωμονούσαν γι αυτό.
Αυτά ήταν όμως αρνητικά και καθόλου εντυπωσιακά οφέλη, που τα αναγνώριζαν μεν αλλά σύντομα τα ξεχνούσαν.
Οι Επικυρίαρχοι έμειναν ψηλά, κρύβοντας την όψη τους από τους ανθρώπους. ο Καρέλλεν μπορεί να ενέπνεε σεβασμό και θαυμασμό : Δεν θα μπορούσε όμως να προκαλέσει κανένα βαθύτερο συναίσθημα εφόσον ακολουθούσε την τωρινή πολιτική του. Ήταν δύσκολο να μην αισθανθεί κανείς δυσαρέσκεια γι αυτούς τους Ολύμπιους που μιλούσαν στην ανθρωπότητα μόνο μέσω ραδιοτηλετυπικών κυκλωμάτων telex  που βρίσκονταν στο κτίριο των Ηνωμένων Εθνών. Το τι διαδραματιζόταν στις συναντήσεις του Καρέλλεν και του Στόρμγκρεν δεν είχε ποτέ αποκαλυφθεί δημόσια και μερικές φορές ο ίδιος ο Στόρμγκρεν αναρωτιόταν γιατί ο Επόπτης εύρισκε τις συναντήσεις αυτές τόσο απαραίτητες. Ίσως να αισθανόταν την ανάγκη μιας άμεσης επαφής με ένα τουλάχιστον άνθρωπο; Ίσως να αντιλαμβανόταν ότι ο Στόρμγκρεν είχε ανάγκη της προσωπικής υποστηρίξεως αυτού του είδους. Αν αυτή ήταν η εξήγηση, ο Γενικός Γραμματέας την εκτιμούσε : Δεν τον ενδιέφερε αν η Ένωση για την Ελευθερία τον αποκαλούσε περιφρονητικά «Ο κλητήρας του Καρέλλεν».
Οι Επικυρίαρχοι δεν είχαν ποτέ δοσοληψίες απ’ ευθείας με τα διάφορα κράτη και κυβερνήσεις· παρέλαβαν τον Ο.Η.Ε. όπως τον βρήκαν, έδωσαν οδηγίες για την εγκατάσταση των απαραίτητων ραδιοτηλετυπικών εγκαταστάσεων και κοινοποιούσαν τις διαταγές τους μέσω του Γενικού Γραμματέως. Ο Σοβιετικός αντιπρόσωπος είχε τονίσει, πολύ σωστά, σε αναρίθμητες περιπτώσεις και δια μακρόν, ότι αυτό ήταν αντίθετο προς το καταστατικό χάρτη. Ο Καρέλλεν δεν φάνηκε να στενοχωρήθηκε γι αυτό.
Ήταν εκπληκτικό το πόσες βιαιότητες, ανοησίες και κακίες εξαφανίστηκαν ύστερα απ’ αυτά τα μηνύματα από τον ουρανό. Με τον ερχομό των Επικυριάρχων τα κράτη αντελήφθησαν ότι δεν ήταν πια ανάγκη να φοβάται το ένα το άλλο και μάντεψαν – πριν ακόμα γίνει η προσπάθεια – ότι τα όπλα που είχαν ήταν ανίσχυρα μπροστά σ’ ένα πολιτισμό που μπορούσε να γεφυρώσει τα άστρα. Έτσι με μιας το μεγαλύτερο εμπόδιο για την ευτυχία της ανθρωπότητας χάθηκε.
Οι Επικυρίαρχοι φαίνονταν ότι δεν ενδιαφέρονταν πολύ για τα είδη των κυβερνήσεων, αρκεί να μην ήταν τυραννικές ή διεφθαρμένες. Η Γη είχε ακόμα δημοκρατίες, μοναρχίες, φωτισμένες δικτατορίες, κομμουνισμό και καπιταλισμό. Αυτό ήταν μια αιτία απορίας για πολλές απλές ψυχές που ήταν βαθιά πεπεισμένες ότι ο δικός τους ήταν ο μόνος δυνατός τρόπος διαβιώσεως.
Άλλοι πίστευαν ότι ο Καρέλλεν απλώς περίμενε τον καιρό για να εισαγάγει ένα σύστημα που θα εξαφάνιζε όλες τις υφιστάμενες μορφές κοινωνίας και γι αυτό δεν είχε ασχοληθεί με ασήμαντες πολιτικές μεταρρυθμίσεις. Κι αυτό όμως, όπως όλες οι γνώμες για τους Επικυρίαρχους ήταν απλές εικασίες. Κανείς δεν ήξερε τα κίνητρά τους. Και κανείς δεν ήξερε σε τι μέλλον οδηγούσαν την ανθρωπότητα.
Ο Στόρμγκρεν κοιμόταν άσχημα τις τελευταίες νύχτες, πράγμα παράξενο, γιατί σύντομα θα εγκατέλειπε τις στενοχώριες του αξιώματός του για πάντα. Είχε υπηρετήσει την ανθρωπότητα επί σαράντα χρόνια και τους κυρίους της για πέντε και λίγοι άνθρωποι μπορούσαν να πουν ότι είχαν ζήσει μια ζωή στην οποία είχαν επιτύχει όλες τις φιλοδοξίες τους. Ίσως αυτό να ήταν το άσχημο· στα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του, όσα κι αν ήταν αυτά, δεν θα είχε καμιά φιλοδοξία πια, για να δίνει ένα σκοπό στη ζωή του. Αφ’ ότου είχε πεθάνει η Μάρθα και τα παιδιά τους είχαν ανοίξει δικά τους σπίτια, οι δεσμοί του με τον κόσμο, φαινόταν ότι είχαν ασθενήσει. Ίσως μάλιστα να είχε ταυτίσει τον εαυτό του με τους Επικυρίαρχους και έτσι να απομακρύνθηκε περισσότερο από τους ανθρώπους.
Ήταν μια απ’ αυτές τις ανήσυχες νύχτες, που το μυαλό του στριφογύρισε σαν μοτέρ που είχε χαλάσει ο ρυθμιστής του. κατάλαβε ότι ήταν άδικος κόπος να προσπαθήσει να κοιμηθεί και σηκώθηκε βαριεστημένα από το κρεβάτι του. Ρίχνοντας στην πλάτη του μια ρόμπα, βγήκε στον κήπο του μικρού του ρετιρέ. Όλοι του οι υφιστάμενοι είχαν πολύ πολυτελέστερα διαμερίσματα, αλλά το σπίτι αυτό ήταν αρκετό για τις ανάγκες του Στόρμγκρεν. Είχε φθάσει πια στη θέση όπου ούτε προσωπικά κτήματα ούτε οι επισημότητες προσθέτουν κάτι στην προσωπικότητα.
Η νύχτα ήταν ζεστή, σχεδόν καταθλιπτική, αλλά ο ουρανός ήταν καθαρός και το λαμπρό φεγγάρι βρισκόταν χαμηλά προς την δύση. Δέκα χιλιόμετρα μακριά τα φώτα της Νέας Υόρκης φώτιζαν τον ορίζοντα σαν μια αυγή που είχε μείνει ακίνητη ενώ άρχιζε.
Ο Στόρμγκρεν ύψωσε τη ματιά του πάνω από την κοιμισμένη πόλη, σκαρφαλώνοντας ξανά στα ύψη που μόνος, απ’ όλους τους ανθρώπους, είχε ανέβει. Αν και ήταν μακριά μπορούσε να ξεχωρίσει το σκαρί του πλοίου του Καρέλλεν που γυάλιζε στο φως του φεγγαριού. Αναρωτήθηκε τι να έκανε αυτή τη στιγμή ο Επόπτης, γιατί δεν πίστευε ότι οι Επικυρίαρχοι κοιμόνταν ποτέ.
Ψηλά πάνω του, ένας μετεωρίτης έσκισε με το λαμπερό βέλος του τον θόλο του ουρανού. Το φωτερό σημάδι κράτησε λίγο και μετά χάθηκε, αφήνοντας μόνο τα άστρα. Ήταν μια βίαιη υπενθύμιση: σ’ εκατό χρόνια ο Καρέλλεν θα καθοδηγούσε ακόμη την ανθρωπότητα προς το τέρμα που αυτός μόνο μπορούσε να δει, αλλά τέσσερις μήνες από τώρα, κάποιος άλλος θα ήταν Γενικός Γραμματέας. Αυτό, καθ’ αυτό το γεγονός δεν ενοχλούσε καθόλου τον Στόρμγκρεν – σήμαινε όμως ότι του έμενε πολύ λίγος καιρός αν ήλπιζε ότι θα μπορούσε ποτέ να μάθει τι βρισκόταν πίσω από την θαμπή οθόνη.
Τις τελευταίες αυτές ημέρες μόνο τόλμησε να παραδεχτεί ότι αυτή η μυστικότητα των Επικυριάρχων είχε αρχίσει να τον καταπιέζει.
Μέχρι τελευταία, η πίστη του προς τον Καρέλλεν τον είχε κρατήσει ελεύθερο από κάθε αμφιβολία αλλά τώρα, σκέφτηκε ειρωνικά, οι διαμαρτυρίες της Ενώσεως για την Ελευθερία είχαν αρχίσει να επιδρούν απάνω του. Ήταν βέβαια αλήθεια ότι η προπαγάνδα για το ότι ο Άνθρωπος είχε γίνει σκλάβος δεν ήταν τίποτα άλλο παρά άδειες κουβέντες. Πολύ λίγοι άνθρωποι τα πίστευαν στα σοβαρά ή ήθελαν πραγματικά να γυρίσουν οι παλιοί καιροί. Οι άνθρωποι είχαν συνηθίσει να τους κυβερνά ο Καρέλλεν, ήταν όμως περίεργοι να μάθουν πώς ήταν αυτός που τους κυβερνούσε. Και πώς μπορούσε κανείς να τους κατηγορήσει γι αυτό;
Αν και η μεγαλύτερη, η Ένωση για την Ελευθερία, δεν ήταν η μόνη οργάνωση που αντιπολιτευόταν τον Καρέλλεν και σαν συνέπεια και τους ανθρώπους που συνεργάζονταν με τους Επικυρίαρχους. Οι αντιρρήσεις και ο τρόπος ενεργείας των ομάδων αυτών διέφεραν μεταξύ τους πάρα πολύ. Άλλες στηρίζονταν σε θρησκευτικούς λόγους, ενώ άλλες εξέφραζαν απλώς μια αίσθηση κατωτερότητας. Αισθανόταν και δίκαια, όπως θα έπρεπε να αισθανόταν ένας μορφωμένος Ινδός του δεκάτου ενάτου αιώνα, για την Αγγλική κυριαρχία στις Ινδίες. Οι εισβολείς είχαν φέρει την ειρήνη και την ευμάρεια στη Γη, ποιος όμως ήξερε τι θα στοίχιζε αυτό; Η ιστορία δεν ήταν καθησυχαστική στο σημείο αυτό. Ακόμη και οι πιο ειρηνικές επαφές ανάμεσα σε δυό φυλές που βρίσκονταν σε πολύ διαφορετικά πολιτιστικά επίπεδα είχαν συχνά σαν συνέπεια την εξαφάνιση της πιο καθυστερημένης κοινωνίας. Τα έθνη, όπως και τα άτομα, μπορεί να αποκαρδιωθούν όταν αντιμετωπίσουν μια πρόκληση που δεν μπορούν να την υπερπηδήσουν. Και ο πολιτισμός των Επικυριάρχων, αν και ήταν σκεπασμένος με τον πέπλο του μυστηρίου, ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που είχε αντιμετωπίσει ποτέ ο Άνθρωπος.
Ένα ελαφρύ κλικ ακούστηκε καθώς το φωτοτυπικό τηλέτυπο στο διπλανό δωμάτιο έβγαλε το αντίτυπο της περιλήψεως των τελευταίων ειδήσεων που κυκλοφορούσε κάθε ώρα το Κεντρικό Πρακτορείο Ειδήσεων. Ο Στόρμγκρεν μπήκε στο δωμάτιο και έριξε μια άκεφη ματιά στα φύλλα. Στην άλλη άκρη της Γης, η Ένωση για την Ελευθερία είχε δώσει αφορμή για μια όχι και τόσο πρωτότυπη επικεφαλίδα: «Η ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ ΚΥΒΕΡΝΑΤΑΙ ΑΠΟ ΤΕΡΑΤΑ;», ρωτούσε η εφημερίδα και συνέχιζε: «Απευθυνόμενος σε μια συγκέντρωση στο Μαντράς σήμερα, ο Δρ. Κ. Β. Κρίσναν, Πρόεδρος του Ανατολικού Τομέως της Ενώσεως για την Ελευθερία είπε: η εξήγηση της συμπεριφοράς των Επικυριάρχων είναι πολύ απλή. Η φυσική τους μορφή είναι τόσο παράξενη και αποκρουστική, ώστε δεν τολμούν να φανερωθούν μπρος στα μάτια της Ανθρωπότητας. Προκαλώ τον κ. Επόπτη να με διαψεύσει».
Ο Στόρμγκρεν πέταξε το φύλλο με αηδία. Έστω και αν η κατηγορία ήταν αληθινή, τι σημασία είχε στ’ αλήθεια; Η ιδέα αυτή ήταν παλιά αλλά ποτέ δεν τον είχε ενοχλήσει. Δεν πίστευε ότι θα υπήρχε μια βιολογική μορφή, οσοδήποτε παράξενη, που δεν θα την συνήθιζε με τον καιρό και, ίσως, να την εύρισκε και όμορφη. Το μυαλό και όχι το σώμα ήταν εκείνο που είχε σημασία. Αν μπορούσε μόνο να πείσει τον Καρέλλεν γι αυτό, ίσως οι Επικυρίαρχοι να άλλαζαν την πολιτική τους. Ήταν σίγουρος ότι δεν θα ήταν ούτε κατά το ήμισυ τόσο αποκρουστικοί όπως τους παρουσίαζαν τα γεμάτα φαντασία σκίτσα που είχαν γεμίσει τις εφημερίδες ύστερα από την άφιξή τους στη Γη.
Κι όμως δεν ήταν, το ήξερε ο Στόρμγκρεν, μόνο η φροντίδα για τον διάδοχό του που τον έκανε να θέλει να τελειώνει αυτή η κατάσταση πραγμάτων. Ήταν αρκετά έντιμος για να παραδεχτεί ότι, σε τελική ανάλυση, το κύριο κίνητρό του ήταν απλώς η ανθρώπινη περιέργεια. Είχε μάθει πια τον Καρέλλεν σαν άτομα και δεν θα ήταν ικανοποιημένος αν δεν ανακάλυπτε τι είδους πλάσμα μπορεί να ήταν.
Όταν ο Στόρμγκρεν δεν έφτασε στο γραφείο του την συνηθισμένη ώρα το άλλο πρωί, ο Πιέτερ Βαν Ράϊμπεργκ ξαφνιάστηκε και ενοχλήθηκε λίγο. Αν και συχνά ο Γενικός Γραμματέας έκανε επισκέψεις πριν πάει στο γραφείο του, πάντοτε τους ειδοποιούσε προηγουμένως. Αυτό το πρωινό, για κακή σύμπτωση, υπήρχαν και ορισμένα επείγοντα τηλεγραφήματα για τον Στόρμγκρεν. Ο Βαν Ράϊμπεργκ έκανε μερικά τηλεφωνήματα σε διάφορες υπηρεσίες προσπαθώντας να βρει που είναι και τελικά εγκατέλειψε την προσπάθεια απογοητευμένος.
Κατά το μεσημέρι ανησυχούσε στα σοβαρά και έστειλε ένα αυτοκίνητο στο σπίτι του Στόρμγκρεν. Δέκα λεπτά αργότερα ξαφνιάστηκε από τον ήχο της σειρήνας, καθώς ένα αστυνομικό περιπολικό αυτοκίνητο ανέβηκε τρέχοντας ιλιγγιωδώς την λεωφόρο Ρούζβελτ. Φαίνεται ότι τα πρακτορεία ειδήσεων είχαν κάποιο γνωστό μέσα στο αυτοκίνητο αυτό γιατί, ενώ ο Βαν Ράϊμπεργκ το έβλεπε να πλησιάζει, το ραδιόφωνο πληροφορούσε τον κόσμο ότι αυτός δεν ήταν πια απλώς ο βοηθός, αλλά ο αναπληρωτής του Γενικού Γραμματέως των Ηνωμένων Εθνών.


ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5


Αν ο Βαν Ράϊμπεργκ δεν είχε να αντιμετωπίσει τόσες δυσκολίες θα διασκέδαζε μελετώντας τις αντιδράσεις του τύπου για την εξαφάνιση του Στόρμγκρεν. Όλο τον περασμένο μήνα οι εφημερίδες όλου του κόσμου είχαν χωριστεί σε δύο, σαφώς αντίθετες, ομάδες. Ο Δυτικός τύπος στο σύνολό του, ενέκρινε το σχέδιο του Καρέλλεν να κάνει όλους τους ανθρώπους πολίτες της Γης. Οι Ανατολικές χώρες, απ’ την άλλη, πάθαιναν βίαιους , αν και κατά μέγα μέρος, τεχνητούς σπασμούς, εθνικής υπερηφάνειας. Μερικές απ’ αυτές είχαν αποκτήσει την ανεξαρτησία τους πριν από μόλις μια γενιά και είχαν την γνώμη ότι έτσι τους έπαιρναν με απάτη τα κέρδη τους. Η κριτική εναντίον των Επικυριάρχων ήταν πια διαδεδομένη και πολύ επιθετική. Ο Τύπος, ύστερα από μια αρχική περίοδο υπερβολικής προφυλάξεως, είχε γρήγορα ανακαλύψει ότι μπορούσε να πει ότι άσχημο ήθελε για τον Καρέλλεν χωρίς να συμβεί τίποτα. Τώρα ξεπερνούσε τον εαυτό του.
Οι περισσότερες από τις επιθέσεις αυτές, αν και πολύ ζωηρές, δεν αντιπροσώπευαν τις μεγάλες λαϊκές μάζες. Κατά μήκος των συνόρων, που σύντομα θα έπαυαν να υπάρχουν πια, οι φρουροί είχαν διπλασιαστεί και οι στρατιώτες κοιτάζονταν με μια φιλία που ακόμη δεν είχε εκφραστεί με λόγια. Οι πολιτικοί και οι στρατηγοί μπορεί να φώναζαν και να χτυπιόνταν, αλλά τα εκατομμύρια των λαών που περίμεναν σιωπηλά ένοιωθαν ότι πολύ σύντομα ένα μεγάλο και ματωμένο κεφάλαιο της ιστορίας θα έκλεινε.
Και τώρα ο Στόρμγκρεν είχε χαθεί, κανείς δεν ήξερε το πώς και το που. Η αναταραχή κόπασε ξαφνικά καθώς ο κόσμος αντελήφθη ότι είχαν χάσει τον μόνο άνθρωπο μέσω του οποίου οι Επικυρίαρχοι, για λόγους που αυτοί μόνο ήξεραν, μπορούσαν να μιλούν με την Γη. Κάτι σαν παράλυση έπεσε στον Τύπο και στο ραδιόφωνο, μέσα όμως στη σιωπή μπορούσε κανείς ν’ ακούσει την φωνή της Ενώσεως για την Ελευθερία να υπερασπίζεται ανήσυχη την αθωότητα της.
Ήταν απόλυτο σκοτάδι όταν ξύπνησε ο Στόρμγκρεν. Για μια στιγμή ήταν πάρα πολύ νυσταγμένος για να αντιληφθεί πόσο παράξενο ήταν αυτό. Μετά, αφού ξύπνησαν όλες του οι αισθήσεις, ανασηκώθηκε απότομα και άπλωσε το χέρι του να πιάσει τον διακόπτη του ηλεκτρικού δίπλα στο κρεβάτι του.
Μέσα στο σκοτάδι το χέρι του άγγιξε ένα γυμνό πέτρινο τοίχο, κρύο στο άγγιγμα. Πάγωσε αμέσως - το μυαλό και το σώμα του παρέλυσαν καθώς συνάντησε το αναπάντεχο.  Κατόπιν, μη πιστεύοντας ακόμη τις αισθήσεις του, γονάτισε πάνω στο κρεβάτι και άρχισε να εξερευνά με τα δάχτυλά του αυτόν τον άγνωστο τοίχο.
Δεν είχε περάσει ένα λεπτό, όταν ακούστηκε ένα ξαφνικό κλικ και ένα κομμάτι του σκοταδιού χάθηκε. Μόλις μπόρεσε να δει μια αντρική σιλουέτα πάνω σ’ ένα αμυδρά φωτισμένο φόντο και η πόρτα έκλεισε και το σκοτάδι ξαναγύρισε. Όλα έγιναν τόσο γρήγορα ώστε δεν πρόλαβε να δει τίποτα από το δωμάτιο που βρισκόταν.
Αμέσως θαμπώθηκε από το φως ενός δυνατού ηλεκτρικού φαναριού. Η φωτεινή δέσμη έπεσε για μια στιγμή στο πρόσωπό του και χαμήλωσε για να φωτίσει όλο το κρεβάτι – που, όπως είδε τώρα – δεν ήταν παρά ένα στρώμα πάνω σε ακατέργαστες σανίδες. Μέσα από το σκοτάδι μια απαλή φωνή του μίλησε σε άπταιστα Αγγλικά με μια προφορά όμως που ο Στόρμγκρεν δεν μπόρεσε στην αρχή να προσδιορίσει.
«Α!, κύριε Γραμματέα, χαίρομαι που βλέπω ότι ξυπνήσατε. Ελπίζω ότι αισθάνεσαι απολύτως καλά».
Η τελευταία αυτή φράση είχε κάτι που τράβηξε την προσοχή του Στόρμγκρεν, ώστε η θυμωμένη ερώτηση που σκόπευε να κάνει, έσβησε μέσα στο στόμα του. Κοίταξε στο σκοτάδι και μετά απάντησε ήρεμα: «Πόσο καιρό ήμουν αναίσθητος;»
Ο άλλος μισογέλασε
«Αρκετές ημέρες. Μας υποσχέθηκαν ότι δεν θα υπήρχαν άσχημες συνέπειες. Χαίρομαι γιατί βλέπω ότι ήταν αλήθεια».
Μια για να κερδίσει καιρό, μια για να δοκιμάσει τις αντιδράσεις του, ο Στόρμγκρεν κατέβασε τα πόδια του από το πλάι του κρεβατιού. Φορούσε ακόμη τις πυτζάμες του αλλά ήταν πολύ τσαλακωμένος και φαινόταν να έχουν μαζέψει αρκετή βρωμιά. Καθώς κινήθηκε ένιωσε μια ελαφριά ζάλη – όχι τόσο δυνατή για να είναι δυσάρεστη αλλά αρκετή για να τον πείσει ότι πραγματικά τον είχαν ναρκώσει. Στράφηκε προς το φως.
«Που είμαι;», ρώτησε απότομα. «Τα ξέρει όλα αυτά ο Γουέϊνραϊτ;»
«Έλα τώρα, μην εκνευρίζεσαι» απάντησε η σκιά. «Δεν είναι καιρός ακόμα να μιλήσουμε για τέτοια πράγματα. Νομίζω ότι είσαι αρκετά πεινασμένος. Ντύσου και πάμε για φαγητό».
Ο φωτεινός κύκλος γλίστρησε μέσα στο δωμάτιο και για πρώτη φορά ο Στόρμγκρεν πήρε μια ιδέα των διαστάσεών του. Δύσκολα μπορούσε να χαρακτηριστεί δωμάτιο γιατί οι τοίχοι του φαίνονταν να είναι από γυμνό βράχο, πρόχειρα σμιλεμένο στο τωρινό του σχήμα. Αντελήφθη ότι βρισκόταν κάτω από την επιφάνεια της γης, σε μεγάλο βάθος κατά πάσα πιθανότητα. Και, αφού είχε μείνει αναίσθητος πολλές μέρες, μπορεί να βρισκόταν κάτω στην γη.
Το φως του φαναριού φώτισε ένα σωρό ρούχα πάνω σε μια κάσα.
«Αυτά πρέπει να είναι αρκετά», είπε η φωνή μέσα από το σκοτάδι. «Το πλύσιμο είναι κάπως δύσκολο εδώ και γι αυτό αρπάξαμε ένα – δύο από τα κουστούμια σου και καμιά δεκαριά πουκάμισα».
«Αυτό», είπε άκεφα ο Στόρμγκρεν «ήταν πολύ καλό εκ μέρους σας»
«Λυπούμαι για το ότι δεν έχουμε έπιπλα και ηλεκτρικό φως. Το μέρος εδώ είναι βολικό από πολλές απόψεις αλλά μάλλον του λείπουν οι ανέσεις»
«Βολικό για ποιο πράγμα ;» ρώτησε ο Στόρμγκρεν καθώς έβαζε ένα πουκάμισο. Το άγγιγμα του γνώριμου υφάσματος ήταν παράξενα καθησυχαστικό.
«Απλώς βολικό», είπε η φωνή. «Και μια που το θυμήθηκα, επειδή φαίνεται ότι θα περάσουμε αρκετό καιρό μαζί, καλύτερα να με φωνάζεις Τζο»
«Παρά την εθνικότητά σου», απάντησε ο Στόρμγκρεν, «είσαι Πολωνός, έτσι; Νομίζω ότι θα μπορώ να προφέρω το αληθινό σου όνομα. Δεν μπορεί να είναι πιο δύσκολο από πολλά Φιλανδικά ονόματα»
Έγινε για μια στιγμή σιωπή και το φως τρεμόπαιξε για λίγο.
«Καλά, έπρεπε να το περιμένω», είπε ο Τζο χωρίς αντίρρηση. «Πρέπει να έχεις αρκετή πείρα στο θέμα αυτό»
«Είναι ένα αρκετά χρήσιμο χόμπι για έναν άνθρωπο στη θέση μου. Μπορώ να κάνω ακόμα την εικασία ότι έχεις μεγαλώσει στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά δεν έφυγες από την Πολωνία πριν …»
«Αυτά», είπε σταθερά ο Τζο, «είναι αρκετά, μια και φαίνεται ότι τέλειωσες το ντύσιμό σου – ευχαριστώ»
Η πόρτα άνοιξε καθώς ο Στόρμγκρεν βάδισε προς το μέρος της, με ένα ελαφρό αίσθημα χαράς από την μικρή του νίκη. Καθώς ο Τζο παραμέρισε για να τον αφήσει να περάσει, διερωτήθηκε αν ο φύλακάς του ήταν οπλισμένος. Ήταν βέβαιο ότι ήταν και, οπωσδήποτε, θα είχε και φίλους κοντά.
Ο διάδρομος ήταν θαμπά φωτισμένος με τις λάμπες πετρελαίου τοποθετημένες κατά διαστήματα και για πρώτη φορά μπόρες ο Στόρμγκρεν να δει τον Τζο καθαρά. Ήταν ένας άνδρας γύρω στα πενήντα που θα ζύγιζε πάνω από 90 κιλά. Όλα ήταν μεγάλα πάνω του, από το λεκιασμένο μπουφάν που φορούσε και που μπορούσε να ήταν μέρος της στολής καμιάς δεκαριάς στρατιών, ως το εντυπωσιακά μεγάλο δαχτυλίδι στο αριστερό του χέρι. Ένας άνθρωπος με τέτοιο σώμα πιθανώς δεν θα έκανε τον κόπο να κουβαλά μαζί του όπλο. Δεν θα ήταν δύσκολο, σκέφτηκε ο Στόρμγκρεν, ν’ ανακαλύψει την ταυτότητά του, αν ποτέ έφευγε από δω. Απογοητεύτηκε λίγο καθώς σκέφτηκε ότι και ο Τζο, κατά πάσα πιθανότητα, το ήξερε αυτό πολύ καλά.
Οι τοίχοι γύρω τους ήταν από σκέτο βράχο, αν και κάπου – κάπου ήταν ντυμένοι με τσιμέντο. Ήταν φανερό, σκέφτηκε ο Στόρμγκρεν, ότι βρισκόταν σε κάποιο άχρηστο ορυχείο που ήταν, κατά την γνώμη του, μια από τις πιο καλές φυλακές. Είχε την γνώμη ότι οτιδήποτε κι αν συνέβαινε, οι πελώριες ικανότητες των Επικυριάρχων θα τον έβρισκαν και θα τον έσωζαν σύντομα. Τώρα όμως δεν ήταν τόσο σίγουρος γι αυτό. Είχε χαθεί εδώ και τόσες μέρες κι όλας – κι όμως τίποτε δεν είχε συμβεί. Θα έπρεπε λοιπόν να υπάρχει κάποιο όριο στη δύναμη του Καρέλλεν και, αν ήταν πραγματικά θαμμένος σε κάποια μακρινή ήπειρο, όλες οι γνώσεις των Επικυριάρχων δεν θα μπορούσαν να τον ανακαλύψουν.
Δυο άλλοι άνδρες κάθονταν στο τραπέζι μέσα στο γυμνό, μισοφωτισμένο δωμάτιο. Σήκωσαν το βλέμμα τους με ενδιαφέρον και με κάτι από ελαφρό σεβασμό, καθώς μπήκε ο Στόρμγκρεν. Ο ένας τους έσπρωξε ένα σωρό σάντουιτς που ο Στόρμγκρεν τα δέχτηκε πρόθυμα. Αν και ήταν πολύ πεινασμένος, θα προτιμούσε ένα πιο ενδιαφέρον φαγητό· σκέφτηκε όμως ότι κατά πάσα πιθανότητα και οι σύντροφοί του δεν θα είχαν φάει καλύτερα.
Καθώς έτρωγε, έριξε γρήγορες ματιές στους τρεις άνδρες που τον περιτριγύριζαν. Ο Τζο ήταν ο πιο εντυπωσιακός απ’ όλους, όχι μόνο στον όγκο. Οι άλλοι ήταν αναμφισβήτητα οι βοηθοί του, κοινοί συνηθισμένοι τύποι, που την καταγωγή τους θα την ανακάλυπτε αμέσως ο Στόρμγκρεν μόλις θα τους άκουγε να μιλούν.
Του πρόσφεραν λίγο κρασί σ’ ένα όχι πολύ καθαρό ποτήρι και ο Στόρμγκρεν το ήπιε μαζί με το τελευταίο σάντουιτς. Τώρα αισθανόταν ότι ήταν εντελώς κύριος της καταστάσεως και στράφηκε προς τον πελώριο Πολωνό.
«Λοιπόν», είπε ήρεμα, «ίσως τώρα μπορέσεις να μου πεις τι ακριβώς σημαίνουν όλα αυτά και τι ακριβώς ελπίζετε να κερδίσετε μ’ αυτό»
Ο Τζο ξερόβηξε καθαρίζοντας το λαιμό του.
«Θέλω να κάνω μια διευκρίνιση», είπε. «Ο Γουέϊνραϊτ δεν έχει καμιά σχέση με αυτά. Θα εκπλαγεί όπως όλος ο κόσμος αν το μάθει»
Ο Στόρμγκρεν το περίμενε σχεδόν αυτό, διερωτήθηκε όμως γιατί ο Τζο επιβεβαίωνε τις υποψίες του. Από καιρό είχε υποψίες ότι υπήρχε μια εξτρεμιστική κίνηση μέσα – μπροστά από την Ένωση για την Ελευθερία.
«Απλώς για να ικανοποιήσω την περιέργειά μου», είπε, «πως ακριβώς έγινε η απαγωγή μου;»
«Ήταν κάτι σαν περιπετειώδης ταινία», είπε κεφάτα ο Τζο. «Δεν είμαστε σίγουροι αν ο Καρέλλεν σε είχε υπό επιτήρηση ή όχι και για αυτό λάβαμε κάπως πολύπλοκες προφυλάξεις. Κατ’ αρχήν ρίξαμε ναρκωτικό αέριο στο δωμάτιό σου με την βοήθεια του αιρκοντίσιον – αυτό ήταν το εύκολο. Μετά, σε φέραμε στο αυτοκίνητο – κι αυτό δεν ήταν καθόλου δύσκολο. Ξέχασα να σου πω ότι όλα αυτά δεν τα έκαναν δικοί μας άνθρωποι. Νοικιάσαμε επαγγελματίες για την δουλειά. Ο Καρέλλεν ίσως τους συλλάβει, στην πραγματικότητα ελπίζουμε ότι θα τους πιάσει, αλλά δεν πρόκειται να μάθει τίποτα. Όταν έφυγε από το σπίτι σου, το αυτοκίνητο, μπήκε σε μια υπόγεια οδική διάβαση καμιά εκατοστή χιλιόμετρα από την Νέα Υόρκη. Όταν βγήκε από την άλλη πλευρά, χωρίς καμιά καθυστέρηση, είχε ακόμα μέσα του ένα ναρκωμένο άντρα που έμοιαζε καταπληκτικά με τον Γενικό Γραμματέα. Πολύ αργότερα ένα μεγάλο φορτηγό φορτωμένο με μεταλλικά κιβώτια βγήκε από την αντίθετη διεύθυνση και κατευθύνθηκε σ’ ένα, κάποιο αεροδρόμιο όπου τα κιβώτια φορτώθηκαν σ’ ένα μεταγωγικό αεροπλάνο για μια απόλυτα νόμιμη μεταφορά. Είμαι σίγουρος ότι οι ιδιοκτήτες των κιβωτίων θα τρομοκρατηθούν αν μάθουν το πώς το χρησιμοποιήσαμε
Εν τω μεταξύ το αυτοκίνητο που είχε τελειώσει κι όλας τον κύριο ρόλο του, συνέχιζε την πορεία του, όσο πιο κρυφά μπορούσε, προς τα Καναδικά σύνορα. Ίσως τώρα να τους έχει πιάσει κιόλας ο Καρέλλεν. Δεν ξέρω, ούτε με ενδιαφέρει. Καθώς κατάλαβες κι ελπίζω να εκτιμηθεί η ειλικρίνειά μου, όλο μας το σχέδιο βασίζεται σ’ ένα πράγμα. Είμαστε σχεδόν απόλυτα σίγουροι ότι ο Καρέλλεν μπορεί να βλέπει και ν’ ακούει όλα όσα συμβαίνουν πάνω στην επιφάνεια της γης, αλλά δεν μπορεί να δει κάτω από την επιφάνειά της, εκτός βέβαια αν χρησιμοποιεί μάγια και όχι επιστημονικά μέσα. Έτσι πώς θα μάθει για την μεταφορά που έγινε μέσα στο τούνελ, τουλάχιστον όχι πριν να είναι πια αργά. Φυσικά ριψοκινδυνέψαμε αλλά εμείς πήραμε και μερικές άλλες προφυλάξεις, τις οποίες δεν θα σου πω τώρα γιατί ίσως χρειαστεί να τις ξαναχρησιμοποιήσουμε και είναι κρίμα να τις φανερώσω».
Ο Τζο διηγήθηκε όλη την ιστορία με τόσο κέφι και χάρη που ο Στόρμγκρεν δεν μπόρεσε να μη χαμογελάσει. Παράλληλα αισθάνθηκε μεγάλη ανησυχία. Το σχέδιο ήταν πολύ έξυπνο και υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να είχε παραπλανήσει τον Καρέλλεν. Ο Στόρμγκρεν δεν ήταν σίγουρος αν ο Καρέλλεν τον είχε υπό προστατευτική επίβλεψη ή όχι. Και, όπως ήταν φανερό, ούτε ο Τζο ήταν σίγουρος γι αυτό. Ίσως γι αυτό είχε μιλήσει με τόση ειλικρίνεια, ήθελε να δοκιμάσει τις αντιδράσεις του Στόρμγκρεν. Καλά λοιπόν, θα προσπαθούσε να φανεί σίγουρος, άσχετα ποια ήταν τα πραγματικά του αισθήματα.
«Φαίνεται ότι είσαστε όλοι σας ανόητοι», είπε περιφρονητικά ο Στόρμγκρεν, «αν νομίζετε ότι μπορείτε να ξεγελάσετε τους Επικυρίαρχους τόσο εύκολα. Και ύστερα, σε τι μπορεί να σας βοηθήσει η απαγωγή μου;»
Ο Τζο του πρόσφερε ένα τσιγάρο, που ο Στόρμγκρεν το αρνήθηκε και ύστερα άναψε ένα για τον εαυτό του και κάθισε πάνω στο τραπέζι. Ένα ανησυχαστικό τρίξιμο ακούστηκε και ο Τζο πήδηξε βιαστικά όρθιος.
«Τα κίνητρά μας», άρχισε, «πρέπει να είναι αρκετά αυτονόητα. Βρήκαμε ότι οι συζητήσεις δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα και γι αυτό αναγκαστήκαμε να πάρουμε άλλα μέτρα. Δεν είναι η πρώτη φορά που υπάρχουν μυστικές οργανώσεις αντιστάσεως και ακόμη κι ο Καρέλλεν, μ’ όλες τις δυνάμεις που διαθέτει, θα δυσκολευτεί να μας αντιμετωπίσει. Έχουμε σκοπό ν’ αγωνιστούμε για την ανεξαρτησία μας. Μη με παρεξηγήσεις. Δεν θα κάνουμε τίποτα βίαιο – στην αρχή τουλάχιστον – αλλά οι Επικυρίαρχοι είναι αναγκασμένοι να χρησιμοποιούν ανθρώπους για πράκτορές τους και αυτών μπορούμε να τους κάνουμε την ζωή δύσκολη».
Αρχίζοντας, υποθέτω από μένα, σκέφτηκε ο Στόρμγκρεν. Αναρωτήθηκε αν ο άλλος του είχε πει όλη την αλήθεια. Πίστευαν στ’ αλήθεια ότι αυτές οι γκανγκστερικές μέθοδοι θα είχαν την παραμικρή επίδραση πάνω στον Καρέλλεν; Από την άλλη όμως, ήταν απόλυτα σωστό το ότι μια καλά οργανωμένη κίνηση αντιστάσεως θα έκανε τη ζωή πολύ δύσκολη. Γιατί ο Τζο, είχε βρει το μόνο αδύνατο σημείο στο σύστημα διακυβέρνησης των Επικυριάρχων. Τελικά όλες οι διαταγές τους εκτελούνται από ανθρώπους. Αν αυτοί αναγκάζονταν με την τρομοκρατία να αρνηθούν υπακοή, τότε θα κατέρρεε όλο το σύστημα. Ήταν βέβαια μια ελάχιστη πιθανότητα, γιατί ο Στόρμγκρεν ήταν βέβαιος ότι ο Καρέλλεν σύντομα θα εύρισκε κάποια λύση στο θέμα αυτό.
«Τι σκοπεύετε να με κάνετε;», ρώτησε τελικά ο Στόρμγκρεν. «Θα είμαι κάτι σαν όμηρος;»
«Μην ανησυχείτε, θα σας φροντίσουμε. Περιμένουμε ορισμένους επισκέπτες σε λίγες μέρες και μέχρι τότε θα σας ψυχαγωγήσουμε όσο μπορούμε»
Πρόσθεσε λίγες λέξεις στη δική του γλώσσα και ένας, από τους άλλους έβγαλε από την τσέπη του μια ολοκαίνουργια τράπουλα.
«Την αγοράσαμε ειδικά για σας», εξήγησε ο Τζο. «Είχα διαβάσει προ ημερών στο «Τάϊμ» ότι είσαστε καλός παίχτης πόκερ». Η φωνή του σοβάρεψε ξαφνικά. «Ελπίζω να έχετε αρκετά μετρητά στο πορτοφόλι σας», είπε ανήσυχος. Δεν σκέφτηκα να κοιτάξω. Όπως έχουν τα πράγματα, δεν μπορούμε να πάρουμε τσεκ».
Ξαφνιασμένος και έκπληκτος ο Στόρμγκρεν, κοίταξε τους φύλακές του. Κατόπιν, καθώς αντελήφθη τελικά την πραγματική κατάσταση, ξαφνικά του φάνηκε ότι όλες οι φροντίδες και οι ανησυχίες του αξιώματός του χάθηκαν με μιας. Από δω και πέρα όλα ανήκαν στον Βαν Ράϊμπεργκ. Οτιδήποτε και αν συνέβαινε, δεν μπορούσε να κάνει απολύτως τίποτα και τώρα αυτοί εδώ οι απίθανοι εγκληματίες ανυπομονούσαν να παίξουν πόκερ μαζί του.
Απότομα έριξε πίσω το κεφάλι του και ξέσπασε σε ένα γέλιο, που, παρόμοιο είχε χρόνια να κάνει.


ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6


Δεν υπήρχε αμφιβολία, σκέφτηκε σκυθρωπά ο Βαν Ράϊμπεργκ, ότι ο Γουέϊνραϊτ έλεγε την αλήθεια. Μπορεί να είχε ορισμένες υποψίες αλλά δεν ήξερε ποιος έκανε την απαγωγή του Στόρμγκρεν. Ούτε και την ενέκρινε. Ο Βαν Ράϊμπεργκ είχε την ιδέα ότι από καιρό οι εξτρεμιστές μέσα στην Ένωση για την Ελευθερία πίεζαν τον Γουέϊνραϊτ να υιοθετήσει μια πιο δραστήρια πολιτική. Τώρα είχαν αναλάβει οι ίδιοι την πρωτοβουλία.
Η απαγωγή είχε οργανωθεί πολύ ωραία, δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία. Ο Στόρμγκρεν μπορούσε να βρίσκεται σ’ οποιοδήποτε μέρος της Γης και φαινόταν ότι δεν υπήρχαν παρά αμυδρές ελπίδες για να τον βρουν. Κι όμως, κάτι έπρεπε να γίνει, αποφάσισε ο Βαν Ράϊμπεργκ και να γίνει γρήγορα. Παρά τα αστεία που έκανε συχνά, αυτό που ένοιωθε πραγματικά για τον Καρέλλεν ήταν υπερβολικό δέος. Η σκέψη να έλθει σ’ άμεση επαφή με τον Επόπτη τον γέμιζε με απόγνωση, αλλά δεν υπήρχε άλλη διέξοδος.
Το τμήμα τηλεπικοινωνιών έπιανε ολόκληρο το τελευταίο πάτωμα στο πελώριο κτίριο. Σειρές ολόκληρες από φωτοτυπικά τηλέτυπα, άλλα σιωπηλά και άλλα σε λειτουργία, έπιαναν σχεδόν όλο τον χώρο. Απ’ αυτά περνούσε ένα ατέλειωτο ρεύμα από στοιχεία – στοιχεία παραγωγής, αποτελέσματα απογραφών και όλα τα λογιστικά στοιχεία ενός παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Κάπου πάνω στο πλοίο του Καρέλλεν θα έπρεπε να υπάρχει ένα πιστό αντίγραφο αυτού του δωματίου – και ο Βαν Ράϊμπεργκ αναρωτήθηκε ανατριχιάζοντας, ποιες άραγε μορφές να πηγαινοέρχονταν ανάμεσα στις μηχανές συγκεντρώνοντας όλες τις πληροφορίες που η Γη έστελνε στους Επικυρίαρχους.
Σήμερα όμως δεν τον ενδιέφεραν οι μηχανές αυτές ούτε τα μηνύματα που έστελναν. Βάδισε προς το μικρό ιδιαίτερο δωμάτιο όπου, άλλοτε, μόνο ο Στόρμγκρεν έμπαινε. Ύστερα από διαταγές του, είχαν σπάσει την κλειδαριά και μέσα τον περίμενε ο προϊστάμενος του τμήματος τηλεπικοινωνιών.
«Είναι ένα συνηθισμένο τηλέτυπο – με πλήκτρα συνηθισμένης γραφομηχανής», του είπαν. «Υπάρχει κι ένα φωτοτυπικό τηλέτυπο αν χρειαστείτε να στείλετε φωτογραφίες ή πίνακες – μου είπατε όμως ότι δεν θα το χρειαστείτε».
Ο Βαν Ράϊμπεργκ κούνησε το κεφάλι του αφηρημένα. «Ναι, εντάξει. Ευχαριστώ», είπε. «Δεν υπολογίζω να μείνω εδώ για πολύ. Ύστερα να κλειδώσετε ξανά και να μου δώσετε όλα τα κλειδιά».
Περίμενε να φύγει ο προϊστάμενος και μετά κάθισε μπροστά στο τηλέτυπο. Όπως ήξερε, λειτουργούσε σπάνια γιατί όλες σχεδόν οι επαφές μεταξύ του Καρέλλεν και του Στόρμγκρεν γίνονταν  στις εβδομαδιαίες συναντήσεις τους. Αφού όμως αυτό ήταν για επείγουσες περιπτώσεις, είχε την ελπίδα ότι θα έπαιρνε απάντηση σχεδόν αμέσως.
Ύστερα από ένα στιγμιαίο δισταγμό, άρχισε να γράφει το μήνυμά του με αδέξια χτυπήματα. Η μηχανή βόμβισε για λίγο και οι λέξεις του έλαμψαν για μια στιγμή στην σκοτεινή οθόνη. Έπειτα έγειρε πίσω στο κάθισμα του και περίμενε την απάντηση.
Δεν πέρασε ούτε ένα λεπτό και η μηχανή άρχισε να λειτουργεί. Ο Βαν Ράϊμπεργκ αναρωτήθηκε, όχι για πρώτη φορά, αν ο Επόπτης κοιμόταν ποτέ.
Το μήνυμα ήταν σύντομο και δεν του έδινε καμιά βοήθεια:
«ΟΥΔΕΜΙΑ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑ – ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΩ ΥΠΟΘΕΣΗ ΕΙΣ ΥΜΕΤΕΡΑ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ – Κ  »
Με αρκετή πικρία και χωρίς καμιά ικανοποίηση, ο Βαν Ράϊμπεργκ συνειδητοποίησε πόσο μεγάλος ήταν ο ρόλος που του είχαν αναθέσει.


Τις τρεις προηγούμενες ημέρες ο Στόρμγκρεν είχε αναλύσει τον χαρακτήρα των δεσμοφυλάκων του με κάποια πληρότητα. Ο Τζο ήταν ο μόνος που παρουσίαζε κάποιο ενδιαφέρον· οι υπόλοιποι ήταν ασήμαντοι άνθρωποι· τα συνηθισμένα αποβράσματα της κοινωνίας που μαζεύονται συνήθως γύρω από κάθε παράνομη αντιστασιακή κίνηση. Τα ιδανικά της Ενώσεως για την Ελευθερία δεν είχαν κανένα νόημα γι αυτούς. Η μόνη τους φροντίδα τους ήταν το πώς να κερδίσουν το ψωμί τους με όσο το δυνατόν λιγότερο κόπο.
Ο Τζο ήταν γενικά περισσότερο πολύπλοκος χαρακτήρας, αν και μερικές φορές θύμιζε στον Στόρμγκρεν ένα υπερφυσικό μωρό. Οι ατέλειωτες παρτίδες πόκερ που έπαιζαν, διακόπτονταν από βίαιες πολιτικές συζητήσεις κι έτσι ο Στόρμγκρεν κατάλαβε πολύ γρήγορα ότι ο μεγαλόσωμος Πολωνός δεν είχε εξετάσει ποτέ στα σοβαρά τους λόγους για τους οποίους αγωνιζόταν. Ο συναισθηματισμός κι ένα εξαιρετικά συντηρητικό πνεύμα θόλωναν όλες του τις κρίσεις. Οι πολύχρονοι αγώνες της πατρίδας του για την ανεξαρτησία είχαν τόση επίδραση στην νοοτροπία του, ώστε ζούσε στο παρελθόν. Ήταν μια γραφική επιβίωση, ένα άτομο που δεν μπορούσε να ανεχθεί ένα κανονικό τρόπο ζωής. Αν ποτέ οι άνθρωποι σαν κι αυτόν χάνονταν από τον κόσμο, αν ποτέ γινόταν αυτό, ο κόσμος θα ήταν περισσότερο ασφαλής, αλλά και λιγότερο ενδιαφέρων.
Δεν υπήρχε πια η παραμικρή αμφιβολία, τουλάχιστον από την μεριά του Στόρμγκρεν, ότι ο Καρέλλεν δεν είχε πετύχει να τον βρει. Είχε προσπαθήσει να μπλοφάρει, αλλά οι απαγωγείς του δεν είχαν πεισθεί. Ήταν βέβαιος ότι τον κρατούσαν εκεί για να δουν αν ο Καρέλλεν θα τον ανακάλυπτε και τώρα, που δεν είχε συμβεί τίποτα, θα προχωρούσαν στην εκτέλεση των σχεδίων τους.
Έτσι ο Στόρμγκρεν δεν ξαφνιάστηκε όταν, ύστερα από τέσσερις μέρες ο Τζο του είπε να περιμένει επισκέψεις. Από καιρό η μικρή ομάδα παρουσίαζε σημάδια εκνευρισμού και ο φυλακισμένος μάντεψε ότι οι αρχηγοί του κινήματος βλέποντας ότι όλα ήταν εντάξει, θα έρχονταν επιτέλους να τον πάρουν.
Τον περίμεναν κιόλας, μαζεμένοι γύρω από το παλιό τραπέζι, όταν ο Τζο του έκανε ευγενικά νόημα να μπει στο δωμάτιο. Ο Στόρμγκρεν κρυφογέλασε βλέποντας ότι ο δεσμοφύλακάς του φορούσε, επιδεικτικά, ένα πελώριο πιστόλι που ποτέ πριν δεν είχε φορέσει. Οι δυό αλήτες είχαν εξαφανιστεί και ακόμη και ο Τζο φαινόταν κάπως μαζεμένος. Ο Στόρμγκρεν κατάλαβε αμέσως ότι τώρα θα αντιμετώπιζε άτομα πολύ ανωτέρας κλάσεως και το γκρουπ που βρισκόταν απέναντί του θύμιζε έντονα μια φωτογραφία που είχε δει κάποτε, του Λένιν και των συνεργατών του στις πρώτες μέρες της Ρωσικής Επανάστασης. Στους έξη αυτούς άνδρες η ίδια διανοητική δύναμη, σιδερένια αποφασιστικότητα και πληρότητα. Ο Τζο και οι όμοιοι του ήταν ακίνδυνοι· εδώ βρίσκονταν οι πραγματικοί εγκέφαλοι της οργανώσεως.
Με ένα σύντομο νεύμα, ο Στόρμγκρεν βάδισε προς το μοναδικό κενό κάθισμα προσπαθώντας να φαίνεται κύριος του εαυτού του. Καθώς πλησίαζε, ο ηλικιωμένος κοντόχοντρος άνδρας που καθόταν στην άλλη άκρη του τραπεζιού, έσκυψε προς τα εμπρός και τον κοίταξε με τα διαπεραστικά γκρίζα μάτια του. Όλοι έκαναν τον Στόρμγκρεν να αισθάνεται τόσο άβολα ώστε μίλησε πρώτος – κάτι που δεν σκόπευε να κάνει.
«Υποθέτω ότι ήρθατε να συζητήσουμε τους όρους. Ποια θα είναι τα λύτρα μου;»
Παρατήρησε ότι κάποιος στο βάθος του δωματίου κρατούσε στενογραφημένες σημειώσεις. Όλα ήταν πολύ τακτικά και οργανωμένα.
Ο αρχηγός απάντησε με μια μελωδική Ουαλλέζικη προφορά.
«Μπορείτε βέβαια, να το πάρετε κι έτσι, κύριε Γενικέ Γραμματέα. Αλλά μας ενδιαφέρουν οι πληροφορίες και όχι τα λεπτά»
Νάτο λοιπόν σκέφτηκε ο Στόρμγκρεν, έτσι είχαν τα πράγματα. Ήταν ένας αιχμάλωτος πολέμου και τώρα του γινόταν ανάκριση.
«Γνωρίζετε ποιά είναι τα κίνητρά μας», συνέχισε ο άλλος με την απαλή ρυθμικά τραγουδιστή φωνή μου. «Μπορείτε, αν θέλετε να μας χαρακτηρίσετε σαν μια αντιστασιακή κίνηση. Πιστεύουμε ότι αργά ή γρήγορα η Γη θα αναγκαστεί να πολεμήσει για την ανεξαρτησία της – αναγνωρίζουμε όμως ότι ο αγώνας αυτός μπορεί να γίνει μόνο με έμμεσα μέσα, όπως οι δολιοφθορές και η ανυπακοή. Σας απαγάγαμε αφ’ ενός για να δείξουμε στον Καρέλλεν ότι δεν αστειευόμαστε και ότι είμαστε καλά οργανωμένοι, κυρίως όμως γιατί εσείς είστε ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να μας πει κάτι γύρω από τους Επικυρίαρχους. Είστε ένας λογικός άνθρωπος κύριε Στόρμγκρεν. Δώστε μας την συνεργασία σας και θα έχετε την ελευθερία σας».
«Τι ακριβώς θέλετε να μάθετε;», ρώτησε επιφυλακτικά ο Στόρμγκρεν.
Αυτά τα καταπληκτικά μάτια έμοιαζαν να ερευνούν το μυαλό του ως τα βάθη του· δεν έμοιαζαν με κανένα άλλο ζευγάρι μάτια απ’ όσα είχε δει ποτέ του ο Στόρμγκρεν. Ύστερα η τραγουδιστή φωνή απάντησε:
«Ξέρετε ποιοι ή τι είναι στην πραγματικότητα οι Επικυρίαρχοι;»
Ο Στόρμγκρεν μόλις που δεν χαμογέλασε.
«Πίστεψέ με», είπε, «έχω κι εγώ την ίδια ανησυχία με σας να το ανακαλύψω»
«Τότε λοιπόν, θα απαντήσετε στις ερωτήσεις μας;»
«Δεν σας δίνω καμιά υπόσχεση. Ίσως το κάνω»
Ένας ελαφρός αναστεναγμός ανακουφίσεως ακούστηκε από τον Τζο και μια αναταραχή προσμονής περιέτρεξε το δωμάτιο.
«Έχουμε μια γενική ιδέα», συνέχισε ο άλλος, «των συνθηκών κάτω από τις οποίες συναντάτε τον Καρέλλεν. Ίσως όμως να θέλατε να τις περιγράψετε μα κάθε λεπτομέρεια, χωρίς να παραλείψετε τίποτα το σπουδαίο».
Αυτή ήταν μια παράκληση, σκέφτηκε ο Στόρμγκρεν, καθόλου επικίνδυνη. Είχε κάνει την περιγραφή αυτή πολλές φορές ως τώρα και έτσι θα έδινε την εντύπωση ότι συνεργαζόταν μαζί τους. Αυτοί εδώ ήταν έξυπνοι και ίσως να μπορούσαν ν’ ανακαλύψουν κάτι καινούργιο. Ήταν ευπρόσδεκτο κάθε καινούργιο στοιχείο που θα μπορούσαν να του αποσπάσουν – εφόσον θα το μοιραζόταν. Δεν πίστευε καθόλου ότι θα μπορούσαν να βλάψουν με τον τρόπο αυτό τον Καρέλλεν.
Ο Στόρμγκρεν έψαξε τις τσέπες του και βρήκε ένα μολύβι και ένα παλιό φάκελο. Σχεδιάζοντας με γρήγορες κινήσεις καθώς μιλούσε, άρχισε να διηγείται:
«Ξέρετε φυσικά, ότι ένα μικρό πτητικό μηχάνημα, χωρίς εμφανή μέσα προωθήσεως, έρχεται σε τακτικά χρονικά διαστήματα και με ανεβάζει  στο πλοίο του Καρέλλεν. Κατόπιν μπαίνει μέσα στο κύτος του πλοίου – θα έχετε δει βέβαια τις ταινίες που έχουν γυριστεί μέσα από τηλεσκόπιο και δείχνουν την ενέργεια αυτή. η πόρτα του – αν μπορεί κανείς να πει πόρτα – ανοίγει και βγαίνει μέσα σ’ ένα μικρό δωμάτιο που περιέχει μια καρέκλα, ένα τραπέζι και μια οπτική οθόνη. Το διάγραμμά του είναι κάπως έτσι».
Έσπρωξε το χαρτί με το σχέδιο προς τον γέρο Ουαλλό, αλλά τα παράξενα μάτια δεν στράφηκαν ούτε στιγμή προς αυτό. Ήταν ακόμα καρφωμένα στο πρόσωπο του Στόρμγκρεν και καθώς αυτός τα κοίταζε κάτι σαν να φάνηκε ότι άλλαζε στα βάθη τους. Το δωμάτιο είχε βυθιστεί σ’ απόλυτη σιωπή, αλλά πίσω του ο Στόρμγκρεν άκουσε τον Τζο να παίρνει μια ξαφνική βαθειά ανάσα.
Σαστισμένος και ενοχλημένος ο Στόρμγκρεν κοίταξε ξανά τα μάτια του άλλου και τότε, σιγά – σιγά, κατάλαβε. Στην σαστιμάρα του τσαλάκωσε τον φάκελο και τον πέταξε, ένα κουβάρι, κάτω στο πάτωμα.
Τώρα ήξερε γιατί αυτά τα γκρίζα μάτια είχαν επιδράσει τόσο παράξενα επάνω του. ο άνδρας απέναντί του ήταν τυφλός.


ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7


Ο Βαν Ράϊμπεργκ δεν έκανε καμιά άλλη προσπάθεια να έλθει σε επαφή με τον Καρέλλεν. Το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας του γραφείου του – η μετάδοση των στατιστικών, των αποσπασμάτων του διεθνούς τύπου και τα παρόμοια – συνεχίζονταν αυτόματα. Στο Παρίσι οι δικηγόροι πάλευαν ακόμη πάνω στο σχέδιο του Παγκόσμιου Συντάγματος, αλλά αυτό δεν ήταν, προς το παρόν, δική του δουλειά. Είχαν ακόμη δεκαπέντε μέρες ως την ημέρα που ο Επόπτης θα ζητούσε το τελικό σχέδιο· αν δεν ήταν έτοιμο ως τότε, χωρίς αμφιβολία ο Καρέλλεν θα ενεργούσε όπως αυτός θα έκρινε σκόπιμο.
Κι ακόμη τίποτα το νεώτερο για τον Στόρμγκρεν. Ο Βαν Ράϊμπεργκ υπαγόρευε ένα έγγραφο όταν χτύπησε το τηλέφωνο έκτατης ανάγκης. Άρπαξε το ακουστικό και άκουσε τι του έλεγαν με έκπληξη που αυξανόταν συνεχώς, μετά το πέταξε πάνω στο γραφείο και έτρεξε στο ανοικτό παράθυρο. Από μακριά, κραυγές εκπλήξεως υψώνονταν από τους δρόμους και η κυκλοφορία σταμάτησε.
Ήταν αλήθεια – το πλοίο του Καρέλλεν, αυτό το αναλλοίωτο σύμβολο των Επικυριάρχων, δεν βρισκόταν πια στον ουρανό. Έψαξε στον ουρανό, όσο μπορούσε να δει, αλλά δεν βρήκε ίχνος του. Τότε, ξαφνικά, φάνηκε σαν να νύχτωσε απότομα. Κατεβαίνοντας από τον βορρά με την σκοτεινή κοιλιά του μαύρη σαν σύννεφο καταιγίδας, το πελώριο πλοίο έτρεχε χαμηλά πάνω από τους πύργους της Νέας Υόρκης. Άθελά του ο Βαν Ράϊμπεργκ τραβήχτηκε από το τέρας που ερχόταν καταπάνω του. Πάντα ήξερε πόσο μεγάλα ήταν στ’ αλήθεια τα πλοία των Επικυριάρχων – αλλά ήταν εντελώς διαφορετικό να τα βλέπεις πέρα μακριά στον ουρανό απ’ το να τα βλέπεις να περνούν πάνω από το κεφάλι σου σαν δαιμονισμένα σύννεφα.
Μέσα στη σκιά αυτή της μερικής εκλείψεως, κοίταζε ώσπου το πλοίο και η τεράστια σκιά του χάθηκαν στον νότο. Δεν είχε ακουστεί κανένας θόρυβος, ούτε καν ο ψίθυρος του ανέμου και ο Βαν Ράϊμπεργκ κατάλαβε ότι το πλοίο, παρ’ όλο που φαινόταν ότι ήταν κοντά, είχε περάσει τουλάχιστον χίλια μέτρα πάνω από το κεφάλι του. Μετά το κτίριο σείστηκε μια φορά καθώς το χτύπησε το κύμα αέρος και από κάτω ακούστηκε ο θόρυβος γυαλιών που έσπαζαν καθώς ένα παράθυρο υποχώρησε στην πίεση.
Στο γραφείο, πίσω του, όλα τα τηλέφωνα είχαν αρχίσει να χτυπούν μαζί, αλλά ο Βαν Ράϊμπεργκ δεν έκανε καμιά κίνηση. Παρέμεινε ακουμπισμένος στο πλαίσιο του παραθύρου, κοιτάζοντας κατά τον νότο, παράλυτος μπροστά στην παρουσία μιας δύναμης που δεν είχε όρια.

Καθώς ο Στόρμγκρεν μιλούσε, του φάνηκε πως το μυαλό του λειτουργούσε ταυτόχρονα σε δυό επίπεδα. Από τη μια, προσπαθούσε να νικήσει τους ανθρώπους που τον είχαν πιάσει, ενώ από την άλλη, είχε την ελπίδα ότι ίσως θα τον βοηθούσαν να ξεδιαλύνει το μυστικό του Καρέλλεν. Ήταν ένα επικίνδυνο παιχνίδι κι όμως και αυτό τον ξάφνιαζε, τον διασκέδαζε.
Ο τυφλός Ουαλλός είχε κάνει το μεγαλύτερο μέρος των ερωτήσεων. Ήταν καταπληκτικό το να παρατηρεί το ευκίνητο αυτό μυαλό να δοκιμάζει κάθε στοιχείο με την σειρά του, να ελέγχει και να απορρίπτει όλες τις θεωρίες που ο Στόρμγκρεν ό ίδιος τις είχε εγκαταλείψει από καρό. Τελικά έγειρε πίσω στην καρέκλα του με ένα αναστεναγμό.
«Δεν κάνουμε τίποτε», είπε απελπισμένα. «Θέλουμε περισσότερα στοιχεία και αυτό θέλει πράξεις και όχι λόγια. Τα σβηστά μάτια φαινόταν σαν να κοίταζαν σκεπτικά τον Στόρμγκρεν. Μετά συνέχισε : «Μου προκαλεί κάπως έκπληξη κύριε Γραμματέα, ότι ποτέ δεν κάνατε καμιά προσπάθεια να μάθετε κάτι περισσότερο για τους Επικυρίαρχους».
«Τι θέλετε να πείτε;», ρώτησε ψυχρά ο Στόρμγκρεν, προσπαθώντας να κρύψει το ενδιαφέρον του. «Σας είπα ότι υπάρχει μια μόνο έξοδος από το δωμάτιο μέσα στο οποίο συνομιλώ με τον Καρέλλεν – κι αυτή οδηγεί κατ’ ευθείαν πίσω στη Γη».
«Ίσως είναι δυνατόν», είπε σκεφτικά ο άλλος, «να βρούμε κάποιο μηχάνημα που θα μπορούσε να μας δείξει κάτι. Δεν είμαι επιστήμονας αλλά μπορούμε να το εξετάσουμε το θέμα. Αν σου δώσουμε την ελευθερία σου, θα ήσουν διατεθειμένος να μας βοηθήσεις στο σχέδιο αυτό;»
«Θέλω να ξεκαθαρίσω», είπε θυμωμένος ο Στόρμγκρεν, «μια και καλή τη θέση μου. Ο Καρέλλεν αγωνίζεται για ένα ενωμένο κόσμο και δεν θα κάνω τίποτε που θα βοηθήσει τους εχθρούς του. Οποιαδήποτε κι αν είναι τα απώτερα σχέδιά του, δεν τα ξέρω, αλλά πιστεύω ότι θα είναι καλά.».
«Τι ουσιαστικές αποδείξεις έχουμε γι αυτό;»
«Όλες τις ενέργειές του, από τότε που τα πλοία του φάνηκαν στον ουρανό μας. Σας παρακαλώ να μου αναφέρετε μία, που, σε τελευταία ανάλυση, δεν ήταν ευεργετική». Ο Στόρμγκρεν σταμάτησε για μια στιγμή και άφησε τη σκέψη του να πλανηθεί στα περασμένα χρόνια. Μετά χαμογέλασε.
«Αν θέλετε μια μοναδική απόδειξη της βασικής – πώς να την πω – ευεργεσίας των Επικυριάρχων, σκεφθείτε εκείνη τη διαταγή για την σκληρότητα προς τα ζώα που κοινοποίησαν τον πρώτο μήνα που ήρθαν. Αν είχα αμφιβολίες για τον Καρέλλεν πριν, αυτές τις εξαφάνισε – αν και η διαταγή αυτή μου προκάλεσε περισσότερες φασαρίες απ’ οτιδήποτε άλλο που έκανε ποτέ!»
Αυτό δεν ήταν καθόλου υπερβολή, σκέφτηκε ο Στόρμγκρεν. Η όλη υπόθεση ήταν εξαιρετική, η πρώτη ένδειξη του μίσους που αισθάνονταν οι Επικυρίαρχοι για την σκληρότητα. Αυτό και η μανία τους για την δικαιοσύνη και την τάξη, φαινόταν ότι ήταν τα πάθη που κυριαρχούσαν στη ζωή τους – όσο τουλάχιστον μπορούσε κανείς να κρίνει από τις πράξεις τους.
Κι αυτή ήταν η μόνη φορά που ο Καρέλλεν έδειξε θυμό, ή τουλάχιστον τα εξωτερικά σημεία θυμού. «Μπορείτε να σκοτώνετε ο ένας τον άλλο, αν το θέλετε», έλεγε η διαταγή, «κι αυτό είναι υπόθεση που αφορά εσάς και τους νόμους σας. Αν όμως σκοτώσετε, εκτός των περιπτώσεων αμύνης και τροφής, τα ζώα με τα οποία μοιράζεστε τον κόσμο αυτό – τότε ίσως να έχετε να δώσετε λόγο σε μένα»
Κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς περιλάμβανε η απαγόρευση αυτή, ούτε το τι θα έκανε ο Καρέλλεν για να την επιβάλλει. Δεν χρειάστηκε να περιμένουν για πολύ.
Η Πλάζα ντε Τόρος ήταν γεμάτη όταν οι ταυρομάχοι και οι συνοδοί τους άρχισαν την επίσημη είσοδό τους στην αρένα. Όλα φαίνονταν κανονικά· το λαμπρό φως του ήλιου έπεφτε πάνω στα παραδοσιακά κοστούμια, το πελώριο πλήθος χαιρετούσε τους ευνοούμενους του, όπως είχε κάνει εκατοντάδες φορές πριν. Κι όμως εδώ κι εκεί υπήρχαν πρόσωπα στραμμένα ανήσυχα προς τον ουρανό., στο αδιάφορο ασημένιο σκάφος που ήταν πενήντα χιλιόμετρα πάνω από την Μαδρίτη.
Κατόπιν οι πικαντόρες πήραν τις θέσεις τους και ο ταύρος μπήκε ρουθουνίζοντας μέσα στην αρένα. Τα κοκκαλιάρικα άλογα, με τα ρουθούνια ολάνοιχτα από τον τρόμο, βγήκαν στο φως καθώς οι καβαλάρηδες τους τα βίασαν να συναντήσουν τον εχθρό. Η πρώτη λόγχη έλαμψε στον ήλιο – χώθηκε στο κρέας του ταύρου – και τότε, την ίδια στιγμή, ακούστηκε ένας ήχος που δεν είχε ξανακουστεί ποτέ πριν στη Γη.
Ήταν ο ήχος που έκαναν δέκα χιλιάδες άτομα που ούρλιαζαν από τον πόνο της ίδιας πληγής – δέκα χιλιάδες άτομα που όταν συνήλθαν από το σοκ, βρήκαν ότι δεν είχαν πάθει απολύτως τίποτα. Αυτό ήταν, όμως, το τέλος της ταυρομαχίας αυτής και των ταυρομαχιών γενικά, γιατί τα νέα διαδόθηκαν πολύ γρήγορα. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αφικσιονάντος έπαθαν τέτοιο κλονισμό που ούτε ένας στους δέκα γύρεψε τα λεφτά του πίσω και επίσης ότι το «Daily  Mirror» του Λονδίνου χειροτέρεψε την κατάσταση όταν πρότεινε να υιοθετήσουν οι Ισπανοί τι κρίκετ σαν το νέο εθνικό τους σπορ.
«Ίσως να έχεις δίκιο», απάντησε ο γέρος Ουαλλός. «είναι πιθανόν τα κίνητρα των Επικυριάρχων να είναι αγαθά – σύμφωνα με τα δικά τους κριτήρια, που μπορεί να είναι μερικές φορές τα ίδια με τα δικά μας. Είναι όμως παρείσακτοι – ποτέ δεν τους ζητήσαμε να έλθουν εδώ και να αναποδογυρίσουν τον κόσμο μας, καταστρέφοντας ιδανικά – ναι και έθνη – που γενιές ολόκληρες ανθρώπων αγωνίστηκαν για να προστατέψουν».
«Κατάγομαι από ένα μικρό έθνος που ήταν αναγκασμένο να πολεμήσει για τις ελευθερίες του», αποκρίθηκε ο Στόρμγκρεν. «Κι όμως είμαι με το μέρος του Καρέλλεν. Ίσως να του δημιουργήσετε ενοχλήσεις, ίσως ακόμη και να καθυστερήσετε την πραγματοποίηση των σκοπών του, αλλά όλα αυτά δεν θα έχουν καμιά σημασία τελικά. Δεν χωρά αμφιβολία ότι είστε ειλικρινείς σ’ αυτό που πιστεύετε· καταλαβαίνω τους φόβους σας ότι οι παραδόσεις και οι πολιτισμοί των μικρών κρατών θα χαθούν όταν θα γίνει το Παγκόσμιο Κράτος. Έχετε όμως άδικο· δεν ωφελεί να μένουμε προσκολλημένοι στο παρελθόν. Ακόμη και πριν έρθουν οι Επικυρίαρχοι στη Γη, το κυρίαρχο ανεξάρτητο κράτος έσβηνε. Απλώς έφεραν το τέλος του πιο γρήγορα· κανείς δεν μπορεί να το σώσει τώρα – και κανείς δεν θα έπρεπε να δοκιμάσει».
Καμιά απάντηση· ο άντρας απέναντί του ούτε κινήθηκε ούτε μίλησε. Καθόταν με τα χείλια μισάνοιχτα και τα μάτια του ήταν τώρα νεκρά όσο και τυφλά. Γύρω του οι άλλοι  ήταν το ίδιο ακίνητοι, κοκαλιασμένοι, σε παράξενη, αφύσικη στάση. Με ένα επιφώνημα τρόμου ο Στόρμγκρεν πετάχτηκε όρθιος και έκανε μερικά βήματα πίσω προς την πόρτα. Καθώς το έκανε, η σιωπή έσπασε ξαφνικά:
«Ο λόγος σου ήταν ωραίος Ρίκκι, ευχαριστώ. Τώρα νομίζω μπορούμε να πηγαίνουμε»
Ο Στόρμγκρεν στράφηκε ξαφνιασμένος πίσω του και κοίταξε έκπληκτος στο σκοτεινό διάδρομο. Εκεί, στο ύψος των ματιών του, αιωρείτο μια μικρή, χωρίς τίποτε το χαρακτηριστικό, σφαίρα – χωρίς αμφιβολία η πηγή της οποιασδήποτε μυστηριώδους δυνάμεως που είχαν μεταχειριστεί οι Επικυρίαρχοι. Δεν ήταν σίγουρος, αλλά ο Στόρμγκρεν νόμιζε ότι άκουγε ένα ανάλαφρο βούισμα, σαν το  βούισμα μιας κυψέλης μια ζεστή καλοκαιρινή ημέρα.
«Καρέλλεν. Δόξα τω Θεώ. Μα τι τους έκανες;»
«Μην ανησυχείς. Είναι απόλυτα καλά. Μπορείς να το πεις παράλυση αν και είναι κάτι πιο πολύπλοκο. Αυτοί τώρα ζουν με ένα ρυθμό μερικών χιλιάδων ετών πιο αργό από το κανονικό. Όταν φύγουμε δεν θα ξέρουν ποτέ τι έγινε»
«Θα τους αφήσεις εδώ μέχρι να έρθει η αστυνομία;»
«Όχι. Έχω ένα πιο καλό σχέδιο. Θα τους αφήσω να φύγουν»
Ο Στόρμγκρεν αισθάνθηκε ένα αναπάντεχο αίσθημα ανακουφίσεως. Έριξε μια αποχαιρετιστήρια ματιά στο μικρό δωμάτιο και τους κοκαλωμένους ενοίκους του. ο Τζο στεκόταν στο ένα πόδι, κοιτώντας ηλίθια στο τίποτα. Ξαφνικά ο Στόρμγκρεν γέλασε και έψαξε τις τσέπες του.
«Ευχαριστώ για την φιλοξενία Τζο», είπε. «Λέω να σου αφήσω ένα ενθύμιο»
Σκάλισε τα κομματάκια χαρτιού μέχρι που βρήκε τα νούμερα που ήθελε. Κατόπιν σε ένα σχετικά καθαρό κομμάτι χαρτί, έγραψε προσεκτικά:
ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΑΝΧΑΤΑΝ
Πληρώσατε εις τον Τζο το ποσόν των εκατό τριάντα πέντε δολαρίων και πενήντα
Ρ. Στόρμγκρεν
Καθώς άφηνε το κομμάτι του χαρτιού δίπλα στον Πολωνό, η φωνή του Καρέλλεν ρώτησε:
«Τι ακριβώς είναι αυτά που κάνεις;»
«Οι Στόρμγκρεν πάντοτε πληρώνουμε τα χρέη μας. Οι δυό άλλοι έκλεβαν στα χαρτιά, αλλά ο Τζο έπαιζε τίμια. Τουλάχιστον δεν τον έπιασα ποτέ να κλέβει»
Αισθανόταν πολύ χαρούμενος και ξαλαφρωμένος και τουλάχιστον σαράντα χρόνια πιο νέος, καθώς πήγε προς την πόρτα. Η μεταλλική σφαίρα έκανε στο πλάι για να τον αφήσει να περάσει. Την θεώρησε σαν ένα είδος ρομπότ και έτσι εξηγήθηκε το πώς μπόρεσε ο Καρέλλεν να έρθει μέχρι σ’ αυτόν μέσα από τα στρώματα του βράχου που ήταν πάνω του.
«Βάδισε ίσια εμπρός για εκατό μέτρα», είπε η σφαίρα μιλώντας με την φωνή του Καρέλλεν. «Μετά στρίψε αριστερά μέχρι να σου δώσουν άλλες οδηγίες»
 Πήρε τον δρόμο πρόθυμα, αν και ήξερε ότι δεν ήταν ανάγκη να βιάζεται. Η σφαίρα έμεινε μετέωρη στο διάδρομο, καλύπτοντας, καθώς υπέθετε, την υποχώρηση.
Ύστερα από λίγα λεπτά συνάντησε μια δεύτερη σφαίρα, που τον περίμενε σε μια διακλάδωση του διαδρόμου.
«Έχεις ακόμη κάπου μισό χιλιόμετρο», είπε. «Συνέχισε προς τα αριστερά ώσπου να ξανασυναντηθούμε»
Έξη φορές συνάντησε τις σφαίρες στο δρόμο του για την έξοδο. Στην αρχή διερωτήθηκε αν, με κάποιο τρόπο, το ρομπότ κατάφερνε να βγαίνει πάντα μπροστά του· κατόπιν κατάλαβε ότι ήταν μια ολόκληρη αλυσίδα από μηχανές που σχημάτιζαν μια συνεχή σειρά μέχρι τα βάθη του ορυχείου. Στην είσοδο, μια ομάδα φρουρών σχημάτιζαν σύμπλεγμα απίθανων αγαλμάτων, ενώ μια άλλη σφαίρα τους επιτηρούσε. Στην πλευρά του λόφου, λίγα μέτρα πιο πέρα, ήταν το μικρό πτητικό μηχάνημα μέσα στο οποίο ο Στόρμγκρεν είχε κάνει όλα τα ταξίδια του προς τον Καρέλλεν.
Έμεινε για μια στιγμή θαμπωμένος στον ήλιο. Μετά είδε γύρω του τα κατεστραμμένα μηχανήματα του ορυχείου και πιο πέρα μια εγκαταλελειμμένη σιδηροδρομική γραμμή που εκτεινόταν κάτω στην πλαγιά του βουνού. Αρκετά χιλιόμετρα μακριά ένα πυκνό δάσος αγκάλιαζε τη βάση του βουνού και πολύ μακριά ο Στόρμγκρεν μπόρεσε να διακρίνει τη λάμψη των νερών μιας μεγάλης λίμνης. Μάντεψε ότι βρισκόταν κάπου στην Νότιο Αμερική, αν και ήταν δύσκολο να πει τι ακριβώς του έδωσε την εντύπωση αυτή.
Καθώς έμπαινε στο μικρό πτητικό μηχάνημα, ο Στόρμγκρεν έριξε μια τελευταία ματιά στην είσοδο του ορυχείου και τους άνδρες που ήταν κοκαλωμένοι γύρω της. Μετά το άνοιγμα σφραγίστηκε πίσω του και με ένα αναστεναγμό ανακουφίσεως, βυθίστηκε στον γνωστό καναπέ.
Για λίγο περίμενε ώσπου να συνέλθει. Μετά πρόφερε μια μόνη λέξη, που έβγαινε από την καρδιά του:
«Λοιπόν;»
«Λυπάμαι που δεν μπορούσα να σε σώσω προηγουμένως. Καταλαβαίνεις όμως πόσο σημαντικό ήταν να περιμένω ώσπου να μαζευτούν εδώ όλοι οι αρχηγοί»
«Θέλεις να πεις», είπε ξαφνιασμένος ο Στόρμγκρεν, «ότι ήξερες από την πρώτη στιγμή που βρισκόμουν; Αν το σκεπτόμουν …»
«Μη βιάζεσαι τόσο», του απάντησε ο Καρέλλεν, «τουλάχιστον άφησέ με να τελειώσω την διήγησή μου»
«Πολύ καλά», είπε σκυθρωπός ο Στόρμγκρεν. «Ακούω».
Είχε αρχίσει να υποπτεύεται ότι δεν είχε παίξει παρά τον ρόλο του δολώματος σε μια πολύ καλά στημένη παγίδα.
«Είχα έναν – ίσως η λέξη ¨τροχιοδείκτης¨ είναι η καλύτερη λέξη γι αυτό – πάνω σου από καιρό», άρχισε ο Καρέλλεν. «Αν και οι φίλοι σου είχαν δίκιο όταν έλεγαν ότι δεν μπορούσα να σε ακολουθήσω κάτω από την γη, μπόρεσα έτσι να ακολουθήσω τα ίχνη σου μέχρι που σ’ έφεραν στο ορυχείο. Αυτή η μεταφορά που έγινε στο τούνελ ήταν έξυπνη, αλλά όταν το πρώτο αυτοκίνητο έπαψε να αντιδρά προδόθηκε το σχέδιό τους και σύντομα ξαναβρήκα τα ίχνη σου. Μετά ήταν πια ζήτημα αναμονής. Ήξερα ότι μόλις βεβαιώνονταν ότι σε έχασα, οι αρχηγοί τους θα έρχονταν εκεί και έτσι θα μπορούσα να τους πιάσω όλους»
«Κι όμως τους άφησες να φύγουν»
«Μέχρι τώρα», είπε ο Καρέλλεν, «δεν μπορούσα να πω ποιοι ακριβώς από τα δυόμιση δισεκατομμύρια ανθρώπων που βρίσκονται πάνω στον πλανήτη αυτό, ήταν οι πραγματικοί αρχηγοί της οργανώσεως. Τώρα τους βρήκα, θα μπορώ να παρακολουθώ τις κινήσεις τους οπουδήποτε στη Γη και θα μπορώ να παρατηρώ, αν θέλω, τις ενέργειές τους, με κάθε λεπτομέρεια. Αυτό είναι πιο καλό από το να τους φυλακίσω. Αν προβούν σε οποιαδήποτε ενέργεια, θα προδώσουν τους υπόλοιπους συντρόφους τους. Έτσι τώρα έχουν εξουδετερωθεί πλήρως και το ξέρουν. Η διάσωσή σου θα είναι εντελώς ανεξήγητη γι αυτούς, γιατί θα τους φαίνεται ότι χάθηκες μπροστά από τα μάτια τους».
Το πλούσιο γέλιο του αντήχησε μέσα στο μικρό δωμάτιο.
«Από πολλές απόψεις η όλη υπόθεση ήταν μια φάρσα, αλλά είχε σοβαρό σκοπό. Δεν ενδιαφέρομαι μόνο για τις μερικές δεκάδες ατόμων που αποτελούν την οργάνωση αυτή. πρέπει να σκεφτώ και την επίδραση που θα έχει η πράξη αυτή στο ηθικό των άλλων οργανώσεων που υπάρχουν σε άλλα μέρη»
Ο Στόρμγκρεν έμεινε σιωπηλός για λίγο. Δεν ήταν εντελώς ικανοποιημένος, καταλάβαινε όμως την άποψη του Καρέλλεν και ένα μέρος του θυμού του είχε εξατμιστεί.
«Είναι κρίμα να το κάνω τις τελευταίες εβδομάδες που θα μείνω ακόμη στη θέση μου», είπε τελικά «αλλά στο εξής θα εγκαταστήσω φρουρά στο σπίτι μου. Ίσως να απαγάγουν τον Πιέτερ την άλλη φορά. Αλήθεια, πώς τα κατάφερε ως τώρα;»
«Τον παρακολουθούσα προσεκτικά όλη την περασμένη εβδομάδα και επίτηδες απέφυγα να τον βοηθήσω. Σε γενικές γραμμές τα κατάφερε πολύ καλά, αλλά δεν είναι ο κατάλληλος για να σε αντικαταστήσει»
«Τυχερός είναι», είπε ο Στόρμγκρεν που ήταν ακόμη λίγο θυμωμένος. «Επί τη ευκαιρία, είχες κανένα νεώτερο από τους ανωτέρους σου – σχετικά με το να φανερωθείτε στους ανθρώπους; Είμαι σίγουρος τώρα ότι αυτό είναι το ισχυρότερο επιχείρημα που έχουν οι εχθροί σας. Όλο μου έλεγαν ¨Ποτέ δεν θα έχουμε εμπιστοσύνη στους Επικυρίαρχους πριν μπορέσουμε να τους δούμ娻
Ο Καρέλλεν αναστέναξε.
«Όχι δεν είχα καμιά είδηση. Ξέρω όμως ποια θα πρέπει να είναι η απάντησή τους»
Ο Στόρμγκρεν δεν επέμεινε στο θέμα αυτό. Κάποτε ίσως να το έκανε, αλλά τώρα για πρώτη φορά η αχνή σκιά ενός σχεδίου είχε αρχίσει να σχηματίζεται στο νου του. Ναι, ίσως ήταν δυνατόν να εφευρεθούν μηχανήματα…
Εκείνο που είχε αρνηθεί να κάνει με την βία, θα μπορούσε να το κάνει με την δική του θέληση.


ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8


Ποτέ δεν είχε περάσει από το μυαλό του Στόρμγκρεν, ακόμη και πριν από λίγες μέρες, ότι θα σκεφτόταν ποτέ στα σοβαρά να κάνει την ενέργεια που σχεδίαζε τώρα. Αυτή η γελοία μελοδραματική απαγωγή, που τώρα του φαινόταν σαν περιπετειώδης ταινία τρίτης κατηγορίας, πιθανόν να είχε παίξει μεγάλο ρόλο στην αλλαγή του τρόπου που σκεφτόταν. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που ο Στόρμγκρεν είχε εκτεθεί σε βίαιη σωματική δράση, σ’ αντίθεση με τις ρητορικές μάχες που γίνονταν στις αίθουσες συνεδριάσεων. Όπως φαινόταν, θα έπρεπε να είχε κολλήσει το μικρόβιο· ή αλλιώς απλώς θα ξαναμωραινόταν πιο γρήγορα απ’ ότι έλπιζε.
Και η καθαρή περιέργεια ήταν επίσης ένα πολύ δυνατό κίνητρο, όπως και η απόφασή του να εκδικηθεί για το κόλπο που του έπαιξαν. Ήταν τώρα πια αναμφίβολο ότι ο Καρέλλεν τον είχε μεταχειριστεί σαν δόλωμα και, ακόμα κι αν οι σκοποί του ήταν αγαθοί, ο Στόρμγκρεν δεν αισθανόταν τη διάθεση να συγχωρέσει τον Επόπτη αμέσως.
Ο Πιέρ Ντυβάλ δεν έδειξε καμιά έκπληξη όταν ο Στόρμγκρεν μπήκε χωρίς καμιά προειδοποίηση στο γραφείο του. Ήταν παλιοί φίλοι και δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστο πράγμα ότι ο Γενικός Γραμματέας έκανε επίσκεψη στον Αρχηγό του Τεχνικού Γραφείου. Σίγουρα ο Καρέλλεν δεν θα το έβρισκε παράξενο αν τύχαινε αυτός – ή κάποιος από τους υφισταμένους του – να στρέψει τα μηχανήματα επιτηρήσεως στο σημείο αυτό.
Για αρκετή ώρα οι δυό τους μίλησαν για διάφορες υποθέσεις και έκαναν και λίγο πολιτικό κουτσομπολιό· κατόπιν, μάλλον διστακτικά, ο Στόρμγκρεν ήλθε στο θέμα του. Καθώς ο επισκέπτης του μιλούσε, ο γέρο Γάλλος έγειρε πίσω στην καρέκλα του και τα φρύδια του ανέβαιναν συνεχώς, χιλιοστό – χιλιοστό, ώσπου τελικά ενώθηκαν σχεδόν με τα μαλλιά του. μια ή δυό φορές έκανε να μιλήσει, αλλά άλλαξε γνώμη.
Όταν ο Στόρμγκρεν τελείωσε, ο επιστήμονας έριξε μια νευρική ματιά γύρω στο δωμάτιο.
«Λες να μας ακούει;», ρώτησε
«Δεν το πιστεύω ότι μπορεί. Βέβαια μου έχει, όπως λέει, ένα τροχιοδείκτη, για προστασία μου. δεν λειτουργεί όμως κάτω από τη γη και για αυτό ήρθα εδώ κάτω στο καταγώγιό σου. Υποτίθεται ότι είναι προστατευμένο από κάθε είδος ακτινοβολίας, έτσι δεν είναι; Ο Καρέλλεν δεν είναι μάγος. Ξέρει που είμαι και τίποτε άλλο».
«Ελπίζω να έχεις δίκιο. Εκτός όμως απ’ αυτό δεν θα έχουμε φασαρίες όταν ανακαλύψει τι προσπαθείς να κάνεις. Γιατί, να ξέρεις, θα το ανακαλύψει»
«Αυτό θα το ριψοκινδυνέψω. Εξ άλλου καταλαβαίνουμε ο ένας τον άλλο αρκετά καλά»
Ο φυσικός έπαιξε με το μολύβι του και κοίταξε ακίνητος το κενό για λίγο.
«Είναι ένα πολύ ωραίο πρόβλημα. Μου αρέσει», είπε απλά. Μετά τράβηξε ένα συρτάρι και έβγαλε ένα πελώριο μπλοκ σημειώσεων, το μεγαλύτερο που είχε δει ποτέ ο Στόρμγκρεν.
«Εντάξει», άρχισε να λέει, γράφοντας ταυτόχρονα κάτι που φαινόταν ότι ήταν ένα δικό του σύστημα στενογραφίας. «Ας δούμε αν έχω στη διάθεσή μου όλα τα στοιχεία. Πες όλα όσα μπορείς σχετικά με το δωμάτιο μέσα στο οποίο γίνονται οι συναντήσεις. Μην παραλείψεις καμιά λεπτομέρεια, όσο ασήμαντη κι αν σου φαίνεται»
«Δεν υπάρχουν και πολλά πράγματα για να σου περιγράψω. Είναι κατασκευασμένο από μέταλλο και είναι τετραγωνικό, με πλευρά κάπου οκτώ μέτρα και ύψος τέσσερα. Η οπτική οθόνη είναι τετράγωνη, ένα μέτρο περίπου κάθε πλευρά και ακριβώς κάτω της είναι ένα γραφείο – να, θα τελειώσω πιο γρήγορα αν σου κάνω το σχέδιο»
Με γρήγορες κινήσεις ο Στόρμγκρεν σχεδίασε το μικρό δωμάτιο που ήξερε τόσο καλά και έσπρωξε το σχέδιο προς τον Ντυβάλ. Καθώς το έκανε, θυμήθηκε, με μια ελαφριά ανατριχίλα, την τελευταία φορά που είχε κάνει κάτι τέτοιο.
Αναρωτήθηκε τι να έγιναν ο τυφλός Ουαλλός και οι σύντροφοί του και πώς άραγε να αντέδρασαν στην απότομη αναχώρησή του.
Ο γάλλος μελέτησε το σχέδιο με σουφρωμένο μέτωπο
«Αυτά μόνο μπορείς να μου πεις;»
«Ναι»
Ο Ντυβάλ κάγχασε περιφρονητικά’
«Και τι έχει για φωτισμό; Καθόσαστε σε απόλυτο σκοτάδι; Και τι ξέρεις για τον αερισμό, θέρμανση…»
Ο Στόρμγκρεν αντιμετώπισε χαμογελώντας τη χαρακτηριστική αυτή έκρηξη θυμού.
«Όλο το ταβάνι είναι φωτεινό και, απ’ ότι μπορώ να πω, ο αέρας μπαίνει από το κιγκλίδωμα του μεγαφώνου. Δεν ξέρω πως βγαίνει – ίσως το ρεύμα ν’ αντιστρέφεται κατά διαστήματα, αλλά δεν το έχω παρατηρήσει. Δεν υπάρχει κανένα σημείο θερμαντικού σώματος, αλλά το δωμάτιο έχει πάντοτε κανονική θερμοκρασία»
«Λέγοντας κανονική εννοείς, υποθέτω, ότι έχουν παγώσει βέβαια οι υδρατμοί, αλλά όχι και το διοξείδιο του άνθρακα»
Ο Στόρμγκρεν έβαλε τα δυνατά του να χαμογελάσει με το φτωχό αυτό αστείο.
«Νομίζω ότι σου τα είπα όλα», είπε τελικά. «Όσο για τη μηχανή που με ανεβάζει στο πλοίο του Καρέλλεν, το δωμάτιο μέσα στο οποίο ταξιδεύω, είναι τόσο κοινό σαν θάλαμος ασανσέρ. Αν μάλιστα δεν υπήρχε το τραπέζι και ο καναπές, θα μπορούσε μια χαρά να ήταν κάτι τέτοιο»
Επακολούθησε σιωπή για αρκετά λεπτά, ενώ ο φυσικός στόλιζε το σημειωματάριό του με προσεκτικά και μικροσκοπικά ορνιθοσκαλίσματα. Καθώς το έβλεπε, ο Στόρμγκρεν, αναρωτήθηκε ποια να ήταν  άραγε η αιτία που ένας άνθρωπος σαν τον Ντυβάλ – που το μυαλό του ήταν ασύγκριτα πιο σπουδαίο από το δικό του – δεν είχε ποτέ παίξει ένα πιο σημαντικό ρόλο στον κόσμο της επιστήμης. Θυμήθηκε μια καθόλου ευγενική και, πιθανόν, καθόλου παρατήρηση που είχε κάνει ένας φίλος του που υπηρετούσε στο Αμερικάνικο Σταίητ Ντιπάρτμεντ. «Η Γαλλία βγάζει τις καλύτερες δευτέρας τάξεως μεγαλοφυΐες στον κόσμο». Ο Ντυβάλ ήταν από τα άτομα που απέδειχναν την παρατήρηση αυτή.
Ο φυσικός κούνησε το κεφάλι του ικανοποιημένος, έσκυψε προς τα μπρος τεντώνοντας το μολύβι του προς τον Στόρμγκρεν.
«Ρίκκι, τι σε κάνει να πιστεύεις», ρώτησε , «ότι η οπτική οθόνη του Καρέλλεν, όπως την λες, είναι στην πραγματικότητα αυτό που δείχνει ότι είναι;»
«Το θεώρησα πάντα σαν κάτι το δεδομένο· είναι ολόιδια με όλες τις οθόνες. Και τι άλλο θα μπορούσε να είναι, τέλος πάντων;»
«Όταν λες ότι είναι ολόιδια με τις άλλες οπτικές οθόνες, εννοείς, φυσικά, με αυτές που μεταχειριζόμαστε εμείς, έτσι δεν είναι;»
«Μα βέβαια»
«Αυτό το γεγονός, καθ’ αυτό, το βρίσκω πολύ ύποπτο. Είμαι σίγουρος ότι οι Επικυρίαρχοι δεν θα μεταχειρίζονται συσκευές που θα έχουν κάτι τόσο πρωτόγονο όπως μια στέρεη οθόνη – κατά πάσα πιθανότητα θα προβάλλουν τις εικόνες ελεύθερες στον τρισδιάστατο χώρο. Και εξ άλλου, γιατί ο Καρέλλεν να κάνει όλο αυτό τον κόπο να εγκαταστήσει ένα σύστημα τηλεοράσεως; Η απλούστερη λύση είναι πάντα η καλύτερη. Δεν σου φαίνεται πιο πιθανό ότι η «οθόνη» που λες, δεν είναι στην πραγματικότητα τίποτε το πιο πολύπλοκο από ένα κομμάτι γυαλί, που είναι διαφανές μόνο από μια πλευρά;»
Ο Στόρμγκρεν θύμωσε τόσο με τον εαυτό του, που για μια στιγμή έμεινε αμίλητος, ανατρέχοντας στο παρελθόν. Από την αρχή δεν είχε αμφισβητήσει τα λεγόμενα του Καρέλλεν – κι όμως, τώρα που το καλοεξέταζε, δεν θυμόταν να του είχε πει ποτέ ο Επόπτης ότι χρησιμοποιούσε τηλεόραση. Το είχε θεωρήσει σαν δεδομένο· όλη η υπόθεση ήταν μια ψυχολογική απάτη και είχε ξεγελαστεί εντελώς. Πάντα, βέβαια, με την προϋπόθεση ότι η θεωρία του Ντυβάλ ήταν σωστή. Πάλι όμως έβγαζε πρόωρα συμπεράσματα· κανένας δεν είχε ακόμα αποδείξει τίποτα.
«Αν αυτό που λες, είναι το σωστό», είπε, «δεν έχω παρά να σπάσω το γυαλί»
Ο Ντυβάλ αναστέναξε
«Αχ αυτοί οι αμόρφωτοι. Λες ότι θα είναι κατασκευασμένο από κάτι που θα μπορέσεις να το σπάσεις χωρίς εκρηκτικές ύλες; Και αν το πετύχεις, φαντάζεσαι ότι είναι πιθανόν ο φίλος σου ο Καρέλλεν να αναπνέει τον ίδιο αέρα με μας; Δεν θα ήταν θαύμα και για τους δυό σας αν ζει μέσα σε μια ατμόσφαιρα χλωρίνης;»
Ο Στόρμγκρεν αισθάνθηκε βλάκας. Έπρεπε να τα είχε σκεφτεί αυτά.
«Καλά, λοιπό, τι έχεις να προτείνεις;», ρώτησε κάπως απελπισμένος.
«Θέλω να το ξανασκεφτώ. Κατ’ αρχήν πρέπει να εξακριβώσουμε αν η θεωρία μου είναι σωστή και αν ναι, να μάθουμε κάτι γύρω από την φύση της οθόνης αυτής. Θα αναθέσω τη δουλειά σε δυο ανθρώπους μου. Επί τη ευκαιρία υποθέτω ότι κουβαλάς ένα χαρτοφύλακα κάθε φορά που πας στον Καρέλλεν. Αυτός εδώ είναι;»
«Ναι»
«Φαίνεται αρκετά μεγάλος. Θέλω να τραβήξουμε την προσοχή σ’ αυτόν, αν τον αλλάξουμε με ένα μεγαλύτερο, αφού μάλιστα ο Καρέλλεν έχει συνηθίσει να τον βλέπει»
«Τι θέλεις να σου κάνω;», ρώτησε ο Στόρμγκρεν. Να κουβαλήσω κρυφά μια συσκευή ακτίνων Χ;»
Ο φυσικός χαμογέλασε
«Δεν ξέρω ακόμη, αλλά κάτι θα σκεφτούμε. Θα σου το πω σε δεκαπέντε μέρες»
Γέλασε
«Ξέρεις τι μου θυμίζουν όλα αυτά;»
«Ναι», είπε αμέσως ο Στόρμγκρεν, «τον καιρό που έφτιαχνες παράνομους ασυρμάτους κατά την διάρκεια της Γερμανικής κατοχής»
Ο Ντυβάλ έδειξε απογοητευμένος.
«Φαίνεται ότι θα το έχω ξαναπεί καμιά άλλη φορά. Και κάτι άλλο ακόμη»
«Τι πράγμα;»
«Όταν θα σε πιάσουν, εγώ δεν ήξερα τίποτα, για ποιο σκοπό ήθελες το μηχάνημα αυτό»
«Τι, ύστερα απ’ όλες τις δηλώσεις που έκανες κάποτε, για την κοινωνική ευθύνη που έχει ένας επιστήμονας για τις εφευρέσεις του; Στ’ αλήθεια, Πιέρ, ντρέπομαι για λογαριασμό σου»


ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9


Ο Στόρμγκρεν άφησε πάνω στο τραπέζι το χοντρό ντοσιέ των εγγράφων με ένα αναστεναγμό ανακούφισης.
«Δόξα τω Θεώ, το τακτοποιήσαμε τελικά», είπε. «Είναι παράξενο να σκέφτεται κανείς ότι οι μερικές εκατοντάδες σελίδες περιέχουν το μέλλον της ανθρωπότητας. Το Παγκόσμιο Κράτος! Ποτέ δεν φαντάστηκα ότι θα ζούσα να το δω!»
Έβαλε το φάκελο μέσα στο χαρτοφύλακά του, που η πλάτη του ήταν μόλις δέκα πόντους από το σκοτεινό παραλληλόγραμμο της οθόνης. Που και που τα δάχτυλά του έπαιζαν νευρικά με την κλειδαριά του χαρτοφύλακα αλλά δεν λογάριαζε να πατήσει τον κρυφό διακόπτη πριν τελειώσει η σύσκεψη. Υπήρχε πάντα η πιθανότητα κάτι να μην λειτουργούσε καλά. Αν και ο Ντυβάλ είχε ορκιστεί ότι ο Καρέλλεν δεν θα μπορούσε να διακρίνει τίποτα, κανείς δεν μπορούσε να είναι απόλυτα σίγουρος.
«Λοιπόν, είπες ότι έχεις ειδήσεις για μένα», συνέχισε ο Στόρμγκρεν, με ενδιαφέρον που μόλις κρυβόταν. «Είναι σχετικές με …»
«Ναι», είπε ο Καρέλλεν. «Έλαβα την απόφαση πριν λίγες ώρες»
Τι άραγε εννοούσε με αυτό, αναρωτήθηκε ο Στόρμγκρεν. Σίγουρα ήταν αδύνατο να είχε έλθει σ’ επαφή με την μακρινή πατρίδα του, γεφυρώνοντας την απόσταση των τόσων ετών φωτός που τον χώριζαν απ’ τη βάση του. Ή ίσως – κι αυτή ήταν η γνώμη του Βαν Ράϊμπεργκ – απλώς είχε συμβουλευτεί κάποιο ηλεκτρονικό εγκέφαλο που ήταν σε θέση να προβλέψει το αποτέλεσμα οποιαδήποτε πολιτικής ενέργειας.
«Δεν νομίζω», συνέχισε ο Καρέλλεν, «ότι η Ένωση για την Ελευθερία και οι φίλοι της θα ικανοποιηθούν πολύ, αλλά μετά ελπίζω ότι έτσι θα μειωθεί κάπως η ένταση. Όσα λέμε τώρα, θα μείνουν εντελώς μεταξύ μας.
Πολλές φορές Ρίκκι, μου είπες ότι άσχετα του πόσο ανόμοιοι μπορεί να είμαστε στη φυσική διάπλαση, η ανθρώπινη φυλή σύντομα θα μας συνηθίσει. Αυτό δείχνει ότι δεν έχεις αρκετή φαντασία. Ίσως φυσικά αυτό να ισχύει για σένα, αλλά μην ξεχνάς ότι το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας είναι ακόμη αμόρφωτο, βάσει οποιουδήποτε λογικού κριτηρίου και είναι έρμαιο προλήψεων και προκαταλήψεων που θα χρειαστούν πολλές ίσως δεκαετίες για να εξαλειφθούν.
Θα πρέπει να παραδεχτείς ότι κάτι ξέρουμε από ανθρώπινη ψυχολογία. Ξέρουμε με αρκετή ακρίβεια τι θα συμβεί αν φανερώναμε τους εαυτούς μας στον κόσμο, στην σημερινή κατάσταση εξελίξεώς του. Δεν μπορώ να μπω σε λεπτομέρειες, ούτε με σένα ακόμη και έτσι πρέπει να δεχτείς την ανάλυση μου με καλή πίστη. Μπορούμε όμως να σας δώσουμε αυτή την οριστική διαβεβαίωση, η οποία θα πρέπει να σας ικανοποιεί. Σε πενήντα χρόνια – ύστερα από δυό γενεές – θα κατέβουμε από τα πλοία μας και τελικά η ανθρωπότητα θα μας δει όπως είμαστε στην πραγματικότητα»
Ο Στόρμγκρεν έμεινε για λίγο σιωπηλός, αφομοιώνοντας τα λόγια του Επόπτη. Αισθανόταν λιγότερη ικανοποίηση απ’ ότι θα του έδιναν άλλη φορά τα λόγια του Καρέλλεν. Ήταν, στην πραγματικότητα, λίγο σαστισμένος και για μια στιγμή η αποφασιστικότητά κλονίστηκε. Η αλήθεια θα φανερωνόταν με το πέρασμα του χρόνου και όλα τα σχέδιά του φαίνονταν άχρηστα και ίσως ανόητα. Αν, παρ’ όλα αυτά, τα συνέχιζε, θα το έκανε μόνο για την εγωιστική αιτία ότι ο ίδιος δεν θα ζούσε ύστερα από πενήντα χρόνια.
Φαίνεται ότι ο Καρέλλεν είδε την αναποφασιστικότητα του, γιατί συνέχισε:
«Λυπάμαι αν αυτό σε απογοητεύει, αλλά τουλάχιστον τα πολιτικά προβλήματα στο προσεχές μέλλον δεν θα είναι πια στη δική σου αρμοδιότητα. Ίσως να σκέφτεσαι ότι οι φόβοι μας είναι αβάσιμοι, αλλά πίστεψε ότι έχουμε πειστικές αποδείξεις του πόσο επικίνδυνη θα είναι κάθε άλλη ενέργεια»
Ο Στόρμγκρεν έσκυψε προς τα εμπρός, αναπνέοντας βαριά.
«Ώστε σας έχουν δει οι άνθρωποι!»
«Δεν είπα κάτι τέτοιο», απάντησε αμέσως ο Καρέλλεν. «Ο πλανήτης σας δεν είναι ο μόνος πλανήτης που έχουμε επιβλέψει»
Ο Στόρμγκρεν όμως δεν εγκατέλειπε τόσο εύκολα.
«Υπάρχουν πολλοί μύθοι που λένε ότι η Γη στο παρελθόν είχε δεχτεί επισκέψεις από άλλες φυλές»
«Το ξέρω· μελέτησα την έκθεση του Τμήματος Ιστορίας Ερευνών· παρουσιάζει την Γη σαν ένα από τα σταυροδρόμια του Σύμπαντος»
«Μπορεί να ήταν επισκέψεις για τις οποίες εσείς να μην έχετε γνώση», είπε ο Στόρμγκρεν, ελπίζοντας ακόμη ότι κάτι θα ψάρευε. «Αν και φαντάζομαι ότι εφόσον θα πρέπει να μας παρατηρήσατε για χιλιάδες χρόνια, αυτή η περίπτωση δεν φαίνεται πολύ πιθανή»
«Έτσι λέω κι εγώ», απάντησε ο Καρέλλεν, χωρίς να τον βοηθάει καθόλου. Κι αυτή την στιγμή ο Στόρμγκρεν το αποφάσισε.
«Καρέλλεν», είπε απότομα, «θα ετοιμάσω ένα σχέδιο της δήλωσης αυτής και θα το στείλω για έγκριση. Επιφυλάσσω όμως στον εαυτό μου το δικαίωμα να συνεχίζω να σ’ ενοχλώ για το θέμα αυτό και, αν βρω την ευκαιρία θα κάνω ότι μπορώ για να μάθω το μυστικό σου»
«Το ξέρω πολύ καλά αυτό», απάντησε ο Επόπτης με γελαστή φωνή.
«Και δεν σε πειράζει;»
«Καθόλου – εκτός φυσικά από την χρησιμοποίηση πυρηνικών όπλων, δηλητηριωδών αερίων, ή οποιουδήποτε άλλου παρόμοιου μέσου που θα μπορούσε να θέσει σε δοκιμασία τη φιλία μας»
Ο Στόρμγκρεν διερωτήθηκε αν και τι, είχε μαντέψει ο Καρέλλεν. Πίσω απ’ τα ανέμελα λόγια του Επόπτη, είχε αντιληφθεί μια νότα κατανόησης και ίσως – ποιος μπορούσε να πει – ίσως και ένα ίχνος ενθαρρύνσεως.
«Χαίρομαι που μαθαίνω», απάντησε ο Στόρμγκρεν με φωνή όσο πιο ανέκφραστη μπορούσε. Σηκώθηκε όρθιος κλείνοντας ταυτόχρονα το κάλυμμα του χαρτοφύλακα του. ο αντίχειράς του γλίστρησε πάνω στην κλειδαριά.
«Θα ετοιμάσω αμέσως το σχέδιο δηλώσεως», επανέλαβε, «λαι θα σου το στείλω με τον τηλέτυπο εντός της ημέρας».
Καθώς μιλούσε, πίεσε το κουμπί – και κατάλαβε ότι όλοι οι φόβοι του ήταν αβάσιμοι. Οι αισθήσεις του Καρέλλεν δεν ήταν πιο ευαίσθητες από του Ανθρώπου. Ο Επόπτης φαινόταν ότι δεν είχε αντιληφθεί τίποτα γιατί δεν φάνηκε καμιά αλλαγή στη φωνή του καθώς τους έλεγε «αντίο» και επανέλαβε τις γνωστές συνθηματικές λέξεις που άνοιγαν την πόρτα του δωματίου.
Κι όμως ο Στόρμγκρεν αισθανόταν σαν ένας λωποδύτης που, αφού έκανε την κλοπή, έφυγε κάτω από τα μάτια ενός αστυνομικού και έβγαλε ένα στεναγμό ανακούφισης μόνο όταν ο λείος τοίχος είχε ξανακλείσει πίσω του.
«Παραδέχομαι», είπε ο Βαν Ράϊμπεργκ, «ότι μερικές από τις θεωρίες μου δεν ήταν πολύ πετυχημένες. Πες μου όμως τι γνώμη έχεις γι αυτήν εδώ»
«Είναι ανάγκη;», αναστέναξε ο Στόρμγκρεν
Ο Πιέτερ δεν φάνηκε να τον άκουσε.
«Στην πραγματικότητα δεν είναι δική μου ιδέα», είπε μετριόφρονα. «Την πήρα από ένα διήγημα του Τσέστερτον. Αν υποθέσουμε ότι οι Επικυρίαρχοι κρύβουν το γεγονός ότι δεν έχουν τίποτα να κρύψουν;»
«Μου φαίνεται κάπως μπερδεμένη θεωρία», είπε ο Στόρμγκρεν, που του είχε κινηθεί λίγο το ενδιαφέρον.
«Θέλω να πω το εξής», συνέχισε με ενθουσιασμό ο Βαν Ράϊμπεργκ. «Εγώ προσωπικά πιστεύω ότι στη φυσική κατασκευή, είναι ανθρώπινα όντα όπως κι εμείς. Αντιλαμβάνονται όμως ότι η ανθρωπότητα θα ανεχτεί να την κυβερνούν πλάσματα ποτ τα φαντάζεται ότι είναι παράξενα και με υπερφυσική ευφυΐα. Όπως είναι όμως φτιαγμένη η ανθρώπινη φυλή, απλώς δεν ανέχεται να την κυβερνήσουν πλάσματα που είναι ίδια φτιαγμένα με αυτήν»
«Πολύ έξυπνη, όπως κι όλες οι άλλες θεωρίες σου», είπε ο Στόρμγκρεν. «Πολύ θα ήθελα να τους έδινες αύξοντα αριθμό, ώστε να μην τις μπερδεύω. Οι αντιρρήσεις που έχω σ’ αυτήν…». Την στιγμή όμως αυτή άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο Αλέξανδρος Γουέϊνραϊτ.
Ο Στόρμγκρεν τι να σκεφτόταν την στιγμή αυτή. Αναρωτήθηκε επίσης αν ο Γουέϊνραϊτ είχε έρθει σε επαφή με τα άτομα που τον είχαν απαγάγει. Αμφέβαλε γι αυτό, γιατί πίστευε ότι η αντιπάθεια του Γουέϊνραϊτ προς την βία ήταν απόλυτα ειλικρινής. Οι εξτρεμιστές της κίνησής του είχαν εξευτελιστεί εντελώς και θα περνούσε πολύς καιρός για να ξαναδώσουν σημεία ζωής.
Ο αρχηγός της Ένωσης για την Ελευθερία άκουγε προσεκτικά καθώς του διάβαζαν το σχέδιο. Ο Στόρμγκρεν ήλπιζε ότι θα εκτιμούσε την χειρονομία αυτή, που ήταν η ιδέα του Καρέλλεν. Μόνο ύστερα από δώδεκα ώρες θα μάθαινε ο υπόλοιπος κόσμος την υπόσχεση αυτή που δινόταν στα εγγόνια του.
«Πενήντα χρόνια», είπε, «είναι πολύ για να περιμένει κανείς».
«Για την ανθρωπότητα ίσως· όχι όμως και για τον Καρέλλεν», απάντησε ο Στόρμγκρεν. Μόλις τώρα είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί την απλότητα της λύσεως που είχαν δώσει οι Επικυρίαρχοι. Τους έδινε τον χρόνο προετοιμασίας που θεωρούσαν απαραίτητο, ενώ ταυτόχρονα αφαιρούσε κάθε στήριγμα από τα επιχειρήματα της Ένωσης για την Ελευθερία. Δεν φανταζόταν ότι η Ένωση θα συνθηκολογούσε, αλλά η θέση της θα γινόταν πολύ αδύνατη. Σίγουρα και ο Γουέϊνραϊτ το είχε καταλάβει επίσης.
«Σε πενήντα χρόνια», είπε πικραμένος, «η ζημιά θα έχει γίνει. Αυτοί που θυμούνται την ανεξαρτησία μας θα έχουν πεθάνει. Η ανθρωπότητα θα έχει ξεχάσει την κληρονομιά της».
Λόγια – άδεια λόγια, σκέφτηκε ο Στόρμγκρεν. Τα λόγια που γι αυτά κάποτε οι άνθρωποι πολεμούσαν και πέθαιναν και που γι αυτά δεν πρόκειται πια να πολεμήσουν ή να πεθάνουν. Κι ο κόσμος θα ήταν καλύτερος έτσι.
Καθώς έβλεπε τον Γουέϊνραϊτ να φεύγει, ο Στόρμγκρεν διερωτήθηκε πόση φασαρία θα έκανε η Ένωση στα χρόνια που θα έρχονταν. Αυτό, όμως, σκέφτηκε με ανακούφιση, ήταν ένα πρόβλημα για τον διάδοχό του.
Υπήρχαν μερικά προβλήματα που μόνο ο καιρός θα έλυνε. Μπορείς να καταστρέψεις τους κακούς αλλά δεν μπορείς να κάνεις τίποτε για τους καλούς που έχουν γελαστεί στις απόψεις τους.
«Πάρε τον χαρτοφύλακά σου», είπε ο Ντυβάλ. «Δεν έχει πάθει απολύτως τίποτα»
«Ευχαριστώ», απάντησε ο Στόρμγκρεν εξετάζοντάς τον πολύ προσεκτικά. «Θα μπορούσες τουλάχιστον τώρα να μου πεις τι ήταν όλα αυτά και τι θα κάνουμε μετά;»
Ο φυσικός φάνηκε ότι βυθίστηκε ακόμα πιο πολύ στις σκέψεις του.
«Αυτό που δεν μπορώ να καταλάβω», είπε, «είναι γιατί τα καταφέραμε τόσο πολύ εύκολα. Να, αν εγώ ήμουν ο Καρ…»
«Όμως δεν είσαι. Άσε τα πολλά λόγια άνθρωπέ μου. Τι ακριβώς ανακαλύψαμε;»
«Αχ Θεέ μου, αυτές οι ευερέθιστες, νευρικές Σκανδιναβικές ράτσες», είπε αναστενάζοντας ο Ντυβάλ. «Αυτό που κάναμε ήταν να κατασκευάσουμε μια συσκευή ραντάρ χαμηλής εντάσεως. Εκτός από ραδιοκύματα πολύ ψηλής συχνότητας χρησιμοποιούμε και υπέρυθρες ακτίνες – όλα γενικά τα κύματα που είμαστε σίγουροι ότι ένα πλάσμα δεν θα μπορούσε να δει, όσο και παράξενα κατασκευασμένο κι αν ήταν το μάτι του».
«Και πως είμαστε σίγουροι γι αυτό», ρώτησε ο Στόρμγκρεν, που, χωρίς να το θέλει, είχε αρχίσει να ενδιαφέρεται για το τεχνικό πρόβλημα.
«Βέβαια, δεν είμαστε απόλυτα σίγουροι», παραδέχτηκε απρόθυμα ο Ντυβάλ. «Όμως ο Καρέλλεν σε βλέπει κάτω από συνηθισμένο φωτισμό, έτσι; Επομένως τα μάτια του θα πρέπει να είναι περίπου τα ίδια με τα δικά μας, στο ορατό πεδίο. Τέλος πάντων, η προσπάθεια πέτυχε. Αποδείξαμε ότι υπάρχει ένα μεγάλο δωμάτιο πίσω απ’ αυτήν την οθόνη. Η οθόνη η ίδια, έχει πάχος τρία εκατοστά και ο χώρος πίσω της έχει μήκος τουλάχιστον δέκα μέτρα. Δεν μπορέσαμε να διακρίνουμε αντανακλάσεις των κυμάτων από τον πέρα τοίχο, αλλά αυτό το περιμέναμε με την τόσο χαμηλή ένταση, που ήταν όμως η μεγαλύτερη που τολμούσαμε να χρησιμοποιήσουμε. Όμως, αποκτήσαμε αυτούς εδώ»
Έσπρωξε προς το μέρος του ένα φύλλο από φωτογραφικό χαρτί πάνω στο οποίο υπήρχε μια και μόνη κυματιστή γραμμή. Σ’ ένα σημείο της υπήρχε μια μεγαλύτερη κύμανση σαν αυτή που αφήνει στον σεισμογράφο μια ασθενής σεισμική δόνηση.
«Το βλέπεις αυτό το σημάδι;»
«Ναι, τι είναι;»
«Ο Καρέλλεν»
«Μα τω Θεώ! Είσαι σίγουρος;»
«Είναι μια αρκετά σίγουρη πρόβλεψη. Κάθεται ή στέκεται ή κάνει οτιδήποτε άλλο, περίπου δύο μέτρα από την άλλη πλευρά της οθόνης. Αν η συσκευή ήταν λίγο καλύτερη, θα μπορούσαμε να υπολογίσουμε ακόμη και το μέγεθός του»
Τα συναισθήματα του Στόρμγκρεν, καθώς κοίταζε αυτή τη μικροσκοπική κύμανση της γραμμής, ήταν πολύ συγκεχυμένα. Μέχρι τώρα δεν υπήρχε καμιά απόδειξη ότι ο Καρέλλεν είχε ένα υλικό σώμα. Η απόδειξη τώρα ήταν, βέβαια, έμμεση αλλά την δεχόταν χωρίς αντίρρηση.
«Το άλλο που είχαμε να κάνουμε», είπε ο Ντυβάλ, «ήταν να υπολογίσουμε την αντανακλαστικότητα της οθόνης στο συνηθισμένο φως. Νομίζαμε ότι πήραμε μια αρκετά καλή ιδέα γι αυτό – και εξ άλλου δεν μας πειράζει αν πέσουμε έξω κατά μια δεκάδα. Αντιλαμβάνεσαι, φυσικά, ότι δεν υπάρχει γυαλί που να είναι διαφανές μόνο από την μια πλευρά. Απλώς είναι θέμα ρυθμίσεως του φωτισμού. Ο Καρέλλεν κάθεται σε ένα σκοτεινό δωμάτιο, εσύ σ’ ένα φωτεινό κι αυτό είναι όλο». Ο Ντυβάλ κάγχασε: «Λοιπόν, θα αλλάξουμε τη διαρρύθμιση αυτή»
Με το ύφος ταχυδακτυλουργού που βγάζει από το καπέλο του ένα ολόκληρο κοπάδι άσπρα κουνέλια, έβαλε το χέρι του μέσα σ’ ένα συρτάρι του γραφείου του κι έβγαλε ένα πελώριο φλας. Η μια του άκρη άνοιγε και σχημάτιζε μια φαρδιά κάννη, ώστε όλο μαζί έμοιαζε σαν ένα αρκεβούζιο.
Ο Ντυβάλ χαμογέλασε
«Δεν είναι τόσο επικίνδυνο όσο φαίνεται. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να κολλήσεις την κάννη πάνω στην οθόνη και να πατήσεις την σκανδάλη. Το φλας αυτό δημιουργεί μια πολύ δυνατή ακτίνα φωτός που κρατά δέκα δευτερόλεπτα και στο διάστημα αυτό θα μπορέσεις να την στρέψεις ένα γύρω στο δωμάτιο και να του ρίξεις μια πιο προσεκτική ματιά. Όλο το φως θα περάσει μέσα από την οθόνη και θα φωτίσει τον φίλο σου μια χαρά, σαν προβολέας»
«Δεν θα πάθει ζημιά ο Καρέλλεν;»
«Όχι, αν το σημαδέψεις χαμηλά και μετά το στρέψεις προς τα πάνω. Έτσι θα βρουν καιρό τα μάτια του να προσαρμοστούν. Υποθέτω ότι θα έχει τα ίδια ανακλαστικά με μας και φυσικά δεν θέλουμε να τον τυφλώσουμε»
Ο Στόρμγκρεν κοίταζε το εργαλείο με δισταγμό και το πήρε στο χέρι του. τις τελευταίες εβδομάδες η συνείδησή του τον ενοχλούσε λίγο. Ο Καρέλλεν του είχε φερθεί πάντα με συμπάθεια που δεν την έκρυβε, παρά τις περιοδικές εκδηλώσεις πικρής ειλικρίνειας και τώρα, που ο χρόνος που θα ήταν μαζί πλησίαζε να τελειώσει, δεν θα ήθελε να κάνει κάτι που θα μπορούσε να χαλάσει τη σχέση αυτή. Ο Επόπτης όμως, είχε προειδοποιηθεί κανονικά και ο Στόρμγκρεν είχε την πεποίθηση ότι αν η εκλογή ήταν στα χέρια του Καρέλλεν, θα είχε φανερώσει τον εαυτό του πολύ πιο πριν. Τώρα την απόφαση αυτή θα την έπαιρνε κάποιος άλλος· όταν θα τελείωνε η τελευταία αυτή συνάντησή τους, ο Στόρμγκρεν θα έβλεπε το πρόσωπο του Καρέλλεν.
Αν, φυσικά, ο Καρέλλεν είχε πρόσωπο!


ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 10


Η νευρικότητα που αισθανόταν στην αρχή ο Στόρμγκρεν είχε χαθεί από ώρα. Ο Καρέλλεν είχε μονοπωλήσει σχεδόν όλη τη συζήτηση, πλέκοντας τις πολύπλοκες προτάσεις που συνήθιζε να χρησιμοποιεί πολλές φορές. Κάποτε αυτό είχε φανεί στον Στόρμγκρεν ότι ήταν το πιο θαυμάσιο και σίγουρα το πιο αναπάντεχο χάρισμα που είχε ο Καρέλλεν. Τώρα δεν του φαινόταν πια τόσο θαυμάσιο γιατί ήξερε ότι ήταν, όπως και οι περισσότερες ικανότητες του Επόπτη, το αποτέλεσμα μιας απλής ισχυρής διανόησης και όχι κανένα ξεχωριστό ταλέντο.
Ο Καρέλλεν είχε καιρό να διατυπώσει τις σκέψεις του όσο πιο λογοτεχνικά μπορούσε, όταν τις περιόριζε μέσα στα όρια του ανθρώπινου λόγου.
«Δεν υπάρχει ανάγκη για σένα ή τον διάδοχό σου ν’ ανησυχείτε χωρίς αιτία για την Ένωση για την Ελευθερία ακόμη κι αν αναλάβει από την κατάπτωση που βρίσκεται σήμερα. Ήταν πολύ ήσυχη τον περασμένο μήνα και, αν και θα ξαναδυναμώσει στο μέλλον, δεν θ’ αποτελέσει κίνδυνο για αρκετά χρόνια. Στην πραγματικότητα, μια και πάντα είναι χρήσιμο να ξέρει κανείς τι κάνουν οι αντίπαλοί του, η Ένωση είναι μια πολύ χρήσιμη οργάνωση. Αν ποτέ βρεθεί σε χρηματική δυσχέρεια, ίσως ν’ αναγκαστώ και να την χρηματοδοτήσω ακόμη»
Συχνά ο Στόρμγκρεν δυσκολευόταν να ξεχωρίσει πότε αστειευόταν ο Καρέλλεν. Διατηρούσε το πρόσωπό του ανέκφραστο και συνέχιζε ν’ ακούει.
«Πολύ σύντομα η Ένωση θα χάσει ένα ακόμα από τα επιχειρήματά της. Έγιναν πολλές κριτικές, όλες κάπως παιδαριώδεις, για την ξεχωριστή θέση που είχες τα περασμένα χρόνια. Την είχα βρει πολύτιμη στα πρώτα χρόνια της εποπτείας μου, αλλά τώρα που ο κόσμος ακολουθεί την πορεία που σχεδίασα, μπορεί να πάψει να υπάρχει. Στο μέλλον, όλες οι συναλλαγές μου με την Γη θα γίνονται εμμέσως και το αξίωμα του Γενικού Γραμματέα θα μπορέσει να ξαναπάρει μια μορφή που να μοιάζει κάπως με την αρχική του. στα επόμενα πενήντα χρόνια θα δημιουργηθούν πολλές κρίσεις, όλες όμως θα περάσουν. Η μορφή που θα πάρει το μέλλον είναι αρκετά καθαρή και μια μέρα όλες αυτές οι δυσκολίες θα έχουν ξεχαστεί – ακόμη και από μια φυλή που έχει τόσο μεγάλη μνήμη, όπως η δική σας»
Τα τελευταία αυτά λόγια ειπώθηκαν με τέτοια ξεχωριστή έμφαση, που ο Στόρμγκρεν πάγωσε αμέσως πάνω στο κάθισμά του. Ήταν σίγουρος, ότι ο Καρέλλεν, ποτέ δεν θα άφηνε να του ξεφύγει κάτι άθελα από το στόμα. Ακόμη και οι περισσότερο άσκοπες, φαινομενικά, κουβέντες του, ήταν υπολογισμένες με μαθηματική ακρίβεια. Δεν είχε όμως ευκαιρία να κάνει ερωτήσεις, που φυσικά θα έμεναν αναπάντητες και ο Επόπτης άλλαξε πάλι θέμα.
«Συχνά με ρώτησες τι είναι τα μακροχρόνια σχέδιά μας», συνέχισε. «Η ίδρυση του Παγκόσμιου κράτους είναι, φυσικά, το πρώτο μόνο βήμα. Θα ζήσεις να δεις την συμπλήρωσή του, αλλά η αλλαγή θα είναι τόσο ανεπαίσθητη ώστε μόνο λίγοι άνθρωποι θα την αντιληφθούν όταν θα γίνει. Ύστερα απ’ αυτό, θα υπάρξει μια περίοδος αργής σταθεροποίησης ενώ ταυτόχρονα η φυλή σου θα ετοιμάζεται για μας. Και μετά θα έρθει η ημέρα που υποσχέθηκα. Λυπάμαι που δεν θα είσαι εδώ»
Τα μάτια του Στόρμγκρεν ήταν ανοιχτά αλλά η ματιά του ήταν καρφωμένη πέρα, πίσω από τον σκοτεινό φραγμό της οθόνης. Έβλεπε στο μέλλον, φανταζόταν τη μέρα που ποτέ του δεν θα έβλεπε, όταν τα μεγάλα πλοία των Επικυρίαρχων θα κατέβαιναν επιτέλους στη Γη και θα άνοιγαν για τον κόσμο που θα τα περίμενε.
«Την ημέρα αυτή», συνέχισε ο Καρέλλεν, «η ανθρώπινη φυλή θα αισθανθεί κάτι που μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ψυχολογική ασυνέχεια. Δεν θα πάθει όμως καμιά βλάβη, οι άνθρωποι της εποχής αυτής θα είναι πιο σταθεροί συναισθηματικά από τους παππούδες τους. Θα αποτελούμε πάντα ένα μέρος της καθημερινής ζωής τους και όταν θα μας συναντήσουν δεν θα τους φανούμε τόσο … παράξενοι, όπως θα συνέβαινε με σας»
Ο Στόρμγκρεν δεν είχε ακούσει ποτέ τον Καρέλλεν σε μια τόσο φιλοσοφική διάθεση, αυτό όμως δεν τον ξάφνιασε καθόλου. Πίστευε ότι δεν είχε γνωρίσει παρά λίγες μόνο από τις πλευρές της προσωπικότητας του Επόπτη. Ο πραγματικός Καρέλλεν ήταν άγνωστος και ίσως ήταν έξω από τις δυνατότητες κατανόησης των ανθρώπων. Και για μια ακόμη φορά ο Στόρμγκρεν είχε το αίσθημα ότι τα πραγματικά ενδιαφέροντα του Επόπτη ήταν κάπου αλλού και ότι κυβερνούσε τη Γη μόνο μ’ ένα τμήμα του μυαλού του, τόσο άνετα όσο ένας μετρ του τρισδιάστατου σκακιού θα έπαιζε μια παρτίδα ντάμα.
«Και ύστερα απ’ αυτό;», ρώτησε μ’ απαλή φωνή ο Στόρμγκρεν.
«Και τότε θα μπορέσουμε ν’ αρχίσουμε την πραγματική δουλειά μας»
«Πολλές φορές αναρωτήθηκα ποια να είναι άραγε αυτή. Το να βάλετε τάξη σ’ ένα κόσμο και να εκπολιτίσετε την ανθρώπινη φυλή, αυτά είναι μονάχα τα μέσα, πρέπει, βέβαια, να έχετε και κάποιο σκοπό. Θα μπορέσουμε άραγε ποτέ να ανεβούμε στο διάστημα και να δούμε το σύμπαν σας – και ίσως ακόμη και να σας βοηθήσουμε στα έργα σας;»
«Μπορείς, βέβαια, να το θέσεις κι έτσι είναι το θέμα», είπε ο Καρέλλεν και τώρα η φωνή του είχε μια καθαρή αλλά ανεξήγητη νότα λύπης που ανησύχησε παράξενα τον Στόρμγκρεν.
«Ας υποθέσουμε όμως ότι, παρ’ όλα αυτά, το πείραμά σας με τον Άνθρωπο αποτυχαίνει. Έχουμε μια γνώση γι αυτά τα πράγματα, από τις σχέσεις που είχαμε με πρωτόγονες φυλές. Σίγουρα θα είχατε κι εσείς αποτυχίες ως τώρα»
«Ναι», είπε ο Καρέλλεν τόσο απαλά, ώστε ο Στόρμγκρεν μόλις τον άκουγε, «είχαμε κι εμείς τις αποτυχίες μας».
«Και τι κάνετε τότε;»
«Περιμένουμε και ξανά δοκιμάζουμε»
Έγινε μια σιωπή, που κράτησε γύρω στα πέντε δευτερόλεπτα. Όταν ο Καρέλλεν ξαναμίλησε, τα λόγια ήταν τόσο απρόσμενα, ώστε για μια στιγμή ο Στόρμγκρεν δεν αντέδρασε.
«Αντίο Ρίκκι!»
Ο Καρέλλεν τον είχε ξεγελάσει, ίσως ήταν κιόλας πολύ αργά. Η παράλυση του Στόρμγκρεν κράτησε μόνο για μια στιγμή. Μετά, με μια γρήγορη, καλοζυγισμένη κίνηση, τράβηξε το φλας και το κόλλησε στο τζάμι.


ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 11

Τα πεύκα έφθαναν μέχρι την όχθη σχεδόν της λίμνης, αφήνοντας στην άκρη της μια στενή λωρίδα χορταριού. Κάθε βράδυ όταν ο καιρός ήταν αρκετά ζεστός, ο Στόρμγκρεν, παρά τα ενενήντα χρόνια του, συνήθιζε να περπατά πάνω στη λωρίδα αυτή, να φτάνει στη μικρή αποβάθρα και από κει να παρακολουθεί τον ήλιο να χάνεται πάνω στα νερά και, μετά γύριζε σπίτι του πριν αρχίσει να φυσά από το δάσος ο ψυχρός, νυχτερινός αέρας. Αυτή η απλή τελετή του έδινε μεγάλη ικανοποίηση και θα την συνέχιζε όσο θα άντεχε ακόμα.
Πέρα μακριά, πάνω από την λίμνη, κάτι ερχόταν από την δύση, πετώντας γρήγορα χαμηλά πάνω από το νερό. Τα αεροπλάνα δεν ήταν πολύ συνηθισμένα στα μέρη αυτά, αν δεν λογάριαζε κανείς τα επιβατικά που διέσχιζαν τους πόλους και που περνούσαν σχεδόν κάθε μία ώρα, νύχτα – μέρα, ψηλά πάνω από την λίμνη. Ποτέ όμως δεν φαινόταν κανένα σημάδι της παρουσίας τους εκτός από μερικά ίχνη υδρατμών, που άφηναν καμιά φορά πάνω στη γαλάζια στρατόσφαιρα. Η μηχανή όμως αυτή ήταν ένα μικρό ελικόπτερο και ερχόταν κατ’ ευθείαν πάνω του με ανησυχητική αποφασιστικότητα. Ο Στόρμγκρεν έριξε μια ματιά γύρω του στην όχθη και είδε ότι δεν υπήρχε πιθανότητα να ξεφύγει. Κατόπιν ανασήκωσε τους ώμους του και κάθισε στον ξύλινο πάγκο στην άκρη της αποβάθρας.
Ο δημοσιογράφος έδειχνε τόσο πολύ σεβασμό που ο Στόρμγκρεν ξαφνιάστηκε. Είχε σχεδόν ξεχάσει ότι ήταν όχι μόνο ένας μεγάλος πολιτικός αλλά – έξω από την χώρα του – ένα σχεδόν μυθικό πρόσωπο.
«Κύριε Στόρμγκρεν», άρχισε ο απρόσκλητος επισκέπτης. «Λυπούμε πάρα πολύ που σας ενοχλώ, αλλά διερωτώμαι αν θα θέλατε να κάνετε κανένα σχόλιο πάνω σε κάτι που μόλις τώρα μάθαμε σχετικά με τους Επικυρίαρχους».
Ο Στόρμγκρεν σκυθρώπιασε λίγο. Μετά από τόσα χρόνια, ακόμη μοιραζόταν την αντιπάθεια του Καρέλλεν για την λέξη αυτή.
«Δεν νομίζω», είπε, «ότι μπορώ να προσθέσω πολλά σε όσα έχουν γραφεί αλλού»
Ο δημοσιογράφος τον παρατηρούσε με μια περίεργη ένταση.
«Νομίζω ότι μπορείτε. Μόλις τώρα μάθαμε μια κάπως περίεργη ιστορία. Φαίνεται ότι, πριν τριάντα χρόνια περίπου, κάποιος τεχνικός το Επιστημονικού Γραφείου, κατασκεύασε για σας κάτι πολύ αξιόλογα μηχανήματα. Διερωτηθήκαμε αν θα μπορούσατε να μας πείτε κάτι σχετικά μ’ αυτό»
Για μια στιγμή ο Στόρμγκρεν έμεινε σιωπηλός, το μυαλό του ανάτρεχε στα περασμένα. Δεν τον είχε ξαφνιάσει το ότι το μυστικό είχε αποκαλυφθεί. Αντίθετα, είχε εκπλαγεί που είχε μείνει κρυφό, τόσον καιρό.
Σηκώθηκε όρθιος και άρχισε να βαδίζει πάνω στην αποβάθρα, ενώ ο δημοσιογράφος τον ακολουθούσε δυό βήματα πιο πίσω.
«Η ιστορία αυτή», είπε, «περιέχει και κάποια αλήθεια. Στην τελευταία μου επίσκεψη στο πλοίο του Καρέλλεν πήρα μαζί μου και ορισμένα εργαλεία, με την ελπίδα ότι θα μπορούσα να δω τον Επόπτη. Ήταν μια μάλλον ανόητη πράξη, αλλά ήμουν μόνο εξήντα χρονών τότε»
Σιγογέλασε μόνος του και συνέχισε:
«Η ιστορία αυτή δεν είναι τόσο σπουδαία ώστε να σας φέρει ως εδώ. Βλέπετε δεν έκανα τίποτε»
«Δεν είδατε τίποτα;»
«Όχι, απολύτως τίποτε. Φοβάμαι ότι θα πρέπει να περιμένετε – στο κάτω κάτω, δεν μένουν παρά είκοσι μόνο χρόνια ακόμη»
Είκοσι μόνο χρόνια ακόμη! Ναι, ο Καρέλλεν είχε δίκιο. Ως τότε ο κόσμος θα ήταν έτοιμος, όπως δεν ήταν όταν, πριν τριάντα χρόνια, είχε πει το ίδιο ψέμα στον Ντυβάλ.
Ο Καρέλλεν του είχε δείξει εμπιστοσύνη και ο Στόρμγκρεν δεν είχε προδώσει την πίστη αυτή. ήταν σίγουρος όσο δεν ήταν για τίποτε άλλο, ότι ο Επόπτης ήξερε το σχέδιό του απ’ την αρχή και είχε προβλέψει κάθε στιγμή της τελικής πράξης.
Δεν εξηγιόταν αλλιώς το ότι η πελώρια καρέκλα ήταν κιόλας άδεια όταν έπεσε πάνω της η φωτεινή δέσμη. Την ίδια στιγμή είχε αρχίσει να κινεί την ακτίνα του φακού, με τον φόβο ότι ήταν πια πολύ αργά. Η μεταλλική πόρτα – διπλάσια στο ύψος από ένα άνθρωπο – έκλεινε γοργά όταν την πρωτοείδε, έκλεινε γοργά, αλλά όχι τόσο, όσο να μην την δει.
Ναι, ο Καρέλλεν του είχε δείξει εμπιστοσύνη, δεν ήθελε να φτάσει στο μακρύ βράδυ της ζωής του κυνηγημένος από ένα μυστήριο που δεν θα μπορούσε να λύσει ποτέ. Ο Καρέλλεν δεν τολμούσε να παρακούσει τις άγνωστες δυνάμεις που ήταν οι ανώτεροί του (ήταν άραγε κι αυτοί από την ίδια φυλή;), αλλά είχε κάνει ότι του ήταν δυνατόν. Αν τους είχε παρακούσει, δεν θα μπορούσαν να το αποδείξουν ποτέ. Αυτό ήταν, ο Στόρμγκρεν το ήξερε, το τελικό δείγμα της συμπάθειας του Καρέλλεν σ’ αυτόν. Αν και θα μπορούσε να την συγκρίνει κανείς με την συμπάθεια ενός ανθρώπου σ’ ένα αφοσιωμένο και έξυπνο σκύλο, παρ’ όλα αυτά, ήταν ειλικρινής και στη ζωή του ο Στόρμγκρεν είχε λίγες μόνο στιγμές μεγάλης ικανοποίησης.
«Είχαμε κι εμείς τις αποτυχίες μας»
Ναι, Καρέλλεν, είχες δίκιο· μήπως ήσουν εσύ αυτός που είχε αποτύχει, πριν ακόμη ξημερώσει η ανθρώπινη ιστορία; Θα πρέπει να ήταν μια μεγάλη αποτυχία, σκέφτηκε ο Στόρμγκρεν, για να αντηχούν ακόμη οι αντίλαλοι της στους αιώνες και να κυνηγούν τα όνειρα της παιδικής ηλικίας κάθε ανθρώπινης φυλής. Ακόμη και μέσα σε πενήντα χρόνια, θα μπορούσες να υπερνικήσεις την δύναμη όλων των μύθων και των θρύλων του κόσμου;
Κι όμως ο Στόρμγκρεν ήξερε ότι δεν θα υπήρχε και δεύτερη αποτυχία. Όταν οι δυό φυλές θα συναντιόταν ξανά, οι Επικυρίαρχοι θα είχαν κερδίσει την εμπιστοσύνη και την φιλία της ανθρωπότητας και ούτε το σοκ της αναγνώρισης δεν θα μπορούσε να διαλύσει την σχέση αυτή. Θα βάδιζαν μαζί στο μέλλον και η άγνωστη τραγωδία, που πρέπει να σκίαζε το παρελθόν, θα χανόταν για πάντα μέσα στα σκιερά μονοπάτια του προϊστορικού χρόνου.
Και ο Στόρμγκρεν ήλπιζε ότι ο Καρέλλεν, όταν θα ήταν ελεύθερος να περπατήσει ξανά στη Γη, θα ερχόταν μια μέρα στα βορεινά αυτά δάση για να σταθεί πλάι στον τάφο του πρώτου ανθρώπου που έγινε φίλος του.

ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12
Ο ΧΡΥΣΟΣ ΑΙΩΝΑΣ


«Σήμερα είναι η ημέρα!», ψιθύριζαν τα ραδιόφωνα σε εκατοντάδες γλώσσες. «Σήμερα είναι η ημέρα!», οι επικεφαλίδες σε χιλιάδες εφημερίδες. «Σήμερα είναι η ημέρα!», σκέφτονταν οι κινηματογραφιστές καθώς εξέταζαν ξανά και ξανά τα μηχανήματά τους που ήταν μαζεμένα γύρω από τον κενό χώρο στον οποίο θα προσγειωνόταν το πλοίο του Καρέλλεν.
Τώρα πια υπήρχε μόνο εκείνο το μοναχικό πλοίο που βρισκόταν μετέωρο πάνω από την Νέα Υόρκη. Στην πραγματικότητα και ο κόσμος μόλις τώρα το είχε ανακαλύψει, τα πλοία που βρίσκονταν πάνω από τις άλλες πολιτείες του Ανθρώπου, δεν υπήρξαν ποτέ. Την προηγούμενη μέρα ο μεγάλος στόλος των Επικυριάρχων είχε διαλυθεί στο κενό, είχε χαθεί στην ομίχλη κάτω από την πρωινή δροσιά.
Τα πλοία με τα εφόδια που πηγαινοέρχονταν πέρα από το διάστημα ήταν αληθινά, αλλά τα ασημένια σύννεφα που επί μια γενιά ολόκληρη βρίσκονταν μετέωρα πάνω απ’ όλες σχεδόν τις πρωτεύουσες της Γης ήταν είδωλα. Πώς είχε γίνει αυτό, κανείς δεν μπορούσε να πει, αλλά, όπως αποδεικνυόταν, το κάθε ένα από τα πλοία αυτά δεν ήταν παρά η εικόνα του πλοίου του Καρέλλεν. Κι όμως η ύπαρξή του δεν μπορούσε να εξηγηθεί μόνο σαν ένα παιχνίδι με το φως γιατί είχαν ξεγελάσει και τα ραντάρ και υπήρχαν ακόμη άνθρωποι που ορκίζονταν ότι είχαν ακούσει το ουρλιαχτό του αέρα καθώς τον έσκιζαν τα πλοία όταν ήλθαν στον ουρανό της Γης.
Αυτό δεν είχε πια σημασία· το σπουδαίο ήταν ότι ο Καρέλλεν δεν αισθανόταν πια την ανάγκη γι αυτή την επίδειξη δύναμης. Είχε παρατήσει στην άκρη τα ψυχολογικά του όπλα.
«Το πλοίο μπήκε σε κίνηση», ήταν το μήνυμα που μεταδόθηκε σαν αστραπή σ’ όλες τις γωνιές του πλανήτη. «Πάει προς τα δυτικά».
Με ταχύτητα που πλησίαζε τα χίλια χιλιόμετρα την ώρα, το πλοίο έπεφτε σιγά – σιγά από τα κενά ύψη της στρατόσφαιρας και κατευθυνόταν προς τις μεγάλες πεδιάδες για το δεύτερο ραντεβού του με την ιστορία. Κάθισε υπάκουα μπροστά στις φωτογραφικές και κινηματογραφικές μηχανές που το περίμεναν και στις μαζεμένες χιλιάδες των θεατών που, εκτός από λίγους, έβλεπαν πολύ λιγότερα απ’ ότι τα εκατομμύρια που ήταν συγκεντρωμένα γύρω από τις τηλεοράσεις τους.
Το έδαφος θα έπρεπε να είχε ραγίσει και κλονιστεί κάτω από το τρομακτικό βάρος, αλλά το σκάφος ήταν ακόμη δεμένο με τις άγνωστες δυνάμεις που το οδηγούσαν ανάμεσα στα άστρα. Έπεσε απαλά στη γη φιλώντας την σαν μια νιφάδα χιονιού.
Το κυρτό τοίχωμα, είκοσι μέτρα πάνω από την γη, φάνηκε σαν να γινόταν υγρό που λαμπύριζε· στη θέση της λείας και λαμπρής επιφάνειας φάνηκε ένα μεγάλο άνοιγμα. Τίποτα δεν ήταν ορατό μέσα του, ακόμη και στα ερευνητικά μάτια των μηχανών. Ήταν μαύρο και σκοτεινό σαν το άνοιγμα μιας σπηλιάς.
Μέσα από το άνοιγμα, μια φαρδιά, γυαλιστερή σκαλωσιά βγήκε και διευθύνθηκε χωρίς δισταγμό προς το έδαφος. Έμοιαζε σαν μια συμπαγής λωρίδα από μέταλλο μα κάγκελα και στις δυό πλευρές. Δεν είχε σκαλιά· ήταν απότομη και λεία σαν τσουλήθρα και, όπως θα έλεγε κανείς, θα ήταν το ίδιο αδύνατο να την ανέβει ή να την κατέβει άνθρωπος με οποιοδήποτε συνηθισμένο τρόπο.
Ο κόσμος παρατηρούσε αυτή την σκοτεινή πύλη, που, μέσα της, τίποτε δεν είχε ακόμη φανερωθεί. Τότε η τόσο σπάνια ακουσμένη αλλά αξέχαστη φωνή του Καρέλλεν απλώθηκε απαλά μέσα από μια κρυμμένη πηγή. Τα λόγια του δεν θα μπορούσαν να είναι πιο αναπάντεχα.
«Υπάρχουν δυό παιδιά στην άκρη της σκαλωσιάς. Θα ήθελα δυο απ’ αυτά ν’ ανέβουν και να με συναντήσουν».
Μια στιγμή σιωπής. Μετά ένα αγόρι κι ένα κορίτσι ξεχώρισαν από το πλήθος και βάδισαν, χωρίς κανένα σημάδι αμηχανίας, προς την σκαλωσιά και μπήκαν στην ιστορία. Άλλα παιδιά τα ακολούθησαν, αλλά η γελαστή φωνή του Καρέλλεν τα σταμάτησε.
«Δύο μόνο είναι αρκετά».
Ανυπόμονα περιμένοντας την περιπέτεια, τα δυό παιδιά – που δεν ήταν πάνω από έξη χρονών – πήδησαν πάνω στην μεταλλική λωρίδα. Τότε έγινε το πρώτο θαύμα!
Κινώντας χαρούμενα τα χέρια τους στο πλήθος που ήταν από κάτω τους και στους ανήσυχους γονείς τους – που, πολύ αργά πια, θυμήθηκαν ίσως το παραμύθι του ανθρώπου με τη φλογέρα και τα ποντίκια – τα παιδιά άρχισαν ανεβαίνουν γρήγορα την απότομη πλαγιά. Κι όμως τα πόδια τους ήταν ακίνητα και σύντομα φάνηκε ότι και τα κορμιά τους ήταν κάθετα πάνω στην περίεργη αυτή σκαλωσιά. Φαίνεται ότι είχε μια δική της βαρύτητα, που δεν υπολόγιζε την βαρύτητα της Γης. Τα παιδιά διασκέδαζαν ακόμα την πρωτόφαντη αυτή εμπειρία τους και απορούσαν τι ήταν αυτό που τα τραβούσε προς τα πάνω, όταν χάθηκαν μέσα στο σκάφος.
Μια απέραντη σιωπή απλώθηκε πάνω σ’ όλο τον κόσμο για είκοσι δευτερόλεπτα – αν και μετά κανείς δε μπορούσε να πιστέψει ότι ήταν τόσο σύντομη. Ύστερα η σκοτεινιά του μεγάλου ανοίγματος φάνηκε ότι έβγαινε προς τα έξω και ο Καρέλλεν παρουσιάστηκε στο φως του ήλιου. Το αγόρι καθόταν πάνω στο αριστερό μπράτσο του, το κοριτσάκι στο δεξί. Ήταν και τα δυό τόσο απασχολημένα να παίζουν με τα φτερά του Καρέλλεν, ώστε δεν έδωσαν καμιά σημασία στα πλήθη που παρατηρούσαν.
Ήταν σαν έπαινος στη γνώση της ψυχολογίας που είχαν οι Επικυρίαρχοι και στα χρόνια της προσεκτικής προετοιμασίας, το γεγονός ότι μόνο λιγοστά άτομα λιποθύμησαν. Και, οπωσδήποτε, θα ήταν πολύ λιγότερα τα άτομα σε όλο τον κόσμο, που δεν ένιωσαν τον πανάρχαιο τρόμο να αγγίζει για μια φοβερή στιγμή το μυαλό τους πριν χαθεί για πάντα μπροστά στη λογική.
Δεν ήταν λάθος. Οι δερμάτινες φτερούγες, τα μικρά κέρατα, η αγκυλωτή ουρά – όλα αυτά υπήρχαν. Ο πιο τρομερός απ’ όλους τους θρύλους είχε ζωντανέψει μέσα από το μακρινό, άγνωστο παρελθόν. Κι όμως τώρα στεκόταν χαμογελαστός, μέσα στην εβένινη μεγαλοπρέπειά του, με το φως του ήλιου να λάμπει πάνω στο πελώριο κορμί του και μ’ ένα παιδί ανθρώπου, καθισμένο άφοβα και με εμπιστοσύνη στο κάθε μπράτσο του.
Πενήντα χρόνια ήταν αρκετά για ν’ αλλάξει ένας κόσμος και οι κάτοικοί του, τόσο που να είναι σχεδόν αγνώριστοι. Τα μόνα μέσα που χρειάζονται είναι μια καλή γνώση της κοινωνικής μηχανικής, μια καθαρή εικόνα του σκοπού που επιδιώκεται – και δύναμη.
Όλα αυτά τα είχαν οι Επικυρίαρχοι. Αν και ο σκοπός τους ήταν κρυφός, η γνώση τους ήταν ολοφάνερη – το ίδιο και η δύναμή τους.
Η δύναμη αυτή εκδηλωνόταν με διάφορες μορφές, από τις οποίες οι λαοί, την τύχη των οποίων τώρα ρύθμιζαν οι Επικυρίαρχοι, αντιλαμβάνονταν μόνο μερικές. Η δύναμη που ενσωματωνόταν στα πελώρια πλοία τους ήταν αρκετά σαφής για τον καθένα. Πίσω όμως από την επίδειξη αυτή της κοιμισμένης δύναμης βρίσκονταν άλλα, πολύ πιο κρυφά όπλα.
«Όλα τα πολιτικά προβλήματα», είχε πει κάποτε ο Καρέλλεν στον Στόρμγκρεν, «μπορούν να λυθούν με την ορθή χρήση της δύναμης».
«Αυτή η παρατήρηση φαίνεται πολύ κυνική», είχε απαντήσει διστακτικά ο Στόρμγκρεν. «Μοιάζει πολύ με το ¨Η ΙΣΧΥΣ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟ¨. Στο παρελθόν μας η χρησιμοποίηση της δύναμης ήταν ιδιαίτερα ανίκανη να λύσει οποιοδήποτε πρόβλημα». «Η λέξη που έχει σημασία είναι η ¨σωστή¨. Εσείς ποτέ δεν είχατε αποκτήσει πραγματική δύναμη ούτε την γνώση που απαιτείται για να την εφαρμόσετε. Όπως σε όλα τα προβλήματα, πάντα υπάρχει ο πρακτικός και ο μη πρακτικός τρόπος αντιμετώπισης. Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι ένα από τα κράτη σας, κάτω από την ηγεσία ενός φανατικού κυβερνήτη, κάνει προσπάθεια να επαναστατήσει εναντίον του. Ο λιγότερο πρακτικός τρόπος αντιμετώπισης μιας παρόμοιας απειλής θα ήταν μερικά δισεκατομμύρια ενεργείας με τη μορφή ατομικών βομβών. Αν χρησιμοποιούσα αρκετές βόμβες, η λύση θα ήταν πλήρης και τελική. Θα ήταν όμως όπως είπα και η λιγότερο πρακτική – ανεξάρτητα του ότι θα είχε και άλλα μειονεκτήματα».
«Και ποια θα ήταν η πιο πρακτική λύση;»
«Αυτή θα χρειαζόταν την σπατάλη τόσο λίγης ενέργειας όση χρειάζεται ένας μικρός ραδιοπομπός – και η αντίστοιχη δεξιοτεχνία στη χρήση. Γιατί, βλέπεις, αυτό που έχει σημασία είναι ο τρόπος εφαρμογής και όχι το μέγεθος της δύναμης. Πόσο καιρό λες ότι θα διαρκούσε η καριέρα του Χίτλερ σαν δικτάτορα της Γερμανίας, αν, οπουδήποτε κι αν πήγαινε μια φωνή θα του μιλούσε ήρεμα και σιγά στο αυτί του; Ή αν μια σταθερή μουσική νότα, αρκετά ισχυρή ώστε να πνίγει κάθε άλλο θόρυβο και να εμποδίζει τον ύπνο, του κτυπούσε το μυαλό μέρα – νύχτα;»
«Κατάλαβα», είπε ο Στόρμγκρεν «και δεν θα υπήρχε μέρος να πάει να κρυφτεί;»
«Κανένα που να μην μπορούσα να στείλω τα χμ… τα σύνεργά μου αν το ήθελα στα σοβαρά. Κι αυτός είναι ο λόγος που ποτέ δεν θ’ αναγκαστώ να μεταχειριστώ πραγματικά δραστικά μέτρα για να διατηρήσω την θέση μου».
Τα μεγάλα πλοία, λοιπόν, δεν ήταν ποτέ τίποτα παραπάνω από σύμβολα και τώρα ο κόσμος ήξερε ότι όλα, εκτός από ένα, δεν ήταν παρά φαντάσματα. Και όμως με την παρουσία τους μόνο, είχαν αλλάξει την ιστορία της Γης. Τώρα το έργο τους είχε τελειώσει και τα επιτεύγματά τους έμεναν πίσω τους για ν’ αντηχούν στους αιώνες που έρχονταν.
Οι υπολογισμοί του Καρέλλεν ήταν σωστοί. Το σοκ της αποστροφής είχε περάσει γρήγορα, αν και υπήρχαν πολλοί που ενώ υπερηφανεύονταν ότι ήταν ελεύθεροι από προλήψεις, όμως δεν θα μπορούσαν ποτέ ν’ αντικρίσουν έναν Επικυρίαρχο. Κάτι παράξενο συνέβαινε εδώ, κάτι πέρα από κάθε αιτία ή λογική. Στον Μεσαίωνα ο κόσμος πίστευε στον Διάβολο και τον φοβόταν. Τώρα όμως ήταν ο εικοστός πρώτος αιώνας· μήπως, παρ’ όλα αυτά, υπήρχε κάτι που λεγόταν φυλετική μνήμη;
Όλοι φυσικά παραδέχονταν ότι οι Επικυρίαρχοι, ή άλλα όντα του αυτού είδους, είχαν έλθει σε βίαιη σύγκρουση με τον αρχαίο Άνθρωπο. Η συνάντηση αυτή θα έπρεπε να είχε γίνει στο πολύ μακρινό παρελθόν γιατί δεν είχε αφήσει ίχνη στην γραπτή ιστορία. Αυτό δημιουργούσε ένα ακόμα πρόβλημα και ο Καρέλλεν δεν τους βοηθούσε καθόλου να το λύσουν.
Οι Επικυρίαρχοι, αν και τώρα είχαν φανερωθεί στον κόσμο, σπάνια άφηναν το μοναχικό πλοίο τους. Ίσως να ήταν γι αυτούς άβολο, από την φυσική πλευρά, να κυκλοφορούν πάνω στη Γη γιατί το μέγεθός τους και το γεγονός ότι είχαν φτερά έδειχνε ότι κατάγονταν από ένα πλανήτη με πολύ μικρότερη βαρύτητα. Πάντα φορούσαν μια ζώνη στολισμένη με περίπλοκα μηχανήματα που, όπως φαινόταν, ρύθμιζαν το βάρος τους και τους επέτρεπαν να επικοινωνούν μεταξύ τους. Το άμεσο φως του ήλιου ήταν οδυνηρό γι αυτούς και γι αυτό ποτέ δεν έμεναν εκτεθειμένοι περισσότερο από λίγα δευτερόλεπτα. Όταν ήταν αναγκασμένοι να μείνουν στο ύπαιθρο γι αρκετή ώρα, φορούσαν μαύρα γυαλιά, που τους έδιναν μια πολύ ασυνήθιστη όψη. Αν και φαινόταν ότι μπορούσαν ν’ αναπνεύσουν τον γήινο αέρα, μερικές φορές κουβαλούσαν μαζί τους μικρούς κυλίνδρους με αέριο απ’ το οποίο έκαναν πότε – πότε εισπνοές.
Ίσως αυτά τα καθαρά φυσιολογικά προβλήματα να ήταν η αιτία που έμεναν απομονωμένοι από τον πολύ κόσμο. Μόνο ένα μικρό ποσοστό της ανθρώπινης φυλής είχε κάποτε συναντήσει πρόσωπο με πρόσωπο έναν Επικυρίαρχο και κανείς δεν μπορούσε να μαντέψει πόσοι ακριβώς βρίσκονταν μέσα στο πλοίο του Καρέλλεν. Ποτέ δεν είχαν εμφανιστεί σε ομάδες μεγαλύτερες από πέντε άτομα μαζί, αλλά ήταν δυνατόν να υπάρχουν εκατοντάδες, ακόμη και χιλιάδες απ’ αυτούς μέσα στο πελώριο σκάφος.
Από πολλές απόψεις, η εμφάνιση των Επικυριάρχων είχε δημιουργήσει περισσότερα προβλήματα απ’ όσα είχε λύσει. Η καταγωγή τους ήταν ακόμα άγνωστη· η βιολογία τους ήταν η πηγή ατέλειωτων θεωριών. Σε πολλά θέματα έδιναν πληροφορίες χωρίς καμιά επιφύλαξη, ενώ σ’ άλλα η στάση τους ήταν να κρατούν το στόμα τους κλειστό. Γενικά όμως, αυτό δεν ενοχλούσε κανέναν εκτός από τους επιστήμονες. Ο μέσος άνθρωπος, αν και θα προτιμούσε να μην συναντήσει τους Επικυρίαρχους, ένιωθε ευγνωμοσύνη για ότι είχαν κάνει στον κόσμο του.
Κρίνοντάς την με τα κριτήρια όλων των περασμένων εποχών, ήταν η εποχή της Ουτοπίας. Η αμάθεια, η αρρώστια, η φτώχεια και ο φόβος είχαν εξαφανιστεί ολότελα. Η ανάμνηση του πολέμου έσβηνε μέσα στο παρελθόν σαν ένας εφιάλτης που χάνεται την αυγή· σύντομα θα έπαυε να είναι μια ανάμνηση των ανθρώπων που ζούσαν. 


ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13
Ο ΧΡΥΣΟΣ ΑΙΩΝΑΣ


Μ’ όλη την δραστηριότητα της ανθρωπότητας συγκεντρωμένη σε δημιουργικά έργα, η όψη του κόσμου είχε φτιαχτεί απ’ την αρχή. Ήταν, σχεδόν στην κυριολεξία, ένας καινούργιος κόσμος. Οι πολιτείες που ήταν ικανοποιητικές για τις προηγούμενες γενιές, είχαν ξαναχτιστεί – ή εγκαταλειφθεί ή είχαν γίνει μουσεία, όταν είχαν πάψει να εξυπηρετούν κάθε άλλο πρακτικό σκοπό. Πολλές πόλεις είχαν εγκαταλειφθεί για τον λόγο αυτόν, γιατί όλη η διάρθρωση του εμπορίου και της βιομηχανίας είχε αλλάξει εντελώς. Η παραγωγή είχε γίνει, σχεδόν στο σύνολό της, αυτόματη· τα εργοστάσια – ρομπότ έβγαζαν καταναλωτικά αγαθά σε τέτοιες τεράστιες ποσότητες, ώστε όλες οι βασικές ανάγκες της ζωής, ικανοποιούνταν δωρεάν. Οι άνθρωποι δήλωναν μόνο για ν’ αποκτήσουν τα είδη πολυτελείας που ήθελαν ή απλώς δεν δήλωναν καθόλου.
Ήταν Ένας Κόσμος. Τα παλιά ονόματα των παλιών κρατών ήταν ακόμη σε χρήση, αλλά δεν ήταν χρήσιμα παρά σαν ενδείξεις ταχυδρομικών τομέων. Δεν υπήρχε κανείς πάνω στη Γη που δεν μπορούσε να μιλήσει Αγγλικά, που δεν ήξερε να διαβάζει, που δεν ήταν κοντά σε μια συσκευή τηλεοράσεως, που δεν μπορούσε να επισκεφθεί την άλλη πλευρά της Γης μέσα σε εικοσιτέσσερις ώρες.
Το έγκλημα είχε στην ουσία εξαφανιστεί. Είχε γίνει και αχρείαστο και αδύνατο. Όταν όλοι έχουν ότι τους χρειάζεται, δεν υπάρχει λόγος για κλοπή. Εξ άλλου, όλοι οι υποψήφιοι εγκληματίες ήξεραν ότι δεν υπήρχε τρόπος να ξεφύγουν από την επίβλεψη των Επικυριάρχων. Στις πρώτες μέρες της διακυβερνήσεώς τους, είχαν επέμβει υπέρ του νόμου και της τάξεως με τόση αποτελεσματικότητα ποτ το μάθημα δεν ξεχάστηκε ποτέ.
Τα εγκλήματα που είχαν αιτία το πάθος, αν και δεν είχε εξαφανιστεί εντελώς, ήταν σχεδόν σπάνια – τώρα που τα περισσότερα από τα ψυχολογικά της προβλήματα είχαν χαθεί, η ανθρωπότητα ήταν πολύ πιο υγιής στο μυαλό και πολύ λιγότερο παράλογη. Και αυτό, που, προηγουμένως, το έλεγαν ανηθικότητα, τώρα δεν το χαρακτήριζαν παρά σαν εκκεντρικότητα – ή το πολύ, κακή συμπεριφορά.
Μια από τις πιο φανερές αλλαγές ήταν η επιβράδυνση του τρελού ρυθμού ζωής που τόσο έντονα χαρακτήριζε τον εικοστό αιώνα. Η ζωή είχε πιο αργό και άνετο ρυθμό απ’ ότι τις περασμένες γενιές.
Γι αυτό βέβαια παρουσίαζε λιγότερο ενδιαφέρον για μερικούς, αλλά έδινε μεγαλύτερη ηρεμία στους πολλούς. Ο Δυτικός κόσμος ξανάμαθε – αυτό που ο υπόλοιπος κόσμος δεν είχε ξεχάσει ποτέ – ότι το να είσαι αργόσχολος δεν είναι αμαρτία, αρκεί να μην εκφυλιστεί σε οκνηρία.
Άσχετα με τα προβλήματα που θα έφερνε το μέλλον, ακόμη η ανθρωπότητα δεν αντιμετώπιζε το πρόβλημα τι να κάνει τον ελεύθερό της χρόνο. Η εκπαίδευση τώρα ήταν περισσότερο τέλεια και απαιτούσε περισσότερο καιρό. Πολλοί λίγοι έβγαιναν από το κολέγιο πριν κλείσουν τα είκοσι – και αυτό ήταν μόνο το πρώτο στάδιο, γιατί κανονικά ξαναγύριζαν σ’ αυτό στα εικοσιπέντε τους για άλλα τρία τουλάχιστον χρόνια σπουδών, αφού πρώτα τα ταξίδια και η εμπειρία είχαν ευρύνει την αντίληψή τους. Και παρ’ όλα αυτά, ήταν πιθανόν ότι σ’ όλη τους τη ζωή θα έπαιρναν από καιρό σε καιρό, ορισμένες σειρές μαθημάτων για ν’ αναζωογονήσουν τις γνώσεις τους στα θέματα που τους ενδιέφεραν ιδιαίτερα.
Η επέκταση αυτή του χρόνου της ανθρώπινης μαθητείας τόσο πέρα από τον χρόνο της αρχής της σωματικής ωριμότητας, ήταν η αφορμή για πολλές κοινωνικές αλλαγές. Μερικές απ’ αυτές, είχαν γίνει ήδη ανάγκη από γενιές τώρα – αλλά οι παλαιότεροι είχαν αρνηθεί να αντιμετωπίσουν την πρόκληση αυτή – ή είχαν προσποιηθεί ότι δεν υπήρχε. Ιδιαίτερα η μορφή των γενετήσιων ηθών – αν μπορούσε κανείς να πει ότι υπήρχε μια και μοναδική μορφή – είχε αλλάξει ριζικά. Είχε γίνει κυριολεκτικά κομμάτια από δυό εφευρέσεις, που ήταν – τι ειρωνεία – καθαρά ανθρώπινης καταγωγής και δεν είχαν καμιά σχέση ή βοήθεια από τους Επικυρίαρχους.
Η πρώτη ήταν ένα απόλυτα ασφαλές αντισυλληπτικό σε χάπια· η δεύτερη ήταν μια εξίσου αλάνθαστη μέθοδος – τόσο αλάνθαστη όσο τα δακτυλικά αποτυπώματα, που βασιζόταν σε μια πολύ λεπτομερή ανάλυση του αίματος – καθορισμού της πατρότητας οποιουδήποτε παιδιού. Η επίδραση αυτών των δύο εφευρέσεων πάνω στην ανθρώπινη κοινωνία μπορεί να αποδοθεί μόνο με το επίθετο: «καταλυτική» και εξαφάνισε και τα τελευταία υπόλοιπα της πουριτανικής διαστροφής.
Μια άλλη μεγάλη αλλαγή ήταν η μεγάλη ευκολία μετακινήσεων που παρουσίαζε η νέα κοινωνία. Χάρις στην τελειοποίηση των αερομεταφορών, κάθε άνθρωπος ήταν σε θέση να πάει όποτε και οπουδήποτε ήθελε. Οι ουρανοί είχαν περισσότερο χώρο για κυκλοφορία απ’ ότι είχαν ποτέ οι δρόμοι και ο εικοστός πρώτος αιώνας είχε επαναλάβει, σε μεγαλύτερη κλίμακα, το μεγάλο κατόρθωμα της Αμερικής, δηλαδή να κάνει ένα έθνος, έθνος τροχοφόρων. Είχε δώσει φτερά σε ένα κόσμο.
Αυτό βέβαια, όχι στην κυριολεξία. Τα συνηθισμένα ιδιωτικά αεροπλάνα ή τα αεραυτοκίνητα, δεν είχαν καθόλου φτερά ή οποιαδήποτε επιφάνεια ελέγχου – ακόμη και οι άχαρες έλικες των παλιών ελικοπτέρων είχαν χαθεί. Κι όμως ο Άνθρωπος δεν είχε ανακαλύψει την αντιβαρύτητα, μόνο οι Επικυρίαρχοι ήξεραν το μυστικό της. Τα αεραυτοκίνητα του κινούνταν από δυνάμεις που θα μπορούσαν να τις καταλάβουν και οι αδερφοί Ράιτ. Η δύναμη των πυραύλων, τόσο έμμεσα όσο και άμεσα, με τη μορφή ενός ελέγχου οριακών επιπέδων, κινούσε τα αερόπλοιά του και τα κρατούσε στον αέρα. Αυτά τα πανταχού παρόντα μικρά αεραυτοκίνητα είχαν εξαφανίσει, πιο αποτελεσματικά από οποιοδήποτε νόμο ή διαταγή των Επικυριάρχων, τα τελευταία σύνορα ανάμεσα στις διάφορες φυλές του ανθρώπου.
Είχαν συμβεί όμως και σπουδαία πράγματα στον τομέα του πνεύματος. Ήταν μια απόλυτα εγκόσμια εποχή. Από τις θρησκείες που υπήρχαν πριν από τον ερχομό των Επικυριάρχων, μόνο μια μορφή ενός ραφιναρισμένου Βουδισμού – που ήταν ίσως η πιο αυστηρή από τις θρησκείες – επιζούσε ακόμα. Τα δόγματα πίστεως που στηρίζονταν πάνω σε θαύματα και αποκαλύψεις, είχαν καταρρεύσει εντελώς. Με την άνοδο του μορφωτικού επιπέδου είχαν αρχίσει κι όλας να διαλύονται σιγά – σιγά, αλλά για αρκετό καιρό οι Επικυρίαρχοι δεν είχαν λάβει μέρος στην υπόθεση αυτή. Αν και συχνά είχαν ζητήσει από τον Καρέλλεν να πει τη γνώμη του για την θρησκεία, το μόνο που έλεγε ήταν ότι το τι πιστεύει ένας άνθρωπος είναι δική του υπόθεση, εφόσον δεν εμποδίζει την ελευθερία των άλλων.
Ίσως οι παλιές πίστεις να είχαν μείνει για γενιές ακόμη αν δεν υπήρχε η ανθρώπινη περιέργεια. Ήταν γνωστό ότι οι Επικυρίαρχοι είχαν την δυνατότητα να βλέπουν το παρελθόν και, περισσότερες από μια φορές, διάφοροι θεολόγοι είχαν απευθυνθεί στον Καρέλλεν για να τους λύσει κάποια πανάρχαια διαμάχη. Ίσως να είχε βαρεθεί τις ερωτήσεις σαν κι αυτή, αν και το πιο πιθανόν ήταν ότι ήξερε πολύ καλά ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα της γενναιοδωρίας του.
Η συσκευή που έδωσε σαν δάνειο διαρκείας στο ίδρυμα Παγκόσμιας Ιστορίας δεν ήταν τίποτε άλλο από μια συσκευή τηλεόρασης με ένα πολύπλοκο σύστημα ρύθμισης που προσδιόριζε συντεταγμένες στο χρόνο και τον χώρο. Θα έπρεπε να ήταν συνδεδεμένη με ένα πολύ πιο πολύπλοκο μηχάνημα που βρισκόταν πάνω στο πλοίο του Καρέλλεν και που θα λειτουργούσε σύμφωνα με αρχές που κανένας άνθρωπος δεν μπορούσε να φανταστεί. Ο χειριστής δεν είχε παρά να κανονίσει το σύστημα ρύθμισης και άνοιγε ένα παράθυρο στο παρελθόν. Σχεδόν όλη η ανθρώπινη ιστορία για τις περασμένες πέντε χιλιάδες χρόνια ήταν στην διάθεση του ανθρώπου στη στιγμή. Πιο πριν η μηχανή δεν έβλεπε και σε όλες τις άλλες εποχές υπήρχαν μερικά κενά που δημιουργούσαν απορίες. Ίσως αυτό να οφειλόταν σε φυσικά αίτια ή ίσως να ήταν ένα είδος λογοκρισίας που την επέβαλαν οι Επικυρίαρχοι.
Αν και ήταν πάντα αυτονόητο, σε κάθε λογικό μυαλό, ότι όλα τα θρησκευτικά κείμενα του κόσμου δεν ήταν δυνατόν να είναι αληθινά κι όμως το σοκ ήταν πολύ έντονο. Εδώ ήταν μια αποκάλυψη που κανένας δεν μπορούσε να αμφισβητήσει· εδώ, ορατές με τη βοήθεια μιας άγνωστης μαγείας της επιστήμης των Επικυριάρχων, ήταν οι πραγματικές αρχές όλων των μεγάλων θρησκειών του κόσμου. Οι περισσότερες απ’ αυτές ήταν ευγενικές και εμπνευσμένες, αλλά αυτό δεν αρκούσε. Μέσα σε λίγες μέρες, όλοι οι πολυάριθμοι Μεσσίες της ανθρωπότητας έχασαν την Θεία μορφή τους. Κάτω από το δυνατό και αποκαλυπτικό φως της αλήθειας, θρησκείες που είχαν στηρίξει εκατομμύρια για δυό χιλιάδες χρόνια, χάθηκαν σαν πρωινή δροσιά. Όλο το καλό και το κακό που είχαν κάνει, χάθηκε ξαφνικά στο παρελθόν και δεν μπορούσε πια να επιδράσει στο μυαλό των ανθρώπων.
Η ανθρωπότητα είχε χάσει τους παλιούς Θεούς της· τώρα ήταν αρκετά ώριμη για να μην έχει ανάγκη για καινούργιους.
Αν και λίγοι το είχαν αντιληφθεί ακόμη, η πτώση της θρησκείας συνοδευόταν από μια παρακμή στις επιστήμες. Υπήρχαν βέβαια πολλοί τεχνολόγοι αλλά λιγοστοί πρωτότυποι ερευνητές που φρόντιζαν να ευρύνουν τα σύνορα της ανθρώπινης γνώσης. Η περιέργεια υπήρχε και ο καιρός για να ικανοποιήσει κανείς, αλλά η θεμελιώδης επιστημονική έρευνα είχε χάσει το κέφι της. Φαινόταν μάταιο να σπαταλά κανείς μια ζωή ψάχνοντας να βρει τη λύση για μυστικά που πιθανόν οι Επικυρίαρχοι να είχαν βρει αιώνες πριν.
Η παρακμή αυτή είχε κάπως κρυφτεί πίσω από μια καταπληκτική άνθηση των περιγραφικών επιστημών, όπως η ζωολογία, η βοτανολογία και περιγραφική αστρονομία. Ποτέ άλλοτε δεν υπήρχαν τόσοι πολλοί ερασιτέχνες επιστήμονες που μάζευαν στοιχεία για την διασκέδασή τους – υπήρχαν όμως πολύ λίγοι θεωρητικοί που θα μπορούσαν να συνδυάσουν τα στοιχεία αυτά σε ένα αρμονικό σύνολο.
Το τέλος των αγώνων και των συγκρούσεων, όποια κι αν ήταν η μορφή τους, είχε επίσης σαν συνέπεια την εξαφάνιση, στην ουσία, της δημιουργικής τέχνης. Υπήρχαν βέβαια μυριάδες εκτελεστές, επαγγελματίες και ερασιτέχνες, αλλά στην πραγματικότητα όλη αυτή η γενιά δεν είχε να παρουσιάσει κανένα πραγματικά ξεχωριστό καινούργιο έργο τέχνης, ούτε στη λογοτεχνία, ούτε στη μουσική, ούτε στην ζωγραφική και την γλυπτική. Ο κόσμος ζούσε ακόμα με τις δόξες ενός παρελθόντος που ποτέ δεν θα ξαναγύριζε.
Κανείς όμως δεν νοιαζόταν γι αυτό, εκτός από μερικούς φιλόσοφους. Η φυλή ήταν πολύ απασχολημένη γλεντώντας την ελευθερία που είχε μόλις τώρα βρει για να νοιαστεί με κάτι πέρα από τις χαρές του παρόντος. Η Ουτοπία είχε επιτέλους πραγματοποιηθεί· η γοητεία της σαν κάτι το καινούργιο δεν είχε ακόμη προσβληθεί από τον μεγάλο εχθρό όλων των Ουτοπιών – την ανία.
Ίσως οι Επικυρίαρχοι να ήξεραν την απάντηση στο ερώτημα αυτό, όπως συνέβαινε μ’ όλα τα άλλα. Κανείς δεν ήξερε – ακόμη και τώρα, μια ολόκληρη ζωή μετά τον ερχομό τους – ποιος ήταν ο τελικός σκοπός τους. Η Ανθρωπότητα είχε συνηθίσει να τους εμπιστεύεται και να δέχεται χωρίς αντίρρηση τον υπεράνθρωπο αλτρουισμό που είχε κρατήσει τον Καρέλλεν και τους συντρόφους του τόσα χρόνια  εξόριστους από τα σπίτια τους.
Αν αυτό, στην πραγματικότητα, ήταν αλτρουισμός. Γιατί υπήρχαν ακόμα μερικοί που αμφέβαλλαν αν οι ενέργειες των Επικυριάρχων θα συνέπιπταν πάντοτε με το πραγματικό συμφέρον της ανθρωπότητας.

ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 14
Ο ΧΡΥΣΟΣ ΑΙΩΝΑΣ


Όταν ο Ρούμπερτ Μπόις έστειλε τις προσκλήσεις για το πάρτι του, το σύνολο των χιλιομέτρων που θα έπρεπε να κάνουν οι προσκαλεσμένοι του ήταν εντυπωσιακό. Για ν’ αναφέρουμε μερικούς μόνο, ήταν οι Φόστερς από την Αδελαΐδα, οι Σόενμπεργκς από την Αϊτή, οι Φάρρανς από το Στάλινγκραντ, οι Μοράβιας από το Σινσινάτι, οι Ιβάνκος από το Παρίσι και οι Σάλλιβανς που έμεναν κάπου προς τα νησιά του Πάσχα, κάπου σε βάθος τεσσάρων χιλιομέτρων στο βάθος της θάλασσας. Ήταν σπουδαίο κομπλιμέντο για τον Ρούμπερτ το γεγονός ότι ενώ είχε καλέσει μόνο τριάντα άτομα, ήλθαν πάνω από σαράντα – ένα ποσοστό που το περίμενε. Μόνο οι Κράους τον γέλασαν κι αυτό γιατί απλώς ξέχασαν την Διεθνή Γραμμή Ημερομηνίας και ήρθαν εικοσιτέσσερις ώρες αργότερα.
Ως το μεσημέρι μια εντυπωσιακή συνάθροιση αεραυτοκινήτων είχε σχηματιστεί στο πάρκο και οι καθυστερημένοι θα ήταν αναγκασμένοι να περπατήσουν αρκετά, από το μέρος που θα εύρισκαν να παρκάρουν. Τουλάχιστον, θα νόμιζαν ότι ήταν μεγάλη η απόσταση, κάτω από τον πεντακάθαρο ουρανό και με το θερμόμετρο στους εκατόν δέκα βαθμούς. Τα συγκεντρωμένα οχήματα ποίκιλαν από μονοθέσια Φλίτερμπουργκς μέχρι οικογενειακές Κάντιλακ που έμοιαζαν περισσότερο με ιπτάμενα παλάτια παρά με λογικές ιπτάμενες μηχανές. Στην εποχή όμως αυτή, το μεταφορικό μέσο του κάθε προσκαλεσμένου δεν ήταν καμιά απόλυτη ένδειξη της κοινωνικής του θέσης.
«Είναι ένα πολύ άσχημο σπίτι» είπε η Ζαν Μορρές καθώς το Μέτεορ άρχισε να κατεβαίνει προς το έδαφος. «Μοιάζει σαν ένα κουτί που κάποιος το έχει πατήσει»
Ο Τζωρτζ Γκρέγκσον, που είχε μια αναχρονιστική αντιπάθεια στις αυτόματες προσγειώσεις, ξαναρύθμισε τον ρυθμιστή της ταχύτητας καθόδου πριν απαντήσει.
«Δεν είναι και πολύ σωστό το να το κρίνουμε απ’ αυτή εδώ την θέση», απάντησε, αρκετά λογικά. «Από το έδαφος θα φαίνεται εντελώς διαφορετικά. Που να πάρει!»
«Τι συμβαίνει;»
«Είναι εδώ και οι Φόστερς. Θα αναγνώριζα αυτό το χρώμα του αυτοκινήτου τους παντού».
«Και μ’ αυτό; Δεν είναι ανάγκη να τους μιλήσεις, αν το θέλεις. Αυτό είναι ένα από τα καλά των πάρτι του Ρούμπερτ – μπορεί κανείς πάντα να χαθεί μέσα στο πλήθος».
Ο Τζωρτζ είχε διαλέξει ένα μέρος για να προσγειωθεί και κατεύθυνε τώρα προς τα εκεί το σκάφος του χωρίς δισταγμό. Προσγειώθηκαν απαλά ανάμεσα σ’ ένα άλλο Μέτεορ και κάποιο άλλο αεραυτοκίνητο που κανείς τους δεν μπόρεσε ν’ αναγνωρίσει. Φαινόταν πολύ γρήγορο και, σκέφτηκε η Ζαν, πολύ άβολο. Κάποιος τεχνικός, φίλος του Ρούμπερτ, θα το είχε κατασκευάσει, αποφάσισε τελικά. Είχε όμως την ιδέα ότι υπήρχε κάποιος νόμος που απαγόρευε κάτι τέτοιο.
Η ζέστη τους χτύπησε σαν την φωτιά ενός καμινιού μόλις βγήκαν έξω από το αεραυτοκίνητο. Φαινόταν σαν να ρουφούσε την υγρασία από το αίμα τους και ο Τζωρτζ σχεδόν φαντάστηκε ότι ένοιωθε το δέρμα του να ραγίζει. Φυσικά ήταν και δικός του λάθος. Είχαν φύγει από την Αλάσκα μόλις πριν από τρεις ώρες και θα έπρεπε να είχαν θυμηθεί να κανονίσουν ανάλογα τη θερμοκρασία της καμπίνας.
«Μέρος για να ζει κανείς», είπε ξέπνοα η Ζαν «είχα την ιδέα ότι το κλίμα εδώ θα ήταν ελεγχόμενο»
«Και είναι», απάντησε ο Τζωρτζ. «Όλο αυτό εδώ ήταν έρημος κάποτε και κοίταξέ το τώρα. Εμπρός, πάμε μέσα, στο σπίτι θα είναι ωραία»
Η φωνή του Ρούμπερτ, κάπως πιο δυνατή από το φυσιολογικό, αντήχησε χαρούμενα στ’ αυτιά τους. Ο οικοδεσπότης τους στεκόταν δίπλα στο αεραυτοκίνητο, μ’ ένα ποτήρι στο κάθε χέρι και τους κοίταζε από ψηλά με μια πονηρή έκφραση. Τους κοίταζε από ψηλά, για τον απλούστατο λόγο, ότι ήταν κάπου τέσσερα μέτρα ψηλός· ήταν επίσης και ημιδιαφανής. Μπορούσε κανείς να δει πίσω του χωρίς μεγάλη δυσκολία.
«Ωραίο κόλπο για να ξεγελάς τους προσκαλεσμένους σου!» διαμαρτυρήθηκε ο Τζωρτζ. Έκανε ν’ αρπάξει τα ποτά, που μόλις τα έφτανε. Το χέρι του, φυσικά, πέρασε μέσα τους και έπιασε σκέτο αέρα. «Ελπίζω να έχεις κάτι πιο συγκεκριμένο για μας όταν θα έλθουμε στο σπίτι»
«Μη στεναχωριέσαι», γέλασε ο Ρούμπερτ. «Πες μου τι θες τώρα για να το ετοιμάσω μέχρι να έρθετε»
«Δυο μεγάλα ποτήρια μπύρα, παγωμένα με υγρό αέρα», είπε χωρίς δισταγμό ο Τζωρτζ. «Φθάσαμε στο λεπτό».
Ο Ρούμπερτ κούνησε καταφατικά το κεφάλι του, άφησε το ποτήρι σ’ ένα αθέατο τραπέζι, ρύθμισε ένα αθέατο, επίσης, διακόπτη και αμέσως χάθηκε από τα μάτια τους.
«Αυτά!», είπε η Ζαν. «Αυτή ήταν η πρώτη φορά που είδα ένα απ’ αυτά τα μηχανήματα σε λειτουργία. Πως το οικονόμησε ο Ρούμπερτ; Είχα την ιδέα ότι μόνο οι Επικυρίαρχοι τα είχαν».
«Ξέρεις καμιά περίπτωση που ο Ρούμπερτ να μην απέκτησε κάτι που ήθελε;», απάντησε ο Τζωρτζ. «Αυτό είναι το παιχνίδι που του ταιριάζει. Μπορεί τώρα να κάθεται άνετα στο γραφείο του και ταυτόχρονα να γυρίζει σ’ όλη την Αφρική. Ούτε ζέστη, ούτε έντομα, ούτε κούραση και το ψυγείο δίπλα του. αναρωτιέμαι τι θα έλεγαν ο Στάνλεϋ και ο Λίβινγκστον».
Ο ήλιος τους έκανε να σταματήσουν την κουβέντα μέχρι που έφτασαν στο σπίτι. Καθώς πλησίαζαν στην μπροστινή πόρτα (που δεν διακρινόταν εύκολα από τον γυάλινο τοίχο που αντίκριζαν), άνοιξε αυτόματα με την συνοδεία μιας φανφάρας από σάλπιγγες. Η Ζαν μάντεψε, σωστά, ότι πριν τελειώσει η μέρα, θα είχε σιχαθεί μ’ όλη την καρδιά της την φανφάρα αυτή.
Η κυρία Μπόις ήρθε αμέσως κοντά τους και τους χαιρέτισε μέσα στην μαγευτική δροσιά του χολ. Αυτή ήταν, για να πούμε την αλήθεια, η κύρια αιτία για την τόσο μεγάλη συρροή προσκαλεσμένων. Ίσως οι μισοί απ’ αυτούς να έρχονταν οπωσδήποτε για να δουν το καινούργιο σπίτι του Ρούμπερτ· όσοι ήταν αναποφάσιστοι, το αποφάσισαν ύστερα από τα νέα που έμαθαν για την καινούργια γυναίκα του Ρούμπερτ.
Μόνο μια λέξη μπορούσε να την περιγράψει ικανοποιητικά: ήταν καταπληκτική. Ακόμη και σ’ ένα κόσμο που η ομορφιά ήταν κάτι το πολύ συνηθισμένο, οι άνδρες πάντα θα γύριζαν να την κοιτάξουν όταν έμπαινε σ’ ένα δωμάτιο. Ήταν, όπως υπολόγισε ο Τζωρτζ, κατά το ένα τέταρτο περίπου Νέγρα. Το πρόσωπό της ήταν σχεδόν Ελληνικό και τα μαλλιά της μακριά και γυαλιστερά. Μόνο το σκούρο, πλούσιο χρώμα του δέρματός της, που μπορούσε να αποδοθεί μόνο με την τόσο κοινή λέξη «σοκολατί», φανέρωνε την μικτή καταγωγή της.
«Είσθε η Ζαν και ο Τζωρτζ, έτσι;» είπε, δίνοντάς τους τα χέρια της. «Χαίρομαι πολύ που σας γνωρίζω. Ο Ρούμπερτ κάνει κάτι αλχημείες με τα ποτά – ελάτε να συναντήσετε τους υπόλοιπους».
Η φωνή της ήταν βαθιά κοντράλτο που έκανε τον Τζωρτζ να νοιώσει ανατριχίλα σαν κάποιος να έπαιζε φλάουτο με την σπονδυλική του στήλη. Κοίταξε νευρικά την Ζαν, που είχε καταφέρει να χαμογελάσει, κάπως ψεύτικα και τελικά ξαναβρήκε την φωνή του.
«Είναι – είναι ευχαρίστησή μας που σας συναντάμε», είπε κομπιάζοντας. «Το περιμέναμε το πάρτι αυτό».
«Ο Ρούμπερτ κάνει πάντα πολύ ωραία πάρτι», πρόσθεσε η Ζαν. Με τον τρόπο που τόνισε το «πάντα» ήταν φανερό τι ήθελε να πει. «Κάθε φορά που παντρεύεται». Ο Τζωρτζ κοκκίνισε ελαφρά κι έριξε μια επιτιμητική ματιά στην Ζαν, η οικοδέσποινά τους όμως δεν φάνηκε να κατάλαβε καθόλου το υπονοούμενο. Ήταν η προσωποποίηση της φιλίας καθώς τους οδήγησε στο μεγάλο σαλόνι, που ήταν κιόλας μισογεμάτο από μια αντιπροσωπευτική συλλογή των πολυάριθμων φίλων του Ρούμπερτ. Ο Ρούμπερτ ο ίδιος ήταν καθισμένος εμπρός σ’ ένα έπιπλο που έμοιαζε σαν το ταμπλό ενός μηχανικού ελέγχου τηλεόρασης· ήταν, υπέθεσε ο Τζωρτζ, η συσκευή που πρόβαλε την εικόνα του, που τους υποδέχτηκε. Ο Ρούμπερτ ήταν απασχολημένος με μια επίδειξή του, τρομάζοντας δυό νεοφερμένους καθώς κατέβαιναν στο πάρκο, σταμάτησε όμως μια στιγμή για να χαιρετίσει την Ζαν και τον Τζωρτζ και να ζητήσει συγγνώμη γιατί είχε δώσει τα ποτά τους σε κάποιον άλλον.
«Θα βρείτε όμως πιο πολλά εκεί πέρα», είπε δείχνοντας αόριστα πίσω του με μια κίνηση του χεριού, ενώ με το άλλο ρύθμιζε διάφορα κουμπιά. «Σαν στο σπίτι σας. Τους περισσότερους τους ξέρετε – η Μάγια θα σας συστήσει τους άλλους – καλοσύνη σας που ήρθατε».
«Καλοσύνη σου που μας κάλεσες», είπε η Ζαν, χωρίς πολύ πεποίθηση. Ο Τζωρτζ είχε κιόλας φύγει με κατεύθυνση το μπαρ και τον ακολούθησε, χαιρετώντας που και που, κανέναν που γνώριζε. Περίπου τα τρία τέταρτα απ’ αυτούς που ήταν εκεί, ήταν εντελώς άγνωστοι, πράγμα που ήταν η φυσιολογική κατάσταση πραγμάτων σε όλα τα πάρτι του Ρούμπερτ.
«Πάμε για εξερευνήσεις», είπε στον Τζωρτζ αφού πήραν ένα ποτό και χαιρέτησαν όσους ήξεραν. «Θέλω να δω το σπίτι».
Ο Τζωρτζ την ακολούθησε ρίχνοντας μια λίγο κρυφή ματιά πίσω του, στην Μάγια Μπόις. Τα μάτια του είχαν ένα αφηρημένο βλέμμα που δεν άρεσε καθόλου στην Ζαν. Ήταν όμως πολύ άσχημο που οι άνδρες είναι βασικά πολυγαμικοί. Αν όμως δεν ήταν … ναι, ίσως έτσι να είναι καλύτερα, σε τελευταία ανάλυση.
Ο Τζωρτζ γρήγορα ξαναβρήκε τον κανονικό του εαυτό καθώς ερευνούσαν τα περίεργα της καινούργιας κατοικίας του Ρούμπερτ. Το σπίτι φαινόταν να είναι πολύ μεγάλο για δύο άτομα, αυτό όμως ήταν πλεονέκτημα, αν λογάριαζε κανείς τις συχνές επιδρομές που θα είχε ν’ αντιμετωπίσει. Είχε δυό πατώματα και το επάνω ήταν πολύ μεγαλύτερο ώστε περίσσευε γύρω – γύρω και έκανε σκιά ένα γύρο στο ισόγειο. Όλα ήταν σε σημαντικό βαθμό μηχανοκίνητα και η κουζίνα έμοιαζε πολύ με τον θαλαμίσκο του πιλότου σ’ ένα αεροπλάνο.
«Η καημένη η Ρούμπη» είπε η Ζαν, «θα ξετρελαινόταν μ’ αυτήν εδώ».
«Απ’ ότι ακούω» απάντησε ο Τζωρτζ που δεν έτρεφε και μεγάλη συμπάθεια για την τελευταία τέως κυρία Μπόι. «Είναι απόλυτα ευτυχισμένη με τον Αυστραλό φίλο της»
Αυτό ήταν κοινό μυστικό και η Ζαν δεν θα μπορούσε εύκολα να φέρει αντιρρήσεις, γι αυτό άλλαξε θέμα.
«Είναι πολύ όμορφη, δεν είναι;»
Ο Τζωρτζ ήταν αρκετά έξυπνος για να μην πέσει στην παγίδα.
«Υποθέτω ότι είναι», είπε αδιάφορα, «δηλαδή, φυσικά, γι αυτούς που τους αρέσουν οι καστανές»
«Που σε σένα, όπως καταλαβαίνω, δεν αρέσουν», είπε γλυκά η Ζαν.
«Μην είσαι ζηλιάρα αγάπη μου», είπε γελώντας ο Τζωρτζ και χάιδεψε τα πλατινένια της μαλλιά. «Πάμε να ρίξουμε μια ματιά στην βιβλιοθήκη. Σε ποιο πάτωμα λες ότι μπορεί να βρίσκεται;»
«Πρέπει να είναι εδώ πάνω· δεν υπάρχει άλλο δωμάτιο κάτω. Κι εξάλλου έτσι δείχνει το γενικό σχέδιο του σπιτιού. Το ισόγειο είναι αφιερωμένο στο καθισιό, φαγητό, ύπνο και τα παρόμοια. Εδώ είναι το τμήμα ψυχαγωγίας και των σπορ – αν και εξακολουθώ να πιστεύω ότι είναι τρέλα νε έχεις μια πισίνα στο δεύτερο πάτωμα»
«Νομίζω ότι θα πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος», είπε ο Τζωρτζ, ανοίγοντας ερευνητικά μια πόρτα. «Ο Ρούμπερτ θα πρέπει να έχει ειδικευμένους συμβούλους όταν έχτισε το σπίτι αυτό. Είμαι βέβαιος ότι δεν θα μπορούσε να το κάνει μόνος του».
«Πρέπει να έχεις δίκιο. Αν το είχε κάνει μόνος του, θα είχα δωμάτια χωρίς πόρτες και σκάλες που δεν θα έβγαζαν πουθενά. Να σου πω την αλήθεια, εγώ θα φοβόμουν να πατήσω το πόδι μου μέσα σ’ ένα σπίτι που θα το είχε σχεδιάσει ο Ρούμπερτ».
«Εδώ είμαστε», είπε ο Τζωρτζ με την περηφάνια ενός ποντοπόρου που ανακαλύπτει γη, «η περίφημη συλλογή Μπόις στο νέο της σπίτι. Αναρωτιέμαι πόσα απ’ όλα αυτά έχει διαβάσει στ’ αλήθεια ο Ρούμπερτ».
Η βιβλιοθήκη έπιανε όλο το πλάτος του σπιτιού αλλά ήταν χωρισμένη από τα μεγάλα ράφια που την γέμιζαν σε αρκετά μικρά δωματιάκια. Τα ράφια αυτά είχαν, αν θυμόταν καλά ο Τζωρτζ, κάπου δεκαπέντε χιλιάδες τόμους – σχεδόν κάθε σημαντικό έργο που είχε ποτέ δημοσιευτεί πάνω στα κάπως νεφελώδη θέματα της μαγείας, των ψυχικών ερευνών, της μαντείας, της τηλεπάθειας και όλων των δυσκολοπροσδιόριστων φαινομένων που συνθέτουν την παραφυσική. Ήταν ένα πολύ παράξενο χόμπι για έναν άνθρωπο αυτής της εποχής της λογικής. Ίσως ήταν απλώς ο τρόπος φυγής που είχε διαλέξει ο Ρούμπερτ.
Ο Τζωρτζ ένοιωσε την μυρουδιά μόλις μπήκε στο δωμάτιο. Ήταν αχνή αλλά διαπεραστική, περισσότερο αινιγματική παρά δυσάρεστη. Η Ζαν την είχε αντιληφθεί κι εκείνη· το μέτωπό της είχε σουφρώσει στην προσπάθεια να την αναγνωρίσει. Ασετικό οξύ, σκέφτηκε ο Τζωρτζ – είναι το μόνο που μοιάζει περισσότερο. Έχει όμως και κάτι άλλο…
Η βιβλιοθήκη τελείωνε σ’ ένα μικρό ανοιχτό χώρο που μόλις χωρούσε ένα τραπέζι, δυό καρέκλες και μερικά μαξιλάρια. Αυτό θα έπρεπε να είναι το μέρος όπου ο Ρούμπερτ διάβαζε τον περισσότερο καιρό. Κάποιος ήταν αυτή τη στιγμή εκεί και διάβαζε, μ’ ένα αφύσικα θαμπό φως.
Η Ζαν άφησε ένα κοφτό αναστεναγμό έκπληξης και άρπαξε το χέρι του Τζωρτζ. Η αντίδρασή της ήταν ίσως δικαιολογημένη. Άλλο είναι βλέπεις κάτι στην τηλεόραση και τελείως διαφορετικό να το βλέπεις με σάρκα και οστά. Ο Τζωρτζ, που σπάνια ξαφνιαζόταν απ’ οτιδήποτε, αντιμετώπισε την κατάσταση αμέσως.
«Ελπίζω ότι δεν σας ενοχλήσαμε, κύριε», είπε ευγενικά.
«Δεν είχαμε ιδέα ότι ήταν κάποιοι εδώ. Ο Ρούμπερτ δεν μας είπε….»
Ο Επικυρίαρχος άφησε κάτω το βιβλίο, τους κοίταξε προσεκτικά και ξανάρχισε να διαβάζει. Η πράξη αυτή δεν ήταν καθόλου αγενής, αφού γινόταν από ένα πλάσμα που μπορούσε να διαβάζει, να μιλά και πιθανώς να κάνει κι άλλα πράγματα ακόμη, ταυτόχρονα. Κι όμως, για έναν άνθρωπο που το έβλεπε, το θέαμα ήταν  ενοχλητικά σχιζοφρενικό.


ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 15
Ο ΧΡΥΣΟΣ ΑΙΩΝΑΣ

«Το όνομά μου είναι Ρασαβεράκ», είπε ο Επικυρίαρχος σε φιλικό τόνο. «Φοβάμαι ότι δεν είμαι πολύ κοινωνικός τύπος, αλλά η βιβλιοθήκη του Ρούμπερτ είναι ένα μέρος απ’ όπου δύσκολα ξεφεύγει κανείς».
Η Ζαν έπνιξε με δυσκολία ένα νευρικό γέλιο. Ο αναπάντεχος αυτός συμπροκαλεσμένος του διάβαζε, όπως παρατήρησε, με το ρυθμό μιας σελίδας κάθε δυο δευτερόλεπτα. Δεν είχε καμία αμφιβολία ότι αφομοίωνε κάθε λέξη και αναρωτήθηκε αν θα ήταν δυνατόν γι αυτόν να καταφέρει να διαβάζει ένα βιβλίο με το κάθε ένα μάτι του. «Και μετά βέβαια…», είπε μέσα της, «… θα μάθει και την γραφή των τυφλών ώστε να μπορεί να χρησιμοποιεί και τα δάχτυλά του. Η εικόνα που σχηματίστηκε έτσι στο μυαλό της ήταν υπερβολικά κωμική για να κρατηθεί κι έτσι προσπάθησε να την ξεχάσει, παίρνοντας μέρος στη συζήτηση. Εξ άλλου δεν δινόταν κάθε μέρα η ευκαιρία να μιλήσει κανείς μ’ έναν από τους αφέντες της Γης.
Ο Τζωρτζ την άφησε να παρλάρει, αφού έκανε τις αναγκαίες συστάσεις, ελπίζοντας ότι δεν θα έλεγε τίποτα το μη ευγενικό. Όπως και η Ζαν κι αυτός δεν είχε δει ποτέ έναν Επικυρίαρχο εκ του φυσικού. Αν και είχαν σχέσεις με τους αξιωματούχους της κυβέρνησης, τους επιστήμονες και με όσους άλλους είχαν επαφές μαζί τους λόγω της δουλειάς τους, δεν είχε ακούσει ποτέ καμιά περίπτωση που να είχαν πάρει μέρος σ’ ένα συνηθισμένο ιδιωτικό πάρτι. Μια άποψη ήταν ότι αυτό εδώ το πάρτι δεν ήταν τόσο ιδιωτικό όσο φαινόταν και το γεγονός ότι ο Ρούμπερτ είχε στην κατοχή του ένα μηχάνημα που ανήκε στους Επικυρίαρχους ενίσχυε την άποψη αυτή και γι αυτό άρχισε ν’ αναρωτιέται, με έμφαση, τι συνέβαινε. Θα έπρεπε να ρωτήσει τον Ρούμπερτ μόλις θα μπορούσε να τον ξεμοναχιάσει σε μια γωνιά.
Μια και οι καρέκλες ήταν πολύ μικρές γι αυτόν, ο Ρασαβεράκ καθόταν στο πάτωμα και όπως φαινόταν πολύ άνετα γιατί είχε αγνοήσει τα μαξιλάρια που ήταν μόλις ένα μέτρο μακριά του. Έτσι το κεφάλι του ήταν μόνο δυο μέτρα πάνω από το έδαφος και ο Τζωρτζ είχε μια μοναδική ευκαιρία να μελετήσει εξωγήινη βιολογία. Δυστυχώς, μια και ήξερε τόσα λίγα για την γήινη βιολογία, δεν μπόρεσε να μάθει πιο πολλά απ’ όσα ήξερε κι όλας. Μόνο η παράξενη και καθόλου δυσάρεστη μυρωδιά ήταν κάτι το καινούργιο. Διερωτήθηκε πως άραγε να μύριζαν οι άνθρωποι στους Επικυρίαρχους και ευχήθηκε να ήταν το ίδιο ευχάριστη η μυρωδιά.
Ο Ρασαβεράκ δεν είχε κανένα ανθρωπομορφικό χαρακτηριστικό και ο Τζωρτζ μπορούσε να καταλάβει πως, αν τον έβλεπε από μακριά ένας αμόρφωτος, τρομοκρατημένος άγριος, ο Επικυρίαρχος θα έδινε την εντύπωση ενός ανθρώπου με φτερά και έτσι θα δημιουργούσε την παραδοσιακή εικόνα του Διαβόλου. Από κοντά όμως, όπως τώρα, ένα μέρος της ψεύτικης αυτής εικόνας χανόταν. Τα μικρά κέρατα (άραγε τι λειτουργία να εκτελούσαν; Διερωτήθηκε ο Τζωρτζ), ήταν όπως τα περιέγραφαν, αλλά το σώμα δεν έμοιαζε ούτε με του ανθρώπου, ούτε με οποιουδήποτε ζώου που είχε γνωρίσει ποτέ η Γη. Έχοντας την καταγωγή τους από ένα εντελώς διαφορετικό σύστημα εξελίξεως, οι Επικυρίαρχοι δεν ήταν ούτε θηλαστικά, ούτε έντομα, ούτε ερπετά. Ακόμη δεν ήταν βέβαιο, αν ήταν σπονδυλωτά ζώα. Η εξωτερική, σκληρή θωράκισή τους θα μπορούσε να ήταν και ο μόνος σκελετός που είχαν.
Τα φτερά του Ρασαβεράκ ήταν διπλωμένα και ο Τζωρτζ δεν μπορούσε να δει καλά, αλλά η ουρά του, που έμοιαζε σαν ένα κομμάτι θωρακισμένου σωλήνα, ήταν κουλουριασμένη προσεκτικά από κάτω του. Το περίφημο κεντρί δεν έμοιαζε τόσο πολύ με αιχμή βέλους αλλά περισσότερο με ένα μεγάλο πλατύ ρόμβο. Ο σκοπός του ήταν, όπως παραδέχονταν σήμερα όλοι, να δίνει σταθερότητα στο πέταγμα, όπως τα φτερά της ουράς ενός πουλιού. Από κάτι τέτοια, λιγοστά στοιχεία και υποθέσεις, οι επιστήμονες είχαν φτάσει στο συμπέρασμα ότι οι Επικυρίαρχοι κατάγονταν από ένα πλανήτη με μικρή βαρύτητα και πολύ πυκνή ατμόσφαιρα.
Η φωνή του Ρούμπερτ αντήχησε ξαφνικά από ένα κρυμμένο μεγάφωνο:
«Ζαν! Τζωρτζ! Που στο διάβολο είσαστε κρυμμένοι; Κατεβείτε και ελάτε μαζί μας. Ο κόσμος άρχισε να σας σχολιάζει».
«Ίσως θα ήταν καλύτερα να ερχόμουν κι εγώ», είπε ο Ρασαβεράκ βάζοντας το βιβλίο πίσω στο ράφι. Έκανε την κίνηση αυτή χωρίς δυσκολία και χωρίς να σηκωθεί από το πάτωμα, ενώ ο Τζωρτζ παρατήρησε, για πρώτη φορά, ότι είχε δύο αντίχειρες, τον ένα απέναντι στον άλλο και πέντε δάχτυλα ανάμεσά τους. Δεν θα μου άρεσε καθόλου, σκέφτηκε ο Τζωρτζ, να κάνω αριθμητική σ’ ένα μετρικό σύστημα που θα στηριζόταν στο δεκατέσσερα.
Ο Ρασαβεράκ παρουσίαζε ένα εντυπωσιακό θέαμα καθώς σηκωνόταν όρθιος και καθώς ο Επικυρίαρχος έσκυψε το κεφάλι του για να μην χτυπήσει στο ταβάνι, μπορούσε κανείς εύκολα να καταλάβει ότι, έστω κι αν αυτοί ήθελαν πολύ να σχετιστούν με τους ανθρώπους, το θέμα θα παρουσίαζε σημαντικές πρακτικές δυσκολίες.
Αρκετά φορτία προσκαλεσμένων είχαν έρθει την τελευταία μισή ώρα και το δωμάτιο ήταν τώρα σχεδόν γεμάτο. Η άφιξη του Ρασαβεράκ χειροτέρεψε τα πράγματα πιο πολύ γιατί όλοι όσοι ήταν στα γειτονικά δωμάτια, έτρεξαν να τον δουν. Ο Ρούμπερτ ήταν φανερά πολύ ευχαριστημένος για την εντύπωση που δημιουργήθηκε. Η Ζαν και ο Τζωρτζ ήταν πολύ λιγότερο ευχαριστημένοι γιατί κανείς δεν τους έδωσε καμιά σημασία. Στην πραγματικότητα, πολύ λίγοι μπορούσαν και να τους δουν, γιατί στέκονταν πίσω από τον Επικυρίαρχο.
«Έλα από δω Ράσσυ, για να γνωρίσεις μερικούς φίλους» φώναξε ο Ρούμπερτ. «Κάθισε στον καναπέ, για να πάψεις να χτυπάς στο ταβάνι».
Ο Ρασαβεράκ, με την ουρά του διπλωμένη πάνω στον ώμο του, διέσχισε το δωμάτιο σαν παγοθραυστικό που ανοίγει δρόμο με δυσκολία μέσα στους πάγους. Καθώς  κάθισε δίπλα στον Ρούμπερτ, το δωμάτιο φάνηκε σαν να ξαναμεγάλωσε και ο Τζωρτζ αναστέναξε ανακουφισμένος.
«Μου δημιουργεί αίσθημα κλειστοφοβίας όταν στέκεται όρθιος. Απορώ που τον βρήκε ο Ρούμπερτ, φαίνεται ότι θα έχουμε ένα πολύ ενδιαφέρον πάρτι».
«Για φαντάσου να τον φωνάζει έτσι ο Ρούμπερτ και δημόσια μάλιστα. Κι όμως δεν φάνηκε να τον πειράζει. Όλα είναι πολύ παράξενα».
«Βάζω στοίχημα ότι τον πείραξε. Το άσχημο με τον Ρούμπερτ είναι ότι του αρέσει να επιδεικνύεται και ότι δεν έχει καθόλου τακτ. Και αυτό μου θύμισε μερικές από τις ερωτήσεις που του έκανες!»
«Σαν ποιες;»
«Μα! Πόσο καιρό είσαστε εδώ; Πώς τα πάτε με τον Επόπτη Καρέλλεν; Σας αρέσει εδώ στη Γη; Μα αγάπη μου δεν είναι τρόπος αυτός να μιλάς μ’ έναν Επικυρίαρχο»
«Δεν βλέπω το γιατί. Καιρός ήταν να το κάνει κάποιος»
Πριν όμως η συζήτηση φτάσει στα άκρα, τους διέκοψαν οι Σόενμπεργκς και η διάσπαση έγινε ταχύτατα. Οι γυναίκες πήγαν από τη μια μεριά για να συζητήσουν για την κυρία Μπόις· οι άντρες πήγαν σε μια άλλη άκρη και έκαναν ακριβώς το ίδιο, αν και από άλλη άποψη. Ο Μπέννυ Σόενμπεργκ που ήταν ένας από τους πιο παλιούς φίλους του Τζωρτζ, ήξερε πολλές λεπτομέρειες πάνω στο θέμα.
«Γι όνομα του Θεού, μην το πεις σε κανένα», είπε. «Η Ρουθ δεν το ξέρει ότι … ήμουν εγώ που την σύστησα στον Ρούμπερτ»
«Νομίζω…» παρατήρησε με ζήλεια ο Τζωρτζ «… ότι είναι περισσότερο καλή απ’ ότι αξίζει για τον Ρούμπερτ. Ας είναι όμως, δεν είναι δυνατόν να κρατήσει πολύ. Σύντομα θα τον βαρεθεί». Η ιδέα αυτή φάνηκε να τον χαροποιεί ιδιαίτερα.
«Μην το πιστεύεις. Εκτός του ότι είναι μια καλλονή, είναι κι ένας πραγματικά εξαιρετικός χαρακτήρας. Είναι καιρός πια να αναλάβει κάποιος να στρώσει τον Ρούμπερτ κι αυτή είναι η κατάλληλη γυναίκα γι αυτό».
Τώρα η Μάγια και ο Ρούμπερτ ήταν καθισμένοι δίπλα στον Ρασαβεράκ και δέχονταν τους ξένους τους με επισημότητα. Τα πάρτι του Ρούμπερτ σπάνια είχαν ένα κοινό σημείο ενδιαφέροντος· συνήθως τα αποτελούσαν καμιά δεκαριά ανεξάρτητες παρέες, που κάθε μια διασκέδαζε μόνη της. Αυτή τη φορά όμως, όλη η συγκέντρωση είχε ένα κοινό κέντρο ενδιαφέροντος. Ο Τζωρτζ αισθάνθηκε κάπως οίκτο για την Μάγια. Αυτή κανονικά θα έπρεπε να ήταν η μέρα της αλλά ο Ρασαβεράκ την είχε επισκιάσει αρκετά.
«Άκου», είπε ο Τζωρτζ μασουλώντας ένα σάντουιτς. «Που στο Διάολο βρήκε τον Επικυρίαρχο ο Ρούμπερτ; Ποτέ μου δεν άκουσα κάτι τέτοιο κι όμως μοιάζει σαν να το θεωρεί κάτι το φυσικό. Ούτε καν το ανέφερε όταν μας κάλεσε»
Ο Μπέννυ γέλασε ειρωνικά.
«Μια από τις τόσες μικρές εκπλήξεις του. καλύτερα να ρωτήσεις τον ίδιο. Δεν είναι όμως και η πρώτη φορά που γίνεται κάτι τέτοιο. Ο Καρέλλεν είχε πάει σε δεξιώσεις στον Λευκό Οίκο και στα ανάκτορα του Μπάκιγχαμ και …»
«Στην οργή, αυτό είναι άλλο πράγμα! Ο Ρούμπερτ είναι ένας απόλυτα συνηθισμένος πολίτης».
«Και ίσως ο Ρασαβεράκ να είναι ένας πολύ κατώτερος Επικυρίαρχος. Καλύτερα όμως να τους ρωτήσεις τους ίδιους»
«Θα το κάνω», είπε ο Τζωρτζ, «μόλις μπορέσω να ξεμοναχιάσω τον Ρούμπερτ»
«Τότε θα πρέπει να περιμένεις πολύ ώρα»
Ο Μπέννυ είχε δίκιο, αλλά, καθώς το πάρτι είχε αρχίσει τώρα να ζεσταίνεται, ήταν εύκολο να κάνει κανείς υπομονή. Η ελαφριά παράλυση που είχε προκαλέσει στην συντροφιά η εμφάνιση του Ρασαβεράκ είχε τώρα εξαφανιστεί. Υπήρχε ακόμα μια μικρή ομάδα γύρω από τον Επικυρίαρχο, αλλά ένα γύρο είχε δημιουργηθεί η συνηθισμένη διάσπαση και όλοι διασκέδαζαν όπως πάντα. Ο Σάλλιβαν, λόγου χάριν, περιέγραφε τις πρόσφατες υποβρύχιες έρευνές του σ’ ένα προσεκτικό ακροατήριο.
«Δεν είμαστε ακόμη βέβαιοι», είπε «σε πιο ακριβώς μέγεθος φτάνουν. Υπάρχει μια χαράδρα, όχι πολύ μακριά από την βάση μας, που ζει ένας πραγματικός γίγαντας. Μια φορά τον είδα , για μια στιγμή και μπορώ να πω ότι το άνοιγμα των πλοκαμιών του φτάνει σχεδόν τα τριάντα μέτρα. Θα τον κυνηγήσω την άλλη βδομάδα. Μήπως κανείς σας θα ήθελε ν’ αποκτήσει κάτι το εντελώς πρωτότυπο για οικιακό ζώο;»
Μια γυναίκα άφησε μια στριγγλιά τρόμου.
«Ουχ! Μόνο που το σκέφτομαι ανατριχιάζω. Θα πρέπει να είσαστε πολύ γενναίος»
Ο Σάλλιβαν έδειξε ότι ξαφνιάστηκε αρκετά.
«Αυτό δεν το σκέφτηκα ποτέ», είπε. «Φυσικά παίρνω όλες τις σχετικές προφυλάξεις, αλλά ποτέ μου δεν βρέθηκα σε πραγματικό κίνδυνο. Τα καλαμάρια ξέρουν ότι δεν μπορούν να με φάνε και, όσο δεν τα πλησιάζω πολύ, δεν μου δίνουν την παραμικρή σημασία. Τα περισσότερα πλάσματα της θάλασσας δεν πειράζουν τον άνθρωπο εκτός αν τα πειράξει αυτός»
«Υπάρχει όμως η πιθανότητα», είπε κάποιος, «αργά ή γρήγορα να συναντήσεις οπωσδήποτε κάποιο που θα νομίζει ότι είσαι φαγώσιμος»
«Α! ναι», είπε ανέμελα ο Σάλλιβαν «αυτό συμβαίνει κάπου – κάπου. Προσπαθώ να μην τους προξενήσω ζημιά, γιατί, μην ξεχνάτε, ότι θέλω ν’ αποκτήσω φίλους. Έτσι απλώς βάζω μπρος τους πυραύλους στο φουλ και συνήθως σε ένα – δυο λεπτά είμαι ελεύθερος. Αν πάλι είμαι πολύ απασχολημένος και δεν έχω καιρό για παιχνίδια, συνήθως τα γαργαλώ μα καμιά διακοσαριά βολτ. Έτσι λήγει η υπόθεση και δεν με ξαναενοχλούν ποτέ»
Είναι σίγουρο ότι συναντά κανείς ενδιαφέροντα πρόσωπα στα πάρτι του Ρούμπερτ σκέφτηκε ο Τζωρτζ, καθώς προχώρησε προς την παρέα που ήταν πιο πέρα. Ίσως τα γούστα του Ρούμπερτ στη λογοτεχνία να ήταν πολύ στενά, αλλά ο κύκλος των φιλιών του ήταν πολύ ευρύς. Χωρίς να γυρίσει το κεφάλι του ο Τζωρτζ μπορούσε να δει ένα διάσημο παραγωγό του κινηματογράφου, έναν όχι πολύ διάσημο ποιητή, έναν μαθηματικό, δυό ηθοποιούς, έναν ατομικό μηχανικό, έναν διευθυντή δασών, τον εκδότη ενός εβδομαδιαίου ειδησεογραφικού περιοδικού, έναν στατιστικό από την Παγκόσμια Τράπεζα, έναν βιρτουόζο του βιολιού, έναν καθηγητή της αρχαιολογίας και έναν αστροφυσικό. Δεν υπήρχε όμως κανένας άλλος αντιπρόσωπος του επαγγέλματος του Τζωρτζ – σκηνογραφία της τηλεόρασης – που ήταν πολύ καλό γιατί ο Τζωρτζ ήθελε να ξεφύγει από τα επαγγελματικά. Αγαπούσε την δουλειά του· πραγματικά την εποχή αυτή, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, κανείς δεν έκανε την δουλειά που δεν του άρεσε. Ο Τζωρτζ όμως ήθελε να κλειδώνει, μέσα στο μυαλό του, τις πόρτες του στούντιο μόλις τελείωνε η μέρα.
Τελικά κατάφερε να τσακώσει τον Ρούμπερτ στην κουζίνα καθώς έκανε πειράματα με τα ποτά. Ήταν κρίμα να τον αποσπάσει κανείς τώρα που φαινόταν χαμένος στις εμπνεύσεις του αλλά ο Τζωρτζ, όταν ήταν ανάγκη, ήταν ανελέητος.
«Άκου δω Ρούμπερτ», άρχισε, ενώ καθόταν πάνω στο κοντινότερο τραπέζι.
«Νομίζω ότι έχεις να μας δώσεις μερικές εξηγήσεις»
«Χμ!», είπε ο Ρούμπερτ σκεπτικά, ενώ δοκίμαζε μια γουλιά ποτό. «Φοβάμαι ότι έβαλα μια σταλιά τζιν περισσότερο απ’ ότι έπρεπε».
«Μην πας να ξεφύγεις και μην κάνεις ότι είσαι ζαλισμένος γιατί ξέρω πολύ καλά πως δεν είσαι. Από πού ήρθε ο φίλος σου ο Επικυρίαρχος και τι γυρεύει εδώ;»
«Δεν σου το είπα;», είπε ο Ρούμπερτ. «Έχω την ιδέα ότι το εξήγησα σ’ όλους. Φαίνεται ότι δεν θα ήσουν εκεί , ναι βέβαια, ήσουν κρυμμένος στην βιβλιοθήκη». Γέλασε μ’ έναν τρόπο που ο Τζωρτζ τον βρήκε πολύ προσβλητικό. «Η βιβλιοθήκη ξέρεις, είναι, αυτό που έφερε τον Ράσσυ εδώ».
«Πολύ παράξενο!»
«Γιατί;»
Ο Τζωρτζ σταμάτησε, γιατί κατάλαβε ότι έπρεπε να χειριστεί λεπτά το θέμα. Ο Ρούμπερτ ήταν πολύ περήφανος για την παράξενη συλλογή του.
«Ναι, μα, όταν λάβει κανείς υπ’ όψιν το τι ξέρουν οι Επικυρίαρχοι στον τομέα της επιστήμης, δεν θα σκεφτόμουν ποτέ ότι είναι δυνατόν να τους ενδιαφέρουν τα ψυχικά φαινόμενα και όλες αυτές οι ανοησίες»
«Ανοησίες – ξανοησίες», απάντησε ο Ρούμπερτ, «τους ενδιαφέρει η ανθρώπινη ψυχολογία και έχω μερικά βιβλία που μπορούν να τους μάθουν πολλά. Λίγο πριν έρθω στο σπίτι αυτό, κάποιος Βοηθός Υπό – Κυρίαρχος ή Επί – Υποκυρίαρχος, επικοινώνησε μαζί μου και με ρώτησε αν θα μπορούσε να δανειστεί καμιά πενηνταριά από τους πιο σπάνιους τόμους μου. Όπως φαίνεται, του το υπέδειξε κάποιος από τους βιβλιοθηκάριους της Βιβλιοθήκης του Βρετανικού Μουσείου. Φαντάζεσαι φυσικά τι του απάντησα».
«Δεν μου περνά από το μυαλό».
«Λοιπόν του απάντησα, πολύ ευγενικά, ότι χρειάστηκα είκοσι χρόνια για να δημιουργήσω την βιβλιοθήκη μου. ήταν ελεύθεροι να μελετήσουν τα βιβλία μου, αλλά θα ήταν υποχρεωμένοι να τα μελετούν εδώ. Έτσι κατέφθασε ο Ράσσυ και καταβροχθίζει περίπου είκοσι τόμους την ημέρα. Πολύ θα ήθελα να ξέρω τι βγάζει απ’ αυτά».
Ο Τζωρτζ σκέφτηκε το θέμα και μετά ανασήκωσε τους ώμους του με δυσφορία.


ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 16
Ο ΧΡΥΣΟΣ ΑΙΩΝΑΣ


«Ειλικρινά», είπε, «η γνώμη που είχα για τους Επικυρίαρχους πέφτει. Νόμιζα ότι θα είχαν κάτι καλύτερο ν’ απασχοληθούν»
«Είσαι ένας αδιόρθωτος υλιστής έτσι; Δεν νομίζω ότι η Ζαν θα συμφωνεί μαζί σου. Αλλά και από την και τόσο πρακτική άποψή σου, δεν είναι τόσο παράλογο. Αν είχες σχέσεις με μια οποιαδήποτε πρωτόγονη φυλή, σίγουρα θα μελετούσες τις προλήψεις της»
«Ναι, βέβαια», είπε ο Τζωρτζ, χωρίς να έχει απόλυτα πεισθεί. Το τραπέζι ήταν σκληρό για κάθισμα και γι αυτό σηκώθηκε όρθιος. Ο Ρούμπερτ είχε τώρα ετοιμάσει τα ποτά όπως τα ήθελε και ξεκίνησε να γυρίσει στους προσκαλεσμένους του. Ακούγονταν κιόλας γκρινιάρικες φωνές που ζητούσαν την παρουσία του.
«Ε!», διαμαρτυρήθηκε ο Τζωρτζ, «μια ακόμη ερώτηση πριν εξαφανιστείς. Πως απέκτησες αυτή την συσκευή της διπλής όρασης με την οποία προσπάθησες να μας τρομάξεις;»
«Με τα κατάλληλα παζάρια. Απλώς υπέδειξα πόσο χρήσιμη θα ήταν για μια δουλειά όπως η δική μου και ο Ράσσυ μεταβίβασε την υπόδειξη στις αρμόδιες αρχές».
«Με συγχωρείς που είμαι τόσο αργόστροφος, αλλά τι ακριβώς είναι η καινούργια σου δουλειά; Υποθέτω, φυσικά, ότι θα έχει κάποια σχέση με τα ζώα».
«Σωστά. Είμαι ένας υπερκτηνίατρος. Η πελατεία μου πιάνει κάπου δέκα χιλιάδες χιλιόμετρα ζούγκλας και μια και οι άρρωστοί μου δεν έρχονται σε μένα, πρέπει να ψάχνω να τους βρω»
«Φαίνεται δύσκολη δουλειά»
«Μα φυσικά δεν είναι πρακτικό να νοιάζεται κανείς για τα ψιλοπράγματα. Μόνο τα λιοντάρια, ελέφαντες, ρινόκερους κλπ. Κάθε πρωί ρυθμίζω τα κοντρόλ για πτήση σε ύψος εκατό μέτρων, κάθομαι μπροστά στην οθόνη και αρχίζω την περιπολία σ’ όλη την περιοχή. Όταν βρω κανένα ζώο σε δύσκολη θέση, σκαρφαλώνω στο αεραυτοκίνητό μου και ελπίζω ότι το ιατρικό μου ύφος θα κάνει την δουλειά του. Μερικές φορές η δουλειά είναι κάπως επικίνδυνη. Τα λιοντάρια και τα παρόμοια είναι εύκολα – το να προσπαθείς όμως να τρυπήσεις ένα ρινόκερο από τον αέρα μ’ ένα αναισθητικό βέλος είναι διαολοδουλειά»
«ΡΟΥΜΠΕΡΤ», ούρλιαξε κάποιος από το διπλανό δωμάτιο.
«Κοίτα τώρα τι έκανες! Μ’ έκανες να ξεχάσω τους προσκεκλημένους μου. Να, πάρε το δίσκο αυτό. Αυτά είναι που έχουν Βερμούτ. Δεν θέλω να τα μπερδέψω».
Πλησίαζε το ηλιοβασίλεμα όταν ο Τζωρτζ ανέβηκε στην στέγη. Για πολλούς και σημαντικούς λόγους είχε έναν ελαφρό πονοκέφαλο και αισθανόταν την ανάγκη να ξεφύγει από τον θόρυβο και την αναστάτωση που επικρατούσε κάτω. Η Ζαν, που ήταν πιο καλή στο χορό απ’ αυτόν, φαινόταν να διασκεδάζει ακόμα πολύ και είχε αρνηθεί να φύγουν. Αυτό είχε νευριάσει τον Τζωρτζ, που είχε αρχίσει να έχει μια μεθυσμένη ερωτική διάθεση και αποφάσισε να πάει να ηρεμίσει στην ησυχία, κάτω από τον αστροφώτιστο ουρανό.
Έφτανε κανείς στη στέγη αφού πρώτα ανέβαινε με τις κινούμενες σκάλες στο πρώτο πάτωμα και από κει με τα πόδια την στριφτή σκάλα που ήταν γύρω από τον αεραγωγό της συσκευής κλιματισμού. Αυτή η σκάλα έβγαζε σε μια καταπακτή και από κει στην φαρδιά, επίπεδη στέγη. Το αεραυτοκίνητο του Ρούμπερτ ήταν παρκαρισμένο στη μια γωνία. Στο κέντρο ήταν ένας κήπος – που παρουσίαζε κι όλας σημάδια επιστροφής στην άγρια κατάσταση – και το υπόλοιπο ήταν απλώς μια ταράτσα με μερικές πολυθρόνες εδώ κι εκεί. Ο Τζωρτζ σωριάστηκε σε μια απ’ αυτές και κοίταξε γύρω του με βλέμμα κυρίαρχου. Αισθανόταν απόλυτος μονάρχης των όσων έβλεπε.
Ήταν, με την πιο συγκρατημένη έκφραση, μια εξαιρετική θέα. Το σπίτι του Ρούμπερτ ήταν χτισμένο στο χείλος ενός λεκανοπεδίου που χαμήλωνε προς τα ανατολικά σε βάλτους και λίμνες, πέντε χιλιόμετρα πιο πέρα. Στα δυτικά το έδαφος ήταν επίπεδο και η ζούγκλα έφτανε σχεδόν ως την πόρτα του Ρούμπερτ. Πίσω όμως από την ζούγκλα, σε απόσταση τουλάχιστον πενήντα χιλιομέτρων, υψωνόταν μια σειρά βουνών που απλωνόταν σαν ένα μεγάλο τείχος από τον βοριά ως τον νότο, όσο έφτανε το μάτι. Οι κορυφές τους ήταν σκεπασμένες με χιόνια και τα σύννεφα από πάνω τους έπαιρναν το χρώμα της φωτιάς καθώς ο ήλιος κατέβαινε τα τελευταία αυτά λεπτά του καθημερινού ταξιδιού του. Καθώς ο Τζωρτζ κοίταζε αυτές τις μακρινές επάλξεις, ένιωσε τόσο δέος που ξαφνικά του πέρασε η ελαφριά μέθη.
Τα αστέρια που παρουσιάστηκαν στον ουρανό με μια βιασύνη σχεδόν παράτολμη την στιγμή που ο ήλιος χάθηκε εντελώς, ήταν άγνωστα γι αυτόν. Έψαξε να βρει τον Σταυρό του Νότου αλλά μάταια. Αν και ήξερε πολύ λίγα πράγματα από αστρονομία και μπορούσε ν’ αναγνωρίσει μερικούς μονάχα αστερισμούς, η απουσία των γνώριμων φίλων ήταν ανησυχαστική. Το ίδιο και ο θόρυβος που έφθανε ως αυτόν από την ζούγκλα, που ήταν πολύ κοντά για να νιώθει άνετα. Φτάνει ο καθαρός αέρας, σκέφτηκε ο Τζωρτζ. «Ας ξαναγυρίσω κάτω στο πάρτι προτού καμιά νυχτερίδα βαμπίρ ή κάτι άλλο το ίδιο ευχάριστο, πετάξει ως εδώ για να δει τι είμαι».
Μόλις είχε κάνει μερικά βήματα, όταν από την καταπακτή βγήκε ένας άλλος προσκαλεσμένος. Ήταν τώρα τόσο σκοτεινά που ο Τζωρτζ δεν μπόρεσε να δει ποιος ήταν και γι αυτό φώναξε : «Ε! Εκεί! Κι εσύ τα βαρέθηκες;». Ο αόρατος σύντροφός του γέλασε.
«Ο Ρούμπερτ άρχισε να προβάλλει μερικές από τις ταινίες του. τις έχω όλες».
«Πάρε τσιγάρο», είπε ο Τζωρτζ
«Ευχαριστώ»
Στο φως του αναπτήρα – του άρεσε να χρησιμοποιεί τέτοιες αντίκες – μπόρεσε ν’ αναγνωρίσει τον σύντροφό του, ένα εντυπωσιακά όμορφο νεαρό νέγρο : του είχαν πει το όνομά του, αλλά ο Τζωρτζ το είχε ξεχάσει αμέσως, όπως και των άλλων είκοσι περίπου εντελώς ξένων που συνάντησε στο πάρτι. Κι όμως, το παρουσιαστικό του είχε κάτι το γνώριμο και ξαφνικά ο Τζωρτζ μάντεψε την αλήθεια.
«Δεν πιστεύω να έχουμε γνωριστεί πραγματικά», είπε, «δεν είσαστε όμως ο καινούργιος κουνιάδος του Ρούμπερτ;»
«Σωστά. Είμαι ο Γιαν Ρόντρικς. Όλοι λένε ότι η Μάγια κι εγώ μοιάζουμε πολύ»
Ο Τζωρτζ αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να συλλυπηθεί τον Γιαν για τον καινούργιο συγγενή του. Αποφάσισε να αφήσει τον καημένο να το ανακαλύψει μόνος του. Κι ύστερα υπήρχε και η πιθανότητα ότι αυτή την φορά ο Ρούμπερτ θα έστρωνε.
«Λέγομαι Τζωρτζ Γκρέγκσον. Είναι η πρώτη φορά που έρχεσαι σ’ ένα από τα περίφημα πάρτι του Ρούμπερτ;»
«Ναι. Γνωρίζει κανείς πολλά καινούργια πρόσωπα έτσι».
«Και όχι μόνο ανθρώπινα», πρόσθεσε ο Τζωρτζ. «Αυτή ήταν η πρώτη φορά που είχα την ευκαιρία να συναντήσω κοινωνικά έναν Επικυρίαρχο»
Ο άλλος δίστασε για μια στιγμή πριν απαντήσει και ο Τζωρτζ αναρωτήθηκε ποιο άραγε ευαίσθητο σημείο του είχε αγγίξει. Η απάντηση όμως δεν έδειξε τίποτα.
«Κι εγώ δεν είχα δει κανένα ως τώρα, εκτός φυσικά στην τηλεόραση»
Μετά η συζήτηση έσβησε και Τζωρτζ κατάλαβε αμέσως ότι ο Γιαν ήθελε να μείνει μόνος του. φυσικά είχε αρχίσει να κάνει ψύχρα· τον χαιρέτησε και ξαναγύρισε στο πάρτι.
Η ζούγκλα ήταν ήρεμη τώρα· καθώς ο Γιαν ακουμπούσε πάνω στον κυρτό τοίχο του αεραγωγού, ο μόνος θόρυβος που άκουγε, ήταν το αχνό μουρμουρητό του σπιτιού καθώς ανάσανε με τα μηχανικά πνευμόνια του.

ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 17
Ο ΧΡΥΣΟΣ ΑΙΩΝΑΣ

Καμιά ουτοπία δεν στάθηκε ποτέ ικανή να ικανοποιήσει τους πάντες. Καθώς βελτιώνονται οι υλικές συνθήκες ζωής, οι άνθρωποι αυξάνουν τις απαιτήσεις τους και σύντομα δεν είναι ευχαριστημένοι με ανέσεις και αποκτήματα που κάποτε θα τους φαινόταν ότι ξεπερνούσαν και τα πιο τρελά όνειρά τους. Κι όταν ο εξωτερικός κόσμος είχε δώσει όσα μπορεί, μένει ακόμα το ψάξιμο του μυαλού και οι επιθυμίες της καρδιάς.
Ο Γιαν Ρόντρικς, αν και πάντα εκτιμούσε την τύχη του, θα ήταν ακόμη πιο δυσαρεστημένος αν ζούσε μια παλαιότερη εποχή. Ένα αιώνα πριν, το χρώμα του θα ήταν ένα μειονέκτημα τρομερό αν όχι ανυπέρβλητο. Σήμερα δεν είχε καμιά σημασία. Η αναπόφευκτη αντίδραση που στις αρχές του εικοστού πρώτου αιώνα είχε δημιουργήσει στους νέγρους ένα ελαφρό αίσθημα ανωτερότητας, είχε κιόλας εξαφανιστεί. Η συνηθισμένη λέξη «αράπης», δεν ήταν πια ταμπού για την ευγενική κοινωνία, αλλά την χρησιμοποιούσαν όλοι χωρίς δισταγμούς. Δεν είχε πια κανένα βαθύτερο συναισθηματικό περιεχόμενο απ’ ότι όλες οι άλλες συνηθισμένες εκφράσεις, όπως ρεπουμπλικάνος ή μεθοδιστής ή συντηρητικός ή φιλελεύθερος.
Ο πατέρας του Γιαν ήταν ένας γοητευτικός, αν και κάπως απρόκοφτος Σκωτσέζος που είχε αποκτήσει μια αρκετά σημαντική φήμη σαν επαγγελματίας μάγος.
Ο θάνατός του στην πρόωρη ηλικία των σαράντα πέντε χρόνων είχε επιταχυνθεί από την εντατική κατανάλωση του πιο δυναμικού προϊόντος της πατρίδας του. Αν και ο Γιαν δεν είχε δει ποτέ τον πατέρα του μεθυσμένο, δεν ήταν όμως σίγουρος ότι τον είχε δει ποτέ και νηφάλιο.
Η κυρία Ρόντρικς, που ζούσε ακόμη και βασίλευε, δίδασκε ανώτερη θεωρία σχετικότητας στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Ήταν τυπικό της εξαιρετικής αστάθειας του εικοστού πρώτου αιώνα ότι η κυρία Ρόντρικς, που ήταν μαύρη σαν κάρβουνο, είχε γεννηθεί στη Σκωτία, ενώ ο εκπατρισμένος ξανθός σύζυγός της είχε περάσει την περισσότερη ζωή του στην Αιτή. Η Μάγια και ο Γιαν, δεν είχαν ποτέ κάτι σταθερό αλλά πηγαινοέρχονταν ανάμεσα στις οικογένειες των γονιών τους σαν δυό μικρές σαΐτες αργαλειού. Η ζωή αυτή ήταν πολύ διασκεδαστική αλλά δεν είχε συμβάλλει καθόλου στο να διορθωθεί η αστάθεια που είχαν και οι δυο κληρονομήσει από τον πατέρα τους. Στα είκοσι εφτά του χρόνια, ο Γιαν, είχε μπροστά του αρκετά χρόνια πανεπιστημιακής ζωής, πριν αναγκαστεί να σκεφτεί στα σοβαρά για την σταδιοδρομία του. Είχε πάρει τα πτυχία του  με άνεση, αφού τελείωσε ένα κύκλο σπουδών που θα φαινόταν πολύ περίεργος πριν εκατό χρόνια. Τα κύρια θέματά τους ήταν τα μαθηματικά και η φυσική, είχε όμως διαλέξει σαν δευτερεύοντα θέματα την φιλολογία και την μουσική. Ακόμη και σύμφωνα με τα σύγχρονα υψηλά κριτήρια ήταν ένας πρώτης τάξεως ερασιτέχνης πιανίστας.
Σε τρία χρόνια θα έπαιρνε το ντοκτορά του στην φυσική μηχανική, με την αστρονομία σαν δεύτερο θέμα. Γι αυτό θα χρειαζόταν πολλή και επίμονη μελέτη, αλλά ο Γιαν μάλλον χαιρόταν γι αυτό. Ήταν σπουδαστής στο πιο όμορφα τοποθετημένο ίσως ίδρυμα ανώτερης εκπαίδευσης του κόσμου – το πανεπιστήμιο του Κέιπ Τάουν, που φώλιαζε στις πλαγιές του όρους Τέιμπλ.
Δεν είχε καμιά υλική στενοχώρια κι όμως ήταν δυσαρεστημένος και δεν προέβλεπε καμιά γιατρειά για την κατάστασή του. Και, για να γίνουν χειρότερα τα πράγματα, η ευτυχία της Μάγιας – αν και δεν τον πείραζε καθόλου – είχε δώσει έμφαση στην κύρια αιτία της δικής του στενοχώριας.
Γιατί ο Γιαν υπέφερε ακόμη από την ρομαντική ψευδαίσθηση – που ήταν η αιτία τόσης θλίψης και τόσων ποιημάτων – ότι κάθε άνθρωπος βρίσκει μια μόνο πραγματική αγάπη στην ζωή του. Σ’ αυτήν την ασυνήθιστα περασμένη ηλικία, είχε χάσει το μυαλό του, για πρώτη φορά, για μια γυναίκα που ήταν φημισμένη πιο πολύ για την ομορφιά της παρά για την σταθερότητα των αισθημάτων της. Η Ροζίτα Τσιέν ισχυριζόταν και ήταν απολύτως αλήθεια, ότι στις φλέβες της έτρεχε το αίμα των Αυτοκρατόρων Μαντσού.  Είχε ακόμη πολλούς υπηκόους, που περιλάμβαναν όλη σχεδόν την Σχολή των Θετικών Επιστημών στο Καίηπ Τάουν. Ο Γιαν είχε αιχμαλωτιστεί από την ντελικάτη, λουλούδινη ομορφιά της και η υπόθεση είχε προχωρήσει τόσο πολύ, ώστε το τέλος της να γίνεται ακόμα πιο πικρό. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι δεν πήγε καλά…
Θα συνερχόταν βέβαια. Και άλλοι άνθρωποι είχαν επιζήσει ύστερα από παρόμοιες καταστροφές χωρίς ανεπανόρθωτες ζημιές, είχαν μάλιστα φθάσει στο σημείο που μπορούσαν να λένε «είμαι σίγουρος ότι στ’ αλήθεια ποτέ δεν ήταν σοβαρή η υπόθεση μ’ αυτή την γυναίκα’. Μια τέτοια όμως κατάσταση ψυχρής σκέψης βρισκόταν ακόμη μακριά στο μέλλον και τη στιγμή τούτη ο Γιαν ήταν πολύ οργισμένος από την ζωή.
Το άλλο παράπονό του θα διορθωνόταν λιγότερο εύκολα, γιατί ήταν σχετικό με την επίδραση των Επικυρίαρχων στις φιλοδοξίες του. Ο Γιαν ήταν ρομαντικός όχι μόνο στην καρδιά αλλά και στον νου. Όπως κι άλλοι πολλοί νέοι, από την εποχή που είχε εξασφαλιστεί η κατάκτηση του αέρα, είχε αφήσει τα όνειρά του και την φαντασία του να πλανώνται στις ανεξερεύνητες θάλασσες του διαστήματος.
Εκατό χρόνια πριν, ο άνθρωπος είχε πατήσει το πρώτο σκαλί στη σκάλα που θα τον οδηγούσε στ’ άστρα. Την ίδια όμως στιγμή – ήταν μήπως σύμπτωση; - η πόρτα που οδηγούσε στους πλανήτες κλείστηκε ξαφνικά μπροστά του. Οι Επικυρίαρχοι είχαν επιβάλλει πολύ λίγες θετικές απαγορεύσεις σ’ οποιαδήποτε μορφή ανθρώπινης δραστηριότητας (η διεξαγωγή πολέμων ήταν ίσως η μεγαλύτερη εξαίρεση), αλλά οι έρευνες γύρω από τις διαστημικές πτήσεις, είχαν, στην ουσία, σταματήσει. Η πρόκληση που αντιπροσώπευε η επιστήμη των Επικυριάρχων ήταν πολύ μεγάλη. Έτσι, προσωρινά τουλάχιστον, ο Άνθρωπος είχε χάσει το κουράγιο του και στράφηκε σε άλλα πεδία δραστηριότητας. Δεν είχε πια σκοπό να δημιουργεί κανείς πυραύλους όταν οι Επικυρίαρχοι είχαν στη διάθεσή τους προωθητικά μέσα, απείρως ανώτερα, που βασίζονταν σε αρχές, για τις οποίες δεν έδιναν ποτέ την παραμικρή πληροφορία.
Μερικές εκατοντάδες άτομα είχαν επισκεφτεί το φεγγάρι για να εγκαταστήσουν ένα σεληνιακό αστεροσκοπείο. Είχαν ταξιδέψει μ’ ένα μικρό σκάφος που τους δάνεισαν οι Επικυρίαρχοι και που κινείτο με πυραύλους. Ήταν αυτονόητο ότι η μελέτη αυτού του πρωτόγονου πλοίου θα έδινε ελάχιστες πληροφορίες, ακόμη κι αν οι κύριοί του το έδιναν χωρίς καμιά επιφύλαξη στους περίεργους επιστήμονες της Γης.
Έτσι ο άνθρωπος ήταν ακόμη αιχμάλωτος στον ίδιο τον πλανήτη του. Ήταν ένας ωραιότερος αλλά μικρότερος πλανήτης απ’ ότι ήταν πριν ένα αιώνα. Όταν οι Επικυρίαρχοι εξαφάνισαν τον πόλεμο, την πείνα και την αρρώστια, εξαφάνισαν μαζί και την περιπέτεια.
Το φεγγάρι που ανέτελλε είχε αρχίσει να χρωματίζει τον ουρανό στην ανατολή με μια αχνή λευκή λάμψη. Εκεί, ψηλά, ήξερε ο Γιαν, ήταν η κύρια βάση των Επικυρίαρχων, που βρισκόταν μέσα στις επάλξεις του Πλούτωνα. Αν και τα πλοία που έφερναν εφόδια θα πρέπει να πηγαινοέρχονταν εδώ και καμιά εβδομηνταριά χρόνια, μόνο τα τελευταία χρόνια, όσο ζούσε ο Γιαν, είχαν εγκαταλείψει κάθε μυστικότητα και αναχωρούσαν μπροστά τα μάτια της Γης. Με το τηλεσκόπιο των διακοσίων ιντσών, οι σκιές των μεγάλων πλοίων φαίνονταν καθαρά όταν ο πρωινός ή βραδινός ήλιος τις έριχνε, για ολόκληρα μίλα, πάνω στις πεδιάδες του φεγγαριού. Μια και το κάθε τι που έκαναν οι Επικυρίαρχοι παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον για την ανθρωπότητα, οι αφίξεις και οι αναχωρήσεις τους ήταν αντικείμενο προσεκτικής παρατήρησης και ο ρυθμός της συμπεριφοράς τους (όχι όμως και η αιτία της), είχε αρχίσει να γίνεται αντιληπτός. Μια απ’ αυτές τις πελώριες σκιές είχε εξαφανιστεί πριν λίγες ώρες – αυτό σήμαινε, όπως ήξερε ο Γιαν, ότι κάπου έξω από το φεγγάρι ένα πλοίο των Επικυριάρχων ήταν σταματημένο στο διάστημα, εκτελώντας τις άγνωστες προετοιμασίες που χρειαζόταν πριν ξεκινήσει το ταξίδι του για την μακρινή, άγνωστη πατρίδα του.
Δεν είχε δει  ποτέ κανένα απ’ αυτά τα πλοία που γύριζαν πίσω να ξεκινάει για τα άστρα. Αν οι συνθήκες ήταν ευνοϊκές το θέαμα ήταν ορατό στον μισό κόσμο, αλλά ο Γιαν ήταν πάντα άτυχος. Κανείς δεν ήξερε πότε ακριβώς θα γινόταν η αναχώρηση  - και οι Επικυρίαρχοι δεν την διαφήμιζαν. Αποφάσισε να περιμένει άλλα δέκα λεπτά και μετά να ξανακατέβει στο πάρτι.
Τι ήταν αυτό; Απλώς ένα μετέωρο που γλίστρησε μέσα από τον Ηριδανό. Ο Γιαν ησύχασε, είδε ότι το τσιγάρο του είχε σβήσει και άναψε άλλο.
Το είχε μισοκαπνίσει όταν ξαφνικά μισό εκατομμύριο χιλιόμετρα μακριά, ο αστροκινητήρας μπήκε σε λειτουργία. Μέσα από την καρδιά της λάμψης του φεγγαριού μια μικρή φωτεινή σπίθα άρχισε να σκαρφαλώνει προς το ζενίθ. Στην αρχή η κίνησή της ήταν τόσο αργή που μόλις γινόταν αντιληπτή, αλλά από στιγμή σε στιγμή κέρδιζε ταχύτητα. Καθώς ανέβαινε, η λάμψη της δυνάμωνε, μετά, ξαφνικά, έσβησε. Μια στιγμή αργότερα ξαναφάνηκε, ενώ η λάμψη και η ταχύτητά της μεγάλωναν. Αναβοσβήνοντας μ’ ένα παράξενο ρυθμό, ανέβαινε όλο και πιο γρήγορα στον ουρανό, σχηματίζοντας μια διακεκομμένη φωτεινή γραμμή πάνω στ’ άστρα. Ακόμη κι αν δεν ήξερε κανείς την πραγματική της απόσταση, η εντύπωση της ταχύτητας σου έκοβε την ανάσα·  όταν ήξερες όμως ότι το πλοίο που έφευγε ήταν πέρα από το φεγγάρι, ο νους σου ζαλιζόταν με την σκέψη της ταχύτητας και της ενέργειας που χρειαζόταν.
Ο Γιαν ήξερε ότι αυτό που έβλεπε ήταν ένα ασήμαντο υπό – προϊόν της ενέργειας αυτής. Το πλοίο, αυτό καθ’ αυτό ήταν αόρατο, πολύ πιο μπροστά απ’ αυτό το φως που ανέβαινε. Όπως ένα πυραυλοκίνητο αεροπλάνο όταν πετά πολύ ψηλά αφήνει συχνά πίσω του μια ουρά υδρατμών, έτσι κι αυτό το πλοίο των Επικυρίαρχων που έφευγε άφηνε πίσω του αυτό το παράξενο ίχνος. Η θεωρία που ήταν γενικά δεκτή – και φαινόταν ότι υπήρχαν ελάχιστες αμφιβολίες για την ορθότητα της – έλεγε ότι η πελώρια επιτάχυνση του αστροκινητήρα δημιουργούσε μια τοπική διαστρέβλωση του χώρου. Αυτό που έβλεπε ο Γιαν ήξερε ότι δεν ήταν τίποτα άλλο από το φως των μακρινών άστρων που είχε μαζευτεί και κατευθυνθεί προς τα μάτια του σ’ όποιο σημείο της πορείας του πλοίου επικρατούσαν οι κατάλληλες γι αυτό συνθήκες. Ήταν μια ορατή απόδειξη της θεωρίας της σχετικότητας – ότι οι ακτίνες του φωτός κάμπτονται όταν βρεθούν μέσα σ’ ένα κολοσσιαίο πεδίο βαρύτητας.
Τώρα η άκρη αυτού του πελώριου κονδυλόσχημου φακού, έμοιαζε να χάνει ταχύτητα, αυτό όμως ήταν οπτική απάτη. Στην πραγματικότητα το πλοίο κέρδιζε ακόμη ταχύτητα· απλώς η τροχιά του φαινόταν διαφορετικά καθώς ορμούσε προς τα άστρα. Ο Γιαν ήξερε ότι πολλά τηλεσκόπια το παρακολουθούσαν καθώς οι επιστήμονες της Γης, προσπαθούσαν ν’ ανακαλύψουν τα μυστικά του κινητήρα. Δεκάδες πραγματείες είχε κιόλας δημοσιευτεί πάνω στο θέμα αυτό· χωρίς άλλο οι Επικυρίαρχοι θα τις είχαν διαβάσει με μεγάλο ενδιαφέρον.
Το φως – φάντασμα είχε αρχίσει να σβήνει. Τώρα ήταν πια μια αχνή λωρίδα που έδειχνε προς την καρδιά του αστερισμού της Καρίνας, πράγμα που ο Γιαν το ήξερε ότι θα γινόταν. Η πατρίδα των Επικυρίαρχων ήταν κάπου προς τα εκεί, κάπου γύρω από ένα απ’ αυτά τα χιλιάδες άστρα που βρίσκονταν στο τμήμα αυτό του διαστήματος. Δεν υπήρχε τρόπος να βρει κανείς την απόσταση που το χώριζε από το Ηλιακό Σύστημα.
Όλα τέλειωσαν. Αν και το πλοίο μόλις είχε αρχίσει το ταξίδι του, το ανθρώπινο μάτι δεν μπορούσε να δει τίποτε άλλο πια. Μέσα όμως στο μυαλό του Γιαν η ανάμνηση αυτής της λαμπρής τροχιάς έκαιγε ακόμη, ένας φάρος που δεν θα έσβηνε ποτέ, όσο είχε φιλοδοξίες και επιθυμίες.
Το πάρτι είχε τελειώσει. Όλοι σχεδόν οι προσκεκλημένοι είχαν ανέβει στον ουρανό και σκορπίζονταν τώρα στις τέσσερις γωνιές της γης. Υπήρχα όμως και μερικές εξαιρέσεις.
Μια τέτοια ήταν ο Νόρμαν Ντόντσγουορθ, ο ποιητής, που είχε μεθύσει άσχημα, αλλά είχε την πρόνοια να χάνει τις αισθήσεις του πριν χρειαστεί να λάβουν βίαια μέτρα εναντίον του. τον είχαν ακουμπήσει, όχι πολύ ευγενικά, στη χλόη του παρτεριού, όπου, είχαν την ελπίδα, ότι καμιά ύαινα θα φρόντιζε να τον ξυπνήσει απότομα. Έτσι στην ουσία, μπορούσε να θεωρηθεί ότι έλειπε.
Οι άλλοι προσκαλεσμένοι που έμειναν ήταν ο Τζωρτζ και η Ζαν. Αυτό δεν ήταν ιδέα του Τζωρτζ· αυτός ήθελε να γυρίσει σπίτι του. Δεν ενέκρινε τη φιλία ανάμεσα στον Ρούμπερτ και την Ζαν, όχι όμως για την συνηθισμένη αιτία. Ο Τζωρτζ περηφανευόταν ότι ήταν ένας πρακτικός, προσγειωμένος χαρακτήρας  και θεωρούσε το ενδιαφέρον που ένωνε την Ζαν και τον Ρούμπερτ όχι μόνο παιδιάστικο, στην εποχή αυτή της επιστήμης, αλλά και αρκετά αρρωστημένο. Το γεγονός ότι κάποιος έδινε έστω και την παραμικρή πίστη στο υπερφυσικό, του φαινόταν πολύ παράξενο και το γεγονός ότι βρήκε εδώ τον Ρασαβεράκ είχε κλονίσει την πίστη του για τους Επικυρίαρχους.
Τώρα ήταν φανερό ότι ο Ρούμπερτ σχεδίαζε κάποια έκπληξη, πιθανό με την βοήθεια της Ζαν. Ο Τζωρτζ εγκατέλειψε τον εαυτό του κακόκεφα στο έλεος οποιασδήποτε ανόητης κατάστασης επρόκειτο ν’ ακολουθήσει.
«Δοκίμασα κάθε δυνατότητα πριν καταλήξω σ’ αυτό εδώ», είπε περήφανα ο Ρούμπερτ. «Το μεγάλο πρόβλημα ήταν να μειωθεί η τριβή, ώστε να πετύχουμε πλήρη ελευθερία κινήσεως. Το παλιό σύστημα του γυαλισμένου τραπεζιού και των ποτηριών δεν είναι κακό, αλλά το έχουν χρησιμοποιήσει αιώνες πριν και ήμουν σίγουρος ότι η σύγχρονη επιστήμη θα εύρισκε κάτι καλύτερο. Και να, το αποτέλεσμα. Φέρτε πιο κοντά τις καρέκλες σας – είσαι απόλυτα σίγουρος ότι δεν θέλεις να λάβεις μέρος Ράσσυ;»
Ο Επικυρίαρχος φάνηκε να διστάζει για μια στιγμή. Μετά κούνησε το κεφάλι του. (Είχε άραγε αποκτήσει την συνήθεια αυτή εδώ, στη Γη; Αναρωτήθηκε ο Τζωρτζ!)
«Όχι, ευχαριστώ», απάντησε. «Προτιμώ να παρακολουθήσω. Ίσως καμιά άλλη φορά»
«Πολύ καλά – έχεις καιρό ν’ αλλάξεις τη γνώμη σου αργότερα»
Αλήθεια; Θα έχει καιρό; Σκέφτηκε ο Τζωρτζ κοιτάζοντας κατσουφιασμένος το ρολόι του.
Ο Ρούμπερτ είχε μαζέψει τους φίλους του γύρω από ένα μικρό αλλά καλοφτιαγμένο τραπέζι, που είχε τέλεια κυκλικό σχήμα. Η πάνω επιφάνειά του ήταν πλαστική και όταν την έβγαλε, απεκάλυψε μια γυαλιστερή θάλασσα από μπίλιες ρουλεμάν τοποθετημένες η μια κοντά στην άλλη. Η ανυψωμένη άκρη του τραπεζιού τις εμπόδιζε να φύγουν και ο Τζωρτζ δεν μπορούσε να μαντέψει τον προορισμό τους. Οι εκατοντάδες αναλαμπές του φωτός σχημάτιζαν ένα σχέδιο ελκυστικό και υπνωτικό και ένοιωσε μια ελαφριά ζάλη. Καθώς έφερναν πιο κοντά τις καρέκλες τους, ο Ρούμπερτ έβαλε το χέρι του κάτω από το τραπέζι κι έβγαλε ένα δίσκο με διάμετρο γύρω στα δέκα εκατοστά, που τον τοποθέτησε πάνω στις μπίλιες.
«Αυτό είναι», είπε. «Ακουμπάς τα δάχτυλά σου πάνω του και κουνιέται προς όλες τις κατευθύνσεις χωρίς καθόλου αντίσταση».
Ο Τζωρτζ κοίταξε το σύνολο με έντονη δυσπιστία. Παρατήρησε ότι τα γράμματα του αλφαβήτου ήταν τοποθετημένα σε κανονικά διαστήματα – όχι όμως και με κάποια ιδιαίτερη σειρά – γύρω στην περιφέρεια του τραπεζιού. Υπήρχαν ακόμη και οι αριθμοί από το ένα ως το εννιά σκορπισμένοι στην τύχη ανάμεσα στα γράμματα και δυό κάρτες που έγραφαν «ΝΑΙ» – «ΟΧΙ». Αυτές βρίσκονταν σε δυό αντίθετες μεριές του τραπεζιού.
«Όλα αυτά μου φαίνονται σαν ένα σωρό ανοησίες», μουρμούρισε. «Ξαφνιάζομαι που υπάρχουν άνθρωποι στην εποχή μας που τα παίρνουν στα σοβαρά». Ένοιωσε κάπως καλύτερα όταν έκανε αυτή την άτονη διαμαρτυρία, που απευθυνόταν τόσο στην Ζαν, όσο και στον Ρούμπερτ. Ο Ρούμπερτ δεν υποκρινόταν ότι το ενδιαφέρον του για τα φαινόμενα αυτά δεν ήταν κάτι περισσότερο από ένα ψυχρό επιστημονικό ενδιαφέρον. Δεν είχε προκαταλήψεις, αλλά δεν ήταν και εύπιστος. Το αντίθετο όμως συνέβαινε με την Ζαν – μερικές φορές ο Τζωρτζ ανησυχούσε λίγο γι αυτήν. Φαινόταν ότι πίστευε πραγματικά ότι υπήρχε κάποια ουσία στην υπόθεση αυτή της τηλεπάθειας και της πρόβλεψης.
Όταν έκανε την παρατήρηση του ο Τζωρτζ, κατάλαβε ότι ήταν και μια υπαινικτική κριτική για τον Ρασαβεράκ. Γύρισε και τον κοίταξε νευρικά αλλά ο Επικυρίαρχος δεν έδειχνε καμιά αντίδραση. Πράγμα φυσικά που δεν σήμαινε απολύτως τίποτα.
Όλοι είχαν πάρει τώρα τις θέσεις τους. Ήταν, από τα δεξιά προς τα αριστερά, ο Ρούμπερτ, η Μάγια, ο Γιαν, η Ζαν, ο Τζωρτζ και ο Μπέννυ Σόενμπεργκ. Η Ρουθ Σόενμπεργκ καθόταν έξω από τον κύκλο μ’ ένα σημειωματάριο. Όπως φαινόταν, είχε ορισμένες αντιρρήσεις στο να πάρει μέρος στα συμβαίνοντα, πράγμα που έδωσε αφορμή στον Μπέννυ να κάνει μερικές αόριστα σαρκαστικές παρατηρήσεις για άτομα που ακόμη έπαιρναν στα σοβαρά το Ταλμούδ. Ήταν όμως απόλυτα πρόθυμη να τηρήσει τα πρακτικά.
«Ακούστε τώρα», άρχισε ο Ρούμπερτ, «για χάρη μερικών σκεπτικιστών, όπως άρχισε ο Τζωρτζ, ας ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα. Άσχετα από το αν υπάρχει ή όχι κάτι το υπερφυσικό στην υπόθεση αυτή, το πείραμα πετυχαίνει. Προσωπικά πιστεύω ότι η ερμηνεία του είναι καθαρά μηχανική. Όταν βάζουμε τα δάχτυλά μας πάνω στο δίσκο, ακόμη κι αν προσπαθήσουμε να αποφύγουμε να επηρεάσουμε τις κινήσεις του, το υποσυνείδητο μας αρχίζει να κάνει αταξίες. Έχω αναλύσει πάρα πολλές απ’ αυτές τις πνευματιστικές συγκεντρώσεις και ποτέ μου δεν βρήκα ότι έχω πάρει απαντήσεις που κάποιος από την ομάδα δεν ήξερε ή δεν μπορούσε να μαντέψει – αν και κάποιες φορές δεν είχαν συνείδηση του γεγονότος αυτού. Παρ’ όλα αυτά θα ήθελα να κάνω το πείραμα μ’ αυτές τις μάλλον – ε – εξαιρετικές συνθήκες».


ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 18
Ο ΧΡΥΣΟΣ ΑΙΩΝΑΣ

Η Εξαιρετική Περίπτωση καθόταν και τους παρατηρούσε σιωπηλή, σίγουρα όμως όχι με αδιαφορία. Ο Τζωρτζ αναρωτήθηκε τι ακριβώς να σκεφτόταν ο Ρασαβεράκ για όλες αυτές τις ανοησίες. Οι αντιδράσεις του ήταν οι ίδιες με εκείνες ενός ανθρωπολόγου που παρακολουθούσε κάποια πρωτόγονη τελετή. Η εικόνα που παρουσίαζαν ήταν στ’ αλήθεια πολύ φανταστική και ο Τζωρτζ αισθανόταν πολύ ανόητος, όσο δεν είχε αισθανθεί ποτέ στη ζωή του.
Αν οι υπόλοιποι αισθάνονταν το ίδιο ανόητοι, έκρυβαν τα συναισθήματά τους. Μόνο η Ζαν φαινόταν αναψοκοκκινισμένη και ξαναμμένη, αν κι αυτό ίσως να οφειλόταν στα ποτά.
«Όλα εντάξει;», ρώτησε ο Ρούμπερτ. «Πολύ καλά». Σώπασε εντυπωσιακά· μετά, χωρίς ν’ απευθύνεται σε κανέναν ιδιαίτερα, φώναξε: «Είναι κανείς εδώ;».
Ο Τζωρτζ αισθάνθηκε το δίσκο κάτω από τα δάχτυλά του να τρέμει ελαφρά. Αυτό δεν ήταν κάτι το απρόσμενο, αν λογάριαζε κανείς την πίεση που ασκούσαν πάνω του τα έξη άτομα του κύκλου. Γλίστρησε ένα γύρο σε μια τροχιά σαν οκτώ και μετά σταμάτησε πάλι στο κέντρο.
«Είναι κανείς εδώ;», επανέλαβε ο Ρούμπερτ. Σε τόνο συνομιλίας πρόσθεσε : «Συχνά περνούν δέκα ως δεκαπέντε λεπτά πριν αρχίσουμε. Μερικές φορές όμως …»
«Σουτ!», ψιθύρισε η Ζαν.
Ο δίσκος είχε αρχίσει να κουνιέται. Είχε αρχίσει να διαγράφει μια ανοιχτή κυρτή γωνιά ανάμεσα στις πινακίδες που έγραφαν «ΝΑΙ» και «ΟΧΙ». Ο Τζωρτζ έπνιξε με δυσκολία ένα γέλιο. Τι ακριβώς θα σήμαινε, αναρωτήθηκε, αν η απάντηση ήταν «ΟΧΙ». Στο νου του ήρθε το παλιό ανέκδοτο: «Μονάχα εμείς οι κότες αφεντικό…»
Η απάντηση όμως ήταν «ΝΑΙ». Ο δίσκος γύρισε γρήγορα στο κέντρο του τραπεζιού. Έμοιαζε τώρα σαν κάτι ζωντανό, που περίμενε την επόμενη ερώτηση. Χωρίς να το θέλει ο Τζωρτζ είχε αρχίσει να εντυπωσιάζεται.
«Ποιος είναι;», ρώτησε ο Ρούμπερτ.
Κανένας δισταγμός τώρα, καθώς τα γράμματα δείχνονταν ένα – ένα. Ο δίσκος κουνιόταν πέρα – δώθε πάνω στο τραπέζι σαν κάτι νοήμον, τόσο γρήγορα, που μερικές φορές ο Τζωρτζ δυσκολευόταν να κρατά τα δάχτυλά του πάνω του. Θα μπορούσε να πάρει όρκο ότι αυτός δεν βοηθούσε καθόλου στην κίνησή του. Ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά γύρω στο τραπέζι, δεν μπόρεσε να δει τίποτα το ύποπτο στα πρόσωπα των φίλων του. όλοι φαίνονταν το ίδιο συγκεντρωμένοι και με την ίδια προσδοκία όπως αυτός.
«ΕΙΜΑΙ ΟΛΟΙ», συλλάβισε ο δίσκος και ξαναγύρισε στο σημείο ισορροπίας.
«Είμαι όλοι», επανέλαβε ο Ρούμπερτ. «Μια τυπική απάντηση. Αόριστη και όμως ερεθιστική. Κατά πάσα πιθανότητα σημαίνει ότι δεν υπάρχει τίποτε εδώ εκτός από τις συνδυασμένες σκέψεις μας». Σώπασε για μια στιγμή, προφανώς για να διαλέξει την επόμενη ερώτηση. Μετά ρώτησε για μια ακόμη φορά το κενό:
«Έχεις κανένα μήνυμα για κάποιον από μας;»
«ΟΧΙ», απάντησε αμέσως ο δίσκος.
Ο Ρούμπερτ έριξε μια ματιά γύρω στο τραπέζι.
«Σειρά μας τώρα. Μερικές φορές δίνει μόνο του πληροφορίες, αυτή τη φορά όμως θα πρέπει να κάνουμε εμείς ερωτήσεις. Θέλει κανείς να κάνει την αρχή;»
«Θα βρέξει αύριο;», ρώτησε στ’ αστεία ο Τζωρτζ.
Αμέσως ο δίσκος άρχισε να πηγαινοέρχεται από το «ΝΑΙ» στο «ΟΧΙ».
«Αυτή ήταν μια ανόητη ερώτηση», τον μάλωσε ο Ρούμπερτ. «Είναι αναπόφευκτο ότι κάπου θα βρέχει αύριο και κάπου αλλού όχι. Μην κάνετε ερωτήσεις που μπορούν να έχουν τέτοιες αόριστες απαντήσεις».
Ο Τζωρτζ αισθάνθηκε αποστομωμένος. Αποφάσισε να αφήσει κάποιον άλλον να συνεχίσει.
«Ποιο είναι το αγαπημένο μου χρώμα;», ρώτησε η Μάγια.
«ΜΠΛΕ» ήταν η αδίστακτη απάντηση.
«Πολύ σωστά»
«Δεν αποδείχνει όμως τίποτα. Τουλάχιστον τρεις από τους παρόντες το ξέρουν αυτό», υπέδειξε ο Τζωρτζ.
«Ποιο είναι το αγαπημένο χρώμα της Ρουθ;», ρώτησε ο Μπέννυ.
«ΚΟΚΚΙΝΟ»
«Σωστά Ρουθ;»
Η πρακτικογράφος σήκωσε τα μάτια από το σημειωματάριο.
«Ναι, σωστά, αλλά ο Μπέννυ το ξέρει και είναι στον κύκλο».
«Δεν το ήξερα», απάντησε ο Μπέννυ.
«Κι όμως θα έπρεπε. Σου το έχω πει αρκετές φορές».
«Υποσυνείδητη μνήμη» μουρμούρισε ο Ρούμπερτ. «Συμβαίνει συχνά. Σας παρακαλώ, δεν μπορούμε να έχουμε μερικές έξυπνες ερωτήσεις; Τώρα που αρχίσαμε τόσο καλά, δεν θέλω να το χαλάσουμε»
Ήταν αρκετά παράξενο κι όμως αυτή η μηδαμινότητα του φαινομένου είχε αρχίσει να εντυπωσιάζει τον Τζωρτζ. Ήταν σίγουρος ότι δεν υπήρχε καμιά υπερφυσική ερμηνεία· όπως είχε πει και ο Ρούμπερτ, ο δίσκος απλώς αντιδρούσε στις ασυναίσθητες μυϊκές κινήσεις τους. Αυτό καθ’ αυτό όμως το γεγονός ήταν εκπληκτικό και εντυπωσιακό. Ποτέ δεν πίστευε ότι θα ήταν δυνατόν να δώσει τόσο γρήγορες και τόσο ακριβείς απαντήσεις. Μια φορά προσπάθησε να δει αν θα μπορούσε να επιδράσει πάνω στον δίσκο και να τον κάνει να συλλαβίσει το όνομά του. Κατάφερε να δείξει το «Τ» και τίποτα άλλο. Τα υπόλοιπα ήταν ασυναρτησίες. Ήταν εντελώς αδύνατο, αποφάσισε, ένα άτομο να κυβερνά τον δίσκο χωρίς να τον αντιληφθούν οι υπόλοιποι στον κύκλο.
Ύστερα από μισή ώρα, η Ρουθ είχε καταγράψει πάνω από μια δωδεκάδα μηνύματα, μερικά αρκετά μεγάλα. Υπήρχαν που και που ορθογραφικά λάθη και γραμματικές ανωμαλίες, αλλά ήταν λιγοστές. Οποιαδήποτε κι αν ήταν η εξήγηση, ο Τζωρτζ είχε τώρα πεισθεί ότι ο ίδιος δεν συντελούσε συνειδητά στην παραγωγή των αποτελεσμάτων. Αρκετές φορές, καθώς συλλαβιζόταν μια λέξη, είχε κάνει πρόγνωση ποιο θα ήταν το επόμενο γράμμα και, απ’ αυτό, την έννοια του μηνύματος. Κάθε φορά όμως ο δίσκος είχε κινηθεί σε εντελώς αναπάντεχη διεύθυνση και είχε συλλαβίσει κάτι το τελείως διαφορετικό. Μερικές φορές μάλιστα – εφόσον δεν υπήρχε καμιά διακοπή που να δείχνει το τέλος μιας λέξης και την αρχή μιας άλλης – όλο το μήνυμα ήταν ασυνάρτητο μέχρι που τελείωνε και το ξαναδιάβαζε η Ρουθ.
Η όλη εμπειρία έδωσε στον Τζωρτζ μια παράξενη εντύπωση ότι βρισκόταν σε επαφή με κάποια αποφασιστική, ανεξάρτητη διάνοια. Κι όμως δεν υπήρχε καμιά σίγουρη απόδειξη γι αυτό, ούτε και για το αντίθετο. Οι απαντήσεις ήταν τόσο κοινές, τόσο διφορούμενες. Τι θα μπορούσε κανείς να καταλάβει, για παράδειγμα, από το παρακάτω μήνυμα:
«ΠΙΣΤΗ ΣΤΗ ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΜΑΖΙ ΣΑΣ»
Κι όμως μερικές φορές υπήρχαν ενδείξεις εμβριθών, ακόμη και ανησυχαστικών σκέψεων.
«ΕΝΘΥΜΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟΣ ΠΛΗΣΙΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΠΑΤΡΙΣ ΑΛΛΩΝ»
Φυσικά όλοι το ήξεραν αυτό – μπορούσε όμως κανείς να είναι σίγουρος, ότι το μήνυμα αναφερόταν απλά στους Επικυρίαρχους;
Ο Τζωρτζ είχε αρχίσει να νυστάζει πολύ. Καιρός ήταν, σκέφτηκε νυσταγμένα, να ξεκινήσουν για το σπίτι. Όλα αυτά ήταν πολύ ενδιαφέροντα, αλλά δεν τους έβγαζαν πουθενά και καμιά φορά γινόταν κατάχρηση. Έριξε μια ματιά γύρω στο τραπέζι. Ο Μπέννυ έμοιαζε να αισθανόταν το ίδιο. Η Μάγια και ο Ρούμπερτ φαίνονταν ελαφρά ζαλισμένοι και η Ζαν – αλλά αυτή το είχε πάρει πολύ στα σοβαρά απ’ την αρχή. Το ύφος της ανησύχησε τον Τζωρτζ· ήταν σαν να φοβόταν να σταματήσει – και ταυτόχρονα σαν να φοβόταν να σταματήσει – και ταυτόχρονα σαν να φοβόταν να συνεχίσει.
Έμεινε μόνο ο Γιαν. Ο Τζωρτζ αναρωτήθηκε τι να σκεπτόταν για τις εκκεντρικότητες του γαμπρού του. Ο νεαρός μηχανικός δεν είχε κάνει καμιά ερώτηση, δεν είχε δείξει έκπληξη σε καμιά απάντηση.  Έμοιαζε  να μελετά τις κινήσεις του δίσκου σαν να ήταν ένα ακόμη επιστημονικό φαινόμενο.
Ο Ρούμπερτ τον έβγαλε από τον λήθαργο που φαινόταν ότι είχε βυθιστεί.
«Ας κάνουμε μια ακόμη ερώτηση», είπε, «και μετά να το σταματήσουμε. Τι θα γίνει με σένα Γιαν; Δεν έχεις ρωτήσει τίποτα»
Ο Γιαν, πράγμα αναπάντεχο, δεν δίστασε καθόλου. Ήταν σαν να είχε διαλέξει από ώρα και περίμενε την ευκαιρία. Έριξε μια ματιά στον αδιάφορο όγκο του Ρασαβεράκ και μετά φώναξε με καθαρή, σταθερή φωνή.
«Ποιο άστρο είναι ο ήλιος των Επικυρίαρχων;»
Ο Ρούμπερτ συγκράτησε ένα σφύριγμα έκπληξης. Η Μάγια και ο Μπέννυ δεν αντέδρασαν. Η Ζαν είχε κλείσει τα μάτια της και έμοιαζε να κοιμάται. Ο Ρασαβεράκ είχε σκύψει προς τα μπρός για να μπορεί να βλέπει μέσα από τον κύκλο, πάνω από τον ώμο του Ρούμπερτ.
Και ο δίσκος άρχισε να κινείται.
Όταν σταμάτησε ξανά, έγινε μια σύντομη σιωπή· μετά η Ρουθ ρώτησε με απορία :
«Τι σημαίνει NGS549672;»
Δεν πήρε καμιά απάντηση, γιατί ταυτόχρονα ο Τζωρτζ φώναξε ανήσυχος:
«Βοηθήστε με, με την Ζαν. Φοβάμαι ότι λιποθύμησε».

ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 19
Ο ΧΡΥΣΟΣ ΑΙΩΝΑΣ
«Γι αυτόν τον άνθρωπο τον Μπόις» είπε ο Καρέλλεν. «Πες μου ότι ξέρουμε γι αυτόν»
Ο Επόπτης φυσικά δεν χρησιμοποίησε αυτές ακριβώς τις λέξεις και οι σκέψεις που πραγματικά εξέφρασε ήταν πολύ πιο λεπτές. Ένας άνθρωπος ακροατής, θα άκουγε μια σύντομη εκπομπή ήχων που μετατονιζόταν γρήγορα και έμοιαζε με τον ήχο ενός πομπού Μορς υψηλής ταχύτητας σε λειτουργία. Αν και πολλά δείγματα της ομιλίας των Επικυρίαρχων είχαν ηχογραφηθεί, κανένα δεν είχε γίνει δυνατόν να αναλυθεί κι αυτό, χάρη στην εξαιρετική περιπλοκή τους. Η ταχύτητα της εκπομπής καθιστούσε βέβαιο το ότι ένας διερμηνέας, έστω κι αν κατόρθωνε να μάθει τα στοιχεία της γλώσσας, δεν θα κατόρθωνε να παρακολουθήσει τους Επικυρίαρχους σε μια συνηθισμένη συνομιλία.
Ο Επόπτης της Γης στεκόταν με την πλάτη γυρισμένη προς τον Ρασαβεράκ κοιτάζοντας πέρα πάνω από τον πολύχρωμο κόλπο του Γκραντ Κάνυον. Δέκα χιλιόμετρα μακριά κι όμως μόλις θαμπωμένοι από την απόσταση, οι κλιμακωτοί τοίχοι δέχονταν την πλήρη ορμή του ήλιου. Εκατοντάδες μέτρα πιο χαμηλά στην σκιερή πλευρά, που στο χείλος της στεκόταν ο Καρέλλεν, ένα καραβάνι από μουλάρια κατέβαινε αργά – αργά το φιδίσιο μονοπάτι προς το βάθος της κοιλάδας. Ήταν παράξενο, σκέφτηκε ο Καρέλλεν, ότι ακόμη πολλοί άνθρωποι δεν έχαναν καμιά ευκαιρία να συμπεριφερθούν πρωτόγονα. Αν ήθελαν θα μπορούσαν να φθάσουν στο βυθό του φαραγγιού σ’ ελάχιστο χρόνο και πολύ πιο άνετα. Κι όμως προτιμούσαν να ταλαιπωρηθούν πάνω σ’ ένα μονοπάτι που, κατά πάσα πιθανότητα, ήταν τόσο επικίνδυνο όσο φαινόταν.
Ο Καρέλλεν έκανε μια ανεπαίσθητη κίνηση με το χέρι του. Το μεγάλο πανόραμα χάθηκε και στη θέση του έμεινε μόνο ένα σκιερό κενό απροσδιόριστου βάθους. Ο Επόπτης βρέθηκε για μια ακόμη φορά μέσα στην πραγματικότητα του γραφείου και της θέσης του.
«Ο Ρούμπερτ Μπόις είναι λίγο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας», απάντησε ο Ρασαβεράκ. «Επαγγελματικά, είναι ο υπεύθυνος για την φροντίδα των ζώων ενός σημαντικού τομέα του Κεντρικού Αφρικανικού Σταθμού. Είναι πολύ ικανός και αγαπά την δουλειά του. Επειδή είναι αναγκασμένος να επιτηρεί αρκετές χιλιάδες τετραγωνικά χιλιόμετρα, έχει έναν από τους δεκαπέντε πανοραμικούς δέκτες που έχουμε δανείσει ως τώρα – φυσικά, με τις συνηθισμένες ασφάλειες. Αυτός είναι, επίσης, ο μόνος που έχει και πλήρεις δυνατότητες προβολής. Μπόρεσε και παρουσίασε καλά επιχειρήματα γι αυτό κι έτσι του τις χορηγήσαμε».
«Ποια ήταν τα επιχειρήματά του;»
«Ήθελε να παρουσιάζεται στα διάφορα άγρια ζώα ώστε να συνηθίσουν να τον βλέπουν και έτσι να μην του επιτεθούν αν παρουσιαζόταν στην πραγματικότητα. Η θεωρία αυτή είχε καλά αποτελέσματα μα ζώα που βασίζονται περισσότερο στην όραση παρά την όσφρηση – αν και κατά πάσα πιθανότητα στο τέλος θα σκοτωθεί. Και, φυσικά, υπήρχε κάποιος άλλος λόγος που του δώσαμε την συσκευή»
«Για να συνεργαστεί μαζί μας πιο πρόθυμα;»
«Ακριβώς. Αρχικά ήρθα σε επαφή μαζί του γιατί έχει μια από τις πιο καλές βιβλιοθήκες στον κόσμο, με βιβλία για την παραψυχολογία και τα συγγενή θέματα. Αρνήθηκε όμως ευγενικά, αλλά σταθερά, να μυ δανείσει έστω κι ένα και έτσι ήμουν αναγκασμένος να τον επισκεφτώ. Μέχρι τώρα έχω διαβάσει σχεδόν την μισή βιβλιοθήκη. Ήταν μια μεγάλη δοκιμασία»
«Αυτό το πιστεύω», είπε ξερά ο Καρέλλεν. «Ανακάλυψες τίποτα μέσα σε όλες αυτές τις ανοησίες;»
«Ναι, ένδεκα περιπτώσεις αναμφισβήτητης μερικής εκδήλωσης και είκοσι επτά αμφίβολες. Το υλικό όμως είναι πολύ προσεκτικά επιλεγμένο και δεν μπορεί να χρησιμεύσει για δειγματοληψία. Και οι αποδείξεις είναι απελπιστικά μπερδεμένες με μυστικισμό – που είναι ίσως η βασική παρέκκλιση του ανθρώπινου νου»
«Ποια είναι η στάση του Μπόις σε όλα αυτά;»
«Λέει ότι είναι σκεπτικιστής και χωρίς προκαταλήψεις, αλλά είναι φανερό ότι δεν θα έχει ξοδέψει τόσο χρήμα και κόπο στο θέμα αυτό, αν δεν είχε κάποια υποσυνείδητη πίστη. Του το είπα και παραδέχτηκε ότι πιθανώς να είχα δίκιο. Θα ήθελε να βρει κάποια πειστική απόδειξη. Γι αυτό τον λόγο κάνει πάντοτε τα πειράματα αυτά, αν και προσποιείται ότι δεν είναι παρά παιγνίδια»
«Είσαι σίγουρος ότι δεν υποπτεύθηκε πως το ενδιαφέρον σου δεν είναι απλά Ακαδημαϊκό;»
«Απόλυτα σίγουρος. Σε πολλά θέματα ο Μπόις παρουσιάζει καταπληκτικά μειωμένη αντίληψη και είναι πολύ εύπιστος. Το γεγονός αυτό, μάλιστα, κάνει τις προσπάθειες του για έρευνες ιδιαίτερα στο θέμα αυτό, αρκετά αξιοθρήνητες. Δεν υπάρχει ανάγκη ν’ αναλάβουμε καμιά ιδιαίτερη δράση όσον αφορά αυτόν».
«Κατάλαβα. Και το κορίτσι που λιποθύμησε;»
«Αυτό είναι το πιο ενδιαφέρον σημείο στην όλη υπόθεση. Η Ζαν Μορρέλ ήταν, αναμφισβήτητα θα έλεγα, ο αγωγός μέσω του οποίου δόθηκε η πληροφορία. Κι όμως είναι είκοσι έξη χρονών – πολύ μεγάλη για να είναι η ίδια ένας πρώτος σύνδεσμος, αν βασιστούμε σ’ όλες τις προηγούμενες εμπειρίες μας. Θα πρέπει λοιπόν να είναι κάποιος που συνδέεται πολύ στενά μ’ αυτήν. Το συμπέρασμα αυτό είναι αυτονόητο. Δεν θα χρειαστεί να περιμένουμε πολλά χρόνια ακόμη. Πρέπει να την μεταφέρουμε στην Πορφυρή Κατηγορία· ίσως να είναι ο πιο σπουδαίος άνθρωπος που ζει»
«Θα το κάνω. Τι λες για τον νεαρό που έκανε την ερώτηση; Ήταν τυχαία περιέργεια ή μήπως είχε κάποιον άλλο σκοπό;»
«Η τύχη τον έφερε εκεί – η αδελφή του μόλις είχε παντρευτεί τον Ρούμπερτ Μπόις. Δεν είχε συναντήσει κανέναν από τους άλλους ποτέ πριν. Είμαι σίγουρος ότι η ερώτησή του δεν ήταν προμελετημένη, αλλά δημιουργήθηκε από τις ασυνήθιστες συνθήκες – και πιθανόν από την παρουσία μου. Με δεδομένους τους παράγοντες αυτούς, δεν είναι καθόλου εκπληκτικό το ότι ενήργησε όπως ενήργησε. Το μεγάλο ενδιαφέρον του είναι η αστροναυτική, είναι γραμματέας του συλλόγου διαστημικών ταξιδιών στο Πανεπιστήμιο του Καίηπ Τάουν και είναι φανερό ότι σκοπεύει να μελετήσει το θέμα αυτό, σ’ όλη τη ζωή του»
«Η καριέρα του θα έχει ενδιαφέρον. Εν τω μεταξύ τι λες ότι θα κάνει τώρα και τι θα τον κάνουμε;»
«Αναμφισβήτητα θα ελέγξει την πληροφορία, μόλις του δοθεί η ευκαιρία. Δεν υπάρχει όμως τρόπος ν’ αποδείξει την ακρίβειά της και εξ αιτίας αυτής της παράξενης πηγής του, είναι απίθανο να την δημοσιεύσει. Ακόμα κι αν το κάνει όμως, θα έχει έστω και την ελάχιστη επίδραση στο θέμα μας;»
«Θα βάλω να εκτιμήσουν και τις δυό πιθανότητες», απάντησε ο Καρέλλεν. «Αν και είναι μέσα στις βασικές οδηγίες μας να μην αποκαλύπτουμε την βάση μας, δεν υπάρχει τρόπος για να χρησιμοποιηθεί η πληροφορία αυτή για κακό μας»
«Συμφωνώ. Ο Ρόντρικς θα έχει μια πληροφορία με αμφίβολη ορθότητα και χωρίς καμιά πρακτική αξία»
«Έτσι φαίνεται», είπε ο Καρέλλεν. «Ας μην είμαστε όμως τόσο σίγουροι. Οι άνθρωποι είναι καταπληκτικά έξυπνοι και συχνά πολύ επίμονοι. Δεν είναι ποτέ έξυπνο να τους υποτιμά κανείς και θα ήταν ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε την καριέρα του κυρίου Ρόντρικς. Πρέπει να το σκεφτώ ακόμη το θέμα αυτό»
Ο Ρούμπερτ Μπόις ποτέ δεν συνειδητοποίησε στην πραγματικότητα εντελώς το ζήτημα. Όταν οι καλεσμένοι του έφυγαν, κάπως πιο ήσυχα από συνήθως, ο Ρούμπερτ έσπρωξε σκεπτικός το τραπέζι ξανά στην γωνία του. Η ανάλαφρη ομίχλη του αλκοόλ εμπόδιζε κάθε σοβαρή ανάλυση του τι ακριβώς είχε συμβεί και αυτά ακόμη τα πραγματικά γεγονότα είχαν κιόλας αρχίσει να θαμπώνουν. Είχε μια αμυδρή ότι κάτι που ήταν πολύ, αλλά συνάμα ακαθόριστα σοβαρό,  είχε συμβεί και αναρωτήθηκε αν θα έπρεπε να το συζητήσει με τον Ρασαβεράκ. Όταν το καλοσκέφτηκε, αποφάσισε ότι ίσως να μην ήταν ευγενικό. Στο κάτω – κάτω, ο κουνιάδος του είχε προκαλέσει την φασαρία και ο Ρούμπερτ ένιωσε λίγο ενοχλημένος από τον νεαρό Γιαν. Ήταν όμως σφάλμα του Γιαν; Ή ήταν σφάλμα όλων τους; Μ’ ένα αίσθημα ενοχής μάλλον, ο Ρούμπερτ θυμήθηκε ότι το πείραμα ήταν δικό του. αποφάσισε, με αρκετή επιτυχία, να ξεχάσει εντελώς το ζήτημα.
Ίσως να είχε κάνει κάποια ενέργεια, αν έβρισκε τις τελευταίες σελίδες από το σημειωματάριο της Ρουθ, αλλά αυτές είχαν εξαφανιστεί μέσα στην σύγχυση. Ο Γιαν πάντοτε έκανε τον αθώο – και δεν μπορούσε κανείς να κατηγορήσει τον Ρασαβεράκ. Και κανείς δεν μπόρεσε ποτά να θυμηθεί τι ακριβώς είχε λεχθεί, εκτός από το ότι ήταν κάτι που δεν είχε κανένα νόημα…
Εκείνος που είχε επηρεαστεί πολύ άμεσα, ήταν ο Τζωρτζ Γκρέγκσον. Ποτέ δεν θα ξεχνούσε το αίσθημα τρόμου που τον κυρίεψε καθώς η Ζαν σωριάστηκε μέσα στην αγκαλιά του. Η ξαφνική αδυναμία της την μεταμόρφωσε, την ίδια στιγμή, από ένα διασκεδαστικό σύντροφο σ’ ένα αντικείμενο λατρείας και αγάπης. Οι γυναίκες λιποθυμούν – όχι πάντα απροσχεδίαστα – από καταβολής κόσμου και οι άντρες αντιδρούν κατά τον επιθυμητό τρόπο. Η κατάρρευση της Ζαν ήταν εντελώς αυθόρμητη, δεν θα μπορούσε όμως να ήταν καλύτερη κι αν ακόμα ήταν προμελετημένη. Την στιγμή αυτή, όπως κατάλαβε αργότερα ο Τζωρτζ, πήρε μια από τις πιο σπουδαίες αποφάσεις της ζωής του. Η Ζαν ήταν αναμφισβήτητα το κορίτσι που τον ενδιέφερε, παρά τις παράξενες ιδέες της και τους ακόμη πιο παράξενους φίλους του. Δεν είχε την πρόθεση να εγκαταλείψει την τελείως την Ναόμι ή την Τζόη ή την Έλσα ή την – πως την λέγανε; - Ντενίς· ήταν όμως πια καιρός για κάτι πιο μόνιμο. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ότι η Ζαν θα συμφωνούσε μαζί του, γιατί τα αισθήματά της ήταν αρκετά φανερά από την αρχή. Πίσω από την απόφασή του αυτή υπήρχε κι άλλος ένας παράγοντας που δεν τον γνώριζε. Η αποψινή εμπειρία είχε κλονίσει την περιφρόνηση και τον σκεπτικισμό που έδειχνε για τα περίεργα ενδιαφέροντα της Ζαν. Ο ίδιος ποτέ δεν θα αναγνώριζε το γεγονός αυτό κι όμως έτσι ήταν – κι αυτό είχε ρίξει τον τελευταίο φραγμό ανάμεσά τους.
Κοίταξε την Ζαν καθώς ήταν ξαπλωμένη – χλωμή αλλά ήρεμη – στην πολυθρόνα του αεραυτοκινήτου. Κάτω τους ήταν σκοτάδι, απάνω άστρα. Ο Τζωρτζ δεν είχε ιδέα, ούτε κατά προσέγγιση χιλίων χιλιομέτρων, που μπορούσε να βρισκόταν αυτή τη στιγμή – και ούτε που τον ένοιαζε. Αυτό ήταν δουλειά του ρομπότ που τους οδηγούσε σπίτι τους και που θα τους προσγείωνε εκεί σε, όπως έλεγε ο πίνακας ελέγχου, πενήντα επτά λεπτά από τώρα.
Η Ζαν του χαμογέλασε και τράβηξε ήρεμα το χέρι της από το δικό του.
«Άσε να επαναφέρω την κυκλοφορία», τον παρακάλεσε τρίβοντας τα δάχτυλά της. «Θέλω να με πιστέψεις, είμαι τελείως καλά τώρα»
«Λοιπόν, τι λες ότι συνέβη; Σίγουρα θα πρέπει κάτι να θυμάσαι»
«Όχι, είναι ‘ένα απόλυτο κενό. Άκουσα τον Γιαν που έκανε την ερώτηση – και μετά όλοι σας ήσασταν μαζεμένοι πάνω μου. είμαι σίγουρη ότι ήταν ένα είδος καταληψίας. Εξ άλλου…»
Σώπασε κι αποφάσισε να μην πει στον Τζωρτζ ότι της είχε συμβεί κι άλλοτε κάτι τέτοιο. Ήξερε τι γνώμη είχε για αυτά τα θέματα και δεν ήθελε να τον αναστατώσει περισσότερο – και ίσως να τον διώξει τελειωτικά.
«Εξ άλλου τι;…»
«Α! Τίποτα. Αναρωτιέμαι τι να σκέφτηκε ο Επικυρίαρχος γι όλη την υπόθεση. Πιθανώς να του δώσαμε περισσότερες πληροφορίες απ’ ότι περίμενε»
Η Ζαν ανατρίχιασε ελαφρά και τα μάτια της συννέφιασαν
«Τους φοβάμαι τους Επικυρίαρχους Τζωρτζ. Ω, όχι, δεν εννοώ ότι είναι κακοί ή κάτι τόσο αδικαιολόγητο. Είμαι σίγουρη ότι έχουν καλές προθέσεις και κάνουν αυτό που νομίζουν ότι είναι το καλύτερο για μας. Αναρωτιέμαι ποια να είναι στ’ αλήθεια τα σχέδιά τους»
Ο Τζωρτζ, άλλαξε στάση άβολα.
«Οι άνθρωποι αναρωτιούνται γι αυτό από τότε που φάνηκαν στην Γη…», είπε. «Θα μας τα πουν όταν θα είμαστε έτοιμοι γι αυτό – και ειλικρινά δεν έχω καμιά περιέργεια. Κι ύστερα, έχω πιο σπουδαία θέματα να σκεφτώ». Στράφηκε προς την Ζαν και άρπαξε τα χέρια της.
«Τι θα ‘λεγες αν πηγαίναμε αύριο στ’ Αρχεία και υπογράφαμε ένα συμβόλαιο για – ας πούμε – πέντε χρόνια;»
Η Ζαν τον κοίταξε με σταθερό βλέμμα και αποφάσισε ότι αυτό που έβλεπε της άρεσε.
«Ας πούμε δέκα», είπε.

Ο Γιαν περίμενε. Δεν ήταν καμιά βιασύνη και ήθελε να σκεφτεί. Ήταν σαν να φοβόταν να κάνει επαλήθευση, μήπως και η φανταστική ελπίδα που είχε γεννηθεί στο νου του, εξαφανιζόταν πολύ γρήγορα. Ενώ όσο ήταν αβέβαιος θα μπορούσε τουλάχιστον να κάνει όνειρα.
Κι ακόμη για κάθε ενέργεια παρά πέρα, θα έπρεπε να συμβουλευτεί την βιβλιοθηκάριο του αστεροσκοπείου. Αυτή τον γνώριζε, καθώς και τα ενδιαφέροντά του, πολύ καλά και σίγουρα η απαίτηση του θα την έβαζε σε σκέψεις. Πιθανόν, αυτό να μην είχε καμιά συνέπεια, αλλά ο Γιαν ήταν αποφασισμένος να μην αφήσει τίποτα στην τύχη. Σε μια βδομάδα θα του δινόταν μια πιο καλά ευκαιρία. Ήταν, το ήξερε, παραπάνω απ’ όσο έπρεπε προσεκτικός, αλλά αυτό έδινε μια παθητική λύση στην επιχείρηση. Ο Γιαν φοβόταν την γελοιοποίηση το ίδιο με οτιδήποτε άλλο θα μπορούσαν να σκεφτούν οι Επικυρίαρχοι για να ματαιώσουν τον σκοπό του. Αν ξεκινούσε για ένα κυνήγι χίμαιρας, κανείς άλλος δεν θα το μάθαινε ποτέ.
Η δικαιολογία του για να πάει στο Λονδίνο ήταν απόλυτα έγκυρη· οι προετοιμασίες είχαν γίνει βδομάδες πριν. Αν και ήταν πολύ νέος και χωρίς αρκετά προσόντα για να γίνει αντιπρόσωπος, ήταν ένας από τους τρεις φοιτητές που είχαν καταφέρει να προσκολληθούν στην επίσημη αντιπροσωπεία που θα πήγαινε στο συνέδριο της Διεθνούς Αστρονομικής Ενώσεως. Η κενή θέση υπήρχε και ήταν κρίμα να χάσει την ευκαιρία, μια και δεν είχε επισκεφθεί το Λονδίνο από τότε που ήταν παιδί. Ήξερε ότι πολύ λίγες από τις δωδεκάδες τις ανακοινώσεις που θα γίνονταν στην Δ.Α.Ε.  θα παρουσίαζαν έστω και ελάχιστο ενδιαφέρον γι αυτόν, ακόμη κι αν ήταν σε θέση να τις καταλάβει. Όπως όλοι οι αντιπρόσωποι σ’ ένα οποιοδήποτε επιστημονικό συνέδριο, θα παρακολουθούσε τις διαλέξεις που φαινόταν ενδιαφέρουσες και θα περνούσε τον υπόλοιπο καιρό, μιλώντας με άλλους που είχαν τα ίδια ενδιαφέροντα ή απλώς θα έκανε τουρισμό.
Το Λονδίνο είχε αλλάξει πάρα πολύ τα τελευταία πενήντα χρόνια. Τώρα είχε μόλις δύο εκατομμύρια πληθυσμό και εκατό φορές τόσες μηχανές. Δεν ήταν πια ένα μεγάλο λιμάνι, γιατί μια και κάθε χώρα παρήγαγε σχεδόν όλα όσα ήθελε, όλο το πλέγμα του παγκόσμιου εμπορίου είχε αλλάξει. Υπήρχαν ακόμη ορισμένα προϊόντα που τα έφτιαχναν καλύτερα ορισμένες χώρες, αλλά αυτά έφθαναν κατευθείαν στον προορισμό τους αεροπορικώς. Οι εμπορικές αρτηρίες που κάποτε κατέληγαν στα μεγάλα λιμάνια και αργότερα στα μεγάλα αεροδρόμια, είχαν τελικά διασκορπισθεί σ’ ένα πολύπλοκο δίχτυ που σκέπαζε ολόκληρο τον κόσμο, χωρίς να έχει μεγάλα νευραλγικά σημεία.
Κι όμως, μερικά πράγματα δεν είχαν αλλάξει. Η πόλη ήταν ακόμη κέντρο διοικητικό, κέντρο των τεχνών και της μαθήσεως. Στα θέματα αυτά καμιά από τις ηπειρωτικές πρωτεύουσες δεν μπορούσε να την συναγωνιστεί – ούτε και το Παρίσι, παρά τους πολλούς αντίθετους ισχυρισμούς. Ένας Λονδρέζος του περασμένου αιώνα θα μπορούσε ακόμη να προσανατολιστεί, τουλάχιστον στο κέντρο της πόλης, χωρίς δυσκολία. Υπήρχαν καινούργιες γέφυρες πάνω από τον Τάμεση, αλλά στη θέση των παλιών. Οι μεγάλοι, βρώμικοι, σιδηροδρομικοί σταθμοί είχαν φύγει – εξόριστοι στα προάστια. Το Κοινοβούλιο όμως, ήταν αναλλοίωτο· το μοναδικό μάτι του Νέλσονα κοίταζε ακόμη το Whitehall· ο τρούλος του Αγίου Παύλου υψωνόταν ακόμη πάνω από το Λούντγκέϊτ Χιλλ, αν και τώρα υπήρχαν ψηλότερα κτίρια που διεκδικούσαν τα πρωτεία.
Και οι γρεναδιέροι φρουρούσαν ακόμα εμπρός στα Ανάκτορα του Μπάκιγχαμ.
Όλα αυτά, σκέφτηκε ο Γιαν, μπορούν να περιμένουν. Ήταν τώρα καιρός διακοπών και του έδωσαν δωμάτιο, μαζί με τους δυό συμφοιτητές του, σ’ έναν από τους ξενώνες του Πανεπιστημίου. Το Μπλούσμπαρι κι αυτό δεν είχε αλλάξει το χαρακτήρα του τον τελευταίο αιώνα· ήταν ακόμη ένα νησί από ξενοδοχεία και πανσιόν, αν και δεν ήταν πια στριμωγμένα το ένα δίπλα στο άλλο, ούτε σχημάτιζαν τις ατέλειωτες, απαράλλαχτες μεταξύ τους, σειρές, από βρώμικο τούβλο.
Μόλις την δεύτερη μέρα βρήκε ο Γιαν την ευκαιρία που ήθελε. Οι κύριες ανακοινώσεις γινόταν στη μεγάλη αίθουσα συσκέψεων του Επιστημονικού Κέντρου, όχι μακριά από το Κόνσερτ Χωλ που είχε συμβάλλει τόσο πολύ να γίνει το Λονδίνο η μουσική πρωτεύουσα του κόσμου. Ο Γιαν ήθελε ν’ ακούσει την πρώτη ανακοίνωση της ημέρας που, όπως έλεγαν οι φήμες, θα κατέστρεφε εντελώς την κρατούσα θεωρία για την δημιουργία των πλανητών.
Πιθανόν να το έκανε, αλλά ο Γιαν ήταν πολύ λιγότερο σοφός όταν έφυγε, μετά το διάλειμμα. Κατέβηκε βιαστικά στον οδηγό του κτιρίου και βρήκε μέσα τα δωμάτια που ήθελε.
Κάποιος δημόσιος υπάλληλος με χιούμορ είχε βάλει την Βασιλική Αστρονομική Εταιρία στο τελευταίο πάτωμα του πελώριου κτιρίου, μια χειρονομία που τα μέλη του Συμβουλίου την εκτιμούσαν απόλυτα γιατί τους έδινε μια μεγαλειώδη θέα πάνω από τον Τάμεση και σ’ όλο το βόρειο μέρος της πόλης. Δεν φαινόταν να υπάρχει κανείς στα γραφεία, αλλά ο Γιαν – κρατώντας σφιχτά στο χέρι την ταυτότητα του μέλους, σαν διαβατήριο αν τον ρωτούσαν τι ήθελε – δεν δυσκολεύτηκε να βρει την βιβλιοθήκη.
Χρειάστηκε σχεδόν μια ώρα για να βρει αυτό που ήθελε και να μάθει την χρήση των μεγάλων καταλόγων των άστρων με τα εκατομμύρια περιεχόμενα. Έτρεμε ελαφρά καθώς πλησίαζε στο τέλος της έρευνάς του και χαιρόταν που δεν υπήρχε κανείς εκεί για να δει την νευρικότητά του.
Έβαλε τον κατάλογο μαζί με τους άλλους και για αρκετή ώρα έμεινε ακίνητος με το βλέμμα καρφωμένο αφηρημένα στον τοίχο που βρισκόταν μπροστά του κι ήταν σκεπασμένος με τόμους. Μετά βγήκε έξω στον έρημο διάδρομο, με αργά βήματα, πέρασε έξω από το δωμάτιο του γραμματέα (τώρα ήταν κάποιος εκεί μα ήταν απασχολημένος ν’ ανοίγει δέματα με βιβλία) και κατέβηκε τις σκάλες. Δεν πήρε το ασανσέρ γιατί ήθελε να αισθάνεται ελεύθερος και όχι περιορισμένος. Υπήρχε μια άλλη διάλεξη που είχε λογαριάσει ν’ ακούσει, αλλά τώρα πια, δεν τον ενδιέφερε. Οι σκέψεις του ήταν ακόμη ταραγμένες καθώς διέσχισε τον δρόμο και έφτασε στον τοίχο της όχθης και άφησε το βλέμμα του να παρακολουθήσει τον Τάμεση στην ήρεμη πορεία του προς την θάλασσα. Ήταν δύσκολο για κάποιον που είχε εκπαιδευτεί στην ορθόδοξη επιστημονική σκέψη όπως αυτός, να παραδεχτεί την απόδειξη που είχε τώρα στα χέρια του. Ποτέ δεν θα ήταν σίγουρος για την ορθότητά της κι όμως οι πιθανότητες γι αυτό ήταν ακαταμάχητες. Καθώς περπατούσε αργά δίπλα στον τοίχο του ποταμιού, ανακεφαλαίωσε ένα – ένα όλα τα στοιχεία.
Στοιχείο πρώτο: Κανείς στο πάρτι του Ρούμπερτ δεν μπορούσε να ξέρει ότι θα έκανε την ερώτηση αυτή. Ούτε και ο ίδιος το ήξερε· ήταν μια αυθόρμητη αντίδραση στις περιστάσεις. Επομένως κανείς δεν θα μπορούσε να έχει προετοιμάσει μια οποιαδήποτε απάντηση, ούτε να την έχει κι όλας μέσα στον νου του.
Στοιχείο δεύτερο: Ο αριθμός «NGS 549672» πιθανόν να μην έλεγε τίποτα σε κανένα, εκτός αν ήταν αστρονόμος. Αν και η μεγάλη Εθνική Γεωγραφική Καταμέτρηση είχε συμπληρωθεί εδώ και μισό αιώνα, η ύπαρξή της ήταν γνωστή μόνο σε μερικές χιλιάδες ειδικούς. Και, παίρνοντας έναν αριθμό στην τύχη απ’ αυτήν, κανείς δεν μπορούσε να πει σε ποιο ακριβώς σημείο τ’ ουρανού βρισκόταν το αστέρι αυτό.
Αλλά – κι αυτό ήταν το τρίτο στοιχείο, που μόλις τώρα είχε ανακαλύψει – το μικρό και ασήμαντο αστέρι που ήταν γνωστό σαν «NGS 549672» βρισκόταν ακριβώς στην κατάλληλη θέση. Βρισκόταν στην καρδιά του αστερισμού της Καρίνας, στο τέρμα εκείνου του λαμπρού δρόμου που κι ο Γιαν ο ίδιος είχε δει, πριν από λίγες μόλις νύχτες και που οδηγούσε από το ηλιακό σύστημα ως πέρα στα βάθη του διαστήματος.
Ήταν μια αδύνατη σύμπτωση. Το «NGS 549672» έπρεπε να είναι η πατρίδα των Επικυριάρχων. Κι όμως με το να  παραδεχτεί το γεγονός αυτό, παραβιαζόταν όλες οι αγαπημένες ιδέες που είχε ο Γιαν για την επιστημονική μέθοδο έρευνας. Πολύ καλά – ας παραβιασθούν. Θα έπρεπε να παραδεχτεί το γεγονός ότι, κατά κάποιο τρόπο, το φανταστικό πείραμα του Ρούμπερτ είχε ανοίξει μια άγνωστη, ως τώρα πηγή γνώσεως.
Ο Ρασαβεράκ; Αυτό έμοιαζε να ήταν η πιο πιθανή εξήγηση. Ο Επικυρίαρχος δεν ήταν στον κύκλο, αυτό όμως ήταν δευτερεύον θέμα. Ο Γιαν, όμως, δεν ενδιαφερόταν για τον μηχανισμό της παραφυσικής· τον ενδιέφερε μόνο να χρησιμοποιήσει τα αποτελέσματά της.
Πολύ λίγα πράγματα ήταν γνωστά για το NGS549672: δεν υπήρχε τίποτα να το ξεχωρίσει από ένα εκατομμύρια παρόμοια άστρα. Ο κατάλογος όμως έδινε το μέγεθός του, τις συντεταγμένες του και τον φασματοσκοπικό τύπο του. Ο Γιαν θα έπρεπε να κάνει μερικές ακόμη έρευνες και μερικούς απλούς υπολογισμούς· μετά θα ήξερε, κατά προσέγγιση τουλάχιστον, πόσο μακριά ήταν η πατρίδα των Επικυρίαρχων από την Γη.
Ένα χαμόγελο απλώθηκε αργά στο πρόσωπο του Γιαν καθώς έφυγε από τον Τάμεση, ξαναγυρίζοντας στην λαμπερή πρόσοψη του Επιστημονικού κέντρου. Η γνώση είναι δύναμη – και ήταν ο μόνος άνθρωπος στη Γη που ήξερε την καταγωγή των Επικυρίαρχων. Πως θα χρησιμοποιούσε την γνώση αυτή, δεν ήξερε. Θα έμενε ασφαλισμένη στον νου του, περιμένοντας την στιγμή του πεπρωμένου.
Η ανθρώπινη φυλή εξακολουθούσε να λιάζεται στο μακρύ, ανέφελο, καλοκαιρινό απογευματινό της ειρήνης και της ευημερίας. Θα ξαναρχόταν άραγε ποτέ ο χειμώνας; Ήταν κάτι το ασύλληπτο. Η εποχή της λογικής, που την είχαν υποδεχτεί πρόωρα οι αρχηγοί της Γαλλικής Επανάστασης πριν δυόμιση αιώνες, είχε γίνει τώρα πραγματικότητα. Αυτή την φορά δεν ήταν λάθος.
Υπήρχαν βέβαια και μειονεκτήματα, αν και τα δεχόταν με ευχαρίστηση. Έπρεπε να είναι κανείς πολύ γέρος για ν’ αντιληφθεί ότι οι εφημερίδες που τύπωνε κάθε μέρα, σε κάθε σπίτι, το τηλέτυπο ήταν στην ουσία αρκετά ανιαρές. Δεν υπήρχαν πια οι κρίσεις που δημιουργούσαν κάποτε τους τεράστιους τίτλους. Δεν υπήρχαν πια μυστηριώδεις δολοφονίες για να φέρουν την αστυνομία σε αδιέξοδο και να δημιουργήσουν μέσα σε εκατομμύρια στήθη ηθική αγανάκτηση που συχνά ήταν απωθημένη ζήλια. Όσες δολοφονίες γίνονταν τώρα δεν ήταν ποτέ μυστηριώδεις· αρκούσε να γυρίσει κανείς ένα κουμπί – και μπορούσες να δεις το έγκλημα να διαπράττεται ξανά. Το γεγονός ότι υπήρχαν μηχανήματα ικανά για τέτοια πράγματα είχε στην αρχή δημιουργήσει σημαντικό πανικό ανάμεσα στους εντελώς φιλόνομους ανθρώπους. Αυτό ήταν κάτι που οι Επικυρίαρχοι, για τα περισσότερα από τα παράξενα της ανθρώπινης ψυχολογίας, δεν είχαν προβλέψει. Χρειάστηκε να γίνει σαφές ότι κανένας ηδονοβλεψίας δεν θα ήταν σε θέση να κατασκοπεύσει τους συνανθρώπους του και ότι τα λιγοστά μηχανήματα που βρίσκονταν στα χέρια ανθρώπων θα ήταν κάτω από αυστηρό έλεγχο. Ο πομπός του Ρούμπερτ Μπόις, για παράδειγμα, δεν μπορούσε να λειτουργήσει πέρα από τα όρια του σταθμού και έτσι κι αυτός και η Μάγια ήταν τα μόνα άτομα μέσα στην ακτίνα δράσεώς του.
Κι αυτά όμως τα λίγα σοβαρά εγκλήματα που γίνονταν δεν έπαιρναν σπουδαία θέση στις ειδήσεις. Γιατί οι άνθρωποι με καλή ανατροφή δεν ενδιαφέρονται, σε τελευταία ανάλυση, να διαβάζουν για τις κοινωνικές γκάφες των άλλων.
Η μέση εργάσιμη εβδομάδα είχε τώρα κάπου είκοσι ώρες – αλλά οι είκοσι αυτές ώρες δεν ήταν αργομισθία. Πολύ λίγες εργασίες είχαν μείνει ρουτινιάρικες, μηχανικές. Το μυαλό των ανθρώπων ήταν κάτι το πάρα πολύ πολύτιμο για να σπαταλιέται σε εργασίες που θα μπορούσαν να κάνουν μερικές χιλιάδες τρανζίστορς,  μερικά φωτοηλεκτρικά κύτταρα κι ένα κυβικό μέτρο τυπωμένων κυκλωμάτων. Υπήρχαν εργοστάσια που λειτουργούσαν εβδομάδες συνέχεια χωρίς να τα επισκεφθεί ούτε ένας άνθρωπος. Οι άνθρωποι χρειάζονταν για ν’ αντιμετωπίσουν δύσκολες καταστάσεις, να παίρνουν αποφάσεις και να σχεδιάζουν νέες επιχειρήσεις. Τα ρομπότ έκαναν όλα τα υπόλοιπα.
Η ύπαρξη τόσο πολύ ελεύθερου χρόνου θα είχε δημιουργήσει, πριν ένα αιώνα, πελώρια προβλήματα. Η μόρφωση είχε υπερνικήσει τα περισσότερα, γιατί ένα καλοεφοδιασμένο μυαλό είναι απρόσβλητο από την ανία. Το γενικό επίπεδο μόρφωσης ήταν σ’ ένα ύψος που κάποτε θα φαινόταν φανταστικό. Δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι η εξυπνάδα της ανθρωπότητας είχε αυξηθεί αλλά ήταν η πρώτη φορά που δινόταν σε όλους η ευκαιρία να αξιοποιήσουν το μυαλό που είχαν.
Οι περισσότεροι άνθρωποι είχαν δυό σπίτια, σε μέρη του κόσμου που απείχαν πολύ μεταξύ τους. Τώρα που οι πολικές περιοχές είχαν ανοιχτεί, ένα σημαντικό ποσοστό της ανθρώπινης φυλής μετακινιόταν από την Αρκτική στην Ανταρκτική, κάθε έξη μήνες, ζητώντας το μακρύ, χωρίς νύχτες, πολικό καλοκαίρι. Άλλοι είχαν πάει στην έρημο, πάνω στα βουνά ή ακόμη μέσα στη θάλασσα. Δεν υπήρχε κανένα μέρος πάνω στον πλανήτη όπου η επιστήμη και η τεχνολογία δεν μπορούσαν να σου δημιουργήσουν ένα άνετο σπίτι, αν το ήθελες πολύ.
Μερικές από τις πιο εκκεντρικές κατοικίες έδιναν τις λιγοστές ενδιαφέρουσες ειδήσεις. Ακόμη και στην πιο τέλεια οργανωμένη κοινωνία θα συμβαίνουν πάντα ατυχήματα. Ίσως να ήταν ένα καλό σημείο το ότι ο κόσμος θεωρούσε πως άξιζε τον κόπο να διακινδυνεύουν και μερικές φορές να χάνουν τη ζωή τους για χάρη μιας άνετης βίλας χωμένης κάτω από την κορυφή του Έβερεστ ή που έβλεπε μέσα από τους καταρράκτες της Βικτώριας. Σαν συνέπεια, πάντα κάπου διέσωζαν κάποιον από κάποιο κίνδυνο. Είχε γίνει ένα είδος παιγνιδιού – σχεδόν ένα παγκόσμιο σπορ.
Οι άνθρωποι μπορούσαν να ικανοποιήσουν τις παραξενιές τους αυτές γιατί είχαν και τον καιρό και το χρήμα. Η κατάργηση των ενόπλων δυνάμεων είχε αμέσως διπλασιάσει σχεδόν τον ενεργό πλούτο της Γης και η αυξημένη παραγωγή είχε κάνει τα υπόλοιπα. Ήταν δύσκολο επομένως να συγκρίνει κανείς το βιοτικό επίπεδο του ανθρώπου του εικοστού αιώνα με οποιουδήποτε προγόνου του. Όλα ήταν τόσο φτηνά, ώστε τα απαραίτητα για την διαβίωση παρέχονταν δωρεάν, σαν υποχρέωση της πολιτείας προς την κοινωνία, όπως άλλοτε οι δρόμοι, το νερό, ο φωτισμός των δρόμων και η αποχέτευση. Ο καθένας μπορούσε να ταξιδέψει όπου ήθελε, να φάει οτιδήποτε φαγητό ήθελε – χωρίς να δώσει ούτε φράγκο. Είχε αποκτήσει το δικαίωμα να το κάνει, με το να είναι ένα παραγωγικό μέλος της κοινωνίας.
Υπήρχαν φυσικά και μερικοί κηφήνες, αλλά ο αριθμός των ανθρώπων που έχουν αρκετά δυνατή θέληση για να αφοσιωθούν σε μια ζωή απόλυτης τεμπελιάς είναι πολύ μικρότερος απ’ ότι νομίζεται γενικά. Το να συντηρήσει κανείς κάτι τέτοια παράσιτα ήταν λιγότερο βαρύ απ’ ότι το να συντηρήσει τις στρατιές των εισπρακτόρων, των βοηθών στα καταστήματα, των υπαλλήλων των τραπεζών, των χρηματιστών και άλλων, που η κύρια λειτουργία τους ήταν, αν κανείς το έβλεπε από μια παγκόσμια άποψη, να μεταφέρουν εγγραφές από το ένα κατάστιχο στο άλλο.
Είχε υπολογιστεί ότι το ένα τέταρτο σχεδόν της συνολικής δραστηριότητας της ανθρώπινης φυλής ξοδευόταν τώρα σε διάφορα είδη σπορ, από τα πιο καθιστικά, όπως ήταν το σκάκι, ως τις πιο θανατηφόρες απασχολήσεις, όπως ήταν ο συνδυασμός σκι και ανεμόπτερου πάνω στις ορεινές κοιλάδες. Ένα απρόβλεπτο αποτέλεσμα αυτών ήταν η εξαφάνιση των επαγγελματιών σπόρτσμαν. Υπήρχαν τόσοι πολλοί λαμπροί ερασιτέχνες και οι αλλαγμένες οικονομικές συνθήκες είχαν εξαφανίσει σαν άχρηστο το παλιό σύστημα.
Ύστερα από τα σπορ, η ψυχαγωγία, σ’ όλες της τις μορφές, ήταν η μεγαλύτερη βιομηχανία. Για πάνω από εκατό χρόνια τώρα, υπήρχαν άνθρωποι που πίστευαν ότι το Χόλλυγουντ ήταν το κέντρο του κόσμου. Τώρα θα μπορούσαν να το πουν πιο έγκυρα, αλλά ήταν επίσης βέβαιο αν έλεγες ότι οι περισσότερες από τις παραγωγές του 2050 θα φαίνονταν ακατανόητα εγκεφαλικές για τους θεατές του 1950. Κάτι είχε βελτιωθεί· το ταμείο δεν ήταν πια ο κυρίαρχος.
Μέσα σ’ όλες τις τρέλες και τις διασκεδάσεις ενός πλανήτη που τώρα έμοιαζε σαν να ήταν προορισμένος να γίνει ένας απέραντος χώρος παιγνιδιού, υπήρχαν και μερικοί που εύρισκαν ακόμη καιρό να κάνουν μια αρχαία αλλά πάντα αναπάντητη ερώτηση:
«Που θα βγάλουν όλα αυτά;»

ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20
Ο ΧΡΥΣΟΣ ΑΙΩΝΑΣ
Ο Γιαν ακούμπησε πάνω στον ελέφαντα κι έβαλε το χέρι του στο δέρμα του, που ήταν ανώμαλο σαν τον φλοιό δέντρου. Κοίταξε τους μεγάλους χαυλιόδοντες και την κυρτωμένη προβοσκίδα που η τέχνη του ταριχευτή την είχε τοποθετήσει στη στάση ενός χαιρετισμού ή μιας πρόκλησης. Ποια άραγε παράξενα πλάσματα, αναρωτήθηκε, από ποιους παράξενους κόσμους θα κοιτούσαν κάποια μέρα στον εξόριστο αυτόν από τη Γη;
«Πόσα ζώα έχεις στείλει ως τώρα στους Επικυρίαρχους;», ρώτησε τον Ρούμπερτ.
«Τουλάχιστον πενήντα, αν κι αυτό φυσικά είναι το μεγαλύτερο ως τώρα. Δεν είναι καταπληκτικός; Τα περισσότερα από τα άλλα ήταν πολύ μικρά – πεταλούδες, φίδια, μαϊμούδες και τέτοια… αν και πέρυσι τους έστειλα έναν ιπποπόταμο».
Ο Γιαν χαμογέλασε στεγνά.
«Η σκέψη είναι μακάβρια, αλλά υποθέτω ότι θα έχουν τώρα μια καλοταριχευμένη ομάδα του Χόμο Σάπιενς στη συλλογή τους. Θα ήθελα να ξέρω σε ποιους δόθηκε η τιμή».
«Μπορεί να έχεις δίκιο…», είπε αδιάφορα ο Ρούμπερτ. «Θα είναι εύκολο να το κάνουν μέσω νοσοκομείων».
«Τι υα συνέβαινε άραγε;», συνέχισε σκεφτικός ο Γιαν, «αν κάποιος προσφερόταν εθελοντικά να πάει για ζωντανό δείγμα; Προϋποθέτοντας φυσικά ότι θα ήταν εξασφαλισμένη η επιστροφή του».
Ο Ρούμπερτ γέλασε όχι χωρίς συμπάθεια.
«Προσφέρεσαι για κάτι τέτοιο; Να το μεταβιβάσω στον Ρασαβεράκ;»
Για μια στιγμή ο Γιαν σκέφτηκε την ιδέα στα σοβαρά. Κατόπιν κούνησε αρνητικά το κεφάλι του.
«Ε, όχι. Απλώς σκεφτόμουν μεγαλόφωνα. Οπωσδήποτε θα την απορρίψουν. Αλήθεια, τον βλέπεις καθόλου τον Ρασαβεράκ αυτές τις μέρες;»
«Μου έκανε μια επίσκεψη πριν έξη εβδομάδες. Είχε βρει ένα βιβλίο που κυνηγούσα καιρό. Ήταν αρκετά ευγενικό εκ μέρους του».
Ο Γιαν έκανε μια αργή βόλτα γύρω από το ταριχευμένο τέρας, θαυμάζοντας την τέχνη που του είχε μαρμαρώσει για πάντα στη στιγμή αυτή της μεγαλύτερης δύναμής του.
«ανακάλυψε τελικά αυτό που ζητούσε;», ρώτησε . «Θέλω να πω, είναι πολύ δύσκολο να συμβιβάσει κανείς την επιστήμη των Επικυρίαρχων με ένα ενδιαφέρον για τις απόκρυφες επιστήμες».
Ο Ρούμπερτ κοίταξε τον Γιαν με υποψία, καθώς αναρωτιόταν μήπως ο κουνιάδος του τον κορόιδευε για το χόμπι του.
«Η εξήγηση που έδωσε μου φαίνεται ικανοποιητική. Σαν ανθρωπολόγος, ενδιαφέρεται για όλες τις εκδηλώσεις του πνευματικού πολιτισμού μας. Μην ξεχνάς ότι έχουν πολύ καιρό στη διάθεση τους. Μπορούν να ερευνήσουν κάτι πολύ πιο λεπτομερειακά απ’ ότι θα μπορούσε ποτέ ένας ανθρώπινος ερευνητής. Η ανάγνωση ολόκληρης της βιβλιοθήκης μου πιθανότατα να μην κούρασε παρά ελάχιστα τον Ράσσυ…»
Ίσως και να ήταν αυτή η απάντηση, αλλά ο Γιαν δεν είχε πεισθεί. Μερικές φορές είχε κάνει τη σκέψη να εμπιστευτεί το μυστικό του στον Ρούμπερτ αλλά η φυσική του καχυποψία τον είχε συγκρατήσει. Όταν θα ξανασυναντούσε τον φίλο του τον Επικυρίαρχο ο Ρούμπερτ, κατά πάσα πιθανότητα, θα άφηνε κάτι να του ξεφύγει – ο πειρασμός θα ήταν πάρα πολύ μεγάλος.
«Εδώ που τα λέμε …», είπε ο Ρούμπερτ αλλάζοντας ξαφνικά θέμα, «… αν νομίζεις ότι αυτή εδώ είναι μεγάλη δουλειά, θα πρέπει να δεις τη παραγγελία που πήρε ο Σάλλιβαν. Υποσχέθηκε να παραδώσει τα δυό μεγαλύτερα πλάσματα του κόσμου – μια φάλαινα φυσητήρα κι ένα γιγάντιο καλαμάρι. Θα είναι και τα δυό μαζί ενωμένα σε μια σύγκρουση μέχρι θανάτου. Αυτή θα είναι ωραία σύνθεση!»
Για μια στιγμή ο Γιαν δεν απάντησε. Η σκέψη που ξεπήδησε ξαφνικά μέσα στο μυαλό του ήταν πάρα πολύ εξωφρενική, πάρα πολύ φανταστική για να την πάρει κανείς στα σοβαρά. Κι όμως, ίσως η αποκοτιά του να πετύχαινε…
«Τι έπαθες;», ρώτησε ανήσυχος ο Ρούμπερτ. «Σε πείραξε η ζέστη;»
Ο Γιαν γύρισε στην πραγματικότητα με δυσκολία.
«Εντάξει είμαι», είπε . «Απλώς αναρωτιόμουν πως θα παραλάβουν οι Επικυρίαρχοι ένα τόσο μικρό δεματάκι»
«Α!|, είπε ο Ρούμπερτ, «… ένα απ’ αυτά τα μεταφορικά σκάφη τους, θα κατέβει κάτω, θ’ ανοίξει μια καταπακτή και θα το ανεβάσει μέσα με γερανό»
«Αυτό…» είπε ο Γιαν, «… είναι ακριβώς το ίδιο που σκέφτηκα κι εγώ»
Θα μπορούσε να ήταν η καμπίνα ενός διαστημοπλοίου, αλλά δεν ήταν. Οι τοίχοι ήταν σκεπασμένοι με μετρητές και εργαλεία· δεν υπήρχαν παράθυρα – μόνο μια μεγάλη οθόνη μπροστά από τον πιλότο. Τα σκάφος θα μπορούσε να μεταφέρει έξη επιβάτες, αλλά τη στιγμή αυτή ο Γιαν ήταν ο μοναδικός.
Κοίταξε την οθόνη με προσοχή, απορροφώντας κάθε εικόνα αυτής της παράξενης και άγνωστης περιοχής καθώς περνούσε μπροστά από τα μάτια του. άγνωστη, ναι, τόσο άγνωστη που οτιδήποτε θα συναντούσε πέρα από τα άστρα, αν πετύχαινε το τρελό σχέδιό του. Έμπαινε στο βασίλειο εφιαλτικών πλασμάτων που αλληλοτρώγονταν μέσα σε ένα σκοτάδι που τίποτα δεν το είχε ταράξει από καταβολής κόσμου. Ήταν ένα βασίλειο πάνω από το οποίο οι άνθρωποι έπλεαν εδώ και χιλιάδες χρόνια· δεν ήταν παραπάνω από χίλια μέτρα πιο κάτω από τις καρίνες των πλοίων τους – κι όμως μέχρι και πριν εκατό χρόνια οι άνθρωποι ήξεραν γι αυτό λιγότερα απ’ όσα ήξεραν για την ορατή πλευρά του φεγγαριού.
Ο πιλότος κατέβαινε από τα ύψη του ωκεανού στην ακόμη ανεξερεύνητη απεραντοσύνη της λεκάνης του Νότιου Ειρηνικού. Ακολουθούσε, το γνώριζε ο Γιαν, το αόρατο δίχτυ ηχητικών κυμάτων που δημιουργούσαν φάροι τοποθετημένοι στον βυθό του ωκεανού. Την στιγμή αυτή έπλεαν τόσο ψηλά πάνω από τον βυθό αυτό, όσο και τα σύννεφα πάνω από την Γη.
Πολύ λίγα πράγματα μπορούσε να δει κανείς οι δέκτες του υποβρυχίου έψαχναν μάταια τα νερά. Η αναταραχή που δημιουργούσαν οι πύραυλοι του είχαν φαίνεται τρομάξει τα μικρά ψάρια· αν κανένα πλάσμα θα πλησίαζε να δει τι συμβαίνει, θα ήταν κάτι τόσο μεγάλο, που δεν θα ήξερε τι θα πει φόβος.
Η μικρή καμπίνα παλλόταν από δύναμη – την δύναμη που μπορούσε και συγκρατούσε το πελώριο βάρος του νερού πάνω από τα κεφάλια τους και δημιουργούσε αυτή την μικρή φούσκα από φως και αέρα που μέσα της μπορούσαν να ζήσουν άνθρωποι. Αν έχαναν την δύναμη αυτή, σκέφτηκε ο Γιαν, θα έμεναν αιχμάλωτοι μέσα σε ένα μεταλλικό τάφο, θαμμένο βαθιά μέσα στη λάσπη του βυθού του ωκεανού.
«Καιρός να προσδιορίσουμε τη θέση μας», είπε ο πιλότος. Έκλεισε μια σειρά διακόπτες και το υποβρύχιο σταμάτησε με μια μικρή κίνηση επιβράδυνσης καθώς οι πύραυλοι επιβράδυναν την ώθησή τους. Το σκάφος ήταν ακίνητο πλέοντας σε σημείο ισορροπίας όπως ένα μπαλόνι στον αέρα.
Δεν χρειάστηκαν πάνω από ένα λεπτό για να ελέγξουν τη θέση τους στο δίκτυο του σόναρ. Όταν ο πιλότος τελείωσε να μελετά όλα τα όργανα, είπε: «Πριν ξαναβάλω εμπρός τους κινητήρες, ας δούμε αν μπορούμε ν’ ακούσουμε τίποτα»
Το μεγάφωνο γέμισε το ήσυχο μικρό δωμάτιο μ’ ένα σιγανό, συνεχές μουρμούρισμα. Δεν υπήρχε κανένας ειδικός ήχος που ο Γιαν να μπορούσε να ξεχωρίσει από τους άλλους. Ήταν ένα σταθερό σύνολο που μέσα του συγχωνεύονταν όλοι οι γνωστοί θόρυβοι. Ο Γιαν ήξερε ότι άκουγε τις μυριάδες των πλασμάτων της θάλασσας να μιλούν αναμεταξύ τους. Ήταν σαν να στεκόταν στη μέση ενός πελώριου δάσους που ήταν γεμάτο ζωή – εκτός από το γεγονός ότι εκεί θα μπορούσε να ξεχωρίσει μερικές από τις φωνές. Εδώ όμως δεν μπορούσε να ξεχωρίσει και να ξεδιαλέξει ούτε μια κλωστή από το ταπέτο αυτό του ήχου. Ήταν κάτι τόσο ξένο, τόσο απομακρυσμένο απ’ ότι είχε γνωρίσει ποτέ, που ο Γιαν ανατρίχιασε. Κι όμως ήταν ένα κομμάτι του κόσμου που ζούσε.
Το ουρλιαχτό έσκισε το παλλόμενο σύνολο σαν μια αστραπή πάνω σε σκοτεινιασμένο σύννεφο θύελλας. Άλλαζε γρήγορα σε ένα μανιακό κλαψούρισμα, έναν ολολυγμό που έσβησε και χάθηκε, για να επαναληφθεί μια στιγμή αργότερα από μια μακρινή πηγή. Κατόπιν ξέσπασε μια χορωδία ουρλιαχτών, ένα πανδαιμόνιο που ανάγκασε τον πιλότο να χαμηλώσει αμέσως την ένταση του μεγαφώνου.
«Για τ’ όνομα του Θεού, τι ήταν αυτό;», ρώτησε τρομοκρατημένος ο Γιαν.
«Αλλόκοτο πράγμα ε; Είναι μια ομάδα φάλαινες, γύρω στα δέκα χιλιόμετρα από δω. Ήξερα ότι ήταν εδώ τριγύρω και σκέφτηκα ότι θα ήθελες να τις ακούσεις»
Ο Γιαν ανατρίχιασε.
«Κι εγώ πάντα είχα την γνώμη ότι η θάλασσα ήταν σιωπηλή. Γιατί κάνουν όλη αυτή την φασαρία;»
«Θα μιλούν μεταξύ τους υποθέτω. Ο Σάλλιβαν θα μπορούσε να σου εξηγήσει – λένε ότι μπορεί ακόμη και να ξεχωρίσει τις φωνές της κάθε μιας, αν κι αυτό δεν το πιστεύω και πολύ. Α! Αποκτήσαμε παρέα»
Ένα ψάρι με απίστευτα μεγάλα σαγόνια φανερώθηκε στην οθόνη. Φαινόταν αρκετά μεγάλο, αλλά καθώς ο Γιαν δεν ήξερε τη κλίμακα της εικόνας, δεν μπορούσε να το κρίνει εύκολα. Κρεμασμένο κάτω από βράγχια του ήταν ένα μακρύ πλοκάμι που τελείωνε σε ένα απροσδιόριστο όργανο σε σχήμα καμπάνας.
«Το βλέπουμε τώρα με υπέρυθρες ακτίνες», είπε ο πιλότος. «Ας δούμε πως είναι η φυσιολογική του εικόνα»
Τα ψάρι χάθηκε εντελώς. Μόνο το όργανο στην άκρη του πλοκαμιού ήταν ορατό, λάμποντας με το δικό του μικρό φωσφορισμό. Ύστερα μόνο για μια στιγμή, το σχήμα του ψαριού φάνηκε στην οθόνη καθώς μια σειρά από φώτα άναψε κατά μήκος του σώματός του.
«Είναι ένας ψαράς· αυτό είναι το δόλωμα που χρησιμοποιεί για να τραβά άλλα ψάρια. Απίθανο ε; Αυτό που δεν καταλαβαίνω είναι γιατί το δόλωμά του δεν τραβά ψάρια αρκετά μεγάλα για να τον φάνε; Δεν μπορούμε όμως να μείνουμε όλη μέρα εδώ. Κοίτα να δεις πως θα το σκάσει όταν βάλω εμπρός τους πυραύλους»
Η καμπίνα άρχισε ξανά να πάλλεται καθώς το σκάφος ξεκίνησε σιγά – σιγά. Το μεγάλο φωσφορίζον ψάρι άναψε ξαφνικά όλα του τα φώτα σαν ένα μανιασμένο σήμα κινδύνου και χάθηκε σαν φωτεινό μετέωρο μέσα στο σκοτάδι της αβύσσου.
Ύστερα από είκοσι ακόμη λεπτά αργής καθόδου, τα αόρατα δάχτυλα των ακτίνων του σόναρ έπιασαν τα πρώτα ίχνη από τον βυθό των ωκεανών. Μακριά κάτω τους περνούσε μια σειρά από χαμηλούς λόφους, που οι γραμμές τους ήταν παράξενα απαλές και στρογγυλεμένες. Οποιεσδήποτε ανωμαλίες κι αν παρουσίαζαν ποτέ, είχαν σκεπαστεί από καιρό από την ασταμάτητη βροχή που έπεφτε από τα υδάτινα ύψη από πάνω τους. Ακόμη κι εδώ, στη μέση του Ειρηνικού, μακριά από τις εκβολές των μεγάλων ποταμών που σιγά – σιγά έριχναν τις ηπείρους στη θάλασσα, η βροχή αυτή δεν σταματούσε ποτέ. Ερχόταν από τις θυελλώδεις πλευρές των Άνδεων, από τα κύματα δισεκατομμυρίων ζωντανών πλασμάτων, από την σκόνη μετεώρων που αφού περιπλανήθηκαν μέσα στο διάστημα για αιώνες, ήλθαν τελικά ν’ αναπαυθούν. Εδώ στην αιώνια νύχτα, η βροχή έβαζε τα θεμέλια για μελλοντικές ηπείρους.
Οι λόφοι χάθηκαν πίσω τους. Βρίσκονταν τώρα, όπως έβλεπε στο χάρτη ο Γιαν, στα σύνορα μιας μεγάλης πεδιάδας που εκτεινόταν σε βάθος τόσο μεγάλο ώστε το σόναρ δεν την έφτανε.
Το υποβρύχιο συνέχισε την ήρεμη πορεία του προς τα κάτω. Τώρα μια νέα εικόνα είχε αρχίσει να σχηματίζεται πάνω στην οθόνη. Όπως την έβλεπε ο Γιαν άργησε να αντιληφθεί τι ήταν ακριβώς. Ύστερα κατάλαβε ότι πλησίαζαν ένα υποβρύχιο βουνό που ξεπεταγόταν από την κρυμμένη πεδιάδα.
Η εικόνα ήταν τώρα πιο σταθερή σε τόσο μικρή ακτίνα, η λήψη του σόναρ είχε βελτιωθεί και η εικόνα ήταν τόσο καθαρή σαν να σχηματιζόταν από κύματα φωτός. Ο Γιαν μπορούσε να ξεχωρίσει λεπτομέρειες, να δει τα παράξενα ψάρια που κυνηγούσε το ένα το άλλο ανάμεσα στα βράχια. Για μια στιγμή ένα ψάρι με αποκρουστική όψη και ανοιχτό στόμα πέρασε αργοκολυμπώντας μπρος από μια μισοκλεισμένη σχισμή ενός βράχου. Τόσο ξαφνικά, τόσο γρήγορα που το μάτι δεν πρόλαβε να δει την κίνηση, ένα μακρύ πλοκάμι τινάχτηκε και έσυρε το ψάρι που αγωνιζόταν να ξεφύγει στο θάνατό του.
«Φτάσαμε σχεδόν», είπε ο πιλότος, «θα μπορείς να δεις το εργαστήρι σε δυό λεπτά»
Ταξίδευαν αργά πάνω από μια βραχώδη προεξοχή που πεταγόταν από την βάση του βουνού. Η πεδιάδα που βρισκόταν κάτω του έμπαινε τώρα στην εικόνα· ο Γιαν υπολόγισε ότι βρισκόταν το πολύ μερικές εκατοντάδες μέτρα πάνω από το βυθό της θάλασσας. Κατόπιν είδε, κάπου χίλια μέτρα εμπρός τους, μια συστάδα από σφαίρες που στηρίζονταν πάνω σε τρίποδες και ήταν ενωμένες με συνδετικούς σωλήνες. Έμοιαζαν ακριβώς σαν τα ντεπόζιτα ενός χημικού εργοστασίου και πράγματι ήταν κατασκευασμένες πάνω στις ίδιες βασικές αρχές. Η μόνη διαφορά ήταν ότι η πίεση στην οποία έπρεπε να αντέχουν, βρισκόταν απ’ έξω και όχι από μέσα.
«Τι είναι αυτό;», ρώτησε ξαφνιασμένος ο Γιαν. Έδειξε με τρεμάμενο δάχτυλο την πιο κοντινή σφαίρα. Τα παράξενα γραμμικά σχέδια στην επιφάνειά της είχαν γίνει ένα δίχτυ από πελώρια πλοκάμια. Καθώς το υποβρύχιο πλησίασε, μπόρεσε να δει ότι κατάληγαν σ’ ένα μεγάλο, άμορφο σάκο, που από μέσα του πρόβαλε ένα ζευγάρι πελώρια μάτια.
«Αυτό» είπε αδιάφορα ο πιλότος, «πρέπει να είναι ο Λούσιφερ. Κάποιος τον ταΐζει πάλι». Πάτησε ένα διακόπτη και έσκυψε πάνω στον πίνακα ελέγχου.
«Το Τ.Σ.2 καλεί εργαστήριο. Πλησιάζω για σύνδεση. Διώχνετε παρακαλώ το ζωάκι σας;»
Η απάντηση ήρθε αμέσως:
«Εργαστήριο προς Τ.Σ.2. οκ – συνέχισε και συνδέσου. Ο Λούσυ θα φύγει από τον δρόμο σου»
Οι κυρτοί μετάλλινοι τοίχοι άρχισαν να γεμίζουν την οθόνη. Ο Γιαν είδε για τελευταία φορά ένα γιγάντιο, γεμάτο μυζητήρες πλοκάμι που χάθηκε απότομα καθώς πλησίαζαν. Κατόπιν ακούστηκε ένας μουντός μεταλλικός ήχος και μια σειρά ξυσίματα καθώς οι άρπαγες έψαχναν να βρουν τις θήκες τους πάνω στη λεία, ωοειδή πλευρά του υποβρυχίου. Σε λίγα λεπτά το σκάφος ήταν κολλημένο γερά πάνω στον τοίχο της βάσης, οι δυό είσοδοι είχαν ενωθεί και έμπαιναν μέσα στο τοίχωμα του υποβρύχιου σαν μια πελώρια κούφια βίδα. Κατόπιν ακούστηκε το σήμα «ισορρόπηση πίεσης», οι πόρτες άνοιξαν και ο δρόμος για το εργαστήριο  Βαθειάς Θαλάσσης υπ αριθμόν 1 ήταν ανοιχτός.
Ο Γιαν βρήκε τον καθηγητή Σάλλιβαν σ’ ένα μικρό, ακατάστατο δωμάτιο που φαινόταν ότι συνδύαζε τις ιδιότητες του γραφείου, συνεργείου και εργαστηρίου. Ο Σάλλιβαν κοίταζε με το μικροσκόπιο μέσα σε κάτι που έμοιαζε με μικρή βόμβα. Κατά πάσα πιθανότητα ήταν μια κάψουλα πίεσης που περιείχε μερικά δείγματα ζωής του βυθού της θάλασσας, που ακόμη κολυμπούσαν χαρούμενα μέσα στις φυσιολογικές συνθήκες πίεσης πολλών τόνων ανά τετραγωνικό εκατοστό.
«Λοιπόν;» είπε ο Σάλλιβαν, σηκώνοντας απρόθυμα τα μάτια του από το μικροσκόπιο. «Τι κάνει ο Ρούμπερτ; Και σε τι μπορούμε να σας φανούμε χρήσιμοι;»
«Ο Ρούμπερτ είναι μια χαρά», απάντησε ο Γιαν, «σας στέλνει τους χαιρετισμούς του και λέει ότι θα ήθελε πολύ να σας επισκεφτεί αν δεν τον εμπόδιζε η κλειστοφοβία του»
«Τότε, σίγουρα θα αισθανόταν κάπως άσχημα εδώ κάτω με πέντε χιλιόμετρα νερό πάνω από το κεφάλι του. Αλήθεια, εσένα δεν σ’ ενοχλεί αυτό;»
Ο Γιαν ανασήκωσε τους ώμους του αδιάφορα.
«Όχι πιο πολύ από το να είμαι σ’ ένα στρατοσφαιρικό αεροπλάνο. Αν συμβεί κάποιο ατύχημα, το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο και στις δυό περιπτώσεις»
«Αυτή είναι η λογική αντιμετώπιση του θέματος, αλλά είναι παράξενο πόσο λίγος κόσμος το βλέπει έτσι». Ο Σάλλιβαν έπαιζε λίγο με τα κουμπιά του μικροσκοπίου του και κατόπιν έριξε στον Γιαν μια ερωτηματική ματιά.
«Θα χαρώ πολύ να σε ξεναγήσω», είπε, «… αλλά πρέπει να ομολογήσω ότι ξαφνιάστηκα λίγο όταν ο Ρούμπερτ μου διαβίβασε την παράκλησή σου. Δεν μπορώ να καταλάβω τι ενδιαφέρον μπορεί να έχει η δουλειά μας για ένα από σας, τα παιδιά του διαστήματος. Δεν νομίζεις ότι πήρες λάθος κατεύθυνση;». Γέλασε ευχαριστημένος. «Προσωπικά ποτέ μου δεν κατάλαβα γιατί βιάζεστε να πάτε εκεί έξω. Θα περάσουν αιώνες πριν μπορέσουμε να καταγράψουμε και να ταξινομήσουμε όλα όσα υπάρχουν στους ωκεανούς».
Ο Γιαν πήρε μια βαθιά ανάσα. Χαιρόταν που ο Σάλλιβαν είχε θίξει ο ίδιος το θέμα, γιατί έτσι διευκόλυνε το σκοπό του. Παρά τα αστεία του ιχθυολόγου, οι δυό είχαν πολλά κοινά σημεία. Δεν θα ήταν δύσκολο να γεφυρώσει τις διαφορές και να κερδίσει τη συμπάθεια και τη βοήθεια του Σάλλιβαν. Ήταν ένας άνθρωπος με φαντασία, αλλιώς ποτέ δεν θα είχε μπει μέσα σε αυτόν τον υποβρύχιο κόσμο. Ο Γιαν όμως θα έπρεπε να είναι επιφυλακτικός γιατί η πρόταση που θα έκανε ήταν, το λιγότερο, κάπως ασυνήθιστη.
Ένα πράγμα του έδινε θάρρος. Ακόμη κι αν ο Σάλλιβαν αρνιόταν να συνεργαστεί, ήταν σίγουρο ότι θα κρατούσε κρυφό το μυστικό του Γιαν. Και εδώ, μέσα σε αυτό το ήσυχο γραφείο πάνω στο βυθό του Ειρηνικού, φαινόταν ότι δεν υπήρχε κίνδυνος, οι Επικυρίαρχοι – οτιδήποτε παράξενες δυνάμεις κι αν είχαν – να μπορούσαν να παρακολουθήσουν την συνομιλία τους.
«Καθηγητά Σάλλιβαν…», άρχισε, «… αν σας ενδιέφερε ο ωκεανός, αλλά οι Επικυρίαρχοι σας εμπόδιζαν να τον πλησιάσετε, πως θα αισθανόσασταν;»
«Εξαιρετικά πειραγμένος, χωρίς άλλο»
«Είμαι σίγουρος γι αυτό. Και, υποθέσετε, ότι μια μέρα σας παρουσιαζόταν μια ευκαιρία να πραγματοποιήσετε το σκοπό σας, χωρίς να το ξέρουν, τι θα κάνατε; Θα εκμεταλλευόσαστε την ευκαιρία;»
Ο Σάλλιβαν δεν δίστασε καθόλου.
«Βεβαίως. Και θα την συζητούσα αργότερα»
«Έπεσε στα χέρια μου !», σκέφτηκε ο Γιαν. Δεν μπορεί τώρα να υποχωρήσει, εκτός αν φοβάται τους Επικυρίαρχους. Και αμφιβάλλω αν ο Σάλλιβαν φοβάται οτιδήποτε. Έσκυψε προς τα μπρος πάνω από το κατάφορτο τραπέζι και ετοιμάστηκε να παρουσιάσει την υπόθεσή του.
Ο καθηγητής Σάλλιβαν δεν ήταν βλάκας. Πριν προφτάσει ο Γιαν να μιλήσει, στο στόμα του χαράχτηκε ένα σαρδόνιο χαμόγελο.
«Ώστε αυτό λοιπόν είναι το παιγνίδι σου, έτσι;», είπε αργά. «Πολύ, πολύ ενδιαφέρον! Λοιπόν, μίλα και εξήγησε μου ακριβώς γιατί θα πρέπει να σε βοηθήσω…»

ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20
Μέρος β!
Ο ΧΡΥΣΟΣ ΑΙΩΝΑΣ
Σε μια περασμένη εποχή  θα θεωρούσαν τον καθηγητή Σάλλιβαν σαν μια δαπανηρή πολυτέλεια. Οι επιχειρήσεις του κόστιζαν όσο κι ένας μικρός πόλεμος. Θα μπορούσε δε να τον παρομοιάσει κανείς σαν ένα στρατηγό που διηύθυνε μια διαρκή εκστρατεία εναντίον ενός εχθρού που ποτέ δεν έπαυε ν’ αντιδρά. Ο εχθρός του καθηγητή Σάλλιβαν, ήταν η θάλασσα που τον πολεμούσε με όπλα το κρύο και το σκοτάδι – και, πάνω απ όλα, την πίεση. Κι αυτός με την σειρά του αντιμετώπιζε τον αντίπαλό του με την εξυπνάδα και την μηχανική τέχνη. Είχε κερδίσει πολλές νίκες, αλλά η θάλασσα ήταν υπομονετική· θα περίμενε. Μια μέρα, ο Σάλλιβαν το ήξερε, θα έκανε ένα λάθος. Τουλάχιστον είχε σαν παρηγοριά την γνώση ότι δεν θα πνιγόταν ποτέ. Ο θάνατος θα ερχόταν πολύ πιο γρήγορα.
Είχε αρνηθεί να δεσμεύσει τον εαυτό του μ’ οποιονδήποτε τρόπο όταν ο Γιαν έκανε την πρότασή του αλλά ήξερε ποια θα ήταν η απάντησή του. Εδώ του δινόταν η ευκαιρία για ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον επιστημονικό πείραμα. Ήταν κρίμα που δεν θα μάθαινε ποτέ το αποτέλεσμα· αυτό όμως γινόταν συχνά στην επιστημονική έρευνα και ο ίδιος είχε αρχίσει άλλα προγράμματα έρευνας που θα χρειαζόταν δεκάδες χρόνια για να συμπληρωθούν.
Ο καθηγητής Σάλλιβαν ήταν ένας έξυπνος και γενναίος άνθρωπος, αλλά εξετάζοντας την σταδιοδρομία του ως τώρα, ήξερε ότι αυτό δεν του είχε φέρει την δόξα που του εξασφαλίζει την διατήρηση του ονόματος ενός επιστήμονος στους αιώνες. Αυτή ήταν μια ευκαιρία, εντελώς απροσδόκητη και γι αυτό πολύ πιο ελκυστική, να εξασφαλίσει στ’ αλήθεια μια θέση στα βιβλία της ιστορίας. Αυτή δεν ήταν μια φιλοδοξία που θα την εμπιστευόταν ποτέ σε οποιονδήποτε – και, για να πούμε το δίκιο, θα βοηθούσε τον Γιαν ακόμη κι αν ο ρόλος του στη συνομωσία θα έμενε για πάντα μυστικός.
Όσο για τον Γιαν, τώρα είχε αρχίσει να έχει δισταγμούς. Η ώθηση της πρωταρχικής ανακάλυψής του τον είχε φέρει ως εδώ σχεδόν χωρίς προσπάθεια. Είχε κάνει τις έρευνες του, αλλά δεν είχε προχωρήσει θετικά έτσι που να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα. Θα έπρεπε όμως σε λίγες μέρες να διαλέξει. Αν ο καθηγητής Σάλλιβαν συμφωνούσε να συνεργασθεί, δεν υπήρχε τρόπος να υποχωρήσει. Θα έπρεπε ν’ αντιμετωπίσει το μέλλον που είχε διαλέξει, μ’ όλες του τις συνέπειες.
Αυτό που τον έκανε ν’ αποφασίσει τελικά ήταν η σκέψη ότι αν παραμέριζε την απίθανη αυτή ευκαιρία, δεν θα μπορούσε ποτέ να συγχωρήσει τοβ εαυτό του. Όλη η υπόλοιπη ζωή του θα περνούσε με μάταιες μετάνοιες – και τίποτε δεν θα ήταν χειρότερο απ’ αυτό.
Η απάντηση του Σάλλιβαν ήρθε λίγες ώρες αργότερα και ήξερε ότι ο κύβος ερρίφθη. Χωρίς βιασύνη, γιατί είχε ακόμη αρκετό καιρό, άρχισε να τακτοποιεί τις υποθέσεις του.
«Αγαπητή μου Μάγια…», άρχιζε το γράμμα, «… αυτό θα είναι για σένα – για να εκφραστώ στα ίσια – μια έκπληξη. Όταν θα πάρεις αυτό το γράμμα, εγώ δεν θα είμαι πια στη Γη. Μ’ αυτό δεν εννοώ ότι θα έχω πάει στο φεγγάρι, όπως έχουν κάνει τόσοι άλλοι. Όχι · θα είμαι στο δρόμο για τον κόσμο των Επικυριάρχων. Θα είμαι ο πρώτος άνθρωπος που θα έχει βγει ποτέ έξω από το Ηλιακό Σύστημα.
Θα δώσω το γράμμα αυτό σε κάποιο φίλο που με βοηθά· θα το κρατήσει μέχρι να μάθει ότι το σχέδιό μου πέτυχε – στην πρώτη του φάση τουλάχιστον – και όταν θα είναι πια πολύ αργά για να επέμβουν οι Επικυρίαρχοι. Θα είμαι τότε τόσο μακριά και θα ταξιδεύω με τόση ταχύτητα που αμφιβάλλω αν θα μπορέσει να με προλάβει οποιαδήποτε διαταγή. Κι αν όμως το καταφέρουν, φαίνεται απίθανο ότι το σκάφος θα μπορέσει να ξαναγυρίσει στη Γη. Και αμφιβάλλω πάρα πολύ αν θα αξίζω τον κόπο.
Πρώτα, θα σου εξηγήσω τι με οδήγησε σ’ αυτή την ενέργεια. Ξέρεις ότι πάντα με ενδιέφεραν τα ταξίδια στ’ άστρα και ότι πάντα αισθανόμουν απογοητευμένος γιατί δεν θα μας επέτρεπαν ποτέ να πάμε στους άλλους πλανήτες ή να μάθουμε κάτι για τον πολιτισμό των Επικυρίαρχων. Αν δεν είχαν ποτέ επέμβει, ίσως να είχαμε φτάσει τώρα στον Άρη και στην Αφροδίτη. Παραδέχομαι ότι ήταν η ίδια πιθανότητα να είχαμε καταστραφεί με τις βόμβες κοβαλτίου και τα άλλα όπλα μαζικής καταστροφής που ανέπτυσσε ο εικοστός αιώνας. Κι όμως μερικές φορές εύχομαι να μας είχε δοθεί η ευκαιρία να προοδεύσουμε μόνοι μας.
Πιθανώς οι Επικυρίαρχοι να έχουν τους λόγους τους που μας κρατούν στο νηπιαγωγείο και πιθανά οι λόγοι αυτοί να είναι για το καλό μας. Αλλά ακόμη κι αν ήξερα ποιοι είναι, αμφιβάλλω αν θα άλλαζαν πολύ τα αισθήματά μου ή οι ενέργειές μου.
Όλα άρχισαν ουσιαστικά στο πάρτι αυτό του Ρούμπερτ, (με την ευκαιρία ο ίδιος δεν έχει ιδέα, αν κι αυτός μ’ έβαλε στον σωστό δρόμο). Θυμάσαι εκείνη την ανόητη πνευματιστική συγκέντρωση που έκανε και που τελείωσε όταν αυτό το κορίτσι – ξεχνώ το όνομά της – λιποθύμησε; Είχα ρωτήσει από ποιο άστρο έρχονταν οι Επικυρίαρχοι και ήταν απάντηση ήταν «NGS 549672». Εγώ δεν περίμενα καμιά απάντηση και είχα συμπεριφερθεί και τότε σαν να ήταν όλα ένα αστείο. Όταν όμως αντιλήφθηκα ότι αυτός ήταν ένας αριθμός ενός καταλόγου άστρων, αποφάσισα να εξετάσω την υπόθεση. Βρήκα ότι το άστρο αυτό ήταν στον αστερισμό της Καρίνας – και ένα από τα λίγα στοιχεία που ξέρουμε για τους Επικυρίαρχους είναι ότι έρχονται από την κατεύθυνση αυτή.
Βέβαια δεν θέλω να υποκριθώ και να πω ότι κατάλαβα τον τρόπο με τον οποίο η πληροφορία αυτή έφτασε ως εμάς ούτε από πού προήλθε. Διάβασε κανείς άραγε την σκέψη του Ρασαβεράκ; Ακόμη κι αν έγινε αυτό, είναι απίθανο να ήξερε αυτός τον αριθμό με τον οποίο αναφέρεται ο ήλιος του σε ένα δικό μας κατάλογο. Το θέμα είναι εντελώς μυστηριώδες και αφήνω την λύση του σ’ άτομα όπως ο Ρούμπερτ – αν μπορούν. Για μένα αρκεί να πάρω την πληροφορία αυτή σαν βάση και να δράσω.
Τώρα γνωρίζουμε αρκετά, χάρη στις παρατηρήσεις από τις αναχωρήσεις τους, για την ταχύτητα των πλοίων των Επικυριάρχων. Αυτοί εγκαταλείπουν το ηλιακό σύστημα με τόσο τρομακτική επιτάχυνση, ώστε φτάνουν την ταχύτητα του φωτός σε λιγότερο από μια ώρα. Αυτό σημαίνει ότι οι Επικυρίαρχοι πρέπει να έχουν ένα είδος προωθητικού συστήματος που δρα εξ ίσου σε κάθε άτομο ύλης των πλοίων τους, ειδεμή όλα πάνω σ’ αυτά θα συνθλίβονταν αστραπιαία. Αναρωτιέμαι γιατί χρησιμοποιούν τέτοια κολοσσιαία επιτάχυνση αφού έχουν στη διάθεσή τους όλο το διάστημα και μπορούν ν’ αυξήσουν την ταχύτητά τους άνετα. Η γνώμη μου είναι ότι παίρνουν, κατά κάποιο τρόπο, ενέργεια από τα ενεργειακά πεδία που υπάρχουν γύρω από κάθε άστρο και για αυτό είναι υποχρεωμένοι να ξεκινούν και να σταματούν ενώ είναι κοντά σ’ ένα ήλιο. Αυτό όμως δεν είναι το θέμα μας..
Το σπουδαίο είναι ότι ξέρω πόσο μακριά πρέπει να πάνε κι επομένως πόσο χρόνο θα διαρκέσει το ταξίδι. Το NGS 549672 απέχει σαράντα έτη φωτός από την Γη. Τα πλοία των Επικυριάρχων κινούνται με το 99% της ταχύτητας του φωτός κι επομένως το ταξίδι θα πρέπει να διαρκέσει σαράντα χρόνια δικά μας. Με τον δικό μας χρόνο· εδώ είναι το πιο σπουδαίο σημείο σ’ αυτήν την υπόθεση.
Θα έχεις, βέβαια, ακούσει ότι πολλά παράξενα πράγματα συμβαίνουν όταν κάποιος πλησιάζει την ταχύτητα του φωτός. Ο χρόνος, αυτός καθαυτός, αρχίζει να κυλά με διαφορετικό ρυθμό – να κυλά πιο αργά ώστε το διάστημα που θα ήταν μήνες στη Γη δεν θα είναι παρά μέρες μέσα στο πλοίο των Επικυριάρχων. Το αποτέλεσμα αυτό είναι βασικό· το έχει ανακαλύψει ο μεγάλος Αϊνστάιν πριν από εκατό χρόνια.
Έχω κάνει υπολογισμούς βασισμένους στα όσα γνωρίζουμε για τον Αστροκινητήρα και χρησιμοποιώντας τα αδιάσειστα συμπεράσματα της θεωρίας της Σχετικότητας. Από την άποψη ενός επιβάτη μέσα σ’ ένα από τα πλοία των Επικυρίαρχων, το ταξίδι στο NGS 549672 θα διαρκέσει το πολύ δυό μήνες – αν και, με τα μέτρα της Γης, θα έχουν περάσει σαράντα χρόνια. Ξέρω ότι αυτό φαίνεται πολύ παράδοξο λογικά, αλλά σου λέω, σαν παρηγοριά, ότι έχει βασανίσει τις μεγαλύτερες διάνοιες του κόσμου από τότε που το ανακοίνωσε ο Αϊνστάιν.
Ίσως το παράδειγμα αυτό να σου δώσει να καταλάβεις το τι μπορεί να  συμβεί και θα σου δώσει μια πιο καθαρή εικόνα της κατάστασης. Αν οι Επικυρίαρχοι με ξαναστείλουν αμέσως στη Γη, θα γυρίσω μόνο κατά τέσσερις μήνες πιο γέρος. Στη Γη όμως θα έχουν περάσει ογδόντα χρόνια. Έτσι λοιπόν, Μάγια, καταλαβαίνεις ότι, οτιδήποτε κι αν συμβεί, αυτό είναι αντίο για πάντα…
Έχω πολύ λίγους δεσμούς που με συνδέουν εδώ, καθώς ξέρεις πολύ καλά κι έτσι μπορώ να φύγω με ελαφρά την συνείδηση. Δεν το είπα ακόμη στη μητέρα γιατί θα την έπιανε υστερία και δεν μπορώ να την υποφέρω. Είναι καλύτερα έτσι. Αν και έκανα προσπάθειες να φανώ ανεκτικός από τότε που πέθανε ο πατέρας – ω, δεν ωφελεί τώρα να τα ξανασκαλίζουμε!
Τελείωσα τις σπουδές μου και είπα στους αρμόδιους ότι για οικογενειακούς λόγους θα πάω στην Ευρώπη. Όλα είναι τακτοποιημένα και δεν έχεις να νοιαστείς για τίποτα.
Ίσως τώρα να φαντάζεσαι ότι είμαι τρελός μια και φαίνεται αδύνατο να καταφέρει κάποιος να μπει μέσα σε ένα από τα πλοία των Επικυρίαρχων. Κι όμως εγώ βρήκα τρόπο. Δεν τυχαίνει συχνά και μετά απ’ αυτό είναι ίσως να μην ξανασυμβεί γιατί είμαι σίγουρος ότι ο Καρέλλεν δεν θα κάνει το ίδιο λάθος δυό φορές. Ξέρεις τον μύθο του Δούρειου Ίππου που έμπασε τους Έλληνες μέσα στην Τροία; Υπάρχει όμως μια ιστορία στην Παλαιά Διαθήκη που είναι ακόμα πιο κοντά στην περίπτωση …»
«Πάντως θα είσαι πιο άνετα από τον Ιωνά», είπε ο Σάλλιβαν. «Δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι ήταν εφοδιασμένος με ηλεκτρικό φως και αποχέτευση. Θα χρειαστείς βέβαια, αρκετά τρόφιμα και βλέπω ότι παίρνεις και οξυγόνο. Μπορεί όμως να πάρεις όσο χρειάζεται για δυό μηνών ταξίδι μέσα σε τόσο μικρό χρόνο;»
Το δάχτυλό του έδειξε το λεπτομερειακό σχέδιο που ο Γιαν είχε απλώσει πάνω στο τραπέζι. Το μικροσκόπιο το κρατούσε στερεωμένο από την μια μεριά και το κρανίο ενός απίθανου ψαριού από την άλλη.
«Ελπίζω να μην είναι απαραίτητο το οξυγόνο», είπε ο Γιαν. «Ξέρουμε ότι μπορούν και αναπνέουν τον ατμοσφαιρικό μας αέρα, αλλά δεν δείχνουν ότι τους αρέσει πάρα πολύ και ίσως να μην μπορέσω να χρησιμοποιήσω τον δικό τους καθόλου. Όσο για τα τρόφιμα, η χρήση της ναρκοσαμίνης θα λύσει το πρόβλημα. Είναι απόλυτα ασφαλής. Όταν θα ξεκινήσουμε θα κάνω μια ένεση που θα με κοιμίσει για έξη εβδομάδες, κατά προσέγγιση δυό – τριών ημερών. Έως τότε θα έχουμε φτάσει σχεδόν. Στην πραγματικότητα δεν με ενοχλεί τόσο το θέμα της τροφής και του οξυγόνου όσο το ζήτημα της ανίας».
Ο καθηγητής Σάλλιβαν κούνησε το κεφάλι του σκεφτικός.
«Ναι, η ναρκοσαμίνη είναι αρκετά ασφαλής και μπορεί να την υπολογίσει κανείς με αρκετή ακρίβεια. Φρόντισε όμως να έχεις αρκετή τροφή πρόχειρη – θα είσαι πολύ πεινασμένος όταν ξυπνήσεις και αδύνατος σαν νεογέννητο γατί. Υπόθεσε ότι θα πέθαινες από την πείνα γιατί δεν θα έχεις τη δύναμη να χρησιμοποιήσεις ένα ανοιχτήρι κονσέρβας».
«Το σκέφτηκα κι αυτό», είπε λίγο πειραγμένος ο Γιαν. «Θα αρχίσω, όπως συνήθως, με σοκολάτα και ζάχαρη».
«Ωραία. Χαίρομαι που βλέπω ότι εξέτασες το πρόβλημα εξαντλητικά και δεν το αντιμετωπίζεις σαν μια φάρσα από την οποία μπορείς να ξεφύγεις αν δεν σου αρέσει ο τρόπος που εξελίσσεται. Παίζεις με την ζωή σου και δεν θα μου άρεσε να αισθάνομαι ότι σε βοηθώ να αυτοκτονήσεις».
Έπιασε το κρανίο και το σήκωσε αφηρημένος. Ο Γιαν άρπαξε το σχέδιο για να μη τυλιχτεί.
«Είσαι τυχερός», συνέχισε ο καθηγητής Σάλλιβαν. «Όλα τα εξαρτήματα που χρειάζεσαι είναι σχεδόν τυποποιημένα και το εργαστήριό μας μπορεί να τα συναρμολογήσει μέσα σε μερικές εβδομάδες. Κι αν αποφασίσεις ν’ αλλάξεις γνώμη…»
«Δεν πρόκειται», είπε ο Γιαν.
«… έχω υπολογίσει όλους τους κινδύνους που διατρέχω και το σχέδιό μου φαίνεται ότι δεν έχει κανένα λάθος. Στο τέλος των έξη εβδομάδων θα βγω από τον κρυψώνα μου όπως ένας συνηθισμένος λαθρεπιβάτης και θα παραδοθώ. Τότε – σύμφωνα με τον δικό μου χρόνο, μην ξεχνάς – το ταξίδι θα έχει σχεδόν τελειώσει. Θα πλησιάζουμε να προσεδαφιστούμε στον κόσμο των Επικυρίαρχων. Φυσικά το τι θα συμβεί τότε εξαρτάται απ’ αυτούς. Πιθανώς να με στείλουν πίσω με το επόμενο πλοίο – τουλάχιστον όμως θα πρέπει να δω κάτι. Έχω μια μηχανή των 4mm και χιλιάδες μέτρα φιλμ· αν δεν μπορέσω να την χρησιμοποιήσω δεν θα είναι δικό μου σφάλμα. Και στην χειρότερη περίπτωση, θα έχω αποδείξει ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να μείνει αιώνια σε καραντίνα. Θα έχω δημιουργήσει ένα προηγούμενο που θα αναγκάσω τον Καρέλλεν να κάνει κάτι.
Αυτά αγαπημένη μου Μάγια, είναι ότι είχα να σου πω. Ξέρω ότι δεν θα σου λείψω πολύ· ας φανούμε ειλικρινείς και ας παραδεχτούμε ότι ποτέ δεν μας συνέδεαν δυνατοί δεσμοί και τώρα που έχεις παντρευτεί τον Ρούμπερτ θα είσαι αρκετά  ευτυχισμένη στο δικό σου ιδιαίτερο κόσμο. Τουλάχιστον αυτό ελπίζω.
Αντίο λοιπόν και καλή τύχη. Ανυπομονώ να συναντήσω τα εγγόνια σου – φρόντισε σε παρακαλώ να ξέρουν για μένα.
Ο αφοσιωμένος αδερφός σου 
Γιαν»


Όταν ο Γιαν το πρωτοείδε, δυσκολεύτηκε να πιστέψει ότι δεν παρακολουθούσε την συναρμολόγηση του σκάφους ενός μικρού αεροπλάνου. Ο μεταλλικός σκελετός είχε μήκος δώδεκα μέτρα, ένα τέλειο αεροδυναμικό σχήμα και ήταν περιτριγυρισμένος από ελαφριές σκαλωσιές που πάνω τους ανέβαιναν οι εργάτες με τα εργαλεία τους. 
«Ναι», είπε ο Σάλλιβαν απαντώντας στην ερώτηση του Γιαν. «Μεταχειριζόμαστε τις βασικές αρχές των αστροναυτικών κατασκευών και οι πιο πολλοί απ’ αυτούς τους εργάτες είναι από εργοστάσια αεροσκαφών. Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι ένα πράγμα τόσο μεγάλο ήταν ζωντανό, δεν είναι έτσι; Ή ότι θα μπορούσε να πηδήξει  ψηλά πάνω από την επιφάνεια του νερού, όπως τις έχω δει να κάνουν;»
Όλα αυτά ήταν πολύ ενδιαφέροντα αλλά ο Γιαν είχε άλλα πράγματα στο μυαλό του. Το βλέμμα του έψαχνε τον γιγάντιο σκελετό για να βρει μια κατάλληλη κρυψώνα για το μικρό κελί του – το φέρετρο με κλιματισμό όπως το είχε βαφτίσει ο Σάλλιβαν. Σ’ ένα σημείο καθησύχασε αμέσως. Όσο αφορούσε το χώρο, υπήρχε αρκετός, για μια ντουζίνα λαθρεπιβάτες.
«Ο σκελετός μοιάζει σαν να έχει τελειώσει», είπε ο Γιαν. «Πότε θα βάλετε το δέρμα; Υποθέτω ότι θα έχετε κιόλας πιάσει την φάλαινά σας, αλλιώς δεν θα ξέρατε πόσο μεγάλο θα κάνατε τον σκελετό».
Ο Σάλλιβαν φάνηκε ότι διασκέδασε πολύ με την παρατήρηση αυτή.
«Δεν έχουμε την παραμικρή πρόθεση να πιάσουμε μια φάλαινα. Κι ύστερα, αυτές δεν έχουν δέρμα, με την συνηθισμένη έννοια της λέξης. Δεν θα ήταν καθόλου πρακτικό να απλώσουμε μια κουβέρτα από λίπος, είκοσι πόντους πάχος, γύρω από τον σκελετό. Όχι, θα την φτιάξουμε από πλαστικό και θα την χρωματίσουμε σαν να είναι αληθινή. Όταν θα τελειώσουμε, κανείς δεν θα μπορεί να διακρίνει την διαφορά».
Τότε σκέφτηκε ο Γιαν, η πιο λογική ενέργεια για τους Επικυρίαρχους θα ήταν να πάρουν λεπτομερειακές φωτογραφίες και να κάνουν ένα μοντέλο σε φυσικό μέγεθος μόνοι τους, πέρα στον αρχικό τους πλανήτη. Αλλά, ίσως τα πλοία τους να γύριζαν άδεια και ένα μικρό πραγματάκι, όπως μια φάλαινα δώδεκα μέτρων, να ήταν κάτι σχεδόν ασήμαντο. Όταν κανείς είχε στην διάθεσή του τέτοιες πηγές ενέργειας και τέτοιες δυνατότητες, δεν θα τον απασχολούσαν οικονομικά προβλήματα.
Ο καθηγητής Σάλλιβαν στεκόταν δίπλα σ’ ένα από τα μεγάλα αυτά αγάλματα που αποτελούσαν ένα τόσο σοβαρό και άλυτο πρόβλημα για την αρχαιολογία από την εποχή που ανακαλύφθηκαν τα νησιά του Πάσχα. Βασιλιάς, Θεός ή οτιδήποτε κι αν ήταν, το αόμματο βλέμμα του έμοιαζε να τον παρακολουθεί καθώς κοίταζε το έργο των χεριών του. Ήταν περήφανος γι αυτό που είχε κάνει· ήταν κρίμα που σύντομα θα χανόταν για πάντα από τα ανθρώπινα μάτια.
Η εικόνα θα μπορούσε να ήταν το έργο ενός τρελού καλλιτέχνη μεθυσμένου από ναρκωτικά. Κι όμως ήταν ένα ακριβές αντίγραφο της ζωής · η ίδια η Φύση ήταν ο καλλιτέχνης εδώ. Η σκηνή ήταν μια εικόνα που, πριν από την τελειοποίηση της υποβρύχιας τηλεόρασης, ελάχιστοι άνθρωποι είχαν δει – και μόνο για μερικά δευτερόλεπτα στις σπάνιες περιπτώσεις που οι γιγάντιοι ανταγωνιστές ανέβαιναν παλεύοντας ως την επιφάνεια. Οι μάχες αυτές γίνονταν μέσα στην ατέλειωτη νύχτα του βυθού των ωκεανών όπου οι φυσητήρες κυνηγούσαν την λεία τους. Ήταν όμως μια λεία που πάλευε απεγνωσμένα να μην παραδοθεί.
Το μακρύ πριονωτό κάτω σαγόνι της φάλαινας ήταν ορθάνοιχτο έτοιμο να καρφωθεί πάνω στο θύμα της. Το κεφάλι της ήταν σχεδόν σκεπασμένο κάτω από το μανιασμένο δίχτυ των άσπρων, μαλακών πλοκαμιών που μ’ αυτά το πελώριο καλαμάρι αγωνιζόταν απελπισμένα για την ζωή του. Ζωηρά σημάδια από τους μυζητήρες, με διάμετρο πάνω από είκοσι πόντους, σκέπαζαν το δέρμα της φάλαινας, όπου είχαν στερεωθεί τα πλοκάμια αυτά. Ένα πλοκάμι ήταν κι όλας ακρωτηριασμένο και δεν υπήρχε αμφιβολία για το τελικό αποτέλεσμα της μάχης. Όταν τα δυό πιο μεγάλα ζώα της Γης αγωνίζονταν μεταξύ τους, η φάλαινα ήταν πάντα ο νικητής. Παρ’ όλη την πελώρια δύναμη του δάσους των πλοκαμιών του, η μόνη ελπίδα του καλαμαριού ήταν να ξεφύγει πριν το υπομονετικό σαγόνι το έκοβε σε κομμάτια. Τα μεγάλα, ανέκφραστα μάτια του, μισό μέτρο το καθένα, κοίταζαν τον δήμιό του, αν και κατά πάσα πιθανότητα το ένα ζώο δεν μπορούσε να δει το άλλο μέσα στο σκοτάδι της αβύσσου.
Το όλο έκθεμα ήταν πάνω από τριάντα μέτρα μακρύ και τώρα το περιέβαλε ένα κλουβί από αλουμίνιο στο οποίο είχε συνδεθεί η τροχαλία ανύψωσης. Όλα ήταν έτοιμα και περίμεναν πότε θα έκανε κέφι στους Επικυρίαρχους να το πάρουν. Ο Σάλλιβαν ήλπιζε ότι αυτό θα γινόταν γρήγορα · η αγωνία είχε αρχίσει να γίνεται ενοχλητική.
Κάποιος είχε βγει από το γραφείο μέσα στο δυνατό φως του ήλιου ψάχνοντας σίγουρα για αυτόν. Ο Σάλλιβαν αναγνώρισε τον αρχιεπόπτη του και πήγε να τον συναντήσει.
«Άλλο Μπιλ, τι τρέχει;»
Ο άλλος κράταγε ένα έντυπο τηλεγραφήματος και φαινόταν μάλλον ευχαριστημένος.
«Καλά νέα καθηγητά. Μας τιμούν. Ο ίδιος ο Επόπτης θέλει να έρθει να ρίξει μια ματιά στο έκθεμά μας πριν το φορτώσουν. Για σκεφτείτε τι διαφήμιση θα είναι αυτό για μας! Θα μας βοηθήσει πάρα πολύ όταν θα κάνουμε την αίτηση για νέα επιχορήγηση. Εγώ πάντα ήλπιζα σε κάτι τέτοιο»
Ο καθηγητής Σάλλιβαν ξεροκατάπιε. Ποτέ του δεν είχε αντίρρηση για διαφήμιση, αυτή όμως την φορά φοβόταν ότι θα του γινόταν παραπάνω απ’ όσο έπρεπε.


Ο Καρέλλεν στεκόταν μπροστά στο κεφάλι της φάλαινας και με υψωμένο το βλέμμα κοίταζε το μεγάλο, πλατύ μουσούδι και τα σαγόνια τα γεμάτα δόντια. Ο Σάλλιβαν, κρύβοντας την ανησυχία του, αναρωτήθηκε τι να σκεπτόταν ο Επόπτης. Η συμπεριφορά του δεν έδειχνε καμιά υποψία και η επίσκεψή του θα μπορούσε εύκολα να εξηγηθεί σαν συνηθισμένη. Ο Σάλλιβαν όμως θα χαιρόταν πολύ όταν θα τελείωνε.
«Στον πλανήτη μας δεν έχουμε πλάσματα τόσο μεγάλα», είπε ο Καρέλλεν. «Αυτός είναι ένας λόγος που ζητήσαμε να κάνετε το σύμπλεγμα αυτό. Οι χμ… συμπατριώτες μου θα το βρουν πολύ ενδιαφέρον».
«Με την μικρή βαρύτητα που έχει…», απάντησε ο Σάλλιβαν, «… θα έλεγα ότι θα είχατε μερικά πολύ μεγάλα ζώα. Κι ύστερα, κοιτάξτε πόσο πιο μεγάλοι είσαστε από μας…»
«Ναι, αλλά δεν έχουμε ωκεανούς. Και όσον αφορά το μέγεθος, η ξηρά δεν μπορεί ποτέ να συναγωνιστεί τη θάλασσα»
Αυτό είναι πολύ σωστό, σκέφτηκε ο Σάλλιβαν. Και απ’ ότι ήξερε, ένα στοιχείο άγνωστο ως τώρα, για τον κόσμο των Επικυριάρχων. Ο Γιαν, που να τον πάρει η οργή, θα ενδιαφερόταν πολύ γι αυτό.
Τη στιγμή αυτή, ο νέος σε μια καλύβα ένα χιλιόμετρο πιο πέρα, παρατηρούσε με αγωνία την επιθεώρηση με τα κιάλια. Επαναλάμβανε συνεχώς στον εαυτό του ότι δεν υπήρχε κανένας φόβος. Καμιά εξέταση της φάλαινας, όσο προσεκτική κι αν ήταν, δεν θα μπορούσε να φανερώσει το μυστικό της. Υπήρχε όμως πάντα η περίπτωση ότι ο Καρέλλεν είχε υποψιαστεί κάτι – και ότι έπαιζε μαζί τους.
Ήταν μια υποψία που μεγάλωνε στο νου του Σάλλιβαν καθώς ο Επόπτης κοίταζε μέσα στον λαιμό που ήταν σαν σπηλιά.
«Στη Βίβλο σας…», είπε ο Καρέλλεν, «… υπάρχει μια αξιοσημείωτη ιστορία για έναν Εβραίο προφήτη, κάποιον Ιωνά, που τον πέταξαν από ένα πλοίο στην θάλασσα, αλλά τον κατάπιε μια φάλαινα και τον έβγαλε σώο στην ξηρά. Νομίζετε ότι μπορεί να υπάρχει μια βάση αλήθειας στον μύθο αυτό;»
«Εγώ πιστεύω…», απάντησε επιφυλακτικά ο Σάλλιβαν, «… ότι υπάρχει μια αρκετά καλά αποδεδειγμένη περίπτωση που έναν φαλαινοθήρα τον κατάπιε μια φάλαινα και μετά τον ξέρασε χωρίς αυτός να πάθει καμιά ζημιά. Φυσικά, αν έμενε μέσα στη φάλαινα πάνω από μερικά δευτερόλεπτα θα πάθαινε ασφυξία. Και θα ήταν πολύ τυχερός να γλιτώσει από τα δόντια. Είναι μια σχεδόν απίστευτη ιστορία, όχι όμως κι εντελώς απίθανη».
«Πολύ ενδιαφέρουσα», είπε ο Καρέλλεν. Έμεινε ακόμη ένα λεπτό κοιτάζοντας το μεγάλο στόμα και ύστερα πήγε να εξετάσει το μεγάλο καλαμάρι. Ο Σάλλιβαν ήλπισε ότι δεν άκουσε τον αναστεναγμό ανακούφισης που άφησε να του ξεφύγει.


«Αν ήξερα τι θα τράβαγα…», είπε ο καθηγητής Σάλλιβαν, «… θα σε είχα πετάξει έξω από το γραφείο μου μόλις προσπάθησες να μου μεταδόσεις την τρέλα σου».
«Λυπάμαι πολύ γι αυτά…», του απάντησε ο Γιαν, «… τους την φέραμε όμως»
«Ας το ελπίσουμε. Καλή τύχη λοιπόν. Αν θελήσεις ν’ αλλάξεις γνώμη, έχεις ακόμη τουλάχιστον έξη ώρες»
«Δεν τις χρειάζομαι. Μόνο ο Καρέλλεν μπορεί να με σταματήσει τώρα. Ευχαριστώ για όσα κάνατε για μένα. Αν ποτέ γυρίσω πίσω και γράψω ένα βιβλίο για τους Επικυρίαρχους, θα το αφιερώσω σε σας».
«Πολύ καλό θα μου κάνει!» είπε ο Σάλλιβαν κατσουφιασμένος. «Θα έχω πεθάνει από χρόνια». Προς μεγάλη έκπληξη του και με κάποια στενοχώρια, γιατί δεν ήταν συναισθηματικός τύπος, ανακάλυψε ότι αυτός ο αποχαιρετισμός είχε αρχίσει να επιδρά επάνω του. Είχε συμπαθήσει τον Γιαν όλες αυτές τις εβδομάδες που συνωμοτούσαν. Κι ακόμα είχε αρχίσει να φοβάται ότι ίσως να ήταν συνεργός σε μια πολύπλοκη αυτοκτονία.
Συγκράτησε την σκάλα καθώς ο Γιαν σκαρφάλωσε μέσα στο πελώριο στόμα, αποφεύγοντας προσεκτικά τις γραμμές με τα δόντια. Με το φως του ηλεκτρικού φακού είδε τον Γιαν να γυρίζει και να του κουνά το χέρι, μετά χάθηκε μέσα στο κενό της σπηλιάς. Ακούστηκε ο θόρυβος της καταπακτής εισόδου που άνοιξε και έκλεισε και μετά… σιωπή.
Κάτω από το φως του φεγγαριού, που είχε μεταμορφώσει την ακίνητη μάχη σε μια σκηνή από εφιάλτη, ο καθηγητής Σάλλιβαν γύρισε αργά στο γραφείο του. Αναρωτήθηκε τι άραγε να είχε κάνει και ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα. Αυτό όμως, φυσικά,  δεν θα το μάθαινε ποτέ. Ο Γιαν ίσως να ξαναπερπατούσε στο σημείο αυτό της Γης, έχοντας σπαταλήσει όχι περισσότερους από μερικούς μήνες της ζωής του ταξιδεύοντας στην πατρίδα των Επικυριάρχων και ξαναγυρίζοντας στην Γη. Κι αν το έκανε όμως αυτό, θα βρισκόταν από την άλλη πλευρά του αδιαπέραστου φραγμού του Χρόνου, γιατί θα γινόταν στο μέλλον, ύστερα από ογδόντα χρόνια.
Τα φώτα άναψαν μέσα στον μικροσκοπικό μεταλλικό κύλινδρο μόλις ο Γιαν έκλεισε την εσωτερική πόρτα της εισόδου. Δεν άφησε στον εαυτό του καιρό για σκέψεις αλλά άρχισε αμέσως να κάνει τον συνηθισμένο έλεγχο που είχε κιόλας προγραμματίσει. Όλα τα εφόδια και οι προμήθειες είχαν αποθηκευτεί από μέρες, αλλά ένας τελικός θα του έδινε την κατάλληλη ψυχική διάθεση, βεβαιώνοντάς τον ότι τίποτε δεν είχε παραλειφθεί.
Μια ώρα αργότερα, ήταν ικανοποιημένος από τον έλεγχο. Ξάπλωσε στο κρεβάτι από αφρολέξ και ανακεφαλαίωσε τα σχέδιά του. Ο μόνος ήχος ήταν το σιγανό μουρμούρισμα του ηλεκτρικού ρολογιού – ημερολογίου που θα τον ειδοποιούσε όταν θα τέλειωνε το ταξίδι του.
Ήξερε ότι εκεί μέσα στο κελί του δεν θα έπρεπε να περιμένει να αισθανθεί τίποτε, γιατί οποιεσδήποτε τρομακτικές δυνάμεις κινούσαν τα πλοία των Επικυριάρχων, θ’ αντισταθμίζονταν στην εντέλεια. Ο Σάλλιβαν είχε βεβαιωθεί γι αυτό, λέγοντας ότι το έργο του θα γινόταν κομμάτια αν επιδρούσαν επάνω του δυνάμεις μεγαλύτερες από μερικές βαρύτητες. Οι … πελάτες του τον διαβεβαίωσαν ότι δεν υπήρχε κανένας κίνδυνος στο σημείο αυτό.
Θα γινόταν όμως μια σημαντική αλλαγή στην ατμοσφαιρική πίεση. Αυτό ήταν όμως ασήμαντο γιατί τα κούφια μοντέλα «ανέπνεαν» από αρκετά ανοίγματα. Πριν να βγει από το κελί του ο Γιαν θα έπρεπε να ισορροπήσει τις πιέσεις και είχε πάρει σαν δεδομένο ότι ο αέρας μέσα στο πλοίο των Επικυρίαρχων θα ήταν κατάλληλος γι αυτόν. Με μια απλή μάσκα και μια συσκευή οξυγόνου θ’ αντιμετώπιζε την περίπτωση αυτή· δεν υπήρχε ανάγκη για κάτι πιο πολύπλοκο. Αν θα μπορούσε ν’ αναπνεύσει χωρίς μηχανική βοήθεια, τόσο το καλύτερο.
Δεν υπήρχε λόγος να περιμένει περισσότερο· το μόνο που θα κατάφερνε, θα ήταν να εκνευριστεί. Έβγαλε την μικρή σύριγγα που ήταν κιόλας γεμάτη με την προσεκτικά ετοιμασμένη διάλυση. Η ναρκοσαμίνη είχε ανακαλυφθεί κατά τις έρευνες που έγιναν για την χειμερία νάρκη των ζώων. Δεν ήταν σωστό να πει κανείς – όπως πίστευε ο κόσμος – ότι προκαλούσε μια αναστολή της ζωικής λειτουργίας. Το μόνο που έκανε ήταν μεγάλη επιβράδυνση των ζωικών λειτουργιών, ενώ ο βασικός μεταβολισμός συνεχιζόταν σε ένα πολύ χαμηλό επίπεδο. Ήταν σαν κάποιος να σκέπαζε με στάχτη τη φωτιά της ζωής, ενώ από κάτω τα κάρβουνα σιγόκαιγαν ακόμη. Όταν όμως ύστερα από εβδομάδες ή μήνες περνούσε η επίδραση των φαρμάκων, θ’ άναβαν πάλι και ο κοιμισμένος θα ξυπνούσε. Η ναρκοσαμίνη ήταν απόλυτα αβλαβής. Η Φύση την είχε μεταχειριστεί εκατομμύρια χρόνια για να προφυλάξει πολλά από τα πλάσματά της από τον άγριο χειμώνα.
Έτσι ο Γιαν κοιμήθηκε. Δεν ένοιωσε το τράβηγμα των καλωδίων καθώς το πελώριο μεταλλικό κλουβί ανυψώθηκε προς το κύτος του φορτηγού των Επικυρίαρχων. Δεν άκουσε τις μπουκαπόρτες να κλείνουν για να μην ξανανοίξουν για τριακόσια εκατομμύρια εκατομμυρίων χιλιόμετρα. Δεν άκουσε, απόμακρα και σιγανά μέσα από τους πελώριους τοίχους, το ουρλιαχτό διαμαρτυρίας της Γήινης ατμόσφαιρας, καθώς το πλοίο ανέβαινε γοργά πίσω στο φυσικό του περιβάλλον.
Και δεν αισθάνθηκε τον Αστροκινητήρα να αρχίζει την λειτουργία του.

ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 20
Μέρος Γ!
Ο ΧΡΥΣΟΣ ΑΙΩΝΑΣ

Η αίθουσα διασκέψεων ήταν πάντοτε γεμάτη όταν γίνονταν αυτές οι εβδομαδιαίες συναντήσεις, αλλά σήμερα ήταν τόσο πολύ γεμάτη ώστε οι δημοσιογράφοι δυσκολεύονταν να γράψουν. Για εκατοστή φορά, γκρίνιασαν μεταξύ τους για την οπισθοδρομικότητα και την έλλειψη κατανόησης του Καρέλλεν. Οπουδήποτε αλλού θα μπορούσαν να είχαν φέρει μηχανές τηλεόρασης, μαγνητόφωνα και όλα τα’ άλλα σύνεργα του μηχανοποιημένου επαγγέλματός τους. Εδώ όμως, έπρεπε να καταφύγουν σε απαρχαιωμένα συστήματα όπως το χαρτί και το μολύβι – και ακόμη, απίστευτο να το λέει κανείς, στην στενογραφία.
Είχαν γίνει φυσικά αρκετές προσπάθειες να φέρουν, λαθραία μέσα στην αίθουσα, μαγνητόφωνα. Τα έβγαλαν πάλι λαθραία, χωρίς να γίνουν αντιληπτοί, αλλά μια ματιά στο εσωτερικό τους που κάπνιζε έδειξε τη ματαιότητα της προσπάθειας. Όλοι κατάλαβαν τότε γιατί τους προειδοποιούσαν πάντοτε, για το συμφέρον τους, να αφήνουν τα ρολόγια και ότι άλλο μεταλλικό αντικείμενο είχαν, έξω από την αίθουσα διασκέψεων.
Και για να τονιστεί περισσότερο η ανισότητα, ο ίδιος ο Καρέλλεν μαγνητοφωνούσε όλα τα λεγόμενα. Όσοι δημοσιογράφοι ήταν υπαίτιοι αμέλειας ή καθαρώς παρερμηνείας – αν κι αυτό ήταν πολύ σπάνιο – έπαιρναν πρόσκληση για μια σύντομη και καθόλου ευχάριστη συνάντηση με τους υποτακτικούς του Καρέλλεν και υποχρεώνονταν ν’ ακούσουν προσεκτικά σε μια αναμετάδοση των όσων είχε πει στην πραγματικότητα ο Επόπτης. Το μάθημα αυτό ήταν τέτοιο που δεν χρειάστηκε ποτέ να επαναληφθεί.
Ήταν παράξενο το πώς κυκλοφορούσαν αυτές οι φήμες. Ποτέ δεν γινόταν προειδοποίηση, αλλά πάντα υπήρχε απαρτία όταν επρόκειτο ο Καρέλλεν να κάνει μια σπουδαία ανακοίνωση – πράγμα που συνέβαινε, κατά μέσο όρο, δυό ή τρεις φορές το χρόνο.
Σιωπή έπεσε στο πλήθος που μουρμούριζε καθώς η μεγάλη πόρτα άνοιξε και ο Καρέλλεν βγήκε στην εξέδρα. Το φως ήταν αδύνατο – χωρίς αμφιβολία για να μοιάζει με το φως του μακρινού ήλιου των Επικυρίαρχων – και γι αυτό ο Επόπτης της Γης δεν φορούσε τα μαύρα του γυαλιά που φορούσε συνήθως στην ύπαιθρο.
Απάντησε στην κακόφωνη χορωδία των χαιρετισμών με ένα τυπικό «Καλημέρα σ’ όλους» και μετά στράφηκε προς τον ψηλό, αριστοκρατικό τύπο που βρισκόταν στην πρώτη σειρά του πλήθους. Ο κύριος Γκόλντ, ο πρύτανης της Δημοσιογραφικής Λέσχης, θα μπορούσε να ήταν η έμπνευση για την κλασσική αναγγελία του θαλαμηπόλου. «Τρεις δημοσιογράφοι, λόρδε μου και ένας τζέντλεμαν από τους «Τάϊμς». Ντυνόταν και συμπεριφερόταν σαν ένας διπλωμάτης της παλιάς σχολής· κανείς δεν δίσταζε να του εμπιστευτεί και κανείς δεν μετάνιωνε ποτέ.
«Αρκετός κόσμος σήμερα, κύριε Γκόλντ. Φαίνεται ότι υπάρχει έλλειψη ειδήσεων»
«Ελπίζω ότι θα διορθώσετε την κατάσταση αυτή κύριε Επόπτα»
Τον κοίταξε προσεκτικά καθώς ο Καρέλλεν σκεπτόταν την απάντησή του. Ήταν άδικο που τα πρόσωπα των Επικυρίαρχων, άκαμπτα σαν μάσκες, δεν πρόδιδαν ούτε ίχνος συγκίνησης. Τα μεγάλα στρογγυλά μάτια με τις κόρες τους σφιχτά κλεισμένες, ακόμη κα με αυτό το ασήμαντο φως, κοίταζαν ανέκφραστα τα καθαρά περίεργα μάτια των ανθρώπων. Τα δίδυμα αναπνευστικά ανοίγματα στο κάθε μάγουλο – αν μπορούσε να πει κανείς μάγουλα αυτές τις ανώμαλες βαλσάτινες πλευρές – έβγαζαν ένα ανάλαφρο σφύριγμα καθώς τα υποτιθέμενα πνευμόνια του Καρέλλεν αγωνίζονταν μέσα στον αραιό αέρα της Γης. Ο Γκόλντ μόλις διέκρινε τις μικρές άσπρες τρίχες που τα έφραζαν και που πηγαινοέρχονταν μέσα – έξω, με αντίθετη φορά καθώς αντιδρούσαν στο γρήγορο, δίχρονο αναπνευστικό κύκλο του Καρέλλεν. Ήταν όπως πίστευαν γενικά, φίλτρα της σκόνης και, με βάση αυτό το ισχνό στοιχείο, είχαν γίνει πολύπλοκες θεωρίες γύρω από την ατμόσφαιρα του πλανήτη των Επικυρίαρχων.
«Ναι, έχω μερικές ειδήσεις για σας. Όπως δίχως άλλο γνωρίζετε, ένα από τα ανεφοδιαστικά πλοία μας έφυγε πρόσφατα από τη Γη γυρίζοντας στην βάση του. Μόλις τώρα ανακαλύψαμε ότι είχε μέσα του ένα λαθρεπιβάτη»
Εκατό μολύβια σταμάτησαν απότομα και εκατό ζευγάρια μάτια καρφώθηκαν πάνω στον Καρέλλεν.
«Ένας λαθρεπιβάτης είπατε κύριε Επόπτα;», ρώτησε ο Γκόλντ. «Μπορούμε να ρωτήσουμε ποιος είναι και πως μπήκε μέσα στο πλοίο;»
«Το όνομά του είναι Γιαν Ρόντρικς· είναι φοιτητής μηχανολογίας στο Πανεπιστήμιο του Καίηπ Τάουν. Περισσότερες λεπτομέρειες θα βρείτε, αναμφίβολα, μόνοι σας από τις δικές σας, τόσο ικανές πηγές»
Ο Καρέλλεν χαμογέλασε. Το χαμόγελο του Επόπτη ήταν κάτι το παράξενο. Στην πραγματικότητα, περιοριζόταν στα μάτια· το άκαμπτο, χωρίς χείλη στόμα του, μόλις που κινιόταν. Ήταν άραγε αυτό, αναρωτήθηκε ο Γκόλντ, ένα ακόμη από τα πολλά ανθρώπινα χαρακτηριστικά που ο Καρέλλεν είχε αντιγράψει με τόση τέχνη; Γιατί, χωρίς αντίρρηση, το όλον αποτέλεσμα ήταν η αίσθηση ενός χαμόγελου και ο νους το παραδεχόταν σαν τέτοιο χωρίς αντίρρηση.
«Ως προς το πώς έφυγε…», συνέχισε ο Επόπτης, «… αυτό έχει και δευτερεύουσα σημασία. Μπορώ να σας διαβεβαιώσω, όπως και κάθε άλλο υποψήφιο αστροναύτη, ότι δεν υπάρχει πιθανότητα να επαναληφθεί το κατόρθωμα»
«Και τι θα γίνει μ’ αυτόν τον νεαρό;», επέμεινε ο Γκόλντ. «Θα σταλεί πίσω στη Γη;»
«Αυτό είναι έξω από την δικαιοδοσία μου, υπολογίζω όμως ότι θα γυρίσει με το επόμενο πλοίο. Θα βρει το περιβάλλον πολύ … ξένο για να αισθάνεται άνετα εκεί που πήγε. Κι αυτό με φέρνει στον κύριο σκοπό της σημερινής συνάντησής μας»
Ο Καρέλλεν σταμάτησε και η σιωπή έγινε ακόμη πιο βαθειά.
«Δημιουργήθηκαν παράπονα, ανάμεσα στα νεαρότερα και πιο ρομαντικά στοιχεία του πληθυσμού σας λόγω του ότι το εξωτερικό διάστημα έμεινε κλειστό για σας. Είχαμε κάποιο λόγο που το κάναμε αυτό· δεν επιβάλλουμε απαγορεύσεις μόνο για το κέφι μας. Σκεφτήκατε όμως ποτέ σας – αν μου επιτρέπετε μια ελαφρώς μη κολακευτική σύγκριση – το πώς θα αισθανόταν ένας άνθρωπος από την δική σας Λίθινη Εποχή, αν ξαφνικά βρισκόταν σε μια σύγχρονη πόλη;»
«Βέβαια…», διαμαρτυρήθηκε ο «Κήρυξ - Βήμα», «… υπάρχει μια βασική διαφορά. Εμείς είμαστε συνηθισμένοι στην Επιστήμη. Χωρίς αμφιβολία στον κόσμο σας θα υπάρχουν πολλά πράγματα που ίσως εμείς να μην τα καταλαβαίνουμε – όμως δεν θα τα θεωρήσουμε μαγείες»
«Είστε απόλυτα σίγουρος γι αυτό ;», είπε ο Καρέλλεν τόσο σιγά που μόλις ακούστηκε. «Μόνο εκατό χρόνια χωρίζουν την εποχή του ηλεκτρισμού από την εποχή του ατμού κι όμως τι θα καταλάβαινε ένας Μηχανικός της Βικτωριανής εποχής από μια συσκευή τηλεόρασης ή από έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή; Και πόσο καιρό θα ζούσε αν επιχειρούσε να ρωτήσει πώς εργάζονται; Το χάσμα ανάμεσα σε δυό τεχνολογίες μπορεί εύκολα να γίνει τόσο μεγάλο ώστε να είναι … θανατηφόρο»
«Ω!!!», ψιθύρισε ο Ρόιτερ στο Μπι – Μπι – Σι. «Είμαστε τυχεροί. Θα μας κάνει μια σπουδαία δήλωση για την πολιτική του. Ξέρω τα συμπτώματα»
«Υπάρχουν κι άλλοι λόγοι για τους οποίους περιορίσαμε την ανθρώπινη φυλή στη Γη. Κοιτάξτε!»
Τα φώτα χαμήλωσαν και έσβησαν. Καθώς έσβηναν, μια λευκή σκιά σχηματίστηκε στο κέντρο του δωματίου. Πήρε το σχήμα μιας δίνης από άστρα – ένα ελικοειδές νεφέλωμα όπως φαίνεται από ένα σημείο πολύ πιο πέρα από τον ακρότατο ήλιο της.
«Κανένα ανθρώπινο μάτι δεν έχει δει ποτέ ως τώρα το θέαμα αυτό», είπε η φωνή του Καρέλλεν μέσα στο σκοτάδι. «Βλέπετε το δικό σας Σύμπαν, το γαλαξία – νησί, του οποίου μέλος είναι ο Ήλιος σας από μια απόσταση μισού εκατομμυρίου ετών φωτός»
Επακολούθησε μεγάλη σιωπή. Μετά ο Καρέλλεν συνέχισε και τώρα η φωνή του είχε ένα τόνο που δεν ήταν ούτε οίκτος, ούτε περιφρόνηση.
«Η φυλή σας έχει δείξει μια αξιοσημείωτη ανικανότητα στο ν’ αντιμετωπίσει τα προβλήματα του μάλλον μικρού πλανήτη σας. Όταν ήρθαμε, βρισκόσασταν στο  σημείο ν’ αυτοκαταστραφείτε με τις δυνάμεις που απερίσκεπτα σας έχει δώσει η Επιστήμη. Χωρίς την παρέμβασή μας, σήμερα η Γη θα ήταν μια ραδιενεργός έρημος»
«Τώρα έχετε παγκόσμια ειρήνη και μια ενωμένη φυλή. Σύντομα θα είστε αρκετά πολιτισμένοι ώστε να κυβερνάτε τον πλανήτη σας χωρίς την βοήθειά μας. Ίσως κάποτε να μπορέσετε να χειριστείτε τα προβλήματα ενός ολόκληρου ηλιακού συστήματος – γύρω στους πενήντα πλανήτες και δορυφόρους. Σας πέρασε όμως ποτέ απ’ το νου η σκέψη ότι θα μπορέσετε να τα βγάζετε πέρα μ’ αυτό εδώ;»
Η εικόνα του νεφελώματος μεγάλωσε. Τώρα τα άστρα που το αποτελούσαν περνούσαν βιαστικά, ξεχώριζαν και χάνονταν γρήγορα, σαν σπίθες από φωτιά. Και κάθε μια σπίθα ήταν κι ένας ήλιος, με αναρίθμητους πλανήτες γύρω του…
«Μέσα μόνο στον γαλαξία μας … «, μουρμούρισε ο Καρέλλεν, «… υπάρχουν ογδόντα επτά χιλιάδες εκατομμύρια ήλιοι. Κι ο αριθμός αυτός όμως δεν δίνει παρά μια αμυδρή ιδέα της απεραντοσύνης του διαστήματος. Αν θα θέλατε να το κατακτήσετε, θα είσαστε σαν μερμήγκια που προσπαθούν να χαρακτηρίσουν και να κατατάξουν σε κατηγορίες έναν – έναν κόκκο άμμου σ’ όλες τις ερήμους της Γης. Η φυλή σας, στο σημερινό στάδιο εξέλιξης της, δεν μπορεί ν’ αντιμετωπίσει το πελώριο αυτό έργο. Ένα από τα καθήκοντά μου ήταν να σας προστατεύσω από τις δυνάμεις που βρίσκονται ανάμεσα στ’ άστρα – δυνάμεις που είναι πιο πάνω απ’ ότι μπορείτε ποτέ να φανταστείτε»
Η εικόνα της στροβιλιζόμενης ομίχλης του γαλαξία έσβησε· τα φώτα άναψαν πάλι στην ξαφνική σιωπή της μεγάλης αίθουσας.
Ο Καρέλλεν γύρισε να φύγει· η ακρόαση είχε τελειώσει. Στην πόρτα σταμάτησε και, γυρίζοντας, έριξε μια ματιά στο σιωπηλό πλήθος.
«Είναι μια πικρή σκέψη, αλλά πρέπει να το αντιμετωπίσετε. Ίσως μια μέρα ν’ αποκτήσετε τους πλανήτες. Αλλά τα’ άστρα δεν είναι για τον άνθρωπο»
«Τα άστρα δεν είναι για τον άνθρωπο». Ναι, θα τους πείραζε το ότι τους έκλεισαν καταπρόσωπο τις πύλες του ουρανού. Θα έπρεπε όμως να μάθουν ν’ αντιμετωπίζουν την αλήθεια – ή τουλάχιστον όση αλήθεια άφηνε ο οίκτος να τους δώσουν.
Από τα μοναχικά ύψη της ατμόσφαιρας ο Καρέλλεν κοίταξε κάτω τον πλανήτη και τον κόσμο που είχαν αναθέσει στην απρόθυμη επίβλεψή του. Σκέφτηκε όλα όσα θα έφερνε το μέλλον και το πώς θα ήταν ο πλανήτης αυτός ύστερα από καμιά δωδεκάδα χρόνια μόνο.
Ποτέ δεν θα μάθαιναν πόσο τυχεροί ήταν. Μέσα από μια γενιά η Ανθρωπότητα είχε κατακτήσει τόση ευτυχία όση δεν θα μπορούσε ποτέ να γνωρίσει οποιαδήποτε φυλή. Ήταν η Χρυσή Εποχή. Αλλά το χρυσό ήταν και το χρώμα του ηλιοβασιλέματος, του Φθινοπώρου. Και μόνο τα αυτιά του Καρέλλεν μπορούσαν να συλλάβουν τους πρώτους θρήνους των Χειμωνιάτικων καταιγίδων.
Και μόνο ο Καρέλλεν ήξερε με τι αδυσώπητη ταχύτητα η Χρυσή Εποχή πλησίαζε στο τέλος της!



ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΓΕΝΙΑ

«Κοίταξε τι γράφει εδώ», ξέσπασε ο Τζωρτζ Γκρέγκσον, πετώντας την εφημερίδα στην Ζαν. Η Ζαν σκούπισε υπομονετικά την μαρμελάδα και διάβασε την παράγραφο που προκάλεσε την αναταραχή, βάζοντας τα δυνατά της να πάρει μια έκφραση αποδοκιμασίας. Δεν το κατάφερνα εύκολα αυτό, γιατί πολύ συχνά συμφωνούσε με τις κριτικές. Συνήθως κρατούσε αυτές τις αιρετικές ιδέες για τον εαυτό της και όχι απλώς και μόνο για χάρη της ειρήνης και της ησυχίας. Ο Τζωρτζ ήταν πάντα πρόθυμος να δεχτεί επαίνους απ’ αυτήν (ή οποιονδήποτε άλλον), αλλά όποτε επιχειρούσε να του κάνει μια κριτική για το έργο του, θα δεχόταν για απάντηση μια συντριπτική διάλεξη από την καλλιτεχνική άγνοιά της.
Διάβασε την κριτική δυό φορές και μετά την παράτησε. Έμοιαζε αρκετά ευνοϊκή και το είπε:
«Φαίνεται ότι της άρεσε η παράσταση. Γιατί λοιπόν γκρινιάζεις;»
«Γι αυτό», γρύλλισε ο Τζωρτζ, δείχνοντας βίαια με το δάχτυλο κάπου προς τη μέση της στήλης. «Για ξαναδιάβασε το !»
«Ιδιαίτερα ξεκούραστα για το μάτι ήταν τα αέρινα παστέλ πράσινα του φόντου της σκηνής του μπαλέτου»
«Λοιπόν;»
«Δεν ήταν πράσινα! Ξόδεψα ένα σωρό ώρες για να πετύχω την σωστή απόχρωση του μπλε! Και τι ήταν το αποτέλεσμα; Ή κάποιος παλιομηχανικός στο θάλαμο ελέγχου ανέτρεψε την χρωματική ισορροπία ή αυτός ο βλάκας ο κριτικός έχει μια χαλασμένη συσκευή! Αλήθεια; Τι χρώμα είχαν στον δικό μας δείκτη;»
‘Ε! δεν… θυμάμαι», ομολόγησε η Ζαν. « Η Πόππες άρχισε να κλαίει εκείνη την ώρα κι έπρεπε να πάω να δω τι είχε πάθει»
«Α!», είπε ο Τζωρτζ πέφτοντας σε μια ηρεμία που σιγόβραζε. Η Ζαν ήξερε ότι θα έπρεπε να περιμένει μια νέα έκρηξη από στιγμή σε στιγμή. Όταν όμως έγινε ήταν αρκετά ήπια.
«Βρήκα ένα νέο ορισμό της τηλεόρασης», μουρμούρισε κατσουφιασμένος. «Αποφάσισα ότι είναι ένα μέσο που εμποδίζει την επικοινωνία του καλλιτέχνη και του κοινού».
«Και τι σκοπεύεις να κάνεις σχετικά;», ρώτησε η Ζαν, «θα ξαναγυρίσεις στο θέατρο;»
«Και γιατί όχι;», ρώτησε ο Τζωρτζ. «Αυτό ακριβώς σκεπτόμουν. Θυμάσαι εκείνο το γράμμα που είχα πάρει απ’ αυτούς, στη Νέα Αθήνα; Μου ξανάγραψαν. Αυτή τη φορά θα τους απαντήσω»
«Αλήθεια;», είπε η Ζαν ελαφρά τρομαγμένη. «Εγώ πιστεύω ότι είναι όλοι τους τρελοί»
«Καλά, αυτό μόνο με ένα τρόπο θα το ανακαλύψουμε. Σκοπεύω να πάω να τους δω το άλλο δεκαπενθήμερο. Πρέπει να παραδεχτώ ότι τα διαφημιστικά κείμενα που κυκλοφορούν φαίνονται απόλυτα λογικά. Και έχουν μαζί τους εκεί μερικούς πολύ καλούς ανθρώπους»
«Αν περιμένεις ότι θα αρχίσω να μαγειρεύω στα κάρβουνα ή να μάθω να ντύνομαι με προβιές, θα πρέπει να…»
«Έλα μην είσαι ανόητη! Αυτές οι ιστορίες είναι ψεύτικες. Η αποικία έχει όλα όσα πραγματικά χρειάζονται για μια πολιτισμένη ζωή. Δεν πιστεύω στα περιττά σύνεργα, αυτό είναι όλο. Εκτός απ’ αυτό πάνε κάπου δυο χρόνια από την τελευταία επίσκεψή μου στον Ειρηνικό. Το ταξίδι θα είναι καλό και για τους δυό μας»
«Σε αυτό συμφωνώ», είπε η Ζαν. «Δεν έχω όμως καμιά πρόθεση, ο Τζούνιορ και η Πόππες να ανατραφούν σαν άγριοι της Πολυνησίας»
«Δεν πρόκειται», είπε ο Τζωρτζ. «Αυτό μπορώ να στο υποσχεθώ»
Είχε δίκιο, όχι όμως με τον τρόπο που λογάριαζε.
«Καθώς θα παρατηρήσατε όταν ερχόσασταν με το αεροπλάνο…», είπε ο μικρόσωμος άντρας που ήταν στην άλλη πλευρά της βεράντας, «… η αποικία αποτελείται από δυο νησιά που συνδέονται με ένα μόλο. Αυτό εδώ είναι η Αθήνα, το άλλο το βαφτίσαμε Σπάρτη. Είναι μάλλον άγριο και βραχώδες, ένα μέρος θαυμάσιο για σπορ ή γυμναστική». Η ματιά του έπεσε για μια στιγμή στην περιφέρεια του επισκέπτη και ο Τζωρτζ ανακάθισε ανήσυχα στην καλαμένια πολυθρόνα. «Η Σπάρτη είναι, μια και ήρθε η κουβέντα, ένα σβησμένο ηφαίστειο. Τουλάχιστον οι γεωλόγοι λένε ότι είναι σβησμένο, χα – χα – χα ! Ας ξαναγυρίσουμε όμως στην Αθήνα. Ο σκοπός της αποικίας, όπως θα καταλάβατε, είναι να δημιουργήσει μια ανεξάρτητη, ισορροπημένη πολιτιστική ομάδα με τις δικές της καλλιτεχνικές παραδόσεις. Πρέπει να σας τονίσω ότι προηγήθηκε μια πολύ εκτεταμένη μελέτη πριν θέσουμε σε εφαρμογή την επιχείρηση αυτή. Αυτό είναι στην πραγματικότητα ένα έργο εφαρμοσμένης κοινωνικής μηχανικής, βασισμένο πάνω σε μερικούς τρομερά πολύπλοκους μαθηματικούς υπολογισμούς που δεν μπορώ ούτε να προσποιηθώ ότι καταλαβαίνω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι οι μαθηματικοί κοινωνιολόγοι λογάριασαν το πόσο μεγάλη θα πρέπει να είναι η αποικία, πόσες κατηγορίες ανθρώπων θα πρέπει να περιλαμβάνει και, πάνω απ’ όλα, τι πολίτευμα θα πρέπει να έχει για να εξασφαλιστεί η μακροχρόνια σταθερότητα.
Μας διοικεί ένα Συμβούλιο από οκτώ διευθυντές που αντιπροσωπεύουν την Παραγωγή, την Ενέργεια, την Κοινωνική Μηχανική, τις Τέχνες, την Οικονομική Επιστήμη, την Επιστήμη, τα Σπορ και την Φιλοσοφία. Δεν υπάρχει μόνιμος προκαθήμενος ή πρόεδρος. Η έδρα του προέδρου καταλαμβάνεται εναλλάξ από κάθε διευθυντή για ένα χρόνο.
Ο σημερινός πληθυσμός μας, μόλις περνά τις πενήντα χιλιάδες, είναι όμως λίγο μικρότερος του επιθυμητού μεγίστου. Για τον λόγο αυτό προσπαθούμε ν’ αποκτήσουμε νέα μέλη. Και, φυσικά, υπάρχει μια κάποια σπατάλη· ακόμα δεν έχουμε γίνει αυτάρκεις σε μερικά από τα περισσότερο ειδικευμένα ταλέντα.
Εδώ στο νησί αυτό, προσπαθούμε να περισώσουμε κάτι από την ανεξαρτησία της ανθρωπότητας, τις καλλιτεχνικές της παραδόσεις. Δεν έχουμε καμιά έχθρα με τους Επικυρίαρχους· απλώς θέλουμε να μας αφήσουν μόνους να πάρουμε τον δρόμο μας. Όταν αυτοί κατέστρεψαν τα παλιά κράτη και τον τρόπο ζωής που γνώριζε ο άνθρωπος από την αρχή της ιστορίας, μαζί με τα κακά έσβησαν και πολλά καλά πράγματα. Ο κόσμος είναι τώρα χωρίς νεύρο, χωρίς ποικιλία και πνευματικά νεκρός· τίποτα το πραγματικά καινούργιο δεν έχει δημιουργηθεί από τότε που ήρθαν οι Επικυρίαρχοι. Η αιτία είναι ολοφάνερη. Δεν υπάρχει τίποτα για το οποίο να αγωνιστεί κανείς και υπάρχουν πάρα πολλές διασκεδάσεις και πειρασμοί. Ξέρετε ότι κάθε μέρα η τηλεόραση, σ’ όλα τα κανάλια της και το ραδιόφωνο, δίνουν κάπου πεντακόσιες ώρες εκπομπών; Αν μένατε άυπνος και δεν κάνατε τίποτα άλλο, θα μπορούσατε να παρακολουθήσετε λιγότερο από το ένα εικοστό της ψυχαγωγίας που δίνει το γύρισμα ενός κουμπιού. Δεν είναι παράξενο ότι ο κόσμος έχει γίνει ένα παθητικό σφουγγάρι – απορροφά αλλά ποτέ δεν δημιουργεί. Ξέρετε ότι ο μέσος όρος παρακολούθησης κατ’ άτομο είναι τώρα τρεις ώρες την ημέρα; Σύντομα οι άνθρωποι δεν θα ζουν πια τις δικές τους ζωές. Θα έχουν σαν πλήρη απασχόληση μόνο την παρακολούθηση όλων των οικογενειακών εκπομπών σε συνέχειες στην τηλεόραση.
Εδώ στην Αθήνα η ψυχαγωγία βρίσκεται στη θέση που της πρέπει. Και επιπλέον είναι ζωντανή, όχι κονσερβοποιημένη. Σε μια κοινότητα αυτού του μεγέθους είναι δυνατόν να έχει κανείς σχεδόν πλήρη συμμετοχή του κοινού, μ’ όλα τα επακόλουθα της και για τους συντελεστές και τους καλλιτέχνες. Για παράδειγμα, έχουμε μια εξαιρετική συμφωνική ορχήστρα – που είναι ίσως ανάμεσα στις πρώτες πέντε – έξη του κόσμου.
Δεν θέλω όμως να βασιστείτε μόνο στα λεγόμενά μου για όλα αυτά. Αυτό που γίνεται συνήθως είναι ότι οι υποψήφιοι πολίτες μένουν εδώ για λίγες μέρες να γνωρίσουν τον τόπο. Αν αποφασίσουν ότι θα τους άρεσε να γίνουν δικοί μας, θα τους αφήναμε ν’ αντιμετωπίσουν μια σειρά από ψυχολογικά τεστ, που είναι, στην πραγματικότητα, η κύρια γραμμή άμυνάς μας. Το ένα τρίτο περίπου από τους υποψήφιους απορρίπτονται, συνήθως, για λόγους που δεν αποτελούν μείωση γι αυτούς και που δεν έχουν καμία σημασία για τον έξω κόσμο. Όσοι πετυχαίνουν γυρίζουν σπίτι τους για όσο καιρό χρειάζεται να τακτοποιήσουν τις υποθέσεις τους και μετά ξανάρχονται εδώ. Μερικές φορές, αλλάζουν γνώμη στο στάδιο αυτό, αλλά αυτό είναι πολύ ασυνήθιστο και σχεδόν πάντοτε για προσωπικούς λόγους που δεν μπορούν να τους ελέγξουν. Τα τεστ μας είναι στην ουσία εκατό τοις εκατό αξιόπιστα τώρα. Οι άνθρωποι που πετυχαίνουν σ’ αυτά, είναι οι άνθρωποι που πραγματικά θέλουν να έρθουν»
«Κι αν υποτεθεί ότι κάποιος αλλάζει γνώμη αργότερα;», ρώτησε ανήσυχη η Ζαν.
«Τότε είναι ελεύθερος να φύγει. Δεν θα του είναι καθόλου δύσκολο. Έχει συμβεί μια – δυό φορές»
Μακρά σιωπή ακολούθησε. Η Ζαν κοίταξε τον Τζωρτζ που έτριβε σκεπτικά τις μακριές του φαβορίτες, οι οποίες ήταν σύμφωνες με την τελευταία μόδα στους καλλιτεχνικούς κύκλους. Εφόσον δεν έκλειναν κάθε δρόμο υποχώρησης, το πράγμα δεν την στενοχωρούσε πολύ. Η αποικία έμοιαζε να έχει ενδιαφέρον και σίγουρα δεν ήταν τόσο τρελή όσο την θεωρούσε. Και τα παιδιά θα ξετρελαίνονταν μ’ αυτήν. Αυτό, σε τελική ανάλυση, ήταν το μόνο που είχε σημασία.
Μετακόμισαν μετά από έξη εβδομάδες. Η μονοκατοικία τους ήταν μικρή, αλλά αρκετή για μια οικογένεια που δεν είχε σκοπό ν’ αποκτήσει περισσότερα από τέσσερα μέλη. Είχε όλα τα κύρια μηχανήματα για την ανακούφιση της νοικοκυράς· τουλάχιστον, παραδέχτηκε η Ζαν, δεν υπήρχε φόβος να ξαναγυρίσει στον Μεσαίωνα της σκλαβιάς της νοικοκυράς. Ήταν όμως κάπως ανησυχητική η ανακάλυψη ότι υπήρχε κουζίνα. Σε μια κοινότητα του μεγέθους αυτού, θα μπορούσε κανείς, κανονικά, να καλέσει το Κέντρο Διατροφής, να περιμένει πέντε λεπτά και μετά να πάρει το φαγητό που είχε διαλέξει. Το να είναι κανείς ανεξάρτητος είναι πολύ καλό, αλλά αυτό που φοβόταν η Ζαν, ότι παρατραβούσε. Αναρωτήθηκε αν θα ήταν υποχρεωμένη να φτιάχνει τα ρούχα της και της οικογένειάς της όπως και τα φαγητά της. Δεν υπήρχε όμως κανένας αργαλειός ανάμεσα στο αυτόματο πλυντήριο των πιάτων και την ηλεκτρονική κουζίνα και έτσι τα πράγματα δεν ήταν και τόσο άσχημα….
Φυσικά το υπόλοιπο σπίτι φαινόταν ακόμα πολύ άδειο και κρύο. Ήταν οι πρώτοι του ένοικοι και θα περνούσε αρκετός καιρός για να γίνει ένα ζεστό, ανθρώπινο σπίτι. Χωρίς αμφιβολία, τα παιδιά θα βοηθούσαν στην μετατροπή αυτή πολύ αποτελεσματικά. Υπήρχε κι όλας (αν και η Ζαν δεν το ήξερε ακόμα) ένα άτυχο θύμα του Τζέφρεν που ξεψυχούσε μέσα στην μπανιέρα, αποτέλεσμα της άγνοιας του νεαρού κυρίου σχετικά με την βασική διαφορά ανάμεσα στο γλυκό και το θαλασσινό νερό.
Η Ζαν πήγε στο παράθυρο που ήταν ακόμη χωρίς κουρτίνες και έριξε μια ματιά στην αποικία. Ήταν ένα όμορφο μέρος, αυτό δεν μπορούσε να το αμφισβητήσει κανείς. Το σπίτι βρισκόταν στη δυτική πλαγιά του χαμηλού λόφου που δέσποζε, μια και δεν υπήρχε κανείς ανταγωνιστής, του νησιού των Αθηνών. Δυό χιλιόμετρα προς τα βορινά μπορούσε να διακρίνει τον μόλο – μια λεπτή ακμή που διέσχιζε τα νερά – που οδηγούσε στην Σπάρτη. Αυτό το βραχώδες νησί με τον ηφαιστειογενή κώνο, που υψωνόταν πάνω του, ήταν τόσο αντίθετο με αυτό εδώ το ήρεμο μέρος που μερικές φορές την τρόμαζε. Αναρωτήθηκε πως οι επιστήμονες ήταν τόσο βέβαιοι ότι δεν θα ξυπνούσε ποτέ ξανά για να τους καταπιεί όλους.
Μια ασταθής σιλουέτα που ανέβαινε την πλαγιά, βαδίζοντας προσεκτικά κάτω από την σκιά των φοινικόδεντρων παραβαίνοντας τους κανόνες της κυκλοφορίας, τράβηξε την προσοχή της. Ο Τζωρτζ γύρισε από την πρώτη σύσκεψη του. Ήταν καιρός να πάψει τα ονειροπολήματα και να ασχοληθεί με το σπίτι.
Ένας μεταλλικός κρότος πεσίματος ανήγγειλε την άφιξη του ποδηλάτου του Τζωρτζ. Η Ζαν αναρωτήθηκε πόσο καιρό θα χρειαζόταν για να μάθουν και οι δυό τους ποδήλατο. Αυτή ήταν άλλη μια απροσδόκητη πλευρά της ζωής του νησιού. Τα ιδιωτικά αυτοκίνητα δεν επιτρέπονταν και στα αλήθεια ήταν άχρηστα, μια και η μεγαλύτερη απόσταση που μπορούσε να διανύσει κανείς, σ’ ευθεία γραμμή, ήταν μικρότερη από δεκαπέντε χιλιόμετρα. Υπήρχαν μερικά οχήματα κοινής ωφελείας που ανήκαν στην κοινότητα – καμιόνια, ασθενοφόρα και πυροσβεστικές αντλίες που όλα ήταν υποχρεωμένα, εκτός από πραγματικά επείγουσες περιπτώσεις, να τρέχουν με πενήντα χιλιόμετρα την ώρα. Σαν συνέπεια, οι κάτοικοι της Αθήνας έκαναν πολλά γυμναστική, είχαν ελεύθερους δρόμους – και καθόλου τροχαία ατυχήματα.
Ο Τζωρτζ έδωσε στη γυναίκα του ένα βιαστικό φιλί στο μάγουλο και σωριάστηκε στην πλησιέστερη καρέκλα με ένα αναστεναγμό ανακούφισης.
«Ουφ!», είπε σκουπίζοντας το μέτωπό του. «Όλοι με προσπέρασαν τρέχοντας καθώς ανέβαινα τον λόφο και από αυτό υποθέτω ότι τελικά συνηθίζει κανείς. Νομίζω ότι έχασα κιόλας δέκα κιλά»
«πως πέρασε η μέρα σου;», ρώτησε η Ζαν πιστή στο καθήκον της. Είχε την ελπίδα ότι ο Τζωρτζ ίσως να μην τόσο κουρασμένος για να βοηθήσει στο άνοιγμα των αποσκευών τους.
«Ήταν πολύ ενδιαφέρουσα. Φυσικά δεν μπορώ να θυμηθώ ούτε τους μισούς απ’ όσους συνάντησα, αλλά όλοι φαίνονταν ευχάριστοι τύποι. Και το θέατρο ήταν καλό, ακριβώς όπως το ήλπιζα. Την άλλη εβδομάδα αρχίζουμε δουλειά με την «Επιστροφή του Μαθουσάλα» του Σω. Θα είμαι ο αποκλειστικός υπεύθυνος για την αλλαγή των σκηνικών και την κινηματογραφία. Θα είναι μια αλλαγή, να μην έχω μια ντουζίνα ανθρώπους πάνω από το κεφάλι μου να μου λένε τι δεν μπορώ να κάνω. Ναι, νομίζω ότι θα μας αρέσει εδώ»
«Παρά τα ποδήλατα;»
Ο Τζωρτζ μάζεψε αρκετό κουράγιο και χαμογέλασε.
«Ναι» είπε. «Σε δυό βδομάδες ούτε που θα καταλαβαίνω αυτόν εδώ τον μικρό λοφίσκο μας»
Κατά βάθος δεν το πίστευε – κι όμως είχε απόλυτα δίκιο. Χρειάστηκε όμως να περάσει ένας μήνας ακόμη πριν η Ζαν ανακαλύψει όλα όσα μπορεί να κάνει κανείς με την κουζίνα του.

ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 21
ΜΕΡΟΣ Β!
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΓΕΝΙΑ
Η Νέα Αθήνα δεν ήταν μια φυσική και αυθόρμητη δημιουργία, όπως η πόλη της Ελλάδας, της οποίας είχε το όνομα. Όλα στην αποικία είχαν σχεδιαστεί προσεκτικά, αποτέλεσμα πολλών χρόνων μελέτης, από μια ομάδα πολύ αξιόλογων ανθρώπων. Είχε ξεκινήσει σαν μια ανοιχτή συνομωσία εναντίον των Επικυρίαρχων, μια ξεκάθαρη πρόκληση της πολιτικής τους, αν όχι της δύναμής τους. Στην αρχή οι υποστηρικτές της αποικίας ήταν κάτι περισσότερο από σίγουροι ότι ο Καρέλλεν θα τους εμπόδιζε αμέσως, αλλά ο Επόπτης δεν έκανε τίποτε – απολύτως τίποτε. Αυτό δεν ήταν και τόσο ενθαρρυντικό όσο θα περίμενε κανείς. Ο Καρέλλεν είχε πολύ καιρό στη διάθεσή του· ίσως να προετοίμαζε μια καθυστερημένη αντεπίθεση. Ή ίσως ήταν τόσο σίγουρος για την αποτυχία του σχεδίου, ώστε δεν αισθανόταν την ανάγκη να λάβει οτιδήποτε μέτρα εναντίον τους.
Το ότι η αποικία θα αποτύχαινε ήταν η πρόβλεψη πολλών ανθρώπων. Κι όμως ακόμη και στο παρελθόν, πολύ πριν υπάρξει καμιά πραγματική γνώση της κοινωνικής δυναμικής, υπήρξαν πολλές κοινότητες αφιερωμένες σε ειδικούς φιλοσοφικούς ή θρησκευτικούς σκοπούς. Ήταν βέβαια αλήθεια ότι ο βαθμός θνησιμότητας τους ήταν μεγάλος, αλλά μερικές είχαν επιζήσει. Και οι βάσεις της Νέας Αθήνας ήταν τόσο σταθερές όσο μπορούσε να τις κάνει μια σύγχρονη επιστήμη.
Υπήρχαν πολλοί λόγοι για την εκλογή ενός νησιού σαν τόπου ζωής. Και ένας από τους πιο σημαντικούς ήταν ο ψυχολογικός. Σε μια εποχή που κυριαρχεί η εναέρια συγκοινωνία, ο ωκεανός δεν είχε καμιά σημασία σαν φυσικό εμπόδιο κι όμως έδινε μια αίσθηση απομόνωσης. Επί πλέον μια περιορισμένη έκταση γης καθιστούσε αδύνατο το να ζήσουν περισσότεροι άνθρωποι στην αποικία. Το μάξιμουμ του πληθυσμού είχε καθοριστεί στις εκατό χιλιάδες, αν ξεπερνούσε κι αυτό, τα πλεονεκτήματα που συνεπάγεται μια μικρή, συμπαγής κοινότητα, θα χάνονταν. Ένας από τους σκοπούς των ιδρυτών, ήταν ότι κάθε μέλος της Νέας Αθήνας θα πρέπει να γνωρίζει όλους τους άλλους πολίτες που μοιράζονταν τα ενδιαφέροντά του – και τουλάχιστον ένα ως δύο τοις εκατό από τους υπόλοιπους.
Ο άνθρωπος που ήταν η κινητήρια δύναμη πίσω από την Νέα Αθήνα ήταν ένας Εβραίος. Και, όπως ο Μωυσής δεν έζησε για να μπει στην χώρα της επαγγελίας, γιατί η αποικία θεμελιώθηκε τρία χρόνια μετά τον θάνατό του.
Είχε γεννηθεί στο Ισραήλ, το τελευταίο ανεξάρτητο κράτος που είχε ποτέ δημιουργηθεί – και γι αυτό, διατηρήθηκε και λιγότερο. Το τέλος της Εθνικής Κυριαρχίας έγινε αισθητό εκεί ίσως με περισσότερη πίκρα απ’ οπουδήποτε αλλού, γιατί είναι δύσκολο να χάνεις ένα όνειρο που μόλις το πραγματοποίησες ύστερα από αγώνες αιώνων.
Ο Μπεν Σαλομόν δεν ήταν ένας φανατικός, αλλά οι αναμνήσεις της παιδικής του ζωής θα πρέπει να καθόρισαν και όχι σε μικρό βαθμό, την φιλοσοφία που θα εφάρμοζε. Μόλις που θυμόταν πως ήταν ο κόσμος πριν από τον ερχομό των Επικυρίαρχων και δεν είχε καμιά επιθυμία να ξαναγυρίσει σε αυτόν. Όπως και αρκετοί έξυπνοι και καλοπροαίρετοι άνθρωποι, εκτιμούσε όλα όσα είχε κάνει ο Καρέλλεν για την ανθρώπινη φυλή κι όμως ήταν στεναχωρημένος για τα τελικά σχέδια των Επικυρίαρχων. Μήπως ήταν δυνατόν, έλεγε καμιά φορά στον εαυτό του, παρά την μεγάλη ευφυΐα τους οι Επικυρίαρχοι να μην είχαν καταλάβει στην πραγματικότητα την ανθρωπότητα και έκαναν ένα τρομερό λάθος, κινούμενοι από αγαθότερα κίνητρα; Αν υποτεθεί ότι, στο αλτρουιστικό πάθος τους για την δικαιοσύνη και την τάξη, είχαν αποφασίσει ν’ αναμορφώσουν τον κόσμο, αλλά δεν είχαν αντιληφθεί ότι κατέστρεφαν την ψυχή του ανθρώπου;
Η παρακμή μόλις είχε αρχίσει κι όμως τα πρώτα συμπτώματα της αποσύνθεσης δεν ήταν δύσκολο να ανακαλυφθούν. Ο Σαλομόν δεν ήταν καλλιτέχνης, αλλά είχε μια οξεία κατανόηση της τέχνης και ήξερε ότι η εποχή του δεν μπορούσε να συγκριθεί, σε επιτεύξεις, με οποιαδήποτε άλλη περασμένη εποχή και σ’ οποιοδήποτε πεδίο. Ίσως τα πράγματα να έφτιαχναν με τον καιρό, όταν θα περνούσε το σοκ της συνάντησης του πολιτισμού των Επικυρίαρχων. Ίσως όμως και όχι και ένας προνοητικός άνθρωπος θα σκεφτόταν να εξασφαλιστεί.
Η Νέα Αθήνα ήταν η ασφάλεια αυτή. Η ίδρυσή της είχε απαιτήσει δώδεκα χρόνια και μερικά δισεκατομμύρια δεκαδικών λιρών – ένα σχετικά ασήμαντο ποσόν του συνολικού πλούτου της Γης. Τα πρώτα δεκαπέντε χρόνια δεν έγινε τίποτα· όλα έγιναν τα τελευταία πέντε.
Το έργο του Σαλομόν θα ήταν αδύνατον να πραγματοποιηθεί αν δεν είχε καταφέρει να πείσει μια μικρή ομάδα από τους πιο διάσημους καλλιτέχνες του κόσμου ότι το σχέδιό του ήταν πραγματοποιήσιμο. Εκείνοι φάνηκαν να ενδιαφέρονται για την ιδέα, γιατί απευθυνόταν στον εγωισμό τους και όχι γιατί είχε σπουδαιότητα για την φυλή. Αλλά, αφού πείστηκαν, ο κόσμος τους είχε δώσει προσοχή και έδωσε ηθική και υλική βοήθεια. Πίσω απ’ αυτήν την εντυπωσιακή πρόσοψη των ευαίσθητων ταλέντων οι πραγματικοί αρχιτέκτονες της αποικίας είχαν καταστρώσει τα σχέδιά τους.
Μια κοινωνία αποτελείται από ανθρώπινα πλάσματα που η συμπεριφορά τους σαν άτομα είναι αδύνατον να προβλεφθεί. Αν όμως πάρει κανείς ένα αρκετά μεγάλο αριθμό από τις βασικές μονάδες, τότε αρχίζουν να διαγράφονται ορισμένοι κανόνες – όπως το ανακάλυψαν από πολύ καιρό οι εταιρίες ασφαλειών ζωής. Κανείς δεν μπορεί να πει ποια άτομα θα πεθάνουν μια δεδομένη στιγμή – κι όμως ο συνολικός αριθμός θανάτων μπορεί να προβλεφθεί με σημαντική ακρίβεια.
Υπάρχουν κι άλλοι, περισσότερο αφανείς νόμοι, που έγιναν για πρώτη φορά αντιληπτοί στις αρχές του εικοστού αιώνα από μαθηματικούς όπως ο Βάινερ και ο Ρασαβέσκυ. Αυτοί υποστήριζαν ότι γεγονότα, όπως οι οικονομικές πτώσεις, τα αποτελέσματα του ανταγωνισμού των εξοπλισμών, η σταθερότητα των κοινωνικών ομάδων, οι πολιτικές εκλογές και τα υπόλοιπα μπορούσαν να αναλυθούν με τη σωστή μαθηματική διαδικασία. Η μεγάλη δυσχέρεια ήταν ότι ο μεγάλος αριθμός των μεταβλητών, που οι περισσότερες ήταν δύσκολο να προσδιοριστούν με αριθμούς όρους. Δεν ήταν δυνατόν να σχεδιάσεις ένα σύνολο καμπυλών και να πεις κατηγορηματικά: «Όταν πλησιάσουμε αυτήν εδώ την γραμμή, θα έχουμε πόλεμο». Και ποτέ κανείς δεν μπορούσε να λάβει υπ’ όψιν του τόσο απρόβλεπτα πράγματα, όπως την δολοφονία μιας σημαντικής προσωπικότητας ή τις επιδράσεις μιας νέας επιστημονικής ανακάλυψης – και πολύ λιγότερο φυσικές καταστροφές όπως σεισμοί ή πλημμύρες, που είχαν βαθιά επίδραση πάνω σε ένα μεγάλο αριθμό ατόμων και των κοινωνικών ομάδων μέσα στις οποίες ζούσαν.
Κι όμως μπορούσε κανείς να κάνει πολλά πράγματα, χάρη στις γνώσεις που είχαν συγκεντρωθεί υπομονετικά τα τελευταία εκατό χρόνια. Το έργο θα ήταν αδύνατο να γίνει χωρίς την βοήθεια των γιγαντιαίων υπολογιστικών μηχανών που μπορούσαν να κάνουν τη δουλειά ανθρώπων – υπολογιστών μέσα σε δευτερόλεπτα. Τέτοια βοηθήματα είχαν χρησιμοποιηθεί σε μέγιστο βαθμό όταν σχεδιαζόταν η αποικία.
Παρ’ όλα αυτά όμως, οι ιδρυτές της Νέας Αθήνας μπορούσαν να δώσουν μόνο το έδαφος και το κλίμα μέσα στο οποίο το φυτό που ήθελαν να ευδοκιμήσει ίσως ναι – ή ίσως όχι – άνθιζε. Όπως είχε πει και ο ίδιος ο Σαλομόν «Για το ταλέντο μπορούμε να είμαστε σίγουροι· για την μεγαλοφυΐα μόνο να προσευχηθούμε μπορούμε». Υπήρχε όμως βάσιμη ελπίδα ότι μέσα σ’ ένα τέτοιο πυκνό διάλυμα θα γινόταν κάποια ενδιαφέρουσα αντίδραση. Λίγοι καλλιτέχνες μπορούν ν’ αναπτυχθούν στην μοναξιά και τίποτε δεν είναι πιο ερεθιστικό από την σύγκρουση πνευμάτων με τα ίδια ενδιαφέροντα.
Μέχρι στιγμής η σύγκρουση αυτή είχε δώσει αξιόλογα αποτελέσματα στην γλυπτική, μουσική, την φιλολογική κριτική και την κινηματογραφία. Ήταν ακόμη πολύ νωρίς για να δει κανείς αν η ομάδα που έκανε ιστορικές έρευνες θα εκπλήρωνε τις ελπίδες των παρακινητών της που σκόπευαν απερίφραστα να ξαναδώσουν στην ανθρωπότητα την περηφάνια για τα κατορθώματά της. Η ζωγραφική ακόμη δεν παρουσίαζε καμιά δραστηριότητα, πράγμα που ενίσχυε την γνώμη εκείνων που πίστευαν ότι οι στατιστικές, δις -διαστατικές μορφές της τέχνης δεν παρουσίαζαν νέες δυνατότητες.
Ήταν αξιοσημείωτο – αν και δεν είχε δοθεί ακόμη καμιά ικανοποιητική εξήγηση – ότι ο χρόνος έπαιζε βασικό ρόλο στα πιο επιτυχημένα καλλιτεχνικά επιτεύγματα της αποικίας. Ακόμη και η γλυπτική της σπάνια ήταν στατική. Οι πολύπλοκοι όγκοι και οι καμπύλες του Άντριον Κάρσον άλλαζαν σιγά – σιγά καθώς τις έβλεπε κανείς σύμφωνα με τα περίτεχνα σχέδια που το ανθρώπινο μυαλό μπορούσε ν’ απολαύσει ακόμη αν και δεν τα καταλάβαινε απόλυτα. Πραγματικά, ο Κάρσον ισχυριζόταν και είχε κάποιο δίκιο, ότι είχε πάρει «κινούμενα γλυπτά» του περασμένου αιώνα και τα έφερε στην τελική τους … κατάληξη και συνδύασε έτσι την γλυπτική με το χορό.
Τα περισσότερα από τα μουσικά πειράματα της αποικίας στρέφονταν αρκετά συνειδητά, γύρω από κάτι που θα μπορούσε να ονομαστεί «χρονικό διάστημα». Ποια ήταν η συντομότερη χρονικά νότα που θα μπορούσε ν’ αντιληφθεί ο νους; Ή ποια ήταν η μακρύτερη που θα μπορούσε ν’ αντέξει χωρίς να βαρεθεί; Θα μπορούσε το αποτέλεσμα αυτό ν’ αλλάξει με την κατάλληλη προπαίδευση ή την χρησιμοποίηση της κατάλληλης ενορχήστρωσης; Τέτοια προβλήματα συζητιόνταν ατέλειωτες φορές και οι διαφωνίες δεν ήταν πάντα ακαδημαϊκές. Συχνά είχαν σαν αποτέλεσμα μερικές πολύ ενδιαφέρουσες συνθέσεις.
Ήταν όμως στην τέχνη του κινούμενου σχεδίου με τις απεριόριστες δυνατότητές του, που η Νέα Αθήνα είχε κάνει τα πιο πετυχημένα πειράματά της. Τα εκατό χρόνια που είχαν περάσει από την εποχή του Ντίσνεϋ είχαν αφήσει ακόμη πολλά κενά στην αξιοποίηση αυτού του περισσότερο εκφραστικού μέσου. Από την καθαρά ρεαλιστική πλευρά, μπορούσαν τώρα να γίνουν έργα που ήταν αδύνατον να ξεχωρίσουν από πραγματικές φωτογραφίες – πράγμα που προκαλούσε την μεγάλη περιφρόνηση εκείνων που ανέπτυξαν τα κινούμενα σχέδια σε αφηρημένες κατευθύνσεις.
Η ομάδα των καλλιτεχνών και των επιστημόνων, που μέχρι τώρα είχε σημειώσει τα λιγότερα επιτεύγματα, ήταν αυτή που συγκέντρωσε το μεγαλύτερο ενδιαφέρον – και προκαλούσε την μεγαλύτερη ανησυχία. Αυτή ήταν η ομάδα που εργαζόταν πάνω στην «ολική ταύτιση». Η ιστορία του κινηματογράφου έδινε μια ιδέα της εργασίας τους. Στην αρχή ο ήχος, κατόπιν το χρώμα, μετέπειτα η στερεοσκοπική οθόνη και κατόπιν το σινέραμα είχαν κάνει πολλές τις παλιές «κινούμενες εικόνες» όλο και πιο όμοιες με την πραγματικότητα. Που θα κατέληγε όμως αυτή η ιστορία; Σίγουρα το τελευταίο στάδιο θα ήταν εκείνο που ο θεατής θα ξεχνούσε ότι ήταν θεατής και θα έπαιρνε μέρος στα «δρώμενα’. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο θα έπρεπε να ερεθιστούν οι αισθήσεις, ίσως και να γινόταν χρήση υπνωτισμού, αλλά πολλοί πίστευαν ότι ήταν πραγματικά εφαρμόσιμο. Όταν θα πραγματοποιείτο ο σκοπός αυτός, θα ήταν κάτι που θα πλούτιζε πάρα πολύ την ανθρώπινη εμπειρία. Κάθε άτομο θα μπορούσε να γίνει – τουλάχιστον για λίγη ώρα – ένα άλλο άτομο και να πάρει μέρος σε κάθε είδους περιπέτεια, φανταστική ή πραγματική, που μπορούσε να συλλάβει ο νους. Θα μπορούσε ακόμη να γίνει ένα ζώο ή ένα φυτό, αν θα αποδεικνυόταν δυνατή η σύλληψη και η καταγραφή των εντυπώσεων που δίνουν οι αισθήσεις άλλων ζωντανών πλασμάτων. Και όταν θα τέλειωνε «η παράσταση», το άτομο αυτό θα είχε αποκτήσει μια ανάμνηση τόσο ζωηρή όσο και για μια οποιαδήποτε εμπειρία της πραγματικής ζωής του – μια τέτοια εμπειρία που δεν θα μπορούσε να την ξεχωρίσει από την ίδια την πραγματικότητα.
Οι προοπτικές ήταν εκθαμβωτικές. Μερικοί τις έβρισκαν και τρομακτικές και ήλπιζαν ότι η προσπάθεια θα αποτύγχανε. Ήξεραν όμως βαθειά μέσα τους, ότι όταν η επιστήμη πει μια φορά ότι κάτι είναι πιθανό, τότε τίποτε δεν μπορεί να εμποδίσει την πραγματοποίησή του.
Αυτή λοιπόν ήταν η Νέα Αθήνα και μερικά από τα όνειρά της. Ήλπιζε να γίνει ότι θα μπορούσε να είχε γίνει η Παλιά Αθήνα αν, αντί για σκλάβους, είχε μηχανές και αντί για προλήψεις, επιστημονικές γνώσεις. Ήταν όμως πολύ νωρίς για να πει κανείς αν το πείραμα θα πετύχαινε ή όχι.

ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 22
ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΞΥΠΝΟΥΝ

Ο  Τζέφρεϋ Γκρέγκσον ήταν ένας νησιώτης που, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν έδειχνε κανένα ενδιαφέρον για τις καλές τέχνες ή την επιστήμη, που ήταν οι δυό κύριες απασχολήσεις των μεγαλυτέρων του. ενέκρινε όμως ολόψυχα την αποικία για καθαρά προσωπικούς λόγους. Η θάλασσα, που δεν απείχε πάνω από μερικά χιλιόμετρα προς οποιαδήποτε κατεύθυνση, τον σαγήνευε. Το μεγαλύτερο μέρος της σύντομης ζωής του το είχε περάσει στην καρδιά της ηπείρου και ακόμη δεν μπορούσε να συνηθίσει στην καινούργια κατάσταση, να βρίσκεται στη μέση της θάλασσας. Ήταν καλός κολυμβητής και συχνά πήγαινε με το ποδήλατο, μαζί με άλλους νεαρούς φίλους του, κουβαλώντας τα πέδιλα και τη μάσκα του, για να εξερευνήσει τα ρηχά νερά της λιμνοθάλασσας. Στην αρχή η Ζα δεν συμφώνησε με αυτή την ιδέα, αλλά όταν έκανε η ίδια μερικές καταδύσεις, έχασε το φόβο της για τη θάλασσα και τα παράξενα πλάσματά της και άφησε τον Τζέφρεϋ να διασκεδάζει όπως ήθελε – με τον όρο ότι ποτέ δεν θα κολυμπούσε μόνος του.
Ένα άλλο μέλος της οικογένειας Γκρέγκσον που ενέκρινε την αλλαγή ήταν η Φέϋ το όμορφο χρυσόξανθο λαγωνικό, που τυπικά ανήκε στον Τζωρτζ, αλλά που σπάνια αποχωριζόταν τον Τζέφρεϋ. Οι δυό τους ήταν αχώριστοι την μέρα και – αν δεν είχε επέμβει η Ζαν – και τη νύχτα. Μόνο όταν ο Τζέφρεϋ έφευγε με το ποδήλατό του έμενε η Φέϋ σπίτι, ξαπλωμένη άτονα μπροστά στην πόρτα, κοιτάζοντας το δρόμο με υγρά, θλιμμένα μάτια και τη μουσούδα της ακουμπισμένη στα πόδια. Αυτό ήταν πολύ απογοητευτικό για τον Τζωρτζ που είχε δώσει ένα σωρό λεφτά για να αγοράσει την Φέϋ, μια σκυλίτσα από ευγενική ράτσα. Φαινόταν ότι θα έπρεπε να περιμένει την επόμενη γενιά – που θα ερχόταν σε τρεις μήνες – για ν’ αποκτήσει έναν δικό του σκύλο. Η Ζαν είχε άλλες ιδέες πάνω στο θέμα αυτό. Της άρεσε η Φέϋ, αλλά είχε τη γνώμη ότι ένας σκύλος έφτανε και περίσσευε στο σπίτι τους.
Μόνο η Τζένιφερ Ανν δεν είχε αποφασίσει ακόμη αν της άρεσε ή όχι η αποικία. Αυτό όμως δεν ήταν καθόλου παράξενο, γιατί μέχρι τώρα δεν είχε δει τίποτα από τον κόσμο πέρα από τα πλαστικά τοιχώματα της κούνιας της και δεν είχε, προς το παρόν, παρά ελάχιστες υποψίες ότι υπήρχε ένα τέτοιο μέρος.
Ο Τζωρτζ Γκρέγκσον δεν σκεπτόταν συχνά το παρελθόν· ήταν πάρα πολύ απασχολημένος με σχέδια για το μέλλον, τον απασχολούσε πάρα πολύ η δουλειά του και τα παιδιά του. Στ’ αλήθεια, πολύ σπάνια το μυαλό του ξαναγύριζε πίσω, χρόνια πριν, σ’ εκείνο το βράδυ στην Αφρική και ποτέ δεν είχε μιλήσει γι αυτό με την Ζαν. Σαν από σιωπηρή συμφωνία, απέφυγαν το θέμα και από εκείνη τη μέρα δεν ξανά επισκέφτηκαν ποτέ τους Μπόυς, παρά τις επανειλημμένες προσκλήσεις. Επικοινωνούσαν με τον Ρούμπερτ, πάντα με νέες δικαιολογίες, μερικές φορές κάθε χρόνο και στο τέλος, είχε πάψει να τους ενοχλεί. Ο γάμος του με τη Μάγια, παρ’ όλες τις απαισιόδοξες γνώμες φαινόταν να έχει στεριώσει.
Ένα αποτέλεσμα της βραδιάς αυτής ήταν ότι η Ζαν έχασε κάθε επιθυμία να ανακατεύεται με μυστήρια στα όρια των γνωστών επιστημών. Η απλοϊκή και χωρίς κριτική διάθεση περιέργεια που την είχε τραβήξει προς τον Ρούμπερτ και τα πειράματά του είχε εξαφανιστεί τελείως. Ίσως να είχε πειστεί και να μην ήθελε άλλες αποδείξεις· ο Τζωρτζ προτιμούσε να μην τη ρωτήσει. Ήταν το ίδιο πιθανό ότι οι φροντίδες της μητρότητας είχαν διώξει τα ενδιαφέροντα αυτά από τον νου της.
Δεν ωφελούσε, το ήξερε ο Τζωρτζ, ν’ ανησυχεί κανείς για ένα μυστήριο που δεν θα γινόταν ποτέ κι όμως μερικές φορές, στην γαλήνη της νύχτας, ξυπνούσε και αναρωτιόταν. Θυμόταν την συνάντησή του με τον Γιαν Ρόντρικς πάνω στη στέγη του σπιτιού του Ρούμπερτ και τις λίγες λέξεις, που είχε ανταλλάξει με τον μόνο άνθρωπο που πέτυχε να παραβιάσει την απαγόρευση των Επικυρίαρχων. Τίποτε στο βασίλειο του υπερφυσικού, σκαπτόταν ο Τζωρτζ, δεν ήταν πιο παράξενο από το ψυχρό επιστημονικό δεδομένο, διότι αν και είχαν περάσει σχεδόν δέκα χρόνια πριν από τότε που είχε μιλήσει με τον Γιαν, ο μακρινός τώρα ταξιδιώτης θα είχε γεράσει λίγες μόνο μέρες.
Το Σύμπαν ήταν απέραντο, αλλά το δεδομένο αυτό τον τρομοκρατούσε λιγότερο απ’ ότι το μυστήριό του. ο Τζωρτζ δεν ήταν ένα άτομο που έκανε βαθιές σκέψεις πάνω σε τέτοια θέματα, αλλά μερικές φορές του φαινόταν ότι οι άνθρωποι ήταν σαν μικρά παιδιά που διασκέδαζαν μόνα τους σε ένα απομονωμένο κήπο, προφυλαγμένα από την σκληρή πραγματικότητα του έξω κόσμου. Ο Γιαν Ρόντρικς δεν ήθελε μια τέτοια προστασία και είχε δραπετεύσει απ’ αυτήν – για κάτι που κανείς δεν ήξερε τι ήταν. Στο θέμα όμως αυτό ο Τζωρτζ πήγαινε με το μέρος των Επικυρίαρχων. Δεν είχε καμιά επιθυμία να αντιμετωπίσει οτιδήποτε παραμόνευε μέσα στην άγνωστη σκοτεινιά, πέρα από το μικρό φωτεινό κύκλο που έριχνε το φως της Επιστήμης.
«Πως γίνεται…», είπε παραπονετικά ο Τζωρτζ «… και ο Τζεφ πάντα λείπει κάθε φορά που τυχαίνει να βρίσκομαι στο σπίτι; Που έχει πάει σήμερα;»
Η Ζαν σήκωσε τα μάτια από το πλέξιμό της – μια αρχαϊκή απασχόληση που είχε ξαναγίνει πρόσφατα μόδα, με μεγάλη επιτυχία. Τέτοιες μόδες έρχονταν κι έσβηναν στο νησί πολύ γρήγορα. Το κύριο αποτέλεσμα αυτής εδώ της τρέλας ήταν ότι οι άνδρες είχαν πάει σαν δώρα πολύχρωμα πουλόβερ, πάρα πολύ ζεστά για την ημέρα αλλά αρκετά χρήσιμα ύστερα από το ηλιοβασίλεμα.
«Έχει πάει στη Σπάρτη με μερικούς φίλους του», απάντησε η Ζαν. «Υποσχέθηκε ότι θα γυρίσει για φαγητό»
«Ήρθα σπίτι με σκοπό να εργαστώ λιγάκι», είπε ο Τζωρτζ σκεπτικά. «Αλλά είναι όμορφη μέρα και λέω να πάω κι εγώ εκεί να κολυμπήσω. Τι ψάρια θέλεις να σου φέρω;»
Ο Τζωρτζ ποτέ δεν είχε πιάσει τίποτε και τα ψάρια της λιμνοθάλασσας ήταν πάρα πολύ έξυπνα για να πέσουν σε παγίδα. Η Ζαν ετοιμαζόταν να του το πει όταν η ηρεμία του απογεύματος κομματιάστηκε από έναν ήχο που ακόμη και σε αυτή την ειρηνική εποχή, είχε τη δύναμη να παγώνει το αίμα και να προκαλεί ανατριχίλες από φόβο.
Ήταν το ουρλιαχτό μιας σειρήνας που ανεβοκατέβαινε, σκορπίζοντας το μήνυμά της για τον κίνδυνο, σε ομόκεντρους κύκλους πάνω από την θάλασσα.
Για ένα αιώνα περίπου οι πιέσεις αυξάνονταν σιγά – σιγά, στη φριχτή σκοτεινιά πολύ πιο κάτω από τον βυθό του ωκεανού. Αν και το υποβρύχιο φαράγγι είχε σχηματιστεί γεωλογικούς αιώνες πριν, οι βασανισμένοι βράχοι δεν είχαν συμβιβαστεί με τις νέες θέσεις τους. Αμέτρητες φορές τα στρώματα είχαν ραγίσει και είχαν μετακινηθεί, καθώς το αφάνταστο βάρος του νερού ανέτρεπε την ασταθή ισορροπία τους. Τώρα ήταν έτοιμα να κινηθούν ξανά.
Ο Τζεφ εξερευνούσε τις λακκούβες των βράχων πάνω στη μακρόστενη αμμουδιά της Σπάρτης – μια απασχόληση που την έβρισκε ατελείωτα γοητευτική. Κανείς δεν ήξερε ποτέ τι εξωτικά πλάσματα μπορούσε να βρει φωλιασμένα εκεί για να προφυλαχτούν από τα κύματα που βάδιζαν ασταμάτητα, διασχίζοντας τον Ειρηνικό για να ξεσπάσουν πάνω στην ξέρα. Ήταν μια παραμυθένια χώρα για ένα παιδί και τη στιγμή αυτή ήταν όλη στη διάθεσή του γιατί οι φίλοι του είχαν ανέβει στους λόφους.
Η μέρα ήταν ήρεμη και ειρηνική. Δεν φύσαγε ούτε ο παραμικρός άνεμος και ακόμη και το αιώνιο μουρμουρητό πέρα από την ξέρα είχε πέσει σ’ ένα σιγανό ψιθύρισμα. Ένας καυτός ήλιος κρεμόταν μεσοστρατίς προς τη δύση, αλλά το σκούρο σαν μαόνι κορμί του Τζεφ ήταν τώρα πια αδιάφορο στις επιθέσεις του.
Η παραλία εδώ ήταν μια στενή λωρίδα άμμου που έγερνε απότομα προς την λιμνοθάλασσα. Κοιτάζοντας κάτω μέσα στο καθαρό σαν κρύσταλλο νερό, ο Τζεφ μπορούσε να δει τους υποβρύχιους βράχους που του ήταν τώρα τόσο γνωστοί όσο και η γη που πατούσε. Κάπου δέκα μέτρα βαθιά, τα χορταριασμένα πλευρά μιας παλιάς σκούνας ανέβαιναν κυρά προς τον κόσμο που είχαν αφήσει πριν από δυό περίπου αιώνες. Ο Τζεφ και οι φίλοι του είχαν εξερευνήσει πολλές φορές το ναυάγιο, αλλά οι ελπίδες τους για ένα κρυμμένο θησαυρό είχαν διαψευστεί. Το μόνο που είχαν βρει, ήταν μια πυξίδα σκεπασμένη με στρείδια.
Πολύ σταθερά, κάτι έπιασε την παραλία και της έδωσε ένα μοναδικό, ξαφνικό τίναγμα. Η δόνηση πέρασε τόσο γρήγορα που ο Τζεφ αναρωτήθηκε μήπως την είχε φανταστεί. Ίσως να ήταν μια ζαλάδα της στιγμής γιατί όλα γύρω του έμειναν τελείως ανάλλαχτα. Και τότε κάτι το πολύ παράξενο άρχισε να γίνεται.
Γρήγορα, πολύ πιο γρήγορα απ’ οποιαδήποτε άμπωτη, το νερό τραβιόταν από την ακτή. Ο Τζεφ κοίταζε, με βαθιά απορία και χωρίς καθόλου φόβο καθώς η υγρή άμμος ξεσκεπαζόταν γυαλίζοντας στον ήλιο. Ακολούθησε τον ωκεανό που υποχωρούσε, αποφασισμένος να εκμεταλλευτεί όσο μπορούσε αυτό το οποιοδήποτε θαύμα που του είχε ανοίξει τον υποβρύχιο κόσμο για να τον επιθεωρήσει. Τώρα το επίπεδο του νερού είχε πέσει τόσο χαμηλά, που το σπασμένο κατάρτι του παλιού ναυαγίου έβγαινε στον αέρα, ενώ τα φύκια που το σκέπαζαν κρέμονταν άτονα απ’ αυτό καθώς έχαναν το υγρό στήριγμά τους. Ο Τζεφ προχώρησε γρήγορα, ανυπόμονος να δει τι θαυμάσια πράγματα θα ξεσκεπάζονταν κατόπιν.
Τότε ήταν που παρατήρησε τον ήχο από την ξέρα. Ποτέ ως τώρα δεν είχε ακούσει κάτι τέτοιο και σταμάτησε να το εντοπίσει ενώ τα γυμνά πόδια του βούλιαζαν σιγά – σιγά στην υγρή άμμο. Ένα μεγάλο ψάρι χτυπιόταν στην επιθανάτια αγωνία του λίγα μέτρα πιο πέρα, αλλά ο Τζεφ μόλις που το αντιλήφθηκε. Στάθηκε, όλος προσοχή και άκουγε ενώ ο θόρυβος από την ξέρα δυνάμωνε σταθερά γύρω του.
Ήταν ένας ρουφηχτός, γαργαριστός ήχος, σαν ένας ποταμός να έτρεχε γοργά μέσα από ένα στενό κανάλι. Ήταν η φωνή της θάλασσας που υποχωρούσε άθελά της, θυμωμένη που έχανε, έστω και για μια στιγμή, το έδαφος που της ανήκε δικαιωματικά. Μέσα από τα χαριτωμένα κλαδιά των κοραλλιών, μέσα από τις κρυφές υποβρύχιες σπηλιές, εκατομμύρια τόνοι νερό στράγγιζαν από την λιμνοθάλασσα μέσα στην απεραντοσύνη του Ειρηνικού.
Πολύ σύντομα και με μεγάλη ταχύτητα, θα ξαναγύριζαν.
Μια από τις ομάδες διάσωσης, ώρες ολόκληρες ύστερα, βρήκε τον Τζεφ πάνω σ’ ένα μεγάλο βράχο από κοράλλι που είχε εκσφενδονιστεί καμιά εικοσαριά μέτρα πάνω από το φυσιολογικό επίπεδο του νερού. Δεν φαινόταν ιδιαίτερα φοβισμένος αν και ήταν αναστατωμένος για την απώλεια του ποδηλάτου του. Ήταν επίσης πολύ πεινασμένος, μια και η καταστροφή του μόλου τον είχε αποκόψει από το σπίτι του. Όταν τον διέσωσαν, σχεδίαζε να γυρίσει κολυμπώντας στην Αθήνα και, εκτός αν τα ρεύματα είχαν δυναμώσει, θα κατάφερνε, σίγουρα, να περάσει χωρίς μεγάλη δυσκολία.
Η Ζαν και ο Τζωρτζ είχαν παρακολουθήσει όλη τη σειρά των γεγονότων όταν το «Τσουνάμι» χτύπησε το νησί. Αν και οι ζημιές στις χαμηλότερες περιοχές της Αθήνας ήταν βαρύτατες, δεν υπήρχαν θύματα. Οι σεισμογράφοι είχαν μπορέσει να προειδοποιήσουν δεκαπέντε μόνο λεπτά πριν, αλλά αυτά ήταν αρκετά για να φύγουν όλοι, έξω από την ζώνη κινδύνου. Τώρα η αποικία γιάτρευε τις πληγές της και έπλεκε ένα σωρό μύθους που θα γίνονταν συνεχώς και πιο τρομακτικοί καθώς θα περνούσαν τα χρόνια.
Η Ζαν ξέσπασε σε λυγμούς όταν της ξανάδωσαν το γιό της, γιατί είχε σχεδόν πείσει τον εαυτό της πως είχε παρασυρθεί στο πέλαγος. Είχε παρακολουθήσει με έντρομα μάτια τα μαύρα αφρισμένα τεράστια κύματα να έρχονται ουρλιάζοντας πέρα από τον ορίζοντα για να πνίξουν τη βάση της Σπάρτης με νερό και αφρούς. Φαινόταν αδύνατο να είχε καταφέρει ο Τζεφ να φτάσει έγκαιρα σε ασφαλισμένο μέρος.
Δεν ήταν καθόλου παράξενο ότι ο ίδιος δεν μπορούσε να δώσει μια λογική περιγραφή του τι είχε συμβεί. Όταν έφαγε και ήταν σίγουρος στο κρεβάτι του, η Ζαν και ο Τζωρτζ μαζεύτηκαν στο πλευρό του.
«Κοιμήσου χρυσό μου και ξέχασέ τα όλα….», είπε η Ζαν , «… τώρα είσαι πια εντάξει»
«Μα είχε πλάκα μαμά…», διαμαρτυρήθηκε ο Τζεφ, «… στ’ αλήθεια, δεν φοβήθηκα καθόλου»
«Πολύ καλά…», είπε ο Τζωρτζ, «… είσαι γενναίο αγόρι και το καλό είναι ότι φάνηκες λογικός και έτρεξες όσο ήταν καιρός. Έχω ακούσει γι αυτά τα παλιρροιακά κι άλλες φορές. Πολλά άτομα πνίγονται γιατί πηγαίνουν στην ακτή που ξεσκεπάζεται για να δουν τι συμβαίνει»
«Αυτό έκανα κι εγώ», ομολόγησε ο Τζεφ. «Αναρωτιέμαι ποιος να ήταν αυτός που με βοήθησε»
«Τι θέλεις να πεις; Δεν ήταν κανένας μαζί σου. Τα άλλα αγόρια ήταν πάνω στο λόφο»
Ο Τζεφ κοίταξε απορημένος
«Μα κάποιος μου είπε να τρέξω»
Η Ζαν και ο Τζωρτζ αλληλοκοιτάχτηκαν κάπως τρομαγμένοι.
«Θέλεις να πεις – φαντάστηκες ότι άκουσες κάτι;»
«Ω! μην τον κουράζεις τώρα», είπε η Ζαν ανήσυχη και κάπως παραπάνω βιαστική. Ο Τζωρτζ όμως επέμεινε.
«Θέλω να βρω την άκρη σ’ αυτήν την υπόθεση. Για πες μου, τι ακριβώς συνέβη Τζεφ;»
«Να, ήμουν κάτω στην παραλία, κοντά σε εκείνο το παλιό ναυάγιο όταν η φωνή μίλησε»
«Τι είπε;»
«Δεν θυμάμαι ακριβώς αλλά ήταν περίπου τα εξής: < Τζέφρεϋ ανέβα πάνω στο λόφο όσο πιο γρήγορα μπορείς. Θα πνιγείς αν μείνεις εδώ>. Είμαι σίγουρος ότι με είπε Τζέφρεϋ και όχι Τζεφ. Γι αυτό δεν μπορεί να ήταν κάποιος που να τον ήξερα»
«Ήταν ανδρική φωνή; Από πού ερχόταν;»
«Ήταν τόσο κοντά μου… και έμοιαζε σαν αντρική…»
Ο Τζεφ δίστασε για μια στιγμή και ο Τζωρτζ τον παρότρυνε:
«Συνέχισε – φαντάσου ότι είσαι ξανά στην παραλία και πες μου τι ακριβώς έγινε»
«Να… δεν έμοιαζε με κανένα που έχω ακούσει να μιλάει ως τώρα. Νομίζω πως ήταν ένας πολύ μεγάλος άντρας»
«Αυτά ήταν όλα όσα σου είπε η φωνή;»
«Ναι – μέχρι που άρχισα να σκαρφαλώνω στο λόφο. Τότε έγινε κάτι άλλο πιο παράξενο ακόμα. Ξέρετε εκείνο το μονοπάτι που βγάζει πάνω στο βράχο;»
«Ναι»
«Το ανέβαινα τρέχοντας γιατί ήταν ο πιο γρήγορος δρόμος. Ήξερα τώρα τι γινόταν γιατί είχα δει το μεγάλο κύμα που ερχόταν. Έκανε και έναν τρομερό θόρυβο. Και τότε βρήκα ότι ήταν ένας πελώριος βράχος καταμεσής στο δρόμο μου. Δεν υπήρχε προηγουμένως και δεν θα μπορούσα να τον περάσω»
«Θα πρέπει να τον έριξε ο σεισμός», είπε ο Τζωρτζ.
«Σσστ !!! Συνέχισε Τζεφ»
«Δεν ήξερα τι να κάνω και το νερό ανέβαινε ολοένα. Τότε η φωνή είπε <κλείσε τα μάτια σου Τζέφρεϋ και βάλε τα χέρια μπρος στο πρόσωπό σου>. Μου φάνηκε ότι ήταν κάτι το αστείο αλλά το έκανα. Και τότε φάνηκε μια μεγάλη λάμψη – την αισθάνθηκα σε όλο μου το σώμα – και όταν άνοιξα τα μάτια μου ο βράχος είχε χαθεί»
«Είχε χαθεί;»
«Ναι – δεν ήταν πια εκεί. Γι αυτό ξανάρχισα να τρέχω και τότε ήταν που παραλίγο να κάψω τα πόδια μου γιατί το έδαφος στο μονοπάτι έκαιγε. Το νερό άχνιζε όταν πέρασε πάνω του, αλλά δεν μπορούσε πια να με φτάσει· είχα ανέβει πολύ ψηλά πάνω στο βράχο. Κι αυτό ήταν όλο. Ξανακατέβηκα σαν δεν υπήρχαν πια άλλα κύματα. Τότε είδα ότι το ποδήλατό μου είχε χαθεί και ότι ο δρόμος για το σπίτι είχε γκρεμιστεί»
«Μη στενοχωριέσαι για το ποδήλατο, αγάπη μου», είπε η Ζαν σφίγγοντας με ευγνωμοσύνη το γιό της. «Θα σου πάρουμε ένα άλλο. Το μόνο που έχει σημασία είναι ότι είσαι γερός. Δεν θα μας στενοχωρήσει το πώς έγινε αυτό»
Αυτό φυσικά δεν ήταν αλήθεια γιατί η σύσκεψη άρχισε αμέσως μόλις βγήκαν από το δωμάτιο των παιδιών. Δεν κατάληξε σε κανένα συμπέρασμα, αλλά είχε δυο συνέπειες. Την άλλη μέρα, χωρίς να πει τίποτα στον Τζωρτζ, η Ζαν πήγε το μικρό της γιό στον παιδοψυχολόγο της αποικίας. Εκείνος άκουγε προσεκτικά καθώς ο Τζεφ επαναλάμβανε την ιστορία του, χωρίς να έχει το παραμικρό τρακ από το παράξενο περιβάλλον. Κατόπιν – κι ενώ ο ανύποπτος ασθενής του απέρριπτε στη σειρά όλα τα παιγνίδια που βρίσκονταν στο διπλανό δωμάτιο, ο γιατρός καθησύχασε την Ζαν.
«Στην καρτέλα του δεν υπάρχει τίποτα που να δείχνει διανοητική ανωμαλία. Μην ξεχνάς ότι είχε μια τρομακτική εμπειρία και ότι την ξεπέρασε πάρα πολύ καλά. Είναι ένα παιδί με πολύ μεγάλη φαντασία και πιθανώς πιστεύει στην ιστορία του. λοιπόν, να την παραδεχτείτε και να μην ανησυχείτε εκτός αν υπάρξουν αργότερα κι άλλα συμπτώματα. Τότε να με ειδοποιήσετε αμέσως»
Το ίδιο βράδυ η Ζαν ανακοίνωσε την γνωμάτευση στον άντρα της. Δεν φάνηκε να ανακουφίστηκε τόσο όσο πίστευε και το απέδωσε στην στενοχώρια του για την καταστροφή του αγαπημένου του θεάτρου. Είπε μόνο ένα μουτρωμένο «Πολύ καλά» και κάθισε να διαβάσει το τελευταίο φύλλο του «Σκηνή και στούντιο». Φαινόταν σαν να έχει χάσει κάθε ενδιαφέρον για την υπόθεση και η Ζαν αισθάνθηκε ελαφρά ενοχλημένη μαζί του.
Τρεις βδομάδες όμως αργότερα, την πρώτη μέρα που ο μόλος ξανάνοιξε στην κυκλοφορία, ο Τζωρτζ με το ποδήλατό ξεκίνησε με ζωηράδα για την Σπάρτη. Η παραλία ήταν ακόμη σπαρμένη με κομμάτια σπασμένα κοράλλια και σε ένα σημείο φαινόταν ότι ο ύφαλος είχε ραγίσει. Ο Τζωρτζ αναρωτήθηκε πόσο καιρό θα χρειάζονταν οι μυριάδες τα υπομονετικά πολύποδα για να διορθώσουν την ζημιά.
Υπήρχε ένα μόνο μονοπάτι που ανέβαινε στη πρόσοψη του βράχου και όταν ο Τζωρτζ πήρε ανάσα άρχισε να σκαρφαλώνει. Μερικά ξεραμένα κομμάτια φύκια, πιασμένα ανάμεσα στα βράχια, σημάδευαν το σημείο που έφτασαν τα νερά.
Για αρκετή ώρα ο Τζωρτζ Γκρέγκσον έμεινε στο μοναχικό μονοπάτι κοιτάζοντας τον λεκέ του λειωμένου βράχου κάτω από τα πόδια του. προσπάθησε να πει σον εαυτό του ότι αυτό ήταν μια ιδιοτροπία του ηφαιστείου που ήταν τόσο καιρό νεκρό, αλλά γρήγορα εγκατέλειψε αυτή την προσπάθεια να ξεγελάσει τον εαυτό του. Ο νους του ξαναγύρισε πίσω στην βραδιά εκείνη, πριν τόσα χρόνια, που αυτός και η Ζαν είχαν πάρει μέρος σε εκείνο το ανόητο πείραμα του Ρούμπερτ Μπους. Κανείς δεν είχε καταλάβει ποτέ τι ακριβώς είχε συμβεί τότε, αλλά ο Τζωρτζ ήξερε ότι κατά κάποιον ανεξερεύνητο τρόπο τα δυό αυτά παράξενα γεγονότα συνδέονταν. Πρώτα ήταν η Ζαν, τώρα ο γιός της. Δεν ήξερε αν θα έπρεπε να χαρεί ή να φοβηθεί, το μόνο που έκανε ήταν μια ατέλειωτη προσευχή.
«Σ’ ευχαριστώ Καρέλλεν για ότι οι άνθρωποι έκαναν για τον Τζεφ. Θα ήθελα όμως να ήξερα γιατί το έκαναν»
Κατέβηκε αργά – αργά στην παραλία και οι μεγάλοι άσπροι γλάροι πετούσαν γύρω του, θυμωμένοι γιατί δεν είχε φέρει μαζί του τροφή να τους πετάξει καθώς έφερναν βόλτες στον ουρανό.


ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 23
ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΞΥΠΝΟΥΝ
Η ΑΥΓΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

 Η παράκληση του Καρέλλεν, αν και θα έπρεπε να την περιμένουν από την πρώτη στιγμή που ιδρύθηκε η αποικία, έπεσε σαν βόμβα. Αποτελούσε, όπως το ήξεραν πολύ καλά όλοι, ένα σταθμό στη ζωή των Αθηνών και κανείς δεν μπορούσε ν’ αποφασίσει αν θα έβγαινε κακό ή καλό απ’ αυτή.
Μέχρι τότε η αποικία βάδιζε το δρόμο της χωρίς καμιά μορφή ανάμιξης από μέρους των Επικυρίαρχων. Την είχαν αφήσει εντελώς μόνη, όπως αγνοούσαν και τις περισσότερες ανθρώπινες δραστηριότητες που δεν ήταν ανατρεπτικές ή που δεν πρόσβαλλαν τους κώδικες συμπεριφοράς τους. Το εάν οι σκοποί της αποικίας μπορούσαν να χαρακτηριστούν ανατρεπτικοί, ήταν αμφίβολο. Δεν ήταν πολιτικοί, αλλά αντιπροσώπευαν μια προσπάθεια για πνευματική και καλλιτεχνική ανεξαρτησία. Και απ’ αυτή, ποιος ήξερε τι μπορούσε ν’ ακολουθήσει. Ίσως οι Επικυρίαρχοι να μπορούσαν να προβλέψουν το μέλλον της Αθήνας πιο καθαρά απ’ ότι οι ιδρυτές της – και ίσως να μην τους άρεσε.
Φυσικά, αν ο Καρέλλεν ήθελε να στείλει έναν παρατηρητή, επιθεωρητή ή όπως αλλιώς θα την ονόμαζε, δεν υπήρχε κανείς που να μπορούσε να τον εμποδίσει. Πριν είκοσι χρόνια οι Επικυρίαρχοι είχαν ανακοινώσει ότι διέκοψαν την χρήση όλων των μέσων επιτήρησης κι έτσι η ανθρωπότητα μπορούσε πια να πιστέψει ότι δεν την κατασκόπευαν. Το γεγονός όμως ότι τέτοια μέσα υπήρχαν ακόμη σήμαινε ότι τίποτε δεν μπορούσε να κρυφτεί από τους Επικυρίαρχους αν ήθελαν πραγματικά να το δουν.
Υπήρχαν μερικοί στο νησί που καλωσόρισαν την επίσκεψη αυτή σαν μια ευκαιρία να λυθεί ένα από τα όχι τόσο σημαντικά προβλήματα της ψυχολογίας των Επικυρίαρχων – η στάση τους προς την τέχνη. Τη θεωρούσαν σαν μια παιδιάστικη τρέλα της ανθρώπινης φυλής; Είχαν οι ίδιοι κάποια μορφή τέχνης; Στην περίπτωση αυτή ήταν ο σκοπός της επίσκεψής αυτής καθαρά αισθητικός ή μήπως ο Καρέλλεν είχε άλλους λιγότερο αθώους σκοπούς;
Όλα αυτά τα ζητήματα συζητιόνταν ασταμάτητα καθώς συνεχίζονταν οι προετοιμασίες. Τίποτα δεν ήταν γνωστό για τον Επικυρίαρχο, που θα έκανε την επίσκεψη, αλλά υπέθεταν ότι θα μπορούσε να απορροφήσει Καλλιέργεια σε απεριόριστες ποσότητες. Έτσι, τουλάχιστον, θα μπορούσαν να επιχειρήσουν το πείραμα και οι αντιδράσεις του θύματος θα ήταν κάτω από την παρακολούθηση μιας ολόκληρης πυροβολαρχίας από κοφτερά μυαλά.
Ο τωρινός πρόεδρος του συμβουλίου ήταν ο φιλόσοφος Τσάρλι Γιαν Σεν, ένας είρων αλλά βασικά χαρούμενος άνθρωπος, που δεν είχε φτάσει ακόμα τα εξήντα του και επομένως ήταν ακόμη στην ακμή της ηλικίας του. Ο Πλάτων θα τον ενέκρινε σαν ένα παράδειγμα του φιλόσοφου – πολιτικού, αν και ο Σεν δεν ενέκρινε και πολύ τον Πλάτωνα, που τον υποπτευόταν ότι έδινε μια πολύ λανθασμένη εικόνα του Σωκράτη. Ήταν ένας από τους νησιώτες που είχε σκοπό να εκμεταλλευτεί όσο μπορούσε την επίσκεψη αυτή, έστω και μόνο για να δείξει στους Επικυρίαρχους ότι οι άνθρωποι είχαν αρκετά πρωτοβουλία και ότι δεν είχαν ακόμη, όπως έλεγε, «γίνει εντελώς κατοικίδια ζώα».
Τίποτε στην Αθήνα δεν γινόταν χωρίς μια επιτροπή, το υπέρτατο αυτό χαρακτηριστικό της δημοκρατικής μεθόδου. Πραγματικά κάποιος είχε μια φορά χαρακτηρίσει την αποικία σαν ένα σύστημα αλληλοσυνδεδεμένων επιτροπών. Το σύστημα όμως αυτό έδινε αποτελέσματα, χάρις στις υπομονετικές μελέτες των κοινωνιοψυχολόγων που ήταν οι πραγματικοί ιδρυτές της Αθήνας. Επειδή η κοινότητα δεν ήταν πάρα πολύ μεγάλη, ο καθένας σ’ αυτήν μπορούσε να πάρει μέρος σε κάποια φάση της διακυβέρνησής της και ήταν πολίτης στην πιο σωστή έννοια του όρου.
Ήταν σχεδόν αναπόφευκτο ότι ο Τζωρτζ, σαν ένα ηγετικό στέλεχος της καλλιτεχνικής ιεραρχίας, θα ήταν μέλος της επιτροπής υποδοχής. Σιγουρεύτηκε όμως διπλά βάζοντας μερικά μέσα. Αν οι Επικυρίαρχοι ήθελαν να μελετήσουν την αποικία, το ίδιο ήθελε και ο Τζωρτζ να τους μελετήσει. Η Ζαν δεν ήταν πολύ ευχαριστημένη γι αυτό. Από κείνο το βράδυ στο σπίτι των Μπόυς, αισθανόταν μια ακαθόριστη εχθρότητα για τους Επικυρίαρχους, αν και ποτέ δεν μπορούσε να την δικαιολογήσει. Απλώς επιθυμούσε να έχει όσο μπορούσε πιο λίγες επαφές μαζί τους και γι αυτήν ένα από τα κύρια προτερήματα του νησιού ήταν η ανεξαρτησία που έλπιζαν να έχουν. Και τώρα φοβόταν ότι η ανεξαρτησία αυτή βρισκόταν σε κίνδυνο.
Ο Επικυρίαρχος έφτασε χωρίς επισημότητες μ’ ένα αερόπλοιο ανθρώπινης κατασκευής, προς μεγάλη απογοήτευση εκείνων που ήλπιζαν για κάτι περισσότερο θεαματικό. Θα μπορούσε να ήταν και ο ίδιος ο Καρέλλεν γιατί κανείς ποτέ δεν είχε μπορέσει να ξεχωρίσει έναν Επικυρίαρχο από έναν άλλο με κάποια βεβαιότητα. Όλοι τους έμοιαζαν σαν να ήταν αντίγραφα βγαλμένα από ένα και μόνο αρχικό καλούπι. Ίσως, κατά μια άγνωστη βιολογική διαδικασία, να ήταν.
Μετά την πρώτη μέρα, οι νησιώτες έπαψαν να δίνουν μεγάλη σημασία όταν το επίσημο αυτοκίνητο περνούσε δίπλα τους πηγαίνοντας σε μια από τις περιοδείες του. το σωστό όνομα του επισκέπτη, Θανθαλτερέσκο, αποδείχτηκε πολύ δύσκολο για γενική χρήση και σύντομα τον βάφτισαν «ο Επιθεωρητής». Ήταν ένα όνομα που απέδιδε αρκετά την πραγματικότητα γιατί η περιέργειά του και η όρεξή του για στατιστικές, ήταν αχόρταγη.
Ο Τσαρλς Γιαν Σεν ήταν πολύ κουρασμένος όταν, αργά μετά τα μεσάνυχτα, συνόδευσε τον Επιθεωρητή πίσω στο αερόπλοιο που χρησίμευσε σαν κατοικία του. χωρίς αμφιβολία αυτός θα συνέχιζε να εργάζεται εκεί όλη την νύχτα, ενώ οι ανθρώπινοι οικοδεσπότες του θα ικανοποιούσαν την αδυναμία τους για ύπνο.
Η κυρία Σεν χαιρέτησε τον άντρα της ανήσυχη όταν γύρισε. Ήταν ένα πολύ αγαπημένο ζευγάρι, παρά την συνήθεια που είχε να την λέει Ξανθίππη όταν είχαν ξένους στο σπίτι. Αυτή τον είχε απειλήσει από καιρό να του δώσει την κατάλληλη απάντηση με το να του βράσει ένα φλιτζάνι κώνειο, αλλά ευτυχώς αυτό το φυτικό αφέψημα ήταν πολύ πιο σπάνιο στην Νέα Αθήνα απ’ ότι στην παλιά.
«Είχε επιτυχία;», ρώτησε καθώς ο άνδρας της κάθισε να φάει αργοπορημένα το φαγητό του.
«Έτσι νομίζω – αν και ποτέ δεν μπορείς να καταλάβεις τι γίνεται μέσα σε αυτά τα αξιοθαύμαστα μυαλά. Έδειχνε ενδιαφέρον, μας έκανε φιλοφρονήσεις. Εγώ δικαιολογήθηκα γιατί δεν τον κάλεσα εδώ. Είπε ότι καταλαβαίνει πολύ καλά και δεν ήθελε να χτυπήσει το κεφάλι του στο ταβάνι μας»
«Τι του δείξατε σήμερα;»
«Την υλική πλευρά της αποικίας που δεν φάνηκε να την βρίσκει τόσο βαρετή όσο εγώ. Έκανε όλες τις ερωτήσεις που μπορείς να φανταστείς σχετικά με την παραγωγή, με το πώς ισοσκελίζουμε τον προϋπολογισμό μας, το δείκτη γεννήσεων, για το πώς προμηθευόμαστε τα τρόφιμα και πολλά άλλα. Ευτυχώς είχα τον γραμματέα Χάρισον μαζί μου και αυτός είχε έρθει προετοιμασμένος με όλες τις ετήσιες Αναφορές από τότε που ιδρύθηκε η αποικία. Θα έπρεπε να τους ακούσεις να ανταλλάσουν στατιστικές. Ο Επιθεωρητής δανείστηκε τις εκθέσεις και βάζω στοίχημα ότι όταν τον συναντήσω αύριο θα είναι σε θέση ν’ αναφέρει απ’ έξω όλους τους αριθμούς. Αυτό το είδος της διανοητικής επίδειξης το βρίσκω πολύ… καταπληκτικό»
Χασμουρήθηκε και άρχισε να τσιμπολογά χωρίς διάθεση το φαγητό του.
«Αύριο θα πρέπει να έχει περισσότερο ενδιαφέρον. Θα επισκεφτούμε τα σχολεία και την Ακαδημία. Τότε είναι που θα έρθει η σειρά μου, έτσι γι αλλαγή, να κάνω μερικές ερωτήσεις. Θα ήθελα να ξέρω το πώς ανατρέφουν τα παιδιά τους οι Επικυρίαρχοι – με την προϋπόθεση, φυσικά, ότι έχουν»
Αυτή ήταν μια ερώτηση που ο Τσαρλς Σεν δεν έμαθε ποτέ την απάντησή της, αλλά σε άλλα θέματα ο Επιθεωρητής ήταν εξαιρετικά ομιλητικός.
Απέφευγε δύσκολες ερωτήσεις με ένα τρόπο που προκαλούσε ευχαρίστηση να τον παρακολουθείς και κατόπιν, εντελώς απροσδόκητα, άρχιζε τις εκμυστηρεύσεις.
Η πρώτη στιγμή στενής επαφής ήταν όταν έφευγαν από το σχολείο που για αυτό ήταν η αποικία πολύ περήφανη. «Είναι μεγάλη ευθύνη…», παρατήρησε ο Δρ. Σεν «… το να εκπαιδεύει κανείς αυτά τα νεαρά μυαλά για το μέλλον. Ευτυχώς οι άνθρωποι γίνονται όλο και πιο ανθεκτικοί· χρειάζεται πολύ κακιά ανατροφή για να παρατηρηθεί μόνιμη καταστροφή. Ακόμη κι αν οι σκοποί είναι λανθασμένοι, τα μικρά μας θύματα θα μπορέσουν ν’ αναρρώσουν. Και όπως είδατε φαίνονται ότι είναι απόλυτα ευτυχισμένα».
Σταμάτησε για μια στιγμή και κατόπιν έριξε μια πονηρή ματιά στην πανύψηλη μορφή του συνταξιδιώτη του.
Ο Επιθεωρητής ήταν ντυμένος με ένα ασημί γυαλιστερό ύφασμα, ώστε ούτε ένας πόντος από το σώμα του δεν ήταν εκτεθειμένος στον δυνατό ήλιο. Ο Δρ. Σεν ήξερε ότι πίσω από τα σκούρα γυαλιά, τα μεγάλα μάτια τον παρατηρούσαν ασυγκίνητα – ή με αισθήματα που ποτέ δεν θα μπορούσε να καταλάβει. «Φαντάζομαι ότι το πρόβλημά μας σχετικά με την ανατροφή των παιδιών αυτών θα πρέπει να είναι όμοιο με το δικό σας όταν αντιμετωπίζετε την ανθρώπινη φυλή. Δεν συμφωνείτε;»
«Σε μερικά σημεία…», παραδέχτηκε με σοβαρότητα ο Επικυρίαρχος. «Σ’ άλλα όμως, ίσως η καλύτερη αναλογία μπορεί να βρεθεί στην ιστορία των αποικιακών σας δυνάμεων. Η Ρωμαϊκή και η Βρετανική αυτοκρατορία, για τον λόγο αυτό, παρουσιάζουν πάντοτε ξεχωριστό ενδιαφέρον για μας. Η περίπτωση των Ινδιών είναι ιδιαίτερα διδακτική. Η βασική διαφορά μεταξύ μας και των Άγγλων στην Ινδία είναι ότι αυτοί δεν είχαν κανένα ουσιαστικό κίνητρο για να πάνε εκεί – κανένα συνειδητό κίνητρο, δηλαδή, εκτός από μερικά προσωρινά και ασήμαντα, όπως το εμπόριο ή η εχθρότητα προς άλλες Ευρωπαϊκές δυνάμεις. Βρέθηκαν έτσι κυρίαρχοι μιας Αυτοκρατορίας πριν μάθουν τι θα έπρεπε να την κάνουν και ποτέ δεν ήταν κατά βάθος πραγματικά ευχαριστημένοι μέχρι που την ξεφορτώθηκαν πάλι».
«Κι εσείς…», ρώτησε ο Δρ Σεν, μη μπορώντας ν’ αντισταθεί στην ευκαιρία, «… θα ξεφορτωθείτε την αυτοκρατορία όταν έρθει ο καιρός;»
«Χωρίς τον παραμικρό δισταγμό», απάντησε ο Επιθεωρητής.
Ο Δρ. Σεν θέλησε να επιμείνει. Η ειλικρίνεια της απάντησης δεν ήταν πολύ κολακευτική· επί πλέον είχαν φτάσει κιόλας στην Ακαδημία όπου οι συγκεντρωμένοι παιδαγωγοί περίμεναν για να ακονίσουν το πνεύμα τους πάνω σ’ ένα πραγματικό, ζωντανό Επικυρίαρχο.
«Όπως θα σας είπε ο εκλεκτός συνάδελφός μας …», άρχισε ο καθηγητής Τσανς, πρύτανης του Πανεπιστημίου της Νέας Αθήνας, «… ο κύριος σκοπός μας είναι να διατηρούμε το πνεύμα των ανθρώπων μας σε διαρκή απασχόληση και να τους δίνουμε την ευκαιρία ν’ αξιοποιούν όλες τις ικανότητές τους. Έξω από το νησί αυτό…» - με μια χειρονομία απέρριψε όλη την υπόλοιπη υδρόγειο – «… φοβάμαι ότι η ανθρώπινη φυλή έχει χάσει το αίσθημα της πρωτοβουλίας. Έχει ειρήνη, έχει αφθονία αγαθών· αλλά δεν έχει ορίζοντες».
«Εδώ όμως, φυσικά…», τον διέκοψε ο Επικυρίαρχος.
Ο καθηγητής Τσανς, που δεν είχε το αίσθημα του χιούμορ και αγνοούσε κι όλας αυτή την έλλειψη, κοίταξε με υποψία τον επισκέπτη του.
«Εδώ…», συνέχισε, «… δεν πάσχουμε από την πανάρχαια προκατάληψη ότι το να μην εργάζεται κανείς είναι αμαρτία. Δεν νομίζουμε όμως ότι αρκεί να είμαστε οι παθητικοί δέκτες της ψυχαγωγίας. Ο καθένας στο νησί αυτό έχει μια φιλοδοξία που μπορεί να συνοψιστεί σε λίγα απλά λόγια. Είναι η φιλοδοξία του να κάνει κάτι, οσοδήποτε μικρό κι αν είναι αυτό, καλύτερα απ’ όλους τους άλλους. Φυσικά αυτό είναι ένα ιδανικό που δεν μπορούμε να το πετύχουμε όλοι. Αλλά στον σύγχρονο αυτό κόσμο εκείνο που έχει σημασία είναι να έχει κανείς ένα ιδανικό. Η επίτευξή του είναι πολύ πιο ασήμαντη».
Ο Επιθεωρητής δεν φάνηκε διατεθειμένος να το σχολιάσει. Είχε βγάλει προσεκτικά τα ρούχα του αλλά φορούσε ακόμη τα μαύρα γυαλιά παρά το αδύνατο φως της αίθουσας. Ο Πρύτανης αναρωτήθηκε αν ήταν φυσιολογικά απαραίτητα ή ήταν απλώς καμουφλάζ. Το βέβαιο ήταν ότι έκαναν σχεδόν αδύνατο το ήδη δύσκολο έργο του να καταλάβει κανείς τις σκέψεις του Επικυρίαρχου. Δεν φαινόταν όμως να πειράζεται από τις προκλητικές δηλώσεις που γίνονταν μπρος του ή από την κριτική που έκρυβαν για την πολιτική της φυλής του σχετικά με την Γη.
Ο Πρύτανης ήταν έτοιμος να συνεχίσει την επίθεση όταν ο καθηγητής Σπέρλινγκ, ο προϊστάμενος του τμήματος Θετικών Επιστημών, αποφάσισε να κάνει τον αγώνα τριμερή.
«Όπως, χωρίς αμφιβολία, ξέρετε, κύριε, ένα από τα μεγάλα προβλήματα του πνευματικού μας πολιτισμού είναι η διχοτόμηση ανάμεσα στις τέχνες και στις επιστήμες. Θα ήθελα πάρα πολύ να μάθω τη γνώμη σας για το θέμα αυτό. Συμφωνείται μήπως με τη γνώμη ότι όλοι οι καλλιτέχνες δεν είναι φυσιολογικά άτομα; Ότι η εργασία τους – ή τουλάχιστον τα κίνητρά τους – είναι το αποτέλεσμα ενός βαθιά ριζωμένου αισθήματος ανικανοποίητου;»
Ο καθηγητής Τσανς καθάρισε το λαιμό του με αποφασιστικότητα αλλά ο Επιθεωρητής τον πρόλαβε:
«Μου έχουν πει ότι όλοι οι άνθρωποι είναι, κατά κάποιο βαθμό, καλλιτέχνες μια και ο καθένας μπορεί να δημιουργήσει κάτι, έστω και σ’ ένα στοιχειώδες επίπεδο. Χθες, στα σχολεία σας, για παράδειγμα, παρατήρησα την σημασία που δίνετε στην προσωπική έκφραση στο σχέδιο, στη ζωγραφική και στην γλυπτική. Το κίνητρο αυτό φαίνεται να είναι κοινό, ακόμη και ανάμεσα σε άτομα που είναι καθαρά προορισμένα να γίνουν ειδικοί Επιστήμονες. Επομένως, αν όλοι οι καλλιτέχνες δεν είναι φυσιολογικοί και αν όλοι οι άνθρωποι είναι καλλιτέχνες τότε έχουμε μπροστά μας έναν ενδιαφέροντα συλλογισμό…»
Όλοι περίμεναν να συνεχίσει. Για ότι όμως ταίριαζε με τους σκοπούς τους, οι Επικυρίαρχοι ήταν άψογα διακριτικοί.

Ο Επιθεωρητής πέρασε τη δοκιμασία της συμφωνικής συναυλίας θριαμβευτικά, πράγμα που δεν ίσχυε για πολλά από τα ανθρώπινα μέλη του ακροατηρίου. Η μόνη παραχώρηση στο λαϊκό γούστο ήταν η «Συμφωνία των Ψαλμών» του Στραβίνσκι· το υπόλοιπο πρόγραμμα ήταν επιθετικά μοντέρνο. Οποιαδήποτε και αν ήταν η γνώμη για την αξία του, η εκτέλεση ήταν υπέροχη, γιατί ο ισχυρισμός της αποικίας ότι είχε μερικούς από τους άριστους μουσικούς του κόσμου, δεν ήταν χωρίς βάση. Είχαν παρουσιαστεί πολλές διαφωνίες ανάμεσα στους διάφορους αντίζηλους συνθέτες για το ποιος θα είχε την τιμή να περιληφθεί στο πρόγραμμα, αν και μερικοί κυνικοί αναρωτιόνταν αν αυτό ήταν καν τιμή. Γιατί, μια και κανείς δεν ήξερε το αντίθετο, ήταν πιθανό οι Επικυρίαρχοι να μην είχαν την ικανότητα να ξεχωρίζουν τους μουσικούς ήχους.
Παρατηρήθηκε όμως ότι μετά την συναυλία ο Θανθαλτερέσκο γύρεψε και βρήκε τους τρεις συνθέτες που ήταν παρόντες και τους συνεχάρη όλους για αυτό που ο ίδιος ονόμασε «μεγάλη τους πρωτοτυπία». Αυτό τους έκανε να φύγουν ευχαριστημένοι, αλλά με ελαφρά απορημένη έκφραση.
Μόλις την τρίτη μέρα είχε ο Τζωρτζ Γκρέγκσον την ευκαιρία να συναντήσει τον Επιθεωρητή. Το θέατρο είχε ετοιμάσει ένα μενού με μεγάλη ποικιλία αντί για ένα μόνο έδεσμα – δυο μονόπρακτα έργα, ένα σκετς από ένα παγκοσμίου φήμης μίμο κι ένα απόσπασμα από μπαλέτο. Για μια ακόμη φορά όλα τα έργα εκτελέστηκαν με τελειότητα και η πρόβλεψη ενός κριτικού: «Επί τέλους θα ανακαλύψουμε αν οι Επικυρίαρχοι μπορούν να χασμουρηθούν», βγήκε ψεύτικη. Αντίθετα ο Επιθεωρητής γέλασε αρκετές φορές και στα σωστά σημεία.
Κι όμως κανείς δεν μπορούσε να είναι σίγουρος. Ίσως ο ίδιος να έκανε μια επίδειξη εξαιρετικής ηθοποιίας, παρακολουθώντας την παράσταση με τη λογική μόνο και χωρίς να επηρεάζονται καθόλου τα δικά του παράξενα συναισθήματα, όπως ένας ανθρωπολόγος θα έκανε αν έπαιρνε μέρος σε μια πρωτόγονη τελετή. Το γεγονός ότι έβγαζε τους κατάλληλους και ότι παρουσίαζε τις αναμενόμενες αντιδράσεις, δεν απόδειχνε στην πραγματικότητα τίποτα.
Αν και ο Τζωρτζ ήταν αποφασισμένος να μιλήσει με τον Επιθεωρητή, δεν τα κατάφερε. Μετά την παράσταση έγιναν μερικές συστάσεις και κατόπιν ο Επιθεωρητής έφυγε από μπροστά του. Ήταν εντελώς αδύνατο να τον χωρίσει από την ακολουθία του και ο Τζωρτζ γύρισε σπίτι σε μια κατάσταση τρομερής απογοήτευσης. Δεν ήταν καθόλου σίγουρος για το τι θα έλεγε, αν του δινόταν η ευκαιρία, αλλά ήταν σίγουρος ότι κατά κάποιον τρόπο θα κατάφερνε να κάνει κουβέντα για τον Τζεφ. Και τώρα η ευκαιρία είχε χαθεί.
Η κακοκεφιά του κράτησε δυο μέρες. Το αερόπλοιο του Επιθεωρητή είχε φύγει, μέσα σε πολλές εκδηλώσεις αμοιβαίας εκτίμησης όταν φάνηκε η συνέχεια. Κανείς δεν είχε σκεφτεί να ρωτήσει τον Τζεφ και το αγόρι θα έπρεπε να είχε σκεφτεί πολύ το ζήτημα πριν μιλήσει στον Τζωρτζ.
«Μπαμπά…», του είπε, την ώρα που πήγαινε να κοιμηθεί, «… θυμάσαι τον Επικυρίαρχο που ‘ρθε να μας δει;»
«Ναι», απάντησε κακόκεφα ο Τζωρτζ.
«Λοιπόν, ήρθε στο σχολείο μας και τον άκουσα να μιλά σε μερικούς δασκάλους μας. Δεν κατάλαβα τι έλεγε, αλλά νομίζω ότι γνώρισα την φωνή του. Αυτός ήταν, αυτός μου είπε να τρέξω όταν ήρθε το μεγάλο κύμα».
«Είσαι απόλυτα σίγουρος;»
Ο Τζεφ, δίστασε για μια στιγμή:
«Όχι απόλυτα – αλλά αν δεν ήταν αυτός, ήταν ένας άλλος Επικυρίαρχος. Αναρωτιέμαι, αν θα έπρεπε να τον ευχαριστούσα. Αλλά τώρα έφυγε, έτσι δεν είναι;»
«Ναι», είπε ο Τζωρτζ. «Δυστυχώς έφυγε. Ίσως όμως να μας δοθεί μια άλλη ευκαιρία. Πήγαινε τώρα κοιμήσου σαν καλό παιδί και μην σε στενοχωρεί πιο άλλο αυτό το θέμα»
Όταν ο Τζεφ αποκοιμήθηκε και η Τζένη βολεύτηκε στο κρεβατάκι της, η Ζαν γύρισε και κάθισε στο χαλί δίπλα στο κάθισμα του Τζωρτζ και ακούμπησε στα πόδια του. Ήταν μια συνήθειά της που του φαινόταν ενοχλητικά συναισθηματική, αλλά που δεν άξιζε να κάνει φασαρία γι αυτήν. Απλώς έκανε τα γόνατά του όσο πιο σκληρά μπορούσε.
«Τι λες γι αυτό τώρα;», ρώτησε η Ζαν με κουρασμένη, ανέκφραστη φωνή. «Πιστεύεις ότι πραγματικά έγινε;»
«Έγινε…», απάντησε ο Τζωρτζ, «… αλλά ίσως να είμαστε ανόητοι να στενοχωριόμαστε. Στο κάτω – κάτω οι περισσότεροι γονείς στη θέση μας θα ήταν γεμάτοι ευγνωμοσύνη – και φυσικά, εγώ είμαι. Η εξήγηση μπορεί να είναι μια και απλή. Ξέρουμε ότι οι Επικυρίαρχοι δείχνουν ενδιαφέρον για την αποικία και γι αυτό, χωρίς αμφιβολία, την επιτηρούν με τα μηχανήματά τους παρά τα όσα έχουν υποσχεθεί. Αν υποθέσουμε λοιπόν, ότι έτυχε ένας απ’ αυτούς να εποπτεύσει με το οπτικό του μηχάνημα και να δει το κύμα που ερχόταν, ήταν απόλυτα φυσικό να προειδοποιήσει όποιον έβλεπε να κινδυνεύει».
«Ήξερε όμως το όνομα του Τζεφ, μην το ξεχνάς. Όχι, μας παρακολουθούν. Υπάρχει κάτι το ξεχωριστό στην οικογένειά μας, κάτι που τραβά την προσοχή τους. Το είχα αισθανθεί πριν, από το πάρτι του Ρούμπερτ. Είναι παράξενο το πώς αυτό άλλαξε τις ζωές και των δυό μας».
Ο Τζωρτζ, την κοίταξε με συμπάθεια, αλλά χωρίς τίποτα παραπάνω. Ήταν παράξενο το πόσο μπορούσε ν’ αλλάξει κανείς μέσα σε τόσο λίγο καιρό. Την συμπαθούσε· είχε φέρει στον κόσμο τα παιδιά του και ήταν ένα κομμάτι της ζωής του. Αλλά τι είχε μείνει από την αγάπη που ένα άτομο, που δεν το θυμόταν και πολύ καλά, που το έλεγαν Τζωρτζ Γκρέγκσον, είχε κάποτε για ένα όνειρο που έσβηνε και που το έλεγαν Ζαν Μορρές; Η αγάπη του τώρα ήταν μοιρασμένη ανάμεσα στον Τζεφ και στην Τζέννιφερ από την μια – και την Κάρολ από την άλλη. Δεν πίστευε ότι η Ζαν ήξερε τίποτα για την Κάρολ και λογάριαζε να της το πει πριν προλάβει κάποιος άλλος. Αλλά, κατά κάποιον τρόπο, ποτέ δεν μπόρεσε να κάνει την αρχή.
«Πολύ καλά, ο Τζεφ βρίσκεται υπό παρακολούθηση, υπό προστασία στην πραγματικότητα. Δεν νομίζεις ότι αυτό θα πρέπει να μας κάνει περήφανους; Ίσως οι Επικυρίαρχοι να έχουν σχεδιάσει ένα λαμπρό μέλλον γι αυτόν. Αναρωτιέμαι τι να είναι άραγε αυτό;»
Μιλούσε για να καθησυχάσει την Ζαν, το ήξερε. Ο ίδιος δεν αισθανόταν μεγάλη ανησυχία, μόνο ανεξήγητη απορία. Και τότε εντελώς ξαφνικά, μια άλλη σκέψη γέμισε το μυαλό του, κάτι που θα έπρεπε να το είχε σκεφτεί πριν. Τα μάτια του στράφηκαν ενστικτωδώς προς το δωμάτιο των παιδιών.
«Αναρωτιέμαι αν είναι μόνο ο Τζεφ, για τον οποίο ενδιαφέρονται», είπε.


Ο Επιθεωρητής παρουσίασε την έκθεσή του. Οι νησιώτες θα έδιναν πολλά για να την δουν. Όλες οι στατιστικές και οι αναφορές μπήκαν στην ακόρεστη μνήμη των μεγάλων ηλεκτρονικών υπολογιστών που αποτελούσαν ένα μέρος της αόρατης δύναμης που στήριζε τον Καρέλλεν. Πριν όμως οι απρόσωποι αυτοί ηλεκτρονικοί εγκέφαλοι φτάσουν στα συμπεράσματά τους, ο Επιθεωρητής είχε παρουσιάσει τις δικές του προτάσεις. Εκφρασμένες σε ανθρώπινες σκέψεις και γλώσσα, ήταν περίπου οι εξής:
«Δεν χρειάζεται να λάβουμε μέτρα σχετικά με την αποικία. Είναι ένα ενδιαφέρον πείραμα, αλλά δεν μπορεί με κανένα τρόπο επηρεάσει το μέλλον. Οι καλλιτεχνικές επιδόσεις της δεν μας ενδιαφέρουν και δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να δείχνει ότι γίνεται καμιά επιστημονική εργασία σε τομείς επικίνδυνους. Καθώς σχεδιάσαμε, μπόρεσα να δω το σχολικό έλεγχο του Υποκειμένου Μηδέν χωρίς να κινήσω υποψίες. Οι σχετικές στατιστικές είναι εδώ και θα δείτε ότι δεν δείχνουν κανένα ακόμα δείγμα ασυνήθιστης ανάπτυξης. Κι όμως, όπως ξέρουμε, η «Εκδήλωση» σπάνια έρχεται προειδοποιημένα.
Συνάντησα επίσης τον πατέρα του Υποκειμένου και έχω την εντύπωση ότι ήθελε να μου μιλήσει. Ευτυχώς μπόρεσα να το αποφύγω. Χωρίς αμφιβολία υποπτεύεται κάτι, αν και φυσικά δεν μπορεί ποτέ να μαντέψει την αλήθεια ούτε ν’ αλλάξει το αποτέλεσμα ούτε στο παραμικρό.
Η συμπόνια του γι αυτούς τους ανθρώπους μεγαλώνει συνεχώς»
Ο Τζωρτζ Γκρέγκσον θα συμφωνούσε με την διάγνωση του Επιθεωρητή ότι ο Τζεφ δεν παρουσίαζε τίποτα το ασυνήθιστο. Υπήρχε μόνο εκείνο το μοναδικό ανεξήγητο περιστατικό, τόσο αιφνιδιαστικό σαν μια μοναδική βροντή μέσα σε μια μεγάλη, ήρεμη μέρα. Και ύστερα απ’ αυτό – τίποτα.
Ο Τζεφ είχε όλη τη δραστηριότητα και την περιέργεια ενός επτάχρονου παιδιού. Ήταν έξυπνος – όταν του άρεσε – αλλά δεν υπήρχε κίνδυνος να γίνει μια μεγαλοφυΐα. Μερικές φορές, συλλογιζόταν κουρασμένα η Ζαν, ήταν η προσωποποίηση του παλιού κλασσικού ορισμού ενός μικρού αγοριού, ένας «θόρυβος περιτριγυρισμένος από βρώμα». Όχι πως ήταν πολύ εύκολο για να βεβαιωθεί κανείς για την βρώμα, που έπρεπε να μαζευτεί για αρκετό καιρό πριν ξεχωρίσει από το ηλιοκαμένο κορμί του Τζεφ.
Ήταν άλλοτε διαχυτικός ή κατσούφης, συγκρατημένος ή δραστήριος. Δεν έδειχνε καμιά προτίμηση για έναν από τους γονείς του ειδικά και ο ερχομός της μικρής αδερφής του δεν είχε δημιουργήσει κανένα ίχνος ζήλειας. Η ιατρική του κάρτα ήταν άψογη· δεν είχε αρρωστήσει ούτε μια μέρα στη ζωή του. Την εποχή όμως αυτή και μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα, αυτό δεν ήταν καθόλου ασυνήθιστο.
Αντίθετα από μερικά αγόρια, ο Τζεφ, δεν βαριόταν γρήγορα την παρέα του πατέρα του και δεν την εγκατέλειπε όποτε έβρισκε ευκαιρία για να βρει παρέες της ηλικίας του. ήταν φανερό ότι είχε το καλλιτεχνικό ταπεραμέντο του Τζωρτζ και μόλις είχε αρχίσει να περπατά, είχε γίνει ένας τακτικός επισκέπτης των παρασκηνίων του θεάτρου της αποικίας. Και πραγματικά το θέατρο τον είχε υιοθετήσει σαν μια ανεπίσημη μασκότ και τώρα είχε ειδικευτεί στο να προσφέρει ανθοδέσμες στις διασημότητες της σκηνής και της οθόνης που έρχονταν σαν επισκέπτες.
Ναι, ο Τζεφ ήταν ένα απόλυτα κανονικό αγόρι. Έτσι ο Τζωρτζ καθησύχαζε τον εαυτό του καθώς πήγαιναν μαζί βόλτες με τα πόδια ή το ποδήλατο στη μάλλον περιορισμένη έκταση του νησιού. Μιλούσαν όπως μιλούσαν οι γιοί και οι πατεράδες από τότε που άρχισε ο κόσμος – μόνο που την εποχή αυτή υπήρχαν τόσο πιο πολλά θέματα για να συζητήσει κανείς. Αν και ο Τζεφ δεν είχε φύγει ποτέ από το νησί, μπορούσε να δει οτιδήποτε ήθελε από τον κόσμο γύρω του χάρις στο πανταχού παρόν μάτι της τηλεόρασης. Αισθανόταν, όπως όλοι οι άποικοι, μια ελαφρά περιφρόνηση για τον υπόλοιπο κόσμο. Αυτοί αποτελούσαν την εκλεκτή τάξη, την εμπροσθοφυλακή της προόδου. Αυτοί θα έφερναν την Ανθρωπότητα στα ύψη που είχαν φτάσει οι Επικυρίαρχοι – και ίσως και πιο πέρα. Όχι αύριο βέβαια, αλλά κάποια μέρα.
Ποτέ δεν μάντεψαν ότι η μέρα αυτή θα ερχόταν πάρα πολύ γρήγορα.

ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 24
ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ

 Τα όνειρα άρχισαν έξη εβδομάδες αργότερα.
Μέσα στο σκοτάδι της υποτροπικής νύχτας, ο Τζωρτζ Γκρέγκσον ανέβηκε κολυμπώντας σιγά – σιγά στην επιφάνεια της πραγματικότητας. Δεν ήξερε τι ήταν αυτό που τον ξύπνησε και για μια στιγμή έμεινε ξαπλωμένος μέσα σε ένα λήθαργο γεμάτο απορία. Κατόπιν αντιλήφθηκε ότι ήταν μόνος. Η Ζαν είχε σηκωθεί και είχε πάει αθόρυβα στο δωμάτιο των παιδιών. Μιλούσε σιγά με τον Τζεφ, πολύ σιγά για να μπορέσει να ακούσει τι έλεγε. Ο Τζωρτζ σηκώθηκε βαριά από το κρεβάτι και πήγε να τους βρει. Η Κούκλα συνήθιζε κάτι τέτοιες νυχτερινές επιδρομές, αλλά σ’ αυτές δεν υπήρχε περίπτωση να μείνει κοιμισμένος με τη φασαρία που γινόταν. Αυτή τη φορά όμως ήταν κάτι εντελώς διαφορετικό και αναρωτήθηκε τι ήταν εκείνο που είχε ανησυχήσει την Ζαν.
Το μόνο φως στο δωμάτιο των παιδιών έβγαινε από τις φωσφορίζουσες ζωγραφιές στους τοίχους. Μέσα στην θαμπή ανταύγειά τους, ο Τζωρτζ μπόρεσε να διακρίνει την Ζαν καθισμένη δίπλα στο κρεβάτι του Τζεφ. Στράφηκε προς το μέρος του καθώς μπήκε και του ψιθύρισε «Μην ανησυχείς την κούκλα».
«Τι τρέχει;»
«Ήξερα ότι ο Τζεφ με ήθελε και αυτό με ξύπνησε»
Η πρακτική απλότητα αυτής της δήλωσης, έκανε τον Τζωρτζ να αισθανθεί μια ανησυχία. «Ήξερα ότι ο Τζεφ με ήθελε!». «Πως το ήξερε;», αναρωτήθηκε ο Τζωρτζ. Το μόνο όμως που ρώτησε ήταν:
«Είχε εφιάλτες;»
«Δεν είμαι σίγουρη», απάντησε η Ζαν «φαίνεται εντάξει τώρα. Ήταν όμως φοβισμένος όταν μπήκα μέσα»
«Δεν ήμουν φοβισμένος μαμά», ακούστηκε μια μικρή, αγανακτισμένη φωνή. «Ήταν όμως ένα τόσο παράξενο μέρος»
«Τι ήταν;», ρώτησε ο Τζωρτζ. «Πες μου όλα όσα είδες».
«Ήταν κάτι βουνά …», είπε ο Τζεφ σαν σε όνειρο, «ήταν πάρα πολύ ψηλά και δεν είχαν καθόλου χιόνια πάνω τους, όπως έχουν όλα τα βουνά που έχω δει ποτέ μου. Μερικά απ’ αυτά είχαν πάρει φωτιά».
«Θέλεις να πεις ηφαίστεια;»
«Όχι καθόλου. Είχαν πάρει φωτιά ολόκληρα με κάτι παράξενες μπλε φλόγες. Και καθώς τα παρατηρούσα, βγήκε ο ήλιος»
«Συνέχισε, γιατί σταμάτησες;»
Ο Τζεφ έστρεψε το βλέμμα του γεμάτο απορία προς τον πατέρα του.
«Αυτό είναι ένα άλλο πράγμα που δεν καταλαβαίνω μπαμπά. Ο ήλιος βγήκε πολύ γρήγορα και ήταν πολύ πιο μεγάλος από το κανονικό. Και δεν είχε το σωστό χρώμα. Είχε ένα πολύ ωραίο μπλε χρώμα»
Ακολούθησε μια μακριά σιωπή που πάγωνε την καρδιά. Ύστερα ο Τζωρτζ ρώτησε ήσυχα. «Αυτό ήταν όλο;»
«Ναι. Άρχισα να αισθάνομαι σαν μοναξιά και τότε ήταν που ήρθε η μαμά και με ξύπνησε»
Ο Τζωρτζ, ανακάτεψε τα μαλλιά του γιού του με το ένα χέρι, ενώ με το άλλο τυλίχτηκε πιο σφιχτά με την ρόμπα του. ξαφνικά αισθάνθηκε πολύ κρύο και ο ίδιος πολύ μικρός. Η φωνή του όμως δεν έδειξε τίποτε απ’ αυτά όταν μίλησε στον Τζεφ.
«Δεν ήταν παρά ένα ανόητο όνειρο· έφαγες πάρα πολύ το βράδυ. Ξέχασέ τα και ξανακοιμήσου, σαν καλό παιδί.
«Εντάξει μπαμπά…», απάντησε ο Τζεφ. Σταμάτησε για μια στιγμή και πρόσθεσε σκεπτικά: «Νομίζω ότι θα προσπαθήσω να ξαναπάω εκεί».
«Ένας μπλε ήλιος;», έλεγε ο Καρέλλεν, όχι πολλές ώρες αργότερα. «Αυτό θα πρέπει να διευκόλυνε την αναγνώριση»
«Ναι…», απάντησε ο Ρασαβεράκ. «Είναι χωρίς αμφιβολία το 2 του Αλφανιστόν. Τα όρη του Θειαφιού επιβεβαιώνουν το γεγονός. Και αξίζει να σημειωθεί η παραμόρφωση της χρονικής κλίμακας. Ο πλανήτης αυτός περιστρέφεται πολύ αργά και έτσι θα πρέπει να είδε πολλές ώρες μέσα σε λίγα λεπτά»
«Αυτά ήταν όλα όσα μπόρεσες ν’ ανακαλύψεις;»
«Ναι, χωρίς να ρωτήσω το ίδιο το παιδί»
«Δεν τολμάμε να το κάνουμε αυτό. Τα γεγονότα πρέπει ν’ ακολουθήσουν την φυσική εξέλιξή τους χωρίς καμιά παρέμβαση από την μεριά μας. Όταν έρθουν οι γονείς του σε επαφή με μας – τότε ίσως, θα μπορέσουμε να το ανακρίνουμε»
«Ίσως, ποτέ να μην έρθουν σε μας. Και όταν το κάνουν ίσως να είναι πολύ αργά»
«Φοβάμαι ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα γι αυτό. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε το εξής: ότι στα πράγματα αυτά η περιέργεια δεν έχει καμιά σημασία. Δεν έχει περισσότερη σημασία ακόμη και από την ευτυχία της ανθρωπότητας»
Άπλωσε το χέρι του να διακόψει τη σύνδεση.
«Συνέχισε την επίβλεψη, φυσικά και να μου αναφέρεις όλα τα αποτελέσματα. Μην επέμβεις όμως σε καμιά περίπτωση’

Κι όμως όταν ήταν ξύπνιος, ο Τζεφ, φαινόταν ακόμη ο ίδιος. Αυτό τουλάχιστον, σκέφτηκε ο Τζωρτζ, ήταν κάτι για το οποίο θα έπρεπε να ήταν ευγνώμονες. Αλλά ο φόβος μεγάλωνε μέσα στην καρδιά του.
Για τον Τζεφ ήταν απλώς ένα παιγνίδι· ακόμη δεν είχε αρχίσει να τον φοβίζει. Ένα όνειρο δεν ήταν, παρά ένα όνειρο, αδιάφορο του πόσο παράξενο μπορεί να ήταν. Δεν αισθανόταν πια μοναξιά μέσα στους κόσμους που ο ύπνος άνοιγε μπροστά του. Μόνο εκείνη την πρώτη νύχτα είχε ο νους του φωνάξει την Ζαν πάνω από τα άγνωστα χάσματα που τους χώριζαν. Τώρα πήγαινε μόνος και άφοβος μέσα στο σύμπαν που άνοιγε γι αυτόν.
Το πρωί του έκαναν ερωτήσεις και τους έλεγε ότι μπορούσε να θυμηθεί. Μερικές φορές τα λόγια του σκόνταφταν και έβγαιναν με δυσκολία καθώς προσπαθούσε να περιγράψει σκηνές που ήταν καθαρά όχι μόνο πέρα από κάθε εμπειρία του, αλλά και πέρα από την φαντασία του Ανθρώπου. Τότε εκείνοι τον βοηθούσαν με νέες λέξεις, του έδειχναν εικόνες και χρώματα για να φρεσκάρουν την μνήμη του και κατόπιν προσπαθούσαν να βγάλουν ένα νόημα από τις απαντήσεις του. Συχνά δεν μπορούσαν να βγάλουν καμιά άκρη από το αποτέλεσμα, αν και φαινόταν ότι στο μυαλό του Τζεφ, οι κόσμοι του ονείρου του ήταν απόλυτα σαφείς και έντονοι. Απλώς δεν μπορούσε να τους μεταδώσει στους γονείς του. Κι όμως μερικοί περιγράφτηκαν αρκετά καλά.
Χάος, ούτε πλανήτης, ούτε ένα τοπίο γύρω, ούτε γη κάτω από τα πόδια του. Μόνο τα αστέρια μέσα στη βελούδινη νύχτα και κρεμασμένος ανάμεσά τους ένας πελώριος κόκκινος ήλιος που παλλόταν σαν μια καρδιά. Πελώριος και αραιός τη μια στιγμή, άρχιζε να μικραίνει, ενώ ταυτόχρονα η λάμψη του δυνάμωνε σαν να έπεφταν νέα καύσιμα στη φωτιά που έκρυβε μέσα του. Τότε άρχιζε να ανεβαίνει την χρωματική κλίμακα και να φτάνει στις παρυφές του κίτρινου. Κατόπιν ο κύκλος άρχιζε ν’ αντιστρέφεται, το άστρο να μεγαλώνει και να κρυώνει, ώσπου γινόταν ξανά ένα ανώμαλο, κόκκινο σαν φλόγα σύννεφο.
«Ένας τυπικός παλλόμενος μεταβλητός…», είπε ζωηρά ο Ρασαβεράκ, «… τον βλέπει κι αυτόν με τρομακτική χρονική επιτάχυνση. Δεν μπορώ να τον αναγνωρίσω ακριβώς, αλλά ο πλησιέστερος αστέρας που ταιριάζει στην περιγραφή είναι ο 9 του Ράμσαντρον. Ή ίσως να είναι ο 12 του Φαρανιντόν»
«Οποιοσδήποτε κι αν είναι…», απάντησε ο Καρέλλεν, «… όσο πάει και απομακρύνεται από τον κόσμο του»
«Πολύ μάλιστα», είπε ο Ρασαβεράκ.

Θα μπορούσε να ήταν η Γη. Ένας λευκός ήλιος κρεμόταν μέσα σε ένα γαλάζιο ουρανό στολισμένο με σύννεφα που τα έδιωχνε ένας δυνατός αέρας. Ένας λόφος κατέβαινε απαλά σ’ ένα ωκεανό αφρισμένο από την μανιασμένη θύελλα. Κι όμως… τίποτα δεν κινιόταν· η σκηνή ήταν σαν παγωμένη, σαν να την έβλεπε κανείς στη λάμψη μιας αστραπής. Και μακριά, πέρα στον ορίζοντα, ήταν κάτι που δεν ανήκε στη Γη – μια γραμμή από θαμπές κολώνες που στένευαν λίγο καθώς υψώνονταν μέσα από την θάλασσα και χάνονταν μέσα στα σύννεφα. Ήταν τοποθετημένες με απόλυτη ακρίβεια ένα γύρο στην άκρη του πλανήτη – πάρα πολύ μεγάλες για να είναι τεχνητές κι όμως πάρα πολύ κανονικές για να είναι έργο της φύσης.
«Ο 4 του Σιδενέως και οι Στήλες της Αυγής…», είπε ο Ρασαβεράκ και η φωνή του έδειχνε φόβο. «Έχει φτάσει στο κέντρο του Σύμπαντος…»
«Και μόλις έχει αρχίσει το ταξίδι του…», απάντησε ο Καρέλλεν

Ο πλανήτης ήταν απόλυτα επίπεδος. Η πελώρια βαρύτητά του είχε από αιώνες πριν συντρίψει σ’ ένα ενιαίο επίπεδο τα βουνά της φλογερής νεότητάς του. Βουνά που η πιο ψηλή κορυφή τους ποτέ δεν είχε περάσει τα μερικά μέτρα. Κι όμως υπήρχε εδώ ζωή, γιατί η επιφάνειά του ήταν σκεπασμένη με μυριάδες γεωμετρικά σχήματα που σέρνονταν και κουνιόνταν και άλλαζαν τα χρώματά τους. Ήταν ένας κόσμος με δυό διαστάσεις, που τον κατοικούσαν πλάσματα που δεν μπορεί να είχαν πάχος πάνω από ένα δέκατο του εκατοστού.
Και στον ουρανό του ήταν ένας τέτοιος ήλιος που ένας ναρκομανής δεν θα μπορούσε να τον φανταστεί ούτε στα πιο άγρια όνειρά του. πάρα πολύ ζεστός για να είναι άσπρος, ήταν ένα καυτό φάντασμα στα σύνορα του υπεριώδους, που έκαιγε τους πλανήτες του με ακτινοβολίες που θα έφερναν τον ακαριαίο θάνατο σ’ όλες τις Γήινες μορφές ζωής. Για εκατομμύρια χιλιόμετρα γύρω του εκτείνονταν μεγάλα πέπλα αερίων και σκόνης που φωσφόριζαν με αμέτρητα χρώματα, καθώς οι εκρήξεις του υπεριώδους τα έσχιζαν. Ήταν ένα άστρο που δίπλα του ο ωχρός ήλιος της Γης θα ήταν αδύνατος σαν μια πυγολαμπίδα το καταμεσήμερο»
«Ο 2 του Εξανεράξ και όχι τίποτε άλλο από το γνωστό Σύμπαν», είπε ο Ρασαβεράκ. «Λίγα μόνο πλοία μας έχουν φθάσει ποτέ ως εκεί – και κανένα δεν ριψοκινδύνεψε να προσγειωθεί γιατί ποιος θα το φανταζόταν ότι μπορούσε να υπάρχει ζωή σε τέτοιους πλανήτες;»
«Φαίνεται…», είπε ο Καρέλλεν, ότι εσείς οι επιστήμονες δεν είχατε κάνει τη δουλειά σας τόσο τέλεια όσο νομίζατε. Αν αυτά – τα σχέδια – έχουν νοημοσύνη, τότε το πρόβλημα της επικοινωνίας μαζί τους θα ήταν πολύ ενδιαφέρον. Αναρωτιέμαι, έχουν καθόλου γνώσεις της τρίτης διάστασης;»

Ήταν ένας κόσμος που ποτέ δεν θα μάθαινε την έννοια των όρων ημέρα και νύχτα, έτος ή εποχές του έτους. Έξη έγχρωμοι ήλιοι μοιράζονταν τον ουρανό του κι έτσι έρχονταν μόνο εναλλαγές χρωμάτων και ποτέ σκοτάδι. Χάρις στις συγκρούσεις και τις έλξεις των συγκρουόμενων ελκτικών πεδίων, ο πλανήτης ταξίδευε σχηματίζοντας καμπύλες και ελιγμούς πάνω στην αφάνταστα πολύπλοκη τροχιά του, χωρίς ποτέ να ακολουθεί δύο φορές την ίδια πορεία. Κάθε στιγμή ήταν μοναδική· ο συνδυασμός που σχημάτιζαν τη μια στιγμή οι έξη ήλιοι του στον ουρανό δεν θα ξαναγινόταν ποτέ ως το τέλος της αιωνιότητας.
Και εδώ ακόμη υπήρχε ζωή. Αν και ο πλανήτης μπορούσε την μια να ξεροψήνεται από τις κεντρικές φωτιές και την άλλη να παγώνει στις άκρες του συστήματος, ήταν όμως η πατρίδα λογικής ζωής. Τα μεγάλα, πολύπλευρα κρύσταλλα στέκονταν συγκεντρωμένα σε πολύπλοκους γεωμετρικούς σχηματισμούς, ακίνητα τις εποχές του κρύου μεγαλώνοντας σιγά – σιγά κατά μήκος των φλεβών των ορυκτών όταν ο κόσμος τους ήταν ξανά ζεστός. Δεν είχε σημασία αν χρειάζονταν χίλια χρόνια για να συμπληρώσουν μια σκέψη. Το Σύμπαν ήταν ακόμη νέο και ο Χρόνος απλωνόταν ατέλειωτος μπροστά τους.
«Έψαξα τα αρχεία μας», είπε ο Ρασαβεράκ. «Δεν έχουμε γνώση ενός τέτοιου κόσμου, ή ενός παρόμοιου συνδυασμού άστρων. Αν υπήρχε κάτι τέτοιο μέσα στο δικό μας σύμπαν, οι αστρονόμοι θα το είχαν ανακαλύψει, ακόμα κι αν ήταν εκτός ακτίνας ενέργειας των πλοίων μας»
«Τότε θα πρέπει να έχει βγει έξω από τον Γαλαξία»
«Βέβαια. Σίγουρα δεν θα πρέπει να αργήσει πολύ»
«Ποιος ξέρει; Απλώς ονειρεύεται. Όταν ξυπνά, είναι ακόμη ο ίδιος. Είναι μόνο στην πρώτη φάση. Σύντομα όμως θα μάθουμε όταν θα αρχίσει η αλλαγή»


«Έχουμε ξανασυναντηθεί κ. Γκρέγκσον», είπε σοβαρός ο Επικυρίαρχος. «Το όνομά μου είναι Ρασαβεράκ. Σίγουρα το θυμόσαστε»
«Ναι…» είπε ο Τζωρτζ, «… σ’ εκείνο το πάρτι του Ρούμπερτ Μπόυς. Δεν υπήρχε πιθανότητα να το ξεχάσω. Και το έλεγα ότι θα ξανασυναντηθούμε»
«Πείτε μου… γιατί ζητήσατε την συνάντηση αυτή;»
«Νομίζω ότι το ξέρετε κι όλας»
«Ίσως· θα βοηθούσε όμως και τους δυό μας αν το λέγατε με δικά σας λόγια. Ίσως αυτό να σας εκπλήξει αρκετά, αλλά κι εγώ ο ίδιος προσπαθώ να το καταλάβω και σε μερικά σημεία η άγνοιά μου είναι τόσο μεγάλη όσο και η δικιά σας»
Ο Τζωρτζ, κοίταξε κατάπληκτος τον Επικυρίαρχο. Αυτό ήταν κάτι που δεν το είχε σκεφτεί ποτέ. Πάντα στο υποσυνείδητό του θεωρούσε ότι οι Επικυρίαρχοι είχαν όλη τη σοφία και όλη την δύναμη – ότι καταλάβαιναν και ήταν, ίσως, υπεύθυνοι για όσα πράγματα συνέβαιναν στον Τζεφ.
«Καταλαβαίνω …», συνέχισε ο Τζωρτζ, «… ότι έχετε δει τις αναφορές που έκανα στον ψυχολόγο του νησιού και έτσι θα ξέρετε για τα όνειρα».
«Ναι, αυτά τα ξέουμε»
«Εγώ ποτέ δεν πίστεψα ότι αυτά ήταν απλώς γεννήματα της φαντασίας ενός παιδιού. Ήταν τόσο απίθανα ώστε – ξέρω ότι αυτό μοιάζει σαν ανοησία – θα έπρεπε αναγκαστικά να βασίζονται σε κάποια πραγματικότητα»
Κοίταξε ανήσυχος τον Ρασαβεράκ μη ξέροντας αν θα έπρεπε να ελπίζει για επιβεβαίωση ή άρνηση. Ο Επικυρίαρχος δεν είπε τίποτα, αλλά τον κοίταζε μόνο με τα μεγάλα ήρεμα μάτια του. Καθόταν σχεδόν πρόσωπο με πρόσωπο, γιατί το δωμάτιο – που ήταν φανερό ότι είχε κατασκευαστεί για παρόμοιες συναντήσεις – ήταν χωρισμένο σε δυό επίπεδα και η στέρεη καρέκλα του Επικυρίαρχου ήταν πάνω από ένα μέτρο πιο χαμηλά από του Τζωρτζ. Ήταν μια φιλική χειρονομία, που έδινε θάρρος στους ανθρώπους που ζητούσαν αυτές τις συναντήσεις και που σπάνια ήταν σε μια ήρεμη ψυχική κατάσταση.
«Στην αρχή είχαμε ανησυχήσει αλλά δεν τρομοκρατηθήκαμε. Ο Τζεφ, φαινόταν απόλυτα φυσιολογικός όταν ξυπνούσε και δεν έδειχνε να τον ενοχλούν τα όνειρά του. Και κατόπιν μια νύχτα …», δίστασε και κοίταξε τον Επικυρίαρχο, «… ποτέ μου δεν πίστεψα στο υπερφυσικό· δεν είμαι επιστήμονας, αλλά νομίζω ότι υπάρχει πάντα μια λογική ερμηνεία για κάθε τι»
«Υπάρχει…», είπε ο Ρασαβεράκ, «… ξέρω τι είδατε, σας παρακολουθούσα»
«Πάντα το υποπτευόμουν αυτό. Μα ο Καρέλλεν είχε πει ότι δεν θα μας κατασκοπεύατε πια με τα μηχανήματά σας. Γιατί δεν κρατήσατε την υπόσχεσή σας αυτή;»
«Δεν την παρέβηκα. Ο Επόπτης είχε πει ότι η ανθρώπινη φυλή δεν θα ήταν πλέον υπό παρακολούθηση. Αυτή ήταν μια υπόσχεση, που την κρατήσαμε. Εγώ παρακολουθούσα τα παιδιά σας, όχι εσάς»
Πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα πριν ο Τζωρτζ καταλάβει την έννοια των λόγων του Ρασαβεράκ. Τότε το πρόσωπό του χλόμιασε.
«Θέλεις να πεις; …» είπε με κομμένη ανάσα. Η φωνή του έσβησε και αναγκάστηκε να ξαναρχίσει· «… τότε… για όνομα του Θεού… τι είναι τα παιδιά μου;»
«Αυτό…», είπε σοβαρά ο Ρασαβεράκ, «… είναι εκείνο που προσπαθούμε να ανακαλύψουμε»

Η Τζέννιφερ Ανν Γκρέγκσον, γνωστή ως πριν λίγο σαν Κούκλα, ήταν ξαπλωμένη ανάσκελα με τα μάτια της κλεισμένα σφιχτά. Δεν τα είχε ανοίξει καιρό τώρα· δεν θα τα άνοιγε ποτέ πια, γιατί η όραση της ήταν τώρα τόσο περιττή όσο και στα γεμάτα αισθήσεις πλάσματα του ανήλιαγου βυθού των ωκεανών. Αισθανόταν τον κόσμο που την περιτριγύριζε· στην πραγματικότητα αισθανόταν πολύ πιο πολλά απ’ αυτό.
Μόνο ένα ίχνος έμεινε από την σύντομη βρεφική ηλικία της, αποτέλεσμα μιας ανεξήγητης παραξενιάς της εξέλιξης. Η κουδουνίστρα που κάποτε της έδινε χαρά, ηχούσε τώρα ασταμάτητα, χτυπώντας μέσα στην κούνια της με ένα πολύπλοκα ρυθμό που διαρκώς άλλαζε. Αυτή η παράξενη μουσική ήταν που σήκωσε την Ζαν από τον ύπνο της και την έστειλε τρέχοντας στο δωμάτιο των παιδιών. Δεν ήταν όμως μόνο ο ήχος που την έκανε να φωνάζει τον Τζωρτζ.
Ήταν το θέαμα αυτής της συνηθισμένης, πολύχρωμης κουδουνίστρας που χτυπούσε σταθερά ανασηκωμένη στον αέρα, μισό μέτρο μακριά από κάθε στήριγμα, ενώ η Τζέννιφερ Ανν, με τα παχουλά δαχτυλάκια της πλεγμένα σφιχτά, ήταν ξαπλωμένη με ένα χαμόγελο ήρεμης ικανοποίησης στο πρόσωπό της.
Είχε αρχίσει αργά, αλλά προόδευε πολύ γρήγορα. Σύντομα θα ξεπερνούσε τον αδερφό της γιατί είχε πολύ λιγότερα να μάθει.
«Κάνατε πολύ καλά…», είπε ο Ρασαβεράκ, «… που δεν αγγίξατε το παιγνίδι της. Δεν πιστεύω ότι θα μπορούσατε να το μετακινήσετε. Αλλά αν είχατε πετύχει, ίσως αυτό να την ενοχλούσε. Και τότε δεν ξέρω τι θα μπορούσε να είχε συμβεί»
«Θέλετε να πείτε …», είπε ο Τζωρτζ σαν χαμένος, «… ότι δεν μπορείτε να κάνετε τίποτα;»
«Δεν θέλω να σας γελάσω. Εμείς μπορούμε να κάνουμε παρατηρήσεις και μελέτες, όπως το κάνουμε κι όλας. Δεν μπορούμε όμως να επέμβουμε γιατί δεν το καταλαβαίνουμε»
«Τότε τι πρέπει να κάνουμε; Και γιατί να συμβεί αυτό σε μας;»
«Έπρεπε να συμβεί σε κάποιον. Δεν υπάρχει τίποτα το εξαιρετικό σε σας, περισσότερο από ότι υπάρχει στο πρώτο ουδετερόνιο που αρχίζει την αλυσιδωτή αντίδραση μέσα σε μια ατομική βόμβα. Απλώς τυχαίνει να είναι το πρώτο. Τον ίδιο ρόλο μπορούσε να τον διαδραματίσει ένα οποιοδήποτε άλλο ουδετερόνιο – το ίδιο όπως και ο Τζεφ θα μπορούσε να ήταν οποιοσδήποτε άλλος στον κόσμο. Το φαινόμενο αυτό το λέμε Ολική Εκδήλωση. Τώρα πια δεν υπάρχει ανάγκη να το κρατάμε μυστικό και χαίρομαι γι αυτό. Περιμέναμε να γίνει από την στιγμή που ήρθαμε στη Γη. Δεν υπήρχε τρόπος να προβλέψουμε το που και πότε θα άρχιζε – μέχρι τη στιγμή που συναντηθήκαμε εντελώς τυχαία στο πάρτι του Ρούμπερτ Μπόυς. Τότε κατάλαβα με απόλυτη σχεδόν βεβαιότητα, ότι τα παιδιά της γυναίκας σας θα ήταν τα πρώτα»
«Μα τότε… δεν είχαμε ακόμη παντρευτεί. Δεν είχαμε ακόμη ούτε…»
«Ναι, το ξέρω. Αλλά ο νους της δεσποινίδος Μορρέλ ήταν ο αγωγός που, έστω και για μια στιγμή, άφησε να περάσει μια γνώση που κανένας άνθρωπος ζωντανός την εποχή αυτή, δεν ήξερε. Αυτή η γνώση δεν μπορούσε παρά να έχει έρθει από έναν άλλο νου, που ήταν πολύ στενά συνδεδεμένος με τον δικό της. Το γεγονός ότι ήταν ένας νους που δεν είχε γεννηθεί ακόμη, δεν είχε καμιά σημασία γιατί ο χρόνος είναι κάτι πολύ πιο παράξενο απ’ ότι νομίζετε»
«Αρχίζω να καταλαβαίνω. Ο Τζεφ ήξερε τα πράγματα αυτά – μπορεί να βλέπει άλλους κόσμους και μπορεί να πει από πού έρχεστε. Και κατά κάποιον τρόπο η Ζαν συνέλαβε τις σκέψεις του, ακόμη πριν γεννηθεί»
«Η εξήγηση είναι πολύ πιο πολύπλοκη απ’ αυτήν, αλλά δεν φαντάζομαι ότι θα μπορέσετε ποτέ να πλησιάσετε πιο κοντά στην αλήθεια. Σ’ όλη την ιστορία υπάρχουν περιπτώσεις ατόμων με ανεξήγητες δυνάμεις που φαίνονται να υπερβαίνουν τον χώρο και τον χρόνο. Ποτέ δεν τις κατάλαβαν· σχεδόν χωρίς εξαίρεση, οι ερμηνείες που προσπάθησαν να δώσουν ήταν ανοησίες. Το ξέρω καλά. Έχω διαβάσει αρκετές απ’ αυτές.
Υπάρχει όμως μια αναλογία που είναι – ας πούμε – ενδεικτική και αρκετά βοηθητική. Εμφανίζεται πολλές φορές στην φιλολογία σας. Υποθέστε ότι ο νους κάθε ανθρώπου είναι ένα νησί, περιτριγυρισμένο από τον ωκεανό. Το καθένα φαίνεται ξεχωριστό ενώ στην πραγματικότητα όλα είναι ενωμένα από τον βυθό της θάλασσας, μέσα από τον οποίο βγαίνουν. Αν εξαφανίζονταν οι ωκεανοί, τότε θα έπαυαν να υπάρχουν νησιά. Θα ήταν όλα τμήματα μιας ηπείρου και ο ατομικός χαρακτήρας της θα χανόταν.
Η τηλεπάθεια, όπως την λέτε εσείς, είναι κάτι παρόμοιο. Κάτω από κατάλληλες συνθήκες ο νους του ανθρώπου μπορεί να συγχωνευτεί με άλλους, να μοιραστεί τα περιεχόμενά τους και να φέρει πίσω αναμνήσεις από την εμπειρία αυτή όταν θα ξεχωριστεί ξανά.
Στην ανώτατη μορφή της, η δύναμη αυτή δεν υπόκειται στους συνηθισμένους περιορισμούς: του χρόνου και του χώρου. Αυτός είναι ο λόγος που η Ζαν μπόρεσε να πάρει ένα μέρος από τις γνώσεις του αγέννητου γιού της»
Ακολούθησε μια μακρά σιωπή ενώ ο Τζωρτζ αγωνιζόταν με αυτές τις καταπληκτικές σκέψεις. Το σχέδιο είχε αρχίσει να παίρνει μορφή. Ήταν ένα σχέδιο απίστευτο, αλλά είχε την δική του έμφυτη λογική. Και εξηγούσε – αν θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει κανείς τη λέξη αυτή για κάτι τόσο ασύλληπτο – όλα όσα είχαν γίνει ως τώρα από κείνη τη βραδιά στο σπίτι του Ρούμπερτ Μπόυς. Εξηγούσε επίσης, όπως το κατάλαβε τώρα, την περιέργεια της Ζαν για το υπερφυσικό.
«Τι πράγμα προκάλεσε όλα αυτά;», ρώτησε ο Τζωρτζ. «Και που θα τελειώσει;»
«Αυτό είναι κάτι που δεν μπορούμε να απαντήσουμε. Υπάρχουν όμως πολλές φυλές στο σύμπαν και μερικές από αυτές έχουν ανακαλύψει τις δυνάμεις αυτές πολύ πριν το είδος σας – και το δικό μας – εμφανιστεί στην σκηνή. Περίμεναν να ενωθείτε με αυτές και τώρα ήρθε ο καιρός»
«Τότε, τι ρόλο παίζετε εσείς;»
«Πιθανώς όπως και οι περισσότεροι άνθρωποι, μας θεωρούσες πάντα σαν τους κυρίους σας. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Ποτέ δεν ήμασταν κάτι παραπάνω από φύλακες που εκτελούσαμε ένα καθήκον που μας επέβαλλαν  ανώτεροί μας. Το καθήκον αυτό είναι δύσκολο να προσδιοριστεί· ίσως θα ήταν καλύτερα να μας θεωρείτε σαν μια μαμή που βοηθά σ’ ένα δύσκολο τοκετό. Βοηθούμε να φέρουμε στον κόσμο κάτι το καινούργιο και το θαυμάσιο»
Ο Ρασαβεράκ δίστασε· για μια στιγμή φάνηκε σαν να μην ήξερε τι να πει.
«Ναι, είμαστε οι μαμές. Εμείς όμως οι ίδιοι είμαστε στείροι»
Εκείνη τη στιγμή ο Τζωρτζ κατάλαβε ότι βρισκόταν μπροστά σε μια τραγωδία που ξεπερνούσε τη δική του. Ήταν απίστευτο – κι όμως κατά κάποιον τρόπο δίκαιο. Παρ’ όλες τις δυνάμεις τους και την εξυπνάδα τους οι Επικυρίαρχοι ήταν παγιδευμένοι σε κάποιο αδιέξοδο της εξελικτικής διαδικασίας. Ήταν μια μεγάλη και ευγενική φυλή, ανώτεροι από τους ανθρώπους σχεδόν από κάθε άποψη· κι όμως δεν είχαν μέλλον και το ήξεραν. Μπροστά σε αυτό, τα προβλήματα του Τζωρτζ φαίνονταν ξαφνικά εντελώς ασήμαντα.
«Τώρα το καταλαβαίνω …» είπε «… γιατί παρακολουθούσατε τον Τζεφ. Ήταν το πειραματόζωο στο πείραμα αυτό»
«Ακριβώς – αν και το πείραμα ήταν έξω από τον έλεγχό μας. Δεν το αρχίσαμε εμείς – εμείς απλώς προσπαθήσαμε να το παρακολουθήσουμε. Δεν επεμβαίνουμε παρά μόνο όταν ήταν απόλυτα ανάγκη»
«Ναι», σκέφτηκε ο Τζωρτζ, «το παλιρροιακό κύμα. Δεν θα ήταν ποτέ σωστό ν’ αφήσουν να χαθεί ένα πολύτιμο δείγμα. Κατόπιν αισθάνθηκε ντροπή για τον εαυτό του· τέτοια πικρία δεν ήταν αντάξιά του»
«Έχω μόνο μια ακόμη ερώτηση» είπε. «Τι να κάνουμε με τα παιδιά μας;»
«Να τα χαρείτε όσο μπορείτε ακόμη», απάντησε τρυφερά ο Ρασαβεράκ. «Δεν θα είναι δικά σας για πολύ»
Ήταν μια συμβουλή που θα μπορούσε να είχε δοθεί σ’ οποιοδήποτε γονιό, σ’ οποιαδήποτε εποχή· τώρα όμως μέσα της έκλεινε μια απειλή και ένα τρόμο που άλλοτε δεν θα είχε.


ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25
ΣΕ ΑΛΛΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ

 Ήλθε κατόπιν ο καιρός που ο κόσμος των ονείρων του Τζεφ δεν ξεχώρισε πια καθαρά από την καθημερινή του ύπαρξη. Δεν πήγαινε πλέον στο σχολείο και για Τους Ζαν και Τζωρτζ έσπασε εντελώς η ρουτίνα της ζωής, όπως θα έσπαγε σύντομα σ’ όλο τον κόσμο.
Απέφευγαν όλους τους φίλους τους, σαν να καταλάβαιναν κιόλας ότι σύντομα κανένας δεν θα είχε αρκετή συμπόνια για να την μοιραστεί μαζί τους. Μερικές φορές, μέσα στην ησυχία της νύχτας, όταν υπήρχαν λίγοι περαστικοί, πήγαιναν οι δυό τους μακρινούς περιπάτους. Ήταν τώρα πιο κοντά ο ένας στον άλλο απ’ ότι ήταν ύστερα από τις πρώτες μέρες του γάμου τους, ενωμένοι ξανά μπροστά στην άγνωστη ακόμη τραγωδία που σύντομα θα τους κατακυρίευε.
Στην αρχή αισθάνονταν μια ενοχή καθώς άφηναν τα κοιμισμένα παιδιά μόνα τους στο σπίτι, αλλά τώρα είχαν αντιληφθεί ότι ο Τζεφ και η Τζένυ μπορούσαν να φροντίσουν τον εαυτό τους με τρόπους που ήταν πέρα από τις γνώσεις των γονιών τους. Και, φυσικά οι Επικυρίαρχοι θα τα παρακολουθούσαν και αυτοί. Η σκέψη αυτή τους έδινε θάρρος· αισθάνονταν ότι δεν ήταν μόνοι με το πρόβλημά τους, αλλά ότι σοφά και συμπονετικά μάτια μοιράζονταν την επιτήρηση μαζί τους.
Η Τζέννιφερ κοιμόταν· δεν υπήρχε άλλη λέξη να περιγράψει την κατάσταση στην οποία είχε πέσει. Εξωτερικά η εμφάνισή της ήταν ακόμη εικόνα ενός βρέφους, αλλά ένα γύρω της υπήρχε μια αίσθηση κρυφής δύναμης, τόσο τρομερή που η Ζαν δεν είχε πια την αντοχή να μπαίνει στο δωμάτιο των παιδιών.
Και δεν υπήρχε ανάγκη να μπει. Το πλάσμα που ήταν κάποτε η Τζέννιφερ Ανν Γκρέγκσον δεν είχε ακόμη εξελιχθεί εντελώς, αλλά ακόμη και στην κατάσταση του αυτή , της κοιμισμένης χρυσαλλίδας ασκούσε κι όλας αρκετό έλεγχο στο περιβάλλον για να φροντίζει για όλες τις ανάγκες του. Η Ζαν είχε μια και μόνη φορά κάνει απόπειρα να το ταΐσει χωρίς επιτυχία. Προτιμούσε να παίρνει την τροφή του όποτε και όπως ήθελε.
Γιατί τα τρόφιμα εξαφανίζονταν από το ψυγείο μ’ ένα αργό και σταθερό ρυθμό: κι όμως η Τζέννιφερ Ανν ποτέ δεν μετακινήθηκε από την κούνια της.
Το χτύπημα της κουδουνίστρα είχε πάψει και το παρατημένο παιγνίδι κείτονταν πάνω στο πάτωμα του δωματίου όπου κανείς δεν τολμούσε να το αγγίξει, μήπως και το χρειαζόταν ξανά η Τζένυ. Μερικές φορές έκανε τα έπιπλα να μετακινούνται σύμφωνα με παράξενα σχέδια και φαινόταν στον Τζωρτζ, ότι τα φωσφορικά χρώματα στους τοίχους έλαμπαν περισσότερο από ποτέ άλλοτε.
Δεν τους προκαλούσε καμία φασαρία· ήταν πέρα από κάθε βοήθεια και πέρα από την αγάπη τους. Αυτό δεν θα διαρκούσε για πολύ και στο λίγο χρόνο που τους έμεινε αφοσιώθηκαν μ’ απελπισία στον Τζεφ.
Κι εκείνος άλλαζε, αλλά ακόμη τους γνώριζε. Το αγόρι που την ανάπτυξή του την είχαν παρακολουθήσει από τις άμορφες ομίχλες της βρεφικής ηλικίας έχανε την προσωπικότητά του, διαλυόταν ώρα μα την ώρα μπρος στα ίδια τους τα μάτια. Κι όμως μερικές φορές τους μιλούσε ακόμη, όπως πάντα και μιλούσε για τα παιγνίδια και τους φίλους του σαν να μην είχε ιδέα τι του έμελλε. Τον περισσότερο όμως καιρό, δεν τους έβλεπε, ούτε έδειχνε ότι αντιλαμβανόταν την παρουσία τους. Δεν κοιμόταν, πλέον, όπως ήταν αναγκασμένοι εκείνοι, παρά την ακαταμάχητη επιθυμία τους να μην σπαταλήσουν παρά όσο το δυνατόν πιο λίγες από τις τελευταίες αυτές ώρες που τους έμεναν.
Αντίθετα από την Τζένυ, φαινόταν ότι δεν είχε αφύσικες εξουσίες πάνω στα φυσικά αντικείμενα – ίσως γιατί, μια και ήταν κι όλας αρκετά μεγάλος, τα είχε λιγότερο ανάγκη.
Το παράξενο ήταν μόνο στην πνευματική του ζωή, στην οποία τώρα τα όνειρα δεν αποτελούσαν παρά ένα μικρό μέρος. Έμεινε ώρες ολόκληρες ακίνητος, με τα μάτια του σφιχτά κλεισμένα, σαν να άκουγε ήχους που κανένας άλλος δεν μπορούσε ν’ ακούσει. Μέσα στο μυαλό του έμπαινε μια πλημμύρα από γνώσεις – από κάπου ή από κάποτε – που σύντομα κατανικούσε και θα κατέστρεφε το μισοσχηματισμένο πλάσμα που ήταν κάποτε ο Τζέφρεϋ Άγκους Γκρέγκσον.
Και η Φέϋ καθόταν και τον έβλεπε και σήκωνε τα μάτια της με ένα τραγικό, γεμάτο απορία βλέμμα, σαν να αναρωτιόταν που είχε πάει ο αφέντης της και πότε θα ξαναγύριζε πίσω σ’ αυτήν.
Ο Τζεφ και η Τζένυ ήταν οι πρώτοι σε όλο τον κόσμο, αλλά σύντομα δεν ήταν πι μόνοι τους. Σαν μια επιδημία που ξαπλωνόταν γοργά από χώρα σε χώρα, η μεταμόρφωση μόλυνε όλη την ανθρώπινη φυλή. Δεν προσέβαλε σχεδόν κανένα άνω των 10 χρόνων και σχεδόν κανένας κάτω από την ηλικία αυτή, δεν της ξέφυγε.
Ήταν το τέλος του πολιτισμού, το τέλος όλων εκείνων για τα οποία ο άνθρωπος είχε αγωνιστεί από την αρχή του χρόνου. Σε διάστημα λίγων ημερών η ανθρωπότητα έχασε το μέλλον της γιατί η καρδιά μιας φυλής σπάει και η θέλησή της να επιβιώσει, χάνεται τελείως όταν της πάρουν τα παιδιά της.
Δεν δημιουργήθηκε πανικός, όπως θα συνέβαινε πριν από εκατό χρόνια. Ο κόσμος έμεινε μουδιασμένος, οι μεγάλες πόλεις του νεκρές και σιωπηλές. Μόνο οι ζωτικές βιομηχανίες συνέχιζαν να λειτουργούν. Έμοιαζε σαν ο πλανήτης να ήταν βουτηγμένος στο πένθος, θρηνώντας όλα όσα δεν μπορούσαν πια να γίνουν.
Και τότε, όπως είχε κάνει μια ακόμα φορά σε μια εποχή τώρα ξεχασμένη, ο Καρέλλεν μίλησε για τελευταία φορά προς την ανθρωπότητα.

Η ΕΞΗΓΗΣΗ ΤΩΝ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΩΝ
«Η εργασία μου εδώ έχει σχεδόν τελειώσει…», είπε η φωνή του Καρέλλεν από εκατομμύρια ραδιόφωνα, «… επιτέλους, ύστερα από εκατό χρόνια, μπορώ να πω ποια ήταν
Υπήρχαν πολλά πράγματα που έπρεπε να κρατήσουμε κρυφά από σας, όπως κρύψαμε και τους εαυτούς μας κατά την μισή παραμονή μας στη Γη. Μερικοί από σας, το ξέρω, θεώρησαν την απόκρυψη αυτή σαν μη απαραίτητη. Τώρα έχετε συνηθίσει στην εμφάνισή μας· δεν μπορείτε πια να φανταστείτε το πώς θα αντιδρούσαν οι πρόγονοί σας στην εμφάνισή μας. Τουλάχιστον όμως μπορείτε να καταλάβετε το σκοπό της απόκρυψής μας και ξέρετε ότι είχαμε λόγους να κάνουμε αυτό που κάναμε.
Το υπέρτατο μυστικό που κρατήσαμε κρυφό από σας, ήταν ο σκοπός του ερχομού μας στη Γη – ο σκοπός αυτός, γύρω από τον οποίο κάνατε αμέτρητες εικασίες. Δεν μπορούσαμε να σας τον πούμε μέχρι τώρα γιατί το μυστικό αυτό δεν ήταν στην εξουσία μας να σας το αποκαλύψουμε.
Πριν από ένα αιώνα ήρθαμε στον κόσμο σας και σας σώσαμε από την αυτοκαταστροφή. Δεν πιστεύω ότι θα αρνηθεί κανείς το γεγονός αυτό – αλλά ποια ήταν αυτή η αυτοκαταστροφή, δεν το μαντέψατε ποτέ.
Επειδή απαγορεύσαμε τα πυρηνικά όπλα και όλα τα άλλα θανάσιμα παιγνίδια που συγκεντρώσατε στα οπλοστάσιά σας, ο κίνδυνος της υλικής καταστροφής, χάθηκε. Εσείς νομίζατε ότι αυτός ήταν ο μόνος κίνδυνος. Θέλαμε να το πιστέψετε αυτό, αλλά δεν ήταν ποτέ αλήθεια. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που σας απειλούσε είχε ένα εντελώς διαφορετικό χαρακτήρα – και δεν αφορούσε μόνο την φυλή σας.
Πολλοί κόσμοι έχουν φτάσει στο σταυροδρόμι της πυρηνικής δύναμης, έχουν αποφύγει την καταστροφή, προόδευσαν και δημιούργησαν ειρηνικούς και ευτυχισμένους πολιτισμούς – και τότε … καταστράφηκαν εντελώς, από δυνάμεις για τις οποίες δεν ήξεραν τίποτε. Τον εικοστό αιώνα είχατε αρχίσει να ασχολείστε με τις δυνάμεις αυτές στα σοβαρά. Γι αυτό ήταν ανάγκη να δράσουμε.
Σε όλη τη διάρκεια του αιώνα αυτού η ανθρώπινη φυλή πλησίαζε σιγά – σιγά κοντύτερα στην άβυσσο – χωρίς ποτέ να υποπτεύεται ούτε καν την ύπαρξή της. Την άβυσσο αυτή την περνά μόνο μια γέφυρα. Ελάχιστες φυλές βρήκαν, χωρίς βοήθεια, την γέφυρα αυτή. Μερικές γύρισαν πίσω ενώ ήταν ακόμη καιρός, αποφεύγοντας και τον κίνδυνο και το κατόρθωμα. Οι κόσμοι τους έγιναν Ηλύσια Πεδία άκοπης ικανοποίησης, χωρίς να παίζουν πια κανένα ρόλο στην ιστορία του Σύμπαντος. Αυτή όμως δεν θα ήταν ποτέ η μοίρα σας – ή το τυχερό σας. Η φυλή σας είχε πάρα πολύ ζωτικότητα γι αυτό. Θα γκρεμιζόταν στην καταστροφή και θα έπαιρνε κι άλλες μαζί της, γιατί εσείς ποτέ δεν θα μπορούσατε να βρείτε την γέφυρα.
Λυπάμαι αλλά σχεδόν όλα όσα θα πρέπει να σας πω τώρα, θα πρέπει να τα πω με παραβολές σαν κι αυτή. Η γλώσσα σας δεν έχει λέξεις ούτε έννοιες για τα περισσότερα πράγματα που θέλω να σας πω – και η δική μας γνώση γι αυτά είναι ακόμη επίσης θλιβερά ατελής.
Για να καταλάβετε, πρέπει να γυρίσετε στο παρελθόν και να ξαναβρείτε πολλά που οι πρόγονοί σας θα τα θεωρούσαν γνωστά, αλλά τα οποία εσείς έχετε ξεχάσει – που στην πραγματικότητα εμείς ηθελημένα σας βοηθήσαμε να ξεχάσετε. Γιατί όλη η παραμονή μας εδώ ήταν βασισμένη πάνω σε μια πελώρια εξαπάτηση, μια απόκρυψη της αλήθειας την οποία εσείς δεν είσαστε προετοιμασμένοι ν’ αντιμετωπίσετε.
Στους αιώνες, πριν τον ερχομό μας, οι επιστήμονές σας απεκάλυψαν τα μυστικά του φυσικού κόσμου και σας οδήγησαν από την ενέργεια του ατμού στην ενέργεια του ατόμου. Αφήσατε πίσω σας τις προλήψεις· η Επιστήμη ήταν η μόνη πραγματικά θρησκεία της ανθρωπότητας. Ήταν το δώρο της δυτικής μειοψηφίας προς την υπόλοιπη ανθρωπότητα και αυτό είχε καταστρέψει όλες τις άλλες πίστεις. Αυτές που υπήρχαν ακόμη, ήταν ετοιμοθάνατες.
Η Επιστήμη, πίστευαν όλοι, μπορούσε να εξηγήσει τα πάντα· δεν υπήρχαν δυνάμεις που δεν περιλαμβάνονταν στο πεδίο της, ούτε γεγονότα τα οποία δεν θα μπορούσε τελικά να εξηγήσει. Ίσως η καταγωγή του Σύμπαντος να έμενε για πάντα άγνωστη, αλλά όλα όσα έγιναν ύστερα απ’ αυτήν, ακολουθούσαν τους νόμους της φυσικής.
Κι όμως οι μυστικιστές σας, αν και ήταν χαμένοι μέσα στις ίδιες τους τις παραισθήσεις, είχαν δει ένα τμήμα της αλήθειας. Υπάρχουν δυνάμεις του νου και δυνάμεις πέρα από το νου, τις οποίες η επιστήμη σας δεν θα μπορούσε ποτέ να κλείσει μέσα στο πλαίσιό της χωρίς να το συντρίψει εντελώς. Σε όλες τις εποχές υπάρχουν αμέτρητες περιπτώσεις παράδοξων φαινομένων – πόρτεγκεϊτς, τηλεπάθεια, προφητείες – στα οποία δώσατε διάφορα ονόματα, αλλά δεν ερμηνεύσατε ποτέ. Στην αρχή η Επιστήμη τα αγνόησε, αρνήθηκε ακόμη και την ύπαρξή τους, παρά την μαρτυρία πέντε χιλιάδων χρόνων. Κι όμως υπήρχαν και μια οποιαδήποτε θεωρία περί Σύμπαντος, για να είναι πλήρης, πρέπει να το λάβει υπ’ όψιν.
Κατά την διάρκεια του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα, μερικοί επιστήμονές σας άρχισαν να ερευνούν τα θέματα αυτά. Δεν τα ήξεραν, αλλά  σκάλιζαν την κλειδαριά του κουτιού της Πανδώρας. Οι δυνάμεις που ίσως να ελευθέρωναν ξεπερνούσαν όλους τους κινδύνους που θα μπορούσε να προκαλέσει ποτέ η ατομική ενέργεια. Γιατί οι φυσικοί θα κατέστρεφαν μόνο την Γη· οι παραφυσικοί θα εξάπλωναν την καταστροφή στ’ άστρα.
Αυτό ήταν κάτι που δεν επιτρεπόταν. Δεν μπορεί να σας εξηγήσω την πλήρη ουσία της απειλής που αντιπροσωπεύατε. Δεν θα ήταν απειλή για μας και επομένως δεν την καταλαβαίνουμε. Ας πούμε ότι υπήρχε πιθανότητα να γίνεται ένας τηλεπαθητικός καρκίνος, μια κακοήθης διάνοια που στην αναπόφευκτη αποσύνθεσή της θα δηλητηρίαζε άλλες και μεγάλες διάνοιες.
Και γι αυτό ήρθαμε – μας έστειλαν – στη Γη. Διακόψαμε την εξέλιξή σας σε κάθε πολιτιστικό επίπεδο, αλλά ιδιαίτερα σταματήσαμε όλες τις σοβαρές έρευνες πάνω στα παραφυσικά φαινόμενα. Ξέρω πολύ καλά ότι εμποδίσαμε επίσης, με την αντίθεση ανάμεσα στους πολιτικούς μας και όλες τις άλλες μορφές δημιουργικής δραστηριότητας. Αυτό ήταν όμως ένα δευτερεύον αποτέλεσμα και δεν είχε καμιά σπουδαιότητα.
Πρέπει τώρα να σας πω κάτι που ίσως να το βρείτε πολύ εκπληκτικό, ίσως σχεδόν αλάνθαστο. Όλες αυτές τις δυνατότητες, όλες αυτές τις αδήλωτες δυνάμεις – εμείς δεν τις έχουμε, ούτε τις καταλαβαίνουμε. Η διάνοιά μας είναι πολύ πιο δυνατή από την δική σας, αλλά υπάρχει κάτι στο νου σας που πάντα μας διέφευγε. Από τότε που ήρθαμε στην Γη σας μελετούμε· έχουμε μάθει πολλά και θα μάθουμε περισσότερα κι όμως αμφιβάλλω αν θα ανακαλύψουμε όλη την αλήθεια.
Οι φυλές μας έχουν πολλά κοινά – αυτός ήταν ο λόγος που μας διάλεξαν για το έργο αυτό. Από άλλες όμως απόψεις, εμείς κι εσείς αντιπροσωπεύουμε το τέλος δυο διαφορετικών εξελικτικών πορειών. Το μυαλό μας έχει φθάσει στο τέλος της εξέλιξής του. Το ίδιο, στην σημερινή μορφή του, συμβαίνει και με το δικό σας. Κι όμως εσείς μπορείτε να κάνετε το άλμα για το επόμενο στάδιο και σ’ αυτό βρίσκεται η διαφορά μεταξύ μας. Οι δυνατότητές μας έχουν εξαντληθεί ενώ οι δικές σας είναι ακόμα άθικτες. Είναι ενωμένες με τρόπους που δεν καταλαβαίνουμε, με τις δυνάμεις που ανέφερα προηγουμένως – τις δυνάμεις που τώρα ξυπνούν στον κόσμο σας.
Έτσι εμείς εδώ σταματήσαμε το ρολόι, σας αναγκάσαμε να καθυστερήσετε, ενώ οι δυνάμεις αυτές αναπτύσσονταν μέχρι που να ξεχυθούν σαν πλημμύρα μέσα στα κανάλια που ετοιμάζονταν να τις δεχτούν. Ότι κάναμε για να βελτιώσουμε τον πλανήτη σας, να υψώσουμε το βιοτικό σας επίπεδο, να φέρουμε την δικαιοσύνη και την ειρήνη – όλα αυτά θα τα κάναμε ούτως ή άλλως, μια και αναγκαστήκαμε να επέμβουμε στις υποθέσεις σας. Όλη όμως αυτή η πελώρια μεταμόρφωση σας τράβηξε μακριά από την αλήθεια και επομένως βοήθησε στην εξυπηρέτηση του σκοπού μας.
Είμαστε οι φύλακές σας – τίποτα περισσότερο. Θα πρέπει συχνά ν’ αναρωτηθήκατε ποια ήταν η θέση που είχε η φυλή μας στην ιεραρχία του Σύμπαντος. Όπως εμείς είμαστε ανώτεροί σας, έτσι υπάρχει και κάτι πιο πάνω από εμάς, που μας χρησιμοποιεί για τους δικούς του σκοπούς. Ποτέ μας δεν ανακαλύψαμε τι είναι αυτό, αν και είμαστε τα εργαλεία του για αιώνες και δεν τολμούσαμε να το παρακούσουμε. Πάμπολλες φορές πήραμε τις εντολές μας, πήγαμε σε κάποιο κόσμο που βρισκόταν στην πρώτη άνθηση του πολιτισμού του και τον οδηγήσαμε πάνω στον δρόμο που εμείς ποτέ δεν θα μπορέσουμε ν’ ακολουθήσουμε – τον δρόμο που ακολουθείτε εσείς τώρα.
Αμέτρητες φορές μελετήσαμε την διαδικασία την οποία μας έστειλαν να προστατεύσουμε, ελπίζοντας ότι ίσως μάθουμε πώς να ξεφύγουμε από τους δικούς μας περιορισμούς. Το μόνο που κερδίσαμε ήταν μια θαμπή ιδέα της αλήθειας. Μας είπατε Επικυρίαρχους, χωρίς να ξέρετε την ειρωνεία του τίτλου αυτού. Ας πούμε ότι πιο πάνω από μας είναι ο Υπερνούς, που μας χρησιμοποιεί όπως ο αγγειοπλάστης χρησιμοποιεί τον τροχό.
Και η φυλή σας είναι ο πηλός που παίρνει σχήμα πάνω στον τροχό αυτό.
Πιστεύουμε – αυτά είναι θεωρία μόνο – ότι ο Υπερνούς προσπαθεί να μεγαλώσει, να επεκτείνει τις δυνάμεις του και την ενημερότητα του για το Σύμπαν. Τη στιγμή αυτή θα πρέπει να είναι το σύνολο πολλών φυλών και έχει ξεπεράσει από πολύ πριν την τυραννία της ύλης. Αισθάνεται την ύπαρξη της διάνοιας οπουδήποτε κι αν είναι. Όταν κατάλαβε ότι εσείς είστε σχεδόν έτοιμοι, μας έστειλε να κάνουμε το θέλημά του, να σας προετοιμάσουμε για την μεταμόρφωση που τώρα έφτασε.
Όλες οι προηγούμενες αλλαγές που γνώρισε η φυλή σας χρειάστηκαν αμέτρητους αιώνες. Αυτή όμως εδώ είναι μια μεταμόρφωση του νου, όχι του σώματος. Σύμφωνα με τους κανόνες της εξέλιξης, θα είναι κατακλυσμιαία – αστραπιαία. Έχει κιόλας αρχίσει. Πρέπει ν’ αντιμετωπίσετε το γεγονός· η δικιά σας είναι η τελευταία γενιά του Χόμο Σάπιενς.
Όσον αφορά την ουσία της αλλαγής αυτής, μπορούμε να σας πούμε πολύ λίγα. Δεν ξέρουμε πως δημιουργείται – ποια ώθηση χρησιμοποιεί ο Υπερνούς σαν έναυσμα όταν κρίνει ότι ήρθε ο κατάλληλος καιρός. Το μόνο που ανακαλύψαμε είναι ότι αρχίζει με ένα μόνο άτομο – πάντα ένα παιδί – και κατόπιν εξαπλώνεται απότομα, σαν τον σχηματισμό των κρυστάλλων γύρω από τον πρώτο πυρήνα σε μια κεκορεσμένη διάλυση. Οι ενήλικες δεν επηρεάζονται ποτέ γιατί το μυαλό τους είναι κιόλας διαμορφωμένο σ’ ένα αναλλοίωτο καλούπι.
Σε μερικά χρόνια όλα θα έχουν τελειώσει και η ανθρώπινη φυλή θα έχει μοιραστεί στα δύο. Δεν υπάρχει οπισθοχώρηση, ούτε μέλλον για τον κόσμο που γνωρίζετε. Όλες οι ελπίδες και τα όνειρα της φυλής σας τελείωσαν τώρα. Γεννήσατε τους διαδόχους σας και η τραγωδία σας είναι ότι δεν θα τους καταλαβαίνετε ποτέ – δεν θα μπορέσετε ποτέ ούτε να επικοινωνήσετε καν με τον νου τους. Στην πραγματικότητα δεν έχουν νου όπως το εννοείτε εσείς. Θα αποτελούν μια και μόνη ολότητα, όπως εσείς οι ίδιοι οι ίδιοι αποτελείτε το σύνολο των κυττάρων σας. Δεν θα τους θεωρείτε ανθρώπινα όντα και θα έχετε δίκιο.
Σας τα είπα όλα αυτά για να ξέρετε τι αντιμετωπίζετε. Σε λίγες ώρες, η στιγμή της κρίσης φτάνει. Το έργο μου και το καθήκον μου είναι να προστατέψω αυτούς που με έστειλαν εδώ να φυλάξω. Παρά τις δυνάμεις τους που τώρα ξυπνούν, θα μπορούσαν να καταστραφούν από τα πλήθη γύρω τους – ναι, ακόμη και από τους γονείς τους, όταν αντιληφθούν την αλήθεια. Πρέπει να απομακρύνω και να τα απομονώσω για προστασία δική τους και δική σας. Αύριο τα πλοία μου θα αρχίσουν την εκκένωση. Δεν θα σας κατηγορήσω αν προσπαθήσετε να παρέμβετε, αλλά θα είναι ανώφελο. Δυνάμεις πιο μεγάλες από τις δικές μου ξυπνούν τώρα· εγώ δεν είμαι παρά ένα όργανό τους.
Και τότε – τι θα πρέπει να κάνω με σας, τους επιζώντες, όταν εκπληρωθεί ο σκοπός σας; Θα ήταν ίσως απλούστερο και πιο φιλάνθρωπο να σας καταστρέψω – όπως εσείς οι ίδιοι θα καταστρέφατε ένα ζώο που αγαπούσατε και τραυματίστηκε θανάσιμα. Αυτό όμως δεν μπορώ να το κάνω. Το μέλλον σας θα είναι στην εκλογή σας για τα χρόνια που σας έμειναν. Ελπίζω ότι η ανθρωπότητα θα πεθάνει ήρεμη, ξέροντας ότι δεν έζησε μάταια.
Γιατί αυτό που φέρατε στον κόσμο ίσως να είναι εντελώς ξένο, ίσως να μην έχει καμιά από τις ελπίδες ή τις επιθυμίες σας, ίσως να θεωρεί τα μεγαλύτερα επιτεύγματά σας σαν παιδικά παιγνίδια – κι όμως είναι κάτι το θαυμάσιο και το έχετε δημιουργήσει εσείς.
Όταν η φυλή σας θα έχει ξεχαστεί, ένα μέρος σας θα υπάρχει ακόμα. Μη μας καταδικάζετε λοιπόν για ότι είμαστε αναγκασμένοι να κάνουμε. Και μην ξεχνάτε αυτό – εμείς πάντα θα σας ζηλεύουμε»


ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 26
ΚΑΙ ΤΩΡΑ;

Η Ζαν είχε κλάψει πριν, αλλά τώρα δεν έκλαιγε. Το νησί  ήταν ξαπλωμένο ολόχρυσο κάτω από το άκαρδο, αναίσθητο φως του ήλιο καθώς το πλοίο φάνηκε σιγά – σιγά πάνω από τις δίδυμες κορυφές της Σπάρτης. Επάνω στο βραχώδες αυτό το νησί, πριν από λίγο καιρό, ο γιός της είχε ξεφύγει από το θάνατο χάρις σε ένα θαύμα που τώρα το κατανοούσε πάρα πολύ καλά. Μερικές φορές αναρωτιόταν αν θα ήταν πιο καλά αν οι Επικυρίαρχοι είχαν ξεχαστεί και τον είχαν αφήσει στη μοίρα του. Ο θάνατος ήταν κάτι που μπορούσε να το αντιμετωπίσει, όπως τον είχε αντιμετωπίσει άλλες φορές· ήταν η φυσική σειρά των πραγμάτων. Αλλά αυτό εδώ ήταν κάτι πιο παράξενο από το θάνατο – και πιο τελικό. Μέχρι σήμερα, οι άνθρωποι πέθαιναν, η φυλή όμως συνεχιζόταν.
Τα παιδιά δεν έκαναν καμιά κίνηση ή θόρυβο. Στέκονταν σε σκόρπιες ομάδες πάνω στην αμμουδιά, μη δείχνοντας περισσότερο ενδιαφέρον το ένα για το άλλο απ’ ότι για τα σπίτια που άφηναν για πάντα. Πολλά κουβαλούσαν βρέφη που ήταν πολύ μικρά για να περπατήσουν – ή που δεν ήθελαν να ασκήσουν τις δυνάμεις που έκαναν το βάδισμα άχρηστο. Γιατί σίγουρα, σκέφτηκε ο Τζωρτζ, αφού μπορούν να κινήσουν άψυχα αντικείμενα, θα μπορούσαν να μετακινήσουν τα ίδια τους τα σώματα. Γιατί, στ’ αλήθεια, τους μάγευαν τα πλοία των Επικυρίαρχων;
Αυτά όμως δεν είχαν σημασία. Έφευγαν κι αυτός ήταν ο τρόπος που είχαν διαλέξει να φύγουν. Τότε ο Τζωρτζ κατάλαβε τι ήταν εκείνο που ενοχλούσε την μνήμη του. Κάπου πριν από πολύ καιρό, είχε δει μια ταινία επίκαιρων που έδειχνε μια τέτοια έξοδο. Θα πρέπει να ήταν στις αρχές του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου – ή του Δεύτερου. Έδειχνε μακριές γραμμές τρένα, γεμάτα παιδιά, που έφευγαν αργά – αργά από απειλούμενες πόλεις, αφήνοντας πίσω τους γονείς και πολλοί απ’ αυτούς δεν θα τα έβλεπαν ξανά. Πολύ λίγα έκλαιγαν· μερικά ήταν γεμάτα απορία, σφίγγοντας νευρικά τα λιγοστά υπάρχοντά τους, αλλά τα περισσότερα έμοιαζαν να περιμένουν με ανυπομονησία κάποια μεγάλη περιπέτεια.
Κι όμως – η αναλογία ήταν λανθασμένη. Η Ιστορία ποτέ δεν επαναλαμβάνει τον εαυτό της. Αυτά που έφευγαν τώρα δεν ήταν παιδιά, οτιδήποτε κι αν ήταν. Και τη φορά αυτή δεν θα υπήρχε ξανασμίξιμο.
Το πλοίο προσγειώθηκε στην άκρη του νερού, βουλιάζοντας βαθιά μέσα στην μαλακή άμμο. Με τέλειο συγχρονισμό η σειρά των μεγάλων πλευρών του άνοιξε και οι σκάλες απλώθηκαν προς την ακτή σαν μεταλλικές γλώσσες. Οι σκόρπιες, άφωνες, μοναχικές σιλουέτες άρχισαν να συγκεντρώνονται, να σχηματίζουν ένα πλήθος που κινιόταν ακριβώς όπως θα έκανε ένα ανθρώπινο πλήθος.
Μοναχικές; Γιατί άραγε το σκέφτηκε αυτό; αναρωτήθηκε ο Τζωρτζ. Γιατί αυτό ακριβώς ήταν κάτι που ποτέ πια δεν θα ήταν. Μόνο τα άτομα μπορούν να αισθανθούν μοναξιά – μόνο τα ανθρώπινα πλάσματα. Όταν τα φράγματα έπεφταν τελικά, η μοναξιά θα εξαφανιζόταν καθώς έσβηνε η προσωπικότητα. Οι αμέτρητες σταγόνες της βροχής θα γίνονταν ένα με τον ωκεανό.
Αισθάνθηκε το χέρι της Ζαν να δυναμώνει την πίστη του στο δικό του σε ένα ξαφνικό σπασμό συγκίνησης.
«Κοίτα!», του ψιθύρισε, «βλέπω τον Τζεφ. Κοντά στη δεύτερη πόρτα».
Ήταν πολύ μακριά και δύσκολο να βεβαιωθεί. Υπήρχε μια ομίχλη μπρος τα μάτια του που τον δυσκόλευε να δει. Κι όμως ήταν ο Τζεφ – ήταν σίγουρος γι αυτό· ο Τζωρτζ μπορούσε να αναγνωρίσει τον γιό του καθώς στεκόταν με το ένα πόδι κιόλας πάνω στην μεταλλική σκάλα.
Και ο Τζεφ γύρισε και κοίταξε πίσω του. Το πρόσωπό του ήταν μια άσπρη κηλίδα· από την απόσταση αυτή, δεν μπορούσε να ξεχωρίσει κανείς αν έδειχνε κανένα ίχνος αναγνώρισης, καμιά ανάμνηση όλων όσων άφηνε πίσω του. Ούτε θα μπορούσε ποτέ ο Τζωρτζ να μάθει αν ο Τζεφ γύρισε προς το μέρος του εντελώς τυχαία – ή αν ήξερε, σ’ αυτές τις τελευταίες στιγμές που ήταν ακόμη ο γιός τους, ότι στέκονταν και τον έβλεπαν καθώς έμπαινε σ’ ένα χώρο που εκείνοι δεν θα μπορούσαν ποτέ να τον διαβούν.
Οι μεγάλες πόρτες άρχισαν να κλείνουν. Και τη στιγμή αυτή η Φέϋ σήκωσε το μουσούδι της και έβγαλε ένα σιγανό, απελπισμένο ουρλιαχτό. Γύρισε τα όμορφα, υγρά μάτια της προς τον Τζωρτζ και αυτός κατάλαβε ότι τώρα είχε χάσει τον κύριό της. Τώρα πια αυτός δεν είχε αντίζηλο.
Γι αυτούς που έμειναν, υπήρχαν πολλοί δρόμοι αλλά μόνο ένας προορισμός. Υπήρχαν μερικοί που έλεγαν: «Ο κόσμος είναι ακόμη όμορφος· μια μέρα θα πρέπει να τον εγκαταλείψουμε, αλλά γιατί να επιταχύνουμε την αναχώρησή μας;»
Άλλοι όμως, που είχαν δώσει μεγαλύτερη σημασία στο μέλλον παρά στο παρελθόν και που είχαν χάσει όλα που έκαναν τη ζωή να αξίζει, δεν ήθελαν να μείνουν. Έφευγαν μόνοι τους ή με τους φίλους τους, ανάλογα με τον χαρακτήρα τους.
Αυτό έγινε και στην Αθήνα. Το νησί είχε γεννηθεί μέσα στις φλόγες· μέσα στις φλόγες διάλεξε να πεθάνει. Όσοι ήθελαν να φύγουν το έκαναν, αλλά οι περισσότεροι έμειναν, για να συναντήσουν το τέλος τους ανάμεσα στα σπασμένα κομμάτια των ονείρων τους.
Κανείς δεν θα ήξερε πότε θα ήταν η στιγμή. Κι όμως η Ζαν ξύπνησε μέσα στη σιγαλιά της νύχτας και έμεινε για μια στιγμή ακίνητη κοιτάζοντας την αχνή λάμψη που έδινε το ταβάνι. Κατόπιν άπλωσε το χέρι της κι έπιασε το χέρι του Τζωρτζ.
Εκείνος συνήθως κοιμόταν βαθιά, αλλά αυτή τη φορά ξύπνησε αμέσως. Δεν μίλησαν γιατί οι λέξεις που ήθελαν δεν υπήρχαν.
Η Ζαν, δεν ήταν πια φοβισμένη, ούτε καν λυπημένη. Είχε φτάσει στα ήρεμα νερά και ήταν τώρα πέρα από τις συγκινήσεις. Υπήρχε όμως ένα πράγμα να γίνει ακόμη και ήξερε ότι μόλις είχαν καιρό να το κάνουν.
Χωρίς να πει λέξη, ο Τζωρτζ την ακολούθησε μέσα στο σιωπηλό σπίτι. Πέρασαν μέσα από το κομμάτι του φεγγαρόφωτου που είχε μπει από την στέγη του στούντιο, βαδίζοντας αθόρυβα σαν τις σκιές που έριχναν, μέχρι που έφτασαν στο έρημο δωμάτιο των παιδιών.
Τίποτα δεν είχε αλλάξει. Τα φωσφορίζοντα σχέδια που ο Τζωρτζ είχε ζωγραφίσει τόσο προσεκτικά έλαμπαν ακόμη στους τοίχους. Και η κουδουνίστρα που ανήκε κάποτε στην Τζέννιφερ Ανν ήταν ακόμη κάτω στο πάτωμα εκεί που την είχε πετάξει όταν το μυαλό της είχε στραφεί προς την άγνωστη απόσταση στην οποία κατοικούσε τώρα.
Άφησε πίσω τα παιγνίδια της, σκέφτηκε ο Τζωρτζ, αλλά τα δικά μας θα έλθουν από δω μαζί μας. Θυμήθηκε τα πριγκιπόπουλα των Φαραώ, που οι κούκλες και οι χάντρες τους είχαν θαφτεί μαζί τους πέντε χιλιάδες χρόνια πριν. Έτσι θα γινόταν ξανά. Κανένας άλλος, είπε στον εαυτό του, δεν θα αγαπήσει ποτέ τους θησαυρούς μας· θα τους πάρουμε μαζί μας και δεν θα τους αποχωριστούμε.
Αργά – αργά η Ζαν στράφηκε προς το μέρος του και ακούμπησε το κεφάλι της πάνω στον ώμο του. έσφιξε τα μπράτσα του γύρω από την μέση της και η αγάπη που είχε κάποτε γνωρίσει, ξαναγύρισε, αδύνατη, αλλά καθαρή σαν μια ηχώ από μια μακρινή λοφοσειρά. Ήταν τώρα πια πάρα πολύ αργά για να πει ότι της άξιζε και οι τύψεις που ένοιωσε ήταν λιγότερο για τις απιστίες του παρά για την περασμένη αδιαφορία του.
Τότε η Ζαν είπε σιγά: «Αντίο αγάπη μου» και έσφιξε τα μπράτσα της γύρω του. Δεν υπήρχε καιρός για να απαντήσει ο Τζωρτζ, αλλά ακόμη και την τελευταία αυτή στιγμή αισθάνθηκε μια σύντομη έκπληξη καθώς αναρωτήθηκε το πώς αυτή ήξερε ότι είχε φτάσει η στιγμή.
Βαθιά μέσα στο βράχο, τα κομμάτια του ουρανίου άρχισαν να χυμούν το ένα προς το άλλο, γυρεύοντας την ένωση που ποτέ δεν θα πετύχαιναν.
Και το νησί υψώθηκε για να συναντήσει την αυγή.

ΣΤΟΝ NGS 549672!

Το πλοίο των Επικυρίαρχων έφτασε γλιστρώντας πάνω στην πύρινη μετεωρική τροχιά του μέσα από την καρδιά της Καρίνας. Είχε αρχίσει την τρελή επιβράδυνσή του ενώ ήταν στους έξω πλανήτες, αλλά ακόμη και όταν περνούσε από τον Άρη διατηρούσε ένα σημαντικό τμήμα της ταχύτητας του φωτός. Σιγά – σιγά τα πελώρια πεδία που περίζωναν τον Ήλιο, απορροφούσαν την κίνησή του, ενώ για εκατομμύρια χιλιόμετρα πίσω του, οι αδέσποτες ενέργειες του αστροκινητήρα έβαφαν τους ουρανούς με φωτιά.
Ο Γιαν Ρόντρικς επέστρεψε στην πατρίδα του, έξη μήνες πιο γέρος, σ’ ένα κόσμο που τον είχε αφήσει πριν ογδόντα χρόνια.
Αυτή τη φορά δεν ήταν πια λαθρεπιβάτης, κρυμμένος σε ένα μυστικό μέρος. Στεκόταν πίσω από τους τρεις πιλότους (γιατί, αναρωτήθηκε, χρειάζονταν τόσοι πολλοί;), παρατηρώντας τα σχέδια που παρουσιάζονταν και χάνονταν πάνω στη μεγάλη οθόνη που κυριαρχούσε στον θάλαμο ελέγχου. Τα χρώματα και οι μορφές που έδειχνε δεν είχαν κανένα νόημα γι αυτόν· υπέθετε ότι μεταβίβαζαν πληροφορίες οι οποίες, σ’ ένα σκάφος κατασκευασμένο από ανθρώπους θα φαίνονταν πάνω σε σειρές από καντράν. Μερικές φορές όμως η οθόνη έδειχνε τα πεδία των άστρων που τους περιτριγύριζαν και σύντομα καθώς έλπιζε, θα έδειχνε τη Γη.
Χαιρόταν που γύριζε στην πατρίδα του, παρά τον κόπο που είχε κάνει για να ξεφύγει απ’ αυτήν. Μέσα στους λίγους αυτούς μήνες, είχε ωριμάσει. Είχε δει τόσα πολλά, είχε ταξιδέψει τόσο μακριά και τώρα ήταν κουρασμένος και ήθελε τον δικό του γνωστό κόσμο. Καταλάβαινε τώρα γιατί οι Επικυρίαρχοι είχαν αποκλείσει τη Γη από τα άστρα. Η ανθρωπότητα είχε ακόμη να προοδεύσει πάρα πολύ πριν μπορέσει να παίξει κάποιο ρόλο στον πολιτισμό που μερικές εικόνες του είχε δει.
Πιθανώς – αν κι αυτό αρνιόταν να το παραδεχτεί – η ανθρωπότητα να μη μπορούσε ποτέ να γίνει κάτι περισσότερο από ένα κατώτερο είδος, που το διατηρούσαν σε ένα απόμερο Ζωολογικό Κήπο, με τους Επικυρίαρχους σαν φύλακες. Ίσως αυτό να ήθελε να πει ο Βιντάρτεν όταν έδωσε στον Γιαν αυτή την ασαφή προειδοποίηση, λίγο πριν φύγει. «Πολλά θα έχουν συμβεί…», είχε πει ο Επικυρίαρχος, «… τον καιρό αυτό που πέρασε στον πλανήτη σου. Ίσως να μη γνωρίσεις τον κόσμο σου όταν θα τον ξαναδείς».
Ίσως όχι, σκέφτηκε ο Γιαν: ογδόντα χρόνια είναι πολύς καιρός και αν ήταν νέος και ευπροσάρμοστος, ίσως να δυσκολευόταν να καταλάβει όλας τις αλλαγές που θα είχαν γίνει. Αλλά για ένα πράγμα ήταν σίγουρος – ότι οι άνθρωποι θα ήθελαν να ακούσουν την ιστορία του και να μάθουν το τι είχε δει από τον πολιτισμό των Επικυρίαρχων.
Τον είχαν περιποιηθεί καλά, όπως φανταζόταν. Για το ταξίδι του πηγαιμού δεν ήξερε τίποτε· όταν η ενέργεια της ένεσης πέρασε το σκάφος έμπαινε κι όλας στο ηλιακό σύστημα των Επικυρίαρχων. Είχε σκαρφαλώσει έξω από την φανταστική κρυψώνα του και βρήκε, με ανακούφιση, ότι η συσκευή οξυγόνου ήταν αχρείαστη. Ο αέρας ήταν πυκνός και βαρύς αλλά μπορούσε ν’ αναπνέει χωρίς δυσχέρεια. Βρέθηκε μέσα στο πελώριο, φωτισμένο με κόκκινο φως αμπάρι του σκάφους ανάμεσα σε αμέτρητες άλλες κάσες και όλα τα σύνεργα που θα έβρισκε κανείς σ’ ένα πλοίο γραμμής του διαστήματος ή των ωκεανών. Χρειάστηκε σχεδόν μια ώρα για να βρει τον δρόμο ως τον θάλαμο ελέγχου και να παρουσιάσει τον εαυτό του στο πλήρωμα.
Το ότι δεν ξαφνιάστηκαν τον έκανε ν’ απορήσει· ήξερε ότι οι Επικυρίαρχοι έδειχναν πολύ λίγες συγκινήσεις, αλλά περίμενε μια κάποια αντίδραση. Αντίθετα, αυτοί συνέχισαν την δουλειά τους, παρατηρώντας τη μεγάλη οθόνη και παίζοντας με τα αμέτρητα πλήκτρα πάνω στα όργανα ελέγχου. Τότε κατάλαβε ότι προσεδαφιζόταν γιατί κατά διαστήματα η εικόνα ενός πλανήτη – κάθε φορά και πιο μεγάλη – εμφανιζόταν στην οθόνη. Κι όμως δεν αισθανόταν ούτε την παραμικρή κίνηση ή επιτάχυνση – μόνο μια εντελώς σταθερή βαρύτητα, που, όπως υπολόγισε, ήταν το ένα πέμπτο περίπου της γήινης. Οι πελώριες δυνάμεις που κινούσαν το πλοίο θα έπρεπε να αντισταθμίζονται με λεπτομερή ακρίβεια.
Και κατόπιν, με μια κίνηση, οι τρεις Επικυρίαρχοι είχαν σηκωθεί από τις θέσεις τους και έτσι κατάλαβε ότι το ταξίδι είχε τελειώσει. Δεν μίλησαν στον επιβάτη τους, ούτε μεταξύ τους και όταν ένας απ’ αυτούς του έκανε νόημα να τους ακολουθήσει, ο Γιαν σκέφτηκε κάτι που θα έπρεπε να το είχε σκεφτεί πριν. Ότι ήταν πολύ πιθανόν να μην υπήρχε κανείς εδώ, στο τέρμα της πελώριας γραμμής ανεφοδιασμού του Καρέλλεν, που να ήξερε έστω και μια λέξη Αγγλικά.
Τον έβλεπαν σοβαρό καθώς οι μεγάλες πόρτες άνοιγαν μπρος στα ανυπόμονα μάτια του. αυτή ήταν η μεγάλη στιγμή της ζωής του· τώρα θα ήταν το πρώτο ανθρώπινο πλάσμα που θα κοίταζε έναν κόσμο που τον φώτιζε ένας άλλος ήλιος. Το μόνο φως του NGS 549672 πλημμύρισε το πλοίο και εμπρός στα μάτια του φανερώθηκε ο πλανήτης των Επικυρίαρχων.
Τι περίμενε να βρει; Δεν ήταν σίγουρος. Απέραντα κτίρια, πόλεις που οι πύργοι τους χάνονταν μέσα στα σύννεφα, μηχανές που περνούσαν κάθε φαντασία – αυτά δεν θα τον ξάφνιαζαν. Κι όμως αυτό που είδε ήταν μια σχεδόν επίπεδη πεδιάδα που έφτανε σ’ ένα ορίζοντα αφύσικα κοντινό και που την έσπαζαν μόνο τρία ακόμη από τα πλοία των Επικυρίαρχων, μερικά χιλιόμετρα πιο πέρα.
Για μια στιγμή ο Γιαν αισθάνθηκε ένα κύμα απογοήτευσης. Κατόπιν ανασήκωσε τους ώμους του, καθώς κατάλαβε ότι, στο κάτω – κάτω, θα έπρεπε κανείς να περιμένει να βρει ένα διαστημικό λιμάνι σε μια τόσο μακρινή και ακατοίκητη περιοχή σαν κι αυτή.
Έκανε κρύο, όχι όμως ενοχλητικό. Το φως από τον μεγάλο κόκκινο ήλιο που ήταν χαμηλά στον ορίζοντα ήταν αρκετό για τα ανθρώπινα μάτια, αλλά ο Γιαν αναρωτήθηκε πόσος καιρός θα περνούσε πριν αρχίσει να νοσταλγεί το πράσινο και το μπλε χρώμα. Τότε είδε το πελώριο, λεπτό μισοφέγγαρο που ανέβαινε στον ουρανό σαν ένα πελώριο τόξο δίπλα στον ήλιο. Το κοίταξε πολύ ώρα πριν αντιληφθεί ότι το ταξίδι του δεν είχε τελειώσει ακόμη. Αυτό εκεί ήταν ο πλανήτης των Επικυρίαρχων. Αυτό εδώ θα έπρεπε να ήταν ο δορυφόρος του, η βάση απλώς από την οποία ξεκίνησαν τα πλοία τους.
Τον μετέφεραν στον πλανήτη μ’ ένα πλοίο όχι πιο μεγάλο από ένα γήινο αεροπλάνο. Με το αίσθημα του πυγμαίου, σκαρφάλωσε σε μια από τις πελώριες θέσεις και προσπάθησε να δει από το παράθυρο κάτι από τον πλανήτη που πλησίαζαν.
Το ταξίδι ήταν τόσο γρήγορο, ώστε δεν είχε καιρό να διακρίνει παρά ελάχιστες λεπτομέρειες πάνω στη σφαίρα που μεγάλωνε κάτω του. Όπως έδειχναν τα πράγματα οι Επικυρίαρχοι μεταχειρίζονταν, ακόμη και σε τόσο κοντινή απόσταση από τον πλανήτη τους, κάποια παραλλαγή του αστροκινητήρα γιατί μέσα σε λίγα λεπτά έπεφταν κιόλας μέσα σε μια βαθιά, γεμάτη σύννεφα ατμόσφαιρα. Όταν άνοιξαν οι πόρτες, βγήκαν μέσα σε μια θολωτή αίθουσα που η οροφή της θα έπρεπε να είχε κλείσει πολύ γρήγορα πίσω τους, γιατί δεν φαινόταν κανένα ίχνος εισόδου πάνω της.
Πέρασαν δυό μέρες πριν ο Γιαν αφήσει το κτίριο αυτό. Ήταν ένα απροσδόκητο φορτίο και δεν είχαν μέρος να τον βάλουν. Και για να γίνει χειρότερη η κατάσταση, ούτε ένας από τους Επικυρίαρχους καταλάβαινε Αγγλικά. Η επικοινωνία ήταν σχεδόν αδύνατη και ο Γιαν κατάλαβε με πικρία ότι το να έρθει κανείς σε επαφή με μια ξένη φυλή δεν ήταν τόσο εύκολο, όπως το παρουσίαζαν συχνά τα μυθιστορήματα. Η γλώσσα των νοημάτων αποδείχτηκε αποτυχημένη γιατί βασίζεται πάρα πολύ σε ένα σύνολο χειρονομιών, εκφράσεων και στάσεων που για τους Επικυρίαρχους και την Ανθρωπότητα δεν ήταν κοινά.
Θα ήταν περισσότερο από απογοητευτικό, σκέφτηκε ο Γιαν, εάν οι μόνοι Επικυρίαρχοι που μιλούσαν την γλώσσα του ήταν πίσω στην Γη. Το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να περιμένει και να ελπίζει για το καλύτερο. Σίγουρα κάποιος επιστήμονας, κάποιος ειδικός για τις ξένες φυλές, θα ερχόταν και θα τον αναλάμβανε. Ή μήπως ήταν τόσο ασήμαντος ώστε κανείς δεν θα νοιαζόταν γι αυτόν;
Δεν υπήρχε τρόπος να βγει από το κτίριο γιατί οι μεγάλες πόρτες δεν είχαν κανένα φανερό μηχανισμό ελέγχου. Όταν ένας Επικυρίαρχος τις πλησίαζε, αυτές απλώς άνοιγαν. Ο Γιαν είχε δοκιμάσει το ίδιο κόλπο, είχε ανεμίσει ψηλά στον αέρα διάφορα αντικείμενα προσπαθώντας να διακόψει την ακτίνα ενός τυχόν φωτοκύτταρου ελέγχου, είχε δοκιμάσει όλα όσα μπορούσε να φανταστεί – χωρίς κανένα αποτέλεσμα. Κατάλαβε ότι ένας άνθρωπος της Λίθινης Εποχής θα ήταν το ίδιο ανήμπορος αν χανόταν μέσα σε ένα σύγχρονο κτίριο. Μια φορά προσπάθησε να βγει μαζί με ένα Επικυρίαρχο που έφευγε, αλλά τον έστειλαν ευγενικά πίσω. Καθώς δεν ήθελε καθόλου να ενοχλεί αυτούς που τον φιλοξενούσαν, δεν επέμεινε.
Ο Βιντάρτεν έφτασε πριν ο Γιαν αρχίσει να απελπίζεται. Ο Επικυρίαρχος ήξερε πολύ καλά Αγγλικά που τα μιλούσε πάρα πολύ γρήγορα, αλλά βελτιώθηκε με καταπληκτική ταχύτητα. Μέσα σε λίγες μέρες ήταν σε θέση να συνομιλήσουν, με ελάχιστη δυσχέρεια, για οποιοδήποτε θέμα που δεν απαιτούσε ειδικευμένο λεξιλόγιο.
Από την στιγμή που ανέλαβε ο Βιντάρτεν, ο Γιαν δεν είχε πια άλλες στενοχώριες. Επίσης δεν είχε καμιά ευκαιρία να κάνει τα πράγματα που ήθελε, γιατί όλος σχεδόν ο χρόνος του ήταν πιασμένος σε ραντεβού με Επικυρίαρχους επιστήμονες που ήθελαν να τον υποβάλλουν σε ακατανόητες δοκιμασίες με περίπλοκα όργανα. Ο Γιαν είχε πολλές επιφυλάξεις για τα όργανα αυτά και, ύστερα από μια συνάντηση με ένα είδος υπνωτικής συσκευής, είχε τρομερό πονοκέφαλο για ώρες. Ήταν εντελώς πρόθυμος να συνεργαστεί, αλλά δεν ήταν σίγουρος εάν οι εξεταστές του αντιλαμβάνονταν τα όρια των δυνατοτήτων του, ψυχικών και σωματικών. Οπωσδήποτε χρειάστηκε πολύς καιρός για να τους πείσει ότι ήταν ανάγκη να κοιμάται κατά κανονικά διαστήματα.
Στα διάμεσα των εξετάσεων αυτών, είδε μερικές απόψεις της πόλης και κατάλαβε πόσο δύσκολο – και επικίνδυνο – θα ήταν για αυτόν να την περιδιαβάσει. Οι δρόμοι του ήταν κάτι το ουσιαστικά ανύπαρκτο και φαινόταν ότι δεν υπήρχε κανένα μέσο μεταφοράς πάνω στο έδαφος. Αυτή εδώ ήταν η πατρίδα πλασμάτων που μπορούσαν να πετούν και που δεν φοβόνταν καθόλου την βαρύτητα. Δεν ήταν κάτι το ασυνήθιστο να συναντήσεις ένα κατακόρυφο χάσμα μερικών εκατοντάδων μέτρων ή να βρεις ότι η μόνη είσοδος σ’ ένα δωμάτιο ήταν ένα άνοιγμα ψηλά στον τοίχο. Με εκατό διαφορετικούς τρόπους ο Γιαν άρχισε να συνειδητοποιεί ότι η ψυχολογία μιας φυλής  με φτερά θα πρέπει να είναι βασικά διαφορετική από την ψυχολογία των πλασμάτων που ήταν δεμένα με το χώμα.
Ήταν ένα παράξενο θέαμα το να βλέπεις τους Επικυρίαρχους να πετούν σαν τεράστια πουλιά ανάμεσα στους πύργους της πόλης τους, με τα πελώρια φτερά τους να ανεβοκατεβαίνουν σε αργά, δυνατά χτυπήματα. Κι εδώ παρουσιαζόταν ένα επιστημονικό πρόβλημα. Αυτός εδώ ήταν ένας μεγάλος πλανήτης – μεγαλύτερος από την Γη. Κι όμως η βαρύτητά του ήταν μικρή και ο Γιαν αναρωτήθηκε γιατί είχε τόσο πυκνή ατμόσφαιρα. Ρώτησε τον Βιντάρτεν πάνω σε αυτό και ανακάλυψε, όπως το μισό – περίμενε, ότι αυτός εδώ δεν ήταν ο αρχικός πλανήτης των Επικυρίαρχων. Αυτοί είχαν εξελιχθεί σ’ ένα πολύ μικρότερο και ύστερα κατέκτησαν αυτόν εδώ, αλλάζοντας όχι μόνο την ατμόσφαιρα αλλά ακόμη και την βαρύτητά του.
Η αρχιτεκτονική των Επικυρίαρχων ήταν μονότονα λειτουργική. Ο Γιαν δεν είδε κανένα στολίδι, τίποτε που δεν εξυπηρετούσε κάποιο σκοπό, αν και συχνά ο σκοπός αυτός ήταν πέρα από την αντίληψή του. Αν ένας άνθρωπος του μεσαίωνα έβλεπε αυτή την κόκκινα φωτισμένη πόλη και τα όντα που κυκλοφορούσαν μέσα της, σίγουρα θα πίστευε ότι βρισκόταν στην κόλαση. Ακόμα και ο Γιαν παρ’ όλη την περιέργεια και την επιστημονική του αδιαφορία, έβρισκε μερικές φορές τον εαυτό του στο χείλος του παράλογου τρόμου. Η απουσία κι ενός μόνο γνωστού σημείου αναφοράς μπορεί να είναι αφάνταστα τρομακτική ακόμη και για τον πιο ψύχραιμο και καθαρό νου.
Και υπήρχαν πάρα πολλά που δεν καταλάβαινε και που ο Βιντάρτεν δεν μπορούσε ή δεν ήθελε να κάνει καμιά προσπάθεια να εξηγήσει. Τι ήταν αυτά τα σαν αστραπή φώτα και οι εναλλασσόμενες μορφές, τα πράγματα που διέσχιζαν τον αέρα τόσο γρήγορα που ποτέ δεν μπορούσε να βεβαιωθεί αν υπήρχαν; Θα μπορούσε να ήταν κάτι το πελώριο και φοβερό – ή κάτι το τόσο θεαματικό και ταυτόχρονα ασήμαντο σαν τις φωτεινές διαφημίσεις στο παλιό Μπροντγουαίη.
Ο Γιαν αισθανόταν επίσης ότι ο κόσμος των Επικυρίαρχων ήταν γεμάτος από ήχους που δεν μπορούσε ν’ ακούσει. Μερικές φορές έπιανε πολύπλοκους ρυθμικούς κραδασμούς που ανεβοκατέβαιναν γοργά το ακουστικό φάσμα για να εξαφανιστούν στο πάνω ή στο κάτω άκρο της ακοής. Ο Βιντάρτεν δεν φαινόταν να καταλαβαίνει τι εννοούσε ο Γιαν λέγοντας μουσική κι έτσι ποτέ δεν μπόρεσε να λύσει αυτό το πρόβλημα ικανοποιητικά.
Η πόλη, δεν ήταν πολύ μεγάλη· ήταν σίγουρα πολύ πιο μικρή από ότι ήταν το Λονδίνο ή η Νέα Υόρκη στις μέρες της ακμής τους. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Βιντάρτεν υπήρχαν μερικές χιλιάδες παρόμοιες πόλεις σκορπισμένες πάνω στον πλανήτη, κάθε μια σχεδιασμένη για κάποιο ειδικό σκοπό. Στη Γη η πλησιέστερη αναλογία για την πόλη αυτή θα ήταν μια πανεπιστημιούπολη – μόνο που ο βαθμός της εξειδίκευσης είχε προχωρήσει πιο πέρα. Όλη αυτή η πόλη ήταν αφιερωμένη, ανακάλυψε σύντομα ο Γιαν, στη μελέτη των ξένων πολιτισμών.
Σ’ ένα από τους πρώτους περιπάτους τους έξω από το γυμνό κελί όπου Ζούσε ο Γιαν, ο Βιντάρτεν τον είχε πάει στο μουσείο. Ήταν μια ενίσχυση του ηθικού του Γιαν, που την είχε απόλυτη ανάγκη, το ότι βρέθηκε σ’ ένα μέρος του οποίου το σκοπό μπορούσε να καταλάβει πλήρως. Εκτός από τις αναλογίες με τις οποίες ήταν κτισμένο, το μουσείο αυτό θα μπορούσε να ήταν ένα της Γης. Χρειάστηκε αρκετή ώρα για να φτάσουν ως αυτό, πέφτοντας σταθερά πάνω σε μια πλατφόρμα που κινιόταν σαν πιστόνι μέσα σ’ ένα κάθετο κύλινδρο που το μήκος του ήταν άγνωστο. Πουθενά δεν φαίνονταν όργανα ελέγχου και η αίσθηση της επιτάχυνσης στην αρχή και στο τέλος της καθόδου ήταν αρκετά αισθητή. Κατά πάσα πιθανότητα οι Επικυρίαρχοι δεν σπαταλούσαν τις συσκευές των πεδίων αντισταθμίσεως για οικιακές χρήσεις. Ο Γιαν, αναρωτήθηκε αν όλο το εσωτερικό του κόσμου αυτού ήταν γεμάτο εκσκαφές· και γιατί είχαν περιορίσει το μέγεθος της πόλης με το να την επεκτείνουν προς τα κάτω αντί για έξω; Αυτό ήταν ακόμη ένα από τα αινίγματα που δεν έλυσε ποτέ.
Θα μπορούσε κανείς να ξοδέψει μια ζωή εξερευνώντας αυτές τις κολοσσιαίες αίθουσες. Εδώ βρίσκονταν τα προϊόντα της λεηλασίας ολόκληρων πλανητών, τα επιτεύγματα περισσότερων πολιτισμών απ’ όσους μπορούσε να υπολογίσει ο Γιαν. Δεν υπήρχε όμως καιρός να δει πολλά πράγματα. Ο Βιντάρτεν τον τοποθέτησε προσεκτικά πάνω σε μια λωρίδα του πατώματος που εκ πρώτης όψεως φαινόταν σαν διακοσμητικό σχέδιο. Κατόπιν ο Γιαν θυμήθηκε ότι δεν υπήρχαν στολίδια εδώ – και την ίδια στιγμή, κάτι αόρατο τον άρπαξε απαλά και τον έσπρωξε προς τα εμπρός. Περνούσε δίπλα από τα μεγάλα εκθέματα, δίπλα από απόψεις αφάνταστων κόσμων με ταχύτητα γύρω στα είκοσι με τριάντα χιλιόμετρα ην ώρα.
Οι Επικυρίαρχοι είχαν λύσει το πρόβλημα της κούρασης στα μουσεία. Κανένας δεν ήταν αναγκασμένος να περπατά.
Θα έπρεπε να είχαν ταξιδέψει αρκετά χιλιόμετρα, όταν ο οδηγός του Γιαν τον άρπαξε ξανά και με ένα χτύπημα των μεγάλων φτερών του τον σήκωσε και τον έβγαλε έξω από οποιαδήποτε δύναμη τους κινούσε. Εμπρός τους απλωνόταν μια πελώρια, μισό – άδεια αίθουσα γεμάτη με το γνωστό φως που ο Γιαν δεν είχε δει από τότε που άφησε τη Γη. Ήταν αδύνατο, για να μην πειράζει τα ευαίσθητα μάτια των Επικυρίαρχων, αλλά ήταν, χωρίς λάθος, ηλιακό φως. Ο Γιαν δεν θα πίστευε ποτέ ότι κάτι το τόσο απλό ή το τόσο συνηθισμένο θα μπορούσε να ξυπνήσει μια τέτοια νοσταλγία στην καρδιά του.
Βρίσκονταν στο τμήμα το αφιερωμένο στη Γη. Περπάτησαν λίγα μέτρα, περνώντας δίπλα από ένα ωραίο πρόπλασμα του Παρισιού, δίπλα από θησαυρούς τέχνης από καμιά δωδεκαριά αιώνες σωριασμένους όλους μαζί, δίπλα από σύγχρονες υπολογιστικές μηχανές και παλαιολιθικές αξίνες, δίπλα από συσκευές τηλεόρασης και τον ατμοστρόβιλο του Ήρωνος του Αλεξανδρέως. Μια μεγάλη πόρτα ανοιγόταν μπροστά τους και βρέθηκαν στο γραφείο του Έφορου για την Γη.
Ήταν η πρώτη φορά που έβλεπε ένα ανθρώπινο πλάσμα; Αναρωτήθηκε ο Γιαν. Άραγε είχε πάει ποτέ στη Γη ή μήπως ήταν κι αυτή ένας ακόμη από τους πολλούς πλανήτες που του είχαν αναθέσει, που την ακριβή θέση του στο διάστημα δεν την ήξερε και πολύ καλά; Ήταν σίγουρο όμως ότι ούτε μιλούσε ούτε καταλάβαινε Αγγλικά και ο Βιντάρτεν ήταν αναγκασμένος να κάνει τον διερμηνέα.
Ο Γιαν πέρασε αρκετές ώρες εδώ μιλώντας σε μια συσκευή μαγνητοφώνησης, ενώ οι Επικυρίαρχοι του παρουσίαζαν διάφορα γήινα αντικείμενα. Πολλά απ’ αυτά, ανακάλυψε με ντροπή, δεν μπορούσε να τα αναγνωρίσει. Η άγνοιά του για την ίδια του την φυλή και τα επιτεύγματά της ήταν πελώρια· αναρωτήθηκε αν οι Επικυρίαρχοι παρ’ όλα τα υπέροχα πνευματικά χαρίσματά τους, θα μπορούσαν στην πραγματικότητα να συλλάβουν το πολύπλοκο σχέδιο του ανθρώπινου πολιτισμού.
Ο Βιντάρτεν τον έβγαλε από το μουσείο από διαφορετικό δρόμο. Για μια ακόμη φορά, πέρασαν χωρίς καμιά βοήθεια, σαν να πετούσαν, μέσα από μεγάλους θολωτούς διαδρόμους, αλλά αυτή τη φορά περνούσαν δίπλα από τα δημιουργήματα της φύσης και όχι του συνειδητού νου. Ο Σάλλιβαν, σκέφτηκε ο Γιαν, θα έδινε και τη ζωή του για να ήταν εδώ, να δει τι θαύματα είχε κάνει η εξέλιξη πάνω σε εκατοντάδες κόσμους. Αλλά ο Σάλλιβαν, θυμήθηκε, θα ήταν κατά πάσα πιθανότητα ήδη νεκρός…
Τότε, χωρίς καμιά προειδοποίηση, βρέθηκαν σ’ ένα εξώστη ψηλά πάνω από την κυκλική αίθουσα με καμιά εκατοστή μέτρα διάμετρο. Όπως συνήθως, δεν υπήρχε προστατευτικό κιγκλίδωμα και για μια στιγμή ο Γιαν δίστασε να πλησιάσει στην άκρη. Ο Βιντάρτεν όμως στεκόταν στο χείλος του εξώστη και κοίταζε ήρεμος προς τα κάτω και έτσι ο Γιαν πήγε προσεκτικά να σταθεί δίπλα του.
Το πάτωμα ήταν μόλις είκοσι μέτρα πιο κάτω – πολύ, πάρα πολύ κοντά. Κατόπιν ο Γιαν ήταν σίγουρος ότι ο οδηγός του δεν είχε πρόθεση να τον τρομάξει και έτι ξαφνιάστηκε πάρα πολύ από την αντίδρασή του. Γιατί ο Γιαν είχε βγάλει μια πελώρια κραυγή και είχε πηδήσει προς τα πίσω, μακριά από την άκρη του εξώστη σε μια ακούσια προσπάθεια να κρυφτεί απ’ αυτό που βρισκόταν εκεί κάτω.
Μόνο όταν η πνιχτή ηχώ της κραυγής του είχε χαθεί μέσα στην πυκνή ατμόσφαιρα, μάζεψε αρκετό θάρρος για να ξαναπροχωρήσει.
Ήταν φυσικά, χωρίς ζωή – και όχι, όπως σκέφτηκε σ’ εκείνη την πρώτη στιγμή του πανικού, ότι τον κοίταζε γεμάτο αντίληψη. Γέμιζε όλο σχεδόν τον τεράστιο κυκλικό χώρο και το πορφυρό φως γυάλιζε και παιγνίδιζε μέσα στα κρυστάλλινα βάθη του.
Ήταν ένα μόνο γιγάντιο μάτι.
«Γιατί έκανες αυτό τον θόρυβο;», ρώτησε ο Βιντάρτεν.
«Γιατί φοβήθηκα», ομολόγησε μουδιασμένος ο Γιαν.
«Μα γιατί; Σίγουρα δεν θα φαντάστηκες ότι θα μπορούσε να υπάρχει κάποιος κίνδυνος εδώ;»
Ο Γιαν αναρωτήθηκε αν θα μπορούσε να εξηγήσει τι είναι μια ανακλαστική κίνηση, αλλά αποφάσισε να μην το επιχειρήσει.
«Κάθε τι το εντελώς απρόσμενο προκαλεί φόβο. Μέχρι που ν’ αναλυθεί λογικά η νέα κατάσταση, είναι πιο ασφαλές να λογαριάζει κανείς το χειρότερο»
Η καρδιά του χτυπούσε ακόμη δυνατά καθώς κοίταξε για μια ακόμη φορά κάτω, σ’ αυτό το τερατώδες μάτι. Φυσικά, θα μπορούσε να ήταν ένα πρόπλασμα, σε πελώρια μεγέθυνση, όπως ήταν τα μικρόβια και τα έντομα στα μουσεία της Γης. Κι όμως, ενώ ακόμη έκανε την ερώτηση, ο Γιαν ήξερε, με μια βεβαιότητα που προκαλούσε πόνο, ότι ήταν σε φυσικό μέγεθος.
Ο Βιντάρτεν δεν μπορούσε να του δώσει πολλές πληροφορίες· αυτό εδώ δεν ήταν στο πεδίο των γνώσεών του και δεν ιδιαίτερα περίεργος. Από τη περιγραφή του Επικυρίαρχου, ο Γιαν σχημάτισε την εικόνα ενός κυκλώπειου κτήνους που ζούσε ανάμεσα στα συντρίμμια των αστεροειδών ενός μακρινού ήλιου, που η ανάπτυξή του δεν εμποδιζόταν από την βαρύτητα και που βασιζόταν για τροφή και για ζωή πάνω στην ακτίνα ενέργειας και την διαλυτική δύναμη αυτού του μονού του ματιού.
Δεν φαινόταν να υπάρχουν όρια στο τι θα μπορούσε να κάνει η Φύση αν αναγκαζόταν και ο Γιαν αισθάνθηκε μια παράλογη ευχαρίστηση ανακαλύπτοντας κάτι που οι Επικυρίαρχοι δεν μπόρεσαν να επιχειρήσουν. Είχαν φέρει μια μεγάλη φάλαινα από τη Γη – αλλά γι αυτό εδώ δεν ήξεραν πολλά.
Ήταν κατόπιν η φορά που ο Γιαν είχε ανεβεί προς τα πάνω, ατέλειωτα προς τα πάνω, μέχρι που τελικά τα τοιχώματα του ανελκυστήρα είχαν γίνει μια θαμπή ημιδιαφάνεια, μια κρυστάλλινη διαφάνεια. Στεκόταν, φαινομενικά, χωρίς να στηρίζεται πουθενά, ανάμεσα στις πιο ψηλές κορυφές της πόλης, χωρίς τίποτε να τον προστατεύει από την άβυσσο. Δεν αισθανόταν όμως περισσότερο ίλιγγο από ότι θα αισθανόταν αν ήταν σ’ ένα αεροπλάνο, γιατί δεν είχε καμιά αίσθηση συνδέσμου με το μακρινό έδαφος.
Βρισκόταν πάνω από τα σύννεφα και μοιραζόταν τον ουρανό με λίγες κορυφές από μέταλλο ή πέτρα. Σαν τριανταφυλλόχρωμη θάλασσα, τα σύννεφα κυλούσαν αργά κάτω τους. Υπήρχαν δυό ξέθωρα και μικρά φεγγάρια στον ουρανό, όχι μακριά από τον σκούρο ήλιο. Κοντά στο κέντρο αυτού του παραφουσκωμένου κόκκινου δίσκου ήταν μια μικρή, μαύρη σκιά, τέλεια κυκλική. Ίσως να ήταν μια ηλιακή κηλίδα ή ένα άλλο φεγγάρι που περνούσε μπρος από τον ήλιο.


ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 27
ΣΤΟΝ NGS 549672! 
ΜΕΡΟΣ Β!

Ο Γιαν έστρεψε αργά το βλέμμα του ένα γύρο στον ορίζοντα. Η νεφοκάλυψη έφτανε ως την άκρη του πελώριου αυτού κόσμου, αλλά σε μια μεριά, σε απόσταση που δεν μπορούσε ούτε να μαντέψει, ήταν ένα πολύχρωμο κομμάτι που ίσως να ήταν το σημάδι που άφηναν οι πύργοι μιας άλλης πόλης. Το κοίταξε για αρκετή ώρα και μετά συνέχισε την προσεκτική τους εξέταση.
Όταν είχε γυρίσει το μισό κύκλο, είδε το βουνό. Δεν ήταν πάνω στον ορίζοντα αλλά πίσω απ’ αυτόν – μια μονή οδοντωτή κορυφή, που υψωνόταν πάνω από την άκρη του κόσμου και που οι κάτω πλαγιές της ήταν κρυμμένες, όπως ο όγκος ενός παγόβουνου είναι κρυμμένος κάτω από την επιφάνεια του νερού. Προσπάθησε να μαντέψει το μέγεθός του και απέτυχε παταγωδώς. Ακόμη και σε έναν πλανήτη με τόσο χαμηλή βαρύτητα, όπως αυτός εδώ, ήταν δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι υπήρχαν τέτοια βουνά. Άραγε οι Επικυρίαρχοι, αναρωτήθηκε, κάνουν σπορ πάνω στις πλαγιές του και πετούν σαν αετοί γύρω από τις πελώριες αυτές επάλξεις;
Και τότε, αργά – αργά, το βουνό άρχισε ν’ αλλάζει. Όταν το πρωτοείδε, είχε ένα μουντό, άσχημο, κόκκινο χρώμα με μερικά ανάλαφρα σημάδια κοντά στην κορυφή που δεν μπορούσε εύκολα να ξεχωρίσει. Προσπάθησε να τα δει καλύτερα όταν κατάλαβε ότι κινιόταν…
Στην αρχή δεν μπορούσε να πιστέψει στα μάτια του. Κατόπιν ανάγκασε τον εαυτό του να θυμηθεί ότι όλες οι παλιές ιδέες του ήταν άχρηστες εδώ· δεν έπρεπε να αφήσει το μυαλό του να απορρίψει οποιοδήποτε μήνυμα κι αν έστελναν οι αισθήσεις του μέσα στο κρυφό θάλαμο του εγκεφάλου του. Δεν θα έπρεπε να προσπαθεί να καταλάβει – μόνο να παρατηρεί. Η κατανόηση θα ερχόταν αργότερα, αν ερχόταν καθόλου.
Το βουνό – ακόμη το σκεπτόταν σαν βουνό, γιατί δεν υπήρχε άλλη λέξη που να τον εξυπηρετεί – έμοιαζε σαν να ήταν ζωντανό. Θυμήθηκε εκείνο το τερατώδες μάτι στην θαμμένη αίθουσα – αλλά όχι, αυτό ήταν κάτι το αφάνταστο. Αυτό που έβλεπε δεν ήταν οργανική ζωή· δεν ήταν ούτε, όπως υποπτευόταν, ύλη όπως την ήξερε.
Το σκούρο κόκκινο είχε ανοίξει σε μια πιο άγρια απόχρωση. Λωρίδες ζωηρό κίτρινο παρουσιάστηκαν και για μια στιγμή ο Γιαν είχε την εντύπωση ότι έβλεπε ένα ηφαίστειο που έχυνε ποταμούς λάβας κάτω στη γη, στα πόδια του. τα ποτάμια όμως αυτά, όπως μπορούσε να διακρίνει χάρις σε μερικές κηλίδες και αναλαμπές, κινιόταν προς τα πάνω.
Τώρα κάτι άλλο υψωνόταν μέσα από τα πορφυρά σύννεφα γύρω από την βάση του βουνού. Ήταν ένα πελώριο δαχτυλίδι, εντελώς οριζόντιο και εντελώς κυκλικό – και είχε το χρώμα όλων όσων ο Γιαν είχε αφήσει τόσο μακριά πίσω του, γιατί οι ουρανοί της Γης δεν είχαν κανένα πιο όμορφο γαλάζιο χρώμα. Πουθενά αλλού στον κόσμο των Επικυρίαρχων δεν είχε δει ο Γιαν τέτοιες αποχρώσεις και ο λαιμός τους σφίχτηκε από την νοσταλγία και το αίσθημα της μοναξιάς που του προκάλεσαν.
Το δαχτυλίδι μεγάλωνε καθώς ανέβαινε. Τώρα ήταν πιο ψηλά από το βουνό και το πιο κοντινό τόξο του ερχόταν ταχύτητα προς το μέρος του. Σίγουρα, σκέφτηκε ο Γιαν, θα πρέπει να είναι μια κάποια δίνη – ένα δαχτυλίδι καπνού που είχε κι όλας πολλά χιλιόμετρα διάμετρο. Δεν παρουσίαζε όμως καμιά περιστροφική κίνηση, όπως περίμενε και φαινόταν να μη χάνει καθόλου την πυκνότητά του καθώς μεγάλωνε.
Η σκιά του πέρασε πάνω του πολύ πριν το ίδιο το δαχτυλίδι περάσει μεγαλόπρεπα πάνω από το κεφάλι του, ενώ συνεχώς υψωνόταν στα διάστημα. Το παρακολουθούσε μέχρι που έγινε μια λεπτή μπλε γραμμή, που δύσκολα την διέκρινε το μάτι μέσα στον κόκκινο ουρανό που τον περιτριγύριζε. Όταν τελικά χάθηκε, θα έπρεπε να είχε διάμετρο πολλές χιλιάδες χιλιόμετρα. Και συνεχώς μεγάλωνε.
Κοίταξε ξανά το βουνό. Ήταν τώρα χρυσαφί και δεν παρουσίαζε κανένα σημάδι. Ίσως να ήταν η φαντασία του – τώρα ήταν σε θέση να πιστέψει οτιδήποτε – αλλά του φάνηκε πιο ψηλό και πιο στενό και έμοιαζε να περιστρεφόταν σαν το μάτι του κυκλώνα. Μόνο τότε, ακόμη μουδιασμένος και με το λογικό του σχεδόν ανύπαρκτο, θυμήθηκε την φωτογραφική του μηχανή. Την έφερε στα μάτια του και σημάδεψε προς αυτό το απίθανο αίνιγμα που ξεπερνούσε κάθε λογική.
Ο Βιντάρτεν μπήκε ταχύτατα μέσα στο οπτικό του πεδίο. Με ανένδοτη σταθερότητα, τα μεγάλα του χέρια σκέπασαν τον φακό και τον ανάγκασαν να χαμηλώσει την μηχανή. Ο Γιαν δεν προσπάθησε ν’ αντισταθεί. Θα ήταν ανώφελο, φυσικά, αλλά αισθάνθηκε ένα ξαφνικό θανάσιμο φόβο για εκείνο το πράγμα πέρα εκεί στην άκρη του κόσμου και δεν ήθελε να έχει καμιά άλλη επαφή μαζί του.
Δεν υπήρξε τίποτα άλλο, σε όλα τα ταξίδια του που δεν τον άφησαν να φωτογραφήσει και ο Βιντάρτεν δεν του έδωσε καμιά εξήγηση. Αντίθετα, αφιέρωσε πολύ χρόνο στο να βάλει τον Γιαν να του περιγράψει με την πιο μικρή λεπτομέρεια όλα όσα είχε δει.
Τότε ήταν που ο Γιαν κατάλαβε ότι τα μάτια του Βιντάρτεν είχαν δει κάτι το εντελώς διαφορετικό και τότε ήταν που μάντεψε, για πρώτη φορά, ότι οι Επικυρίαρχοι είχαν κι αυτοί τα αφεντικά τους.
Τώρα γύριζε σπίτι του και όλος ο θαυμασμός, ο φόβος και το μυστήριο ήταν μακριά πίσω του. Ήταν το ίδιο πλοίο όπως πίστευε, αλλά σίγουρα όχι το ίδιο πλήρωμα. Όσο μεγάλες κι αν ήταν οι ζωές τους δύσκολα πίστευε ότι οι Επικυρίαρχοι θα απομόνωναν θεληματικά τους εαυτούς τους από την πατρίδα τους για τις δεκαετίες που έτρωγε ένα διαστρικό ταξίδι.
Το σχετικό χρονοδιαστολικό αποτέλεσμα εφαρμοζόταν και από τις δυό κατευθύνσεις, φυσικά. Οι Επικυρίαρχοι θα γερνούσαν μόνο τέσσερις μήνες στο ταξίδι μετ’ επιστροφής, αλλά όταν θα γύριζαν, οι φίλοι τους θα ήταν ογδόντα χρόνια πιο γέροι.
Αν το ήθελε ο Γιαν θα μπορούσε χωρίς άλλο να έμενε εκεί για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Ο Βιντάρτεν όμως τον είχε προειδοποιήσει ότι για αρκετά χρόνια δεν θα έφευγε άλλο πλοίο για τη Γη και τον συμβούλεψε να επωφεληθεί της ευκαιρίας αυτής. Ίσως οι Επικυρίαρχοι να είχαν αντιληφθεί ότι ακόμη και σ’ αυτό το σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, ο νους του είχε εξαντλήσει όλες σχεδόν τις δυνάμεις του. Ή ίσως να είχε γίνει μια σκέτη ενόχληση και δεν μπορούσαν να διαθέσουν άλλο καιρό γι αυτόν.
Αυτό δεν είχε πια σημασία τώρα, γιατί η Γη βρισκόταν εμπρός τους. Την είχε δει χιλιάδες φορές έτσι, πάντα όμως μέσα από τα μακρινά, μηχανικά μάτια της τηλεορατικής φωτογραφίας. Τώρα επιτέλους, ήταν ο ίδιος εδώ έξω στο διάστημα, καθώς ξετυλιγόταν η τελευταία πράξη του ονείρου του και η Γη γύριζε κάτω του, πάνω στην αιώνια τροχιά της.
Το μεγάλο γαλαζοπράσινο μισοφέγγαρο, στο πρώτο του τέταρτο· πάνω από το μισό ορατό δίσκο ήταν μέσα στο σκοτάδι. Υπήρχαν λιγοστά σύννεφα – λίγες ομάδες σκορπισμένες πάνω στις πορείες των μελτεμιών. Ο αρκτικός πάγος έλαμπε ζωηρά, αλλά τον ξεπερνούσε πολύ η εκθαμβωτική αντανάκλαση του ήλιου πάνω στο βόρειο Ειρηνικό.
Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ήταν ένας πλανήτης σκεπασμένος από νερό· το ημισφαίριο αυτό δεν είχε καθόλου ξηρά. Η μόνη ορατή ήπειρος ήταν η Αυστραλία, μια σκούρα ομίχλη μέσα στην ατμοσφαιρική άχνη κάτω στην άκρη του πλανήτη.
Το πλοίο έμπαινε μέσα στο μεγάλο κώνο της σκιάς της Γης· το λαμπερό μισοφέγγαρο μίκραινε, έγινε ένα φλογερό πύρινο τόξο και έσβησε. Κάτω τους ήταν το σκοτάδι, η νύχτα. Ο κόσμος κοιμόταν.
Τότε ήταν που ο Γιαν κατάλαβε ότι κάτι δεν ήταν εντάξει. Εκεί κάτω τους ήταν ξηρά – αλλά που ήταν τα γυαλιστερά περιδέραια των φώτων, που ήταν οι λαμπερές συγκεντρώσεις που καθόριζαν τις ανθρώπινες πόλεις; Μέσα σ’ όλο αυτό το σκοτεινό ημισφαίριο, δεν υπήρχε ούτε μια φωτεινή σπίθα για να διώξει το σκοτάδι.
Τα εκατομμύρια κιλοβάτ που κάποτε σκόρπιζαν τόσο ανέμελα προς τα άστρα είχαν χαθεί χωρίς ν’ αφήσουν ούτε ίχνος. Ήταν σαν να κοίταζε τη Γη όπως θα ήταν πριν τον ερχομό των ανθρώπων.
Αυτή δεν ήταν η επιστροφή που περίμενε. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο από το να βλέπει, ενώ ο φόβος του άγνωστου μεγάλωνε μέσα του. κάτι είχε συμβεί – κάτι που δεν μπορούσε να φανταστεί. Κι όμως το πλοίο συνέχιζε να κατεβαίνει αποφασιστικά ακολουθώντας μια ανοικτή καμπύλη που το έφερνε ξανά πάνω από το φωτισμένο ημισφαίριο.
Δεν είδε τίποτε από την ουσιαστική προσγείωση γιατί η εικόνα της γης εξαφανίστηκε ξαφνικά για να αντικατασταθεί από κείνα τα χωρίς νόημα σχέδια από γραμμές και φως. Όταν ξαναφάνηκαν εικόνες, ήταν κιόλας στο έδαφος. Μακριά φαίνονταν κάτι μεγάλα κτίρια, μηχανές που πηγαινοέρχονταν και μια ομάδα Επικυρίαρχων που τους έβλεπε.
Από κάπου ακούστηκε το πνιχτό ουρλιαχτό του αέρα καθώς το σκάφος εξίσωνε την ατμοσφαιρική πίεση και κατόπιν ο θόρυβος που έκαναν ανοίγοντας οι μεγάλες πόρτες. Δεν περίμενε· οι σιωπηλοί γίγαντες τον κοίταζαν με ανοχή ή αδιαφορία καθώς βγήκε τρέχοντας από το θάλαμο ελέγχου.
Ήταν στον κόσμο του, έβλεπε για μια ακόμη φορά με το λαμπερό φως του ήλιου που ήξερε, ανέπνεε τον αέρα που είχε αναπνεύσει για πρώτη φορά στη ζωή του. Η σκάλα είχε κιόλας κατεβεί αλλά αναγκάστηκε να περιμένει για μια στιγμή μέχρι που τα μάτια του συνήθισαν στο δυνατό εξωτερικό φως.
Ο Καρέλλεν στεκόταν λίγο πιο πέρα από τους άλλους συντρόφους του δίπλα σε ένα φορτηγό όχημα γεμάτο κασόνια. Ο Γιαν δεν στάθηκε να αναρωτηθεί το πώς αναγνώρισε τον Επόπτη ούτε ξαφνιάστηκε που τον είδε εντελώς απαράλλαχτο. Αυτό ήταν σχεδόν το μόνο πράγμα που έγινε όπως το είχε προβλέψει.
«Σε περίμενα», είπε ο Καρέλλεν.

ΞΑΝΑΓΝΩΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΠΑΤΡΙΔΑ

«Τον πρώτο καιρό…» είπε ο Καρέλλεν, «… δεν διατρέχαμε κίνδυνο όταν πηγαίναμε ανάμεσά τους. Δεν μας χρειάζονταν όμως περισσότερο, η δουλειά μας είχε τελειώσει όταν τα μαζέψαμε και τους δώσαμε μια ήπειρο δική τους. Κοίταξε»
Ο τοίχος εμπρός από τον Γιαν εξαφανίστηκε. Στη θέση του φάνηκε η εικόνα μιας ευχάριστα δασωμένης περιοχής, όπως θα την έβλεπε από ύψος μερικών εκατοντάδων μέτρων. Η αυταπάτη ήταν τόσο τέλεια ώστε για μια στιγμή αισθάνθηκε ίλιγγο.
«Αυτό ήταν ύστερα από πέντε χρόνια, όταν είχε αρχίσει η δεύτερη φάση»
Κάτω χαμηλά κινιόνταν σιλουέτες και η κινηματογραφική μηχανή κατέβηκε σαν αρπακτικό όρνεο.
«Αυτό που θα δεις, θα σε αναστατώσει …», είπε ο Καρέλλεν, «… αλλά μην ξεχνάς ότι τα δικά σου κριτήρια δεν εφαρμόζονται πλέον. Αυτά που βλέπεις δεν είναι ανθρώπινα παιδιά»
Κι όμως αυτή ήταν η άμεση εντύπωση που ήρθε στο νου του Γιαν και καμιά λογική δεν θα μπορούσε να την διαλύσει. Θα μπορούσε να ήταν άγριοι που εκτελούσαν κάποιο πολύπλοκο θρησκευτικό χορό. Ήταν γυμνά και βρώμικα με αχτένιστα βρώμικα μαλλιά που σκέπαζαν τα μάτια τους. Απ’ ότι μπορούσε να ξεχωρίσει ο Γιαν, όλα ήταν ηλικίας από πέντε έως δεκαπέντε χρόνων κι όμως όλα κινιόνταν με την ίδια ταχύτητα, ακρίβεια και με πλήρη αδιαφορία για το περιβάλλον τους.
Κατόπιν ο Γιαν είδε τα πρόσωπά τους. Ξεροκατάπιε και ανάγκασε τον εαυτό του να μη στρέψει αλλού το βλέμμα. Ήταν πιο ανέκφραστα και από τα πρόσωπα νεκρών γιατί ακόμη κι ένα πτώμα έχει κάτι χαραγμένο πάνω στο πρόσωπό του από την σμίλη του Χρόνου, που μιλά ακόμη κι όταν τα χείλη είναι βουβά. Σ’ αυτά υπήρχε λιγότερη έκφραση ή αίσθημα από ότι στο πρόσωπο ενός ερπετού ή ενός εντόμου. Οι ίδιοι οι Επικυρίαρχοι είχαν πιο ανθρώπινα χαρακτηριστικά απ’ αυτά εδώ.
«Ψάχνεις να βρεις κάτι που δεν υπάρχει πια», είπε ο Καρέλλεν. «Μην ξεχνάς – αυτά έχουν τόση προσωπικότητα όση κι ένα κύτταρο του σώματός σου. Ενωμένα όμως μαζί, είναι κάτι πάρα πολύ πιο μεγάλο από σένα»
«Γιατί κινούνται διαρκώς μ’ αυτό τον τρόπο;»
«Αυτό το είπανε ο Μεγάλος Χορός», απάντησε ο Καρέλλεν. «Όπως ξέρεις δεν κοιμούνται καθόλου κι αυτό κράτησε σχεδόν ένα χρόνο. Τριακόσια εκατομμύρια από δαύτα, που κινιόνταν σύμφωνα με προκαθορισμένο σχέδιο πάνω σε μια ολόκληρη ήπειρο. Αναλύσαμε το σχέδιο αυτό αμέτρητες φορές αλλά δεν δίνει κανένα νόημα, ίσως γιατί βλέπουμε μόνο το υλικό του μέρος – το μικρό τμήμα του που είναι εδώ στη γη. Πιθανώς αυτό που αποκαλέσαμε «ο Υπερνούς» τα εκπαιδεύει ακόμα, φορμάροντάς τα σε μια οντότητα πριν μπορέσει να τα απορροφήσει εντελώς μέσα στην ύπαρξή του».
«Πως όμως τα βόλευαν από φαγητό; Και τι συνέβαινε αν συναντούσαν εμπόδια, όπως π.χ. δέντρα, νερά ή βράχους;»
«Το νερό δεν προκαλούσε καμιά δυσχέρεια· δεν μπορούσαν να πνιγούν. Όταν συναντούσαν εμπόδια, μερικές φορές προκαλούσαν βλάβες στον εαυτό τους αλλά ποτέ δεν το καταλάβαιναν. Όσο για τροφή – μα εκεί υπήρχε όσο κυνήγι και όσα φρούτα ήθελαν. Τώρα όμως έχουν ξεπεράσει και την ανάγκη αυτή, όπως και πολλές άλλες. Γιατί η τροφή είναι κυρίως μια πηγή ενέργειας και τώρα έχουν μάθει να αντλούν από μεγαλύτερες πηγές»
Η εικόνα θάμπωσε σαν να είχε περάσει μια ανάλαφρη πάχνη από πάνω της. Όταν ξανακαθάρισε οι κινήσεις κάτω είχαν σταματήσει.
«Ξανακοίταξε…», είπε ο Καρέλλεν, «… είμαστε τρία χρόνια αργότερα»
Οι μικρές σιλουέτες, τόσο αδύναμες και παθητικές, για έναν που δεν ήξερε την αλήθεια, στέκονταν ακίνητες μέσα σε κάμπους, λαγκάδια και δάση. Η κινηματογραφική μηχανή περιπλανιόταν ασταμάτητα από τη μια στην άλλη κι όλας, σκέφτηκε ο Γιαν, τα πρόσωπά τους συγχωνεύονταν σε ένα κοινό καλούπι. Είχε δει κάποτε φωτογραφίες που είχαν γίνει με την σωρευτική εμφάνιση δεκάδων αρνητικών, για να δώσουν ένα «μέσο» πρόσωπο. Το αποτέλεσμα ήταν το ίδιο κενό, το ίδιο χωρίς χαρακτήρα, όπως αυτό εδώ.
Έμοιαζαν σαν να ήταν βυθισμένα σε ύπνο ή έκσταση. Τα μάτια τους ήταν σφιχτά κλεισμένα και έδειχναν ότι είχαν περισσότερη συνείδηση του περιβάλλοντός τους από ότι τα δέντρα που στέκονταν πάνω τους. Τι σκέψεις, αναρωτήθηκε ο Γιαν, να πλανιόντουσαν τώρα μέσα στο περίπλοκο δίχτυ, μέσα στο οποίο ο νους τους δεν ήταν πια τίποτε περισσότερο – ούτε και λιγότερο – απ’ ότι μια κλωστή σε κάποιο μεγάλο χαλί; Και ένα χαλί που, όπως είχε καταλάβει, σκέπαζε πολλούς κόσμους και πολλές φυλές – και που μεγάλωνε συνεχώς.
Συνέβη με μια ταχύτητα που ζάλισε το μάτι και άφησε άναυδο το μυαλό. Τη μια στιγμή ο Γιαν έβλεπε μια πλούσια, εύφορη χώρα που δεν παρουσίαζε τίποτε το παράξενο εκτός από τα αναρίθμητα μικρά αγάλματα που ήταν σκορπισμένα – όχι όμως στην τύχη – απ’ άκρη σε άκρη της. Και τότε, μέσα σε μια στιγμή, όλα τα χόρτα και τα δέντρα, όλα τα ζωντανά πλάσματα που κατοικούσαν τη χώρα αυτή, έπαψαν να υπάρχουν και χάθηκαν. Έμειναν μόνο οι ήρεμες λίμνες, οι ποταμοί, οι χαμηλοί καφέ λόφοι, απογυμνωμένοι τώρα από το πράσινο χαλί τους – και οι σιωπηλές, αδιάφορες σιλουέτες που είχαν προκαλέσει αυτή την καταστροφή.
«Γιατί το έκαναν αυτό;», ρώτησε με κομμένη ανάσα ο Γιαν.
«Ίσως η παρουσία άλλων μυαλών να τους ενοχλούσε, ακόμη και τα στοιχειώδη μυαλά των ζώων και των φυτών. Μια μέρα πιστεύουμε, θα βρουν ότι ο υλικός κόσμος είναι το ίδιο ενοχλητικός. Και τότε ποιος ξέρει τι συμβεί; Τώρα καταλαβαίνεις γιατί φεύγουμε αφού εκτελέσαμε το καθήκον μας. Προσπαθούμε ακόμη να τους μελετήσουμε, αλλά ποτέ δεν θα ξαναμπούμε στη γη τους ή θα στείλουμε όργανα μας εκεί. Το μόνο που τολμούμε να κάνουμε είναι να τους παρατηρούμε από το διάστημα»
«Αυτά έγιναν πριν πολλά χρόνια…», είπε ο Γιαν, «… τι έγινε από τότε;»
«Πολύ λίγα πράγματα. Δεν έχουν κινηθεί καθόλου σε όλο αυτό το διάστημα και δεν δίνουν καμιά προσοχή στο αν είναι μέρα ή νύχτα, καλοκαίρι ή χειμώνας. Ακόμα δοκιμάζουν τις δυνάμεις τους. Μερικοί ποταμοί έχουν αλλάξει πορεία και υπάρχει ένας που τρέχει προς τα ψηλά. Δεν έχουν κάνει όμως τίποτε που να δείχνει ότι έχει κάποιο σκοπό»
«Και σας αγνόησαν εντελώς;»
«Ναι, αν κι αυτό δεν είναι παράξενο. Η «ενότητα» της οποίας αποτελούν ένα τμήμα ξέρει τα πάντα για μας. Δεν φαίνεται να την ενοχλεί ότι προσπαθούμε να την μελετήσουμε. Όταν θελήσει να φύγουμε, ή όταν έχει μια καινούργια αποστολή για μας κάπου αλλού, θα δείξει τις επιθυμίες της πολύ καθαρά. Μέχρι τότε, θα μείνουμε εδώ ώστε οι επιστήμονές μας να μπορέσουν να συγκεντρώσουν όσες γνώσεις μπορούν»
Λοιπόν αυτό, σκέφτηκε ο Γιαν με μια υποταγή που ξεπερνούσε κάθε θλίψη, ήταν το τέλος του ανθρώπου. Ήταν ένα τέλος που κανένας προφήτης δεν είχε ποτέ προβλέψει – ένα τέλος που ανέτρεπε και την αισιοδοξία και την απαισιοδοξία.
Κι όμως ήταν ταιριαστό είχε την υπέρτατη αίσθηση του αναπόφευκτου που παρουσίαζε ένα μεγάλο έργο τέχνης. Ο Γιαν είχε ρίξει μια ματιά σ’ όλο το Σύμπαν, σ’ όλη την τρομερή απεραντοσύνη του και ήξερε τώρα ότι δεν ήταν μέρος για τον άνθρωπο. Αντιλαμβανόταν, επί τέλους, πόσο μάταιο, σε τελική ανάλυση, ήταν το όνειρο που τον είχε σαγηνεύσει προς τα άστρα.
Γιατί ο δρόμος προς τα άστρα ήταν ένας δρόμος που χωριζόταν προς δύο κατευθύνσεις και καμιά δεν είχε ένα τέρμα που να ανταποκρινόταν στις ανθρώπινες ελπίδες ή τους φόβους.
Στο τέρμα του ενός δρόμου βρίσκονταν οι Επικυρίαρχοι. Είχαν διατηρήσει την ατομικότητά τους, το «ανεξάρτητο εγώ’ τους· είχαν συναίσθηση του εαυτού τους και η αντωνυμία «ΕΓΩ» είχε σημασία στη γλώσσα τους. Είχαν αισθήματα και μερικά απ’ αυτά, τουλάχιστον, τα είχαν κοινά με την ανθρωπότητα. Ήταν όμως παγιδευμένοι, όπως κατάλαβε ο Γιαν, σ’ ένα αδιέξοδο απ’ όπου δεν υπήρχε διαφυγή. Τα μυαλά τους ήταν δέκα – ίσως εκατό – φορές πιο δυνατά από τα ανθρώπινα. Αυτό όμως δεν είχε σημασία στον τελικό λογαριασμό. Ήταν το ίδιο αδύναμοι, το ίδιο κατανικημένοι από ένα αφάνταστα περίπλοκο γαλαξία, από εκατοντάδες χιλιάδες εκατομμύρια άστρα και από ένα κόσμο από εκατοντάδες χιλιάδες εκατομμύρια γαλαξίες.
Και στο τέρμα του άλλου κόσμου; Εκεί βρισκόταν ο Υπερνούς, οτιδήποτε κι αν ήταν αυτό, που είχε την ίδια σχέση με τον άνθρωπο, που είχε ο άνθρωπος με μια αμοιβάδα. Δυνητικά απεριόριστος, πέρα από την φθορά, από πόσα χρόνια άραγε απορροφούσε μια φυλή ύστερα από την άλλη καθώς ξαπλωνόταν πάνω στ’ άστρα; Είχε άραγε κι αυτός επιθυμίες, είχε επιδιώξεις που τις αισθανόταν θαμπά κι όμως ίσως ποτέ να μην τις πραγματοποιούσε; Τώρα είχε τραβήξει μέσα στην ύπαρξή του όλα όσα είχε ποτέ επιτύχει η ανθρώπινη φυλή. Αυτό δεν ήταν μια τραγωδία αλλά μια ολοκλήρωση. Τα δισεκατομμύρια οι περαστικές σπίθες της συνειδητής ζωής που αποτελούσαν την ανθρωπότητα δεν θα τρεμόσβηναν πια σαν πυγολαμπίδες μέσα στη νύχτα. Δεν είχαν όμως ζήσει εντελώς μάταια.
Η τελευταία πράξη, ήξερε ο Γιαν, ότι δεν είχε παιχτεί ακόμη. Ίσως να παιζόταν αύριο, ίσως χρειαζόταν αιώνες. Ακόμη και οι Επικυρίαρχοι δεν ήταν βέβαιοι.
Εννοούσε τώρα τον σκοπό τους, το τι είχαν κάνει στον Άνθρωπο και το γιατί έμεναν ακόμη στη Γη. Γι αυτούς αισθανόταν ένα μεγάλο σεβασμό για την αλύγιστη υπομονή τους, που τους είχε κάνει να περιμένουν τόσο πολύ χρόνο.
Δεν έμαθε ποτέ όλη την ιστορία της παράξενης συμβίωσης μεταξύ του Υπερνού και των υπηρετών του. Σύμφωνα με τον Ρασαβεράκ, δεν υπήρχε καμιά στιγμή στην ιστορία της φυλής του που δεν ήταν παρά ο Υπερνούς αν και δεν τους είχε μεταχειριστεί πριν φθάσουν σ’ ένα επιστημονικό πολιτισμό και μπορέσουν να κινηθούν μέσα στο διάστημα για να εκτελέσουν τις επιθυμίες του.
«Γιατί όμως σας χρειάζεται;», ρώτησε ο Γιαν. «Με όλες τις πελώριες δυνάμεις του θα μπορούσε σίγουρα να κάνει ότι ήθελε»
«Όχι…» είπε ο Ρασαβεράκ, «… έχει κι αυτός τους περιορισμούς του. Ξέρουμε ότι στο παρελθόν είχε δοκιμάσει να επιδράσει άμεσα πάνω άλλων φυλών και να επηρεάσει τη πολιτιστική τους εξέλιξη. Πάντα όμως απέτυχε, ίσως γιατί η επίδραση ήταν πολύ μεγάλη. Εμείς είμαστε οι διερμηνείς – οι φύλακες. Ή, για να μεταχειριστώ μια δικιά σας παρομοίωση, εμείς περιποιούμαστε το χωράφι μέχρι να ωριμάσει το σιτάρι. Ο Υπερνούς θερίζει την συγκομιδή – και εμείς φεύγουμε για μια άλλη αποστολή. Αυτή είναι η πέμπτη φυλή που παρακολουθούμε την αποθέωσή της. Κάθε φορά μαθαίνουμε και κάτι παραπάνω»
«Και δεν σας πειράζει ότι ο Υπερνούς σας χρησιμοποιεί σαν εργαλεία;»
«Η σχέση αυτή έχει και μερικά πλεονεκτήματα· εκτός όμως απ’ αυτό, κανένας έξυπνος άνθρωπος δεν διαμαρτύρεται για το αναπόφευκτο»
Η σκέψη αυτή, σκέφτηκε ο Γιαν, δεν έχει γίνει ποτέ εντελώς δεκτή από την ανθρωπότητα. Υπήρχαν πράγματα πέρα από την λογική, που οι Επικυρίαρχοι δεν είχαν ποτέ κατανοήσει.
«Φαίνεται παράξενο», είπε ο Γιαν, «ότι ο Υπερνούς διάλεξε εσάς για να κάνετε τις δουλειές του, εάν δεν έχετε ούτε ίχνος από τις παραφυσικές δυνάμεις που είναι κρυμμένες στην ανθρωπότητα. Πως επικοινωνεί μαζί σας και πως φανερώνει τις επιθυμίες του;»
«Αυτή είναι μια ερώτηση που δεν μπορώ να απαντήσω – και δεν μπορώ να σου πω το γιατί πρέπει να κρατήσω τα στοιχεία αυτά μυστικά. Μια μέρα, ίσως, θα μάθεις λίγο από την αλήθεια».
Ο Γιαν σκέφτηκε την απάντηση αυτή για μια στιγμή, ήξερε όμως ότι ήταν μάταιο να συνεχίσει αυτή την σειρά ερωτήσεων. Θα πρέπει να αλλάξει θέμα και είχε ελπίδα ότι αργότερα θα εύρισκε μερικά ίχνη.
«Πες μου τότε το εξής…», είπε, «… κάτι άλλο που δεν εξηγήσατε ποτέ. Όταν η φυλή σας ήρθε για πρώτη φορά στη Γη, πέρα, πίσω στο μακρινό παρελθόν, τι δεν πήγε καλά; Γιατί είχατε γίνει το σύμβολο του κακού και του φόβου για μας;»
Ο Ρασαβεράκ χαμογέλασε. Δεν τα κατάφερνε τόσο καλά όσο ο Καρέλλεν, αλλά ήταν μια καλή μίμηση.
«Ποτέ κανείς δεν το μάντεψε και καταλαβαίνεις γιατί δεν μπορούσαμε να σας το πούμε ποτέ. Μόνο ένα γεγονός υπήρχε που θα μπορούσε να έχει τόση επίδραση πάνω στην ανθρωπότητα. Και το γεγονός αυτό δεν έγινε στην αρχή της ιστορίας, αλλά στο τέλος της»
«Τι θέλεις να πεις;», ρώτησε ο Γιαν.
«Όταν τα πλοία μας μπήκαν στους ουρανούς σας πριν από ενάμιση αιώνα, αυτή ήταν η πρώτη συνάντηση των δυό φυλών μας, αν και φυσικά, σας είχαμε μελετήσει από μακριά. Κι όμως μας φοβάστε και μας αναγνωρίσατε, όμως ξέραμε ότι θα γινόταν. Δεν ήταν ακριβώς μια ανάμνηση. Είχατε ήδη αποδείξει ότι ο χρόνος είναι κάτι πιο πολύπλοκο από ότι φαντάστηκε ποτέ η επιστήμη σας. Γιατί η ανάμνηση αυτή δεν ήταν από το παρελθόν αλλά από το μ έ λ λ ο ν – απ’ αυτά τα τελικά χρόνια στα οποία η φυλή σας θα ήξερε ότι όλα θα είχαν τελειώσει. Κάναμε ότι μπορούσαμε, αλλά δεν ήταν εύκολο τέλος. Και επειδή ήμαστε εκεί, μας ταυτίσατε με τον θάνατο της φυλής σας. Ναι, ακόμη κι όταν αυτός βρισκόταν δέκα χιλιάδες χρόνια στο μέλλον! Ήταν σαν μια παραμορφωμένη ηχώ να είχε αντηχήσει μέσα στο κλειστό κύκλο του Χρόνου, από το μέλλον προς το παρελθόν. Μπορείς να το πεις όχι ανάμνηση αλλά προαίσθηση»
Η ιδέα αυτή ήταν δύσκολη στην κατανόησή της και για μια στιγμή ο Γιαν αγωνίστηκε σιωπηλός. Κι όμως θα έπρεπε να το περίμενε· είχε κιόλας συγκεντρώσει αρκετές αποδείξεις ότι ήταν δυνατό το αίτιο και το αιτιατό να ανατρέψουν την φυσική σειρά τους.
Θα έπρεπε να υπάρχει κάτι στην φυλετική μνήμη και η μνήμη αυτή ήταν, κατά κάποιο τρόπο, ανεξάρτητη από τον χρόνο. Γι αυτήν, μέλλον και παρελθόν ήταν ένα. Αυτός ήταν ο λόγος που, χιλιάδες χρόνια πριν, οι άνθρωποι είχαν δει μια παραμορφωμένη εικόνα των Επικυρίαρχων, μια εικόνα ιδωμένη μέσα από μια ομίχλη από φόβο και τρόμο.
«Τώρα το καταλαβαίνω!», είπε ο τελευταίος άνθρωπος.


ΟΙ ΕΠΙΚΥΡΙΑΡΧΟΙ 
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 28
Ο ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ

Ο Τελευταίος Άνθρωπος!!! Ο Γιαν δυσκολεύτηκε πάρα πολύ να συνηθίσει στη σκέψη ότι εκείνος ήταν αυτός. Όταν είχε φύγει για το διάστημα, είχε αποδεχτεί την πιθανότητα της αιώνιας εξορίας από την ανθρώπινη φυλή και η μοναξιά δεν τον είχε ακόμη κυριέψει. Καθώς περνούσαν τα χρόνια, ίσως η νοσταλγία να δει ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα να μεγάλωνε και να τον κατακυρίευε, αλλά προς το παρόν, η συντροφιά των Επικυρίαρχων τον εμπόδιζε από το να αισθάνεται απόλυτα μόνος.
Υπήρχαν άνθρωποι στη Γη μέχρι πριν δέκα χρόνια, αλλά ήταν εκφυλισμένοι επιζώντες και ο Γιαν δεν είχε χάσει τίποτε που δεν τους συνάντησε. Για λόγους που οι Επικυρίαρχοι δεν μπορούσαν να εξηγήσουν, αλλά που ο Γιαν υποπτευόταν ότι ήταν κυρίως ψυχολογικοί, δεν γεννήθηκαν άλλα παιδιά για να αντικαταστήσουν αυτά που είχαν φύγει. Ο Χόμο Σάπιενς είχε σβήσει!
Ίσως χαμένο σε μια από τις ανέπαφες ακόμα πόλεις, να υπήρχε το χειρόγραφο ενός νέου Γίββωνα που να κατέγραφε τις τελευταίες μέρες της ανθρώπινης φυλής. Αν υπήρχε, ο Γιαν δεν ήταν βέβαιος ότι θα ήθελε να το διαβάσει· ο Ρασαβεράκ του είχε πει όλα όσα ήθελε να ξέρει. Εκείνοι που δεν είχαν αυτοκαταστραφεί, είχαν ζητήσει την λήθη σε ολοένα πιο πυρετώδεις δραστηριότητες, σε βίαια και αυτοκτονικά σπορ που συχνά δεν διέφεραν σε τίποτα από μικρούς πολέμους. Καθώς ο πληθυσμός λιγόστευε γοργά, οι γερασμένοι επιζώντες είχαν συγκεντρωθεί όλοι μαζί, ένας ηττημένος στρατός που συγκέντρωνε τις δυνάμεις του καθώς εκτελούσε την τελική υποχώρησή του.
Αυτή η τελική πράξη, πριν πέσει για πάντα η αυλαία, θα έπρεπε να φωτιζόταν από αστραπές ηρωισμού και αφοσίωσης και να αμαυρωνόταν από την αγριότητα και τον εγωισμό. Το εάν είχε τελειώσει σε απελπισία ή εγκαρτέρηση, ο Γιαν δεν θα το μάθαινε ποτέ.
Υπήρχαν αρκετά για να απασχολήσουν το μυαλό του. Η βάση των Επικυρίαρχων βρισκόταν ένα χιλιόμετρο περίπου μακριά από την έρημε βίλα και ο Γιαν πέρασε μήνες εξοπλίζοντάς την με υλικά που είχε πάρει από τη πιο κοντινή πόλη κάπου τριάντα χιλιόμετρα μακριά· είχε πάει ως εκεί με τον Ρασαβεράκ, που η φιλία του, όπως υποπτευόταν, ήταν όχι και εντελώς αλτρουιστική. Ο Επικυρίαρχος ψυχολόγος μελετούσε ακόμη το τελευταίο δείγμα του Χόμο Σάπιενς.
Η πόλη θα έπρεπε να είχε εκκενωθεί πριν από το τέλος, γιατί τα σπίτια και πολλές από τις υπηρεσίες κοινής ωφελείας ήταν ακόμη σε καλή κατάσταση. Θα χρειαζόταν πού λίγη δουλειά για να ξανατεθούν σε λειτουργία οι γεννήτριες και έτσι να ξαναλάμψουν οι μεγάλοι δρόμοι με μια ψευδαίσθηση ζωής. Ο Γιαν έπαιξε λίγο με την ιδέα και κατόπιν την εγκατάλειψε σαν πάρα πολύ αρρωστημένη. Το μόνο πράγμα που δεν ήθελε να κάνει, ήταν να μελαγχολεί για τα περασμένα.
Εκεί υπήρχαν όλα όσα χρειάζονταν για να συντηρηθεί στην υπόλοιπη ζωή του, αλλά αυτό που ήθελε περισσότερο ήταν ένα ηλεκτρονικό πιάνο και ορισμένες μεταγραφές έργων του Μπαχ. Ποτέ πριν δεν είχε όσο αρκετό καιρό ήθελε για μουσική και τώρα θα αναπλήρωνε τα όσα έχασε. Όταν δεν έπαιζε ο ίδιος, έβαζε μαγνητοταινίες των μεγάλων συμφωνιών και των κονσέρτων και έτσι η βίλα δεν ήταν ποτέ σιωπηλή. Η μουσική είχε γίνει το φυλακτό του ενάντια στην μοναξιά που κάποια μέρα σίγουρα θα τον κυρίευε.
Συχνά πήγαινε μεγάλους περιπάτους στους λόφους, σκεπτόμενος όλα όσα είχαν συμβεί μέσα στους λίγους μήνες από τότε που είχε δει για τελευταία φορά τη Γη. Ποτέ δεν είχε φανταστεί, όταν έλεγε αντίο στον Σάλλιβαν, ογδόντα γήινα χρόνια πριν, ότι η τελευταία γενιά της ανθρωπότητας ήταν κιόλας έμβρυο.
Πόσο νέος και ανόητος που ήταν! Κι όμως δεν ήταν σίγουρος ότι είχε μετανιώσει για την πράξη του· αν είχε μείνει στη Γη θα είχε δει τελικά αυτά τα χρόνια που πάνω τους τώρα ο χρόνος είχε ρίξει ένα πέπλο. Αντί γι αυτό, είχε πηδήξει πάνω τους στο μέλλον και είχε μάθει τις απαντήσεις σε ερωτήσεις που κανένας άνθρωπος δεν θα μάθαινε ποτέ. Η περιέργειά του ήταν σχεδόν ικανοποιημένη, αλλά μερικές φορές αναρωτιόταν γιατί οι Επικυρίαρχοι περίμεναν και τι θα συνέβαινε όταν θα ικανοποιούταν τελικά η υπομονή τους.
Τον περισσότερο όμως καιρό, με μια ικανοποιημένη κυριαρχία που φυσιολογικά έρχεται σε ένα άνθρωπο μόνο στο τέλος της μεγάλης και πολυάσχολης ζωής, καθόταν μπρος στα πλήκτρα του πιάνου και γέμιζε τον αέρα με τον αγαπημένο του Μπαχ. Ίσως να ξεγελούσε τον εαυτό του, ίσως να ήταν αυτό κάποιο ευσπλαχνικό ξεγέλασμα που του έκανε ο νους του, αλλά τώρα φαινόταν στον Γιαν ότι αυτό ήταν αυτό που πάντα ήθελε να κάνει. Η μουσική του φιλοδοξία είχε επιτέλους τολμήσει να βγει στο άπλετο φως της συνείδησής του.
Ο Γιαν ήταν πάντα ένας καλός πιανίστας – και τώρα ήταν ο πιο καλός στον κόσμο.

Ο Ρασαβεράκ ήταν εκείνος που του έφερε την είδηση, αλλά την είχε κιόλας μαντέψει. Τις μικρές ώρες του πρωινού ένας εφιάλτης τον είχε ξυπνήσει και δεν είχε μπορέσει να ξανακερδίσει τον ύπνο. Δεν μπορούσε να θυμηθεί το όνειρο, πράγμα παράξενο, γιατί πίστευε ότι όλα τα όνειρα μπορούσαν να ξανάρθουν στη μνήμη αν κανείς προσπαθούσε με αρκετή επιμονή αμέσως μόλις ξυπνούσε. Το μόνο που μπορούσε να θυμηθεί ήταν ότι ήταν ξανά ένα μικρό παιδί, που βρισκόταν πάνω σε μια πελώρια και άγνωστη πεδιάδα και άκουγε μια δυνατή φωνή που του φώναζε σε μια άγνωστη γλώσσα.
Το όνειρο τον είχε ανησυχήσει· αναρωτήθηκε μήπως ήταν η πρώτη έφοδος της μοναξιάς ενάντια στο νου του. Μη μπορώντας να ησυχάσει βγήκε από την βίλα στον έρημα και απεριποίητο κήπο.
Η πανσέληνος έλουζε το τοπίο με ένα χρυσό φως τόσο φωτεινό που μπορούσε να βλέπει πολύ καλά. Ο πελώριος γυαλιστερός κύλινδρος του πλοίου του Καρέλλεν βρισκόταν πέρα από τα κτίρια της βάσης των Επικυρίαρχων και υψωνόταν πάνω τους και τα έκανε να αποκτούν ανθρώπινες αναλογίες. Ο Γιαν κοίταξε το πλοίο, προσπαθώντας να ξανακαλέσει στη μνήμη του τα αισθήματα που κάποτε του προκαλούσε. Υπήρχε μια εποχή που αυτό αποτελούσε ένα ανεπίτευκτο τέρμα, ένα σύμβολο όλων όσων ποτέ δεν περίμενε να πετύχει στην πραγματικότητα. Και τώρα δεν σήμαινε τίποτε.
Πόσο σιωπηλό και ακίνητο ήταν! Οι Επικυρίαρχοι, φυσικά, θα ήταν σε δράση όπως πάντα, αλλά προς το παρόν δεν φαινόταν κανένα ίχνος τους. Θα μπορούσε να ήταν ολομόναχος στη Γη – όπως, από μια πολύ ουσιαστική άποψη ήταν. Σήκωσε το βλέμμα του προς το φεγγάρι ψάχνοντας για κάποιο γνωστό σημείο πάνω στο οποίο θα μπορούσε να ξεκουραστεί η σκέψη του.
Εκεί ήταν οι πανάρχαιες θάλασσες που θυμόταν πάρα πολύ καλά. Είχε ταξιδέψει σε ένα κόσμο που απείχε σαράντα έτη φωτός κι όμως δεν είχε περπατήσει ποτέ πάνω σε αυτές τις σιωπηλές, σκονισμένες πεδιάδες, που απείχαν μόνο δυό δευτερόλεπτα φωτός. Για μια στιγμή ξεχάστηκε, ψάχνοντας να βρει τον κρατήρα Τύχωνα. Όταν τον ανακάλυψε, απόρησε γιατί βρήκε αυτή τη γυαλιστερή κουκκίδα πολύ πιο πέρα από την κεντρική γραμμή του δίσκου απ’ ότι περίμενε. Και τότε αντελήφθη ότι το σκοτεινό οβάλ της Θάλασσας των Κρίσεων έλειπε εντελώς.
Η όψη που ο δορυφόρος της έστρεφε τώρα προς την Γη δεν ήταν η ίδια που κοίταζε τον κόσμο από την αρχή της ζωής. Το φεγγάρι είχε αρχίσει να στρέφεται γύρω από τον άξονά του.
Αυτό δεν μπορούσε να σήμαινε παρά ένα πράγμα. Πάνω στην άλλη πλευρά της Γης, μέσα στη χώρα που την είχαν τόσο ξαφνικά γυμνώσει από κάθε ζωή, αυτά ξυπνούσαν από τον μακρόχρονο λήθαργό τους – σαν ένα παιδί που ξυπνά μερικές φορές, τεντώνει τα χέρια του για να χαιρετίσει την ημέρα, έτσι κι αυτά τέντωναν τους μυς τους και έπαιζαν με την δύναμή τους που μόλις ανακάλυψαν…
«Ναι, μάντεψες σωστά…», είπε ο Ρασαβεράκ, «… το να μείνουμε εδώ δεν είναι πια καθόλου ασφαλές. Ίσως να μας αγνοήσουν ακόμη, αλλά δεν μπορούμε να το διακινδυνεύσουμε. Θα φύγουμε μόλις φορτωθούν τα όργανά μας – ίσως σε δυό ή τρεις ώρες»
«Δεν έχει μεγάλη σημασία το αν παίζουν με το φεγγάρι», πρόσθεσε ο Ρασαβεράκ, «υπόθεσε όμως ότι αρχίζουν ν’ ανακατεύονται με τον ήλιο. Φυσικά θα αφήσουμε εδώ ορισμένα όργανα ώστε να μπορέσουμε να μάθουμε τι θα συμβεί»
«Θα μείνω εγώ εδώ…» είπε ξαφνικά ο Γιαν, «… έχω δει αρκετά από το σύμπαν. Για ένα μόνο πράγμα είμαι τώρα περίεργος – κι αυτό είναι η τύχη του δικού μου πλανήτη»
Πολύ απαλά, το έδαφος σείστηκε κάτω από τα πόδια τους.
«Αυτό το περίμενα …», συνέχισε ο Γιαν , «… αν αυτά αλλάξουν την περιστροφή του φεγγαριού, η γωνιώδης ταχύτητα πρέπει κάπου να πάει. Γι αυτό η Γη χάνει ταχύτητα. Δεν ξέρω ποιο πράγμα μου προκαλεί περισσότερη απορία – το πώς το κάνουν αυτό ή το γιατί»
«Ακόμη παίζουν…», είπε ο Ρασαβεράκ. «Τι λογική έχουν οι πράξεις ενός παιδιού; Και από πολλές απόψεις, η ενότητα που έχει γίνει τώρα η φυλή σου είναι ακόμη ένα παιδί. Δεν είναι ακόμη έτοιμη να ενωθεί με τον Υπερνού. Πολύ σύντομα όμως θα είναι και τότε θα έχεις την Γη ολόδική σου»
Δεν συμπλήρωσε την πρόταση, αλλά και ο Γιαν την τελείωσε για λογαριασμό του
«Εάν, φυσικά, υπάρχει ακόμη η Γη»
«Αντιλαμβάνεσαι τον κίνδυνο – κι όμως θέλεις να μείνεις;»
«Ναι. Έχω γυρίσει εδώ σπίτι μου πριν πέντε – ή είναι έξη; - χρόνια. Οτιδήποτε και αν συμβεί, δεν θα παραπονεθώ»
«Είχαμε την ελπίδα…», άρχισε σιγά – σιγά ο Ρασαβεράκ, «… ότι … θα ήθελες να μείνεις. Υπάρχει κάτι που μπορείς να κάνεις για μας…»
Η ανταύγεια του αστροκινητήρα λιγόστεψε και έσβησε κάπου εκεί πέρα από την τροχιά του Άρη. Πάνω στο δρόμο αυτό, σκέφτηκε ο Γιαν, μόνος αυτός είχε ταξιδέψει από τα δισεκατομμύρια ανθρώπινα πλάσματα που είχαν ζήσει και πεθάνει στη Γη. Και κανένας άλλος δεν θα ταξίδευε ποτέ ξανά.
Ο κόσμος ήταν δικός του. οτιδήποτε είχε ανάγκη – όλα τα υλικά αγαθά που θα μπορούσε να επιθυμήσει κανείς ποτέ – ήταν στην απόλυτη διάθεσή του. Αυτά όμως δεν τον ενδιέφεραν πια. Δεν φοβόταν ούτε τη μοναξιά του έρημου πλανήτη ούτε την παρουσία που αναπαυόταν ακόμη εδώ τις τελευταίες στιγμές πριν ξεκινήσει για να βρει την άγνωστη κληρονομιά της. Μέσα στην ασύλληπτη αντίδραση του ξεκινήματος αυτού, ο Γιαν δεν είχε την ελπίδα ότι αυτός και τα προβλήματά του θα επιζούσαν για πολύ.
Αυτό ήταν καλό. Είχε κάνει όλα όσα είχε επιθυμήσει και το να παρατείνει μια ζωή χωρίς σκοπό πάνω σ’ αυτόν τον άδειο κόσμο θα ήταν μια ανυπόφορη αντικλίμακα. Θα μπορούσε να είχε φύγει με τους Επικυρίαρχους, αλλά για ποιο σκοπό; Γιατί ήξερε, πολύ πιο καλά από κάθε άλλο, ότι ο Καρέλλεν έλεγε την αλήθεια όταν είχε πει: «Τα άστρα δεν είναι για τον άνθρωπο».
Έστρεψε την πλάτη του προς την νύχτα και πέρασε μέσα από την πελώρια είσοδο της βάσης των Επικυρίαρχων. Το μέγεθός της δεν τον επηρέαζε καθόλου· το σκέτο μέγεθος δεν είχε πια καμιά δύναμη πάνω στο μυαλό του. Τα φώτα άναβαν κοκκινωπά, παίρνοντας δύναμη από ενέργειες που θα μπορούσαν να τα τροφοδοτήσουν για αιώνες ακόμη. Σ’ όλες τις μεριές βρίσκονταν μηχανήματα που τα μυστικά τους δεν θα μάθαινε ποτέ, που τα είχαν εγκαταλείψει οι Επικυρίαρχοι στην υποχώρησή τους. Τα πέρασε και ανέβηκε αδέξια τα μεγάλα σκαλιά μέχρι που έφτασε στο θάλαμο ελέγχου.
Το πνεύμα των Επικυρίαρχων πλανιόταν ακόμη εδώ· οι μηχανές τους ήταν ζωντανές εκτελώντας τα θελήματα των κυρίων τους που ήταν τώρα μακριά. Τι θα μπορούσε αυτός να προσθέσει, αναρωτήθηκε ο Γιαν, στις πληροφορίες που εκσφενδονίζονταν κι όλας στο διάστημα;
Σκαρφάλωσε μέσα στο μεγάλο κάθισμα και τακτοποιήθηκε όσο πιο αναπαυτικά μπορούσε. Το μικρόφωνο, που ήταν κι όλας εν λειτουργία, τον περίμενε· κάτι που θα ήταν το αντίστοιχο μια μηχανής λήψης τηλεόρασης θα έπρεπε να τον παρακολουθεί, αλλά δεν μπόρεσε να το εντοπίσει.
Πέρα από το γραφείο και τις αναρίθμητες πινακίδες των οργάνων, τα φαρδιά παράθυρα έβλεπαν έξω στην αστερόφωτη νύχτα, πάνω από μια κοιλάδα που κοιμόταν κάτω από το στρογγυλό φεγγάρι και πέρα ως μια μακρινή οροσειρά. Ένας ποταμός περνούσε στριφογυρίζοντας μέσα από την κοιλάδα, γυαλίζοντας εδώ κι εκεί καθώς το φεγγαρόφωτο έπεφτε πάνω στα ταραγμένα νερά του. Ήταν όλα τόσο ειρηνικά. Έτσι θα ήταν και στη γέννηση του ανθρώπου, όπως τώρα στο τέλος του.
Έξω εκεί, πέρα από αμέτρητα εκατομμύρια χιλιόμετρα διαστήματος, ο Καρέλλεν θα περίμενε. Ήταν παράξενο να σκέφτεται κανείς ότι το πλοίο των Επικυρίαρχων έφευγε από τη Γη σχεδόν τόσο γρήγορα, όσο και το σήμα του που θα το κυνηγούσε. Σχεδόν – αλλά όχι εντελώς. Θα ήταν ένα μακρύ κυνηγητό, αλλά τα λόγια του θα έφταναν στον Επόπτη και έτσι θα ξεπλήρωνε το χρέος που όφειλε. Πόσα απ’ αυτά, αναρωτήθηκε ο Γιαν, τα είχε προσχεδιάσει ο Καρέλλεν και πόσα ήταν μεγαλοφυής αυτοσχεδιασμός της στιγμής; Τον είχε άραγε αφήσει θεληματικά ο Επόπτης να δραπετεύσει στο διάστημα, πριν από ένα σχεδόν αιώνα, ώστε να γύριζε για να παίξει τον ρόλο που εκτελούσε τώρα; Όχι, αυτό φαινόταν πολύ φανταστικό. Ο Γιαν ήταν σίγουρος τώρα ότι ο Καρέλλεν ήταν ανακατεμένος σε μια πελώρια και περίπλοκη συνομωσία. Ακόμη και όταν τον υπηρετούσε, μελετούσε τον Υπερνού με όλα τα μέσα που είχε στη διάθεσή του. Ο Γιαν υποπτευόταν ότι δεν ήταν μόνο η επιστημονική περιέργεια που κινούσε τον Επόπτη· ίσως οι επικυρίαρχοι να είχαν το όνειρο μια μέρα να δραπετεύσουν από την παράξενη δουλεία τους, όταν θα είχαν μάθει αρκετά για τις δυνάμεις που υπηρετούσαν.
Το ότι ο Γιαν θα μπορούσε να προσθέσει κάτι στη γνώση αυτή με ότι έκανε τώρα, φαινόταν κάπως απίστευτο. «Πες μας τι θα βλέπεις…», είχε πει ο Ρασαβεράκ, «… την εικόνα που θα φτάνει ως τα μάτια σου θα την αντιγράφουν και οι μηχανές μας. Αλλά το μήνυμα που θα φτάνει στον εγκέφαλό σου ίσως να είναι πολύ διαφορετικό και θα μπορέσει να μας πει πάρα πολλά.». Καλά λοιπόν, θα έβαζε τα δυνατά του.
«Ακόμη τίποτε προς αναφορά…’, άρχισε να λέει, «… πριν λίγα λεπτά είδα τα ίχνη του πλοίου σας να χάνονται στον ουρανό. Το φεγγάρι μόλις έχει περάσει την πανσέληνο και σχεδόν η μισή γνωστή όψη του έχει στραφεί μακριά από την Γη – υποθέτω όμως ότι αυτό θα το ξέρεται κιόλας».
Ο Γιαν σταμάτησε, γιατί αισθανόταν κάπως ανόητος. Υπήρχε κάτι το ανάρμοστο, κάτι το ελαφρά γελοίο σε αυτό που έκανε. Εδώ ήταν το ανώτατο σημείο όλης της ιστορίας κι όμως έμοιαζε σαν να έκανε ραδιοφωνική περιγραφή μιας ιπποδρομίας ή ενός αγώνα πυγμαχίας ή ενός ποδοσφαιρικού ακόμα αγώνα. Κατόπιν ανασήκωσε τους ώμους του και παράτησε τη σκέψη αυτή. Σ’ όλες τις μεγάλες στιγμές, υποπτευόταν, το βάθος δεν θα απείχε και πολύ – και σίγουρα εκείνος μόνος θα αισθανόταν την παρουσία του εδώ.
«Έγιναν τρεις ελαφροί σεισμοί την τελευταία μισή ώρα…», συνέχισε, «… ο έλεγχος που έχουν πάνω στην περιστροφή της Γης θα πρέπει να είναι θαυμάσιος αλλά όχι απόλυτα τέλειος. Ξέρεις Καρέλλεν, θα δυσκολευτώ να σου πω κάτι που δεν θα σου το έχουν κι όλας πει τα όργανά σου. Θα με βοηθούσε αν μου είχες δώσει μια ιδέα του τι περιμένεις να συμβεί και αν με προειδοποιούσες πόσο καιρό θα πρέπει να περιμένω. Αν δεν συμβεί τίποτα, τότε θα σου ξαναμιλήσω σε έξη ώρες, όπως συμφωνήσαμε
Ε! Φαίνεται ότι περίμεναν να φύγετε, κάτι αρχίζει να συμβαίνει. Τα άστρα γίνονται πιο θαμπά. Μοιάζει σαν ένα μεγάλο σύννεφο να σκεπάζει πολύ γρήγορα, όλο τον ουρανό. Δεν είναι όμως σύννεφο. Μοιάζει να έχει κάποια δομή – μπορώ να διακρίνω ένα θαμπό δίχτυ από γραμμές και ταινίες που συνεχώς αλλάζουν θέση. Είναι σαν να έχουν πλεχτεί τα άστρα μέσα σε ένα άυλο ιστό αράχνης.
Όλο το δίχτυ αρχίζει να λάμπει – να πάλλεται ρυθμικά με φως, σαν να είναι ζωντανό. Και υποθέτω ότι είναι· ή μήπως είναι κάτι πιο πάνω από τη ζωή όσο αυτή πάνω από τον ανόργανο κόσμο;
Η λάμψη φαίνεται να συγκεντρώνεται προς ένα σημείο του ουρανού – περίμενε ένα λεπτό ώσπου να γυρίσω προς το άλλο παράθυρο.
Ναι – έπρεπε να το είχε μαντέψει. Είναι μια πελώρια πύρινη στήλη, σαν ένα δέντρο από φωτιά που υψώνεται από τον δυτικό ορίζοντα. Είναι πάρα πολύ μακριά, στην άλλη άκρη του κόσμου. Ξέρω από πού ξεπηδά· αυτά ξεκίνησαν επιτέλους για να γίνουν ένα με τον Υπερνού. Η περίοδος της δοκιμασίας τους τελείωσε· αφήνουν πίσω τους τα τελευταία ίχνη ύλης.
Καθώς αυτή η φωτιά υψώνεται πιο ψηλά από τη Γη, βλέπω ότι το δίχτυ αυτό γίνεται πιο σταθερό και λιγότερο αέρινο. Σε μερικά σημεία φαίνεται σαν να είναι στερεό – κι όμως τα άστρα ακόμη λάμπουν αμυδρά πίσω του.
Μόλις τώρα το κατάλαβα. Δεν είναι ακριβώς το ίδιο αλλά εκείνο το πράγμα που είδα, Καρέλλεν, να βγαίνει από τον κόσμο σας, έμοιαζε πάρα πολύ με αυτό εδώ. Ήταν κι αυτό ένα μέρος του Υπερνού; Υποθέτω ότι μου κρύψατε την αλήθεια ώστε να μην έχω προκατειλημμένες ιδέες – ώστε να είμαι αμερόληπτος παρατηρητής. Πολύ θα ήθελα να ξέρω τι ακριβώς σας δείχνουν αυτή τη στιγμή οι φωτογραφικές μηχανές σας, για να το συγκρίνω με αυτό που ο νους μου φαντάζεται ότι βλέπει!
Τώρα μοιάζει ακριβώς με τα πέπλα του πολικού σέλαος, που χορεύουν και αναβοσβήνουν μπρος από τα άστρα. Όλο το τοπίο γύρω είναι φωτισμένο – πιο λαμπρό και από μέρα – κόκκινα και χρυσά και πράσινα φώτα κυνηγούν το ένα το άλλο πάνω στον ουρανό – ω! δεν υπάρχουν λόγια να το περιγράψω, δεν φαίνεται σωστό ότι είμαι ο μόνος που τα βλέπω.
Η θύελλα κοπάζει τώρα αλλά το πελώριο αέρινο δίχτυ υπάρχει ακόμα. Νομίζω ότι το σέλας αυτό δεν ήταν παρά μια παρενέργεια εκείνων των άγνωστων ενεργειών που απελευθερώνονται ψηλά εκεί στα σύνορα του διαστήματος…
Μια στιγμή· τώρα παρατήρησα κάτι άλλο. Το βάρος μου μειώνεται. Τι σημαίνει αυτό; Άφησα να πέσει ένα μολύβι – πέφτει πολύ σιγά. Κάτι συνέβη στην βαρύτητα – τώρα αρχίζει να φυσά ένας πολύ δυνατός αέρας. Πέτρες υψώνονται, σχεδόν σαν η Γη η ίδια να προσπαθεί να τους ακολουθήσει στο διάστημα. Τώρα δημιουργήθηκε ένα μεγάλο σύννεφο από σκόνη που το ύψωσε η θύελλα. Δυσκολεύομαι να δω – ίσως σε λίγο να καθαρίσει.
Ναι – τώρα είναι πιο καλά. Όλα όσα μπορούσαν να μετακινηθούν έχουν φύγει – τα σύννεφα της σκόνης έχουν εξαφανιστεί.
Παράξενο· όλα γύρω μου είναι τα ίδια. Δεν ξέρω γιατί, αλλά είχα την ιδέα ότι…»
Ο Γιαν σταμάτησε. Για μια στιγμή αγωνίστηκε να βρει τις λέξεις, κατόπιν έκλεισε τα μάτια του σε μια προσπάθεια να κοντρολάρει τον εαυτό του. Τώρα δεν είναι καιρός για φόβο ή πανικό· είχε να εκτελέσει ένα καθήκον – ένα καθήκον προς τον Άνθρωπο και ένα καθήκον προς τον Καρέλλεν.
Αργά – αργά στην αρχή, σαν κάποιος που ξυπνά από ένα όνειρο, άρχισε να μιλά:
«Τα κτίρια γύρω μου… το έδαφος… τα βουνά… όλα είναι σαν γυάλινα. Μπορώ και βλέπω μέσα τους. Η Γη διαλύεται … το βάρος μου έχει σχεδόν χαθεί… Είχες δίκιο… τελείωσαν να παίζουν με τα παιγνίδια τους…
Δεν θα κρατήσει ακόμη, παρά λίγα λεπτά μόνο. Να, τα βουνά χάθηκαν σαν τουλίπες από καπνό. Αντίο Καρέλλεν, Ρασαβεράκ… σας λυπάμαι. Αν και δεν μπορώ να το καταλάβω, είδα το τι έγινε η φυλή μου. Όλα όσα επιτύχαμε έχουν ανέβη εκεί ψηλά στα αστέρια. Ίσως αυτό να ήταν εκείνο που προσπάθησαν να πουν οι αρχαίες θρησκείες. Μόνο που είχαν ένα λάθος: νόμιζαν ότι η ανθρωπότητα ήταν κάτι το πολύ σπουδαίο ενώ είμαστε μια μόνο φυλή μέσα στις … ξέρεις εσύ πόσες άλλες; Κι όμως τώρα γίναμε κάτι που εσείς δεν θα μπορέσετε να γίνετε.
Πάει και ο ποταμός. Κι όμως ο ουρανός δεν ‘έχει αλλάξει. Μόλις που μπορώ ν’ αναπνεύσω. Είναι παράξενο να βλέπεις το φεγγάρι να λάμπει ακόμα εκεί πάνω. Χαίρομαι που έφυγαν, αλλά θα αισθάνομαι πάρα πολύ μόνος.
Το φως! Κάτω από τα πόδια μου – μέσα από την Γη – λάμπει προς τα πάνω, μέσα από τους βράχους, το έδαφος, τα πάντα – γίνεται πιο δυνατό, πιο δυνατό, εκτυφλωτικό…»
Μέσα σε μια αθόρυβη έκρηξη φωτός, ο πυρήνας της Γης εξαπέλυσε τις ενέργειες που φύλαγε. Για λίγο τα κύματα βαρύτητας διέσχισαν και ξαναδιέσχισαν το Ηλιακό σύστημα, ταράζοντας ελάχιστα τις τροχιές των πλανητών. Κατόπιν τα υπόλοιπα παιδιά του Ήλιου συνέχισαν και πάλι τους πανάρχαιους δρόμους τους, όπως οι φελλοί που πλέουν πάνω σε μια ήρεμη λίμνη ξεπερνούν τα κυματάκια που δημιουργεί το πέσιμο μιας πέτρας.
Έξη χιλιάδες εκατομμύρια χιλιόμετρα πέρα από την τροχιά του Πλούτωνα, ο Καρέλλεν καθόταν μπροστά σε μια οθόνη που είχε σκοτεινιάσει. Η καταγραφή είχε συμπληρωθεί, η αποστολή είχε τελειώσει· τώρα πήγαινε πίσω προς τον κόσμο του που τον είχε αφήσει τόσο καιρό πριν. Το βάρος των αιώνων ήταν πεσμένο στους ώμους του και μια λύπη που καμιά λογική δεν μπορούσε να διαλύσει. Δεν πενθούσε για τον Άνθρωπο· η λύπη του ήταν για την δικιά του φυλή, που ήταν για πάντα αποκλεισμένη από ένα μεγαλείο από δυνάμεις που δεν μπορούσε να υπερνικήσει.
Παρ’ όλα τα επιτεύγματά του, σκέφτηκε ο Καρέλλεν, παρ’ όλη την κυριαρχία του πάνω στο φυσικό σύμπαν, ο λαός του δεν ήταν καλύτερος από μια φυλή που είχε περάσει όλη την ύπαρξη της πάνω σε μια επίπεδη και σκονισμένη πεδιάδα. Πέρα μακριά ήταν τα βουνά, όπου κατοικούσαν η δύναμη και η ομορφιά, όπου ο κεραυνός έπαιζε πάνω στους πάγους και όπου ο αέρας ήταν καθαρός και δροσερός. Εκεί ο ήλιος περπατούσε ακόμη, μεταμορφώνοντας τις κορυφές σε θαύματα, ενώ όλη η χώρα κάτω ήταν σκεπασμένη με σκοτάδι. Και το μόνο που μπορούσαν να κάνουν ήταν να βλέπουν και να θαυμάζουν· ποτέ τους δεν θα μπορούσαν να σκαρφαλώσουν στα ύψη αυτά.
Κι όμως ο Καρέλλεν, το ήξερε, θα έμεναν σταθεροί ως το τέλος· θα περίμεναν χωρίς απελπισία τη μοίρα που τους ανήκε. Θα υπηρετούσαν τον Υπερνού γιατί δεν είχαν άλλη εκλογή.
Η μεγάλη οθόνη ελέγχου φωτίστηκε για μια στιγμή με σοβαρό, πορφυρό χρώμα: χωρίς συνειδητή προσπάθεια ο Καρέλλεν διάβασε το μήνυμα που έδιναν τα εναλλασσόμενα σχέδιά της. Το πλοίο άφηνε τα όρια του Ηλιακού συστήματος· οι ενέργειες που έδιναν δύναμη στον αστροκινητήρα έσβηνε γοργά, αλλά είχαν κάνει τη δουλειά τους.
Ο Καρέλλεν ύψωσε το χέρι του και η εικόνα άλλαξε πάλι. Ένα μοναχικό φωτεινό άστρο έλαμψε στο κέντρο της οθόνης· κανείς δεν μπορούσε να διακρίνει, από την απόσταση αυτή, ότι ο Ήλιος είχε κάποτε πλανήτες ή ότι τώρα ένας απ’ αυτούς είχε χαθεί. Για αρκετή ώρα ο Καρέλλεν κοίταζε πέρα πάνω από το χάσμα που διαρκώς μεγάλωνε, ενώ πολλές αναμνήσεις έτρεχαν μέσα στο πελώριο και λαβυρινθώδες μυαλό του. Σ’ ένα σιωπηλό αποχαιρετισμό, χαιρέτισε τους ανθρώπους που είχε γνωρίσει, που είτε τον είχαν εμποδίσει, είτε τον είχαν βοηθήσει στο σκοπό του.
Κανείς δεν τόλμησε να τον ενοχλήσει ή να διακόψει τις σκέψεις του· σύντομα έστρεψε την πλάτη του προς τον Ήλιο που χανόταν σιγά – σιγά. –

ΤΕΛΟΣ




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου