Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

Ο ΜΕΤΑΓΕΙΤΝΙΩΝ ΤΗΣ ΔΑΦΝΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 46
Μπορούσε λες κάποιος ν’ ακούσει τους χτύπους της καρδιάς του από απόσταση, που χτύπαγε τόσο δυνατά, σαν ταμπούρλο σαν να  σήμαινε επίθεση φάλαγγας. Η ανάσα του κοφτή και γρήγορη, ενώ το φούσκωμα στο στήθος, του προκαλούσε μια τέτοια δυσφορία που αναγκάστηκε να στηριχτεί στον κορμό της τεράστιας βελανιδιάς δίπλα του. «Γέρασα», σκέφτηκε με μια απογοήτευση στα μάτια…, «γέρασα και όλα τώρα μου φαίνονται δύσκολα και σχεδόν ακατόρθωτα. Βουνό…»
Σε μικρή απόσταση από το σημείο που τελικά σταμάτησαν, τα μάτια του Τελευτία αντίκριζαν τα τείχη της Καδμείας με τις μεγάλες πύλες της. Λέγεται ότι η πόλη είχε δεκατέσσερις, αυτό δεν μπορούσε βέβαια να το δει από κει που στεκόταν, περίφημες για την ομορφιά τους και την αρχιτεκτονική τους τελειότητα, συνδεδεμένες με τον μύθο της Νιόβης. Ο Θεμίστιος γονάτισε δίπλα του και του έδωσε το φλασκί με το κρασί. Κοίταξε και αυτός προς την μεριά της πόλης, μισοκλείνοντας τα μάτια και σμίγοντας τα φρύδια. Είχε παρατηρήσει πως, εδώ και λίγο καιρό, η όραση του δεν ήταν πολύ καλή, είχε αρχίσει να θολώνει στις μεγάλες αποστάσεις. Πρόσεξε ένα τεχνούργημα, κάτι σαν μεγάλο άγαλμα στο κέντρο της μικρής κοιλάδας μπροστά τους, που στεκόταν με τα λαμπερά του χρώματα δίπλα στον δρόμο που οδηγούσε στην κεντρική πύλη της πόλης. Προσπάθησε να διακρίνει καλύτερα. Του φάνηκε σαν ανδριάντας, ή σαν άγαλμα, ψηλό, πάνω από τρία μέτρα, με το χέρι του υψωμένο σε περίεργη στάση, λες και έσπερνε σπόρους στη γη από ψηλά. Ανακάθισε για να το προσέξει καλύτερα και πάλι όμως δεν μπόρεσε να διακρίνει πιο καθαρά.
-«Άγαλμα είναι αυτό;», ρώτησε τον Αθηναίο δείχνοντας συγχρόνως με τον δείκτη του δεξιού του χεριού.
-«Ναι, άγαλμα… και περίτεχνα σκαλισμένο απ’ ότι μπορώ να δω»
-«Και τι αναπαριστά; Αγρότη σε σπορά; Γιατί δείχνει σαν να σπέρνει…»
Ο έμπορος γέλασε, γέλασε δυνατά κάνοντας τον ξαπλωμένο Παίωνα να σηκώσει το κεφάλι και να γρυλλίσει. Αλλά μόνο η Ελπινίκη του έδωσε σημασία, χαϊδεύοντας το μεγάλο του κεφάλι.
-«Όχι δεν δείχνει αγρότη. Οι Καδμείοι τιμούν έτσι τον Δευκαλίωνα, τον πρώτο άνθρωπο, μετά τον μεγάλο κατακλυσμό…»
-«Σοβαρά; Κατακλυσμός; Μεγάλος κατακλυσμός; Δηλαδή θέλεις να πεις… ότι εδώ … υπήρχαν νερά; Πνίγηκαν άνθρωποι;», ρώτησε όλο απορία ο Θράκας. Ο Τελευτίας τον κοίταξε και του χαμογέλασε. Γύρισε προς την Ελπινίκη και με μια αργή κίνηση του χεριού, την προσκάλεσε κοντά τους:
-«Λοιπόν κορίτσι μου, θα κάνεις… την τιμή σε αυτόν τον απαίδευτο Βόρειο, να του πεις το παραμύθι του Δευκαλίωνα και της Πύρρας; Αρκετές ανάσες μου λείπουν, έλεγα να ξεκουραστώ για λίγο…», κύρτωσε τους  ώμους του και έβαλε τα δύο του δάχτυλα στο πλάι του λαιμού σαν να προσπαθούσε να μειώσει τους γρήγορους χτύπους της καρδιάς του. Η γυναίκα κάθισε λίγο πιο κοντά τους και με το ένα χέρι εξακολουθούσε να χαϊδεύει το μεγάλο μαλλιαρό κεφάλι του Παίωνα, ενώ το άλλο, ανέμιζε στον αέρα, σαν να έλεγε στον Θράκα, ότι η ιστορία ήταν κάτι σαν … μύθος, πολύ μακρινό και αόριστο.
-«Έχουμε κάτι καλύτερο να κάνουμε τώρα; Η κούραση μας έχει καταβάλλει κι ένα παραμυθάκι λοιπόν θα ήταν ότι πρέπει να ξεκουραστεί και το μυαλό μας. Δεν συμφωνείς;», την ρώτησε ο Θεμίστιος, για να πάρει και την υποστήριξη του Τελευτία με ένα κούνημα του κεφαλιού.
-«Ωραία λοιπόν, ας πούμε το παραμύθι μας… και όπως αρχίζουν όλοι οι μύθοι… κάποτε βασιλιάς εδώ ήταν ο Δευκαλίων, ένας τρανός και δίκαιος βασιλιάς που είχε παντρευτεί την κόρη του Επιμηθέα και της Πανδώρας, την Πύρρα. Το βασιλικό ζευγάρι ήταν δίκαιο και προσπαθούσε να πράξει το πιο σωστό, για τους υπηκόους. Όμως η κακία των ανθρώπων, η ατιμία και η περιφρόνηση προς τους Θεούς, προκάλεσαν την οργή του Δία που αποφάσισε να τους εξαφανίσει από προσώπου γης…»
-« Όλους τους ανθρώπους; Άνδρες , γυναίκες και παιδιά, … χωρίς να λογαριάσει τίποτα; Χωρίς να εξαιρέσει κανέναν;»
-«Όλους εκτός από δύο ανθρώπους. Τον δίκαιο βασιλιά και την πανέμορφη και συμπονετική γυναίκα του. Παρουσιάστηκε, λένε, ένα βράδυ ο Θεός στον ύπνο του Δευκαλίωνα και τον συμβούλεψε να φτιάξει ένα μεγάλο σκάφος, πιο μεγάλο και από τριήρη, με διπλή στρώση ξύλου στο πλάι του, αλλά χωρίς κατάρτι. Ο βασιλιάς άκουσε την Θεία συμβουλή και το έφτιαξε. Μόλις μπήκε μέσα με την Πύρρα, ο Δίας, άνοιξε τους καταρράκτες του ουρανού και πλημμύρισε όλη την Ελλάδα, απ’ άκρου εις άκρο. Οι άνθρωποι άρχισαν να χάνονται, να πνίγονται ένας προς ένα, αφού η βροχή, αν κάποιος μπορεί να πει βροχή αυτό το φαινόμενο, κράτησε εννέα μέρες και εννέα νύχτες. Και όλο αυτό το διάστημα το ζευγάρι, περιπλανιόταν στα αφρισμένα κύματα, προσπαθώντας να κρατηθούν στη ζωή, μέχρι που την δέκατη μέρα, σαν σταμάτησε η Θεομηνία, το πλοιάριό τους, προσάραξε στο όρος Όθρυς. Μέσα σε λίγες ώρες τα νερά τραβήχτηκαν και το ζεύγος πάτησε στο βρεγμένο έδαφος. Έκαναν θυσία αμέσως στον Φύξιο Δία, τον προστάτη των φυγάδων….», παρατήρησε μια ανεπαίσθητη λάμψη στα μάτια του Θράκα στο άκουσμα του Φύξιου Διός, συνέχισε όμως χωρίς να το σχολιάσει, «… και τον παρακάλεσε να τους βοηθήσει. Ο Θεός που ήξερε το πόσο θεοσεβούμενος ήταν ο Δευκαλίων, του έστειλε τον Ερμή, τον αγγελιαφόρο του, να του μεταφέρει την υπόσχεση ότι θα πραγματοποιούσε αμέσως και χωρίς αντίρρηση την πρώτη του επιθυμία. Και βέβαια αυτή δεν ήταν άλλη από το να επανέλθει το ανθρώπινο γένος. Να δώσει ξανά ζωή στους ανθρώπους!
Ο Δίας, είχε υποσχεθεί με όρκο βαρύ και έτσι έπρεπε να κρατήσει τον λόγο του. Τους έστειλε λοιπόν ένα μήνυμα, πάλι με τον Ερμή. Να σκεπάσουν το πρόσωπο με ένα χοντρό πανί, που τα μάτια τους να μην μπορούν να διακρίνουν το φως και να ρίξουν πίσω από την πλάτη τους, τα οστά της μητέρας τους. Ο Δευκαλίων και η Πύρρα, κατάλαβαν αμέσως το μήνυμα. Έκλεισαν με βρεγμένο πανί τα μάτια και άρχισαν να πετούν πάνω από την πλάτη τους καθώς προχωρούσαν, μικρές πέτρες και βότσαλα. Κι όσες έριχνε ο βασιλιάς, γίνονταν άντρες, ενώ όσες έριχνε η σύντροφός του, γυναίκες….»
-«Κι έτσι ξανάγινε ο κόσμος; Από τις πέτρες;»
-«Ναι, έτσι λέει ο μύθος, από τις πέτρες. Γι αυτό όταν πεθαίνει κάποιος τον ξαναβάζουμε στο χώμα. Για να ξαναγυρίσει στο μέρος από όπου ήρθε. Στην μητέρα γη.»
Ο Τελευτίας που τόση ώρα άκουγε σιωπηλός, άρχισε να γελάει με την προσήλωση του Θράκα. Ένας βήχας έντονος τον έκανε να ταραχτεί ολόκληρος και να προκαλέσει ανησυχία στην Ελπινίκη. Σε λίγο ηρέμισε και άρχισε πάλι το γέλιο. Θαύμασε την γυναίκα δίπλα του και της χάιδεψε το χέρι. Ο Θεμίστιος τράβηξε το βλέμμα του μακριά τους, σαν να τον ενοχλούσε αυτή η κίνηση. Κοίταξε πάλι το τεχνούργημα στο βάθος και φαντάστηκε για άλλη μια φορά την ιστορία που είχε μόλις ακούσει, μέχρι που ένα χέρι τον σκούντησε στον μηρό. Γύρισε το κεφάλι και αντίκρισε το χέρι της γυναίκας που του πρόσφερε ένα κομμάτι κριθαρένιο ψωμί, ένα κρεμμύδι και λίγο αποξηραμένα σύκα. Τα πήρε και έφαγε με βουλιμία. Τα πόδια του είχαν αρχίσει να πονάνε και πάλι, αλλά έσφιξε τα δόντια να μην δείξει τίποτα. Κάτι όμως που δεν πέρασε απαρατήρητο από την γυναίκα.
-«Νομίζω ότι είμαστε όλοι πολύ κουρασμένοι. Θα ήταν καλό να ξεκουραστούμε μέχρι το απόγευμα. Έτσι κι αλλιώς η πόλη δεν πρόκειται πουθενά να πάει. Τι λες άντρα μου;», ακούστηκε η φωνή της Ελπινίκης. Ο Αθηναίος χαμογέλασε και τα μάτια του έδειξαν πολύ κουρασμένα και ξαφνικά είχαν λες μεγαλώσει την ηλικία του. Συμφώνησε μαζί της. Έτεινε το χέρι του να έρθει σιμά του. Εκείνη υπάκουσε και βολεύτηκε στο έδαφος δίπλα του. Του έπιασε το χέρι, πλέκοντας τα δάχτυλά της στα δικά του και σφίγγοντάς τα. Ο άντρας της είχε γυρίσει το βλέμμα στο βάθος της πεδιάδας και έδειχνε αφηρημένος, βυθισμένος σε ποιος ξέρει τι μελαγχολικές σκέψεις. Ανταποκρίθηκε με ένα χλιαρό σφίξιμο της παλάμης της.
-«Θέλεις να μοιραστείς μαζί μου αυτό που σκέφτεσαι;», ακούστηκε η φωνή της χαμηλή και σαν να εκλιπαρούσε. Ο Τελευτίας δεν της απάντησε, λες και δεν την άκουσε, λες και δεν καταλάβαινε πως ήταν εκεί μαζί του. Αν και είχε δροσίσει αρκετά ο καιρός, ο μεσημεριάτικος ήλιος εξακολουθούσε να είναι μαρτύριο και η θερμοκρασία του, έκανε τους ταξιδιώτες να ιδρώνουν και να αγκομαχούν. Μα πάνω απ’ όλα, αυτή η αβάσταχτη υγρασία, σε έκανε να βαριανασαίνεις σαν σκυλί.
-«Θα βρέξει το απόγιομα…», της είπε χωρίς να γυρίσει το βλέμμα του. «Θα βρέξει…» επανέλαβε, «… στα σίγουρα. Ο αέρας μυρίζει …. νερό και τα σύννεφα άρχισαν να σκουραίνουν εκεί…», έδειξε με το λεύτερό του χέρι στον ορίζοντα, «… αμ, βέβαια με τέτοια ζέστη που έκανε τις προηγούμενες μέρες!!!». Βούλιαξε πάλι στη σιωπή του.
-«Αυτό σκεφτόσουν αλήθεια; Θέλεις να πιστέψω ότι σκεφτόσουν την βροχή;», άφησε το χέρι του και έστρεψε το βλέμμα της στο χώμα, λες και είχε παραιτηθεί από την προσπάθειά της για συζήτηση. Θα περίμενε τώρα από τον σύντροφό της την επόμενη κίνηση.
Έμειναν έτσι πάνω από πέντε λεπτά, αμίλητοι και ο καθένας στον δικό του κόσμο. Πιο πέρα ο Θράκας είχε ξαπλώσει και είχε παραδοθεί σε ένα λυτρωτικό ύπνο. Τα σύννεφα είχαν αρχίσει να πυκνώνουν και να παίρνουν εκείνο το ουράνιο γκρι χρώμα, κάνοντας φιλότιμη προσπάθεια να επιβεβαιώσουν τον Τελευτία στις προβλέψεις του. Ένα ελαφρύ αεράκι είχε κάνει την εμφάνισή του, γέρνοντας τις κορυφές των ξεραμένων ψηλών χόρτων και κάνοντας τα δέντρα να ψιθυρίζουν κάποιο σκοπό λες αφιερωμένο στη Γαία.
-«Όχι, δεν είναι η βροχή που σκέφτομαι…», ακούστηκε η φωνή του άντρα, ήρεμη και χωρίς ένταση. Η Ελπινίκη σήκωσε τα μάτια και τον κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια. «…. Είναι τόσα άλλα που με κάνουν ν’ ανησυχώ, που με κάνουν να λυπάμαι, να μελαγχολώ και συνάμα να με οικτίρω…», συνέχισε κοιτώντας πάντα το βάθος της πεδιάδας.
-«Νομίζω ότι για την ανησυχία σου, καταλαβαίνω. Για το αύριο, για το ύστερα…. Αλλά αυτά που σε κάνουν να μελαγχολείς και να λυπάσαι;»
-«…Για όλα αυτά που έγιναν μέχρι τώρα. Για μια ζωή , την δική σου εννοώ, που έτσι ασυλλόγιστα την πέταξα κάτω από τα βράχια του πόθου μου…»
-«… αν εννοείς τον Αγήνορα και την ζωή μου μαζί του, καλό θα ήταν να σου θυμίσω ότι ήταν δική μου και μόνο δική μου απόφαση, έτσι; Εκτός βέβαια αν έχεις μετανιώσει τώρα…»
-«Ναι, δική σου απόφαση. Κι εγώ; Εγώ που σε δέχτηκα έτσι χωρίς δεύτερη κουβέντα; Εγώ που σε έκανα να φτάσεις σε αυτή την απόφαση με την στάση μου τότε στον στάβλο; Είμαι άμοιρος ευθυνών; Είμαι το μικρό παιδάκι που παρασύρθηκα από τα κάλλη μιας γυναίκας και τον πόθο μου; Και η λογική, αυτή που θα έπρεπε να μην σου στερήσει την ζωή που είχες, που ήταν; Νιώθω τόσο λίγος… τόσο μικρός μπροστά στα γεγονότα που έγιναν… τόσο γρήγορα…»
Η γυναίκα ανακινήθηκε στην θέση της, με έκδηλα για πρώτη φορά σημάδια εκνευρισμού. Ρυτίδες δημιουργήθηκαν γύρω από τα μάτια της που το μαύρο χρώμα τους, θύμιζε το σκοτάδι της πιο ασέληνης νύχτας. Είχε την εντύπωση ότι κάποια βαριά πέτρα είχε πέσει στο στήθος της. Προσπάθησε να κρατήσει την ψυχραιμία της. Τελικά μπόρεσε να μιλήσει με σιγανή και ήρεμη φωνή:
-«Δηλαδή… μετάνιωσες;», τον ρώτησε ανήσυχη, κοιτώντας τον διερευνητικά. Έπιασε μια ανεπαίσθητη διαφορά στην ανάσα του, είχε γίνει ελαφρά πιο γρήγορη και κοφτή, σημάδι ότι κάτι πάλευε μέσα του. Η ανησυχία της μεγάλωσε, αφού τώρα πια, ήξερε, δεν θα είχε τίποτα στη ζωή της να κρατηθεί, κανένα να την στηρίξει. Κρεμάστηκε από τα χείλη του, καταβάλλοντας όμως και προσπάθεια να μην δείξει σημάδια δειλίας.
-«Ναι, μετάνιωσα και μάλιστα βαθιά…», ήρθε η απάντηση του άντρα, χωρίς χρώμα στη φωνή, ίσια και σκληρή σαν λεπίδα. Πήρε μια μεγάλη  ανάσα και γύρισε το κεφάλι προς το μέρος της Ελπινίκης που νόμιζε ότι η γη είχε χαθεί κάτω από τα πόδια της, ότι ο ουρανός είχε σκοτεινιάσει. «… μετάνιωσα που άργησα τόσο να το κάνω, που άφησα τόσα χρόνια να φύγουν, που πέρασα τόσες νύχτες που απλά ονειρευόμουν το κορμί σου και τα μάτια σου, την ανάσα και το απαλό του δέρματός σου. Γι αυτό μετάνιωσα, όπως επίσης και για το ότι νόμιζα ότι ήταν επιπολαιότητα η κίνησή μου αυτή η τελευταία. Προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου, ότι έκαμα το καλύτερο και το πιο σωστό. Και για να πεισθώ, πρέπει να βλέπω την χαρά και την ευτυχία στο πρόσωπό σου κορίτσι μου…», (πόσο γλυκό φάνηκε αυτό το ¨κορίτσι μου!¨), «… οπότε καταλαβαίνεις τι μας περιμένει στο κάθε αύριο που θα ξημερώνει ο Δίας. Κάθε στιγμή που θα ζούμε μακριά από την Αθήνα, από τον τόπο μας, ξένοι ανάμεσα σε εχθρικούς ξένους, άοπλοι ανάμεσα σε ξωτικά!»
Η γυναίκα δεν πίστευε σε αυτά τα λόγια που άκουγε, δεν μπορούσε να «χωνέψει», αυτή την μικρή (κατά κάποιο τρόπο), ερωτική εξομολόγηση του λιγομίλητου και σοβαρού συντρόφου της. Τώρα είχε ηρεμίσει και μάλιστα μια ανείπωτη χαρά είχε αρχίσει να την κυριεύει, κάνοντάς την να θέλει να φλυαρήσει κουβέντες σκόρπιες και ευχάριστες, να τον φιλήσει, να τον αγκαλιάσει… αλλά κρατήθηκε. Δεν θα χάλαγε τώρα την εικόνα της Ελπινίκης που ο Αθηναίος ήξερε. Δεν μπορούσε όμως να μείνει ατάραχη έτσι δίπλα του, κάτι την παρακινούσε σε κίνηση. Σηκώθηκε λοιπόν αργά και προσπαθώντας να κρύψει το χαμόγελο που είχε σχηματιστεί στο πρόσωπό της, περπάτησε δυό βήματα μακριά του, έσφιξε τις παλάμες σε γροθιά και τις τίναξε μπροστά από την κοιλιά της, όπου δεν μπορούσε να δει ο άντρας. Ίσιωσε το κορμί:
-«Εκεί κάτω στην παραλία, εκεί που φόραγες το κράνος και κράταγες την ασπίδα, το σπαθί σου πόσους σακάτεψε;»
-«Τι σημασία, τι νόημα έχει αυτό; Εκεί γινόταν μάχη, σκοτώνεις ή σε σφάζουν…»
-«Ναι, αλλά δεν μου απάντησες! Πόσους έστειλες στον Άδη; Πέντε, δέκα, είκοσι;»
-«Κάπου είκοσι με τριάντα, αλλά ακόμη δεν καταλαβαίνω τι θέλεις να πεις…»
-«Και ήταν όλοι τους νέοι; Παλληκάρια; Και εμπειροπόλεμοι, σκληροί πολεμιστές; Πέρσες;»
-«Ναι, εκλεκτοί πολεμιστές, ορεσίβιοι, σκληροτράχηλοι…»
-«Θα ήθελα να σου πω τι λέγεται για τους άντρες της Ανατολής. Μεγάλα φαράγγια, κομματιάζουν τις χώρες της Ασίας, μεγάλα φαράγγια δίπλα σε θεόρατα και άδενδρα βουνά, που το ύψος τους φτάνει στα ουράνια. Το πεζικό, οι άντρες δηλαδή που είχαν την ατυχία να σταθούν μπροστά σου, σε σένα και στους υπόλοιπους της Αθήνας, αλλά εδώ για σένα μιλάω, κατάγονταν από τα βουνά της Περσίας και της Βακτριανής. Βλέπεις μόνο το ιππικό προέρχεται από τις πεδιάδες, εκεί όπου το άλογο έχει νόημα ύπαρξης. Εκεί λοιπόν στην Ανατολή, στα φαράγγια κυλούν τα νερά τους διάφορά ποτάμια, χωρίζοντας τους πληθυσμούς σε φυλές,  φατρίες, που η μια μισεί την άλλη. Αυτό λοιπόν το φατριακό σύστημα σημαίνει συνεχείς διαμάχες και πολέμους. Τα έθιμά τους, απαγορεύουν σε ένα άντρα να παντρευτεί γυναίκα από την δική του περιοχή. Πρέπει να διαλέξει απ’ αλλού. Αν ο πατέρας της δεν δώσει την συγκατάθεσή του, ο μνηστήρας θα κλέψει την κόρη…»
Ο Τελευτίας είχε απορροφηθεί από τα λόγια της και έδειχνε να παρακολουθεί την ιστορία, σαν παραμύθι. Σταύρωσε τα πόδια του και ακούμπησε την πλάτη στο δέντρο και με το ένα χέρι έπαιζε με το χώμα δίπλα του. Έριξε μια ματιά προς την μεριά του Θράκα και θαύμασε την ευκολία με την οποία μπορούσε να κοιμηθεί. Τον άκουσε να ροχαλίζει και να ευχαριστιέται τα όνειρά του.
-«… τότε το σόι της νύφης κάνει επιδρομή για να την πάρει πίσω. Αυτό γίνεται αιτία για να χύνεται πολύ αίμα, να γράφονται ιστορίες με ηρωικά κατορθώματα, θύμισε μου να σου διηγηθώ κάποια, μιαν άλλη στιγμή, ακόμα και ποιήματα. Έχω ακούσει μελωδίες από ταξιδιώτες απ’ όλο τον κόσμο, φίλοι του Αγήνορα και συνεργάτες του και καμιά δεν έχει μείνει στην μνήμη μου, όσο εκείνες των βουνίσιων. Τα τραγούδια μιλούν για έχθρες και καβγαδάκια ερωτευμένων, για απώλεια, για χωρισμό κι εκδίκηση. Η αγάπη που νιώθει ένας ορεσίβιος για τον τόπο του, είναι παράλογη, άσβεστη. Υπάρχουν άνθρωποι που ευνοήθηκαν από τον Μεγάλο Βασιλιά για να οδηγήσουν τους λαούς τους στη μάχη, που οι περιουσίες τους ξεπερνούν εκείνες των ράτζα, των μεγαλογαιοκτημόνων δηλαδή. Κι όμως το μεγαλύτερο όνειρό τους, είναι να επιστρέψουν στον τόπο τους και να λένε τις ιστορίες τους από τις μάχες γύρω από την φωτιά. Πάρε εμάς τους Αθηναίους. Ας είμαστε από το ίδιο μέρος, ας αγαπάμε την πόλη μας το ίδιο. Σε καιρό ειρήνης δεν θα μπορούσαμε να κοιμηθούμε, θα μηχανευόμασταν διάφορα σχέδια για να κόψουμε ο ένας το κεφάλι του άλλου. Ζούμε σε οχυρωμένες πόλεις με μεγάλα τείχη, για να κρατούν έξω τον εχθρό. Είμαστε καλοί πολεμιστές, αλλά δεν πιστεύω τόσο καλοί, όσο ομιλητές.  Άσχετα αν σε δύσκολες καταστάσεις όπως είναι ένας πόλεμος ας πούμε, θα φερόμασταν σαν ένα άτομο. Πάρε τους Σκύθες που είναι καμπίσιοι. Ζουν πάνω στα άλογά τους, ακολουθώντας τα κοπάδια τους και το εποχικό χορτάρι. Είναι άγριοι, αλλά όχι δυνατοί.
Οι ορεσίβιοι όμως… σκληροί σαν την βρομιά, ύπουλοι σαν τα φίδια, άντρες που μπορεί να τους ανοίξεις την κοιλιά με σιδερένιο δόρυ κι όμως είναι σε θέση να συρθούν μέχρι εκεί που είσαι, να σου ξεριζώσουν την καρδιά και να την φάνε ωμή μπροστά σου. Οι βουνίσιοι είναι περήφανοι. Θα σου βγάλουν το συκώτι, έτσι για πλάκα. Όμως ξέρουν να υπακούουν. Οι πατεράδες τους, τους έχουν διδάξει με το βοϊδοτόμαρο της ζώνης τους…»
-«Προσπαθώ να καταλάβω τι θέλεις να μου πεις. Ξέρω για τους στρατιώτες του Δαρείου, τους αντιμετώπισα, ξέρω πως πολεμούν και τι είναι ικανοί να κάνουν…»
-«Και απ’ αυτούς μέσα σε μερικές ώρες, έστειλες στα Τάρταρα καμιά τριανταριά ε; Εσύ ένας Μαραθωνομάχος να φοβάσαι τώρα τον Αγήνορα και την άγνωστη χώρα των Καδμείων; Νομίζω ότι είναι παρανοϊκό ακόμα και για αστείο να το πεις. Και μένα σύμμαχο….»
Γέλασε, έκανε μια απότομη στροφή γύρω από τον εαυτό της κι έπεσε, κάπως άτσαλα μάλλον, πάνω του. Τον φίλησε στο στόμα με όλη την δύναμη και το πάθος που είχε συσσωρευτεί μέσα της, μετά την προηγούμενη απάντησή του. Έκλεισε τα μάτια και το χέρι της ανασήκωσε το χιτώνιό του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου