Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Πέμπτη 20 Οκτωβρίου 2016

ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΤΗΣ ΓΩΝΙΑΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 8

«Νόμιζα πως τα κοπελούϊα που τους κάμουσι πρόταση γάμου, κλαίουσι. Μα εδώ να, βλέπουμι γέλια και χαρές ε;», είπε ο κυρ Χριστόφορος ο Τσιμπίδας, προσπαθώντας μάταια με το χέρι του να διώξει εκείνο το σύννεφο τσίπουρου, μπροστά από τα μάτια του και το νου του. «Άντε βρε Κλεανθιό, άντε βάλε μας άλλο ένα, άντε βρε να δω την πέρδικά μου, την κερά μου δελφίνι αντίς για φάλαινα μαθές. Άντες γιόκα μου…», προσπάθησε να κρατηθεί ίσιος (δύσκολο!) πάνω στη καρέκλα. «Άντες βρε… τώρα π’ έχεις και χαρές!», συνέχισε και σήκωσε το ποτήρι του στον αέρα.
«Νομίζω ότι αρκετά ήπιες κυρ Χριστόφορε. Γοργόνα θα τη δεις, άντε, τέρμα το πιοτί. Ώρα για το σπίτι, άντε και μένεις στον Αι Στέφανο, τόση ώρα δρόμο έχεις μπροστά σου…», απάντησε ο Κλεάνθης και χαμογέλασε. Σηκώθηκε και έκανε μια προσπάθεια να σηκώσει τον γεροναυτικό, αλλά μάταια. Κάθε που τον τράβαγε από τις μασχάλες, εκείνος σήκωνε τους ώμους, χωρίς αντίσταση και έμοιαζε με ένα άβουλο σακί από πατάτες, μέχρι που τα χέρια του Κλεάνθη, γλίστραγαν και το αποτέλεσμα, ήταν μια τρύπα στο νερό.
«Άει πανάθεμά σε καπετάνιε. Και πως θα ξεμπλέξω από σένα τώρα», του είπε, «… έτσι που έγινες». Το τσιγάρο στο στόμα, είχε αρχίσει να του καίει τα χείλη.
«Έλα… μωρέ … ένα μικρό καρφαρά… καριφ… καραφάκι ακόμα βρε…», κατάφερε να συλλαβίσει ο ναυτικός.
Οι δυό γυναίκες, έβλεπαν τον αδερφό τους να παλεύει με τον κυρ Χριστόφορο και αποφάσισαν να τον βοηθήσουν. Και σαν από θαύμα, μόλις του μίλησαν, εκείνος έκανε την πρώτη προσπάθεια να σηκωθεί από μόνος του. Δεν τα κατάφερε. Ούτε με τη δεύτερη κι ας τον βοηθούσαν και οι τρεις τους. Με την τέταρτη όμως στάθηκε όρθιος, στραβογωνιασμένος βέβαια, αλλά όρθιος.
Πήρε το δρόμο για το σπίτι του, σταμάτησε σε κάποια γωνία λίγο πιο κάτω – τα αδέρφια τον είδαν να σκύβει, πιθανώς έβγαζε το περιεχόμενο του στομαχιού του στο χώμα του πεζοδρομίου – και συνέχισε τον σαν σε χορευτικούς ρυθμούς δρόμο του.
«Τώρα τα που… λιά… τώρα τα χελιδόνια…. Τώρα οι… πέρδικες… συχνολαλούν και … λένε…»40 ακούστηκε από μακριά να σβήνει μαζί με την εικόνα του ναυτικού.
Ο Κλεάνθης γέλασε με τα καμώματα του γεροναυτικού. Γύρισε στις αδερφές του:
«Και τώρα; Τώρα τι κάνουμε μικρή μου; Εντάξει εμείς, … ας πούμε μας κατάφερες… έτσι Καλοτίνα;», εισέπραξε το καταφατικό κούνημα του κεφαλιού της μεγάλης του αδερφής, «… άντες… εντάξει και με τον Μέμο, αδιάφορος για όλα είναι, αλλά με τον πατέρα; Κι ας πούμε εντάξει και με κείνον… με την Κυράννα; Θυμάσαι το βλέμμα της τις προάλλες που τόλμησες να της φέρεις αντίρρηση για… εκείνη … ξέρεις την κουβέντα που είχατε. Εκείνη την ημέρα που μάθαμε για τον Χαλίκο!»
«Θα την καταφέρει κι αυτήν», ακούστηκε σοβαρή η φωνή της Καλοτίνας. «Δεν έχω δει αγάπη να νικιέται. Όχι ακόμα τουλάχιστο. Αν τα παιδιά αγαπιούνται και αν είναι σίγουρα γι αυτό, τότε όλα θα πάνε καλά. Δεν μπορεί να τυραννάει η αγάπη τους αχάιδευτους και να μη βοηθάει τους ερωτευμένους! Το κόστος μπορεί να είναι μεγάλο, μπορεί το φορτίο να είναι βαρύ, αλλά στο τέλος θα νικήσουν. Αλλά είπαμε… αρκεί να είναι σίγουροι γι αυτό που θέλουσι…»
Ο Κλεάνθης κούνησε το κεφάλι σαν σκεφτόταν τα λόγια της μεγάλης του αδερφής. Κι αυτός το πίστευε αυτό. Και στους αχάιδευτους ανθρώπους, ήταν εκτός από την Καλοτίνα και αυτός. Καταλάβαινε τι σήμαινε έρωτας, αγάπη, πόθος. Έπρεπε λοιπόν να βοηθήσει όπως μπορούσε. Το όφειλε στον εαυτό του, αλλά και στις δυό κοπελούες του.
Θα περίμεναν μερικές μέρες, θα κατέστρωναν μαζί κάποιο σχέδιο, κάποιο τρόπο να το ξεφουρνίσει η «μικρή». Και τότε… ο Θεός βοηθός! Βέβαια αυτά υπολόγιζαν, το τι θα έφερνε η ζωή, ήταν άλλο.
Ο Κλεάνθης άρχισε να μαζεύει το μαγαζί. Δεν είχε παράπονο, η μέρα είχε πάει καλά. Οι κοπέλες ήταν μέσα στη κουζίνα και μάζευαν, έπλεναν και συζητούσαν όπως μόνο οι γυναίκες ξέρουν να τα λένε. Δεν ήταν και λίγο αυτό που τους είχε ανακοινώσει η Νικολέτα.
Στην πρόταση που έκανε ο Κλεάνθης, να πάρει δηλαδή στο καφενείο τον Σέμο, να μη δουλεύει ο «γαμπρός» (συνειδητοποίησε ότι τον είπε «γαμπρό») του σε ξένα χέρια, ήρθε αντιμέτωπος με την, σαν τείχος, αντίρρηση της Νικολέτας.
«Ο Σέμος…», του είπε, «… θέλει μόνος του να παλέψει. Θέλει μόνος του να τα καταφέρει. Έχει γερά χέρια και θέληση για δουλειά» και η κουβέντα σταμάτησε εκεί.
Σαν πήγαν σπίτι, κατά τις εννιά και μισή, ένοιωθαν και οι τρεις κάπως… σαν ένοχοι. Τρεις συνωμότες στην ευτυχία. Δεν άλλαξαν τις βραδινές συνήθειές τους. Ετοίμασαν οι δυο κόρες το φαγητό, ο Κλεάνθης συζήτησε λίγο με τον πατέρα του τον κυρ Δημητρό για κάποιο θέμα που έγραφε η εφημερίδα και ο Μέμος, φλυαρούσε συνέχεια για τον μεγάλο ροφό που είχε πιάσει. Και με το δίκιο του άλλωστε, ροφός εικοσιπέντε κιλών με αγκίστρι… ε, δεν έπιανε κανείς κάθε μέρα!
Στη διάρκεια του φαγητού, η Κυράννα σέρβιρε και τα μικρά κομμάτια από το μουούρι που της είχε δώσει η Μέλπω του Άστρα. Όλοι έβγαλαν ένα επιφώνημα θαυμασμού στην θέα του. Σε όλους άρεσε και δύσκολα το έφτιαχναν λόγω της πολυπλοκότητάς του.
Τα μάτια της εύσωμης γυναίκας, από ένστικτο θα έλεγε κανείς, πήγαιναν στα παιδιά της. Μια στο αρσενικό το μεγάλο, μια στη μια κόρη, μια στην άλλη. Κάτι έπιασε στην ατμόσφαιρα, κάτι ανησυχητικό και επιθυμούσε διακαώς να μάθει. Δεν της πήγαιναν τα μυστικά. Ειδικά μέσα στην οικογένειά της. Και όλα έγιναν ακόμη πιο ανησυχητικά και «βαριά», σαν η Νικολέτα, κάποια στιγμή, απέφυγε να διασταυρώσει το βλέμμα της με το δικό της. Θέλησε να ρωτήσει, μα έκρινε ότι η υπομονή θα ήταν καλύτερος φίλος της. Ξανακοίταξε την μικρή της κόρη και αντιμετώπισε την ίδια αντίδραση.
«Καλά μαρή, που θα πάει… κάτι μου κρύβεις, αλλά θα το μάθω…», σκέφτηκε.
 Ήταν έξυπνη γυναίκα η Κυράννα και τέτοια πράγματα δεν της ξέφευγαν. Αλλά τα πράγματα έγιναν ακόμα πιο περίπλοκα σαν είδε την ίδια αντίδραση και από τα άλλα της παιδιά. Εκτός του Μέμου.
«Α…, μάλιστα. Κάτι ξέρουν και τα τρία και δεν μου το λένε. Και ο Μέμος; Καλά αυτός είναι εκτός μυστικού μάλλον. Για να δούμε τι είναι αυτό το … μυστικό!!!»
Γύρισε το βλέμμα της προς τον κυρ Δημητρό. Τον είδε αφοσιωμένο όπως πάντα στο φαγητό του, εκείνη τη στιγμή ξεκοκάλιζε ένα κομμάτι ψάρι, με τα μάτια καρφωμένα πάνω στην λευκή, τρυφερή σάρκα. Κάθε τόσο άφηνε και κάποιο επιφώνημα χαράς κι επιδοκιμασίας.
«Άντρας να σου πετύχει Παναία μου! Τίποτα δεν επήρε χαμπάρι πλιο …», σκέφτηκε βγάζοντας από μέσα της κάτι σαν αηδία. Ποτέ κανείς δεν κατάλαβε αν η Κυράννα είχε αγαπήσει τον άντρα της. Από προξενιό είχαν παντρευτεί και είχαν ζήσει μια ήρεμη, χωρίς εντάσεις ζωή. Άβουλος εκείνος, ικανή για δέκα άντρες αυτή, προσάρμοσαν την ζωή τους σε μια ευθεία, απόλυτη ευθεία, χωρίς παρεκκλίσεις από την ρουτίνα και την καθημερινότητα. Έκαναν έξη παιδιά. Το ένα, το πρώτο τους αγοράκι, το έχασαν μόλις πέντε μήνες μετά την γέννα. Με αεροβάφτισμα ο γιατρός, το είχε ονομάσει Δροσάκι και συνέτεινε στην, για κάποιους μήνες θλίψη του ζεύγους και την μερική απομάκρυνση μεταξύ τους. Μπόρεσαν όμως και συνήλθαν νωρίς, φάνηκε η αγάπη ή ότι άλλο κι αν ήταν αυτό, να επιστρέφει και μετά από ένα χρόνο, να σου και ο κουνενές ο μεγάλος. Ο Κλεάνθης τους.
Τα άλλα ήρθαν χωρίς κανείς να καταλάβει πως. Κάθε λίγο και λιγάκι η Κυράννα έμενε γκαστρωμένη. Η Καλοτίνα, ένα άλλο αγοράκι, που γεννήθηκε δυστυχώς νεκρό, η Νικολέτα και επιτέλους ο δεύτερος γιός, ο Μέμος, που ήρθε να απαλύνει τον πόνο του κυρ Δημητρού μετά από δυό κορίτσια. Κάπου εκεί σταμάτησαν. Όχι μόνο το γεννοβόλημα αλλά… γενικώς σταμάτησαν. Ο άντρας κοιμόταν σε ένα κρεβάτι στο σαλόνι και η Κυράννα στο δωμάτιό τους με τα δυό μικρότερα παιδιά. Και η ζωή κυλούσε ήσυχα και χωρίς εντάσεις. Μόνο το ατύχημα του Κλεάνθη τάραξε τα νερά, αλλά κι αυτό για λίγους μήνες. Ο άνθρωπος σαν συνηθίζει την κακομοιριά ή την ατυχία, συμβιβάζεται και την κάνει ρουτίνα.
Τράβηξε τα μάτια της από τον άντρα και τα έστρεψε πάλι προς την μικρή της κόρη. Στιγμιαία έπιασε μια κίνηση του κεφαλιού, μια ανεπαίσθητη κίνηση, κάτι σαν να έλεγε «ναι» στον Κλεάνθη.
«Μάλιστα… εδώ είμαστε. Κάτι σοβαρό υπάρχει στο μυαλό τους. Τι κάνουμε τώρα;», σκέφτηκε. «Να τους ξεμπροστιάσω ή να περιμένω κάποια άλλη στιγμή;»
Αποφάσισε να περιμένει, αν και η φούντωση μέσα της την έκανε να πνίγεται. Ήταν φανερό πως κάτι πολύ σπουδαίο είχαν τα παιδιά της και μάλιστα πρέπει να αφορούσε κι εκείνη και μάζευαν θάρρος. Τελικά, αποφάσισε να τα πάρει με το καλό, να τα διευκολύνει στην εξομολόγησή τους
«Πάρε κόρη μου», είπε στην Νικολέτα, «λίγο ακόμη ψάρι. Πάρε. Δεν παχαίνει, μη φοβούσαι, δεν κάνει κακό, σα φρούτο είναι μαθές. Αλλά τι λέω… χοντρή εσύ; Φοβάσαι μη παχύνεις; Μα εσύ κόρη μου, είσαι σαν τσίρος… έξω και δεν αρέσεις εκεί που θες ν’ αρέσεις…», είχε ρίξει την πετονιά με το δόλωμα, «… αλλά και πάλι, ίντα λέγω. Εσύ θα άρεσες και σε πρίγκιπες ακόμη!»
Η Νικολέτα δεν απάντησε, μόνο αντίκρισε το ειρωνικό χαμόγελο της Καλοτίνας απέναντί της. Και το κοίταγμα του Κλεάνθη.
«Ναι, μαμά…», απάντησε χωρίς να στρέψει το βλέμμα προς την Κυράννα. «Ναι και σε πρίγκιπα…»
«Εξόν και δεν είναι πρίγκιπας … ο ξέρεις… ποιος. Έτσι δεν είναι;», ρώτησε ύπουλα η εύσωμη γυναίκα. «Εψές που λες, πρέπει να ήταν εννιά η ώρα, την στιγμή που πήγαινα τη τέσα με το λίπος κάτω για να τη πάρει ο Μανολιός από τα σφαγεία, κάνει ωραίο σαπούνι ο κερατάς, με ηφώναξε η Ποθητή. Η Τσουκαλαήνα, η γλωσσού. Κάτι μου ‘πε και ήθελα να σε ρωτήσω, ίντα είναι αλήθεια και ίντα ψόματα»
«Ωχ ρε μάνα», είπε ο Κλεάνθης, «ασχολιόμαστε τώρα και με τις Τσουκαλαήνες; Αμάν πλιο. Τρώμε τώρα. Μη χαλάμε το φαγί μας με αυτές. Γλωσσούδες είναι, το είπες και μόνη σου»
«Νομίζω ότι η κόρη μου πρέπει κάτι να μου απαντήσει, σε αυτό που θέλω να ρωτήσω. Γι αυτό κόφτεις εσύ ψηλολέλεκα. Αν δεν τα πούμε τώρα, πότες μαθές;»
«Και τι σου ‘παν οι Τσουκαλαήνες μάνα;», ρώτησε η Νικολέτα.
«Κάτι για κάποιο Σέμο. Η Ποθητή μου είπε, ότι κάποιος σε είδε, πέρα στο «Νικηφόρειο», μαζί του. Και όλο τάτσι – μίτσι – κότσι  ήσασταν. Για πε μου λοιπόν. Ίντα τρέχει; Ελπίζω ότι θα μου πεις πως ήταν ψόμα αυτό. Έτσι;»
«Και θα με πιστέψεις αν σου το πω;»
«Και βέβαια όχι. Αλλά θα βρω αυτόν που σε είδε και θα δεις. Όλα θα μου τα μαρτυρήσει. Θα σου τον κάμω εγώ…»
«Ότι δηλαδή η κόρη σου μιλούσε με κάποιον νεαρό; Αυτό θα σου πει; Ε, και;», ρώτησε η Καλοτίνα. «Τόσο κακό θα ήταν κάτι τέτοιο αν είχε γίνει;»
Ο κυρ Δημητρός κατάλαβε ότι επρόκειτο να γίνει ένας μικρός οικογενειακός πόλεμος και προσπάθησε να επέμβει:
«Για πε μου βρε Νικολετάκι μου, ίντα λέει η μάνα σου; Είναι αλήθεια μαθές όλα αυτά; Ήσουν με … αυτόν τον πως τον λένε, εκεί, στο γυμνάσιο;»
«Κι αν ήμουν;»
Η Κυράννα είχε αρχίσει να κοκκινίζει. Συνηθισμένο φαινόμενο σε κάθε τους συζήτηση. Μισοσηκώθηκε και το γυρισμένο μανίκι από την ρόμπα της, ξετυλίχτηκε και μπήκε μέσα στο ζουμί του πιάτου της. Χτύπησε το χέρι στο τραπέζι, ξαφνιάζοντας τον κακομοίρη τον κυρ Δημητρό και είπε με δυνατή, βραχνή φωνή:
«Η δική μου η κόρη, στις ερημιές με αυτόν τον ομορφονιό; Να χαριεντίζεται, να γελά και να τα χα χα χα και να οι αγκαλιές και τα χάδια, ε; Αυτά που κοροϊδεύω, αυτά θα λουστώ; Να μας πιάσει στο στόμα της αυτή…», έδειξε προς το σπίτι της Ποθητής, «… και να γίνουμε βούκινο σ’ όλο το νησί;». Τώρα είχε γίνει κατακόκκινη και οι φλέβες της στον λαιμό είχαν πρηστεί. Ο κυρ Δημητρός που καθόταν δίπλα της έκανε μια κίνηση να την ηρεμίσει, αλλά σαν να είχες βάλει κάποιο νάνο να μετακινήσει βουνό, ξανακάθισε με το στόμα ανοικτό στη θέση του, παραδομένος. Κοίταξε τα πρόσωπα όλων, τον νευριασμένο Κλεάνθη του, την Καλοτίνα που ήρεμα παρακολουθούσε την – ας πούμε – κουβέντα που γινόταν, τον Μέμο που σαν χαζός συνέχιζε το φαγητό του κρυφογελώντας σκυμμένος στο πιάτο του και φυσικά τις δυο γυναίκες που δεν θ’ αργούσαν (για την Κυράννα μιλάμε), να φτάσουν και στα έργα. Έκρινε λοιπόν καλύτερο το να επιστρέψει στο φαγητό του, λες και δεν τον αφορούσε το ζήτημα.
Η μάνα είχε κάνει ήδη ένα βήμα προς τα μπρος, προς τη μεριά της μικρής της κόρης, αναγκάζοντας τον Κλεάνθη να είναι σε ετοιμότητα, μισοσηκωμένος και την Νικολέτα να έχει πάρει αμυντική στάση, έτοιμη κι αυτή ανά πάσα στιγμή, να πεταχτεί όρθια προς το μέρος της κάμαρας. Και ακόμα δεν είχε πει τίποτα. Σκεφτόταν την αντίδραση της Κυράννας όταν θα της έλεγε. Μπορεί και να την σκότωνε. Αλλά… ευτυχώς ο Κλεάνθης, ήξερε και θα την προστάτευε. Αυτήν ή τα μαλλιά της τουλάχιστον.
Και η Κυράννα προχώρησε, αλλά σταμάτησε μόνο στις φωνές.
«Μωρή τζόλου41, πορνικαλού42, ξεδιάντροπο παλιογύναικο…», άρχισε να της λέει ενώ ταυτόχρονα δίπλωνε το βρεγμένο μανίκι της ρόμπας της γεμίζοντας την παλάμη με λαδολέμονο, κλώτσαγε την καρέκλα της και γενικά έδειχνε ότι είχε βγει εκτός εαυτού.
«Που θα με πεθάνεις με τα καμώματά σου… που καταραμένη η ώρα που σε έκανα μαρή. Πτάνα μαρή θα καταντίσεις;…».
 Το πάνω κουμπί της ρόμπας της άνοιξε και το κατακόκκινο στέρνο φάνηκε που ανεβοκατέβαινε γρήγορα, σαν προσπαθούσε να πάρει ανάσα.
 «Πτάνα…», ξανάπε, «… που θα σε δείχνουν όλοι με το δάχτυλο… Τι μου ‘καμες βρωμοθήλυκο, άτιμο παιδί που φαρμάκι που ‘δωκες όλο το γάλα που σε βύζαξα…»
«Μπάστα ρε μάνα…», είπε ο Κλεάνθης σε άπταιστα Ελληνοϊταλικά. «Τόσες κατάρες πλιο, ίντα;. Εν τ’ αγαπάς το παιΐ  σου; Και τι έκαμε μαθές; Κάποιος, κάποτε, κάπου την είδε να μιλάει με τον μικρό τον… Σέμο. Ε, και; Δηλαδή τι θες; Άντε και της μίλησε, να στη ζητήσει και σε γάμο;». Ο πανέξυπνος Κλεάνθης είχε βρει την ευκαιρία να αναγκάσει την μάνα σε … επιθυμία.
«Ο τίμιος ο άντρας αυτό θα έκανε μωρέ. Αλλά είπαμε ο τίμιος, γλέπεις όμως κανένα τίμιο εδώ; Μόνο για τα φιλιά και τα χάδια την ήθελε. Ελπίζω μόνο γι αυτά…»
«Και ποιος ρε μάνα σου είπε ότι ο … αυτός ο νεαρός τέλος πάντων…»
«Ο Σέμος», επενέβη η Νικολέτα
«Ναι, γεια σου… ο Σέμος, ποιος το λοιπό σου είπε ότι δεν είναι τίμιος;»
«Ίντα θες να μου πεις βρε κρεμανταλά; Σιγά μη μας τη ζητήσει κιόλα. Αυτό μας έλειπε, ο ξυπόλυτος να σηκώσει το βλέμμα στη κόρη μου. Κόρη της Κυράννας είναι…»
«Και του Δημητρού…», ακούστηκε η φωνή του πατέρα που μόλις είχε βγάλει το πειρούνι από το στόμα. «Και δική μου κόρη είναι Κυράννα, όχι μόνο δική σου»
«Τέλος πάντων και των δυό μας, αλλά αυτά είναι γυναικεία πράματα και λόγο έχουν μόνο οι γυναίκες…»
«Έτσι νομίζεις; Δεν άκουσα την Νικολέτα να βγάζει κουβέντα. Μόνο συ κι ο γιός μας ο μεγάλος μιλάτε. Έτσι είναι τα γυναικεία;», σήκωσε το χέρι και αγκάλιασε την μικρή του κόρη που καθόταν δίπλα του, ενώ με το άλλο έστριψε το λεπτό του μουστάκι. «Νομίζω ότι εδώ λόγος πέφτει μόνο στον πατέρα. Κάτσε το λοιπό και προσπάθησε να ακούσεις τις δικές μου αποφάσεις…», η επανάσταση των σκλάβων είχε αρχίσει.
 Ο κυρ Δημητρός ανελάμβανε τις ευθύνες του, ίσως για πρώτη φορά στη ζωή του. Έκανε μια κίνηση με το χέρι του σαν της έλεγε κάτσε κάτω. Γύρισε το πρόσωπο στην Νικολέτα:
«Θέλει να σε ζητήσει μικρό μου; Θέλει να σε πάρει κυρά του;»
Η κοπέλα ήθελε να φιλήσει τον πατέρα της, άρχισε να κλαίει και είδε τον αδερφό της αλλά και τη μάνα να κάθονται ο ένας με χαμόγελο και η άλλη νευριασμένη, στις θέσεις τους. Η Καλοτίνα κρατούσε την ίδια στάση, μόνο που κάπου – κάπου, κάτι σκούπιζε από τα μάτια της.
Κούνησε καταφατικά το κεφάλι στον πατέρα της. Του έπιασε το χέρι και ξανακούνησε πιο ζωηρά το κεφάλι τώρα, κάνοντας ακόμα πιο έξαλλη την μάνα. Πιο έξαλλη γιατί και άκουγε ότι άκουγε και έβλεπε ότι έβλεπε, αλλά και γιατί τώρα δεν της επιτρεπόταν να μιλήσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου