Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 25
Κάτι κρύο κατάλαβε στο χέρι του. Ένα μέταλλο ή κάποιο κρύο υγρό τον ενοχλούσε. Άνοιξε τα μάτια του σε ένα όμορφο δειλινό. Η άκρη μιας ασπίδας κάποιου πολεμιστή, ακουμπούσε πάνω στον δεξί του αγκώνα και τον ενοχλούσε. Ο Τελευτίας ανακάθισε στο έδαφος και έτριψε τα μάτια του. Κατάλαβε την ώρα, από το χρώμα του ήλιου. Δίπλα του ο τόπος έσφυζε από ζωή και κίνηση. Και ήχους. Και μυρωδιές ανθρώπινες, δελεαστικά γνώριμες. Άκουσε κάποιον να βρίζει, έναν άλλο να βήχει με μανία…
-«Κοιμόμουν λοιπόν….», σκέφτηκε χαμογελώντας! Αναρωτήθηκε για το τι μπορεί να «μαγειρέψει» το μυαλό, ειδικά όταν είσαι κουρασμένος. Τεντώθηκε και ανακάλυψε ότι είχαν πιαστεί όλοι του οι μύες. Γύρισε ολόγυρα το βλέμμα του. Κανένας δεν ενδιαφερόταν γι αυτόν. Όλοι οι στρατιώτες είχαν και από κάτι να κάνουν. Άλλος προσπαθούσε να δέσει τα κορδόνια στα σανδάλια του, άλλος γυάλιζε το κράνος του, άλλος προσπαθούσε να λούσει τα μαλλιά του… σηκώθηκε και έκανε να περπατήσει. Στο βάθος του στρατοπέδου, λίγο πιο χαμηλά από κει που στεκόταν, αντίκρισε τη σκηνή των στρατηγών. Απ’ έξω στέκονταν ακίνητοι δυο άντρες με πλήρη πανοπλία και οπλισμό. Θυμήθηκε την σκηνή στο όνειρό του. Του φάνηκε σαν να είδε ακριβώς την ίδια εικόνα. Χαμογέλασε και πήρε μια μεγάλη ανάσα. Ο αέρας του θύμιζε κάτι…. Κάτι πολύ γνώριμο και οικείο. Έψαξε με τα μάτια να δει τα λουλούδια που έδιναν αυτή την ευωδία. Πουθενά όμως δεν αντίκρισε γιασεμιά και κρίνους. Κι όμως, ο τόπος όλος μύριζε αρκετά έντονα. Πήρε τον θώρακά του, απίθωσε στο χώμα το ξίφος του και κρέμασε την ασπίδα στην πλάτη. Φόρεσε το κράνος, υποσχόμενος στον εαυτό του να το διορθώσει κάποια στιγμή. Τα δόρατά του, ήθελαν μικροδιορθώσεις στην ακίδα τους. Θα τα άφηνε στον οπλουργό. Φόρεσε τον θώρακα και σήκωσε το μεγάλο  σπαθί, το πέρασε στην δερμάτινη θήκη και έκανε να κατέβει προς το κέντρο του στρατοπέδου. Αριστερά του κάποιοι στρατιώτες ασκούνταν στη ξιφομαχία υπό το βλέμμα ενός νεαρού λοχαγού, ενώ σε καμιά τριανταριά μέτρα μπροστά του, μια ομάδα από νέους, περίπου διακόσια άτομα σε σειρά, έτρεχαν με ελαφρύ τρεχαλητό, μέσα στη σκόνη που οι ίδιοι δημιουργούσαν, γυμνοί από την μέση και πάνω, με τον ιδρώτα αλλού να γυαλίζει τους μυς τους και αλλού να δημιουργεί ένα στρώμα λάσπης με την σκόνη. Θαύμασε τα κορμιά που έβλεπε, αλλά και δεν μπορούσε να μην σκεφτεί, πόσα απ’ αυτά τα παιδιά θα πέρναγαν τον Αχέροντα. 
Ο ήλιος είχε τώρα κοκκινίσει το απέναντι βουνό. Σκέφτηκε την Ελπινίκη και τον μικρό τους μπελά. Του άρεσε να τον αποκαλεί «μπελά». Την είδε στην φαντασία του να κάθεται έξω, στην μικρή αυλή με το μωρό στην αγκαλιά. Έβλεπε το χρώμα του λιογέρματος να της βάφει τα μαύρα της μαλλιά. Τα χέρια της τώρα είχαν γίνει άλικα, λες και ήταν αλειμμένα με το αίμα του ήλιου. Πόσο ζεστά ένιωθε κάθε φορά που την σκεφτόταν! Πόσο θα ήθελε να είχε φτιάξει μια μηχανή που να μπορεί να της μιλάει από μακριά! Ήξερε ότι κάποτε θα γινόταν κι αυτό, γιατί όπως του είχε πει κάποτε ο πατέρας του, όταν ήταν μικρός, ο άνθρωπος, αρκεί να σκεφτεί κάτι και σίγουρα κάποια στιγμή θα το κάνει. Όσο κι αν δεν θέλουν οι Θεοί και τα δαιμόνια! Ίσιωσε την ασπίδα που είχε αρχίσει να γέρνει στον ώμο του. Τίναξε τα πόδια και με μεγάλη του χαρά διαπίστωσε ότι είχε αρκετές δυνάμεις ακόμα παρά την ηλικία του. Σαν μεγάλος, είχε τα προνόμια από τους αξιωματικούς, να γυμνάζεται μόνος του κι όχι μαζί με τα νέα παιδιά, πολλά εκ των οποίων έπαιρναν εκπαίδευση για πρώτη φορά. Πλησίασε σε ένα δέντρο και πέρασε στο χέρι την ασπίδα, που κάποτε ανήκε σε έναν Αθηναίο, μάλλον ευγενικής καταγωγής, αν έκρινε σωστά, από τα ανάγλυφα στην οθόνη της. Ένα μεγάλο Α με δυό φίδια σταυρωτά. Οι φθορές βέβαια έδειχναν την συμμετοχή της σε μάχες. «Πολύ πιθανό», σκέφτηκε, «ίσως εναντίον των Θηβαίων και Χαλκιδέων, ίσως ακόμη….» και αυτό του άρεσε πιο πολύ, «εναντίον των Περσών , στις Σάρδεις». Χαμογέλασε με την σκέψη του και κοίταξε τον μεγάλο δίσκο. Προχώρησε προς τον μικρό λόφο δεξιά του, προσπαθώντας να ανέβει την ανηφόρα χωρίς να σταματήσει τον βηματισμό του. Ήθελε να μετρήσει τις αντοχές του, τα πόδια του αλλά και τα πνευμόνια. Δεν λαχάνιασε, μόνο αισθάνθηκε μια δυσφορία, τίποτα ανησυχητικό, αλλά κατάλαβε ότι έπρεπε να δουλέψει λίγο ακόμα αν ήθελε να είναι έτοιμος για μάχη. Σήκωσε τα φορτωμένα από όπλα χέρια του στον αέρα και δοκίμασε να κάνει ασκήσεις. Μια, δυό τρείς φορές, χαμογέλασε ικανοποιημένος ανακαλύπτοντας πως μπορούσε πολλές ακόμα. Μακριά από τους άλλους, ένοιωθε καλά. Πήρε μια μεγάλη ανάσα από τον μυρωδάτο αέρα. Η φωνή δίπλα του ακούστηκε καθαρή και δυνατή. 
-«Λοιπόν και οι γέροι θα πολεμήσουν τώρα;»
Γύρισε απότομα , ξαφνιασμένος, αφού δεν είχε προσέξει κανένα να ανεβαίνει μαζί του στο λόφο. Δεξιά του δεν είδε κάποιον. Κοίταξε καλύτερα … δυό άντρες ήταν ξαπλωμένοι κάτω από ένα πουρνάρι και σχεδόν καλυμμένοι, δεν γίνονταν αντιληπτοί. Φορούσαν θώρακα, φαίνονταν πολεμιστές, αλλά ο λευκός χιτώνας που φορούσαν οι Αθηναίοι, απλά δεν ήταν λευκός. Το σκούρο κόκκινο χρώμα που έβλεπε στους ώμους τους, του μαρτυρούσαν την καταγωγή τους. «Λακεδαιμόνιοι…», σκέφτηκε και κατέβασε ασυναίσθητα τα χέρια, σε στάση άμυνας. Οι δυό άντρες χαμογελούσαν, σχεδόν περιφρονητικά. Προσπάθησε να διακρίνει το πρόσωπό τους, μέσα από τις σκιές που δημιουργούσαν τα κλαδιά του πουρναριού. Κάποια στιγμή κατάφερε να διακρίνει και αυτό ήταν ένα μεγάλο σοκ για τον εγκέφαλό του. Τους ήξερε, αλλά ήταν σίγουρος πως δεν τους είχε ξαναδεί στη ζωή του. Τουλάχιστον στην θνητή του ζωή.
-«Ευρυ…. Ευρυάνακτα …. Σε λένε;», ρώτησε με τρόμο στην φωνή.
Ο άντρας στο οποίον απευθυνόταν, συνοφρυώθηκε και ανακάθισε. Έκανε να σηκωθεί, πιάνοντας το μεγάλο του σπαθί. Ο σύντροφός του, τον μιμήθηκε.
-«Και που ξέρεις το όνομά μου Αθηναίε; Ποιός είσαι; Πες μου…»
Κανείς από τους τρείς τους δεν μπορούσε να καταλάβει τι γίνεται. Κοιτούσαν ο ένας τον άλλο , αμήχανοι και απορημένοι.
-«Κι εσύ … πρέπει να είσαι ο Λίχης… έτσι; Από την Σπάρτη ναι;». Κινήθηκε προς το μέρος τους με αργά βήματα σωστά ζυγισμένα, να μη δείχνουν τα πόδια του βιασύνη, να μη δείχνει το σώμα απειλητική ή επιθετική διάθεση. Πλησίασε και επιδεικτικά με θόρυβο, έβαλε το σπαθί που κρατούσε στη θήκη. Αυτή η κίνηση ηρέμησε τους δυό ξένους, που έκαναν την ίδια ακριβώς κίνηση. Έτεινε το χέρι σε χαιρετισμό, ανταποκρίθηκαν. Όμως η απορία δεν είχε φύγει από τα μάτια τους και η απάντηση τους έκαιγε τα σωθικά. Κάθισαν. Τους είπε όλη την ιστορία, το όνειρό του, την συνάντησή τους, για τους νησιώτες που μάλλον θα συναντούσαν και αυτούς, για τον Απόλλωνα που τους υποσχέθηκε καλή και μεγάλη ζωή.
«… και εγώ δεν πίστεψα, απλά όνειρο ήταν, είπα, μέχρι που σας είδα. Και μα τον Δία, είσαστε αληθινοί… όπως στο όνειρο… με σάρκα και οστά!». Σταμάτησε και τους ξανακοίταξε βαθιά στα μάτια. Τον λόγο πήρε ο Ευρυάναξ:
-«Δηλαδή  θα συναντήσουμε και τους νησιώτες, όπως λες! Μια στιγμή γιατί θόλωσε το μυαλό μου…», είδε τον Λίχη που καθόταν λίγο πιο μακριά να κουνάει το κεφάλι καταφατικά, «… ο Θεός σου είπε μια… πώς να την πω… προφητεία; Σου είπε για την μάχη; Για την έκβασή της; Για την ζωή μας;». Το χαμόγελο στα χείλη του Σπαρτιάτη τώρα, ήταν μια  απορημένη και ηλίθια γκριμάτσα. 
-«Ναι, αυτό είδα… αλλά όχι για την έκβαση της μάχης. Όχι αυτό, μόνο για μας κατάλαβα…»
-«Και αυτόν τον Λάφιλο, πως θα τον γνωρίσουμε; Κάποιο χαρακτηριστικό; Εκτός βέβαια αυτόν τον πιτσιρικά δίπλα. Κάτι άλλο;»
Ο Τελευτίας κούνησε τους ώμους του, δείχνοντας ότι δεν ήξερε τίποτα άλλο. Γύρισε το βλέμμα στα ριζά του λόφου:
-«Κάτι μπορεί να μας δείξει ο Θεός…», είπε. Το πίστευε.
Ο ήλιος πια είχε αρχίσει να κρύβεται πίσω από το βουνό της Πεντέλης. Το γκρι χρώμα έβαφε τα σύννεφα  όλο και πιο σκοτεινά. Ο Λίχης άναψε ένα δαυλό και οι τρείς άντρες αποφάσισαν να κατέβουν στα καταλύματά τους. Πήραν το μικρό μονοπάτι και άρχισαν να κατεβαίνουν προσεκτικά, ανάμεσα από τις πέτρες και την αψιθιά. Ο Λίχης επηρεασμένος από την αφήγηση του Αθηναίου, έριχνε το βλέμμα τριγύρω… μήπως και δει τους νησιώτες. Έφτασαν την ώρα του συσσιτίου και κάθισαν να απολαύσουν το κριθαρένιο ψωμί, τις ελιές και το κρεμμύδι. Ήπιαν το κρασί που τους αναλογούσε και συνέχισαν την κουβέντα τους. Τον Ευρυάνακτα τον ενοχλούσε που ο Τελευτίας ήξερε τόσα πολλά γι αυτούς, ενώ εκείνος τώρα τον γνώριζε. Πειθαρχημένος όμως όπως ήταν, δεν έδειξε τίποτα. Γύρισε το βλέμμα προς την άκρη του στρατοπέδου, τρώγοντας με το δεξί χέρι, λερώνοντας τα γένια του με ψίχουλα. Η νύχτα έφτανε στο κατόπι τους, αργά – αργά και τους τύλιγε με το σκοτεινό της πέπλο. Τα μάτια άρχισαν να βαραίνουν και οι δυό Λακεδαιμόνιοι, συνεννοήθηκαν με το βλέμμα για λίγη ανάπαυση. Πρώτος ξάπλωσε ο Λίχης, ενώ ο φίλος του, έμεινε καθισμένος σε μια μεγάλη κοτρώνα, να συνεχίσει την ονειροπόλησή του. Προσπαθούσε να «χωνέψει» τα λεγόμενα του Αθηναίου. Προσπαθούσε να καταλάβει την κατάσταση γύρω του. Εκεί που είχε απλοποιήσει τη θέση του απέναντι των συμπατριωτών του, εκεί στη Σπάρτη, τώρα πάλι κάτι τον ενοχλούσε. Ίσως τώρα για πρώτη φορά να συνειδητοποιούσε, σοβαρά, την παρακοή τους απέναντι στους πάτριους νόμους. Ένα σφίξιμο τον έπιασε στο στομάχι, ένα περίεργο τράβηγμα, σαν αυτό που τον τυραννούσε όταν μικρό παιδί, έπρεπε να περάσει τις δοκιμασίες του μαστιγώματος και της τιμωρίας, στην Σπαρτιατική εκπαίδευση. Δεν φοβόταν, όχι συνειδητά τουλάχιστον, αλλά κάτι σαν υποσχόμενο κακό, ένοιωθε γύρω του. Μάλλον αναστάτωση που προερχόταν από την αβεβαιότητα της αφήγησης του Τελευτία.
Κάποια στιγμή, είδε τα δέντρα να λικνίζονται βαριεστημένα στο λίγο αεράκι της νύχτας. Κοίταξε τον ουρανό. Τόσα πολλά αστέρια, είχε πολύ καιρό να δει. Και τόσο καθαρά! Ξαφνικά του ήρθε στη μύτη μια ευχάριστη μυρουδιά. Μια πολύ έντονη μυρουδιά. 
-« Ία, ….», είπε δυνατά. Κι όμως αυτά τα λουλούδια, δεν υπήρχαν εκεί κοντά. Το είχε ψάξει στον δρόμο. Μα η οσμή ήταν τόσο έντονη, λες και είχε ξαπλώσει σε λιβάδι γεμάτο! Σηκώθηκε όρθιος και προσπάθησε να ρίξει μια ματιά. Απομάκρυνε τον αναμμένο δαυλό από μπροστά του και έκανε άλλη μια προσπάθεια να τρυπήσει το σκοτάδι, που εν τω μεταξύ είχε «πνίξει» το τοπίο. Άρχισε να γελάει, να γελάει δυνατά με βροντερό γέλιο. Δάκρυα ήρθαν στα μάτια του. Με το χέρι που κρατούσε την δάδα, έκανε κινήσεις στους άλλους πίσω από την πλάτη του , να δουν. Δεν είχε γυρίσει τα μάτια προς τους συντρόφους του κι έτσι παραλίγο να βάλει φωτιά σε ένα πανί που κρεμόταν από το διπλανό δέντρο. Το γέλιο του τώρα είχε γίνει βραχνό και η φωνή του αρκετά ένρινη:
-«Εδώ, απ’ εδώ βρε….», φώναξε
Στο βάθος, εκεί που το φως του μόλις φώτιζε, είδε ένα νέο να περπατάει. Ένα νέο ψηλό και αδύνατο, άταρο στο περπάτημα σε σκληρές πέτρες και στα σκοτάδια. Μα εκείνο που τον έκανε να γελάσει, ήταν …. ο πιτσιρικάς που περπατούσε δίπλα του. Τον κράταγε από το χέρι και μίλαγε ή μάλλον γκρίνιαζε ασταμάτητα , με μια ψιλή φωνή, λες και κοριτσιού.
-«Απ’ εδώ… Λάφιλε, απ’ εδώ….», φώναξε και έκανε τον νεαρό άντρα να σταματήσει απορημένος!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου